ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 11ο (2013 - 2024)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2022

ΟΣΙΟΣ ΣΤΑΡΕΤΣ ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΡΙΟΣ ΤΗΣ ΟΠΤΙΝΑ

 




Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο του Πέτρου Μπότση
«Πατερικό της Όπτινα»,
β' έκδοση, Αθήνα 2006, σελ. 133 - 134 -139.
<<Στο βιβλίο αυτό, το <<Πατερικό της Όπτινα>>, καταχωρήσαμε όσα στοιχεία διασώθηκαν, εκείνα που εμείς μπορέσαμε να βρούμε από τους βίους και τα κατορθώματα των οσίων εκείνων πατέρων. Η ύλη κατανεμήθηκε σε τέσσερα κεφάλαια ως εξής:
Στο Α' κεφάλαιο αναφερόμαστε στην ιστορία της Όπτινα και το θεσμό των γερόντων, όπως εγκαθιδρύθηκε στο μοναστήρι και τη σκήτη. Στο Β' κεφάλαιο παραθέτουμε τις βιογραφίες των δεκατεσσάρων στάρετς που έχουν ήδη ανακηρυχτεί άγιοι. Μολονότι, όπως προαναφέραμε, οι βιογραφίες των έξι από τους οσίους αυτούς έχουν κυκλοφορήσει ήδη στην ελληνική, τους συμπεριλάβαμε κι εκείνους με σύντομες περιλήψεις των βίων τους, γιατί φρονούμε πως χωρίς αυτούς δε θά' ταν ολοκληρωμένο το <<Πατερικό>>.
Η σειρά με την οποία κατατάσσονται στο βιβλίο όλοι οι όσιοι, είναι χρονολογική κι όχι αξιολογική, αναφέρονται δηλαδή με τη σειρά προσέλευσης και διαμονής τους στο μοναστήρι. Θα πρέπει επίσης να σημειώσουμε πως, εκτός από τα βιβλία των έξι στάρετς που ήδη κυκλοφορούν στην ελληνική, για τους περισσότερους υπάρχουν πλήρεις και λεπτομερείς βιογραφίες (στη ρωσική ή στην αγγλική γλώσσα). Οι ανάγκες όμως κι ο σκοπός του βιβλίου αυτού μας περιορίζει στη σύντομη παρουσίασή τους. Στο ίδιο κεφάλαιο, σε παράρτημα, έχουμε παραθέσει τις σύντομες βιογραφίες πέντε άλλων οσίων στάρετς, των οποίων η αγιότητα δεν έχει ακόμα αναγνωριστεί από την Εκκλησία. Στο Γ' κεφάλαιο υπάρχουν οι βιογραφίες 19 οσίων και γερόντων που σχετίζονταν άμεσα με το μοναστήρι και τους γέροντες της Όπτινα.
Οι γέροντες αυτοί είτε προέρχονταν άμεσα από την Όπτινα κι αναγκάστηκαν για διάφορους λόγους ν' απομακρυνθούν απ' αυτήν, είτε ζούσαν σε κοντινά μοναστήρια κάτω από την απόλυτη καθοδήγηση των γερόντων. Αν και μερικές από τις βιογραφίες αυτές είναι πολύ σύντομες, θα συναντήσει κανείς περιστατικά θαυμαστά, γεμάτα δύναμη σημαντική. Στο Δ' Κεφάλαιο τέλος θεωρήσαμε σκόπιμο να παρουσιάσουμε έξι από τους σπουδαιότερους συγγραφείς που επηρεάστηκαν άμεσα από τους γέροντες της Όπτινα (Γκόγκολ, Ντοστογιέφσκυ, Τολστόϊ κλπ.). Αναφερόμαστε με συντομία στα βιογραφικά τους στοιχεία και δώσαμε περισσότερο χώρο και έμφαση στην παρουσίαση των περιστατικών εκείνων που φανερώνουν την καταλυτική σε πολλές περιπτώσεις επίδραση που είχε πάνω τους η συνάντηση κι η συναναστροφή τους με τους γέροντες.
Σε πολλούς από τους βίους των στάρετς ίσως να μη συναντήσει κανείς τη σοφία του κόσμου τούτου. Θα συναντήσει όμως, ακόμα και στην πιο σύντομη βιογραφία, την αύρα του Αγίου Πνεύματος, μια σοφία θεϊκή. Η χάρη του Θεού είναι ολοφάνερη και στους απλοϊκότερους των μοναχών, σ' αυτούς ίσως περισσότερο, γιατί <<τα μωρά του κόσμου εξελέξατο ο Θεός ίνα τους σοφούς καταισχύνη>>. Το μοναστήρι της Όπτινα για έναν αιώνα, από το 1821 που επανιδρύθηκε ως το 1923 που το έκλεισαν οι μπολσεβίκοι, αναδείχτηκε σε ορμητήριο αναβάσεων πνευματικών. Με την επιρροή των μεγάλων μορφών των στάρετς, αυτών των ανυπέρβλητων καθοδηγητών των ψυχών, η Όπτινα έγινε φυτώριο αγίων, τόπος παραμυθίας, προσευχής και αγιότητας. Και όπως λέει ο Γκόγκολ, επίδρασή της δεν περιορίστηκε μόνο στους μοναχούς κι όσους εργάζονταν στο μοναστήρι και τη σκήτη.
Όλη η γύρω περιοχή είχε υποστεί την αγαθή επιρροή του σπουδαίου αυτού μοναστηριού. Είναι ευχάριστο και πολύ παρήγορο το γεγονός ότι στις μέρες μας, μετά από μερικές δεκαετίες σκληρής δοκιμασίας και ερήμωσης, στην Όπτινα άρχισαν πάλι να καλλιεργούνται τα θαυμαστά άνθη της ερήμου. Οι μοναχοί που ζουν σήμερα εκεί και που αγγίζουν ήδη τους εκατό, επιθυμούν κι ελπίζουν, όπως και όλοι μας, ν' αποκτήσει ξανά το άγιο αυτό μοναστήρι την παλιά της πνευματική δόξα και λαμπρότητα. Ν' αναστηθούν ξανά αναστήματα του μεγέθους των οσίων αυτών πατέρων, για να οικοδομήσουν τώρα την πίστη και την ευλάβεια στο δοκιμασμένο και βασανισμένο λαό>>.
Πέτρος Μπότσης - Ιανουάριος 2002.
(Απόσπασμα εκ του προλόγου).
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ».






ΠΕΤΡΟΥ ΜΠΟΤΣΗ: ΠΑΤΕΡΙΚΟ ΤΗΣ ΟΠΤΙΝΑ



(Μέρος 6ον)



ΟΙ ΟΣΙΟΙ ΓΕΡΟΝΤΕΣ ΤΗΣ ΟΠΤΙΝΑ




9. Όσιος στάρετς Βαρσανούφριος



Ο στάρετς Βαρσανούφριος γεννήθηκε στις 5 Ιουλίου 1845 στο Όρενμπουργκ. Καταγόταν από Κοζάκους γονείς και το κοσμικό του όνομα ήταν Παύλος Ιβάνοβιτς Πλεχάνωφ. Σπούδασε στη στρατιωτική σχολή του Πολότσκ και στη συνέχεια αποφοίτησε από τη στρατιωτική Ακαδημία του Όρενμπουργκ.


Μετά έγινε αξιωματικός του τσαρικού στρατού κι έφτασε ίσαμε το βαθμό του συνταγματάρχη. Κάποτε αρρώστησε από μιαν απλή πνευμονία, που όμως παρά λίγο να τον οδηγήσει στο θάνατο.


Την ώρα που κατ' εντολή του ένας στρΑτιώτης του διάβαζε το ευαγγέλιο, έχασε τις αισθήσεις του. Και τότε είδε ξαφνικά ν' ανοίγει ο ουρανός. Από το δυνατό φως και το φόβο του ταράχτηκε πολύ.


Σε μια στιγμή συνειδητοποίησε το παρελθόν του, την αμαρτωλή ζωή του κι ένιωσε έντονη τη διάθεση για μετάνοια. Και μέσα σ' αυτήν την έκσταση άκουσε μια φωνή να του λέει: <<Να πας στην Όπτινα>>.


Μ' όλο που οι γιατροί του ήταν απαισιόδοξοι για την έκβαση της υγείας του, ο συνταγματάρχης Παύλος Πλεχάνωφ έγινε καλά και πήρε τον δρόμο για την Όπτινα. Εκεί συνάντησε το στάρετς Αμβρόσιο, ο οποίος του έδωσε εντολή να γυρίσει πρώτα για να τακτοποιήσει τις εκρεμότητές του και μετά να πάει στο μοναστήρι.


Του έδωσε όμως προθεσμία τρεις μήνες. Αν καθυστερούσε περισσότερο, η ψυχική του βλάβη θα ήταν μεγάλη. Ο Παύλος γύρισε στην Πετρούπολη, αλλά τα εμπόδια που συνάντησε ήταν μεγάλα.


Πρώρα πρώτα του πρόσφεραν προαγωγή σε στρατηγό. Μετά του βρήκαν μια θαυμάσια σύζυγο, έπειτα ο περίγυρος άρχισε να του φέρνει εμπόδια και να προσπαθεί να τον μεταπείσει.


Με δυσκολία κατόρθωσε ο Παύλος να ρυθμίσει τις εκκρεμότητές του και να φτάσει στην Όπτινα την τελευταία μέρα της τρίμηνης προθεσμίας του, για να βρει όμως το στάρετς Αμβρόσιο μέσα στο ναό, στο φέρετρό του.


Ο ηγούμενος π. Ανατόλιος τον παρέδωσε στην υποταγή του στάρετς Νεκταρίου. Κοντά του ο δόκιμος Παύλος πέρασε όλα τα στάδια της μοναχικής υπακοής, έγινε μοναχός με το όνομα Βαρσανούφριος και χειροτονήθηκε ιερομόναχος. (...)


Πολλά από τα πνευματικά του παιδιά τον ευλαβούνταν ιδιαίτερα, δεν έλειψαν όμως και κείνοι που δεν τους άρεσε αυτή η πνευματική δραστηριότητα. Ο στάρετς αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες και πειρασμούς, ιδιαίτερα μετά την κοίμηση του προηγούμενου προισταμένου της σκήτης, του στάρετς Ιωσήφ.


Από το 1909 ο στάρετς Βαρσανούφριος αρρώσταινε όλο και πιο συχνά. Κι ακόμα συχνότερα άρχισε να μιλάει για το θάνατό του που πλησίαζε. Γύρω στον Απρίλιο του ίδιου χρόνου ο π. Αλέξιος ο πορτάρης τού' φερε ένα δέμα που του είχε στείλει μια μοναχή.


Τί είχε μέσα; Ένα μεγάλο σχήμα των μοναχών. Ο στάρετς ποθούσε από καιρό να γίνει μεγαλόσχημος. Αυτό όμως το λογάριασε σημαδιακό. -Αυτό είναι ένδειξη ότι το τέλος μου είναι κοντά, είπε.


Προς το τέλος του 1909 ο στάρετς άρχισε να πηγαίνει όλο και πιο αραιά στο ναό για τις αγρυπνίες και τις πρωινές ακολουθίες. Δεν μπορούσε να πηγαίνει ούτε και στις μεγάλες γιορτές των Εισοδίων της Θεοτόκου (που πανηγύριζε και το μοναστήρι), της Γέννησης του Χριστού ή των Θεοφανείων.


Σ' αυτές τις περιπτώσεις οι ακολουθίες γίνονταν στο κελλί του. Ο στάρετς έλεγε τις εκφωνήσεις κι οι μοναχοί διάβαζαν κι έψαλλαν. Όσο περνούσε ο καιρός όμως γινόταν και πιο αδύναμος.


Το βράδυ της 11ης Ιουλίου ο π. Βαρσανούφριος έλαβε το μεγάλο και αγγελικό σχήμα. Τον ανέλαβε ως πνευματικός πατέρας ο π. Νεκτάριος, ένας ιερομόναχος της σκήτης. Εκείνη την εποχή στην Όπτινα τα πράγματα δεν προμηνύονταν καλά.


Μια μεγάλη καταστροφή έμοιαζε να πλησιάζει. Στο μοναστήρι εμφανίστηκαν κάποιοι νέοι μοναχοί που προέρχονταν από ένα μάλλον πνευματικά χαλαρό περιβάλλον.


Ήθελαν να κάνουν αλλαγές στο μοναστήρι και να κλείσουν τη σκήτη, γι' αυτό κι επιδιώκανε να καταλάβουν κυρίαρχες θέσεις.


Η υπόθεση έμοιαζε να παίρνει διαστάσεις ανοιχτής ρήξης με τους παλιούς γέροντες. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν ν' απομακρυνθεί ο στάρετς Βαρσανούφριος από την Όπτινα και να πάει στη μονή Γκολουτβίνσκυ, όπου τον διόρισαν ηγούμενο.


Το μοναστήρι αυτό εκείνη την εποχή ήταν εγκαταλειμμένο τόσο εξωτερικά, όσο κι εσωτερικά, σε ό,τι δηλαδή είχε σχέση με την εσωτερική ζωή των μοναχών. Ο στάρετς παρά την ηλικία του, την αρρώστια του


αλλά και τη μεγάλη του πικρία που απομακρύνθηκε από την Όπτινα, μάζεψε όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει και με μια ενεργητικότητα που τον χαρακτήριζε μεν, αλλά ήταν αφύσικη για τις συνθήκες με τις οποίες ανέλαβε την ευθύνη του μοναστηριού, έβαλε τα πράγματα σε μια τάξη.


Σύντομα το μοναστήρι άρχισε να ορθοποδεί και ν' ανθίζει. Πόροι όμως δεν υπήρχαν. Στη γύρω περιοχή άρχισε να διαδίδεται πως στο Γκολουτβίνσκυ ήρθε ένας γέροντας από την Όπτινα κι οι προσκυνητές έφταναν εκεί ο ένας μετά τον άλλον.


Τα έσοδα του μοναστηριού αυξήθηκαν. Ανάμεσα στους προσκυνητές ήταν και καλοστεκούμενοι άνθρωποι που δώριζαν στο μοναστήρι μεγάλα ποσά. Σ' ένα χρόνο το μοναστήρι ανακαινίστηκε, η τράπεζα ξαναχτίστηκε.


Μ' όλες του τις αρρώστιες και τις στενοχώριες ο στάρετς βρήκε τη δύναμη να παρουσιάσει ένα πολύ μεγάλο έργο σ' ελάχιστο χρόνο. Όλοι αυτοί οι αγώνες όμως κλόνισαν ακόμα περισσότερο την υγεία του.


Στις αρχές του 1913 ξανάκανε την εμφάνισή της η παλιά του αρρώστια. Υπόφερε πολύ κι έπεσε στο κρεβάτι. Ένα μήνα πριν από την κοίμησή του αρνήθηκε κάθε ιατρική βοήθεια. -Είμαι στο σταυρό, έλεγε... Αφήστε με καλύτερα...


Βλέποντας το θάνατο να πλησιάζει με γοργά βήματα, έγραψε με το εξασθενημένο του χέρι ένα γράμμα στον π. Θεοδόσιο, που τον είχε διαδεχτεί ως προιστάμενος της σκήτης.


<<Στις θλιβερές ώρες που περνάω με τις διάφορες δυσκολίες που συναντώ εδώ, έγραφε ανάμεσα στ' άλλα, με τη σκέψη μου ταξιδεύω στην αγαπημένη μου Όπτινα, στη σκήτη. ...Ίσως ο Θεός επιτρέψει επιτρέψει νά' ρθω εκεί και να προετοιμαστώ για την αναχώρησή μου που εγγίζει. Αποφάσισα να περιμένω μήπως δω κάποιο σημείο από το Θεό...>>.


Η καρδιά του ήταν στην Όπτινα και δεν ήθελε τίποτ' άλλο, παρά να πεθάνει εκεί. Φαίνεται όμως πως δεν ήταν θέλημα Θεού να κοιμηθεί στην Όπτινα. Άφησε την τελευταία του πνοή στο Γκολουτβίνσκυ, την 1η Απριλίου 1913.


Ως το τέλος του είχε διαύγεια πνευματική. Προσευχόταν συνέχεια στον Χριστό και την Παναγία κι επικαλούνταν πολλούς αγίους, τους οποίους ευλαβούταν ιδιαίτερα, καθώς και τους γέροντες της Όπτινα που είχαν ήδη κοιμηθεί.


Τα τελευταία του λόγια ήταν για τον παράδεισο. Το σώμα του, καλυμμένο με το μεγάλο και αγγελικό σχήμα, τοποθετήθηκε στην εκκλησία του Γκολουτβίνσκυ, όπου έμεινε ως τις 6 Απριλίου, Σάββατο του Λαζάρου.


Την ημέρα εκείνη ο επίσκοπος Τρύφων λειτούργησε κι εκφώνησε μια εμπνευσμένη και ζεστή ομιλία, λέγοντας ανάμεσα στ' άλλα απευθυνόμενος, στο νεκρό:


<<Ήξερες μόνο ν' αγαπάς, μόνο νά' σαι καλός, παρ' όλη τη θάλασσα του μίσους και των συκοφαντιών που έπεσε επάνω σου. Όλα τα δεχόσουν με υπομονή, όπως ο Ιώβ. Είμαι ο ίδιος μάρτυρας και το επιβεβαιώνω πως λόγος κατάκρισης δεν ακούστηκε από σένα για κανέναν...


Σαν ποιμενάρχης γνωρίζω τί σημαίνουν τέτοιοι γέροντες για μας. Οι συμβουλές του ήταν πολύτιμες, γιατί τη μόρφωσή του τη συμπλήρωσε με την εμπειρία και το ύψος της μοναχικής ζωής...>>.


Το σώμα του, με εντολή της Ιεράς Συνόδου, μεταφέρθηκε μετά με ειδικό τρόπο μέχρι το Κόζελσκ, κι από κει τον κουβάλησαν κληρικοί στην Όπτινα στα χέρια τους. Στις 9 Απριλίου, Μεγάλη Τρίτη, έγινε η κηδεία κι η ταφή του στη σκήτη, παρουσία 21 ιερομονάχων, 4 διακόνων και πλήθους κόσμου. 



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο του Πέτρου Μπότση:
<<Πατερικό της Όπτινα>>, β' έκδοση,
Αθήνα 2006, σελ. 133 - 134 - 139.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Print Friendly and PDF