ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 11ο (2013 - 2024)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Σάββατο 8 Ιανουαρίου 2022

ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΗ: ''ΟΙ ΜΑΓΟΙ ΦΩΝΑΖΟΥΝ...''





ορτὲς ἔχουμε, ἀγαπητοί μου, ἑορτὲς ποὺ διαρκοῦν ὄχι μία καὶ δύο, ἀλλὰ δώδεκα ἡμέρες, μέχρι τὰ Φῶτα. Πρώτη ἡ ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων, ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ ῥίζα ὅλων τῶν χριστιανικῶν ἑορτῶν. Ἤρθαμε στοὺς ναοὺς καὶ προσκυνήσαμε τὸ Χριστὸ ὡς Θεῖο βρέφος, ποὺ ἡ φτωχὴ μητέρα του δὲν εἶχε ποῦ νὰ τὸ βάλῃ καὶ τὸ ἀκούμπησε στὴ φάτνη ὅπου οἱ βοσκοὶ βάζουν τὸ χορτάρι γιὰ τὰ ζῷα. Ποιός θὰ τὸ φανταζόταν, ὅτι τὸ παιδὶ αὐτό, ποὺ δὲν εἶχε ποῦ νὰ σταθῇ καὶ τὸ καταδίωκαν νὰ τὸ θανατώσουν, εἶνε ὁ βασιλιᾶς τοῦ κόσμου;


Προσκυνοῦμε τὸ Θεῖο βρέφος. Ἑκατομμύρια τῶν ἑκατομμυρίων ἄνθρωποι τὸ προσκυνοῦν, καὶ θὰ ἐξακολουθοῦν νὰ τὸ προσκυνοῦν, εἰς πεῖσμα τῶν δαιμόνων καὶ τῶν ἀθέων. Καμμία δύναμι δὲ᾿ θὰ μπορέσῃ ποτὲ νὰ σβήσῃ τὴ μεγάλη αὐτὴ ἑορτή. Ἐφ᾿ ὅσον ἀνατέλλει ὁ ἥλιος καὶ λάμπουν τὰ ἄστρα καὶ τρέχουν οἱ ποταμοὶ καὶ ὑπάρχουν καρδιὲς ποὺ πιστεύουν, δὲ᾿ θὰ παύσῃ ὁ Χριστὸς νὰ ὑμνῆται καὶ νὰ δοξάζεται· ἀπ᾿ τὸ βορρᾶ μέχρι τὸ νότο καὶ ἀπ᾿ τὴν ἀνατολὴ μέχρι τὴ δύσι, «πᾶσα γλῶσσα θὰ ἐξομολογῆται ὅτι εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ πατρός. Ἀμήν» (Φιλ. 2,11 καὶ θ. Λειτ.).


Προσκυνοῦμε καὶ σήμερα τὸ Θεῖο βρέφος. Ποιοί τὸ προσκύνησαν πρῶτοι; Πλούσιοι, μεγιστᾶνες, στρατηγοί, βασιλεῖς, σοφοὶ καὶ ἐπιστήμονες; Ὄχι. Βοσκοὶ ἦταν οἱ πρῶτοι προσκυνηταί του. Αὐτοὶ πού, ἐνῷ εὐεργετοῦν τὸν κόσμο, περιφρονοῦνται ἀπὸ τὸν κόσμο. Ὤ μεγαλεῖο τῆς θρησκείας μας, ποὺ ἄρχισε ἀπὸ βοσκούς, ἀπὸ ψαρᾶδες, ἀπὸ μικρὰ παιδιά, ἀπὸ ταπεινοὺς τῆς γῆς!


χει μεγάλη σημασία αὐτό. Δείχνει, ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν κατοικεῖ σὲ παλάτια, δὲν συχνάζει σὲ πανεπιστήμια καὶ μεγάλες σχολές, δὲ᾿ βρίσκεται ἐκεῖ ποὺ εἶνε ἡ δύναμι καὶ ἡ βία· ἀρέσκεται στὶς καλύβες τῶν φτωχῶν, κατοικεῖ μέσα σὲ καρδιὲς ταπεινῶν ὅπως οἱ βοσκοί. Εἶσαι ταπεινός; νιώθεις τὸ Χριστό· δὲν εἶσαι ταπεινός; δὲ᾿ νιώθεις τίποτα. Μέσα στὶς πολιτεῖες ὑπάρχουν τέρατα, ἐπιστήμονες ἄθεοι· πάνω στὰ βουνὰ τὰ εὐλογημένα ὑπάρχουν τσοπαναραῖοι, ποὺ ἅμα ἀκοῦν τὰ σήμαντρα νὰ χτυπᾶνε γονατίζουν καὶ προσεύχονται. Αὐτοὶ εἶνε ἡ Ἑλλάς, αὐτοὶ εἶνε Χριστιανοί, αὐτοὶ εἶνε οἱ πιστοὶ τοῦ Χριστοῦ.


Οἱ βοσκοὶ λοιπὸν ἀξιώθηκαν ν᾿ ἀσπασθοῦν πρῶτοι τὸ Χριστό. Μετὰ ἀπὸ τοὺς βοσκοὺς ἦρθαν κάποιοι ἄλλοι καὶ τὸν προσκύνησαν. Ποιοί εἶνε αὐτοί; Τὸ λέει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο· εἶνε οἱ μάγοι. Ἀκούγοντας μάγους μὴν πάῃ τὸ μυαλό σας σ᾿ αὐτοὺς τοὺς μάγους καὶ τὶς μάγισσες ποὺ μέσα στὶς πόλεις ἢ γυρίζοντας ἀπὸ τόπο σὲ τόπο ξεγελοῦν κ᾿ ἐκμεταλλεύονται τοὺς ἀφελεῖς. Δυστυχῶς ἡ μαγεία, μὲ μάσκα ἐπιστημονική, ὀργιάζει. Οἱ σημερινοὶ μάγοι εἶνε ὄργανα σατανικά. Πιστεύεις στὸ Χριστό; Ἂν πιστεύῃς, τότε ὄχι ἕνας μάγος, ὅλοι οἱ μάγοι νὰ μαζευτοῦνε κι ὅλα τὰ μάγια νὰ κάνουνε, ἂν ἐσὺ ἔχῃς καθαρὴ καρδιὰ καὶ λὲς τὸ «Κύριέ μου, ἐλέησόν με» καὶ τὰ μάτια σου δακρύζουν, οἱ μάγοι καὶ οἱ μάγισσες διαλύονται σὰν κάπνος.


ταν λέει λοιπὸν τὸ εὐαγγέλιο γιὰ μάγους δὲν ἐννοεῖ μάγους καὶ μάγισσες σὰν τοὺς σημερινούς. Ἐκεῖνοι οἱ μάγοι ἦταν ἄλλο εἶδος· ἦταν οἱ ἀστρονόμοι τῆς ἐποχῆς, ἔξοχοι ἐπιστήμονες καὶ σοφοί. Ζοῦσαν στὰ μέρη τῆς Περσίας, ὅπου ὁ ἥλιος λάμπει καὶ ἡ ἀτμόσφαιρα εἶνε διαυγὴς καὶ τὰ ἄστρα φαίνονται καθαρώτερα τὸ καλοκαίρι. Ἐκεῖ λοιπόν, στὸ περιβάλλον ἐκεῖνο, οἱ ἐπιστήμονες μάγοι ἀνέβαιναν στὶς κορυφὲς κι ὅλη τὴ νύχτα παρατηροῦσαν τὸ πανόραμα τοῦ οὐρανοῦ. Ὅλοι οἱ ἀστρονόμοι εἶνε πιστοί. Δὲν ὑπάρχει ἀστρονόμος ἄπιστος καὶ ἄθεος. Διότι τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ εἶνε ἕνα ἀπὸ τὰ καταπληκτικώτερα πράγματα τοῦ κόσμου. Λένε μερικοὶ ἀνόητοι ὅτι θὰ γκρεμίσουν τὶς ἐκκλησίες. Μπορεῖ νὰ τὶς γκρεμίσουν, νὰ σβήσουν τὰ καντήλια, νὰ μὴν ὑπάρχῃ πλέον ἐκκλησιὰ στὸν κόσμο· ἀλλὰ ὁ Χριστὸς ἔχει ἄλλα καντήλια, ποὺ εἶνε ψηλὰ στοὺς οὐρανοὺς καὶ φωτίζουν τὸν κόσμο· εἶνε τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ.


Λοιπὸν οἱ μάγοι αὐτοὶ πίστευαν στὸ Θεό. Καὶ ξαφνικὰ ἕνα βράδυ βλέπουν ἕνα ἄστρο νὰ λάμπῃ πιὸ πολὺ ἀπὸ τὰ ἄλλα. ῎ Αστρο μὲ ἀσυνήθιστη λάμψι. Παραξενεύτηκαν. Ἄνοιξαν τὰ βιβλία, διάβασαν τὶς προφητεῖες, καὶ εἶδαν ὅτι τὸ ἄστρο αὐτὸ ἦταν τὸ μήνυμα ὅτι γεννήθηκε ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου. Ἀφοῦ πείσθηκαν πλέον γι᾿ αὐτό, φόρτωσαν τὶς καμῆλες τους μὲ δῶρα πολύτιμα, ἀνέβηκαν σ᾿ αὐτὲς καὶ ξεκίνησαν. Πέρασαν βουνά, λαγκάδια, ποτάμια… Μετὰ ἀπὸ ἐπικίνδυνο ταξίδι ―γιατί οἱ συγκοινωνίες τότε δὲν ἦταν ἀσφαλεῖς― ἔφτασαν στὰ Ἰεροσόλυμα, καὶ τέλος στὴ Βηθλεέμ. Ἐκεῖ τὸ ἄστρο στάθηκε. Βρῆκαν τὸ Χριστό, τὸν προσκύνησαν ―δεύτεροι μετὰ τοὺς βοσκούς―, ἄνοιξαν τὰ κουτιὰ καὶ τοῦ προσέφεραν χρυσάφι σμύρνα καὶ λιβάνι. Γιατί χρυσάφι;


Γιὰ νὰ δείξουν, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ βασιλιᾶς τοῦ κόσμου. Γιατί σμύρνα; Γιὰ νὰ φανῇ, ὅτι ὁ Χριστὸς θὰ θανατωθῇ. Ἡ σμύρνα εἶνε φυτὸ ποὺ μὲ τὸ ἄρωμά του ῥαντίζουν τοὺς νεκροὺς μέχρι καὶ σήμερα στὰ μέρη τῆς Ἀνατολῆς· κι ὅπως θὰ θυμᾶστε, ὅταν ὁ Ἰωσὴφ μαζὶ μὲ τὸ Νικόδημο ἀποκαθήλωσε τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ μας ἀπὸ τὸ σταυρό, πῆρε καθαρὰ σινδόνα, σμύρνα καὶ ἀλόη καὶ ἄλειψε τὸ σῶμα του. Καὶ τὸ λιβάνι; Γιὰ νὰ δείξουν, ὅτι εἶνε Θεός. Τὸ λιβάνι προσφέρεται μόνο στὸ Θεό, καὶ δὲν πρέπει νὰ λιβανίζουμε ἀνθρώπους γιὰ λόγους συμφέροντος. Αὐτὰ σημαίνουν τὰ δῶρα· χρυσάφι, Χριστὲ εἶσαι ὁ Βασιλεύς· σμύρνα, θὰ πεθάνῃς γιὰ μᾶς τοὺς ἁμαρτωλούς· λιβάνι, εἶσαι ὁ Θεὸς ὁ ἀθάνατος.


Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ οἱ μάγοι, λέει τὸ εὐαγγέλιο, γύρισαν στὴν πατρίδα τους. ῎ Οχι ὅμως ἀπὸ τὸν διο δρόμο. Γιατί ὄχι ἀπὸ τὸν διο δρόμο; Διότι τέτοια ἐντολὴ ἔλαβαν. Δὲν ἐπέστρεψαν νὰ ποῦν στὸν Ἡρώδη ποῦ γεννήθηκε ὁ Χριστός, κι αὐτὸς κατάλαβε ὅτι τὸν γέλασαν. Οἱ μάγοι θὰ μᾶς δικάσουν, ἀγαπητοί μου, ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως. Γιατί θὰ μᾶς δικάσουν; Γιὰ τρεῖς λόγους. Ἀπὸ ποῦ ξεκίνησαν οἱ μάγοι; Ἀπὸ τὴν Περσία. Ἡ Περσία ἀπέχει ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη δύο χιλιάδες χιλιόμετρα. Τί θέλω νὰ πῶ· ἂν ὑποθέσουμε ὅτι ἐδῶ ὑπῆρχε μία μόνο ἐκκλησία κι αὐτὴ ἦταν μακριά μας χίλια χιλιόμετρα, ποιός ἀπὸ μᾶς θὰ πήγαινε νὰ ἐκκλησιαστῇ; Οὔτε ἕνας. Γιὰ τὸ ἄτιμο τὸ χρῆμα ξεκινάει ὁ ἄλλος καὶ πάει μέχρι τὰ ἄκρα τῆς γῆς· γιὰ τὸ Χριστὸ ποιός θὰ ξεκινήσῃ; Πόσο ἀπέχουν τὰ σπίτια μας ἀπὸ τὴν ἐκκλησία; Λίγα μέτρα.


Γιατί δὲν ἐκκλησιαζόμαστε; Οἱ μάγοι ἔκαναν δυὸ χιλιάδες χιλιόμετρα γιὰ νὰ δοῦν τὸ Χριστό. Γι᾿ αὐτὸ αὐτοί θὰ δικάσουν ἐκείνους ποὺ ἀκοῦνε τὴν καμπάνα καὶ ἀδιαφοροῦν. Ἀλλὰ θὰ μᾶς δικάσουν καὶ γιὰ κάτι ἄλλο οἱ μάγοι. Τοὺς εἴδαμε νὰ γεμίζουν τὰ σακκιά τους μὲ πολύτιμα δῶρα, χρυσάφι λιβάνι καὶ σμύρνα, καὶ νὰ τὰ προσφέρουν στὸ Χριστό. Μᾶς διδάσκουν λοιπὸν νὰ προσφέρουμε κ᾿ ἐμεῖς ὅπως αὐτοί, νὰ εἴμεθα ἐλεήμονες. Ποιός σήμερα εἶνε ἐλεήμων; Πολλοὶ ἔχουν καταθέσεις. Γέμισαν οἱ τράπεζες, ἀναστενάζουν τὰ ταμιευτήρια. Καὶ χτυπάει τὴν πόρτα τους ὁ φτωχός, ἡ χήρα, τὸ ὀρφανό· τοὺς χτυπάει τὴν πόρτα τὸ σχολεῖο, ἡ ἐκκλησία, ἡ πατρίδα ἡ ἔρημη, κι αὐτοὶ δραχμή δὲ᾿ δίνουν· οὔτε νερὸ στὸν ἄγγελό τους! Τί Χριστιανοὶ εἶνε αὐτοί;


Θὰ μᾶς ἐλέγξουν οἱ μάγοι ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως γιατὶ δὲν ἐκκλησιαζόμεθα καὶ γιατὶ δὲν ἀνοίγουμε τὸ πορτοφόλι μας. Θὰ μᾶς ἐλέγξουν ὅμως καὶ γιὰ ἕναν ἀκόμη λόγο. Ποιόν; Ὅτι ἐκεῖνοι δὲν ἐπέστρεψαν στὴν Περσία ἀπὸ τὸν διο δρόμο, ἀλλὰ ἄλλαξαν δρόμο. Τί σημαίνει αὐτὸ γιὰ μᾶς; Ὅτι ἀφοῦ πιστέψαμε στὸ Χριστὸ πρέπει ν᾿ ἀλλάξουμε δρόμο, ν᾿ ἀλλάξουμε τρόπο ζωῆς. Ὄχι πλέον ἀπὸ τὸ δρόμο τὸν παλιό, τὸ δρόμο ποὺ πηγαίνουν ὅλοι. Οἱ μάγοι μᾶς φωνάζουν· Ἀλλάξτε δρόμο! Πλούσιοι καὶ φτωχοί, μικροὶ καὶ μεγάλοι, πράσινοι καὶ κόκκινοι, λευκοὶ καὶ μαῦροι, ἂν δὲν ἀλλάξουμε δρόμο, χαθήκαμε. Ὁ δρόμος ποὺ περπατᾶμε, ὁ δρόμος τῆς πορνείας καὶ τῆς μοιχείας, τῆς φιλαργυρίας καὶ τῆς πλεονεξίας, τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς ἀθεΐας, ὁδηγεῖ στὴν καταστροφή. Ὅλοι ν᾿ ἀλλάξουμε δρόμο. Μὲ τὸν καινούργιο χρόνο, ποὺ ἔρχεται, ν᾿ ἀφήσουμε τὰ πάθη, τὶς κακίες, τὰ ἐλαττώματα, γιὰ νά ᾿χουμε τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ.


Οἱ μάγοι φωνάζουν· ἐκκλησιάζεσθε, ἐλεεῖτε, ἀλλάξτε δρόμο – μετανοεῖτε. ῎Αμποτες ὅλοι ν᾿ ἀκούσουμε τὴ φωνὴ τῶν μάγων, τῶν μεγάλων αὐτῶν σοφῶν καὶ ἐπιστημόνων, ν᾿ ἀκολουθήσουμε τὸ Χριστό, γιὰ νὰ ἔχουμε τὴν εὐλογία του εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.




† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος



Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Βασιλείου Φιλώτα - Ἀμυνταίου τὴν 26-12-1976 μὲ ἄλλο τίτλο.




ΑΚΤΙΝΕΣ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Print Friendly and PDF