ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2015

ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ Ο ΠΡΟΟΡΑΤΙΚΟΣ ΣΑΛΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ




Ένα βράδυ του άναψα τη φωτιά και κάθισα να του κάνω παρέα.

Αποκοιμήθηκε όμως ο Χαραλάμπης,και μετά από λίγο τον άκουσα,

πού έλεγε:

-Χρήν χρέν μη χρέν ναί χρέν.

-Τις ει; -Αρχιστράτηγος! -Τί ζητάς; -Να ανοίξει ή κόλαση!

-Δεν ανοίγει.

-Ποιοι είναι αυτοί πού κολάζονται; -Μάγοι, μάγισσες και αυτοί πού δεν ελεούν.

-Ποιόν να ελεήσουν;

Τον ζητιάνο. -Ποιος είναι ο ζητιάνος; Πετάγομαι εγώ και του λέω:

-Παπουλάκη, είναι ο Χριστός!

Αμέσως ξύπνησε και μου λέει:

-Λύθηκε το πρόβλημα. Αυτή ή συζήτηση, πού είχε ο Χαραλάμπης στον ύπνο του και,

κατ' οικονομία Θεού, πήρα μέρος κι' εγώ, πού ήμουν ξύπνιος, με συγκλόνισε και αναλύθηκα σε πολλά δάκρυα.

Ένα άλλο βράδυ κοιμόμουν στο σπίτι μου.

Γύρω στα μεσάνυχτα ξύπνησα και είχα μεγάλη ανησυχία.

Ό λογισμός μου μου έλεγε να πάω γρήγορα στο Χαραλάμπη.

Σηκώνομαι και πηγαίνω στην καλύβα του,

τον βρίσκω πεσμένο από το κρεβάτι και ταλαιπωρημένο.

Προσπα­θούσε πολλή ώρα ν' ανέβει στο κρεβάτι και δεν μπο­ρούσε· 

τον σήκωσα,

τον έβαλα να ξαπλώσει και θυμάμαι μου είπε:

-Η Παναγία σε έφερε!


Κάποια μέρα μου είπε:-Στείλε μου το παιδί σου τον Αντώνη,να του δώσω να διαβάσει μια παράκληση για τον παππού του το Σωτήρη,πού είναι άρρωστος στο νοσοκομείο.Έστειλα τον Αντώνη,το γυιο μου,στο Χαραλάμπη,του έδωσε την παράκληση και του είπε να πάει στον Άγιο Μόδεστο να τη διαβάσει.Εγώ πήγα στο σπίτι και,όταν επέστρεψα, ο Χαραλάμπης μου είπε:-Την ώρα πού διάβαζε το παιδί την παράκληση,έ­λαβα μήνυμα από τα Ουράνια,ότι ο παππούς του θα γίνει καλά.Όπως το είπε,έτσι και έγινε.Ό παππούς βγήκε πολύ σύντομα από το νοσοκομείο και γιατρεύτηκε από την αρρώστια πού τον ταλαιπωρούσε.Πολλές φορές του έλεγα να μ' αφήσει να του πλύνω τα πόδια,αρνιόταν όμως επίμονα και μου έλεγε:-Άλλη φορά.Ένα βράδυ,πού του ξαναζήτησα να μ' αφήσει να του πλύνω τα πόδια,αφού αρνήθηκε πρώτα,μου είπε:-Θα 'έρθει άλλος από την Αθήνα και θα μου τα πλύνει.


Άλλη μέρα πού πήγα στην καλύβα του Χαραλάμπη,ήρ­θε ένας κύριος,του έκοψε τα νύχια και του έπλυνε τα πόδια.Όταν τελείωσε,ζήτησε να κρατήσει τα νύχια του για ευλογία. Ό Χαραλάμπης γύρισε προς εμένα και με ρώτησε:-τι λες,να του τα δώσουμε;-Παπουλάκη,του λέω,αφού σου έπλυνε τα πόδια,να τον τα δώσεις.Μετά έμαθα,ότι αυτός ο κύριος ήταν καθηγητής από την Αθήνα,είχε μεγάλη αγάπη στο Χαραλάμπη και πίστευε,ότι ο παπουλάκης ήταν άγιος άνθρωπος.Κάποια ήμερα με ρώτησε:-Αχ,θα γίνω άραγε καλά;Είχε φοβερούς πόνους στα πόδια του και το πρόβλημα αυτό δημιουργήθηκε από τις πολλές μετάνοιες και οδοιπορίες πού έκανε.-Παπουλάκη,του λέω,την Κυριακή θα φάμε στο σπίτι μου και μετά,ότι πει ο Θεός ας γίνει.


Την Κυριακή τον πήγα κρατώντας τον στο σπίτι μου και,αφού φάγαμε,τον άφησα κάτω από μια συκιά,για να πάω σε κάποια δουλίτσα μου. Όταν γύρισα μου φωνάζει:-Έλα εδώ,έλα εδώ γρήγορα.Πήγα αμέσως,για να δω τι με θέλει.-Κάθισε να σου πω· αυτή τη στιγμή μόλις έφυγε ή Παναγία· μου είπε να μην ξαναπάω στην καλύβα πού μένω,γιατί θα με σκοτώσουν με το τσεκούρι και θα ενοχοποιήσουν εσένα,πού μ' ανάβεις τη φωτιά.Πήγαινε να ειδοποιήσεις τον Ηλιόπουλο να με πάρει στο σπίτι του.Εγώ,για να μην πάθω ότι έπαθα με το τραίνο,πήγα τρέχοντας,ειδοποίησα τον Ηλιόπουλο και τον πήρε στο σπίτι του. Στο σπίτι του Ηλιόπουλου,πού έμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του,πήγαινα συχνά και τον έβλεπα.Κάποια μέρα είχαν πάει πολλές γυναίκες να τον δουν,ο παπουλάκης όμως δεν μιλούσε μαζί τους και αυτές,όταν με είδαν,μου παραπονέθηκαν.Ρώτησα τον παπουλάκη,γιατί δεν μιλάει στις γυναίκες,πού ήλθαν να τον δουν και μιλάει μόνο σε μένα.


Με κοίταξε και μου είπε:-Εσύ έρχεσαι μαζί με την Παναγία.Άλλη φορά,πού είχα πάει να τον δω,μου είπε:-Ήρθε άγγελος και μου είπε:Έκανες μεγάλο αγώνα και σε ένα μήνα θα αναπαυθείς.Ό πεθερός μου Αθανάσιος Δημητρακόπουλος, κάποιο βράδυ φιλοξένησε τον παπουλάκη στο σπίτι του.Ό Χαραλάμπης του είχε πει να τον ξυπνήσει στις δύο μετά τα μεσάνυχτα.Ό πεθερός μου έβαλε και το ρολόι,για να μην αποκοιμηθεί.Μόλις χτύπησε το ρολόι,σηκώθηκε για να πάει να ξυπνήσει το Χαραλάμπη.Τον είδε όμως να φεύγει περπατώντας πολύ ψηλά πάνω από το έδαφος.Αυτό τον συγκλόνισε και το έλεγε παντού.Στην κηδεία του Χαραλάμπη ο πεθερός μου φώναζε:-Είναι Άγιος,Άγιος!Τον είδα να περπατάει πάνω από το έδαφος!Θυμάμαι μια βραδιά,είχε έρθει ο Χαραλάμπης στου πεθερού μου το σπίτι,για να πυρωθεί. Ό κουνιάδος μου ο Γιάννης έριχνε στη φωτιά μπαρούτι με τις χούφτες.Οι φλόγες της φωτιάς ήταν πολύ ισχυρές,ο Χαραλάμπης καθόταν πολύ κοντά,ο κουνιάδος μου συνέχιζε να ρίχνει μπαρούτι,για να γελάει με το Χαραλάμπη.Εγώ τον μάλωνα να σταματήσει,για να μην καούμε.


Ό Χαρα­λάμπης γυρίζει και μου λέει:-Άφησέ τους,να καούνε μια ώρα αρχύτερα.Άκουσα από άλλους,ότι πέρασε από μια στάνη και δυο τσοπαναρέοι του έδωσαν σε πιάτο μυτζήθρα να φάει.Ό Χαραλάμπης, αφού έφαγε,ευλόγησε τα πρόβατα και οι δυο τσοπαναραίοι είδαν ότι από τότε τα πρόβατα είχαν πολύ γάλα.Είπαν στο Χαραλάμπη να περνάει τακτικά,για να του δίνουν γάλα,τυρί,μυτζήθρα και ότι άλλο ήθελε.Κάποια μέρα τον είδαν να περνάει έξω από τη στάνη περπατώντας πολύ ψηλά πάνω από το έδαφος.Οι τσοπαναραίοι τον θαύμασαν και του φώναζαν να τους πλη­σιάσει,αλλά ο Χαραλάμπης εξακολουθούσε να φεύγει χωρίς να πατάει στο έδαφος.Την εποχή της κατοχής οι Γερμανοί είχαν πολλούς κρα­τουμένους στο παλαιό Σύνταγμα και υπήρχε φήμη, ότι πολύ σύντομα θα τους εκτελέσουν.Μια γυναίκα έκλαιγε για τον άντρα της, πού τον είχαν κρατούμενο οι Γερμανοί.Πέρασε ο Χαραλάμπης από τη γειτονιά της και την είδε πού έκλαιγε,τη ρώτησε το λόγο και εκείνη του είπε για τον άντρα της.-Μην κλαις,θα πάω να σου τον φέρω εγώ τον άντρα σου,της είπε.Πήγε στο Σύνταγμα,πέρασε τους Γερμανούς σκοπούς χωρίς να τους φοβηθεί και χωρίς εκείνοι να τον εμπο­δίσουν.


Βρήκε τους κρατουμένους,πήρε αυτόν πού ήθελε και τον πήγε στο σπίτι του.Κάποια φορά είχα πάει στο πανηγύρι στο χωριό Χαραυγή. Στο σπίτι πού πήγα,ήρθε και ο Χαραλάμπης.Σε κάποια στιγμή μπήκε στο χορό και χόρευε με τις κοπέλες.Τον πλησίασα και του είπα:-Παπουλάκη,γιατί χορεύεις με τα κορίτσια;Λένε,ότι δεν είναι σωστό αυτό πού κάνεις.-Κάνω τον Ανδρέα το σαλό,μου είπε και συνέχισε το χορό. Ένας οδηγός,πού είχε φορτηγό,μου είχε πει, ότι πη­γαίνοντας κάποτε με το αυτοκίνητο στην Καλαμάτα,συνάντησε στο δρόμο το Χαραλάμπη, στο χωριό Αρφαρά. Όταν έφτασε όμως στην Καλαμάτα,βρήκε το Χαραλάμπη πάνω στη γέφυρα του παλαιού ΚΤΕΛ. Ό οδηγός αναρωτιόταν,πώς ο Χαραλάμπης περπατώντας και χωρίς ν' ανέβει σε αυτοκίνητο ή μηχανάκι έφτασε στην Καλαμάτα γρηγορότερα από αυτόν.Του οδηγού,του είχε κάνει μεγάλη εντύπωση αυτό και το συζητούσε στο καφενείο του Ασπροχώματος.Άκουσα την εποχή της κατοχής,ότι ο Χαραλάμπης πήγαινε με το φαναράκι του ν' ανάψει τον Άγιο Ιωάννη στον Άντικάλαμο.


Οι Γερμανοί είδαν το φως και άρχι­σαν να τον πυροβολούν με τα πολυβόλα τους από τη Σπερχογεία.Καμιά όμως σφαίρα δεν τον πήρε.Βλέ­ποντας οι Γερμανοί,ότι το φως δεν σβήνει,έτρεξαν να τον φτάσουν. Μόλις τον έφτασαν,άρχισε ο αξιωματικός τους να του δίνει κλωτσιές.Όταν σταμάτησε,ο Χαραλάμπης του είπε:-Δεν θα γυρίσει κανένας από σας στο σπίτι τον στην Γερμανία!Ό ίδιος μου είπε,ότι κάποια φορά είχε πάει σ' ένα μονα­στήρι στη Μάνη.Το βράδυ ξάπλωσε να κοιμηθεί στην αυλή του μοναστηρίου.Όλη τη νύχτα οι δαίμονες δεν τον άφησαν να κλείσει μάτι,τον χτυπούσαν και τον έπιαναν από το λαιμό να τον πνίξουν.Μου είπε ακόμη:-Ή λέξη τέρας δεν ταιριάζει ποτέ σε άνθρωπο·ούτε σε ζώο·ταιριάζει στο διάβολο,γιατί αυτός είναι τέρας.Ο Χαραλάμπης κοιμήθηκε τον Οκτώβριο του 1974.Ή κηδεία του έγινε στο μοναστήρι του Παναγουλάκη,και θυμάμαι είχε πάρα πολύ κόσμο.


Ποτέ δε θα ξεχάσω την ασκητική μορφή και την αγιότητα αυτού του ανθρώπου.Παπουλάκη, αιωνία σου ή μνήμη!Πηνελόπη Λάσκαρη,από το Φλομοχώριο Λακωνίας, κάτοικος Καλαμάτας,αναφέρει χαρακτη­ριστικά:Το Χαραλάμπη,τον θυμάμαι από το 1936,ήταν νέος τότε και πολύ ωραιότατος.Πάντοτε ξυπόλητος και αχτένιστος, φορούσε παντελόνι και πουκάμισο,αλλά στη μέση ήταν ζωσμένος ένα σακί.Στο λαιμό του είχε ξύλινο Σταυρό και στο ένα του χέρι κρατούσε άλλο Σταυρό,με τον οποίο σταύρωνε τον κόσμο.Εγώ από τότε πίστευα,ότι αγιόφερνε,ενώ άλλοι τον έλεγαν τρελλό,συγκεκρι­μένα τον έλεγαν Ζουρλοχαραλάμπη.Τον θυμάμαι στην Καλαμάτα,στο δρόμο πού ήταν το μεταξουργείο του Χριστόπουλου,έβαζε κήρυγμα και είχε μαζευτεί κόσμος.Παντού και πάντοτε έλεγε λόγια χριστιανικά και προφητικά,ακολουθούσε το Παλαιό Εορτολόγιο,εκκλησιαζόταν και κοινωνούσε μόνο στο Παναγουλάκη το μοναστήρι.


Όταν πήγαινα για μπάνιο,τον έβλεπα να κηρύττει στους λουόμενους και μερικούς να τους ελέγχει.Γύριζε όλα τα εξωκλήσια και άναβε τα καντήλια.Μια φορά,πού είχα στο σπίτι μου τα μικρά παιδιά της αδελφής μου,πέρασε ο Χαραλάμπης και μου άφησε κάτι ρεταλάκια.-Πάρτα αυτά.Και έφυγε σαν σίφουνας.Εγώ τα φύλαξα μέσα στο μπα­ούλο μου. Μετά από δύο χρόνια ήλθε ο Χαραλάμπης και μου είπε:-Δώσ' μου εκείνα τα ρεταλάκια,θέλω να τα πάω κάπου.Τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του έμενε στο κουμπάρου μου του Ηλιόπουλου.Σχεδόν κάθε μεσημέρι του πήγαινα φρέσκο φαγητό και θυμάμαι μου έλεγε:-Οι αμαρτίες των ανθρώπων έχουν φτάσει μέχρι το λαιμό και μια μέρα θα τους κουκουλώσουν και θα καταστραφούνε.Μια μέρα πήγα πολύ στεναχωρημένη και του είπα:-Πατερούλη είμαι πολύ στεναχωρημένη, γιατί δεν έχω καμιά είδηση για το παιδί της κουμπάρας μου,πού υπηρετεί στο Πεζικό.


Λέω στους γονείς του,πού με παίρνουν τηλέφωνο από το εξωτερικό,ότι είναι καλά.Τι θα γίνει πατερούλη,λέω πολλά ψέματα και αυτό δεν μου αρέσει.-Μη στεναχωριέσαι,σήμερα θα λάβεις γράμμα του.Πήγα μετά στο σπίτι μου και βρήκα γράμμα από το στρατιώτη.Πατερούλη,είπα μέσα μου,πώς το ήξερες,ότι θα λάβω γράμμα;Επειδή δεν μπορούσα να πηγαίνω συνέχεια να τον κα­θαρίζω, συνεννοηθήκαμε μαζί με άλλες κυρίες και δίναμε κάποιο χρηματικό ποσό σε μια κυρία Σταθούλα και τον περιποιόταν.Με έλεγε «μανούλα μου» και τον ρώτησα,-Γιατί με λες «μανούλα μου»;-Γιατί ή μάννα μου με εγκατέλειψε μικρό και το 'χω παράπονο,δεν έπρεπε να με εγκαταλείψει ή μανούλα μου.Εσείς οι Μανιάτες κάποτε είσαστε οι καλύτεροι άνθρωποι,τώρα χαλάσατε,γίνατε οι χειρότεροι.Πολλά μου έλεγε,πού δεν τα θυμάμαι.



Κάποια φορά,

πού είμαστε πολλές γυναίκες στο δωμάτιο του Χαραλάμπη, είπε στην κουμπάρα μου:

-Πήγαινε ν' ανάψεις το καντήλι, γιατί έσβησε.

Πήγε και το βρήκε σβηστό, ενώ ή ίδια προ ολίγου το είχε ανάψει.

Όλες οι κυρίες αναρωτιόμαστε,

πώς το είδε ο Χαραλάμπης ότι έσβησε.

Δύο μέρες, επειδή είχα κάποιες δουλειές, δεν πήγα να τον ιδώ.

Κάποια στιγμή,

μια γειτόνισσα μου φώναξε:

-Πηνελόπη, ήρθε ο Χαραλάμπης.

Βγαίνω στο μπαλκόνι και τον βλέπω να στέκει στον τοίχο.

-Είσαι καλά; με ρώτησε. Δεν ήρθες και ανησύχησα. Θα έκανε ώρα να φτάσει στο σπίτι μου.

Περπατούσε σαν το μικρό παιδάκι, βήμα-βήμα, ακουμπώντας τα χέρια του στους τοίχους,

για να μην πέσει...

Όταν τον παραστέκαμε να πεθάνει, ερχόντουσαν από διαφόρους τόπους γυναίκες και έλεγαν κλαίγοντας:

-Χαραλάμπη,

εσύ μας έθρεψες, εσύ μας έντυσες... εσύ μεγάλωσες τα παιδιά μας... 

Κάποια άλλη φορά μου είπε:

-Θα γίνει πόλεμος μεταξύ Αμερικής και Ρωσίας, θα νικήσει ή Αμερική,

αλλά δε θα βρεθούν χέρια να τη χειροκροτήσουν.

Όταν πέθανε, τον στόλισαν σαν γαμπρό, τον κηδέψαμε στο μοναστήρι του Παναγουλάκη 

και θυμάμαι ήταν λαο­θάλασσα ο κόσμος στην κηδεία του!...

Συνεχίζεται...



Αποσπάσματα από το βιβλίο ''ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ''
Έκδοση της Ιεράς Μονής Παναγουλάκη Μεσσηνίας
Έτος 1993.Δεύτερη έκδοσις 1994
Τρίτη 1998
Ιερά Μονή Παναγουλάκη, Καλαμάτα,241 00
Εισαγωγή, τίτλος και επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


Χαραλάμπης ο Δια Χριστόν Σαλός


Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΑΟΙΔΗΜΟΣ ΙΕΡΑΡΧΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΚΑΒΟΥΡΙΔΗΣ




῾Ο ῾Ομολογητὴς ῾Ιεράρχης Μητροπολίτης, 
πρώην Φλωρίνης κ.Χρυσόστομος Καβουρίδης, 
῾Ηγέτης τῆς Μαρτυρικῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Πατρίου ῾Ημερολογίου ῾Ελλάδος 
1870 - 7.9.1955.



Ως ελάχιστη ἀπότισι τιμῆς στὴν ἱερὰ μνήμη τοῦ συγχρόνου ῾Ομολογητοῦ τῆς ᾿Ορθοδοξίας,
Μητροπολίτου πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου Καβουρίδη,
ὑπενθυμίζουμε συνοπτικῶς ὡρισμένα βιογραφικὰ στοιχεῖα του,
τὰ ὁποῖα παρουσιάζουν ἀνάγλυφα τὸ μεγαλεῖο τῆς ψυχῆς τοῦ ἐκλεκτοῦ αὐτοῦ σκεύους τῆς Θείας Χάριτος,
πρὸς παραδειγματισμόν, στήριξιν καὶ ἐνίσχυσιν ἰδίως τῆς νεωτέρας γενεᾶς
τοῦ ᾿Ακαινοτομήτου Πληρώματος τῆς ᾿Εκκλησίας,
ἀλλὰ καὶ ἀναζωπύρωσι τῆς ὁμολογιακῆς του παρρησίας στὶς δύσκολες ἡμέρες μας.
Ο ἀείμνηστος ῾Ιεράρχης Χρυσόστομος Καβουρίδης
ἐγεννήθη στὶς 13.11.1870 στὴν Μάδυτο τῆς ᾿Αν.Θράκης ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς.
Λόγῳ τῆς ἰδιαιτέρας κλήσεώς του στὰ ἐκκλησιαστικὰ καὶ τῆς ὀξυνοίας του,
ἐπεθύμησε νὰ φοιτήση στὴν Θεολογικὴ Σχολὴ τῆς Χάλκης,
ὅπου καὶ ὡλοκλήρωσε τὶς σπουδές του τὸ 1901 μὲ βαθμὸ ἄριστα.
Τὸ ἴδιο ἔτος ἐχειροτονήθη Διάκονος ἀπὸ τὸν Πατριάρχη ᾿Ιωακεὶμ τὸν Γ'
καὶ διετέλεσε ῾Ιεροκῆρυξ Πανόρμου καὶ ἀργότερα
Μέγας Πρωτοσύγκελλος τῶν Πατριαρχείων.




Διεκρίνετο ἐξ ἀρχῆς γιὰ τὸ σεμνοπρεπὲς καὶ ἀκέραιον τοῦ χαρακτῆρος του, γιὰ τὴν μεγάλη ἐμβρίθεια καὶ τὴν ρέουσα ρητορικότητά του, γιὰ τὰ διοικητικά του χαρίσματα καὶ γιὰ τὸν ἡρωϊσμὸ τῆς ψυχῆς του. Τὴν 6.8.1908, σὲ ἡλικία 38 ἐτῶν, ἐχειροτονήθη ᾿Επίσκοπος ῎Ιμβρου καὶ Τενέδου καὶ τὸ 1912 προήχθη σὲ Μητροπολίτη Πελαγονίας, μὲ ἕδρα τὸ Μοναστήριον (Βιτώλια) τῆς Βορείου Μακεδονίας, στὴν ἰδιαίτερα νευραλγικὴ αὐτὴ θέσι κατὰ τὴν ἐξαιρετικὰ δύσκολη ἐποχὴ τοῦ Α' Παγκοσμίου Πολέμου καὶ τῶν ταραγμένων χρόνων μετὰ ἀπὸ αὐτόν, ὅπου καὶ ἀνέπτυξε θαυμαστὴ ἐθνικοθρησκευτικὴ δρᾶσι. ᾿Αγωνίσθηκε ὑπὲρ Πίστεως καὶ Πατρίδος γιὰ τὰ δίκαια τῆς ᾿Ορθοδοξίας καὶ τοῦ ῾Ελληνισμοῦ καὶ ἐτιμήθη γιὰ τὴν δραστηριότητά του. ῞Ομως,ἐξ αἰτίας πολιτικῶν μεταβολῶν στὸν χάρτη τῆς περιοχῆς τῆς ᾿Επαρχίας του, εὑρέθη ἐξόριστος στὸ ῞Αγιον ῎Ορος τὸ 1918 μὲ ἀκόλουθο τὸν Διάκονό του ᾿Αθηναγόρα Σπύρου, τὸν μετέπειτα Οἰκουμενιστή, δυστυχῶς, πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως! 


Στὴν ἐντελῶς παράνομη καὶ ἀντικανονικὴ ἐκλογὴ ὡς Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου τοῦ διαβοήτου Μελετίου Μεταξάκη τὸ 1921, ὁ ἐραστὴς τῆς Κανονικῆς Τάξεως πρώην Πελαγονίας Χρυσόστομος ἀντετάχθη σθεναρῶς καὶ κατέφυγε στὴν ᾿Αλεξάνδρεια γιὰ νὰ ἀποφύγη πιθανὴ δεύτερη ἄδικο ἐξορία. ῾Ο Μελέτιος Μεταξάκης προσεπάθησε νὰ τὸν καθαιρέση, ἀλλὰ ἡ προσπάθειά του ἐναυάγησε. Περὶ τὸ ἔτος 1926, μετὰ ἀπὸ σύντομο ἐκλογή του ὡς Μητροπολίτου Φιλιατῶν καὶ Γηρομερίου, ὁ θαρραλέος ῾Ιεράρχης Χρυσόστομος ἐτοποθετήθη στὴν νεοϊδρυθεῖσα τότε Μητρόπολι Φλωρίνης, τὴν ὁποία καὶ διεποίμανε θεοφιλῶς μέχρι τὸ 1932, ὁπότε καὶ παρητήθη τῆς ἐνεργοῦ δράσεως διὰ λόγους ὑγείας, παραμείνας στὴν ᾿Αθήνα καὶ ἀφοσιωθεὶς στὸ κήρυγμα, τὴν συγγραφὴ καὶ τὴν φιλανθρωπία. Τότε ἦταν ποὺ ἄρχισε νὰ συνεργάζεται μὲ τοὺς ᾿Ακαινοτομήτους τοῦ Πατρίου ῾Ημερολογίου, συγγράφων ἄρθρα στὸ ἐπίσημο περιοδικό τους «Κῆρυξ τῶν ᾿Ορθοδόξων» μὲ τὴν ὑπογραφὴν «᾿Εκκλησιαστικός». 


Οἱ συνθῆκες πλέον εἶχαν ὡριμάσει. Η Χάρις τοῦ Θεοῦ, ἡ ῾Οποία προετοίμαζε μέσα ἀπὸ τὶς ἀνεξιχνίαστες ὁδούς Της τὸν ἀγωνιστὴ τῆς ᾿Ορθοδοξίας κατὰ τῆς Καινοτομίας τοῦ νέου ἡμερολογίου, τῆς ἀπαρχῆς αὐτῆς τῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ στὸν χῶρο τῆς ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, καλοῦσε τώρα τὸν ὑπάκουο δοῦλο Της σὲ δρᾶσι ἀπὸ μία νέα ἔπαλξι. Καὶ ὁ ἐκλεκτὸς ἐργάτης τοῦ Κυρίου, ὡς πιστὸς καὶ φρόνιμος Οἰκονόμος συγκατετέθη καὶ ἔτσι ἄρχισε ἡ πιὸ ἔνδοξη καὶ δύσκολη περίοδος τῆς ζωῆς του, ἡ ὁποία τοῦ ἔπλεξε τὸν ἀμαράντινο χρυσοῦν στέφανο τῆς ῾Ομολογίας... Τὸ ἔτος 1935, μαζὶ μὲ τοὺς Μητροπολῖτες Δημητριάδος Γερμανὸ καὶ Ζακύνθου Χρυσόστομο, ἀποτειχίζονται ἐκ τῆς καινοτόμου ἐκκλησίας τοῦ νέου ἡμερολογίου καὶ ἀναλαμβάνουν τὴν διαποίμανσι τοῦ στερουμένου μέχρις ἐκείνης τῆς στιγμῆς ᾿Αρχιερέως ἡρωϊκοῦ Ποιμνίου τοῦ Πατρίου ῾Ημερολογίου. Τὸ χαρμόσυνο καὶ ἱστορικὸ αὐτὸ γεγονός, ἀνυπολογίστου πνευματικῆς ἀξίας καὶ σπουδαιότητος, ἐπεσφραγίσθη μὲ Θεία Λειτουργία στὸν Κολωνὸ ᾿Αθηνῶν τὴν 13.5.1935 τῇ συμμετοχῇ πλέον τῶν 25.000 πιστῶν τοῦ Πατρίου! Αμέσως συνεκροτήθη ἡ ῾Ιερὰ Σύνοδος τῶν ᾿Ακαινοτομήτων καὶ ἐχειροτονήθησαν τέσσερις νέοι ᾿Αρχιερεῖς, ἐφ᾿ ὅσον ἡ σύνοδος τῆς Καινοτομίας, ὄχι μόνον δὲν ἀνένηψε, μετὰ ἀπὸ τὴν ἔκκλησιν ἐπανορθώσεως ποὺ τῆς ἀπηύθυναν οἱ τρεῖς ῾Ομολογηταὶ ῾Ιεράρχαι, ἀλλὰ καταθορυβηθεῖσα καὶ καταταραχθεῖσα, προέβη σὲ διώξεις καὶ ἐξορίες αὐτῶν. 


Ο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος καὶ οἱ μετ᾿ αὐτὸν «καθηρέθησαν» ὑπὸ τῶν Καινοτόμων, πρᾶγμα ποὺ ἀποτελεῖ τίτλον τιμῆς καὶ διάσημον ᾿Ορθοδοξίας, καὶ ὁ ἴδιος συνελήφθη καὶ ἐξωρίσθη στὴν ῾Ιερὰ Μονὴ ῾Αγίου Διονυσίου ᾿Ολύμπου. ᾿Εκεῖ παρέμεινε ἐπ᾿ ὀλίγον διότι ἀνεκλήθη συντόμως. ῎Εκτοτε ἀφιερώθη ψυχῇ τε καὶ σώματι στὸν ἀγῶνα γιὰ τὴν ἀναστύλωσι τῆς Πατρώας Παραδόσεως, στὴν ἐνίσχυσι καὶ διαποίμανσι τῶν διωκομένων προβάτων τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἀντιμετώπισι τῶν πειρασμῶν τῆς διασπάσεως τῶν ᾿Ακαινοτομήτων ἐξ αἰτίας θεολογικῆς ἀγνοίας καὶ ἀκαμψίας, ὡς καὶ τραγικῆς ἐλλείψεως ἐκκλησιαστικοῦ ἤθους καὶ χαρισματικῆς εὐλυγισίας. Χάριτι Θεοῦ, ἀντεπεξῆλθε σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς δυσκολίες μὲ αληθινή γαλήνη ψυχῆς, λειτουργῶν, προσευχόμενος, παραδειγματίζων, ὁμιλῶν, κηρύττων ή συγγράφων, περιοδεύων και ἀπολογούμενος είναι αλήθεια, ἐν μέσῳ πολλών δυσκόλων και από κάθε απόψεως ποικίλων ἀντιξοοτήτων: λοιδορούμενος, διωκόμενος, ὑστερούμενος, θλιβόμενος, κακουχούμενος, συρόμενος στὰ εἰδώλια τῶν δικαστηρίων καὶ ἀδικούμενος... Καὶ ὅλα αὐτὰ ὄχι μόνον, δυστυχῶς, ἀπὸ τοὺς Καινοτόμους διώκτας του, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς του ἐν Χριστῷ καὶ συναγωνιστάς του!... 


Καὶ δὲν θὰ ἦταν ἀνθρωπίνως δυνατὸν νὰ τὰ ἀνθέξη, ἂν δὲν εἶχε αἰσθητὴ τὴν ἀντίληψι τῆς Θείας Χάριτος καὶ μία σιδηρᾶ πίστι καὶ ἀποφασιστικότητα ἕως θανάτου. Τὸ 1951 ξέσπασε ὁ νέος φοβερὸς διωγμὸς τῶν καινοτόμων κατὰ τῶν ᾿Ορθοδόξων τοῦ Πατρίου ἐπὶ ἀρχιεπισκόπου Σπυρίδωνος Βλάχου. Ο ῾Ομολογητὴς ῾Ιεράρχης πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος συλλαμβάνεται καὶ ἐξορίζεται ἐπὶ δεκαπεντάμηνον στὴν ἀπομακρυσμένη ῾Ιερὰ Μονὴ ῾Υψηλοῦ Μιτυλήνης, διανύων ἤδη τὸ 81ο ἔτος τῆς ἡλικίας του! Καὶ πάλι τὸ ἀδαμάντινον τῆς ψυχῆς του ἔμεινε στερρὸ καὶ λαμπερὸ καὶ ἡ δρόσος τῆς Χάριτος τὸν ἐπαρηγόρει θαυμασίως. Εἶναι ἐνδεικτικόν, ὅτι ὅταν κάποτε τὸν ἐπισκέφθηκε ὁ φύλακάς του στὸ κελλὶ τῆς ἐξορίας του, εἶδε αὐτὸν νὰ προσεύχεται περιβαλλόμενον φῶς οὐράνιον καὶ ἀστραπηβόλον!... Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἐξορίας του αὐτῆς, τοῦ ἔγινε πρότασις ἀπὸ τὸν πρώην Διάκονό του καὶ ἤδη πατριάρχη ᾿Αθηναγόρα νὰ ἐπανέλθη στὴν Καινοτομία καὶ νὰ «ἀποκαταστασθῆ», ἐγκαταλείπων ἔτσι τὸν ῾Ιερὸν ᾿Αγῶνα καὶ τὶς ᾿Αρχές του. Η ἀξιοπρεπεστάτη ἀπάντησις τοῦ ῾Ομολογητοῦ ῾Ιεράρχου ἦταν βεβαίως ἀρνητική, ὡς ἀπόρροια δὲ μιᾶς ἀρχιερατικῆς καρδιᾶς,φλεγομένης ἀπὸ τὴν ἀγάπη γιὰ τὴν ᾿Εκκλησία, πέρασε στὴν ῾Ιστορία. Μετὰ τὴν ἐπανάκαμψή του καὶ ἕως τῆς τελευτῆς του συνέχισε τὸν καλὸν ἀγῶνα τῆς πίστεως καὶ ἀρετῆς. 


Η ἁγιότης τοῦ βίου του, τὸ σεμνὸν, κόσμιον, ἀφιλοχρήματον καὶ ἀξιοπρεπές, ἡ εὐγένεια, τὸ ἦθος καὶ ἡ διάχυτος καλωσύνη του, τὸ ταπεινὸν καὶ πρᾶον τοῦ χαρακτῆρος του ἀκόμη καὶ στὶς πλέον θυελλώδεις στιγμὲς τοῦ ἀγῶνος του, ἡ λεπτότης τῶν τρόπων του καὶ ὁ σεβασμός, μὲ τὸν ὁποῖον ἀντιμετώπιζε πάντα ἄνθρωπον καὶ τὸν πλέον «κατώτερόν» του ἀπὸ πάσης ἀπόψεως, προσέδιδαν στὴν ἁγνή του ὕπαρξι μίαν οὐράνια διάστασι. Απέπνεε ἀπέραντο σεβασμὸ στὸ περιβάλλον του,στοὺς συνεργάτες καὶ στὰ πνευματικά του τέκνα, ὅμως ποτὲ δὲν τὸ ἐκμεταλλευόταν αὐτό, ὥστε νὰ ἐπιβάλλη κάτι παρὰ τὴν θέλησι ἢ τὴν ἐλεύθερη συγκατάθεσί τους. Εἶχε μεγάλη ἀνεξικακία καὶ οὐδέποτε παραφέρθηκε κατὰ τῶν διωκτῶν καὶ συκοφαντῶν του. Ποτὲ ἐπίσης δὲν μέμφθηκε ἢ κατέκρινε κάποιον γιὰ ὁποιοδήποτε ἁμάρτημα, λάθος ἢ ἐλάττωμα ἀντιλαμβανόταν. 'Ηταν ὑπεράνω μικροπρεπειῶν καὶ ἀπρεπειῶν καὶ τὸν διέκρινε τὸ λιτὸν καὶ ἀπέριττον σὲ ὅλες τὶς ἐκφάνσεις τῆς ζωῆς του. ῾Η περιβολή του, ἐντὸς καὶ ἐκτὸς Ναοῦ, ἦταν ἡ ἁρμόζουσα σὲ ῾Ιεράρχη μαρτυρικοῦ, ἐμπεριστάτου καὶ διωκομένου Ποιμνίου, χωρὶς ἴχνος ματαιοδοξίας, αὐταρεσκείας καὶ προκλητικῆς ἐπιδεικτικότητος.





῾Ο φόβος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος τὸν συνεῖχαν
μέχρι τῆς τελευταίας ἡμέρας τῆς ἐπιγείου ζωῆς του.
῎Ετσι,
ἀρχὰς Σεπτεμβρίου τοῦ 1955,
προαισθανόμενος τὸ τέλος του, ἐκάλεσε τὸν Πνευματικό του,
τὸν χαρισματικὸ π. ᾿Ιωάννη τῆς ᾿Αμφιάλης, γιὰ νὰ ἐξομολογηθῆ.
Καθαρμένος ψυχικῶς καὶ σωματικῶς,
ἐζήτησε νὰ τοῦ στρώσουν σὲ καθαρὰ ὁλόλευκα σεντόνια καὶ παρέδωσε
ἀνώδυνα καὶ εἰρηνικὰ τὴν ὁλόλευκη ψυχή του στὸν Κύριο καὶ Θεό,
γιὰ νὰ ἀναπαυθῆ ἐκ τῶν κόπων καὶ πόνων του!
῎Οντως, «τοιοῦτος ἡμῖν ἔπρεπεν ᾿Αρχιερεύς»!...
᾿Ετάφη στὴν ῾Ιερὰ Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Πάρνηθος,
κατὰ δὲ τὴν ἐκταφὴ τῶν ἱερῶν του Λειψάνων ἐξεχύθη μία λεπτὴ ἄρρητος εὐωδία σὲ ὅλο τὸ Μοναστήρι...
Εἴθε ἡ εὐχή του νὰ μᾶς σκεπάζη,νὰ μᾶς συνοδεύη
καὶ νὰ μᾶς ἐνισχύη στὴν διακράτησι
τῆς ἱερᾶς Παρακαταθήκης αὐτοῦ!...




Αντιγραφή από το περιοδικό ''ΑΓΙΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ''
 αριθμός 298
Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2000
σελίδες 350, 351, 354
Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ



Μακαριστός Ιεράρχης, πρώην Φλωρίνης κ. Χρυσόστομος Καβουρίδης


Ο ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ




Υπάρχουν άραγε σήμερα Άγιοι;

Αναρωτιέται μυστικά κάθε ορθόδοξη και ευλαβής ψυχή.

Κρίσιμο το ερώτημα και δύσκολη στ' αλήθεια η απάντηση,αφού στην ζοφερή πνευματικά εποχή μας,

όπου επλήθυναν η ανομία,

η πλάνη και η ασέβεια,

φαίνεται ταυτόχρονα να έλειψαν και οι μεγάλες άγιες μορφές του παλαιού καιρού,

εκείνοι οι πύρινοι στύλοι της Θείας Χάριτος, οι Άγιοι οι θαυμαστοί,

που ήσαν ιερά σκεύη και δοχεία του Αγίου Πνεύματος, κατοικητήρια της Αγίας Τριάδος,

πηγές θαυμάτων,

ζώντες και μετά θάνατον, οι προορατικοί, οι ιαματικοί, οι ταπεινοί, οι ασκητικοί,

όλοι εκείνοι οι χαρισματούχοι και θαυματουργοί.

Σήμερα μοιάζει να χάθηκαν πια αυτά τα φώτα των ανθρώπων,

η ελπίδα και παρηγοριά των ευλαβών χριστιανών,

οι Άγιοι,

που οι προσευχές τους κρατούσαν τον Κόσμο.

Σύμπτωμα κι αυτό, χαρακτηριστικό της προδρομικής της Αντίχριστου εποχής μας,

προφητευμένο άλλωστε πριν πολλούς αιώνες ή άκριβέστερα χιλιετηρίδες από το Πνεύμα το Άγιο,

για μας τους σημερινούς ογδοήτες 

και τούς προσυντελειακούς καιρούς,

όπου όλα τα σημάδια δείχνουν ότι εισερχόμαστε σιγά-σιγά.



Σ' έναν από τους πρώτους μόλις ψαλμούς του Δαυίδ,τον ενδέκατο,βλέπουμε ως τίτλο την εσχατολογική επιγραφή «Εις το τέλος υπέρ της όγδοης»,ενώ αμέσως μετά αρχίζει ο ψαλμός με μια προσευχή-προφητεία:«Σώσον με,Κύριε,ότι εκλέλοιπεν όσιος».Είναι τόσο σαφής εδώ η αναφορά ατους τελευταίους καιρούς (εις το τέλος),στον όγδοο και τελευταίο αιώνα (υπέρ της ογδόης) και στην τότε απουσία των Αγίων (εκλέλοιπεν όσιος),που κάθε σχόλιο περιττεύει.Τί λοιπόν;Εγκατέλειψε ο Θεός το σημερινό κόσμο εξ' αιτίας της αποστασίας του από Αυτόν;Εξαντλήθηκαν άραγε η άφατη μακροθυμία Του και το άμετρο έλεός Του;


Είπε μήπως πάλι ο Κύριος με άγανάκτηση «Ώ γενεά άπιστος καί διεστραμμένη!έως πότε έσομαι μεθ΄υμών;έως πότε ανέξομαι υμών;» (Μτθ. ιζ' 17),όπως και τότε που ήταν επί της γης σωματικώς;Θέλουμε να πιστεύουμε πως όχι ή τουλάχιστον όχι ακόμα.Κι αυτό,επειδή βλέπουμε να συνεχίζεται αμείωτος καθημερινά ο χείμαρρος των ευεργεσιών Του προς εμάς τους αναξίους και αχαρίστους και αμαρτωλούς.Μία από τις οποίες είναι ότι ακόμα και σήμερα-ω της απείρου ευσπλαχνίας σου Κύριε!-αναδεικνύει και μας χαρίζει άγιες και προφητικές μορφές για φωτισμό,έλεγχο και καθοδήγησή μας.Ναι, αναμφισβήτητα,ακόμα και σήμερα,χάρη στο έλεος του Θεού υπάρχουν Άγιοι! Αρκεί-εμείς να έχουμε ανοιχτά τα μάτια της ψυχής,για να τους βλέπουμε.Και αυτός είναι ο σκοπός αυτού του βιβλίου.Να τοποθετήσει μπροστά στα μάτια-τα αισθητά,όσο καί τά νοητά του ευρύτερου κοινού,την πιο παράξενη ίσως οσιακή μορφή των καιρών μας:Τον Χαραλάμπη,τον διά Χριστόν σαλόν,που έζησε και έδρασε στα Αρκαδικά και Μεσσηνιακα χώματα,στα τρία πρώτα τέταρτα του αιώνα μας.Πιθανόν αρκετοί να έχουν ήδη ακούσει γι'αυτόν.Οι περισσότεροι όμως σίγουρα όχι.


Έτσι,με την παρουσίαση του βίου του σε βιβλίο,εκπληρώνουμε ταυτόχρονα ελάχιστο διπλό χρέος,αφ' ενός τιμής προς την μνήμη εκείνου,αφ'έτέρου αγάπης προς τον άγνωστο,αλλά πλησίον μας αναγνώστη.Από εκεί και μετά είναι θέμα του τελευταίου να μπορέσει να «δει» και να γνωρίσει τον άγιο του Θεού,ώστε να ωφεληθεί.«Ο έχων...οφθαλμούς οράν...βλεπέτω».Σε μας δεν απομένει παρά να δοξάσουμε και να ευχαριστήσουμε εκ βαθέων τον Κύριο,που μας τον έστειλε και μας τον χάρισε στην σημερινή εποχή του πνευματικού σκότους και της απελπισίας,ώστε να φωτισθούμε,να ευφρανθούμε και να παρηγορηθούμε,έστω καί προς ώρας,στο φως του λύχνου του.«Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον εις τους αιώνας» (Ιώβ α' 21).



Η ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ


Μυθογραφία μυθιστορηματική δεν γράφουμε,ούτε διηγήσεις τερπνές και κατάλληλες για περιδιάβαση καί ψυχαγωγία αρμαθιάζουμε!Γεγονότα ιστορικά παραθέτουμε,όπως βγήκαν από το στόμα εκείνων που τον είδαν,τον άκουσαν και τον γνώρισαν.Ο λόγος για τον «Ζουρλοχαραλάμπη,τον κολλητσιδιάρη»,όπως τον ονομάτιζαν περιπαίζοντάς τον,όσοι επιφανειακά και επιπόλαια τον αντίκρυσαν. Θά΄ταν άδικο,όσα είπε και έκαμε να παραδοθούν στην λησμονιά,χωρίς να καταγραφούν για τούς νεώτερους.Φαίνεται βέβαιο,πως γεννήθηκε στο Αρκαδικό Δυρρόχι το 1896,και πάντως μετά τον θάνατο του πατέρα του Χαραλάμπη,και γι' αυτό,όπως συνηθιζόταν,πήρε τ'όνομά του:«Χαραλάμπης».


Η μητέρα του ξαναπαντρεύτηκε στα Χριστοφιλαίικα, Μεσσηνιακό χωριό κοντά στον Άγιο Φλώρο, αφήνοντάς τον σε συγγενείς στο πατρικό σπίτι. Ακολούθησε λίγες τάξεις στο Δημοτικό Σχολείο, ασχολήθηκε μεγαλώνοντας σε αγροτικές εργασίες. «Ανυπότακτος» ο Χαραλάμπης Παπαδόγιαννης το 1916, «αγνώστου διαμονής» το 1920, «ουδαμού ανευρέθη» το 1940. Εκοιμήθη την 10η Οκτωβρίου του 1974. Όμως κάτι πρέπει να τον συγκλόνισε στα ενδιάμεσα νεανικά του χρόνια. Λεπτομέρειες δεν είναι γνωστές, μαρτυρίες εξακριβωμένες δεν υπάρχουν. Ό,τι και να πει κανείς βρίσκεται σε περιοχή αμάρτυρη και αβέβαιη. Το καλύτερο είναι ν' αφήσουμε να μιλήσουν εκείνοι, που τον γνώρισαν, όσοι και όπως τον κατάλαβαν...

     


ΟΣΟΙ ΤΟΝ ΕΙΔΑΝ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΚΟΥΣΑΝ ΑΦΗΓΟΥΝΤΑΙ...ΤΩΡΑ ΠΟΥ ΠΑΘΑΤΕ ΤΟ ΚΑΚΟ ΓΥΡΙΣΑΤΕ;


Παναγιώτα Σωτηράκου,70 ετών,κάτοικος Καλαμάτας,διηγείται τα εξής:Απ' αυτά που θα πω,άλλα ξέρω προσωπικά η ίδια κι' άλλα τα έχω ακούσει από την μητέρα μου.Ο Χαραλάμπης ερχόταν συχνά στο σπίτι μας,πάντα ξυπόλητος και μ' ένα σακκί στη μέση.Φορούσε ένα μεγάλο ξύλινο Σταυρό και τα μαλλιά του ήταν αχτένιστα και άλουστα. Μια φορά, θυμάμαι, όταν ήμουν μικρή, δέκα με δεκαπέντε ετών, αρρώστησα και ήμουν στο κρεββάτι με σαράντα πυρετό.Ο Χαραλάμπης πέρασε από το σπίτι μας.Ήταν,θυμάμαι,κρεατινές απόκριες.Όταν με είδε,είπε στην μητέρα μου:-Τί έχει το κορίτσι;-Είναι άρρωστο,έχει πυρετό,του είπε.-Φέρε μου ένα ποτήρι καθαρό νερό,της είπε.Έβαλε τον Σταυρό μέσα στο νερό του ποτηριού και συγχρόνως έλεγε κάτι,αλλά δεν ακούγαμε.


Καταλάβαμε όμως,ότι έκανε προσευχή.Μόλις έβγαλε τον Σταυρό,μου έδωσε να πιω από το νερό του ποτηριού κι έρριξε και λίγο στο κεφάλι του.Δεν πέρασαν λίγα λεπτά και σηκώθηκα αμέσως.Αισθανόμουν εντελώς καλά.Μια άλλη φορά είχε φέρει στο σπίτι μας ένα κοφίνι άπλυτα μπουκάλια κι ένα μπουκάλι Αγιασμό.Τότε είπε στην μητέρα μου:-Αυτά τα μπουκάλια να τα πλύνεις όλα καθαρά και θα περάσω να τα πάρω.Το μπουκάλι με τον Αγιασμό να το βάλεις στο μπουφέ σου και να μην το πειράξει κανένας.Εκεί στην γειτονιά μας αρρώστησε ένας άνθρωπος (τρελλάθηκε).Πήρε η μητέρα μου σ' ένα ρακοπότηρο λίγο απ'τόν Αγιασμό κι έδωσε στον άρρωστο να πιει.Έπειτα από τρία χρόνια πέρασε ο Χαραλάμπης να πάρει τα μπουκάλια και τον Αγιασμό.Μόλις είδε τον Αγιασμό,γύρισε και είπε στην μητέρα μου:-Λείπει Αγιασμός από το μπουκάλι.Τίνος έδωσες;-Χαραλάμπη μου,δεν έδωσα σε κανέναν,απάντησε η μητέρα μου.-Μωρή παράλυτη,πήγες κι'έδωσες στον συφιλιδικό,Αγιασμό;'Οταν ακούσαμε αυτό που είπε,όλοι στο σπίτι τα χάσαμε.


Άλλη φορά η μητέρα μου πήγαινε στο κτήμα της στην Μικρομάνη με τό γαιδουράκι της.Ήταν νύχτα.Στον δρόμο,από μακρυά και προς τα εμπρός της έβλεπε ένα μεγάλο φως.Χτυπούσε γρήγορα το γαιδούρι,για να φτάσει τον άνθρωπο με το φώς και να βαδίζουν παρέα.Η μητέρα μου νόμιζε,ότι αυτός ο άνθρωπος κρατούσε λάμπα ασετυλίνης.Αφού τον έφτασε,είδε τον Χαραλάμπη και τον ρώτησε:-Πού είναι το φως,που κρατούσες Χαραλάμπη;-Δεν κρατούσα φως,της απάντησε.Και είδε η μητέρα μου στο ένα του χέρι να έχει ένα σακκί στον ώμο με πράγματα και στ' άλλο,το ραβδάκι του.Θυμάμαι πάλι,όταν είχε έρθει ένα απόγευμα στο σπίτι μας και μου είπε:-Την γιαγιά σου,να την αγαπάτε.-Τήν αγαπάμε,του είπα.-Γιατί σας έδωσε το αίμα της καρδιάς της και σας έγραψε την περιουσία της.Αναρωτιόμαστε στο σπίτι,πως ήξερε ο Χαραλάμπης,ότι η γιαγιά μου είχε γράψει την περιουσία της στον πατέρα μας.


Πριν γυρίσουμε με το Παλαιό (Ορθόδοξο Εορτολόγιο),ερχόταν στο σπίτι μας και μας έλεγε:-Να γυρίσουτε με το Παλαιό,γιατι θα πόθουτε μεγάλο κακό.Μετά από λίγα χρόνια μας φώτισε ο Θεός και γυρίσαμε στην Ορθοδοξία.Μια μέρα,που πήγαινα με την μητέρα μου στην εκκλησία,στο μοναστήρι του πάτερ Ηλία Παναγουλάκη,μας συνάντησε στην σκάλα της εκκλησίας και μας είπε:-Τώρα,που πάθατε το κακό,γυρίσατε;Η μητέρα μου του είπε:-Χαραλάμπη μου,τι κακό πάθαμε;Αυτός της απάντησε:-Μωρή μουρλή απ'ό,τι έπαθες υπάρχει άλλο χειρότερο;Εκείνη την χρονιά είχαν πεθάνει ένας αδελφός μου και μια αδελφή μου.Όταν ήμουν μικρή,θυμάμαι,ότι έγινε μεγάλη πλημμύρα στην Μικρομάνη.Η έκκλησία «η ΠΑΝΑΓΙΤΣΑ» γέμισε λάσπη.


Έπειτα από λίγο καιρό,η μητέρα μου και η αδελφή μου πήγαν κι' έβγαλαν την ξεραμένη λάσπη από την εκκλησία.Λίγο από το χώμα έρριξαν στο Ιερό και το έστρωσαν,για να μην έχει λακκούβες.Μετά από χρόνια,ο Χαραλάμπης μου είπε έξω από την εκκλησία:-Να πας στην «ΠΑΝΑΓΙΤΣΑ» να βγάλεις το χώμα από το Ιερό,που έρριξε η μάννα σου και η αδελφή σου.-Χαραλάμπη μου,δεν μπορώ να πάω,γιατι, αν με δούνε,θα νομίσουν ότι έχω κρύψει κάτι και ψάχνω να το βρώ.-Θα το κανονίσω εγώ,μου είπε.Άλλη φορά,θυμάμαι,έξω από την εκκλησία με πλησίασε και μου είπε:-Ό,τι ξέρουτε για μένα και για το φως,που είδε η μάννα σου,να μην πεις τίποτα τώρα.Να τα πεις όμως,μετά τον θάνατό μου!...



Η μοναχή Κικιλία Παυλίδου, 70 ετών, κάτοικος Λεύκτρου-Καστανέας Μάνης, αφηγείται:

Μένω στο μοναστήρι του Αγίου Κωνσταντίνου, που συνάμα είναι και πατρικό μου σπίτι απ' όταν γεννήθηκα.

Τον Χαραλάμπη, τον γνώρισα το 1935, τότε, που είχε πάει στον Προφήτη Ηλία και μετά ερχόταν για τον Άγιο.

Από το αλώνι μέχρι τον Άγιο ερχόταν με τα γόνατα.

Όταν τόν είδαν τα σκυλιά, γαύγιζαν.

Ο Χαραλάμπης τους έκανε το σημείο του Σταυρού και σταμάτησαν αμέσως να του γαυγίζουν.

Πήγε μέσα στον Άγιο,

προσευχήθηκε κι' ύστερα βγήκε έξω και κάθησε στον ίσκιο, γιατί ήταν καλοκαίρι.

Σέ λίγο έφτασε και ο πατέρας μου.

Όταν τον είδε ο Χαραλάμπης, του είπε: 

-Γιατι,καταραμένε,έκοψες τά δέντρα;

Ο Χαραλάμπης, το είπε αυτό, γιατι ο πατέρας μου είχε κόψει και πουλήσει δυο καρυδιές πολλών χρόνων,

που ήταν του μοναστηριού.

Κάποτε, θυμάμαι, με καμμιά δεκαπενταριά ορθοδόξους πήγαμε στον Προφήτη Ηλία, στον Ταύγετο.

Εκεί, την ώρα του Εσπερινού, είδαμε λάμψη.

Βγήκαμε έξω και είδαμε τρεις ακτίνες και λάμψη πάνω στο εκκλησάκι,

περισσότερο από τέταρτο της ώρας.

Αφού τελειώσαμε τον Εσπερινό, κάναμε και αγρυπνία.

Μετά από δέκα μέρες πήγα στην Καλαμάτα.

Ανεβαίνοντας στο πρώτο σκαλί της Ευαγγελίστριας, στο μοναστήρι Παναγουλάκη,

με είδε ο Χαραλάμπης και μου είπε:

-Σάς πλησίασε η Αγία Τριάδα!...

Συνεχίζεται...



Αποσπάσματα από το βιβλίο ''ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ''
Έκδοση της Ιεράς Μονής Παναγουλάκη Μεσσηνίας
Έτος 1993
Δεύτερη έκδοσις 1994, Τρίτη 1998
Ιερά Μονή Παναγουλάκη, Καλαμάτα,241 00
Εισαγωγή, τίτλος και επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


Χαραλάμπης ο διά Χριστόν Σαλός


Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015

ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ ΤΟΥ Ι.ΝΑΟΥ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΠΡΟΥΣΙΩΤΙΣΣΗΣ




ΠΑΝΗΓΥΡΙΣ ΙΕΡΟΥ ΝΑΟΥ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΠΡΟΥΣΙΩΤΙΣΣΗΣ.
ΑΙΤΩΛΙΑΣ 62.ΤΣΑΚΟΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ.



ΠΡΟΣΚΛΗΣΙΣ ΤΙΜΗΤΙΚΗ

Μέ τήν ευκαιρία της ετήσιας Πανηγύρεως του Ιερού ημών Ναού ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΠΡΟΥΣΙΩΤΙΣΣΗΣ σας προσκαλουμε, τους φίλους και όσους έχουν ιδιαίτερη ευλάβια στην Παναγία την Προυσιώτισσα, να συνεορτάσωμε την μνήμην της Συνάξεως της Θαυματουργου Εικόνας, κατά τον Πανηγυρικόν Εσπερινόν την ΠΕΜΠΤΗ ΕΣΠΕΡΑΣ ώρα 6 μ.μ.
ΘΑ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΕΙ Η ΛΙΤΑΝΕΥΣΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΕΙΚΟΝΟΣ ΚΑΙ Η ΑΡΤΟΚΛΑΣΙΑ.
ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΠΡΩΙ,ώρα 6 – 10.30 Π.Μ. ΘΑ ΨΑΛΕΙ Ο ΟΡΘΡΟΣ,Η ΑΡΤΟΚΛΑΣΙΑ ΚΑΙ Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΜΕΤΑ ΘΕΙΟΥ ΚΗΡΥΓΜΑΤΟΣ.
Στη συνέχεια θα παρατεθεί τράπεζα διά τους επισήμους και όλους τους προσκυνητάς. 



Ο Εφημέριος

+ Αρχιμανδρίτης Ευθύμιος Μπαρδάκας


ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΙΛΑΡΙΩΝ ΟΥΖΟΥΝΟΠΟΥΛΟΣ 1890-1960




Η μεταρρύθμησις του ημερολογίου ευρήκε τον Ιερομόναχον π. Ιλαρίωνα,
ως έναν των Εφημερίων της Μονής της Μεγίστης Λαύρας.
'Οπως και άλλοι Λαυριώται,
έτσι και αυτός επέδειξε ζωηρόν, έμπρακτον το ενδιαφέρον του
διά τον ήδη εν τω κόσμω διεξαγόμενον υπό των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών,
ιερόν αγώνα.
'Ητο και αυτός ένας από τους πρώτους,
που επεστράτευσε ο ιερός Σύνδεσμος των Ζηλωτών Πατέρων του Αγίου 'Ορους.
Ιδού, πως ο ίδιος περιγράφει εις την συνοπτικήν αυτοβιογραφίαν του,
που έγραψεν κατ' εντολήν του πρώτου Αρχιεπισκόπου και Προέδρου της Ιεράς Συνόδου της Ελληνικής Εκκλησίας Γ.Ο.Χ. (1935)''.
''Το 1926,
ένεκεν της καινοτομίας του Εκκλησιαστικού ημερολογίου και προτοπή των ζηλωτών Πατέρων
εξήλθον εις τόν Ιερόν αγώνα,
όπως προσφέρω και εγώ τας ελαχίστας μου υπηρεσίας εις την κινδυνεύουσαν πατροπαράδοτον ημών Πίστιν.
Κατά Σεπτέμβριον μήνα ήλθον εις θεσσαλονίκην
και παρέμεινα εκεί μέχρι των Χριστουγέννων.


Kατά το διάστημα αυτό απεστάλην παρά του Κέντρου της εκεί Κοινότητος θεσ/νίκης εις διάφορα Παραρτήματα της Μακεδονίας. Εις τα Παραρτήματα Σερρών, Νιγρίτης, Βεσνίκου ('Αγιον Πνεύμα), και άλλων. Εις τας παραμονάς δε των Χριστουγέννων απεστάλην εις το εν Χαλκιδική Παράρτημα της Νικήτης, ένθα παρέμεινα μέχρι των Αγίων θεοφανείων. Εκεί μου συνέβησαν τα μεγαλύτερα επεισόδια (περί αυτών γράφομεν εις τον παρόντα τόμον σελ. 38). Κατόπιν, το 1929, κατήλθον εις Αθήνας μετ' άλλης αποστολής Ιερομονάχων κατά τας αρχάς της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Την Κυριακήν της Ορθοδοξίας απεστάλην εις Χαλκίδα και μετά μίαν εβδομάδα επανήλθον. Μετά αμέσως απεστάλην εις Πελοπόννησον, εις το Κέρτεζη Καλαβρύτων, ένθα έμεινα οκτώ μήνας. Μή έχοντες δε Εκκλησίαν ηναγκάσθημεν να κάμωμεν μίαν παράγκαν και εκεί ελειτουργήσαμεν κατ' αρχάς μετά μεγάλων επεισοδίων. Διότι τη παροτρύνσει μου, οι Χριστιανοί εμψυχωθέντες αντέστησαν ερρωμένως εναντίον ισχυράς αστυνομικής δυνάμεως Κερτέζης καί Καλαβρύτων, ευτυχώς τη υποχωρήσει της αστυνομίας απεφεύχθη η αιματοχυσία. Κατά το διάστημα της διμήνου παραμονής μου παρηκολουθούμην μεν υπό της αστυνομίας, πλην όμως δεν ετόλμησαν επισήμως να μας ενοχλήσουν. Καταγγελθείς δε υπό του Καλαβρύτων Τιμοθέου εις την Μητρόπολιν Αθηνών, προσεκλήθην επανειλημμένως να απολογηθώ, αλλ'εγώ δεν επήγαινα, ούτε και οι χωροφύλακες με άφηναν να φύγω. Αλλ'επειδή και παρά της Κοινότητός μας προσεκλήθην να έλθω να απολογηθώ, όντος τότε του κ. Ευστρατιάδου, αλλά εις τον σιδηροδρομικόν σταθμόν των Καλαβρύτων συνελήφθην και, αφού εισήλθον εις τα κρατητήρια Καλαβρύτων και Πατρών, ήλθον εις Αθήνας εις το Τμήμα Μεταγωγών. 


Καταδικάσθείς από το Μητροπολιτικόν Δικαστήριον εις πενταετή αργίαν, απηλάθην και πάλιν εις 'Αγιον 'Ορος κατά τo τέλος Νοεμβρίου 1929. Διερχόμενος δε εκ θεσ/νίκης εκάθησα και πάλιν εις τό κρατητήριον τέσσερας ημέρας όλως παρανόμως, τη... αγαθή φροντίδα και φιλοξενία του Αρχιεπτσκόπου Θεσ/νίκης Γενναδίου. Παρέμεινα εις 'Αγιον 'Ορος μέχρι του μηνός Απριλίου, όπότε εξήλθον και πάλιν τον Απρίλιον 1930, διότι είχον δικαστήριον εις τα Καλάβρυτα και μη παρουσιασθείς δε, κατεδικάσθην ερήμην εις δέκα μηνών φυλάκισιν. Ενεργήσας δε ανακοπήν, μου επεβλήθη και πάλιν η ίδια ποινή. Κατόπιν έκαμα έφεσιν εις το Εφετείον Πατρών, όπου και ηθωώθην. Έκτοτε έμεινα εις τον Πειραιά εφημερεύων εις διαφόρους ενορίας Αθηνών ή Πειραιώς κατά μήνα εναλλάξ, διότι κατά το κρατούν τότε σύστημα, ο Ιερεύς ένα μήνα εφημέρευε εντός των Αθηνών ή Πειραιώς και ένα μήνα έξω εις τα Παραρτήματα. Κατά το διάστημα αυτό διήλθον ως εφημέριος τα εξής Παραρτήματα: δύο φοράς απεστάλην εφημέριος εις τα Παραρτήματα Θηβών, Λουτουφί, Μπάλτσα, Καπαρέλλι κλπ., δευτέραν φοράν εις Χαλκίδα, όπου εγκαινιάσαμεν την νυν Εκκλησίαν. 


Τρεις φοράς απεστάλην εις Αίγινα κατά διαφόρους καιρούς. Μίαν φοράν εις Νάξον καί μίαν φοράν εις Τήνον. Μίαν φοράν εις Λάρισαν και τα περίχωρα αυτης, κατά τας εορτάς των Χριστουγέννων το έτος 1930. Επίσης εις τα περίχωρα των Αθηνών, Παλούκια, Σαλαμίνα, Σπάτα, Μάνδρα, Μαγούλα, Βίλλια, κλπ. Το 1933, τη φροντίδι καί πρωτοβουλία μου συμπήξαμεν και το ηθικοθρησκευτικόν Σωματείον Πειραιώς ''Οι 'Αγιοι Κωνσταντίνος και 'Ελένη, το οποίον ωφέλησε αρκετά τον αγώνα μας, και το οποίον μέχρι σήμερον διατηρεί αίθουσαν κηρύγματος και έρχεται βοηθός εις πολλούς πτωχούς καί πάσχοντας. Αύτη είναι εν συντόμω η ελαχίστη και άσημος σταδιοδρομία μου κατά τα έτη αυτά του Ιερού μας αγώνος. Εν Πειραιεί τη 25/5/1936. Ο εν Ιερομονάχοις ελάχιστος, Ιλαρίων Ουζουνόπουλος''. Εις το χωριό του ήλθε διά πρώτην και τελευταίαν φοράν από το 'Αγιον 'Ορος, τον Οκτώβριον του έτους 1927. Είχεν έλθει εις τον Πολύγυρον διά να δικασθή εις το Εφετείον διά τα γνωστά γεγονότα της Νικήτης, όπου και ηθωώθη. 


Τότε επήγε και εις το χωριό του, όπου περέμεινε είκοσι ημέρες περίπου. Οι συγχωριανοί του δεν εδέχθησαν το νέον ημερολόγιον και ο Εφημέριος του χωριού π. Νικόλαος, του επέτρεψε να λειτουργήσει εις τον Ναόν του χωριού του, όπου και τους ομίλησε. Ως γνωστόν, οι περισσότεροι Αγιορείται Πατέρες, οι πρώτοι, που εξήλθον από το 'Αγιον 'Ορος διά να βοηθήσουν τον Ιερόν αγώνα των Γ.Ο.Χ., μετά την ανάληψιν της Εκκλησιαστικής Αρχής το 1935 υπό των εξελθόντων τότε Αρχιερέων, ίδρυσαν Γυναικείας Μονάς (ως επί το πλείστον). Αυτού του "κανόνος" ευτυχώς ή δυστυχώς δεν εξέφυγεν και ο π. Ιλαρίων. (Τό παράδειγμα των Αγιορειτών Πατέρων ακολούθησαν αργότερα πολλοί Ιερομόναχοι και Μοναχοί, ούτως, ώστε να αριθμούν σήμερα μικρά και μεγάλα Μοναστήρια, ογδόντα περίπου -ίδε βιβλίον ''Οδηγός Ιερών Μονών και Ησυχαστηρίων της Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. Ελλάδος, 'Εκδοσις των "ΠΑΤΡΙΩΝ''. Είχε πολλάς πνευματικάς θυγατέρας, που τον επίεζον να τους κτίση Μοναστήρι διά να μονάσουν. Ερεύνησαν πολλά ησυχαστικά μέρη, αλλ' ο π. Ιλαρίων δεν απεφάσιζε. Τέλος κατά το έτος 1940, προ του πολέμου απεφάσισαν και αγόρασαν την περιοχήν, που είναι κτισμένη σήμερον, η Μονή του Ευαγγελισμού εις Συκάμινον Ωρωπού. Κατά την αφήγησιν των Μοναζουσών, η περιοχή αυτή είχεν υποδειχθή κατά θαυμαστόν τρόπον από τον 'Αγιον Νικόλαον προ πενταετίας, δηλαδή, το έτος 1935. Η Μοναχή που μας το εδιηγήθη μας είπε τα εξής: "Είχαμε κουρασθή να ερευνώμεν κάθε τόσο με τον Γέροντα διά να εύρωμεν ένα ήσυχο μέρος για το Μοναστήρι μας. 


Πολλά χρήματα εξώδευσε ο Γέροντάς μας γυρίζοντας εδώ και εκεί. 'Ενα βράδυ είδα εις τον ύπνον μου, ότι ένας αμαξάς, που έμενε εις τα Καμίνια του Πειραιώς, τον οποίον έγνώριζα. Νικόλαος το όνομά του, ήλθε και μας πήρε, εμένα και τον Γέροντα και μας έφερε εδώ, ακρίβώς έξω άπό το παλαιό εξωκκλήσι, που ευρίσκεται και σήμερον εμπρός εις το Μοναστήρι μας. Εκεί μας επερίμενε ένας λευκογένης Γέροντας, ο οποιος με γλυκύτητα είπε εις τον Γέροντά μου. -Εδώ θα κτίσης το Μοναστήρι. Εξύπνησα και έτρεξα εις τον Γέροντά μου και του είπα το όνειρο, παρακαλώντας τον να πάμε να ιδούμε το μέρος αυτό. Τότε ο Γέροντας χαμογελώντας μου είπε: -Όχι και με όνειρα!.. Πέρασαν από τότε πέντε ολόκληρα χρόνια. Ακόμη δεν είχαμε εύρη τον τόπον, που θα κτιζόταν το Μοναστήρι μας. Κάποιος γνωστός μας μία ήμέρα μας πήρε και μας έφερε εδώ. Εγώ κοιτάζοντας δεξιά και αριστερά, μου εφαίνοντο γνωστά τα μέρη. Όταν εσταματήσαμε εμπρός εις το Εκκλησάκι και μπήκαμε να προσκυνήσουμε, πάγωσα μόλις αντίκρυσα την Εικόνα του Αγίου, που ετιμάτο τον Γέροντα,του ονείρου μου! Ήταν ο 'Αγιος Νικόλαος! Με ασυγκράτητη χαρά, το είπα αμέσως εις τον Γέροντα, ο οποιος επείσθη πλέον, ότι ο Γέροντας του ονείρου μου ήταν ο 'Αγιος Νικόλαος και, ότι θέλημά του ήταν να γίνη εκεί το Μοναστήρι μας κατά την υπόδειξί του, όπως και εγένετο. Οι πρώτες αδελφές που ήλθαν ήσαν περίπου είκοσι πέντε. Όλες μαζί εργάσθηκαν διά να κτίσουν κατ'αρχήν ένα μαρυνάρι διά τις ίδιες και ένα κελλάκι διά τον Γέροντα. 


Ο π.Ιλαρίων, 50 ετών τότε, ήτο αεικίνητος και ακούραστος. Από το πρωί,με την Ακολουθίαν, μέχρι αργά το βράδυ δεν έπαυε να εργάζεται. 'Ολη την πέτρα, που χρειάσθηκε διά να κτισθή η Μονή, μόνος του την έβγαλε και μόνος του την κουβάλησε. Καθάριζε τα χωράφια και τα καλλιεργούσε, εφύτευε δένδρα, προ πάντων ελιές, αυτά που υπάρχουν και σήμερα και δίδουν πλουσίως τους καρπούς των. Παράλληλα με την σωματικήν εργασίαν δεν ώκνησαν και την πνευματικήν. Το τυπικό, που εφήρμοζε εις την νέαν Μονήν ήτο Αγιορείτικο. Μετά το μεσονύκτιον έγερσις, μία ώρα "κανών" και εν συνεχεία Ιερά Ακολουθία και θεία Λειτουργία. Εις κάθε σύναξιν εύρισκε την ευκαιρία να διδάσκη και να νουθετή τας μοναχός. Ήτο ήρεμος και ανεξίκακος. Πνευματικός έμπειρος έκαμνε το εξομολογητάριον πραγματικό σπουδαστήριο διά τους εξομολογουμένους με τις ατέλειωτες νουθεσίες του και τα Πατερικά παραδείγματα. 'Ητο ακριβολόγος και αυστηρότατος, ως προς τας σχέσεις του με τους σχισματικούς και αυτό το εκήρυττε. Τόσον ακριβολόγος ήτο, ώστε δεν εδίστασε να γίνη ανεξάρτητος μαζί με άλλους Πατέρας, διά αρκετό χρονικόν διάστημα, εφόσον έβλεπε και επίστευε, διότι πραγματικά το επίστευε, ότι η Ορθόδοξος και αγωνιστική συνείδησίς του δεν εδέχετο τα όσα αντίθετα, ως προς το Ορθόδοξον πιστεύω του Ιερού Αγώνος των Γ.Ο.Χ., εκήρυττον άλλοι συνάδελφοί του. 


Πιστός εις τας εντολάς του Κυρίου απέφευγε, χάριν αποκτήσεως περιουσιών, να δέχεται πλουσίας διά να μονάσουν. Τας παρώτρυνε, κατά την εντολήν του Κυρίου (Λουκ. ιη'22) να πωλήσουν τα υπάρχοντά των, να τα διαμοιράσουν εις τους πτωχούς και τότε να έλθουν εις το Μοναστήρι. Αστειεύεσαι, Γέροντα, του είπε κάποια πλούσια από την Αυλώνα. Να πωλήσω εγώ το ωραίο μου σπίτι και να τα δώσω εις τους πτωχούς; Αύτό δεν γίνεται! 'Άρα, Γέροντα δεν με θέλεις διά μοναχή... -Εσένα παιδί μου, σε θέλω. Το σπίτι σου δεν θέλω!... Μια άλλη φορά τον παρακαλούσαν οι μοναχές να δεχθή μια πολύ πλούσια από την Λεύκα του Πειραιώς, η οποία θα εδώριζε όλη της την περιουσίαν εις το Μοναστήρι, υπό τον όρον, όμως να κτίση ένα δωμάτιο και να την υπηρετούν οι Μοναχές. -Εγώ τις καλόγριές μου, τους απήντησε, υπηρέτριες των πλουσίων δεν τις κάμνω! Κατά την μαύρη Γερμανική κατοχή εδοκιμάσθησαν, όπως άλλωστε και ολόκληρος ο Ελληνικός Λαός. Πολλές ήσαν οι μοναχές, που έφυγαν από το Μοναστήρι, διότι δεν άντεξαν τας στερήσεις. 


Αλλά και όσαι απέμεινον δεν ήσαν και λίγα εκείνα, που υπέφερον και από τους αντάρτες και από τους Γερμανούς. Με την βοήθειαν όμως του θεού και με την πραότητα του π. Ιλαρίωνος, ξεπέρασαν πολλά επικίνδυνα,αλλά και θανάσιμα εμπόδια. Πέντε χρόνια μετά την απελευθέρωσιν της πατρίδος μας από τους Γερμανούς και τους αντάρτες, νέα σκληρή δοκιμασία διά το πλήρωμα της Εκκλησίας των Γ.Ο.Χ. Ελλάδος. Ο μεγάλος διωγμός κατά των Γ.Ο.Χ. υπό του σχισματικού Αρχ/που Αθηνών Σπυρίδωνος και των Κυβερνητών Σ. Βενιζέλου-Γ. Παπανδρέου (1951). Ήτο ο σκληρότερος διωγμός κατά των Γ.Ο.Χ., που εγένετο από το έτος 1924. Εσφράγιζον ή κατεδάφιζον τους Ναούς. Αποσχημάτιζον μοναχούς και μοναχάς και εξύριζον και εφυλάκιζον τους Ιερείς. Εξώρισαν τους τότε Αρχιερείς και απέλασαν τους Αγιορείτας Πατέρας εις 'Αγιον 'Ορος και τέλος απηγόρευον και διέλυον διά της βίας,με αστυνομικάς δυνάμεις, κάθε εκκλησιαστική συγκέντρωσιν των Γ.Ο.Χ. Και ο π.Ιλαρίων σαν Αγιορείτης δεν εξαιρέθη. Συνελήφθη και απελάθη εις 'Αγιον 'Ορος. 'Οταν μετά τον θάνατον του Σπυρίδωνος εχαλάρωσαν τα μέτρα κατά των Γ.Ο.Χ., επέστρεψεν εις την Μονήν του. Μετά από λίγα χρόνια, και συγκεκριμένως τρία χρόνια προ του θανάτου του, εξεδήλωσε την επιθυμίαν να υπάγη να προσκυνήση τους Αγίους Τόπους, και διά τελευταίαν φοράν να έπισκεφθή το 'Αγιον Όρος και την γενέτειράν του. Πράγματι επήγε εις 'Αγιον 'Ορος και το Πάσχα του έτους 1959 επήγε εις τα Ιεροσόλυμα. Προαισθάνθη τον θάνατόν του, προ ενός μηνός. 'Ενα πρωί, που κατά την συνήθειαν της Μονής, όλες οι μοναχές επήγαιναν και έπαιρναν ευλογία διά να αρχίσουν το εργόχειρό τους από τον Γέροντα, αυτός τας εκράτησε όλες γύρω του. -Παιδιά μου, τους είπε, σε τριάντα ημέρες φεύγω από τον κόσμον αυτόν. Μου το είπε απόψε ο 'Αγιος Σπυρίδων! -Γέροντα, τόλμησε μια μοναχή, εσείς μας έχετε διδάξη να μην πιστεύουμε εις τα όνειρα... -Αύτό παιδί μου, δεν ήταν όνειρο, αλλά ειδοποίησις!... Καί τας απέλυσε μη δίδοντας συνέχεια. Μετά το ''όνειρο'' που είδε ήτο πάντοτε συλλογισμένος. Στεκόταν σε πολλά μέρη της Μονής και έβλεπε... -Τί βλέπεις Γέροντα; τον ερώτησε κάποια αδελφή. -'Ολα σας τα έφτιαξα παιδί μου, μόνον τον τάφον μου δεν έκαμα ακόμα... 'Ητο άρχάς Σεπτεμβρίου του έτους 1960. Οι αδελφές τρυγούσαν το αμπέλι. Πάντοτε ο Γέροντας τας βοηθούσε εις τον τρύγον. 


Αυτήν την χρονιά,όχι. Μετά την θείαν Λειτουργίαν της εορτής της Θεοτόκου (Γενέθλιον), τους είπε: -Μέχρι αύριο βράδυ να έχετε τελειώση τον τρύγον, και το "πάτημα". Την άλλην ημέρα, παρά την συνήθειάν του, στολίσθηκε με τα γιορτινά του. Πήρε ένα καλάθι και πήγε να μαζεύση σύκα. Οι μοναχές που τον είδον έτσι στολισμένον παραξενεύτηκαν, αλλά δεν του είπον τίποτα. Ο π. Ιλαρίων συνέχιζε να μαζεύη σύκα ανεβαίνοντας και κατεβαίνοντας στις συκιές. Μετά από ολίγες ώρες έπαθε το κακό. Τον είδον από μακρυά οι μοναχές να πέφτη κάτω. Τον μετέφερον εις το κελλί του και ο ιατρός που εκλήθη, είπε ότι έπαθε "συμφόρηση". Δεν αισθανόταν το πόδι του και το χέρι του. Ψεύδιζε και λίγο το στόμα του. Τότε ενθυμήθηκαν οι μοναχές το ''όνειρο'', και μετρούσαν τας ημέρας. Δέκαπέντε ακριβώς ημέρας μετά το όνειρο που είδε, έμεινε καθηλωμένος εις το κρεββάτι. Εκεί εσυνάθροιζε τις μοναχές και τις νουθετούσε. -Προ του θανάτου σας, έλεγε, να λέγετε το "θεοτόκε Παρθένε" και να κοιτάζετε πάντοτε δεξιά...



Εις το κρεββάτι του πόνου,

τον επεσκεύθηκε ο τότε Αρχιμανδρίτης π. Ακάκιος Παππάς
και είπον πολλά μόνοι των.
Τρεις ημέρες προ του θανάτου του,
όπως μας είπον αι μοναχαί έβλεπε πολλά στεφάνια με άνθη και πολλές λαμπάδες αναμμένες,
που σε κάποια στιγμή γύρισε και μάλωσε τις μοναχές.:
-Μή καίτε τόσες λαμπάδες!..
Εις τας 21 Σεπτεμβρίου 1960, ημέρα Τρίτην και την ώραν,
που ο Ιερεύς π. Ιωάννης από την Χαλκίδα έλεγε το "Ευλογημένη η Βασιλεία του Πατρός...",
διά την Θείαν Λειτουργίαν,
ο π. Ιλαρίων εγύρισε την κεφαλήν του και άφησε να φύγη η ψυχή του ήρεμα και γαλήνια,
εις ηλικίαν εβδομήντα ετών.
Το τότε επίσημον όργανον της Εκκλησίας μας,
''Ή Φωνή της Ορθοδοξίας",
έγραψε τα εξής εις το υπ’άριθ.348-349,
Οκτώβριος 1960.
''Αρχιμανδρίτης Ιλαρίων Ουζουνόπουλος.
Το άγγελμα του θανάτου, του προσφιλούς πατρός Iλαρίωνος Ουζουνοπούλου,
ηγουμένου της Ιεράς Μονής Ευαγγελίστριας,
παρά τον Συκάμινον Ωρωπού,
μας συνεκίνησεν βαθύτατα και εγέμισε πικρίαν και λύπην τας ψυχάς ημών.



Εισαγωγή στο διαδίκτυο στο μονοτονικό σύστημα,τίτλος και επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Απόσπασμα εκ του ιστορικού,ορθοδόξου περιοδικού ''ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ''
του αειμνήστου Επισκόπου Πενταπόλεως κ.Καλλιοπίου
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών


Περιοδικό ''ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ''


ΧΑΡΑΛΑΜΠΗΣ Ο ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΟΣ ΤΩΝ ΠΑΤΡΩΩΝ




Θα 'έρθει καιρός, πού θα δεις τα σκυλιά δεμένα με τα λουκάνικα.

Ηθική δε θα υπάρχει!

Αγάπη δε θα υπάρχει!

Εμπιστοσύνη πουθενά δε θα υπάρχει!

Ό κόσμος θα πέσει σε μεγάλη ανηθικότητα, χωρίς όρια, ούτε συγγενικά.

-Και ποιος θα κρατάει Ορθοδοξία μπάρμπα-Χαραλάμπη;

-Βλέπεις αυτό το βουνό και δίπλα το άλλο;

Θα μείνει μια γιδούλα στο ένα και μια στο άλλο και θα χτυπάει το κουδουνάκι της τσίν, τσίν, τσίν.

Τόσοι θα μείνουτε, πολύ λίγοι...

Θαυμαστά γεγονότα διηγείται ή Ουρανία Κωνσταντοπούλου, 70 ετών,

από το Λατζωνάτο Τριφυλλίας,

κάτοικος Καλαμάτας:

Το Χαραλάμπη τον θυμάμαι από τότε πού ήμουν κορι­τσάκι του Δημοτικού σχολείου.

Ερχόταν στο χωριό μου και άναβε όλα τα καντήλια των εκκλησιών.

Είχε ξανθά, μακριά μαλλιά, φορούσε παντελόνι και πουκάμισο με γιλέκο.

Δίδασκε τους συγχωριανούς μου και θυμάμαι,

πού τους έλεγε: -Γυρίστε με το Παλαιό, το Παλαιό είναι το Ορθόδοξο Εορτολόγιο.

Αργότερα παντρεύτηκα και έφυγα από το χωριό μου.


Στην Καλαμάτα,στο σπίτι πού έμενα,ερχόταν πολύ συχνά και,επειδή είχα πολλά παιδιά και ήμουν πολύ φτώχεια,μου έφερνε χρήματα, τυριά,ψωμιά,λαχανικά,φρούτα και οτιδήποτε άλλο μπορείτε να φανταστείτε σε τρόφιμα.Μια φορά ήρθε στο σπίτι μου,έφερε δύο φανάρια,καντηλήθρες και λάδι, τα έδωσε στον άντρα μου και του είπε:-Αντώνη,όταν πάς στο χωριό σου,στο Σελά,να πάς στο μοναστήρι του Άγιου Μηνά και να ανάψεις αυτά τα δύο φανάρια. Κάποιες φορές, μαζί με τον άντρα μου, έπαιρναν το γαϊ­δούρι, πήγαιναν στα περιβόλια,το φόρτωναν πορτοκάλια,λεμόνια,λαχανικά και τα πήγαιναν στον Προφή­τη Ηλία στους φυματικούς.


Ένα μεσημέρι ήλθε στο σπίτι και μου είπε:-Ό άντρας σου που είναι;Μαγειρέψατε;-Μπάρμπα-Χαραλάμπη, δεν έχουμε τι να μαγειρέ­ψουμε και ο άντρας μου λείπει. -Έχεις κατσαρόλα και κρεμμύδι; Φέρτα εδώ. Του έδωσα την κατσαρόλα, έκοψε το κρεμμύδι,έριξε λάδι,καθάρισε ένα πολύ μικρό κουνουπιδάκι, έριξε αλάτι,ένα κατσαρολάκι νερό,το έβαλε στη φωτιά και μου είπε:-Ασ΄ το να βράσει.Έβρασε το κουνουπίδι, γέμισε ή κατσαρόλα, φάγαμε τα έξη παιδιά μου,ο Χαραλάμπης,εγώ,και έμεινε και για τον άντρα μου. Θυμάμαι καλά αυτό το περιστατικό,γιατί μου είχε κάνει από τότε μεγάλη εντύπωση.Και αναρωτιό­μουνα το πώς μ' αυτό το μικρό κουνουπιδάκι γέμισε ή κατσαρόλα και φάγαμε τόσα άτομα. 


Ή δε νοστιμιά του ήταν απερίγραπτη. Είχα έξη κορίτσια, ήθελα αγόρι, στεναχωριόμουνα και έκανα προσευχή στην Παναγία να μου δώσει αγόρι. Έ­μεινα έγκυος και την προηγούμενη μέρα από τη γέννα πέρασε ο Χαραλάμπης από το σπίτι μου,αλλά, επειδή εγώ είχα πάει να φέρω νερό,δεν με βρήκε.Είδε τις μικρές κόρες μου και τους είπε:-Πείτε στη μάννα σας ότι,αυτό πού ζήτησε,θα της το δώσει ο Θεός σε λίγες ώρες.Πράγματι,την άλλη μέρα γέννησα το γιο μου τον Ευ­στάθιο.Μετά αναρωτιόμαστε με τον άντρα μου,πώς ο Χαραλάμπης ήξερε την ήμερα πού θα γένναγα και ότι το παιδί θα ήταν αγόρι!Κάποια φορά κάναμε αγρυπνία στο μοναστήρι της Κοιμή­σεως της Θεοτόκου. Έκανε πολύ κρύο και χιόνιζε.Ό Χαραλάμπης κάποια στιγμή έφυγε από την αγρυπνία και βγήκε έξω.Όταν τελείωσε ή αγρυπνία και βγήκαμε από την εκκλησία,τον είδαμε ξαπλωμένο κατά γης·κοιμόταν πολύ βαθιά και επάνω του ήταν ένα παχύ στρώμα από χιόνι.Όλοι οι Χριστιανοί τον λυπηθήκαμε και τον ξυπνή­σαμε-αυτός,θυμάμαι,μας είπε το έξης θαυμαστό:-Αχ...τι μου κάνατε... Ήμουνα παρέα με τους αγ­γέλους! Πήγαν κάποιοι στην ηγουμένη Καλλίνικη και της είπαν ότι ο Χαραλάμπης δεν είναι καλός άνθρωπος,γιατί δέ­χεται και του ρίχνουν νερό τα κορίτσια και λούζεται και γιατί χορεύει στα πανηγύρια.


Όταν πήγε ο Χαραλάμπης στο μοναστήρι, ή ηγουμένη τον μάλωσε και του είπε να μην ξαναπατήσει στο μοναστήρι. Ό Χαραλάμπης, αφού την άκουσε με προσοχή, μετά από λίγο της είπε: -Κάνω τον Ανδρέα τον σαλό. Μου χρειάζεται ταπεί­νωση,γι' αυτό κάθομαι να με χλευάζουν.Τί θέλεις;Να φορέσω κουστούμι και γραβάτα και να κάνω τον κύριο;Ή ηγουμένη Καλλίνικη,όταν άκουσε αυτά,του ζήτησε συγχώρεση και του έβαλε μετάνοια.Στην κορυφή του Ταΰγετου είναι ένα εκκλησάκι Προφή­της Ηλίας· θυμάμαι κάποτε μου είχε πει:-Με πήρε σύννεφο,με πήγε στο εκκλησάκι και άνα­ψα τα καντήλια,ούτε κατάλαβα πώς πήγα...Την εποχή της κατοχής πήγαινε προς τον Αλμυρό και στο χέρι του κρατούσε το φαναράκι του.Οι Γερμανοί,όταν τον είδαν του φώναξαν «"Αλτ..."Αλτ..."Αλτ...», αλλά αυτός συνέχιζε το βάδισμα· του έριξαν πολλές σφαίρες και θυμάμαι μου είπε:-Γέμισε το σακάκι μου,αλλά δεν με πήρε καμία...Οι Γερμανοί τον πλησίασαν,τον σταμάτησαν και τον κοίταξαν,ο Χαραλάμπης τους είπε:-Να πιστεύετε στο Χριστό.Ιδού γαρ και λέγομεν και λέγομεν,γαρ... γαρ... γαρ.Και συνέχισε το δρόμο του.


Οι Γερμανοί έμειναν ακίνητοι και τον κοίταζαν με απορία και θαυμασμό. Κάποια φορά,πού ήταν άρρωστος,τον φιλοξενούσα στο σπίτι μου.Έτρωγε πολύ λίγο,νήστευε πολύ,ακόμη και το νερό.Δε δεχόταν να κοιμηθεί σε κρεββάτι, διπλωνό­ταν με ένα σακί,έβγαινε έξω από το σπίτι και κοιμόταν στην αυλή. Κάποιες φορές με κοίταζε και μου έλεγε:-Ήμουν στη Μακεδονία και δεν ξέρω με ποιο τρό­πο,ούτε με λεωφορείο,ούτε με ζώο,ούτε με τα πό­δια,βρέθηκα στην Ομόνοια στην Αθήνα.Όλοι οι θεοφοβούμενοι άνθρωποι τον σεβόντουσαν και τον αγαπούσαν,λίγοι ασεβείς τον κορόιδευαν και τον έλε­γαν Ζουρλοχαραλάμπη, κολλητσιδιάρη.Ό Χαραλάμπης απ` όπου και αν περνούσε κήρυττε την Ορθοδοξία και έλεγε δυνατά:-Σήμερα είναι ή τάδε γιορτή με το Παλαιό,μετανοείτε,γυρίστε στην Ορθοδοξία.Κάποια εποχή είχα πάει με την οικογένεια μου στην Αθή­να και εκεί δούλευα.Όταν ήρθα για κάποιο λόγο στην Καλαμάτα,έμαθα ότι ο Χαραλάμπης είναι πολύ άρρω­στος στο σπίτι του Ηλιόπουλου.Ξεκίνησα και πήγα να τον δω.Μόλις με είδε χάρηκε και μου είπε:-Σήμερα σε περίμενα,ήξερα ότι θα έρθεις.


Για μένα ο Χαραλάμπης ήταν ο σωτήρας μου,αυτός μου ανάστησε τα παιδιά μου με τα τρόφιμα πού μου έφερνε.Ήταν άγιος άνθρωπος,κήρυκας της Ορθοδοξίας και πολύ ελεήμων,αιωνία του ή μνήμη!Πληθωρική ή διήγηση του Ιωάννη Ανδριόπουλου,γεμάτη θαυμαστά και παράδοξα:Κατάγομαι από το Λατζωνάτο Τριφυλλίας και κατοικώ στο Ασπρόχωμα Καλαμάτας.Τον Χαραλάμπη τον θυμάμαι από παιδάκι,γιατί ερχόταν στο χωριό μου και άναβε τα καντήλια στα εξωκλήσια.Στα χωριά πού περνούσε,σε γνωστούς και σε αγνώστους έλεγε:-Γυρίστε με το Παλαιό.Σήμερα είναι αυτή ή γιορτή με το Παλαιό.Το Παλαιό Εορτολόγιο είναι το σω­στό και αυτό να ακολουθήσετε.Εκκλησιαζόταν και κοινωνούσε μόνο στο μοναστήρι του Παναγουλάκη και στον Άγιο Ισίδωρο. Θυμάμαι κάποια φορά,πού ήμουν στο καφενείο του Ανδρόνικου Καραμπάγια, ήρθε εκεί και ο Χαραλάμπης.


Τον φώναξα στο τραπέζι μου,τον κέρασα και του είπα: -Παπουλάκη,λέω να πάω αύριο στον Άγιο Γεώργιο στους Χρόνους.-Να πάς, αλλά να μην αφήσεις φράγκο στην εκ­κλησία,γιατί τα παίρνει αυτός ο μπεκρής και μας ξεφτιλίζει.-Παπουλάκη,δεν μπορώ να πάω και να μην αφήσω κάτι στην εκκλησία.-Εκείνο πού σου λέω εγώ να κάνεις,γιατί θα δια­τάξω και θα σε κόψει το τραίνο,αλλά δεν θέλω να σε κόψει,να σε σούρει όμως να γελάσει ο κόσμος.Έφυγα από το καφενείο,πήγα σε μια εξαδέλφη μου στο Νέο Κόσμο και μετά πήγα στη στάση,για να πάρω το τραίνο να πάω στο σπίτι μου.Εκεί πού περίμενα,χωρίς να το καταλάβω,βρέθηκα κοντά στις ράγες.Πέρασε το τραίνο με έσουρε,μου έσκισε το παντελόνι και,όπως είπε ο Χαραλάμπης,γέλασε ο κόσμος!



Πριν πάει στο σπίτι του Ηλιόπουλου,έμενε στην καλύβα των Καραχαλαίων στο Ασπρόχωμα.

Τα βράδια πήγαινα συχνά,

άναβα τη φωτιά και του έκανα παρέα.

Κάποια ημέρα πήγα γύρω στα μεσάνυχτα, τον είδα να κοιτάζει προς τα επάνω,

δεν ανέπνεε όμως καθόλου,ήταν σαν νεκρός.

Επειδή πίστευα και πιστεύω ότι ο Χαραλάμπης δεν ήταν ένας απλός άνθρωπος,

αλλά ένας μεγάλος ασκητής της εποχής μας, κάθισα και περίμενα να δω το απο­τέλεσμα.

Μετά από αρκετή ώρα άκουσα ένα «χράκ» από το στόμα του και αμέσως μου λέει:

-τί υπέροχα ήταν εκεί!

-τί είδες παπουλάκη;του είπα.

-Είδα χιλιάδες Αγγέλους, Αγίους, Αγίες και την Παναγία μας να υμνούν το Χριστό.

Ό Χριστός δεν βλέπεται, γιατί λάμπει· και ή Παναγία μας λάμπει,

αλλά βλέπεται.

Έλεγε και άλλα σε μια ξένη γλώσσα, πού εγώ δεν κατα­λάβαινα· τον ρώτησα,

τι σημαίνουν αυτά και μου είπε:

-Είναι οι επτά λέξεις πού μου έδωσε ο Χριστός!

Είπε τις λέξεις, αλλά ήταν ξενικές και δεν τις συγκράτησα.

Συνεχίζεται...



Αντιγραφή από το Ιστολόγιο ''ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ''
Τίτλος,επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


Χαραλάμπης ο Δια Χριστόν Σαλός


Print Friendly and PDF