«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΜΝΗΣΤΩΡ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΜΝΗΣΤΩΡ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Παρασκευή 12 Ιανουαρίου 2024
ΜΝΗΜΗ ΑΓΙΟΥ ΙΩΣΗΦ ΤΟΥ ΜΝΗΣΤΟΡΟΣ, ΥΙΟΥ ΙΑΚΩΒ ΚΑΙ ΑΠΟΓΟΝΟΥ ΔΑΒΙΔ
ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟ ΑΧΡΑΝΤΟΝ ΚΑΙ ΘΕΙΟΝ ΓΕΝΕΘΛΙΟΝ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Δευτέρα 25 Δεκεμβρίου 2023
Ο ΔΙΚΑΙΟΣ ΙΩΣΗΦ, Ο ΑΝΙΔΙΟΤΕΛΗΣ
Την μετά τα Χριστούγεννα Κυριακή, η Εκκλησία, μεταξύ άλλων ιερών προσώπων που σχετίζονται με την κατά σάρκα Γέννηση του Κυρίου, τιμά τον Ιωσήφ τον μνήστορα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Καταγόταν από την Βηθλεέμ, αλλά είχε εγκατασταθεί στη Ναζαρέτ, όπου ασκούσε το επάγγελμα του ξυλουργού. Ο Ιωσήφ φέρεται να ήταν πατέρας έξι παιδιών από άλλη γυναίκα. Από τα Ευαγγέλια ξέρουμε τα ονόματα των υιών του: Ιάκωβος, Ιωσής, Σίμων και Ιούδας (Ματθ. 13,55) Τα Ευαγγέλια αναφέρουν και κόρες του (στίχ. 56), χωρίς να αναγράφουν τα ονόματά τους• από τη χριστιανική παράδοση γνωρίζουμε ότι είναι η Μαρία και η Σαλώμη (η σύζυγος του Ζεβεδαίου και μητέρα των Αποστόλων Ιάκωβου και Ιωάννη).
Ο Ιωσήφ, ως φαίνεται, σε μεγάλες γιορτές, πραγματοποιούσε προσκύνημα στον Ναό της Ιερουσαλήμ, όπως συνήθιζαν οι ευσεβείς Ισραηλίτες. Σε μία από τις μεταβάσεις του στον Ναό, ενώ ο Ιωσήφ ήταν ήδη σε προχωρημένη ηλικία, οι ιερείς του Ναού, με πρωτοβουλία του ιερέα Ζαχαρία (αργότερα πατέρα του Τιμίου Ιωάννου του Προδρόμου) οδηγημένοι από το Άγιο Πνεύμα, εμπιστεύτηκαν την Παρθένο Μαρία, που είχε φθάσει στην ηλικία των 15 ετών, στην προστασία του Ιωσήφ, και την αρραβώνιασαν μαζί του. Έτσι, σύμφωνα με τα έθιμα της εποχής, η Παρθένος Μαρία ακολούθησε τον Ιωσήφ στη Ναζαρέτ και ζούσαν με προσευχή και φόβο Θεού.
Όπως γνωρίζουμε από το Ευαγγέλιο του Λουκά (1,26-38), εκεί στη Ναζαρέτ η Παρθένος Μαρία δέχτηκε το μήνυμα από τον Άγγελο, ότι θα συλλάβει Υιόν εκ Πνεύματος Αγίου. Η Παναγία, από ταπεινοφροσύνη και σεμνότητα, το γεγονός αυτό, ότι θα γινόταν η Μητέρα του Υιού του Θεού, δεν το φανέρωσε στον προστάτη της Ιωσήφ• με αποτέλεσμα, όταν μετά από μήνες έγιναν φανερά τα σημάδια της προχωρημένης εγκυμοσύνης, ο Ιωσήφ να συγκλονιστεί από μεγάλο πειρασμό. Ο Ιωσήφ αφού δεν είχε καμμία συζυγική σχέση με την προστατευομένη του Μαρία, δεν ήξερε πώς να ερμηνεύσει την εγκυμοσύνη της!
Ο προβληματισμός αυτός του Ιωσήφ, βεβαιώνει την Παρθενία της Θεοτόκου. Ο άγιος Ιωσήφ υπήρξε ο φύλακας της παρθενίας της Παναγίας μας. Υπήρξε ο άοκνος προστάτης τόσο της Θεοτόκου όσο και του Ιησού. Αλλά ουδέποτε έγινε ή λογίστηκε σύζυγός της. Και αυτή είναι η πίστη της Εκκλησίας μας. Ενώ, δε, ο Ιωσήφ βρισκόταν ακόμη σε αυτόν τον προβληματισμόν, άγγελος Κυρίου του είπε: «Ιωσήφ, απόγονε του Δαβίδ…το παιδί που περιμένει η Μαρία προέρχεται από το Άγιον Πνεύμα. Θα γεννήσει γιό, και θα του δώσεις το όνομα Ιησούς, γιατί αυτός θα σώσει το λαό Του από τις αμαρτίες τους» (Ματθ. 1,20-21).
Από τα διαφωτιστικά αυτά λόγια του Αγγέλου ο Ιωσήφ κατενόησε την αποστολή που του ανέθετε ο Θεός, να σταθεί δίπλα στη Μαρία, να γίνει ο παντοτινός της προστάτης και βοηθός. Και ο Ιωσήφ δέχτηκε με ταπείνωση και σεβασμό το μήνυμα του Θεού και συμμορφώθηκε σ’ αυτό με πίστη, με υπακοή στον Θεό και με στοργή προς την Παρθένο Μαρία και τον Υιόν της.
Τα όσα ο Ιωσήφ με προθυμία προσέφερε για την προστασία της Παναγίας Μητέρας και του Ιησού, κατά την νηπιακή και παιδική Του ηλικία είναι πολύ σημαντικά. Η παρουσία του Ιωσήφ, τον οποίο ο κόσμος θεωρούσε σύζυγο της Μαρίας, προστάτευσε μητέρα και τέκνο από λιθοβολισμό, που προέβλεπε ο Μωσαϊκός Νόμος σε περίπτωση εγκυμοσύνης άγαμης γυναίκας. (Πού να πίστευαν οι Ναζαρηνοί την πραγματικότητα!) Όταν βγήκε το Διάταγμα της Απογραφής του ρωμαίου αυτοκράτορα, ο Ιωσήφ ανέλαβε την μεταφορά της Μαρίας, σε κατάσταση εγκυμοσύνης από την Ναζαρέτ μέχρι την Βηθλεέμ. Τη Νύχτα της Γέννησης του θείου Βρέφους ο Ιωσήφ φρόντισε για την εξεύρεση τόπου, έστω στο Σπήλαιο, για να διανυκτερεύσουν.
Ὀταν κινδύνευσε το θείο Βρέφος από τη σφαγή του Ηρώδη, ο Ιωσήφ ανέλαβε τη φροντίδα της μετάβασης σε ασφαλή χώρα, στην Αίγυπτο. Και αργότερα την επιστροφή τους στη Ναζαρέτ και την εξασφάλιση, με την εργασία του, των αναγκαίων πόρων για τη συντήρησή τους. Και όλα αυτά ο Ιωσήφ τα έκανε με πίστη και υπακοή στον Θεό και με στοργή προς την Παρθένο Μαρία και τον Υιόν της. Ο Ιωσήφ στα Ιερά Ευαγγέλια αναφέρεται τελευταία φορά, στην επίσκεψή τους στο Ναό της Ιερουσαλήμ, όταν ο Ιησούς ήταν δώδεκα ετών. Η παράδοση μας πληροφορεί ότι, λίγο μετά από αυτό το προσκύνημα, ο Ιωσήφ ολοκλήρωσε την αποστολή του και παρέδωκε το πνεύμα του στον Θεό.
Ο Ιωσήφ είναι υπέροχο πρότυπο ανδρός. Αντιμετώπισε όλες τις δύσκολες καταστάσεις με ψυχραιμία, χωρίς οργή και ξεσπάσματα στη Μαρία, όταν αντιλήφθηκε την εγκυμοσύνη της και δεν ήξευρε τι είχε συμβεί! Ανέλαβε πρόθυμα μακρές οδοιπορίες από Ναζαρέτ μέχρι Βηθλεέμ και αργότερα τον δρόμο της προσφυγιάς στην Αίγυπτο. Και τόσα άλλα! Και όλα αυτά, ταπεινά, χωρίς να προβάλλει τον εαυτό του, μόνον από υπακοή στο θέλημα του Θεού, που τον καθοδηγούσε.
Ήταν χρέος της Εκκλησίας να τιμά κάθε χρόνο, τη μνήμη του Δικαίου Ιωσήφ, του Μνήστορος της Υπεραγίας Θεοτόκου. Είθε κι εμείς να μιμηθούμε, την σύνεση του Αγίου Ιωσήφ, την ανιδιοτέλειά του, την προθυμία του να αναλαμβάνει δύσκολες αποστολές, χωρίς να σκέπτεται τον εαυτό του, και γενικά τη συμμόρφωση της ζωής του προς το θέλημα του Θεού. Αμήν. *Εκ της «Πεμπτουσίας» της 30.12.2023. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
ΒΛΑΣΦΗΜΕΣ ΚΑΙ ΑΙΡΕΤΙΚΕΣ «ΕΙΚΟΝΕΣ»: ΜΙΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΣΤΟΥΣ ΚΟΛΠΟΥΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
[...]Συνεχίζουμε μὲ τὴν παρουσίαση τῆς αἱρετικῆς καὶ βλάσφημης «εἰκόνας» τῆς Ἁγίας Οἰκογένειας, ποὺ τὰ τελευταῖα χρόνια ἔχει λάβει εὐρεῖα διάδοση, δυστυχῶς καὶ στὸν Ὀρθόδοξο χῶρο. Πρόκειται γιὰ μιὰ «εἰκόνα», τῆς ὁποίας οἱ ἀπαρχὲς ἐντοπίζονται στὴν Δύση καὶ στὴν ὁποία παρουσιάζονται κατὰ κανόνα ἐναγκαλιζόμενες μιὰ γυναικεία μορφή, μιὰ ἀνδρικὴ νέου συνήθως ἄντρα καὶ μεταξὺ αὐτῶν ἕνα παιδί. Σὲ ἄλλες οἱ ἐναγκαλιζόμενοι βρίσκονται σὲ περισσότερο οἰκεία στάση μὲ τὸ παιδὶ νὰ τίθεται παραπλεύρως στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μητέρας του.
Αὐτὴ ἡ παράσταση μὲ ὅλα τὰ συνειρμικὰ μηνύματα, τὰ ὁποῖα φέρει, ὑποτίθεται ὅτι παριστάνει τὴν Θεοτόκο, τὸν Μνήστορα Ἰωσὴφ καὶ τὸν μικρὸ Ἰησοῦ. Στὰ μάτια ἑνὸς ἄπιστου ἢ ἑνὸς μικροῦ παιδιοῦ πρόκειται γιὰ τὴν εἰκόνα μιᾶς εὐτυχισμένης, συνηθισμένης οἰκογένειας, ὅπου ὁ Ἰωσὴφ παρουσιάζεται ὡς ὁ φυσικὸς πατέρας τῆς Ἁγίας Οἰκογένειας. Μία τέτοια ἀπεικόνιση ἀντίκειται πρωτίστως στὰ διδάγματα τῆς Ἁγίας Γραφῆς, ἀλλὰ καὶ στὴν Διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων γιὰ τὴν Ἀειπαρθενία τῆς Θεοτόκου καὶ τῆν σημασία της. Ἡ Ἁγία Γραφὴ τονίζει μὲ ἔμφαση τὴν μοναδικότητα τῆς σχέσης τῆς Παρθένου Θεοτόκου καὶ τοῦ Υἱοῦ της, ὁ Ὁποῖος διὰ τῆς ἐπισκίασης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἔλαβε ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀνθρώπινη φύση.
Ὁ Χριστὸς στὰ Εὐαγγέλια ὀνομάζεται «Υἱὸς Αὐτῆς», μόνης δηλαδὴ τῆς Παρθένου ἐνῶ συχνὰ ἐπαναλαμβάνεται καὶ ἡ φράση «τὸ παιδίον καὶ Μαρία ἡ μήτηρ αὐτοῦ»8. Ταυτόχρονα, εἶναι σαφῆς ἡ θέση τῆς Ἐκκλησίας μας ὅτι ἡ παρθενική, ἄσπορος, ἄνευ ἀνδρὸς σύλληψη τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν Παναγία, καθὼς καὶ ἡ πρὸ Τόκου, ἡ ἐν Τόκῳ καὶ μετὰ Τόκον Παρθενία Αὐτῆς, ἀποτελεῖ ἀπόδειξη τῆς Θεότητας τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ μεγαλόφωνος Προφήτης Ἡσαΐας ἀναφέρει τὰ ἑξῆς: «Ἰδοὺ ἡ Παρθένος ἐν γαστρὶ λήψεται καὶ τέξεται Υἱὸν καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ», τονίζοντας ἀκριβῶς τὸν παρθενικὸ Τόκο ὡς Σημεῖο, θαυμαστὴ ἔνδειξη δηλαδὴ τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ στὴν ἀνθρωπότητα. Ἐμμανουὴλ στὰ ἑβραϊκὰ σημαίνει «μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεὸς» ἐπειδὴ ἀκριβῶς δὲν μεσολάβησε συμμετοχὴ ἀνδρὸς στὴν ἐγκυμοσύνη, ἀλλιῶς δὲ θὰ ἦταν, ἀλλὰ ὁ τετριμμένος καὶ κοινὸς τρόπος τῆς δημιουργίας κάθε ἀνθρώπου9.
Συνεπῶς, γίνεται ἀντιληπτὸ τὸ πόση ζημιὰ στὴν συνείδηση τῶν ἁπλῶν Πιστῶν, σχετικὰ μὲ τὴν Θεότητα τοῦ Χριστοῦ προκαλεῖ ἡ εἰκαστικὴ ἀμφισβήτηση τῆς Ἀει-Παρθενίας τῆς Παναγίας, ποὺ ἐπιτυγχάνεται μὲ τὴν ἀπεικόνιση καὶ δημιουργία φυσικοῦ οἰκογενειακοῦ καὶ ὄχι παρθενικοῦ, ὑπερφυοῦς κλίματος στὸ συγκλονιστικὸ Γεγονὸς τῆς Ἀσπόρου Γεννήσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀσεβέστατη χειρονομία ἐναγκαλισμοῦ καὶ ἡ προσέγγιση τῆς μορφῆς τοῦ Μνήστορα πρὸς αὐτὴν τῆς Κυρίας Θεοτόκου εἶναι μεμπτή, καθὼς ἐπιπρόσθετα δείχνει παρρησία καὶ θράσος, κάτι ἐντελῶς ξένο καὶ ἀπόβλητο γιὰ τοὺς πνευματικοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν ἅγιο Ἀββᾶ Δωρόθεο δὲν πρέπει οὔτε στὰ μάτια νὰ κοιτάζουν «χορταστικὰ» τὸν συνάνθρωπό τους, τηρώντας ἔτσι τὴν ἀρετὴ τῆς σωφροσύνης.
Ὅσον ἀφορᾶ στὸν Ἰωσήφ, κατὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ Ἱστορία ὁρίστηκε φύλακας τῆς Θεοτόκου ἔχοντας περιέλθει σὲ χηρεία πρὶν ἀπὸ τὴν ὁποία εἶχε ἀποκτήσει τέσσερις γιούς, τοὺς λεγόμενους στὰ Εὐαγγέλια «ἀδελφοὺς τοῦ Κυρίου» καὶ δύο κόρες. Ἡ ἱερὴ ὑμνογραφία στὸν ἑορτασμὸ τῆς μνήμης τοῦ Μνήστορα συμπυκνώνει τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας ἀναφέροντας τὴν γεροντική του ἡλικία κατὰ τὴν Γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἀναφέροντας, ὅτι «τῶν Προφητῶν τὰς προρρήσεις εἶδεν ἐν γήρᾳ σαφῶς, ὁ Ἰωσὴφ ὁ Μνήστωρ» ἀλλὰ καὶ ὅτι ἦταν μόνο νομιζόμενος πατέρας τοῦ Ἰησοῦ «Χριστοῦ πατὴρ νομιζόμενος» καὶ ὅτι «τὴν μόνην ἐν γυναιξὶ καθαρὰν καὶ ἄμωμον, μάκαρ Ἰωσὴφ σὺ ἐμνηστεύσω, τηρῶν Παρθένον ἁγνήν, πρὸς ὑποδοχὴν τοῦ Ποιήσαντος»10.
Ἡ ἀπεικόνιση, ἑπομένως, τῆς Ἁγίας Οἰκογένειας ἀνατρέπει τὴν ὅλη θεϊκὴ ἀποστολὴ τοῦ Μνήστορα, ὁ ὁποῖος δόθηκε στὴν Παναγία μας μόνον ὡς μάρτυρας τῆς Παρθενίας Της καὶ Προστάτης Της, θίγοντας ταυτόχρονα τὴν ἀρετὴ καὶ κοσμιότητά του. Συνοψίζοντας, ἡ «εἰκόνα» τῆς Ἁγίας Οἰκογένειας ὄχι μόνο δὲν ἀκολουθεῖ τὶς Εὐαγγελικὲς διηγήσεις, ἀλλὰ τὶς διαστρελώνει κιόλας, μεταδίδοντας ἐσφαλμένα μηνύματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τροφὴ γιὰ τοὺς ἀπίστους καὶ γιὰ τοὺς ὀπαδοὺς ποικίλων αἱρέσεων.
Ἀντιθέτως, ἡ Ὀρθόδοξη Εἰκόνα τῆς Γέννησης τοῦ Χριστοῦ ἀκολουθώντας πιστὰ τὰ διδάγματα τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐκφράζοντας τὰ εἰκαστικὰ παρουσιάζει στὸ κέντρο τῆς σύνθεσης τὴν Παναγία μὲ τὸ Βρέφος ποὺ δοξολογοῦνται ἀπὸ Ἀγγέλους Κυρίου, ἐνῶ ὁ Ἰωσήφ, σὲ γεροντικὴ ἡλικία, εἰκονίζεται παρὼν μὲν στὴ σκηνή, ἀλλὰ σὲ ἀπόσταση καὶ συνήθως στραμμένος ἀλλοῦ, γιὰ νὰ τονιστεῖ ὁ ρόλος του ὡς μάρτυρος τοῦ γεγονότος καὶ ὄχι ὡς συμμετέχοντος σὲ αὐτό. [...] *Απόσπασμα άρθρου της Σοφίας- Μαρίας Βερούτη, αρχαιολόγου-βυζαντινολόγου, όπως δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής στις 19.11.2018. Ολόκληρο το άρθρο μπορείτε να το αναγνώσετε εδώ.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΙΝ: ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΦΥΤΟΥ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟ ΑΧΡΑΝΤΟΝ ΚΑΙ ΘΕΙΟΝ ΓΕΝΕΘΛΙΟΝ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Γνωρίζουμε βεβαίως όλοι, γνωρίζουμε ότι ο αισθητός αυτός ήλιος αποστέλλει το φως του σε όλη την υφήλιο, «και ουκ έστιν (ουδείς) ως αποκρυβήσεται της θέρμης αυτού» και από της διαυγέστατης λαμπρότητός του. Πολλές φορές όμως οι ολόλαμπρες ακτίνες του καλύπτονται από νέφη και ομίχλη ή από το φύλλωμα των δένδρων, αλλά και πάλι, η πνοή κάποιου ανέμου διαλύει το νεφικό επικάλυμμα και την ομίχλη εκείνη και επιτρέπει στις φεγγοβόλες ακτίνες να εξαπλωθούν τρανώς σε όλη την κτίση.
Τον δε προ ηλίου «ήλιον της δικαιοσύνης» τον νοητό, ο οποίος εγεννήθη σήμερα από την «κούφη νεφέλη», από την φωτοφόρο και ηλιακή και πάναγνο κοιλία παραδόξως, καλύπτει η του «δούλου μορφή», τα νηπιώδη σπάργανα και το σπήλαιο το φτωχό και συμφώνως με την οικονομία και ορισμένα άλλα, τα οποία συμβολίζουν την πτωχεία και την ταπεινότητα.
Καθώς όμως ήδη ελέχθη, η πνοή και η ορμή του ανέμου διασκορπίζει το κάλυμμα του νέφους και της ομίχλης και φανερώνει καθαρά τις ηλιακές ακτίνες· έτσι συμβαίνει και έδώ, με τον «ήλιον της δικαιοσύνης», τον Θεό και Δεσπότη ο οποίος καλύπτεται με σπάργανα και κρύπτεται σε σπήλαιον και φάτνη αλόγων ζώων για την πολλή του συγκατάβαση και «δι’ ύπερβολήν αγαθότητος»· το συνεργόν Πανάγιον Πνεύμα και η ευδοκία του Πατρός τονφανερώνει καθαρά, αυτόν τον κρυπτόμενον στην φάτνη ήλιον και Θεόν και κινεί όλη την κτίση, την ορατή και την αόρατη, να προστρέξει και να κηρύξει τον Βασιλέα της δόξης και Δημιουργό των όλων, ο οποίος κρύπτεται σε σπήλαιο και φάτνη περιτυλιγμένος με τα σπάργανα.
Εκεί όπου ήλθαν αδιστάκτως και «οι μάγοι εξ ανατολών» μετά δώρων πολυτελών να δωροφορήσουν και να τον προσκυνήσουν πιστώς. Και όχι μόνον αυτοί, αλλά και άγγελοι κατήλθαν από τον ουρανό και ανακραύγαζαν μελωδικά προς τον «εν υψίστοις Θεόν και επί γης» ειρηνάρχην για την καταλλαγή του Θεού προς τους ανθρώπους, που πραγματοποίησε με την ευδοκία του Πατρός· του απένειμαν ως Βασιλέα τους την οφειλόμενη επευφημία και απεκάλυψαν τρανώς τον κρυπτόμενον ακόμη Βασιλέα και τον ανήγγειλαν στους πλησιοχώρους ποιμένες όπως ήρμοζε σε αυτούς, ως «ποιμένα των προβάτων τον μέγαν». «Ότι ετέχθη», λέγει, «υμίν σήμερον Σωτήρ, ως έστι Χριστός Κύριος εν πόλει Δαυΐδ. Και τούτο υμίν το σημείον ευρήσετε βρέφος εσπαργανωμένον και κείμενον εν φάτνη».
Καθώς ήκουσαν αυτά «οι ποιμένες είπον προς αλλήλους. Διέλθωμεν δη εις Βηθλεέμ και ίδωμεν το ρήμα τούτο, ό ο Κύριος εγνώρισεν ημίν. Και ήλθον σπεύσαντες και εύρον την τε Μαρίαν και τον Ιωσήφ και το βρέφος κείμενον εν τη φάτνη, και ιδόντες διεγνώρισαν» στον λαόν, «και υπέστρεψαν δοξάζοντες και αινούντες τον Θεόν επί πάσιν οις ήκουσαν και είδον, καθώς ελαλήθη προς αυτούς». Για ποιό λόγο διαφημίζεται και μεγαλύνεται από τον ουρανό και τη γη ο κρυπτόμενος ως νήπιον σε σπήλαιον και φάτνη; Είναι φανερό ότι αυτό γίνεται για να γνωστοποιηθεί σε όλη την κτίση ότι το βρέφος αυτό εξουσιάζει όλα τα αόρατα και τα ορατά και ότι είναι ο Βασιλεύς της δόξης.
Γι’ αυτό μάλιστα και όλη η κτίση, σύμφωνα με τον φυσικό νόμο, έμεινε ακίνητη από σεβασμό προς τον παράδοξο και απόρρητο εκείνο τοκετό, ώστε οι ροές των ποταμών και οι αναβλύσεις των πηγών και οι κινήσεις των θαλασσών και οι πτήσεις των πουλιών και οι πορείες των ανθρώπων και των ερπετών και των θηρίων και των τετραπόδων και γενικά όλη η φύση και η κτίση, ουράνιος και επίγειος «έστη και εξέστη και ήργησε» και για μία στιγμή διέκοψε την κίνηση και την εργασία της, μέχρι να τελειώσει το μυστήριο του παραδόξου και απορρήτου εκείνου τοκετού, όπως σαφώς μας εμήνυσε η περί τούτων ιστορία.
Και εγώ το δέχομαι αυτό και το πιστεύω πρόθυμα και πείθομαι, επειδή είναι απίθανο τη στιγμή που πραγματοποιείται τόσο μεγάλο έργο να τολμά και κάποιο άλλο να λαμβάνει χώρα και να κινητοί έστω κατ’ ελάχιστον. Αλλά όλα μαζί ακινητοποιήθηκαν σαν να αποδεσμεύτηκαν προς στιγμήν από τον νόμο της φύσεως, λογικά και άλογα, ορατά και αόρατα, σεβόμενα ως δούλοι τον Δεσπότη. Διότι λέει, «εθεμελίωσας την γην και διαμένει, ότι τα σύμπαντα δούλα σα». Επειδή λοιπόν «τα σύμπαντα δούλα αυτού» και ησθάνοντο το μέγα έργον του Κυρίου των, την σωτηρία του κόσμου, κάθε ένα από τα κτίσματα στάθηκε απαρασάλευτο μέχρι που ολοκληρώθηκε εκείνο το θείο έργο, και μετά από αυτά η κτίση συνέχισε κανονικά τήν εργασία της.
Όντως «εξέστη ο ουρανός επί τούτω και της γης κατεπλάγη τα πέρατα» «ότι παιδίον εγεννήθη ημίν και υιός Θεού εδόθη ημίν, ού η αρχή επί του ώμου αυτού και συναϊδίου Πατρός και της ειρήνης αυτού ουκ έστιν όριον, καλείται το όνομα αυτού μεγάλης βουλής άγγελος, θαυμαστός σύμβουλος, Θεός ισχυρός, εξουσιαστής, άρχων ειρήνης, πατήρ του μέλλοντος αιώνος». Και «άγγελος» μεν λέγεται επειδή φέρει από τον Θεόν και Πατέρα Ευαγγέλια καταλλακτήρια, δηλαδή καλά, χαρούμενα μηνύματα συνδιαλλαγής και συμφιλιώσεως μεταξύ Θεού και ανθρώπων, και διά του θείου Βαπτίσματος υιοθεσίας αξιωτήρια, και της φύσεώς μας από την πονηρή δουλεία απαλλακτήρια, και του θανάτου παντελώς αναιρετήρια και του διαβόλου ασυμπαθώς φυγαδευτήρια, και της τυραννίδος των δαιμόνων δεσμωτήρια και πολυχρονίων νεκρών εξαναστήρια, και μυστηρίων νέων και μεγάλων παραδοτήρια· και όχι μόνον αυτά, αλλά και Βασιλείας Ουρανών υποσχετήρια και για όσους εβίωσαν καλώς αθανάτου κληρονομιάς αποδοτήρια.
Σε αυτά τα Ευαγγέλια διασώζεται το μυστήριο της αμωμήτου πίστεως, η σφραγίς του τρισάγιου Θεού· και άλλων πολλών και μεγάλων δωρεών και μυστηρίων φρικτών Ευαγγέλια έφερε, των οποίων αυτός ο ίδιος έγινε και δοτήρας και διδάσκαλος. Και οπωσδήποτε ευλόγως λέγεται και «μεγάλης βουλής», θείας και πρακτικής, «άγγελος». Το δε «θαυμαστός σύμβουλος» το λέγει επειδή έχει την ύπαρξη «προ των αιώνων και εν αρχή» μαζί με τον Πατέρα του και το Πνεύμα συναΐδιον και της ιδίας με αυτούς φύσεως. Σύμβουλός του είναι η «μεγάλη βουλή», ο Πατήρ και Θεός. Τί συμβούλευσε;
Είναι φανερόν ότι να κτίσει τον αόρατο και ορώμενο κόσμο και όλα τα κοσμήματα που υπάρχουν σε αυτούς και τον άνθρωπο, και να συγκρατούνται δι’ αυτού και να συνέχωνται τα πάντα, ώστε να διαμένουν τα σύμπαντα και να διασώζονται με τον καλύτερο τρόπο. Και δεν το έκαμε αυτό ασυμβούλως, ούτε πάλι του λέγει προστακτικώς να κτίσει τον κόσμο και μέσα σε αυτόν τον άνθρωπο, αλλά συμβουλευόμενος θαυμαστώς τον θαυμαστό αυτό σύμβουλο και Αγαπητό Υιό Του, λέει· «Ποιήσωμεν άνθρωπον κατ’ εικόνα ημετέραν και καθ’ ομοίωσιν» που σημαίνει Θεόν επίγειο και αρχηγό, ο οποίος λόγω του αυτεξουσίου εικονίζει τον Θεό «καθ’ ομοίωσιν» δε, δηλαδή αθάνατο και, όσο είναι δυνατόν στον άνθρωπο, ικανό να ομοιωθεί διά της αρετής με τον Θεό. Πράγματι λοιπόν «πάντα δι’ αυτού εγένετο» του θαυμαστού συμβούλου, «και χωρίς αυτού εγένετο ουδέν εν ό γέγονε», όπως έχει γραφεί.
Το δε «Θεός ισχυρός» διακηρύσσει τρανώς το ισχυρό της θείας φύσεως· διότι υπάρχουν και οι ειδωλικοί ψευδώνυμοι θεοί, δεν είναι όμως και ισχυροί. Ώστε και εσύ ακούοντας «ότι παιδίον εγεννήθη και εδόθη ημίν» να μην υποπτευθείς ότι είναι απλό αυτό το παιδί και εφάμιλλο με τα άλλα παιδιά, αλλά να εννοήσεις ότι αυτό το παιδί είναι και θαυμαστός σύμβουλος του Θεού και Πατρός· «και της ειρήνης αυτού ουκ εστίν όριον», όπως ήδη ελέχθη· διότι αυτό το παιδί έχει απεριόριστο και απέραντο πλούτο ειρήνης μαζί με τον Πατέρα Του και με το Πνεύμα.
Το δε «πατήρ του μέλλοντος αιώνος» θέλει να φανερώσει το δημιουργικό και προάναρχο του παιδιού αυτού που γεννήθηκε. Όπως δηλαδή κάποιος που έχει γίνει πατέρας πολλών παιδιών είναι αίτιος της πλάσεως και της γεννήσεώς τους, έτσι και το παιδί αυτό που γεννήθηκε είναι κτίστης και γεννήτορας όλων των δημιουργημάτων, άρχοντας και πατέρας και ηγέτης των επτά παρερχομένων αιώνων και του απέραντου ογδόου, γι’ αυτό και λέγεται «πατήρ του μέλλοντος αιώνος». «Ότι παιδίον εγεννήθη ημίν» σήμερα και σπαργανώθηκε παιδικά, αυτός που σπαργάνωσε παλαιά με ομίχλη την θάλασσα. «Ότι παιδίον εγεννήθη ημίν», του οποίου η αρχή είναι άναρχος και τέλος δεν έχει.
«Ότι παιδίον εγεννήθη ημίν», το οποίο συγκρατεί, ως δούλα του, τα σύμπαντα· γι’ αυτό και ως δούλα το υπηρετούν και το επευφημούν και του προσφέρουν δώρα· οι μάγοι και ο αστέρας, οι άγγελοι και οι ποιμένες, το σπήλαιο και η φάτνη, η Παρθένος Μητέρα υπερφυώς και ο μνήστωρ Ιωσήφ ο τεχνίτης, φαινόμενος ως πατέρας του τεχνουργού των πάντων. Λείπει όμως η επιστασία των μαιών από τον τίμιο εκείνο και παράδοξο και παρθενικό τοκετό διότι εκεί που γίνεται μητέρα η Παρθένος με την επισκίαση της Δυνάμεως του Υψίστου, μαίες δεν χρειάζονται. Αυτά λοιπόν και τα ισότιμα με αυτά φανέρωναν σαφώς την θεαρχία και παντοκρατορία του νεογέννητου παιδιού. «Ότι παιδίον εγεννήθη ημίν» από την αγία Παρθένο χωρίς πατέρα αυτό που εγεννήθη «εκ γαστρός προ εωσφόρου» από τον Πατέρα χωρίς μητέρα.
«Ότι παιδίον εγεννήθη ημίν» και φανέρωσε σήμερα το προαιώνιο μυστήριο, και έτσι περατώθηκε με τον καλύτερο τρόπο εκείνο το οποίο «πολυμερώς και πολυτρόπως» διείδαν από παλαιά οι Προφήτες· προέλεγαν δηλαδή ότι «εκ Σιών εξελεύσεται νόμος και λόγος Κυρίου εξ Ιερουσαλήμ» και ότι «ο Θεός από Θαιμάν ήξει» και ότι «εκ Σιών η ευπρέπεια της ωραιότητος αυτού» και ότι «εξελεύσεται ράβδος εκ της ρίζης Ιεσσαί» και τα λοιπά. «Ότι παιδίον εγεννήθη ημίν», την γέννηση του οποίου εμυήθησαν οι μάγοι, οι βασιλείς των Περσών και ήλθαν με οδηγό τον αστέρα να τον προσκυνήσουν, αυτοί τους οποίους η αγία Γραφή ονόμασε από παλαιά Σεβωείμ, λέγοντας• «ότι άνδρες υψηλοί Σεβωείμ διαβήσονται προς σε και προσκυνήσουσι λέγοντες ότι εν σοι ο Θεός έστι και ουκ εστί Θεός πλην σου». Αυτοί λοιπόν οι άνδρες ήλθαν και τον προσκύνησαν και θεολογώντας του προσέφεραν δώρα· χρυσόν μεν επειδή είναι Βασιλεύς, λίβανον επειδή είναι Θεός και σμύρνα για το άχραντον Πάθος· την έκβαση αυτού έφερε εις πέρας ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος, όταν μετά το Πάθος κήδευσαν το ζωηφόρο Εκείνο σώμα με εκατό λίτρες σμύρνης και αλόης.
«Ότι παιδίον εγεννήθη υμίν» και είναι τώρα ξαπλωμένο στη φάτνη, αυτός ο οποίος κρατεί στο χέρι του τη σφαίρα της γης και συγκρατεί θεοπρεπώς και ανέτως όλη την κτίση. Και για να πω συγκεφαλαιώνοντας το πληρέστατο παραλείποντας τα περισσότερα, «ότι παιδίον εγεννήθη ημίν» κόσμου σωτήριον, νοσημάτων ιατήριον. δαιμόνων αφανιστήριον, ειδωλικών ξοάνων και βωμών καταλυτήριον, θυσιών διαβολικών και βέβηλων κνισσών εξαλειπτήριον, τυραννικής διαβόλου αποστασίας αλυσοδετήριον αιώνιον. και καθολικής αναστάσεως νεκρών αρχετήριον.
Ποιός είδε ή άκουσε ποτέ παρόμοιο παιδί να είναι ξαπλωμένο σε φάτνη περιτυλιγμένο με σπάργανα και να κρατεί στην παλάμη του τα σύμπαντα, να προσκαλεί στα ύψη το ύδωρ της θαλάσσης και να το διαχέει όπου θέλει, να αναπαύεται στη φάτνη και συγχρόνως να χρησιμοποιεί σαν όχημα τα χερουβίμ, να γαλακτοτροφήται από Μητέρα παρθένο και να «εξαποστέλλη πηγάς υδάτων εν φόραγξι», να περικρατήται σε παρθενικές αγκάλες και να κρατεί ασφαλώς τα σύμπαντα: «Ω βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού!», όπως αναφωνεί και ο θείος Παύλος. Ω θαύματος παραδόξου, από τα σύγχρονα και τα παλαιά καινοφανεστέρου. Ω θείας κηδεμονίας και άκρας συγκαταβάσεως. Πώς ο απεριόριστος Λόγος και Υιός του Θεού και Πατρός περιορίστηκε εκούσια μέσα στη μορφή του δούλου; Πώς ο κατά φύσιν ασώματος περιεβλήθη με σώμα;
Πώς φάνηκε αυτός που είναι και στους αγγέλους αθέατος; Πώς ο κτίστης των αθανάτων δυνάμεων καταδέχτηκε να φορέσει σάρκα; Πώς αυτός που διαθέτει τον ασύγκριτο πλούτο της θεότητος και χαρίζει τα πλούσια δώρα έφθασε στην έσχατη πτωχεία; Πράγματι, τί πτωχότερο μπορεί να υπάρξει από το βουστάσιο και τη φάτνη και το σπήλαιο; Πώς ωράθη παραδόξως ο αόρατος; Πώς ο Ύψιστος κατέβηκε; Πώς ο υπερουράνιος ηθέλησε να ζήσει μαζί με εμάς τους χαμηλούς; Πώς ο περικυκλούμενος από στρατιές λαμπρότατων αγγέλων ήλθε να συναναστραφεί με τους ανθρώπους; Πώς ο «περιβαλλόμενος φως ως ιμάτιον» περιβάλλεται με σπάργανα ευτελή; Πώς ο υπερκαθαρός κατήλθε προς εμάς που ευρισκόμεθα στον λάκκο και την σαπρία των ολέθριων παθών; Για ποιόν λόγο, γιατί έγινε η ασύλληπτος αυτή και πολλή συγκατάβαση;
Είναι βεβαίως φανερό για όσους θέλουν να ερευνήσουν τη δύναμη του μυστηρίου· θα το διασαφήσω σύντομα χρησιμοποιώντας μία εικόνα. Όπως κάποιος που έχει πέσει σε λάκκο βαθύτατο και βορβορώδη δεν μπορεί να ανέλθει μόνος του από εκεί, αλλά χρειάζεται κάποιο χέρι από επάνω να τον ανασύρει, κάτι παρόμοιο έπαθε και η φύση μας· επωμίστηκε δεινώς με την πτώση στο βόθρο της παραβάσεως και πεσμένη στο λάκκο του Άδη είχε ανάγκη από κάποιο χέρι πανίσχυρο για να την ανασύρει.
Και επειδή κανενός σύνδουλου χέρι δεν είχε αυτή την ικανότητα, εκτείνεται από επάνω, από τα θεία υψώματα «η πανσθενουργός δεξιά» προς τα κάτω, η οποία, και ως πατρική δεξιά, όχι μόνο ανείλκυσε από τον λάκκο εκείνο αυτούς που είχαν πέσει, αλλά και «τω πλήθει της δόξης και της δυνάμεως αυτής συνέτριψε τούς ύπεναντίους», όπως έχει γραφεί, και λαμβάνοντας υπεφυώς τη φύση μας, η οποία είχε ριφθεί εκεί, την οδήγησε υψηλά στους ουρανούς και αφού την κάθισε στο θρόνο εκ δεξιών του Πατρός την αξίωσε να προσκυνείται από όλη την κτίση, και προσκαλώντας εμάς εκεί έλεγε «ει τις εμοί διακονεί, εμοί ακολουθείτω, ίνα όπου ειμί εγώ, εκεί και ο διάκονος ο εμός έσται». Ομοίως και ο μακάριος Παύλος συνιστά: «Τα άνω ζητείν, τα άνω φρονείν, ένθα κάθηται Χριστός εκ δεξιών του Θεού και Πατρός». *«Πατερικόν Κυριακοδρόμιον», εκδ. Ι. Κελλίον Αγίου Νικολάου Μπουραζέρη, Άγιον Όρος, σ. 625-632.). *Εκ του ιστολογίου «pemptousia.gr». Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
ΜΕΘΕΟΡΤΙΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ
Εωρτάσαμε, χάριτι θεία, την εορτή της Γεννήσεως του Κυρίου. Στα αυτιά μας αντηχούν ακόμη οι χαρμόσυνοι ύμνοι της μεγάλης εορτής και τα ιερά αναγνώσματα. Η μεγαλοπρεπής τελεσιουργία του υπερφυούς μυστηρίου, μας μετέφερε και πάλι στο ιερό σπήλαιο της Βηθλεέμ, της πόλεως της Ιουδαίας, όπου ο Χριστός γεννάται εκ Παρθένου, όπου οι ποιμένες προσκυνούν και οι μάγοι προσφέρουν τα βασιλικά των δώρα. Εκεί όπου ο άναρχος επήρε αρχή και ο Λόγος εσαρκώθη. Εκεί όπου αντήχησαν για πρώτη φορά οι αγγελικές δοξολογίες, που σήμαναν το ορθρινό της ανατολής της νέας ημέρας, της επιφανείας του ηλίου της δικαιοσύνης.
του Ιωάννου Φουντούλη, καθηγητού του Α.Π.Θ.
Όσοι πιστοί νίκησαν την ραθυμία και έσπευσαν ενωρίς στους ναούς δεν θα λησμονήσουν ποτέ την υπερκοσμία ατμόσφαιρα, στην οποία τους μετέφερε η λαμπρά ακολουθία του όρθρου της ημέρας αυτής. Μέσα στο ημίφως των τελευταίων ωρών της νυκτός, κάτω από τους υποβλητικούς θόλους των ναών μας, μέσα στους χαρμοσύνους ύμνους και στα θυμιάματα, νομίζει κανείς πως βρίσκεται εκτός χώρου και χρόνου. Τότε ακούει δωρικά, κοφτά , να αναγινώσκεται το συναξάριο της ημέρας με τους ιαμβικούς στίχους , ποίημα Χριστοφόρου του Μυτιληναίου:
«Τη 25η του αυτού μηνός, η κατά σάρκα Γέννησις του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού. Θεός το τεχθέν, η δε μήτηρ παρθένος˙ τί μείζον άλλο καινόν είδεν η κτίσις; Τη αυτή ημέρα, η προσκύνησις των Μάγων. Σε προσκυνούσα τάξις εθνική, Λόγε, το προς σε δηλοί των εθνών μέλλον σέβας. Τη αυτή ημέρα, μνήμη των θεασαμένων ποιμένων τον Κύριον. Ποίμνην αφέντες την εαυτών ποιμένες, ιδείν καλόν σπεύδουσι Χριστόν ποιμένα. Αυτώ η δόξα εις τους αιώνας των αιώνων».
Δεν γνωρίζει κανείς αν ζη στην σημερινή εποχή ή στην εποχή του Βυζαντίου ή στην ιδία νύκτα που συνέβησαν τα γεγονότα αυτά. Αυτό ακριβώς είναι το μυστήριο της λατρείας μας. Θραύει τα σύνορα των εποχών και των ρεόντων χρονικών σχημάτων του κόσμου τούτου. Παρόν, παρελθόν και μέλλον ισοπεδώνονται. «Σήμερον» και πάλιον ο Χριστός γεννάται, όπως γεννήθηκε και πέρισυ και κατά την ιδία ημέρα των περασμένων αιώνων, όπως θα γεννάται μέχρι συντελείας των αιώνων, όπως ακριβώς γεννήθηκε την θεία νύκτα των Χριστουγέννων του πρώτου έτους της χριστιανικής χρονολογίας. Μέσα στο πλαίσιο αυτό αισθάνεται κανείς πως ο Χριστός είναι «εχθές και σήμερον και ο αυτός εις τους αιώνας»,1 πως η Εκκλησία είναι το σώμά Του, αιώνιο και αγήραστο όπως Εκείνος.
Πως και ο καθείς από μας δεν είναι μόνος, αλλά ένα μέλος της ιεράς αυτής κοινωνίας, των εν Χριστώ αναγγενηθέντων ανθρώπων, για την οποία δεν υπάρχει φθορά και χρόνος, χθές και σήμερα και αύριο, αλλά ένα αιώνιο και άφθαρτο «σήμερα», το οποίο ζούν και απολαμβάνουν οι γενεές των πιστών, που εβαπτίσθησαν εις Χριστόν και ενεδύθησαν τον Χριστό. Που συμβασιλεύουν μετά του Χριστού, μαζί με τις γενεές που ήλθαν και θα έλθουν, χωρίς όμως να παρέλθουν ποτέ, γιατί η βασιλεία του Χριστού είναι «βασιλεία πάντων των αιώνων και η δεσποτεία Του εν πάση γενεά και γενεά».2
Στην εκπομπή του προηγουμένου Σαββάτου είδαμε την κατά μίμησι της περιόδου του Πάσχα ανάπτυξι της προεορτίου περιόδου των Χριστουγέννων. Είδαμε πως με βάσι τα Χριστούγεννα, την 25η Δεκεμβρίου, καθωρίσθησαν οι προ αυτής εορτές, της συλλήψεως του Προδρόμου, του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και της γεννήσεως του Βαπτιστού, πως ανεπτύχθη βαθμηδόν η τεσσαρακοστή των Χριστουγέννων και πως η κλιμακωτή ανάβασις προς την μεγάλη εορτή καταλήγει και αποκορυφώνεται στην μεγάλη εβδομάδα και στο Πάσχα, για να ειπούμε έτσι , των Χριστουγέννων. Το Πάσχα όμως επεκτείνεται και προς τα εμπρός. Η εβδομάς μετά από αυτό είναι η διακαινήσιμος, που λογίζεται, κατά τις τυπικές διατάξεις, σαν μία και η αυτή πασχάλιος ημέρα! Την ογδόη ημέρα είναι η Κυριακή του Θωμά, ή του Αντίπασχα, τύπος της ογδοάδος του μέλλοντος. Την τεσσαρακοστή ημέρα κλείνεται η πασχάλιος περίοδος με την εορτή της Αναλήψεως, της εισόδου του Κυρίου εν σώματι εις την δόξαν αυτού, εις τα άγια των αγίων του ουρανού.
Ας παρακολουθήσωμε την επίδρασι της πασχαλίου αυτής περιόδου και στην διαμόρφωσι της μετά τα Χριστούγεννα μεθεόρτου περιόδου. Επί επτά ημέρες εορτάζεται η μεγάλη εορτή. Την 26η Δεκεμβρίου πανηγυρίζεται η Σύναξις της υπεραγίας Θεοτόκου, της μητρός του Χριστού, και αναμιμνησκόμεθα την εις Αίγυπτον φυγήν της αγίας «οικογενείας». Την 29η εορτάζεται η μνήμη των νηπίων της Βηθλεέμ, που εσφάγησαν από τον Ηρώδη. Η Κυριακή που εμπίπτει στο διάστημα αυτό , η Κυριακή «μετά την Χριστού Γέννησιν», είναι αφιερωμένη στον Ιωσήφ τον μνήστορα της Παρθένου, στον Ιάκωβο, τον κατά σάρκα «αδελφό» Του Κυρίου, υιό του Ιωσήφ από άλλη γυναίκα που είχε πριν μνηστευθή την Θεοτόκο, και τον κοινό προπάτορα, τον βασιλέα Δαυίδ. Καθ’ όλο το επταήμερο διάστημα, οι ύμνοι των Χριστουγέννων συμπλέκονται με την ακολουθία των καθ’ ημέραν αγίων και ολόκληρος η ακολουθία της εορτής επαναλαμβάνεται κατά την απόδοσί της, την 31η Δεκεμβρίου.
Παράλληλος προς την Κυριακή του Θωμά είναι η εορτή της Περιτομής του Χριστού, κατά τον μωσαϊκό νόμο, εορτάζομε την 1η Ιανουαρίου, την ογδόη ημέρα από τα Χριστούγεννα. Όπως η εμφάνισις του Κυρίου στον Θωμά συντελεί στην εξακρίβωσι και βεβαίωσι του υπερφυσικού γεγονότος της εκ νεκρών αναστάσεως και από τον πιο αμφιβάλλοντα και δυστροπούντα μαθητή, έτσι και η οκταήμερος περιτομή και η κατ’ αυτήν ονοματοδοσία, αποτελεί την σφραγίδα και την βεβαίωσι της τελείας ενανθρωπήσεως του Χριστού, της προσλήψεως της ανθρωπίνης μορφής αναλλοιώτως, της πραγματικότητος της υπερφυσικής σαρκώσεως του Λόγου του Θεού και της εντάξεώς Του δια του σημείου της περιτομής στον λαό του Θεού, και της υπαγωγής Του στο Νόμο. Η ογδόη εκείνη ημέρα, δια της εμφανίσεως και παρουσίας του αναστάντος εν τω μέσω των μαθητών Του, γίνεται τύπος της ογδοάδος του μέλλοντος αιώνος και της κατ’ αυτήν αδιαλείπτου παρουσίας και απολαύσεως του Χριστού. Και αυτή, η ογδόη από της γεννήσεως ημέρα, «εικονίζει», κατά τους ιερούς υμνογράφους, «την του μέλλοντος άληκτον ζωήν»3 ˙ «φέρει τύπον του μέλλοντος»,4 λόγω ακριβώς της επισήμου παρουσίας εν σαρκί του Χριστού μεταξύ του λαού Του και μεταξύ του γένους των ανθρώπων.
Η εορταστική περίοδος συνεχίζεται. Παρεμβάλλεται η εορτή των Θεοφανείων με τα προεόρτια και τα μεθέορτά της, που παρατείνονται μέχρι της 14ης Ιανουαρίου, για να αρχίση από την επομένη ημέρα, την 15η, μία νέα προεόρτιος περίοδος, που εισάγει την εορτή της τεσσαρακοστής από της γεννησεως ημέρας, την εορτή της Υπαπαντής της 2ας Φεβρουαρίου. Είναι η κατακλείς των εορτών των Χριστουγέννων, η απόδοσίς των κατά κάποιο τρόπο, το παράλληλο της εορτής της Αναλήψεως, της τεσσαρακοστής από του Πάσχα ημέρας. Ο Χριστός ως βρέφος τεσσαρακονθήμερο εισέρχεται στον ναό Του, στον επίγειο ουρανό. Εκεί θα Τον υποδεχθή και θα Τον αναγνωρίση η προφητεία της Παλαιάς Διαθήκης και θα ζητήση την λήξι της και την απόλυσί της με το στόμα του δικαίου Συμεών και της προφήτιδος Άννης, γιατί ήλθε ο προφητευόμενος και αναμενόμενος, το «φως εις αποκάλυψιν εθνών» και η «δόξα του λαού» Του, του παλαιού και του νέου Ισραήλ.5
Αυτός στις γενικές του γραμμές είναι ο μεθέορτος κύκλος της εορτής των Χριστουγέννων. Μαζί με τον προεόρτιο κύκλο, που είδαμε στην προηγουμένη εκπομπή, καταλαμβάνει σχεδόν το έν πέμπτον του εκκλησιαστικού έτους. Αν εκτός από αυτά λάβωμε κατά νούν, ότι από την εορτή των Χριστουγέννων εξαρτάται και η σειρά των ακινήτων εορτών που αναφέραμε, του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, της συλλήψεως και της γεννήσεως του Προδρόμου, βλέπομε πόσον ακριβής είναι ο χαρακτηρισμός της, ως πόλου των ακινήτων εορτών του εκκλησιαστικού έτους. Η εορτή της Γεννησεως του Κυρίου βρήκε μέσα στην λειτουργική πράξι της Εκκλησίας την δικαία και αρμόζουσα θέσι της. Έγινε το δεύτερο Πάσχα, η πρώτη μετά την βασιλίδα και κυρία των εορτών εορτή, που βαθμιαία έτεινε να εξομοιωθή και να μιμηθή εκείνη, χωρίς όμως τελικά να φθάση και στα μέτρα εκείνης.
Επανερχόμεθα στο θέμα της «Κυριακής μετά την Χριστού Γέννησιν». Στα τρία πρόσωπα που εορτάζονται κατ’ αυτήν, συνάπτονται τα θέματα της προεορτίου και μεθεόρτου περιόδου των Χριστουγέννων. Ο Δαυίδ είναι ο αρχηγέτης της βασιλικής δυναστείας των Ιουδαίων, από την οποία το κατά σάρκα κατήγετο ο Χριστός. Εκείνος που εδέχθη την προφητική επαγγελία «εκ καρπού της κοιλίας σου θήσομαι επί του θρόνου σου».6 Η «ρίζα του Ιεσσαί», από την οποία, ως από ξηρά ράβδο, την αειπάρθενο Μαρία, εβλάστησε το άνθος, ο Χριστός, ο βασιλεύς και ο «ηγούμενος»,7 η «προσδοκία» εθνών. 8 Ο μνήστωρ Ιωσήφ μακαρίζεται γιατί ηξιώθη να γίνη ο φρουρός και φύλαξ της Παρθένου Μαρίας και πιστώς να υπηρετήση την βουλή του Θεού, προσφέροντας στην Μαρία και στον νεογέννητον Ιησού την προστασία και την φροντίδα που είχαν ανάγκη. Είναι ο σύνδεσμος της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης.
Με τα μάτια του είδε να εκπληρώνωνται οι προφητείες και τα αυτιά του άκουσαν τις αγγελικές φωνές που εβεβαίωναν την έλευσι του Μεσσίου. Ο Ιάκωβος ο αδελφόθεος και πρώτος μετά ταύτα επίσκοπος Ιεροσολύμων, εγκωμιάζεται και αυτός ως μάρτυς της γεννήσεως του Χριστού και μέχρις αίματος κήρυξ της ενανθρωπήσεως. Έτσι ακριβώς τους υμνούν τα τροπάρια της Κυριακής, τα τρία στιχηρά του εσπερινού του α’ ήχου, προσόμοια του «Των ουρανίων ταγμάτων». Το πρώτο αναφέρεται στον Δαυίδ, το δεύτερο στον Ιωσήφ και το τρίτο στον Ιάκωβο. Ο Δαυίδ και ο Ιάκωβος συνάπτονται στο δοξαστικό του εσπερινού του πλ. β΄ ήχου. Και οι τρείς είναι οι διδάσκαλοι και οι μάρτυρες της γεννήσεως.
«Τον θεοπάτορα πάντες ανευφημήσωμεν Δαυίδ τον βασιλέα' εκ γάρ τούτου προήλθε ράβδος η Παρθένος και εξ αυτής ανατέταλκεν άνθος Χριστός και τον Αδάμ συν τη Εύα εκ της φθοράς ανεπλάσατο ως εύσπλαγχνος». «Των προφητών τας προρρήσεις είδεν εν γήρα σαφώς ο Ιωσήφ ο μνήστωρ εμφανώς πληρουμένας, μνηστείας λαχών ξένης, χρηματισμούς των αγγέλων δεξάμενος˙ Δόξα Θεώ, εκβοώντων, ότι εν γη την ειρήνην εδωρήσατο». «Τον αδελφόθεον πάντες ανευφημήσωμεν, ως ιεράρχην όντα, μαρτυρίω δε πάλιν εμπρέψαντα γενναίως, ού ταις ευχαίς Ιησού ο Θεός ημών, ο εν σπηλαίω και φάτνη σπαργανωθείς, σώσον πάντας τους υμνούντάς σε». «Μνήμην επιτελούμεν Δαυίδ και Ιακώβου, ευσεβούς βασιλέως προφήτου και αποστόλου πρώτου επισκόπου˙ αυτών γαρ τοις διδάγμασι πλάνης απαλλαγέντες, Χριστόν δοξολογούμεν τον εκ παρθένου ανατείλαντα, τον και σαρκωθέντα σώσαι τας ψυχάς ημών».
Την κοινή πάλι ανύμνησί των ως υπηρετών του μυστηρίου της γεννήσεως του Χριστού επαναλαμβάνει και ο ποιητής του ωραίου εξαποστειλαρίου, προσομοίου του «Τοις μαθηταίς συνέλθωμεν»: «Σύν Ιακώβω μέλψωμεν τω κλεινώ θεαδέλφω, Δαυίδ τον θεοπάτορα, Ιωσήφ τε τον θείον, της Θεοτόκου μνήστορα' του Χριστού γάρ τη θεία γεννήσει καθυπούργησαν Βηθλεέμ εν τη πόλει θεοπρεπώς, μετ’ αγγέλων, μάγων τε και ποιμένων, αυτώ τον ύμνον άδοντες, ως Θεώ και δεσπότη».
Η εορτή των Χριστουγέννων είναι η κατ’ εξοχήν εορτή της προφητείας της Παλαιάς Διαθήκης. Αυτή αποτελεί το μεταίχμιο μεταξύ των δύο Διαθηκών. Η Παλαιά προλέγει και προπαρασκευάζει την έλευσι του Χριστού και λήγει με την γέννησί Του. Η Καινή αρχίζει με την ημέρα της σαρκώσεως. Είναι η «ημέρα του Κυρίου η μεγάλη και επιφανής», που προλέγει ο προφήτης Ιωήλ. 9 Ο Θεός έδωσε στην γη και στον ουρανό τα υπεσχημένα Του υπερφυσικά τέρατα: το αίμα, το πύρ και την ατμίδα καπνού.10 Αυτών των τεράτων θεαταί και μάρτυρες οι προφήται της Παλαιάς Διαθήκης, με έξαρχο το Δαυίδ και οι ιεροί άνδρες της Καινής, με πρωτοστάτας τα δύο μέλη της αγίας «οικογενείας», τον Ιωσήφ τον μνήστορα και τον Ιάκωβο τον αδελφόθεο, έρχονται να συνεορτάσουν με τον λαό του Θεού την πλήρωσι των προφητειών, το μέγα μυστήριο της θείας ενανθρωπήσεως. Την λύσι και φανέρωσι του προφητικού αινίγματος. Αίμα την σάρκωσιν του Λόγου, πυρ την Θεότητα, ατμίδα καπνού το Πνεύμα το άγιον. Αυτό ακριβώς θα ακούσωμε να θεολογή ο ποιητής Ανατόλιος στο δοξαστικό των αίνων του πλ. δ’ ήχου:
«Αίμα και πύρ και ατμίδα καπνού, τέρατα γης, ά προείδεν Ιωήλ˙ αίμα την σάρκωσιν˙ πύρ την Θεότητα˙ ατμίδα δε καπνού το Πνεύμα το άγιον, το επελθόν τη Παρθένω και κόσμον ευωδιάσαν. Μέγα το μυστήριον της σης ενανθρωπήσεως, Κύριε δόξα σοι». (26 Δεκεμβρίου 1970)
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
1. Εβρ. 13, 8.
2. Ψαλμ. 144, 13.
3. Κανών α΄, ωδή δ΄, τροπάριον β΄.
4. Κανών α΄. ωδή α΄, τροπάριον α΄.
5. Λουκ. 2, 32.
6. Ψαλμ. 131, 11.
7. Γενεσ. 49, 10.
8. Ησ. 11, 1.
9. Κεφ. 3, 4.
10. Ιωήλ. 3, 3.
*Από το βιβλίο του αειμνήστου καθηγητού της θεολογικής σχολής του Α.Π.Θ. Ιωάννου Φουντούλη: Λογική Λατρεία, εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας, Αθήνα 1984.
*Εκ του ιστολογίου «Ορθόδοξη Πορεία» της 30.12.2012. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
ΜΕΤΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΜΕΤΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ (ΜΑΤΘ. β΄ 13-23)
Ἀναχωρησάντων τῶν μάγων ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου φαίνεται κατ᾿ ὄναρ τῷ ᾿Ιωσὴφ λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ φεῦγε εἰς Αἴγυπτον, καὶ ἴσθι ἐκεῖ ἕως ἂν εἴπω σοι· μέλλει γὰρ ῾Ηρῴδης ζητεῖν τὸ παιδίον τοῦ ἀπολέσαι αὐτό. ῾Ο δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ νυκτὸς καὶ ἀνεχώρησεν εἰς Αἴγυπτον, καὶ ἦν ἐκεῖ ἕως τῆς τελευτῆς ῾Ηρῴδου, ἵνα πληρωθῇ τὸ ρηθὲν ὑπὸ τοῦ Κυρίου διὰ τοῦ προφήτου λέγοντος· ἐξ Αἰγύπτου ἐκάλεσα τὸν υἱόν μου. Τότε ῾Ηρῴδης ἰδὼν ὅτι ἐνεπαίχθη ὑπὸ τῶν μάγων, ἐθυμώθη λίαν, καὶ ἀποστείλας ἀνεῖλε πάντας τοὺς παῖδας τοὺς ἐν Βηθλεὲμ καὶ ἐν πᾶσι τοῖς ὁρίοις αὐτῆς ἀπὸ διετοῦς καὶ κατωτέρω, κατὰ τὸν χρόνον ὃν ἠκρίβωσε παρὰ τῶν μάγων. τότε ἐπληρώθη τὸ ρηθὲν ὑπὸ ῾Ιερεμίου τοῦ προφήτου λέγοντος· φωνὴ ἐν Ραμᾷ ἠκούσθη, θρῆνος καὶ κλαυθμὸς καὶ ὀδυρμὸς πολύς· Ραχὴλ κλαίουσα τὰ τέκνα αὐτῆς, καὶ οὐκ ἤθελε παρακληθῆναι, ὅτι οὐκ εἰσίν. Τελευτήσαντος δὲ τοῦ ῾Ηρῴδου ἰδοὺ ἄγγελος Κυρίου κατ᾿ ὄναρ φαίνεται τῷ ᾿Ιωσὴφ ἐν Αἰγύπτῳ λέγων· ἐγερθεὶς παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ πορεύου εἰς γῆν ᾿Ισραήλ· τεθνήκασι γὰρ οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου. ὁ δὲ ἐγερθεὶς παρέλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα αὐτοῦ καὶ ἦλθεν εἰς γῆν ᾿Ισραήλ. ἀκούσας δὲ ὅτι ᾿Αρχέλαος βασιλεύει ἐπὶ τῆς ᾿Ιουδαίας ἀντὶ ῾Ηρῴδου τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, ἐφοβήθη ἐκεῖ ἀπελθεῖν· χρηματισθεὶς δὲ κατ᾿ ὄναρ ἀνεχώρησεν εἰς τὰ μέρη τῆς Γαλιλαίας, καὶ ἐλθὼν κατῴκησεν εἰς πόλιν λεγομένην Ναζαρέτ, ὅπως πληρωθῇ τὸ ρηθὲν διὰ τῶν προφητῶν ὅτι Ναζωραῖος κληθήσεται.
1. Η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ
Κυριακὴ μετὰ τὰ Χριστούγεννα καὶ ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία μᾶς παρουσιάζει ὅλες ἐκεῖνες τὶς συγκλονιστικὲς στιγμὲς τοῦ διωγμοῦ τοῦ νεογέννητου θείου Βρέφους ἀπὸ τὸν Ἡρώδη. Στιγμὲς ποὺ ὁ ἀρχέκακος καὶ ἀνθρωποκτόνος διάβολος κινεῖ ὅλες του τὶς δυνάμεις, ἐγείρει θυμὸν μέγα στὸν δαιμονόπληκτο καὶ αἱμοσταγῆ Ἡρώδη, προκειμένου νὰ θανατώσῃ τὸν τεχθέντα βασιλέα. Σ’ αὐτὲς λοιπὸν τὶς φοβερὲς στιγμὲς τοῦ τρόμου καὶ τῆς ἀγωνίας, ὅπου αἱματοκυλίσθηκαν τὰ περίχωρα τῆς Βηθλεέμ, ὁ μνήστωρ Ἰωσὴφ καλεῖται ἀπὸ τὸν ἄγγελο τοῦ Θεοῦ νὰ σηκώσῃ ἐπάνω του ὅλη αὐτὴ τὴν ἀπρόσμενη καὶ σκληρὴ δοκιμασία καὶ νὰ γίνῃ ὁ προστάτης τοῦ θείου βρέφους.
Σήκω, Ἰωσήφ, τοῦ λέγει, παράλαβε τὸ παιδίον καὶ τὴν μητέρα του καὶ φύγε. Φύγε μακριά, στὴν Αἴγυπτο. Φύγε ἀμέσως, διότι ὁ Ἡρώδης ψάχνει νὰ βρῆ τὸ παιδίον γιὰ νὰ τὸ θανατώσῃ. Μποροῦμε ἆραγε νὰ σκεφθοῦμε τὴν ὥρα αὐτὴ πόσο δοκιμάσθηκε ἡ πίστι τοῦ Ἰωσήφ, τοῦ σώφρονος καὶ δικαίου; Ἀκούει ἀπὸ τὸν ἄγγελο τοῦ Θεοῦ ὅλα αὐτὰ καὶ δὲν σκανδαλίζεται. Πρὶν ἀπὸ λίγους μῆνες ἄκουσε πάλι ἀπὸ ἄγγελο τοῦ Θεοῦ ὅτι τὸ παιδὶ ποὺ θὰ γεννηθῇ ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαριάμ, «σώσει τὸν λαὸν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν». Καὶ τώρα ἀκούει πάλι ἀπὸ ἄγγελο ὅτι αὐτὸς ποὺ θὰ σώσῃ πρέπει νὰ σωθῇ, διότι κινδυνεύει ἀπὸ τὴν δολοφονικὴ μάχαιρα τοῦ Ἡρώδη.
Ὁ Ἰωσὴφ ὅμως οὔτε σκανδαλίζεται οὔτε διαμαρτύρεται οὔτε ζητεῖ ἐξηγήσεις. Δὲν λέει ἀπολύτως τίποτε. Ὑποτάσσεται στὴν προσταγὴ τοῦ ἀγγέλου, σηκώνεται ἀμέσως μέσα στὴν νύκτα, παραλαμβάνει τὴν Θεοτόκο καὶ τὸ παιδίον καὶ ἀναχωρεῖ ἀστραπιαῖα γιὰ τὴν Αἴγυπτο. Καὶ ὁδοιπορεῖ τουλάχιστον δέκα ἡμέρες μέχρι νὰ φθάσῃ στὰ αἰγυπτιακὰ σύνορα ἔχοντας ἐπάνω του τὴν εὐθύνη γιὰ τὴν ἐκτέλεσι τῆς θείας ἐντολῆς καὶ τὸ φορτίο τῆς δοκιμασίας ποὺ καλεῖται νὰ σηκώσῃ ὁ ἴδιος. Καὶ γίνεται φυγὰς καὶ καταζητούμενος καὶ μετανάστης.
Καὶ ὑπόδειγμα ὑπακοῆς καὶ ἀποδοχῆς τῆς δοκιμασίας. Διότι ὁ Ἰωσὴφ ἦταν ἄνθρωπος πίστεως καὶ ταπεινώσεως. Ἦταν σώφρων καὶ δίκαιος. Ὅπως λέγει ἕνα σχετικὸ τροπάριο, ὁ Ἰωσὴφ «δίκαιος ὑπάρχων, δικαίαις ὁδοῖς τοῦ δικαίου Δεσπότου πεπόρευται», γιὰ νὰ συνυπουργήσῃ, νὰ διακονήσῃ δηλαδὴ στὸ μέγα μυστήριο ἀπὸ τὸ ὁποῖο λυτρώθηκε ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Καὶ πορεύεται πρὸς τὴν Αἴγυπτο «χαίρων καθυπείκων τοῖς θείοις προστάγμασιν». Σηκώνει τὴν δοκιμασία του αὐτὴ μὲ χαρὰ καὶ μὲ ὑπακοή.
Καὶ μᾶς διδάσκει ὁ σώφρων Ἰωσὴφ νὰ μὴ ταρασσώμαστε κι ἐμεῖς ὅταν καλούμαστε νὰ βαστάξουμε κάποια δοκιμασία ποὺ μᾶς καλεῖ ὁ Θεὸς νὰ σηκώσουμε. Ἀλλὰ νὰ τὴν ὑπομένουμε μὲ γενναιότητα, ταπείνωσι, πίστι καὶ χαρά. Διότι κι ἐμεῖς στὸ δρόμο μας εἶναι βέβαιο ὅτι θὰ συναντήσουμε πειρασμοὺς καὶ ἐπιβουλές. Καὶ πολὺ περισσότερο ὅσοι διακονοῦμε σὲ κάποιο πνευματικὸ ἔργο, θὰ συναντήσουμε περισσότερους κινδύνους καὶ πειρασμούς, ποὺ κάποτε θὰ μᾶς φαίνωνται σκληροὶ καὶ ἀνυπόφοροι. Σ’ αὐτὲς λοιπὸν τὶς ὧρες τῆς δοκιμασίας, ἂς ἐμπνεώμαστε ἀπὸ τὸν Ἰωσὴφ τὸν δίκαιο κι ἂς ζητοῦμε νὰ μεσιτεύῃ καὶ γιὰ μᾶς, ὥστε νὰ βαστάζουμε μὲ πίστι καὶ ὑπομονὴ τὶς δοκιμασίες μας.
2. Ο ΔΙΩΚΤΗΣ
Πόσο σκληρὸ χαρακτῆρα εἶχε ὁ Ἡρώδης! Κατέσφαξε ἀθῶα νήπια χωρὶς ἴχνος ντροπῆς, χωρὶς καμμία ἀναστολή. Ἡ φιλαυτία του, ἡ φιλοδοξία του καὶ ἡ καχυποψία του τὸν ἔκαναν νὰ μὴν ὑπολογίζῃ τίποτε. Πρὶν ἀπὸ λίγο καιρὸ εἶχε δολοφονήσει τοὺς δύο γυιούς του, φοβούμενος μήπως τοῦ πάρουν τὸ θρόνο. Καὶ τώρα ποὺ ἄκουσε νὰ μιλοῦν γιὰ βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ, θὰ ὑπολόγιζε τὰ νήπια τῆς χώρας του;
Ὁ Ἡρώδης ἤθελε ὁπωσδήποτε νὰ θανατώσῃ τὸν τεχθέντα βασιλέα. Ὅμως αὐτή του ἡ μανία ἦταν ἐξ ἀρχῆς ἀνόητη. Διότι τὸ πιὸ συνετὸ ποὺ θὰ εἶχε νὰ κάνῃ ἦταν νὰ φοβηθῇ καὶ νὰ συμμαζευθῇ. Καὶ τὸ κυριώτερο, νὰ καταλάβῃ ὅτι προσπαθεῖ νὰ τὰ βάλῃ μὲ τὸν Θεό. Διότι ἄκουσε ἀπὸ τοὺς Μάγους ὅτι ἀστέρι προμήνυσε τὴν γέννησι τοῦ παιδίου. Τοῦ εἶπαν καὶ οἱ ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς ὅτι οἱ προφῆται προαναγγέλλουν τὴν γέννησι τοῦ Μεσσίου στὴ Βηθλεέμ. Ἔπρεπε λοιπὸν ὁ Ἡρώδης τουλάχιστον νὰ προβληματισθῇ καὶ νὰ καταλάβῃ ὅτι κάτι τὸ ὑπερφυσικὸ συμβαίνει. Ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε εὐκαιρίες καὶ τὰ κατάλληλα φάρμακα γιὰ νὰ συνετισθῇ. Ἀλλὰ ἡ ψυχή του ἀπὸ τὰ μεγάλα καὶ σκληρὰ πάθη εἶχε πλέον καταστῆ ἀνίατος. Καὶ ἀντὶ νὰ θεραπευθῇ σκληραίνει περισσότερο, μεγαλώνει ἡ μανία του καὶ ἡ ἀφροσύνη του.
Ἀσφαλῶς μετὰ τὴν σφαγὴ τῶν νηπίων πολλοὶ θὰ ἐνόμιζαν πὼς ὁ Ἡρώδης ἐνίκησε, ἐπέτυχε τὸν σκοπό του. Πόσο διαφορετικὴ ὅμως ἦταν ἡ πραγματικότης! Ὁ τεχθεὶς βασιλεύς, ὁ βασιλεὺς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς ἦταν ὁ νικητής. Καὶ ὁ βασιλεὺς Ἡρώδης εἶχε χάσει τὴν μάχη, εἶχε χάσει καὶ τὴν ψυχή του. Καὶ ἐπλήρωσε πολὺ ἀκριβὰ τὴν σκληρότητά του καὶ τὴν μανία του. Εἶχε ἕναν ἀπὸ τοὺς πιὸ φρικτοὺς θανάτους ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ἔχῃ ἄνθρωπος. Ψηνόταν ἀπὸ ὑψηλὸ πυρετό, σφάδαζε στοὺς πόνους, ὑπέφερε ἀπὸ δυσεντερία, ἔγινε «σκωλήκων βρῶμα καὶ δυσωδία», καθὼς σάπισαν μέλη τοῦ σώματός του. Καὶ μὲ ἀφόρητη δύσπνοια καὶ τρόμο καὶ σπασμὸ τῶν μελῶν του ξεψύχησε ὁ διώκτης τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Αὐτὸς ποὺ ἐνόμισε ὅτι μπορεῖ νὰ τὰ βάλῃ μὲ τὸν Θεό. Τὴν ἴδια κατάληξι ἔχουν συνήθως ὅλοι οἱ διῶκται τοῦ τεχθέντος βασιλέως. Πάντοτε ἀκούεται καὶ γιὰ ὅλους αὐτοὺς τὸ οὐράνιο μήνυμα: «τεθνήκασιν οἱ ζητοῦντες τὴν ψυχὴν τοῦ παιδίου». Μὴν ταρασσώμαστε λοιπόν. Οἱ διῶκται φεύγουν. Ὁ Χριστὸς μένει. Διότι εἶναι ὁ θεάνθρωπος νικητὴς τοῦ κόσμου καὶ ὁ ρυθμιστὴς τῆς ἱστορίας. *Εκ του ιστοτόπου «osotir.org» της 27.12.2018. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΜΝΗΣΤΩΡ ΕΟΡΤΑΖΕΙ ΤΗ 1η ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
Όταν ο Όσιος Αμφιλόχιος Μακρής (μνήμη 16 Απριλίου) θέλησε να φτιάξει ένα κάθισμα (ερημητήριο) στη θέση Κουβάρι στο ιερό νησί της Πάτμου, αφιέρωσε τον ναό στον Άγιο Ιωσήφ τον Μνήστορα. Ένας ασκητής του είχε αποκαλύψει ότι αυτός ήταν ο μεγαλύτερος Άγιος, επειδή ήταν ο προστάτης του Κυρίου και της Θεοτόκου. Ας γνωρίσουμε τον βίο του Αγίου Ιωσήφ του Μνήστορος, ο οποίος έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην εκπλήρωση του θεϊκού σχεδίου για τη Σωτηρία του ανθρώπου.
Συνήθως το ιερό πρόσωπο του Ιωσήφ επισκιάζεται από την ιερότατη προσωπικότητα της Παναγίας μας. Ήταν Ιουδαίος στην καταγωγή και απόγονος του ένδοξου βασιλιά και προφήτη (προφητάνακτα) Δαβίδ, απέχοντας χρονικά από αυτόν χίλια περίπου χρόνια. Καταγόταν από την Βηθλεέμ, την «πόλη Δαβίδ», και το όνομά του σημαίνει: «ο τέλειος του Θεού», αλλά κατοικούσε στην Ναζαρέτ ασκώντας το επάγγελμα του ξυλουργού. Ήταν χήρος, προχωρημένης ηλικίας και μεγάλωνε μόνος του τα επτά παιδιά του (Ιάκωβος, Ιωσής, Σίμων, Ιούδας, Εσθήρ, Θάμαρ ή Μάρθα, Σαλώμη). Ζούσε με δικαιοσύνη και αγιότητα.
Όταν η Θεοτόκος έγινε δεκατριών ετών, οι ιερείς του Ναού και ιδιαίτερα ο Άγιος Ζαχαρίας, ο πατέρας του Προδρόμου, οδηγημένοι από το Άγιο Πνεύμα, έκριναν ότι έπρεπε να προσκολληθεί σε κάποιο δίκαιο και ενάρετο άνδρα. Διάλεξαν τον ευσεβή και δίκαιο Ιωσήφ, με τον οποίο την αρραβώνιασαν, διαβλέποντας ότι ο προχωρημένης ηλικίας ενάρετος Ιωσήφ θα την σεβαστεί και θα την προστατέψει.
Έτσι, σύμφωνα με το δίκαιο της εποχής εκείνης, τον ακολούθησε στην οικία του στη Ναζαρέτ όπου ζούσαν με προσευχή και φόβο Θεού. Η Μαρία φρόντιζε το σπίτι και ο Ιωσήφ της πρόσφερε προστασία και τα αναγκαία για να ζήσει. Εκεί την επισκέφτηκε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ. Η Παρθένος Μαρία δεν φανέρωσε το υπερφυσικό γεγονός του Ευαγγελισμού της και τη θεία κυοφορία της στον Ιωσήφ, η μόνη που το γνώριζε ήταν η εξαδέλφη της Αγία Ελισάβετ, η μητέρα του Προδρόμου.
Την ίδια εποχή οι ρωμαϊκές αρχές αποφάσισαν να κάμουν απογραφή όλων των υπηκόων της αυτοκρατορίας, για φορολογικούς λόγους. Έτσι ο Ιωσήφ και η Μαρία αναγκάστηκαν να μεταβούν στη Βηθλεέμ για να απογραφούν. Όμως τις μέρες εκείνες έφτασε και η γέννα της Μαρίας. Τότε ήταν που ο Ιωσήφ πληροφορήθηκε για την κυοφορία της και παραξενεύτηκε, διότι ουδέποτε είχε σχέσεις μαζί της.
Επειδή ήταν δίκαιος, θέλησε να τη διώξει με κάθε μυστικότητα για να μην κινδυνέψει αφού ο νόμος ήταν πολύ αυστηρός με τις ανύπανδρες μητέρες. Αλλά το ίδιο βράδυ Άγγελος Κυρίου ήρθε στο όνειρό του και τον διαβεβαίωσε για την αθωότητα της Μαρίας και την υπερφυσική της κυοφορία. Τότε έμαθε ότι η Μαρία θα γεννήσει τον αναμενόμενο Μεσσία, τον λυτρωτή του κόσμου και ότι η μνηστεία έπρεπε να συνεχιστεί προκειμένου να μην αποκαλυφτεί η υπερφυσική γέννηση του Ιησού. Ο Άγγελος τον παρότρυνε να γίνει ο παντοτινός τους προστάτης και βοηθός και εκείνος δέχτηκε με ταπείνωση και σεβασμό το μήνυμα του Θεού.
Η διαμονή τους στην Βηθλεέμ δεν ήταν εύκολη, διότι είχε μαζευτεί εκεί πλήθος κόσμου για την απογραφή και έτσι δεν υπήρχε κατάλυμα. Δεν υπήρχε χώρος για τη γέννα, γι’ αυτό αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε κάποιον σπηλαιώδη στάβλο, έξω από την πόλη. Εκεί η Παναγία μας γέννησε τον Σωτήρα του κόσμου, εν μέσω θαυμαστών και υπερφυσικών γεγονότων (λαμπρός αστέρας, ψαλμωδίες αγγέλων, κ.λπ.). Εκεί πρώτοι από όλους τον προσκύνησαν οι απλοί και ταπεινοί βοσκοί της Βηθλεέμ.
Στη Βηθλεέμ, αργότερα, έφτασαν και οι Μάγοι για να προσκυνήσουν το Θείο Βρέφος, προσκομίζοντας τους θησαυρούς τους. Όμως ο Ηρώδης έψαχνε να βρει τον Ιησου να τον εξολοθρεύσει!!!!
Πάλι σε όνειρο Άγγελος πληροφόρησε ο Ιωσήφ την ανάγκη φυγής στην Αίγυπτο, επειδή ο θηριώδης Ηρώδης είχε διατάξει τη γενική σφαγή των νηπίων στη Βηθλεέμ. Μετά τον θάνατο του Ηρώδη, ξανά Άγγελος ειδοποίησε τον Ιωσήφ να επιστρέψουν στην Παλαιστίνη. Αφού γύρισαν, εγκαταστάθηκαν οριστικά στη Ναζαρέτ.
Ο Ιωσήφ αναφέρεται ακόμα μια φορά στην Καινή Διαθήκη κατά την επίσκεψή τους στο Ναό της Ιερουσαλήμ όταν ήταν δωδεκαετής ο Ιησούς. Η Ιερά Παράδοση αναφέρει ότι λίγο μετά από αυτό το συμβάν ο Ιωσήφ πέθανε. Η μνήμη του τιμάται την πρώτη Κυριακή μετά τα Χριστούγεννα. *Εκ του ιστοτόπου «neotitafokid.gr». Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
ΑΓΙΟΣ ΙΩΣΗΦ Ο ΜΝΗΣΤΩΡ
Η Θεοτόκος επιτέλεσε την υψηλή Της υπηρεσία ως Μητέρα του Θεού, εν πολλοίς και με τη βοήθεια του Μνήστορα αγίου Ιωσήφ, ο οποίος αποτελεί ένα από τα κύρια πρόσωπα, τα οποία σχετίζονται με το άμεσο περιβάλλον του Κυρίου μας. Συνήθως το ιερό πρόσωπο του Ιωσήφ σκιάζεται από την ιερότατη προσωπικότητα της Παναγίας μας και γι’ αυτό ο βίος του είναι σχετικά ελάχιστα γνωστός.
Ήταν Ιουδαίος στην καταγωγή και απόγονος του ένδοξου βασιλιά Δαβίδ, απέχοντας χρονικά από αυτόν χίλια περίπου χρόνια. Καταγόταν από την Βηθλεέμ, την «πόλη Δαβίδ» και το όνομά του σημαίνει: «ο τέλειος του Θεού», αλλά κατοικούσε στην Ναζαρέτ, ασκώντας το επάγγελμα του ξυλουργού. Ήταν χήρος, προχωρημένης ηλικίας και μεγάλωνε μόνος του τα επτά παιδιά του (Ιάκωβος, Ιωσής, Σίμων, Ιούδας, Εσθήρ, Θάμαρ ή Μάρθα, και η Σαλώμη). Ζούσε δε με δικαιοσύνη και αγιότητα.
Όταν η Θεοτόκος έγινε δώδεκα - δεκατριών ετών, οι ιερείς του Ναού και ιδιαίτερα ο άγιος Ζαχαρίας, πατέρας του Προδρόμου, οδηγημένοι από το Άγιο Πνεύμα, έκριναν ότι έπρεπε να προσκολληθεί σε κάποιο δίκαιο και ενάρετο άνδρα. Βρήκαν τον ευσεβή και δίκαιο Ιωσήφ, με τον οποίο την αρραβώνιασαν, διαβλέποντας ότι ο προχωρημένης ηλικίας ενάρετος Ιωσήφ δεν θα γίνει ποτέ ο σύζυγός της και θα την σεβαστεί καθ’ όλα. Έτσι, σύμφωνα με το δίκαιο της εποχής εκείνης, τον ακολούθησε στην οικία του στη Ναζαρέτ, όπου ζούσαν με προσευχή και φόβο Θεού. Η Μαρία αργάζονταν ως οικονόμος του σπιτιού και ο Ιωσήφ της προσέφερε προστασία και τα αναγκαία να ζήσει.
Σύμφωνα με την ευαγγελική διήγηση, εκεί την επισκέφτηκε ο αρχάγγελος Γαβριήλ, αναγγέλλοντάς της την θεία βούληση να γίνει Μητέρα του Θεού (Λουκ.1,27-38). Να γίνει, από ανθρωπίνης πλευράς, η πρωταγωνίστρια της σωτηρίας του κόσμου. Απ’ ότι φαίνεται η Παρθένος Μαρία δεν φανέρωσε το υπέρτατο υπερφυσικό γεγονός του Ευαγγελισμού της στον Ιωσήφ και την θεία κυοφορία της, η μόνη που το γνώρισε ήταν η εξαδέλφη της αγία Ελισάβετ, η μητέρα του Προδρόμου.
Την ίδια εποχή οι ρωμαϊκές αρχές αποφάσισαν να κάμουν απογραφή όλων των υπηκόων της αυτοκρατορίας, για φορολογικούς λόγους. Για μεγαλύτερη ακρίβεια, ήταν υποχρεωμένοι οι κάτοικοι να απογραφούν στον τόπο της καταγωγής τους. Έτσι ο Ιωσήφ αναγκάστηκε, μαζί με τη Μαρία, να μεταβούν στην Βηθλεέμ, να απογραφούν, «διά το είναι αυτόν εξ’ οίκου και πατριάς Δαυίδ» (Λουκ.2,4). Δεν γνωρίζουμε αν είχε μαζί του και τα παιδιά του. Πιθανότατα όχι, διότι αυτά είχαν γεννηθεί στην Ναζαρέτ και έπρεπε να απογραφούν εκεί.
Όμως τις μέρες εκείνες έφτασε και η γέννα της Μαρίας. Τότε ήταν που ο Ιωσήφ πληροφορήθηκε για την κυοφορία της και παραξενεύτηκε, διότι ουδέποτε είχε σχέσεις μαζί της. Πέρασε αμέσως από το νου του ότι η εγκυμοσύνη της ήταν καρπός εξωσυζυγικής σχέσης. Ως ευσεβής Ιουδαίος γνώριζε τις συνέπειες του νόμου και της κοινωνικής κατακραυγής που είχαν οι μοιχαλίδες γυναίκες. Γι’ αυτό «δίκαιος ων και μη θέλων αυτήν παραδειγματίσαι, εβουλήθη λάθρα απολύσαι αυτήν» (Ματθ.1,19). Θέλησε να τη διώξει με κάθε μυστικότητα, για να μην κινδυνέψει και διαπομπευθεί και πιθανότατα να θανατωθεί. Αλλά το ίδιο βράδυ άγγελος Κυρίου ήρθε στο όνειρό του και του γνώρισε την αθωότητα της Μαρίας και την υπερφυσική της κυοφορία. Ότι θα γεννήσει τον αναμενόμενο Μεσσία, τον λυτρωτή του κόσμου. Ότι η μνηστεία έπρεπε να συνεχιστεί προκειμένου να μην αποκαλυφτεί τότε η υπερφυσική γέννηση του Ιησού. Τον παρότρυνε να γίνει ο παντοτινός της προστάτης και βοηθός, και εκείνος δέχτηκε με ταπείνωση και σεβασμό το μήνυμα του Θεού.
Η διαμονή τους στην Βηθλεέμ δεν ήταν εύκολη, διότι είχε σωρεύσει εκεί πλήθος κόσμου, για την απογραφή και έτσι δεν υπήρχε κατάλυμα. Δεν υπήρχε χώρος για τη γέννα, και γι’ αυτό αναγκάστηκαν να καταφύγουν σε κάποιον σπηλαιώδη στάβλο, έξω από την πόλη. Εκεί γέννησε η Παναγία μας τον Σωτήρα του κόσμου, λαμβάνοντας χώρα θαυμαστά και υπερφυσικά γεγονότα (λαμπρός αστέρας, ψαλμωδίες αγγέλων, κλπ).
Είναι σίγουρο ότι όλα αυτά συντάραξαν την αγαθή ψυχή του Ιωσήφ, ο οποίος πια συνειδητοποίησε ότι υπήρξε και αυτός όργανο της Θείας Οικονομίας. Φαίνεται ότι για κάποιο άγνωστο λόγο, δεν επέστρεψε η αγία οικογένεια στη Ναζαρέτ, αλλά παρέμεινε στην Βηθλεέμ, όπου οι Μάγοι ήρθαν να προσκυνήσουν το Θείο Βρέφος, προσκομίζοντας τους θησαυρούς τους. Εκεί πληροφορήθηκε πάλι στο όνειρό του ο Ιωσήφ την ανάγκη φυγής στην Αίγυπτο, όταν ο θηριώδης Ηρώδης είχε διατάξει τη γενική σφαγή των νηπίων στη Βηθλεέμ. Μνημεία της παραμονής τους στην Αίγυπτο υπάρχουν μέχρι σήμερα, όπως το σπήλαιο και το πηγάδι, κοντά τον ναό του Αγίου Γεωργίου Καΐρου.
Μετά τον θάνατο του Ηρώδη, ξανά ο άγγελος ειδοποίησε τον Ιωσήφ να επιστρέψουν στην Παλαιστίνη. Ξαναγύρισαν και εγκαταστάθηκαν στη Ναζαρέτ. Αργότερα αναφέρεται ο Ιωσήφ στην Καινή Διαθήκη με την επίσκεψή τους στο Ναό της Ιερουσαλήμ όταν ήταν δωδεκαετής ο Ιησούς. Η παράδοση μας λέει ότι λίγο μετά από αυτό το συμβάν ο Ιωσήφ πέθανε. Η μνήμη του τιμάται την πρώτη Κυριακή μετά τα Χριστούγεννα.
Πίστη της Εκκλησίας μας είναι ότι ο άγιος Ιωσήφ υπήρξε ο φύλακας της παρθενίας της Παναγίας μας. Υπήρξε ο άοκνος προστάτης τόσο της Θεοτόκου όσο και του Ιησού. Ουδέποτε έγινε ή λογίστηκε σύζυγός της. Αντίθετα ο αιρετικός προτεσταντισμός διδάσκει ότι μετά τη γέννηση του Κυρίου ο Ιωσήφ και η Μαρία παντρεύτηκαν και έζησαν ως σύζυγοι, κάνοντας πολλά παιδιά! Αυτό αναιρεί την περί αειπαρθενίας της Θεοτόκου αρχέγονη διδασκαλία της Εκκλησίας μας, η οποία στηρίζεται σε σαφή χωρία της Αγίας Γραφής, στην Παράδοση της αρχαίας Εκκλησίας μας και έγινε δόγμα από την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο (431). *Λάμπρου Σκόντζου - θεολόγου. Εκ του ιστολογίου «Ακτίνες» της 30.12.2023. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)
