«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΩΝ Ο ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΩΝ Ο ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο 9 Δεκεμβρίου 2023
Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΝΙΚΩΝ Ο «ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ», ΕΝ ΕΙΡΗΝΗ ΤΕΛΕΙΟΥΤΑΙ
1. Ήτοι, όπου κείται η Λακεδαίμων, εκεί δεν ηχεί (τούτο γαρ δηλοί το λάκοι) ουδέ λαλεί τελείως, και χρησμοδοτεί πλέον ο δαίμων. Eπειδή και ο Nίκων τον διώχνει από εκεί με τα θαυμάσια οπού κάμνει.
Παρασκευή 1 Δεκεμβρίου 2023
ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ: ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΩΝ Ο «ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ»
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο των εκδόσεων «ΑΚΡΙΤΑΣ»,
Φώτη Κόντογλου: «ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΑΠΕΙΝΟΙ»,
Γ' έκδοση, Μάριος 2023, σελ. 45-52.
«Ο Φώτης Κόντογλου είναι συγγραφέας των ελληνικών γραμμάτων πολυγραφότατος και πολυεκδομένος.
Η προσθήκη ενός ακόμα βιβλίου στην επ' ονόματί του βιβλιογραφία, είκοσι έξι χρόνια μετά το θάνατό του, μόνο από τη σκοπιά του απαραίτητου μπορεί να δικαιωθεί.
Οι εκδόσεις <<Ακρίτας>> έκριναν απαραίτητη τη δημοσίευση σε έναν τόμο αυτών των επιλεγμένων κειμένων του Κόντογλου.
Πρώτο, γιατί κάθε γραφτό του Κ. φέρει τη σφραγίδα του μεγάλου δημιουργού με το γνήσιο λαϊκό ύφος, την ανεξάντλητη περιγραφική δύναμη και την προφητική πνοή, κι έτσι καθίσταται εντρύφημα αισθητικότατο για τους εραστές της λογοτεχνίας.
Δεύτερο, γιατί στο χειμώνα, που ακόμα διέρχεται η γλώσσα μας, οι γερές φράσεις της γραφίδας του Κ. προσφέρονται ως δείγμα ελληνικού λόγου αυθόρμητου, ανόθευτου και πηγαίου.
Τρίτο, γιατί καθώς πια οι αντιλήψεις του Κ. για το ήθος και την τέχνη του Γένους γνωρίζουν ευρεία αποδοχή, καθώς οι πνευματικοί άνθρωποι του '90 προσυπογράφουν τα κηρύγματα που πρώτος αυτός κήρυξε το '50 για επιστροφή στην Παράδοση, παραμένει σταθερά επίκαιρος.
Τέταρτο, γιατί διαγράφεται ξεκάθαρα σήμερα για τους ευρωπαίους Έλληνες η προοπτική της Ανατολής' και ο Κόντογλου είναι ο σύγχρονος <<θεωρητικός>> της.
Τον Κόντογλου τον διακρίνει ένας έντονος αντιδυτικισμός που ξενίζει, ως μη ώφειλε, το σύγχρονο αναγνώστη.
(Λέγω ως μη ώφειλε, γιατί σήμερα ο κίνδυνος εκδυτικισμού, του οποίου τον κώδωνα έκρουε πριν σαράντα χρόνια ο Κ., είναι εξόφθαλμος).
Ο αντιδυτικισμός του Κ. είναι συνέπεια της έμμονης προσήλωσής του στην αξία της Ανατολής.
Η Ανατολή για μας τους Ρωμιούς ορίζεται μόνο σε αντιδιαστολή με τη Δύση: ό,τι αρνείται να είναι Δύση, ορίζεται ως Ανατολή.
Όταν λέμε Ανατολή, δε σημαίνει καθόλου ταύτιση με τους Πέρσες ή τους... Ιρακινούς, σημαίνει μη ταύτιση με τους Φράγκους ή τους Εγγλέζους.
Ανατολή είμαστε εμείς, οι επίγονοι της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, με όσα πολιτισμικά βάρη φέρει αυτή η ιδιότητα, σε αντίθεση με τους επιγόνους της γερμανοκατακτημένης δυτικής αυτοκρατορίας».
(Εκ του προλόγου, σελ. 9-10).
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΩΝ Ο «ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ»
Αύριο Δευτέρα, 26 Nοεμβρίου, γιορτάζεται από την Oρθόδοξη Eκκλησία μας η μνήμη του αγίου Nίκωνος "του Mετανοείτε". Tον είπανε <<Mετανοείτε>>, επειδή έλεγε συχνά στους ανθρώπους να μετανοήσουνε, όπως έκανε ο άγιος Iωάννης ο Πρόδρομος. Πατρίδα του ήτανε κάποια χώρα του Πόντου που τη λέγανε Πονεμωνιακή. Γεννήθηκε τον καιρό που βασίλευε στην Kωνσταντινούπολη ο Nικηφόρος Φωκάς.
Oι γονιοί του ήτανε πλούσιοι, μα όχι μοναχά στα υλικά πλούτη μα και στα πνευματικά. Για τούτο τον αναθρέψανε <<εν παιδεία και νουθεσία Kυρίου>>. Kαι ενώ τα άλλα τα αδέρφια του και οι φίλοι του ήτανε παραδομένοι στις διασκεδάσεις και στα ιπποδρόμια, ο Nίκων αγαπούσε τη θρησκεία, κ' ήτανε ταπεινός και φρόνιμος σε όλα, λιγόφαγος, απλός στους τρόπους, σεμνολόγος, φυλάγοντας τα μάτια του να μην μπει μέσα του ο σαρκικός πειρασμός που χαλά την αγνότητα της νεότητος.
Mια μέρα τον έστειλε ο πατέρας του, που είχε πολλά κτήματα, να επιστατήσει απάνω στους εργάτες που δουλεύανε σ' αυτά, και σαν είδε τον κόπο και τον ιδρώτα που χύνανε αυτοί οι άνθρωποι, τόσο λυπήθηκε η ψυχή του, που παράτησε παρευθύς και τα κτήματά του και τους γονιούς του και την πατρίδα του κ' έφυγε χωρίς να γνωρίζει πού πηγαίνει, αφού γι' αυτόν όλη η οικουμένη ήτανε του Θεού, κατά το λόγο που λέγει <<του Kυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής>>. Aφού πέρασε πολλούς τόπους που δεν τον ήξερε κανένας, έφταξε σ' ένα βουνό που ήτανε το σύνορο ανάμεσα στον Πόντο και στην Παφλαγονία και που είχε κ' ένα μοναστήρι λεγόμενο Xρυσή Πέτρα. Σαν είδε το μοναστήρι ο Nικήτας, ένοιωσε μεγάλη χαρά.
Kι' ο Θεός φώτισε το γέροντα ηγούμενο, που ήτανε άγιος άνθρωπος, και βγήκε στην πόρτα και καλωσόρισε τον Nικήτα και τον αγκάλιασε σαν πατέρας το γυιο του και τον κάλεσε με τόνομά του. O Nικήτας σαν άκουσε το γέροντα να τον φωνάζει με τόνομά του χωρίς να τον έχει δει ποτέ, φτεροκόπησε η καρδιά του και μπήκε μαζί με τον ηγούμενο στην εκκλησία, και την ίδια ώρα τον κούρεψε μοναχό με τόνομα Nίκων. Aπό κείνη την ημέρα ξέχασε ολότελα πια πως ζει σε τούτον τον κόσμο. Tη μέρα δούλευε στην υπηρεσία που τον έβαλε ο γέροντάς του, και τη νύχτα δεν κοιμότανε, αλλά αγρυπνούσε με προσευχή και με δάκρυα, για να μην αφήσει να μολευθεί η νεανική ψυχή του από κανέναν άσχημο διαλογισμό κι' από την πονηριά που μπαίνει τόσο εύκολα στην ψυχή του ανθρώπου.
Oι άλλοι αδελφοί της μονής τον αγαπήσανε πολύ, γιατί ήτανε απερηφάνευτος, πράος και καλοκάγαθος. Δώδεκα χρόνια έζησε μέσα στο μοναστήρι της Xρυσής Πέτρας. Στο μεταξύ ο πατέρας του χάλασε τον κόσμο για να τον βρει, πλην μάταια κοπίασε. Eπειδή όμως δεν έπαψε να τον ψάχνει, ο άγιος παρακάλεσε το γέροντά του να τον αφήσει να φύγει από το μοναστήρι, όπως κ' έγινε. Mα σαν πέρασε το ποτάμι Παρθένι, γύρισε κ' είδε στην αντικρινή ακροποταμιά τον πατέρα του με τα άλλα παιδιά του και με τη συνοδεία του, και σαν τον γνώρισε ο γέρος, άρχισε να κλαίγει και να φωνάζει στον Nικήτα να τον λυπηθεί και να γυρίσει στο σπίτι τους, κ' ήθελε να πέσει στο ποτάμι. Mα τον μποδίσανε οι δικοί του, γιατί είχε φουσκώσει το ρεύμα του από τα πολλά νερά που κατέβασε.
Kι' ο μακάριος Nίκων, σφίγγοντας την καρδιά του, γύρισε κατά τον πατέρα του και γονάτισε και τον προσκύνησε, κ' ύστερα έστριψε πάλι και τράβηξε το δρόμο του. Πέρασε από βουνά έρημα, από κρεμνούς και καταβόθρες. Tα ρούχα του ήτανε λερά και τριμμένα, τα πόδια του ξυπόλητα. Bαστούσε μοναχά ένα ραβδί κ' ένα σταυρό. Tρία χρόνια γυροβολούσε έτσι στα βουνά που ήτανε λημέρια των ληστών, κ' έτρωγε χορτάρια. Πολλές φορές τον συναπαντούσανε αυτοί οι φονηάδες και τον κλωτσούσανε. Mα σαν είδανε πως στην κακία τους αποκρινότανε με αγάπη και με ταπείνωση, τον αγαπήσανε κι' αυτοί και τον τιμούσανε σαν άγιο. Σαν περάσανε τρία χρόνια που έζησε απάνω στα βουνά, αποφάσισε να κατέβει στις πολιτείες και να κηρύξει το Eυαγγέλιο και τη μετάνοια.
Hτανε τότε ως 36 χρονών, κατά τα 959 μ.X. Aφού πέρασε βιαστικά τα μέρη της Aνατολής, μπαρκάρησε σ' ένα καράβι για να πάγη στην Kρήτη, στα 961 μ.X., επειδή οι Άραβες είχανε αλλαξοπιστήσει τους χριστιανούς με το σπαθί. Mε τη βοήθεια του Θεού μπόρεσε και τους γύρισε στην πίστη του Xριστού, κ' ύστερα από εφτά χρόνια έφυγε από την Kρήτη και πήγε στην Eπίδαυρο στα μέρη του Δαμαλά, κ' εκεί κήρυξε τη μετάνοια κ' έσωσε ψυχές. Aπό τον Δαμαλά μπήκε σ' ένα καΐκι για να πάγη στην Aθήνα. Mαζί με το καΐκι που μπήκε ο άγιος, ταξίδευε κ' ένα άλλο για την Aθήνα, και περνώντας από τη Σαλαμίνα βγήκανε οι ναύτες να πάρουνε νερό. Aυτό το νησί ήτανε έρημο από τους κουρσάρους.
O άγιος είπε στους καπετάνιους να μη φύγουνε ακόμα από τη Σαλαμίνα, γιατί θα πάθουνε. O ένας καπετάνιος πούχε τάλλο το καΐκι δεν τον άκουσε κ' έφυγε, μα κείνος πούχε μέσα τον άγιο απόμεινε. Mα το καΐκι που έκανε πανιά το πιάσανε οι κουρσάροι πριν φτάξει στην Aθήνα. Σαν έφτασε ο άγιος σ' αυτήν την αρχαία πολιτεία, που ήταν άλλη φορά φημισμένη στον κόσμο πλην τότε ήτανε καταντημένη ένα χωριό, άρχισε το κήρυγμα κ' έφερε πολύν καρπό, γιατί οι Aθηναίοι ήτανε θεοφοβούμενοι. Aπό την Aθήνα πήγε στην Eύβοια, και μαζεύθηκε κόσμος πολύς να τον ακούσει. Kαι με την οχλοβοή, ένα παιδί που είχε ανεβεί στο κάστρο μαζί με τον άλλον κόσμο, παραπάτησε κ' έπεσε, και βάλανε τις φωνές κ' έγινε μεγάλη σύγχυση κ' οι γονιοί του παιδιού καταριόντανε τον άγιο.
Mα εκείνος δεν ταράχθηκε, αλλά τους είπε ήσυχα: <<Tο παιδί ζει, δεν πέθανε>>. Kι' αλήθεια το παιδί σηκώθηκε απάνω γελαστό σαν να πήδηξε από το μπιντένι, κι' οι γονιοί του κι' όλος ο κόσμος πέσανε και προσκυνούσανε τον άγιο, και το παιδί τούς έλεγε πως σαν γλύστρησε και βρέθηκε στον αγέρα, είδε εκείνον τον καλόγερο που φώναζε <<Mετανοείτε>> να πετά και να το πιάνει στην αγκαλιά του ως που το κατέβασε μαλακά στη γη. Ύστερα από τον Eύριπο, πήγε στις Θήβες, κι' από κει στο βουνό Kιθαιρώνα, που το λέγανε τότε όρος της Mυουπόλεως, κ' εκεί ασκήτεψε μέσα σ' ένα σπήλαιο, κοντά στο μέρος που βρίσκεται το μοναστήρι, που έχτισε ο όσιος Mελέτιος ύστερα από χρόνια, κι' αυτός Aνατολίτης. Aπό κει πήγε στην Kόρινθο, στο Άργος, στο Nαύπλιο, κι' απ' όπου περνούσε άναβε στις καρδιές τον πόθο της θρησκείας κ' έκανε πολλά θαύματα, προπάντων έγιαινε αρρώστους ανθρώπους.
Aφού πέρασε όλον τον Mωριά, κ' έφταξε ώς τη Mάνη, πήρε πάλι το δρόμο για να γυρίσει στη Σπάρτη, απ' όπου είχε περάσει. Mα πριν πάγει στη Σπάρτη, μπήκε σ' ένα σπήλαιο που βρισκότανε σε κάποιο έρημο μέρος που το λέγανε <<Mώρον>> και κειτότανε άρρωστος και θερμιασμένος. Σε λίγες μέρες μαθεύτηκε το καταφύγιό του και μαζεύθηκε κόσμος πολύς σε κείνο το σπήλαιο για να πάρει την ευλογία του, και πολλοί άρρωστοι περιμένανε τη γιατρειά τους από τον άρρωστον.
Σαν σηκώθηκε από την αρρώστια, πήγε στο Aμύκλι, κ' επειδή εκείνη όλη την περιφέρεια τη ρήμαξε το θανατικό από λοιμική αρρώστια κ' είχε πιάσει τον κόσμο φόβος και τρόμος, μαζεύθηκε πολύς λαός και πήγανε και τον παρακαλέσανε να πάγει στη Σπάρτη. O άγιος τους είπε πως θα παρακαλέσει το Θεό να πάψει την οργή του, και πως θα καθίσει στη Σπάρτη ώς που να πεθάνει. Σηκώθηκε λοιπόν και πήγε στη Σπάρτη, και σαν εμπήκε στην πολιτεία, πως σαν φανερωθεί ο ήλιος σκορπά και χάνεται η αντάρα, έτσι και σαν φάνηκε ο άγιος έπαψε το θανατικό, κι' ο κόσμος ξεκουράσθηκε από την αγωνία και έπεσε σε μετάνοια. Aπό τότε δεν έφυγε πια από τη Σπάρτη ο άγιος, κ' η πολιτεία τούτη έγινε η δεύτερη πατρίδα του.
Έχτισε μια μεγάλη εκκλησία στόνομα του Σωτήρος, που βρεθήκανε τα θεμέλιά της κοντά στο κάστρο της αρχαίας Σπάρτης, κι' αυτή η διαβόητη πολιτεία που ήτανε ξακουσμένη στον κόσμο για την παλληκαριά της, καταστάθηκε η καθέδρα της Xριστιανοσύνης με άρχοντά της τον πράον κ' ήμερον μαθητή του Kυρίου που δίδαξε στον κόσμο την πνευματική ανδρεία και την ειρήνη. Στο μεταξύ βαφτιζόντανε οι Eβραίοι, που υπήρχανε πολλοί σ' αυτά τα μέρη, και πλήθαινε η πίστη του Xριστού.
Aλλά ήρθε και για τον άγιο Nίκωνα η μέρα να πληρώσει, σαν άνθρωπος κι' αυτός, το <<κοινόν χρέος του θανάτου>>, κι' αρρώστησε. Mάζεψε λοιπόν γύρω στο κλινάρι του τα πνευματικά τέκνα του, και τα ευλόγησε και τους είπε πως σιμώνει το τέλος του, κι' αφού τους έδωσε πολλές συμβουλές και τους στερέωσε στην ελπίδα του Xριστού, είπε "Kύριε Iησού Xριστέ ο Θεός, εις χείρας σου παρατίθημι το πνεύμα μου" και παρέδωσε την καθαρή ψυχή του σ' Eκείνον που γι' αυτόν υπόφερε τόσους κόπους. Kοιμήθηκε στα 998 μ.X., στις 26 Nοεμβρίου, σε ηλικία 75 χρονών.
Tο σκήνωμα γίνηκε προσκύνημα. O λαός το τριγύρισε και βούιζε όπως κάνουνε οι μέλισσες γύρω στο κουβέλι. Όλοι θέλανε να πάνε κοντά στο λείψανο, και πολλοί παίρνανε από ευλάβεια κάποιο πράγμα από πάνω του, άλλος ένα κομμάτι ρούχο, άλλος λίγες τρίχες, άλλος έκοβε ένα κομμάτι από τη ζώνη του να τάχουνε για φυλαχτό. O δεσπότης με όλο το ιερατείο κηδέψανε το τίμιο σκήνος, που ήτανε βαλμένο μέσα σε θήκη ακριβή κι' ανάβρυσε άγιο μύρο, και πολλοί άρρωστοι γιάνανε, τυφλοί, στηθικοί, υδρωπικοί, παράλυτοι κι' άλλοι που βασανιζόντανε από διάφορες αρρώστιες. Γι' αυτό και το απολυτίκιό του λέγει:
<<Xαίρει έχουσα η Λακεδαίμων/θείαν λάρνακα των Σων λειψάνωναναβρύουσαν πηγάς των ιάσεωνκαι διασώζουσαν πάντας εκ θλίψεωςτους Σοι προστρέχοντας, Πάτερ εκ Πίστεως./Nίκων όσιε, Xριστόν τον Θεόν ικέτευε/δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος>>. Ένας ευσεβής άρχοντας, λεγόμενος Mαλακηνός, τόσον αγαπούσε τον άγιο Nίκωνα, που δεν ήθελε να ζήσει χωρίς να βλέπει την όψη του.
Φώναξε λοιπόν ένα ζωγράφο και του παράγγειλε να ζωγραφίσει τον άγιο, μα επειδή ο ζωγράφος δεν τον είχε δει ποτέ, ο Mαλακηνός ιστόρησε με λόγια όσο μπορούσε στο ζωγράφο τι λογής ήτανε η φυσιογνωμία του. O ζωγράφος πήγε στο εργαστήρι του κ' έπιασε να κάνει την εικόνα, αλλά κοπίασε πολύ χωρίς να μπορέσει να τον επιτύχει τον άγιο όπως ήτανε. K' εκεί που καθότανε στενοχωρημένος, βλέπει να μπαίνει ένας καλόγερος κοντός, νηστεμένος, με μαλλιά μαύρα κι' ανακατεμένα, με μαύρα αχτένιστα γένια, μ' ένα κουρελιασμένο παλιόρασο και να βαστά ένα ραβδί μ' ένα σταυρό στην άκρη, που τον έδωσε στο ζωγράφο να τον φιλήσει.
Ύστερα τον ρώτησε γιατί είναι στενοχωρημένος. Σαν του είπε ο ζωγράφος την αιτία, του λέγει ο καλόγερος: <<Kοίταξέ με, αδελφέ, και ζωγράφισε την εικόνα, γιατί αυτός που ιστορίζεις μοιάζει με μένα σε όλα>>. Σαν τον κοίταξε καλά ο ζωγράφος απόρησε, επειδή ήτανε ίδιος όπως τον είχε περιγράψει ο Mαλακηνός. Γύρισε λοιπόν το πρόσωπό του κατά το σανίδι που ζωγράφιζε να δει αν μοιάζει με το πρόσωπο, που έκανε, και βλέπει πως είχε τυπωθεί ο καλόγερος που του μιλούσε. Tον έπιασε φόβος και φώναξε <<Kύριε ελέησον>>, και σαν γύρισε να τον ξαναδεί, δεν είδε τίποτα.
Όπως τον είδε ο ζωγράφος, έτσι είναι ζωγραφισμένος ο άγιος Nίκων στις εικόνες που βρεθήκανε κανωμένες από παλιούς αγιογράφους. H πιο παλιά εικόνα του βρίσκεται στο μοναστήρι του Oσίου Λουκά της Λειβαδιάς ιστορημένη με ψηφιά, μα τον παριστάνει με μαλλιά χτενισμένα. Φαίνεται όμως πως πιο σωστά παραστήσανε τη φυσιογνωμία του οι ζωγράφοι που τον ζωγραφίσανε σε εκκλησίες που βρίσκονται κοντά στα μέρη της Σπάρτης, όπως είναι στο Παληομονάστηρο της Kρίτσοβας, ζωγραφισμένος στα 1267, στην Παναγία τη Xρυσαφίτισσα στα Xρύσαφα, στον άγιο Nικόλαο της Aναβρυτής, στην εκκλησιά των Eισοδίων της Θεοτόκου στο χωριό Πέρπαινη, κι' αλλού.
Mια από τις πιο παλαιές και μαστορικές εικόνες του είναι και κείνη που βρήκα στην Περίβλεπτο του Mυστρά τον καιρό που δούλευα για να καθαρίσω και να στερεώσω τις παλιές τοιχογραφίες. Bρίσκεται κοντά στη μικρή την πόρτα που μπαίνει κανένας στην εκκλησιά. O άγιος είναι ζωγραφισμένος όπως τον ιστορίζει το συναξάρι του, με βουλιασμένα τα μάγουλά του από την κακοπάθηση, με ζωηρά μάτια, με μαύρα μαλλιά ανακατεμένα κι' αχτένιστα και με μαύρα γένια. Έτσι τον γράφει κι' ο Διονύσιος ο εκ Φουρνά στην "Eρμηνεία των ζωγράφων": <<Nέος στρογγυλογένης, μακρότριχος, έχων τας τρίχας ηγριωμένας>>. Λέγοντας <<νέος>> θέλει να πει μαυρομάλλης.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ».
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο του Φώτη Κόντογλου:
<<ΓΙΓΑΝΤΕΣ ΤΑΠΕΙΝΟΙ>>, εκδόσεις <<ΑΚΡΙΤΑΣ>>,
Γ' έκδοση, Μάρτιος 2023, σελ. 45-52.
ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΩΝ Ο «ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ»: Ο ΠΟΛΙΟΥΧΟΣ, ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΑΓΙΟΣ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ
Ο όσιος Νίκων γεννήθηκε περί τα τέλη του πρώτου τετάρτου του 10 μ.Χ. αιώνα, μεταξύ των ετών 920 – 925 μ.Χ., στη σημερινή Αρμενία και κοντά στην αρχαία Παφλαγονία του Πόντου. Οι γονείς του ήταν πλούσιοι και θεοσεβείς, γι’ αυτό και του καλλιέργησαν την ευσέβεια και την πίστη στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό.
Σε ηλικία μόλις 20 ετών εγκατέλειψε το πατρικό του σπίτι και εγκαταβίωσε στην Ιερά Μονή της Χρυσής Πέτρας, όπου έμεινε δώδεκα χρόνια. Στη συνέχεια επισκέφθηκε χώρες της Ανατολής, όπου κήρυξε το Ευαγγέλιο του Χριστού για τρία χρόνια.
Το 961 μ.Χ. πήγε στην Κρήτη με προτροπή του αυτοκράτορος Νικηφόρου Φωκά, όπου με έδρα την πόλη της Γορτύνης επέδειξε ιδιαίτερο ιεραποστολικό ζήλο. Στα επτά χρόνια της παραμονής του στην ελληνική μεγαλόνησο, κατόρθωσε να χειραγωγήσει τους Κρήτες στην αληθινή πίστη, η οποία είχε αλλοτριωθεί από τους κατακτητές, αλλά και να οικοδομήσει πολλούς ναούς. Απέσπασε μάλιστα τον σεβασμό και την αγάπη των Κρητών, οι οποίοι του απέδωσαν ευγνωμόνως τον τίτλο «Μετανοείτε», επειδή καλούσε διαρκώς τους χριστιανούς σε μετάνοια.
Το 968 μ.Χ. έφτασε στην Πελοπόννησο και επισκέφτηκε την Επίδαυρο. Στη συνέχεια μετέβη στην Αίγινα, τη Σαλαμίνα, την Αττική, την Εύβοια, τη Θήβα, την Κόρινθο, το Άργος και το Ναύπλιο, όπου παντού κήρυττε το Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού και με τη χάρη του Θεού επιτελούσε θαύματα. Από το Ναύπλιο κατευθύνθηκε προς τη Σπάρτη, ενώ στη συνέχεια επισκέφτηκε τη Μάνη και τη Μεσσηνία. Αφού έλαμψε παντού με το φλογερό του κήρυγμα περί μετανοίας, επέστρεψε στη Σπάρτη, η οποία την εποχή εκείνη ονομαζόταν Λακεδαιμονία.
Στον ιστορικό αυτό τόπο, τον οποίο αγάπησε περισσότερο από την πατρίδα του, παρέμεινε μέχρι την οσιακή του κοίμηση το 998 μ.Χ. κηρύττοντας αδιαλείπτως και θαυματουργώντας με τη χάρη του Θεού. Με την προσευχή του μάλιστα διασώθηκε η πόλη από τη φοβερή μάστιγα μιας θανατηφόρου ασθένειας, η οποία απειλούσε τη ζωή των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής. Πλήθος κόσμου συγκεντρωνόταν στη Λακεδαιμονία για να ακούσει το πύρινο κήρυγμά του για τον Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού, ενώ η πλούσια ιεραποστολική του δράση επισφραγίσθηκε με την ανοικοδόμηση περικαλλούς ναού στο όνομα του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, ο οποίος μάλιστα σχεδιάστηκε από τον ίδιο.
Πολλά και θαυμαστά είναι τα γεγονότα, που συνέβησαν κατά τη διάρκεια της ανεγέρσεως του ναού, ο οποίος ανοικοδομήθηκε μεταξύ των ετών 970 και 992 μ.Χ. και εγκαινιάσθηκε από τον ενάρετο και ευσεβή Επίσκοπο της Λακεδαιμονίας Θεόπεμπο. Ο ναός αυτός μετατράπηκε αργότερα σε μοναστήρι, το οποίο έφτασε σε ιδιαίτερη ακμή κατά τον 14ο μ.Χ. αιώνα. Σ’ αυτή την περιώνυμη μονή ο όσιος Νίκων εκοιμήθη εν ειρήνη στις 26 Νοεμβρίου του 998 μ.Χ., που είναι η ημέρα, κατά την οποία η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά και γεραίρει την πάντιμη μνήμη του.
Η κοίμηση του οσίου Νίκωνος λύπησε βαθύτατα τους κατοίκους της Λακεδαιμονίας, αφού έχασαν τον σοφό διδάσκαλο και πνευματικό τους πατέρα, τον εθνικό και θρησκευτικό καθοδηγητή, του οποίου η προσφορά υπήρξε πολύτιμη για την πνευματική αναγέννηση της Πελοποννήσου, της Κρήτης και της Στερεάς Ελλάδος κατά τον μεσαίωνα. Ο όσιος Νίκων άρχισε να τιμάται ως άγιος από τα πρώτα κιόλας χρόνια μετά την οσιακή του κοίμηση, αφού στο καθολικό της ιστορικής Ιεράς Μονής του Οσίου Λουκά Βοιωτίας με τα περίφημα ψηφιδωτά σώζεται η αρχαιότερη εικονογραφική παράσταση, που απεικονίζει τον όσιο και χρονολογείται από τον 11ο αιώνα.
Το 1875 εκδόθηκε στη Σπάρτη η ασματική ακολουθία του οσίου, την οποία επιμελήθηκε το 1847 ο ιεροκήρυκας της περιοχής Αρχιμανδρίτης Δανιήλ Γεωργόπουλος. Το 1844 με πρωτοβουλία του Επισκόπου Λακεδαίμονος Δανιήλ Κουλουφέκη ξεκίνησε ο εορτασμός της μνήμης του αγίου, ο οποίος από το 1893 και επί αρχιερατείας του Επισκόπου Μονεμβασίας και Σπάρτης Θεοκλήτου Μηνοπούλου (του και μετέπειτα Αρχιεπισκόπου Αθηνών) κατέστη λαμπρότερος με λιτανεία της ιεράς εικόνος του, ενώ υπήρξε μέριμνα στο να καταστεί η εορτή του αγίου αργία.
Από το 1901 και με πρωτοβουλία του δημάρχου Σπάρτης Περικλέους Σαλβαρά η εορτή του αγίου στις 26 Νοεμβρίου αποτελεί πλέον επίσημη τοπική αργία για την πόλη της Σπάρτης, η οποία μέχρι και σήμερα τιμά και εορτάζει με κάθε επισημότητα τον πολιούχο και προστάτη της άγιο στον μεγαλοπρεπή ιερό ναό του Οσίου Νίκωνος. Ο περικαλλής αυτός ιερός ναός, ο οποίος αποτελεί το σημείο ευλαβικής αναφοράς για τους κατοίκους της Σπάρτης, αλλά και ολόκληρης της Λακωνίας, θεμελιώθηκε το 1929 με σχέδια του Αναστασίου Ορλάνδου και εγκαινιάστηκε το 1955 με ιδιαίτερη λαμπρότητα και με την παρουσία πλήθους πιστών.
Ο όσιος Νίκων ο Μετανοείτε τιμάται επίσης στην Κρήτη, όπου έδρασε με ιεραποστολικό ζήλο επί επτά χρόνια, και συγκεκριμένα στον σπηλαιώδη ναό των Αγίων Ιωάννου του Προδρόμου και Νίκωνος του Μετανοείτε στον Καρτερό Ηρακλείου, στο ομώνυμο εκκλησάκι στον οικισμό Ράφτης που βρίσκεται στην περιοχή της Γέργερης Ηρακλείου και στον Καθεδρικό Ιερό Ναό Αγίας Φωτεινής Ιεράπετρας, όπου επ’ ονόματί του τιμάται ο υπόγειος ναός.
Το όνομα του αγίου,ο οποίος κατέστη ο φωτιστής και ιεραπόστολος της Λακωνίας, φέρουν οικισμός της Μεσσηνιακής Μάνης, μονόχωρος τρουλαίος ναός στα Ζαγκλανικιάνικα Κυθήρων, ο οποίος κοσμείται με τοιχογραφίες του 11ου – 13ου αιώνα και ο κοιμητηριακός ναός στη συνοικία των Υψηλών Αλωνίων στο Ξυλόκαστρο Κορινθίας (Ενορία Παναγίας Φανερωμένης),ο οποίος ανεγέρθηκε με πρωτοβουλία και μέριμνα του αοιδίμου Αρχιμανδρίτου π. Νίκωνος Κοτσόβολη ( +19 Ιουλίου 2011). *Εκ του ιστολογίου «Πεμπτουσία» της 26.11.2023. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΩΝ Ο «ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ»: Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΦΩΤΙΣΤΗΣ ΤΩΝ ΣΛΑΒΩΝ
Ο Νίκων ο «Μετανοείτε» o κατά κόσμον Νικήτας, 925 – 26 Νοεμβρίου 998 γεννήθηκε σένα χωριό της Τραπεζούντας. Μαζί με τον Κύριλλο και των Μεθόδιο αποτελούν την «τριανδρία» των φωτιστών των Σλάβων, με την διαφορά ότι ο Νίκωνας θα ευαγγελίσει τους Σλάβους της Πελοποννήσου και όχι της Μοραβίας και της Παννονίας.
του Χρήστου Χατζηλία,
Ο Νίκωνας λοιπόν γεννήθηκε από ευσεβείς γονείς και εύπορους, από παιδί έδειχνε τάσεις προς την μοναστική ζωή και ήταν αρκετά εγκρατής για την ηλικία του. Η μεγάλη απόφαση πάρθηκε όταν μια μέρα τον έστειλε ο πατέρας του στα κτήματα, να επιστατήσει τους εργάτες που δουλεύανε σ’ αυτά, και σαν είδε τον κόπο και τον ιδρώτα που χύνανε λυπήθηκε τόσο πολύ που σε ηλικία 20 ετών παράτησε τα κτήματά του και τους γονείς του και έφυγε για την Μονή Χρυσής Πέτρας μεταξύ Πόντου και Παφλαγονίας, όπου έγινε μοναχός και από το θεοσεβή αρχοντόπαιδο Νικήτα έγινε ο Όσιος Νίκων ο «Μετανοείτε» o πολιούχος της Σπάρτης.
Εκεί έκατσε πάνω από 12 χρόνια και το 961 φεύγει για την Κρήτη όπου τον καλεί ο αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς για να ευαγγελίσει τους εξισλαμισμένους κρητικούς και τους Άραβες αιχμαλώτους μετά την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Άραβες. Με έδρα τη Γόρτυνα Κρήτης επέδειξε ιδιαίτερο ιεραποστολικό ζήλο όπου έδρασε κυρίως στην ανατολική και κεντρική Κρήτη, προέτρεπε για μετάνοια, έκτιζε ναούς και σε σύντομο χρονικό διάστημα κατόρθωσε να επαναφέρει στην χριστιανική πίστη, σε όσους είχαν εξισλαμισθεί, αλλά κατά τα πρώτα χρόνια της παραμονής του στην Κρήτη το κήρυγμά του ενόχλησε κάποιους κατοίκους με αποτέλεσμα να γίνει απόπειρα δολοφονίας εναντίον του αλλά απέτυχε.
Ο όσιος όμως ήταν άκακος άνθρωπος και υπομονετικός, έτσι σιγά-σιγά οι άνθρωποι άρχισαν να τον συμπαθούν και στο τέλος τον αγάπησαν και τον έκαναν πνευματικό τους πατέρα. Όμως οι περιπέτειες και το ιεραποστολικό του έργο δεν σταματάν στην Κρήτη, τον καλούν να πάει να ευαγγελίσει τους ειδωλολάτρες Σλάβους της Πελοποννήσου, έτσι ξεκινάει περιοδείες στην Επίδαυρο, την Αθήνα, την Εύβοια, τη Θήβα, την Κόρινθο, το Ναύπλιο, τη Σπάρτη, τη Μάνη και σε αρκετές περιοχές της Μεσσηνίας, για να καταλήξει στη Σπάρτη, όπου και παρέμεινε για 30 περίπου χρόνια.
Ο όσιος έμενε σε μια σπηλιά σε κάποιο έρημο μέρος που το λέγανε «Μώρον», όταν μαθεύτηκε από τους κατοίκους της Σπάρτης που μένει ο Νίκωνας πήγανε και του ζήτησαν να πάει στην πόλη που υπέφερε από λοιμό και να τους βοηθήσει, στην πόλη υπήρχαν πολλοί Ιουδαίοι όπου ο Νίκωνας είπε στους κατοίκους να τους βγάλουν έξω από την πόλη. Στην Σπάρτη ίδρυσε την εκκλησία του Σωτήρος Χριστού.
Ένα κείμενο του Κων/νου Πορφυρογέννητου, ότι επί Βασιλείου Α’ Μακεδόνος εκχριστιανίστηκαν οι τελευταίοι Παγανιστές της Λακωνίας. Όμως αυτό δε σημαίνει πως η Μάνη και η Λακωνία δεν είχαν ήδη κατά πλειοψηφία γίνει χριστιανικές, αιώνες πριν τον Βασίλειο τον Α’. Οι μαρτυρίες και τα αρχαιολογικά ευρήματα αποδεικνύουν το αντίθετο. Η Λακωνία είχε αξιόλογο χριστιανικό πολιτισμό, αιώνες πριν το Νίκωνα ή τον Βασίλειο Α’:
551 μ.Χ. Επί Ιουστινιανού κτίζεται στα ερείπια της Ομηρικής ακρόπολης το κάστρο της Μάϊνας και ιδρύεται η επισκοπή Μαϊνης. 886 – 911. Στην έκθεση του Λέοντος ΣΤ΄ του Σοφού μνημονεύεται για πρώτη φορά η επισκοπή Μαϊνης, ότι ήταν από τις αρχαιότερες του Μοριά και ανήκε στην Μητρόπολη Κορίνθου.
Τα ακόλουθα στοιχεία για το Χριστιανισμό στη Λακωνία προέρχονται από το «Πότε οι Μανιάτες έγιναν Χριστιανοί», του Ανάργυρου Κουτσιλιέρη, Διδάκτορος φιλοσοφίας: Στα Άλυκα έχουμε την τρίκλιτη βασιλική του Αγίου Ανδρέα. Διασωθέντα τμήματα του γλυπτού διακόσμου ανήκουν στον έβδομο αιώνα. Στο Μοναστήρι στην Κυπάρισσο η εκκλησούλα της Παναγίας είναι κτισμένη με υλικά που προέρχονται από παλαιοχριστιανική βασιλική. Παρετήρησαν οι αρχαιολόγοι ότι σε φυσικό βράχο είχε σκαλιστεί επισκοπικός θρόνος. Δηλαδή σε παλαιοχριστιανικούς χρόνους στην Κυπάρισσο – παλαιά Καινήπολη – υπάρχει έδρα Επισκόπου.
Στην Κυπάρισσο υπάρχει και δεύτερη παλαιοχριστιανική βασιλική. Ο Δ. Παλλάς, αρχαιολόγος διεθνούς προβολής και κύρους, μικρό τμήμα του γλυπτού διακόσμου το χαρακτήρισε ως προερχόμενο από καλλιτεχνικό κέντρο ευρισκόμενο εκτός της Μάνης. Παρετήρησε αττικό ύφος. Αυτό βέβαια σήμαινε ότι οι καλλιτέχνες της Μάνης είχαν επαφή με τα εκτός της Μάνης καλλιτεχνικά κέντρα. Σημασία την οποία δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε έχει και η διαπίστωση ότι η βασιλική του Μοναστηρίου πρέπει να εκτίσθη τον 6ο ή τον 5ο αιώνα.
Αποφασιστικής σημασίας στοιχεία γενικά για την ιστορία της Μάνης και ειδικά για τη Χριστιανική ζωή και δράση των Μανιατών έφεραν οι ανασκαφές στη χερσονίδα Τηγάνι. Γλυπτά του έκτου αιώνος που εχρησιμοποιήθησαν στην τοιχοδομία της βασιλικής δείχνουν ότι στο Τηγάνι υπήρχε παλαιοχριστιανικό κτίσμα. Άλλωστε χριστιανικό κτίσμα σε χερσονησίδα είναι ασφαλώς παλαιότερο της Αραβοκρατίας.
Πολλά και σημαντικά ευρήματα έδειξαν ότι η χριστιανική ζωή στο Τηγάνι άρχισε από τους πρώτους αιώνες της διάδοσης του Χριστιανισμού και διετηρήθη επί σειρά αιώνων. Γλυπτός διάκοσμος παλαιοχριστιανικής βασιλικής βρέθηκε και στο Οίτυλο. Στην αυλή των δικαστηρίων του Γυθείου απόκεινται τμήματα γλυπτού διάκοσμου παλαιοχριστιανικής βασιλικής που βρίσκονται στην ακρόπολη του αρχαίου Γυθείου. Φαίνεται πιθανό ότι στο Γύθειο υπήρχε και δεύτερη παλαιοχριστιανική βασιλική.
Οι έρευνες των ειδικών επιστημόνων της χριστιανικής αρχαιολογίας (TRANQAIR και MEGAU) πείθουν απολύτως, ότι στη Μάνη εκαλλιεργήθη ο ονομασθείς θαυμαστός πολιτισμός της παλαιοχριστιανικής βασιλικής και σημαντικά δημιουργήματα της χριστιανικής τέχνης. Οι εκκλησίες του Μυστρά, δεν θεωρούνται πλέον άσχετες προς την καλλιτεχνική παράδοση που εδημιουργήθη στη Μάνη.
Τα αποτελέσματα των αρχαιολογικών ερευνών απέδειξαν ότι ο χριστιανισμός έφτασε στη Μάνη από τους πρώτους αιώνες της διαδόσεώς του. Είναι βέβαιο ότι οι χριστιανικές κοινότητες εδημιουργήθησαν στη Μάνη πολλούς αιώνες προ της εποχής του Βασιλείου του Μακεδόνος. Ο αραβικός κίνδυνος υπεχρέωνε τους κατοίκους του Γυθείου, της Λας, της Τευθρώνης, της Καινήπολης, της Μέσσας κ.λ.π. να δημιουργήσουν τις εκατοντάδες των οικισμών και χωριών που βρίσκουμε στα υψώματα του Ταϋγέτου, από το Ακρωτήριο Ταίναρο μέχρι το Μαλεύρι και τη Μελτίνη.
Αυτοί που άφησαν τα παράλια ζητώντας ασφάλεια στον Ταΰγετο δεν ήταν ειδωλολάτρες αλλά χριστιανοί». Όπως μαρτυρούν τα ευρήματα της περιοχής η Καινήπολη ήταν θρησκευτικό κέντρο, γνώρισε μεγάλη ακμή στη Ρωμαϊκή εποχή που διατηρήθηκε και τη Βυζαντινή εποχή μέχρι την εποχή του Ιουστινιανού. Το 467 μ.Χ. οι κάτοικοι απέκρουσαν τους Βανδάλους, ενώ το 533 ο Βελισσάριος προσέγγισε στο λιμάνι με τον αυτοκρατορικό στόλο.
Η πόλη εγκαταλείφθηκε τον 6ο αιώνα, μάλλον μετά από ισχυρό σεισμό (άρα οι εκκλησίες χτιστηκαν πολύ πριν τον Άγιο Νίκωνα). Στη περιοχή βρίσκονται ορισμένες εκκλησίες, που μερικές έχουν κτιστεί στη θέση αρχαιοελληνικών και με τα υλικά τους. Διακρίνουμε στον Άγιο Αντρέα κιονόκρανα και επιγραφή, στην Αγία Παρασκευή και στον Άγιο Πέτρο (Βασιλική 5ου ή 6ου αι.)
Τα παραπάνω φαίνονται και στις ανασκαφές του καθηγητή Δρανδάκη (1958). Βρήκε τρεις παλαιοχριστιανικές Βασιλικές τον Άγιο Πέτρο, τον Άγιο Ανδρέα και την Κοίμηση της Θεοτόκου, κτισμένες στο τέλος του Πέμπτου ή στις αρχές του Έκτου αιώνα. Αυτό ανατρέπει τις πληροφορίες του Βυζαντινού Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου, ότι οι Μανιάτες έγιναν Χριστιανοί από τον όσιο «Νίκωνα τον Μετανοείτε» το (868—898 μ.Χ.). Αν ο αυτοκράτορας έχει δίκιο, η πιθανότερη ερμηνεία είναι ότι, μετά το Διάταγμα του Μεδιολάνου (313 μ.Χ.) περί ανεξιθρησκείας, υπήρχαν στη Μάνη μέχρι τον Ένατον αιώνα και Χριστιανοί και Ειδωλολάτρες.
Αλλά αυτό σημαίνει επίσης, ότι ουδέποτε διώχθηκαν, αλλά επί τόσους αιώνες, έστω και ως μικρή μειονότητα, λάτρευαν ελεύθερα τους θεούς τους. ( ΠΗΓΗ: www.oodegr.com, Με τίτλο «Τα ψέματα για τον όσιο Νίκωνα τον «Μετανοείτε». «Η αθωότητα του συκοφαντημένου από τους Νεοπαγανιστές αγίου»).
Ένας λοιμός ήρθε στην Πελοπόννησο από τη Σικελία και την Καλαβρία, και οι Σλάβοι ήρθαν ως ανθρώπινο αντιστάθμισμα στην περιοχή από την διοίκηση της αυτοκρατορίας. Οι μεταρρυθμίσεις τού Νικηφόρου Α’, συνετέλεσαν αποφασιστικά στην αφομοίωση τού πληθυσμού. Με εξαίρεση τις φυλές των Μηλιγγών και των Εζεριτών Σλάβων στην περιοχή τού Ταϋγέτου, μετά την ήττα τού 807, οι Σλάβοι, υπέστησαν πολλές οικονομικές κυρώσεις, ήταν στο εξής υποχρεωμένοι να συντηρούν τούς υπαλλήλους και απεσταλμένους του Κράτους, πού διέρχονταν από την Πάτρα.
Θεωρήθηκαν πάροικοι, και αφορίστηκαν στο μητροπολιτικό ναό, μετά την αποστασία και την ήττα τού 807, προτίμησαν να αποσυρθούν σε βραχώδη όρη και διατήρησαν για πολύ καιρό τα ήθη και τα έθιμά τους, χωρίς να αφομοιωθούν από το κυρίαρχο ελληνικό στοιχείο. Γράφει ο βίος του Οσίου για τους Σλάβους παγανιστές:
«Αυτή την ερήμωση του μετοχίου επακολουθεί ληστρική επιδρομή των Μιληγγών, ανδρών αιμοχαρών και κακούργων, εκ φύσεως κακών και το έργο της ληστείας κατ’ επάγγελμα ασκούντων. Αυτοί, κατέβηκαν μια μέρα από τα κρησφύγετά τους και εφόρμησαν κατά του μετοχίου της μονής του Οσίου, με σκοπό να αρπάξουν τα κοπάδια της. Περικύκλωσαν το μετόχιο και τα κοπάδια, ένοπλοι όλοι και βοηθούμενοι από νέους ορμητικούς, άρπαξαν από το κοπάδι όσα μπόρεσαν και σαν άγρια θηρία τα απήγαγαν στην πατρία και χώρα τους, θέλοντας να τα φάνε. Αλλά απατήθηκαν. (…)
Όταν δηλαδή οι άρπαγες των ποιμνίων του μετοχίου έφτασαν στην πατρίδα τους και νόμιζαν ότι ήταν ασφαλείς και κατείχαν ασφαλώς τη λεία τους, τότε φανέρωσε κι ο Όσιος τη δύναμή του. Ενώ αμέριμνοι κοιμόνταν εμφανίζεται αυτός έχοντας μαζί του και δυο ισχυρούς σκύλους. Πλησιάζοντας και κατενεγκών κατ’ αυτών και επί των παρειών τους εξαπέλυσε ισχυρά χτυπήματα, εξαπέλυσε εναντίον τους, τοις εφάνη, και τους δύο σκύλους, οι οποίοι δάγκωσαν πολλές φορές και προκάλεσαν μώλωπες στα σώματά τους. Και αυτά υπέστησαν στον ύπνο.
Αλλά, όταν έντρομοι από την ταραχή ξύπνησαν, βεβαιώθηκαν ότι αυτά δεν ήταν όνειρο αλλά πραγματικότητα. Και όντως ήταν πραγματικότητα, αφού όλοι όσοι ξύπνησαν είχαν μελανιές, και οιδήματα, και χτυπήματα ματωμένα στις σάρκες τους, τα οποία είχαν προκαλέσει οι σκύλοι. (…) Αυτά παθαίνοντας μεταμελήθηκαν αμέσως και ελεεινολογώντας τον εαυτό τους ζήτησαν ειλικρινά συγγνώμη από τον όσιο, για όσα κακά έφεραν στο μετόχι της μονής του, και παρακάλεσαν τους συγγενείς τους, να σπεύσουν στο μοναστήρι του οσίου και να ικετεύσουν αυτόν υπέρ της σωτηρίας τους, και να επιστρέψουν τα πάντα που είχαν ληστέψει.
Όχι μόνο αυτό αλλά υπόσχονταν ότι στο μέλλον ουδέποτε θα τολμήσουν τέτοιες ληστρικές πράξεις. Αφού έγιναν αυτά, αμέσως αποκαταστάθηκαν στην υγεία τους (…) 'Εκτοτε τόσος φόβος τους κατέλαβε αυτούς και όλους τους συμπατριώτες τους, ώστε κάνοντας συνέλευση αποφάσισαν να παραιτηθούν από τη ληστεία και όλες τις αγριότητες της φυλής τους, αφετέρου να προσφέρουν ετησίως στο μοναστήρι του οσίου κεριά και θυμιάματα και να τιμούν και γεραίρωσιν όση αυτοίς δύναμις τον άγιον».
Ο Γρηγορόβιος γράφει ότι ο Νικων «κατήχησε παρά του Ταυγέτου οικούντα Σλαβικά φύλα των Μελιγγών και Εζεριτών, ων ήρχε ο δούξ Αντίοχος». Για την ζωή και το έργου του γνωρίζουμε από τον Βίο του (που σώζεται σε δύο παραλλαγές) και από τη Διαθήκη του που σώζεται σε δημοτική μετάφραση. Mε τον βίο του ασχολήθηκαν, λόγω της μεγάλης θρησκευτικής και εθνικής σημασίας, επιφανείς Γερμανοί ιστορικοί του Μεσαίωνα, όπως ο Καρλ Χοπφ, ο Γουσταύος Χέρτσμπεργκ και ο Φέρντιναντ Γκρεγκορόβιους.
Τέλος ο Όσιος Νίκων ο «Μετανοείτε» αποτελεί μια σημαντική μορφή για τον Ελληνισμό της Κρήτης και της Ελλάδος (γεωγραφικά: Αττική, Πελοπόννησο, Εύβοια, Αργοσαρονηκός) και ο βίος του μας δίνει πληροφορίες για την ζωή και την κοινωνία σ’ αυτές τις περιοχές, επίσης όπως είπαμε. πρέπει να πάρει την θέση του ανάμεσα στους φωτιστές των Σλάβων. Εκ του ιστοτόπου «cognoscoteam.gr» της 26.6.2018. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
ΟΣΙΟΣ ΝΙΚΩΝ Ο «ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ»: Ο ΑΝΑΜΟΡΦΩΤΗΣ ΤΟΥ ΜΟΝΑΧΙΚΟΥ ΒΙΟΥ
Ο Νίκων ο Μετανοείτε (κατά κόσμον Νικήτας, π. 925 – 26 Νοεμβρίου 998) ήταν Βυζαντινός μοναχός, περιοδεύων ιεροκήρυκας και όσιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ήταν αναμορφωτής του μοναχικού βίου κυρίως στην Κρήτη και την Πελοπόννησο και εξέχουσα πνευματική μορφή στον Ελλαδικό χώρο κατά το β’ μισό του 10ου αιώνα.
Ο όσιος Νίκων, κατά κόσμον Νικήτας, γεννήθηκε περίπου το 925 στην Παφλαγονία, σ’ ένα χωριό κοντά στην Τραπεζούντα, από επιφανείς, πλούσιους και ευσεβείς γονείς. Τα Συναξάρια δίδουν την πληροφορία πως ήταν Αρμένιος στην καταγωγή. Οι γονείς του τον αναθρέψανε «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσία Κυρίου». Σαν παιδί περιφρονούσε τις διασκεδάσεις, τους χορούς και γενικά τις κοσμικές τέρψεις της εποχής του και ζούσε βίο εγκρατή επιθυμώντας να αφιερωθεί στο Θεό.
Μια μέρα τον έστειλε ο πατέρας του, που είχε πολλά κτήματα, να επιστατήσει απάνω στους εργάτες που δουλεύανε σ’ αυτά, και σαν είδε τον κόπο και τον ιδρώτα που χύνανε αυτοί οι άνθρωποι, τόσο λυπήθηκε η ψυχή του, που σε ηλικία 20 ετών παράτησε παρευθύς τα κτήματά του και τους γονιούς του. Ύστερα πήγε στην Ιερά Μονή Χρυσής Πέτρας, στα βουνά του Πόντου, όπου ζήτησε να μείνει ως μοναχός. Εκεί έλαβε και το όνομα Νίκων. Ο νεαρός μοναχός έδειξε ασυνήθιστη πνευματική πρόοδο, προσευχόμενος, αγρυπνώντας, μελετώντας και εργαζόμενος.
Η παραμονή του όμως δεν διάρκεσε πάνω από 12 χρόνια. Το 961 έφτασε στην Κρήτη, την οποία μόλις είχε απελευθερώσει από τον αραβικό ζυγό ο Νικηφόρος Β´ Φωκάς. Με έδρα τη Γόρτυνα Κρήτης επέδειξε ιδιαίτερο ιεραποστολικό ζήλο. Αφού έδρασε κυρίως στην ανατολικοκεντρική Κρήτη, συνέχισε τις περιοδείες του στην Επίδαυρο, την Αθήνα, την Εύβοια, τη Θήβα, την Κόρινθο, το Ναύπλιο, τη Σπάρτη, τη Μάνη και σε αρκετές περιοχές της Μεσσηνίας, για να καταλήξει στη Σπάρτη, όπου και παρέμεινε για 30 περίπου χρόνια.
Ο όσιος Νίκων είχε αναλάβει ιεραποστολική δράση, είχε γίνει μέγας κήρυκας του ευαγγελίου και συνισταμένη του κηρύγματός του ήταν η μετάνοια. Στο ιδιαίτερο θερμό και γεμάτο ζήλο κήρυγμά του επαναλάμβανε διαρκώς τη φράση του Ιωάννη του Βαπτιστή «Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών», γι’ αυτό και του δόθηκε το προσωνύμιο «Μετανοείτε».
Η παράδοση έχει συνδέσει το όνομά του με την οικοδόμηση του ναού του Σωτήρος Χριστού, λείψανα του οποίου σώζονται στην ακρόπολη της αρχαίας Σπάρτης, καθώς και με πλήθος άλλων ενεργειών που βοήθησαν τους κατοίκους της περιοχής. Πέθανε στη Σπάρτη στις 26 Νοεμβρίου του 998.
Τα της ζωής του και του έργου του γνωρίζουμε από τον Βίο του (που σώζεται σε δύο παραλλαγές) και από τη Διαθήκη του που σώζεται σε δημοτική μετάφραση. Mε τον βίο του ασχολήθηκαν, λόγω της μεγάλης θρησκευτικής και εθνικής σημασίας, επιφανείς Γερμανοί ιστορικοί του Μεσαίωνα, όπως ο Καρλ Χοπφ, ο Γουσταύος Χέρτσμπεργκ και ο Φέρντιναντ Γκρεγκορόβιους. Προς τιμήν του, το χωριό Πολιάνα στη Μάνη μετονομάστηκε το 1929 σε Άγιος Νίκων. *Εκ του ιστοτόπου «olympia.gr» της 26.11.2022. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΩΝ Ο «ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ»: Ο ΞΥΠΟΛΥΤΟΣ ΑΓΙΟΣ ΕΔΡΑΣΕ ΣΕ ΕΠΙΔΑΥΡΟ, ΑΡΓΟΣ, ΝΑΥΠΛΙΟ ΚΑΙ ΣΠΑΡΤΗ
26 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ
Στις 26 Νοεμβρίου, γιορτάζεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία μας η μνήμη του αγίου Νίκωνος «Μετανοείτε». Τον είπανε «Μετανοείτε», επειδή έλεγε συχνά στους ανθρώπους να μετανοήσουνε, όπως έκανε ο άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος.
Πατρίδα του ήτανε κάποια χώρα του Πόντου που τη λέγανε Πονεμωνιακή. Γεννήθηκε τον καιρό που βασίλευε στην Κωνσταντινούπολη ο Νικηφόρος Φωκάς. Οι γονιοί του ήτανε πλούσιοι, μα όχι μοναχά στα υλικά πλούτη μα και στα πνευματικά. Για τούτο τον αναθρέψανε «εν παιδεία και νουθεσία Κυρίου».
Και ενώ τα άλλα τα αδέρφια του και οι φίλοι του ήτανε παραδομένοι στις διασκεδάσεις και στα ιπποδρόμια, ο Νίκων αγαπούσε τη θρησκεία, κ’ ήτανε ταπεινός και φρόνιμος σε όλα, λιγόφαγος, απλός στους τρόπους, σεμνολόγος, φυλάγοντας τα μάτια του να μην μπει μέσα του ο σαρκικός πειρασμός που χαλά την αγνότητα της νεότητος.
Μια μέρα τον έστειλε ο πατέρας του, που είχε πολλά κτήματα, να επιστατήσει απάνω στους εργάτες που δουλεύανε σ’ αυτά, και σαν είδε τον κόπο και τον ιδρώτα που χύνανε αυτοί οι άνθρωποι, τόσο λυπήθηκε η ψυχή του, που παράτησε παρευθύς και τα κτήματά του και τους γονιούς του και την πατρίδα του κ’ έφυγε χωρίς να γνωρίζει που πηγαίνει, αφού γι’ αυτόν όλη η οικουμένη ήτανε του Θεού, κατά το λόγο που λέγει «του Κυρίου η γη και το πλήρωμα αυτής».
Αφού πέρασε πολλούς τόπους που δεν τον ήξερε κανένας, έφτασε σ’ ένα βουνό που ήτανε το σύνορο ανάμεσα στον Πόντο και στην Παφλαγονία και που είχε κ’ ένα μοναστήρι λεγόμενο Χρυσή Πέτρα. Σαν είδε το μοναστήρι ο Νικήτας, ένοιωσε μεγάλη χαρά. Κι’ ο Θεός φώτισε το γέροντα ηγούμενο, που ήτανε άγιος άνθρωπος, και βγήκε στην πόρτα και καλωσόρισε τον Νικήτα και τον αγκάλιασε σαν πατέρας το γυιο του και τον κάλεσε με τό' ονομά του.
O Νικήτας σαν άκουσε το γέροντα να τον φωνάζει με τό' νομά του χωρίς να τον έχει δει ποτέ, φτεροκόπησε η καρδιά του και μπήκε μαζί με τον ηγούμενο στην εκκλησία, και την ίδια ώρα τον κούρεψε μοναχό με το όνομα Νίκων. Από κείνη την ημέρα ξέχασε ολότελα πια πως ζει σε τούτον τον κόσμο.
Τη μέρα δούλευε στην υπηρεσία που τον έβαλε ο γέροντάς του, και τη νύχτα δεν κοιμότανε, αλλά αγρυπνούσε με προσευχή και με δάκρυα, για να μην αφήσει να μολυνθεί η νεανική ψυχή του από κανέναν άσχημο διαλογισμό κι' από την πονηριά που μπαίνει τόσο εύκολα στην ψυχή του ανθρώπου. Οι άλλοι αδελφοί της μονής τον αγαπήσανε πολύ, γιατί ήτανε απερηφάνευτος, πράος και καλοκάγαθος. Δώδεκα χρόνια έζησε μέσα στο μοναστήρι της Χρυσής Πέτρας.
Στο μεταξύ ο πατέρας του χάλασε τον κόσμο για να τον βρει, πλην μάταια κοπίασε. Επειδή όμως δεν έπαψε να τον ψάχνει, ο άγιος παρακάλεσε το γέροντά του να τον αφήσει να φύγει από το μοναστήρι, όπως κ' έγινε. Μα σαν πέρασε το ποτάμι Παρθένι, γύρισε κ’ είδε στην αντικρινή ακροποταμιά τον πατέρα του με τα άλλα παιδιά του και με τη συνοδεία του, και σαν τον γνώρισε ο γέρος, άρχισε να κλαίγει και να φωνάζει στον Νικήτα να τον λυπηθεί και να γυρίσει στο σπίτι τους, κ' ήθελε να πέσει στο ποτάμι.
Μα τον μποδίσανε οι δικοί του, γιατί είχε φουσκώσει το ρεύμα του από τα πολλά νερά που κατέβασε. Κι’ ο μακάριος Νίκων, σφίγγοντας την καρδιά του, γύρισε κατά τον πατέρα του και γονάτισε και τον προσκύνησε, κ’ ύστερα έστριψε πάλι και τράβηξε το δρόμο του. Πέρασε από βουνά έρημα, από κρημνούς και καταβόθρες.
Τα ρούχα του ήτανε λερά και τριμμένα, τα πόδια του ξυπόλητα. Βαστούσε μοναχά ένα ραβδί κ’ ένα σταυρό. Τρία χρόνια γυροβολούσε έτσι στα βουνά που ήτανε λημέρια των ληστών, κ’ έτρωγε χορτάρια. Πολλές φορές τον συναπαντούσανε αυτοί οι φονιάδες και τον κλωτσούσανε. Μα σαν είδανε πως στην κακία τους αποκρινότανε με αγάπη και με ταπείνωση, τον αγαπήσανε κι’ αυτοί και τον τιμούσανε σαν άγιο. Σαν περάσανε τρία χρόνια που έζησε απάνω στα βουνά, αποφάσισε να κατέβει στις πολιτείες και να κηρύξει το Ευαγγέλιο και τη μετάνοια. Ήτανε τότε ως 36 χρονών, κατά τα 959 μ.X.
Αφού πέρασε βιαστικά τα μέρη της Ανατολής, μπαρκάρισε σ’ ένα καράβι για να πάει στην Κρήτη, στα 961 μ.X., επειδή οι Άραβες είχανε αλλαξοπιστήσει τους χριστιανούς με το σπαθί. Με τη βοήθεια του Θεού μπόρεσε και τους γύρισε στην πίστη του Χριστού, κ’ ύστερα από εφτά χρόνια έφυγε από την Κρήτη και πήγε στην Επίδαυρο στα μέρη του Δαμαλά, κ’ εκεί κήρυξε τη μετάνοια κ’ έσωσε ψυχές.
Από τον Δαμαλά μπήκε σ’ ένα καΐκι για να πάει στην Αθήνα. Μαζί με το καΐκι που μπήκε ο άγιος, ταξίδευε κ’ ένα άλλο για την Αθήνα, και περνώντας από τη Σαλαμίνα βγήκανε οι ναύτες να πάρουνε νερό. Αυτό το νησί ήτανε έρημο από τους κουρσάρους. O άγιος είπε στους καπετάνιους να μη φύγουνε ακόμα από τη Σαλαμίνα, γιατί θα πάθουνε.
O ένας καπετάνιος που είχε το άλλο το καΐκι δεν τον άκουσε κ’ έφυγε, μα κείνος που είχε μέσα τον άγιο απόμεινε. Μα το καΐκι που έκανε πανιά το πιάσανε οι κουρσάροι πριν φτάσει στην Αθήνα. Σαν έφτασε ο άγιος σ’ αυτήν την αρχαία πολιτεία, που ήταν άλλη φορά φημισμένη στον κόσμο πλην τότε ήτανε καταντημένη ένα χωριό, άρχισε το κήρυγμα κ’ έφερε πολύν καρπό, γιατί οι Αθηναίοι ήτανε θεοφοβούμενοι.
Από την Αθήνα πήγε στην Εύβοια, και μαζεύτηκε κόσμος πολύς να τον ακούσει. Και με την οχλοβοή, ένα παιδί που είχε ανεβεί στο κάστρο μαζί με τον άλλον κόσμο, παραπάτησε κ’ έπεσε, και βάλανε τις φωνές κ’ έγινε μεγάλη σύγχυση κ’ οι γονιοί του παιδιού καταριόντανε τον άγιο.
Μα εκείνος δεν ταράχθηκε, αλλά τους είπε ήσυχα: «Το παιδί ζει, δεν πέθανε». Κι’ αλήθεια το παιδί σηκώθηκε απάνω γελαστό σαν να πήδηξε από το μπιντένι, κι’ οι γονιοί του κι’ όλος ο κόσμος πέσανε και προσκυνούσανε τον άγιο, και το παιδί τους έλεγε πως σαν γλίστρησε και βρέθηκε στον αγέρα, είδε εκείνον τον καλόγερο που φώναζε «Μετανοείτε» να πετά και να το πιάνει στην αγκαλιά του ως που το κατέβασε μαλακά στη γη. Ύστερα από τον Εύριπο, πήγε στις Θήβες, κι’ από κει στο βουνό Κιθαιρώνα, που το λέγανε τότε όρος της Μυουπόλεως, κ’ εκεί ασκήτεψε μέσα σ’ ένα σπήλαιο, κοντά στο μέρος που βρίσκεται το μοναστήρι, που έχτισε ο όσιος Μελέτιος ύστερα από χρόνια, κι’ αυτός Ανατολίτης.
Από κει πήγε στην Κόρινθο, στο Άργος, στο Ναύπλιο, κι’ απ’ όπου περνούσε άναβε στις καρδιές τον πόθο της θρησκείας κ’ έκανε πολλά θαύματα, προπάντων έγιαινε αρρώστους ανθρώπους. Αφού πέρασε όλον τον Μωριά, κ’ έφτασε ως τη Μάνη, πήρε πάλι το δρόμο για να γυρίσει στη Σπάρτη, απ’ όπου είχε περάσει.
Μα πριν πάει στη Σπάρτη, μπήκε σ’ ένα σπήλαιο που βρισκότανε σε κάποιο έρημο μέρος που το λέγανε «Μώρον» και κειτότανε άρρωστος και θερμασμένος. Σε λίγες μέρες μαθεύτηκε το καταφύγιό του και μαζεύτηκε κόσμος πολύς σε κείνο το σπήλαιο για να πάρει την ευλογία του, και πολλοί άρρωστοι περιμένανε τη γιατρειά τους από τον άρρωστον. Σαν σηκώθηκε από την αρρώστια, πήγε στο Αμύκλι, κ’ επειδή εκείνη όλη την περιφέρεια τη ρήμαξε το θανατικό από λοιμική αρρώστια κ’ είχε πιάσει τον κόσμο φόβος και τρόμος, μαζεύτηκε πολύς λαός και πήγανε και τον παρακαλέσανε να πάει στη Σπάρτη.
Ο άγιος τους είπε πως θα παρακαλέσει το Θεό να πάψει την οργή του, και πως θα καθίσει στη Σπάρτη ως που να πεθάνει. Σηκώθηκε λοιπόν και πήγε στη Σπάρτη, και σαν μπήκε στην πολιτεία, όπως σαν φανερωθεί ο ήλιος σκορπά και χάνεται η αντάρα, έτσι και σαν φάνηκε ο άγιος έπαψε το θανατικό, κι’ ο κόσμος ξεκουράσθηκε από την αγωνία και έπεσε σε μετάνοια. Από τότε δεν έφυγε πια από τη Σπάρτη ο άγιος, κ’ η πολιτεία τούτη έγινε η δεύτερη πατρίδα του.
Έχτισε μία μεγάλη εκκλησία στο όνομα του Σωτήρος, που βρεθήκανε τα θεμέλιά της κοντά στο κάστρο της αρχαίας Σπάρτης, κι’ αυτή η διαβόητη πολιτεία που ήτανε ξακουσμένη στον κόσμο για την παλληκαριά της, καταστάθηκε η καθέδρα της Χριστιανοσύνης με άρχοντά της τον πράον κ’ ήμερον μαθητή του Κυρίου που δίδαξε στον κόσμο την πνευματική ανδρεία και την ειρήνη. Στο μεταξύ βαφτιζόντανε οι Εβραίοι, που υπήρχανε πολλοί σ’ αυτά τα μέρη, και πλήθαινε η πίστη του Χριστού. Αλλά ήρθε και για τον άγιο Νίκωνα η μέρα να πληρώσει, σαν άνθρωπος κι’ αυτός, το «κοινόν χρέος του θανάτου», κι’ αρρώστησε.
Μάζεψε λοιπόν γύρω στο κλινάρι του τα πνευματικά τέκνα του, και τα ευλόγησε και τους είπε πως σιμώνει το τέλος του, κι’ αφού τους έδωσε πολλές συμβουλές και τους στερέωσε στην ελπίδα του Χριστού, είπε «Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, εις χείρας σου παρατίθημι το πνεύμα μου» και παρέδωσε την καθαρή ψυχή του σ’ Εκείνον που γι’ αυτόν υπόφερε τόσους κόπους. Κοιμήθηκε στα 998 μ.X., στις 26 Νοεμβρίου, σε ηλικία 75 χρονών.
Το σκήνωμα γίνηκε προσκύνημα. Ο λαός το τριγύρισε και βούιζε όπως κάνουνε οι μέλισσες γύρω στο κουβέλι. Όλοι θέλανε να πάνε κοντά στο λείψανο, και πολλοί παίρνανε από ευλάβεια κάποιο πράγμα από πάνω του, άλλος ένα κομμάτι ρούχο, άλλος λίγες τρίχες, άλλος έκοβε ένα κομμάτι από τη ζώνη του να τα έχουνε για φυλαχτό.
Ο δεσπότης με όλο το ιερατείο κηδέψανε το τίμιο σκήνος, που ήτανε βαλμένο μέσα σε θήκη ακριβή κι’ ανάβρυσε άγιο μύρο, και πολλοί άρρωστοι γιάνανε, τυφλοί, στηθικοί, υδρωπικοί, παράλυτοι κι’ άλλοι που βασανιζόντανε από διάφορες αρρώστιες. Γι’ αυτό και το απολυτίκιό του λέγει: «Χαίρει έχουσα η Λακεδαίμωνθείαν λάρνακα των Σων λειψάνων αναβρύουσαν πηγάς των ιάσεωνκαι διασώζουσαν πάντας εκ θλίψεως τους Σοι προστρέχοντας, Πάτερ εκ Πίστεως. Νίκων όσιε, Χριστόν τον Θεόν ικέτευε δωρήσασθαι ημίν το μέγα έλεος».
Ένας ευσεβής άρχοντας, λεγόμενος Μαλακηνός, τόσον αγαπούσε τον άγιο Νίκωνα, που δεν ήθελε να ζήσει χωρίς να βλέπει την όψη του. Φώναξε λοιπόν ένα ζωγράφο και του παράγγειλε να ζωγραφίσει τον άγιο, μα επειδή ο ζωγράφος δεν τον είχε δει ποτέ, ο Μαλακηνός ιστόρησε με λόγια όσο μπορούσε στο ζωγράφο τι λογής ήτανε την φυσιογνωμία του.
Ο ζωγράφος πήγε στο εργαστήρι του κ’ έπιασε να κάνει την εικόνα, αλλά κοπίασε πολύ χωρίς να μπορέσει να τον επιτύχει τον άγιο όπως ήτανε. K’ εκεί που καθότανε στενοχωρημένος, βλέπει να μπαίνει ένας καλόγερος κοντός, νηστεμένος, με μαλλιά μαύρα κι’ ανακατεμένα, με μαύρα αχτένιστα γένια, μ’ ένα κουρελιασμένο παλιοράσο και να βαστά ένα ραβδί μ’ ένα σταυρό στην άκρη, που τον έδωσε στο ζωγράφο να τον φιλήσει.
Ύστερα τον ρώτησε γιατί είναι στενοχωρημένος. Σαν του είπε ο ζωγράφος την αιτία, του λέγει ο καλόγερος: «Κοίταξε με, αδελφέ, και ζωγράφισε την εικόνα, γιατί αυτός που ιστορίζεις μοιάζει με μένα σε όλα». Σαν τον κοίταξε καλά ο ζωγράφος απόρησε, επειδή ήτανε ίδιος όπως τον είχε περιγράψει ο Μαλακηνός. Γύρισε λοιπόν το πρόσωπό του κατά το σανίδι που ζωγράφιζε να δει αν μοιάζει με το πρόσωπο, που έκανε, και βλέπει πως είχε τυπωθεί ο καλόγερος που του μιλούσε. Τον έπιασε φόβος και φώναξε «Κύριε ελέησον», και σαν γύρισε να τον ξαναδεί, δεν είδε τίποτα. Όπως τον είδε ο ζωγράφος, έτσι είναι ζωγραφισμένος ο άγιος Νίκων στις εικόνες που βρεθήκανε καμωμένες από παλιούς αγιογράφους.
Η πιο παλιά εικόνα του βρίσκεται στο μοναστήρι του Οσίου Λουκά της Λειβαδιάς ιστορημένη με ψηφιά, μα τον παριστάνει με μαλλιά χτενισμένα. Φαίνεται όμως πως πιο σωστά παραστήσανε τη φυσιογνωμία του οι ζωγράφοι που τον ζωγραφίσανε σε εκκλησίες που βρίσκονται κοντά στα μέρη της Σπάρτης, όπως είναι στο Παληομονάστηρο της Κρίτσοβας, ζωγραφισμένος στα 1267, στην Παναγία τη Χρυσαφίτισσα στα Χρύσαφα, στον άγιο Νικόλαο της Αναβρυτής, στην εκκλησιά των Εισοδίων της Θεοτόκου στο χωριό Περπαινή, κι’ αλλού. Μία από τις πιο παλαιές και μαστορικές εικόνες του είναι και κείνη που βρήκα στην Περίβλεπτο του Μυστρά τον καιρό που δούλευα για να καθαρίσω και να στερεώσω τις παλιές τοιχογραφίες. Βρίσκεται κοντά στη μικρή την πόρτα που μπαίνει κανένας στην εκκλησιά.
Ο άγιος είναι ζωγραφισμένος όπως τον ιστορίζει το συναξάρι του, με βουλιαγμένα τα μάγουλά του από την κακοπάθηση, με ζωηρά μάτια, με μαύρα μαλλιά ανακατεμένα κι’ αχτένιστα και με μαύρα γένια. Έτσι τον γράφει κι’ ο Διονύσιος ο εκ Φουρνά στην «Ερμηνεία των ζωγράφων»: «Νέος στρογγυλογένης, μακρότριχος, έχων τας τρίχας ηγριωμένας». Λέγοντας «νέος» θέλει να πει μαυρομάλλης. *Εκ του ιστολογίου «argolikeseidhseis.gr». Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΝΙΚΩΝΟΣ ΤΟΥ «ΜΕΤΑΝΟΕΙΤΕ»
ΟΝΟΜΑΖΟΤΑΝ ΝΙΚΗΤΑΣ ΚΑΙ ΕΙΧΕ ΓΕΝΝΗΘΕΙ ΣΤΟΝ ΠΟΛΕΜΩΝΙΑΚΟ ΠΟΝΤΟ
Ποντιακής καταγωγής, ο Νίκων ο «Μετανοείτε» (Πόντος 920/925 – Σπάρτη περ. 998) ήταν σημαντική πνευματική μορφή του μοναχισμού. Υπήρξε από τους κυριότερους ιεραπόστολους της διάδοσης του Χριστιανισμού, και η προσωνυμία του οφείλεται στο συνεχές κήρυγμά του «Μετανοείτε».
της Φωτεινής Θ. Βλαχοπούλου
Ο Νίκων, κατά κόσμο Νικήτας, γεννήθηκε στο θέμα Αρμενιακών της αρχαίας Παφλαγονίας (Πολεμωνιακός Πόντος) από πλούσια οικογένεια. Περιφρονώντας από νεαρή ηλικία τα υλικά αγαθά, επιδόθηκε στην αυστηρή πνευματική ζωή και έπειτα από μια πρώτη επαφή με τη στερημένη ζωή των εργατών του πατέρα του, αποφάσισε να στραφεί στη μοναστική ζωή.
Έτσι, εγκαταλείποντας το πατρικό του κατέλυσε στη μονή Χρυσής Πέτρας που ήταν λαξεμένη σε ορεινούς βράχους, στα σύνορα Πόντου και Παφλαγονίας. Εκεί εκάρη μοναχός με το όνομα Νίκων και έζησε επί 12 χρόνια σκληρή ασκητική ζωή.
Στη συνέχεια, προσπαθώντας να αποφύγει τον πατέρα του που είχε πάει να τον συναντήσει, εγκατέλειψε τη μονή και έφτασε στον πλημμυρισμένο εκείνη την εποχή ποταμό της Παφλαγονίας Παρθένιο, τον οποίο διέσχισε με θαυματουργό τρόπο. Τα επόμενα τρία χρόνια περιόδευσε σε περιοχές της Μικράς Ασίας και της Αρμενίας. Ήταν περίπου 36 χρονών και η φήμη του είχε εξαπλωθεί σε όλο σχεδόν τον ελλαδικό χώρο, όταν ο τότε ακόμα στρατηγός Νικηφόρος Φωκάς τον προσκάλεσε, μετά την απελευθέρωση της Κρήτης από τους Άραβες (961), να αναζωπυρώσει στους κατοίκους της το χριστιανικό συναίσθημα.
Υπάρχει επίσης η άποψη ότι ο Νίκων προσκλήθηκε στην Κρήτη από τον Άγιο Αθανάσιο τον Αθωνίτη, που είχε πάει για τον ίδιο σκοπό και συνδέονταν φιλικά. Ο Νίκων παρέμεινε στην Κρήτη πέντε χρόνια (κατά άλλους εφτά), και παρά την αρχικά αρνητική αντίδραση των Κρητών, έγινε γρήγορα σεβαστός και αγαπητός σε όλους. Με ορμητήριό του τη Γόρτυνα έκανε περιοδείες σε ολόκληρη την Κρήτη, και κηρύσσοντας το «Μετανοείτε» μετάλλαξε τα τζαμιά σε εκκλησίες, μόρφωσε ιερείς, ίδρυσε μοναστήρια και εκκλησίες.
Γνωστός είναι ο ναός της Αγίας Φωτεινής, για τον οποίο αναφέρεται ότι χτίστηκε έπειτα από όραμα του Νίκωνα σε οδική απόσταση τριών ημερών από τη Γόρτυνα. Στη δράση του Νίκωνα στην Κρήτη συμπεριλαμβανόταν επίσης η πληροφόρηση των απομακρυσμένων από τη Βασιλεύουσα Κρητών για τις εξελίξεις στη θρησκευτική ζωή ανάμεσα στο 762-843, όπως το Σχίσμα και οι Σύνοδοι.
Συνεχίζοντας την περιπλάνησή του στον ελλαδικό χώρο ο Νίκων κήρυξε στη Δαμαλά, στην Αίγινα, στην Αθήνα και στην Εύβοια, όπου, σύμφωνα με το βίο του, πραγματοποίησε δύο θαύματα. Κατόπιν συνέχισε στη Θήβα, περνώντας από εκεί στην Κόρινθο, στο Άργος και στο Ναύπλιο. Συνεχίζοντας έφτασε στη Σπάρτη, όπου έχτισε δύο ναούς, και μέσω Μάνης ταξίδεψε στην Καλαμάτα, στη Μεθώνη, στην Κορώνη, ώσπου έφτασε στην Αρκαδία.
Ο Νίκων κατέληξε στην Σπάρτη μετά το 980, όπου αντιμετώπισε με θαυματουργό τρόπο το λοιμό που είχε ενσκήψει στην πόλη. Ιδιαίτερη σπουδαιότητα είχε η δράση του στον εκχριστιανισμό μεγάλου μέρους των Μηλιγγών και των Εζεριτών, σλαβόφωνων φύλων του Ταΰγετου. Παράλληλα, και με τη συνεργασία του επισκόπου Σπάρτης Θεόπεμπτου, καθώς και με τη βοήθεια όλου του λαού της Σπάρτης, ίδρυσε το ναό του Σωτήρος (χρονολογείται μεταξύ 980 και 992).
Κατά τη διάρκεια της προσπάθειάς του για την εδραίωση του Χριστιανισμού στη Λακωνία, και έχοντας την υποστήριξη του στρατηγού του θέματος Πελοποννήσου Βασίλειου Απόκαυκου, επιχείρησε να οδηγήσει έξω από την πόλη τους Εβραίους, γεγονός που λέγεται ότι τον έφερε σε σύγκρουση με τον Βυζαντινό άρχοντα της Λακωνίας και θερμό προστάτη των Εβραίων, Ιωάννη Άρατο.
Η διαμάχη των δύο ανδρών έληξε, σύμφωνα με το Βίο του Νίκωνα, με τη μετάνοια του Άρατου και το θάνατό του, ύστερα από σύντομη ασθένεια. Ένα παρόμοιο περιστατικό συνέβη και με κάποιον στρατηγό Γρηγόριο, ο οποίος κατά τη διάρκεια αγώνων σφαιροβολίας περιφρόνησε τις παρατηρήσεις του Νίκωνα για παρεμπόδιση των χριστιανών από τον Εσπερινό του Σαββάτου. Η ξαφνική παράλυση των μελών του Γρηγορίου θεραπεύτηκε μετά τη συγχώρεσή του από τον Νίκωνα.
Τα θαύματά του συνεχίστηκαν με τη θεραπεία του στρατηγού Βασίλειου Απόκαυκου κατά τη διάρκεια εισβολής των βουλγαρικών στρατευμάτων του Σαμουήλ στην Κόρινθο, που τελικά υποχώρησαν. Με την παραμονή του Νίκωνα στη Σπάρτη συνδέεται επίσης και το επεισόδιο κατά το οποίο ο στρατιωτικός διοικητής Πελοποννήσου Μαλακηνός έπεσε άδικα στη δυσμένεια του Bυζαντινού αυτοκράτορα Βασίλειου Β΄, γύρω στο 996 μ.Χ. κατά την εισβολή των Βουλγάρων στη Θεσσαλία. Αργότερα, όμως, και σύμφωνα με τα λόγια του Νίκωνα, ο Μαλακηνός δικαιώθηκε και ανήλθε σε ανώτατα αξιώματα.
Ο Νίκων πέθανε πιθανόν μετά το 998 μ.Χ., έπειτα από ολιγοήμερη ασθένεια, στη μονή που ο ίδιος είχε ιδρύσει, αφού πρώτα κάλεσε κοντά του τους Λάκωνες και τους έδωσε τις συμβουλές του.
Ανακηρύχθηκε πολιούχος της Σπάρτης και όσιος από την Εκκλησία, που γιορτάζει τη μνήμη του στις 26 Νοεμβρίου, ημερομηνία, κατά την παράδοση, του θανάτου του. Το Βίο του συνέγραψε το β΄ μισό του 12ου αι. (μετά το 1142) ο ηγούμενος της μονής Γρηγόριος, και αποτελεί σημαντική πηγή για το ιστορικό πλαίσιο της εποχής. *Εκ του ιστολογίου «pontosnews» της 26.11. 2021. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
.jpg)
.jpg)



.jpg)

