ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ''ανάπηροι'' στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές κι είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.
Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Σάββατο, 2 Μαΐου 2020

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ





῝Ο ἦν ἀπ᾿ ἀρχῆς, ὃ ἀκηκόαμεν, ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν, ὃ ἐθεασάμεθα καί αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν, περί τοῦ λόγου τῆς ζωῆς·” Τό κύριο εὐαγγέλιο καί ἡ σκέψη καί ἡ ἀλήθεια· ὁ Θεός Λόγος ἐνσαρκώθηκε, ὥστε κι ἐμεῖς νά συσσαρκωθοῦμε μαζί Του· Αὐτός ἔγινε ἄνθρωπος, ὥστε νά μᾶς θεώσει· Αὐτός -Ζωή αἰώνια- ἐμφανίστηκε στή γῆ, ὥστε νά ἔχουμε κοινωνία μαζί Του, ζώντας μαζί Του. «Περί τοῦ λόγου τῆς ζωῆς» εἶναι τό θέμα αὐτοῦ τοῦ Εὐαγγελίου. Λές καί θέλει ὁ ἅγιος Θεολόγος νά μᾶς δώσει νέα ἐξήγηση τῆς κύριας χαρμόσυνης ἀγγελίας τοῦ Εὐαγγελίου του· 


«Καί ὁ Λόγος σάρξ ἐγένετο» (᾿Ιωάν. α´, 14). ῾Ο Θεός Λόγος, πού εἶναι Αἰώνια Ζωή, πέρασε σέ μᾶς· «ὃ ἦν ἀπ᾿ ἀρχῆς» δηλαδή τό Αἰώνιο κατέβηκε στή γῆ, ἔγινε σάρκα, ἔγινε ἡ δική μας γήινη πραγματικότητα, ἔγινε προσιτό στά αἰσθητήριά μας, στή γνώση μας καί στίς αἰσθήσεις μας· κι αὐτό εἶναι «ὃ ἀκηκόαμεν»· ἀκούσαμε τό εὐαγγέλιο τοῦ Θεοῦ Λόγου· εἶναι ἐκεῖνο «ὃ ἑωράκαμεν τοῖς ὀφθαλμοῖς ἡμῶν»· εἴδαμε Θεό σέ σῶμα, Θεό στόν κόσμο, τόν Θεό ἀνάμεσά μας· εἶναι ἐκεῖνο «ὃ ἐθεασάμεθα»· ἔχουμε δεῖ, ἔχουμε παρατηρήσει τόν Θεό στόν ἄνθρωπο· εἶναι ἐκεῖνο πού «αἱ χεῖρες ἡμῶν ἐψηλάφησαν»· ἄγγιξαν τό σῶμα τοῦ Θεοῦ Λόγου, τόσο πρίν ἀπό τόν σταυρικό του θάνατο, ὅσο καί μετά τήν ἀνάστασή του ἀπό τούς νεκρούς. «᾿Ακούσαμε, εἴδαμε, παρατηρήσαμε, ψηλαφήσαμε» -τό Λόγο τῆς ζωῆς, τό Θεό τῆς ζωῆς. ῾Ο Θεός Λόγος ἔγινε ἡ δική μας πιό προσιτή πραγματικότητα· κι ἐμεῖς αὐτό τό ἐπαληθεύουμε μέ τόν πιό ὀφθαλμοφανῆ, τόν πλέον πειραματικό τρόπο.


῾Η μέθοδος εἶναι καθαρά πειραματική, δοκιμαστική. «῾Ο Λόγος τῆς ζωῆς» εἶναι στήν πραγματικότητα ἡ Λογική τῆς ζωῆς, ἡ Σοφία τῆς ζωῆς, ἡ Λέξη τῆς ζωῆς. ῞Εως Αὐτόν -ἡ ζωή ἦταν ἄλογος, ἀνόητη· ἕως Αὐτόν- ἡ ζωή ἦταν ἀ-λογική, καί γι’ αὐτό μή λογική, σ’ αὐτήν δέν ὑπῆρχε κάποια στοιχειώδης λογική, ὅλα -χάος, τά πάντα- «πανηγύρι μάταιο»· ἕως Αὐτόν -Λόγο τῆς ζωῆς- ἡ ζωή ἦταν ἄλαλη καί ἄφωνη, δέν ἤξερε νά μιλᾶ, νά πεῖ, νά ἐκφράσει, νά ἐκφέρει τόν ἑαυτόν της, τό μυστήριό της, τό βάσανό της, τόν πόνο της, τή χαρά της. Μέ Αὐτόν, ἡ ζωή τά προσλαμβάνει ὅλα αὐτά· ἡ ζωή ἄρχισε νά μιλᾶ, ἐφόσον ἐλλογοποιήθηκε· ἡ ζωή πῆρε νόημα, ἐφόσον ἐλλογοποιήθηκε· ἡ ζωή ἔγινε σοφή, ἐφόσον ἐλλογοποιήθηκε. ᾿Ενῶ ἡ ζωή εἶχε γίνει ἄλογος, μή λογική -χωρίς νόημα, χωρίς στόχο, ἀνόητη- μέ τήν ἁμαρτία καί λόγῳ τῆς ἁμαρτίας.


᾿Εκεῖνο πού γιά τήν ἀνθρώπινη σκέψη, εἴτε τήν ἑλληνική, τή ρωμαϊκή, τήν ἰνδική ἤ ὅποια ἄλλη, ἦταν καί ἔμεινε ἰδανικό ἤ ἰδέα, ἀφηρημένο καί ἐπέκεινα, μέ τήν ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου ἔγινε ζωή, δική μας γήινη ζωή. Γιά τόν Λόγο καί γιά τή Λογική τῆς ζωῆς δέν χρειάζεται νά πᾶμε σ’ ἄλλο κόσμο, ἐφόσον ἡ Λογική καί ὁ Λόγος τῆς ζωῆς εἶναι ἐδῶ, ἀνάμεσά μας. ᾿Εμεῖς ἔχουμε τόν Λόγο τῆς ζωῆς, γι’ αὐτό ξέρουμε τή Λογική τῆς ζωῆς, τό στόχο τῆς ζωῆς, τό νόημα τῆς ζωῆς. ᾿Εάν ὡς τώρα δέν ξέραμε τήν ἀρχή τῆς ζωῆς, ἰδού· ὁ Θεός Λόγος! ᾿Αφοῦ εἶναι ᾿Εκεῖνο «πού ἦταν ἀπό τήν ἀρχή» – «ὃ ἦν ἀπ᾿ ἀρχῆς». ῾Η ζωή δέν εἶναι κάτι χωρίς νόημα, ἀλλά ἐξαρχῆς κάτι θεϊκά λογικό. ᾿Ενῶ ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ δύναμη πού ὅλα τά ἀπολογοποιεῖ, στερεῖ τή θεϊκή λογική, τό θεϊκό νόημα καί τήν πρόνοια. Στήν πραγματικότητα, ἡ ἁμαρτία εἶναι ὁ μόνος ἀπονοητής8 τῆς ζωῆς. (1, 2) ” καί ἡ ζωή ἐφανερώθη, καί ἑωράκαμεν καί μαρτυροῦμεν καί ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τήν ζωήν τήν αἰώνιον, ἥτις ἦν πρός τόν πατέρα καί ἐφανερώθη ἡμῖν·”


῞Εως τήν ἐνσάρκωση τοῦ Θεοῦ Λόγου λές καί δέν ὑπῆρχε ζωή στή γῆ. ᾿Εάν ὑπῆρχε, αὐτό ἦταν ἀπομίμηση τῆς ζωῆς, κακέκτυπο τῆς ζωῆς, ἡ πλαστογράφηση τῆς ζωῆς· ἁπλά· ψευδοζωή. Γιατί τί ζωή εἶναι αὐτή στήν ὁποία ὑπάρχει θάνατος καί πού τελειώνει μέ τόν θάνατο; Αὐτό μοιάζει περισσότερο μέ βαθμιαία θανάτωση. Κι αὐτό σημαίνει βαθμιαῖο μαρτύριο. Μόνο ἐκείνη ἡ ζωή εἶναι ἄξια τοῦ ὀνόματός της, αὐτή πού δέν πεθαίνει, πού δέν τελειώνει μέ τόν θάνατο, ἀλλά νικᾶ τό θάνατο καί μέ τήν ἀνάσταση φτιάχνει γέφυρα πρός τήν ἀθανασία. Δηλαδή ζωή εἶναι μόνο ἡ Αἰώνια Ζωή. Καί αὐτή ἡ ζωή ἐμφανίστηκε πρώτη φορά στό δικό μας ἀνθρώπινο κόσμο μέ τόν Θεό Λόγο· τόν Θεάνθρωπο Χριστό.


Γι’ αὐτό ὁ ἅγιος Θεολόγος εὐαγγελίζεται· «καί ἡ ζωή ἐφανερώθη, καί ἑωράκαμεν καί μαρτυροῦμεν καί ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τήν ζωήν τήν αἰώνιον, ἥτις ἦν πρός τόν πατέρα καί ἐφανερώθη ἡμῖν». ῾Η ζωή καί ἡ Αἰώνια ζωή εἶναι συνώνυμα. Δέν ὑπάρχει ζωή χωρίς τήν Αἰώνια ζωή. Μέ τόν Θεάνθρωπο «ἡ ζωή ἐφανερώθη» στό δικό μας κόσμο τοῦ θανάτου καί τῆς ψευδοζωῆς. Μόλις σ’ ᾿Εκεῖνον «ἑωράκαμεν» τήν ἀληθινή ζωή, «ἑωράκαμεν» τί εἶναι ἡ ζωή· εἴδαμε καί βλέπουμε ὅτι μόνο ἡ αἰώνια ζωή -εἶναι πραγματική ζωή. Αὐτό εἶναι τό πλέον ὀφθαλμοφανές στόν Θεάνθρωπο. ῞Ολος ὁ Θεάνθρωπος κι ὅλα ἐν αὐτῷ ἀνασαίνουν καί ἀκτινοβολοῦν μέ τήν αἰώνια ζωή· δέν ὑπάρχει σκέψη Του πού νά μήν ἐκπηγάζει ἀπό τήν αἰώνια ζωή καί νά μήν ἐκβάλλει σ’ αὐτήν· ἔτσι καί κάθε λέξη Του καί ἔργο καί αἴσθημα. Σέ ὅ,τι δικό Του αἰσθάνεσαι τήν παρουσία τοῦ Αἰώνιου· καί τά κύματα τῆς αἰώνιας ζωῆς μᾶς ραντίζουν ἀπ’ ὅ,τι δικό Του.


Θέλεις νά δεῖς πῶς ζεῖ ὁ Αἰώνιος στό χρόνο; Κοίτα τόν ᾿Ιησοῦ. ῞Ολα ὅσα εἶναι ἐν Αὐτῷ σφύζουν αἰώνια ζωή, ὅλη ἡ ζωή! Τέτοια πού εἶναι καί στόν ἄλλο κόσμο· ὄχι, ὅμως ὅμοια μ’ αὐτήν τοῦ Θεοῦ Πατέρα, ἐφόσον Αὐτός «ἔδωκε καί τῷ υἱῷ ζωήν ἔχειν ἐν ἑαυτῷ» (᾿Ιωάν. ε´, 26). Εἶναι μαρτυρία αὐτοπτῶν. Κι ἐκεῖνοι ἀναγγέλλουν μέ ἀτελείωτη βεβαιότητα· «μαρτυροῦμεν καί ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν τήν ζωήν τήν αἰώνιον, ἥτις ἦν πρός τόν πατέρα καί ἐφανερώθη ἡμῖν». ῞Εως τή φανέρωσή Του ὁ θάνατος ἦταν μέσα μας καί γύρω μας· οἱ ἄνθρωποι δέν μποροῦσαν οὔτε νά ξέρουν οὔτε νά ἀποκτήσουν τήν αἰώνια ζωή μέχρι πού Αὐτός ὁ ἴδιος κατέβηκε στόν κόσμο μας καί φανερώθηκε σέ μᾶς. (1, 3) ” ὃ ἑωράκαμεν καί ἀκηκόαμεν, ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν, ἵνα καί ὑμεῖς κοινωνίαν ἔχητε μεθ’ ἡμῶν· καί ἡ κοινωνία δέ ἡ ἡμετέρα μετά τοῦ πατρός καί μετά τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ.”


᾿Από ποῦ προκύπτει στόν ἅγιο Θεολόγο τέτοια θαρραλέα μαρτυρία; ᾿Από προσωπική ἐμπειρία· ἐπειδή ὁ ἴδιος γεύθηκε τήν αἰώνια ζωή, προσῆλθε σέ κοινωνία μ’ αὐτήν, εἶχε συμμετοχή σ’ αὐτήν μέσῳ τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ. Ζώντας μαζί μέ τόν Κύριο ᾿Ιησοῦ, ἔχοντας κοινωνία μ’ Αὐτόν, τότε πράγματι βρίσκεσαι στήν αἰώνια ζωή. Αὐτή ἡ ζωή εἶναι στήν πραγματικότητα, κοινωνία μέ τήν Τριαδική Θεότητα. Τό νά ἐντριαδοποιηθεῖς καί νά τριαδοποιηθεῖς μέσῳ τοῦ Θεανθρώπου, δέν εἶναι ἄλλο ἀπό τό νά ζεῖς τήν αἰώνια ζωή. Καί τότε ὁ ἄνθρωπος μέσα στόν ἑαυτό του αἰσθάνεται καί βλέπει τήν αἰώνια ζωή. Καί συνέχεια βρίσκεται σέ κοινωνία μέ τά αἰώνια ἀνθρώπινα ὄντα. ᾿Εφόσον οἱ χριστιανοί, ὡς πρός αὐτό διαφοροποιοῦνται ἀπό τούς ἄλλους ἀνθρώπους, στό ὅτι ἔχουν αἰώνια ζωή καί τή ζοῦνε ἐδῶ στή γῆ.


Γι’ αὐτό καί ἀναγγέλλουν τή ζωή τήν αἰώνια. ᾿Απ’ αὐτήν τήν ἄποψη, ὅλα σ’ αὐτούς βασίζονται στήν προσωπική ἐμπειρία, στήν προσωπική κοινωνία μέ τό Αἰώνιο. Γι’ αὐτό ὁ αὐτόπτης ἅγιος ἀληθῶς εὐαγγελίζεται· «ὃ ἑωράκαμεν καί ἀκηκόαμεν, ἀπαγγέλλομεν ὑμῖν, ἵνα καί ὑμεῖς κοινωνίαν ἔχητε μεθ᾿ ἡμῶν· καί ἡ κοινωνία δέ ἡ ἡμετέρα μετά τοῦ πατρός καί μετά τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ». ῾Η ζωή τῶν χριστιανῶν εἶναι ἡ ζωή μέ τή Θεϊκή Τριάδα, κοινωνία μ’ Αὐτήν, μέ τίς ζωοποιές δημιουργικές αἰώνιες δυνάμεις καί τά ἱερά. ῾Η κοινωνία μέ τό Αἰώνιο δίνει στούς ἀνθρώπους τήν αἰώνια ζωή. Δέν εἶναι κάποια ἐξωτερική παρατήρηση, ἀλλά ἐσωτερικό βίωμα τῆς ῾Αγίας Τριάδας. Εἶναι πράγματι κοινωνία τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό, συσσάρκωση μέ τόν Θεό. ῞Ολα εἶναι προσωπικά, ἐμπειρικά, ζωντανά, ὅλα καινούρια. ῞Ολος ὁ Θεός Λόγος εἰσέρχεται στόν ἄνθρωπο, ἐνανθρωπίζεται· μπῆκε σέ σῶμα, ἐνσαρκώθηκε.


῾Ο Λόγος εἶναι σέ σῶμα, στόν ἄνθρωπο, ἐδῶ μαζί μας καί ἀνάμεσά μας καί μέσα μας· καί μ’ Αὐτόν κι ὅλη ἡ Ζωή ἡ αἰώνια κι ὅλη ἡ ᾿Αλήθεια ἡ αἰώνια κι ὅλη ἡ ᾿Αγάπη ἡ αἰώνια κι ὅλο τό Φῶς τό αἰώνιο κι ὅλες οἱ τελειότητές Του οἱ αἰώνιες· γιά νά ἔχουμε μέσῳ Αὐτοῦ κοινωνία μ’ ὅλες τις θεϊκές, αἰώνιες τελειότητες. ῾Ο ῞Αγιος Θεολόγος εἶναι ξεκάθαρος· ἡ ζωή τῶν χριστιανῶν εἶναι ὁλόκληρη μέσα στήν ῾Αγία Τριάδα – ἐκ τοῦ Πατρός διά τοῦ Υἱοῦ ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι· εἶναι ἡ κοινωνία μέ τήν ῾Αγία Τριάδα· «καί ἡ κοινωνία δέ ἡ ἡμετέρα μετά τοῦ πατρός καί μετά τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ». ῾Ο Θεός εἶναι ἀνάμεσά μας, γιά νά εἶναι μέσα μας· Αὐτός εἶναι καί μαζί μας, γιά νά εἶναι μέσα μας. (1, 4) ” καί ταῦτα γράφομεν ὑμῖν, ἵνα ἡ χαρά ἡμῶν ᾖ πεπληρωμένη” ᾿Απ’ αὐτή τή ζωή μέσα στήν ῾Αγία Τριάδα, ἀπ’ αὐτή τήν κοινωνία μέ τόν Πατέρα καί τόν Υἱό καί τό ῞Αγιο Πνεῦμα, τό ἀνθρώπινο ὄν πληροῦται μέ τήν ἀληθινή χαρά, πού δέν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό τή θεϊκή ἀγαλλίαση.


Χωρίς αὐτές τό ἀνθρώπινο ὄν γεμίζει θλίψη, λύπη, ἀθλιότητα. ῎Αλλωστε μέ τί, ἄν ὄχι μ’ αὐτά, μποροῦσε νά πληρωθεῖ ὁ θάνατος, καί πρίν ἀπ’ αὐτόν ἡ ἁμαρτία; Μέσα ἀπό κάθε ἁμαρτία στήν ψυχή ὁρμᾶ, ἐάν ὄχι ἡ λαίλαπα τῆς πικρίας, τότε ἡ λαίλαπα τῆς θελκτικῆς ἁμαρτίας, πού βαθμιαῖα μεταμορφώνεται σέ ὀδύνη. Σέ κάθε περίπτωση, κάθε συντελεσμένη ἁμαρτία ἀφήνει στήν ψυχή τουλάχιστον μιά σταγόνα πικρίας, ἡ ὁποία ἀσυναίσθητα ἁπλώνεται στήν ψυχή καί, ὅταν ἔρθει ἡ ὥρα, αὐξάνεται σέ πελώρια θλίψη. Πολλές φορές ὁ ἄνθρωπος δέν γνωρίζει ἀπό ποῦ ἔρχεται ἡ θλίψη στήν ψυχή, στήν καρδιά. ᾿Ενῶ ἡ κοινωνία μέ τόν Χριστό, καί μέ τίς ἅγιες ἀρετές Του, πληρεῖ τό ἀνθρώπινο ὄν μέ διαρκῆ χαρά. ᾿Από τήν ζωή μέ τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, ζώντας μέ τό δίκαιο τοῦ Χριστοῦ, τήν καλωσύνη τοῦ Χριστοῦ, τήν ταπεινοφροσύνη καί τήν πραότητα τοῦ Χριστοῦ – ἡ ἀνθρώπινη ψυχή πληροῦται ἀνείπωτης χαρᾶς. Κι ὅταν ὁ ἄνθρωπος κοιτάξει μέσα του – ἰδού! ὅλος πλήρης θεϊκῆς χαρᾶς, δέν ἔχει θλίψη ἀπό τήν ἁμαρτία, οὔτε φόβο ἀπό τόν θάνατο.


Γι’ αὐτό ὁ ἅγιος Θεολόγος εὐαγγελίζεται· «Καί ταῦτα γράφομεν ὑμῖν, ἵνα ἡ χαρά ἡμῶν ᾖ πεπληρωμένη». (1, 5) ” Καί αὕτη ἐστίν ἡ ἐπαγγελία ἣν ἀκηκόαμεν ἀπ᾿ αὐτοῦ καί ἀναγγέλλομεν ὑμῖν, ὅτι ὁ Θεός φῶς ἐστι καί σκοτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἔστιν οὐδεμία.” Σ’ αὐτούς τούς στίχους βρίσκεται ἡ ἐξαιρετική ἐπαγγελία τοῦ Θεανθρώπου· «ὁ Θεός εἶναι φῶς». Αὐτός εἶναι ἡ αἰτία καί ἡ πηγή κάθε φωτεινοῦ, κάθε ἀληθινοῦ, κάθε καλοῦ, κάθε δίκαιου, κάθε ἀθάνατου· ἐνῶ μέ τίποτα δέν εἶναι αἰτία, οὔτε συν-αἰτία, μήτε πηγή, μήτε συν-πηγή τοῦ κακοῦ, τῆς ἁμαρτίας, τοῦ θανάτου, τοῦ ψεύδους. Αὐτή τήν ἐπαγγελία ὁ Χριστός ἀνακοίνωσε καί μέ τή ζωή Του. ῎Εδειξε ὅτι ὁ Θεός εἶναι πράγματι φῶς καί ὅτι σ’ Αὐτόν δέν ὑπάρχει κανένα σκοτάδι. Ποῦ ὑπάρχει σκοτάδι στόν Θεάνθρωπο; Ποῦ ὑπάρχει ἁμαρτία σ’ Αὐτόν; ᾿Εάν δείξει κάποιος μία ἁμαρτία σ’ Αὐτόν, θά ἔχει δείξει τό σκοτάδι. ᾿Αλλά αὐτό δέν εἶναι σέ θέση νά τό δείξει κανείς.


Τό σκοτάδι προέρχεται ἀπό τήν ἁμαρτία καί ἡ ἁμαρτία ἀπό τόν διάβολο, πού εἶναι πλήρης σκότους. Γιατί ὁ διάβολος ἐξ αὐτοῦ εἶναι διάβολος, ἐπειδή εἶναι σέ ὅλα οὐσιαστική ἀντίθεση τοῦ Θεοῦ. «῾Ο Θεός φῶς ἐστι», ὁ διάβολος εἶναι σκοτάδι· ὁ Θεός εἶναι ζωή, ὁ διάβολος θάνατος· ὁ Θεός εἶναι ἀλήθεια, ὁ διάβολος ψεῦδος. Γι’ αὐτό ὁ Κύριος Χριστός, ὡς ἀληθινός Θεός, μποροῦσε νά πεῖ γιά τόν ἑαυτό του· «᾿Εγώ εἶμαι τό φῶς τοῦ κόσμου», «᾿Εγώ εἶμαι τό φῶς τῆς ζωῆς». ᾿Ενῶ ὁ διάβολος θά μποροῦσε δίκαια νά πεῖ γιά τόν ἑαυτό του· «ἐγώ εἶμαι τό σκοτάδι τοῦ κόσμου· ἐγώ εἶμαι τό σκοτάδι τῆς ζωῆς». Αὐτός μέ τό σκοτάδι του κάνει τά ἀνθρώπινα μάτια νά μήν βλέπουν οὔτε τί εἶναι στήν πραγματικότητα ὁ κόσμος, οὔτε τί εἶναι ἡ ζωή. Γιατί γιά νά μποροῦν νά δοῦν τά μάτια, χρειάζεται φῶς. Κι αὐτό τό ἔχει καί τό δίνει μόνο ὁ Θεάνθρωπος Χριστός. ᾿Εμεῖς μέ τό φῶς βλέπουμε. Τά μάτια μας εἶναι μάταια δίχως τό φῶς.


(1, 6)άν εἴπωμεν ὅτι κοινωνίαν ἔχομεν μετ᾿ αὐτοῦ καί ἐν τῷ σκότει περιπατῶμεν, ψευδόμεθα καί οὐ ποιοῦμεν τήν ἀλήθειαν.” Κι αὐτό τό εὐαγγέλιο γιά τόν Θεό ὡς φῶς, μαρτυρήθηκε μέ τήν ἐμπειρία καί τήν προσωπική δοκιμή ὅλων τῶν πραγματικῶν χριστιανῶν. ᾿Αφοῦ προσωπικά ἐπιβεβαίωσαν ὅτι ζώντας μέ τόν Χριστό καί στόν Χριστό πράγματι ζοῦν μέ τό φῶς καί στό φῶς. Δέν ὑπάρχει σκοτάδι ἀπό τό ὁποῖο ὁ Χριστός δέν τούς βγάζει· δέν ὑπάρχει ἁμαρτία πού δέν νικοῦν μέ τόν Χριστό. ῞Οπως πρίν τήν ἀνατολή τοῦ ἡλίου προηγεῖται τό λυκαυγές φῶς, ἔτσι καί μπροστά ἀπό τόν Χριστό -τό Φῶς τοῦ κόσμου καί τῆς ζωῆς- προηγεῖται τό λυκαυγές φῶς τῶν ἁγίων ἀρετῶν Του. ᾿Εάν ἀρχίσει ὁ ἄνθρωπος νά τίς ἐφαρμόζει, αὐτές στήν ψυχή του ἁπλώνουν τό λυκαυγές φῶς, πού ἀναγγέλλει τή γέννηση τοῦ αἰωνίου ῾Ηλίου τῆς δικαιοσύνης, τό ὁποῖο, ὅταν γεννηθεῖ στήν ψυχή, ποτέ πιά δέν δύει.


῾Ομοίως, τό σκοτάδι τῶν ἁμαρτιῶν προηγεῖται ἀπό τό σκοτάδι τοῦ δημιουργοῦ τῶν ἁμαρτιῶν. ᾿Εάν ὁρμήσουν στήν ψυχή, ἁπλώνουν μέσα της τό σκοτάδι, ὅλο καί πιό πυκνό, ὥστε ὁ ἄνθρωπος δέν καταλαβαίνει πότε τρύπωσε μέσα της ὁ ἴδιος ὁ δημιουργός τοῦ σκοταδιοῦ καί τῆς ἁμαρτίας – ὁ διάβολος. ῞Οποιος ζεῖ στήν ἁμαρτία ζεῖ στό σκοτάδι, καί δέν ξέρει ποῦ πηγαίνει. Κάθε ἁμαρτία ἕλκει στό βασίλειο τῆς ἁμαρτίας -τόν θάνατο· καί κάθε σκοτάδι ἕλκει στό βασίλειο τοῦ σκότους- τήν κόλαση. ᾿Αλλά, καί στό βασίλειο τοῦ θανάτου καί στό βασίλειο τοῦ σκότους, ἕνας εἶναι ὁ βασιλιάς, ἕνας ἀφέντης – ὁ διάβολος. ῾Ο ἅγιος Εὐαγγελιστής ἀναγγέλλει· «ἐάν εἴπωμεν ὅτι κοινωνίαν ἔχομεν μετ᾿ αὐτοῦ καί ἐν τῷ σκότει περιπατῶμεν, ψευδόμεθα καί οὐ ποιοῦμεν τήν ἀλήθειαν». (1, 7) “ἐάν δέ ἐν τῷ φωτί περιπατῶμεν, ὡς αὐτός ἐστιν ἐν τῷ φωτί, κοινωνίαν ἔχομεν μετ᾿ ἀλλήλων, καί τό αἷμα ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ καθαρίζει ἡμᾶς ἀπό πάσης ἁμαρτίας”.


῾Ο Θεός Λόγος, πού εἶναι τό Φῶς, ἔγινε ἄνθρωπος, ὥστε νά δώσει τό Θεϊκό Φῶς Του στούς ἀνθρώπους, νά τό καταστήσει προσιτό σ’ αὐτούς· γιά νά γίνει περιουσία τους. Γενικά, μέ τήν ἐνσάρκωσή του ὁ Θεός Λόγος θέλει ὅλα τά τοῦ Θεοῦ νά τά καταστήσει κοινά στούς ἀνθρώπους, γιά νά μποροῦν νά ἐνσωματωθοῦν στήν ἀνθρώπινη ζωή καί τόν κόσμο. Τό σύνθημα εἶναι· «ὡς αὐτός ἐστιν», ἔτσι καί ἐμεῖς πρέπει νά εἴμαστε. ῞Οπως Αὐτός ὁ ἴδιος εἶναι τό φῶς, ἔτσι καί ἐμεῖς πρέπει νά γίνουμε φῶς. ᾿Εξίσου, ὅπως Αὐτός ὁ ἴδιος εἶναι στήν ᾿Αλήθεια, ἔτσι καί ἐμεῖς πρέπει νά εἴμαστε σ’ αὐτήν. ῞Ολα τά δικά Του, μέ τήν ἐνσάρκωση ἔγιναν δικά μας. Τήν ἴδια τήν αἰώνια Ζωή ἔφερε Αὐτός ἀπό τόν οὐρανό στήν γῆ καί μ’ αὐτήν ἔφερε καί ὅλα ἐκεῖνα μέ τά ὁποῖα ἡ αἰώνια ζωή συνυπάρχει· τήν αἰώνια ᾿Αλήθεια, τό αἰώνιο Φῶς, τήν αἰώνια Δικαιοσύνη, τήν αἰώνια ᾿Αγάπη, τήν αἰώνια Καλωσύνη, τήν αἰώνια Σοφία καί ὅλες τίς ὑπόλοιπες αἰώνιες θεϊκές τελειότητες. 


Τά ἔφερε ἀπό τόν οὐρανό στήν γῆ, ὥστε ὅλα αὐτά νά γίνουν δικά μας, ἀνθρώπινα. ῾Η αἰώνια Ζωή γίνεται δική μας, ἐάν ζοῦμε σ’ ὅλες αὐτές τίς αἰώνιες θεανθρώπινες τελειότητες. ᾿Εάν ζοῦμε ἔτσι, οἱ θεϊκές δυνάμεις αὐτῶν τῶν αἰώνιων τελειοτήτων διώχνουν ἀπό μᾶς κάθε ἁμαρτία, μᾶς καθαρίζουν ἀπό κάθε ἀκαθαρσία. ᾿Εννοεῖται, ὅλες αὐτές οἱ τελειότητες συγκροτοῦν τήν οὐσία τοῦ Θεανθρώπινου Προσώπου· εἶναι τό αἷμα Του, τό σῶμα Του· καί ὅπου εἶναι τό ἅγιο αἷμα Του, ἐκεῖ εἶναι καί ὁλόκληρη ἡ αἰώνια ζωή· καθώς στό αἷμα Του τό Θεανθρώπινο -βρίσκεται ἡ ζωή Του. Καί μέσῳ Αὐτοῦ καί ἀπ’ Αὐτόν καί λόγω Αὐτοῦ- καί ἡ δική μας. ῾Ο Θεάνθρωπος εἶναι ἐκεῖνος πού δωρίζοντας τήν αἰώνια ζωή καί τίς αἰώνιες τελειότητές του στούς ἀνθρώπους, τούς ἑνώνει σέ μία νέα κοινωνία, ἀθάνατη, θεανθρώπινη, αἰώνια· σ’ ἕνα σῶμα, τήν ᾿Εκκλησία, τό ὁποῖο διαπερνᾶ καί διαρρέει τό θεανθρώπινο αἷμα τοῦ Χριστοῦ πού καθαρίζει ἀπό κάθε ἁμαρτία ὅλους τούς κοινωνούς, ὅλους τούς συσσωματωμένους τοῦ Θεανθρωπίνου σώματος.


Τό ὑπεράγιο αἷμα μᾶς λούζει μέ τό Φῶς, μᾶς λούζει μέ τήν ᾿Αλήθεια, μᾶς λούζει μέ τό Δίκαιο, μέ τήν ᾿Αγάπη. Καί τό ἀνθρώπινο ὄν ἀστράφτει στήν ἀνείδωτη καθαρότητα. Γι’ αὐτό ὁ Εὐαγγελιστής ἀναγγέλλει· «ἐάν δέ ἐν τῷ φωτί περιπατῶμεν, ὡς αὐτός ἐστιν ἐν τῷ φωτί, κοινωνίαν ἔχομεν μετ᾿ ἀλλήλων, καί τό αἷμα ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ καθαρίζει ἡμᾶς ἀπό πάσης ἁμαρτίας''.





Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου