ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2016

ΚΑΘ' ΟΔΟΝ ΣΤΟ ΒΑΤΙΚΑΝΟ ΜΕΣΩ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΗΣ




῾Η ἀνάδειξις τοῦ συγκρητιστικοῦ ἄξονος 

Βατικανοῦ - ᾿Αθηνῶν - Φαναρίου 

καί τό ἀντιφατικό κίνημα 

τοῦ Νεοημερολογιτικοῦ ᾿Αντιοικουμενισμοῦ.


 

Οἱ δύο τροχοί, ἐπί τῶν ὁποίων φέρεται τό ἅρμα τοῦ ὀρθοδοξο-παπικοῦ Οἰκουμενισμοῦ

 ἀπό τῆς δεκαετίας τοῦ ᾿60, περιεστρέφοντο μέχρι πρό τινος 

περί τόν ἄξονα Βατικανοῦ - Φαναρίου. 

῾Ο συγκρητιστικός αὐτός ἄξων, ἐκρίθη σκόπιμον ἀπό τούς Οἰκουμενιστάς 

νά ἀναβαθμισθῆ καί ἐνισχυθῆ περισσότερον, 

νά ἀναδειχθῆ δέ ἐμφαντικώτερον· 

νά ἐνισχυθῆ, μέ τήν δραστήρια καί δυναμική πλέον συμμετοχή καί τῶν ᾿Αθηνῶν

 στόν Διαχριστιανικό Οἰκουμενισμό 

(ὁ ἀρχιεπίσκοπος κ. Χριστόδουλος ἐπισκέπτεται συνοδικῇ ἀποφάσει τό Βατικανό, 

κατά τήν 14ην Δεκεμβρίου), 

ἀλλά καί νά ἀναδειχθῆ, μέ τήν πολύκροτη μετάβασι τοῦ Πάπα Βενεδίκτου ΙΣΤ´ 

στό Φανάρι (29-30 Νοεμβρίου).


α) Δὲν ἐπιτρέπονται «χαριτολογήματα». Οι πολλαπλές σημασίες τῶν δύο αὐτῶν ἐπισκέψεων δὲν ἐπιτρέπουν σὲ καμμίαν ἀπολύτως περίπτωσι οἱοδήποτε «χαριτολόγημα» τοῦ τύπου: «Ρώτησα ἕναν ἀδελφό: - ᾿Απὸ ποῦ πηγαίνουν στὸ Βατικανό;... Καὶ πῆρα τὴν ἀπάντηση: - ᾿Απ᾿ τὴν ᾿Αρχιεπισκοπὴ καὶ φυσικὰ μὲ τὴ βούλα τῆς ῾Ιερᾶς Συνόδου!...»1 ῞Οταν μάλιστα συνειδητοποιηθῆ ἐν προκειμένῳ ἡ πλήρως ἀντι-πατερικὴ στάσις τοῦ συγχρόνου μας ἁγιορειτικοῦ Μοναχισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἔσπευσε νὰ συντάξη εἰδικὰ ὑμνολογήματα, προκειμένου νὰ ἐνταχθοῦν στὴν οἰκουμενιστικὴ ᾿Ακολουθία ἐπὶ τῇ ὑποδοχῇ στὸ Φανάρι τοῦ «σεπτοῦ Ποιμένος καὶ Προέδρου», «τοῦ ῾Αγιωτάτου ᾿Επισκόπου καὶ Πάπα Ρώμης Βενεδίκτου»2 «τὰ 95% τοὐλάχιστον τῶν ῾Αγιορειτῶν Πατέρων ἀποδοκιμάζουν τὴν φιλοπαπικὴν πολιτικὴν τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, τοῦ ὁποίου ἔπαυσαν νὰ μνημονεύουν τὴν φήμην»3. 


῾Η ἔντονος προβολὴ ἐκ μέρους τῶν Νεοημερολογιτῶν ᾿Αντι-οικουμενιστῶν τῆς πεποιθήσεώς των, ὅτι «ἡ ἡγεσία τῆς ᾿Εκκλησίας μας παρασύρει ὅλους μας ἐκτὸς τῆς ᾿Εκκλησίας, διὰ νὰ μᾶς ἑνώση μὲ τὴν αἵρεσιν καὶ τὴν Πανθρησκείαν»4 , κανοναρχούντων δυστυχῶς τῶν ῾Αγιορειτῶν (!), δὲν ἀφήνουν περιθώρια γιὰ «χαριτολογήματα». β) «Τὰ θεμέλια τῆς Πίστεως ἀνασκάπτονται» κατά τὴν κρίσιμη αὐτὴν στιγμή, ὁπότε ἡ αἵρεσις τοῦ συγκρητιστικοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἀναβαθμίζεται καὶ ἀναδεικνύεται ἐνισχυμένη, τὸ δὲ Φανάρι καὶ ἡ ᾿Αθήνα ὁμιλοῦν γιὰ τὴν ᾿Ορθοδοξία καὶ τὸν Παπισμὸ ὡς δῆθεν «᾿Αδελφὲς ᾿Εκκλησίες», οἱ ὁποῖες ὀφείλουν νὰ «ἐνεργοῦν ἀπὸ κοινοῦ ὡς χριστιανικὲς ᾿Εκκλησίες» καὶ νὰ «συνεργάζωνται σὲ ζητήματα κοινοῦ ἐνδιαφέροντος, ἀνεξαρτήτως τῶν θεολογικῶν διαφορῶν τους»5 , νὰ ἐπιδιώκουν δέ, ὄχι μόνον «συνύπαρξη», ἀλλὰ καὶ «στενὴ συνεργασία, γιὰ τὴν ἀντιμετώπιση τῶν κοινωνικῶν καὶ ὄχι μόνο προβλημάτων τοῦ κόσμου», ὁ ὁποῖος «ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ θρησκευτικὴ σύγκλιση, στὰ ἐπὶ μέρους καὶ ἑνότητα»6 · 


Κατὰ τὴν κρίσιμη λοιπὸν αὐτὴν στιγμή, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἐπιβεβαιώσουμε ἔργῳ καὶ λόγῳ, ὅτι πράγματι: «Κανόνες Πίστεως καὶ ἀκριβείας εἶναι οἱ ῞Αγιοι καὶ αὐτοὺς ἀκολουθοῦμε»7. ῾Η ἀντορθόδοξος ταυτότης τοῦ Οἰκουμενισμοῦ δὲν ἀμφισβητεῖται πλέον: «τώρα τὰ θεμέλια τῆς Πίστεως ἀνασκάπτονται ἐπὶ δεκαετίες ἀπὸ τὴν παναίρεση τοῦ Οἰκουμενισμοῦ», τὶς δοξασίες τοῦ ὁποίου «ἐπανειλημμένα διακηρύσσουν πατριάρχες, ἀρχιεπίσκοποι καὶ θεολόγοι», οἱ ὁποῖοι ἔχουν «υἱοθετήσει τώρα ἄλλο Εὐαγγέλιο»7 . Οἱ ῞Αγιοι Πατέρες, αὐτοὶ οἱ ὄντως Κανόνες Πίστεως, οὔτε χαριτολογοῦσαν, ἀντιμετωπίζοντες τὰς αἱρέσεις, οὔτε ἐξαντλοῦσαν τὸν ἀγῶνα τους στὴν δημοσιογραφία, ἀλλὰ διέκοπταν τὴν κοινωνία τους μὲ τοὺς αἱρετικούς, δηλαδὴ ἐνίσταντο ἀποτειχιζόμενοι καὶ ἀκριβῶς ἐξ αἰτίας αὐτοῦ ἐδιώκοντο!... ῾Η διακήρυξις ἀπὸ τοὺς Νεοημερολογίτας ᾿Αντι-οικουμενιστάς, ὅτι «ἐμεῖς ἀγωνιζόμαστε στὴ γραμμὴ τῶν ῾Αγίων Πατέρων, καὶ αὐτῶν τὴν διδασκαλία προβάλλουμε»7 , ἄν δὲν εἶναι σκοπίμως παραπλανητική, εἶναι ὅμως ὁπωσδήποτε ἐλλιπής, μάλιστα ἄκρως ἐλλιπής. 


Οἱ ῞Αγιοι Μάξιμος ὁ ῾Ομολογητὴς καὶ Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, στοὺς ὁποίους καὶ παραπέμπουν οἱ Νεοημερολογῖται ᾿Αντιοικουμενισταί, ἐδιώχθησαν ἐξοντωτικά, ὄχι μόνον διότι «δὲν δίστασαν νὰ ποῦν»7 , ἀλλὰ ἀκριβῶς διότι δὲν ἐδίστασαν νὰ ἀποτειχισθοῦν. γ) «Οὐδ᾿ ἄν πρὸς ὥραν» Οι σαφείς, σαφέστατες διαπιστώσεις τῶν Νεοημε- ρολογιτῶν ᾿Αντιοικουμενιστῶν, ὅτι οἱ συγκρητιστὲς ποιμένες τους «παρασύρουν» αὐτοὺς «ἐκτὸς τῆς ᾿Εκκλησίας»· ὅτι «τὰ θεμέλια τῆς Πίστεως ἀνασκάπτονται ἐπὶ δεκαετίες» ἀπὸ τοὺς ποιμένας αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν «υἱοθετήσει ἄλλο Εὐαγγέλιο», τονίζουν -μὲ ἐξαιρετικὴ μάλιστα ἔμφασι- τὴν ἀντιπατερικότητα τοῦ ὄντως ἀντιφατικοῦ κινήματος τοῦ Νεοημερολογιτικοῦ ᾿Αντιοικουμενισμοῦ. 



Οἱ Νεοημερολογῖται ᾿Αντιοικουμενισταί, 

κοινωνοῦντες μέ τούς συγκρητιστάς ποιμένας των, 

δέν δύνανται, εἶναι ἀδιανόητον, νά διακηρύττουν, 

ὅτι εἶναι «Σύμφωνοι καί ᾿Ακόλουθοι ῾Αγίων Πατέρων»8 , 

διότι οἱ ῞Αγιοι -κατά τόν Μέγαν Βασίλειον- 

«οὐδ᾿ ἄν πρός ὥραν» (ὄχι «ἐπί δεκαετίες»!...) 

ἐδέχοντο κοινωνίαν καί «συνάφειαν» μέ ἐκείνους τούς ποιμένας, 

τούς ὁποίους εὕρισκαν «σκάζοντας 

(χωλαίνοντας) περί τήν Πίστιν»9 . 



1. Πρωτοπρεσβυτέρου π. Διονυσίου Τάτση, «῾Ο ᾿Αρχιεπίσκοπος εἰς τό Βατικανόν», ἐφημερ. «᾿Ορθόδοξος Τύπος», ἀριθ. 1665/17.11.2006, σελ. 1. 
2. Μαρίας ᾿Αντωνιάδου, «Τρία νέα τροπάρια θά ψαλοῦν στή δοξολογία γιά τήν ἱστορική ἐπίσκεψη τοῦ Βενεδίκτου ΙΣΤ´, ὁ ὁποῖος θά ἀναγνώσει τό “Πάτερ ἡμῶν” στά ἑλληνικά», ἐφημερ. «Τό Βῆμα τῆς Κυριακῆς», 26.11.2006, σελ. Α36. 
3. ᾿Εφημερ. «Τύπος ῾Ελληνικός - ᾿Ορθόδοξος», ἀριθ. 40/Μάϊος 1964, σελ. 1 καί 3. 
4. ᾿Εφημερ. «᾿Ορθόδοξος Τύπος», ἀριθ. 1663/3.11.2006, σελ. 1, κύριον ἄρθρον (βλ. καί φύλ. 20.3.2005, ἀπόψεις τοῦ π. Σ. Σαράντου). 
5. ᾿Εφημερ. «῾Η Καθημερινή», Κυριακή 26.11.2006, σελ. 14, Συνέντευξις τοῦ πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου στόν Νῖκο Παπαχρήστου. 
6. ᾿Εφημερ. «᾿Ορθόδοξος Τύπος», ἀριθ. 1665/17.11.2006, σελ. 5, Συνέντευξις τοῦ ἀρχιεπισκόπου κ. Χριστοδούλου στό Ρωσικό Πρακτορεῖο «Νοβόστι». 
7. Πρωτοπρεσβυτέρου π. Θεοδώρου Ζήση, «Οἱ ἐχθροί τῆς ᾿Εκκλησίας», ἐφημερ. «᾿Ορθόδοξος Τύπος», ἀριθ. 1665/17.11.2006, σελ. 1 καί 5.  
8. Ζ´ ῾Αγίας Οἰκουμενικῆς Συνόδου, Mansi τ. 13, στλ. 196D/Σ.Μ.Π.Σ. τ. Β´, σελ. 823β, Πρᾶξις Ε´. 
9. Μ. Βασιλείου, PG τ. 32, στλ. 992-994/᾿Επιστολὴ ΣΞΣΤ´, Πέτρῳ ᾿Επισκόπῳ ᾿Αλεξανδρείας. 



Εκ του Ορθοδόξου περιοδικού ''ΑΓΙΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ''. 
Τεύχος 355, έτος ΛΘ', Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2006. 
Τίτλος, επιμέλεια και παρουσίαση κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Περιοδικό Άγιος Κυπριανός


ΜΕΛΛΟΥΣΙ ΚΟΛΑΖΕΣΘΑΙ ΟΙ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΠΟΣΤΑΤΕΣ



Ο Αββάς Μωυσής ο Αιθίοψ προεφήτευσεν, 

ειπών ότι εις τας υστερνάς ημέρας του εβδόμου και ημίσεως αιώνος, 

η μοναδική πολιτεία θέλει αμεληθεί τελείως 

και μέλλει καταφρονεθή τόσον η ψυχική σωτηρία από τους Μοναχούς, 

ώστε οι αδελφοί να περιέρχονται ανάμεσον των θορύβων και ταραχών, 

εσκοτισμένοι, ανωφελείς και ράθυμοι.



Την αρετήν παντελώς μη επιμελούμενοι υποδεδουλωμένοι εις τα πάθη της αμαρτίας, διότι εκείθεν όπου εκαύθην ο Σατανάς παρά των αρχαίων αγωνιστών, εκείθεν κακείνος έχει να καύσει και να φλογίσει και όθεν ενικήθη, εκείθεν έχει και αυτός να νικήσει τους αμελείς καταφρονητάς Μοναχούς. Όπου δε επλεόνασε η δικαιοσύνη εκεί θέλει υπερπερισεύσει η αμαρτία και η ανομία, διότι θέλει ψυχρανθεί η αγάπη των πολλών και θέλει συναναστρέφονται Μοναχοί αναμέσον των πόλεων χωρίς φόβον, περιερχόμενοι τας κώμας με γαστριμαργίας και οινοποσίας και αναμέσον της ματαιότητος του κόσμου συναναστρεφόμανοι, εν ασελγείαις ακαθαρσίαις, σαρκός συμφυρόμενοι. Εν ταις ημέραις εκείναις θέλει είσθε μίσος, φθόνος, φιλονικίαι και μάχαι εις τα κοινόβια μέχρι φόνων, ωσαύτως και εν ταις Λαύραις ιδιορύθμαις, εκ της κακίας του ενός προς τον έτερον πλησίον αυτού, και ότι ημελήθησαν οι κανόνες και οι πνευματικοί αγώνες. Θέλουν προχειρίζεσθαι ηγούμενοι και ποιμένες αυτών άνδρες αδόκιμοι αρετής, άπιστοι, απρόκοποι… και μη γνωρίζοντες, ότι είναι αυτοί τύπος και παράδειγμα ωφελείας του ποιμνίου αυτών. Εκ της τοιαύτης δε αμελείας και καταφρονήσεως των ποιμένων απολλούνται. Μέλλουσι δε κολάζεσθαι ου μόνον οι αμελείς και ράθυμοι, αλλά και οι δόκιμοι και οι εγκρατείς και ενάρετοι αδελφοί. Μετά ταύτα είδεν ο δούλος του Θεού Μωυσής, ότι νέφος και λαίλαψ, ομίχλη σκοτεινή πειρασμών φοβεροτάτων έπεσεν εις τους Μοναχούς από το μέρος της Άρκτου και, ότι εδιώκοντο οι Μοναχοί και το Μοναχικόν σχήμα από όλεθρον αιρέσεων, ηναγκάζοντο δε οι πολλοί ρίπτοντες το σχήμα να υπανδρεύονται. 



Τότε οι ολίγοι αγωνισταί, 

οι ευδοκιμήσαντες ως αργύριον και χρυσίον εν χωνευτηρίω, 

εν θλίψη πολλή και διωγμοίς, 

ως και στενοχωρία ευδοκιμήσουσιν, 

όσοι δε φανώσι δόκιμοι και νικηταί των τοσούτων δεινών πειρασμών, 

μεγαλυνθήσονται και δοξασθήσονται παρά Θεού 

περισσότερον από αυτούς τους βαστάσαντας 

το βάρος της ημέρας και τον καύσωνα 

και τον παγετόν της νυκτός.



 Αββά Μωυσέως του Αιθίοπος (Δ΄αιών μ.Χ)

Γεροντικόν


Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2016

ΜΙΑ ΣΑΚΑ ΓΕΜΑΤΗ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ




Το κουδούνι του Σχολείου, το χτυπούσε με το χέρι της η κυρία Καλλιρόη, που είχε ένα εξαγνισμένο, φαρδύ χαμόγελο και χωρούσαν μέσα της όλα τα φρεσκοπλυμένα και καλοτέχνιστα παιδάκια, ντυμένα στα γαλάζια. Η πρώτη ημέρα ανέδυε αυτοσχέδιους, μουσικούς ήχους ασύνταχτων τρεχαλητών πάνω στο παιχνιδιάρικο, λευκό χαλίκι, θεσπέσιες, μυρωδικές αυγές από καλοσιδερωμένους, κατάλευκους γιακάδες κι εκείνες τις ποδιές, που τις θωρούσαμε ως ένδοξες στολές -επί τιμής- ελληνοπαίδων. Στον δρόμο για το Δημοτικό Σχολείο, οι γερμένες -ερωτικά- δίφορες νερατζιές ήταν φορτωμένες από σπασμωδικά, ανοιγμένα άνθη, κάποια νυχτολούλουδα απ' την νύχτα άφηναν τις ύστερες, απόστακτες οσμές τους και όλοι με τα καλά τους βάδιζαν ως νυχτερινοί εξοδούχοι σε λαική ταβέρνα. Οι δάσκαλοι -εκπληκτικά- ντυμένοι μ' εκείνα τα γκρι, ριγέ κοστούμια κι ομόχρωμες, κλασσικές γραβάτες στέκονταν ''κοκορεμένα'' ευθυτενείς, μαζί με τις δασκάλες που υπερτερούσαν ανυπέρβλητα μ' εκείνη την έμορφη, συμπαθητική ματιά τους. Υπήρχε μια -γνήσια- ανόθευτη, βυζαντινή αρχοντιά, που την στόλιζαν η ελληνική σημαία με τον μεγαλόσταυρο, τα ''μεθυσμένα'' βασιλικά από τις πήλινες γλάστρες που φέρναν οι μαννάδες κι ένας σεβαστικός παππούλης με μακρυά, κατάλευκα μαλλιά, πλεγμένα αριστοτεχνικά στην ορθή, ευλογημένη κεφαλή του. Στη μάντρα, ένα φουσκοθεριεμένο, αρωματικό αγιόκλιμα, μαζί μ' ένα λεπτεπίλεπτο, περιποκλαδάτο γιασεμί σιωπούσαν ανερμήνευτα μ' εκείνο το πολύχρωμο, χοντρό μπουκέτο λουλουδιών, πνιγμένο στο κωνικό, γυάλινο βάζο της ασπροντυμένης έδρας. Η προσευχή ήταν μια καλώς νοούμενη, πνευματική ιεροτελεστία και τα λόγια του διευθυντή, ομιλία ποιητικά γραμμένη σε ατσαλάκωτες κόλλες αναφοράς, από τα ψιλικά της κυρίας Πολυξένης. Κι όταν μπαίναμε στις αίθουσες, τα φθαρμένα από τον χρόνο, ξύλινα θρανία ήταν ένα περίπλοκο, ημερολογιακό μωσαικό από γραμμές και σχέδια παιδιών αλλοφερμένων χρόνων, που έμεναν ακόμα ανεξίτηλα. Όλα μύριζαν ''αποπνικτικά'' εύοσμα: τα μαύρα, faber τα μολύβια, οι ξύλινες, πλακέ κασετίνες, οι κεραμιδή και μπλε σκούρες γομολάστιχες, οι δερμάτινες σάκες με το διπλό χώρισμα και τα δύο λουριά στις άκρες κι εκείνα τα μπλε τετράδια που είχαν πάντα την πρωτεύουσα, αγγιγματική τιμητική τους! Ακόμη έχω την μυρωδιά από τις λευκές κιμωλίες του μεγάλου μαυροπίνακα, την σκόνη από το σφουγγάρι που καθάριζε συνέχεια, ως και την χλοερή γλίτσα από την βίτσα του δασκάλου, που κόβαμε από μια κοντινή και ευκολόφθαστη ελιά! Οι παλιοί συμμαθητές είχαν μια απερίγραπτη, νοηματική σεβαστικότητα, έναν καθ' όλα ηθικό και ατόφιο πλούτο πλουμιστών συναισθημάτων, μια δειλή κι αγέρωχη αγνότητα, που ακόμη δεν είχε διυλισθεί από την διαφθορά του χρόνου. Σε όλα υπήρχε μια ευταξιακή επιμέλεια, μια δρομολογημένη οδός ελληνικής μεγαλοπρέπειας, που τεμνόταν πάντα από τα ορθόδοξα γράμματα, που κοσμούσαν εκείνο το σχολικό, προγραμματισμένο ζειν. Υπήρχαν όρια, που σήμερα ξεπεράστηκαν, σύνορα εφαρμοσμένης Χριστοήθειας που στην εποχή αυτή καταποντίσθηκαν. Η παλιά τάξη ήταν ένα συναρμολογημένο παζλ αισθησιακών και πνευματικών εικόνων που μαρτυρούσε Ρωμιοσύνη: η εικόνα του Εσταυρωμένου Χριστού πάνω από τον πίνακα, το κρυφό και υπερήφανο καμάρι της έπαρσης της ελληνικής σημαίας, η μυσταγωγική ευλάβεια στην πρωινή προσευχή, οι εθνικές γιορτές πατριωτικής, σαλπισμένης ευφροσύνης, οι δάσκαλοι που ακόμη τότε ήταν αγωγοί μιας υγιούς, ελπιδοφόρας κοινωνίας. Όλα μύριζαν εύοσμα! Η αγιαστούρα του παπα - Ευτύχη που σερνόταν με φαντασία στον αέρα, το τσιμεντένιο πάτωμα στην τάξη που κρατούσε μες στις χούφτες του την αγαθή αθωότητα Χριστιανοφρόνων παίδων, εκείνη η παλιά υδρόγειος σφαίρα αφημένη με τρόπο στην γωνία, τα λουλούδια της δασκάλας που έχασκαν στο βάζο, ακόμη κι εκείνο το σουσαμένιο κουλούρι της κυρα - Μαρίας, που κόστιζε ακόμη τότε ένα πενηνταράκι... Όλα αυτά και μια Πατρίδα, που το υπερηφανευόμασταν να λέμε, πως είμασταν παιδιά της!...



Γιώργος  Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος


ΑΠΟΒΑΛΛΑΤΕ ΕΥΘΥΣ ΤΗΝ ΔΟΡΑΝ ΤΟΥ ΠΡΟΒΑΤΟΥ




Ἡ ἐπιθυμία τῆς ὑμ. Παναγιότητος καί τῶν σύν ὑμῖν 

νά ὑποταχθῆ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία εἰς τόν Πάπαν 

καί ἡ ἐκ μέρους σας ἀνεξήγητος σπουδή, 

ἐπλήρωσε τήν καρδίαν μας ἀφάτου θλίψεως καί ἀθυμίας. 

Τά ὦτα μας ἀκόμη συρίζουν ἀπό τό φρικτόν τοῦτο ἄκουσμα. 

Ἡ Ὀρθόδοξος ποίμνη ἐδιχάσθη. 

Οἱ μέν σᾶς ἠκολούθησαν εἰς τόν ὀλισθηρόν δρόμον 

τόν ἀπάγοντα εἰς τήν ἀπώλειαν, 

οἱ δέ παρέμειναν ἑδραῖοι καί ἀσάλευτοι 

εἰς τήν Ὀρθόδοξον πίστιν τῶν πατέρων των, 

ἀποτροπιαζόμενοι καί εἰς μόνην τήν σκέψιν 

ὅτι ὁ Οἰκουμ. Πατριάρχης ἐνηγκαλίσθη τόν Πάπαν 

καί ἐμολύνθη ἀπό τό βδέλυγμα τοῦτο τῆς ἀσεβείας.




Ἐκεῖνοι, οἵτινες σᾶς ἠκολούθησαν, ἤσαν ἐκ τῶν προτέρων προδικασμένοι νὰ σᾶς ἀκολουθήσουν, ὄντες ὑλόφρονες, ματαιόδοξοι, ἄπιστοι, καὶ ξενόδουλοι κόλακες καὶ κολακευόμενοι. Ἔσπευσαν λοιπὸν νὰ συνταχθῶσι μὲ τὸν «κόσμον», μὲ τὸν ἁμαρτωλὸν κόσμον τῆς… ἐπιγείου ἀνέσεως, τῆς ἄνευ ταλαιπωριῶν καὶ ἀγῶνος ζωῆς, «εἰς τὴν ὧδε μένουσαν πόλιν», μὴ ἐπιζητοῦντες «τὴν μέλλουσαν», ὡς ἀνύπαρκτον καὶ μὴ πιστευτὴν εἰς αὐτούς. Οἱ ἄλλοι ὅμως, οἱ πιστοί, παρέμειναν ἀσάλευτοι εἰς τὴν Ὀρθόδοξον πίστιν, εἰς τὴν χώραν τῆς πενίας, τῶν στερήσεων, τῶν πειρασμῶν, τῶν διωγμῶν, βέβαιοι ὄντες ὅτι ἐν μέσῳ αὐτῶν παρίσταται ὁ Κύριος, ὁ εἰπῶν ὅτι ἡ Ἐκκλησία Αὐτοῦ θὰ εἶναι συνδεδεμένη μὲ τὸ μαρτύριον, τὴν περιφρόνησιν, τὴν πτωχείαν, τὸν ἐμπαιγμόν, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι ἡ ἀντιμισθία τῆς σθεναρᾶς ὁμολογίας των εἰς τοῦτον τὸν κόσμον. 


Εἰς τὰ ὦτα των ἠχοῦν ἡμέρας καὶ νυκτὸς οἱ παρήγοροι λόγοι τοῦ Χριστοῦ. «Εἰ ἐμὲ ἐδίωξαν καὶ ὑμᾶς διώξουσιν». Ὁ διωγμός, ἡ κακοπάθησις καὶ ὁ θάνατος εἶναι ὁ εὐλογημένος κλῆρος τῶν γνησίων μαθητῶν τοῦ Χριστοῦ. Τὸ πανάγιον στόμα του εἶπεν ἀκόμη: «Ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ βιάζεται καὶ οἱ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν». Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν βιασταὶ εἰς τὴν παράταξιν τῶν ἀμάχων, οἱ ὁποῖοι ἔσπευσαν νὰ συνθηκολογήσουν μὲ τὸ ψεῦδος, διὰ νὰ ζήσουν ἐν ἡσυχία καὶ ἀπολαύσει τῶν ἐγκοσμίων ἀγαθῶν; Καὶ σεῖς οἱ ποιμένες τοῦ λαοῦ τί εἴδους ποιμένες εἶσθε; Τὰ πρόβατα τὰ ὁποῖα σᾶς ἐνεπιστεύθη ὁ Χριστὸς τὰ παραδίδετε εἰς τοὺς λύκους. Συναυλίζεσθε μὲ τοὺς ἄρχοντας τοῦ κόσμου τούτου τοῦ παρερχομένου, διότι ἐζηλώσατε τὴν δόξαν αὐτῶν καὶ οὐχὶ τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ. 


Ὑπετάξατε τὴν πίστιν εἰς τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀνθρώπους τῶν κοσμικῶν ἐπιθυμιῶν, οἵτινες ὁδηγοῦνται ἀπὸ τὸν σατανᾶν. Παρεδόθητε καὶ παρεδώσατε τὰ πρόβατα εἰς τὸν ἄρχοντα τοῦ κόσμου τούτου, εἰς τὸν κατέχοντα τὴν ὕλην, τὸν χρυσόν, τὰς ἐφευρέσεις καὶ τὰς μηχανᾶς, αἱ ὁποῖαι καταπλήττουν τὰ πλήθη, ὡς θαύματα τοῦ ἀντιχρίστου. Παρεδόθητε καὶ παρεδώσατε τὰ πρόβατα εἰς τὴν ψευδώνυμον γνῶσιν, «τὴν κενὴν ἀπάτην», τὴν διδασκομένην εἰς τὰς χώρας τῆς ἀθεΐας καὶ τῆς ἀπογνώσεως, ὅπου οὐκ ἔστιν οὐδὲ ὀσμὴ τῆς αἰωνίου ζωῆς καὶ τῆς ἀληθοῦς γνώσεως, τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ. Καὶ ταῦτα, διότι δὲν εἶσθε οἱ ποιμένες οἱ καλοί, οἱ θυσιάζοντες τὴν ζωὴν αὐτῶν ὑπὲρ τῶν προβάτων καὶ ὁδηγοῦντες αὐτὰ εἰς τοὺς εὐώδεις λειμώνας τῆς ἀθανάτου ζωῆς. 


Σεῖς εἶσθε οἱ μισθωτοὶ ποιμένες, καὶ κατὰ τὸ πανάγιον στόμα τοῦ Κυρίου «ὁ μισθωτὸς ποιμὴν οὐκ ἔστι ποιμὴν» (Ἰω. ι’, 12). Εἶσθε μισθωτοὶ τῶν ἀρχόντων τοῦ κόσμου τούτου, διὰ τὴν δόξαν καὶ τὸν πλοῦτον τῶν ὁποίων ἐργάζεσθε. Καὶ ἅπαξ εἶσθε οἱ δοῦλοι τοιούτων κυρίων, εἶσθε ὠπλισμένοι μὲ τὰ ὅπλα τῆς βίας, μὲ τὰ ὁποῖα ἀπειλεῖτε τὰ πιστὰ πρόβατα τοῦ Χριστοῦ, διὰ νὰ τὰ ἀναγκάσητε νὰ σᾶς ἀκολουθήσουν. Ἀλλὰ αὐτὰ τὰ μακάρια πρόβατα ἀπεκδέχονται τὸ μαρτύριον ὡς λύτρωσιν καὶ ὡς ἀψευδὲς σημεῖον, ὅτι θὰ λάβουν τὸν ἀμάραντον στέφανον ἀπὸ τὸν ἀγωνοθέτην Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν. Ναί! Εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ μαρτυρήσωμεν μετὰ χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως, τὴν ὁποίαν κρατοῦμεν ὡς τὸν μέγιστον θησαυρόν. Μακαρίζομεν τοὺς ἑαυτούς μας, διότι θὰ διωχθῶμεν καὶ θὰ ἀποθάνωμεν ὑπὲρ πίστεως καὶ ἀληθείας. Ἀκονίσατε τὴν μάχαιραν τῆς αἰσχύνης. 


Ἀποστείλατε τὰ ὄργανα τῆς βίας, τὰ ὁποῖα σᾶς δορυφοροῦν καὶ μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι πάντοτε πάνοπλος ἡ ἀποστασία. Ἀποστείλατέ τα ἐναντίον μας. Ἤδη εἰς τὸ Ἅγιον Ὅρος ἐνεφανίσθη τὸ αἱματωμένον καὶ ἀποτρόπαιον φάσγανον τῆς βίας, διὰ νὰ ἐνσπείρη τὸν τρόμον εἰς τὰς ἁγίας καρδίας τῶν γερόντων, τῶν ἀσκητῶν καὶ τῶν ἐρημιτῶν, οἱ ὁποῖοι ἔζησαν ἐν δοκιμασίαις, ἐν στερήσει, ἐν τελείᾳ ἀπαρνήσει τοῦ σαρκίου των, διὰ νὰ εὐαρεστήσουν τὸν Κύριον. Τὸ φρικτὸν πρόσωπον τῆς βίας ἐμφανίζεται ὡς τὸ τῆς μυθικῆς κεφαλῆς τῆς Μεδούσης εἰς τὸν ἁγιασμένον κῆπον τῆς Παναγίας. 




Καί ὄπισθεν αὐτοῦ τοῦ βδελύγματος τῆς βίας 

εὑρίσκεσθε σεῖς, οἱ «ποιμένες οἱ μισθωτοί», 

οἱ τρίδουλοι τῶν ἀρχόντων τοῦ σκοτεινοῦ κόσμου τοῦ χρήματος, 

τῆς ἀθεΐας, τοῦ ἐκφυλισμοῦ καί πάσης ἀκολασίας. 

Σπαράξατε τούς ἀθώους, τούς ἁγίους ὁμολογητᾶς, 

ἀφοῦ ἐγίνατε λύκοι σεῖς οἱ ἴδιοι οἱ ποιμένες. 

Σπαράξατε τήν Ὀρθοδοξίαν μέσα εἰς τό Κολοσσαῖον 

εἰς τό ὁποῖον παρίστανται οἱ Καίσαρες τῆς σημερινῆς κακούργου ἀθεΐας. 

Εἶναι καιρός ὅμως ν’ ἀποβάλετε τήν δοράν τοῦ προβάτου, 

καθ’ ὅσον αὔτη δέν ἀπατᾶ πλέον κανένα. 

«Ό ποιεῖτε, ποιήσατε τάχιον!».



Aνοικτή επιστολη πρoς τον πατριάρχη Αθηναγόρα.
Δημοσιεύθηκε στον «Ορθόδοξο Τύπο» τον Απρίλιο του 1965.
Εκ του βιβλίου ''ΑΝΤΙΠΑΠΙΚΑ''. Αθήνα 1993. 
Τίτλος, επιμέλεια και παρουσίαση κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ. 
Η αγιογραφία ανήκει στον σπουδαίο Ουκρανό αγιογράφο Serhei  Vandalovskiy.



Φώτης Κόντογλου


ΘΑ ΜΕΤΑΒΑΛΛΟΝΤΑΙ ΟΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ



Η προφητεία του Αββά Παμβώ προς μαθητήν του



...Σου λέγω και τούτο Τέκνον μου, 

ότι θα έρθει καιρός, 

οπόταν οι χριστιανοί θα προσθέτουν και θα αφαιρούν 

και θα μεταβάλουν τας βίβλους των Αγίων Ευαγγελίων 

και των Αγίων Αποστόλων και των Θεσπέσιων Προφητών 

και των Ιερών Πατέρων 

και θα μαλακώνουν τας Αγίας Γραφάς 

και θα γράφουν τροπάρια και άσματα 

και λόγους τεχνολογικούς. 



Και ο νους των θα ξεχυθεί εις αυτούς, θα απομακρυνθούν δε από τα Θεϊκά πρότυπα. Και δια τούτον τον λόγον οι Άγιοι Πατέρες είχαν προαναγγείλει ότι οι μονασταί της ερήμου πρέπει να γράφουν τους βίους των Πατέρων όχι επάνω εις μεμβράνας, αλλά επάνω εις χάρτινους διφθέρας, διότι η ερχόμενη γενεά θα τους μεταβάλλει σύμφωνα με την δική των αρέσκεια. Όθεν και το κακό που μέλλει να προέλθει θα είναι φρικτόν. Κατόπιν λέγει ο μαθητής: -Ώστε λοιπόν, Γέροντα, πρόκειται να αλλάξουν οι παραδόσεις και τα έθιμα των Χριστιανών; Μήπως δεν θα υπάρχουν πλέον ιερείς εις την Εκκλησίαν αφού θα βαδίσει προς αυτό το κατάντημα; Τότε ο αββάς εσυνέχισεν: -Εις τους καιρούς εκείνους πλέον, θα κρυώσει η αγάπη του Θεού από τις περισσότερες ψυχές και θα πέσει θλίψις μεγάλη εις τον κόσμον. Το ένα έθνος θα ρίχνεται εναντίον του άλλου. Οι λαοί θα μετακινούνται από τους τόπους των. Οι άρχοντες θα ανακατωθούν, οι ιερωμένοι θα το ρίξουν εις την αναρχίαν, οι δε μοναχοί θα ξεκλίνουν εις την αμέλειαν. Οι εκκλησιαστικοί ηγέτες θα θεωρούν ανάξιον πράγμα να φροντίζουν για την σωτηρίαν τόσον της ιδικής των ψυχής, όσον και του ποιμνίου των και θα περιφρονούν παντελώς ένα τοιούτον ζήτημα. Όλοι θα δείχνουν προθυμίαν και δραστηριότητα προ πάντων δια τα τραπέζια και διά τας ορέξεις των. Θα είναι οκνηροί εις τας προσευχάς και πρόχειροι εις τας κατακρίσεις. Τους βίους και τας διδαχάς και τα παραδείγματα των αγίων Πατέρων δεν θα ενδιαφέρονται μήτε να τα μιμηθούν, μήτε καν να τα ακούσουν, αλλά μάλλον θα κατηγορούν και θα λέγουν ότι, εάν εζούσαμε και μεις εις εκείνα τα χρόνια, έτσι θα συμπεριφερόμεθα. Οι δε αρχιερείς θα υποχωρούν μπροστά στους ισχυρούς της γης. Και θα λύνουν τις διάφορες υποθέσεις, βγάζοντες από πολλές μεριές δώρα και απολαβές λογιών λογιών για λογαριασμό των. Τον πτωχόν δεν θα τον υπερασπίζουν, θα θλίβουν τας χήρας γυναίκας και θα καταπονούν τα ορφανά. Αλλά και εις τον λαόν θα εισχωρήσει ασωτία. Οι περισσότεροι δεν θα πιστεύουν εις τον Θεόν, θα μισούνται αναμεταξύ των και θα αλληλοτρώγονται ωσάν τα θηρία, θα κλέπτουν ο ένας τον άλλον και θα μεθύουν και θα περπατούν ωσάν τυφλοί. Τέλος ξαναρωτά ο μαθητής: -Τι λοιπόν πρέπει να κάνει κάποιος σε κείνη την περίστασιν; Και ο Γέρων Παμβώ απεκρίθη: 


-Τέκνον μου,

εις εκείνους πλέον τους καιρούς, 

όποιος αν ημπορέσει να σώσει την ψυχή του 
και να παρακινά και τους άλλους δια να σωθούν, αυτός θα ονομασθεί μέγας εις την βασιλείαν των Ουρανών.


Αββάς Παμβώ


Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2016

ΤΥΠΟΣ ΚΑΙ ΜΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ




Είμεθα μάρτυρες ὅλοι ἑνὸς ἰδιαιτέρου δράματος, τὸ ὁποῖο ἀντιμετωπίζουν κατὰ τὶς δύσκολες ἡμέρες μας οἱ γονεῖς: ἡ ἀπείθεια καὶ ἡ ἀνυποταξία τῶν τέκνων. ῾Ο πατέρας καὶ ἡ μητέρα ἐξαντλοῦν ὅλα τὰ ἀποθέματα τῆς νουθετικῆς ἐπιχειρηματολογίας των, ἐφαρμόζουν αὐστηρότητα καὶ ἐπειίκεια, ἀπειλοῦν καὶ παρακαλοῦν, ἀλλὰ τὸ ξεσηκωμένο παιδὶ δὲν ἀκούει κανέναν καὶ τίποτε. Καὶ εἶναι γνωστὴ ἡ ἀτμόσφαιρα ποὺ ἐπικρατεῖ μέσα σὲ ἕνα τέτοιο οἰκογενειακὸ περιβάλλον· καὶ ἀκοῦμε συνεχῶς τὰ παράπονα τῶν γονέων καὶ τὸν γεμᾶτο πεποίθησι λόγο τους, ὅτι αὐτοὶ ἔκαναν τὰ πάντα, ἀλλὰ τὰ παιδιὰ δὲν λένε νὰ διορθωθοῦν... 


᾿Αλλά, ἂς πλησιάσουμε βαθύτερα τὸ μεγάλο αὐτὸ θέμα, προκειμένου νὰ ἰδοῦμε ἐν συντομίᾳ, τί μᾶς συμβουλεύουν οἱ ῞Αγιοι Πατέρες μας γιὰ τὸν τρόπο ποὺ πρέπει ἐμεῖς νὰ συμβουλεύουμε τοὺς ἄλλους, ὥστε νὰ γίνωνται ἀποδεκτὰ τὰ λόγια μας. ᾿Εν πρώτοις, ἡ διδασκαλία μας πρέπει νὰ γίνεται μὲ φόβο Θεοῦ· αὐτὸ σημαίνει, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητη ἡ βαθειὰ ἐπίγνωσις τῆς ἁμαρτωλότητος καὶ τῆς ἀνεπάρκειάς μας. Ποιοί εἶμεθα ἆρά γε ἐμεῖς ποὺ θὰ (τολμήσουμε νὰ) διδάξουμε; Πῶς ἔχουμε τὴν ἀπαίτησι νὰ ὑποταχθοῦν οἱ ἄλλοι στοὺς λόγους μας, ἐνῶ ἐμεῖς δὲν ὑποτασσόμεθα στὸ θεῖο θέλημα; Αὐτὲς οἱ σκέψεις μᾶς ὁδηγοῦν στὴν αὐτομεμψία καὶ στὴν προσευχὴ νὰ φωτίση ὁ Κύριος τὰ παιδιά μας νὰ κατανοήσουν καὶ ἀποδεχθοῦν τὴν νουθεσία μας. 


Δηλαδή, πρωτίστως καὶ περισσότερο ὁμιλοῦμε στὸν Θεὸ γιὰ τὰ παιδιά μας, κατόπιν δὲ καὶ ὀλιγώτερο ὁμιλοῦμε στὰ παιδιά μας γιὰ τὸν Θεό. ῾Επομένως, ἀπαιτεῖται ἀπὸ τοὺς γονεῖς μία βαθειὰ πνευματικὴ ἐργασία, ἡ ὁποία νὰ ἑλκύη τὴν χάρι τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ διαλύη τὴν ταραχή, τὴν σκληρότητα τῆς καρδιᾶς καὶ τὴν δαιμονικὴ ἐνέργεια τῆς ἀπείθειας καὶ τῆς ἀνυποταξίας. ῍Ας μὴ λησμονοῦμε, ὅτι οἱ θεοφόροι Πατέρες μᾶς νοθετοῦν νὰ γινώμεθα στοὺς ἄλλους «τύπος καὶ μὴ νομοθεσία», διότι ἀναντιρρήτως «σοφὸς ἀληθῶς ἐστιν οὐχ ὁ τῷ λόγῳ διδάσκων, ἀλλ᾿ ὁ τῷ ἔργῳ παιδεύων»· μάταια κοπιάζει «ἄνθρωπος διδάσκων καὶ μὴ ποιῶν ἃ διδάσκει». Πῶς θὰ φανερώσουμε τὸν Κύριο στὰ παιδιά μας, ἀφοῦ δὲν δημιουργήσαμε τὶς προϋποθέσεις γιὰ νὰ φανερωθῆ πρωτίστως σὲ μᾶς; ῾Η ἐμπειρία τῶν Πατέρων μᾶς καθοδηγεῖ ἀσφαλῶς: ὁ Κύριος κρύπτεται στὶς ἐντολές Του· αὐτὸς ποὺ θὰ τηρήση τὶς ἐντολές Του θὰ ἰδῆ τὸν Θεό: «Τὴν ἑαυτοῦ ἐμφάνειαν ταῖς ἐντολαῖς ἐνέκρυψεν: ὁ ἀγαπῶν με, τὰς ἐντολάς μου τηρήσει καὶ ἀγαπη- θήσεται ὑπὸ τοῦ Πατρός μου, κἀγὼ ἀγαπήσω αὐτὸν καὶ ἐμφανίσω αὐτῷ ἐμαυτόν». 


῎Ετσι λοιπόν, ἡ διδαχὴ ποὺ γίνεται μὲ φόβο Θεοῦ, μὲ ταπείνωσι καὶ αὐτομεμψία, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀναγκαία προϋπόθεσι τὴν ἐργασία τῶν ἐντολῶν, εἶναι τελικὰ ἕνας σπόρος πνευματικός, ὁ ὁποῖος ρίπτεται στὸ χωράφι τῆς καρδιᾶς τοῦ παιδιοῦ ταυτοχρόνως μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν παράκλησι νὰ εὐλογηθῆ ἀπὸ τὸν Κύριό μας, ὥστε νὰ πιάση καὶ νὰ πληροφορήση καὶ νὰ φέρη τὴν καλὴ ἀλλοίωσι. ῏Αρά γε, ἔτσι αἰσθάνονται καὶ ἔτσι ἀντιμετωπίζουν τὸ πρόβλημα τῆς ἀπείθειας τῶν παιδιῶν τους οἱ σημερινοὶ γονεῖς; Μήπως ὁ λόγος τους εἶναι αὐθεντικός, ἐνῶ αὐτοὶ δὲν ἔχουν ἀκόμη ὑποταχθῆ στὴν μόνη αὐθεντία τοῦ εὐαγγελικοῦ λόγου; 




Κυριακή Γʹ Ματθαίου, Πάντων τῶν ῾Αγίων Νεομαρτύρων, 27.6/10.7.2005. 
Άρθρο του αειμνήστου πνευματικού πατρός ημών, 
Μητροπολίτη Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανού 
και καθηγουμένου της Ι. Μ. Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης Φυλής Αττικής. 
Εκ της Ιστοσελίδος της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής 
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.



Μακαριστός Μητροπολίτης Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανός Α'


Ο ΛΙΘΟΣ ΤΟΥ ΑΝΑΘΕΜΑΤΟΣ




Οι άνθρωποι κρίνουν εξ' όσων βλέπουν 

και την κρίση τους επηρεάζει το συμφέρον και σκοτίζει πολλές φορές 

η αντιπάθεια, ο φθόνος, η ζηλοτυπία, 

την οποία είναι δυνατόν να αισθάνονται. 

Ένας και μόνο έχει δικαίωμα και μπορεί να μας κρίνει 

αληθινά και ανεπηρέαστα, ο Θεός. 

Πάνσοφος και πανταχού παρών, 

άγιος και δίκαιος, αποδίδει στον καθένα 

ό,τι του ανήκει. 

Για εμάς τους ανθρώπους, 

η απόφαση έχει εκ των προτέρων εκδοθεί! 

Κατέκρινες τους άλλους; θα κατακριθείς και συ, 

όχι πλέον από τους ανθρώπους, 

αλλά το φοβερότερο, απ΄την Θεία Δικαιοσύνη.


του π. Ευθυμίου Μπαρδάκα


Πολλοί χριστιανοί (ιδιαίτερα γυναίκες) ακόμη και όταν βρίσκονται στην Εκκλησία, ξεχνούν τον σκοπό και την ιερότητα του χώρου και στήνουν κριτήριο και θάπτουν ανθρώπους με τις βρωμερές κρίσεις των και κατακρίσεις των. Και όμως, οι περισσότεροι, ούτε είδηση έχουμε του μεγάλου κρίματος. Ξεχνούμε τη Θεία Δικαιοσύνη, κατακρίνουμε κατά τον πιο ασύστολο τρόπο και ασχολούμεθα αιωνίως με τις υποθέσεις των άλλων. Βρισκόμαστε σε παρέα; Τα ελαττώματα των άλλων παρελαύνουν με πανηγυρικό τρόπο στην συζήτησή μας και η γλώσσα έχει ν' ασχοληθεί με τις ελλείψεις των άλλων. Και θέμα, αν δεν έχουμε, εύκολα το δημιουργούμε φέρνοντας στη μέση τούτο ή εκείνο το πρόσωπο. 


Και στήνουμε αμέσως το δικαστήριο και καθόμαστε στη θέση του δικαστού και εκδίδομε την απόφασή μας, χωρίς τον ελάχιστο δισταγμό, ότι παίρνουμε δίκαιες αποφάσεις! Κατ' αυτόν τον τρόπο, τι κάνουμε; Προκαλούμε την οργή του Θεού επάνω μας. Διότι ο Θεός είπε: αν δεν θέλουμε να κριθούμε από την δικαία Του κρίση, πρέπει να μη κρίνουμε τους άλλους. ''Μη κρίνετε, ίνα μη κριθείτε''. Όμως η τήρηση της εντολής δεν είναι εύκολο πράγμα. Μόνο, όταν σκεφθούμε, ότι και εμείς που καθίζουμε τους άλλους στο εδώλιο του κατηγορουμένου και κηλιδώνουμε την ζωή συνανθρώπων μας, φέρομε στη ράχη μας βαρύτατο φορτίο αμαρτημάτων, τότε και μόνο μπορούμε να συνετισθούμε. Οι Φαρισαίοι (ομοιάζουν όλοι οι συκοφάντες), συνέλαβαν μία αμαρτωλή γυναίκα και ενώ αποφάσισαν να την λιθοβολήσουν, ο Ιησούς Χριστός με μια κουβέντα τους αποστόμωσε: ''Ο αναμάρτητος υμών, είπε, πρώτος τον λίθον επ' αυτήν βαλέτω''. (Ιωάν. Η' 7). 


Αλλά, όταν οι άνθρωποι μας κατηγορούν, τι πρέπει να κάνουμε; Τότε ας προσέξουμε, διότι μπορούμε και να ωφεληθούμε. Είμαστε ένοχοι; Ας μετανοήσουμε και ας διορθώσουμε το σφάλμα μας. Κι αν η συνείδησή μας δεν αισθάνεται ενοχή, τόσο το καλύτερο διότι μας κατηγορούν αδίκως και μας παρέχεται η δυνατότητα στην περίπτωση αυτή, συγχωρούντες αυτούς που μας κατέκριναν, να αποσπάσουμε περισσότερο το έλεος του Θεού. Αλίμονο, όμως σε όσους χριστιανούς παίρνουν την θέση του Θεού, για να κρίνουν συνανθρώπους των! Αυτό είναι το μεγάλο αμάρτημα των Χριστιανών, που κατά τα άλλα είναι ''ευλαβείς'' και ''θεοφοβούμενοι'', πιασμένοι όμως στο μεγάλο κρίμα της κατακρίσεως. Στους κόλπους της στρατευομένης Εκκλησίας, υπάρχουν πολλοί Ορθόδοξοι Χριστιανοί, των οποίων τα έργα δεν συμβαδίζουν με την πίστη, σε σημείο να αμφιβάλλεται η σωτηρία της ψυχής των, παρ' όλους τους κόπους και θυσίες των για την Ορθοδοξία. 


Πιστεύουν, πως αρκεί να φέρουν τον τίτλο: ''Γνήσιος Ορθόδοξος Χριστιανός'' κι ας έχουν την κατηραμένη συνήθεια να λέγουν: ο Α δεν εκτελεί τα καθήκοντά του, ο Β αθετεί τις υποχρεώσεις του, ο Γ παρανομεί, ο άλλος αδικεί ή δεν φέρεται σωστά. Και στο τέλος βρίσκουν, ότι όλη η κατάσταση είναι απελπιστική. Οι άλλοι αποτελούν πάντοτε τον στόχο του ελέγχου και της αποδοκιμασίας.


Προκειμένου λοιπόν να ρίψομε και εμείς ''τον λίθον'' κατά των άλλων, 

ας σταματήσουμε να δούμε προσεκτικά τα δικά μας κρίματα. 

Τότε σίγουρα θα συγκρατηθούμε 

και αντί λίθου θα ρίψουμε βλέμμα συμπαθείας 

και αληθινής αγάπης. 

Ο δίκαιος Θεός βλέπει. 

Βλέπει στις καρδιές και όχι στα πρόσωπα μόνο, 

όπως οι άνθρωποι. 

Και αρκεί, ότι βλέπει. 

Ας φροντίσουμε γι' αυτό τον λόγο, 

να έχουμε ενώπιον Εκείνου καθαρή συνείδηση, 

για να μπορούμε να αντιμετωπίζομε ατάραχοι και 

ειρηνικοί 

κάθε επίκριση και κατηγορία.



Εισαγωγή στο μονοτονικό σύστημα, επιμέλεια και παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ. 
Άρθρο εκ του προσωπικού Ιστολογίου του π. Ευθυμίου Μπαρδάκα 
''ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ''.


Αρχιμανδρίτης π. Ευθύμιος Μπαρδάκας

Εφημέριος Ι. Ν. Παναγίας Προυσιωτίσσης Τσακού Αγίας Παρασκευής Αττικής

  

ΠΕΡΙ ΤΙΝΟΣ ΑΝΑΞΙΟΥ ΙΕΡΕΩΣ ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΩΦΕΛΙΜΟΣ




Ἐν τοῖς χρόνοις οἷς περ ἐμαρτύρησεν ὁ ἅγιος μεγαλομάρτυς Μερκούριος
ἦν τις ἱερεύς ἐν τῇ αὐτῇ χώρᾳ μέθυσος πάνυ·
ἀεί ἐν τοῖς καπηλείοις μετά τῶν οἰνοποτῶν διέτριβεν.
Ἐν μιᾷ οὖν τῶν ἡμερῶν, ἄρχων τις τῆς αὐτῆς χώρας
ἔστειλε τήν ἑαυτοῦ δούλην πρός τόν οἶκον τοῦ ἱερέως
καί ηὗρε τήν ἑαυτοῦ πρεσβυτέραν καί λέγει αὐτῇ·
ποῦ ἐστιν ὁ ἱερεύς; Ἡ δέ λέγει·
οὐκ οἶδας ὅτι ἐν τοῖς καπηλείοις ἐστίν;
Ἡ δέ δούλη τοῦ ἄρχοντος εἶπεν·
ὁ αὐθέντης μου μέ ἔστειλεν,
ὅτι αὔριον ἔχει λειτουργίαν εἰς μνημόσυνον
τῶν γονέων αὐτοῦ.
Ταῦτα εἰποῦσα ἀπῆλθεν.


Ἡ δὲ πρεσβυτέρα ἔχουσα καὶ αὐτῇ δούλην εἶπε πρὸς αὐτήν· ἑγὼ μὲν ἀπέρχομαι εἰς τὸν οἶκον τῆς μητρός μου ὅπως κοιμηθῶ ἐκεῖ, καὶ ὅταν ἔλθῃ ὁ αὐθέντης σου ὁ ἱερεύς, ἀνάπαυσον αὐτὸν ἐν τῇ κλίνῃ καλῶς, διότι μέλλει αὔριον λειτουργήσει. Ὡς δ᾿ ἑσπέρα ἐγένετο, ἦλθεν ὁ ἱερεὺς μεθυσμένος πολὺ καὶ ἀνέπεσεν εἰς τὴν κλίνην αὐτοῦ. Ἡ δὲ δούλη αὐτοῦ ἐπειδὴ εἰσῆλθεν ὁ διάβολος ἔσω αὐτῆς ἔπεσε πλησίον τοῦ ἱερέως. Ἔξυπνος δὲ γενόμενος ὁ ἱερεύς, συνεγένετο μετ᾿ αὐτῆς νομίσας ὅτι ἡ πρεσβυτέρα αὐτοῦ ἐστι. Πρωΐας δὲ γενομένης, ἐλθοῦσα ἡ πρεσβυτέρα ηὗρεν αὐτὸν ὑπνοῦντα ἐν τῇ κλίνῃ καὶ λέγει αὐτῷ· Ἀνάστα ψάλλε τὴν ἀκολουθίαν σου, διότι ὁ δεῖνα ἄρχων ἔχει λειτουργίαν τῶν γονέων αὐτοῦ. 


Ὁ δὲ ἱερεὺς στρέψας εἰς τὸ ἕτερον μέρος ἀφύπνωσε. Καὶ πάλιν ἐλθοῦσα ἡ πρεσβυτέρα λέγει· οὐκ εἶπά σοι, ἀνάστα, διότι μέλλεις σήμερον λειτουργῆσαι; Ὁ δὲ ἱερεὺς μειδιάσας λέγει αὐτῇ· Τί λέγεις ταλαίπωρε; οὐκ οἶδας τί ἐποιήσαμεν τῇ νυκτὶ ταύτῃ· ἀλλὰ λέγεις λειτουργῆσαι ἔχω; Ἡ δὲ πρεσβυτέρα εἶπε· τί ἐποιήσαμεν; ἐγὼ γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατρός μου ἐκοιμήθην. Τότε ὁ ἱερεὺς λέγει· ἐγὼ τῇ νυκτὶ ταύτῃ ἔπεσον μετὰ γυναικός, καὶ τίς ἦν ὁ θηρεύσας ἡμᾶς; Τότε ἠρώτησαν τὴν δούλην. Ἡ δὲ εἶπεν· ὁ Σατανᾶς ἐπείραξέ με καὶ ἔπεσα πλησίον αὐτοῦ, καὶ αὐτὸς ἔπεσε μετ᾿ ἑμοῦ. Τότε ἔκλαυσαν καὶ ἐλυπήθησαν οὐκ ὀλίγον· εἶτα λέγει ὁ ἱερεύς· Σιωπήσατε μήπως καὶ εἰς τὰς ἀκοὰς τῶν κρατούντων εἰσέλθῃ, καὶ οὐ μετρίως κολάσουσιν ἡμᾶς· ὁ γὰρ Θεὸς εὔσπλαγχνός ἐστι καὶ πολυέλεος, καὶ δι᾿ ἐξομολογήσεως ἐξιλεώσας ἔχω αὐτόν. Ὅμως ἔψαλλεν ὀλίγην ἀκολουθίαν αὐτοῦ, καὶ ἐντραπεὶς τὸν ἄρχοντα ἐπορεύθη λειτουργῆσαι. 


Μετὰ δὲ τὴν προσκομιδήν, ὅταν εἶπε τὴν εὐχήν, «ὁ Θεὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν ὁ τὸν οὐράνιον ἄρτον κ.λ.π.» ἦλθεν ὁ ἄγγελος ἵνα τελειώσῃ τὰ ἅγια δῶρα, καὶ ἰδὼν τὸν ἱερέα, λέγει πρὸς αὐτόν· ὦ ἀφωρισμένε τοῦ Θεοῦ, πῶς ἐτόλμησες εἰσελθεῖν λειτουργῆσαι τὰ θεῖα μυστήρια; οὐκ οἶδας ὅτι βέβηλος καὶ ἀκάθαρτος εἶ διὰ τὴν ἁμαρτίαν, ἣν ἔπραξας ἐν τῇ νυκτὶ ταύτῃ; ἡμεῖς ἀσώματοι καὶ ἄϋλοι ὄντες, εὐλαβούμεθα ἰδεῖν τὸ ἅγιον πρόσωπον τῆς μακαρίας Θεότητος, ἀλλὰ ταῖς πτέρυξιν ἡμῶν περικαλύπτοντες τὰ πρόσωπα, παριστάμεθα μετὰ φόβου καὶ φοβεροῦ τρόμου, καὶ σὺ καταφρονῶν ἐτόλμησας ἐπιχειρῆσαι τὰ ἅγια τῶν ἁγίων καὶ ἐπὶ στόματος φαγεῖν μέλλεις; Ὁ δὲ ἱερεὺς ἀντεῖπεν εἰς τὸν ἄγγελον· Ἐπειδὴ οὕτω μὲ ἀφώρισας, ἔσο καὶ σὺ ἀφωρισμένος. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! εὐθὺς ἀπεπτερώθη ὁ ἄγγελος καὶ ἔμεινεν ὡς ἄνθρωπος ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ· ὁ δὲ ἱερεὺς οὐκ εἰδὼς τοῦτο, ἀλλὰ μετὰ τὴν θείαν λειτουργίαν ἦλθεν εἰς τὸν οἶκον τοῦ ἄρχοντος, καὶ ἀριστήσας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. 


Μετὰ δὲ ἡμέρας τινὰς ἀπέθανεν ἄνθρωπός τις ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ, καὶ ἐκάλεσαν τοὺς ἱερεῖς ἐπὶ τὸ ψάλλειν τὸ λείψανον, διότι ἦσαν καὶ ἄλλοι ἱερεῖς εἰς ἐκείνην τὴν χώραν διότι ἦν ἡ μεγίστη. Ἐκάλεσαν καὶ αὐτὸν τὸν ἱερέα· καὶ εἰπόντων τῶν ἱερέων τὴν εὐχήν, ἦλθε καὶ οὗτος ὁ ἱερεὺς ἵνα εἴπῃ τὴν εὐχήν. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! ὅταν εἶπε, «ὅτι σὺ εἶ ἡ ἀνάστασις, ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἀνάπαυσις», εὐθὺς ὁ νεκρὸς ἀνεκάθισε, καὶ εἶπε πρὸς τὸν ἱερέα· ὅτι ἂν καὶ νεκροὺς ἀναστήσῃς, ἀλλ᾿ οὐκ εἶ ἄξιος τοῦ φορέσαι ἐπιτραχήλιον, ἢ λειτουργῆσαι ἢ ποιῆσαι ἱερατικόν τι. Καὶ ταῦτα εἰπὼν ὁ νεκρὸς πάλιν κατέπεσεν· οἱ δὲ λαοὶ καὶ οἱ λοιποὶ ἱερεῖς ἰδόντες τὸ παράδοξον τοῦτο θαῦμα ἐξέστησαν ἅπαντες. Εἶτα λέγουσι πρὸς τὸν ἱερέα· τί ἐστι τοῦτο τὸ ἐξαίσιον καὶ μέγα θαῦμα; Τότε ὁ ἱερεὺς ἐξωμολογήσατο ἐνώπιον πάντων τὸ ἑαυτοῦ ἁμάρτημα. Τότε λέγουσιν οἱ λοιποὶ ἱερεῖς· ἀπὸ τοῦ νῦν οὐ συμφοροῦμέν σοι, καὶ ὡς θέλεις μόνος ποίησον. Καὶ ἀπῆλθε λυπούμενος ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ, καὶ ἀπήγγειλε τὰ γενόμενα. 


Τότε λέγει πρὸς τὴν πρεσβυτέραν αὐτοῦ· τὶ ποιήσω ἄρτι; ἑτέραν ἐπιστήμην οὐ γινώσκω, πῶς ἔχω θρέψαι ὑμᾶς; ἀλλ᾿ οὖν ἀπέλθωμεν ἐν ἑτέρῳ τόπῳ, ἔνθα οὐδεὶς γιγνώσκει ἡμᾶς, καὶ ἐκεῖσε διαβιώσωμεν τὸ ἐπίλοιπον τῆς ζωῆς ἡμῶν. Ἀναστάντες δὲ ἀπῆλθον ἐν ἑτέρᾳ πόλει, ὅπου οὐδεὶς ἐγίγνωσκεν αὐτούς, καὶ ἐλειτούργει ἐκεῖσε. Καὶ ὢ τοῦ θαύματος! καθὼς ἦν ὅτε ἀφώρισε τοῦτον ὁ ἄγγελος οὕτως ἦν, πλὴν τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ἐγένετο μέλαν. Ἀποθανούσης δὲ τῆς πρεσβυτέρας καὶ τῶν τέκνων αὐτοῦ, μόνος ἔζη ἐν τριακοσίοις καὶ ἑβδομήκοντα χρόνοις. Ὅμως ὑπῆρχεν ἐν ἐκείνῳ τῷ καιρῷ ἐπίσκοπος ἀξιόλογος καὶ δίκαιος πάνυ. Ἦλθεν ἡ ἑορτὴ τοῦ ἁγίου Μερκουρίου καί τις ἄρχων τῆς πόλεως ἐκείνης ἑόρταζε τὴν τούτου ἑορτὴν καὶ προσεκάλεσεν ὁ ἄρχων τὸν ἀρχιερέα, εὑρέθη δὲ καὶ ὁ ἱερεὺς ἐκεῖ· εἰς δὲ τὴν τράπεζαν ἤρχισεν ὁ ἀρχιερεὺς καὶ ἐδιηγεῖτο τὸ συναξάριον τοῦ ἁγίου καὶ πλατύτερον ἔλεγε τοῖς εὑρισκομένοις ἐν τῇ τραπέζῃ, ὁπότε ὑπολαβὼν ὁ ἱερεὺς ἔφη· Σὺ μὲν δέσποτά μου ἅγιε, ἐκ τοῦ ἁγίου συναξαρίου ἐπίστασαι τοὺς τοῦ ἁγίου ἄθλους, ἐγὼ δὲ ἀκριβῶς ἐπίσταμαι αὐτοὺς καὶ διότι ἤμην ἐκεῖσε παρὼν καὶ ἔβλεπον καλῶς τὸν Μάρτυρα ἀγωνιζόμενον καὶ ἀθλοῦντα καὶ ὡς ὅτι γείτων μου ἦν, καὶ πολλάκις συνεστιάθην αὐτῷ πρότερον. 


Ὁ δὲ ἀρχιερεὺς ἀτενίσας πρὸς τὸν ἱερέα ἔφη· Σὺ οὔπω τεσσαρακοντούτης ὢν πῶς τὸν ἅγιον οἶδας; Ἀφ᾿ ὅτου ἐμαρτύρησεν ὁ ἅγιος Μερκούριος μέχρι τοῦ νῦν ὑπολογίζονται ἔτη 370, καὶ σὺ οὔπω ἦς γεγεννημένος καὶ ταῦτα οἶδας; Τοῦ δὲ μεθ᾿ ὅρκου εἰπόντος ὅτι ἀληθῶς λέγει καὶ οὐ ψεύδεται, ὁ ἀρχιερεὺς ἔγνω ὅτι ἦν τι πρὸς αὐτόν· καὶ λαβὼν αὐτὸν κατ᾿ ἰδίαν λέγει αὐτῷ· Εἰπέ μοι πάντα τὰ κατὰ σὲ ἐν ἐξομολογήσει καθαρᾷ. Τότε ὁ ἱερεὺς ἐξεῖπε πάντα ὅσα ἐποίησε, καὶ πῶς ἐξέπεσε μετὰ τῆς δούλης αὐτοῦ, καὶ πῶς μετὰ ἀγγέλου ἀφορισθέντες, ἀσυνδιαλλάγητοι ἔμειναν. Τότε ὁ ἀρχιερεὺς εἶπεν αὐτῷ, γίνωσκε ὅτι ὑπὸ τοῦ ἀγγέλου εἶ δεδεμένος, καὶ μέχρι τοῦ νῦν ζῇς καὶ οὐ θνῄσκεις εἰς ἀπεράντους αἰῶνας, ἀλλ᾿ ἄπελθε εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἐκείνην ἔνθα τὸν δεσμὸν ἐποιήσατε· διότι ἔτι καὶ νῦν ὁ ἄγγελος ἐκεῖ ἐστιν, ἐπειδὴ ὁ εἷς τὸν ἕτερον ἔδησεν. Ὁ δὲ ἱερεὺς ἀπεκρίθη· οὐ δύναμαι, ἅγιε τοῦ Θεοῦ δέσποτά μου, τοῦτο ποιῆσαι, διότι τὸ διάστημα τῆς ὁδοῦ ἀπέχει πολύ, καὶ ἔξοδον οὐκ ἔχω, ἀλλ᾿ οὐδὲ ἵππός μοι ἐστι πρὸς ἱππασίαν. Τότε λέγει ὁ Ἀρχιερεὺς πρὸς αὐτόν· ἐὰν μὴ πορευθῇς ἐκεῖσε, οὔτε σὺ τελευτᾷς, οὔτε ὁ ἄγγελος πτεροῦται ὅπως ἀνέλθῃ εἰς οὐρανούς. 


Ὁ δὲ ἀρχιερεὺς πάλιν οἰκτείρας αὐτὸν ἀποκρίνεται· ἐπειδὴ λέγεις ὅτι οὐκ ἰσχύεις, ποιήσω ἔλεος πρὸς σέ, καὶ πορευθῶμεν ὁμοῦ καὶ δώσω σοι ἵππον καὶ τὸ ἔξοδον ἐγὼ ποιήσω. Καὶ εὐθὺς εἴχοντο τῆς ὁδοῦ, καὶ ἀπῆλθον ἕως τῆς χώρας τοῦ ἱερέως· ἡ δὲ ἦν ἠρημωμένη καὶ οὐδένα ηὗραν, οὔτε οἰκίαν οὔτε ἄλλο τι. Ὁ οὖν ἀρχιερεὺς ἠρώτησεν· αὕτη σου ἐστὶν ἡ χώρα; Καὶ ὁ ἱερεύς· αὕτη ἐστίν, ἀλλ᾿ ἠρημώθη, δέσποτά μου ἅγιε. Καὶ ὁ ἀρχιερεύς· οὐ γινώσκεις ποῦ ἦν ἡ Ἐκκλησία; Καὶ ἀτενίσας ὁ ἱερεὺς εἶδε δένδρα ὡς ἀπὸ διαστήματος τῆς ποτε χώρας αὐτοῦ καὶ εἶπεν· ὡς εἰκάζω, ἐκεῖ ὀποῦ φαίνονται τὰ δένδρα ἐστὶν ἡ Ἐκκλησία. Καὶ πορευθέντες ἐκεῖ, ηὗραν τὸν ναὸν κεχαλασμένον, πλὴν ὀλίγον μέρος ἐκ τοῦ ἁγίου βήματος ἵστατο, καὶ ἀφ᾿ οὖ ἐκεῖσε ἐπέζευσαν ἐκ τῶν ἵππων, λέγει ὁ ἀρχιερεύς· ἄπελθε εἰς τὸ βῆμα. Καὶ εἰσελθὼν ὁ ἱερεὺς ηὗρε τὸν ἄγγελον ἱστάμενον ἐκεῖσε. Καὶ λέγει ὁ ἄγγελος· ἔτι ζῇς πτωχὲ ἱερεῦ; 


Ὁ δὲ ἱερεὺς λέγει· ναὶ ἔτι ζῶ, ἀλλὰ καὶ σὺ ἔτι αὐτοῦ ἵστασαι; Καὶ λέγει ὁ ἄγγελος· καλῶς ἦλθες, ἵνα συγχωρηθῶμεν συναλλήλως. Λέγει ὁ ἱερεύς· εὐλόγησον ἅγιε ἄγγελε τοῦ Θεοῦ, συγχώρησόν μοι. Ὁ δὲ ἄγγελος εἶπε· συγχώρησον ἐμοὶ σὺ πρῶτον, καὶ τότε κἀγώ σοι, διότι ἐὰν συγχωρήσω σοι πρῶτον, ἔχεις ἀναλύσαι αὐτῇ τῇ ὥρᾳ, καὶ ἑγὼ μένω εἰς τὸν δεσμόν. Τότε λέγει ὁ ἱερεύς· ἐὰν καὶ ἑγὼ συγχωρήσω σοι, ἔχεις πτερωθῆναι καὶ ἀνελθεῖν εἰς τοὺς οὐρανούς, καὶ ἑγὼ μένω εἰς τὸν δεσμόν. Τότε λέγει ὁ ἄγγελος· ὀμνύω εἰς τὸν θρόνον τοῦ Θεοῦ τὸν ἀσάλευτον, ὅτι οὐ μὴ ἀφήσω σε ἐν τῷ δεσμῷ. Ὁ δὲ ἀρχιερεὺς ταῦτα διήκουεν ἔξωθι. Ὅθεν λέγει ὁ ἱερεὺς πρὸς τὸν ἄγγελον· ἐν ὀνόματι τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ἁγίου Πνεύματος, ἂς εἶσαι συγχωρημένος παρ᾿ ἐμοῦ τοῦ ἁμαρτωλοῦ. Καὶ εὐθύς, ὢ τοῦ θαύματος! ἐπτερώθη ὁ ἄγγελος καὶ ἔπτη εἰς τὸ ὕψος, καὶ εἶπε πρὸς τὸν ἱερέα· ἂς εἶσαι συγχωρημένος καὶ σὺ ὦ πρεσβύτερε· καὶ πρὶν τετελειῶσθαι τοῦ ἀγγέλου τὴν φωνήν, εὑρέθησαν τὰ ὀστέα τοῦ ἱερέως σωρηδὸν ἐν τῷ τόπῳ οὗ εἰστήκει. 


Ὅθεν ὁ ἀρχιερεὺς εἶπε πρὸς τὸν ἄγγελον· ὦ ἅγιε ἄγγελε, δέομαί σου, πλήρωσόν μοι μίαν αἴτησιν καὶ ψάλλε τινὰ ἀγγελικὸν ὕμνον ἵνα ἀκούσω κἀγώ. Ὁ δὲ ἄγγελος εἶπε· τοῦτο οὐκ ἔστι δυνατόν· ἐν ᾗ ἂν ὥρᾳ ἀκούσῃς τῆς ἀγγελικῆς φωνῆς, ἀναλῦσαι ἔχεις τῶν τῇδε· οὐκ ἔξεστι γὰρ σάρκα θνητὴν ἀκοῦσαι ἀγγέλου φωνὴν καὶ ζῆσαι πλὴν διὰ τὴν ἥν περ ἐποίησας καὶ εἰς ἑμὲ καὶ εἰς τὸν ἱερέα μεγάλην ἀγαθωσύνην, μένε ὀλίγον ἵνα ἀνέλθω ἕως τρίτον τοῦ οὐρανοῦ, καὶ ψάλλω ἐκεῖσε καὶ ἀκούσας μόλις δυνήσει βαστᾶσαι. Ὅθεν ἀνελθὼν ἕως τρίτον οὐρανοῦ, ἔψαλλε τὸ Ἀλληλούϊα· ἐκ δὲ τῆς γλυκείας μελῳδίας ἔπεσεν ὁ ἀρχιερεὺς ἐπὶ τῆς γῆς ὡσεὶ νεκρός, ἕως τρεῖς ὥρας καὶ μόλις καὶ χαλεπῶς συνελθὼν εἰς ἑαυτὸν ἀνέστη. Εἶτα τῷ Θεῷ εὐχαριστήσας ὑπέστρεψεν εἰς τὴν ἐπαρχίαν αὐτοῦ, καὶ ἔγραψε τὴν διήγησιν ταύτην τοῦ ἱερέως εἰς πολλῶν ὠφέλειαν, ἵνα ἀκούοντες καὶ ἡμεῖς οἱ ῥᾴθυμοι διορθώμεθα, καὶ προσεκτικοὶ καὶ σπουδαῖοι γινώμεθα, καθαροί τε λογισμῶν αἰσχρῶν καὶ ἐπιθυμιῶν ἀπρεπῶν. 


Ὅτε τὴν ἱερωσύνην ἐπιτελοῦμεν ὀφείλομεν εἶναι ἀμέτοχοι λαγνείας· καὶ ἀσελγείας, διότι ὁ ἔχων ἐπιθυμίαν εἰς πορνείαν καὶ εἰς σαρκικὰ καὶ εἰς ἄλλα πάθη, πολυφαγίαν τε καὶ πολυποσίαν, μέθην καὶ φιλαργυρίαν, μνησικακίαν, κενοδοξίαν, ὑπερηφάνειαν, ἀνάξιος καθίσταται τῆς ἱερωσύνης καὶ καταφρονητὴς καὶ ὑβριστὴς τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων· διὰ τοῦτο προοφείλομεν ἀμίαντοι ὑπάρχειν, ὅτε μέλλομεν παρίστασθαι τῇ ἁγίᾳ Τραπέζῃ καὶ ὅτε τὴν φρικτὴν ἱερουργίαν ἐπιτελοῦμεν. Πολλοί τινες καταφρονητικῶς ταύτην ἐπιτελοῦσι, καὶ οὔτε ἐξομολόγησιν ποιοῦσιν, οὔτε τὴν συνήθη ἀκολουθίαν ψάλλουσιν, ὡς μὴ μέλλοντες δῆθεν ἀποθανεῖν, οἱ κατ᾿ ἐμὲ τάλανες, ἀμνημονοῦντες τὴν φοβερὰν τοῦ Κυρίου ῥητὴν ἐντολήν· ὁ γνοὺς τὸ θέλημα τοῦ Κυρίου καὶ μὴ ποιήσας, πολλὰ δαρήσεται· ἤγουν ὅποιος ἠξεύρει τὸ θέλημά μου καὶ δὲν τὸ κάμνει, ἐκεῖνος μεγάλως θὰ κολασθῇ. 


Τὸ λοιπὸν ἀδελφοί μου, ἰδοὺ ἐμάθαμεν, ὅτι δὲν εἶναι ἄλλο τι εἰς τὴν γῆν μεγαλύτερον τῆς ἱερωσύνης, οὔτε βασιλεία, οὐδὲ ἄλλο τίποτε, καὶ ὅποιος εἶναι ἀνάξιος τῆς θείας μυσταγωγίας καὶ δὲν παύσῃ, ἐκεῖνον ἐὰν τὸν εὕρῃ ὁ θάνατος ἀμετανόητον, κολάζεται μετὰ τοῦ Ἰούδα τοῦ Ἰσκαριώτου εἰς ἐκείνην τὴν κόλασιν, ὁποῦ ἄλλη χειροτέρα δὲν εἶναι.


Τοίνυν καί ἡμεῖς οἱ ἀναγινώσκοντες καί ἀκούοντες ταῦτα,
ἐκβιασώμεθα ἑαυτούς ἀπό πάσης ἁμαρτίας,
καί ποιήσωμεν τό θέλημα τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ,
ὅπως ἀξιωθῶμεν τῆς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ παραστάσεως εἰς τήν δευτέραν αὐτοῦ Παρουσίαν,
καί κληρονόμοι τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν γενώμεθα
μετά τῶν δικαίων ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν,
ᾧ ἡ δόξα καί τό κράτος καί ἡ προσκύνησις,
σύν τῷ ἀνάρχῳ αὐτοῦ Πατρί,
καί τῷ παναγίῳ καί ἀγαθῷ καί ζωοποιῷ αὐτοῦ
Πνεύματι, νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων.
Ἀμήν.



Εκ χφ. κώδ. 229 ιζ´ αἰ. τῆς Ἱ. Μ. Διονυσίου Ἁγ. Ὄρους. 
Εκ του Ιστότοπου ''Nektarios. gr''. 
Πρωτότυπος τίτλος: 
''Περί τίνος Ιερέως πάνυ ωφέλιμος και θαυμάσιος''. 
Τίτλος, επιμέλεια και παρουσίαση κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2016

Η ΟΣΙΑΚΗ ΓΕΡΟΝΤΙΣΣΑ ΞΕΝΗ ΤΗΣ ΑΙΓΙΝΑΣ 1867 - 1923




 Εἶναι γνωστή σε ὅλους τους Ἕλληνες ἡ Μονή τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου στήν Αἴγινα. 

Πρόκειται για το μοναστήρι που ἵδρυσε ὁ Ἅγιος τοῦ 20ου αἰῶνα 

με δέκα νέες που τον ἀκολούθησαν ἀπό την Ἀθήνα. 

Ἀνάμεσα σ᾿ αὐτές ξεχώριζε ἡ Χρυσάνθη Στρογγυλοῦ, 

μία τυφλή Κρητικοπούλα. 

Γεννήθηκε το 1867 στα Χανιά τῆς Κρήτης, 

ὅταν ἔβραζε ἡ κρητική ἐπανάσταση γιά τήν ἀπαλλαγή ἀπό τον τουρκικό ζυγό. 

Σε ἡλικία ἐννέα μηνῶν ἔχασε το φῶς της ἀπό μηνιγγίτιδα. 

Οἱ γονεῖς της Νικόλαος και Μαρία, εὐσεβεῖς ἄνθρωποι την φώτισαν με το χριστιανικό φῶς. 

Ἔτσι, ὅταν ἡ τυφλή Χρυσάνθη ἦρθε στην Ἀθήνα, 

φιλοξενήθηκε ἀπό εὐσεβεῖς οἰκογένειες 

και χάρη στην πνευματική της καλλιέργεια ἀγαπήθηκε ἀπ᾿ ὅλους. 


Πήγαινε τακτικὰ στὴν Ἐκκλησία, στοὺς Ταξιάρχες, στὸ Πολύγωνο. Φοροῦσε καλογερικά. Ἐκεῖ τὴ συναντοῦσε ἡ Αἰκατερίνα Ματθοπούλου, εὐσεβὴς καὶ εὔπορη. Ἦταν νύφη τοῦ π. Εὐσεβίου Ματθοπούλου. Ἐκεῖ σύχναζε ἡ εὐσεβὴς κόρη ὅπου καὶ ἐγνώρισε τὸν Ἅγιο Νεκτάριο, ποὺ εἶχε ἐπισκεφθεῖ τὸν σπίτι τῆς κ. Ματθοπούλου μετὰ ἀπὸ ἕνα μνημόσυνο. Ἀπὸ τότε ἡ κ. Χρυσάνθη μὲ μιὰ ὁμάδα καλῶν κοριτσιῶν εἶχαν γιὰ πνευματικὸ τοὺς πατέρα τὸν Ἅγιο Νεκτάριο. Οἱ πνευματικὲς συναντήσεις αὐτὲς γίνονταν στὸ σπίτι τῆς νύφης τοῦ π. Εὐσεβίου Ματθόπουλου. Τὶς ἀφοσιωμένες αὐτὲς καρδιὲς τὶς πυρπολοῦσε ὁ πόθος τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀφιερώσεως στὸ Θεό. Τὸ 1904 ὁ Σεβ. Νεκτάριος διάλεξε ἕνα μέρος στὴ θέση Ξάντος στὴν Αἴγινα ὅπου ὑπῆρχε ἄλλοτε ἡ Μονὴ τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς. Ἐκεῖ ἀποφάσισαν νὰ μείνουν ὁ Ἅγιος με τὶς 10 νέες. Μὲ τὴν πνευματικὴ διαύγεια ποὺ διέκρινε τὸν Ἅγιο, ὅρισε γιὰ ἡγουμένη τὴν τυφλὴ Χρυσάνθη ποὺ μετονομάστηκε Ξένη μοναχή. 

Ὑπάρχουν προφορικὲς μαρτυρίες πιστῶν Αἰγινητῶν, ὅπου καταδεικνύεται ὁ θαυμαστὸς βίος, τὸ προφητικὸ καὶ προορατικὸ χάρισμα τῆς γερόντισσας, ὅπως καὶ ἡ ἐκ μέρους τῶν συμμοναζουσῶν της βαθιὰ ἐμπιστοσύνη καὶ ἀφοσίωση ὡς πρὸς τὴν ὁσία. Οἱ ἐνθυμήσεις ποὺ ἔχουν διασωθεῖ εἶναι ἀπολύτως χαρακτηριστικές, παραθέτουμε ἐνδεικτικὰ ὁρισμένες ἀπὸ αὐτές: «Ἦταν ἡ πρώτη ἡγουμένη τοῦ Μοναστηρίου» ἔλεγε ἡ Εὐαγγελία Μπέση. «Ἁγία γυναῖκα. Ἦταν προικισμένη μὲ πολλὲς ἀρετές. Ἐφάρμοζε κατὰ γράμμα τὶς συμβουλὲς τοῦ Σεβασμιότατου καὶ βοηθοῦσε καὶ τὶς ἀδελφὲς νὰ τὶς ἐφαρμόσουν καὶ αὐτές. Τὴν σέβονταν ὅλες. Εἶχε καὶ θαυμάσιο ποιητικὸ τάλαντο. Ἦταν θρησκευτικὴ ποιήτρια. Ἔγραφε ὕμνους στὸ Χριστό, στὴν Παναγία, στοὺς Ἁγίους. Ὑπέροχη ψυχή. Ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ». Παρεμφερεῖς εἶναι καὶ οἱ ἐνθυμήσεις τοῦ Σωτηρίου Οἰκονόμου, μαθητοῦ τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου στὴν Ριζάρειο Σχολή, διηγεῖται μὲ ἔμφαση: «Ἁγία ψυχή! Μάλιστα ἀπορῶ πῶς δὲν τὴν ἀνακήρυξαν καὶ αὐτὴν ἁγία». Ἡ Πετρούλα Βότση-Γιαννακοπούλου ἀφηγήθηκε προσωπική της ἐμπειρία: «Ἦταν Ἅγιος ἄνθρωπος! Χαριτωμένος. 

Εἶχε καὶ χάρισμα προορατικό. Ἐκεῖ ποὺ εἶναι σήμερα τὸ ἐξομολογητήριο, ἦταν παλιὰ πορτίτσα μισή - μισὴ πάνω μισὴ κάτω. - Καλημέρα Γερόντισσα, τῆς ἔλεγα. -Καλῶς τὴν Πετρούλα, ἀποκρινόταν καλοσυνάτα. Ὅποιος καὶ ἂν τὴν πλησίαζε, δίχως φυσικὰ νὰ βλέπει, οὔτε μία ἀκτῖνα φῶς, ἐπικοινωνοῦσε μαζί του σὰν νὰ ἔβλεπε κανονικά. Λέτε καὶ δὲν ἦταν τυφλή. Εἶχε χάρισμα...». Ἰδιαιτέρως σημαντικὴ εἶναι καὶ ἡ μαρτυρία τῆς ἀνιψιᾶς της, Μαρίας Στρογγυλοῦ: «Ὅταν προσευχόταν, νόμιζες πῶς δὲν πατοῦσε στὴ γῆ! Ὅτι βρισκόταν στὸν οὐρανό!» Ἡ Αἰγηνίτισσα μοναχὴ Νεκταρία ἔλεγε γι᾿ αὐτή: «Ἦταν ἁγία γυναῖκα! Εὐωδιάζουν τὰ ὀστᾶ της! Πολλὰ βράδια στὸ ἀπόδειπνο -ἀφοῦ εἶχε κοιμηθεῖ ὁ Ἅγιος- ἔβλεπε ἕνα Γεροντάκι μὲ τὸ σκουφάκι του τὸ μαῦρο καὶ περιφερόταν γύρω-γύρω, τὴν ὥρα τῆς ἀκολουθίας. Δὲν ἔβλεπε καθόλου. Ἀλλὰ τὰ πάντα «ἔβλεπε». Ὅταν ἔμπαινε στὸ Ναὸ ἔλεγε: -Γιατί παιδιά μου ἔχουν σκόνη οἱ Εἰκόνες αὐτές; Μιὰ μέρα μοῦ εἶπε: -Γιατί Ζηνοβία φορᾷς τόσο κοντὸ φουστανάκι, ἀφοῦ θὰ γίνεις μοναχή;» Τὸν Ἅγιο τὸν ξενύχτησαν πολλοὶ στὸ Μοναστήρι. 

Ἡ Γερόντισσα Ξένη γύριζε γύρω-γύρω καὶ παρηγοροῦσε τὸν κόσμο ποὺ ἔκλαιγε. Τὸ ἀπόγευμα πρὶν κοιμηθῇ ὁ Δεσπότης, οἱ καλόγριες πῆραν τηλεγράφημα ποὺ ἔλεγε ὅτι πάει καλύτερα στὸ Ἀρεταίειο. Χάρηκαν. Ἡ Ξένη ὅμως δὲν χάρηκε. Τὸν εἶχε δεῖ στὴν αὐλὴ τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ τῆς εἶπε: -Ἦρθα νὰ σᾶς χαιρετίσω. Ἀναχωρῶ! Ὕστερα ἀπὸ λίγη ὥρα μάθαμε τὰ μαντάτα. Ὁ Δεσπότης κοιμήθηκε. Στὶς ἑκατὸν τριάντα ἕξι σῳζόμενες ἐπιστολὲς τοῦ ἁγίου Νεκταρίου, οἱ ἑκατὸν δέκα περίπου ἀποστέλλονται πρὸς τὴν «ὁσιωτάτην ἐν Κυρίῳ ἀγαπητὴν ὁσίαν Ξένην». Ἡ ὁσία παρὰ τὴν ἀσθενικήν της κράση ἐβίαζε τόσον ἑαυτὴν προσευχομένη καὶ νηστεύουσα, ὥστε ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος νὰ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη νὰ τῆς ὑπενθυμίζῃ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκθέτῃ τὴν ὑγεία της σὲ κίνδυνο. Ἄλλοτε πάλι, τῆς ἔγραφε «νὰ ὀλιγοστεύσῃ τὰ κομβοσκοίνια». Ἐκείνη, βεβαίως, πειθαρχοῦσε, διότι ἦτο ἄνθρωπος ὑπακοῆς, ἐγνώριζε, ἐξ ἄλλου, καλῶς τί θὰ ἀπαντοῦσε ὁ ἅγιος ὅταν ὁποιαδήποτε μοναχὴ παρήκουε τὶς νουθεσίες του: «Φυλάξατε τὰς συνθήκας τοῦ ἁγίου σχήματος καὶ τοὺς νόμους Του». 

Ἡ ἴδια εἶχε μεγάλη εὐαισθησία καὶ φόβο Θεοῦ προκειμένου νὰ κοινωνήσει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ποτὲ δὲν μεταλάμβανε ἂν δὲν ἔπαιρνε τὴν εὐλογία τοῦ ἁγίου. Εἶχε βαθιὰ ταπείνωση. Ἀρκεῖ νὰ μνημονευθεῖ ὅτι ὅταν τῆς ἔδιναν καινούργιο ράσο δὲν ἐπιθυμοῦσε νὰ τὸ φοράῃ καινούργιο, γι᾿ αὐτὸ ἔκοβε ὁρισμένα τεμάχια καὶ τοποθετοῦσε στὴν θέση τοῦ μπαλώματα, ὥστε νὰ φαίνεται παλαιό. Εἶχε διαυγῆ διάκριση καὶ θεάρεστη ὑπομονή. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος, πεπεισμένος διὰ τὴν πνευματική της σοφία καὶ σύνεση, τῆς ἔγραφε νὰ γνωρίσῃ τὶς ἀδελφὲς «ὅτι ὀφείλουσιν ἅπασαι νὰ ἐξαγορεύονται τοὺς λογισμούς των εἰς αὐτήν», ἄλλοτε πάλι, τῆς ἔγραφε: «ἐπιθυμῶ οὐδεμία τῶν ἀδελφῶν πλήν σου νὰ διατάσσῃ». Ἀσκούμενη καὶ ἁγιαζομένη τοιουτοτρόπως, κατέστη ἔμπειρος εἰς τοὺς ὅρους τοῦ μοναχικοῦ πολιτεύματος. Αὐτὸ φαίνεται καὶ ἀπὸ μία ἐπιστολὴ τοῦ ἁγίου, ὁ ὁποῖος τῆς ἔγραφε γιὰ μία ἀδερφή: «Ὑπομιμνήσκω αὐτὴ τοὺς ὅρους τοῦ μοναχικοῦ πολιτεύματος. Πρῶτον: Αὐταπάρνησις. 

Ταύτη ἕπεται ἡ ἐκκοπὴ τοῦ θελήματος καὶ ἡ ὑποταγή. Δεύτερον: Ὑπομονὴ καὶ ταπείνωσις καὶ τὰ παρεπόμενα ταῖς ἀρεταῖς ταύταις. Καὶ τρίτον: Προσοχὴ καὶ διάκρισις» καὶ ἐν συνεχείᾳ τῆς παραγγέλει: «Περὶ αὐτῶν καὶ περὶ τῶν λοιπῶν τοῦ πολιτεύματος ὅρων νὰ τὴν διδάξεις σύ». Ἡ θεία Ἡγουμένη Ξένη - ἔχουσα ὑπόψη της τὸ «ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν» – ἐβίαζε τὸν ἑαυτόν της (ὅπως τὴν καθοδηγοῦσε ὁ ἅγιος) μετὰ συνέσεως ἐν πᾶσι», «ὥστε ἡ πίστις, ἡ ἐλπὶς καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸν ἔβαινον καθ᾿ ἑκάστην τελειούμεναι». Ἄκουσε τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου πατέρα της. Ἀγωνιζόταν νὰ δουλεύει γιὰ τὸ Θεὸ καὶ νὰ ἔχει τὸ νοῦ της στὸ Θεό, καὶ αὐτὰ προσπαθοῦσε νὰ ἐμπνεύσει καὶ στὶς ψυχὲς τῶν μοναζουσῶν τῆς ἀδελφότητος, συνιστώντας σὲ αὐτὲς τὴν προσευχή, καὶ τὴν προσοχή. Μάλιστα, γιὰ νὰ μὴν τὸ ξεχνοῦν τὶς παρακινοῦσε κάθε μέρα νὰ γράφουν στὴν παλάμη τοὺς προσοχὴ καὶ προσευχή. Ἐπαναπαυόμενος ὁ ἅγιος ἀπὸ τὴν ἁγιότητά της, τῆς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ σταυρώσει μὲ ἅγιο λείψανο μία ἀδερφή. 

Στὴ σκέψη της καὶ στὴ γνώμη της, ὁ ἅγιος ἔδινε πολὺ σημασία, γι᾿ αὐτὸ τῆς ἀνέθεσε ἐν λευκῷ καὶ κατὰ τὴν κρίση της τὸ πρόγραμμα τῆς Μονῆς. Ἀκόμη καὶ τὸ κελλί του τὸ ἔκτισε τελικὰ ἐκεῖ ποὺ εἶχε τὴν γνώμη της νὰ κτισθεῖ. Αὐτὰ εἶναι στὴν πνευματικὴ σφαῖρα συντελούμενα θαύματα, μιὰ ἀγράμματος, στερούμενη καὶ τοῦ φυσικοῦ φωτὸς τῶν ματιῶν, κατορθώνει νὰ διοικεῖ μοναστικὴ ἀδελφότητα καὶ νὰ προάγει αὐτὴ πνευματικῶς.



Ἡ μοναχή Ξένη «εἶχε μία πηγαία ποιητική φλέβα, 

μιά εὐαίσθητη ψυχή που την λέπτυναν 

ἀκόμη περισσότερο ὁ πόνος και ἡ πίστη. 

Αἰσθανόταν την ἀνάγκη να ἐκφράζει σε στίχους τα συναισθήματα, 

που την πλημμύριζαν, 

την ἀγάπη της για τον Χριστό, την Παναγία, 

το δέος μπροστά στην φοβερή Δευτέρα Παρουσία, 

το φόβο για τις ἁμαρτίες της και τον κρυμμένο πόνο, 

για το βαθύ σκοτάδι που την ἔζωνε. 

Οἱ στίχοι, που ἡ τύφλωσή της τῆς ἐμπνέει 

τρέμουν ἀπό στεναγμό, ἀλλά δονοῦνται ἀπό ἁπαλή πίστη 

και ἁπαλύνουν με την παρηγοριά, 

που ἡ ὁλόψυχη ἀφοσίωση στον Θεό μπορεῖ να δώσει».



Αοίδημη Μοναχή Ξένη της Αίγινας


▲ ▼
Print Friendly and PDF