«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΟΜΗΤΩΡ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΘΕΟΜΗΤΩΡ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο 27 Αυγούστου 2022
Τετάρτη 24 Αυγούστου 2022
ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗΝ ΟΔΗΓΗΤΡΙΑ
Κάθε που πιάνω να Σου γράψω, τότε είναι που το νιώθω καλά και συμπάσχω μ΄ όλους τους υμνωδούς Σου. Τότε καταλαβαίνω απόλυτα την αδυναμία που δηλώνουν όλοι τους να υμνήσουν τα μεγαλεία Σου. Παθαίνω, όμως, και τ’ άλλο το χειρότερο. Αρχίζω να ντρέπομαι και να πονώ βαθιά μέσα μου και να θρηνώ. Θέλω να πω, τι ντροπή!
του Θεοφίλου Πουταχίδη
Άνθρωπος κι Εσύ, άνθρωπος κι εγώ… Πληγώνεται το φιλότιμό μου∙ με συντρίβει αυτή η σύγκριση… Κλαυσίγελος με πιάνει για την κατάντια, για την εξαθλίωσή μου… Κι αμέσως –τι περίεργο!– πλημμυρίζει χαρά το μέσα μου.
Στα σίγουρα είσαι το μεγαλύτερο καμάρι της ανθρωπότητας κι η ελπίδα μας! Η κορυφή π’ άλλος κανείς δεν έφτασε κι ούτε πρόκειται∙ έσπασε το καλούπι. Γι’ αυτό κι οι Άγιοι γονείς Σου, Ιωακείμ και Άννα, είναι οι πιο πετυχημένοι γονείς στην ιστορία της ανθρωπότητας.
Παναγία μου, όπως το λέν’ όλοι οι Άγιοι κι όλοι όσοι σε ύμνησαν, πράγματι έτσι είναι: Τα λόγια είναι φτωχά, για να σου εκφράσουμε την ευγνωμοσύνη μας. Ότι αν δεν ήσουν Εσύ να φτάσεις σε τέτοια μέτρα αγιότητας, δεν θα έπαιρνε σάρκα και οστά ο Θεός, για να γίνει άνθρωπος και να μας δώσει την ευκαιρία της σωτηρίας και της αιώνιας ζωής στην Ουράνια Βασιλεία Του.
Όλο το κακό ξεκίνησε απ΄ έναν εγωϊσμό που εκδηλώθηκε, ως συνήθως, με τον πόθο της εξουσίας. Θέλησε εκείνος ο Εωσφόρος την εξουσία. Όποιος όμως θέλει έτσι να υψωθεί, πέφτει∙ κι έπεσε τότε αυτός και βρόμισε. Γεννήθηκε το κακό. Κι ύστερα ήρθε ο φθόνος. Ο φθόνος του κακού απέναντι στον άνθρωπο – τ’ αγαπημένο πλάσμα του Θεού.
«Γιατί εγώ έπεσα κι έγινα αυτό το πράγμα κι ο άνθρωπος στέκει εκεί μες τη Δόξα του Θεού κι απολαμβάνει; Θα τον ρίξω κι αυτόν, θα του κάνω ζημία, θα τον χωρίσω απ’ τον Θεό», είπε ο εξαποδώ. Κι έτσι, ήρθε με το ψέμα, με τη διαβολή και μας ξεγέλασε.
Πιστέψαμε το παπατζιλίκι του και νομίσαμε πως είμαστε σπουδαίοι και πως με τις δικές μας δυνάμεις θα ξέρουμε να ξεχωρίζουμε το τι ‘ναι καλό και τι κακό. Μας σκοτείνιασε το νου και πήραμε το μαύρο γι’ άσπρο. Την ελευθερία που είχαμε κοντά στον Θεό μάς την πούλησε για σκλαβιά. Και τη σκλαβιά οπού ‘θελε να μας ρίξει, μας την πούλησε για ελευθερία.
Και το χάψαμε. Και πέσαμε. Κι είμαστε τώρα συνέχεια αναγκεμένοι, ξενιτεμένοι, μπερδεμένοι, υποδουλωμένοι. Κι έχουμε και ημερομηνία λήξης∙ πεθαίνουμε. Τέτοιο σακάτεμα… Πόσο πιο άσχημα μπορεί να στη φέρει κανείς; Ήμασταν πλασμένοι για ευτυχία.
Είχαμε αφθαρσία, απόλυτη ελευθερία από κάθε ανάγκη και ψυχή φωτισμένη συνεχώς από Θείο Φως. Τα ξεπουλήσαμε.
Και ψάχνουμε τώρα πάνω στη γη πώς θα φάμε, πώς θα σκεπαστούμε, πώς θα προστατευτούμε, πώς θα επιζήσουμε. Ανταγωνιζόμαστε με τη φύση, κι αναμεταξύ μας. Και πεθαίνουμε.
Ψάχνουμε να βρούμε τι είναι σωστό και τι λάθος και διαλογιζόμαστε, φιλοσοφούμε, φτιάχνουμε ιδεολογίες και θεωρίες και διαφωνούμε. Και πεθαίνουμε. Πολεμάμε να τιθασέψουμε τη φύση και φτιάχνουμε, κι όλο φτιάχνουμε, και κορδωνόμαστε. Κι ύστερα τρώμε μια κατραπακιά και μυξοκλαίμε και αρχίζουμε τα «Τι σου είναι ο άνθρωπος» και τα «Τίποτα δεν είμαστε», μέχρι να τα ξεχάσουμε ξανά και ν’ αρχινήσουμε να λέμε πάλι πόσο σπουδαίοι είμαστε. Και πεθαίνουμε.
Κάναμε πολλά∙ τίποτα δεν κάναμε. Σπίτια και γέφυρες και ψυγείο και τηλεοράσεις κι αξονικούς τομογράφους και δορυφόρους και πυραύλους με πυρηνικές κεφαλές και ίντερνετ. Παρηγοριά στον άρρωστο κι «ουδέν κακόν αμιγές καλού» και ηδονές πρόσκαιρες και «να ζήσετε» και «καλά να περάσετε» και «ζωή σε λόγου σας» και ψευδαισθήσεις. Και πεθαίνουμε.
Παναγία μου, ένα πράγμα αληθινά μεγάλο και σπουδαίο γέννησε η ανθρωπότητα πάνω στη γη∙ όλα τ’ άλλα μπροστά του είναι τρίχες. Εσύ είσαι αυτό Παναγία μου, ευλογημένη η ώρα και χίλιες δόξες να έχει ο Πανάγαθος! Πέφτω και προσκυνώ και καταφιλώ τα εικονίσματά Σου, αλλά και των γονιών Σου του Ιωακείμ και της Άννας.
Χάρη σ’ Εσένα Παναγία μου έχουμε πια ευκαιρία αποκατάστασης της πρότερης θέσης και της δόξας μας. Γεννήθηκες ως κόρη μόνη άξια, για να γεννήσεις τον Θεό που έγινε τέλειος άνθρωπος και θυσιάστηκε για το πλάσμα Του. Ευτυχώς, έχουμε μία δεύτερη ευκαιρία∙ απτή, πραγματική. Το πού μπορούμε να φτάσουμε αν την εκμεταλλευτούμε, μάς το μαρτυρούν αψευδώς οι Άγιοι, παλιοί και σύγχρονοι – όποιος θέλει να το δει, το βλέπει.
Αλλά τούτες τις μέρες, Παναγία μου, βλέπω ότι λύσσαξε ολότελα ο εξαποδώ και παίρνει τα μυαλά πολλών ανθρώπων.
Τρέχουν σαν φοβισμένα βουβάλια οι άνθρωποι και φαίνεται μόνο τ’ ασπράδι του ματιού τους. Και τα δαιμονόσκυλα γαυγίζουν γύρω-γύρω∙ οδηγούν το κοπάδι.
Η φοβισμένη αγέλη τρέχει και τσαλαπατά ό,τι βρει μπροστά της πηγαίνοντας ολοταχώς για τον γκρεμνό. Η πτώση, πάλι η πτώση… Πάντα η πτώση. Πάλι εξουσία, πάλι φθόνος. Πάλι αγοράζουμε τη σκλαβιά για ελευθερία.
Πάλι την ανοησία για λογική. Αλλά Εσύ «παράδεισε λογικέ», η «πιστών καταυγάζουσα φρένας», η «αυγή τον νουν φωτίζουσα», νουθέτησε τους «συληθέντας τον νουν». Παναγία μου Οδηγήτρια, οδήγησέ μας Στον Υιό Σου και Θεό και σώσε μας! Εκ του ιστολογίου «pontosnews». Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Δευτέρα 12 Αυγούστου 2019
Η ΘΑΥΜΑΣΤΗ ΣΩΤΗΡΙΑ ΕΝΟΣ ΑΜΑΡΤΩΛΟΥ
'Ενα ἀκόμη γεγονός, πολὺ θαυμαστό, ποὺ ἀφορᾶ ἴαση καὶ σωτηρία ψυχῆς, εἶναι τὸ ἀκόλουθο. Τὸ ἀφηγήθηκε μιὰ σεβαστὴ κυρία, προσκυνήτρια τῆς Παναγίας τὸν Μάϊο τοῦ 2009. Τὸ ἄκουσε ἀπὸ τὸν πατέρα της, ὁ ὁποῖος ἐγνώριζε τὸν ἄνθρωπο τῆς κατωτέρω ἱστορίας, διότι ἦταν συγχωριανός του σ᾿ ἕνα χωριὸ τῆς περιφερείας Καλαβρύτων. Ὁ χωρικὸς αὐτὸς ἦταν ἕνας ἄνθρωπος μὲ πολλὲς ἁμαρτίες. Ἦταν φιλόνικος, ἄπληστος καὶ ὑβριστής. Ἦταν καὶ «χωματολόγος».
Σὲ ἐρώτηση: τί σημαίνει αὐτό;... ἡ κυρία ποὺ διηγήθηκε τὴν ἱστορία εἶπε, πὼς «χωματολόγο» λέγανε στὸ χωριὸ ὅποιον ἔκλεβε τὸ χῶμα, τὴν γῆ τοῦ διπλανοῦ του, μετακινώντας τοὺς φράκτες! Κάποτε, σὲ μιὰ θύελλα ποὺ ξέσπασε στὸ χωριό, ἔπεσε κεραυνὸς στὸ σπίτι τοῦ «χωματολόγου» καὶ τὸν χτύπησε, καθὼς καθόταν σὲ μιὰ καρέκλα! Ἐκεῖ ἔμεινε «στὸν τόπο», ποὺ λέμε. Δὲν κάηκε, ἀλλὰ ἔγινε σὰν κουβάρι, διπλωμένος τόσο ποὺ δὲν μποροῦσαν νὰ τὸν τεντώσουν γιὰ νὰ τὸν βάλουν στὸ φέρετρο νὰ τὸν κηδέψουν. Ἔτσι βρέθηκαν σὲ ἀμηχανία καὶ πέρασε ὁλόκληρη ἡμέρα, χωρὶς νὰ τολμοῦν νὰ κάνουν κάτι.
Στὸ τέλος, οἱ πιὸ τολμηροὶ ἀπεφάσισαν νὰ τὸν τεντώσουν γιὰ νὰ τὸν κηδέψουν. Καθὼς ὅμως τὸν τέντωναν, ὁ «χωματολόγος» ἐπανῆλθε! Ἀναστήθηκε μπροστὰ στοὺς ἔκπληκτους χωριανούς! Ἀναστατώθηκε ὅλο τὸ χωριὸ καὶ μόλις ξεπέρασαν τὸν τρόμο τους, κάθισαν κοντά του, γιατὶ δακρυσμένος ἐκεῖνος, μὲ ἤρεμο καὶ ταπεινὸ ὕφος, ἀφοῦ ζήτησε συγγνώμη ἀπὸ ὅλους γιὰ τὴν προηγούμενη συμπεριφορά του παρουσίᾳ καὶ τοῦ Ἱερέως, τοὺς εἶπε τὰ ἑξῆς ἀποκαλυπτικά: - Χωριανοί μου, στὴν ζωὴ μὲ ξανάφερε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ζήσω τὴν μετάνοιά μου καὶ νὰ διορθώσω τὴν ζωή μου, πού, ὅπως γνωρίζετε ὅλοι, δὲν ἦταν καθόλου καλή...
Ὅταν λοιπὸν πέθανα κεραυνόπληκτος, ἕνας νέος φωτεινός, λευκοντυμένος, μὲ καλωσυνᾶτο γλυκὸ πρόσωπο, κρατῶντας ἕνα βιβλίο στὰ χέ ρια του, μὲ πῆγε καὶ μὲ γύρισε σ᾿ ὅλα τὰ μέρη ποὺ ἔζησα. Καὶ εἶδα τὴν ἁμαρτωλὴ ζωή μου. Ἀπὸ κοντὰ ἐρχόταν ἕνας μαῦρος, ποὺ εἶχε σὰν πρόσωπο σκύλου κι ἔδειχνε εὐχαριστημένος γιὰ τὸ ὅτι ἤμουν τόσο ἐπιβαρυμένος. Ὁ Ἄγγελός μου ἔψαχνε μὲ ἀγωνία καὶ φυλλομετροῦσε τὸ βιβλίο τῆς ζωῆς μου, μήπως καὶ βρῆ καμμιὰ καλὴ πρᾶξι μου. Μαζί του ἀγωνιοῦσα κι ἐγὼ ὁ ἄθλιος.
Ξαφνικὰ σταμάτησε σὲ μιὰ σελίδα καὶ χαρούμενος εἶπε: - Εἶναι ἀλήθεια πὼς ἔχει κάνει πολλὲς ἁμαρτίες, ἀλλὰ ἔχει σώσει δύο ἀνθρώπους. Ἕναν ἀπὸ τὸ νὰ κάνη φόνο καὶ τὸν ἄλλον ἀπὸ τὸν θάνατο! Τότε, μὲ ἐντολὴ τοῦ Κυρίου ἐπανῆλθα στὴν ζωή, γιὰ νὰ μετανοήσω καὶ νὰ σωθῶ. Ἔτσι μοῦ εἶπε ὁ Ἄγγελος. - Καὶ πῶς ἔσωσες ἐσὺ δύο ἀνθρώπους;... ρώτησαν μὲ ἐνδιαφέρον οἱ παριστάμενοι. Τότε μὲ σεμνὴ καὶ ταπεινὴ φωνὴ τοὺς εἶπε ὁ νεκραναστημένος: - Ἀδέλφια μου, αὐτὸ τὸ γεγονὸς οὔτε ποὺ τὸ θυμόμουν, ἀλλὰ μοῦ τὸ θύμισε ὁ Ἄγγελος. Νὰ σᾶς τὸ πῶ λοιπόν.
Ἕνα χειμωνιάτικο βράδυ, ὅπως συνήθιζα, μπῆκα στὸ καφενεῖο τοῦ χωριοῦ. Ἄλλοι ἔπιναν τὸ ποτό τους, ἄλλοι συζητοῦσαν. Πρόσεξα λοιπὸν ἕναν νεαρὸ ποὺ καθόταν μόνος καὶ φαινόταν καὶ ξένος καὶ εἶπα στὸν καφετζῆ νὰ τὸν κεράση ἕνα οὖζο ἀπὸ μένα. Ἔτσι καὶ ἔγινε. Σὲ λίγο πῆγα, κάθισα κοντά του, καὶ πιάσαμε κουβέντα πολὺ ἐνδιαφέρουσα. Συγκινημένος ἀπὸ τὸ ἐνδιαφέρον μου, ἄρχισε καὶ ξανοιγόταν. Ποῦ καὶ ποῦ κοίταζε τὸ ρολόϊ καὶ ἀναστέναζε. Τὸν κοίταζα μὲ συμπάθεια καὶ τὸν παρακίνησα νὰ μοῦ πῆ τὶ τὸν βασάνιζε.
Καί... ὦ, τοῦ θαύματος! Μοῦ ἐκμυστηρεύθηκε πὼς κάποιος τὸν εἶχε πληρώσει γιὰ νὰ παραφυλάξη ἕναν ἀπὸ τοὺς χωριανοὺς νὰ τὸν σκοτώση, ἐνῶ θὰ γύριζε σπίτι του! Ἀνατρίχιασα! - Παιδί μου, τοῦ εἶπα, μὴν τὸ κάνης αὐτὸ καὶ καταστρέψης καὶ τὴν ψυχή σου καὶ τὴν ζωή σου. Μὴ γίνης φονιάς! Μή, παιδί μου, γιὰ τὸν Θεό!... Ἄκουγα τὸν ἑαυτό μου νὰ μιλάη γιὰ τὸν Θεὸ καὶ δὲν τὸ πίστευα! Οὔτε ξέρω τὶ ἄλλο εἶπα στὸν νεαρό, ὁ ὁποῖος τελικὰ συνῆλθε καὶ μοῦ εἶπε: - Τὶ πῆγα νὰ κάνω, μπάρμπα μου! Ὁ Θεὸς σὲ ἔστειλε δίπλα μου ἀπόψε! Θὰ πάω σ᾿ αὐτὸν ποὺ μ᾿ ἔβαλε νὰ κάνω φόνο καὶ θὰ τοῦ πετάξω τὰ καταραμένα λεφτά του, στὸ πρόσωπό του. Ἀνακουφίστηκα. Σφίξαμε τὰ χέρια καὶ χάθηκε μὲς στὸ σκοτάδι, χωρὶς νὰ μοῦ πῆ τὸ ὄνομά του.
Ἐγὼ βέβαια, ἐνῶ μὲ εἰλικρίνεια συμβούλευσα στὸ καλὸ τὸν νεαρό, συνέχισα τὶς ἁμαρτωλὲς συνήθειές μου, μέχρι ποὺ πῆρα κι ἐγὼ τὸ σωτήριο αὐτὸ μάθημα ἀπὸ τὸν Φιλάνθρωπο Θεό. Ποτὲ δὲν πίστευα πὼς αὐτὸ τὸ γεγονὸς θὰ γινόταν ἀφορμὴ νὰ σωθῶ κι ἐγώ! Δοξασμένος ὁ Κύριος!...
Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἔζησε ἄλλα δέκα χρόνια μὲ μεγάλη μετάνοια καὶ ἀρετή! Ἔγινε παράδειγμα γιὰ τὸ χωριό. Αὐτὰ μᾶς ἔλεγε ὁ πατέρας μου, εἶπε τελειώνοντας ἡ σεβαστὴ ἡλικιωμένη κυρία. Πόση σωτήρια δύναμη ἔχει ἕνας καλὸς λόγος, ἕνας λόγος τοῦ Θεοῦ! Ἀλλὰ καὶ πόσο ἐπιθυμεῖ ὁ Θεὸς τὴν σωτηρία μας! Ἀναζητεῖ νὰ βρῆ μιὰ ἀφορμὴ γιὰ νὰ μᾶς σώση!
''Ἡ Μεγαλόχαρη Παναγία, ἡ Βαρνάκοβα,
Θαύματα τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καί ἡ Παράκλησή Της'', σελ. 110-113, 2011.
Εκ του περιοδικού ''ΟΙΚΟΔΟΜΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ''
της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών.
Τεύχος 13, Ιούλιος 2019.
Επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Σάββατο 3 Αυγούστου 2019
ΒΛΕΜΜΑ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΚΟ, ΑΠΛΟ, ΙΣΙΟ, ΣΥΜΠΑΘΗΤΙΚΟ
Τά ματόφρυδά της εἶναι καμαρωτά, ζωηρά καί μακρυά, φτάνοντας ἴσαμε κοντά στ' αὐτιά της, τά μάτια της ἀμυγδαλωτά, ἰσκιωμένα, καστανά, βαθειά, σοβαρά μά γλυκύτατα, μέ τ' ἀσπράδι καθαρό μά ἰσκιωμένο.
Τό βλέμμα της εἶναι μελαγχολικό ἁπλό, ἴσιο, ἥσυχο, συμπαθητικό, ἀγαπητό, θλιμένο μά καί μαζί χαροποιό, αὐστηρό μά καί μαζί συμπονετικό, ἁγιώτατο, πνευματικό, ἀθῶο, σκεφτικό, ἄμωμο, ἐλπιδοφόρο, ὑπομονητικό, πρᾶο, σεμνώτατο, μακρυά ἀπό κάθε σαρκικόν λογισμό, καθρέφτισμα μυστικό τοῦ παραδείσου, βασιλικό καί ταπεινό, ἀνθρώπινο καί θεϊκό, ἄκακο, ἀδελφικό, εὐγενικό, ἐλεγκτικό, ἄγρυπνο, γαληνό, φιλάνθρωπο, μητρικό, παρθενικό, δροσερό, καυτερό γιά ὅσους ἔχουνε πονηρούς λογισμούς, τρυφερό, διαπεραστικό, ἐρευνητικό, ἀπροσποίητο, ἡγεμονικό, συγκαταβατικό, παρακαλεστικό, ἀμετασάλευτο.
Ἡ μύτη της εἶναι μακρυὰ καί στενή, μέ μέτρο, ἰουδαϊκή, ἄσαρκη, μέ λεπτά ρουθούνια, λίγο γυριστή, σεμνή. Τό στόμα της μικρό, ντροπαλό, φρόνινμο, κλειστό, καθαρό, ἰσκιωμένο κατά τό μάγουλο, σάν νά χαμογελᾶ ἐλαφρά. Τό πηγούνι της γυριστό, σεβαστό, ἀνεπιτήδευτο, ταπεινό. Τό μαγουλό της, παρθενικό, καθαρό, χνουδωτό, εὐωδιασμένο, ντροπαλό, χλωμό μέ μίαν ἐλαφρότατη ροδοκοκκινάδα.
Ὁ λαιμός της γυρτός ταπεινά, σμίγει μέ τό πηγούνι μ' ἕνα ἁπαλό ἴσκιασμα πού τό λέγανε οἱ παλαιοί γλυκασμό. Τό ὅλο πρόσωπό της εἶναι ἱερατικό καί θρησκευτικό, καί μαρτυρᾶ ἀρχαία φυλή. Τά ἄχραντα χέρια της εἶναι μικρά, στενά μακροδάχτυλα, λεπτόνυχα. Μέ τό ἀριστερό βαστᾶ τόν Χριστό, καί τό δεξί τόχει ἀκουμπισμένο σεμνά ἀπάνω στό στῆθος της, σέ στάση παρακαλεστική, μέ τό μεγάλο δάχτυλο μακρυά ἀπό τ' ἄλλα. Στά πιό ἀρχαῖα εἰκονίσματα αὐτό τό χέρι εἶναι πιό ὄρθιο καί πιό ψηλά, κοντά στό λαιμό.
Ὁ πιό αὐστηρός τύπος τῆς Παναγίας εἶναι ἡ λεγόμενη Ὁδηγήτρια, πού ἔχει ὄρθια τήν κεφαλή της, ἔκφραση ἀπαθέστερη καί τό ὅλο σχῆμα της εἶναι πιό ἱερατικό.
Πηγή: https://proskynitis.blogspot.com
Φώτης Κόντογλου
Κυριακή 30 Ιουλίου 2017
ΕΥΧΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ
Παρθένε Δέσποινα Θεοτόκε ἡ κατά σάρκα γεννήσασα τόν Θεόν Λόγον,
γνωρίζω ὅτι δέν εἶναι εὐπρεπές,
οὐδέ ἄξιον εἰς ἐμέ τόν πανάσωτον,
τόν ἔχοντα μεμολυσμένους τούς ὀφθαλμούς καί τά χείλη ἀκάθαρτα,
νά ἴδω τήν εἰκόνα Σου τῆς Ἁγνῆς, τῆς Ἀειπαρθένου,
τῆς ἐχούσης τό σῶμα καί τήν ψυχήν καθαρά καί ἀμόλυντα,
ἀλλ᾽ ἀπεναντίας πρέπει νά μισηθῶ ὁ ἄσωτος καί νά ἐπιτιμηθῶ ὑπό τῆς ὑμετέρας καθαρότητος.
Πλήν ἐπειδή ὁ Θεός τόν Ὁποῖον ἐγέννησες,
ἔγινεν ἄνθρωπος ὅπως καλέσῃ τούς ἁμαρτωλούς εἰς μετάνοιαν,
λαμβάνω καί ἐγώ τό θάρρος καί προσέρχομαι πρός Σέ,
παρακαλῶν μετά δακρύων.
Πρόσδεξε τήν παράκλησίν μου διά τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν πολλῶν καί χαλεπῶν πταισμάτων μου
καί παρακάλεσον τόν Μονογενῆ Σου Υἱόν καί Θεόν
ὅπως ἐλεήσῃ τήν ἀθλίαν καί ταλαίπωρον ψυχήν μου.
Διότι διά τό πλῆθος τῶν ἀνομιῶν μου ἐμποδίζομαι νά στρέψω τό βλέμμα μου πρός Αὐτόν καί νά ζητήσω συγχώρησιν καί διά αὐτό σέ προβάλλω μεσίτριαν. Ἀπολαύσας πολλῶν καί μεγάλων δωρεῶν παρά τοῦ δημιουργήσαντός με Θεοῦ, ἐφάνην ἄθλιος καί ἀχάριστος ὁμοιωθείς μέ τά ἀνόητα κτήνη· πτωχεύσας εἰς τάς ἀρετάς, πλουτήσας εἰς τά πάθη, βεβαρυμένος μέ ἐντροπήν, ἐστερημένος θείας παρρησίας, κατακεκριμένος ὑπό τοῦ Θεοῦ, θρηνούμενος ὑπό τῶν ἀγγέλων, χλευαζόμενος ὑπό τοῦ δαίμονος καί μισούμενος ὑπό τῶν ἀνθρώπων·
Ελεγχόμενος ὑπό τῆς συνειδήσεως, ἐντρεπόμενος διά τά πονηρά μου ἔργα, νεκρός ὑπάρχων πρό τοῦ θανάτου καί πρό τῆς κρίσεως αὐτοκατάκριτος καί πρό τῆς ἀτελευτήτου κολάσεως τυγχάνων αὐτοτιμώρητος ὑπό τῆς ἀπογνώσεως.
Διά τοῦτο καταφεύγω εἰς τήν ἰδικήν Σου καί μόνην βοήθειαν, Δέσποινα Θεοτόκε, ὁ μυρίων ταλάντων ὀφειλέτης, ὁ ἀσώτως τήν πατρικήν οὐσίαν δαπανήσας, ὁ παρανομήσας ὑπέρ τόν Μανασσῆν, ὁ γενόμενος ἄσπλαχνος ὑπέρ τόν πλούσιον, ὁ λαίμαργος δοῦλος, τό δοχεῖον τῶν πονηρῶν λογισμῶν, ὁ θησαυροφύλαξ τῶν αἰσχρῶν καί ρυπαρῶν λόγων καί ὁ ξένος πάσης ἀγαθῆς ἐργασίας.
Ἐλεήσόν μου τήν ταπείνωσιν καί συμπάθησόν μου τήν ἀσθένειαν. Μεγάλην ἔχεις τήν παρρησίαν πρός τόν ἐκ Σοῦ τεχθέντα καί οὐδείς δύναται ὡς Σύ, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ.
Δι᾽ ὅλα ἔχεις τήν ἰσχύν ὡς ὑπερέχουσα πάντων τῶν κτισμάτων καί δέν εἶναι ἀδύνατον εἰς Σέ οὐδέν, ἐάν θελήσῃς. Μή λοιπόν παραβλέψῃς τά δάκρυά μου, μή ἀηδιάσῃς τόν στεναγμόν μου, μή ἀποστραφῇς τόν πόνον τῆς καρδίας μου, μή ἐντροπιάσῃς τήν πρός Σέ προσδοκίαν μου, ἀλλά διά τῶν μητρικῶν Σου δεήσεων βίασον τήν εὐσπλαχνίαν τοῦ ἀγαθοῦ Υἱοῦ Σου καί Θεοῦ καί
ἀξίωσόν με τόν ταλαίπωρον καί ἀνάξιον δοῦλόν Σου ν᾽ ἀπολαύσω τό πρῶτον καί ἀρχαῖον κάλλος καί τήν ἀπομάκρυνσιν τῶν παθῶν, διά νά ἐλευθερωθῶ ἀπό τάς ἁμαρτίας καί νά γίνω ὑπηρέτης τῆς δικαιοσύνης, νά ἐκδυθῶ τόν μιασμόν τῆς σαρκικῆς ἡδονῆς καί νά ἐνδυθῶ τόν ἁγιασμόν τῆς ψυχικῆς καθαρότητος, νά νεκρωθῶ διά τόν κόσμον καί νά ζήσω ἐν τῇ ἀρετῇ.
Ὁδοιποροῦντά με συνόδευσον, πλέοντα ἐν θαλάσσῃ σύμπλευσον, ἀγρυπνοῦντα με ἐνίσχυσον, θλιβόμενον παρηγόρησον, ὁλιγοψυχοῦντα παρακάλεσον, ἀσθενοῦντα δώρησόν μου τήν ἴασιν, ἀδικούμενον ρῦσαί με, συκοφαντούμενον ἀθώωσον, εἰς θάνατον κινδυνεύοντα προφθάσασα λύτρωσόν με, εἰς τούς ἀοράτους ἐχθρούς δεῖξον με καθ᾽ ἑκάστην φοβερόν.
Ναί ὑπεράγαθε Δέσποινα Θεοτόκε, ἡ μετά Θεόν ἐλπίς πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς, ἐπάκουσον τῶν οἰκτρῶν δεήσεων καί μή μέ ἐντροπιάσῃς ἀπό τῆς προσδοκίας μου. Τόν βρασμόν τῆς σαρκός κατάπαυσον, τήν ἐν τῇ ψυχῇ μου ἀγριωτάτην ταραχήν κατεύνασον, τόν πικρόν θυμόν καταπράϋνον, τόν τύφον καί τήν ἀλαζονίαν τῆς ματαίας οἰήσεως ἐκ τοῦ νοός μου ἀφάνισον, τάς νυκτερινάς φαντασίας τῶν πονηρῶν πνευμάτων καί τάς καθημερινάς ἀκαθάρτους προσβολάς ἀπομάκρυνον τῆς καρδίας μου.
Παίδευσόν μου τήν γλῶσσαν ἵνα ὁμιλῇ τά συμφέροντα, δίδαξον τούς ὀφθαλμούς μου νά βλέπουν ὀρθῶς τήν ὁδόν τῆς ἀρετῆς, ἐνίσχυσον τούς πόδας μου ἵνα βαδίζουν τήν μακαρίαν ὁδόν τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, τάς χεῖράς μου ἁγίασον ἵνα ἀξίως αἴρω αὐτάς πρός τόν Ὕψιστον. Καθάρισόν μου τό στόμα ἵνα μετά παρρησίας ἐπικαλεῖται τόν Πανάγιον Πατέρα καί Θεόν.
Ἄνοιξόν μου τά ὦτα, ἵνα ἀκούω αἰσθητῶς καί νοητῶς τά ὑπέρ μέλι καί κηρίον γλυκύτερα λόγια τῶν Ἁγίων Γραφῶν καί βιῶ ταῦτα ἐνισχυόμενος ὑπό Σοῦ. Δός μοι καιρόν μετανοίας, λογισμοῦ ἐπιστροφήν, ἐλευθέρωσόν με ἐξ αἰφνιδίου θανάτου καί ἀπάλλαξόν με κατακεκριμένον ὑπό τῆς συνειδήσεως. Καί τελευταῖον ἐλθέ κοντά μου κατά τόν χωρισμόν τῆς ψυχῆς μου ἀπό τοῦ ἀθλίου μου σώματος, ἵνα ἐλαφρύνης τήν ἀφόρητον αὐτήν βίαν, ἀνακουφίσῃς τόν ἀνέκφραστον πόνον, παρηγορήσῃς τήν ἀπαραμύθητον στενοχωρίαν.
Ἵνα τῆς σκοτεινῆς μορφῆς τῶν δαιμόνων λυτρώσῃς, παραμερίζουσα τόν ἄρχοντα τοῦ σκότους καί σχίζουσα τά χειρόγραφα τῶν πολλῶν μου ἁμαρτιῶν. Καί ἵνα μέ οἰκειώσῃς μέ τόν Θεόν καί μέ καταξιώσῃς τῆς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ παραστάσεως ἐν τῷ φοβερῷ Κριτηρίῳ καί νά μέ κάμῃς κληρονόμον τῶν αἰωνίων καί ἀδιαφθόρων ἀγαθῶν.
Ταύτην τήν ἐξομολόγησιν Σοῦ κάμνω Δεσποινά μου Θεοτόκε, τό φῶς τῶν ἐσκοτισμένων μου ὀφθαλμῶν καί παραμυθία τῆς ζωῆς μου, ἡ μετά Θεόν ἐλπίς καί προστασία μου, τήν ὁποίαν δέξου εὐμενῶς καί καθάρισόν με ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος καί ἀξίωσόν με εἰς τήν παροῦσαν ζωήν ἀκατακρίτως νά μετέχω τοῦ Παναγίου καί ἀχράντου Σώματος καί Αἵματος τοῦ Υἱοῦ Σου καί Θεοῦ.
Εἰς δέ τήν μέλλουσαν, τῆς γλυκυτάτης οὐράνιας τροφῆς τοῦ Παραδείσου,
ἔνθα εἶναι ἡ κατοικία πάντων τῶν εὐφραινομένων.
Τούτων δέ τῶν ἀγαθῶν τυχών ὁ ἄθλιος,
δοξάζω εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων τό πάντιμον
καί μεγαλοπρεπές ὄνομα τοῦ Υἱοῦ Σου καί Θεοῦ
τοῦ δεχομένου πάντας τούς μετανοοῦντας ἐξ ὅλης ψυχῆς
διά Σέ τήν γενομένην μεσίτριαν καί ἐγγυήτριαν πάντων τῶν ἁμαρτωλῶν,
διότι διά Σοῦ Πανύμνητε καί Ὑπεράγαθε Δέσποινα
περισώζεται ὁλόκληρος ἡ ἀνθρωπίνη φύσις αἰνοῦσα
καί εὐλογοῦσα Πατέρα καί Υἱόν καί Ἅγιον Πνεῦμα,
τήν Παναγίαν Τριάδα.
Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς
Τρίτη 4 Απριλίου 2017
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΙΑΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
Ἡ ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ὁμολογεῖ ὅτι ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος
ἦν πρό τόκου παρθένος, καί ἐν τόκῳ παρθένος,
καί μετά τόκον πάλιν παρθένος διέμεινε,
φυλάξασα ἀλώβητον τήν ἑαυτῆς παρθενίαν. (Ὁμολογία Ὀρθοδόξου πίστεως ἐν ἐρωταποκρίσει λθ´).
Ὁ προφήτης Ἡσαΐας,
ὁ προφητεύσας τήν ἐκ παρθένου γέννησιν τοῦ Σωτῆρος, παρθένον τήν μητέρα τοῦ Ἐμμανουήλ ὠνόμασεν·
«Ἰδού ἡ Παρθένος ἐν γαστρί ἕξει καί τέξεται υἱόν, καί καλέσει τό ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ». (Ἡσ. ζ´. 14).
Τοῦτο δέ δηλοῖ οὐ μόνον τήν πρό τόκου παρθένον,
ἀλλά καί τήν ἐν τόκῳ καί τήν μετά τόκον παρθένον,
διότι ἡ παρθένος ἔμελλε νά ἀναδειχθῇ μήτηρ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ,
ὅν θά ἐκυοφόρει,
θά ἐγαλακτοτρόφει καί θά ἀνέτρεφε κατά τήν βρεφικήν καί παιδικήν αὐτοῦ ἡλικίαν.
Ἡ παρθένος ἀνεδείχθη μήτηρ τοῦ Ἐμμανουήλ
οὐχί μόνον διά τόν χρόνον τῆς κυήσεως,
ἀλλά διά τό διηνεκές.
Κατά τόν προφήτην ὁ Θεός παρθένον, ἤτοι ἐλευθέραν παντός συζυγικοῦ δεσμοῦ ἐξελέξατο, καί πρός οὐδένα ὑποχρεωμένην. Τοῦτο δηλοῖ καί ἡ λέξις ἁελμάχ, ὡς μαρτυρεῖται καί ἐκ τοῦ βιβλίου τῆς Γενέσ. κεφ. κδ´, 43, ἔνθα ἡ παρθένος Ρεβέκκα καλεῖται ἁελμάχ, καί ἐκ τοῦ βιβλίου τῶν ψαλμῶν (ἐν ψαλμῷ ξζ´. ἑβδμ. ἤ ξη´. Ἑβραϊκ.), ἔνθ᾿ αἱ τυμπανίστριαι νεάνιδες καλοῦνται ἁελμόθ, ἤτοι αἱ παρθένοι.
Ἐπίσης καί εἰς τό Ἆσμα τῶν Ἀσμάτων κεφ. Α´. στίχ. 3 φέρεται κατά τούς ἑβδομήκοντα «διά τοῦτο νεάνιδες ἠγάπησάν σε»· τό δέ ἑβραϊκόν ἔχει ἁελμόθ, ἤτοι παρθένοι ἠγάπησάν σε. Βεβαίως ἐνταῦθα οὐ περί ἐγγάμων ἤ μεμνηστευμένων πρόκειται· ὅτι δέ περί παρθένων πρόκειται, τοῦτο εἶναι εὔδηλον καί οὐδείς δύναται νά τό ἀρνηθῇ.
Ὥστε ὁ προφήτης προλέγων τήν ἐκ παρθένου γέννησιν τοῦ Ἐμμανουήλ, θεωρεῖ τήν παρθενίαν ἀπηλλαγμένην πάσης πρός τινας ὑποχρεώσεως. Ἐκ τῆς προφητείας δηλοῦται ὅτι ἡ παρθένος αὕτη ἦν προορισμένη πρό αἰώνων καί ἐκλελεγμένη ἐκ πασῶν τῶν γενεῶν, ὅπως γίνῃ μήτηρ τοῦ Θεοῦ.
Ὥστε ἡ παρθένος ἡ μήτηρ τοῦ Ἐμμανουήλ ὡς ἐκλελεγμένη ὑπό τοῦ Θεοῦ, μόνῳ τῷ Θεῷ ἀνῆκε καί οὐδενί ἑτέρῳ· ἐάν δέ ὁ Θεός πρός ἐξυπηρέτησιν τῆς θείας βουλῆς ἔδωκεν αὐτῇ τόν Ἰωσήφ ὡς μνηστῆρα, ὁ δεσμός οὗτος ἦν ὅλως πνευματικοῦ χαρακτῆρος καί οὐδέν παρεῖχε δικαίωμα συζυγίας τῷ Ἰωσήφ.
Τοῦτο ἐδηλώθη σαφῶς ὑπό τοῦ Ἀρχαγγέλου τῷ Ἰωσήφ, ὅστις ἐπιγνούς τῆς θείας οἰκονομίας τό μυστήριον, ἐδείχθη πρόθυμος ὑπηρέτης τῆς θείας βουλῆς. Οὐκ ἄρα ὁ Θεός τήν μνηστήν τοῦ Ἰωσήφ ἐξελέξατο ὡς μητέρα τοῦ Ἐμμανουήλ, ἀλλά τήν προεκλελεγμένην ἤδη ἐκ πασῶν τῶν γενεῶν ἐνεπιστεύθη τῷ Ἰωσήφ πρός ἀμοιβήν τῆς αὐτοῦ ἀρετῆς· διότι πάντως ὁ Ἰωσήφ ἦτον ἐκλελεγμένος μεταξύ ἁπάντων τῶν Ἰουδαίων.
Κατά ταῦτα ἡ ἁγία Παρθένος προωρίσθη νά ἀναδειχθῇ μήτηρ τοῦ Ἐμμανουήλ. Ὡς τοιαύτη δέ ἔδει νά ᾖ μήτηρ τοῦ Ἐμμανουήλ εἰς τό διηνεκές· διότι ἀφοῦ πρός τοῦτο προωρίσθη, χρεών ἦν νά ἀφοσιωθῇ ὅλῃ ψυχῇ καί καρδίᾳ τῷ ὑψηλῷ αὑτῆς προορισμῷ, καί οὗτος μόνος νά ᾖ ἡ ἀδιάλειπτος αὐτῆς μέριμνα καί φροντίς, τό μόνον μέλημα, καί ἡ ἄπαυτος μελέτη· διότι ἀληθῶς πᾶσα ἑτέρα φροντίς ἤ μέριμνα,
ἤ πᾶν ἕτερον μέλημα καί ἑτέρα μελέτη καί ἀπασχόλησις, ὡς ἀποσπῶσα αὐτήν τοῦ ὑψηλοῦ αὐτῆς προορισμοῦ καί τῆς ἁγίας αὐτῆς ἀποστολῆς θά ἐδείκνυον αὐτήν ἐστερημένην τῆς πρωτίστης ἀρετῆς τῆς συναισθήσεως τοῦ ὑψίστου αὐτῆς καθήκοντος καί τῆς μετ᾿ αὐταπαρνήσεως τελείας πληρώσεως αὐτοῦ.
Ἡ ἁγία παρθένος ὡς μήτηρ τοῦ Ἐμμανουήλ δέν ἠδύνατο νά ἀναλάβῃ τήν ὑποχρέωσιν νά γίνῃ μήτηρ ἄλλων τέκνων. Πρῶτον διότι ἡ μητρική στοργή πρός τό θεῖον τέκνον, ἡ εὐλάβεια πρός αὐτό, ἡ ἀφοσίωσις καί ἡ λατρεία πρός αὐτό, τό θεῖον πῦρ τό διαφλέξαν τήν καρδίαν αὐτῆς καί ἐκπυρακτῶσαν αὐτήν,
τό πληρῶσαν αὐτήν τοῦ τελείου ἀγαθοῦ, τό μηδεμίαν θέσιν καταλιπόν ταῖς γηΐναις ἀπολαύσεσι καί ἐπιθυμίαις, οὐδόλως ἐπέτρεπον αὐτῇ νά ἀναλάβῃ ἑτέραν ὑποχρέωσιν πρός ἕτερα τέκνα. Δεύτερον διότι ἡ πτερωθεῖσα αὐτῆς διάνοια, ἡ τό θεῖον διερευνῶσα βρέφος καί πρός αὐτό μόνον τήν ἀνύψωσιν ἔχουσα, καί περί αὐτοῦ μόνον ἀσχολουμένη, καθίστα ἀδύνατον τήν περί ἄλλας σκέψεις καί φροντίδας τροπήν.
Τρίτον διότι τό θεῖόν ἐστι ζηλότυπον, ζητεῖ δέ ἀπόλυτον ἀγάπην· ἀγάπην ἐξ ὅλης ψυχῆς, ἐξ ὅλης ἰσχύος, ἐξ ὅλης καρδίας, καί ἐξ ὅλης διανοίας· ἐάν δέ ὁ Ἰησοῦς ἀπῄτησε τοιαύτην ἀγάπην παρά τῶν ἑαυτοῦ ὀπαδῶν, πολλῷ μᾶλλον τοῦτο ἀπῄτει παρά τῆς μητρός αὐτοῦ.
Ἐπειδή δέ πᾶν τό ὑπό τοῦ Σωτῆρος ἀπαιτούμενον εἶναι δώρημα παρ᾿ αὐτοῦ διδόμενον, παρά δέ τῶν λαμβανόντων διαθέσεως μόνον δεόμενον, ἕπεται ὅτι ἡ Μήτηρ τοῦ Κυρίου, ἡ τοιαύτης ἀξιωθεῖσα χάριτος καί δωρεᾶς, ἠγάπησε τόν Υἱόν αὑτῆς ἐξ ὅλης τῆς διανοίας, καί ἐκολλήθη ἡ ψυχή αὐτῆς ὀπίσω τοῦ υἱοῦ αὐτῆς, καί οὐδεμία δύναμις ἠδύνατο νά ἀποσπάσῃ αὐτήν ἀπό τῆς ἀγάπης τοῦ θείου αὐτῆς τέκνου.
Τέταρτον διότι ἡ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐπιφοίτησις καί ἡ μοναδική γέννησις τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ οὐ μόνον ἀνέδειξαν τήν Παρθένον Μαρίαν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον, ἀλλά καί ναόν Ἅγιον καί κατοικητήριον τοῦ Θεοῦ ἀπέδειξαν.
Τά δέ ἅπαξ τῷ Θεῷ ἀφιερωθέντα καί ὑπό τοῦ Θεοῦ ἁγιασθέντα οὐ γίνονται κοινά, ἀλλ᾿ εἰς τό παντελές διαμένουσι ἱερά καί ἅγια τῷ Θεῷ καί μόνῳ αὐτῷ ἀνήκουσι. Δέν ἠδύνατο ἄρα ἡ Θεοτόκος νά τέκῃ ἄλλα τέκνα. Ἐάν δέ παρθένοι τῷ Θεῷ ἀφιερωθεῖσαι καί ἐκ τῆς ἀγάπης τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ τρωθεῖσαι βασιλείων γάμων καταφρονῶσι, τί περί τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου ἐροῦμεν;
Τήν ἀειπαρθενίαν τῆς Θεοτόκου προεκήρυξαν ἤδη πρό αἰώνων καί οἱ προφῆται. Καί ἐν πρώτοις, μετά τούς λόγους τοῦ Ἡσαΐου, οἱ λόγοι τοῦ προφήτου Ἰεζεκιήλ περί τῆς πύλης τῶν ἁγίων τῆς ἐξωτέρας τῆς βλεπούσης κατά ἀνατολάς, ἥν ὁ Θεός ἐπέδειξεν αὐτῷ ἐν ὁράσει τινί ἔσται κεκλεισμένη, τήν Παρθένον ἐδήλουν.
Ἰδού δέ οἱ λόγοι οὗτοι τοῦ προφήτου· «Καί ἐπέστρεψέ με κατά τήν ὁδόν τῆς πύλης τῶν ἁγίων τῆς ἐξωτέρας, τῆς βλεπούσης κατά ἀνατολάς· καί αὕτη ἦν κεκλεισμένη. Καί εἶπε Κύριος πρός με· ἡ πύλη αὕτη κεκλεισμένη ἔσται, οὐκ ἀνοιχθήσεται καί οὐδείς μή διέλθῃ δι᾿ αὐτῆς·
ὅτι Κύριος ὁ Θεός τοῦ Ἰσραήλ εἰσελεύσεται δι᾿ αὑτῆς καί ἔσται κεκλεισμένη. Δότι ὁ ἡγούμενος οὗτος καθήσεται ἐν αὐτῇ τοῦ φαγεῖν ἄρτον ἐναντίον Κυρίου» (Ἰεζεκιήλ μδ´ 1-3). Διά τῶν λόγων τούτων τῆς ὁράσεως ὁ προφήτης προαναγγέλει μυστικῶς τήν μέλλουσαν ἐκ παρθένου σάρκωσιν καί γέννησιν τοῦ Ἐμμανουήλ καί τήν ἀειπαρθενίαν τῆς Μητρός τοῦ Κυρίου.
Πάντες οἱ ἅγιοι Πατέρες ἀπό τῶν πρώτων αἰώνων καί ἐξ ἀποστολικῆς παραδόσεως
οὕτως ἡρμήνευσαν τήν ὅρασιν ταύτην τοῦ Προφήτου.
Ἀλλά πλήν τούτου,
ἐάν ἡ προφητεία αὕτη, ἡ δι᾿ ὁράσεως γενομένη,
δέν ἔλαβε τήν ἔκβασιν ἐν τῇ γεννήσει τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ,
τοῦ ἡγουμένου τοῦ Ἰσραήλ, ἐκ τῆς παρθένου Μαρίας,
τότε οὐδέποτε πλέον ἔκβασιν λήψεται διά τήν ἔλευσιν τοῦ Σωτῆρος.
Διότι διά τῆς ὁράσεως ἀπεκαλύφθη τῷ προφήτῃ ἡ εἴσοδος τοῦ Βασιλέως τοῦ Μεγάλου εἰς τόν κόσμον
τοῦτον ὡς υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου,
ἥτις ἐγένετο διά τῆς παρθένου Μαρίας·
ἀπεκαλύφθη ὅτι μόνος ὁ ἡγούμενος τοῦ Ἰσραήλ ὁ μέλλων φαγεῖν ἄρτον ἐν αὐτῇ τῇ πύλῃ,
τῇ παρθένῳ,
ἤτοι ἐνσαρκωθῆναι ἐν αὐτῇ, διελεύσεται δι᾿ αὐτῆς καί ἔσται κεκλεισμένη.
Ὥστε ἡ ἀειπαρθενία τῆς Θεοτόκου ἦν προωρισμένη ὑπό τῆς θείας βουλῆς
ὡς καί αὕτη ἡ παρθένος ἦν προωρισμένη ἐκ πασῶν τῶν γενεῶν ὑπό τῆς θείας βουλῆς,
ὅπως γίνῃ καί μείνῃ μήτηρ τοῦ Ἐμμανουήλ.
Απόσπασμα εκ του Ιστολογίου ''Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου Καρέα.''
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Άγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως
Τρίτη 5 Ιουλίου 2016
ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΠΕΡΙ ΚΟΙΝΩΝΗΣΑΝΤΟΣ ΠΑΙΔΟΣ ΙΟΥΔΑΙΟΥ
Τὸ θαῦμα τῆς Θεοτόκου περὶ κοινωνήσαντος Ἰουδαίου παιδὸς καὶ μὴ χωνευθέντος ὑπὸ τοῦ πυρὸς τῆς καμίνου
Εἰς τὰ μέρη τῆς Ἀνατολῆς ἦτό τις Ἰουδαῖος ἔχων παιδίον χρόνων ἑπτά· τοῦτο ἀνταμώθη μίαν ἡμέραν μετὰ τῶν χριστιανῶν, καὶ πηγαίνοντας εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἐκοινώνησε τὸ τίμιον Σῶμα καὶ Αἷμα τοῦ Κυρίου, καθὼς εἶδε τὰ ἄλλα παιδία καὶ ἔκαμναν. Ὁ γὰρ Ἱερεὺς νομίζων ὅτι εἶναι χριστιανοῦ παιδίον, τὸ ἐκοινώνησεν.
Ἀφοῦ δὲ ἔφαγε τὸ Ἀντίδωρον, ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, καὶ τὸ ἀνήγγειλε εἰς τοὺς γονεῖς του. Ὁ πατὴρ αὐτοῦ ἐθυμώθη, ὡς ἐχθρὸς τοῦ Χριστοῦ, καὶ θέλοντας νὰ ἐκδικηθῇ τὴν ὕβριν, ὁποῦ τὸ βρέφος ἔκαμε (καθὼς καὶ αὐτὸς ὁ πλανεμένος ἐνόμισε) τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου, ἥρπασεν εὐθὺς τὸ ἀνεύθυνον, καὶ τὸ ἔρριψεν εἰς μίαν ἀναμμένην κάμινον, βάνοντας καὶ ἕτερα ξύλα περισσά, διὰ νὰ χωνεύσῃ ταχύτερον.
Ἀλλ᾿ ὁ ἐν μέσῳ τῆς Χαλδαϊκῆς καμίνου τοὺς τρεῖς Παῖδας ἀβλαβεῖς διαφύλαξας, ἐσκέπασε καὶ αὐτὸ τὸ εὐλογημένον, καὶ δὲν ἐχωνεύθη ὑπὸ τοῦ παμφάγου πυρός, ἀλλὰ ἐστέκετο ὥσπερ νὰ ἦτο εἰς δρόσον ἀναπαυμένον. Τοῦτο ἀκούσασα ἡ Μήτηρ αὐτοῦ ἔδραμε μετὰ ὀδυρμῶν, νομίζουσα νὰ τὸ εὕρῃ στάκτην γενόμενον. Ἀπελθόντες δὲ καὶ ἄλλοι χριστιανοί, εἴδασι τὸ παιδίον ἱστάμενον ἐν τῷ μέσῳ τῆς φλογὸς σῶον καὶ ὑγιές, καὶ μήτε ἔνδυμα μήτε τρίχα τῆς κεφαλῆς του ἐβλάφθη.
Ἀφοῦ λοιπὸν τὸ ἔβγαλον ἔξω μετὰ θάμβους πολλοῦ καὶ ἐκπλήξεως, ἐβόησαν ἅπαντες, ὅτι ἔπρεπε νὰ ρίψουν εἰς τὴν κάμινον τὸν πατέρα του, ἵνα λάβῃ τὴν αὐτοπάθειαν. Ἔδεσαν οὗν αὐτόν, καὶ ἔρριψαν ἔσω, καὶ εὐθὺς ἐχωνεύθη ὁ ἄθλιος. Τὸ δὲ παιδίον ἐρωτηθὲν ἀπεκρίνετο λέγων. -Ἡ γυνὴ ἐκείνη, ἥτις εἶναι εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὅπου ἔφαγα τὸ ψωμί, καὶ κρατεῖ τὸ βρέφος εἰς τὴν ἀγκάλη της, ἔστεκε πλησίον μου καὶ ἐσκέπαζέ με μὲ τὸ ἐπανωφόρι της, καὶ δὲν μοῦ ἤγγιζεν ἡ φλὸξ καθόλου.
Τότε κατάλαβαν, ὅτι ἡ Παναγία ἦτο ὁποῦ τὸ ἔσκεπεν διὰ τὴν χάριν τῆς ἱερᾶς Κοινωνίας. Οὕτω λοιπὸν γνωρίσασα ἡ Ἰουδαία τὴν ἀληθῆ πίστιν, ἀνεγεννήθη μετὰ τοῦ παιδός, βαπτισθέντες εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος.
Ἔτι δὲ καὶ ἕτεροι Ἰουδαῖοι διὰ ταύτην τὴν αἰτίαν ἐπίστευσαν εἰς τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, ᾧ ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας.
Ἀμήν!
Από το βιβλίο ''Η Πλατυτέρα των Ουρανών'' του Ιωάννη Παναγιώτη, Αθήνα 1971.
Τίτλος, επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Τίτλος, επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Παρασκευή 6 Μαΐου 2016
ΛΕΩΝ ΟΥ ΧΡΕΩΝ ΣΕ ΑΓΩΝΙΑΝ ΤΟ ΓΑΡ ΥΔΩΡ ΕΓΓΥΣ
Ήταν γύρω στα 450 μΧ, όταν ένας βυζαντινός στρατιώτης, Λέοντας στο όνομα, έκοβε βόλτες σ' ένα δασάκι
στα μέρη της βασιλεύουσας, όταν ξάφνου βλέπει μπροστά του έναν τυφλό άνθρωπο
να του ζητάει λίγο νερό για να σβήσει τη δίψα του.
Ο Λέοντας προθυμοποιήθηκε να του βρει και να του φέρει νερό.
Έψαξε λοιπόν, στο δάσος για να βρει νερό αλλά μάταια και έτσι, επέστρεφε λυπημένος.
Τότε όμως, άκουσε μια γυναικεία φωνή να του λέει:
«Ου χρεών σε, Λέων, αγωνιάν, το γαρ ύδωρ εγγύς», δηλαδή,
«Δεν χρειάζεται Λέων να αγωνιάς, να άγχεσαι, να στεναχωριέσαι, το νερό είναι δίπλα σου».
Και πάλι ακούει τη φωνή την άγνωστη να τον προστάζει: «Λέων βασιλιά, πάρε απ' το νερό αυτό και δώσε να πιει να ξεδιψάσει ο τυφλός άνθρωπος και κάτι ακόμα, άλειψε μ' αυτό τα μάτια του και αμέσως θα καταλάβεις ποια είμαι εγώ που σου μιλώ». Έτσι πράγματι έπραξε ο Λέοντας και παρευθύς ο τυφλός ανέβλεψε.
Αλλά ταυτόχρονα άνοιξαν και τα μάτια του Λέοντα ο οποίος τώρα, κατάλαβε πως εκείνη η φωνή που του μιλούσε ήταν της Παναγίας που έκανε αυτό το θαύμα και του μίλησε και πως επίσης, σ' Εκείνην τη Μεγαλόχαρη, οφείλεται και το μεγάλο θαύμα της θεραπείας του τυφλού.
Ακόμη, θαύμα αξιοθαύμαστο ήταν και η εύρεση της πηγής του σωτήριου αυτού νερού. Αλλά θαύμα ήταν και η επαλήθευση της προσφώνησης από την Παναγία, του Λέοντα , ως βασιλιά. Διότι πράγματι ο Λέων, το 486 μ.Χ, ανέβηκε στον θρόνο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας ως Λέων ο Α΄ ο Θράξ, ο επονομαζόμενος και Μακέλλης (457-474), και τον οποίο η Αγία Εκκλησία μας ως Άγιο τον τιμά στις 20 του Ιανουρίου.
Αμέτρητα τα θαυμάσια σου Παναγία μας. Ο Λέων, ως αυτοκράτορας πλέον, θα αναγείρει επί της θαυματουργής πηγής, θαυμάσιο Ναό αφιερωμένο στην Παναγία τη Ζωοδόχου Πηγή για να θυμίζει τις δωρεές της Θεοτόκου προς εκείνον αλλά και όλες τις μεγάλες ευεργεσίες της προς το γένος των ανθρώπων.
Στην θαυματουργή πηγή αυτού του ιερού Ναού, βρήκε τη γιατρειά και ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός ο Α', ο Λέοντας ο ΣΤ' ο Σοφός, η γυναίκα του, Αγία βασίλισσα Θεοφανώ, ο Ρωμανός Α' ο Λεκαπηνός και η γυναίκα του, ο Πατριάρχης Στέφανος (886-912), ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Ιωάννης (964-966), αλλά και πλήθος ακόμη, άρχοντες και απλοί άνθρωποι εκεί γιατρεύτηκαν.
Μέχρι και νεκρό ανέστησε το αγιασμένο νερό της Ζωοδόχου Πηγής. Το Ναό της Ζωοδόχου Πηγής, γκρέμισαν οι Τούρκοι για να φτιάξουν με τα υλικά του το τέμενος του Σουλτάνου Βαγιαζήτ.
Οι χριστιανοί στη θέση αυτή έχτισαν ένα παρεκκλήσι και αργότερα ένα πιο μεγάλο Ναό (1835). Αυτού του ιερού Ναού της Υπεραγίας Θεοτόκου της Ζωοδόχου Πηγής, τα εγκαίνια εορτάζει η Εκκλησία μας την Παρασκευή της Διακαινησίμου (Λαμπροβδομάδα).
Ο Ναός αυτός έμεινε γνωστός στην ιστορία ως το αγίασμα του «Μπαλουκλί». «Μπαλούκ» στα τουρκικά σημαίνει ψάρι και η παράδοση μας λέει πως εκεί δίπλα στο αγίασμα, στις 23 Μαΐου 1453 ένας καλόγερος τηγάνιζε ψάρια, όταν κάποιος του έφερε την είδηση πως πήραν την Πόλη οι Τούρκοι.
Ο καλόγερος απάντησε πως μόνο αν τα ψάρια που τηγάνιζε έφευγαν απ' το τηγάνι και έπεφταν μέσα στο αγίασμα θα πίστευε ότι έγινε κάτι τέτοιο. Και πραγματικά τα ψάρια ζωντάνεψαν και έπεσαν μέσα στην πηγή του αγιάσματος.
Μέχρι σήμερα δε, μέσα στην δεξαμενή της Ζωοδόχου Πηγής διατηρούνται επτά ψάρια και μάλιστα σαν να είναι μισοτηγανισμένα απ' την μια πλευρά.
Πέρα όμως από θρύλους και παραδόσεις, η Παναγία μητέρα του Χριστού και μητέρα
πάντων των χριστιανών, παραμένει για όλους μας η Πηγή της Ζωής, καθότι Εκείνη
έφερε τη Ζωή, το Χριστό στον κόσμο, ελπίδα και προστασία μας, «καταφυγή τε σκέπη και αγαλλίαμα.
Η Ζωοδόχος πηγή,
ως Πηγή Ζωής, είναι κινητή εορτή και εορτάζει την Παρασκευή της Διακαινησίμου εβδομάδος,
δηλαδή 5 μέρες μετά το Πάσχα.
Τετάρτη 13 Ιανουαρίου 2016
ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΡΜΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ
Μια χειμωνιάτικη νύχτα του 1701 ένας αγιορείτης μοναχός βρέθηκε ταλαιπωρημένος
έξω από την σεβάσμια Μονή των Ιβήρων
Στη θλίψη του και στην ανάγκη του, ύψωσε τα χέρια του προς την πάνσεπτη εικόνα της Παναγίας, που είναι ζωγραφισμένη πάνω από την κεντρική πύλη, και άρχισε να προσεύχεται. Και τότε, ενώ προσευχόταν, ένοιωσε στον εαυτό του μία ασυνήθιστη και θαυμαστή αλλοίωση.
Αισθάνθηκε, σαν να έσταζε από την εικόνα της Παναγίας στην καρδιά του «δρόσος ουράνιος και θείος γλυκασμός». Και η καρδιά του κατενύγη· και τα μάτια του άρχισαν να αναβλύζουν δάκρυα σαν πηγή. Σκόρπισε το σκοτάδι του νου του.
Φωτίστηκαν οι νοεροί του οφθαλμοί. Και είδε πίσω του, τον σατανά να «κρύπτεται ως κλέπτης και ληστής· από τον φόβο της Θεοτόκου». Κρυβόταν γιατί έβλεπε τον μοναχό να προσεύχεται στην Παναγία, και δεν το άντεχε.
Και έτρεξε να κρυφθεί από την θεία λάμψη της Παναγίας! Και επήγε και με μορφή σκύλου στάθηκε πίσω από τον μοναχό, και του δάγκωνε ελαφρά τα πόδια, και του έλεγε: Να, τώρα θα σε κομματιάσει, τώρα θα σε φάει το σκυλί! Όμως, η προσευχή του μοναχού τον κατέκαιγε.
Και γι’ αυτό προσπαθούσε με τις πανούργες μεθοδείες του να τον αναγκάσει να την διακόψει. Και πράγματι από το φόβο του ο μοναχός όλο και δείλιαζε. Αλλά η Παναγία του έλεγε από την εικόνα της:
Μη φοβάσαι! Και εκείνος έστρεφε προς αυτήν πάλι το πρόσωπό του και ξαναδυνάμωνε τη προσευχή του. Αλλά και πάλι ο δαίμονας τον έκανε να δειλιάζει. Και τότε πάλι, με ήρεμη και γλυκύτατη φωνή, του επαναλάμβανε η Μητέρα του Χριστού:
«Μη φοβάσαι! Εγώ είμαι κοντά σου. Και σε προστατεύω από κάθε κίνδυνο».
Αναδημοσίευση από το Ιστολόγιο ''Παναγία Ελεούσα Μαλακώντα''
Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Παρασκευή 9 Οκτωβρίου 2015
ΧΑΙΡΕ ΟΤΙ ΛΕΙΜΩΝΑ ΤΗΣ ΤΡΥΦΗΣ ΑΝΑΘΑΛΛΕΙΣ
Ἡ θαυματουργὴ Πορταΐτισσα,
ἡ ἐξέχουσα μεταξύ τῶν θεομητορικῶν εἰκόνων τοῦ Ἄθω, ἦταν ἀρχικὰ φυλαγμένη,
καθώς διασώζει ἡ παράδοση,
στὴ μικρασιατικὴ Νίκαια.
Μιὰ εὐσεβής γυναίκα μέ τὸν μοναχογιό της τὴν εἶχαν τοποθετήσει μέσα στὴν ἰδιόκτητη ἐκκλησία τους καὶ τὴν τιμοῦσαν.
Στὰ χρόνια τῆς δεύτερης εἰκονομαχίας βασιλικοὶ κατάσκοποι ἀνακάλυψαν τὴν εἰκόνα
καὶ ἀπείλησαν τὴ γυναίκα πὼς θὰ τὴν σκοτώσουν ἂν δὲν τοὺς δωροδοκήσει.
Ἐκείνη ὑποσχέθηκε ὅτι τὴν ἑπομένη θὰ τοὺς ἔδινε τὰ χρήματα.
Καὶ τὴ νύχτα,
ἀφοῦ προσευχήθηκε μπροστὰ στὴν εἰκόνα, τὴ σήκωσε μέ εὐλάβεια, κατέβηκε στὴν παραλία καὶ τὴν ἔριξε στὴ θάλασσα λέγοντας:
– Δέσποινα Θεοτόκε,
ἐσύ ἔχεις τὴ δύναμη κι ἐμᾶς νὰ διασώσεις ἀπὸ τὴν ὀργὴ τοῦ βασιλιᾶ, ἀλλὰ καὶ τὴν εἰκόνα σου ἀπὸ τὸν καταποντισμό.
Τότε πραγματικὰ ἔγινε κάτι θαυμαστό.
Ἡ θαυματουργὴ εἰκόνα στάθηκε ὄρθια στὰ κύματα καὶ κατευθύνθηκε πρός τὴ δύση.
Συγκινημένη ἡ γυναίκα ἀπὸ τὸ γεγονὸς γυρίζει στὸν γιό της καὶ τοῦ λέει: –Ἐγώ, παιδί μου, γιὰ τὴν ἀγάπη τῆς Παναγίας εἶμαι ἕτοιμη νὰ πεθάνω. Ἐσύ νὰ φύγεις. Νὰ πᾶς στὴν Ἑλλάδα.Χωρὶς ἀργοπορία τὸ παιδὶ ἑτοιμάστηκε καὶ ξεκίνησε γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη, κι ἀπὸ κεῖ γιὰ τὸν Ἄθωνα, ὅπου ἐμόνασε.
Σὰν μοναχὸς ἀσκήτεψε στὸν τόπο πού ἀργότερα ἱδρύθηκε ἡ μονὴ τῶν Ἰβήρων. Αὐτὸ ἦταν οἰκονομία Θεοῦ, γιατὶ ἔτσι πληροφορήθηκαν οἱ ἄλλοι μοναχοὶ τὸ ἱστορικὸ τῆς θαυματουργῆς εἰκόνας. Πέρασε καιρός. Ὁ μοναχὸς ἀπὸ τὴ Νίκαια πέθανε, καὶ τὸ μοναστήρι τῶν Ἰβήρων ἱδρύθηκε καὶ ὁλοκληρώθηκε. Ἦταν βράδυ, ὅταν οἱ μοναχοὶ ἀντίκρυσαν ἕνα παράξενο θέαμα: Ἕνα πύρινο στῦλο πού ξεκινοῦσε ἀπὸ τὴ θάλασσα κι ἔφθανε στὸν οὐρανό.
Τὸ ὅραμα συνεχίστηκε ἡμέρες καὶ νύχτες. Κατεβαίνουν οἱ ἀδελφοὶ στὴν παραλία καὶ βλέπουν μέ θαυμασμὸ στὴ βάση τοῦ πύρινου στύλου μιὰ εἰκόνα τῆς Θεοτόκου. Ὅσο ὅμως τὴν πλησίαζαν ἐκείνη ἀπομακρυνόταν. Συγκεντρώθηκαν τότε στὴν ἐκκλησία καὶ παρακάλεσαν μέ δάκρυα τὸν Κύριο νὰ χαρίσει στὸ μοναστήρι τους τὸν ἀνεκτίμητο αὐτὸ θησαυρό. Μεταξύ τῶν μοναχῶν ὑπῆρχε ἕνας εὐλαβής ἀσκητής,πού λεγόταν Γαβριήλ.
Σ᾿αὐτὸν παρουσιάζεται ἡ Παναγία καὶ τοῦ λέει: – Νὰ πεῖς στὸν ἡγούμενο καὶ στούς ἀδελφούς ὅτι θὰ σᾶς παραδώσω τὴν εἰκόνα μου, γιὰ νὰ σᾶς προστατεύει. Θὰ μπεῖς κατόπιν στὴ θάλασσα, θὰ περπατήσεις πάνω στὰ κύματα, κι ἔτσι θὰ καταλάβουν ὅλοι τὴν εὔνοιὰ μου γιὰ τὸ μοναστήρι σας. Ἔτσι κι ἔγινε.
Ὁ π. Γαβριήλ περπάτησε πάνω στὴ θάλασσα σὰν σὲ στερεὰ γῆ, παρέλαβε μέ εὐλάβεια τὴ θαυματουργὴ εἰκόνα καὶ ἐπέστρεψε στὴν παραλία. Ἐκεῖ συγκεντρωμένοι ὅλοι οἱ μοναχοὶ τῆς ἐπιφύλαζαν τιμητικὴ ὑποδοχή. Ὕστερα τὴν παρέλαβαν καὶ τὴν τοποθέτησαν στὸ ἱερὸ βῆμα τοῦ καθολικοῦ. Ὅταν τὴν ἑπομένη ὁ ἐκκλησιαστικός πῆγε ν᾿ ἀνάψει τὰ καντήλια, ἡ εἰκόνα ἔλειπε. Ἐρεύνησε παντοῦ καὶ τὴν ἀνακάλυψε στὸ τεῖχος, πάνω ἀπὸ τὴν πύλη τῆς μονῆς. Tὴν ἐπανέφεραν στὸ καθολικό, ἀλλὰ ἡ εἰκόνα ἔφυγε καὶ πάλι.
Αὐτὸ ἐπαναλήφθηκε πολλές φορές. Τέλος ἡ Παναγία παρουσιάζεται στὸν γέροντα Γαβριήλ καὶ τοῦ λέει: –Νὰ πεῖς στούς ἀδελφούς νὰ μὴ μ᾿ ἐνοχλοῦν. Δέν ἦλθα ἐδῶ γιὰ νὰ φυλάγομαι ἀπὸ σᾶς, ἀλλὰ νὰ σᾶς φυλάω. Ὅσοι ζεῖτε στὸ Ὄρος τοῦτο ἐνάρετα, νὰ ἐλπίζετε στὴν εὐσπλαχνία τοῦ Υἱοῦ μου. Γιατί, ὅσο ὑπάρχει ἡ εἰκόνα μου μέσα στὴ μονὴ σας, ἡ χάρη καὶ τὸ ἔλεός Του θὰ σᾶς ἐπισκιάζουν πάντοτε.
Ὕστερα ἀπ᾿ αὐτὸ οἱ μοναχοὶ ἔχτισαν παρεκκλήσι κοντὰ στὴν πύλη κι ἐκεῖ τοποθέτησαν τὴν ἱερὴ εἰκόνα. Πράγματι ἡ Πορταΐτισσα, καθώς ὑποσχέθηκε, προστατεύει τὴ μονὴ καὶ οἰκονομεῖ κάθε της ἀνάγκη. Τὸ 1651, οἱ 365 ἰβηρίτες μοναχοὶ δοκίμαζαν οἰκονομικὴ στενότητα, γιὰ αὐτὸ ἀνέθεσαν στὴ Θεοτόκο νὰ μεριμνήσει γιὰ τὴ συντήρησὴ τους. Ἀμέσως ἡ φιλόστοργη Μητέρα ἔτρεξε γιὰ ἐξεύρεση πόρων μέ τὸ ἀκόλουθο χαριτωμένο θαῦμα.
Ἐκείνη τὴν περίοδο ἦταν βαριὰ ἄῤῥωστη ἡ κόρη τοῦ τσάρου τῆς Ρωσίας Ἀλεξίου Μιχαήλοβιτς. Τὰ πόδια της ἦταν παράλυτα καὶ γιὰ τοὺς γιατροὺς ἀθεράπευτα. Τὴ θλίψη τῆς πριγκίπισσας καὶ τῶν βασιλέων γονέων της ἔρχεται τώρα νὰ μεταβάλει σέ χαρὰ ἡ θαυματουργὴ Πορταΐτισσα. Παρουσιάζεται μιὰ νύχτα στὸν ὕπνο της, κι ἀφοῦ τῆς ἔδωσε θάῤῥος καὶ ὑποσχέθηκε νὰ τὴ θεραπεύσει τῆς λέει:
Νὰ πεῖς στὸν πατέρα σου νὰ φέρει ἀπὸ τὴν μονὴ τῶν Ἰβήρων τὴν εἰκόνα μου τὴν Πορταΐτισσα. Τὸ πρωὶ ἡ ἄῤῥωστη διαβίβασε τὴν ἐντολὴ κι ἀμέσως ξεκίνησε ἔκτακτη ἀποστολή, γιὰ νὰ μεταφέρει στοὺς Ἰβηρίτες μοναχούς τὴν ἐπιθυμία τοῦ τσάρου. Ἐκεῖνοι φοβήθηκαν μήπως ἡ εἰκόνα δέν ἐπιστραφεῖ, καὶ ἀποφάσισαν νὰ στείλουν ἕνα πιστὸ ἀντίγραφο μέ τιμητικὴ συνοδεία τεσσάρων ἱερομονάχων.
Μόλις μαθεύτηκε ὁ ἐρχομός τῆς σεπτῆς εἰκόνας στὴ Μόσχα, ἡ πόλη ἄδειασε. Ὅλοι, βασιλεῖς καὶ λαός, ἔτρεξαν νὰ τὴν προϋπαντήσουν. Στ᾿ ἀνάκτορα ὅμως ἡ πριγκίπισσα κοιτόταν στὸ κρεβάτι, χωρίς νὰ γνωρίζει τίποτε. Κάποια στιγμὴ ζήτησε τὴ μητέρα της καὶ τότε πληροφορήθηκε τὸ μεγάλο γεγονός. –Τί; φώναξε.
Ἔρχεται ἡ Παναγία, κι ἐμένα μέ ἄφησαν ἐδῶ; Πηδᾶ ἀμέσως ἀπὸ τὸ κρεβάτι, ντύνεται καὶ τρέχει νὰ ὑποδεχθεῖ κι ἐκείνη τὴν Παναγία. Ὁ κόσμος εἶδε την παράλυτη πριγκίπισσα καὶ τὰ ἔχασε. Ἡ συγκίνηση κορυφώθηκε, ὅταν ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ ἔφθασε ἡ ἁγία εἰκόνα κι ἔγινε ἡ τελετὴ τῆς ὑποδοχῆς καὶ τῆς προσκυνήσεως.
–Μεγαλειότατε, εἶπαν οἱ ἀπεσταλμένοι, προσφέρουμε τὴ σεπτὴ αὐτὴ εἰκόνα σάν δῶρο στὸ εὐσεβές ρωσικὸ ἔθνος. –Σᾶς εὐχαριστῶ, εἶπε συγκινημένος ὁ τσάρος. Σέ ἔνδειξη τῆς εὐγνωμοσύνης μου σᾶς παραχωρῶ μία ἀπὸ τὶς καλύτερες μονές τῆς πρωτεύουσας, τὸν ἅγιο Νικόλαο. Ἐπίσης ἐτήσιο ἐπίδομα ἀπὸ 2.500 ρούβλια, ἀτέλεια σέ ὅ,τι εἰσάγετε ἀπὸ τὴν χώρα μου, καθώς καὶ δωρεάν μετακίνηση τῶν ἀπεσταλμένων σας. Τὸ μετόχι αὐτὸ παρέμεινε στὴν κυριότητα τῆς μονῆς Ἰβήρων μέχρι τὸ 1932 καὶ τῆς ἐξασφάλιζε τόσες προσόδους, ὥστε κάλυπτε ὅλες σχέδον τίς ὑλικές της ἀνάγκες.
Ἡ μονὴ τῶν Ἰβήρων εἶναι πολύ φιλόξενο μοναστήρι. Αὐτὸ ἀποδίδεται καὶ στὸ ἀκόλουθο περιστατικό: Ἕνας φτωχός ἐργάτης, κουρασμένος ἀπὸ τὸν δρόμο, ἔφθασε τὸ μεσημέρι πεινασμένος στὴν πύλη τῆς μονῆς. Ζητήσε μόνο λίγο ψωμὶ ἀπὸ τὸν πορτάρη, γιατὶ βιαζόταν νὰ συνεχίσει τὴν πορεία του. Ὁ πορτάρης, ἄγνωστο γιατί, δέν τοῦ ἔδωσε, ὁπότε ὁ φτωχός ἀναστέναξε βαθιὰ κι ἔφυγε νηστικός.
Ἀνεβαίνοντας πρός τίς Καρυές, σταμάτησε γιὰ λίγο στὴ σκιὰ ἑνός δέντρου. Λυπημένος καὶ κουρασμένος καθώς ἦταν,ξάπλωσε καταγῆς. Ξεφνικὰ ἀκούει βήματα νὰ πλησιάζουν. Ἀνασηκώνεται καὶ βλέπει κοντὰ του μιὰ γυναίκα μ᾿ ἕνα βρέφος στὴν ἀγκαλιά. Μέ ὕφος συμπαθητικὸ καὶ φωνὴ γλυκειὰ τὸν ἐρωτᾶ: –Τί ἔχεις; Μήπως εἶσαι ἄῤῥωστος; –Ὄχι, ἀπάντησε ἐκεῖνος, ἀλλα πεινῶ.
Παρακάλεσα τὸν θυρωρὸ τῆς μονῆς Ἰβήρων νὰ μοῦ δώσει ψωμί, ἀλλὰ δέν μοῦ ἔδωσε. –Ἄκου,παιδί μου. Δέν πρέπει νὰ παραπονεῖσαι γιὰ τὸν θυρωρό. Θυρωρός τῆς μονῆς αὐτῆς εἶμαι ἐγώ. Νὰ ἐπιστρέψεις ἀμέσως καὶ νὰ ζητήσεις ψωμὶ ἐκ μέρους μου. Κι ἂν δὲν σοῦ δώσουν, πλήρωσέ το μ᾿ αὐτὰ τὰ χρήματα. Σέ περιμένω ἐδῶ. Λέγοντας αὐτὰ ἔδωσε στὸν ἐργάτη τρία φλουριά. Ἐκεῖνος, ἀνύποπτος γιὰ ὅσα ἔβλεπε καὶ ἄκουγε, ξεκίνησε γιὰ τὸ μοναστήρι.
Χτύπησε τὴν πύλη καὶ κρατώντας ἐπιδεικτικὰ τὰ χρήματα ζήτησε καὶ πάλι ἀπὸ τὸν θυρωρὸ ψωμί, χωρίς νὰ παραλείψει ν᾿ ἀναφέρει τὴ συνομιλία μέ τὴ γυναίκα. Ὅταν ἄκουσε ὁ μοναχός γιὰ γυναίκα καὶ εἶδε τὰ σπάνια νομίσματα, κατάλαβε ὅτι πρόκειται γιὰ θαῦμα. Χτύπησε τὴν καμπάνα, συγκεντρώθηκαν οἱ ἀδελφοὶ καὶ ἄκουσαν μέ θαυμασμὸ τὸ παράδοξο γεγονός.
Διαπίστωσαν μάλιστα ὅτι τὰ νομίσματα ἐκεῖνα ἦταν ἀφιερωμένα πρίν ἀπὸ πολλὰ χρόνια στὴ θαυματουργὴ εἰκόνα. Βλέποντας ὅμως ἡ Παναγία τὴν ἀνάγκη τοῦ φτωχοῦ, τὰ παρέλαβε καὶ τοῦ τὰ ἔδωσε μέ μητρικὴ εὐσπλαχνία. Οἱ μοναχοὶ μέ φόβο καὶ εὐλάβεια τὰ ἐπανέφεραν στὴν ἁγία εἰκόνα τῆς Πορταΐτισσας, ἡ ὁποία μέ τὸ θαῦμα αὐτὸ τοὺς δίδαξε τὴ μεγάλη ἀρετὴ τῆς φιλοξενίας. Παναγία ἡ Νιαμονίτισσα.
Ἡ μυροβόλος Χίος, ἡ «παιπαλόεσσα», κατὰ τὸν Ὅμηρο, γιὰ τὸ βραχῶδες καὶ ὀρεινὸ ἔδαφός της, ἐθεωρεῖτο ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους «ὡς μία τῶν Μακάρων νήσων» γιὰ τὰ φυσικὰ τῆς πλεονεκτήματα. Αὐτὴ ἡ ὀνομασία θὰ τῆς ταιρίαζε μεταφορικὰ καὶ γιὰ τὴν εὐλάβεια τῶν κατοίκων της. Στὴν ἀρχαιότητα ἦταν γεμάτη ἀγάλματα καὶ εἰδωλολατρικοὺς ναούς. Ἀλλὰ καὶ στὴ χριστιανικὴ ἐποχὴ τὸ πλῆθος τῶν ἱερῶν ναῶν τῆς κινεῖ τὴν περιέργεια κάθε ἐπισκέπτου. «Ἡ χιακὴ κοινωνία, σημειώνει ὁ Μ. Ἴουσηνιανης τὸ 1606, εἶναι εὐλαβέστατη, ἐνῶ ὁ κλῆρος τῆς πολὺ πιὸ ἀξιόλογος ἀπὸ ἄλλων περιοχῶν».
Ἔχει ἐπίσης νὰ ἐπιδείξει πολλοὺς ἁγίους καὶ πολλὰ μοναστήρια. Λίγα χιλιόμετρα ἀπὸ τὴν πρωτεύουσα τοῦ νησιοῦ, στοὺς πρόποδες τοῦ Προβάπου ὅρους, προβάλλει τὸ πιὸ ἀξιόλογο μοναστήρι τῆς Χίου, ἡ παλαίφατη Νέα Μονή. Τὸ πατριαρχικὸ αὐτὸ σταυροπήνιο, μὲ τὰ βασιλικὰ χρυσόβουλα καὶ τὰ περίφημα ψηφιδωτά,εἶναι ὀχυρωμένο ἀπὸ φυσικὰ καὶ τεχνητὰ τείχη καὶ πύργους, τμήματα τῶν ὁποίων σώζονται μέχρι σήμερα.
Οἱ κτιριακὲς ἐργασίες τῆς μονῆς ἄρχισαν τὸ 1034 ἀπὸ τοὺς Χιῶτες ἀσκητὲς Νικήτα, Ἰωσὴφ καὶ Ἰωάννη. Πολύτιμο συμπαραστάτη στὴν προσπάθεια τοὺς αὐτὴ εἶχαν τὸν βυζαντινὸ αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο Θ´τὸν Μονομάχο. Στὰ ἱστορικά της μονῆς εἶναι διάχυτη ἡ παράδοση γιὰ τὴ θαυμαστὴ εὕρεση τῆς Παναγίας Νιαμονίτισσας. Αὐτὴ τὴ θαυματουργὴ εἰκόνα ἀνακάλυψαν μέσα σὲ πυκνὸς δάσος οἱ τρεῖς κτήτορες, τριγυρισμένη ἀπὸ ἀδιαπέραστα βάτα καὶ χαμόκλαδα.
Ἡ θεία μορφὴ τῆς Θεοτόκου παριστάνεται σὲ μία ἰδιότυπη καὶ μοναδικὴ στάση: Κρατᾶ στὰ χέρια τὸ θεῖο Βρέφος, ἀλλὰ εἰκονίζεται ὄρθια, μὲ ἀνοιχτῆ τὴ μητρικὴ ἀγκαλιὰ καὶ τὰ πόδια σὲ στάση βηματισμοῦ. Ἡ ἱερὴ εἰκόνα τῆς Νιαμονίτισσας σώζεται συχνὰ ἡ ἴδια θαυματουργικὰ ἀπὸ πυρκαγιές, ἀλλὰ καὶ σώζει ἀπὸ σφαγές, ἐπιδρομὲς καὶ λοιπὲς περιπέτειες, ποὺ δοκίμασε ἡ Νέα Μονὴ στὴν ἱστορικὴ διαδρομή της. Κάποτε οἱ μοναχοὶ ἀνέθεσαν σ᾿ ἕνα Χιώτη χρυσοχόο νὰ ἐπενδύσει μὲ χρυσὸ ἕνα μέρος τῆς ἱερῆς εἰκόνας, γιὰ νὰ τὴν προφυλάξουν ἀπὸ τὴ φθορά.
Ὁ ἐκκλησιάρχης τὴν τοποθέτησε στὸν κυρίως ναό, καὶ ὁ τεχνίτης ἄρχισε τὴν ἐργασία του μὲ εὐλάβεια. Ξαφνικὰ ἀκούει μία γλυκεία φωνὴ νὰ τοῦ λέει ψιθυριστά: Ἐλαφρὰ χτύπα, ἐλαφρά» νἄχης τὴν εὐχή μου, γιατὶ ἡ εἰκόνα εἶναι παλαιά! Σηκώνει τὰ μάπα ὁ χρυσοχόος καὶ βλέπει μία μεγαλόπρεπη γυναίκα μὲ ὁλόχρυση φορεσιά.
Δὲν πρόλαβε νὰ τὴ ρωτήσει ποιὰ ἦταν, γιατὶ μπῆκε ἀμέσως στὸ ἱερὸ βῆμα ἀπὸ τὴ νότια πύλη. Τρέχει νὰ τὴν προφθάσει, ἀλλὰ Ἐκείνη εἶχε ἐξαφανιστεῖ. Μπαίνει στὸ ἱερό, καὶ τότε ἀναγνωρίζει στὴ μορφὴ τῆς πλατυτέρας τὴ γυναίκα, ποὺ πρὶν ἀπὸ λίγο τοῦ εἶχε φανερωθεῖ.
Τὸ καμπαναριὸ τῆς Νέας Μονῆς μοιάζει μὲ τετράγωνο πύργο καὶ ὑψώνεται σχεδὸν τριώροφο μέχρι τὸν θόλο τοῦ καθολικοῦ. Εἶναι στεγασμένο μὲ μολύβι καὶ στολίζεται στὴν κορυφὴ μὲ ὡραῖο σιδερένιο σταυρό. Ἀρχικὰ εἶχε τέσσερις καμπάνες καὶ δυὸ πολυτελέστατα ρολόγια. Ὅλα ὅμως ἐξαφανίσθηκαν τὸ 1822 ἀπὸ τὶς ἀσιατικὲς ὀρδές. Κάποτε μία ἀπὸ τὶς μεγαλύτερες καμπάνες ράγισε.
Οἱ μοναχοὶ τὴ φόρτωσαν σ᾿ ἕνα βενετσιάνικο πλοῖο καὶ τὴν ἔστειλαν στὴ Βενετία γιὰ νὰ τὴν ξαναχύσουν. Τὸ πλοῖο ταξιδεύοντας χτυπήθηκε ἀπὸ ἕνα κουρσάρικο τῶν πειρατῶν τοῦ Βαρβαρόσσα καὶ κινδύνεψε νὰ βουλιάξει. Οἱ ναῦτες, στὴ δύσκολη ἐκείνη στιγμή, ἐπικαλέστηκαν τὴ βοήθεια τῆς Παναγίας Νιαμονίτισσας. Ὕστερα ἔσπασαν ἕνα κομμάτι ἀπὸ τὴν καμπάνα, τὸ ἔβαλαν γιὰ μπάλα μέσα στὸ κανόνι καὶ χτύπησαν τὸ ἐχθρικὸ πλοῖο. Τὸ χτύπημα ἦταν καίριο καὶ τὸ πειρατικὸ βυθίστηκε.
Τὸ βενετσιάνικο καράβι συνέχισε τὸ ταξίδι κι ἔφθασε στὸν προορισμό του. Ὁ καπετάνιος, ἀπὸ εὐγνωμοσύνη γιὰ τὴ σωτηρία τους, ἐφτίαξε μὲ δικά του ἔξοδα τὴν καμπάνα καὶ τὴν πρόσφερε στὴν Παναγία. Λέγεται μάλιστα πὼς ἡ καμπάνα αὐτὴ ἦταν ἡ πιὸ μελωδικὴ ἀπ᾿ ὅλες. Ἕνα χιώτικο καράβι, ταξιδεύοντας, συνάντησε μεγάλη θαλασσοταραχή. Ὁ καπετάνιος, μπροστὰ στὸν κίνδυνο, φώναξε μὲ τὴ θερμὴ νησιώτικη πίστη του: ‐Παναγιά μου Νιαμονίτισσα, σῶσε μας! Καὶ σοῦ τάζω μία λαμπάδα τόσο ψηλή, ὅσο τὸ κατάρτι τοῦ πλοίου!
Δὲν πρόλαβε νὰ τελειώσει τὸν λόγο του, καὶ βλέπει πάνω στὴν ἀφρισμένη θάλασσα τὴν ἴδια τὴ Θεοτόκο, νὰ κρατᾶ στὸ χέρι ἕνα ξύλο κι ἕνα σκοινί. Ὕστερα βυθίστηκε στὸ κύμα. Ἀμέσως ἡ τρικυμία κόπασε καὶ τὸ πλοῖο προσορμίστηκε σῶο στὸ λιμάνι. Ἐκεῖ, μὲ μεγάλη τους ἔκπληξη, ἀνακάλυψαν στα ὕφαλά του μία τρύπα. Ἡ τρύπα αὐτὴ ἦταν φραγμένη μ᾿ ἕνα κομμάτι ξύλο κι ἕνα κομμάτι σκοινί...
Τὸ θαῦμα τῆς Παναγίας ἦταν ὁλοφάνερο. Ἀμέσως ξεκίνησαν ὅλο τὸ πλήρωμα γεμάτοι εὐγνωμοσύνη γιὰ τὴ Νέα Μονή. Προσκύνησαν τὴ θαυματουργὴ εἰκόνα, πρόσφεραν τὸ τάμα τους, μία πελώρια λαμπάδα, κι ἄφησαν στὸν ἐξωνάρθηκα τὸ σωτήριο ξύλο καὶ τὸ σκοινί, τὰ ὁποῖα σώζονται ἐκεῖ μέχρι σήμερα.
Γιὰ τὴν ἴδια αἰτία, καθὼς λέγεται, ὑπάρχει στὸν ἔξω νάρθηκα κι ἕνα σφουγγάρι. Μὲ τὴ χάρη τῆς Νιαμονίτισσας τὸ σφουγγάρι αὐτὸ ἔφραξε τὴ σχισμὴ ἑνὸς ἱστιοφόρου πλοίου, ποὺ κινδύνευε νὰ κανταποντιστεῖ. Τὸν 17ο αἰώνα, καθὼς σημειώνουν ξένοι περιηγητές, ἡ Νέα Μονὴ ἀριθμοῦσε 100 ἕως 150 μοναχούς, κι ἔμοιαζε μὲ μικρὴ πόλη. Ἀνάλογος ἦταν καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑποζυγίων γιὰ τὴ μεταφορὰ τῶν πολλῶν εἰσοδημάτων.
Κάποτε ἕνας προσκυνητὴς ἀπὸ τὴ Μυτιλήνη παρέδωσε στὸν βουρδουνάρη
-ἐπιστάτη τῶν ζώων-
τῆς Νέας Μονῆς ἕνα φορτίο λάδι γιὰ τὸ μοναστήρι.
Ὁ βουρδουνάρης φόρτωσε ἕνα μουλάρι καὶ ξεκίνησε.
Ὅταν ἔφθασαν στὸ ἐκκλησάκι τοῦ ἁγίου Φανουρίου, σὲ μία κακοτοπιά, τὸ ζῶο παραπάτησε και γκρεμίστηκε στὸ βάραθρο μέχρι τὸ ποτάμι.
Ὁ βουρδουνάρης,
βέβαιος πὼς σκοτώθηκε,
δὲν ἀσχολήθηκε περισσότερο μαζί του.
Διηγήθηκε ὅμως στοὺς μοναχοὺς τὸ θλιβερὸ ἐπεισόδιο.
Δὲν πέρασε πολλὴ ὥρα κι ἀκούστηκαν στὴν πύλη τῆς μονῆς χτυπήματα καὶ χλιμιντρίσματα.
Τρέχει ο πορτάρης ν᾿ ἀνοίξει,
καὶ ἄντικρύζει τὸ μουλάρι ποὺ εἶχε γκρεμιστεῖ. Τὸ πιὸ θαυμαστὸ ἦταν, πὼς εἶχε φορτωμένα στὴν πλάτη τὰ τουλούμια μὲ τὸ λάδι ἀκέραια.
Ὁ πορτάρης τὸ ἔβαλε μέσα καὶ τὸ ξεφόρτωσε.
Τότε ὅμως συνέβη τὸ ἑξῆς παράδοξο:
Τὸ ζῶο ἔπεσε ἀμέσως στὴ γῆ νεκρό.
Εἶχε πιὰ ἐκπληρώσει τὴν ἀποστολή του!
Απόσπασμα από το βιβλίο της Ι. Μ. Παρακλήτου
''ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ''
Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
''ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ ΚΑΙ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ''
Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Τέλος και τω Θεώ Δόξα!
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)















