«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Δευτέρα 12 Ιανουαρίου 2026
Σάββατο 10 Ιανουαρίου 2026
ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟ ΑΧΡΑΝΤΟΝ ΚΑΙ ΘΕΙΟΝ ΓΕΝΕΘΛΙΟΝ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΘΕΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Γνωρίζουμε βεβαίως όλοι, γνωρίζουμε ότι ο αισθητός αυτός ήλιος αποστέλλει το φως του σε όλη την υφήλιο, «και ουκ έστιν (ουδείς) ως αποκρυβήσεται της θέρμης αυτού» και από της διαυγέστατης λαμπρότητός του. Πολλές φορές όμως οι ολόλαμπρες ακτίνες του καλύπτονται από νέφη και ομίχλη ή από το φύλλωμα των δένδρων, αλλά και πάλι, η πνοή κάποιου ανέμου διαλύει το νεφικό επικάλυμμα και την ομίχλη εκείνη και επιτρέπει στις φεγγοβόλες ακτίνες να εξαπλωθούν τρανώς σε όλη την κτίση. Τον δε προ ηλίου «ήλιον της δικαιοσύνης» τον νοητό, ο οποίος εγεννήθη σήμερα από την «κούφη νεφέλη», από την φωτοφόρο και ηλιακή και πάναγνο κοιλία παραδόξως, καλύπτει η του «δούλου μορφή», τα νηπιώδη σπάργανα και το σπήλαιο το φτωχό και συμφώνως με την οικονομία και ορισμένα άλλα, τα οποία συμβολίζουν την πτωχεία και την ταπεινότητα.
Καθώς όμως ήδη ελέχθη, η πνοή και η ορμή του ανέμου διασκορπίζει το κάλυμμα του νέφους και της ομίχλης και φανερώνει καθαρά τις ηλιακές ακτίνες· έτσι συμβαίνει και έδώ, με τον «ήλιον της δικαιοσύνης», τον Θεό και Δεσπότη ο οποίος καλύπτεται με σπάργανα και κρύπτεται σε σπήλαιον και φάτνη αλόγων ζώων για την πολλή του συγκατάβαση και «δι’ ύπερβολήν αγαθότητος»· το συνεργόν Πανάγιον Πνεύμα και η ευδοκία του Πατρός τον φανερώνει καθαρά, αυτόν τον κρυπτόμενον στην φάτνη ήλιον και Θεόν και κινεί όλη την κτίση, την ορατή και την αόρατη, να προστρέξει και να κηρύξει τον Βασιλέα της δόξης και Δημιουργό των όλων, ο οποίος κρύπτεται σε σπήλαιο και φάτνη περιτυλιγμένος με τα σπάργανα.
Εκεί όπου ήλθαν αδιστάκτως και «οι μάγοι εξ ανατολών» μετά δώρων πολυτελών να δωροφορήσουν και να τον προσκυνήσουν πιστώς. Και όχι μόνον αυτοί, αλλά και άγγελοι κατήλθαν από τον ουρανό και ανακραύγαζαν μελωδικά προς τον «εν υψίστοις Θεόν και επί γης» ειρηνάρχην για την καταλλαγή του Θεού προς τους ανθρώπους, που πραγματοποίησε με την ευδοκία του Πατρός· του απένειμαν ως Βασιλέα τους την οφειλόμενη επευφημία και απεκάλυψαν τρανώς τον κρυπτόμενον ακόμη Βασιλέα και τον ανήγγειλαν στους πλησιοχώρους ποιμένες όπως ήρμοζε σε αυτούς, ως «ποιμένα των προβάτων τον μέγαν». «Ότι ετέχθη», λέγει, «υμίν σήμερον Σωτήρ, ως έστι Χριστός Κύριος εν πόλει Δαυΐδ. Και τούτο υμίν το σημείον ευρήσετε βρέφος εσπαργανωμένον και κείμενον εν φάτνη».
Καθώς ήκουσαν αυτά «οι ποιμένες είπον προς αλλήλους. Διέλθωμεν δη εις Βηθλεέμ και ίδωμεν το ρήμα τούτο, ό ο Κύριος εγνώρισεν ημίν. Και ήλθον σπεύσαντες και εύρον την τε Μαρίαν και τον Ιωσήφ και το βρέφος κείμενον εν τη φάτνη, και ιδόντες διεγνώρισαν» στον λαόν, «και υπέστρεψαν δοξάζοντες και αινούντες τον Θεόν επί πάσιν οις ήκουσαν και είδον, καθώς ελαλήθη προς αυτούς». Για ποιό λόγο διαφημίζεται και μεγαλύνεται από τον ουρανό και τη γη ο κρυπτόμενος ως νήπιον σε σπήλαιον και φάτνη; Είναι φανερό ότι αυτό γίνεται για να γνωστοποιηθεί σε όλη την κτίση ότι το βρέφος αυτό εξουσιάζει όλα τα αόρατα και τα ορατά και ότι είναι ο Βασιλεύς της δόξης.
Γι’ αυτό μάλιστα και όλη η κτίση, σύμφωνα με τον φυσικό νόμο, έμεινε ακίνητη από σεβασμό προς τον παράδοξο και απόρρητο εκείνο τοκετό, ώστε οι ροές των ποταμών και οι αναβλύσεις των πηγών και οι κινήσεις των θαλασσών και οι πτήσεις των πουλιών και οι πορείες των ανθρώπων και των ερπετών και των θηρίων και των τετραπόδων και γενικά όλη η φύση και η κτίση, ουράνιος και επίγειος «έστη και εξέστη και ήργησε» και για μία στιγμή διέκοψε την κίνηση και την εργασία της, μέχρι να τελειώσει το μυστήριο του παραδόξου και απορρήτου εκείνου τοκετού, όπως σαφώς μας εμήνυσε η περί τούτων ιστορία.
Και εγώ το δέχομαι αυτό και το πιστεύω πρόθυμα και πείθομαι, επειδή είναι απίθανο τη στιγμή που πραγματοποιείται τόσο μεγάλο έργο να τολμά και κάποιο άλλο να λαμβάνει χώρα και να κινητοί έστω κατ’ ελάχιστον. Αλλά όλα μαζί ακινητοποιήθηκαν σαν να αποδεσμεύτηκαν προς στιγμήν από τον νόμο της φύσεως, λογικά και άλογα, ορατά και αόρατα, σεβόμενα ως δούλοι τον Δεσπότη.
Διότι λέει, «εθεμελίωσας την γην και διαμένει, ότι τα σύμπαντα δούλα σα». Επειδή λοιπόν «τα σύμπαντα δούλα αυτού» και ησθάνοντο το μέγα έργον του Κυρίου των, την σωτηρία του κόσμου, κάθε ένα από τα κτίσματα στάθηκε απαρασάλευτο μέχρι που ολοκληρώθηκε εκείνο το θείο έργο, και μετά από αυτά η κτίση συνέχισε κανονικά τήν εργασία της.
Όντως «εξέστη ο ουρανός επί τούτω και της γης κατεπλάγη τα πέρατα» «ότι παιδίον εγεννήθη ημίν και υιός Θεού εδόθη ημίν, ού η αρχή επί του ώμου αυτού και συναϊδίου Πατρός και της ειρήνης αυτού ουκ έστιν όριον, καλείται το όνομα αυτού μεγάλης βουλής άγγελος, θαυμαστός σύμβουλος, Θεός ισχυρός, εξουσιαστής, άρχων ειρήνης, πατήρ του μέλλοντος αιώνος».
Και «άγγελος» μεν λέγεται επειδή φέρει από τον Θεόν και Πατέρα Ευαγγέλια καταλλακτήρια, δηλαδή καλά, χαρούμενα μηνύματα συνδιαλλαγής και συμφιλιώσεως μεταξύ Θεού και ανθρώπων, και διά του θείου Βαπτίσματος υιοθεσίας αξιωτήρια, και της φύσεώς μας από την πονηρή δουλεία απαλλακτήρια, και του θανάτου παντελώς αναιρετήρια και του διαβόλου ασυμπαθώς φυγαδευτήρια, και της τυραννίδος των δαιμόνων δεσμωτήρια και πολυχρονίων νεκρών εξαναστήρια, και μυστηρίων νέων και μεγάλων παραδοτήρια· και όχι μόνον αυτά, αλλά και Βασιλείας Ουρανών υποσχετήρια και για όσους εβίωσαν καλώς αθανάτου κληρονομιάς αποδοτήρια.
Σε αυτά τα Ευαγγέλια διασώζεται το μυστήριο της αμωμήτου πίστεως, η σφραγίς του τρισάγιου Θεού· και άλλων πολλών και μεγάλων δωρεών και μυστηρίων φρικτών Ευαγγέλια έφερε, των οποίων αυτός ο ίδιος έγινε και δοτήρας και διδάσκαλος. Και οπωσδήποτε ευλόγως λέγεται και «μεγάλης βουλής», θείας και πρακτικής, «άγγελος». Το δε «θαυμαστός σύμβουλος» το λέγει επειδή έχει την ύπαρξη «προ των αιώνων και εν αρχή» μαζί με τον Πατέρα του και το Πνεύμα συναΐδιον και της ιδίας με αυτούς φύσεως. Σύμβουλός του είναι η «μεγάλη βουλή», ο Πατήρ και Θεός. Τί συμβούλευσε; Είναι φανερόν ότι να κτίσει τον αόρατο και ορώμενο κόσμο και όλα τα κοσμήματα που υπάρχουν σε αυτούς και τον άνθρωπο, και να συγκρατούνται δι’ αυτού και να συνέχωνται τα πάντα, ώστε να διαμένουν τα σύμπαντα και να διασώζονται με τον καλύτερο τρόπο.
Και δεν το έκαμε αυτό ασυμβούλως, ούτε πάλι του λέγει προστακτικώς να κτίσει τον κόσμο και μέσα σε αυτόν τον άνθρωπο, αλλά συμβουλευόμενος θαυμαστώς τον θαυμαστό αυτό σύμβουλο και Αγαπητό Υιό Του, λέει· «Ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν» που σημαίνει Θεόν επίγειο και αρχηγό, ο οποίος λόγω του αυτεξουσίου εικονίζει τον Θεό «καθ’ ομοίωσιν» δε, δηλαδή αθάνατο και, όσο είναι δυνατόν στον άνθρωπο, ικανό να ομοιωθεί διά της αρετής με τον Θεό. Πράγματι λοιπόν «πάντα δι’ αυτού εγένετο» του θαυμαστού συμβούλου, «και χωρίς αυτού εγένετο ουδέν εν ό γέγονε», όπως έχει γραφεί.
Το δε «Θεός ισχυρός» διακηρύσσει τρανώς το ισχυρό της θείας φύσεως· διότι υπάρχουν και οι ειδωλικοί ψευδώνυμοι θεοί, δεν είναι όμως και ισχυροί. Ώστε και εσύ ακούοντας «ότι παιδίον εγεννήθη και εδόθη ημίν» να μην υποπτευθείς ότι είναι απλό αυτό το παιδί και εφάμιλλο με τα άλλα παιδιά, αλλά να εννοήσεις ότι αυτό το παιδί είναι και θαυμαστός σύμβουλος του Θεού και Πατρός· «και της ειρήνης αυτού ουκ εστίν όριον», όπως ήδη ελέχθη· διότι αυτό το παιδί έχει απεριόριστο και απέραντο πλούτο ειρήνης μαζί με τον Πατέρα Του και με το Πνεύμα. Το δε «πατήρ του μέλλοντος αιώνος» θέλει να φανερώσει το δημιουργικό και προάναρχο του παιδιού αυτού που γεννήθηκε. Όπως δηλαδή κάποιος που έχει γίνει πατέρας πολλών παιδιών είναι αίτιος της πλάσεως και της γεννήσεώς τους, έτσι και το παιδί αυτό που γεννήθηκε είναι κτίστης και γεννήτορας όλων των δημιουργημάτων, άρχοντας και πατέρας και ηγέτης των επτά παρερχομένων αιώνων και του απέραντου ογδόου, γι’ αυτό και λέγεται «πατήρ του μέλλοντος αιώνος».
«Ότι παιδίον εγεννήθη ημίν» σήμερα και σπαργανώθηκε παιδικά, αυτός που σπαργάνωσε παλαιά με ομίχλη την θάλασσα. «Ότι παιδίον εγεννήθη ημίν», του οποίου η αρχή είναι άναρχος και τέλος δεν έχει. «Ότι παιδίον εγεννήθη ημίν», το οποίο συγκρατεί, ως δούλα του, τα σύμπαντα· γι’ αυτό και ως δούλα το υπηρετούν και το επευφημούν και του προσφέρουν δώρα· οι μάγοι και ο αστέρας, οι άγγελοι και οι ποιμένες, το σπήλαιο και η φάτνη, η Παρθένος Μητέρα υπερφυώς και ο μνήστωρ Ιωσήφ ο τεχνίτης, φαινόμενος ως πατέρας του τεχνουργού των πάντων. Λείπει όμως η επιστασία των μαιών από τον τίμιο εκείνο και παράδοξο και παρθενικό τοκετό διότι εκεί που γίνεται μητέρα η Παρθένος με την επισκίαση της Δυνάμεως του Υψίστου, μαίες δεν χρειάζονται. Αυτά λοιπόν και τα ισότιμα με αυτά φανέρωναν σαφώς την θεαρχία και παντοκρατορία του νεογέννητου παιδιού. «Ότι παιδίον εγεννήθη ημίν» από την αγία Παρθένο χωρίς πατέρα αυτό που εγεννήθη «εκ γαστρός προ εωσφόρου» από τον Πατέρα χωρίς μητέρα.
«Ότι παιδίον εγεννήθη ημίν» κριτής ζώντων και νεκρών. «Ότι παιδίον εγεννήθη ημίν» και φανέρωσε σήμερα το προαιώνιο μυστήριο, και έτσι περατώθηκε με τον καλύτερο τρόπο εκείνο το οποίο «πολυμερώς και πολυτρόπως» διείδαν από παλαιά οι Προφήτες· προέλεγαν δηλαδή ότι «εκ Σιών εξελεύσεται νόμος και λόγος Κυρίου εξ Ιερουσαλήμ» και ότι «ο Θεός από Θαιμάν ήξει» και ότι «εκ Σιών η ευπρέπεια της ωραιότητος αυτού» και ότι «εξελεύσεται ράβδος εκ της ρίζης Ιεσσαί» και τα λοιπά.
«Ότι παιδίον εγεννήθη ημίν», την γέννηση του οποίου εμυήθησαν οι μάγοι, οι βασιλείς των Περσών και ήλθαν με οδηγό τον αστέρα να τον προσκυνήσουν, αυτοί τους οποίους η αγία Γραφή ονόμασε από παλαιά Σεβωείμ, λέγοντας• «ότι άνδρες υψηλοί Σεβωείμ διαβήσονται προς σε και προσκυνήσουσι λέγοντες ότι εν σοι ο Θεός έστι και ουκ εστί Θεός πλην σου». Αυτοί λοιπόν οι άνδρες ήλθαν και τον προσκύνησαν και θεολογώντας του προσέφεραν δώρα· χρυσόν μεν επειδή είναι Βασιλεύς, λίβανον επειδή είναι Θεός και σμύρνα για το άχραντον Πάθος· την έκβαση αυτού έφερε εις πέρας ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, όταν μετά το Πάθος κήδευσαν το ζωηφόρο Εκείνο σώμα με εκατό λίτρες σμύρνης και αλόης.
«Ότι παιδίον εγεννήθη υμίν» και είναι τώρα ξαπλωμένο στη φάτνη, αυτός ο οποίος κρατεί στο χέρι του τη σφαίρα της γης και συγκρατεί θεοπρεπώς και ανέτως όλη την κτίση. Και για να πω συγκεφαλαιώνοντας το πληρέστατο παραλείποντας τα περισσότερα, «ότι παιδίον εγεννήθη ημίν» κόσμου σωτήριον, νοσημάτων ιατήριον. δαιμόνων αφανιστήριον, ειδωλικών ξοάνων και βωμών καταλυτήριον, θυσιών διαβολικών και βέβηλων κνισσών εξαλειπτήριον, τυραννικής διαβόλου αποστασίας αλυσοδετήριον αιώνιον. και καθολικής αναστάσεως νεκρών αρχετήριον.
Ποιός είδε ή άκουσε ποτέ παρόμοιο παιδί να είναι ξαπλωμένο σε φάτνη περιτυλιγμένο με σπάργανα και να κρατεί στην παλάμη του τα σύμπαντα, να προσκαλεί στα ύψη το ύδωρ της θαλάσσης και να το διαχέει όπου θέλει, να αναπαύεται στη φάτνη και συγχρόνως να χρησιμοποιεί σαν όχημα τα χερουβίμ, να γαλακτοτροφήται από Μητέρα παρθένο και να «εξαποστέλλη πηγάς υδάτων εν φόραγξι», να περικρατήται σε παρθενικές αγκάλες και να κρατεί ασφαλώς τα σύμπαντα: «Ω βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού!», όπως αναφωνεί και ο θείος Παύλος. Ω θαύματος παραδόξου, από τα σύγχρονα και τα παλαιά καινοφανεστέρου. Ω θείας κηδεμονίας και άκρας συγκαταβάσεως. Πώς ο απεριόριστος Λόγος και Υιός του Θεού και Πατρός περιορίστηκε εκούσια μέσα στη μορφή του δούλου;
Πώς ο κατά φύσιν ασώματος περιεβλήθη με σώμα; Πώς φάνηκε αυτός που είναι και στους αγγέλους αθέατος; Πώς ο κτίστης των αθανάτων δυνάμεων καταδέχτηκε να φορέσει σάρκα; Πώς αυτός που διαθέτει τον ασύγκριτο πλούτο της θεότητος και χαρίζει τα πλούσια δώρα έφθασε στην έσχατη πτωχεία; Πράγματι, τί πτωχότερο μπορεί να υπάρξει από το βουστάσιο και τη φάτνη και το σπήλαιο; Πώς ωράθη παραδόξως ο αόρατος; Πώς ο Ύψιστος κατέβηκε; Πώς ο υπερουράνιος ηθέλησε να ζήσει μαζί με εμάς τους χαμηλούς; Πώς ο περικυκλούμενος από στρατιές λαμπρότατων αγγέλων ήλθε να συναναστραφεί με τους ανθρώπους; Πώς ο «περιβαλλόμενος φως ως ιμάτιον» περιβάλλεται με σπάργανα ευτελή; Πώς ο υπερκαθαρός κατήλθε προς εμάς που ευρισκόμεθα στον λάκκο και την σαπρία των ολέθριων παθών; Για ποιόν λόγο, γιατί έγινε η ασύλληπτος αυτή και πολλή συγκατάβαση;
Είναι βεβαίως φανερό για όσους θέλουν να ερευνήσουν τη δύναμη του μυστηρίου· θα το διασαφήσω σύντομα χρησιμοποιώντας μία εικόνα. Όπως κάποιος που έχει πέσει σε λάκκο βαθύτατο και βορβορώδη δεν μπορεί να ανέλθει μόνος του από εκεί, αλλά χρειάζεται κάποιο χέρι από επάνω να τον ανασύρει, κάτι παρόμοιο έπαθε και η φύση μας· επωμίστηκε δεινώς με την πτώση στο βόθρο της παραβάσεως και πεσμένη στο λάκκο του Άδη είχε ανάγκη από κάποιο χέρι πανίσχυρο για να την ανασύρει.
Και επειδή κανενός σύνδουλου χέρι δεν είχε αυτή την ικανότητα, εκτείνεται από επάνω, από τα θεία υψώματα «η πανσθενουργός δεξιά» προς τα κάτω, η οποία, και ως πατρική δεξιά, όχι μόνο ανείλκυσε από τον λάκκο εκείνο αυτούς που είχαν πέσει, αλλά και «τω πλήθει της δόξης και της δυνάμεως αυτής συνέτριψε τούς ύπεναντίους», όπως έχει γραφεί, και λαμβάνοντας υπεφυώς τη φύση μας, η οποία είχε ριφθεί εκεί, την οδήγησε υψηλά στους ουρανούς και αφού την κάθισε στο θρόνο εκ δεξιών του Πατρός την αξίωσε να προσκυνείται από όλη την κτίση, και προσκαλώντας εμάς εκεί έλεγε «ει τις εμοί διακονεί, εμοί ακολουθείτω, ίνα όπου ειμί εγώ, εκεί και ο διάκονος ο εμός έσται». Ομοίως και ο μακάριος Παύλος συνιστά: «Τα άνω ζητείν, τα άνω φρονείν, ένθα κάθηται Χριστός εκ δεξιών του Θεού και Πατρός».
«Πατερικόν Κυριακοδρόμιον», εκδ. Ι. Κελλίον Αγίου Νικολάου Μπουραζέρη, Άγιον Όρος, σ. 625-632.
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΡΕΑ
ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ: ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΝΗΠΙΩΝ ΠΟΥ ΕΦΟΝΕΥΘΗΣΑΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΑΠΟ ΤΟΝ ΗΡΩΔΗ
Βλέποντας λοιπόν το σπήλαιο στο οποίον εγεννήθη ο Δεσπότης, φέρε στον νου σου τον σκοτεινόν και υπόγειον βίο των ανθρώπων, στον οποίον έρχεται αυτός που φανερώνεται στους «εν σκότει και σκιά θανάτου καθημένους». Και περιτυλίσσεται σφιχτά με σπάργανα αυτός που έχει φορέσει τα δεσμά των ιδικών μας αμαρτιών. Η δε φάτνη είναι ο σταύλος των αλόγων ζώων. Σ’ αυτήν γεννάται ο Λόγος, ώστε να «γνωρίση ο βους τον κτησάμενον (τον ιδιοκτήτην του) και όνος την φάτνην του κυρίου αυτού». Βους είναι αυτός που ευρίσκεται στον ζυγόν του Νόμου, και όνος το αχθοφόρον ζώο που είναι φορτωμένο με την αμαρτία της ειδωλολατρίας.
Αλλά η κατάλληλος για τα άλογα τροφή και ζωή είναι το χόρτο. «Ο εξανατέλλων χόρτον τοις κτήνεσι», λέγει ο Προφήτης. Ενώ το λογικόν ζώον τρέφεται με άρτον. Γι’ αυτό λοιπόν «ο εξ ουρανού καταβάς άρτος της ζωής», τοποθετείται στην φάτνη, που είναι η εστία των αλόγων ζώων, ώστε και τα άλογα να γευθούν την λογικήν τροφή, και να γίνουν έλλογα. Μεσιτεύει λοιπόν στην φάτνη μεταξύ του βοός και του όνου ο Κύριος και των δύο, «ίνα το μεσότοιχον του φραγμού λύσας, τους δύο κτίση εν εαυτώ εις έναν καινόν άνθρωπον», ελευθερώνοντας τον ένα από τον βαρύ ζυγό του Νόμου και απαλλάσσοντας τον άλλον από το φορτίον της ειδωλολατρίας. Αλλά ας υψώσωμε το βλέμμα στα ουράνια θαύματα. Κοίτα, δεν μας ευαγγελίζονται μόνο Προφήτες και άγγελοι αυτήν την χαράν, αλλά και οι ουρανοί ανακηρύττουν με τα ιδικά τους θαύματα την δόξαν του Ευαγγελίου. Από την φυλή του Ιούδα ανέτειλεν ο Χριστός μας, όπως λέγει ο Απόστολος, αλλά οι Ιουδαίοι δεν φωτίζονται από την ανατολή του.
Και οι μάγοι, ενώ είναι άσχετοι με τις διαθήκες της επαγγελίας και ξένοι από την ευλογία των πατέρων, προηγούνται όμως στην γνώση από τον Ισραηλιτικόν λαό. Και τον ουράνιον αστέρα ανεγνώρισαν, και τον Βασιλέα που εγεννήθη στο σπήλαιο δεν ηγνόησαν. Εκείνοι του φέρουν δώρα, αυτοί τον επιβουλεύονται. Εκείνοι τον προσκυνούν, αυτοί τον καταδιώκουν. Εκείνοι ευρίσκουν τον ζητούμενον και χαίρονται, αυτοί με την γέννηση του προσδοκωμένου ταράττονται. «Ιδόντες», λέγει, «οι Μάγοι τον αστέρα επί του τόπου ου ην το παιδίον, εχάρησαν χαράν μεγάλην σφόδρα. Ηρώδης δε ακούσας τον λόγον εταράχθη και πάσα Ιεροσόλυμα μετ’ αυτού». Οι μάγοι του προσφέρουν λίβανον ως Θεόν και τιμούν το βασιλικόν αξίωμα με τον χρυσόν, και με κάποιαν προφητικήν χάρη δηλώνουν την οικονομία του Πάθους με την σμύρνα. Ενώ οι άλλοι καταδικάζουν σε εξόντωσιν όλα τα νήπια της περιοχής, πράγμα που θεωρώ ότι τους ενοχοποιεί όχι μόνο για σκληρότητα, αλλά και για την εσχάτην ανοησία. Τι νόημα έχει δηλαδή η παιδοκτονία; Και για ποίον σκοπόν ετόλμησαν οι μιαιφόνοι αυτό το ανοσιούργημα; Επειδή, λέγει, ένα νέο θαυμαστόν φαινόμενο του ουρανού εμήνυσε στους Μάγους την ανάδειξη του Βασιλέως.
Τί λοιπόν; Πιστεύεις ότι το σημείο που τον ανήγγειλε είναι αληθινόν ή το θεωρείς ως ανυπόστατη διάδοση; Αν είναι ικανός να κάνη υποχειρίους τους ουρανούς, τότε βεβαίως δεν είναι στο χέρι σου να τον πειράξης. Αν όμως δίδη στην εξουσία σου την ζωή και τον θάνατό του, ματαίως τότε τον φοβείσαι. Διότι αυτός που φέρεται έτσι, ώστε να είναι υποχείριος στην εξουσία σου, για ποίον λόγο κατατρέχεται; Γιατί εξαπολύεται το φριχτόν εκείνο πρόσταγμα, η αποτρόπαια απόφασις κατά των νηπίων, να εξοντωθούν τα καημένα τα βρέφη; Ποίαν αδικία έκαμαν; Ποίαν αφορμήν έδωσαν, ώστε να καταδικασθούν σε θάνατο ή σε άλλην τιμωρία; Ένα μόνον ήταν το έγκλημά τους, ότι εγεννήθησαν και ήλθαν στην ζωή. Και για τον λόγον αυτόν έπρεπε να γεμίση όλη η πόλις από δημίους και να συναχθή πλήθος μητέρων και νηπίων, ο κόσμος να τους συμπαρίσταται, και οι πατέρες τους και όλοι, όπως είναι φυσικό, να συγκεντρώνονται στο δράμα των συγγενών τους.
Ποίος ημπορεί να περιγράψη με τον λόγο τις συμφορές; Ποιος θα παρουσιάση ενώπιόν μας με την διήγηση τα πάθη τους; Τον ανάμικτον εκείνον οδυρμό, την γοερά θρηνωδία παιδίων, μητέρων, συγγενών, πατέρων που εκραύγαζαν αξιολύπητα ενώπιον της απειλής των δημίων; Πώς να ζωγραφίση κανείς τον δήμιον εμπρός στο νήπιο με γυμνό το ξίφος, με βλέμμα αγριεμένο και φονικό, και με τις ανάλογες φωνές, να σύρη με το ένα χέρι το βρέφος προς τον εαυτόν του και με το άλλο να υψώνη το ξίφος; Και από το άλλο μέρος την μητέρα να προσπαθή να πάρη το παιδί από τα χέρια του, και να εκτείνη στην κόψη του ξίφους τον ιδικόν της τράχηλο, για να μην αντικρύση με τα μάτια της το κακόμοιρο παιδί της, βρέφος ακόμη να χάνη την ζωή του στα χέρια του δημίου;
Πώς πάλι θα ημπορούσε κάποιος να διηγηθή το δράμα των πατέρων; Τις παρακλήσεις των τέκνων τους, τις κραυγές, τα τελευταία σφιχταγκαλιάσματά τους, και πολλά παρόμοια που συνέβαιναν εκείνες τις στιγμές; Ποίος ημπορεί να διεκτραγωδήση την πολύμορφο και πολύτροπον εκείνη συμφορά, τις διπλές ωδίνες των μητέρων που μόλις προσφάτως εγέννησαν, την ανυπόφορον φλόγα της μητρικής στοργής; Πώς το καημένο το βρέφος εδέχετο το θανάσιμον κτύπημα, ενώ ήταν προσκολλημένο στον μαστόν της μητέρας του; Πώς η αθλία μητέρα προσέφερε το γάλα στο στόμα του νηπίου και συγχρόνως εδέχετο το αίμα του στην αγκάλη της; Πολλές φορές μάλιστα με την ορμή που είχε το χέρι του δημίου, διεπέρασε με ένα κτύπημα του ξίφους μαζί με το παιδί και την μητέρα, και το αίμα έκανε κοινό αυλάκι που εσχηματίσθη από δύο πηγές. Από την μητρικήν πληγή και το θανάσιμο τραύμα του τέκνου της.
Και επειδή η ανόσιος διαταγή του Ηρώδου περιελάμβανε και τούτο, να μην εφαρμοσθή η θανατηφόρος απόφασις μόνο στα νεογέννητα, αλλά και αν κάποιο είχε φθάσει στο δεύτερον έτος να φονευθή και αυτό μαζί, διότι γράφει «από διετούς και κατωτέρω», θέλει ο λόγος να εκφράση και άλλην ακόμη συμφορά που, όπως ήταν φυσικό, συνέβη. Διότι πολλές φορές το διάστημα των δύο ετών έκαμε την ιδία γυναίκα δύο φορές μητέρα.
Τι απερίγραπτο πάλι αυτό το θέαμα, δύο δήμιοι να ασχολούνται με μίαν μητέρα. Ο ένας να τραβά κοντά του το νήπιο που τρέχει γύρω της και ο άλλος να αποσπά το βρέφος από την αγκάλη της; Πόσο θα υπέφερε τότε, όπως είναι φυσικόν, η αθλία μητέρα, την στιγμή που εσχίζετο η καρδία της στα δύο τέκνα της, και έκαιε ο πόνος και των δύο τα μητρικά της σπλάγχνα; Δεν ήξερε ποίον από τους δύο κακούς δημιούς να ακολουθήση, αφού έσυραν τα παιδιά ο ένας από εδώ και ο άλλος από εκεί για να τα σφάξουν. Να τρέξη στο νεογέννητο, που το κλάμα του ήταν ακόμη άναρθρο και δεν ημπορούσε να εκφρασθή; Ακούει όμως το άλλο που έχει αρχίσει ήδη να ομιλή, να προσκαλή ψελλίζοντας και κλαίοντας την μητέρα του.
Τί να κάνη; Πώς να ανταποκριθή; Σε ποίου φωνή να απαντήση; Με ποίου την κραυγή να ενώση την ιδική της; Για ποίου θάνατο να θρηνήση, αφού εξ ίσου της σχίζουν και τα δύο βέλη την καρδία; Ας απομακρύνωμε όμως την ακοήν από τους θρήνους για τα νήπια, και ας στρέψωμε τον νου μας στα ευθυμότερα, σ’ αυτά που αρμόζουν στην εορτήν, αν και η Ραχήλ, με τις δυνατές φωνές της, όπως λέγει ο Προφητης, οδύρεται για την σφαγήν των τέκνων της. Κατά την ημέρα όμως της εορτής, όπως λέγει ο σοφός Σολομών, πρέπει να λησμονούνται οι συμφορές. Και ποία εορτή άραγε έχουμε επισημοτέρα από αυτήν, κατά την οποίαν ο ήλιος της δικαιοσύνης διέλυσε τα πονηρά σκότη του διαβόλου, και αναλαμβάνοντας την ιδικήν μας φύση, φωτίζει με αυτήν την κτίση, κατά την οποία αυτό που είχε πέσει ανεστήθη, και έτσι αυτό που ευρίσκετο σε πόλεμο συμφιλιώνεται, το αποκηρυγμένον επαναφέρεται, αυτό που είχε εκπέσει από την ζωήν επανέρχεται στην ζωήν, αυτό που είχε υποδουλωθεί και ευρίσκετο σε αιχμαλωσίαν αποκαθίσταται στο βασιλικόν αξίωμα, αυτό που εκρατείτο δεμένο με τα δεσμά του θανάτου επιστρέφει απελευθερωμένο στην χώρα των ζώντων;
Τώρα, σύμφωνα με την προφητεία, «αι χαλκαί πύλαι του θανάτου συντρίβονται, και συνθλίβονται οι σιδηροί μοχλοί», οι οποίοι εκρατούσαν το ανθρώπινον γένος δεσμευμένο μέσα στην φυλακή του θανάτου. Τώρα «ανοίγεται», όπως λέγει ο Δαβίδ, «η πύλη της δικαιοσύνης». Τώρα αντηχεί σ’ όλη την οικουμένην ομόφωνος ο «ήχος τον εορταζόντων». Από άνθρωπον ήλθεν ο θάνατος, από άνθρωπο και η σωτηρία. Ο πρώτος έπεσε στην αμαρτία, ο δεύτερος ανέστησε αυτόν που είχε πέσει. Η γυναίκα υπερασπίσθη τώρα την γυναίκα. Η πρώτη είχε ανοίξει την είσοδο στην αμαρτία, ενώ αυτή υπηρέτησε την επάνοδο της δικαιοσύνης.
Εκείνη εδέχθη την συμβουλήν του όφεως, αυτή επαρουσίασε τον αναιρέτην του όφεως, και εγέννησε την πηγήν του φωτός. Εκείνη δια του ξύλου εισήγαγε την αμαρτία, αυτή δια του ξύλου έφερε στην θέση της αμαρτίας το αγαθόν. Ξύλον εννοώ τον σταυρό, και ο καρπός του ξύλου τούτου γίνεται γι’ αυτούς που τον γεύονται αειθαλής και αμάραντος ζωή. Και κανείς να μη νομίζη ότι μόνο στο μυστήριον του Πάσχα αρμόζει τέτοια ευχαριστία. Ας σκεφθή ότι το Πάσχα είναι το τέλος της Οικονομίας. Πώς θα επραγματοποιείτο το τέλος, εάν δεν είχε προηγηθή η αρχή; Ποίον είναι αρχικώτερον από το άλλο; Ασφαλώς η Γέννησις από την Οικονομία του Πάθους.
Και του Πάσχα λοιπόν τα καλά είναι μέρος των εγκωμίων της Γεννήσεως. Και αν υπολογίση κανείς τις ευεργεσίες που εξιστορεί το Ευαγγέλιον, και διηγηθή λεπτομερώς τις θαυματουργικές θεραπείες, την άνευ τροφίμων διατροφή, την επάνοδο των νεκρών από τα μνήματα, την αυτοσχέδιο παρασκευήν του οίνου, την αποκατάσταση της υγείας των κάθε είδους ασθενών, την εκδίωξη των δαιμονίων, τα άλματα των χωλών, τους οφθαλμούς που επλάσθησαν από πηλόν, τις θείες διδασκαλίες, τις νομοθεσίες, την μύηση στα υψηλότερα δια μέσου των παραβολών, όλα αυτά είναι δωρεά της παρούσης ημέρας.Διότι αυτή έγινε αρχή των αγαθών που ηκολούθησαν. «Αγαλλιασώμεθα», λοιπόν, «και ευφρανθώμεν εν αυτή». Μη φοβηθούμε τις ειρωνείες των ανθρώπων, και ας μη νικηθούμε από αυτούς όταν προσπαθούν να μας εξευτελίσουν, όπως μας παρακινεί ο Προφήτης. Αυτοί χλευάζουν τον λόγο της Οικονομίας, λέγοντας ότι δεν αρμόζει στον Κύριο να λάβη ανθρώπινο σώμα και να αναμιχθή με την γέννηση στην ζωή των ανθρώπων. Αγνοούν, καθώς φαίνεται, το μέγα μυστήριον, πώς δηλαδή η σοφία του Θεού οικονόμησε την σωτηρία μας. Είχαμε πωληθεί εκουσίως για τις αμαρτίες μας, και είχαμε υποδουλωθή στον εχθρόν της ζωής μας σαν αγορασμένοι δούλοι.
Τί μεγαλύτερον επιθυμούσες να σου προσφέρει ο Δεσπότης; Όχι το να απαλλαγής από την συμφορά; Τι περιεργάζεσαι τον τρόπο; Γιατί θέτεις νόμους στον ευεργέτη και δεν αντιλαμβάνεσαι τις ευεργεσίες του; Είναι σαν να απωθή κάποιος τον ιατρό και να μέμφεται την ευεργεσία του, επειδή επραγματοποίησε την θεραπεία με αυτόν και όχι με τον άλλον τρόπο. Αν επιζητής από περιέργεια να ερευνήσης το μέγεθος της Οικονομίας, σου αρκεί να μάθης τόσο μόνον, ότι το θείον δεν είναι ένα μόνον από τα αγαθά, αλλά όποιο αγαθό ημπορεί να φαντασθή κανείς, εκείνο είναι. Το δυνατόν, το δίκαιον, το αγαθόν, το σοφόν, όλα τα ονόματα και τα νοήματα που έχουν σημασία θεοπρεπή. Αναλογίσου λοιπόν μήπως δεν συνδιάσθηκαν στο γεγονός αυτό όλα αυτά που είπαμε. Η αγαθότης, η σοφία, η δύναμις, η δικαιοσύνη. Ως αγαθός, ηγάπησε τον αποστάτη. Ως σοφός, επινόησε τον τρόπον επανόδου των υποδουλωμένων.
Ως δίκαιος, δεν κακομεταχειρίζεται αυτόν που υπεδούλωσε τον άνθρωπο, και τον απέκτησε σύμφωνα με το δίκαιον της αγοράς, αλλά έδωσεν ως αντάλλαγμα τον εαυτόν του υπέρ των κρατουμένων, ώστε, μεταθέτοντας ως εγγυητής την οφειλή στον εαυτόν του, να ελευθερώση τον αιχμάλωτον από τον εξουσιαστήν του. Ως δυνατός, δεν εκρατήθη από τον άδη, ούτε το σώμα του εγνώρισε φθορά. Διότι δεν ήταν δυνατόν να νικηθή από την φθοράν ο αρχηγός της ζωής. Αλλά ήταν εντροπή να δεχθή ανθρωπίνην γέννηση, και να υποστή την εμπειρία των παθημάτων του σώματος; Χαρακτηρίζεις έτσι την υπερβολή της ευεργεσίας;
Πράγματι, επειδή δεν ήταν δυνατόν να απαλλαγή το ανθρώπινο γένος με άλλον τρόπον από τα τόσο μεγάλα δεινά, κατεδέχθη ο Βασιλεύς της απαθείας να ανταλλάξη την ιδία του την δόξα με την ιδική μας ζωή. Και εισέρχεται μεν η καθαρότης στον ιδικόν μας ρύπον, ο ρύπος όμως δεν εγγίζει την καθαρότητα, όπως λέγει το Ευαγγέλιον. Το κατεφθαρμένο σώζεται από την ένωσή του με το άφθαρτο. Η φθορά δεν επηρεάζει την αφθαρσία. Για όλα αυτά γίνεται αρμονική χορωδία από την σύμπασα κτίση. Όλοι αναπέμπουν ομόφωνον δοξολογία στον Κύριον της κτίσεως, και κάθε γλώσσα, επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων, αναβοά ότι «ευλογητός Κύριος Ιησούς Χριστός εις δόξαν Θεού Πατρός εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν».
Από το βιβλίο Πατερικόν Κυριακοδρόμιον, σελίς 632 και εξής.
ΚΗΡΥΓΜΑΤΑ
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ
«Τελευτήσαντος δὲ τοῦ Ἡρῴδου ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου κατ᾿ ὄναρ φαίνεται τῷ Ἰωσὴφ ἐν Αἰγύπτῳ. λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ πορεύου εἰς γῆν Ἰσραήλ· τεθνήκασι γὰρ οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου (: Όταν πέθανε λοιπόν ο Ηρώδης, ιδού ένας άγγελος Κυρίου φάνηκε στον Ιωσήφ σε όνειρο στην Αίγυπτο και του είπε: ‘’Σήκω και πάρε το παιδί και τη μητέρα του και πήγαινε με την ησυχία σου στη χώρα των Ισραηλιτών· διότι έχουν πεθάνει πλέον εκείνοι που ζητούσαν να πάρουν τη ζωή του παιδιού’’)» [Ματθ. 2, 19]. Δεν λέγει: «Φεύγε», αλλά «πορεύου».
Είδες πάλι μετά τον πειρασμό την άνεση και μετά την άνεση τον κίνδυνο πάλι; Διότι ελευθερώθηκε μεν από την ανάγκη του εκπατρισμού, και επέστρεψε πάλι στην πατρική του γη και είδε να έχει πεθάνει ο φονιάς των παιδιών, όταν όμως επανήλθε στην πατρίδα του, βρίσκει εκεί υπόλοιπα των παλαιών κινδύνων· βρήκε να ζει δηλαδή εκεί και να έχει το βασιλικό αξίωμα ο υιός του τυράννου. Και γιατί τώρα βασίλευε στην Ιουδαία ο Αρχέλαος [:ο Αρχέλαος, αποδείχτηκε σκληρότερος από τον πατέρα του, από τον οποίο και ο φόβος του Ιωσήφ να εγκατασταθεί στην περιοχή του.
Καταγγέλθηκε στη Ρώμη για τη σκληρότητά του, εξορίστηκε έπειτα από εννέα ετών ηγεμονία και πέθανε στη Βιέννη], ενώ ηγεμόνας ήταν ο Πόντιος Πιλάτος; Ήταν πρόσφατος ο θάνατος του Ηρώδη και δεν είχε ακόμη διαμοιραστεί και διαιρεθεί σε πολλά μέρη η βασιλεία. Επειδή πριν λίγο μόλις καιρό είχε πεθάνει ο Ηρώδης ο Μέγας, είχε τώρα την εξουσία ο υιός στη θέση του πατρός του. Είχε βέβαια και αδελφό ο Ηρώδης ο Μέγας με το ίδιο όνομα, γι’ αυτό ο Ευαγγελιστής προς διάκρισή τους πρόσθεσε: «ἀντὶ Ἡρῴδου τοῦ πατρὸς αὐτοῦ (: βασίλευε ο Αρχέλαος στη θέση του πατέρα του του Ηρώδη)».
Αν όμως ο Ιωσήφ φοβόταν να έλθει στην Ιουδαία εξαιτίας του Αρχέλαου, έπρεπε να φοβηθεί και στη Γαλιλαία εξαιτίας του νέου Ηρώδη [: πρόκειται για τον Ηρώδη τον Αντίπα, υιό του Μεγάλου Ηρώδη, τετράρχη της Γαλιλαίας και της Περσίας]. Αφού όμως άλλαξε το μέρος της εγκατάστασής τους και πήγε στη Ναζαρέτ, δημιουργούνταν κάποια σύγχυση και συσκότιση· διότι η μανία όλη και η προσοχή είχε στραφεί κατά της Βηθλεέμ και των περιχώρων της. Αφού είχε λοιπόν εκτελεστεί η σφαγή όλων των παιδιών που είχαν την επίφοβη ηλικία, νόμιζε ο νεαρός Αρχέλαος ότι είχε συντελεστεί το παν και ότι ανάμεσα στα πολλά παιδιά είχε φονευθεί και το παιδί που ζητούσαν. Αφού εξάλλου είχε δει και το κακό τέλος του πατέρα του, έγινε διστακτικότερος στο να προχωρήσει περισσότερο και να τον συναγωνιστεί στην παρανομία.
Έρχεται λοιπόν ο Ιωσήφ στη Ναζαρέτ και αποφεύγει έτσι τον κίνδυνο, ενώ συγχρόνως εγκαθίσταται στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Για περισσότερη ενθάρρυνσή του λαμβάνει και τη σχετική με αυτό πληροφορία του αγγέλου. Ο Λουκάς βέβαια δεν αναφέρει ότι ήλθε εκεί έπειτα από υπόδειξη του αγγέλου αλλά ότι αφού εκπλήρωσαν όλοι τον απαιτούμενο καθαρισμό, επέστρεψαν στη Ναζαρέτ [Λουκ. 2, 39: «Καὶ ὡς ἐτέλεσαν ἅπαντα τὰ κατὰ τὸν νόμον Κυρίου, ὑπέστρεψαν εἰς τὴν Γαλιλαίαν εἰς τὴν πόλιν ἑαυτῶν Ναζαρέτ (: και όταν ο Ιωσήφ και η Μαρία τελείωσαν όλα όσα ο νόμος του Κυρίου όριζε για τον καθαρισμό και την αφιέρωση του παιδιού, γύρισαν πίσω στη Γαλιλαία, στην πατρίδα τους τη Ναζαρέτ)». Τι μπορούμε να πούμε;
Ότι ο Λουκάς αναφέρεται στο χρόνο προ της καθόδου στην Αίγυπτο. Δεν ήταν δυνατό να τους οδηγήσει ο Ιωσήφ εκεί προ του καθαρμού, για να μην διαπραχθεί παράβαση του μωσαϊκού νόμου.
Περίμενε να γίνει ο καθαρμός για να έλθει στη Ναζαρέτ και τότε μόνο να μεταβούν στην Αίγυπτο. Και αφού επανήλθαν από την Αίγυπτο, τους δίνει εντολή να έλθουν στη Ναζαρέτ.
Πριν από το γεγονός αυτό δεν είχαν λάβει τον χρηματισμό στο όνειρό τους να μεταβούν εκεί, αλλά με την εγκατάστασή τους στην πατρίδα τους το πραγματοποιούσαν τούτο από μόνοι τους. Επειδή δηλαδή δεν είχαν μεταβεί στη Βηθλεέμ παρά για την απογραφή μόνο, και επειδή δεν είχαν πού να μείνουν, αφού ολοκλήρωσαν τον σκοπό για τον οποίο είχαν ανέλθει, επέστρεψαν στη Ναζαρέτ. Για τον λόγο αυτόν και ο άγγελος προς καθησυχασμό, τους αποδίδει στην πατρίδα τους.
Και δεν το εκτελεί και τούτο απλώς και τυχαία, αλλά το συνοδεύει με την προφητεία· διότι λέγει ο ευαγγελιστής: «ὅπως πληρωθῇ τὸ ῥηθὲν διὰ τῶν προφητῶν ὅτι Ναζωραῖος κληθήσεται (: για να πραγματοποιηθεί έτσι εκείνο που είπαν οι προφήτες, ότι ο Ιησούς θα ονομαστεί περιφρονητικά από τους εχθρούς του Ναζωραίος)» [Ματθ. 2, 23]. Ποιος προφήτης είπε την προφητεία αυτήν; Μην είσαι περίεργος και μη λεπτολογείς, διότι πολλά προφητικά βιβλία έχουν εξαφανιστεί. Και αυτό δύναται να το συμπεράνει κανείς από τη διήγηση των ιστορικών βιβλίων των «Παραλειπομένων». Πραγματικά, καθώς οι Ιουδαίοι ήσαν αδιάφοροι και διαρκώς περιέπιπταν στην ασέβεια, άλλα από τα βιβλία τα άφηναν να χάνονται και άλλα τα έκαιγαν και τα έσχιζαν οι ίδιοι.
Και την καύση των βιβλίων τη διηγείται ο Ιερεμίας [Ιερ. 43, 23-24: «καὶ ἐγενήθη ἀναγινώσκοντος Ἰουδὶν τρεῖς σελίδας καὶ τέσσαρας, ἀπέτεμεν αὐτὰς τῷ ξυρῷ τοῦ γραμματέως καὶ ἔῤῥιπτεν εἰς τὸ πῦρ τὸ ἐπὶ τῆς ἐσχάρας, ἕως ἐξέλιπε πᾶς ὁ χάρτης εἰς τὸ πῦρ τὸ ἐπὶ τῆς ἐσχάρας. καὶ οὐκ ἐζήτησαν καὶ οὐ διέῤῥηξαν τὰ ἱμάτια αὐτῶν ὁ βασιλεὺς καὶ οἱ παῖδες αὐτοῦ οἱ ἀκούοντες πάντας τοὺς λόγους τούτους (: κατά τον χρόνο όμως που ο Ιουδίν διάβαζε τρεις και τέσσερις σελίδες, ο βασιλιάς με το μαχαιράκι του γραμματέα τις έκοβε και τις έριχνε στη φωτιά, που βρισκόταν στη σχάρα, στο πύραυνο. Έτσι λοιπόν παρέδωσε στο πυρ όλη την περγαμηνή.
Ο βασιλιάς και οι αυλικοί που βρίσκονταν γύρω του δεν συγκλονίστηκαν από όσα ήταν γραμμένα στην περγαμηνή, δεν διέρρηξαν ως ένδειξη λύπης και μετανοίας τα ενδύματά τους, ακούγοντας τα λόγια αυτά)»], ενώ την καταστροφή ο συγγραφέας του τετάρτου βιβλίου των Βασιλειών, που μας λέγει ότι έπειτα από πολύ χρόνο κατά τύχη βρέθηκε το Δευτερονόμιο θαμμένο κάπου και εξαφανισμένο [Δ΄Βασ. 21 κ.ε.]. Και αν είχαν έτσι εγκαταλείψει τα βιβλία χωρίς να υπάρχουν βάρβαροι, πολύ περισσότερο θα το έκαναν, όταν έκαναν επιδρομές βαρβάρων. Ειπώθηκαν αυτά, διότι όπως Τον προανήγγειλαν οι προφήτες, έτσι, «Ναζωραίο», Τον αποκαλούν και οι Απόστολοι σε πολλά σημεία.
«Αυτό λοιπόν μήπως έρριπτε κάποια σκιά στην προφητεία για τη Βηθλεέμ;», θα μπορούσε να ρωτήσει κάποιος. Καθόλου. Απεναντίας αυτό ακριβώς κινεί και διεγείρει το ενδιαφέρον προς έρευνα όσων λέγονται γι΄Αυτόν. Έτσι και ο Ναθαναήλ συμμετέχει στην αναζήτηση και όταν ο Φίλιππος του λέγει: «ὃν ἔγραψε Μωϋσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ (: βρίσκει στο μεταξύ ο Φίλιππος τον Ναθαναήλ και του λέει: ’’Εκείνον για τον οποίο έγραψε ο Μωυσής στο νόμο και προανήγγειλαν οι προφήτες, τον βρήκαμε. Είναι ο Ιησούς, ο γιος του Ιωσήφ, και κατάγεται από τη Ναζαρέτ)» [Ιω. 1, 46], εκείνος απαντά: «ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι; (: Από τη Ναζαρέτ, το κακό και άσημο αυτό χωριό, μπορεί να βγει τίποτε καλό;)» [Ιω. 1, 47]. Και η απάντηση του Φιλίππου: «ἔρχου καὶ ἴδε (: Έλα και όταν Τον δεις με τα μάτια σου, θα πειστείς)» [Ιω. 1, 48]. Ήταν χωριό χωρίς σημασία και μάλιστα όχι ο οικισμός αυτός μόνο αλλά και ολόκληρη η περιοχή της Γαλιλαίας.
Για τον λόγο αυτόν οι Φαρισαίοι έλεγαν: «Μὴ καὶ σὺ ἐκ τῆς Γαλιλαίας εἶ; ἐρεύνησον καὶ ἴδε ὅτι προφήτης ἐκ τῆς Γαλιλαίας οὐκ ἐγήγερται (: μήπως και εσύ είσαι από τη Γαλιλαία; Ερεύνησε και εύκολα θα δεις και θα πειστείς από τα πράγματα ότι κανείς προφήτης δεν έχει ως τώρα βγει από τη Γαλιλαία)» [Ιω. 7, 52]. Αυτός όμως δεν ντρέπεται να ονομάζεται Ναζωραίος, δε θεωρεί υποτιμητικό να ομολογεί ότι κατάγεται από εκεί, αποδεικνύοντας ότι δεν έχει ανάγκη από κανένα πιστοποιητικό και ότι δε χρειάζεται κανένα από τα ανθρώπινα. Ακόμη και τους μαθητές Του, από τη Γαλιλαία τούς εκλέγει. Έτσι αφαιρεί παντού τις δικαιολογίες εκείνων που επιθυμούν την ησυχία και αποδεικνύει ότι κανένα εξωτερικό γνώρισμα δε μας χρειάζεται, αν ασκήσουμε την αρετή.
Για τούτο δε φροντίζει ούτε για το σπίτι. Λέγει: «αἱ ἀλώπεκες φωλεοὺς ἔχουσι καὶ τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ κατασκηνώσεις, ὁ δὲ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἔχει ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνῃ (: οι αλεπούδες έχουν φωλιές και τα πουλιά του ουρανού έχουν μέρη που κουρνιάζουν, ενώ ο υιός του ανθρώπου [δηλαδή εγώ που γεννήθηκα χωρίς πατέρα αλλά μόνο από την Παρθένο και είμαι ο κατεξοχήν άνθρωπος, γνωστός από την υπόσχεση του Θεού προς τον Αδάμ] δεν έχει πού να ακουμπήσει το κεφάλι Του)» [Λουκ. 9, 58]. Όταν Τον επιβουλεύεται ο Ηρώδης, φεύγει, και όταν γεννήθηκε, Τον ανακλίνουν στη φάτνη, μένει στο στάβλο, εκλέγει μητέρα αφανή. Μας διδάσκει έτσι κανένα από αυτά να μη θεωρούμε εξευτελιστικό, ποδοπατεί εκ προοιμίου κάθε ανθρώπινο εγωισμό, διατάζει να είμαστε διάκονοι της αρετής.
«Γιατί μεγαλοφρονείς για την πατρίδα σου, όταν σου δίνω εντολή να θεωρείς τον εαυτό σου ξένο για ολόκληρη την οικουμένη;», μας λέγει. Όταν έχεις την εξουσία να γίνεις τέτοιος, ώστε ο κόσμος ολόκληρος να μην είναι άξιός σου; Όλα αυτά είναι τόσο μηδαμινά, ώστε μήτε από τους Έλληνες φιλοσόφους να μην αποδίδεται σε αυτά καμία σημασία και να αποκαλούνται τα εκτός, και να κατέχουν την τελευταία θέση. Αλλά βέβαια ο Παύλος τα αναγνωρίζει και ομιλεί ως εξής: «κατὰ μὲν τὸ εὐαγγέλιον ἐχθροὶ δι᾿ ὑμᾶς, κατὰ δὲ τὴν ἐκλογὴν ἀγαπητοὶ διὰ τοὺς πατέρας (: όσο δηλαδή αφορά το Ευαγγέλιο, οι άπιστοι Εβραίοι είναι εχθροί του Θεού και εξαιτίας του γεγονότος ότι κάλεσε εσάς τους εθνικούς σε σωτηρία ο Θεός· όσον αφορά όμως την από αιώνων εκλογή τους, είναι αγαπητοί στο Θεό και για τους προγόνους, από τους οποίους κατάγονται)»[Ρωμ. 11, 28], αντιτείνει. Αλλά πες μου, πότε το είπε και σε ποιους αναφερόμενος και προς ποιους ομιλώντας; Βέβαια προς τους προερχόμενους από ειδωλολάτρες υπερηφανευόμενους υπερβολικά για την πίστη τους και που με το να επιτίθενται σφοδρά κατά των Ιουδαίων, τους απομάκρυναν ακόμη περισσότερο κατά αυτόν τον τρόπο.
Με τον λόγο του ο Παύλος περιόριζε την υπερηφάνεια εκείνων, ενώ προσείλκυε τους Ιουδαίους και τους προέτρεπε στον ίδιο ζήλο· διότι όταν αναφέρεται στους σπουδαίους και μεγάλους εκείνους άντρες που με πίστη δέχονταν τις επαγγελίες του Θεού, άκουσε πώς ομιλεί· «οἱ γὰρ τοιαῦτα λέγοντες ἐμφανίζουσιν ὅτι πατρίδα ἐπιζητοῦσι. καὶ εἰ μὲν ἐκείνης ἐμνημόνευον, ἀφ᾿ ἧς ἐξῆλθον, εἶχον ἂν καιρὸν ἀνακάμψαι· νῦν δὲ κρείττονος ὀρέγονται, τοῦτ᾿ ἔστιν ἐπουρανίου. διὸ οὐκ ἐπαισχύνεται αὐτοὺς ὁ Θεὸς Θεὸς ἐπικαλεῖσθαι αὐτῶν· ἡτοίμασε γὰρ αὐτοῖς πόλιν (: διότι αυτοί που έλεγαν τέτοια λόγια, φανέρωναν καθαρά, ότι δεν επαναπαύονταν στην επίγεια πατρίδα, αλλά ζητούσαν τη μόνιμη και χαρμόσυνη πατρίδα, δηλαδή τον ουρανό. Και εάν θυμούνταν εκείνη, την επίγεια πατρίδα, από την οποία είχαν εξέλθει, είχαν και τον χρόνο και την ευκαιρία να επανέλθουν σε αυτήν. Τώρα όμως επιθυμούν σφοδρά καλύτερη και τελειότερη πατρίδα, δηλαδή την επουράνια.
Για τον λόγο αυτόν και ο Θεός δεν αισθάνεται εξαιτίας τους καμία ντροπή, να ονομάζεται Θεός τους. Αντιθέτως, ευαρεστείται σε αυτούς, όπως μαρτυρείται από το γεγονός ότι τους έχει ετοιμάσει επουράνια και μακάρια πατρίδα)» [Εβρ. 11, 14-16]. Και άλλη φορά: «Κατὰ πίστιν ἀπέθανον οὗτοι πάντες, μὴ λαβόντες τὰς ἐπαγγελίας, ἀλλὰ πόῤῥωθεν αὐτὰς ἰδόντες καὶ ἀσπασάμενοι, καὶ ὁμολογήσαντες ὅτι ξένοι καὶ παρεπίδημοί εἰσιν ἐπὶ τῆς γῆς (: Όλοι αυτοί πέθαναν στερεωμένοι στην πίστη και στην ελπίδα, που γεννά η πίστη, χωρίς εντούτοις να λάβουν τις επαγγελίες. Αλλά τις είδαν από μακριά και τις δέχτηκαν με όλη τους την ψυχή και ομολόγησαν με τα έργα τους και με τα λόγια τους, ότι είναι ξένοι και παρεπίδημοι επάνω στη γη)» [Εβρ. 11, 13]. Αλλά και ο Ιωάννης έλεγε σε όσους έρχονταν προς αυτόν: «Ποιήσατε οὖν καρποὺς ἀξίους τῆς μετανοίας, καὶ μὴ ἄρξησθε λέγειν ἐν ἑαυτοῖς, πατέρα ἔχομεν τὸν Ἀβραάμ· λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι δύναται ὁ Θεὸς ἐκ τῶν λίθων τούτων ἐγεῖραι τέκνα τῷ Ἀβραάμ (: Μόνο το βάπτισμα δεν ωφελεί.
Αν θέλετε να σωθείτε από την οργή που πρόκειται σε λίγο να ξεσπάσει, κάνετε καλά έργα, τα οποία είναι άξιοι καρποί της αληθινής μετάνοιας, και δείξτε με ενάρετες πράξεις την ειλικρινή μετάνοιά σας. Και μην αρχίσετε να λέτε μέσα σας: ’’Πατέρα μας έχουμε τον Αβραάμ· διότι σας λέω ότι ο Θεός έχει τη δύναμη και από το πλέον ακατάλληλο υλικό, ακόμη και από αυτές εδώ τις πέτρες, να αναστήσει απογόνους του Αβραάμ’’)» [Λουκά 3, 8]. Και ο Παύλος λέγει πάλι: «Οὐχ οἷον δὲ ὅτι ἐκπέπτωκεν ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ. οὐ γὰρ πάντες οἱ ἐξ Ἰσραήλ, οὗτοι Ἰσραήλ (: Το ότι όμως χωρίστηκαν οι Ισραηλίτες από τον Μεσσία και ξέπεσαν από τις ευλογίες που μας έφερε, δεν έχει τη σημασία που με μια πρώτη ματιά θα φανταζόταν κανείς. Δεν σημαίνει δηλαδή ότι έχασε τη δύναμή του και διαψεύσθηκε ο λόγος με τον οποίο ο Θεός βεβαίωσε τη διαθήκη Του· διότι αληθινός ισραηλιτικός λαός δεν είναι όλοι όσοι κατάγονται σαρκικά από τον Ισραήλ)» [Ρωμ. 9, 6].
Τί ωφελήθηκαν λόγου χάρη τα παιδιά του Σαμουήλ από το γένος το πατρικό, αφού δεν έγιναν κληρονόμοι της πατρικής αρετής; Τι κέρδισαν επίσης τα παιδιά του Μωυσή, που δεν μιμήθηκαν την αυστηρή ευσέβεια του πατέρα τους; Δεν τον διαδέχτηκαν ούτε στην εξουσία αλλά ενώ εκείνοι την έγραφαν στο όνομά τους ως πατέρα τους, η αρχηγία του λαού μεταβιβαζόταν σε άλλον, σε εκείνον που έγινε υιός του κατά την αρετή. Τι ζημιώθηκε ο Τιμόθεος αν και καταγόταν από Έλληνα πατέρα; Και πάλι, τι κέρδισε ο γιος του Νώε [πρόκειται για τον γιο του Νώε Χαμ, ο οποίος προσέβαλε τον πατέρα του και για τον λόγο αυτόν ο Νώε τον καταράστηκε να γίνει δούλος των αδελφών του Σημ και Ιάφεθ: Γεν. 9, 18-27], από την αρετή του πατέρα του, αφού έγινε από ελεύθερος που ήταν, δούλος; Βλέπεις ότι δεν επαρκεί η ευγένεια του πατέρα για να προστατεύσει τα παιδιά; Η κακία της προαιρέσεώς τους νίκησε τους νόμους της φύσεως και δεν τον αποξένωσε μόνο από την αρετή του πατέρα του, αλλά του στέρησε και την ελευθερία.
Και ο Ησαύ δεν ήταν υιός του Ισαάκ και δεν είχε προστάτη τον πατέρα του; Και ο πατέρας του φρόντιζε και επιθυμούσε να τον κάνει μέτοχο των ευλογιών του και εκείνος πάλι για τον λόγο αυτόν έπραττε όλα τα θελήματά του. Επειδή όμως ήταν κακός, τίποτε από αυτά δεν κέρδισε και ενώ ήταν μεγαλύτερος και είχε τον πατέρα με το μέρος του βοηθό σε όλα, επειδή δεν είχε με το μέρος του τον Θεό, εξέπεσε σε όλα. Και γιατί ασχολούμαι με τους ανθρώπους; Οι Εβραίοι έγιναν υιοί του Θεού και δεν κέρδισαν τίποτε από τη μοναδική αυτήν ευγένεια. Και αν κάποιος, ο οποίος έγινε υιός του Θεού, τιμωρείται βαρύτερα, αν δεν παρουσιάσει αρετή άξια της ευγένειας αυτής, πώς μου προβάλλεις την ευγένεια των προγόνων και των παππούδων; Και δεν θα βρεις στην Παλαιά μόνο αλλά και στην Καινή Διαθήκη να επικρατεί ο κανόνας αυτός; «καὶ λέγει αὐτῷ· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπ᾿ ἄρτι ὄψεσθε τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγότα, καὶ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καὶ καταβαίνοντας ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου (: και στη συνέχεια λέγει προς αυτόν, ώστε να ακούσουν και οι άλλοι μαθητές: ‘’σας διαβεβαιώνω ότι από τώρα θα δείτε ανοικτό τον ουρανό και τους αγγέλους του Θεού να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν, να συνοδεύουν και να υπηρετούν τον υιό του ανθρώπου, ο οποίος ως Θεός είναι κύριος και των αγγέλων)» [Ιω. 1, 52], λέγει.
Αλλά όμως από τα παιδιά αυτά, πολλά, είπε ο Παύλος, δεν ωφελούνται τίποτε από τον πατέρα: «῎Ιδε ἐγὼ Παῦλος λέγω ὑμῖν ὅτι ἐὰν περιτέμνησθε, Χριστὸς ὑμᾶς οὐδὲν ὠφελήσει (: Να, εγώ ο Παύλος σας λέω ότι, αν περιτέμνεστε, ο Χριστός δεν θα σας ωφελήσει τίποτα)» [Γαλ. 5, 2]. Και αν δεν ωφελεί ο Χριστός σε τίποτε εκείνους που δεν θέλουν να προσέξουν τη ζωή τους, πώς θα τους προστατέψει ο άνθρωπος; Ας μη μεγαλοφρονούμε λοιπόν μήτε για την ευγενή καταγωγή, μήτε για τον πλούτο μας, αλλά ας περιφρονούμε και αυτούς που μεγαλοφρονούν γι’ αυτά. Μήτε να αποθαρρυνόμαστε για την πτωχεία μας. Ας επιδιώκουμε τον πλούτο των αγαθών έργων και ας αποφεύγουμε την πτωχεία εκείνη που οδηγεί στην κακία. Εξαιτίας αυτής και ο πλούσιος εκείνος ήταν φτωχός. Για τον λόγο αυτό και δεν πέτυχε ούτε μία σταγόνα δρόσου παρά την όλη ικεσία του [βλ. Λουκά, κεφ. 16]. Μολονότι ποιος από εμάς θα ήταν δυνατόν να γίνει τόσο πτωχός, ώστε να μην έχει να απολαύσει και λίγο νερό; Κανείς βέβαια. Και αυτοί που βασανίζονται από τη μεγαλύτερη πείνα, μπορούν ωστόσο να απολαύσουν λίγο νερό. Και όχι βέβαια μία σταγόνα ύδατος μόνο, αλλά να επιτύχουν και περισσότερη ανακούφιση. Δεν συνέβαινε αυτό όμως σε εκείνον τον πλούσιο, αλλά ήταν πτωχός μέχρι του σημείου αυτού· και το βαρύτερο ότι δεν υπήρχε τρόπος να ανακουφίσει την πενία του.
Γιατί λοιπόν χάσκουμε μπροστά στα χρήματα, όταν δεν μας οδηγούν στον ουρανό; Πες μου· αν κάποιος από τους βασιλείς της γης έλεγε ότι είναι αδύνατο να διακριθεί ο πλούσιος στο βασίλειό του και να τιμηθεί κατά κάποιον τρόπο, δεν θα πετούσατε όλοι με περιφρόνηση τα χρήματά σας; Στην περίπτωση αυτή αν σας στερήσουν της τιμής στα γήινα αυτά βασίλεια, τα χρήματα θα είναι ευκαταφρόνητα. Όταν όμως ο βασιλέας των ουρανών καθημερινά βοά και λέγει, ότι είναι δύσκολο φορτωμένος με αυτά να φθάσεις στα ιερά εκείνα προπύλαια, δεν θα τα εγκαταλείψουμε όλα, δεν θα αποξενωθούμε από τα υπάρχοντά μας, για να εισέλθουμε με θάρρος στη Βασιλεία;
ΠΗΓΕΣ:
http://khazarzar.skeptik.net/pgm/PG_Migne/John%20Chrysostom_PG%204764/In%20Mathaeum.pdf
Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», ΕΠΕ, εκδ.οίκος «Το Βυζάντιον», ομιλία Θ΄(επιλεγμένα αποσπάσματα) τομ. 9, σελ. 297-308 ,Θεσσαλονίκη 1978
Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 63, σελ. 196-202 (ή 94-98 του PDF. (https://drive.google.com/file/d/0ByZQkrKg4yKLbUtJbURIc2hhZFE/view)
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
Παναγιώτου Τρεμπέλα,Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), αδελφότης θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση Τρίτη, Αθήνα 2016
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
(Επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος)
Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ
Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΜΕΣΣΙΑΝΙΚΗΣ ΕΞΟΔΟΥ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΙΣΡΑΗΛ
Στὰ γεγονότα τῆς παιδικῆς ἡλικίας τοῦ Κυρίου, τὰ ὁποῖα μᾶς διηγοῦνται οἱ Εὐαγγελιστὲς Ματθαῖος καὶ Λουκᾶς, καὶ κυρίως σ᾿ ἐκεῖνα ποὺ διαβάζουμε στὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο (Ματθ. β΄ 13-23) τούτη τὴν Κυριακή, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἐκκλησία μᾶς προσκαλεῖ νὰ θυμηθοῦμε ταυτόχρονα τὸν Βασιλέα Δαβίδ, τὸν Μνήστορα Ἰωσὴφ καὶ τὸν Ἅγιο Ἰάκωβο, ἀδελφὸ τοῦ Κυρίου, βλέπουμε πόσες φορὲς ἡ Καινὴ Διαθήκη ἀναφέρεται στὴν Παλαιά, γιὰ νὰ διαβάσει ἐκεῖ προτυπώσεις τοῦ Χριστοῦ.
Ἤδη ἀπὸ τὶς πρῶτες αὐτὲς στιγμὲς τῆς ἐπίγειας ζωῆς τοῦ Χριστοῦ, διαφαίνεται κατὰ τρόπο ὑπαινικτικό, –ἀλλὰ ὡς ἤδη παρόν– τὸ ἀναμενόμενο καὶ θεμελιῶδες γιὰ τὴν σωτηρία μας Μυστήριο τοῦ Σταυροῦ. Μὲ τὴν φυγή Του στὴν Αἴγυπτο καὶ τὴν ἐπιστροφή Του στὴν γῆ τοῦ Ἰσραήλ, ὁ Κύριος προτυπώνει καὶ ἀναγγέλει ὅτι, διὰ τοῦ Πασχαλίου Μυστηρίου τοῦ Θα- 2 νάτου καὶ τῆς Ἀναστάσεώς Του, πρόκειται ὁ Ἴδιος νὰ ἐκπληρώσει ὅ,τι προτύπωνε ὁ ἀρχαῖος Ἰσραὴλ διὰ τῆς παραμονῆς του στὴν Αἴγυπτο καὶ τῆς ἐξόδου του πρὸς τὴν Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας.
Ὅλη ἡ ἱστορία τοῦ Ἰσραὴλ εἶναι μιὰ ἱστορία σωτηρίας, μιὰ ἱστορία ποὺ φτάνει στὸ ἀποκορύφωμά της μὲ τὴν ὑπέρτατη Ἔξοδο τοῦ νέου Ἰσραήλ, δηλαδὴ τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ –τοῦ ἴδιου τοῦ θεανθρώπου Χριστοῦ μαζὶ μὲ τὴν ἑνωμένη μὲ Αὐτὸν ἀνθρωπότητα– ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο τῆς παρούσης ζωῆς, ἀπὸ τὴν ἐπίγεια αἰχμαλωσία, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑποκείμεθα σὲ ὅλες τὶς συνέπειες τῆς ἁμαρτίας, στὴν ἀληθινὴ Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας, στὴν οὐράνια Ἱερουσαλήμ, τὴν ὁποίαν ἔχουμε ἤδη ἀποκτήσει διὰ τοῦ Βαπτίσματος καὶ ἡ ὁποία θὰ ἀποκαλυφθεῖ στὸ πλήρωμά της κατὰ τὴν Ἐσχάτη Ἡμέρα. Θὰ εἶναι ἡ Μεσσιανικὴ Ἔξοδος, ἔξοδος ὁριστική, τὴν ὁποία ἤδη ἀνήγγειλαν τόσο ὁ προφήτης Ἡσαΐας, ὅσο καὶ πολλὰ ἄλλα προφητικὰ κείμενα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
Στὶς διηγήσεις αὐτὲς τῆς παιδικῆς ἡλικίας, βλέπουμε τὸ παιδίον Ἰησοῦ νὰ περιβάλλεται ἀπὸ τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο Μητέρα Του, τὸν Ἰωσήφ, τοὺς Ποιμένες, τοὺς Μάγους, τὸν Πρεσβύτη Συμεὼν καὶ τὴν Ἄννα, οἱ ὁποῖοι Τὸ ἀναγνωρίζουν, ἐνῶ ὁ Ἡρώδης, ὁ ὁποῖος ἀντιπροσωπεύει τὴν ἐξουσία τοῦ Ἰσραήλ, τὸ διώκει. Αὐτὸ φανερώνει, ὅτι οἱ πτωχοὶ θὰ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ θὰ Τὸν ὑποδεχθοῦν καὶ ὄχι ἐκεῖνοι ποὺ διακρίνονταν λόγῳ φυλῆς, λόγῳ τοῦ ὅτι ἀνῆκαν στὸ ἔθνος τοῦ Ἰσραήλ, τιμώμενοι καὶ ἐκτιμώμενοι ἐκεῖ. Τὴν Βασιλεία δὲν θὰ κληρονομήσουν σάρκα καὶ αἷμα, ἀλλὰ οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅπως θὰ διακηρύξει ὁ Κύριος στοὺς Μακαρισμοὺς (βλ. Ματθ. ε΄ 3, Λουκ. Ϛ ΄ 20). Αὐτοὶ θὰ πάρουν θέση στὴν μακρὰ σειρὰ τῶν θεοσεβῶν ἐκείνων ποὺ ἐξέφραζαν μέσα στοὺς Ψαλμοὺς τὴν δέηση, τὴν ἀπόγνωση, τὴν ἀκλόνητη ἐμπιστοσύνη τους, τὸν αἶνο καὶ τὸ θάμβος τους ἐνώπιον τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ, καὶ οἱ ὁποῖοι ἦταν ἤδη οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι.
Αὐτοὶ Τὸν ὑποδέχονται, αὐτοὶ Τὸν ἀναδέχονται. Οἱ Μάγοι ποὺ ἦρθαν ἀπ᾿ τὴν Ἀνατολὴ προτυπώνουν τοὺς ἐξ ἐθνῶν ποὺ μεταστράφηκαν καὶ θὰ προσέλθουν μαζὶ μὲ τοὺς πτωχούς, μὲ αὐτὸ τὸ «κατάλειμμα» τοῦ Ἰσραήλ, ὅπως εἶχαν προαναγγείλει καὶ οἱ Προφῆτες. Ἀνακαλοῦνται, ἔτσι, ὅλες οἱ διαστάσεις τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας μας. Ὁ διωγμὸς τοῦ Ἡρώδη καὶ ἡ σφαγὴ τῶν ἁγίων ἀθώων νηπίων μᾶς βοηθοῦν ἤδη νὰ διακρίνουμε ἐκεῖνο τὸν ἄλλο διωγμό, ποὺ ἐκίνησαν κατὰ τοῦ Χριστοῦ, ὡς ἄλλος Ἡρώδης, οἱ Ἀρχιερεῖς, οἱ Γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι. Διωγμός, ὁ ὁποῖος θὰ καταλήξει στὰ Πάθη, μὲ τὰ ὁποῖα ὅλως ἰδιαιτέρως συνδέονται οἱ Μάρτυρες ὅλων τῶν αἰώνων –ὁ ὁποῖος ὅμως θὰ ἀποτελέσει γιὰ ὅλα τὰ μέλη τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ὁδὸ τῆς Ἀναστάσεως.
Ἀκούγοντας ἢ διαβάζοντας τὶς διηγήσεις αὐτές, πρέπει νὰ φέρνουμε στὸν νοῦ ὅλο αὐτὸ τὸ παρελθόν, ἀλλὰ καὶ τὸ μέλλον. Μᾶς δίνουν τὸ κλειδὶ ὅλης τῆς πρὸ Χριστοῦ ἱστορίας. Μᾶς δείχνουν πῶς πρέπει νὰ μελετοῦμε τὴν Παλαιὰ Διαθήκη· νὰ μὴ βλέπουμε ἐκεῖ μόνο τὴν θέσπιση ἑνὸς Νόμου ποὺ δὲν πρέπει πλέον νὰ τηρεῖται κατὰ τὸ γράμμα του, ἐπειδὴ τώρα ναὶ μὲν δὲν καταργεῖται, συμπληρώνεται ὅμως ἐν Χριστῷ. Πρὸ πάντων, μᾶς δείχνουν οἱ διηγήσεις αὐτὲς νὰ θεωροῦμε τὴν ἱστορία τῆς σωτηρίας ὡς μία ἱστορία παιδαγωγίας, στὴν διάρκεια τῆς ὁποίας ὁ Θεὸς ὁδηγεῖ σταδιακὰ τὸν λαό Του στὸ νὰ διευρύνει τὴν καθαρὰ ἐπίγεια καὶ ἐθνικιστικὴ ἀντίληψη τοῦ προορισμοῦ του σὲ παγκόσμια καὶ πνευματική, γιὰ νὰ προετοιμαστεῖ γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν αἰώνια ζωή.
Ἐξάλλου, ἂν οἱ εὐαγγελικὲς διηγήσεις φωτίζοντας τὸ παρελθὸν ἀποκαλύπτουν τὴν ἔννοια τῆς ὅλης ἱστορίας τοῦ Ἰσραήλ, δείχνοντας πρὸς τὰ ποῦ ἔτεινε καὶ τὶ προεικόνιζε, ταυτόχρονα φωτίζουν τὸ μέλλον τοῦ κόσμου καὶ μᾶς ἀποκαλύπτουν, ὅτι μέσα ἀπ᾿ ὅλες αὐτὲς τὶς δοκιμασίες, ὅλες τὶς ὀδύνες, ὅλες τὶς δυσκολίες τῶν καιρῶν ποὺ ἔρχονται, ἐν τέλει θὰ ὁλοκληρωθεῖ τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας μας, ἡ ὁριστικὴ ἔξοδός μας. Ἡ νέα αὐτὴ ἔξοδος θὰ ὁδηγήσει ὄχι σὲ μιὰ ὑλικὴ Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας, ἀλλὰ σὲ μιὰ Βασιλεία, ποὺ δὲν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου καὶ τῆς ὁποίας ὁ τόπος ἐδῶ κάτω εἶναι ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ διαθήκη τοῦ Σινᾶ καὶ ὁ Μωσαϊκὸς νόμος βρῆκαν τὴν ὁριστικὴ ἐκπλήρωσή τους στὴν νέα Συνθήκη, τὴν Καινὴ Διαθήκη, –διότι πλέον ὅλα εἶναι θεῖα δῶρα– καὶ σὲ ἕναν καινούργιο νόμο ποὺ δὲν εἶναι πιὰ γραμμένος πάνω σὲ λίθινες πλάκες, ἀλλὰ στὶς σάρκινες καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. Πρόκειται γιὰ μιὰ Συνθήκη ἡ ὁποία, ἂν πειθαρχοῦμε στὴν Χάρη, ἂν ἡ ἐλευθερία μας ἀποδέχεται τὸ δῶρο αὐτὸ τοῦ Θεοῦ, μᾶς προσφέρει τὸ φῶς καὶ τὴν δύναμη, ποὺ θὰ μᾶς ἐπιτρέψει νὰ ζήσουμε ἐν πάσῃ ἀληθείᾳ τὴν Θεία Ζωή. Νὰ τὶ πρέπει νὰ διακρίνουμε μέσα στὰ κείμενα, ποὺ ὁρίζει ἡ Ἐκκλησία νὰ διαβάζουμε στὴν συγκεκριμένη περίοδο τοῦ Λειτουργικοῦ Ἔτους.
Σάββατο 3 Ιανουαρίου 2026
ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΗ: ''ΟΙ ΜΑΓΟΙ ΦΩΝΑΖΟΥΝ...''
Ἑορτὲς ἔχουμε, ἀγαπητοί μου, ἑορτὲς ποὺ διαρκοῦν ὄχι μία καὶ δύο, ἀλλὰ δώδεκα ἡμέρες, μέχρι τὰ Φῶτα. Πρώτη ἡ ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων, ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ ῥίζα ὅλων τῶν χριστιανικῶν ἑορτῶν. Ἤρθαμε στοὺς ναοὺς καὶ προσκυνήσαμε τὸ Χριστὸ ὡς Θεῖο βρέφος, ποὺ ἡ φτωχὴ μητέρα του δὲν εἶχε ποῦ νὰ τὸ βάλῃ καὶ τὸ ἀκούμπησε στὴ φάτνη ὅπου οἱ βοσκοὶ βάζουν τὸ χορτάρι γιὰ τὰ ζῷα. Ποιός θὰ τὸ φανταζόταν, ὅτι τὸ παιδὶ αὐτό, ποὺ δὲν εἶχε ποῦ νὰ σταθῇ καὶ τὸ καταδίωκαν νὰ τὸ θανατώσουν, εἶνε ὁ βασιλιᾶς τοῦ κόσμου;
Προσκυνοῦμε τὸ Θεῖο βρέφος. Ἑκατομμύρια τῶν ἑκατομμυρίων ἄνθρωποι τὸ προσκυνοῦν, καὶ θὰ ἐξακολουθοῦν νὰ τὸ προσκυνοῦν, εἰς πεῖσμα τῶν δαιμόνων καὶ τῶν ἀθέων. Καμμία δύναμι δὲ᾿ θὰ μπορέσῃ ποτὲ νὰ σβήσῃ τὴ μεγάλη αὐτὴ ἑορτή. Ἐφ᾿ ὅσον ἀνατέλλει ὁ ἥλιος καὶ λάμπουν τὰ ἄστρα καὶ τρέχουν οἱ ποταμοὶ καὶ ὑπάρχουν καρδιὲς ποὺ πιστεύουν, δὲ᾿ θὰ παύσῃ ὁ Χριστὸς νὰ ὑμνῆται καὶ νὰ δοξάζεται· ἀπ᾿ τὸ βορρᾶ μέχρι τὸ νότο καὶ ἀπ᾿ τὴν ἀνατολὴ μέχρι τὴ δύσι, «πᾶσα γλῶσσα θὰ ἐξομολογῆται ὅτι εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ πατρός. Ἀμήν» (Φιλ. 2,11 καὶ θ. Λειτ.).
Προσκυνοῦμε καὶ σήμερα τὸ Θεῖο βρέφος. Ποιοί τὸ προσκύνησαν πρῶτοι; Πλούσιοι, μεγιστᾶνες, στρατηγοί, βασιλεῖς, σοφοὶ καὶ ἐπιστήμονες; Ὄχι. Βοσκοὶ ἦταν οἱ πρῶτοι προσκυνηταί του. Αὐτοὶ πού, ἐνῷ εὐεργετοῦν τὸν κόσμο, περιφρονοῦνται ἀπὸ τὸν κόσμο. Ὤ μεγαλεῖο τῆς θρησκείας μας, ποὺ ἄρχισε ἀπὸ βοσκούς, ἀπὸ ψαρᾶδες, ἀπὸ μικρὰ παιδιά, ἀπὸ ταπεινοὺς τῆς γῆς!
Ἔχει μεγάλη σημασία αὐτό. Δείχνει, ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν κατοικεῖ σὲ παλάτια, δὲν συχνάζει σὲ πανεπιστήμια καὶ μεγάλες σχολές, δὲ᾿ βρίσκεται ἐκεῖ ποὺ εἶνε ἡ δύναμι καὶ ἡ βία· ἀρέσκεται στὶς καλύβες τῶν φτωχῶν, κατοικεῖ μέσα σὲ καρδιὲς ταπεινῶν ὅπως οἱ βοσκοί. Εἶσαι ταπεινός; νιώθεις τὸ Χριστό· δὲν εἶσαι ταπεινός; δὲ᾿ νιώθεις τίποτα. Μέσα στὶς πολιτεῖες ὑπάρχουν τέρατα, ἐπιστήμονες ἄθεοι· πάνω στὰ βουνὰ τὰ εὐλογημένα ὑπάρχουν τσοπαναραῖοι, ποὺ ἅμα ἀκοῦν τὰ σήμαντρα νὰ χτυπᾶνε γονατίζουν καὶ προσεύχονται. Αὐτοὶ εἶνε ἡ Ἑλλάς, αὐτοὶ εἶνε Χριστιανοί, αὐτοὶ εἶνε οἱ πιστοὶ τοῦ Χριστοῦ.
Οἱ βοσκοὶ λοιπὸν ἀξιώθηκαν ν᾿ ἀσπασθοῦν πρῶτοι τὸ Χριστό. Μετὰ ἀπὸ τοὺς βοσκοὺς ἦρθαν κάποιοι ἄλλοι καὶ τὸν προσκύνησαν. Ποιοί εἶνε αὐτοί; Τὸ λέει σήμερα τὸ εὐαγγέλιο· εἶνε οἱ μάγοι. Ἀκούγοντας μάγους μὴν πάῃ τὸ μυαλό σας σ᾿ αὐτοὺς τοὺς μάγους καὶ τὶς μάγισσες ποὺ μέσα στὶς πόλεις ἢ γυρίζοντας ἀπὸ τόπο σὲ τόπο ξεγελοῦν κ᾿ ἐκμεταλλεύονται τοὺς ἀφελεῖς. Δυστυχῶς ἡ μαγεία, μὲ μάσκα ἐπιστημονική, ὀργιάζει. Οἱ σημερινοὶ μάγοι εἶνε ὄργανα σατανικά. Πιστεύεις στὸ Χριστό; Ἂν πιστεύῃς, τότε ὄχι ἕνας μάγος, ὅλοι οἱ μάγοι νὰ μαζευτοῦνε κι ὅλα τὰ μάγια νὰ κάνουνε, ἂν ἐσὺ ἔχῃς καθαρὴ καρδιὰ καὶ λὲς τὸ «Κύριέ μου, ἐλέησόν με» καὶ τὰ μάτια σου δακρύζουν, οἱ μάγοι καὶ οἱ μάγισσες διαλύονται σὰν κάπνος.
Ὅταν λέει λοιπὸν τὸ εὐαγγέλιο γιὰ μάγους δὲν ἐννοεῖ μάγους καὶ μάγισσες σὰν τοὺς σημερινούς. Ἐκεῖνοι οἱ μάγοι ἦταν ἄλλο εἶδος· ἦταν οἱ ἀστρονόμοι τῆς ἐποχῆς, ἔξοχοι ἐπιστήμονες καὶ σοφοί. Ζοῦσαν στὰ μέρη τῆς Περσίας, ὅπου ὁ ἥλιος λάμπει καὶ ἡ ἀτμόσφαιρα εἶνε διαυγὴς καὶ τὰ ἄστρα φαίνονται καθαρώτερα τὸ καλοκαίρι. Ἐκεῖ λοιπόν, στὸ περιβάλλον ἐκεῖνο, οἱ ἐπιστήμονες μάγοι ἀνέβαιναν στὶς κορυφὲς κι ὅλη τὴ νύχτα παρατηροῦσαν τὸ πανόραμα τοῦ οὐρανοῦ. Ὅλοι οἱ ἀστρονόμοι εἶνε πιστοί. Δὲν ὑπάρχει ἀστρονόμος ἄπιστος καὶ ἄθεος. Διότι τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ εἶνε ἕνα ἀπὸ τὰ καταπληκτικώτερα πράγματα τοῦ κόσμου. Λένε μερικοὶ ἀνόητοι ὅτι θὰ γκρεμίσουν τὶς ἐκκλησίες. Μπορεῖ νὰ τὶς γκρεμίσουν, νὰ σβήσουν τὰ καντήλια, νὰ μὴν ὑπάρχῃ πλέον ἐκκλησιὰ στὸν κόσμο· ἀλλὰ ὁ Χριστὸς ἔχει ἄλλα καντήλια, ποὺ εἶνε ψηλὰ στοὺς οὐρανοὺς καὶ φωτίζουν τὸν κόσμο· εἶνε τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ.
Λοιπὸν οἱ μάγοι αὐτοὶ πίστευαν στὸ Θεό. Καὶ ξαφνικὰ ἕνα βράδυ βλέπουν ἕνα ἄστρο νὰ λάμπῃ πιὸ πολὺ ἀπὸ τὰ ἄλλα. ῎ Αστρο μὲ ἀσυνήθιστη λάμψι. Παραξενεύτηκαν. Ἄνοιξαν τὰ βιβλία, διάβασαν τὶς προφητεῖες, καὶ εἶδαν ὅτι τὸ ἄστρο αὐτὸ ἦταν τὸ μήνυμα ὅτι γεννήθηκε ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου. Ἀφοῦ πείσθηκαν πλέον γι᾿ αὐτό, φόρτωσαν τὶς καμῆλες τους μὲ δῶρα πολύτιμα, ἀνέβηκαν σ᾿ αὐτὲς καὶ ξεκίνησαν. Πέρασαν βουνά, λαγκάδια, ποτάμια… Μετὰ ἀπὸ ἐπικίνδυνο ταξίδι ―γιατί οἱ συγκοινωνίες τότε δὲν ἦταν ἀσφαλεῖς― ἔφτασαν στὰ Ἰεροσόλυμα, καὶ τέλος στὴ Βηθλεέμ. Ἐκεῖ τὸ ἄστρο στάθηκε. Βρῆκαν τὸ Χριστό, τὸν προσκύνησαν ―δεύτεροι μετὰ τοὺς βοσκούς―, ἄνοιξαν τὰ κουτιὰ καὶ τοῦ προσέφεραν χρυσάφι σμύρνα καὶ λιβάνι. Γιατί χρυσάφι;
Γιὰ νὰ δείξουν, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶνε ὁ βασιλιᾶς τοῦ κόσμου. Γιατί σμύρνα; Γιὰ νὰ φανῇ, ὅτι ὁ Χριστὸς θὰ θανατωθῇ. Ἡ σμύρνα εἶνε φυτὸ ποὺ μὲ τὸ ἄρωμά του ῥαντίζουν τοὺς νεκροὺς μέχρι καὶ σήμερα στὰ μέρη τῆς Ἀνατολῆς· κι ὅπως θὰ θυμᾶστε, ὅταν ὁ Ἰωσὴφ μαζὶ μὲ τὸ Νικόδημο ἀποκαθήλωσε τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ μας ἀπὸ τὸ σταυρό, πῆρε καθαρὰ σινδόνα, σμύρνα καὶ ἀλόη καὶ ἄλειψε τὸ σῶμα του. Καὶ τὸ λιβάνι; Γιὰ νὰ δείξουν, ὅτι εἶνε Θεός. Τὸ λιβάνι προσφέρεται μόνο στὸ Θεό, καὶ δὲν πρέπει νὰ λιβανίζουμε ἀνθρώπους γιὰ λόγους συμφέροντος. Αὐτὰ σημαίνουν τὰ δῶρα· χρυσάφι, Χριστὲ εἶσαι ὁ Βασιλεύς· σμύρνα, θὰ πεθάνῃς γιὰ μᾶς τοὺς ἁμαρτωλούς· λιβάνι, εἶσαι ὁ Θεὸς ὁ ἀθάνατος.
Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ οἱ μάγοι, λέει τὸ εὐαγγέλιο, γύρισαν στὴν πατρίδα τους. ῎ Οχι ὅμως ἀπὸ τὸν διο δρόμο. Γιατί ὄχι ἀπὸ τὸν διο δρόμο; Διότι τέτοια ἐντολὴ ἔλαβαν. Δὲν ἐπέστρεψαν νὰ ποῦν στὸν Ἡρώδη ποῦ γεννήθηκε ὁ Χριστός, κι αὐτὸς κατάλαβε ὅτι τὸν γέλασαν. Οἱ μάγοι θὰ μᾶς δικάσουν, ἀγαπητοί μου, ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως. Γιατί θὰ μᾶς δικάσουν; Γιὰ τρεῖς λόγους. Ἀπὸ ποῦ ξεκίνησαν οἱ μάγοι; Ἀπὸ τὴν Περσία. Ἡ Περσία ἀπέχει ἀπὸ τὴν Παλαιστίνη δύο χιλιάδες χιλιόμετρα. Τί θέλω νὰ πῶ· ἂν ὑποθέσουμε ὅτι ἐδῶ ὑπῆρχε μία μόνο ἐκκλησία κι αὐτὴ ἦταν μακριά μας χίλια χιλιόμετρα, ποιός ἀπὸ μᾶς θὰ πήγαινε νὰ ἐκκλησιαστῇ; Οὔτε ἕνας. Γιὰ τὸ ἄτιμο τὸ χρῆμα ξεκινάει ὁ ἄλλος καὶ πάει μέχρι τὰ ἄκρα τῆς γῆς· γιὰ τὸ Χριστὸ ποιός θὰ ξεκινήσῃ; Πόσο ἀπέχουν τὰ σπίτια μας ἀπὸ τὴν ἐκκλησία; Λίγα μέτρα.
Γιατί δὲν ἐκκλησιαζόμαστε; Οἱ μάγοι ἔκαναν δυὸ χιλιάδες χιλιόμετρα γιὰ νὰ δοῦν τὸ Χριστό. Γι᾿ αὐτὸ αὐτοί θὰ δικάσουν ἐκείνους ποὺ ἀκοῦνε τὴν καμπάνα καὶ ἀδιαφοροῦν. Ἀλλὰ θὰ μᾶς δικάσουν καὶ γιὰ κάτι ἄλλο οἱ μάγοι. Τοὺς εἴδαμε νὰ γεμίζουν τὰ σακκιά τους μὲ πολύτιμα δῶρα, χρυσάφι λιβάνι καὶ σμύρνα, καὶ νὰ τὰ προσφέρουν στὸ Χριστό. Μᾶς διδάσκουν λοιπὸν νὰ προσφέρουμε κ᾿ ἐμεῖς ὅπως αὐτοί, νὰ εἴμεθα ἐλεήμονες. Ποιός σήμερα εἶνε ἐλεήμων; Πολλοὶ ἔχουν καταθέσεις. Γέμισαν οἱ τράπεζες, ἀναστενάζουν τὰ ταμιευτήρια. Καὶ χτυπάει τὴν πόρτα τους ὁ φτωχός, ἡ χήρα, τὸ ὀρφανό· τοὺς χτυπάει τὴν πόρτα τὸ σχολεῖο, ἡ ἐκκλησία, ἡ πατρίδα ἡ ἔρημη, κι αὐτοὶ δραχμή δὲ᾿ δίνουν· οὔτε νερὸ στὸν ἄγγελό τους! Τί Χριστιανοὶ εἶνε αὐτοί;
Θὰ μᾶς ἐλέγξουν οἱ μάγοι ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως γιατὶ δὲν ἐκκλησιαζόμεθα καὶ γιατὶ δὲν ἀνοίγουμε τὸ πορτοφόλι μας. Θὰ μᾶς ἐλέγξουν ὅμως καὶ γιὰ ἕναν ἀκόμη λόγο. Ποιόν; Ὅτι ἐκεῖνοι δὲν ἐπέστρεψαν στὴν Περσία ἀπὸ τὸν διο δρόμο, ἀλλὰ ἄλλαξαν δρόμο. Τί σημαίνει αὐτὸ γιὰ μᾶς; Ὅτι ἀφοῦ πιστέψαμε στὸ Χριστὸ πρέπει ν᾿ ἀλλάξουμε δρόμο, ν᾿ ἀλλάξουμε τρόπο ζωῆς. Ὄχι πλέον ἀπὸ τὸ δρόμο τὸν παλιό, τὸ δρόμο ποὺ πηγαίνουν ὅλοι. Οἱ μάγοι μᾶς φωνάζουν· Ἀλλάξτε δρόμο! Πλούσιοι καὶ φτωχοί, μικροὶ καὶ μεγάλοι, πράσινοι καὶ κόκκινοι, λευκοὶ καὶ μαῦροι, ἂν δὲν ἀλλάξουμε δρόμο, χαθήκαμε. Ὁ δρόμος ποὺ περπατᾶμε, ὁ δρόμος τῆς πορνείας καὶ τῆς μοιχείας, τῆς φιλαργυρίας καὶ τῆς πλεονεξίας, τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς ἀθεΐας, ὁδηγεῖ στὴν καταστροφή. Ὅλοι ν᾿ ἀλλάξουμε δρόμο. Μὲ τὸν καινούργιο χρόνο, ποὺ ἔρχεται, ν᾿ ἀφήσουμε τὰ πάθη, τὶς κακίες, τὰ ἐλαττώματα, γιὰ νά ᾿χουμε τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ.
Οἱ μάγοι φωνάζουν· ἐκκλησιάζεσθε, ἐλεεῖτε, ἀλλάξτε δρόμο – μετανοεῖτε. ῎Αμποτες ὅλοι ν᾿ ἀκούσουμε τὴ φωνὴ τῶν μάγων, τῶν μεγάλων αὐτῶν σοφῶν καὶ ἐπιστημόνων, ν᾿ ἀκολουθήσουμε τὸ Χριστό, γιὰ νὰ ἔχουμε τὴν εὐλογία του εἰς αἰῶνας αἰώνων· ἀμήν.
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Βασιλείου Φιλώτα - Ἀμυνταίου τὴν 26-12-1976 μὲ ἄλλο τίτλο.
ΑΚΤΙΝΕΣ
Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2026
ΤΗ ΑΥΤΗ ΗΜΕΡΑ, ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ
Κυριακὴ μετὰ τὴν Χριστοῦ Γέννησιν
Ἰωσὴφ ὁ Δίκαιος καὶ Μνήστωρ τῆς Θεοτόκου ἦτο υἱὸς τοῦ Ἰακὼβ (Ματθ. α΄ 16), γαμβρὸς δὲ καὶ ἑπομένως υἱὸς πάλιν (Λουκ. γ΄ 23) καὶ Ἠλεὶ (ὅστις καὶ Ἐλιακεὶμ καὶ Ἰωακεὶμ καλεῖται καὶ εἶναι ὁ τῆς Παρθένου Μαρίας πατήρ). Οὗτος κατήγετο ἐκ τῆς φυλῆς τοῦ Ἰούδα καὶ ἐκ τῆς οἰκογενείας τοῦ Δαυΐδ, κατῴκει δὲ εἰς τὴν Ναζαρέτ. Ἦτο δὲ ὁ μακάριος Ἰωσὴφ τέκτων τὴν τέχνην καὶ γέρων τὴν ἡλικίαν, ὅτε κατ᾿ εὐδοκίαν Θεοῦ ἐμνηστεύθη τὴν Παρθένον Μαρίαν, ἵνα ὑπηρετήσῃ Αὐτὴν εἰς τὸ μέγα Μυστήριον τῆς Ἐνσάρκου Αὐτοῦ Οἰκονομίας. Ἐτελεύτησε δέ, κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν Πατέρων, μετὰ τὸ 12ον ἔτος ἀπὸ τῆς τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ Γεννήσεως. Ἰάκωβος δέ, ὁ ἀδελφὸς τοῦ Κυρίου, ἦτο υἱὸς τοῦ Ἰωσὴφ τοῦ Μνήστορος ἐκ τῆς γυναικός, τὴν ὁποίαν εἶχε πρὶν μνηστευθῆ τὴν Ἀειπάρθενον· ὡς ἐκ τούτου ἐλέγετο υἱὸς Αὐτῆς καὶ ἀδελφὸς τοῦ Κυρίου, ὡς καὶ Αὐτοῦ νομιζομένου υἱοῦ τοῦ Ἰωσήφ. Οὗτος κατέστη πρῶτος Ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων, χειροτονηθεὶς ὑπ᾿ Αὐτοῦ τοῦ Κυρίου, ἐπωνομάσθη δὲ Ὀλβίας, δηλαδὴ Δίκαιος, διὰ τὴν ἄκραν αὐτοῦ ὁσιότητα καὶ δικαιοσύνην. Ἀναβὰς δὲ ἐπὶ τὸ πτερύγιον τοῦ Ναοῦ κατὰ τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα καὶ κηρύξας ἐκεῖθεν μεγάλῃ φωνῇ ὑπὲρ τοῦ Ἰησοῦ, ἐλιθοβολήθη ὑπὸ τῶν Ἰουδαίων καὶ συνετρίβη τὴν κεφαλὴν διὰ ξύλου ὑπό τινος γναφέως, οὕτω δὲ παρέδωκε τὴν μακαρίαν ψυχήν του εἰς χεῖρας Θεοῦ. Δαυῒδ δέ, ὁ Προφήτης καὶ Βασιλεύς, ἦτο υἱὸς τοῦ Ἰεσσαί, γεννηθεὶς εἰς τὴν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας ͵απεʹ (1085) ἔτη πρὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, εὑρίσκετο δὲ ἐν Γαβαᾷ. Τὸν Νόμον Κυρίου ἐδιδάχθη παρὰ τοῦ Προφήτου Νάθαν, προεφήτευσε δὲ ἔτη τεσσαράκοντα. Ὁ δὲ Νάθαν προεγνώρισεν, ὅτι ὁ Δαυῒδ θέλει παραβῆ τὸν Νόμον Κυρίου καὶ θέλει μοιχεύσει τὴν Βηρσαβεέ· ὅθεν ἔσπευσε νὰ ὑπάγῃ πρὸς αὐτόν, ἵνα τοῦ ἀναγγείλῃ τὴν μέλλουσαν ἁμαρτίαν, καὶ κατὰ συνέπειαν ἐμποδίσῃ τοῦτον ἀπ᾿ αὐτῆς. Ἀλλ᾿ ὁ φθονερὸς διάβολος ἠμπόδισε τὸν Νάθαν μὲ τοῦτον τὸν τρόπον· ἀπαντήσας δηλαδὴ ὁ Νάθαν καθ᾿ ὁδὸν νεκρὸν ἐσφαγμένον καὶ γυμνόν, ἐσταμάτησεν ὅπως ἐνταφιάσῃ αὐτόν, ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως ἥμαρτεν ὁ Δαυΐδ. Ὅθεν τοῦτο μαθὼν ὁ Νάθαν, ὑπέστρεψεν εἰς τὸν οἶκον του κλαίων καὶ ὀδυρόμενος. Ἀφοῦ δὲ ὁ Δαυῒδ ἐθανάτωσε τὸν Οὐρίαν, τὸν ἄνδρα τῆς Βηρσαβεέ, ἔπεμψεν ὁ Κύριος τὸν Νάθαν καὶ ἤλεγξεν αὐτόν. Πολὺ δὲ μετανοήσας καὶ κλαύσας ὁ Δαυῒδ διὰ τὰς δύο ἁμαρτίας του καὶ φθάσας εἰς γῆρας βαθὺ ἀπέθανε καὶ ἐτάφη μετὰ τῶν πατέρων αὐτοῦ. Τῶν Ἁγίων τούτων ἡ Σύναξις τελεῖται ἐν τῇ ἁγιωτάτῃ Μεγάλῃ Ἐκκλησίᾳ καὶ ἐν τῷ Ἀποστολικῷ Ναῷ τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Ἰακώβου τοῦ Ἀδελφοθέου, ἐν τῷ σεβασμίῳ οἴκῳ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου ἐν τοῖς Χαλκοπρατείοις. Ταῖς τῶν Σῶν ῾Αγίων πρεσβείαις, ὁ Θεός, ἐλέησον ἡμᾶς. ᾿Αμήν.
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΗ (2020)
ΟΔΟΣ ΣΤΑΥΡΟΥ ΚΑΙ Η ΦΥΓΗ ΣΤΗΝ ΑΙΓΥΠΤΟ
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ
''ΜΕΛΛΕΙ ΓΑΡ ΗΡΩΔΗΣ ΖΗΤΕΙΝ ΤΟ ΠΑΙΔΙΟΝ ΤΟΥ ΑΠΟΛΕΣΑΙ ΑΥΤΟΝ''
ΜΕ ΤΗΝ ΓΕΝΝΗΣΗ ΑΡΧΙΣΕ ΚΙ Ο ΣΤΑΥΡΙΚΟΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΣ
ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: ΓΙΑΤΙ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ;
ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ: ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΝΗΠΙΩΝ ΠΟΥ ΕΦΟΝΕΥΘΗΣΑΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΑΠΟ ΤΟΝ ΗΡΩΔΗ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΗ: ''ΟΙ ΜΑΓΟΙ ΦΩΝΑΖΟΥΝ...''
ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟ ΑΧΡΑΝΤΟΝ ΚΑΙ ΘΕΙΟΝ ΓΕΝΕΘΛΙΟΝ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΘΕΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΕΘΩΝΗΣ κ. ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΗ 27 (9) ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2021
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ Η ΜΟΝΗ ΣΩΤΗΡΙΑ
Πέμπτη 1 Ιανουαρίου 2026
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': «ΑΣ ΑΦΗΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΜΑΣ ΝΑ ΡΥΘΜΙΖΕΙ ΤΗΝ ΖΩΗ ΜΑΣ» 2022
Μητροπολίτης Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανός Β'
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών
ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΦΙΛΕΣΤΑΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΕΘΩΝΗΣ κ. ΑΜΒΡΟΣΙΟΥ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΗ 27 (9) ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2021
Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλή Αττικής
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: ΤΟ ΓΟΕΡΟ ΚΛΑΜΑ ΤΟΥ ΒΡΕΦΟΥΣ
Κυριακή μετά την του Χριστού γέννηση
Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2025
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: ΙΗΣΟΥΣ ΧΡΙΣΤΟΣ Η ΜΟΝΗ ΣΩΤΗΡΙΑ (2022)
Κυριακή μετά την του Χριστού Γέννηση
Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2023
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΗ (2022)
Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,
Οἱ τρεῖς Μάγοι ἀπὸ τὴν Ἀνατολή, ξακουστοὶ γιὰ τὴν ἐνασχόλησή τους μὲ τὴν ἐρμηνεία τῶν θέσεων καὶ τῶν κινήσεων τῶν ἀστεριῶν, εἶδαν κάποτε ἕνα νέο ἀστέρι, λαμπρότερο τῶν ὑπολοίπων, καὶ μὲ βεβαιότητα τὸ θεώρησαν ὡς ἔνδειξη τῆς γέννησης τοῦ Βασιλιᾶ τῶν Ἰουδαίων.
Θυσίασαν, τότε, χρόνο καὶ πολὺ κόπο, προκειμένου νὰ βρεθοῦν στὸ σημεῖο ποὺ ὑπεδείκνυε ὁ ἁστέρας. «Φθάσαντες εἰς Ἱερουσαλήμ, μὲ πόθον ἐρωτῶσι, ποὺ ἐγεννήθη ὁ Χριστός, νὰ πὰν νὰ Τὸν εὑρῶσι», ὅπως ψάλλουμε στὰ κάλαντα.
Τὴν περίοδο ἐκείνη βασίλευε στὸν Ἰσραὴλ ὁ Ἡρώδης, ὁ ὁποῖος ἀκούγοντας τὴν εἴδηση τῆς γέννησης τοῦ Χριστοῦ, ταράχθηκε. Φθόνησε τὸν Νεογέννητο. Φοβήθηκε μὴν τοῦ πάρει τὴν ἐξουσία.
Κάλεσε, λοιπόν, τοὺς Ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς, γιὰ νὰ μάθει τὸν τόπο τῆς γέννησης τοῦ Χριστοῦ. Τοῦ ἀπάντησαν ὅτι σύμφωνα μὲ τὶς γραφές, ὁ Χριστὸς θὰ γεννηθεῖ στὴν Βηθλεέμ τῆς Ἰουδαίας. Ἀμέσως μετά, κρυφὰ κάλεσε τοὺς Μάγους, γιὰ νὰ πληροφορηθεῖ τὸν χρόνο ἐμφάνισης τοῦ ἀστέρα. Ἦταν περίπου δύο χρόνια ποὺ εἶχε ἐμφανισθεῖ.
Φεύγοντας ἀπὸ τὸν Ἡρώδη, οἱ σοφοὶ ἄνδρες εἶδαν τὸν ἀστέρα νὰ τοὺς καθοδηγεῖ μέχρι ποὺ στάθηκε πάνω ἀπὸ τὸ σημεῖο ὅπου βρισκόταν ὁ Λυτρωτής. Μπῆκαν, τότε, στὸ σπίτι, ὅπου ζοῦσε ὁ Χριστὸς μὲ τὴν Παναγία μας, καὶ Τὸν προσκύνησαν προσφέροντάς Του ὡς δῶρα χρυσό, λίβανο καὶ σμύρνα.
Μετὰ τὴν ἐπίσκεψη, εἶδαν σὲ ὄνειρο ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιστρέψουν στὸν Ἡρώδη γιὰ νὰ τὸν ἐνημερώσουν, ὅπως εἶχαν συνεννοηθεῖ, γιὰ αὐτὸ καὶ ἐπέστρεψαν στὴν πατρίδα τους παίρνοντας διαφορετικὴ διαδρομή.
Ὁ Ἡρώδης, βλέποντας ὅτι οἱ Μάγοι τὸν ξεγέλασαν, ἐπειδὴ δὲν ἤξερε ποιὸς ἀκριβῶς ἦταν ὁ μελλοντικὸς Βασιλιὰς τοῦ Ἰσραήλ, διέταξε νὰ σκοτώσουν ὅλα τὰ ἀρσενικὰ τῆς Βηθλεὲμ καὶ τῶν περιχώρων ἕως δύο ἐτῶν. Ἤλπιζε ὅτι μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο θὰ ξεφορτωνόταν τὸ μεγάλο πρόβλημα ποὺ ἀνέκυψε.
Ἦταν πολὺ κακὸς ἄνθρωπος ὁ Ἡρώδης. Κι ὅμως, αὐτὸς ὁ κακὸς ἄνθρωπος σκότωσε πολὺ λιγότερα νήπια ἀπὸ αὐτὰ ποὺ θανατώνονται κάθε χρόνο στὴν πατρίδα μας καὶ ἀλλοῦ μὲ τὶς εὐλογίες τῶν δῆθεν προοδευτικῶν.
Ἀναφέρομαι στὶς ἐκτρώσεις, ποὺ ἀποτελοῦν γιὰ τὴν κοινωνία μας τὸν σύγχρονο -καὶ μανιωδέστερο τοῦ πρώτου- Ἡρώδη. Θέλει νὰ γλιτώσει τὸ ζευγάρι ἀπὸ τὸ δῆθεν μεγάλο ἀνακύψαν «πρόβλημα τῆς σύλληψης», καὶ ἀποφασίζει πὼς ὁ καλύτερος τρόπος εἶναι νὰ θανατώσουν τὸ παιδὶ τους τὼρα ποὺ ἀκόμη δὲν φαίνεται στὰ μάτια μας ἄνθρωπος.
Ὁ Ἡρώδης ἦταν πιὸ ἐπιεικής. Θανάτωσε νήπια ποὺ μὲ τὶς ὅποιες δυνάμεις τους μποροῦσαν κάπως νὰ ἀντιδράσουν. Ὁ σύγχρονος Ἡρώδης θανατώνει ἀνθρώπους ποὺ δὲν ἔχουν καμία δυνατότητα ἀντίδρασης. Καὶ αὐτὸ θεωρεῖται πρόοδος.
Δίχως, νὰ ἀναφερθῶ περισσότερο στὸ σημαντικὸ αὐτὸ ζήτημα, θὰ ἤθελα νὰ τονίσω ὅτι κάτι ἀνάλογο μὲ αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ Ἡρώδης προσπαθῶντας νὰ θανατώσει τὸν Κύριό μας, εἶναι ἡ ὅποια ἁμαρτία διαπράττουμε εἰδικὰ ἑμεῖς, οἱ βαπτισμένοι στὸ ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ.
Ὁ Ἡρώδης δὲν κατάφερε ὄχι νὰ θανατώσει, οὔτε νὰ ἀγγίξει σωματικὰ τὸν Χριστό, ἡ ἁμαρτία, ὅμως, Τὸν πληγώνει καὶ Τὸν θλίβει, διότι μᾶς ἀγαπάει καὶ θέλει νὰ εἴμαστε Φῶς καὶ ἑνωμένοι μαζί Του, καθαροὶ ἀπὸ κάθε ἁμαρτία.
Γιὰ αὐτή Του τὴν ἀγάπη, ὁ Κύριος, ἤδη ἀπὸ τὴν βρεφική Του ἡλικία βρέθηκε σὲ μεγάλο κίνδυνο καὶ ἔγινε ἐξόριστος, ἔφυγε στὴν Αἴγυπτο. Ἡ φυγὴ στὴν Αἴγυπτο προοικονομεῖ κατὰ κάποιον τρόπο τὴν ἔξοδο τοῦ Εὑαγγελίου στὰ ἔθνη γιὰ τὴν λύτρωσή τους ἀπὸ τὴν εἰδωλολατρεία.
Δείχνει, ἐπίσης, τὴν ἀντίθεση ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο βλέπει ὁ Θεὸς καὶ οἱ ἄνθρωποι τὰ πράγματα. Οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ψηλὰ τοὺς σπουδαγμένους, τοὺς πλουσίους, τοὺς διάσημους, ὁ Θεός, ὅμως, ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ἦρθε στὸν κόσμο λαμβάνοντας ἀνθρώπινη σάρκα, ἐξέλεξε τὰ μὴ ὄντα, δηλαδὴ τοὺς ἄσημους στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων καὶ ταπεινοὺς, γιὰ νὰ καταργήσει τὰ ὄντα, τοὺς σπουδαίους τῆς κοινωνίας.
Ἀντὶ νὰ γεννηθεῖ σὲ παλάτι, ἐπέλεξε τὴν ταπεινὴ φάτνη. Ἀντὶ νὰ καλέσει σπουδαίους μουσικοὺς γιὰ νὰ ὑμνήσουν τὴν Γέννησή Του, ἐπέλεξε τοὺς ταπεινοὺς ποιμένες. Καὶ τώρα, ἀντὶ νὰ ἀποκρύψει τὴν Γέννησή του στὸν Ἡρώδη, ζῶντας μὲ ἀσφάλεια στὴ γῆ τοῦ Ἰσραήλ, ἐπιλέγει νὰ κινδυνεύσει καὶ νὰ βρεθεῖ ἐξόριστος στὴν Αἴγυπτο, τὴν γῆ ὅπου δέσποζε ἡ λατρεία τῶν εἰδώλων.
Μεγάλη, λοιπόν, πραγματικὰ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος. Αὐτὴ τὴν ἀγάπη δὲν πρέπει νὰ τὴ λησμονοῦμε. Ἄν σκεφτόμαστε διαρκῶς ὅτι ὁ Χριστὸς μᾶς ἀγαπάει ὡς παιδιά Του, θὰ πάψουμε νὰ Τὸν θλίβουμε.
Ἄν σκεφτόμαστε ὅτι ὁποιοδήποτε τάλαντο ἔχουμε εἶναι προϊὸν τῆς ἀγάπης Ἐκείνου πρὸς ἑμᾶς γιὰ νὰ ἐπιβιώσουμε, ἀλλὰ καὶ νὰ δημιουργοῦμε γιὰ τὸ κοινὸ καλό, τότε θὰ ἀναλώσουμε τὶς δυνάμεις μας μὲ πολλὴ χαρά, ἐπιστρέφοντας τοὺς καρποὺς τῶν ταλάντων μας στὸν Θεό. Ἄν σκεφτόμαστε ὅτι ὁ Θεὸς ὅλους μᾶς ἀγαπάει ἀμερόληπτα, θὰ βλέπουμε τοὺς συνανθρώπους μας ὡς πραγματικὰ ἀδέρφια.
Μετ’ ευχῶν,
ὁ Ἐπίσκοπός σας,
† ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος
Ιερά Μητρόπολη Αττικής και Βοιωτίας
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


