ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2020

ΗΛΙΑ ΜΗΝΙΑΤΗ ''ΕΣΤΑΥΡΩΘΗΣ ΔΙ' ΕΜΕ''




Χάριτι Θεού, προβαίνουμε στη μεταφορά στο διαδίκτυο δύο Λόγων του ιεροτάτου Επισκόπου Κερνίτσης και Καλαβρύτων Ηλία Μηνιάτη (1669-1714) στην Αγία και Μεγάλη Παρασκευή, εκ του βιβλίου της Ι. Μ. Τατάρνας Ευρυτανίας ''Εσταυρώθης δι' εμέ''. Ο Επίσκοπος Ηλίας Μηνιάτης δίκαια θεωρήθηκε ο μεγαλύτερος και δεινός ρήτορας κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας και γι΄αυτό τον αποκάλεσαν ''Χρυσόστομο της Τουρκοκρατίας''. Κατά τον μακαριστό Μητροπολίτη π. Αυγουστίνο Καντιώτη, ''ήτο... ο μεγαλύτερος εκκλησιαστικός ρήτωρ της υποδούλου Ελλάδος΄ με δημοσθένειαν ρητορείαν εκήρυξε τα μεγαλεία του Θεού''. Ο λόγος του απλός, λιτός, θερμά καρδιακός και επί ζήλω οθοδοξότατος ''ακουμούσε'' ησύχως στη καρδιά του συμπασχόντος καταπιεσμένου από την Ενετοκρατία ποιμνίου του. Ένα μικρό δείγμα αυτού, που επιλέξαμε: ''Ψυχή του καλού μας Πατρός, του θείου Εσταυρωμένου μας Ιησού, τι λες; "Άφες αυτοίς' ου γαρ οίδασι τι ποιούσι". Πώς; "Άφες αυτοίς". Ναι, γλυκύτατέ μου Ιησού, "άφες αυτοίς" αυτήν την ώρα. Ας δοθή εις όλους συγχώρησις. Ίσως δουν τώρα το σφάλμα τους και διορθωθούν. "Άφες αυτοίς"! Ας έλθη συγχώρησις, λοιπόν, συγχώρησις! Μα ωστόσο ας παύσουν τα βέλη, ας τελειώσουν οι αμαρτίες, ας φανή ένα σημάδι μετανοίας΄ ένας αναστεναγμός΄ ένα δάκρυ! Καρδιά του Ιησού μου, τι λες; "Άφες αυτοίς, Πάτερ". Καρδιά του αμαρτωλού τι αποκρίνεσαι; "Μνήσθητί μου, Κύριε! Μνήσθητί μου όταν έλθης εν τη Βασιλεία σου"! Αμήν''. Ευχόμαστε την ''Καλή Ανάγνωση'' στους αναγνώστες μας, με την προτροπή της εκκίνησης της μετανοίας, της επιδαψίλευσης του Θείου Έρωτος, της αφετηρίας της γλυκητάτης άθλησης στο πνευματικό στίβο της εγκοσμίου ζωής. Σ' αυτό, που όλοι πρέπει να αγωνιζόμαστε, ώστε να λάβουμε ''απολυτήριο'' με ''Διαγωγή -κατά Χριστόν- Κοσμιωτάτη''! Εύχεσθε!



ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ



Λόγος Α'

Εις το Σωτήριον Πάθος
τη Αγία και Μεγάλη Παρασκευή



Μέρος 7ον


Αλλοίμονο! Δεν είναι δύο, είναι πολλοί αυτοί που ρίχνουν! Τίνος είναι αυτό το πρώτο βέλος που σου πληγώνει την κεφαλή! Είναι της εωσφορικής υπερηφανείας, της ανυπότακτης και απαίδευτης κενοδοξίας που έχουν οι ιερωμένοι. Τίνος είναι το άλλο που του τρυπά την πλευρά; Είναι της μνησικακίας, που διατηρούν οι μισάδελφοι. Και εκείνο το τρίτο που του τρυπά τα χέρια; Είναι της αδικίας και της αρπαγής, που διαπράττουν οι άρχοντες και οι πλούσιοι. Αμ΄εκείνα τα πολλά που εκτοξεύουν τόσον πυκνά και κατακαίουν όλες τις καθαρώτατες σάρκες; Είναι των σαρκικών αμαρτιών που διαπράττουν άνδρες και γυναίκες, παιδιά και γέροντες. 


Και ποιος μπορεί να μετρήσει άλλα αναρίθμητα βέλη που πέφτουν σαν χαλάζι και τα ρίχνουν οι κατακρίσεις, τα ψέμματα, οι επιορκίες, οι βλαστήμιες των Χριστιανών; Ελάτε, ελάτε! Σημαδέψτε, χορτάστε την όρεξί σας πάνω στο νεκρό κορμί του πεθαμένου πατρός σας! Ελάτε παιδιά, πιο ανήμερα και από τα θηρία! Μα υπάρχει άραγε κανείς που να λυπάται και προσέχει να μην τον λαβώση; Ποιός είναι αυτός; Φοβάμαι΄φοβάμαι ότι ''ουκ έστιν ενός''. Και που ξανακούσθηκε τέτοια αχαριστία; Ο γιος να λαβώνη τον Πατέρα και μάλιστα πατέρα νεκρό; 


Που είναι το ίδιο πράγμα: Οι ''Χριστιανοί'' να ξανασταυρώνουν τον Εσταυρωμένο!... Ψυχή του καλού μας Πατρός, του θείου Εσταυρωμένου μας Ιησού, τι λες; ''Άφες αυτοίς΄ ου γαρ οίδασι τι ποιούσι''. Πώς; ''Άφες αυτοίς''. Ναι, γλυκήτατέ μου Ιησού, ''άφες αυτοίς'' αυτήν την ώρα. Ας δοθή εις όλους συγχώρησις. Ίσως δουν τώρα το σφάλμα τους και διορθωθούν. ''Άφες αυτοίς''. Ας έλθη συγχώρησις, λοιπόν, συγχώρησις! 


Μα ωστόσο ας παύσουν τα βέλη, ας τελειώσουν οι αμαρτίες, ας φανή ένα σημάδι μετανοίας'  ένας αναστεναγμός΄ ένα δάκρυ! Καρδιά του Ιησού μας, τι λες; ''Άφες αυτοίς, πάτερ''. Καρδιά του αμαρτωλού τι αποκρίνεσαι; Μνήσθητί μου, Κύριε! Μνήσθητί μου όταν έλθης εν τη Βασιλεία σου''! Αμήν. 


Λόγος Β'

Εις το Σωτήριον Πάθοςτη Αγία και Μεγάλη Παρασκευή


Πώς συμπεριφέρθηκεν ο Θεός προς τον άνθρωπο, και πως συμπεριφέρθηκεν ο άνθρωπος προς τον Θεό! Ο Θεός μέσα στον Παράδεισο της τρυφής, έλαβε χώμα από τη γη, το έπλασε με τα χέρια του, του έδωσε ψυχή με την πνοή του, τον ετίμησε με την εικόνα του και έτσι διεμόρφωσε τον άνθρωπο, το ποίημά του. Ο άνθρωπος επάνω στον Γολγοθά κατέστησε τον Θεό χωρίς μορφή, χωρίς πνοή, όλον αίμα, όλον πληγές, καρφωμένο επάνω σ' ένα ξύλο. 


Βλέπω εκεί στον Παράδεισο έναν Αδάμ, όπως τον έπλασεν ο Θεός, έμψυχον εικόνα του Θεού, στεφανωμένο με δόξα και τιμή, βασιληά αυτεξούσιο όλων των κτισμάτων που είναι κάτω από την σελήνη. Τον βλέπω να απολαμβάνη, όλη την επίγειο ευτυχία. Βλέπω εδώ ένα Ιησούν Χριστόν, όπως τον κατήντησεν ο άνθρωπος. Χωρίς κάλλος, χωρίς να ομοιάζη με άνθρωπο. Στεφανωμένο με αγκάθια, κατάδικο, άτιμο, ανάμεσα σε δύο ληστές, μέσα στην αγωνία του πιο οδυνηρού θανάτου. Συγκρίνω την μία με την άλλην εικόνα: Του Αδάμ στον Πράδεισο, του Χριστού στον Σταυρό. 


Και σκέπτομαι΄ τί ωραίο πλάσμα εδημιούργησαν τον άνθρωπο τα πλουσιόδωρα χέρια του Θεού και τι ελεεινό θέαμα έκαμαν τον Θεό, τα παράνομα χέρια των ανθρώπων! Αναγνωρίζω εκεί στην δημιουργία ένα έργο με το οποίο εστεφάνωσεν όλα του τα έργα ο Θεός! Και εδώ αναγνωρίζω στο πάθος του Χριστού μια παρανομία με την οποία ο άνθρωπος υπερέβη όλες του τις παρανομίες. Βλέπω εκεί μιαν άπειρη αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο. Βλέπω εδώ μιαν άπειρη αχαριστία του ανθρώπου προς τον Θεό. Και δεν γνωρίζω τι περισσότερο να θαυμάσω ή τι περισσότερο να ελέγξω. 


Ένα πράγμα γνωρίζω΄ πως πρέπει να κλάψω εξίσου και τον Θεό που έπαθε, και τον άνθρωπο που τόσα ετόλμησε. Δεν ξεχωρίζω τον ένα από τον άλλο σ΄αυτή την υπόθεσι των δακρύων μου. Διότι όταν θρηνώ τα πάθη, διακρίνω και συμπεραίνω την αφορμή των παθών. Όταν μετρώ τις πληγές, βρίσκω τα χέρια που τις άνοιξαν. Όταν βλέπω εκείνον που εσταυρώθη, αναγνωρίζω και εκείνον που τον εσταύρωσε. 


Και στον θάνατο ενός αδικοφονευμένου Θεού, εγώ ανακαλύπτω τον άνθρωπον ως φονέα! Αυτό είναι ανάμεσα στα άλλα το μεγαλύτερο πάθος του Χριστού. Αυτό είναι που του πληγώνει την κεφαλή περισσότερο από τον ακάνθινο στέφανο. Αυτό είναι που σου διαπερνά την πλευρά περισσότερο και από την λόγχη. Αυτό είναι που τον βασανίζει περισσότερον από το κάρφωμα στον Σταυρό! Αυτό είναι που του πικραίνει τα χείλη περισσότερο και από την χολή! Αυτό είναι που κάνει βαρύτερο τον Σταυρό του. Αυτό είναι που τον θανατώνει γρηγορώτερα και πριν από τον θάνατο. 


Το να βλέπη, δηλαδή, ως αιτία του πάθους και του θανάτου αυτόν τον άνθρωπο, των πλάσμα των χειρών του! Και αυτό θα έπρεπε να είναι η αφορμή των δακρύων μας, το πως εμείς δηλαδή εσταυρώσαμε, εμείς, θανατώσαμε τον Θεό μας! Ας υποθέσουμε ότι κάποιος άλλος θα ήταν ο αίτιος γι' αυτό το πάθος, μ' όλα ταύτα εμείς θα έπρεπε να πονέσουμε πολύ, γιατι τέτοιο πάθος άλλος δεν υπέστη. Όμως επειδή εμείς είμαστε το αίτιον, πρέπει και να πονέσουμε και να ντραπούμε. Πρέπει να κλάψουμε και για το πάθος του και για την αχαριστία μας. Πρέπει να χύσουμε δάκρυα διπλά, ώστε να γίνουν δάκρυα συμπόνιας και συντριβής. 


Και έτσι ακριβώς πρέπει να θρηνήσουμε και για τον Χριστό και για τον εαυτό μας. Όμως εγώ δεν ανέβηκα σήμερα σ' αυτόν τον ιερό άμβωνα με τέτοιο σκοπό. Γνωρίζω καλά, πως οι Χριστιανοί που τώρα κλαίνε για τα πάθη, περιμένουν πως και πως να αναστηθή ο Εσταυρωμένος, για να τον βάλουν και πάλι στον Σταυρό. Δεν ήλθα να παρακινήσω σε θρήνους τους Χριστιανούς. Δεν υπολογίζω σε δάκρυα πρόσκαιρα που δεν βγαίνουν από την καρδιά, που δεν είναι τέκνα κατανύξεως. Ας φυλάνε τα δάκρυά τους οι Χριστιανοί, για να κλαίνε ή τις ζημιές της περιουσίας τους ή τον θάνατο των συγγενών τους ή για την προκοπή του πλησίον τους. 


Ο Ιησούς μου δεν χρειάζεται τέτοια δάκρυα. Είναι κάποιοι άλλοι που τον λυπούνται, αν δεν τον λυπούνται οι Χριστιανοί! Τον λυπάται ο ουρανός και σκεπάζει με βαθύτατο σκοτάδι το γαληνόμορφό του πρόσωπο. Τον λυπάται ο ήλιος και κρύβει με την έκλειψι τις ακτίνες του. Τον λυπάται η γη και σείεται από τον σεισμό, ανοίγει τα μνημεία και σχίζει από επάνω έως κάτω το καταπέτασμα του Ναού. Τον λυπούνται ακόμη και αυτοί που τον σταύρωσαν. Γι' αυτό και επιστρέφουν ''τύπτοντες εαυτών τα στήθη''. 


Εγώ ήλθα όχι για να σας κάνω να κλάψετε. Ήλθα για να σας δώσω να αντιληφθήτε απλώς, τι είναι αυτό το πάθος του Χριστού με αυτά τα τρία κεφάλαια: Πρώτον, ποιος είναι αυτός που έπαθε΄ δεύτερον, τι έπαθε΄ και τρίτον για ποιον έπαθε. Θα ακούσετε γι' αυτόν που έπαθε, μιαν άκραν συγκατάβασι. Γι' αυτά που έπαθε, μιαν άκραν αγαπη. Και αν ίσως δεν θαυμάσετε για την τόσην συγκατάβασι, δεν συμπονέσετε με την τόσην υπομονή και δεν ευχαριστήσετε για την τόσην αγάπη -ναι- θα πη πως η καρδιά σας είναι πέτρα σκληρότερη από εκείνες που εσχίσθησαν κατά τον θάνατον του Χριστού! 


Δεύτε, λοιπόν, αναβώμεν εις το όρος Κυρίου επάνω στην κορυφή του Γολγοθά στην θεωρία αυτού του φρικτού θεάματος. Και στο τόσο σκοτάδι που σκεπάζει το πρόσωπο της οικουμένης, ας μας δείξη τον δρόμο του ζωοδόχου Σταυρού το σεβάσμιον ξύλο. Πού είσαι; Πρόβαλε θεομακάριστο ξύλο, που ποτισμένο από το ζωηρόν Αίμα του εσταυρωμένου Θεού, μας εβλάστησες την ζωή. Είσαι η πολύτιμη τράπεζα, επάνω στην οποία εξεπληρώθη σήμερα η εξαγορά της σωτηρίας του ανθρώπου. 




Συνεχίζεται



Εισαγωγή στο διαδίκτυο στο μονοτονικό σύστημα, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Εκ του βιβλίου ''Εσταυρώθης δι' εμέ'', 
περιέχον ''Δύο Λόγους του Ηλία Μηνιάτη +1717 εις την Αγίαν και Μεγάλην Παρασκευήν'', 
υπό αρχιμανδρίτου Δοσιθέου.
Έκδοση της ''Ιεράς Μονής Παναγίας Τατάρνης'' Ευρυτανίας, 2013, σελ. 63-72.

ΤΟ ΦΡΙΚΤΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ





Ο εφιάλτης δεν είναι μακριά, δεν είναι αλλού και άλλοτε· είναι εδώ και τώρα! Μια οικογένεια βρίσκεται στο σπίτι της και παρακολουθώντας τηλεοπτικό πρόγραμμα ενημερώνεται ότι κάποιος δολοφονικός ιός έπληξε την περιοχή της και δεν πρέπει να βγει έξω διότι έχουν τεθεί άπαντες σε καραντίνα. 'Οποιος αποπειραθεί να βγει θα συλληφθεί. 'Οποιος συλληφθεί μπορεί και να μην επιστρέψει ποτέ.


Αυτό θα μπορούσε να είναι σενάριο ταινίας επιστημονικής φαντασίας, το οποίο θα περιέγραφε μια μελλοντική δυστοπία. Ομως, δεν είναι ταινία αλλά γεγονός.


Η πολυπληθέστερη χώρα στον κόσμο είναι το σκηνικό όπου εκτυλίσσεται η πλοκή και οι... κομπάρσοι (που μπορεί να αποδειχθούν και «κασκαντέρ») είναι και οι Κινέζοι αλλά και οι υπόλοιποι κάτοικοι του πλανήτη, που περιμένουν κι εκείνοι με αγωνία να δουν ποια είναι η επόμενη σκηνή σε τούτο το θρίλερ.


Αυτό είναι το κατάντημα της παγκοσμιοποίησης. Ενα φρικτό καθεστώς όπου μια είδηση, που μπορεί να αληθεύει αλλά μπορεί και όχι, έχει τέτοια ισχύ ώστε δύναται να καθορίσει τη μοίρα δισεκατομμυρίων ανθρώπων.


Εκείνοι που ελέγχουν τους μυστικούς διακόπτες της μηχανής, η οποία παράγει ειδήσεις, ιδέες και εντυπώσεις, κρατούν τα κλειδιά της εξουσίας. 


Ενώ η «υποψιασμένη» Δύση θεωρούσε ότι το ολοκληρωτικό καθεστώς που περιγράφεται στο έργο «1984» του Τζορτζ Οργουελ θα επιβαλλόταν πρώτα στις ΗΠΑ ή έστω σε κάποια χώρα της Ευρώπης, η Κίνα έκοψε πρώτη το νήμα του τερματισμού του τεχνολογικού ολοκληρωτισμού και υλοποίησε αυτό που όλοι απεύχονταν.


Η κρίση με τον κορονοϊό, έτσι όπως εξελίσσεται, μας υποχρεώνει να σκεφτούμε πόσο ανήμπορος φαντάζει ο άνθρωπος μπροστά στις τιτανικές και μοχθηρές δυνάμεις της εξουσίας και της προπαγάνδας.


Η παγκοσμιοποίηση δεν είναι, τελικά, έτσι όπως διαφημιζόταν από τους οπαδούς της. Δεν ελευθερώνει αλλά υποδουλώνει. 


Ισοπεδώνει τα έθνη, σαρώνει τις κοινωνίες, σβήνει τα ιστορικά ίχνη, εκμηδενίζει τις προσωπικότητες και όλα τα μετατρέπει σε μια ομοιογενή, άμορφη μάζα, η οποία πλάθεται όπως την επιθυμούν οι επικυρίαρχοι.




ΘΕΜΕΛΙΩΔΕΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ ΖΩΗΣ (Μέρος Στ')





Ιερά Μητρόπολη Ωρωπού και Φυλής

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

Η ΑΝΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟΝ ΕΝΩΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΙΣ


Οικουμενικός Πατριάρχης Μελέτιος Μεταξάκης (1871-1935).
Ο πρωτοπόρος και πρωταγωνιστής του Οικουμενιστικού Θιάσου.
 


Ο τίτλος της ετικέτας της ανάρτησης ''Και είδον άλλο θηρίον αναβαίνον εκ της γης και είχε κέρατα δύο, όμοια αρνίω και ελάλει ως δράκων'' είναι καθόλα ενδεικτικός των ψευδοπροφητών της λεγομένης Οικουμενικής Κίνησης ή Παναίρεσης των Εσχάτων, που με την ανατολή του 20ού αιώνα ανεδύθησαν ίνα ''λαλούν διεστραμμένα''. Πρόκειται για μια σειρά επιστολών, ανακοινώσεων, εγκυκλίων και γενικότερα συγγραμμάτων τους, που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο προάγουν τον διαχριστιανικό συγκρητισμό, αλλοιώνουν, μετασχηματίζουν και εγκαθιστούν έναν κάλπικο, πλαστό και απομιμητικό ''χριστιανισμό'', που απευθύνεται σε μάζες, γιατι ο ίδιος ο Οικουμενισμός διατίθεται σε οικουμενική, πλατιά, λαική κατανάλωση!


Αυτό το εωσφορικό συναπάντημα όλων των χριστιανικών αιρέσεων μετά της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η σύμπτυξη και η ομογενοποίηση σε ένα ''γκουρμέ μενού'' πολλαπλών γεύσεων και αναθυμιάσεων διαμέλισε την επί γης επίσημη Εκκλησία, καθιστώντας την όχι απλώς πνευματικά και οντολογικά ακρωτηριασμένη, αλλά μεταποιημένη, με μέλη νοσούντα και σεσηπότα. Διαγενομένου του χρόνου, γενιές ολόκληρες πιστώνονται την πνευματική νέκρωση και σήψη που επιφέρει ο Οικουμενισμός, αφού τα ''πνευματικά'' του κύτταρα (τα μέλη που απαρτίζουν τις Οικουμενιστικές ''Εκκλησίες'') οδηγούνται σε πρόωρο πνευματικό θάνατο με την διαδικασία της ''αυτόλυσης''. 

Αιφνίδιος διακομιστής της ιδέας για την σειρά αυτή των αναρτήσεων στάθηκε ο νυν Αρχιεπίσκοπος Αμερικής κ. Ελπιδοφόρος, με εκείνον τον εξαιρετικά, αντιευαγγελικό, διεστραμμένο και διεφθαρμένο λόγο του περί αιρετικών, ετυμολογώντας τους, ως ''καυγατζήδες''! Ξεπέρασε στο νήμα της ''διαφθοράς και της πλάνης'' κατά τον Κοσμά Φλαμιάτο, ακόμη και τον προκάτοχό του, έτερο ψευδοπροφήτη, σοφιστή και δημοκόπο Αθηναγόρα Σπύρου! Σε αυτούς τους ψευδοπροφήτες κατά την ''Αποκάλυψη'' του Ευαγγελιστή Ιωάννη αναφέρεται ο νέος ''Φάκελλος'' που ανοίγουμε υπό τον εμφανή, αυτοδίκαια διεκδικητικό και εμφατικό τίτλο ''Και είδον άλλο θηρίον αναβαίνον εκ της γης και είχε κέρατα δύο, όμοια αρνίω και ελάλει ως δράκων''! 

Σε αυτόν θα παρελάσουν όλοι οι θιασώτες της Εωσφορικής Κίνησης, αρχής γενομένης από τον πρωτοπόρο και πρωταγωνιστή του Οικουμενιστικού Θιάσου, τον Τεκτονικό μοιχεπιβάτη του Οικουμενικού Θρόνου, Μελέτιο Μεταξάκη. Τα γραπτά που συλλέξαμε, προέρχονται εκ του Τύπου -κυρίως του Εκκλησιαστικού- ημερησίου και περιοδικού και τα δημοσιεύουμε αυτούσια κάθε φορά, χωρίς σχολιασμούς και επικρίσεις. Ο κάθε καλοπροαίρετος αναγνώστης θα δύναται να συνειδητοποιήσει και να κατανοήσει την πτώση και την έκπτωση των Οικουμενιστών από τα ίδια τους τα κείμενα, ακολουθώντας την επιταγή του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου: ''Ει που την ευσέβειαν παραβλαπτομένην ίδοις, μη προτίμα την ομόνοιαν της αληθείας, αλλ' ίστασο γενναίως έως θανάτου… την αλήθειαν μηδαμού προδιδούς''. P.G. 60, 611. 

Τέλος, επισημαίνουμε ενδεικτικά, πως αυτή η υποκριτικά χιλιοειπωμένη, ευτελίζουσα και κοσμική ''αγαπολογία'' του πλουραλιστικού διαχριστιανισμού δεν εδράζεται στο νόημα και την αυτοτέλεια της ευαγγελικής αγάπης, απλά, γιατι η τελευταία δίδεται από τον ίδιο τον Χριστό μας στους γνησίους δούλους του, όπως και η ειρήνη: ''Ειρήνην αφίημι υμίν, ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν' ου καθώς ο κόσμος δίδωσιν, εγώ δίδωμι υμίν''. Το αυτό και η ευαγγελική αγάπη δεν είναι γήινη, εγκόσμια και επί σκοπού διαδεδομένη, δεν αποτελεί είδος συνδιαλλαγής και ιδιοτελούς συνασπισμού, αλλά ο ίδιος ο Χριστός, που αποτελεί και την Αλήθεια. Όταν όμως οι Συγκρητιστές αντιστρατεύονται, αντιμάχονται και παραποιούν τον ίδιο το λόγο του Χριστού μας, η αγάπη που πρεσβεύουν είναι απλούστατα κάλπικη! ''ίνα μηδέν νόθον δόγμα τω της αγάπης προσχήματι παραδέχησθε''! Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου, ''Εις Φιλιππησίους'' P.G. 62,191, ΕΠΕ 21,392. 

Μην αποδέχεσθε κανένα ψεύτικο δόγμα, καμμία πλάνη, με το πρόσχημα της... αγάπης! Ό,τι κάνουν σήμερα οι ψευδοπροφήτες του Οικουμενισμού, που λαλούν διεστραμμένα, διαφθείρουν και εγκαθιστούν νέα Εκκλησία. 

Αυτοχειριάζονται στη πλάνη τους μιμούμενοι την προδοσία και το τέλος του Ιούδα. Εύχεσθε!


Γιώργος  Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος




Μέρος 1ον


ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ


ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ
ΑΛΗΘΕΙΑ

Εν Κων/πόλει τη 25 Ιουνίου 1922
Έτος ΜΒ', αριθ. 25, σελ. 269-271.



Η ΑΝΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟΝ ΕΝΩΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΙΣ


Ελάβομεν επιστολήν εξ Αμερικής του αξιολόγου κ. Gardiner, Γενικού Γραμματέως του Παγχριστιανικού Συνεδρίου. Διαβιβάζει αντίγραφον μακροσκελούς εκθέσεως, την οποίαν οι αντιπροσωπεύοντες εν τη Joint Commission του ειρημένου Συνεδρίου την Επισκοπιανήν εν Αμερική Εκκλησίαν ητοίμασαν διά την μέλλουσαν να συνέλθη κατά τον προσεχή Σεπτέμβριον Γενικήν αυτής Σύνοδον. Μετά σύντομον αφήγησιν του ιστορικού της συγκλήσεως του Συνεδρίου και των γενομένων μεταβολών εν τη Joint Commission μέχρι του Σεπτεμβρ. του 1919, και την μνείαν της προκαταρκτικής συνελεύσεως εν Γενεύη τη 18 Αυγ. 1920, ης μετέσχον εβδομήκοντα αυτοκέφαλοι, ανήκουσαι εις τεσσαράκοντα εθνότητας, και των πεπραγμένων υπ' αυτής, αναφέρει η έκθεσις τα εξής τέσσαρα ζητήματα, τα οποία η ''Επιτροπή της Συνεχείας'' (Continuation Commitee) της εν Γενεύη Διασκέψεως υπέβαλεν ως θέματα προς κατά τόπους συζητήσεις: 

1). Ποίος βαθμός ενότητος εν τη πίστει θα είναι αναγκαίος εν τη ηνωμένη Εκκλησία; 2). Είναι Έκθεσις περί της Πίστεως ταύτης υπό τύπον αναγκαίου ή επιθυμητού Συμβόλου; 3). Αν ούτω, ποιου Συμβόλου χρήσις θα έπρεπε να γίνη: ή ποίον έτερον τυπικόν θα ήτο επιθυμητόν; 4). Ποία η κυρία χρήσις του Συμβόλου ή της Ομολογίας της Πίστεως; Επάγεται δε τα εξής: ''Μέχρις ου οι Χριστιανοί συμφωνήσωσιν ως προς τι είναι Εκκλησία και τις η θέσις και ο προορισμός του Συμβόλου, είναι μάταιον να επιλαμβανώμεθα άλλων ζητημάτων. Παρακαλούμεν θερμώς όπως έκαστος Επίσκοπος, ιερεύς και λαικός, και ιδιαιτέρως πας απεσταλμένος εις την Γενικήν Συνέλευσιν, θελήση να επιδιώξη τον Σχηματισμόν ομίλων εξ ειλικρινών και ενθέρμων Χριστιανών διαφόρων ομολογιών, οι οποίοι συνερχόμενοι συχνάκις να συνδιασκέπτωνται και προσεύχωνται, όπως η προσευχή του Κυρίου υπέρ της ορατής ενότητος των οπαδών αυτού πληρωθή συντόμως, και όπως ο Θεός ευλογήση πάσας τας προσπαθείας ώστε να ευρίσκωνται αύται εις αρμονίαν μετ' αυτού''. 

Μνημονεύει είτα η Έκθεσις της Εκκλησίας του Lambeth προς άπαντας τους Χριστιανούς, ην χαρακτηρίζει ως λίαν ελπιδοφόρον έγγραφον, αναγνωσθέν και προ της προκαταρκτικής εν Γενεύη Συνδιασκέψεως, και σχολιασθέν ευρύτατα εν τε τω εκκλησιαστικώ και πολιτικώ τύπω υπό το πνεύμα κατά το μάλλον και ήττον ευγενές. Εξαίρει τας προσπαθείας διαφότων θρησκευματικών αποχρώσεων π ρ ο ς έ ν ω σ ι ν, ως επίσης της Εκκλησίας της Σκωτίας μετά της Ηνωμένης Ελευθέρας Εκκλησίας της Σκωτίας΄ των Congregationel, Μεθοδιστών και Πρεσβυτεριανών Εκκλησιών του Καναδά, της Αυστραλίας, και τας μετά των ιδίων αναλόγους διαπραγματεύσεις της Αγγλικανικής Εκκλησίας, και τας των Βορείων και Νοτίων Βαπτιστών, των Μεθοδιστών και Πρεσβυτεριανών των Ηνωμένων Πολιτειών. Πληροφορεί ημάς και περί ενωτικής κινήσεως της εν Αμερική Ουγγρικής μεταρρυθμισμένης Εκκλησίας. 

Ερχομένη μετά ταύτα εις την Ανατολικήν Εκκλησίαν αναφέρει επί λέξει: ''Η παρουσία εξεχόντων αντιπροσώπων της Ανατολικής Εκκλησίας εν Λονδίνω, κατά την διάρκειαν της Συνδιασκέψεως του Lambeth και εν Γενεύη, αι επισκέψεις εις την χώραν ταύτην και εις την Αγγλίαν της Α. Α. του τότε Μητροπολίτου Αθηνών Μελετίου, η παρατεταμένη διαμονή του ενταύθα, και η εκλογή αυτού ως Αρχιεπισκόπου Κων/λεως και Οικουμενικού Πατριάρχου της αγίας Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας, συνετέλεσαν πολύ εις την προπαρασκευήν της  ε ν ώ σ ε ω ς  της Αγγλικανικής και Ανατολικής Εκκλησίας. Η Α. Παναγιότης επανελειμμένως και μάλιστα εις τον ενθρονιστήριον Αυτής λόγον υπεσχέθη να συμβάληται εις την  έ ν ω σ ι ν  μεταξύ της Ανατολικής, Παλαιοκαθολικής και Αγγλικανικής Εκκλησίας. Το εν Γενεύη Συνέδριον έδωκε μίαν ώθησιν προς άρσιν του σχίσματος του υφισταμένου μεταξύ Οικουμενικού Πατριαρχείου και Βουλγαρικής Εκκλησίας. Έφερεν επίσης το Συνέδριον εις στενωτέρας εσχέσεις την Αρμενικήν, την Κοπτικήν και την Ανατολ. Εκκλησίαν.

Οι αντιπρόσωποι της Α. Εκκλησίας εν Γενεύη ανησυχήσαντες οπωσδήποτε συνεπεία της εκδηλωθείσης διαφοράς των γνωμών, προέτειναν τον σχηματισμόν Κοινωνίας των Εκκλησιών, ήτις θα είχεν Κεντρικήν Επιτροπήν με έργον να μεταδίδη πληροφορίας, να καλλιεργή την αμοιβαίαν γνώσιν και συμπάθειαν μεταξύ των Εκκλησιών, επί τω σκοπώ πρώτον να εξασφαλίση την αναγνώρισιν της αρχής ότι, προς διατήρησιν του αμοιβαίου σεβασμού και των αδελφικών σχέσεων, ουδεμία προσπάθεια θα έπρεπε να γίνηται από μέρους οιαδήτινος Εκκλησίας προς απόσπασιν μελών της άλλης΄ και δεύτερον, προς εξασφάλισιν αμοιβαίας συνεννοήσεως και συνεργασίας μεταξύ όλων των χριστιανικών ομολογιών δι' ιεραποστολάς μεταξύ των μη χριστιανικών λαών. 

Επιπροσθέτως δε προτάθη όπως διορισθώσιν Ειδικαί Επιτροπαί προς μελέτην δογματικών, ιστορικών και λειτουργικών ζητημάτων. Εγκύκλιος της αγίας Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας της Κ/Πόλεως εκδοθείσα εν έτει 1920 συνίστα την προαγωγήν στενωτέρων σχέσεων φιλίας μεταξύ των Εκκλησιών και, επί τω σκοπώ τούτω, α). την αποδοχήν ομοιομόρφου  η μ ε ρ ο λ ο γ ί ο υ  διά τον ταυτόχρονον εορτασμόν όλων των μεγάλων Χριστιανικών εορτών υφ' όλων των Εκκλησιών΄ β). την ανταλλαγήν γραμμάτων επί ταις μεγάλαις εορταίς και άλλαις εξαιρετικές περιστάσεσι΄ γ). φιλικωτέραν επικοινωνίαν μεταξύ των αντιπροσώπων των διαφόρων Εκκλησιών΄ δ). επικοινωνίαν μεταξύ Θεολογικών Σχολών των διαφόρων Εκκλησιών΄ η). τον αμοιβαίον σεβασμόν προς τα κρατούντα εν εκάστη Εκκλησία ήθη και έθιμα΄ θ). αμοιβαίαν παραχώρησιν προς χρήσιν τόπων προσευχής και κοιμητηρίων΄ ι). τον διακανονισμόν του ζητήματος των μικτών γάμων και, ια). την αμοιβαίαν υποστήριξιν των Εκκλησιών εν τω έργω της ενισχύσεως της θρησκευτικής πίστεως, φιλανθρωπίας και τα όμοια. 

Καθ΄υπόδειξιν της Βουλής των Επισκόπων εδόθη εις την ανακοίνωσιν ταύτην απάντησις ευνοική και οι αδελφοί ημών της Αν. Εκκλησίας αναγνωρίζουσιν ότι μέγα μέρος του προγράμματος τούτου υιοθετήθη υπό της Εκκλησίας ταύτης''. Είτα αναφέρει τας προσπαθείας του Αρχιεπισκόπου Ουψάλης, όπως επιτευχθή παγκόσμιον Σ υ ν έ δ ρ ι ο ν  τ ω ν  Ε κ κ λ η σ ι ώ ν  διά ζητήματα διεθνή, ηθικά, βιομηχανικά και παιδαγωγικά. Ως γνωστόν, το τοιούτον επεζήτησεν η Α. Σ. διαρκούντος του μεγάλου πολέμου. Δεν παραλείπει να τονίση η έκθεσις και την ανάγκην όπως ενισχυθώσιν οι χρηματικοί πόροι δι' ων απροσκόπτως θα χωρήση περαιτέρω επί το μέγα έργον αυτού το  Π α γ χ ρ ι σ τ ι α ν ι κ ό ν  Σ υ ν έ δ ρ ι ο ν,  και προς τούτο συνιστά την λήψιν των απαιτουμένων μέτρων. Καταλήγουσα δε παραθέτει τας προτεινομένας εις την Γενικήν Σύνοδον της Επισκοπιανής Εκκλησίας αποφάσεις: 

ήτοι όπως εκφράση αύτη την ιδίαν ευγνωμοσύνην  ε π ί  τ η  ε κ δ ο θ ε ί σ η  τω  1 9 2 0  Ε γ κ υ κ λ ί ω  υπό της Ορθοδ. Ανατολικής Εκκλησίας της Κων/λεως, και συστήση τοις Επισκόποις, τοις κληρικοίς και λαικοίς να προαγάγωσιν εκ παντός τρόπου την φιλικήν επικοινωνίαν, ην επιθυμεί η ειρημένη Εγκύκλιος, όπως ο Πρόεδρος της Βουλής των Επισκόπων και ο Πρόεδρος της Βουλής των κληρικών και λαικών απεσταλμένων διαβιβάσωσι τη Α. Π. τω Οικ. Πατριάρχη την απόφασιν ταύτην της Γενικής Συνόδου, και άλλας τινάς αποφάσεις οικονομικής μάλλον φύσεως. Εκ της όλης εκθέσεως συνάγομεν ποσον αι δυσχέρειαι, κατά των οποίων προσέκρουσαν απ' αρχής οι εισηγηταί του  Π α γ χ ρ ι σ τ ι α ν ι κ ο ύ  Σ υ ν ε δ ρ ί ο υ,  ήσαν σοβαραί, αλλά και συνάμα ποσον η επιμονή και υπομονή μεθ' ης ούτοι αντιμετώπισαν τας δυσχερείας ταύτας τυγχάνει αξία θαυμασμού και επαίνου. 

Διακρίνει τις τον ιερόν ενθουσιασμόν και τον αγνόν χριστιανικόν ζήλον υπό των οποίων κατέχονται και καθοδηγούνται οι άνθρωποι ούτοι΄ ασφαλώς δύναταί τις να είπη ότι πνεύμα Χριστού διαπνέει τας προσπαθείας αυτών. Ανακαλούσιν εις την μνήμην ημών χρόνους παρωχημένους, κατά τους οποίους οι Χριστιανοί διαφωνούντες προς αλλήλους ένεκα λέξεων και φράσεων, ηρνούντο εν τούτοις εν τη αγάπη του κοινού Χριστού, και τη παρομαρτούση ταύτη χριστιανική ζωή. 

Ο Νέος Κόσμος παρουσιάζεται σφριγών και εν τω ζητήματι τούτω. Ο Θεός ας ευλογή το έργον του.

Συνεχίζεται


Σημ. ημετέρα: Η ''Εκκλησιαστική Αλήθεια'' -απόσπασμα της οποίας δημοσιεύσαμε-
 ήταν εκκλησιαστικό περιοδικό του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, 
εκδιδόταν επί 43 συνεχόμενα χρόνια (1880-1923)
 και απηχούσε επισήμως τις απόψεις και τα δρώμενα αυτού. 
Μεταφορά στο διαδίκτυο στο μονοτονικό σύστημα, επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση 
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2020

ΠΟΣΟ ΖΥΓΙΖΕΙ Η ΑΜΑΡΤΙΑ;




«Κορόιδευε ένας άθεος έναν ἱεροκήρυκα μιά μέρα, λέγοντάς του:
—Μας μιλᾶτε κάθε τόσο γιά φορτίο ἁμαρτιῶν καί τά παρόμοια. Πιστέψτε με, ὅμως, ὅτι προσωπικά δέν νοιώθω κανένα τέτοιο βάρος. Ἀλήθεια, πόσο ζυγίζει ἡ ἁμαρτία;
Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ πολύ ψύχραιμα, ἀπάντησε τότε:
—Δέν μου λέτε, ἄν βάλετε πάνω σ’ ἕνα νεκρό μιά πέτρα ἑκατό κιλῶν, θά τή νοιώση;
—Ὄχι, ἀπάντησε ἀπορημένος ὁ ἄθεος, γιατί εἶναι νεκρός.
—Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ σᾶς, κατέληξε ὁ ἱεροκήρυκας. Ἔξω ἀπό τή Χάρι τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος εἶναι “νεκρός στίς παραβάσεις καί τά παραπτώματα”(Ἐφ 2, 1). Γι’ αὐτό δέν νοιώθετε τό βάρος τῆς ἁμαρτίας».


Πενταπόσταγμα

ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ





Επίσκοπος Γαρδικίου κ. Κλήμης

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

Ο ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΒΑΠΤΙΣΜΑΤΟΣ




Ἐπειδὴ περὶ βαπτίσματος ὁ λόγος, καλὸν νομίζω ἐνταῦθα νὰ ὑποβάλω πρακτικάς τινας παρατηρήσεις περὶ τοῦ τρόπου καθ᾿ ὃν τελεῖται παρ᾿ ἡμῖν τὸ Βάπτισμα.


Οἱ παλαιοὶ πρακτικώτατοι καὶ μεμορφωμένοι ἱερεῖς, καίτοι ἀγράμματοι λεγόμενοι, εἴξευρον νὰ ἐκτελῶσι κανονικώτατα τὰς τρεῖς καταδύσεις καὶ ἀναδύσεις, κρατοῦντες τὸν βαπτιζόμενον ὄρθιον πρὸς ἀνατολὰς βλέποντα, ἐφαρμόζοντες τὴν δεξιὰν ἐπὶ τῆς μασχάλης τοῦ βρέφους ἁβρῶς ἅμα καὶ ἀσφαλῶς, φράττοντες δὲ διὰ τῆς ἀριστερᾶς τὸ στόμα αὐτοῦ. Ἐφρόντιζον περὶ τῆς θερμοκρασίας τοῦ ὕδατος καὶ ἑκάστη κατάδυσις ἐγίνετο ἀκαριαία, τὸ δὲ διάλειμμα μεταξὺ τῶν καταδύσεων ἐγίνετο ἀρκετόν, ὥστε ν᾿ ἀναπνεύση τὸ βρέφος(1).


Τοιούτῳ τρόπῳ οὐδεὶς βαπτιζόμενος ἔπαθε ποτέ τι ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ. Τὸ σημερινὸν ὅμως σμῆνος τῶν ἱερέων, τοὺς ὁποίους ἡ διεφθαρμένη πολιτικὴ ἐπιβάλλει πολλάκις ἀξέστους καὶ ἀκαλλιεργήτους εἰς τοὺς Σ. Σ. ἱεράρχας νὰ τοὺς χειροτονῶσιν, ἀφοῦ κακῶς ἐκτελεῖ, ἢ μᾶλλον κακῶς παραλείπει τοσούτους ἄλλους τύπους, ὀφείλει τουλάχιστον νὰ σεβασθῇ αὐτὸ τὸ θεμέλιον τῆς πίστεως ἡμῶν, τὸ ἅγιον βάπτισμα.


Γράφομεν ταῦτα, διότι ἔχομεν λόγους νὰ πιστεύωμεν ὅτι πολλοὶ τῶν ἱερέων, χαριζόμενοι εἰς τὴν τυφλὴν καὶ μωρὰν πολλάκις φιλοστοργίαν ἀμαθῶν καὶ προληπτικῶν γονέων, οἵτινες νομίζουν, ὅτι κάτι θὰ πάθη τὸ χαϊδευμένον νεογνόν των ἐν τῇ ἱερᾷ κολυμβήθρᾳ, ἐκτελοῦσι σχεδὸν ράντισμα, καὶ ὄχι βάπτισμα.


Οἱ τῆς Δυτικῆς Ἐκκλησίας εἶναι συγγνωστοί, διότι ἠγνόησαν τὴν ἔννοιαν τοῦ ἑλληνικοῦ ρήματος βαπτίζω, baptizo, ὅτι δηλ. σημαίνει βάπτω, βυθίζω, βουτῶ, οἱ Ἕλληνες ὅμως δὲν πρέπει ποτὲ νὰ τὴν ἀγνοήσωσιν.


Εἶναι καιρὸς νὰ φυλαχθῆ ὁ ἱερὸς οὗτος τύπος, διότι ἂν ἐξακολουθήση ἡ ἀμάθεια τοῦ κλήρου, καὶ πληθυνθῆ ἡ ἀθεΐα καὶ ἡ ἀσέβεια, μετὰ μίαν γενεάν, ὅτε θὰ εἴμεθα μισοβαφτισμένοι ὅλοι, θὰ δεήση νὰ διαταχθῆ γενικὸς ἀναβαπτισμὸς ὅλων τῶν κατοίκων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἀρρένων καὶ θηλέων. Διότι πρέπει νὰ εἴμεθα συνεπεῖς.


Ἡ ἡμετέρα Ἐκκλησία εἰς μὲν τοὺς προσερχομένους ἐκ τῶν Δυτικῶν εἰς τοὺς κόλπους της ἐπιβάλλει τὸν ἀναβαπτισμόν, τοὺς δὲ Ἀρμενίους τοὺς μυρώνει μόνον, καὶ τοῦτο διότι οὗτοι μὲν εἶναι κανονικῶς βεβαπτισμένοι διὰ τριῶν ἀναδύσεων καὶ καταδύσεων, ἐκεῖνοι δὲ ἀτελῶς μόνον διὰ ραντισμοῦ.


«Συντηρώμεθα χάριτι, πιστοί, καὶ σφραγῖδι, ὡς γὰρ ὄλεθρον ἔφυγον, Ἑβραῖοι, φλιᾶς πάλαι αἱμαχθείσης, οὕτω καὶ ἡμῖν ἐξόδιον τὸ θεῖον τοῦτο, τῆς παλιγγενεσίας λουτήριον ἔσται, ἕνεκεν καὶ τῆς Τριάδος, ὀψόμεθα φῶς τὸ ἄδυτον».





ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΣ


(«Ἐφημερίς», 6 Ἰανουαρίου 1888, 3α.)


Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2020

Ο ΑΣΩΤΟΣ ΥΙΟΣ ΕΠΑΝΕΥΡΕΘΕΙΣ






Μία συγκλονιστική αφήγηση περί μιας πραγματικής ιστορίας ''Επιστροφής Ασώτου'',
που έλαβε χώρα τον Δεκέμβριο του 1876 στην Αμερική.
Εκ του περιοδικού ''ΑΝΑΠΛΑΣΙΣ'', της 13ης Ιανουαρίου 1900, αριθ. 107, σελ. 438-439.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο στο μονοτονικό σύστημα, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ



Κατά τας τελευταίας ημέρας του μηνός Δεκεμβρίου 1876 συνέβη εν τινι ναώ της Σικάγου περιστατικόν τι, όπερ επροξένησε μεγίστην εντύπωσιν εις το πολυάριθμο πλήθος το παρευρισκόμενον κατά το εσπέρας εκείνο εν τη εκκλησία.


Ιεροκήρυξ τις καλούμενος Μόδιος, εις το τέλος της ομιλίας του ανήγγειλεν ότι είχε λάβει προ οκτώ εβδομάδων επιστολήν τινα εκ Σκωτίας, ην τω είχεν απευθύνει πατήρ τις, όπως τον βοηθήση να επανεύρη τον υιόν του, ονομαζόμενον Φίλιππον, απόντα δε εκ της πατρικής οικίας προ πολλών ετών. Οι γονείς του δεν είχον λάβει ουδεμίαν είδησιν παρ' αυτού, και εσκέπτοντο ότι, εάν έζη, θα ευρίσκετο εν Αμερική. Παρεκάλουν όθεν τον ιεροκήρυκα ν' αναγνώση την επιστολήν των εις τας διαφόρους εκκλησίας, ένθα εκήρυττε τον λόγον του Θεού.


Η επιστολή αύτη αναγνωσθείσα εις πολλά μέρη, δεν έφερε κανέν' αποτέλεσμα, ευτυχώς όμως ο Μόδιος είχε λάβει την καλήν ιδέαν να διακοινώση αυτήν εις έτερον ιεροκήρυκα ονομαζόμενον Σωγέρον, επιτετραμμένον διά να νουθετή και να διδάσκη τους οινόφλυγας και τους χαρτοπαίκτας.


Προ μιας εβδομάδας, εξηκολούθησεν ο Μόδιος, πτωχός τις νέος παρουσιάσθη εις τον Σωγέρον, παρακαλών αυτόν να λάβη οίκτον διά την οικτράν αυτού θέσιν. Ο ιεροκήρυξ εννόησε πάραυτα εκ της σκωτικής αυτού προφοράς, ότι ο νέος ούτος θα ήτον ο Φίλιππος, και ηρώτησεν αυτόν πως ονομάζεται και πόθεν ήτο.


-Είμαι Σκώτος, και ονομάζομαι Φίλιππος.

Πράγματι αυτός ήτον! Ο ιεροκήρυξ συγκινημένος τω λέγει:

-Ιδού προ οκτώ εβδομάδων σε ζητούμεν!

-Με ζητείτε; απεκρίθη ο Φίλιππος έκθαμβος. Αντί πάσης απαντήσεως ο ιεροκήρυξ τω έδειξε την επιστολήν των γονέων του, και καθώς ανεγίγνωσκεν αυτήν, όλον το σώμα του ήρχισε να τρέμη. -Δεν εφανταζόμην ποτέ, είπε κλαίων, ότι θα υπήρχον άνθρωποι, οίτινες θα εφρόντιζον περί ενός αθλίου και διεφθαρμένου νέου.

Ο Σωγέρος ωμίλησε τότε εις τον άσωτον τούτον υιόν περί της αγάπης του Ιησού Χριστού, και τοσούτον οι λόγοι του τον συνεκίνησαν, ώστε αμέσως προσέπεσεν εις τους πόδας του Σωτήρος, λέγων: Δεν μπορώ ν' ατενίσω υψηλά διότι αμέτρως σε παρώργισα, Χριστέ μου, αλλά γνωρίζων, οικτίρμον, την ευσπλαχνίαν σου, κράζω. Ήμαρτον, ιλάσθητι, σώσον με.

Οπόταν ο Μόδιος ετελείωσε την αφήγησιν της ιστορίας ταύτης ενώπιον του πολυπληθούς αυτού ακροατηρίου, επρόσθεσεν: -Ο Φίλιππος ευρίσκεται το εσπέρας τούτο μεταξύ ημών και τον παρακαλώ να σας αποτείνη μερικούς λόγους. Επίσημος και συγκινητική σιωπή εβασίλευσεν, οπόταν ο νέος Σώτος εγερθείς είπε:

-Προ είκοσι ετών έζων εν τη πατρίδι μου ευτυχής και ευχαριστημένος. Ο πατήρ μου εσκέπτετο να με κάνη ιατρόν, ενώ η μήτηρ μου επεθύμει να γίνω κληρικός. Ευρισκόμενος εις το Σχολείον, εσχετίσθην μετά διεφθαρμένων νέων, το δε αποτέλεσμα των σχέσεων τούτων υπήρξε βίος άσωτος, ούτινος η ενθύμησις μοι προξενεί εισέτι φρίκην και αγανάκτησιν.

Εικοσαετής ανεχώρησα διά την Αυστραλίαν, με την ελπίδα να μεταβάλω ζωήν, δυστυχώς όμως εξηκολούθουν πάντοτε τον αυτόν βίον ζων, αθλίως και ασώτως. Κυριευθείς υπό νοσταλγίας επέστρεψα εις Ευρώπην, και αποβιβασθείς εις Αμστελόδαμον εύρον εκεί τον γηραιόν πατέρα μου, όστις με επερίμενε, ίνα με επαναφέρη εις τον πατρικόν οίκον. Εις Γλάσκωβ μου εύρε καλή και επικερδή θέσιν, καθώς και ωραίαν και ενάρετον σύζυγον.

Αλλά φευ! μετά τρία έτη η σύζυγός μου απέθανεν ένεκεν της κακής και ατάκτου διαγωγής μου. Όταν είδον αυτήν νεκράν και παγωμένη εντός του φερέτρου, τότε ηννόησα ότι είχον απωλέσει εκείνην, ήτις υπέρ πάντας με ηγάπα ειλικρινώς και ενδιεφέρετο υπέρ της προαγωγής μου. Ένεκεν της στερήσεως ταύτης απεφάσισα να εγκαταλείψω εκ νέου την πατρίδα μου, και αποχαιρετήσας την γηραιάν μητέρα μου απήλθον εις Αμερικήν.

Έκτοτε περιεφερόμην τήδε κακείσε γυμνός και πειναλέος, η δε ζωή κατέστη δι' εμέ αφόρητος. Οπόταν έφθασα εις Σικάγον, απεφάσισα ν' αλλάξω βίον, αλλά το ελάττωμα της μέθης μ' έκανε ν΄απωλέσω την θέσιν μου και τους φίλους μου.

Ευτυχώς προ μίας εβδομάδος ο κ. Σωγέρος μοι επαρουσίασε μίαν επιστολήν των γονέων μου, οίτινες με εβεβαίωναν ότι με ηγάπων πάντοτε, και ότι ήσαν διατεθειμένοι να με δεχθώσιν εκ νέου. Φίλοι τινές παρεκάλουν αδιαλείπτως διά την σωτηρίαν μου, ουδείς όμως ηδυνήθη να με σώση. Το πάθος της μέθης με κατεξουσίαζε.

Βλέπων λοιπόν ότι ουδεμία ελπίς υπήρχε δι' εμέ, προσέπεσα εις τους πόδας Εκείνου, όστις θέλει την σωτηρίαν πάντων ανθρώπων, και αμέσως εύρον ανακούφισιν και παρηγορίαν. Οπόταν ο Φίλιππος ετελείωσε τους λόγους τούτους, όλοι οι ακροαταί έκλαιον εκ συγκινήσεως, αυτός ο ιεροκήρυξ μόλις ηδύνατο να συγκρατήση τον εαυτον του συλλογιζόμενος την αιφνίδιον μεταβολήν και την ειλικρινή μετάνοιαν του Φιλίππου.



Α. Κουρνιάκτης


Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2020

ΣΤΗ ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ




«Κάποιος άνθρωπος λοιπόν», λέγει, «είχε δύο υιούς». Διότι η διαφορά της γνώμης εχώρισε σε δύο την μία φύση και η διάκρισις μεταξύ αρετής και κακίας συνήγαγε τους πολλούς σε δύο. Κι’ εμείς εξ άλλου μερικές φορές λέγομε διπλόν τον ένα κατά την υπόσταση, όταν έχει την διπλότητα του ήθους, και λέγομε επίσης τους πολλούς ένα, όταν συμφωνούν μεταξύ τους. «Προσελθών λοιπόν ο νεώτερος υιός είπε στον πατέρα»»· ευλόγως παρουσιάζεται νεώτερος· διότι προβάλλει αίτημα παιδαριώδες και γεμάτο αφροσύνη. Και η αμαρτία δε, την οποία είχε στο νου του σχεδιάζοντας την αποστασία, είναι νεωτέρα, εφ’ όσον είναι υστερογενές εύρημα της κακής προαιρέσεώς μας· η δε αρετή είναι πρωτογενής, αφού στον Θεό μεν ήταν αϊδίως, στην ψυχή μας δε εμβλήθηκε από την αρχή από τον Θεό κατά χάρη.


Προσήλθε δε, λέγει, ο νεώτερος υιός και είπε στον πατέρα· «δος μου το ανάλογο μέρος της περιουσίας». Ω, ποια αφροσύνη! Δεν εγονάτισε, δεν ικέτευσε, αλλ’ απλώς είπε· και όχι μόνο αυτό, αλλ’ απαιτεί το μερίδιο και ως οφειλή από εκείνον που δίδει σε όλους κατά χάριν. Δος μου το ανάλογο μέρος της περιουσίας, που μου ανήκει κατά το νόμο, την μερίδα μου σύμφωνα με το δίκαιο. Και ποιος νόμος υπάρχει και από που προέρχεται αυτό το δίκαιο, να είναι οι πατέρες οφειλέτες στα παιδιά; Το αντίθετο μάλιστα συμβαίνει· τα παιδιά οφείλουν στους πατέρες, όπως η ίδια η φύσις δεικνύει, αφού έλαβαν από εκείνους την ύπαρξη. Αλλ’ είναι και αυτό δείγμα του νεωτερικού φρονήματος.


Τί κάμνει λοιπόν αυτός που βρέχει σε δικαίους και αδίκους, που ανατέλλει τον ήλιο σε πονηρούς και αγαθούς; Τους διεμοίρασε την περιουσία, λέγει. Βλέπεις ότι αυτός ο «άνθρωπος» και πατέρας είναι ανενδεής; Αλλιώς δεν θα εμοίραζε την περιουσία στους δυό μόνους ούτε σε δυο μερίδια μόνο, αλλά θα εκρατούσε και για τον εαυτό του μια τρίτη μερίδα. Αυτός όμως, ως Θεός, όπως λέγει και ο προφήτης Δαβίδ, μη έχοντας ανάγκη των αγαθών του είδους αυτού, εμοίρασε, λέγει στα δυο αυτά παιδιά μόνο την περιουσία, δηλαδή τον κόσμο όλον. Διότι, όπως διαιρείται η μια φύσις λόγω της διαφορετικής γνώμης, έτσι διαιρείται και ο ένας κόσμος λόγω της διαφορετικής χρήσεως.


Πραγματικά ο ένας λέγει προς τον Θεό, «όλη την ημέρα άπλωσα προς σε τα χέρια μου», και «σε ύμνησα επτά φορές την ημέρα», και «το μεσονύκτιο εξυπνούσα», και «έκραξα πάρωρα», και «ήλπισα στα λόγια σου», και «τα πρωινά εφόνευσα όλους τους αμαρτωλούς της γης», δηλαδή απέκοψα τις ορμές της σαρκός που κινούνται προς ηδυπάθεια· ο άλλος περνά τις ημέρες του στο κρασί και κυττάζει που γίνεται πότος, διέρχεται τις νύκτες με άσεμνες και άθεσμες πράξεις, και σπεύδει σε κρυφές δολοπλοκίες ή φανερές επιβουλές, σε αρπαγές χρημάτων και πονηρά σχέδια. Άρα δεν εμοίρασαν αυτοί την μια νύκτα και τον ένα ήλιο, και πριν από αυτά την ίδια τη φύση, αφού την κατεχράσθηκαν χωρίς συμφωνία μεταξύ τους; Ο δε Θεός διέθεσε όλη την κτίση αδιαιρέτως σε όλους, προθέτοντάς την σε χρήση κατά την βούληση του καθενός.


«Κι έπειτα από όχι πολλές ημέρες», λέγει, «αφού τα συγκέντρωσε όλα ο νεώτερος υιός, μετανάστευσε σε μακρινή χώρα». Πώς δεν μετανάστευσε αμέσως, αλλά έπειτα από όχι πολλές, δηλαδή μετά από λίγες ημέρες; Ο πονηρός υποβολεύς Διάβολος δεν υποβάλλει ταυτοχρόνως και την ιδιορρυθμία και την αμαρτία, αλλά με πανουργία υποκλέπτει βαθμιαίως την διάθεση, λέγοντάς μας ψιθυριστά· και συ ζώντας μόνος σου, χωρίς να παρακολουθείς την Εκκλησία του Θεού ούτε να προσέχεις τον διδάσκαλο της Εκκλησίας, μπορείς ν’ αντιληφθείς το καθήκον και μόνος σου και να μη απομακρύνεσαι από το αγαθό. Όταν δε αποσπάσει κάποιον από την ιερά υμνωδία και από την υπακοή προς τους ιερούς διδασκάλους, τον απομακρύνει και από τη θεία επίβλεψη, παραδίνοντάς τον στα πονηρά έργα. Διότι ο Θεός ευρίσκεται παντού· ένα είναι που ευρίσκεται μακριά από τον Θεό, το κακό, στο οποίο φθάνοντας δια της αμαρτίας αποδημούμε μακριά από τον Θεό. Όπως λέγει ο Δαβίδ προς τον Θεό, «δεν θα διαμείνουν παράνομοι απέναντι στους οφθαλμούς σου».


Αφού λοιπόν, λέγει, ο νεώτερος υιός απομακρύνθηκε με αυτόν τον τρόπο και απεδήμησε σε μακρινή χώρα «εκεί διεσκόρπισε την περιουσία του ζώντας ασώτως». Πώς όμως διεσκόρπισε την περιουσία του; Υπεράνω όλων ουσία και περιουσία μας είναι ο έμφυτος νους μας. Έως ότου λοιπόν εμμένομε στους τρόπους της σωτηρίας, τον έχομε συνηγμένο στον εαυτό του και στον πρώτο και ανώτατο νου, τον Θεό· όταν όμως ανοίξωμε θύρα στα πάθη, αμέσως σκορπίζεται, περιπλανώμενος διαρκώς γύρω στα σαρκικά και τα γήινα, προς τις πολύμορφες ηδονές και τους εμπαθείς λογισμούς γι’ αυτές. Του νου πλούτος είναι η φρόνησις, που παραμένει σ’ αυτόν και διακρίνει το καλύτερο από το χειρότερο, όσον καιρό κι αυτός παραμένει πειθαρχικός στις εντολές και συμβουλές του ανωτάτου Πατρός· όταν όμως αφηνιάσει αυτός, κι η φρόνησις σκορπίζεται σε πορνεία και αφροσύνη, μοιραζόμενη τις κακίες των δύο μερών.


Θα ιδείς τούτο και σε όλες τις αρετές και δυνάμεις μας, που είναι πραγματικά πλούτος μας, ο οποίος, αφού η κακία είναι πολυσχεδής, όταν κλίνη προς αυτήν, σκορπίζεται. Διότι ο ίδιος ο νους στρέφει την επιθυμία προς τον ένα και πραγματικά όντως Θεό, τον μόνον αγαθό, τον μόνον εφετό, τον μόνον παρέχοντα την ηδονή απηλλαγμένη από κάθε οδύνη. Όταν όμως ο νους αποχαυνωθεί, η δύναμις της ψυχής προς την όντως αγάπη εκπίπτει από το όντως ορεκτό και, διασπωμένη προς τις ποικίλες ορέξεις της ηδυπαθείας, σκορπίζεται, ελκυσμένη από το ένα μέρος προς την επιθυμία τροφών μη αναγκαίων, από το άλλο προς την επιθυμία πραγμάτων αχρήστων, και από το τρίτο προς την επιθυμία της κενής και άδοξης δόξας. Κι έτσι κατακερματιζόμενος ο άθλιος άνθρωπος και συρόμενος από τις ποικίλες γι’ αυτά φροντίδες, ούτε τον ήλιο ακόμη τον ίδιο ούτε τον αέρα, τον κοινό σε όλους πλούτο, δεν μπορεί να αναπνεύσει και να θεωρήσει ευχάριστα.


Αυτός ο ίδιος ο νους μας, αν δεν απομακρυνθεί από τον Θεό, διεγείρει τον θυμό που έχομε μέσα μας εναντίον μόνου του Διαβόλου και χρησιμοποιεί την ανδρεία της ψυχής κατά των πονηρών παθών, κατά των αρχόντων του σκότους, κατά των πνευμάτων της πονηρίας. Αν όμως δεν προσηλωθεί στις θείες εντολές του Κυρίου που τον εστρατολόγησε, μάχεται προς τους πλησίον του, μαίνεται κατά των ομοφύλων, αποθηριώνεται εναντίον εκείνων που δεν συναινούν στις παράλογες ορέξεις του και γίνεται, φευ, ανθρωποκτόνος άνθρωπος, (ομοιωμένος όχι μόνο με τα κτήνη τα άλογα, αλλά και με τα ερπετά και με τα ιοβόλα ζώα, γινόμενος σκορπιός, όφις, γέννημα εχιδνών, αυτός που ωρίσθηκε να είναι στην τάξη των υιών του Θεού. Είδες πώς διεσκόρπισε κι έχασε την περιουσία του; «Αφού τα εδαπάνησε όλα ο νεώτερος υιός, άρχισε να στερείται και έπεσε σε πείνα». Αλλά δεν εσκεπτόταν ακόμη να επιστρέψει, διότι ήταν άσωτος. Γι’ αυτό, «επήγε και προσκολλήθηκε σ’ ένα από τους πολίτες της χώρας εκείνης και εκείνος τον έστειλε στο αγρόκτημα να βόσκει χοίρους».


Ποιοί δε είναι οι πολίτες και πολιτάρχες της χώρας που είναι μακριά από τον Θεό; Φυσικά οι δαίμονες, από τους οποίους ο υιός του ουρανίου Πατρός κατέστη πορνοβοσκός και αρχιτελώνης και αρχιληστής και στασιάρχης. Διότι ο χοιρώδης βίος λόγω της άκρας ακαθαρσίας του υπονοεί κάθε πάθος, χοίροι δε είναι όσοι κυλίονται στον βόρβορο των παθών τούτων. Όταν εκείνος έγινε προϊστάμενος τούτων, ως πρώτος από όλους αυτούς στην ηδυπάθεια, δεν μπορούσε να χορτάσει από τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι, δηλαδή δεν ήταν δυνατό να λάβει κορεσμό της επιθυμίας του. Πώς όμως δεν αρκεί η φύσις του σώματος να εξυπηρετήσει τις ορμές του ακολάστου; Ο χρυσός ή ο άργυρος, όταν περιέλθη στον φιλόχρυσο και φιλάργυρο, αυξάνει την στέρηση και όσο περισσότερος εισρεύσει, τόσο μεγαλύτερη επιθυμία προκαλεί· μόλις θ’ αρκέσει σ’ έναν πλεονέκτη και φίλαρχο όλος ο κόσμος, ίσως δε ούτε αυτός. Επειδή λοιπόν αυτοί μεν είναι πολλοί, ο κόσμος δε ένας, πώς τότε θα μπορέσει κανείς από αυτούς να εύρει κόρο της επιθυμίας του;


Έτσι λοιπόν και εκείνος ο αποστάτης από τον Θεό δεν μπορούσε να χορτασθεί. Διότι άλλωστε, λέγει, δεν του προσέφερε κανείς τον κόρο. Ποιός θα του τον προσέφερε; Ο Θεός απουσίαζε, με του οποίου και τη θέα μόνο προκαλείται αβάρετος κόρος στον βλέποντα, σύμφωνα με εκείνον που είπε, «θα χορτάσω μόλις θεαθεί από εμένα η δόξα σου». Ο Διάβολος δεν θέλει να προσφέρει κόρο των αισχρών επιθυμιών, επειδή εκ φύσεως ο κόρος στα τρεπτά πράγματα προκαλεί μεταβολή της σχέσεως προς αυτά. Ευλόγως λοιπόν κανένας δεν του έδιδε τον κόρο. Μόλις πάντως κάποτε εκείνος ο αποστάτης από τον πατέρα ήλθε στα λογικά του και αντιλήφθηκε σε ποιο κατάντημα έφθασε, έκλαυσε τον εαυτό του λέγοντας· «πόσοι μισθωτοί του πατρός μου έχουν αφθονία άρτων, ενώ εγώ χάνομαι από την πείνα!». Ποιοί είναι οι μισθωτοί; Εκείνοι που δια των ιδρώτων της μετανοίας και της ταπεινώσεως παίρνουν σαν μισθό τη σωτηρία. Υιοί δε είναι εκείνοι που λόγω της αγάπης προς αυτόν υποτάσσονται στις εντολές του, όπως είπε και ο Κύριος, «όποιος με αγαπά, θα τηρήσει τις εντολές μου».


Έτσι λοιπόν ο νεώτερος υιός αφού απέπεσε από την υιοθεσία και εξέπεσε από την ιερά πατρίδα και περιέπεσε σε πείνα, αντιλαμβάνεται τη θλιβερή κατάστασή του και ταπεινώνεται και μετανοεί λέγοντας «θα σηκωθώ να υπάγω και να γονατίσω στον πατέρα μου και θα του ειπώ, πατέρα, αμάρτησα στον ουρανό και σε σένα». Καλώς λοιπόν στην αρχή ελέγαμε ότι αυτός ο πατέρας είναι ο Θεός· διότι πώς θα αμάρτανε στον ουρανό ο νέος που απεστάτησε από τον πατέρα, αν ο πατέρας δεν ήταν ουράνιος; «Αμάρτησα λοιπόν», λέγει, «στον ουρανό», δηλαδή στους αγίους που ευρίσκονται στον ουρανό και είναι πολίτες του ουρανού, «και σε σένα», που κατοικείς μαζί με τους αγίους σου στους ουρανούς. «Και δεν είμαι πλέον άξιος να ονομάζωμαι υιός σου· κάμε με σαν ένα από τους μισθωτούς σου». Καλώς λέγει, σωφρονισμένος από την τωρινή του ταπείνωση, «κάμε με»· διότι δεν λαμβάνει κανείς από τον εαυτό του τους βαθμούς της αρετής, αν και επίσης δεν τους λαμβάνει χωρίς την προαίρεσή του.


«Αφού λοιπόν εσηκώθηκε, ήλθε στον πατέρα του. Ενώ δε απείχε ακόμη πολύ». Πώς και ήλθε και συγχρόνως απείχε πολύ, γι’ αυτό και ο πατέρας του τον ευσπλαγχνίσθηκε και εξήλθε προς συνάντησή του; Ο άνθρωπος που μετανοεί με την ψυχή του δια μεν της αγαθής προθέσεως και της αποχής από την αμαρτία φθάνει προς τον Θεό· από την κακή όμως συνήθεια και τις προλήψεις τυραννούμενος νοερώς, απέχει ακόμη πολύ από τον Θεό, και αν πρόκειται να σωθεί, χρειάζεται μεγάλη από άνω ευσπλαγχνία και βοήθεια. Γι’ αυτό και ο πατέρας των οικτιρμών συγκαταβαίνοντας τον προϋπάντησε, τον αγκάλιασε και τον κατεφίλησε, παρήγγειλε δε στους δούλους του, δηλαδή στους ιερείς, να τον ενδύσουν την πρώτη στολή, δηλαδή την υιοθεσία, την οποία και πρωτύτερα είχε φορέσει δια του αγίου βαπτίσματος, και να του βάλουν δακτυλίδι στο χέρι του, δηλαδή στο πρακτικό μέρος της ψυχής που δηλώνεται με το χέρι, να τοποθετήσουν σφραγίδα θεωρητικής αρετής, ως αρραβώνα της μελλοντικής κληρονομιάς, αλλά και υποδήματα στα πόδια, θεία δηλαδή φρουρά και ασφάλεια που θα τον ενδυναμώνει να πατεί επάνω σε όφεις και σκορπιούς κι επάνω σε όλη τη δύναμη του εχθρού. Έπειτα παραγγέλλει να φέρουν και σφάξουν ένα σιτευτό μόσχο και να τον παραθέσουν σε τραπέζι.


Ο δε μόσχος είναι ο ίδιος ο Κύριος, ο οποίος εξέρχεται μεν από τα κρύφια της θεότητος και από τον θρόνο που ευρίσκεται υπεράνω του παντός και όταν εφάνηκε σαν άνθρωπος επάνω στη γη θυσιάζεται ως μόσχος για χάρη ημών των αμαρτωλών και ως σιτευτός, δηλαδή ως άρτος, παρατίθεται σε μας προς βρώσιν. Κάμνει δε κοινή την μ’ αυτή την ευκαιρία ευφροσύνη και ευωχία ο Θεός με τους αγίους του, αναλαμβάνοντας από άκρα φιλανθρωπία τις συνήθειές μας και λέγοντας· «έλθετε να φάγωμε κι ευφρανθούμε». Αλλά ο πρεσβύτερος υιός οργίζεται. Πρέπει να υπονοείς, παρακαλώ, πάλι τους Ιουδαίους που οργίζονται γι’ αυτήν την πρόσκλησι, τους Γραμματείς και Φαρισαίους που σκανδαλίζονται, διότι ο Κύριος υποδέχεται αμαρτωλούς και συνεσθίει με αυτούς. Εάν δε θέλεις να εννοήσεις τούτο και επί των δικαίων, τι παράδοξο είναι, αν και ο δίκαιος αγνοεί τον ανώτερο κάθε συλλήψεως πλούτο της χρηστότητος του Θεού;


Γι’ αυτό και παρηγορείται από τον κοινό πατέρα και διδάσκεται τα κατάλληλα από αυτόν με τα λόγια, «εσύ είσαι πάντοτε μαζί μου», μετέχοντας στην αναλλοίωτη ευφροσύνη· «έπρεπε λοιπόν να ευχαριστηθείς και να χαρείς διότι αυτός ο αδελφός σου ήταν νεκρός και ανέζησε, ήταν χαμένος και ευρέθηκε». Ήταν νεκρός από την αμαρτία και ανέζησε με την μετάνοια, ήταν δε και χαμένος, αφού δεν ήταν μαζί με τον Θεό. Αφού λοιπόν ευρέθηκε, γεμίζει τον ουρανό με χαρά, όπως έχει γραφεί, «χαρά γίνεται στον ουρανό για έναν αμαρτωλό που μετανοεί».




Ομιλία Γ’, Γρηγορίου Παλαμά Έργα, ΕΠΕ τ. 9, 
ΠΑΤΕΡΙΚΑΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ "ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ"


Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς


Η ΠΑΡΑΒΟΛΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ ΥΙΟΥ Ή ΤΟΥ ΕΥΣΠΛΑΧΝΟΥ ΠΑΤΕΡΑ




Σε όλη τη Βιβλιοθήκη της παγκόσμιας φιλολογίας δε μπορεί να βρεθεί ανάλογος θησαυρός σοφίας-ευσπλαχνίας-αγάπης-τρυφερότητας σαν αυτόν της παραβολής του ΑΣΩΤΟΥ. Είναι ένα αριστούργημα- το Ευαγγέλιο των Ευαγγελίων, όπως είπαν. Αν χάνονταν όλα τα λόγια του Ευαγγελίου και έμενε η παραβολή αυτή, θα ήταν αρκετή να φανερώσει την απέραντη αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο. Γόγγυζαν οι Φαρισαίοι κατά του Χριστού, επειδή συναναστρεφόταν τους αμαρτωλούς. Και σήμερα πολλοί χωρίζουν τους ανθρώπους σε «καλούς» και «κακούς», αλλά αρπάζουμε έτσι το δικαίωμα της κρίσεως που ανήκει μόνο στο Θεό και κατακρίνουμε. Για την Εκκλησία δεν υπάρχουν καλοί και κακοί, αλλά εντός και εκτός Εκκλησίας άνθρωποι. «Εκτός Εκκλησίας ουδεμία σωτηρία» λέει ο Άγιος Κυπριανός, ακόμα και αν είσαι «καλός».


Το βάρος και το νόημα της παραβολής δείχνει τέσσερα πράγματα: 1. ΤΗΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΜΑΡΤΩΛΟΥ 2. ΤΗ ΜΕΤΑΝΟΙΑ-ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ 3. ΤΗΝ ΕΥΣΠΛΑΧΝΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ 4. ΤΗΝ ΨΥΧΡΗ ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΥΙΟΥ, ΤΟΥ «ΔΙΚΑΙΟΥ» Κάποιος άνθρωπος είχε 2 γιους. Ο μικρότερος ζήτησε το μερίδιο της περιουσίας του και έφυγε σε χώρα μακρινή. Εκεί σκόρπισε την περιουσία του κάνοντας άσωτη ζωή. Έπεσε όμως λιμός και πείνα στη χώρα αυτή και πήγε εργάτης σε ένα πολίτη της χώρας και έβοσκε χοίρους στα χωράφια του. Από την πείνα έτρωγε ξυλοκέρατα. Τότε συνήλθε και είπε: ‘‘Πόσοι εργάτες του πατέρα μου τρώνε ψωμί! Θα σηκωθώ να πάω στον πατέρα μου να του πω ότι αμάρτησα…’’. Ενώ ήταν μακριά, τον είδε ο πατέρας του, έτρεξε, τον αγκάλιασε και τον φιλούσε. Ο γιος είπε:‘‘ Πατέρα, αμάρτησα και δεν αξίζω πια να λέγομαι γιος σου’’. Ο στοργικός πατέρας είπε στους δούλους: ‘‘Ντύστε τον την στολή την πρώτη, φορέστε του δαχτυλίδι, υποδήματα, φέρτε σιτευτό μοσχάρι να ευφρανθούμε· διότι ο γιος μου αυτός ήταν νεκρός και αναστήθηκε, χαμένος και βρέθηκε’’. Ο μεγαλύτερος γιος βρισκόταν στο χωράφι· καθώς ερχόταν άκουσε χορούς. Φώναξε έναν από τους υπηρέτες και τον ρώτησε τι γίνεται στο σπίτι του πατέρα του.


Εκείνος του είπε πως γύρισε ο αδελφός του. Αυτός θύμωσε· δεν ήθελε να μπει μέσα. Βγήκε έξω ο πατέρας του και τον παρακάλεσε. ‘‘ Εγώ’’, είπε αυτός, ‘‘τόσα χρόνια δουλεύω και δε μου έδωσες ποτέ ούτε ένα ερίφιο για να χαρώ με τους φίλους μου, για το γιο σου όμως αυτόν, που ήταν άσωτος, έσφαξες το μοσχάρι το σιτευτό’’. Ο πατέρας αποκρίθηκε: ‘‘Παιδί μου, όσα έχω είναι και δικά σου. Έπρεπε να χαρούμε, γιατί ο αδελφός σου ήταν νεκρός και αναστήθηκε, ήταν χαμένος και βρέθηκε’’(Κατά Λουκᾶν,κεφ.ιε΄,11-32). Η αμαρτία είναι απομάκρυνση- φυγή από το Θεό. Ο άσωτος γιος είναι ο νεότερος, γιατί και η αμαρτία είναι νεότερη(υστερότερη) της δικαιοσύνης-αρετής. Διά του όφεως έγινε ο άνθρωπος πονηρός. Η αμαρτία είναι επανάσταση, ανταρσία, φυγή από το Θεό-Πατέρα και διασκόρπιση των χαρισμάτων, τα οποία αποτελούν την περιουσία μας. ‘‘Δός μοι το ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας’’: ζήτησε ο γιος την περιουσία που του «ανήκε»: τα χαρίσματα, την υγεία, τα χρήματα(αυτεξούσιο). Ο Θεός δίνει τα αγαθά του εξίσου σε δίκαιους και αμαρτωλούς, τον ήλιο και τη βροχή ακόμα· γι’ αυτό και δε στέρησε την περιουσία από το νεότερο γιο.


‘‘Μετ’ οὐ πολλάς ἡμέρας συναγαγών ἅπαντα, ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν’’: επειδή ο άνθρωπος είναι επιρρεπής στην αμαρτία γρήγορα πέφτει. Έστω και μία ημέρα να ζήσει ο άνθρωπος στη γη δεν είναι δυνατό να μην αμαρτήσει. Η αμαρτία απομακρύνει τον άνθρωπο από το Θεό: δεν προσεύχεται, δεν ακούει το λόγο του Θεού, ούτε εξομολογείται, ούτε κοινωνεί και διασκορπίζει την ουσία με την πολυφαγία, τη μέθη, τους έρωτες, τις ηδονές, την αχαλίνωτη ζωή. ‘‘Ζῶν ἀσώτως καταφαγών τόν βίον μετά πορνῶν’’: με την αμαρτία φθείρεται η υγεία και όλες οι δυνάμεις του σώματος.Αφού ο άσωτος δαπάνησε τον ψυχικό και σωματικό του πλούτο, ήρθε ως συνέπεια ο λιμός. Όταν λείπει η αρετή, έρχεται η πείνα της Θείας Χάριτος, ο λιμός του επουράνιου άρτου, η απώλεια της ψυχής. ''Οἱ δέ ἐκζητοῦντες τόν Κύριον, οὐκ ἐλαττωθήσονται παντός ἀγαθοῦ’’. ‘‘Τα οψώνια της αμαρτίας, θάνατος’’. Όπως ένα μηχάνημα, που αν ο αγοραστής αντίθετα με τις οδηγίες λειτουργίας ρίξει ζάχαρη αντί για βενζίνη θα κολλήσει, έτσι και ο άνθρωπος, αν τροφοδοτείται με την αμαρτία και όχι με τη Χάρη του Θεού, θα μπλοκάρει ή θα νεκρωθεί πνευματικά.


Ο γιος της παραβολής είναι νεκρός. ‘‘ Ἐκολλήθη ἑνί τῶν πολιτῶν’’: πολίτες είναι οι δαίμονες και αγροί τα καταγώγια των πονηρών ανθρώπων. Ο άσωτος ἐκολλήθη εἰς ἕνα τῶν δαιμόνων δηλαδή της ασωτίας-πορνείας και έγινε χοιροβοσκός, έγινε δούλος στις σαρκικές αμαρτίες. Τα κεράτια, η τροφή των χοίρων, στην αρχή είναι γλυκείς και στη συνέχεια στυφοί, αηδιαστικοί. Έτσι ακριβώς η αμαρτία στην αρχή ευχαριστεί, γλυκαίνει και έπειτα γεμίζει λύπη και αηδία την ψυχή· γίνεται ακόρεστη η ψυχή, ανικανοποίητη. ‘‘Εἰς ἑαυτόν ἐλθών εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγώ δέ λιμῷ ἀπόλλυμαι’’: Έρχεται η στιγμή για τον αμαρτωλό που αηδιάζει και θυμάται την προηγούμενη, ευτυχισμένη κατάσταση. Οι μισθωτοί είναι μία από τις τρεις τάξεις των σωζομένων. Οι τρεις τάξεις είναι: (ΥΙΟΙ, ΜΙΣΘΩΤΟΙ, ΔΟΥΛΟΙ), αυτοί που κάνουν το θέλημα του πατρός από αγάπη, αυτοί που κάνουν το θέλημα του πατρός για την ανταμοιβή, αυτοί που κάνουν το θέλημα του πατρός από φόβο. 


‘‘Εἰς ἑαυτόν ἐλθών’’: ήλθε δηλαδή στον εαυτό του, ήλθε σε μετάνοια, η οποία είναι το δεύτερο βάπτισμα. Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερμανός είπε για κάποιον μοναχό, ότι περισσότερο από 10 έτη τυραννιόταν από το δαιμόνιο της πορνείας, αλλά όταν έπεφτε, ευθύς με συντριβή πήγαινε στο ναό και ζητούσε το έλεος του Θεού· ώσπου κάποια στιγμή του εμφανίστηκε ο διάβολος οφθαλμοφανώς και ζητούσε την ψυχή του από το Χριστό. Τότε ο Χριστός του είπε: «γι’ αυτόν έχυσα το αίμα μου και βλέποντας τη μετάνοια αυτής της στιγμής που έγινε μέσα στο ναό, τον παίρνω στη βασιλεία μου, γιατί είναι γραμμένο ‘‘εκεί που θα σε βρω την τελευταία στιγμή, εκεί θα σε κρίνω’’». ''Περισσεύουν οἱ ἄρτοι’’, δηλαδή η Θεία Κοινωνία περισσεύει για τους μισθωτούς, αυτούς που ακούνε το λόγο του Θεού. Και ο άσωτος αν και υιός πεινάει, φθείρεται, γι’ αυτό πήρε το δρόμο της επιστροφής.


Έτσι και εμείς πρέπει να κάνουμε την αυτοκριτική μας σε ένα ήσυχο μέρος, να σκεφτούμε πριν την εξομολόγηση τα κρίματά μας: 1) την απομάκρυνση από τη Θεία Κοινωνία 2) την απουσία προσευχής. Σίγουρα ο δρόμος της επιστροφής δεν είναι χωρίς εμπόδια·ο άσωτος από τη στιγμή που πήρε την απόφαση της επιστροφής μέχρι να συναντήσει τον πατέρα του, θα δοκίμασε ντροπή και απόγνωση. Αυτά τα συναισθήματα σπέρνει ο διάβολος στις ψυχές πολλών ανθρώπων και λένε: α) ‘‘γιατί να εξομολογηθώ, δε σκότωσα, δεν έκλεψα...’’· όμως, όταν κανείς κρύβεται από τον ήλιο, δε βλέπει τις κηλίδες του και νομίζει ότι είναι καθαρός. β) ‘‘τα λέω στην εικόνα’’·όμως, όταν αρρωσταίνουμε ζητάμε θεραπεία από τη φωτογραφία του γιατρού ή από τον ίδιο το γιατρό; γ) ‘‘ο ιερέας είναι άνθρωπος όπως και εγώ, αμαρτωλός’’· όμως, όταν σου δίνει κάποιος χρυσάφι με βρώμικα χέρια το εξετάζεις; μπορείς να βρεις έναν ιερέα που έχει συναίσθηση της σημασίας του μυστηρίου και να εξομολογηθείς.


δ)‘‘ντρέπομαι’’·όμως ένας άγιος έχει πει: ‘‘πρέπει να ντρεπόμαστε όταν κάνουμε μια αμαρτία, όχι όταν τη λέμε’’. ε)κάποιοι κυριεύονται από απόγνωση· είναι λάθος, ο Θεός συγχωρεί ό, τι αμαρτία και να έχουμε κάνει, αν ζητήσουμε συγχώρεση. στ)κάποιοι ζητούν μια απλή συγχωρητική ευχή· δεν επιτρέπεται και δεν υπάρχει κανένα όφελος από αυτό, γιατί έτσι δεν πρόκειται να γνωρίσουμε ποτέ τον εαυτό μας. Ο πατέρας, ενώ ακόμα ο γιος του ήταν μακριά, έτρεξε πρώτος να τον υποδεχθεί, τον αγκάλιαζε και τον φιλούσε.


Όταν ο Θεός δει τη διάθεσή μας για μετάνοια, δεν περιμένει να κάνει έργα ο αμαρτωλός, αλλά ευθύς συμφιλιώνεται μαζί του. ‘‘Εἶπε δέ ὁ πατήρ πρός τούς δούλους αὐτοῦ’’: δούλοι είναι οι άγγελοι που διακονούν «τους μέλλοντας κληρονομεῖν σωτηρίαν» ή οι λειτουργοί ιερείς. ‘‘ Ἐξενέγκατε τήν στολήν τήν πρώτην’’: η στολή η πρώτη είναι η μακαρία κατάσταση της ψυχής, η καθαρότητα, η αγιοσύνη. ‘‘Δότε δακτύλιον καί ὑποδήματα’’: με το δαχτυλίδι νυμφεύεται πάλι η ψυχή το Χριστό, αποκτά πάλι χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος· τα υποδήματα είναι η δύναμη που αποκτούμε να τρέχουμε πρόθυμα της αρετής το δρόμο ‘‘τοῦ πατεῖν ἐπάνω ὄφεων’’, δηλαδή επάνω στο διάβολο.‘‘Τόν μόσχον τόν σιτευτόν θύσατε’’: ο μόσχος ο σιτευτός είναι η Θεία Κοινωνία. Αυτά δίνει ο απειροεύσπλαχνος Θεός σε όποιον μετανοεί. ‘‘Εὐφρανθῶμεν’’: χαρά μεγάλη γίνεται στον ουρανό για έναν αμαρτωλό που μετανοεί. Αιτία της χαράς είναι η ανάσταση του νεκρού, του αμαρτωλού, η εύρεση του απολωλότος.


Πώς ο πρεσβύτερος υιός οργίζεται, εφόσον παριστάνει το δίκαιο; Δε θέλουν οι δίκαιοι να εισέλθουν οι αμαρτωλοί στη χαρά του Κυρίου; Φαίνεται ακατανόητο. Ο Κύριος όμως με τη λέξη ''δίκαιοι'' δεν εννοεί τους ανθρώπους που βρίσκονται στη γη·οι δίκαιοι βρίσκονται μόνο στον ουρανό·εδώ στη γη είμαστε όλοι αμαρτωλοί που αγωνιζόμαστε για τη σωτηρία μας· αυτό το είχαν κατανοήσει οι άγιοι και δεν υπερηφανεύονταν. Γι’ αυτό ο Κύριος παριστάνει τον πρεσβύτερο γιο να έρχεται από τον αγρό, δηλαδή τον κόσμο αυτό. Ο Κύριος ήλεγχε τους Φαρισαίους που θεωρούσαν τον εαυτό τους δίκαιο και γόγγυζαν, όταν ο Θεός συναναστρεφόταν με τους αμαρτωλούς με σκοπό να τους σώσει. Και τους έλεγε: ‘‘ὑμεῖς οὐκ εἰσέρχεσθε οὐδέ τούς εἰσερχομένους ἀφίετε εἰσελθεῖν’’, δηλαδή ‘‘εσείς δεν έρχεσθε προς εμένα ούτε αυτούς που θέλουν να έρθουν αφήνετε’’. Έτσι και εμείς λοιπόν, ας μη θεωρούμε κατακτημένη ήδη τη σωτηρία μας, όπως οι Φαρισαίοι, αλλά ας αγωνιζόμαστε κάθε μέρα για να την πετύχουμε.





Κυριακή του Ασώτου


▲ ▼
Print Friendly and PDF