ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 4 Σεπτεμβρίου 2025

ΤΗ ΑΥΤΗ ΗΜΕΡΑ ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ (+1779)




Iσαπόστολος, φωτιστής του υπόδουλου Γένους, θαυματουργός όσιος, ένδοξος και λαοφιλής ιερομάρτυς. Γεννήθηκε στο χωριό Μεγάλο Δένδρο της Αιτωλίας περί το 1714. Αφού έλαβε τα πρώτα γράμματα στην πατρίδα του, ήλθε για ανώτερη μόρφωση στην Αθωνιάδα Ακαδημία, όπου είχε για δασκάλους τον Παναγιώτη Παλαμά, τον Νικόλαο Τζαρτζούλιο και τον Ευγένιο Βούλγαρη. Αναφέρεται επίσης να μαθήτεψε στη Σιγδίτσα Παρνασίδος, κοντά στον ιεροδιάκονο Γεράσιμο Λύτσικα, και στο Ελληνομουσείο της Αγίας Παρασκευής Γούβας Αγράφων. Δίδαξε στο σχολείο Λομποτινάς Ταξιάρχη και στα σχολεία των γύρω χωριών. Το 1759 εκάρη μοναχός στη μονή Φιλόθεου «και εις τους πόνους της μοναδικής ζωής εχώρησε προθυμότατα». Κατόπιν χειροτονήθηκε ιερεύς και χρημάτισε εφημέριος της μονής του. Η φλόγα όμως που καθημερινά έκαιγε στην ταπεινή του καρδιά, για τη διάδοση του ευαγγελίου στους υπόδουλους αδελφούς του, τον έφερε στην Κωνσταντινούπολη, αφού πριν είχε ασκηθεί επί δεκαεπτά έτη, όπως λέγει ο ίδιος σε μία διδαχή του, στο Άγιον Όρος. Ζήτησε την ευλογία του πατριάρχη Σεραφείμ Β' και τις συμβουλές του αδελφού του δασκάλου Χρύσανθου. Έλαβε θεϊκή πληροφορία για το έργο του και την προς τούτο ευλογία έμπειρων Αγιορειτών Γερόντων. Έτσι άρχισε τη μεγάλη κι εθνοσωτήρια ιεραποστολική του δράση. Με φλογερή αγάπη προς τον Χριστό και βαθύ ζήλο για το Γένος πραγματοποίησε τέσσερις μεγάλες περιοδείες, διαβαίνοντας όλη σχεδόν την Ελλάδα, που προκαλούν κατάπληξη και θαυμασμό. «Όπου αν επήγαινεν ο τρισμακάριστος, εγίνετο μεγάλη σύναξις των Χριστιανών, και άκουαν μετά κατανύξεως, και ευλαβείας την χάριν και γλυκύτητα των λόγων του, και ακολούθως εγίνετο και μεγάλη διόρθωσις, και ωφέλεια ψυχική»". Η διδασκαλία του ήταν «απλούστατη, ωσάν εκείνη των αλιέων ήταν γαλήνιος, και ησύχιος, όπου εφαίνετο καθολικά, να ήναι γεμάτη από την χαράν του ιλαρού, και ήσυχου Αγίου Πvεύματoς». Η επίδραση του στον λαό ήταν τεράστια. Πλήθη λαού συγκεντρώνονταν ν' ακούσουν τον θεόπνευστο ιεροκήρυκα. Επειδή καμμία εκκλησία δεν τους χωρούσε, αναγκαζόταν να κηρύττει στην ύπαιθρο, στήνοντας ένα σταιυρό κι ανεβαίνοντας σ' ένα σκαμνί, γιατί ήταν και κοντός. Οι μαθητές του κρατούσαν σημειώσεις κι έτσι έχουμε σήμερα τις διδαχές του. Στην περιοχή της σημερινής Αλβανίας το κήρυγμα του έδωσε πολλούς καρπούς: «τους αγρίους ημέρωσε, τους ληστάς κατεπράϋνε, τους άσπλάγχνους και ανελεήμονας έδειξεν ελεήμονας, τους ανευλαβείς, έκαμεν ευλαβείς, τους αμαθείς, και αγροίκους εις τα θεία, εμαθήτευσε, και τους έκαμε να συντρέχουν εις τας ιεράς Ακολουθίας, και όλους απλώς τους αμαρτωλούς, έφερεν εις μεγάλην μετάνοιαν, και διόρθωσιν ώστε οπού έλεγον όλοι, ότι εις τους καιρούς των εφάνη ένας νέος Απόστολος». Τά κηρύγματα του συνόδευαν θαύματα και προφητείες. Οι καταπληκτικές προφητείες του αναφέρονται στην απελευθέρωση του Γένους, στο μέλλον προσώπων, πόλεων και της ανθρωπότητος και στις εφευρέσεις της επιστήμης. Πολλές από αυτές εκπληρώθηκαν με πιστή ακρίβεια. Παντού ίδρυε εκκλησίες και σχολεία και με πάθος ενδιαφερόταν για τη μόρφωση των υποδούλων. Τους πλουσίους έβαζε ν' αγοράζουν κολυμβήθρες για τις βαπτίσεις των χριστιανών, βιβλία, σταυρούς και κομποσχοίνια, που τα μοίραζε στους πιστούς ως ευλογία. Ο άγιος Κοσμάς απολάμβανε μεγάλου σεβασμού από τους Τούρκους, οι όποιοι ήταν ακροατές των διδαχών του και δωρητές του. Τον μισούσαν όμως θανάσιμα οι Εβραίοι, επειδή μετέφερε τα παζάρια των χριστιανών από την Κυριακή στο Σάββατο. Τον συκοφάντησαν στις τουρκικές αρχές και με πολλά χρήματα προς τον Κούρτ Πασά του Βερατίου κατόρθωσαν να επιτύχουν τη θανάτωση του. Ο άγιος με χαρά άκουσε την καταδίκη του. Τον κρέμασαν από ένα δένδρο στο χωριό Κολικόντασι και το λείψανο του το έριξαν στα νερά του πόταμου Άψου. Παρά την πέτρα που του είχαν δέσει στον λαιμό, το λείψανο επέπλεε. Βρέθηκε από τον ιερέα Μάρκο κι ενταφιάσθηκε στη μονή της Θεοτόκου Αρδονίτσας Β. Ηπείρου, όπου και ανευρέθη. Η κανονική πράξη της αναγνωρίσεως του ως αγίου έγινε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στις 20.4.1961. Ακολουθία και βίο του έγραψαν ο όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο Σαπφείριος Χριστοδουλίδης, ο Θωμάς Πασχίδης και ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης. Πολλοί νεώτεροι συγγραφείς ασχολήθηκαν με τον βίο και το έργο του μεγάλoυ αγίου. Πλήθος εικόνων, χαλκογραφιών, ζωγραφιών και σχεδίων φανερώνουν την τιμή και την ευγνωμοσύνη του Γένους για τον λαμπρό αστέρα του Αγίου Όρους. Η μνήμη του τιμάται στις 24 Αύγουστου. (impantokratoros.gr).




ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ: Η ΒΑΚΤΗΡΙΑ ΤΩΝ ΔΟΥΛΩΝ


ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΤΟΥ ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ


ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΚΕΡΔΟΣ ΟΠΟΥ ΓΙΝΕΤΑΙ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΕΙΝΑΙ ΑΦΩΡΙΣΜΕΝΟ ΚΑΙ ΚΑΤΗΡΑΜΕΝΟ


ΕΓΩ ΑΔΕΛΦΟΙ ΜΟΥ ΔΕΝ ΕΧΩ ΜΗΤΕ ΣΑΚΚΟΥΛΑ, ΜΗΤΕ ΣΠΙΤΙ, ΜΗΤΕ ΚΑΣΕΛΑ, ΜΗΤΕ ΑΛΛΟ ΡΑΣΟ ΝΑ ΦΟΡΕΣΩ


ΜΕ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟΝ ΝΑ ΕΥΛΟΓΟΥΜΕ, ΜΕ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟΝ ΝΑ ΑΝΟΙΓΩΜΕΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΝ


Η ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ Η ΨΕΥΤΙΚΗ, Η ΓΗΙΝΟΣ ΚΑΙ Η ΜΑΤΑΙΑ


ΤΡΙΑΝΤΑ ΦΛΩΡΙΑ ΕΠΩΛΗΣΑΝ ΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟΝ ΜΑΣ


ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΚΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': «Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ: ΜΑΡΤΥΡΙΟ, ΜΑΡΤΥΡΙΑ, ΜΝΗΜΗ ΘΑΝΑΤΟΥ


ΧΙΛΙΟΙ ΕΒΡΑΙΟΙ ΘΕΛΟΥΝ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ ΜΟΥ ΚΙ ΕΝΑΣ ΟΧΙ


ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ (+1779)





Ιερομάρτυς Κοσμάς ο Αιτωλός (+1779). Iσαπόστολος, φωτιστής του υπόδουλου Γένους, θαυματουργός όσιος, ένδοξος και λαοφιλής ιερομάρτυς.


Γεννήθηκε στο χωριό Μεγάλο Δένδρο της Αιτωλίας περί το 1714. Αφού έλαβε τα πρώτα γράμματα στην πατρίδα του, ήλθε για ανώτερη μόρφωση στην Αθωνιάδα Ακαδημία, όπου είχε για δασκάλους τον Παναγιώτη Παλαμά, τον Νικόλαο Τζαρτζούλιο και τον Ευγένιο Βούλγαρη.


Αναφέρεται επίσης να μαθήτεψε στη Σιγδίτσα Παρνασίδος, κοντά στον ιεροδιάκονο Γεράσιμο Λύτσικα, και στο Ελληνομουσείο της Αγίας Παρασκευής Γούβας Αγράφων. Δίδαξε στο σχολείο Λομποτινάς Ταξιάρχη και στα σχολεία των γύρω χωριών.


Το 1759 εκάρη μοναχός στη μονή Φιλόθεου «και εις τους πόνους της μοναδικής ζωής εχώρησε προθυμότατα». Κατόπιν χειροτονήθηκε ιερεύς και χρημάτισε εφημέριος της μονής του. Η φλόγα όμως που καθημερινά έκαιγε στην ταπεινή του καρδιά, για τη διάδοση του ευαγγελίου στους υπόδουλους αδελφούς του, τον έφερε στην Κωνσταντινούπολη, αφού πριν είχε ασκηθεί επί δεκαεπτά έτη, όπως λέγει ο ίδιος σε μία διδαχή του, στο Άγιον Όρος.


Ζήτησε την ευλογία του πατριάρχη Σεραφείμ Β' και τις συμβουλές του αδελφού του δασκάλου Χρύσανθου. Έλαβε θεϊκή πληροφορία για το έργο του και την προς τούτο ευλογία έμπειρων Αγιορειτών Γερόντων. Έτσι άρχισε τη μεγάλη κι εθνοσωτήρια ιεραποστολική του δράση.


Με φλογερή αγάπη προς τον Χριστό και βαθύ ζήλο για το Γένος πραγματοποίησε τέσσερις μεγάλες περιοδείες, διαβαίνοντας όλη σχεδόν την Ελλάδα, που προκαλούν κατάπληξη και θαυμασμό. «Όπου αν επήγαινεν ο τρισμακάριστος, εγίνετο μεγάλη σύναξις των Χριστιανών, και άκουαν μετά κατανύξεως, και ευλαβείας την χάριν και γλυκύτητα των λόγων του, και ακολούθως εγίνετο και μεγάλη διόρθωσις, και ωφέλεια ψυχική»".


Η διδασκαλία του ήταν «απλούστατη, ωσάν εκείνη των αλιέων ήταν γαλήνιος, και ησύχιος, όπου εφαίνετο καθολικά, να ήναι γεμάτη από την χαράν του ιλαρού, και ήσυχου Αγίου Πvεύματoς».


Η επίδραση του στον λαό ήταν τεράστια. Πλήθη λαού συγκεντρώνονταν ν' ακούσουν τον θεόπνευστο ιεροκήρυκα. Επειδή καμμία εκκλησία δεν τους χωρούσε, αναγκαζόταν να κηρύττει στην ύπαιθρο, στήνοντας ένα σταιυρό κι ανεβαίνοντας σ' ένα σκαμνί, γιατί ήταν και κοντός. Οι μαθητές του κρατούσαν σημειώσεις κι έτσι έχουμε σήμερα τις διδαχές του.


Στην περιοχή της σημερινής Αλβανίας το κήρυγμα του έδωσε πολλούς καρπούς: «τους αγρίους ημέρωσε, τους ληστάς κατεπράϋνε, τους άσπλάγχνους και ανελεήμονας έδειξεν ελεήμονας, τους ανευλαβείς, έκαμεν ευλαβείς, τους αμαθείς, και αγροίκους εις τα θεία, εμαθήτευσε, και τους έκαμε να συντρέχουν εις τας ιεράς Ακολουθίας, και όλους απλώς τους αμαρτωλούς, έφερεν εις μεγάλην μετάνοιαν, και διόρθωσιν ώστε οπού έλεγον όλοι, ότι εις τους καιρούς των εφάνη ένας νέος Απόστολος».


Τα κηρύγματα του συνόδευαν θαύματα και προφητείες. Οι καταπληκτικές προφητείες του αναφέρονται στην απελευθέρωση του Γένους, στο μέλλον προσώπων, πόλεων και της ανθρωπότητος και στις εφευρέσεις της επιστήμης. Πολλές από αυτές εκπληρώθηκαν με πιστή ακρίβεια. Παντού ίδρυε εκκλησίες και σχολεία και με πάθος ενδιαφερόταν για τη μόρφωση των υποδούλων.


Τους πλουσίους έβαζε ν' αγοράζουν κολυμβήθρες για τις βαπτίσεις των χριστιανών, βιβλία, σταυρούς και κομποσχοίνια, που τα μοίραζε στους πιστούς ως ευλογία. Ο άγιος Κοσμάς απολάμβανε μεγάλου σεβασμού από τους Τούρκους, οι όποιοι ήταν ακροατές των διδαχών του και δωρητές του.


Τον μισούσαν όμως θανάσιμα οι Εβραίοι, επειδή μετέφερε τα παζάρια των χριστιανών από την Κυριακή στο Σάββατο. Τον συκοφάντησαν στις τουρκικές αρχές και με πολλά χρήματα προς τον Κούρτ Πασά του Βερατίου κατόρθωσαν να επιτύχουν τη θανάτωση του. Ο άγιος με χαρά άκουσε την καταδίκη του.


Τον κρέμασαν από ένα δένδρο στο χωριό Κολικόντασι και το λείψανο του το έριξαν στα νερά του πόταμου Άψου. Παρά την πέτρα που του είχαν δέσει στον λαιμό, το λείψανο επέπλεε. Βρέθηκε από τον ιερέα Μάρκο κι ενταφιάσθηκε στη μονή της Θεοτόκου Αρδονίτσας Β. Ηπείρου, όπου και ανευρέθη.


Η κανονική πράξη της αναγνωρίσεως του ως αγίου έγινε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο στις 20.4.1961. Ακολουθία και βίο του έγραψαν ο όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο Σαπφείριος Χριστοδουλίδης, ο Θωμάς Πασχίδης και ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης.


Πολλοί νεώτεροι συγγραφείς ασχολήθηκαν με τον βίο και το έργο του μεγάλoυ αγίου. Πλήθος εικόνων, χαλκογραφιών, ζωγραφιών και σχεδίων φανερώνουν την τιμή και την ευγνωμοσύνη του Γένους για τον λαμπρό αστέρα του Αγίου Όρους. Η μνήμη του τιμάται στις 24 Αύγουστου.


Πηγή: https://www.impantokratoros.gr/root.el.aspx


ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ


ΜΩΥΣΕΩΣ ΜΟΝΑΧΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΜΥΓΔΟΝΙΑ


ΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΚΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΟΣΜΑ ΤΟΥ ΑΙΤΩΛΟΥ




Είναι η 23η Αυγούστου του 1779. Ο ταπεινός ρασοφόρος Πατροκοσμάς βρίσκεται στο Κολικόντασι του Μπερατιού. «Εδώ κηρύσσει το ύστατον τον λόγον του Θεού. Το κήρυγμά του τούτο αποτελεί το κύκνειόν του άσμα. Λαός πολύς, ως πάντοτε συγκεντρούται, δια να ακούση τον ιεροκήρυκα». Οι στρατιώτες του Κουρτ πασά τον συνέλαβαν, χωρίς να του ανακοινώσουν καμμιά κατηγορία.


«Τότε εκατάλαβεν ο ευλογημένος διδάσκαλος, πως έχουν να τον θανατώσουν· όθεν εδόξασε, και ευχαρίστησε τον Δεσπότην Χριστόν, όπου τον ηξίωσε να τελειώση τον δρόμον του Αποστολικού κηρύγματος με Μαρτύριον. Έπειτα στραφείς προς τους καλογήρους, οπού τον συνόδευαν, τους λέγει εκείνον το ψαλμικόν:


Διήλθομεν δια πυρός και ύδατος και εξήγαγες ημάς εις αναψυχήν”· και όλην εκείνην την νύκτα εδοξολόγει με ψαλμούς τον Κύριον, χωρίς να δείξη ολότελα κανένα σημείον λύπης δια την στέρησιν της ζωής του, αλλά μάλιστα φαινόμενος χαριέστατος εις το πρόσωπον, ωσάν να επήγαινεν εις χαρές και ξεφαντώματα».


Όταν ξημέρωσε οι επτά δήμιοι τον οδήγησαν στο ποτάμι, τον Άψο. «Τον κάθησαν κοντά εις ένα δένδρον και ηθέλησαν να του δέσουν τα χέρια, αλλ’ εκείνος δεν τους άφησε, λέγοντάς τους ότι δεν αντιστέκεται, αλλά κρατεί σταυρωμένα τα χέρια του ωσάν να του τα είχαν δέσει»…


«Καθώς προσευχόταν ευλόγησεν τον κόσμον σταυροειδώς και εκεί ήταν ένα δένδρον και εβγάνοντας το σχοινίον από το άλογον τον έδεσαν από τον λαιμόν και τον έπνιξαν, και έτσι παρέδωσεν την αγίαν του ψυχήν εις χείρας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και ευθύς τον εγύμνωσαν από όλα τα φορέματα όπου είχεν, έξω από ένα παλαιοβράκι, όπου δεν το έβγαλαν και τον έρριψαν εις το ποτάμι», γράφει απλά και λιτά ο Ζηκο–Μπιστρέκης, ένας από τους μαθητές και ακολούθους του Πατροκοσμά, εκείνες τις δύσκολες ώρες.


Τον Ζηκο–Μπιστρέκη τον έπιασαν και τον φυλάκισαν μαζί με κάποιους άλλους στο μοναστήρι της Αρδενίτσας και τους φύλαγαν να μην έλθουν σε επαφή με τους κατοίκους και διαλαλήσουν τον απαγχονισμό του Αγίου.


Και συνεχίζει ο Ζηκο–Μπιστρέκης: «Ύστερα πήραν θέλημα οι χριστιανοί να τον εβγάλουν και εγύριζαν με καμάκια και με δίκτυα και δεν τον εύρισκαν. Ύστερα ένας παπάς, Μάρκος ονόματι, κάμνει τον σταυρόν και πηγαίνει με το μονόξυλον, και ω του θαύματος! Ευθέως εφάνη εις το νερόν ορθός, και τον επήρεν, και τον πηγαίνει εις την εκκλησίαν ευθύς εις Καλλικόντασι και ήταν κοντά βράδυ και τον έψαλαν και τον έθαψαν».


Οι Χριστιανοί τον ενταφίασαν στον νάρθηκα της εκκλησίας των Εισοδίων της Θεοτόκου στο Κολικόντασι της Β. Ηπείρου, σε απόσταση 10′ από το ποτάμι, στις παρυφές του γειτονικού χωριού Μουγιαλή, «αρχιερατεύοντος εν Βελεγράδοις Ιωάσαφ, ος και αυτός ην παρών εις τον ενταφιασμόν του Αγίου».


Τον κρέμασαν στις 24 Αυγούστου 1779, ημέρα Σάββατο. Η αγία ψυχή του πήγε κοντά στον Πλάστη. Στη γη έμειναν οι γιγάντιοι σταυροί που έστηνε σε κάθε χωριό που επισκεπτόταν. Έμειναν οι ναοί, τα Σχολεία, η φλόγα που άναψε στις καρδιές. Αυτή η φλόγα λαμπάδιασε και άπλωσε το φως της ελευθερίας.


Στο μέρος όπου ο παπά-Μάρκος ανέσυρε από τον Άψο το ιερό λείψανο, «οι άνθρωποι του τόπου έχτισαν αμέσως ένα μικρό εκκλησάκι που ήταν, χωρίς αμφιβολία, η πρώτη επώνυμη εκκλησία προς τιμή του Νεομάρτυρα. Αργότερα την είπαν Μικρό Άγιο Κοσμά».


Στον τόπο που τον έθαψαν, «μερικά χρόνια αργότερα ο Αλή πασάς των Ιωαννίνων, ο οποίος του είχε δείξει την εύνοιά του, ύψωσε μεγάλο μοναστήρι, όπου κατά την επέτειο του θανάτου του συνέρρεαν εκατοντάδες προσκυνητών και αγρυπνούσαν με προσευχές γύρω από τον τάφο του».


«Μετά δε την τελευτήν του Αγίου, ταύτα ηκολούθησαν. Ο Κουρτ πασάς εμετανόησε διατί εγελάσθη, και δια μάταιον κέρδος εθανάτωσε τοιούτον αθώον και ειρηνικόν άνθρωπον. 


Όθεν εμήνυσεν εις τον Χόντζαν του να αφήση τους καλογήρους του Αγίου, οπού είχεν εις φύλαξιν, να υπάγουν εις την άνωθεν Μονήν της Θεοτόκου και εκεί να κάθωνται, οίτινες πηγαίνοντες εύρον ενταφιασμένον το Άγιον Λείψανον, και δια να λάβουν πληροφορίαν περισσοτέραν του Μαρτυρίου του, το εξέθαψαν ομού με άλλους ιερείς και χριστιανούς,


και με όλον όπου ήτον τρεις ημέρας μέσα εις τον ποταμόν, καθώς ο Ιωνάς εις την κοιλίαν του κήτους, όμως καμμίαν διαφοράν ή δυσωδίαν δεν είχεν, αλλ’ ευωδίαζεν όλον, και εφαίνετο ωσάν να εκοιμάτο. Και αφού το ησπάσθησαν ευλαβώς, πάλιν το ενταφίασαν εις τον ίδιον τόπον».


Μαρία Αλ. Μαμασούλα, <<Ο Εθναπόστολος Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός>>. Έκδοση «Ενωμένη Ρωμηοσύνη», 2016, σελ. 119. *Εκ του ιστολογίου <<μικρό ωρολόγιο>>. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': «Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ: ΜΑΡΤΥΡΙΟ, ΜΑΡΤΥΡΙΑ, ΜΝΗΜΗ ΘΑΝΑΤΟΥ» (2022)




Επί τη εορτή του Αγίου Ιερομάρτυρος Κοσμά του Αιτωλού (1714-1779)


ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ: Η ΒΑΚΤΗΡΙΑ ΤΩΝ ΔΟΥΛΩΝ





Ἕνας πραγματευτής, ὀνομαζόμενος παραλογιστής (ὁ διά ψευδοῦς ὑπολογισμοῦ ἐξαπατῶν),

 ἐπραγματεύετο σαράντα ­ πενῆντα χρόνους. 

Ποτέ καμμίαν φοράν προκοπήν δέν ἔλαβεν. 

Ὕστερον εὑρίσκει εἰς τόν δρόμον ἕνα τορβᾶ (μικρός σάκκος). 

Τόν ἀνοίγει, εὑρίσκει μέσα φλωρία κάλπικα, μαργαριτάρια κάλπικα, ψεύτικα, 

καί μέσα εἰς τήν μέσην τοῦ τορβᾶ εὑρίσκει ἕνα διαμάντι. Παίρνει τόν τορβᾶ 

μέ τά ἄ σπρα καί πηγαίνει εἰς τόν σαράφην 

(ἀργυραμοιβός, δηλαδή, αὐτός πού ἐξαργυρώνει ξένα νομίσματα), 

νά ἰδῇ ἂν εἶναι καλά. 

Κοιτάζοντάς τα τοῦ εἶπεν ὅτι εἶναι κάλπικα καί μόνον τό διαμάντι εἶναι καλόν. 

Ὁ πραγματευτής δέν τό ἐπίστευσε, μόνον τά παίρνει καί φεύγει καί πηγαίνει 

εἰς ἄλλον σαράφην, καί τοῦ λέγει καί αὐτός πώς αὐτά τά ἄσπρα εἶναι ὅλα ψεύτικα καί κάλπικα, 

μόνον τό διαμάντι εἶναι πολύτιμον πρᾶγμα. Ἐλυπήθη ὁ πραγματευτής καί παίρνει τό διαμάντι 

εἰς τό χέρι του καί τόν τορβᾶ μέ τά ἄσπρα (χρήματα) καί πηγαίνει.




Εἰς τόν δρόμον ὁπού ἐπήγαινεν ἀπήντησε ἕνα τυφλόν καί λέγει: Θέλω τό διαμάντι νά ἰδῶ τί δύναμιν ἔχει. Καί ὢ τοῦ θαύματος ! Ἂμα τό ἔγγιξεν εἰς τά μάτια τοῦ τυφλοῦ, παρευθύς ἤνοιξαν καί εἶδεν ὁ τυφλός. Τότε ἐχάρη ὁ πραγματευτής. Πηγαίνει παρέκει εἰς ἕνα τόπον καί ἀπήντησεν ἕνα βουβόν καί κωφόν, καί ἅμα τόν ἔγγιξε, εὐθύς ὡμίλησε καί ἤκουσεν. Ἀπήντησεν ἕνα κρατημένον (παράλυτον), καί ἅμα τόν ἔγγιξε, ἰατρεύθη. Τό ἐγγίζει εἰς ἕνα πτωχόν, καί γίνεται πλούσιος· τό ἐγγίζει εἰς ἕνα γέροντα, καί γίνεται νέος· τό ἔγγιξε εἰς ἕνα νεκρόν, εὐθύς ἀνεστήθη.


Βλέποντας ὁ πραγματευτής τοιαῦτα θαυμάσια, ἄναψεν ἡ καρδία του ἀπό τήν χαράν καί παίρνει τόν τορβᾶ μέ τά ἄσπρα καί πηγαίνει καί τά ῥίπτει μέσα εἰς τήν θάλασ σαν, καί ἐκράτησε μόνον τό διαμάντι, καί ἐπῆγεν εἰς τό σπίτι του. Ἦλθε καιρός νά ἀποθάνῃ ὁ πραγματευτής, καί κράζει ὅλους τούς δικούς του καί τούς λέγει: Παιδιά μου, ἔχω σαράντα ­ πενῆντα χρόνους ὁπού ἐμπορευόμουν εἰς τόν κόσμον· ποτέ καμμίαν προκοπήν δέν ἔκαμα.


στερα εὑρῆκα ἕνα τορβᾶ, ὁπού εἶχε μέσα φλωρία κάλπικα, γρόσια κάλπικα, μαργαριτάρια κάλπικα, καί μέσα εἰς τήν μέσην τοῦ τορβᾶ εὑρῆκα ἕνα διαμάντι, καί ἔχει τοιαύτην ἐνέργειαν, ὁπού καί νεκρούς ἀνασταίνει καί πτωχούς πλουτίζει, καί τυφλῶν τά ὄμματα ἀνοίγει καί κωφούς κάμνει καί ἀκούουν, καί κάθε ἀσθένειαν τήν ἰατρεύει. Ὅμως τώρα γρήγορα θά σᾶς ἀφήσω τήν ὑγίειαν καί μέλλω ν’ ἀποθάνω, καί δέν ἔχω νά σᾶς ἀφήσω ἄλλην κληρονομίαν παρά τοῦτο τό διαμάντι. 


Μά πρέπει καί ἡ εὐγενεία σας, νά εὕρετε τόπον νά τό ἀποθέσετε, νά εἶναι ἐπιτήδειος καθώς πρέπει, διότι δέν στέκει εἰς ὅ,τι τόπον καί ἂν τύχῃ. Ἦλθε καιρός καί ἀπέθανε ὁ πραγματευτής· ἀπέμεινε τό διαμάντι εἰς τούς δικούς του. Ἐκοίταξαν καί αὐτοί νά εὕρουν τόπον νά τό ἐναποθηκεύσωσι, καθώς τούς παρήγγειλε ὁ πραγματευτής. Εὑρίσκουν λοιπόν ἕνα μάρμαρον τρίγωνον, ἰσόπλευρον·


τό βάνουν ἐπάνω εἰς τό μάρμαρον τό διαμάντι, μά δέν ἐστάθη· ἐλυπήθησαν, πώς δέν εὗρον τόπον νά τό ἀπιθώσωσι (τοποθετήσουν). Πάλιν βάνουν ἕνα πανί ἄσπρο εἰς τό μάρμαρον διά μαλάκωμα, τό ἀπιθώνουν, δέν στέκει τό διαμάντι· πάλιν ἐλυπήθησαν. Ὕστερα ξαναστρώνουν ἕνα ἄλλο πανί ἐπάνω στό ἄλλο, ἀπιθώνουν τό διαμάντι, καί τότε εὐθύς ἐστάθη τό διαμάντι. Τότε ἐχάρησαν πολύ καί ἐδόξασαν τόν Θεόν. 


Τώρα πρέπει νά ἴδωμεν, πρῶτον, ποῖος εἶναι ὁ πραγματευτής· δεύτερον τί εἶναι ὁ τορβᾶς· τρίτον, τί εἶναι τά γρόσια· τέταρτον, τί εἶναι τά φλωρία· πέμπτον, τί εἶναι τά μαργαριτάρια, ἕκτον, τί εἶναι τό διαμάντι· ἕβδομον, ποῖοι εἶναι οἱ ἀργυραμοιβεῖς· ὄγδοον, ποῖοι εἶναι οἱ συγγενεῖς τοῦ πραγματευτοῦ· ἔνατον, τί εἶναι τό μάρμαρον· δέκατον, τί δηλοῖ τό ἕνα πανί· ἑνδέκατον, τί δηλοῖ τό δεύτερον πανί.


Αὐτά εἶναι τά ἕνδεκα ζητήματα, τά ὁποῖα θά ἐξηγήσωμεν. Πρῶτον πραγματευτής, παραλογιστής, μπεκρής, ἀκαμάτης, τεμπέλης εἶναι ἡ ἀφεντιά μου. Ἐπραγματευόμην σαράντα ­ πενῆντα χρόνους, εἰς τί ἐπραγματευόμουν; Ἔφθειρα τήν ζωήν μου εἰς τήν σπουδήν σαράντα ­ πενῆντα χρόνους. Μέ ἀξίωσεν ὁ Θεός καί εὑρῆκα ἕνα τορβᾶν. Τί εἶναι ὁ τορβᾶς; Εἶναι τό ἅγιον καί ἱερόν Εὐαγγέλιον. Τό ἀνοίγω καί βρίσκω μέσα φλωρία κάλπικα. Τί εἶναι τά φλωρία; Εἶναι οἱ ἑβραῖοι, ὁπού λέγουν πώς πιστεύουν, μά εἶναι κάλπικη ἡ πίστις των, τοῦ διαβόλου. 


Εὑρίσκω μέσα γρόσια κάλπικα. Τί δηλοῦν τά γρόσια; Εἶναι οἱ ἀσεβεῖς, ὁπού λέγουν πώς πιστεύουν, μά εἶναι κάλπικη ἡ πίστις των, τοῦ διαβόλου. Εὑρίσκω μέσα μαργαριτάρια ψεύτικα. Τί δηλοῦν τά μαργαριτάρια; Εἶναι οἱ αἱρετικοί, ὁπού λέγουν πώς πιστεύουν εἰς τήν Ἁγίαν Τριάδα, μά εἶναι ψεύτικη, τοῦ διαβόλου καί αὐτῶν. Τί εἶναι τό διαμάντι; Εἶναι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός καί Θεός.


Ποῖοι εἶναι οἱ ἀργυραμοιβεῖς; Εἶναι οἱ Προφῆται, ὁπού ἐπροκήρυξαν τόν Υἱόν καί Λόγον τοῦ προανάρχου καί παντοδυνάμου Πατρός. Ποῖοι εἶναι οἱ συγγενεῖς τοῦ πραγματευτοῦ; Εἶναι οἱ εὐσεβεῖς καί ὀρθόδοξοι χριστιανοί, τά τέκνα καί αἱ θυγατέρες τοῦ Χριστοῦ μας. Τί εἶναι τό μάρμαρον τό τρίγωνον καί ἰσόπλευρον; Εἶναι ἕνας ἄνθρωπος, ὁπού λέγει πώς πιστεύει εἰς τήν Ἁγίαν Τριάδα· μά δέν φθάνει ἐκείνη ἡ πίστις γιά νά σωθῇ δέν στέκει τό διαμάντι. Τί ἄλλο χρειάζεται;



 


Χρειάζεται τό πρῶτον πανί· μά δέν στέκει τό διαμάντι, ἤτοι, ὁ Χριστός.

 Ἕνας ἄνθρωπος, 

ὁπού λέγει πώς πιστεύει εἰς τήν Ἁγίαν Τριάδα, ἔχει τό πρῶτον πανί, τήν ἀγάπην πρός τόν Θεόν, 

ὁπού νά ἔχῃ ὁ ἄνθρωπος, μά δέν σώζεται, ἀλλά χρειάζεται καί τό δεύτερον πανί καί τότε στέκει. 

Τί δηλοῖ τό δεύτερον πανί; Εἶναι ἕνας ἄνθρωπος, ὁπού πιστεύει εἰς τήν Ἁγίαν Τριάδα

 καί ἔχει ἀγάπην πρός τόν Θεόν καί εἰς τούς ἀδελφούς του, ἤγουν, τό δεύτερον πανί· 

καί τότε στέκει τό διαμάντι, ἤτοι, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός καί Θεός.

 Ἕνας ἄνθρωπος, ὁπού ἔχει τόν Θεόν εἰς τήν καρδίαν του, ἔχει ὅλα τά καλά 

καί ἁμαρτίαν δέν ἠμπορεῖ ποτέ του νά κάμῃ. Καί ὅταν δέν ἔχῃ τό διαμάντι εἰς τήν καρδίαν του,

 τήν ἀγάπην, ἤτοι, τόν Χριστόν, ἔχει τόν διάβολον. Καί ὅποιος ἔχει τόν διάβολον, ἔχει ὅλα τά κακά,

 καί ὅλας τάς ἁμαρτίας τάς κάμνει. Λοιπόν, ἀδελφοί μου, μέλλω νά σᾶς ἀφήσω ὑγίειαν καί νά πηγαίνω, 

καί δέν ἠξεύρω ἄλλη φοράν ἂν μέ ἀξιώσῃ ὁ Θεός νά σᾶς ἀπολαύσω ἐδῶ σωματικῶς ἢ ὄχι. 

Ἄλλο δέν ἔχω νά σᾶς ἀφήσω παρηγορίαν, σκέπην, φυλακτόν, παρά αὐτό τό διαμάντι.

 Μόνον νά τοῦ ἔχετε στρῶμα διά νά στέκῃ. 

Αὐτό τό διαμάντι ἔχει ὅλα τά καλά τῶν χριστιανῶν, ψυχικά καί σωματικά, 

καί καλότυχος ἐκεῖνος ὁπού ἠξιώθη νά τό ἔχῃ εἰς τήν καρδίαν του, διότι ἔχει ἕνα πολύτιμον θησαυρόν!




Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια και παρουσίαση κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Εκ του βιβλίου
''Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός - Η Βακτηρία των Σκλάβων - Το καύχημα των Αιτωλών''
του Ιερομονάχου Κων/νου Β. Τριανταφύλλου
έκδοση Ορθοδόξου, Φιλανθρωπικού Συλλόγου ''ΜΙΚΡΑ ΖΥΜΗ''
σελ. 231-233
Θέρμο Αιτωλοκαρνανίας
Αγιογραφία Στέλιος Χρήστου




Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός


Δευτέρα 1 Σεπτεμβρίου 2025

ΟΥΤΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΑΔΕΛΦΟΙ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΜΙΑ ΦΥΛΑΚΗ





Θέλων ο Κύριος να δείξη το μέγα κακόν οπού απετόλμησαν να κάμουν τα τέκνα του διαβόλου, οι Εβραίοι, εσκότισε τον ήλιον από τας εξ ώρας έως τας εννέα εις όλον τον κόσμον, αι πέτραι εσχίζοντο, όλη η γη έτρεμεν.


Ετέθη ο Κύριος εις τον τάφον, και ευθύς ανεστήθησαν χιλιάδες νεκροί, οπού ήσαν χιλιάδες χρόνους αποθαμένοι, και εκήρυξαν πως μόνον ο Χριστός είνε Υιός και λόγος του Θεού, και Θεός αληθινός, και ζωή των νεκρών. Πρέπει και ημείς οι ευσεβείς χριστιανοί από σήμερον και ύστερα να μη κλαίωμεν τους αποθαμένους ωσάν τους ασεβείς και απίστους, οπού δεν ελπίζουν ανάστασιν.


Ούτος ο κόσμος, αδελφοί μου είνε ωσάν μια φυλακή. Πότε πρέπει να χαίρεται ο άνθρωπος; Όταν εμβαίνη εις την φυλακήν ή όταν ελευθερώνεται από την φυλακήν; Ποιοι φαίνεται, όταν εμβαίνει εις την φυλακήν, τότε πρέπει να κλαίη και να λυπήται, και όταν εξέρχετια από την φυλακήν, τότε πρέπει να χαίρεται.


Έτσι, αδελφοί μου, να μη λυπήσθε δια τους αποθαμένους, αλλά να αγαπάτε τους αποθαμένους, κάμνετε ότι ημπορείτε δια την ψυχήν των, συλλείτουργα, μνημόσυνα, νηστειας, προσευχάς, ελεημοσύνας. Και όσες γυναίκες φορείτε λερωμένα δια τους αποθαμένους σας, να τα βγάλετε διότι βλάπτετε και τον εαυτόν σας και τους αποθαμένους. Φυσικόν είνε ο άνθρωπος να γεννηθή και να αποθάνη.


Όταν γεννώμεθα, τότε πρέπει να κλαίωμεν, και όταν αποθνήσκωμεν, να χαιρώμεθα και μάλιστα να μην κλαίεται δια τα μικρά παιδιά, οπού είνε ωσάν Άγγελοι μέσα εις τον παράδεισον. Το παιδί σου του Θεού ήτο και όταν σου το εχάρισε ο Θεός, σε ετίμησε και τώρα πάλιν οπού σου το επήρε, σου ετίμησε το παιδί σου να χαίρεται πάντοτε εις τον παράδεισον, και συ να κάθεσαι να κλαις είνε άπρεπον.


Ένας βασιλεύς σου γυρεύει το παιδί σου να το κάμη βεζίρη και χαίρεσαι να του το δώσης πολύ μάλλον δεν πρέπει να χαίρεσαι οπού σε ηξίωσεν ο πανάγαθος Θεός και επήρε καρπόν από την βρωμισμένην κοιλίαν σου, και σου έβαλε το παιδί σου μέσα εις τον παράδεισον, και σου το φυλάγει να σου το παραδώσει εις την Δευτέραν Παρουσίαν να λαμπη περισσότερον από τον ήλιον, δια να λάβης τον μισθόν σου να χαίρεσαι πάντοτε μαζί του;


Είνε μερικοί οπού έχουν τον διάβολον εις την καρδίαν των και λέγουν πως δεν είνε ανάστασις και δεν είδατε καμμίαν φοράν αναστηθή κανένας άνθρωπος. Όλοι οι άνθρωποι οπού είνε εδώ, πρωτού να γεννηθούν, δεν ήσαν αποθαμένοι;


Καθώς ηδυνήθη ο Κύριος και μας ανέστησεν από την κοιλίαν της μητρός μας, έτσι δύναται να μας αναστήση και από την κοιλίαν της γης. Η κοιλία της μητρός μας και ο τάφος τι διαφέρει; Δεν βλέπωμεν φανερά την ανάστασιν;


Όταν κοιμώμεθα, δεν είμεθα ωσάν αποθαμένοι; Ο ύπνος τι είνε; Μικρός θάνατος, και ο θάνατος μεγάλος ύπνος. Και καθώς τι σιτάρι οπού πίπτει εις την γην, ανίσως και δεν βρέχη να σπηθή να γίνη ωσάν χυλός, δεν φυτρώνει, έτσι και ημείς οπού αποθνήσκομεν και θαπτόμεθα εις την γην.


Ανίσως και δεν αθάπτετο πρώτον εις τον τάφον ο Χριστός μας, δεν μας επότζε την ζωήν την αιώνιον και την ανάστασιν. Δεν βλέπετε φανερά τα χόρτα πως τα ανασταίνει ο Θεός από την γην κατ’ έτος; Γνώσιν δεν έχωμεν, χριστιανοί μου, να στοχασθώμεν τα πάντα.


Όλα μας τα εχάρισεν ο Θεός. Όθεν δια το παρόν, αδελφοί μου, σας παρακαλώ να ειπήτε και δι’ όλους τους αποθαμένους τρεις φοράς: ο Θεός συγχωρήσοι και ελεήσοι αυτούς.


Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός



Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2020

ΑΓΙΟΣ ΚΟΣΜΑΣ Ο ΑΙΤΩΛΟΣ: Ο ΦΩΤΙΣΤΗΣ ΤΩΝ ΣΚΛΑΒΩΝ




Είναι κάποιοι Ελληνες, που ενώ δεν ζούσαν και, επομένως, δεν συμμετέσχον στην Επανάσταση του 1821, εντούτοις θεωρούνται μεταξύ των πρωτεργατών της. Μεταξύ αυτών εξέχουσα θέση κατέχει ο Αγιος Κοσμάς ο Αιτωλός (1714-1779).


νας που αγνοεί το έργο που επιτέλεσε μπορεί να διερωτηθεί πώς ένας ιερωμένος -και δεν είναι ο μόνος κληρικός, αλλά είναι εκ των ολίγων που έδρασαν ιεραποστολικά σε όλη σχεδόν τη σημερινή Ελλάδα τον 18ο αιώνα- βοήθησε την Επανάσταση.


Η απάντηση είναι πως σε πολύ δύσκολα χρόνια πριν από την Επανάσταση, ο 'Αγιος Κοσμάς ο Αιτωλός απέτρεψε εξισλαμισμούς και κράτησε ζωντανή την ιδιοπροσωπία των Ελλήνων και άσβεστη την εθνική υπερηφάνεια τους. Αυτά ήσαν τα στοιχεία που το 1821 οδήγησαν στην εξέγερση των σκλάβων κατά του Οθωμανού τυράννου τους. Δικαίως λοιπόν στον Αγιο Κοσμά τον Αιτωλό δίδεται η ονομασία του «φωτιστού των σκλάβων».


Η κατάσταση, την οποία αντιμετώπισε με επιτυχία ο Αγιος Κοσμάς, ήταν η έλλειψη μορφώσεως κλήρου και λαού, ο εκβαρβαρισμός τους και ο εξισλαμισμός πολλών Ελλήνων. «Ο κλήρος ήταν, κατά το πλείστον, αγράμματος και σπάνιο πράγμα ήταν η ύπαρξη ιερέως… Αγραμματοσύνη βασίλευε παντού, μάλιστα ο Κων. Κούμας, που αναδίφησε τα αρχεία της Μητροπόλεως Λαρίσης, γράφει ότι ο Κώδικας ήταν γεμάτος από βαρβαρική σύνταξη με ανορθογραφίες και σε αυτές ακόμη τις υπογραφές των μητροπολιτών.


Αποτέλεσμα αυτής της καταπτώσεως ήταν το θλιβερό φαινόμενο των εξισλαμισμών… Ο πατρο-Κοσμάς διέβλεψε τον μεγάλο κίνδυνο που απειλούσε το Γένος μας. Αν ο λαός συνέχιζε να βρίσκεται στο σκοτάδι της αμάθειας, αν δεν γνώριζε εγκαίρως το χρέος απέναντι στην Ιστορία των πατέρων του, το πιθανότερο ήταν ότι χάνοντας την πίστη του θα έχανε πρώτα την ψυχή του και ύστερα τον εθνισμό του». (+Χριστοδούλου, Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος «'Αγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, ο φλογερός διδάσκαλος», εκδ. «Χρυσοπηγή», Αθήνα, 2011).


Για την υπηρεσία που προσέφερε ο Αγιος Κοσμάς στο έθνος ο εξαίρετος ιστορικός Κωνσταντίνος Σάθας έγραψε: «Πτωχός δημοκράτης δεν απέβλεψε, ως οι πολλοί, εις εφημέρου φιλοδοξίας όνειρα, αλλά τον Σταυρόν επόθει λαμβάνων επί των ώμων να εισχωρήση εις χώρας κατοικουμένας υπό αδελφών και εις τας οποίας ουδέποτε σπινθήρ του φωτός της παιδείας είχεν εισδύσει, η δε αμάθεια τους είχεν εξαγριώσει και αποβαρβαρώσει». (Κων. Σάθα Σύγγραμμα «Βιογραφίαι των εν τοις γράμμασι διαλαμψάντων Ελλήνων από της καταλύσεως της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μέχρι της Ελληνικής Εθνεγερσίας», εκδ. Τέκνων Ανδρ. Κορομηλά, Εν Αθήναις, 1868, σ. 488). 


Ο Χρ. Γιανναράς γράφει για τον 'Αγιο Κοσμά ότι ήταν «φαινόμενο μοναδικό και ανεπανάληπτο». Και εξηγεί: «Είναι η εκπληκτικότερη ενσάρκωση της εκκλησιαστικής γνησιότητας μέσα σε ολόκληρη την περίοδο της Τουρκοκρατίας… Ηταν αποφασιστική η συμβολή του στη διάσωση της ελληνικής γλώσσας και συνείδησης σε κρίσιμες περιοχές, στην αποτροπή του εξισλαμισμού. Τόνωσε την ελπίδα των Ελλήνων σε μια μελλοντική απελευθέρωση – ανάσταση του Γένους». (Χρ. Γιανναρά «Ορθοδοξία και Δύση στη νεώτερη Ελλάδα», Εκδ. Δόμος, Αθήναι, 2006, σ. 174-175).


Ο 'Αγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (1749 – 1809) είχε ιδία αντίληψη της ζωής και του έργου του Αγίου Κοσμά. Υπήρξε μαθητής στη Νάξο του κατά σάρκα αδελφού του, αρχιμανδρίτου Χρυσάνθου του Αιτωλού και ήταν 30 ετών όταν μαρτύρησε. Εξέδωσε το «Νέο Μαρτυρολόγιο, ήτοι Μαρτυρία των Νεοφανών Μαρτύρων» στα 1797. Σε αυτό αναφέρει τους νεομάρτυρες από το 1453 έως τις ημέρες της συγγραφής του πονήματός του και περιλαμβάνει ως νεομάρτυρα τον Αγιο Κοσμά.


Σημειώνεται ότι η εκκλησιαστική ανακήρυξη της αγιότητάς του έγινε το 1961 από το Οικ. Πατριαρχείο, επί Πατριάρχου Αθηναγόρου. Ο Αγιος Κοσμάς γεννήθηκε στο Μέγα Δένδρο της Αιτωλίας από γονείς ευσεβείς. Το βαφτιστικό του όνομα ήταν Κώνστας. Από μικρός είχε έφεση στα γράμματα και αγαπούσε πολύ την Εκκλησία και το Γένος. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε από τον ιεροδιάκονο Ανανία, τον καλούμενο Δερβισάνο. Μετά φοίτησε στην Αθωνιάδα και μεταξύ των διδασκάλων του ήσαν οι Ευγένιος Βούλγαρης, Παναγιώτης Παλαμάς και Νικόλαος Ζερτζούλης.


Το 1758 εγκαταβίωσε στην Αγιορείτικη Μονή Φιλοθέου, όπου εκάρη μοναχός, έλαβε το όνομα Κοσμάς, και στη συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος. Θέλοντας να σπουδάσει περαιτέρω την ιερά και τις οθνείες επιστήμες πήγε στην Πατριαρχική της Κωνσταντινούπολης Σχολή, όπου καθηγητής ήταν ο κατά σάρκα αδελφός του Χρύσανθος.


Η σπουδή του αύξησε την επιθυμία του της ιεραποστολής. Αφού ζήτησε την ευλογία του Οικ. Πατριάρχου Σεραφείμ, άρχισε τις περιοδείες του ανά τον Ελληνισμό. Κατά την πρώτη του περιοδεία ( 1759 – 1762) ξεκινά από τα χωριά της Κωνσταντινούπολης, διδάσκει τους Ελληνες της Θράκης, της Μακεδονίας, και της Θεσσαλίας και φτάνει έως το Γαλαξίδι.


Στη δεύτερη (1763 – 1773) ξεκινά πάλι από την Κωνσταντινούπολη επισκέπτεται ιεραποστολικά την Καβάλα, το Αγιον Ορος, το Πήλιο, τη Θεσσαλία, τη Δυτική Μακεδονία, την Ηπειρο για να καταλήξει στην Κεφαλληνία, όπου έγινε θερμότατα δεκτός.


Στην τρίτη (1775 – 1779) ξεκινά από την Κωνσταντινούπολη και σπέρνει το σπόρο του Ευαγγελίου εις Δωδεκάνησο, Κρήτη, Κυκλάδες, Δυτική Στερεά, Ηπειρο, Κεφαλληνία, Ζάκυνθο και Κέρκυρα. Στην τέταρτη και τελευταία περιοδεία του (1777-1779) ξεκινά από Κέρκυρα εργάζεται ιεραποστολικά εις Θεσσαλονίκη, Βέροια, Κορυτσά, Αγίους Σαράντα, Τεπελένι, Δυρράχιο, Κολικόντασι, και Μπεράτι, όπου υφίσταται από τους Τούρκους μαρτυρικό θάνατο.


Τι έπραξε με το ιεραποστολικό έργο του περιγράφει ο ίδιος ο Αγιος Κοσμάς σε διασωθείσα επιστολή του προς τον κατά σάρκα αδελφό του Χρύσανθο, το 1779, λίγο πριν από το μαρτύριό του: «Τα κατ’ εμέ φαίνονται απίστευτα εις τους πολλούς και μήτε εγώ δύναμαι να τα καταλάβω…


Εως τριάκοντα επαρχίας περιήλθον δέκα σχολεία ελληνικά (σημ. που δίδασκαν τα αρχαία ελληνικά) εποίησα, διακόσια διά κοινά γράμματα, του Κυρίου συνεργούντος και τον λόγον μου βεβαιούντος διά τινών επακολουθησάντων σημείων…».


Ο 'Αγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης στο «Νέον Μαρτυρολόγιον» μας πληροφορεί ότι ο Αγιος Κοσμάς «εκατάπεισε τους πλουσίους και ηγόρασαν υπέρ τας τέσσαρας χιλιάδας κολυμβήθρας μεγάλας χαλκωματένιας προς δώδεκα γρόσια την κάθε μίαν και τας αφιέρωσαν εις τας Εκκλησίας… διά να βαπτίζονται καθώς πρέπει τα παιδία των χριστιανών.


Ομοίως κατέπεισε τους έχοντας τον τρόπον και αγόραζαν βιβλία πατερικά και χριστιανικαίς διδασκαλίαις, τα οποία εδίδοντο δωρεάν εις εκείνους, που ήξευραν γράμματα, ή εις εκείνους οπού υπέσχοντο να μάθουν. Επίσης εμοίρασε κομπολόγια και σταυρούδια μικρά (υπέρ τας πεντακοσίας χιλιάδας) εις τον κοινόν λαόν…» (εκδ. «Αστήρ» 3η εκδ. σελ. 203).


Τα όσα έπραξε ο Αγιος Κοσμάς ο Αιτωλός κάνουν τον καθηγητή Δώρο Πολίτη το 1949 να γράψει πως «κατά προέκτασιν του Αιτωλού βγαίνει το 21». («Οι κοινωνικές ιδέες του Κοσμά Αιτωλού», εκδ. Χριστιανο-Σοσιαλιστικής Βιβλιοθήκης, Αθ. 1949, σσ. 1-17).



Γιώργος  Ν. Παπαθανασόπουλος


Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014

ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΤΟΥ ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ


 

 

 

Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός,

πάντοτε παρότρυνε τοὺς Ῥωμηοὺς νὰ ὁμιλοῦν τὴν γλώσσα τους.

 Ἐγνώριζε καλῶς ὅτι ὅποιος χάνει τὴν γλῶσσά του, 

σιγὰ-σιγά, χάνει καὶ τὴν πίστη του.

Γιὰ πολλὰ χρόνια μετά, ἕνας μεγάλος ξύλινος Σταυρός, 

ποὺ στηνόταν πάντα στὸν τρόπο ποὺ κήρυττε, ὑπενθύμιζε τὴν διδασκαλία του καὶ τὰ θαύματά του. 

Ὁ Ἅγιος ἔφευγε γιὰ ἄλλους τόπους κινούμενος ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,

 ἔμενε ὅμως ὁ Σταυρός, 

ἀψευδὴς μάρτυς τῆς ἁγίας διελεύσεώς του.

Τὸ σπουδαῖον εἶναι τὸ ὅτι ὄχι μόνον οἱ Χριστιανοί, ἀλλὰ καὶ οἱ Ὀθωμανοί, τιμοῦσαν ὑπερβολικὰ τὸν Ἅγιο. 

Τὸν σέβονταν, ὡς Ἀζίζ, ὡς Ἅγιο. 

Εἶχε θεραπεύσει πολλοὺς ἀπὸ αὐτοὺς ἀπὸ ἀνίατες ἀσθένειες. 

Τὸ ὁμολογεῖ καὶ ὁ ἴδιος σὲ μία ἐπιστολή του πρὸς τὸν αὐτάδελφό του Χρύσανθο 

ποὺ τότε ἦταν δάσκαλος στὴν Νάξο.


Τὸν μισοῦσαν ὅμως θανάσιμα οἱ Ἑβραῖοι. Ὁ Ἅγιος οὐδέποτε εἶχεν ἐκστομίσει κάτι ἐναντίον τους. Στὰ κηρύγματά του εἰσχωροῦσαν καὶ κατάσκοποι, ῥωμηοὶ πολλὲς φορές, σταλμένοι ἀπὸ τοὺς κρατοῦντας. Τὸ γνώριζε αὐτὸ ὁ Ἅγιος καὶ γιὰ αὐτὸ ἦταν προσεκτικός. Μιλοῦσε ἀλληγορικὰ καὶ ὁ νοῶν νοείτω.


Γιατί τὸν μισοῦσαν λοιπόν; Γιατὶ ἐμμέσως τοὺς ἐζημίωνε. Δίδασκε τὸν λαό, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ κάνουν παζάρια, οὔτε νὰ πηγαίνουν σὲ παζάρια καὶ νὰ κάνουν ἀγοραπωλησίες κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς. Ἡ Κυριακή, εἶναι ἡμέρα ἁγιασμένη, ανήκει στὸν Κύριο. Οἱ Χριστιανοί, πρέπει νὰ πηγαίνουν στὴν Ἐκκλησία και ὄχι στὰ παζάρια. Καὶ μετὰ τὴν Ἐκκλησία νὰ προσεύχονται, νὰ διαβάζουν βιβλία πνευματικά.Οἱ Ἑβραῖοι ἦσαν φανατικοὶ τηρητὲς τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου.


Οὔτε φωτιὰ δὲν ἄναβαν. Εἶχαν πείσει τοὺς Τούρκους –μὲ χρῆμα ἄφθονο βέβαια- νὰ γίνονται τὰ παζάρια τὴν Κυριακή. Τοὺς Τούρκους δὲν τοὺς ἔνοιαζε καὶ πολύ. Αὐτοὶ σὰν ἀργία εἶχαν τὴν Παρασκευή. Οἱ Χριστιανοί, δυναστευόμενοι δὲν εἶχαν τὴν δυνατότητα νὰ ἀντιδράσουν. Ἦσαν τὰ θύματα. Θὰ μποροῦσαν τὰ παζάρια νὰ γίνονται σὲ ἄλλη μέρα τῆς ἑβδομάδος, ἀλλὰ τότε οἱ Χριστιανοί, ἐργάζονταν.


Καὶ ποιός θὰ τοὺς ἄρμεγε; Τὰ παζάρια ἦσαν τότε ἀπαραίτητα. Ἐκεῖ εὕρισκες ἀπὸ βελόνι μέχρι κανόνι, ποὺ λέει ὁ λόγος. Ἐμπορικὰ καταστήματα δὲν ὑπῆρχαν. Τὸ ἐμπόριο γινόταν σχεδὸν ἀποκλειστικὰ στὰ παζάρια. Καλοῦσε λοιπὸν ὁ Ἅγιος σὲ παθητικὴ ἀντίσταση τοὺς Χριστιανούς. Αὐτοὶ ἦσαν οἱ περισσότεροι. Δὲν ἦτο δυνατόν, μία μικρὴ μειονότης ποὺ ἦσαν οἱ Εβραῖοι νὰ ἐπιβάλλουν τὶς θελήσεις των. Τὰ παζάρια ἔπρεπε νὰ γίνονται τὰ Σάββατα.Εἶναι προτιμότερο νὰ πατήσῃς τίγρη στὰ νύχια, παρὰ Ἑβραῖο στὸ συμφέρον.


Αὐτὸ τὸ συμφέρον τοὺς εἶχε μεταβάλλει σὲ δυνάστες. Ὅλοι οἱ Ῥωμηοί, ἀκόμη καὶ τὸ Πατριαρχεῖο, στέναζαν ἀπὸ τὴν τοκογλυφία τους.Ἔπρεπε λοιπόν, νὰ φύγῃ ὁ Ἅγιος ἀπὸ τὴν μέση. Μὰ πῶς ὅμως; Ἡ κατηγορία ὅτι κήρυττε νὰ γίνονται τὰ παζάρια τὸ Σάββατο δὲν θὰ ἔπιανε. Καὶ ἂν ἔπιανε δὲν θὰ ὡδηγοῦσε σὲ θάνατο τὸν Ἅγιο. Χρειάζονταν νὰ βροῦν γερὸ πάτημα. Καὶ δὲν ἄργησαν νὰ τὸ βροῦν.


Μαΐστορες στὴν συκοφαντία, ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ Χριστοῦ μας. Διέδωσαν ὅτι ὁ Ἅγιος ἦταν πράκτορας τῆς Μοσχοβίας, τῆς Ῥωσσίας δηλαδή. Αὐτὸ θὰ ἔπιανε ἔστω καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχε ἴχνος ἀληθείας. Οἱ Τοῦρκοι φοβοῦνταν τοὺς Ῥώσσους, ὅπως ὁ διάβολος φοβᾶται τὸ λιβάνι. Οἱ ἀλλεπάλληλοι Ῥωσσοτουρκικοὶ πόλεμοι κατέληγαν πάντα μὲ νίκη τῶν Ῥώσσων.


Τὸ μάτι τοῦ Τσάρου ἦταν πάντα στραμμένο στὴν Κωνσταντινούπολη, στὸ Αἰγαῖο, στὴν Μεσόγειο. Κάθε λοιπὸν ἀναφορὰ στοὺς Ῥωσσους, θεωροῦνταν προδοσία κατὰ της Ὑψηλῆς Πύλης. Οἱ ἀναφορὲς τῶν κατασκόπων ἦταν αρνητικές. Ἀπεδείχθη ὅτι ἡ κατηγορία ἦταν ψευδής, καὶ ἔτσι ἔπεσε στὸ κενό. Ἀλλὰ δὲν ἀπελπίστηκαν.


ταν δὲν πιάνει ἡ συκοφαντία πιάνει ὁ παράς. Ἐδωροδόκησαν (παληὰ ἡ τέχνη καὶ πάντοτε ἐπιτυχής), τον Κοὺρτ Πασά. Κοὺρτ στὰ τούρκικα σημαίνει λύκος και λύκος ἦταν. Μὲ δόλο συνέλαβε τὸν Ἅγιο. Σύντομες οἱ διαδικασίες. Οἱ επτὰ δήμιοι τοῦ ἀνέγνωσαν τὴν καταδικαστικὴ ἀπόφαση τοῦ Πασά: Θάνατον στὴν ἀγχόνη. Κρεμάλα.


Αἴτιο: Ἦταν προδότης, ἀγνώμων στὴν εὐσπλαγχνία τοῦ Σουλτάνου. Τόλμησε νὰ σηκώσῃ τὸ κεφάλι κατὰ τοῦ αὐθέντη του.Ὁ Ἅγιος ἐδέχθη μὲ πολλὴ χαρὰ τὴν ἀπόφαση, καίτοι ἤξερε ὅτι ἦταν κατασκευασμένη. Ἄλλωστε αὐτὸ δὲν ποθοῦσε πάντοτε; Νὰ σφραγίσῃ μὲ τὸ αἷμά του τὴν διδαχή του.Τὸ περίμενε πάντα.


Γιὰ αὐτὸ μόλις ἄκουσε την καταδίκη του γονάτισε καὶ προσευχήθηκε στὸν Ἅγιο Θεό. Τὸν εὐχαρίστησε καὶ τὸν ἐδόξασε γιατὶ τὸν ἀξίωσε νὰ θυσιάσῃ καὶ τὴν ζωή του γιὰ Αὐτόν, τὸν ὁποῖον ἠγάπησεν ἡ ψυχή του.Σηκώθηκε, ἐστράφη καὶ πρὸς τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος καὶ εὐλόγησε ὅλους τοὺς Χριστιανούς, στὰ πέρατα τῆς γῆς, ὅσους φυλάσσουν τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ.


Οἱ δήμιοι τον ἔσυραν κοντὰ σὲ ἕνα γέρικο δένδρο. Ἔψαξαν καὶ βρῆκαν ἕνα γερὸ κλωνάρι. Θέλησαν νὰ δέσουν πισθάγκωνα τὰ χέρια του. Ὁ Ἅγιος ὑπεσχέθη ὅτι δὲν πρόκειται νὰ φέρῃ ἀντίσταση. Θὰ τὰ κρατεῖ σταυρωμένα μπροστὰ στὸ στῆθός του, σὰν νὰ ἦταν δεμένα. Τὸ δέχθηκαν. Τί μποροῦσε ἐξ ἄλλου νὰ κάμη ἕνα ἀδύναμο γεροντάκι σὲ ἑπτὰ θηρία; Ἔφεραν τὸ χοντρὸ σκοινί. Ἔκαμαν θηλειὰ συρόμενη στὸ ἕνα ἄκρο. Ζύγιασαν τὸ ἄλλο ἄκρο καὶ τὸ πέταξαν πάνω ἀπὸ τὸ κλωνάρι.


Πέρασαν τὴν θηλειὰ στὸ λαιμὸ τοῦ Ἁγίου. Τὴν ἔσφιξαν. Ἑπτὰ ζευγάρια μυώδη μπράτσα τράβηξαν τὸ σχοινί. Τὸ ἁγιασμένο σῶμα βρέθηκε μὲ μιᾶς μετέωρο. Ἦλθε τὸ τέλος. Ἡ ψυχή του σὰν λευκὸ περιστέρι πέταξε στὸν οὐρανό. Ὁ ἀστὴρ ὁ μέγας καὶ τὸ καύχημα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστου, ἔδυσε στὴν γῆ γιὰ νὰ ἀνατείλῃ στὸν οὐρανό.Μόλις τὸ σῶμα ἔπαψε νὰ κινῆται, οἱ βάρβαροι δήμιοι τὸ κατέβασαν ἀπὸ τὴν αὐτοσχέδια κρεμάλα. Τὸ ξεγύμνωσαν, τοῦ ἔδεσαν στὸ λαιμὸ ἕνα βαρὺ λιθάρι καὶ τὸ πέταξαν στὸ ποτάμι. Καὶ ὅλα αὐτὰ κρυφὰ καὶ ἐν βίᾳ. Νὰ μὴ τὸ μάθῃ ὁ λαός.Δὲν ἄργησε νὰ τὸ μάθῃ.


Πλήθη πιστῶν ἄρχισαν νὰ συῤῥέουν στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου. Ἔψαχναν, ἔψαχναν ὅλο τὸ ποτάμι γιὰ νὰ βροῦν τὸ Ἅγιο Λείψανο, ἀλλὰ εἰς μάτην.Ἐκεῖ κοντά, ὑπῆρχεν ἕνα μοναστήρι ἀφιερωμένο στὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου. Ἔφθασε καὶ σὲ αὐτὸ ἡ φήμη ὅτι ὁ Ἅγιος μαρτύρησε καὶ ὅτι τὸ ἅγιο λείψανο δὲν βρισκόταν.Ἕνας εὐλαβὴς ἱερομόναχος τοῦ Μοναστηριοῦ, ὀνομαζόμενος παπα-Μάρκος ἀπεφάσισε νὰ ψάξῃ καὶ αὐτός.


ταν ἤδη ἡ τρίτη ἡμέρα μετὰ τὸ μαρτύριο. Κατεβαίνει στὸ ποτάμι, μπαίνει σὲ μία βάρκα, κάνει τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, προσεύχεται καί... βλέπει τὸ ἅγιο λείψανο. Πλέει στὸ νερὸ ὄρθιο, σὰν νὰ εἶναι ζωντανό. Τὸ συστέλλει μὲ πολλὴν εὐλάβεια, το τυλίγει μὲ τὸ ῥάσο του καὶ τὸ ἐνταφιάζει πίσω ἀπὸ τὸ Ἅγιο Βῆμα τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς του.


τάφος δὲν ἄργησε νὰ γίνῃ προσκύνημα τῶν Χριστιανῶν τῆς ἐνιαίας Ἠπείρου. Ἀργότερα, ὁ Ἀλὴ Πασὰς ὁ Τεπελενλῆς, ὁ σατράπης τῶν Ἰωαννίνων κατέβαλε μεγάλο ποσὸ χρημάτων γιὰ νὰ χτισθῆ μεγάλος ναός, στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου του. Τί σχέση μποροῦσε νὰ ἔχει ὁ τύραννος ἐκεῖνος Τουρκαλβανός, μὲ τὸν Ἅγιο Κοσμᾶ; Τὸν θεωροῦσε ἅγιο ἄνθρωπο καὶ κυρίως προφήτη.


 

Ὅταν ακόμη ἦταν ἄσημος ληστής, 

στὸ Τεπελένι,

 ὁ Ἅγιος τοῦ προεῖπε ὅτι θα γινόταν πασάς. 

Καὶ σφηνώθηκε στὸ μυαλό του.

 Καὶ ὅταν ἔγινε πασάς, βεβαιώθηκε γιὰ τὸ προφητικό του χάρισμα. 

Καὶ τὸ ξεπλήρωσε μὲ τὴν ἀνοικοδόμηση τοῦ ναοῦ. 

Ὅταν τὸν ῥώτησε ὁ πασάς, 

ἂν θὰ πάῃ στὴν Πόλη νικητής, 

 ὁ Ἅγιος τοῦ ἀπήντησε: 

Θὰ πᾶς ἀλλὰ μὲ κόκκινα γένεια. 

Δὲν ἔζησε γιὰ νὰ δῇ τὴν προφητεία ἐκπληρουμένη. 

Ἕνας τορβᾶς μὲ κομμένο καὶ ἁλατισμένο κεφάλι, μὲ τὰ γένεια κόκκινα, ἔφθασε κάποτε στὴν Πόλη. 

Ἦταν τὸ δικό του κεφάλι...!


                                                                                           

   Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός


Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΚΕΡΔΟΣ ΟΠΟΥ ΓΙΝΕΤΑΙ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΕΙΝΑΙ ΑΦΩΡΙΣΜΕΝΟ ΚΑΙ ΚΑΤΗΡΑΜΕΝΟ



Πρέπει καί ἡμεῖς, ἀδελφοί μου, νά χαιρώμεθα πάντοτε, μά περισσότερον τήν Κυριακήν, ὁπού εἶνε ἡ Ἀνάστασις τοῦ Χριστοῦ μας. Διότι Κυριακήν ἡμέραν ἔγινεν ὁ Εὐαγγελισμός τῆς Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί Ἀειπαρθένου Μαρίας.


Κυριακήν ἡμέραν μέλλει ὁ Κύριος νά ἀναστήση ὅλον τόν κόσμον. Πρέπει καί ἡμεῖς νά ἐργαζώμεθα τάς ἕξ ἡμέρας διά ταῦτα τά μάταια, γήϊνα καί ψεύτικα πράγματα,


καί τήν Κυριακήν νά πηγαίνωμεν εἰς τήν ἐκκλησίαν καί νά στοχαζώμεθα τάς ἁμαρτίας μας, τόν θάνατον, τήν κόλασιν, τόν παράδεισον, τήν ψυχήν μας ὁπού εἶνε τιμιωτέρα ἀπό ὅλον τόν κόσμον, καί ὄχι νά πολυτρώγωμεν, νά πολυπίνωμεν καί νά κάμνωμεν ἁμαρτίας.


Oὔτε νά ἐργαζώμεθα καί νά πραγματευώμεθα τήν Κυριακήν. Ἐκεῖνο τό κέρδος ὁπού γίνεται τήν Κυριακήν εἶνε ἀφωρισμένο καί κατηραμένο, καί βάνετε φωτιά καί κατάρα εἰς τό σπίτι σας καί ὄχι εὐλογίαν καί ἤ σέ θανατώνει ὁ Θεός παράκαιρα, ἤ τήν γυναίκα σου, ἤ τό παιδί σου, ἤ τό ζῶον σου ψοφᾷ, ἤ ἄλλον κακόν σου κάμνει.


θεν, ἀδελφοί μου, διά νά μή πάθετε κανένα κακόν, μήτε ψυχικόν μήτε σωματικόν, ἐγώ σᾶς συμβουλεύω νά φυλάγετε τήν Κυριακήν, ὡσάν ὁπού εἶνε ἀφιερωμένη εἰς τόν Θεόν. Ἐδῶ πῶς πηγαίνετε, χριστιανοί μου; Τήν φυλάγετε τήν Κυριακήν;


ν εἶσθε χριστιανοί, νά τήν φυλάγετε.Ἔχετε ἐδῶ πρόβατα; Τό γάλα τῆς Κυριακῆς τί τό κάμνετε; Ἄκουσε, παιδί μου· νά τό σμίγης ὅλο καί νά τό κάμνης ἑπτά μερίδια·


καί τά ἕξ μερίδια κράτησέ τα διά τόν ἑαυτόν σου, καί τό ἄλλο μερίδιον τῆς Κυριακῆς, ἄν θέλης, δῶσέ το ἐλεημοσύνην εἰς τούς πτωχούς ἤ εἰς τήν Ἐκκλησίαν, διά νά εὐλογήση ὁ Θεός τά πράγματά σου.


Καί ἄν τύχη ἀνάγκη καί θέλης νά πωλήσης πράγματα φαγώσιμα τήν Κυριακήν, ἐκεῖνο τό κέρδος μή τό σμίγεις εἰς τήν σακκούλα σου, διότι τήν μαγαρίζει, ἀλλά δῶσέ τα ἐλεημοσύνην, διά νά σᾶς φυλάγη ὁ Θεός.
 


Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός


Κυριακή 13 Οκτωβρίου 2013

ΕΓΩ ΑΔΕΛΦΟΙ ΜΟΥ ΔΕΝ ΕΧΩ ΜΗΤΕ ΣΑΚΚΟΥΛΑ, ΜΗΤΕ ΣΠΙΤΙ, ΜΗΤΕ ΚΑΣΕΛΑ, ΜΗΤΕ ΑΛΛΟ ΡΑΣΟ ΝΑ ΦΟΡΕΣΩ



Κάμνοντας ἀρχὴν νὰ διδάσκω μου ἦλθεν ἕνας λογισμὸς ἐδῶ ὁποὺ περιπατῶ· νὰ ζητῶ ἄσπρα διότι ἤμην φιλάργυρος καὶ ἀγαποῦσα τὰ γρόσια, ναί, μὰ καὶ τὰ φλωρία περισσότερον, ὄχι ὡσὰν τὴν εὐγένιάν σας ποὺ τὰ περιφρονεῖτε, ἢ δὲν τὰ καταφρονεῖτε;


Μελετώντας πάλιν τὸ ἅγιον καὶ ἱερὸν Εὐαγγέλιον, εὗρον καὶ ἄλλον λόγον ὁποὺ λέγει ὁ Χριστός μας· πὼς χάρισμά σου ἔδωσα καὶ ἐγὼ τὴν χάριν μου, χάρισμα νὰ τὴν δώσῃς καὶ ἐσὺ εἰς τοὺς ἀδελφούς σου, χάρισμα νὰ διδάσκης, χάρισμα νὰ συμβουλεύης, χάρισμα νὰ ἐξομολογῆς, καὶ ἀνίσως καὶ ζητήσῃς νὰ πάρης τίποτε πληρωμὴν διὰ τὴν διδαχήν, ἢ πολλὰ ἢ ὀλίγα, ἢ ἕνα ἄσπρο, ἐγὼ σὲ θανατώνω καὶ σὲ βάνω εἰς τὴν κόλασιν.


κούοντας καὶ ἐγώ, ἀδελφοί μου, αὐτὸν τὸν γλυκύτατον λόγον ὁποὺ λέγει ὁ Χριστός μας, χάρισμα νὰ δουλεύωμεν καὶ τοὺς ἀδελφούς μας, εἰς τὴν ἀρχήν μου ἐφάνη βαρὺς ὁ λόγος, ὕστερον ὅμως μου ἐφάνη γλυκύτερος ὥσπερ μέλι καὶ κηρίον, καὶ ἐδόξασα καὶ δοξάζω χιλιάδες φορὲς τὸν Χριστόν μου ὁποὺ μ᾿ ἐφύλαξε ἀπὸ τοῦτο τὸ πάθος τῆς φιλαργυρίας, καὶ μὲ τὴν χάριν τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ ἐσταυρωμένου καὶ Θεοῦ


δὲν ἔχω μήτε σακκούλα, μήτε σπίτι, μῆτες κασέλα, μήτε ἄλλο ράσο ἀπὸ αὐτὸ ὁποὺ φορῶ, ἀλλὰ ἀκόμη παρακαλῶ τὸν Κύριόν μου μέχρι τέλους τῆς ζωῆς μου νὰ μὲ ἀξιώση νὰ μὴν ἀποκτήσω σακκούλα, διότι ὡσὰν κάμω ἀρχὴν νὰ παίρνω ἄσπρα, εὐθὺς ἔχασα τοὺς ἀδελφούς μου, καὶ δὲν ἠμπορῶ καὶ τὰ δυό, ἢ τὸν Θεὸν ἢ τὸν διάβολον. 


Πρέπον καὶ εὔλογον εἶνε, χριστιανοί μου, καθὼς μανθάνομεν ἀπὸ τὸ ἅγιον Εὐαγγέλιον καὶ ἀπὸ τὰς θείας Γραφάς, ν᾿ ἀρχίζωμεν τὴν διδασκαλίαν μας ἀπὸ τὸν Θεόν, καὶ ὅταν τελειώσωμεν, νὰ εὐχαριστήσωμεν τὸν Θεόν· ὄχι πὼς εἶμαι ἄξιος ν᾿ ἀναφέρω τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ μου, ἀλλὰ ὁ Θεὸς καταδέχεται διὰ τὴν εὐσπλαγχνίαν του.


φήνομεν λοιπόν, ἀδελφοί μου, τὰς φλυαρίας τῶν ἀσεβῶν, τῶν αἱρετικῶν, τῶν ἀθέων, καὶ λέγομεν μόνον ὅσα τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον ἐφώτισε τοὺς ἁγίους Προφήτας, Ἀποστόλους καὶ Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ μᾶς ἔγραψαν, καὶ πάλιν ὄχι ὅλα νὰ τὰ εἰποῦμεν, διότι δὲν εἶνε δυνατόν· θέλομεν χρόνους καὶ καιρούς· ἀλλὰ μερικὰ ὁποὺ φαίνονται ἀναγκαιότερα· καὶ ὅστις εἶνε φιλομαθής, ἂς ζητήση νὰ μάθη καὶ τὰ ἐπίλοιπα.


πανάγαθος λοιπόν, ἀδελφοί μου, καὶ πολυέλεος Θεὸς εἶνε ἕνας, καὶ ὅποιος λέγει ὅτι εἶνε πολλοὶ θεοί, εἶνε διάβολος. Εἶνε δὲ καὶ Τριάς, Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιον Πνεῦμα· μία φύσις, μία δόξα, μία βασιλεία, ἕνας Θεός. Εἶνε δὲ ἀκατάληπτος, Κύριος ἀνερμήνευτος, παντοδύναμος, ὅλος φῶς, ὅλος χαρά, ὅλος εὐσπλαγχνία, ὅλος ἀγάπη. Δὲν ἔχομεν κανένα παράδειγμα νὰ παρομοιάσωμεν τὴν Ἁγία Τριάδα, ἐπειδὴ καὶ δὲν εὑρίσκεται ἄλλο εἰς τὸν κόσμον.


Μὰ διὰ νὰ λάβη παραμικρὴν βοήθειαν ὁ νοῦς μας, φέρνουν μερικὰ παραδείγματα οἱ θεολόγοι τῆς Ἐκκλησίας. Σιμὰ εἰς τὰ ἄλλα μᾶς φέρνουν καὶ τὸν ἥλιον. Ὁ ἥλιος ἠξεύρομεν ὅλοι πὼς εἶνε ἕνας, ἕνας εἶνε καὶ ὁ Θεός· καὶ καθὼς ὁ ἥλιος φωτίζει τοῦτον τὸν κόσμον τὸν αἰσθητόν, οὕτω καὶ ἡ Ἁγία Τριάς, ὁ Θεός, φωτίζει τὸν νοητόν. Εἴπομεν, ἀδελφοί μου, πῶς ὁ ἥλιος εἶνε ἕνας, μὰ εἶνε καὶ τρία μαζί· ἔχει ἀκτίνας, ὁποὺ ἔρχονται εἰς τὰ ὄμματά μας ὡσὰν γραμμαί, ὡσὰν κλωσταί· ἔχει καὶ φῶς, ὅπου ἐξαπλώνεται εἰς ὅλον τὸν κόσμον.


Μὲ τὸν ἥλιον ὁμοιάζομεν τὸν ἄναρχον Πατέρα, μὲ τὰς ἀκτίνας τὸν συνάναρχον Υἱόν, καὶ μὲ τὸ φῶς τὸ ὁμοούσιον Πνεῦμα. Εἶνε καὶ ἄλλος τρόπος νὰ καταλάβετε τὴν Παναγίαν Τριάδα. Πῶς; Νὰ ἐξομολογηθῆτε καθαρά, νὰ μεταλάβετε τὰ Ἄχραντα Μυστήρια μὲ φόβον καὶ μὲ εὐλάβειαν, καὶ τότε θὰ σᾶς φωτίση ἡ χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος νὰ καταλάβετε καλύτερα. Αὐτὴν τὴν Παναγίαν Τριάδα


μεῖς οἱ εὐσεβεῖς καὶ ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ δοξάζομεν καὶ προσκυνοῦμεν· αὐτὸς εἶνε ὁ ἀληθινὸς Θεός, καὶ ἔξω ἀπὸ τὴν Ἁγίαν Τριάδα ὅσοι λέγονται θεοὶ εἶνε δαίμονες. Καὶ ὄχι μόνον ἡμεῖς πιστεύομεν, δοξάζομεν, προσκυνοῦμεν τὴν Ἁγίαν Τριάδα, ἀλλὰ ὡσὰν τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ὡσὰν τὴν ἄμμον τῆς θαλάσσης, Προφῆται, Ἀπόστολοι, Μάρτυρες, Ἀσκηταὶ ἔχυσαν τὸ αἷμα των διὰ τὴν ἀγάπην τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ ἠγόρασαν τὸν παράδεισον καὶ χαίρονται πάντοτε.


μοίως ἄνδρες καὶ γυναῖκες ἠρνήθησαν τὸν κόσμον, ἐπῆγαν εἰς τὰς ἐρήμους καὶ ἀσκήτευον εἰς ὅλην των τὴν ζωήν, καὶ ἐπῆγαν εἰς τὸν παράδεισον. Ἐπίσης ἄνδρες καὶ γυναῖκες ἔζησαν μέσα εἰς τὸν κόσμον μὲ σωφροσύνην καὶ παρθενίαν, μὲ νηστείας, προσευχάς, ἐλεημοσύνας, μὲ ἔργα καλά, καὶ ἐπέρασαν καὶ ἐδῶ καλὰ καὶ ἐπῆγαν εἰς τὸν παράδεισον νὰ χαίρωνται πάντοτε.


Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός


Print Friendly and PDF