ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακρυά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα ονειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά ''ανάπηροι'' στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδωκόμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην δηθενικότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουιτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρνουν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές κι είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής. Το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωινό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! Φθινόπωρο 2013. Γιώργος Δ. Δημακόπουλος. Δημοσιογράφος. Icon by Serhei Vandalovskiy.
Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2020

ΔΙΩΞΕΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΣΕ ''ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΑ'' ΚΑΘΕΣΤΩΤΑ




Νικολάου Μάννη,

Εκπαιδευτικού

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Είναι γνωστοί πλέον σε όλους (αν και όχι σε όλες τους τις λεπτομέρειες) οι διωγμοί κατά των Ορθοδόξων που έλαβαν χώρα σε κομμουνιστικά καθεστώτα. Οι περισσότεροι άνθρωποι μάλιστα, εξ αιτίας των διωγμών αυτών, θεωρούν τον αντιχριστιανισμό ως αποκλειστικό προνόμιο των Κομμουνιστών· την πεποίθηση αυτή φρόντιζαν να ενισχύουν τα λεγόμενα δημοκρατικά (δηλαδή μασονικά/καπιταλιστικά) καθεστώτα, καπηλευόμενα χωρίς ντροπή τον Χριστιανισμό.


Φυσικά αρκετοί πιστοί εξ αρχής εντόπισαν την αντιχριστιανική φύση της μασονικής ψευδοδημοκρατίας, η οποία είναι πολύ πιο ύπουλη από τον, ξεκάθαρα αθεϊστικό, κομμουνισμό, καθότι η πρώτη κρύπτεται όπισθεν «χριστιανικού» προσωπείου...


Μια μικρή γεύση διωγμού σε «δημοκρατικό» καθεστώς, πήραμε την περίοδο που μας πέρασε. Με αφορμή μια ασθένεια, στοχοποιήθηκε και πολεμήθηκε με ύπουλους τρόπους, όχι μόνο η Εκκλησία, αλλά και ο ίδιος ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός. Οι ναοί σφραγίστηκαν (εν ονόματι της «δημόσιας υγείας»), κληρικοί και πιστοί διώχθηκαν και λοιδωρήθηκαν, η συμμετοχή στην Θεία Ευχαριστία πολεμήθηκε με λύσσα, ενώ μια νέα εικονομαχία ετοιμάζεται να ανατείλει.


Όμως, δεν είναι η πρώτη φορά στην Ιστορία που «δημοκρατικό» καθεστώς (και μάλιστα κεντροδεξιών «χριστιανούληδων», που ανάβουν τα κεράκια τους ή ψάλλουν σε αναλόγια, την ίδια ώρα που πολεμούν την Εκκλησία) δίωξε τους Ορθοδόξους. Ας θυμηθούμε δύο χαρακτηριστικές περιπτώσεις από την, άγνωστη στους πολλούς, νεότερη ιστορία μας. Δυστυχώς και τότε, όπως και τώρα, αρωγοί και συμπαραστάτες του καθεστώτος, αρκετοί «Άγιοι Αρχιερείς»...


Β΄ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ (1924-1935)

Με τον όρο «Β΄ Ελληνική Δημοκρατία» περιγράφεται το πολιτικό καθεστώς της Ελλάδας κατά την ενδεκαετία 1924-1935, κατά την οποία εναλλάχτηκαν δεκαοκτώ κυβερνήσεις.


Κατά την περίοδο αυτή, κυβέρνησε κυρίως το Κόμμα των Φιλελευθέρων (Βενιζέλος, Παπαναστασίου, Σοφούλης, Μιχαλακόπουλος), το οποίο είχε ιδρύσει, περίπου το 1880 και με το όνομα «Κόμμα των Ξυπολήτων», ο Κωστής Μητσοτάκης (γενάρχης των Μητσοτάκηδων και προπάππους του νυν Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη), και το οποίο είχε μετονομάσει σε «Κόμμα των Φιλελευθέρων» ο Ελευθέριος Βενιζέλος (στο κόμμα αυτό ανήκε και ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, πατέρας του νυν Πρωθυπουργού, πριν ιδρύσει το βραχύβιο «Κόμμα των Νεοφιλελευθέρων» και ενταχθεί έπειτα στη «Νέα Δημοκρατία»).


Βασική μέριμνα των «δημοκρατικών» και «φιλελεύθερων» αυτών πολιτικών ήταν να εκσυγχρονίσουν την Εκκλησία, όπως αποδεικνύεται και από χαρακτηριστικό υπόμνημα του 1916 που είχε στείλει ο Ανδρέας Μιχαλακόπουλος προς τον Ελευθέριο Βενιζέλο (http://krufo-sxoleio.blogspot.com/2012/08/blog-post_18.html).


Στα πλαίσια του εκσυγχρονισμού αυτού εντάσσεται και η Ημερολογιακή Μεταρρύθμιση, που επιβλήθηκε το 1924 και στην Εκκλησία (ήδη η Πολιτεία την είχε αποδεχθεί από το 1923), ενώ στο πρόσωπο του τότε Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χρυσοστόμου Παπαδόπουλου (όπισθεν του οποίου βρισκόταν ο τότε αυτοεξόριστος στην Κηφισιά πρώην Κιτίου, πρώην Αθηνών, πρώην Κωνσταντινουπόλεως και μετέπειτα Αλεξανδρείας, διαβόητος Μελέτιος Μεταξάκης), βρήκαν τον ιδανικό σύμμαχο. 


Μια μερίδα όμως του θρησκευόμενου ελληνικού λαού δεν δέχτηκε την παρέμβαση αυτή της Πολιτείας, σε θέμα καθαρά εκκλησιαστικό, και αρνήθηκε να υποταχθεί. Το πως αντιμετώπισαν οι «δημοκράτες» την απειθαρχία αυτή, ευτυχώς είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε όλοι όσοι έχουμε εντρυφήσει στα ιστορικά αρχεία της εποχής. Σε ένα από αυτά, το επίσημο περιοδικό του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας «Πάνταινος» (τόμ. ΙΣΤ΄, αρ. 39, 27-9-1924, σελ. 646), διαβάζουμε: 


«ποίους ἔσχε καὶ καθ’ ἡμέραν παράγει καρποὺς πικρίας καὶ φθορᾶς ἡ ἀνεξήγητος σπουδὴ περὶ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ νέου ἡμερολογίου, μαρτυροῦσι μὲν αἱ καθ’ ἡμέραν ἐν Ἑλλάδι ἀταξίαι καὶ βιαιοπραγίαι, καθ’ ἃς κλείονται ναοί, καὶ στρατιωτικῶς βίᾳ κωλύονται τῶν θρησκευτικῶν καθηκόντων οἱ χριστιανοί, καὶ περιάγονται ἐκ νήσων εἰς νήσους ἱερεῖς, δικαζόμενοι ἐπὶ παραβάσει τῶν ἡμερολογιακῶν διατάξεων ἢ τηρήσει τοῦ καθεστῶτος, ὧν πάντων τὴν βεβαίωσιν παρέχουσιν ἐκεῖθεν ἔγγραφοί τε καὶ προφορικαὶ εἰδήσεις, ἀμφιβολίας ὑπέρτεραι… Ἐπιμένεις εἰς τὸ παλαιόν, εἰς τὸ πατροπαράδοτον, εἰς τὸ ἐκκλησιαστικὸν ἡμερολόγιον; Ἐὰν τύχῃς λαϊκός, κλείεταί σοι ὁ ναός! Ἀπαγορεύεταί σοι ἡ μετάληψις! Σὲ ἀναμένει ἡ εἱρκτή. Ἐπιμένεις εἰς τὸ ἡμερολόγιον τῆς θρησκείας σου, τῆς ἐκκλησίας σου, τῆς συνειδήσεώς σου; Ἐὰν εὑρεθῇς ἱερεύς, καταδικάζεσαι εἰς ἀργίαν! Καθαιρεῖσαι! Ἀφορίζεσαι! Τί πλέον κατώρθουν οἱ διῶκται τοῦ Χριστιανισμοῦ; Τί πλέον ἐφεύρισκον κατὰ τῶν ὀρθοδόξων αἱ αἱρέσεις;».


Τα περιστατικά διωγμών εκείνης της περιόδου είναι τόσα πολλά, που δεν θα επαρκούσε ο χώρος για να αναφερθούν όλα εδώ. Ας σταθούμε μόνο σε δύο:


Τα γεγονότα της Μάνδρας και ο φόνος της Αικατερίνης Ρούτη



Τον Νοέμβριο του 1927 στη Μάνδρα Αττικής δυνάμεις της Χωροφυλακής προσπάθησαν να ματαιώσουν Λειτουργία των Παλαιοημερολογιτών. Οι πιστοί κλειδώθηκαν στον ναό και οι χωροφύλακες μανιασμένα άρχισαν να χτυπού τις πόρτες, ενώ έσπασαν και τα τζάμια των παραθύρων. Μετά το πέρας της Λειτουργίας οι πιστοί βγήκαν από τον ναό καλύπτοντας με τα σώματά τους τον ιερέα π. Χριστοφόρο Ψαλλίδα. Οι χωροφύλακες αφού αρχικά πυροβόλησαν για εκφοβισμό πάνω από σαράντα φορές (τραυματίζοντας μάλιστα ελαφρά στο κεφάλι την Αγγελικὴ Κατσαρέλλου), έπειτα επιτέθηκαν με τους υποκοπάνους των όπλων τους ξυλοκοπώντας ανηλεὠς τους πιστούς και τον ιερέα. Η Αικατερίνη Ρούτη, μια νεαρή μητέρα τεσσάρων παιδιών, στην προσπάθειά της να καλύψει με το σώμα της τον ιερέα, τραυματίστηκε σοβαρά στο κεφάλι και μεταφέρθηκε στον Ευαγγελισμό, όπου και εξέπνευσε μετά από λίγες μέρες.



Λίγους μήνες μετά πέθανε από τις κακώσεις και η Χαρίκλεια Λιούλη. Όλα αυτά επιβεβαιώνονται όχι μόνο από τον τύπο της εποχής, αλλά και από την προφορική παράδοση και τις μαρτυρίες των κατοίκων της Μάνδρας, όπως μπορεί εύκολα να διαπιστώσει ο καθένας.


Η δίωξη του π. Αρσενίου Σακελλάρη


Ο π. Αρσένιος Σακελλάρης ήταν εφημέριος των χωριών Πύργου και Βιτώλης της Επισκοπής τότε Φθιώτιδος, ο οποίος επειδή δεν είχε δεχθεί το νέο ημερολόγιο καταδικάσθηκε σε «καθαίρεση» το 1926. Εκείνος έχοντας την συνείδηση πως η «καθαίρεσή» του ως αντικανονική και παράνομη (βλ. Πηδάλιον Αγίου Νικοδήμου, Υποσημείωση 1 στον ΚΗ΄ Αποστολικό Κανόνα) δεν είχε κανένα κύρος, συνέχιζε να ιερουργεί.


Το απόγευμα της 9ης Απριλίου 1928 συνελήφθη χωρίς ένταλμα και οδηγήθηκε στο Αστυνομικό Τμήμα Λαμίας. Την επομένη, ο ενωμοτάρχης Αραποστάθης Ευστάθιος μαζί με έναν χωροφύλακα πέρασαν χειροπέδες στον π. Αρσένιο και ο μεν πρώτος τον κρατούσε σφικτά, ο δε χωροφύλακας, με μια μεγάλη ψαλίδα του έκοψε τα γένια και τα μαλλιά.


Μετά από το φρικτό αυτό γεγονός, το οποίο, όπως μαθεύτηκε, έγινε κατόπιν εισηγήσεως του Μητροπολίτου Φθιώτιδος Ιακώβου Παπαϊωάννου, ο π. Αρσένιος παραπέμφθηκε στο Πλημμελειοδικείο Λαμίας, όπου καταδικάσθηκε σε 95 ημέρες φυλάκιση, αλλά άσκησε έφεση και ορίστηκε νέα δίκη στο Εφετείο Αθηνών.


Η δίκη έγινε στις 28 Νοεμβρίου, και παρά το γεγονός ότι ως μάρτυρες υπερασπίσεως προσήλθαν σεβαστές προσωπικότητες, όπως ο Μέγας Χαρτοφύλαξ της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Μανουήλ Γεδεών και ο ιστορικός Παύλος Καρολίδης, ο 56χρονος τότε π. Αρσένιος καταδικάσθηκε σε δίμηνη φυλάκιση και οδηγήθηκε για εγκλεισμό στις διαβόητες για την αθλιότητά τους φυλακές του Παλαιού Στρατώνα στο Μοναστηράκι (https://www.mixanitouxronou.gr/i-pio-apanthropi-fylaki-tis-athinas-itan-sto-monastiraki-kai-chtistike-apo-ton-othomano-pasa-gia-serai/).


ΣΥΓΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΩΝ-ΕΠΕΚ (1951-1952)


Κατά την περίοδο 1951-1952, κατά την οποία διενεργήθηκε ένας νέος μεγάλος διωγμός κατά των Ορθοδόξων Ελλήνων πολιτών, ακολουθούντων το παλαιό ημερολόγιο, την Ελλάδα συγκυβερνούσαν το «Κόμμα των Φιλελευθέρων» με αρχηγό τον Σοφοκλή Βενιζέλο (δευτερότοκο γιο του Ελευθερίου) και το ΕΠΕΚ (Εθνική Προοδευτική Ένωσις Κέντρου) του Νικολάου Πλαστήρα.

Στις 3 Ιανουαρίου 1951 ο Σοφοκλής Βενιζέλος (Πρόεδρος της Κυβερνήσεως από τον Νοέμβρη του 1950 μέχρι τον Οκτώβριο του 1951 - με Αντιπρόεδρο τον Γεώργιο Παπανδρέου - και Αντιπρόεδρος της Κυβερνήσεως - με Πρόεδρο τον Πλαστήρα - από τον Οκτώβριο του 1951 μέχρι τον Οκτώβριο του 1952), υπέγραψε την υπ᾿ αριθμόν 45 Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, η οποία διέταζε την σύλληψη, τον αποσχηματισμό και την εξορία των παλαιοημερολογιτών κληρικών και την σφράγιση και αρπαγή των ναών τους.


Και πάλι σύμμαχό της η Πολιτεία βρήκε τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Σπυρίδωνα Βλάχο, ενώ εκτελεστικό της όργανο, ο οποίος με φανατισμό εκτελούσε τις διωκτικές διαταγές, ήταν ο Υπουργός (Εσωτερικών και μετέπειτα Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων) Νικόλαος Μπακόπουλος.



Τα όσα τότε διαδραματίστηκαν,τα οποία επίσης είναι αδύνατο να χωρέσουν σε ένα μικρό άρθρο, τα επιβεβαιώνει και ο ίδιος ο πρ. Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος: «Κατά την υπ' όψιν περίοδον ναοί εσφραγίσθησαν, ιδρύματα εκλείσθησαν, κληρικοί εδιώχθησαν, μοναχοί εξεβλήθησαν, λατρευτικαί συνάξεις απηγορεύθησαν και γενικώς εκαλλιεργήθη κλίμα φοβίας, αν μη και τρομοκρατίας εις βάρος των παλαιοημερολογιτών» (http://www.myriobiblos.gr/books/book1/kef5_per3_fas2_meros3.htm#601_bottom ). Θα σταθούμε πάλι σε δύο περιστατικά:


Το τσουβάλι με τις τρίχες


Αν και η Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, προέβλεπε μόνο τον αποσχηματισμό κληρικών, εν τούτοις ο ζήλος μερικών οργάνων όχι μόνο της Πολιτείας, αλλά δυστυχώς και της Διοικούσης Εκκλησίας, ήταν τόσο μεγάλος, που τους έκανε να προβαίνουν σε βίαιο κούρεμα των μαλλιών και ξύρισμα της γενειάδας των ανυπάκουων κληρικών. Τα υπόγεια της Αρχιεπισκοπής Αθηνών έγιναν τόπος μαρτυρίου δεκάδων κληρικών και μοναχών, όπως διαπιστώνουμε από τις πηγές (βιβλία, δημοσιεύματα εφημερίδων, προφορικές μαρτυρίες αυτοπτών και αυτήκοων μαρτύρων).




Σε μία από αυτές τις πηγές, και συγκεκριμένα στο βιβλίο «Ο παπα-Νικόλας Πλανάς» (εκδ. Αστήρ/Παπαδημητρίου, Αθήνα 1967, με πρόλογο Φωτίου Κόντογλου και επίλογο Οσίου Γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου) της Μάρθας Μοναχής (μαθήτριας του Αγίου Νικολάου Πλανά) διαβάζουμε:


«Εις την τελευταίαν εποχήν του διωγμού, μέσα εις τα περιβόλια του Αιγάλεω, ήτανε μια εκκλησία και μαζεύτηκαν πολλοί χριστιανοί να εορτάσουν τα Εισόδια της Παναγίας. Μετά τα μεσάνυκτα καταφθάνει ένας Μοίραρχος μετά της... κουστωδίας. Θυμώδης, αγέρωχος προχωρεί εις το Ιερόν, και ακούμπησε ασεβέστατα τα νώτα στην Αγία Τράπεζα και διέταξε να φύγουν όλοι. Τον παπά τον πήρε στην Αστυνομία, σε ένα χωλ, με σπασμένα τζάμια.


Το ράσο του ο παπάς πρόφθασε και το έδωσε σε κάποιον, για να μη του το πάρουν οι φανατικοί υποστηρικταί της Μητροπόλεως, οι οποίοι είχον ολόκληρον δωμάτιον γεμίσει από ράσα και καλυμμαύχια, λάφυρα των κατορθωμάτων των. Και έτσι, χωρίς ράσα, εκρύωσε μέσα σ' αυτό το γραφείο (εν μηνί Νοεμβρίω) ως επίσης και όλο το εκκλησίασμα. Αφού επήραν τον παπά, δεν άφηναν τον κόσμο μέσα στην εκκλησία ώσπου να ξημερώση ή να ερχότανε στας 10-11 το βράδυ, ούτως ώστε να μπορούν να πάνε στα σπίτια τους ο κόσμος; 


Αλλά ήλθαν στας 2 μετά τα μεσάνυκτα και σκόρπισαν οι άνθρωποι μέσα στα χωράφια, τρέμοντας από το κρύο, γυναίκες από το Μαρούσι, από το Φάληρο, από την Αγία Παρασκευή - μαρτυρική βραδυά, ώσπου να ξημερώση. Τον αξιοσέβαστον ιερέα τον πήγαν το πρωί στη Μητρόπολη. Δια να τον ξυρίσουν ηθέλησαν να τον δέσουν στην καρέκλα. Δεν το εδέχθη. Αφού τον εξύρισαν του έδωσαν ένα παλιό κασκέτο στο κεφάλι, ένα λειωμένο βελούδινο παντελόνι (με το ένα σκέλος πιο κοντό), ένα παλιό σακκάκι, και με αυτήν την περιβολήν τον έστειλαν εις τον Εισαγγελέα, ο οποίος τον αθώωσε αμέσως με τα χάλια που τον είδε. Το σκότος της αμαρτίας δεν τους άφηνε να καταλάβουν ότι χλευάζοντες την ιερωσύνην εχλεύαζον και τον ίδιον τον εαυτόν τους!».



Σε άλλη πηγή διαβάζουμε για περιστατικό που έλαβε χώρα τον Φεβρουάριο του 1952: «Ενώ ο Εισαγγελεύς απέλυσε τον Ιερέα [σ. π. Γεράσιμο Σκουρτανιώτη], ο Αρχιεπίσκοπος [σ. Σπυρίδων] διέταξε την επανασύλληψίν του. Περί την 3 μ.μ. ώραν της αυτής ημέρας εκλήθη και πάλιν ο εν λόγω Ιερεύς, όστις ωδηγήθη την Τρίτην κατά την μεσημβρίαν εις τα υπόγεια της Αρχιεπισκοπής.


Εκεί οκτώ άνδρες προσεπάθουν να ξυρίσωσι τον Ιερέα τούτον ως και τον Γέροντα των 80 ετών Μοναχόν Κωνσταντίνον Λαμπαθάκην, καταβασανίζοντες τούτους διά ποικίλων εξαναγκαστικών μέσων. Διά να μή ακούονται δε αι φωναί των θυμάτων και αι έντονοι διαμαρτυρίαι αυτών έκλεισαν θύρας και παράθυρα» (Σταύρου Καραμήτσου-Γαμβρούλια [Θεολόγου], Η αγωνία εν τω κήπω Γεθσημανή, β΄ έκδ., Αθήνα 1999, σελ. 332).


Λέγεται ότι το τσουβάλι με τις τρίχες από τα κομμένα γένια και μαλλιά των κληρικών, τα επεδείκνυε ο τότε Πρωτοσύγκελος της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, και εκτελών χρέη ...αρχικουρέα (μαζί με τον διαβόητο παπα-Κατινά), Διονύσιος Ψαριανός (ο μετέπειτα Μητροπολίτης Κοζάνης) λέγοντας: «Εδώ μέσα έχω την ιερωσύνη των παλαιοημερολογιτών!»... 


«Συλλάβετε τον ...Επιτάφιο!»


Την Μεγάλη Παρασκευή του 1952 οι Παλαιοημερολογίτες οργάνωσαν ένα σχέδιο για να καταφέρουν να περιφέρουν ελεύθερα και εκείνοι τον Επιτάφιο. Αφού τον στόλισαν κρυφά σε έναν ναό, τον έφεραν με φορτηγό και τον κατέβασαν έξω από το Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά, όπου είχαν συμφωνήσει να συναντηθούν. Αμέσως σχηματίστηκε πομπή, η οποία ξεκίνησε κατευθυνόμενη προς τον Ηλεκτρικό Σταθμό.


Τον Επιτάφιο όμως ακολούθησε και το εκκλησίασμα του Αγίου Κωνσταντίνου (ο οποίος ως γνωστόν βρίσκεται απέναντι από το Δημοτικό Θέατρο), ενώ κατά την διάρκεια της πορείας συμπαρασύρθηκαν και πολλοί πιστοί των ναών Αγίας Τριάδας, Αγίου Νικολάου και Αγίου Σπυρίδωνος, οι οποίοι δεν είχαν συνειδητοποιήσει ότι πρόκειται για Επιτάφιο που είχαν βγάλει οι Παλαιοημερολογίτες!


Οι υπεύθυνοι του Αγίου Κωνσταντίνου που είχαν μείνει με τον Επιτάφιο σε έναν άδειο ναό κάλεσαν την αστυνομία, αλλά αυτή δεν μπορούσε να κάνει τίποτε, διότι το πλήθος έφθανε πλέον τις 10.000! Ο Υπουργός Μπακόπουλος πληροφορηθείς το γεγονός, ξέσπασε στον Αστυνομικό Διευθυντή Πειραιώς Βολονάση, απειλώντας τον με δυσμενή μετάθεση αν δεν «τσακίσει τους τολμητίες»!


Αστυνομικές δυνάμεις έστησαν ενέδρα μετά τον ΗΣΑΠ και εκεί πλέον, μιας και είχε αποχωρήσει ο περισσότερος κόσμος, επιτέθηκαν με μεγάλη αγριότητα κατά των πιστών, προσπαθώντας να συλλάβουν τον... Επιτάφιο (λεπτομέρειες στα περιοδικά «Η Φωνή της Ορθοδοξίας» [21-4-1952] και «Τα Πάτρια» [τόμ. ΙΒ΄, Πειραιάς 1996, σελ. 75-80]).


Παρά την επίθεση όμως, τον ξυλοδαρμό των πιστών και την ανατροπή του κουβουκλίου, την οποία αποθανάτισε και ο φωτογραφικός φακός δημοσιογράφων της εποχής, ο Επιτάφιος γλύτωσε την ...σύλληψη με τον εξής θαυμαστό τρόπο.


Ο σαραντάχρονος Νικόλαος Χατζηγιαννάκης (αργότερα εκάρη Μοναχός, με το όνομα Θεολόγος, και κοιμήθηκε σε βαθύ γήρας το 2005) «μὲ τὴν βοήθεια ἑνὸς Παλληκαριοῦ πῆρε τὸν Ἐπιτάφιο στὰ χέρια του καὶ ἔτρεξε μαζί του στοὺς δρόμους, τραβώντας καὶ δύο πεισματάρικους ἀστυνομικούς, ποὺ δὲν ἤθελαν μὲ τίποτε νὰ ἀφήσουν τὸν Ἐπιτάφιο. Χαρούμενος πλέον ὁ πατὴρ Θεολόγος ποὺ κρατοῦσε στὰ χέρια του τὸν Ἐπιτάφιο ἔτρεχε μαζὶ μὲ τὸ Παλληκάρι ἀναγκάζοντας νὰ πέσει κάτω ἕνας ἀστυνομικὸς μέσα σὲ λασπόνερα, ὅπως ἦταν τότε ὅλες οἱ περιοχές, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς κεντρικοὺς δρόμους.


ἄλλος κρατοῦσε σθεναρὰ μέχρι νὰ ἀναγκασθεῖ λίγο ἀργότερα νὰ τὸ ἐγκαταλείψει καὶ ἐκεῖνος πέφτοντας κάτω καὶ κατασχίζοντας τὴν στολή του. Ἐλεύθεροι πλέον ἔτρεξαν ἀκόμη καὶ φθάνοντας σὲ ἕνα ἐρημικὸ χῶρο πίσω ἀπὸ μία διώροφη νεόκτιστη οἰκοδομὴ ἐπάνω στὰ μπάζα τοποθέτησαν τὸν Ἐπιτάφιο. Ἀμέσως μετὰ πιάστηκαν χέρι μὲ χέρι καὶ χοροπηδοῦσαν ἀπὸ τὴν χαρά τους. Ξαφνικὰ ὅμως ὁ πατὴρ Θεολόγος εἶδε τὸ πανέμορφο Παλληκάρι νὰ γεμίζει φῶς! Τὸ πρόσωπό του ἔλαμπε πιὸ πολὺ καὶ ἀπὸ τὸν ἥλιο! Τὰ ἐνδύματά του ἔγιναν λευκὰ καὶ ὁλοφώτεινα καὶ σὰν Ἄγγελος ἄρχισε σιγὰ σιγὰ νὰ ἀνεβαίνει στὸν οὐρανό, κοιτώντας καὶ χαμογελώντας τὸν πατέρα Θεολόγο.


κστατικὸς ὁ πατὴρ Θεολόγος κοιτοῦσε ἔκπληκτος! Τί τὸν ἀξίωσε ὁ Θεὸς νὰ ζήσει; Ποῦ βρισκόταν τώρα; Τί ἔβλεπε; Πόσο ἀνταμείβει ὁ Κύριος τοὺς ἀγωνιστές Του; Προγευόταν τὴν παραδείσια λάμψη βοηθώντας ἕναν Ἄγγελο τοῦ Χριστοῦ, καὶ κατάφερε νὰ διασώσει τὸν Ἐπιτάφιο τοῦ Κυρίου μας καὶ ἡ Ἀνάσταση ποὺ ἀκολούθησε ἦταν ἀλλιώτικη ἀπ’ τὶς ἄλλες!... Μὴν ξέροντας ποὺ νὰ πάει, μεσάνυχτα καὶ σὲ ἄγνωστο μέρος, παρακάλεσε τὸν Χριστὸ νὰ τὸν ὁδηγήσει.


Προχώρησε καὶ στὸ πρῶτο στενάκι ποὺ βρῆκε μπροστά του, ἔστριψε δεξιὰ καὶ εἶδε ὅτι εἶχε φθάσει στὸν ἠλεκτρικὸ σταθμό. Δόξα σοι ὁ Θεός!» (Ουρανίας Δεληγιάννη [Φιλολόγου], Ο Γέρων Θεολόγος, Αθήνα, 2009, σελ. 45-46, πηγή εδώ: https://entoytwnika1.blogspot.com/2017/10/blog-post_71.html).

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Αυτά που έπραξαν τότε οι ιθύνοντες των «δημοκρατικών» κυβερνήσεων εναντίον μιας μερίδας Ορθοδόξων, είναι αποφασισμένοι να τα κάνουν και σήμερα οι επίγονοί τους. Όλοι οι αληθινοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί πρέπει να κατανοήσουμε πως ο λεγόμενος «Φιλελευθερισμός» (μασονία, καπιταλισμός, αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία) είναι εξίσου επικίνδυνος, με τον πάλαι ποτέ «Υπαρκτό Σοσιαλισμό», εχθρός της Εκκλησίας του Χριστού.

Πολύ πιο επικίνδυνοι όμως είναι οι λεγόμενοι «εκκλησιαστικοί» (αρχιερείς, ιερείς, θεολόγοι κλπ.) που συμμαχούν με τους πολέμιους αυτούς του Χριστού και τους δίδουν «συγχωροχάρτια». Η εκκλησιαστική κοινωνία μαζί τους αποτελεί την αληθινή μόλυνση, την οποία πρέπει πάση θυσία να αποφεύγουμε, για να εξασφαλίσουμε την υγεία της ψυχής μας.


Μένουμε με τον Χριστό και τους Αγίους, μένουμε ασφαλείς!


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου