ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2020

ΠΕΡΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΕΞΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΑΔΑΜ





Ἀδελφοὶ καὶ πατέρες. Εἶναι καλὸν πράγμα ἡ μετάνοια καὶ ἡ ὠφέλεια ποὺ προέρχεται ἀπὸ αὐτήν. Αὐτὸ γνωρίζοντας καὶ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Θεός μας, ὁ ὁποῖος ὅλα τὰ γνωρίζει ἐκ τῶν προτέρων, εἶπε: «Μετανοεῖτε, ἤγγικε γὰρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». Θέλετε δὲ νὰ μάθετε ὅτι χωρὶς μετάνοια, καὶ μάλιστα μετάνοιαν ἀπὸ τὸ βάθος τῆς ψυχῆς καὶ τοιαύτην ὅπως ὁ Λόγος τὴν ζητεῖ ἀπὸ ἐμᾶς, εἶναι ἀδύνατον νὰ σωθοῦμε; Ἀκοῦστε τὸν ἴδιον τὸν Ἀπόστολο ποὺ λέγει «… πᾶσα ἁμαρτία ἐκτός τοῦ σώματος ἐστίν… Ὁ δὲ πορνεύων εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει…».


Καὶ πάλιν. «Παραστῆναι δεῖ ἡμᾶς ἔμπροσθεν τοῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ, ἵνα ἀπολήψεται ἕκαστος τὰ διὰ τοῦ σώματος πρὸς εἰ ἔπραξε, εἴτε ἀγαθὰ εἴτε φαῦλα». Ἠμπορεῖ λοιπὸν πολλὲς φορὲς λαμβάνοντας κάποιος ἀφορμὴν ἀπὸ αὐτὰ νὰ εἰπῆ: «εὐχαριστῶ τὸν Θεόν, διότι δὲν ἐμόλυνα κανένα μέλος τοῦ σώματός μου μὲ κάποιαν πονηρὰ πράξη», καὶ ἔχει δῆθεν παρηγορία ἀπὸ αὐτό, ἐπειδὴ εἶναι ξένος ἀπὸ σωματικὴν ἁμαρτία. Ἀλλὰ ἀποκρίνεται ὁ Δεσπότης λέγοντας τὴν παραβολὴν περὶ τῶν δέκα παρθένων, καὶ δεικνύει σὲ ὅλους μας καὶ μᾶς βεβαιώνει ὅτι καθόλου δὲν ὠφελούμεθα ἀπὸ τὴν καθαρότητα τοῦ σώματος, ἐὰν δὲν συνυπάρχουν σ’ ἐμᾶς καὶ οἱ ὑπόλοιπες ἀρετές.


Εἶναι λοιπὸν δυνατὸν ἀδελφοί, σὲ ὅλους, ὄχι μόνον στοὺς μοναχοὺς ἀλλὰ καὶ στοὺς λαϊκούς, τὸ νὰ μετανοοῦν πάντοτε καὶ διαρκῶς, καὶ νὰ κλαίουν καὶ νὰ παρακαλοῦν τὸν Θεόν, καὶ δι’ αὐτῶν τῶν πράξεων νὰ ἀποκτήσουν καὶ ὅλες τὶς ὑπόλοιπες ἀρετές. Ὅτι αὐτὸ εἶναι ἀληθὲς τὸ ἐπιβεβαιώνει μαζί μου καὶ ὁ Χρυσόστομος Ἰωάννης, ὁ μέγας στύλος καὶ διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας, στοὺς λόγους του περὶ τοῦ Δαυίδ, ἐξηγώντας ἐκεῖ τὸν πεντηκοστὸν ψαλμό.


Λέγει ὅτι εἶναι δυνατὸν κάποιος ποὺ ἔχει γυναίκα καὶ δούλους καὶ δοῦλες καὶ πλῆθος ὑπηρετῶν καὶ περιουσίαν πολλήν, καὶ διαπρέπει στὰ κοσμικὰ πράγματα, νὰ ἠμπορῆ ὄχι μόνον αὐτό, τὸ νὰ κλαίη δηλαδὴ καθημερινῶς καὶ νὰ προσεύχεται καὶ νὰ μετανοῆ, ἀλλὰ καὶ νὰ φθάση στὴν τελειότητα τῆς ἀρετῆς ἐὰν θέλη, καὶ νὰ λάβη Πνεῦμα Ἅγιον καὶ νὰ γίνη φίλος του Θεοῦ καὶ νὰ ἀπολαμβάνη τὴν θέαν του, ὅπως ὑπῆρξαν πρὶν ἀπὸ τὴν παρουσίαν τοῦ Χριστοῦ ὁ Ἀβραάμ, ὁ Ἰσαάκ, ὁ Ἰακὼβ καὶ στὰ Σόδομα ὁ Λὼτ καί, γιὰ νὰ ἀφήσω τοὺς ἄλλους, ἐπειδὴ εἶναι πολλοί, ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Δαυίδ.


Στὴν δὲ νέαν χάρη καὶ ἐπιφάνειαν τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος μας, ὁ ἁλιεὺς καὶ ἀγράμματος Πέτρος, ὁ ὁποῖος μαζὶ μὲ τὴν πενθερά του καὶ τοὺς ἄλλους ἐκήρυττε τὸν Θεὸν ποὺ τότε ἐφανερώθη. Τοὺς δὲ ἄλλους ποῖος θὰ τοὺς ἀπαριθμήση, ποὺ εἶναι περισσότεροι ἀπὸ τὶς σταγόνες τῆς βροχῆς καὶ ἀπὸ τοὺς ἀστέρες τοῦ οὐρανοῦ; Βασιλεῖς, ἀρχιερεῖς, ἐξουσιαστάς, γιὰ νὰ μὴν εἰπῶ τοὺς πτωχοὺς καὶ ὅσους ἔζησαν μόνο μὲ τὰ ἀπαραίτητα, τῶν ὁποίων οἱ πόλεις καὶ οἱ οἰκίες καὶ οἱ ναοὶ ποὺ ἐκεῖνοι φιλοτίμως ἀνήγειραν, τὰ γηροκομεῖα καὶ τὰ ξενοδοχεῖα, σώζονται καὶ ὑπάρχουν μέχρι τώρα;


Ὅλα αὐτὰ καὶ ὅταν ἦσαν ἀκόμη ἐκεῖνοι στὴν ζωὴ τὰ κατεῖχαν καὶ τὰ χρησιμοποιοῦσαν εὐσεβῶς, ὄχι ὡς κύριοι των, ἀλλὰ ὡς δοῦλοι τοῦ Δεσπότου μετεχειρίζοντο αὐτὰ τὰ ὁποῖα τοὺς ἔδωσε ὁ Κύριος, ὅπως ἦταν ἀρεστὸν σ’ Ἐκεῖνον, «χρησιμοποιώντας μὲν τῷ κόσμω, οὐ καταχρώμενοι δέ», σύμφωνα μὲ τὸν Παῦλον. Γι’ αὐτὸ καὶ τώρα, στὴν παροῦσα ζωή, ἔγιναν ἔνδοξοι καὶ λαμπροί, καὶ στοὺς ἀτελευτήτους αἰώνας, στὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, θὰ γίνουν ἐνδοξότεροι καὶ λαμπρότεροι. Καὶ μάλιστα ἐὰν δὲν ἤμασταν ὀκνηροὶ καὶ ράθυμοι καὶ καταφρονηταὶ τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ πρόθυμοι καὶ ἄγρυπνοι καὶ προσέχαμε τὸν ἑαυτόν μας, οὐδεμίαν ἀνάγκη θὰ εἴχαμε ἀποταγῆς ἢ κουρᾶς ἢ τῆς φυγῆς ἀπὸ τὸν κόσμο. Καὶ γιὰ νὰ σὲ βεβαιώσω γι’ αὐτὸ ἄκουσε!



Ὁ Θεὸς ἀπὸ τὴν ἀρχὴν ἔκαμε τὸν ἄνθρωπο βασιλέα ὅλων ὅσων ὑπάρχουν ἐπάνω στὴν γῆν, ἀλλὰ καὶ αὐτῶν ποὺ εὑρίσκονται κάτω ἀπὸ τόν θόλον τοῦ οὐρανοῦ. Διότι βέβαια ὁ ἥλιος καὶ ἡ σελήνη καὶ τὰ ἄστρα, γιὰ τόν ἄνθρωπον ἐδημιουργήθησαν. Τί λοιπόν; Ἄραγε ἐπειδὴ ἦταν βασιλεὺς ὅλων αὐτῶν τῶν ὁρατῶν, ἐβλάπτετο ἀπὸ αὐτὰ στὴν ἀπόκτηση τῆς ἀρετῆς; Ὄχι, καθόλου, ἀλλὰ ἐὰν ἐζοῦσε εὐχαριστώντας τὸν Θεόν, ὁ ὁποῖος τὰ ἐδημιούργησε καὶ τοῦ τὰ ἔδωσε ὅλα, ἀκόμη περισσότερο θὰ εὐδοκιμοῦσε. Διότι ἐὰν δὲν παρέβαινε τὴν ἐντολὴν τοῦ Δεσπότου, δὲν θὰ ἔχανε αὐτὴν τὴν Βασιλεία, δὲν θὰ στεροῦσε τoν ἑαυτόν του ἀπὸ τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ.


Ἐπειδὴ ὅμως τὸ ἔκαμε αὐτό, δικαίως ἐξεδιώχθη, ἐξωρίσθη, ἔζησε καὶ ἀπέθανε. Καὶ θὰ σᾶς εἰπῶ ἕνα πράγμα τὸ ὁποῖον, νομίζω, κανεὶς δὲν τὸ ἀπεκάλυψε σαφῶς, ἀλλὰ ἔχει λεχθεῖ σκιωδῶς. Ποῖον; Ἄκου τὴν Θείαν Γραφὴ ποὺ λέγει: «Καὶ εἶπεν ὁ Θεὸς τῷ Ἀδὰμ (μετὰ τὴν παράβασιν ἐννοῶ). Ἀδὰμ ποῦ εἶ;». Γιατί τὸ εἶπεν αὐτὸ ὁ ποιητὴς τοῦ παντός; Ὁπωσδήποτε θέλοντας νὰ τὸν φέρη σὲ συναίσθηση, καὶ καλώντας τὸν σὲ μετάνοια, λέγει «Ἀδὰμ ποῦ εἶ;». Ἐξέτασε τὸν ἑαυτόν σου, διαπίστωσε τὴν γύμνωσή σου! Κοίτα ποῖον ἔνδυμα, ποίαν δόξαν ἐστερήθης. «Ἀδὰμ ποῦ εἶ;». Σὰν νὰ τὸν παρακαλῆ καὶ νὰ τοῦ λέγη: «Ναί, σύνελθε, ταπεινέ, ναί, ἄφησε τὸν τόπον ὅπου εἶσαι κρυμμένος. Ἀπὸ ἐμένα νομίζεις ὅτι κρύβεσαι; Εἰπὲ «Ἥμαρτον!».


Ἀλλὰ δὲν τὸ λέγει αὐτό, ἢ μᾶλλον ἐγὼ ὁ ἄθλιος δὲν τὸ λέγω, διότι ἰδικό μου εἶναι τὸ πάθος! Ἀλλὰ τί λέγει; «Τῆς φωνῆς σου ἤκουσα περιπατοῦντος ἐν τῷ παραδείσω, καὶ ἔγνων ὅτι γυμνὸς εἰμὶ καὶ ἐκρύβην». Καὶ τί τοῦ ἀπήντησε ὁ Θεός; «Καὶ τὶς ἀνήγγειλέ σοι ὅτι γυμνὸς εἶ, εἰ μὴ ἐκ τοῦ ξύλου, οὐ ἐνετειλάμην σοι τούτου μόνον μὴ φαγεῖν, ἀπ’ αὐτοῦ ἔφαγες;». Βλέπεις, ἀγαπητέ, μακροθυμίαν Θεοῦ; Διότι ὅταν εἶπε: «Ἀδάμ, ποῦ εἶ:», καὶ ἐκεῖνος δὲν ὡμολόγησε εὐθὺς τὴν ἁμαρτίαν, ἀλλὰ εἶπε «τῆς φωνῆς σου ἤκουσα, Κύριε καὶ ἔγνων ὅτι γυμνὸς εἰμὶ καὶ ἐκρύβην», ὁ Θεὸς δὲν ὠργίσθη, δὲν τὸν ἀπεστράφη ἀμέσως καὶ ὁριστικῶς, ἀλλὰ τοῦ δίδει εὐκαιρίαν νὰ ἀποκριθῆ καὶ δευτέραν φορά, καὶ λέγει: «τὶς ἀνήγγειλέ σοὶι ὅτι γυμνὸς εἶ;


Εἰ μὴ ἐκ τοῦ ξύλου οὐ ἐνετειλάμην σοὶ τούτου μόνον μὴ φαγεῖν, ἀπ’ αὐτοῦ ἔφαγες;». Πρόσεξε βάθος λόγων τῆς σοφίας τοῦ Θεοῦ: «Τί λέγεις, ὅτι εἶσαι γυμνός, τοῦ λέγει, κρύβεις ὅμως τὴν ἁμαρτίαν σου; Μήπως νομίζεις ὅτι μόνον τὸ σῶμα σου βλέπω καὶ δὲν βλέπω τὴν καρδίαν καὶ τοὺς λογισμούς σου;». Διότι ὁ Ἀδάμ, ἐπειδὴ ἀπατήθη, ἤλπιζεν ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἐγνώριζε τὴν ἁμαρτίαν του, καὶ ἔλεγε μέσα του κάπως ἔτσι: «ἐὰν εἰπῶ ὅτι εἶμαι γυμνός, τότε ἐπειδὴ ὁ Θεὸς δὲν γνωρίζει, θὰ μοῦ εἰπῆ: καὶ γιατί εἶσαι γυμνός; Τότε ἐγὼ θὰ τοῦ ἀπαντήσω ἀρνητικὰ καὶ θὰ τοῦ εἰπῶ: δὲν γνωρίζω, καὶ ἔτσι θὰ τοῦ διαφύγω, καὶ θὰ ἀπολαύσω πάλι τὴν πρώτην μου στολή. Τουλάχιστον δὲν θὰ μὲ ἐκδιώξη, τουλάχιστον δὲν θὰ μὲ ἐξορίση!».


Ἐνῶ συλλογίζετο αὐτά, ὅπως καὶ τώρα κάμουν πολλοὶ καὶ πρῶτος ἐγὼ ὁ ἴδιος, καὶ κρύπτουν τὰ ἁμαρτήματά τους, ὁ Θεός, ἐπειδὴ δὲν ἤθελε νὰ πολλαπλασιάση τὸ κρίμα του, λέγει: «Καὶ πόθεν ἔγνως ὅτι γυμνὸς εἶ, εἰ μὴ ἀπὸ τοῦ ξύλου οὐ ἐνετειλάμην σοι μὴ φαγεῖν, ἀπ’ αὐτοῦ ἔφαγες;». Σὰν νὰ λέγη. «Πράγματι, νομίζεις ὅτι κρύπτεσαι ἀπὸ ἐμέ; Δὲν γνωρίζω ἐγὼ τί ἔπραξες; Δὲν λέγεις τὸ «Ἥμαρτον»; Εἰπέ, πτωχέ: Ναί, ἀλήθεια, Κύριε, παρέβην τὴν ἐντολήν σου, ἔπταισα ἀκούοντας τὴν συμβουλὴ τῆς γυναικός, ἔσφαλα πολὺ ἀκολουθώντας τὸν λόγο της καὶ παρακούοντας τὸν ἰδικόν σου, ἐλέησόν με!


Ἀλλὰ δὲν λέγει τοῦτο, δὲν ταπεινώνεται. Νεῦρον ἀπὸ σίδερον ὁ αὐχένας τῆς καρδίας του, ὅπως ἀκριβῶς εἶναι καὶ ὁ ἰδικός μου. Διότι ἐὰν ἔλεγε αὐτό, θὰ ἔμενε στὸν Παράδεισο, καὶ ὅλον ἐκεῖνον τὸν κύκλο τῶν μυρίων κακῶν, τὸν ὁποῖον ὑπέστη ὅταν ἐξωρίσθη καὶ ἔμεινε κάτω στὸν Ἅδη τόσους πολλοὺς αἰῶνες, θὰ τὸν εἶχε ἀποφύγει τότε μὲ ἕναν μόνον λόγο. Αὐτὸ εἶναι λοιπὸν ἐκεῖνο γιὰ τὸ ὁποῖο ἔχω ὑποσχεθῆ νὰ ὁμιλήσω. Καὶ ἄκου τὴν συνέχεια, γιὰ νὰ γνωρίσης ὅτι τὰ λόγιά μου εἶναι ἀληθινά, καὶ τίποτε δὲν εἶναι ψεῦδος ἀπὸ ὅλα αὐτά. Εἶπεν ὁ Θεὸς στὸν Ἀδάμ.


«Ἥν ὥραν φάγεσθε ἀπὸ τοῦ ξύλου, οὐ ἐνετειλάμην ὑμῖν τούτου μόνον μὴ φαγεῖν, θανάτω ἀποθανεῖσθε», δηλαδὴ τὸν ψυχικὸν θάνατο, πράγμα ποὺ καὶ ἔγινε τὴν ἰδίαν ὥρα, γι’ αὐτὸ καὶ ἐγυμνώθη ἀπὸ τὴν ἀθάνατον στολήν του. Τίποτε περισσότερον δὲν εἶπεν ὁ Θεὸς καὶ τίποτε περισσότερον δὲν ἔγινε. Διότι προγνωρίζοντας ὁ Θεὸς ὅτι ὁ Ἀδὰμ πρόκειται νὰ ἁμαρτήση, καὶ θέλοντας νὰ τὸν συγχωρήση, ὅταν αὐτὸς μετανοοῦσε, μὲ τίποτε περισσότερον, ὅπως εἴπαμε, δὲν τὸν ἀπείλησε. Ἐπειδὴ ὅμως ἠρνήθη τὴν ἁμαρτίαν του, καὶ δὲν μετενόησε οὔτε ὅταν ἠλέγχθη ἀπὸ τὸν Θεὸν (διότι εἶπε: «Ἡ γυνή, ἥν δέδωκάς μοι, αὔτη μὲ ἠπάτησεν», σὰν δηλαδὴ νὰ λέγη στὸν Θεόν. «Σὺ ἔπταισες.


Ἡ γυναίκα, τὴν ὁποία σύ μοῦ ἔδωσες, αὐτή μὲ ἐξηπάτησε»), γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τοῦ λέγει: «Ἐν κόπῳ καὶ ἰδρῶτι φαγῆ τὸν ἄρτον σου, καὶ ἀκάνθας καὶ τριβόλους ἀνατελεῖ σοι ἡ γῆ» καὶ τελευταῖα ὅτι, «γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύση». Ἤθελα νὰ μετανοήσης, λέγει, καὶ νὰ ἐπανέλθης στὴν προηγουμένην σου διαγωγή. Ἐπειδὴ ὅμως εἶσαι τόσο σκληρός, φύγε λοιπὸν ἀπὸ κοντά μου, καὶ ἡ ἀπομακρυνσή σου θὰ σοῦ εἶναι ἀρκετὴ γιὰ παιδαγωγία, ἐπειδὴ εἶσαι χῶμα, καὶ στὸ χῶμα θὰ ἐπιστρέψης.


Γνωρίζεις λοιπὸν τώρα ὅτι, ἐπειδὴ μετὰ τὴν παράβαση δὲν μετενόησε νὰ εἰπῆ «Ἥμαρτον», ἐξορίζεται καὶ προστάσσεται νὰ ζῆ μὲ κόπο καὶ ἱδρώτα. Γι’ αὐτὸ καὶ κατεδικάσθη νὰ ἐπιστρέψη στὴν γῆν ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐλήφθη. Καὶ αὐτὸ γίνεται φανερὸν ἀπὸ τὴν συνέχεια. Ἀφήνοντας λοιπὸν αὐτόν, ἔρχεται στὴν Εὔα, θέλοντας νὰ δείξη ὅτι δικαίως καὶ αὐτὴ θὰ ἐξορισθῆ, ἀφοῦ δὲν θέλει νὰ μετανοήση, καὶ τῆς λέγει: «Τί τοῦτο ἐποίησας;» γιὰ νὰ εἰπῆ τουλάχιστον αὐτὴ τὸ «Ἥμαρτον». Διότι ποία ἄλλη ἀνάγκη ἔκαμε τὸν Θεὸν νὰ τῆς ἀπευθύνη αὐτὰ τὰ λόγια, παρὰ μόνον γιὰ νὰ εἰπῆ: «Ἀπὸ τὴν ἀφροσύνη μου, Δέσποτα, τὸ ἔπραξα αὐτό, ἡ ταπεινὴ καὶ ἀθλία, καὶ παρήκουσα ἐσὲ τὸν Κυριόν μου. Ἐλέησόν με!». Ἀλλὰ δὲν εἶπε αὐτό. Καὶ τί εἶπε; «Ὁ ὄφις ἐξηπάτησέ με».


Ὢ τί ἀναισθησία! Καὶ συνωμίλησες μὲ τὸν ὄφιν, ὁ ὁποῖος σοῦ ὡμιλοῦσε κατὰ τοῦ Δεσπότου, καὶ προτίμησες αὐτὸν ἀντὶ τοῦ Θεοῦ ποὺ σὲ ἔπλασε, καὶ ἐθεώρησες προτιμοτέραν καὶ ἀληθεστέραν τὴν συμβουλὴν ἐκείνου ἀπὸ τὴν ἐντολὴν τοῦ Δεσπότου; Καὶ ἐπειδὴ οὔτε αὐτὴ ἠμπόρεσε νὰ εἰπῆ τὸ «Ἥμαρτον», ἐκβάλλονται ἀπὸ τὴν τρυφήν, ἐξορίζονται ἀπὸ τὸν Παράδεισο καὶ ἀπὸ τὸν Θεόν. Ἀλλὰ πρόσεχε, παρακαλῶ, τὸ βάθος τοῦ μυστηρίου τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ, καὶ μάθε καὶ διδάξου ἀπὸ αὐτὰ ὅτι, ἐὰν μετανοοῦσαν, δὲν θὰ εἶχαν ἐκδιωχθῆ, δὲν θὰ εἶχαν κατακριθῆ, δὲν θὰ εἶχαν καταδικασθῆ νὰ ἐπιστρέψουν στὴν γῆν ἀπὸ τὴν ὁποία προῆλθαν. Καὶ τί ἔγινε ἔπειτα; Ἄκουσε!


Ὅταν ἐξεδιώχθησαν καὶ ἔπεσαν ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μέσα στοὺς ἱδρῶτες καὶ τοὺς σωματικοὺς κόπους, ἤρχισαν δὲ νὰ πεινοῦν καὶ νὰ διψοῦν, καὶ συγχρόνως νὰ ριγοῦν καὶ νὰ τρέμουν καὶ νὰ πάσχουν αὐτὰ τὰ ὁποῖα καὶ ἐμεῖς πάσχουμε σήμερα, αἰσθάνθησαν περισσότερο τὴν δυστυχία καὶ τὸ κατάντημά τους, ἀλλὰ καὶ τὴν ἰδίαν τὴν κακοφροσύνη τους, καὶ τὴν ἀνέκφραστον φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Περιπατώντας λοιπὸν καὶ καθήμενοι ἔξω ἀπὸ τὸν Παράδεισο, μετανοοῦσαν, ἔκλαιαν, ἐθρηνοῦσαν, ἐκτυποῦσαν τὸ πρόσωπο, ἐξερρίζωναν τὰ μαλλιά τους, καταδικάζοντας μὲ ὀδυρμοὺς τὴν σκληροκαρδία τους, καὶ αὐτὸ ὄχι μόνον μίαν ἡμέραν οὔτε δύο ἢ δέκα, ἀλλά, πιστέψετε το, σὲ ὅλην τους τὴν ζωή.


Καὶ πῶς δὲν θὰ ἔκλαιαν πάντοτε καὶ διαρκῶς, ἐνθυμούμενοι ἐκεῖνον τὸν πρᾶον καὶ ἤρεμον Δεσπότην, ἐκείνην τὴν τρυφὴν τὴν ἀνέκφραστο, τὰ ἀπερίγραπτα κάλλη τῶν ἀνθέων ἐκείνων, τὴν ἀμέριμνον ἐκείνην καὶ ἀκοπίαστον ζωή, τὶς ἀνόδους καὶ τὶς καθόδους τῶν ἀγγέλων πρὸς αὐτούς; Διότι ὅπως ἐκεῖνοι ποὺ εἶχαν ἐκλεγῆ ἀπὸ κάποιον ἄρχοντα τοῦ παρόντος κόσμου ὡς προσωπικοί του ὑπηρέτες, ὅσον μὲν διατηροῦν ἀνόθευτον τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν τιμὴ καὶ τὴν δουλεία πρὸς τὸν κύριόν τους καὶ ἀγαποῦν αὐτὸν καὶ τοὺς ὁμοδούλους των, ἀπολαμβάνουν καὶ τὴν πρὸς αὐτὸν παρρησία καὶ τὴν εὔνοια καὶ τὴν ἀγάπη του, ζώντας μέσα σὲ πολλὴν ἄνεση καὶ τρυφὴ καὶ σπατάλη.


Ἐὰν ὅμως ἀλαζονευθοῦν κατὰ τοῦ κυρίου τους, καὶ ἀποθρασυνθοῦν καὶ αὐθαδιάσουν ἐναντίον τῶν συνδούλων τους, τότε ἐκπίπτουν ἀπὸ τὴν πρὸς αὐτὸν παρρησία καὶ τὴν ἀγάπη καὶ τὴν εὔνοιάν του, ἐξορίζονται σὲ χώρα μακρινήν, καὶ ὑποβάλλονται κατόπιν διαταγῆς του σὲ μυρίους πειρασμούς, μέσα σὲ κόπους καὶ σὲ μεγάλες ταλαιπωρίες. Ἔτσι ὅλο καὶ περισσότερον συνειδητοποιοῦν τὴν ἄνεση τὴν ὁποίαν ἀπελάμβαναν, καὶ πόσον ἐζημιώθησαν ἀπὸ τὴν στέρησιν τόσων ἀγαθῶν. Τὸ ἴδιο ἔπαθαν καὶ οἱ πρωτόπλαστοι, οἱ ὁποῖοι ὅσον ἦσαν στὸν Παράδεισον, ἀπελάμβαναν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἀγαθά, ἔπειτα ὅμως ἐξέπεσαν ἀπὸ αὐτὰ καὶ ἐξωρίσθησαν. Ὅταν αἰσθάνθησαν ἀπὸ ποῦ ἔπεσαν, πάντοτε θρηνοῦσαν, πάντοτε ἔκλαιαν, ἐπικαλούμενοι τὴν εὐσπλαγχνίαν τοῦ Κυρίου τους.


Ἀλλὰ Αὐτὸς τί κάνει, ὁ πλούσιος σὲ ἔλεος καὶ βραδὺς σὲ τιμωρίες; Ἐπειδὴ εἶδε ὅτι ἐταπεινώθησαν, τὴν μὲν ἀπόφαση ποὺ εἶχε λάβει δὲν τὴν ματαιώνει ἐντελῶς −αὐτὸ τὸ ἔκαμε πρὸς σωφρονισμὸν ἰδικόν μας, καὶ γιὰ νὰ μὴν ὑπερηφανεύεται κανεὶς κατὰ τοῦ ποιητοῦ τῶν ὄλων− προγνωρίζοντας δὲ ὡς Θεὸς καὶ τὴν πτώση τους καὶ τὴν μετάνοιαν, εἶχε ὁρίσει ἀπὸ τὴν ἀρχήν, ὁπωσδήποτε πρὶν νὰ δημιουργήση τὰ πάντα, καὶ τὸν καιρὸν καὶ τὸν χρόνον καὶ πῶς καὶ πότε θὰ τοὺς ἀνακαλέση ἀπὸ τὴν ἐξορία, μὲ τρόπο μυστικὸν καὶ ἀπὸ κάθε κτίσμα ἀνεξιχνίαστο. Πράγματι, ἀκόμη καὶ ἂν ὅλα τὰ μυστήρια τῆς Θείας αὐτῆς οἰκονομίας ἀποκαλυφθοῦν σὲ κάποιους, καὶ θελήσουν νὰ τὰ γράψουν, δὲν θὰ φθάση οὔτε ὁ χρόνος οὔτε τὸ χαρτὶ οὔτε τὸ μελάνι, οὔτε ὁ κόσμος ὅλος θὰ χωρέση τὰ βιβλία αὐτὰ ποὺ θὰ γραφοῦν.


Ὅπως λοιπὸν ἀπὸ εὐσπλαγχνίαν εἶχεν εἰπεῖ καὶ προορίσει ἀπὸ πρίν, ἔτσι ἀκριβῶς καὶ ἔπραξε. Καὶ αὐτοὺς τοὺς ὁποίους γιὰ τὴν ἀναίδειάν τους καὶ γιὰ τὴν ἀμετανόητο καρδία καὶ γνώμην ἐξεδίωξε ἀπὸ τὸν Παράδεισον, ὅταν μετενόησαν ὅπως ἔπρεπε, καὶ ἐταπεινώθησαν ἀξίως, καὶ ἔκλαυσαν, καὶ ἐθρήνησαν, Αὐτὸς ὁ ἴδιος, ὁ μόνος Μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος, ἀπὸ μόνον τὸν προάναρχον Πατέρα, κατῆλθεν, ὅπως ὅλοι γνωρίζετε, καὶ ὄχι μόνον ἔγινε ἄνθρωπος ὅμοιος μὲ ἐκείνους, ἀλλὰ καὶ νὰ ἀποθάνη ὅπως αὐτοὶ κατεδέχθη, προτιμώντας βίαιον καὶ ἐπονείδιστον θάνατο. Κατῆλθε δὲ καὶ στὸν Ἅδη, καὶ ἀπὸ ἐκεῖ τούς ἀνέστησε. Αὐτὸς λοιπὸν ὁ ὁποῖος τόσα ἔπαθε γι’ αὐτούς, γιὰ νὰ τοὺς ἀνακαλέση ἀπὸ τὴν μακρὰν ἐκείνην ἐξορίαν, ἐὰν μετανοοῦσαν στὸν Παράδεισο, δὲν θὰ τοὺς συμπαθοῦσε;


Καὶ πῶς ὄχι, ἀφοῦ εἶναι ἀπὸ τὴν φύση του φιλάνθρωπος, καὶ τοὺς ἐδημιούργησε ἀκριβῶς γι’ αὐτό, γιὰ νὰ ἀπολαμβάνουν δηλαδή τὰ ἀγαθὰ του μέσα στόν Παράδεισο καὶ νὰ δοξάζουν τόν εὐεργέτην τους; Ναί, πράγματι ἀδελφοί, αὐτό, ὅπως φρονῶ, θὰ ἐγίνετο. Γιὰ νὰ μάθης δὲ καὶ τὰ ὑπόλοιπα, καὶ νὰ πιστεύσης περισσότερο στόν λόγον, ἄκου καὶ τὰ ἑξῆς: Ἐὰν εἶχαν μετανοήσει ὅταν ἀκόμη ἦσαν μέσα στόν Παράδεισον, ἐκεῖνον τὸν ἴδιον Παράδεισο θὰ ἀπελάμβαναν καὶ τίποτε περισσότερο. Ἐπειδὴ δὲ γιὰ τὴν ἀμετανοησία τους ἐξεβλήθησαν, μετὰ ταῦτα ζώντας μέσα στὶς θλίψεις, μετενόησαν καὶ ἔκλαυσαν πολύ. Αὐτά, ὅπως εἶπα, δὲν θὰ τὰ ἐπάθαιναν, ἐὰν εἶχαν μετανοήσει μέσα στόν Παράδεισον.


Γιὰ τοὺς πόνους λοιπὸν αὐτοὺς καὶ τοὺς ἱδρῶτες καὶ τοὺς κόπους, καὶ γιὰ τὴν καλήν τους μετάνοια, θέλοντας ὁ Δεσπότης Θεὸς νὰ τοὺς τιμήση καὶ νὰ τοὺς δοξάση, ἀλλὰ καὶ νὰ τοὺς κάνη νὰ λησμονήσουν ὅλα ἐκεῖνα τὰ δεινά, τί κάνει; Πρόσεξε, παρακαλῶ, τὸ μέγεθος τῆς φιλανθρωπίας! Ὅταν κατῆλθε στὸν Ἅδη καὶ τοὺς ἀνέστησε, δὲν τοὺς ἀποκατέστησε πάλι στὸν Παράδεισον ἀπὸ ὅπου ἐξέπεσαν, ἀλλὰ τοὺς ἀνέβασε σ’ αὐτὸν τὸν ἴδιον τὸν οὐρανὸν τοῦ οὐρανοῦ. Καὶ ἀφοῦ ὁ Κύριος ἐκάθισε ἐκ δεξιῶν τοῦ προανάρχου Πατρός του καὶ Θεοῦ, τί λέγεις ὅτι τὸν ἔκαμε αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἦταν κατὰ φύσιν δοῦλος του; Τὸν ἔκαμε κατὰ χάριν πατέρα του! (ἀφοῦ ὁ ἴδιος αὐτοαποκαλεῖται Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου). Εἶδες σὲ ποῖον ὕψος τὸν ἀνέβασε ὁ Δεσπότης, γιὰ τὴν μετάνοια καὶ τὴν ταπείνωση καὶ τοὺς θρήνους καὶ τὰ δάκρυά του;


Ὢ δύναμις τῆς μετανοίας καὶ τῶν δακρύων! Ὢ πέλαγος ἀνεκφράστου φιλανθρωπίας καὶ ἀνεξιχνιάστου ἐλέους, ἀδελφοί! Διότι ὄχι μόνον ἐκεῖνον, ἀλλὰ καὶ ὅλους τούς ἀπογόνους του, ἐμᾶς δηλαδὴ τὰ τέκνα του, οἱ ὁποῖοι μιμούμεθα τὴν ἐξομολόγησιν ἐκείνου, τὴν μετάνοια, τὸν θρῆνο, τὰ δάκρυα καὶ τὰ ἄλλα τὰ ὁποῖα προείπαμε, τοὺς ἐτίμησε καὶ τοὺς ἐδόξασε, τόσον ὅσον καὶ ἐκεῖνον, ὅσους μέχρι σήμερα κάνουν ὅπως ἔκανε ἐκεῖνος, καὶ ὅσους θὰ τὸν μιμηθοῦν ἀπὸ σήμερα, εἴτε κοσμικοὶ εἶναι εἴτε μοναχοί. «Ἀμήν», εἶπεν ὁ ἀψευδὴς Θεός, «οὐκ ἐγκαταλείψω αὐτοὺς ποτέ, ἀλλ’ ὡς ἀδελφούς μου καὶ φίλους καὶ πατέρας καὶ μητέρας καὶ συγγενεῖς καὶ συγκληρονόμους μου ἀναδείξω αὐτούς, καὶ ἐδόξασα καὶ δοξάσω. Καὶ ἐν τῷ οὐρανῷ ἄνω καὶ ἐπὶ τῆς γῆς κάτω, καὶ τῆς ζωῆς αὐτῶν καὶ εὐφροσύνης καὶ δόξης οὐκ ἔσται τέλος ποτέ».


Τί ὠφέλησε, εἰπέ μου ἀδελφέ, τοὺς πρωτοπλάστους ἡ ἀκοπίαστος καὶ ἀμέριμνος ζωὴ μέσα στὸν Παράδεισον, ἀφοῦ ἐραθύμησαν, καὶ ἀπὸ ἀπιστίαν πρὸς τὸν Θεὸν κατεφρόνησαν καὶ παρέβησαν τὴν ἐντολή του; Διότι ἐὰν τὸν εἶχαν πιστεύσει, δὲν θὰ ἐθεωροῦσε ἡ Εὔα τὸν ὄφι πλέον ἀξιόπιστον, ὁ δὲ Ἀδὰμ τὴν Εὔα πλέον ἀξιόπιστον ἀπὸ Ἐκεῖνον, ἀλλὰ θὰ εἶχαν φυλαχθῆ νὰ μὴ φάγουν ἀπὸ τὸ φυτόν. Ἐπειδὴ ὅμως ἔφαγαν καὶ δὲν μετενόησαν, ἐξεβλήθησαν. Ἀπὸ τὴν ἐξορίαν πάλι καθόλου δὲν ἐβλάβησαν, ἀλλὰ καὶ πάρα πολὺ ὠφελήθησαν, καὶ αὐτὸ συνετέλεσε στὴν σωτηρίαν ὅλων μας. Διότι ἀφοῦ κατῆλθεν ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς ὁ Κύριός μας, κατετρόπωσε τὸν ἐχθρό μας, τὸν θάνατον, παραδίδοντας ὁ ἴδιος τὸν ἑαυτόν Του, καὶ ἔτσι ἐματαίωσεν ἐντελῶς τὴν καταδίκην ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὴν παράβαση τοῦ προπάτορος.


Καὶ ἀναγεννώντας καὶ ἀναπλάττοντας καὶ ἀπαλλάσσοντάς μας τελείως ἀπὸ αὐτὴν μὲ τὸ ἅγιον βάπτισμα, μᾶς καθιστᾶ ἐντελῶς ἐλευθέρους στὸν κόσμον αὐτόν, καὶ μὴ ἐνεργουμένους τυραννικῶς ἀπὸ τὸν ἐχθρόν. Ἀλλὰ τιμώντας μας μὲ τὸ αὐτεξούσιον μὲ τὸ ὁποῖον μᾶς εἶχε προικίσει ἀπ’ ἀρχῆς, μᾶς δίδει περισσοτέραν δύναμιν ἐναντίον του, ὥστε ὅποιοι θέλουν νὰ τὸν νικοῦν μὲ εὐχέρειαν μεγαλυτέραν ἀπὸ ὅλους τούς πρὸ τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ ἁγίους. Καὶ μετὰ τὸν θάνατόν τους νὰ μὴν ὁδηγοῦνται καὶ αὐτοὶ ὅπως ἐκεῖνοι κάτω στὸν Ἅδη, ἀλλὰ στὸν οὐρανὸ καὶ στὴν τρυφὴ καὶ τὴν ἀπόλαυση ποὺ ἐπικρατεῖ ἐκεῖ, καὶ νὰ ἀξιώνωνται: νὰ ἀπολαμβάνουν τώρα μὲν σὲ μέτριον βαθμό, μετὰ δὲ τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάσταση, πλήρως ὅλην τὴν αἰωνίαν χαρά.


Νὰ μὴ προφασίζωνται λοιπὸν αὐτοὶ ποὺ ἐπιζητοῦν προφάσεις, οὔτε νὰ λέγουν ὅτι εἶναι πλήρης ἡ ἐπιρροὴ τῆς παραβάσεως τοῦ Ἀδὰμ ἐπάνω μας, καὶ ὅτι αὐτὸ εἶναι ποὺ μᾶς ἑλκύει πρὸς τὰ κάτω, πρὸς τὴν ἁμαρτία. Διότι ὅποιοι τὸ σκέπτονται καὶ τὸ λέγουν αὐτό, νομίζουν ὅτι ἀνωφελῶς καὶ ματαίως ἔγινε ἡ παρουσία τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ μας, πράγμα ποὺ μόνον οἱ αἱρετικοὶ λέγουν, ὄχι οἱ πιστοί. Πράγματι, γιὰ ποῖον ἄλλον λόγο κατῆλθε καὶ ἐγεύθη τὸν θάνατο, παρὰ μόνον βεβαίως γιὰ νὰ καταργήση τὴν καταδίκη ποὺ προῆλθε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, καὶ νὰ ἐλευθερώση τὸ γένος μας ἀπὸ τὴν δουλεία καὶ ἐνέργειαν τοῦ ἐχθροῦ πού τὸ πολεμεῖ; Διότι αὐτὸ εἶναι ἡ πραγματικὴ αὐτεξουσιότης, δηλαδὴ τὸ νὰ μὴν ἐξουσιαζώμεθα μὲ ὁποιονδήποτε τρόπον ἀπὸ κάποιον ἄλλον.


Ἐπειδὴ ἐμεῖς μὲν ὡς τέκνα ἐκείνου ποὺ ἡμάρτησε εἴμεθα μέχρι τότε ἁμαρτωλοί, ὡς τέκνα ἐκείνου ποὺ παρέβη τὴν ἐντολὴν παραβάτες, ὡς τέκνα ἐκείνου ποὺ ἔγινε δοῦλος τῆς ἁμαρτίας δοῦλοι κι ἐμεῖς τῆς ἁμαρτίας, ὡς τέκνα ἐκείνου ποὺ ἐδέχθη τὴν κατάραν καὶ ἐνεκρώθη ἐπικατάρατοι καὶ ἐμεῖς καὶ νεκροί, ὡς τέκνα ἐκείνου ποὺ ἐπηρεάσθη ἀπὸ τὴν συμβουλὴν τοῦ πονηροῦ καὶ ὑπεδουλώθη σ’ αὐτόν, καὶ ἔχασε τὸ αὐτεξούσιον, εἴχαμε κι ἐμεῖς δεχθεῖ τὴν ἐπήρειαν αὐτοῦ, καὶ εἴχαμε καταδυναστευθῆ ἀπὸ τὴν τυραννικήν του ἐξουσίαν. Ὁ Θεὸς ὅμως κατῆλθε καὶ ἐσαρκώθη, ἔγινε ἄνθρωπος ὅπως ἐμεῖς χωρὶς ὅμως τὴν ἁμαρτία, καὶ ἔλυσε τὴν ἁμαρτίαν, ἡγίασε δὲ τὴν σύλληψη καὶ τὴν γέννηση, καὶ ἐπειδὴ ἀνετράφη ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, εὐλόγησε κάθε ἡλικίαν.


Καὶ ὅταν ἔγινε τέλειος ἄνδρας, τότε ἤρχισε τὸ κήρυγμα, διδάσκοντάς μας νὰ μὴ προτρέχωμε σὲ ὀ,τιδήποτε, καὶ νὰ μὴ προλαμβάνωμε ἐκείνους ποὺ ἐλευκάνθησαν στὴν σύνεση καὶ στὴν ἀρετήν, ὅσοι μάλιστα εἴμεθα νέοι στὴν φρόνηση καὶ δὲν ἔχουμε ἀνδρωθῆ. Ἐδέχθη ἐπάνω του ὅσα ἦσαν πρὸς τὸ συμφέρον μας, καὶ ἀφοῦ ἐφύλαξε ὅλες τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρὸς αὐτοῦ, ἔλυσε τὴν παράβαση, καὶ ἐλευθέρωσε τοὺς παραβάτες ἀπὸ τὴν καταδίκην. Ἔγινε δοῦλος ἀναλαμβάνοντας μορφὴν δούλου, καὶ ἐπανέφερε ἐμᾶς τοὺς δούλους στὸ δεσποτικὸν ἀξίωμα, ἀναδεικνύοντάς μας δεσπότες τοῦ πρώην τυράννου.

Καὶ τὸ μαρτυροῦν αὐτὸ οἱ ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι καὶ μετὰ θάνατον ἀποδιώκουν ὡς ἀδυνάμους καὶ αὐτὸν καὶ τοὺς ὑπασπιστάς του. Μὲ τὴν σταύρωσίν του ὁ ἴδιος ἔγινε κατάρα, καὶ ἔλυσε ὅλην τὴν κατάρα τοῦ Ἀδάμ. Ἀπέθανε, καὶ μὲ τὸν θάνατόν του κατετρόπωσε τὸν θάνατον. Ἀνέστη, καὶ ἐξηφάνισε τὴν δύναμη καὶ τὴν ἐνέργειαν τοῦ ἐχθροῦ, ὁ ὁποῖος διὰ μέσου τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἁμαρτίας ἔχει τὴν ἐξουσίαν ἐναντίον μας. Διότι βάζοντας μέσα στὸ θανατηφόρο δηλητήριο καὶ στὸ φαρμάκι τῆς ἁμαρτίας τὴν ἀνέκφραστον ἐνέργειαν τῆς Θεότητος καὶ τὴν ζωοποιὸν ἐνέργεια τοῦ σώματός του, ἐλύτρωσε τελείως ὅλον τὸ γένος μας ἀπὸ τὴν ἐνέργειαν τοῦ ἐχθροῦ.


Καθαίροντας δὲ καὶ ζωοποιώντας μας μὲ τὸ ἅγιον βάπτισμα καὶ μὲ τὴν κοινωνίαν τῶν ἀχράντων μυστηρίων, τοῦ τιμίου σώματος καὶ τοῦ αἵματός του, μᾶς ἀποκαθιστᾶ ἁγίους καὶ ἀναμαρτήτους. Ἀλλὰ καὶ μᾶς ἀφήνει τὴν τιμὴν τοῦ αὐτεξουσίου, γιὰ νὰ μὴ φανοῦμε ὅτι ὑπηρετοῦμε τὸν Δεσπότην μὲ τὴν βία, ἀλλὰ μὲ τὴν προαίρεση. Καὶ ὅπως ὁ Ἀδὰμ ἦταν στὸν Παράδεισον ἐξ ἀρχῆς ἐλεύθερος, ξένος πρὸς τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν βία, ὑπήκουσε δὲ στόν ἐχθρὸν μὲ τὸ αὐτεξούσιον θέλημά του, ἐξηπατήθη καὶ παρέβη τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, ἔτσι καὶ ἐμεῖς, ἀναγεννώμενοι μὲ τὸ ἅγιον βάπτισμα, ἁπαλλασσόμεθα ἀπὸ τὴν δουλεία καὶ γινόμεθα αὐτεξούσιοι, καὶ ἐὰν δὲν ὑπακούσωμε στόν ἐχθρὸν μὲ τὴν ἰδικὴν μας θέληση, δὲν ἠμπορεῖ μὲ ἄλλον τρόπο νὰ ἐνεργήση κάτι ἐναντίον μας.


Πράγματι, ἐὰν πρὶν ἀπὸ τὸν νόμο καὶ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ, χωρὶς ὅλα αὐτὰ τὰ βοηθήματα, πολλοὶ καὶ ἀναρίθμητοι εὐηρέστησαν τὸν Θεὸν καὶ ἀνεδείχθησαν ἄμεμπτοι, ὅπως ὁ δίκαιος Ἐνώχ, τὸν ὁποῖον μετέθεσε τιμώντας τὸν μὲ τὸν τρόπον αὐτό, καὶ ὁ Ἠλίας τὸν ὁποῖον παρέλαβε στόν οὐρανὸν μὲ ἅρμα πύρινον, τί θὰ ἀπολογηθοῦμε ἐμεῖς, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὴν χάρη καὶ τὴν τοιαύτη καὶ τόσο μεγάλην εὐεργεσίαν, οὔτε ἴσοι μὲ τοὺς πρὸ τῆς χάριτος εὑρισκόμεθα, ἀλλὰ ζοῦμε μέσα στὴν ραθυμία, καὶ καταφρονοῦμε τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ καὶ τὶς παραβαίνουμε; Καὶ αὐτὸ μετὰ τὴν κατάργηση τοῦ θανάτου καὶ τῆς ἁμαρτίας, μετὰ τὴν ἀναγέννηση τοῦ βαπτίσματος καὶ τὴν προστασία τῶν ἁγίων ἀγγέλων καὶ τὴν ἐπισκίαση καὶ ἐπέλευση τοῦ ἰδίου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.


Ὅτι θὰ τιμωρηθοῦμε, ἐὰν ἐπιμένωμε στὸ κακόν, περισσότερον ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἡμάρτησαν ὅταν ἐπικρατοῦσε ὁ νόμος, τὸ ἐδήλωσε ὁ Παῦλος λέγοντας. «Εἰ γὰρ ὁ δι’ ἀγγέλων λαληθείς λόγος ἐγένετο βέβαιος, καὶ πᾶσα παράβασις καὶ παρακοὴ ἔλαβεν ἔνδικον μισθαποδοσίαν, πῶς ἡμεῖς ἐκφευξόμεθα τηλικαύτης ἀμελήσαντες σωτηρίας;». Ἂς μὴ ἀποδίδη λοιπὸν τὴν εὐθύνην καὶ ἂς μὴ κατηγορῆ τὸν Ἀδάμ, ἀλλὰ τόν ἑαυτὸν του καθένας ἀπὸ ἐμᾶς, ὁ ὁποῖος περιπίπτει σὲ ὁποιαδήποτε ἁμαρτίαν, καὶ ἂς ἐπιδεικνύη ἀξίαν μετάνοια ὅπως ἐκεῖνος, ἐὰν βεβαίως θέλη νὰ ἐπιτύχη τὴν αἰωνίαν ἐν Χριστῷ ζωήν…


Ἐκεῖνος ποὺ συλλογίζεται πάντοτε τὶς ἁμαρτίες του, καὶ συνεχῶς βλέπει ἐμπρός του τὴν μέλλουσαν κρίσιν, καὶ μετανοεῖ, καὶ κλαίει θερμῶς, αὐτὸς ὑπερβαίνει ὅλα μαζὶ τὰ πάθη καὶ τὰ ἁμαρτήματα, καὶ τὰ ὑπερνικᾶ ἀνυψούμενος ἀπὸ τὴν μετάνοιαν, ὥστε νὰ μὴν ἠμπορῆ οὔτε ἕνα ἀπὸ αὐτὰ νὰ φθάση καὶ νὰ προσεγγίση τὴν ψυχή του στὸ ὕψος ἐκεῖνο ποὺ πετᾶ. Ἐὰν δὲ ὁ νοῦς μας, πτερωμένος ἀπὸ τὴν μετάνοια καὶ τὰ δάκρυα, καὶ ἀπὸ τὴν πνευματικὴν ταπείνωση ποὺ γεννᾶται ἀπὸ αὐτά, δὲν ἀνυψωθῆ στὸ ὕψος τῆς ἀπαθείας, δὲν θὰ ἠμπορέσωμε νὰ ἐλευθερωθοῦμε, δὲν θὰ παύσουν νὰ μᾶς κεντοῦν πότε τὸ ἕνα, πότε τὸ ἄλλο πάθος, καὶ νὰ μᾶς κατασπαράσσουν σὰν ἄγρια θηρία.


Μετὰ δὲ τόν θάνατον, ἐξ αἰτίας αὐτῶν, θὰ χάσωμε τὴν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν, καὶ ἀπὸ αὐτὰ πάλι θὰ τιμωρηθοῦμε αἰωνίως. Γι’ αὐτὸ σᾶς παρακαλῶ ὅλους, πνευματικοί μου πατέρες καὶ ἀδελφοί, καὶ ποτὲ δὲν θὰ παύσω νὰ παρακαλῶ τὴν ἀγάπη σας, νὰ μὴν ἀμελήσετε τὴν σωτηρία σας, ἀλλὰ μὲ κάθε τρόπο νὰ προσπαθήσετε νὰ ἀνυψωθῆτε ὀλίγον ἀπὸ τὴν γῆ. Καὶ ὅταν γίνη αὐτὸ τὸ θαῦμα, τὸ ὁποῖο θὰ σᾶς καταπλήξη, τὸ νὰ ἀνυψωθῆτε δηλαδὴ ἀπὸ τὴν γῆ καὶ νὰ ὑπερίπτασθε στὸν ἀέρα, δὲν θὰ θελήσετε πλέον νὰ κατέλθετε οὔτε κἄν γιὰ λίγο καὶ νὰ σταθῆτε στὴν γῆν. Λέγοντας δὲ «γῆν» ἐννοῶ τὸ σαρκικόν, καὶ «ἀέρα» τὸ πνευματικὸν φρόνημα.


Διότι ἐὰν ὁ νοῦς ἐλευθερωθῆ ἀπὸ τοὺς πονηροὺς λογισμοὺς καὶ τὰ πάθη, καὶ δι’ αὐτοῦ ἀντικρύσωμε τὴν ἐλευθερίαν τὴν ὁποία μᾶς ἐχάρισεν ὁ Χριστός, δὲν θὰ καταδεχθοῦμε πλέον νὰ κατέλθωμε στὴν προηγουμένην δουλεία τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ σαρκικοῦ φρονήματος, ἀλλὰ συμφώνως μὲ τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου, δὲν θὰ παύσωμε νὰ γρηγοροῦμε καὶ νὰ προσευχώμεθα, ἕως ὅτου μεταβοῦμε πρὸς τὴν ἐκεῖθεν μακαριότητα καὶ τύχωμε τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν, «χάριτι καὶ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ᾧ πρέπει πᾶσα δόξα εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν».




Άγιος Συμεὼν ο Νέος Θεολόγος


ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ




Οι θειότατοι και Αγιοι Πατέρες εθέσπισαν να κάνωμεν σήμερον, ήτοι πρό της Αγίας Τεσσαρακοστής, την ανάμνησιν της εξορίας των πρωτοπλάστων από την τρυφήν του Παραδείσου, δείχνοντες εμπράκτως πόσον καλόν και ωφέλιμον πράγμα είναι η νηστεία εις την ανθρωπίνην φύσιν, και πάλιν εκ του εναντίου, πόσον κακόν και αισχρόν είναι η αδηφαγία.


Παρατρέξαντες λοιπόν οι Πατέρες τα κατά μέρος πάντα, οπού εις όλον τον κόσμον γίνονται, άπειρα σχεδόν όντα, τον πρωτόπλαστον Αδάμ προβάλλουν εις όλους παράδειγμα, πόσον κακόν έπαθε, με το να μην ενήστευσε προς ολίγον, και εις την εδικήν μας φύσιν μετέδωκε, σαφώς δεικνύοντες, και ότι πρώτον παράγγελμα του Θεού προς τους ανθρώπους εδόθη το της νηστείας καλόν, το οποίον με το να μην εφύλαξεν εκείνος, αλλά εις την γαστέρα υπήκουσε, το δέ αληθέστερον εις τον πλάνον όφιν από την παρακύνησιν της Εύας, όχι μόνον Θεός δέν έγινεν, αλλά και εις τον θάνατον κατεκρίθη, και εις όλον το γένος μετέδωκε του κακού.


Λοιπόν, δια την τρυφήν του πρωτοπλάστου Αδάμ ο Κύριος ενήστευσεν ημέρας τεσσαράκοντα, και υπήκοος έγινεν. δια τούτο και η παρούσα Αγία Τεσσαρακοστή επαραδόθη από τους Αγίους Αποστόλους, δια να απολαύσωμεν ημείς δια της νηστείας την αφθαρσίαν, με το να φυλάξωμεν ημείς εκείνο, το οποίον με το να μην εφύλαξεν εκείνος, απώλεσε την αφθαρσίαν. και κατά άλλον τρόπον, ο σκοπός των Αγίων ούτος έστι, καθώς και προείπομεν, να περιλάβουν δια βραχέων, τα απ’ αρχής μέχρι τέλους γενόμενα έργα παρά του Θεού. και επειδή όλων των καθ’ ημάς αίτιον εστάθη η παράβασις και η έκπτωσις του Αδάμ από τον Παράδεισον, δια τούτο ταύτην ενταύθα πρωτίστην έταξαν, δια να φύγωμεν την παρακοήν, και να μή μιμηθώμεν κατ’ ουδέν την ακρασίαν αυτού.


Εις την έκτην ημέραν λοιπόν επλάσθη ο Αδάμ από την χείρα του Θεού, τον οποίον και με την ιδίαν του εικόνα ετίμησε, με το εμφύσημα οπού έκαμεν εις αυτόν, δίδοντας του εν ταυτώ και την εντολήν, ποίους καρπούς να τρωγη και ποίους να μή τρωγη. Εστάθη δέ μέσα εις τον Παράδεισον, κατά την γνώμην τινών διδασκάλων, έως εξ ώρας’ είτα εξώσθη εκείθεν, με το να παραβή την εντολήν. ο δέ Φίλων ο Εβραίος λέγει ότι εκατόν χρόνους έκαμεν εις τον Παράδεισον, άλλοι δέ λέγουν επτά ημέρας η χρόνους, και τούτο λέγουν δια την τιμήν του επταδικού αριθμού, οπού κοντά εις τους Εβραίους κατ’ εξαίρετον ήτον τίμιος. Οτι δέ εις την έκτην ώραν τας χείρας ήπλωσε και τον καρπόν ετρύγησεν, εφανέρωσε τούτο και ο νέος Αδάμ, ο Χριστός, όστις θεραπεύοντας του πρωτοπλάστου το τόλμημα, εις την έκτην ώραν και ημέραν τας παλάμας ήπλωσεν εν τω Σταυρώ.


Μέσον δέ φθοράς και αφθαρσίας επλάσθη ο Αδάμ, με σκοπόν εκείνο να αποκτήση, εις οποίον από τα δύο ήθελε κλίνει με την εδικήν του προαίρεσιν, ωσάν οπού εκατασκευάσθη αυτεξούσιος ότι δυνατόν ήτον εις τον Θεόν και αναμάρτητον να τον κάμη, αλλά δια να γένη και της εδικής του προαιρέσεως το κατόρθωμα, δια τούτο του έδωσε τον νόμον, όστις τον επρόσταζεν άπό όλα μέν τα φυτά να παίρνη καρπούς και να τρώγη, και άπό ένα μόνον να απέχη. Εκείνος δέ τη γυναικί πεισθείς, ή να ειπώ καλλίτερα τη ψυχοφθόρω συμβουλή του αρχεκάκου όφεως, αφίνοντας όλα τα άλλα, εις το θεόθεν εμποδισμένον ήπλωσε το παράνομον χέρι του.


Τί δέ λογής φυτά ήσαν εκείνα τα συγχωρημένα, και τί λογής φυτόν ήτον εκείνο το εμποδισμένον, πολλοί πολλά λέγουν, τα οποία με το να είναι νοήματα υψηλά και θεωρίαι μεγάλαι, δεν καταλαμβάνονται από τους αγραμμάτους και απλουστέρους. το δε ξύλον, οπού εμπόδισεν ο Θεός, ξύλον του γινώσκειν καλόν και πονηρόν το ωνόμασαν από της εκβάσεως, ήγουν άπό το ιδίωμα οπού έχει η αμαρτία, ευθύς οπού εμβη εις πράξιν, δηλαδή ευθύς πού τελεσθή η αμαρτία, εγείρεται έξυπνα η συνείδησις, ο πικρός και αδυσώπητος κατήγορος, λέγουσα μέσα εις την ψυχήν προς τον αμαρτήσαντα’ κακά έπραξας, άξιος είσαι κολάσεως, και βλέπε ζωντανόν το παράδειγμα εις τους πρωτοπλάστους, οι οποίοι πρό της παρακοής ήσαν γυμνοί, και όμως ουκ ησχύνοντο’ έπειτα, όταν παρέβησαν την εντολήν, τότε εκατάλαβον ότι ήταν γυμνοί.


'Οθεν εκατάλαβαν πόσον καλόν είναι η υπακοή, και εκ του εναντίου πόσον κακόν η παρακοή. δια τούτο και ευθύς εφρόντισαν να σκεπάσουν την γύμνωσίν τους, και ακούσαντες τον προς αυτούς ερχομόν του Θεού εφοβήθησαν, και εκρύβησαν. Μερικοί δέ είπον ότι το ξύλον εκείνο της παρακοής ήτον συκή, ότι με τα φύλλα εκείνης εσκεπάσθησαν, ευθύς οπού εκατάλαβαν την γύμνωσίν τους’ και τάχα δια τούτο και ο Χριστός, ώς αιτίαν γενομένην της παραβάσεως, την εκαταράσθη και εξηράνθη.


Διότι και κάποιαν ομοιότητα έχει με την αμαρτίαν” πρώτον μέν το γλυκύ, έπειτα το άπό των φύλλων τραχύ και το κολλώδες του γάλακτος. Λοιπόν, αφού παρέβη την εντολήν και την θνητήν σάρκα εφόρεσε, και την κατάραν έλαβε της πολυωδύνου ζωής, εδιώχθη από τον Παράδεισον και φλογίνη ρομφαία εδιωρίσθη παρά Θεού να φυλάττη την πύλην του Παραδείσου, και αυτός εκάθισεν απ’ αντικρύ του Παραδείσου, κλαίων και ωδυρόμενος, δια τα τόσα αγαθά που εστερήθη, με το να μην ηθέλησε να φυλάττη την εντολήν του Δεσπότου, και να νηστεύση μικράν νηστείαν. και ούτως όλον το σύμπαν γένος, υπέκειτο είς την εκείνου αράν και αθλιότη¬τα, έως οπού πάλιν ο πλάσας ημάς Θεός ηλέησε την ημετέραν φύσιν, και εις το αρχαίον απεκατέστησεν αξίωμα, νικήσας τεχνηέντως τον ημάς απατήσαντα, τουτέστι δια νηστείας και ταπεινώσεως, τύπος γενόμενος εις ημάς τί λογής να νικώμεν και ημείς τον αντίπαλον.


Όλα λοιπόν αυτά θέλοντες να παραστήσουν οι θεοφόροι Πατέρες δι’ όλου του Τριωδίου, πρώτα βάνουν τα της Παλαιάς Διαθήκης, από τα οποία, πρώτη είναι η Δημιουργία και η του Αδάμ από τον Παράδεισον έξωσις, της οποίας την ανάμνησιν κάμνομεν σήμερον. Είτα και τα λοιπά προβάλλουν, τα της Γενέσεως του Μωϋσέως και των λοιπών, τα προφητικά, και περισσότερον τους δαβιτικούς λόγους” και τέλος επιφέρουν και τινά των της χάριτος, ήτοι της Νέας Διαθήκης. Από τα οποία πρώτος είναι ο Ευαγγελισμός, ο οποίος κατά άρρητον Θεού οικονομίαν, σχεδόν πάντοτε, μέσα εις την Αγίαν Τεσσαρακοστήν ευρίσκεται. Προχωρεί δέ το Τριώδιον, έτι δια του Λαζάρου και των Βαϊων και της Αγίας και Μεγάλης Εβδομάδος και αυτών των Αγίων και σωτηριωδών Παθών του Χριστού, όπου τα Ιερά Ευαγγέλια αναγινώσκονται, και κατά λεπτόν τα Θεία Πάθη υμνολογούνται.


Είτα και δια της Αναστάσεως και των λοιπών εορτών, μέχρι της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος, και τέλος δια των Ιερών Πράξεων των Αποστόλων, αι οποίαι τρανώς διηγοΰνται τί λογής το κήρυγμα έγινε, και ότι οι Θείοι Απόστολοι τους Αγίους πάντας συνήγαγον’ ότι αι Πράξεις των Αποστόλων βεβαιούν την Ανάστασιν δια των θαυμάτων, οπού έπραττον οι Απόστολοι εν τω ονόματι του σταυρωθέντος Ιησού. Επειδή λοιπόν, με το να μην ενήστευσε μίαν φοράν ο Αδάμ, επάθαμεν τα τόσα κακά, δια τούτο πρό της Αγίας Τεσσαρακοστής ετάχθη ύπό των Πατέρων η ανάμνησις αυτού, δια να συλλογιζώμεθα πόσον κακόν έφερεν εις τον κόσμον, με το να μην ενήστευσεν ο Αδάμ, και να σπουδάσωμεν μετά χαράς, να δεχθώμεν ημείς την νηστείαν, και καλώς να την φυλάττωμεν, δια να επιτύχωμεν ημείς εκείνο όπου έχασεν εκείνος, δηλαδή την θέωσιν, πενθούντες και νηστεύοντες και ταπεινούμενοι, έως να μας επισκεφθή ο Κύριος, διατί κατά άλλον τρόπον σχεδόν αδύνατον είναι να λάβωμεν εκείνο όπου εχάσαμεν.


Πρέπει δέ να ηξεύρωμεν ότι η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή του όλου χρόνου, είναι ωσάν ένας αποδεκατισμός’ διότι από την αμέλειάν μας δέν προαιρούμεθα, ούτε πάντοτε να νηστεύωμεν ούτε να απέχωμεν από κακάς πράξεις, δια τούτο οι θείοι Απόστολοι και ύστερα από αυτούς και οι Αγιοι Πατέρες παρέδωκαν εις ημάς αυτήν την Αγίαν Τεσσαρακοστήν ωσάν ένα θέρος ψυχών, δια να εξαλείψωμεν, δια μετανοίας και συντριβής, όσα κακά επράξαμεν όλον τον χρόνον, και δια τούτο, επειδή με τέτοιον σκοπόν και τέλος μας την επαράδωκαν οι θείοι Απόστολοι, πρέπει και να την φυλάττωμεν ακριβέστερον από κάθε άλλην νηστείαν. Επειδή και τας άλλας τρεις, ήγουν την των Αγίων Αποστόλων, την της Θεοτόκου, και του Σαρανταημέρου, η Εκκλησία μας τας παραδίδει, και χρέος έχομεν να τας φυλάττωμεν.


'Ομως αυτή είναι πολύ τιμιωτέρα και θειοτέρα, πρώτον, διατί ο Χριστός, ο αρχηγός της ημετέρας σωτηρίας, υπέρ ημών ενήστευσεν αυτήν, και τον πειράζοντα νικήσας εδοξάσθη’ δεύτερον, και δια τα Αγια Πάθη, τα οποία εις το τέλος λαμπρώς και θεοπρεπώς εορτάζομεν. Αλλά και ο Μωϋσής τεσσαράκοντα ημερονύκτια νηστεύσας, τον νόμον έλαβε” και ο προφήτης Ηλίας άλλας τόσας νηστεύσας, εν τω όρει τω Χωρήβ, ιδείν ηξιώθη τον Θεόν, ως ανθρώπω δυνατόν’ και ο Δανιήλ ωσαύτως και άλλοι πάμπολλοι, όσοι παρά τω Θεώ εφάνησαν δόκιμοι, δια νηστείας αυτώ ευηρέστησαν. δια ταύτην λοιπόν την αιτίαν, εβάλθη ενταύθα ύπό των Πατέρων, η Εξορία του Αδάμ, διδάσκουσα όλους ημάς να φυλάττωμεν τον όρον της νηστείας, όσον δυνάμεθα.


Τη αφάτω Σου ευσπλαγχνία, Χριστέ ο Θεός ημών, της τρυφής του Παραδείσου ημάς καταξίωσον, και ελέησόν ως μόνος φιλάνθρωπος. Αμήν.


Πηγή:https://www.orp.gr/wordpress/



Όσιος Νικόδημος ο Αγιορείτης


ΑΝΤΙ ΝΑ ΔΙΕΚΔΙΚΟΥΜΕ, ΜΑΣ... ΔΙΕΚΔΙΚΟΥΝΕ!




Λυπᾶμαι, ἀλλά δύσκολα μπορῶ νά πῶ κάτι καλό γιά τήν ἐξωτερική μας πολιτική. Κι ὅμως ἔχουμε τή μεγαλύτερη σέ βάθος χρόνου διπλωματική πεῖρα. Ἄν ἡ Αὐτοκρατορία τῆς ΚΠόλεως διατηρήθηκε ἐπί 1.000 καί πλέον χρόνια, τοῦτο τό ὀφείλει, περισσότερο καί ἀπό τή στρατιωτική καί οἰκονομική της ἰσχύ, στήν ἄριστα ὀργανωμένη διπλωματία της, ἡ ὁποία διά τῶν Φαναριωτῶν μεταβιβάστηκε στήν Ὀθωμανική Αὐτοκρατορία. 


Ξένος ἱστορικός ἔχει γράψει ὅτι οἱ Ἕλληνες, μέσω τῶν Φαναριωτῶν, κυβερνοῦσαν τόν κόσμο, ἀφοῦ αὐτοί μέ τούς περίφημους «δραγομάνους» συντόνιζαν τήν ἐξωτερική πολιτική τῆς Πύλης. Φαναριῶτες ἐπίσης διαμόρφωσαν τήν ἐξωτερική πολιτική τῆς Ἑλλάδος κατά τήν Ἐπανάσταση καί τά μετέπειτα χρόνια, τουλάχιστον μέχρι τίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰῶνα. Μπορεῖ νά λέγονται καί νά γράφονται εἰς βάρος τους πολλά, πού ἀρκετά εἶναι σωστά, ἀλλά δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε ὅτι αὐτοί θεμελίωσαν ἀπό τό τίποτα ἑλληνικό κράτος –ὅσο μικρό– πού μέσα σέ 90 χρόνια εἶχε τριπλασιασθεῖ. Σήμερα κινδυνεύει νά ἀκρωτηριασθεῖ!


Βέβαια ὑπάρχει καί ὁ Ἰω. Καποδίστριας, ὁ ὁποῖος κατοχύρωσε διπλωματικά τήν ἀνεξαρτησία τῆς Ἑλλάδος καί ἔδιωξε στρατιωτικά ἀπό τά ἐπιδικασθέντα σέ μας ἐδάφη Αἰγύπτιους καί Τούρκους. Ὁ Καποδίστριας ὅμως γαλουχήθηκε πολιτικά-διπλωματικά μέ τή βενετσιάνικη καί ρωσσική διπλωματική παράδοση πού εἶναι ἐν πολλοῖς συνέχεια τῆς βυζαντινῆς. Οὔτε πρέπει νά παραβλέπεται ὅτι ἡ Ἐπανάσταση ἄρχισε μέ τόν Ἀλέξανδρο Ὑψηλάντη καί τελείωσε (μάχη τῆς Πέτρας, 12 Σεπτεμβρίου 1829) μέ τόν Δημήτριο Ὑψηλάντη. Οἱ δύο ἀδελφοί ἦσαν γόνοι μιᾶς ἀπό τίς ἐπιφανέστερες φαναριωτικές οἰκογένειες.


Σήμερα, τί ἀπομένει ἀπό τήν πολυαίωνη αὐτή παράδοση; Τό ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν, πού κανονικά θά ἔπρεπε νά εἶναι ἡ Μεγάλη Σχολή τῆς Παγκόσμιας Διπλωματίας, διευθυνόμενο κατά κανόνα ἀπό ἀπροσδιόνυσους, ἀκατάρτιστους διπλωματικά καί ἱστορικά ἰσχυρούς κομματικούς παράγοντες, πετυχαίνει πάντα νά κερδίζει χρόνο ὑπέρ τοῦ... ἀντιπάλου! Αὐτό ἐπάθαμε μέ τήν ἄρση τοῦ ἐμπολέμου μέ τήν Ἀλβανία, μέ τήν ἐνδιάμεση συμφωνία μέ τούς Σκοπιανούς καί τίς ποκίλες συμφωνίες μέ τήν Τουρκία.


Ὁ κ. πρωθυπουργός καί ὁ κ. ὑπουργός Ἐθνικῆς Ἄμυνας διακηρύσσουν ὅτι ἡ Ὕμια εἶναι ἑλληνική. Καθώς καί οἱ δύο εἶναι φιλοτάξιδοι, γιατί δέν πᾶνε νά τήν ἐπισκεφθοῦν; Τούς διαβεβαιῶ ὅτι θά βροῦν πολύ ὡραία κάππαρη! Ὁ νῦν ὑπουργός ἐπί τῶν Ἐξωτερικῶν ἐφαρμόζει μία προσωπική, αὐστηρά συγκεντρωτική διπλωματία, θέτοντας σέ ἀχρηστεία ἀξιόλογα στελέχη, χωρίς νά ἐνημερώνει –μυστικά ἐννοεῖται– τήν ἀξιωματική καί ὑπαξιωματική ἀντοπολίτευση ἀλλά καί κάποια σημαντικά κυβερνητικά στελέχη. Περισσότερα ξέρουν γιά τήν ἐξωτερική μας πολιτική κάποιοι δημοσιογράφοι παρά οἱ διπλωμάτες μας. Δέν μιλῶ γιά τή Βουλή πού εἶναι τό βουβό πρόσωπο στό θέατρο τῆς διπλωματίας.


Μοιραῖα στό διπλωματικό στίβο κυριαρχοῦν –καί ὄχι μόνο τώρα– ἄνθρωποι κατά κανόνα συμβιβαστικοί καί παρά τόν θρυλούμενο ρεαλισμό τους ἀνεδαφικοί στίς ἀντιλήψεις τους καί ἀνίκανοι νά συλλάβουν τήν ὠμή πραγματικότητα, ὅπως αὐτή διαμορφώνεται στή γειτονιά μας καί στό διεθνές πεδίο. Γι’ αὐτό καί δέν προλαβαίνουμε τά γεγονότα· μᾶς προλαμβάνουν καί τρέχουμε πίσω ἀπό τίς ἐξελίξεις, ὅπως ὁ σκύλος τρέχει πίσω ἀπό τήν οὐρά του!


Στίς προτάσεις γιά μία πιό τολμηρή ἐξωτερική πολιτική, ὅπως π.χ. προχώρηση πέρα ἀπό τό εὐτελιστικό «δέν διεκδικοῦμε τίποτα» στό περισσότερο προωθημένο «διεκδικοῦμε» καί μάλιστα πολλά, τό ὑπουργεῖο Ἐξωτερικῶν ἀπαντᾶ σάν κάποιους παλαιούς καλόγηρους μέ ἱερουργικού χαρακτῆρα ἀπαντήσεις περί αἰωνίου κολάσεως κ.λπ. Λές καί ἡ διεκδίκηση τῶν δικαιωμάτων μας εἶναι ἁμαρτία! Ἔτσι βράζουμε στό ζουμί μας.


Ἔχω μιλήσει μέ πολλούς ὑψηλά ἀνεβασμένους διπλωμάτες καί παραδέχομαι ὅτι κατέχουν τούς καθιερωμένους κανόνες τῆς διπλωματικῆς ἐπικοινωνίας, ὅταν διαθέτουν τήν οὐδέτερη κάπως φωνή, ὅτι ἀποφεύγουν ἐπιτυχῶς τή διατύπωση ἀστήριχτων συμπερασμάτων, ὅτι ξέρουν νά μιλοῦν μέ καλά «τετορνευμένη» διφορούμενη γλῶσσα καί νά διατυπώνουν προτάσεις σέ τρίτο πρόσωπο.


Ἕνα ὅμως δέν βρῆκα, τήν τόλμη! Ἕνας παλιός διπλωμάτης κάποτε μοῦ εἶπε: πρῶτα μᾶς πλένουν καλά τόν ἐγκέφαλο καί μετά τόν παγώνουν. Τά θνήσκοντα Σκόπια καί ἡ διαλυόμενη κάποτε Ἀλβανία εἶχαν κι ἔχουν πιό τολμηρή διπλωματία. Γι’ αὐτό μᾶς κερδίζουν στά παιχνίδια τῆς διεθνοῦς πολιτικῆς. Ὅλα αὐτά ὡς προειδοποίηση γιά νά μήν ξαναπατήσουμε κάποια καινούργια νάρκη τῶν Σκοπιανῶν.



Σαράντος Καργάκος


Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2020

ΠΟΤΕ ΤΑ ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΕΟ;




Επίσκοπος Γαρδικίου κ. Κλήμης

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ: ΤΙ ΚΑΝΟΥΝ ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΣΤΙΣ ΑΠΟΚΡΙΕΣ




Ποιός μπορεί να διηγηθή τις αταξίες, που κάνουν οι Χριστιανοί κατά την περίοδο των Αποκρέων, και μάλιστα στα νησιά; Στ’ αλήθεια, θα μπορούσε να πη κανείς, ότι τότε οι Χριστιανοί δαιμονίζονται όλοι, διότι χορεύουν, παίζουν, τραγουδούν ασυνείδητα, μέχρι και αυτοί οι πλέον γέροντες. Και, όποιος δεν χορέψει ή δεν τραγουδήσει, θεωρείται τρελλός, διότι οι άνδρες φορούν γυναικεία φορέματα και οι γυναίκες ανδρικά·


διότι ντύνεται ο καθένας με διαφορετικά ρούχα και μάσκες, τις κοινώς αποκαλούμενες μουτσούνες· τότε δεν έχει διαφορά η ημέρα από την νύκτα· διότι όπως η ημέρα και όλη η νύκτα ξοδεύεται σε χο­ρούς και μασκαριλίκια· τότε δεν διαφέρουν οι λαϊκοί από τους κληρι­κούς και τους ιερωμένους· διότι όλοι εξ ίσου ατακτούν· τότε, για να πω έτσι, πανηγυρίζει η ασέλγεια· γιορτάζει η ακολοσία· ευφραίνεται η μέ­θη· αγάλλεται η τρυφή και η ασωτεία· χορεύει ο διάβολος με δέκα μανδύλια και μαζί με αυτόν χορεύει όλο το πλήθος των δαιμόνων· διό­τι το κέρδος, που κάνουν μόνο στις αποκριές, δεν μπορούν να το απο­κτήσουν σε ολόκληρο τον χρόνο.


Λυπάται δε η αρετή· στενοχωριέται η σωφροσύνη· οδύρεται η χριστιανική σεμνότητα και η ευταξία· διώχνε­ται ο φόβος του Θεού και ο φόβος της κολάσεως και της κρίσεως· πεν­θεί ο Χριστός και θρηνούν όλοι οι άγγελοι και οι δίκαιοι. “Ω, και ποι­ός να μη κλάψη; και ποιός να μη χύση καρδιοστάλακτα δάκρυα, βλέ­ποντας την απώλεια και την ανοησία αυτών των Χριστιανών; αυτοί είναι τόσο ανόητοι, που αντί να κερδίσουν από την νηστεία της αγίας Τεσσαρακοστής, περισσότερο ζημιώνονται από τις απόκριες, και, για να κερδίσουν ένα, χάνουν εκατό·


και κάνουν οι άθλιοι σαν τους ανόη­τους εμπόρους, τρέχοντας σε ζημία και όχι σε κέρδος· διότι ασύγκριτα μεγαλύτερη είναι η βλάβη που δέχονται κατά τις απόκριες, παρά η ω­φέλεια που λαμβάνουν από την Τεσσαρακοστή που έρχεται· ίλεως, ίλε­ως, ίλεως να γίνη ο Θεός. Και μακάρι αυτός να φωτίση τους άγιους Αρχιερείς και τους πνευματικούς και τους διδασκάλους, να εμποδί­σουν αυτά τα κακά με αφορισμούς και με επιτίμια, όπως ορίζει και ο ξβ’ Κανόνας της αγίας και Οικουμενικής ς’ Συνόδου.




Πηγή: https://alopsis.gr


«Χρηστοήθεια των Χριστιανών», 

Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Λόγος Β’, 

Μεταφραστής: Βενέδικτος Ιερομόναχος Αγιορείτης, 
Εκδότης: Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου Νέα Σκήτη Αγίου Όρους, 
Έτος έκδοσης 2010.

ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ: ΤΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ ΛΟΙΜΙΚΗ ΝΟΣΟΣ




Διαστάσεις λοιμικής νόσου προσλαμβάνει κάθε χρόνο το καρναβάλι, αφού πολλοί δήμαρχοι και άλλοι φορείς επιδεικνύουν ασυνήθιστο ζήλο και κοπιώδη δραστηριότητα για το ποιος θα οργανώσει το εντυπωσιακότερο καρναβάλι ξο­δεύοντας τεράστια ποσά και απασχολώντας εκατοντάδες ή χιλιάδες ανθρώπων.


Και δεν είναι βέβαια μόνο η σπατάλη τόσων χρημάτων, που θα μπορούσαν να διατεθούν σε κά­λυψη άλλων σπουδαίων αναγκών, όχι μόνο στην ανακούφι­ση πτωχών και ενδεών ανθρώπων, αλλά και σε πολιτιστικούς και πνευματικούς στόχους, στη βελτίωση π.χ. των συνθηκών υγείας και παιδείας. Το σημαντικώτερο είναι η ηθική ζημία και βλάβη από την αναισχυντία της γύμνιας, την ξετσιπωσιά της αισχρότητας, τις βωμολοχίες και τα πορνικά άσματα και θεάματα, την παρότρυνση σε σαρκικά αμαρτήματα κάτω μά­λιστα από την ελευθερία κινήσεων που προσφέρει η μάσκα, άσυλο αδιαντροπιάς και αποπροσωποίησης.


Κάτω από το προσωπείο ο άνθρωπος παύει να είναι πρόσωπο, που έχει απέναντί του και βλέπει τον Θεό και τους συνανθρώπους — προς + όψις ή —ώψ— και μεταβάλλεται σε απρόσωπο όν, μέ­λος ενός ανωνύμου πλήθους, που κινείται μόνο από εμπα­θείς ορέξεις και επιθυμίες. Παλαιότερα το καρναβάλι είχε κάποια σεμνότητα στην εμφάνιση όσων έπαιρναν μέρος, και η Εκκλησία το ανε­χόταν, μολονότι κατ’ ακρίβειαν καταδικάζεται από τους κα­νόνες· πολύ περισσότερο σήμερα, που έχει υποστή τελεία αλλαγή επί τα χείρω με εισαγόμενα πρότυπα καρναβαλιού από μεγαλουπόλεις του εξωτερικού, και πολλές φορές με περιφερόμενους και αδρά αμειβόμενους ξένους καρναβα­λικούς θιάσους, όπου κυριαρχούν οι γυμνές γυναίκες.


Δεν πρέπει να παραβλέψουμε και την διαφαινόμενη σαφή τάση των φορέων που οργανώνουν το καρναβάλι επιστροφής στο παγανιστικό ειδωλολατρικό παρελθόν, απ’ όπου κατάγεται το καρναβάλι, με σύγχρονη αδιαφορία και περιφρόνηση των αρχών του Χριστιανισμού και της Εκκλησίας, που έβαλε τέρ­μα στα παλιά, ξερίζωσε τις κακές συνήθειες και εισήγαγε το νέο άνθρωπο της αρετής και της αγιότητας. Όταν πρόκειται μερικοί να αντισταθούν στο Χριστό και στο Ευαγγέλιο, ξεχνούν τον εκσυγχρονισμό και την πρόοδο και επιστρέφουν αιώνες πίσω, στο σκοτάδι της προ Χριστού εποχής.


Η πόλη της Θεσσαλονίκης και μαζί μ’ αυτήν όσες άλλες πόλεις δεν οργανώνουν καρναβαλικές εκδηλώσεις πρέπει να καυχώνται, γιατί δεν μολύνουν την ατμόσφαιρά τους με τις αισχρότητες και βωμολοχίες του καρναβαλιού και δεν αποδιώχνουν έτσι την χάρη και προστασία του Θεού και των αγίων πολιούχων τους. Οι δημοτικοί άρχοντες επίσης πρέπει να γνωρίζουν ότι οι πιστοί Χριστιανοί λαμβάνουν υπ’ όψιν και κρίνουν θετικά ή αρνητικά όλες τις ενέργειές τους, καταδικάζουν δε απερίφραστα όσα καταδικάζουν οι κανόνες της Εκκλησίας.


Και για να μην υπάρχει επ’ αυτού καμμία αμφιβολία και αμφιταλάντευση, ούτε εκ μέρους λαϊκών πιστών, ούτε πολύ περισσότερο εκ μέρους κληρικών, οι οποίοι επιδεικνύουν αδικαιολόγητη ελαστικότητα και επιείκεια, παραθέτουμε τον 62 κανόνα της Πενθέκτης Οικουμενικής Συνόδου, ο οποίος καταδικάζει τις μεταμφιέσεις και τις μάσκες, όπως και τους χορούς και τους αστεϊσμούς, που ελάμβαναν χώρα σε παρόμοιες καρναβαλικές εορτές του παρελθόντος, και επι­βάλλει στους κληρικούς, που μετέχουν την ποινή της καθαιρέσεως, στους δε λαϊκούς την ποινή του αφορισμού:


«Τάς ούτω λεγομένας Καλάνδας, και τα λεγόμενα Βοτά, και τα καλούμενα Βουμάλια, και την εν τη πρώτη του Μαρτίου επιτελουμένην πανήγυριν, καθάπαξ εκ της των πιστών πολιτείας περιαιρεθήναι βουλόμεθα. Αλλά μη και τάς των γυναικών δημοσίας ορχήσεις, και πολλήν λύμην και βλάβην εμποιείν δυναμένας. Έτι μην και τάς ονόματι των παρ‘ Έλλησι ψευδώς ονομασθέντων θεών,


ή εξ ανδρών ή γυναικών γινομένας ορχήσεις και τελετάς, κατά τι έθος παλαιόν και αλλότριον του των Χριστιανών βίου, αποπεμπόμεθα, ορίζοντες μηδένα άνδρα γυναικείαν στολήν ενδιδύσκεσθαι ή γυναίκα την ανδράσιν αρμόδιον αλλά μήτε προσωπεία κωμικά ή σατυρικά ή τραγικά υποδύεσθαι· μήτε το του βδελυκτού Διονύσου όνομα την σταφυλήν εκθλίβοντος εν τοις ληνοίς επιβοάν μηδέ τον οίνον εν τοις πίθοις επιχέοντας, γέλωτα επικινείν αγνοίας τρόπω ή ματαιότητος ή τα της δαιμονιώδους πλά­νης, ενεργούντας.


Τους ουν από του νυν τι των προειρημένων επιτελείν εγχειρούντας, εν γνώσει τούτων καθισταμένους, τούτους, ει μεν κληρικοί είεν, καθαιρείσθαι προστάσσομεν, ει δε λαϊκοί, αφορίζεσθαι». Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφερόμενος στο επι­χείρημα ότι με τις καρναβαλικές εκδηλώσεις διασκεδάζουν και ευφραίνονται οι άνθρωποι, ξεφεύγουν από την καθημερινότη­τα, απαντά ότι αυτό είναι τελείως παράλογο, διότι η χαρά και ευφροσύνη πρέπει να συμβαδίζουν με την ηθική και την ευπρέ­πεια. Όταν μεταβάλλεται ένα σπίτι σε πορνείο, είναι εντροπή να ισχυρίζεται κανείς ότι πρόκειται για ηδονή και ευχαρίστηση.


Πολύ περισσότερο, όταν ολόκληρες πόλεις μεταβάλλονται σε πορνεία κατά την περίοδο της Αποκριάς. Σε λίγο όλη η Ελλά­δα, η χώρα των αγίων και των μαρτύρων, θα μεταβληθεί σε απέ­ραντο πορνείο. Στατιστικές στη πόλη των Πατρών έχουν δείξει ότι μετά τις καρναβαλικές εκδηλώσεις ο αριθμός των εκτρώ­σεων φθάνει σε ανησυχητικό σημείο: «Πορνείον γέγονέ σου η οικία, μανία και οίστρος, και ουκ αισχύνη ταύτα ηδονήν καλών;». Οι τρεις πρώτες εβδομάδες του Τριωδίου ορίσθηκαν από την Εκκλησία για την σταδιακή προετοιμασία των πιστών στους πνευματικούς αγώνες της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής και όχι για γλέντια και ξεφαντώματα.


Είναι περίοδος κατανύξεως, περισυλλογής και μετανοίας (προσθήκη “Αλ. Οψ.”: βλέπε και το βιβλίο «Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή» του Αλεξάνδρου Σμέμαν). Τα ευαγγελικά αναγνώσματα του Τελώνου και Φαρισαίου, του Ασώτου Υιού, της Δευτέρας Παρουσίας και Κρίσεως, μαζύ με τους εμπνευσμένους ύμνους, είναι ισχυρή προτροπή προς μετάνοια και επιστροφή· όλο το έτος γλεντούν και διασκεδάζουν οι άνθρωποι. Πότε θα συμμαζευθούν στον εαυτό τους, για να συνέλθουν πνευματικά, να σκε­φθούν υψηλότερα θέματα, να οδηγηθούν στην αυτογνωσία και στην θεογνωσία;


Ό, τι πρόκειται να κερδίσουν από τους πνευμα­τικούς αγώνες της Αγίας Τεσσαρακοστής, προλαβαίνει ο Διά­βολος και τους το αφαιρεί με το καρναβάλι, το οποίο οι Άγιοι ονομάζουν «σατανική πομπή». Ό Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης στο βιβλίο του «Χρηστοήθεια των Χριστιανών», αναφερόμενος σε όσα γίνονται κατά τις Απόκριες γράφει: «Κατ’ αλήθειαν ημπο­ρεί να ειπή τινάς, ότι τότε οι Χριστιανοί δαιμονίζονται όλοι· διότι χορεύουν, παίζουν, τραγουδούν ασυνειδήτως, έως και αυτοί οι πλέον γέροντες… τότε δεν έχει διαφοράν η ημέρα από την νύκτα· 


διότι επίσης με την ημέραν και όλη η νύκτα εξοδεύεται εις χορούς και παίγνια και αταξίας και μασκαραλίκια· τότε δια να ειπώ έτσι, πανηγυρίζει η ασέλγεια· εορτάζει η ακολασία· ευφραί­νεται η μέθη· αγάλλεται η τρυφή και ασωτεία· χορεύει ο διάβο­λος με δέκα μανδήλια και συγχορεύει με αυτόν όλον το πλήθος των δαιμόνων διότι όσον κέρδος κάμνουν εις μόνας τας αποκρέας, δεν ημπορούν να το κάμουν εις όλον τον χρόνον».


Όσα σχετικά λέγει ο Άγιος Νικόδημος για τις καρναβαλικές εκδηλώσεις και την ζημία που προκαλούν τα τελειώνει λέγον­τας πως είναι αφροσύνη να καταστρέφουμε προκαταβολικά και να αχρηστεύουμε την Αγία Τεσσαρακοστή· προτρέπει επίσης τους αρχιερείς, τους πνευματικούς και τους διδασκάλους να εμποδίσουν το μεγάλο αυτό κακό. Τώρα οι μεν αρχιερείς και οι πνευματικοί σιωπούν, ενώ έπρεπε να μη ησυχάζουν μπροστά στην επέκταση του κακού, πολλοί δε από τους δασκάλους και τους γονείς οργανώνουν οι ίδιοι για τα παιδιά τους καρναβα­λικές εκδηλώσεις:


«Ασυγκρίτως γαρ είναι μεγαλυτέρα η βλάβη, όπου προσλαμβάνουν εις τάς αποκρέας, πάρεξ η ωφέλεια όπου λαμβάνουν από την ερχομένην Τεσσαρακοστήν ίλεως, ίλεως, ίλεως, να γίνη ο Θεός! Και αυτός είθε να φωτίση τους αγίους Αρχιερείς και πνευματικούς και διδασκάλους να εμποδίσουν τα τοιαύτα κακά, με αφορισμούς και επιτίμια, καθώς προστάζει και ο ξβ’ κανών της αγίας και 0ικουμενικής στ’ Συνόδου».


Πηγή: https://alopsis.gr

 ''Χρηστοήθεια των Χριστιανών'', εκδ. Β. Ρηγόπουλου, Θεσ­σαλονίκη 1991 σελ. 35 ε.




Πρωτοπρεσβύτερος Θεόδωρος Ζήσης

Καθηγητής Θεολογικής Σχολής Αριστοτελίου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΝ ΤΟΥ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗ ΚΑΙ ΕΓΕΝΕΤΟ ΔΕΚΤΟΝ ΥΠΟ ΤΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΕΩΣ ΤΟΥ 1948 ΕΝ ΑΜΣΤΕΛΛΟΔΑΜΩ


Στον Οικουμενισμό ο Χριστός αποθανατίζεται βέβηλα
από έναν  εγκόσμιο  και φιλοπρολετάριο ''βασιλιά''
 έως κάτι σαν παροχημένο cartoon του Disney!


Ο τίτλος της ετικέτας της ανάρτησης ''Και είδον άλλο θηρίον αναβαίνον εκ της γης και είχε κέρατα δύο, όμοια αρνίω και ελάλει ως δράκων'' είναι  καθόλα ενδεικτικός των ψευδοπροφητών της λεγομένης Οικουμενικής Κίνησης ή Παναίρεσης των Εσχάτων, που με την ανατολή του 20ού αιώνα ανεδύθησαν ίνα ''λαλούν διεστραμμένα''. Πρόκειται για μια σειρά επιστολών, ανακοινώσεων, εγκυκλίων και γενικότερα συγγραμμάτων τους, που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο προάγουν τον διαχριστιανικό συγκρητισμό, αλλοιώνουν, μετασχηματίζουν και εγκαθιστούν έναν κάλπικο, πλαστό και απομιμητικό ''χριστιανισμό'', που απευθύνεται σε μάζες, γιατι ο ίδιος ο Οικουμενισμός διατίθεται σε οικουμενική, πλατιά, λαική κατανάλωση! Σε αυτούς τους ψευδοπροφήτες κατά την ''Αποκάλυψη'' του Ευαγγελιστή Ιωάννη αναφέρεται ο νέος ''Φάκελλος'' που ανοίγουμε υπό τον εμφανή, αυτοδίκαια διεκδικητικό και εμφατικό τίτλο ''Και είδον άλλο θηρίον αναβαίνον εκ της γης και είχε κέρατα δύο, όμοια αρνίω και ελάλει ως δράκων''! Σε αυτόν θα παρελάσουν όλοι οι θιασώτες της Εωσφορικής Κίνησης, αρχής γενομένης από τον πρωτοπόρο και πρωταγωνιστή του Οικουμενιστικού Θιάσου, τον Τεκτονικό μοιχεπιβάτη του Οικουμενικού Θρόνου, Μελέτιο Μεταξάκη. Τα γραπτά που συλλέξαμε, προέρχονται εκ του Τύπου -κυρίως του Εκκλησιαστικού- ημερησίου και περιοδικού και τα δημοσιεύουμε αυτούσια κάθε φορά, χωρίς σχολιασμούς και επικρίσεις. Ο κάθε καλοπροαίρετος αναγνώστης θα δύναται να συνειδητοποιήσει και να κατανοήσει την πτώση και την έκπτωση των Οικουμενιστών από τα ίδια τους τα κείμενα, ακολουθώντας την επιταγή του Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου: ''Ει που την ευσέβειαν παραβλαπτομένην ίδοις, μη προτίμα την ομόνοιαν της αληθείας, αλλ' ίστασο γενναίως έως θανάτου… την αλήθειαν μηδαμού προδιδούς''. P.G. 60, 611. Εύχεσθε!



ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ



Μέρος 3ον



Εκκλησιαστικό Περιοδικό 


''ΘΕΟΛΟΓΙΑ''


Εκ του περιοδικού ''ΘΕΟΛΟΓΙΑ'', Τόμος Κ', σελ. 19-23, του έτους 1949.



Καταστατικόν του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκκλησιών 

ως ετροποποιήθη και εγένετο δεκτόν 

υπό της Συνελεύσεως 

τη 30ή Αυγούστου 1948 εν Αμστελλοδάμω.



Ι. Βάσις - Το Παγκόσμιον Συμβούλιον των Εκκλησοών είναι αδελφότης Εκκλησιών, ήτις δέχεται τον Κύριον Ι. Χριστόν ως Θεόν και Σωτήρα. Συνεστήθη προς εκτέλεσιν των κάτωθι έργων.


ΙΙ. Μέλη - Αι Εκκλησίαι εκείναι θα εκλέγωνται ως μέλη του Παγκοσμίου Συμβουλίου των Εκλησιών, αίτινες δηλούσιν ότι δέχονται την βάσιν, εφ' ης στηρίζεται το Συμβούλιον, και ικανοποιούνται  τοιαύτα κριτήρια, οποία διαγράφουσιν η Συνέλευσις και η Κεντρική Επιτροπή.


ΙΙΙ. Έργα - Τα έργα του Παγκοσμίου Συμβουλίου θα είνε:


1) Να συνεχίση το έργον των Παγκοσμίων Κινήσεων ''περί πίστεως και διοικήσεως'' και περί ''Ζωής και Εργασίας''.


2) Να διευκολύνη κοινήν εργασίαν υπό των Εκκλησιών.


3) Να προαγάγη συνεργασίαν εν μελέτη.


4) Να προαγάγη την αύξησιν οικουμενικής συνειδήσεως εν τοις μέλεσιν όλων των Εκκλησιών.


5) Να εγκαταστήση σχέσεις μετά Ομολογιακών Συνομοσπονδιών Παγκοσμίου εκτάσεως  και μετ' άλλων Οικουμενικών Κινήσεων.


6) Να καλή Παγκόσμια Συνέδρια περί ειδικών αντικειμένων, ως δυνατόν ν' απαιτή η περίστασις, των Συνεδρίων τούτων εχόντων δικαίωμα να δημοσιεύσωσι τα πορίσματα αυτών.


7) Να υποστηρίζη τας Εκκλησίας εις το καθήκον αυτών να ευαγγελίζωνται. Εν ζητήματι κοινού εις όλας τας Εκκλησίας ενδιαφέροντος και σχετιζομένοις προς ''Πίστιν και Διοίκησιν'', το Συμβούλιον δέον πάντοτε να χωρή συμφώνως προς την βάσιν, καθ' ην συνεκλήθησαν και διεξήχθησαν τα Συνέδρια της Λωζάννης (1927) και του Εδιμβούργου (1939).


IV. Αυθεντία - Το Π.Σ.Ε. θα συμβάλλη και θα παρέχη ευκαιρίαν ηνωμένης ενεργείας εν υποθέσεσι κοινού ενδιαφέροντος. Δύναται να επιληφθή ενεργείας εντολή των συνιστωσών Εκκλησιών εν τοιαύταις υποθέσεσιν, ας μία ή πλείονες εξ αυτώ θ' αναθέσωσιν εις αυτό. Θα έχη το δικαίωμα να συγκαλή τοπικά ή παγκόσμια Συνέδρια επί ειδικών ζητημάτων ως η περίστασις θα απαιτήση. Το Π.Σ.Ε. δεν θα νομοθετή διά τας Εκκλησίας. Ούτε θα ενεργή δι' αυτάς άλλως ή ως εκδηλώθη ανωτέρω ή ως δύναται να καθορισθή μετά ταύτα υπό των συνιστωσών Εκκλησιών.


V. Οργάνωσις - Το Π.Σ.Ε. θα εκτελή τας λειτουργίας αυτού διά των εξής σωμάτων:


1) Μιας Συνελεύσεως, ήτις θα είνε η κυρία αυθεντία εν τω Συμβουλίω και θα συνέρχεται συνήθως εκάστην πενταετίαν. Η Συνέλευσις θ' αποτελήται εξ' επισήμων Αντιπροσώπων των Εκκλησιών ή ομάδων Εκκλησιών εις αυτό και απ' ευθείας διοριζομένων υπ' αυτών. Ο χρόνος της διαρκείας του αξιώματος αυτών θ' αρχίζη από του προηγουμένου έτους της συγκροτήσεως της Συνελεύσεως και θα διαρκή μέχρις ου διορισθώσιν οι διάδοχοι αυτών.


Θ' αποτελήται εκ μελών, ων ο αριθμός θέλει καθορισθή υφ' εκάστης Συνελεύσεως διά την επακολουθούσαν Συνέλευσιν, εκτός αν η Συνέλευσις δικαιοδοτήση την Κεντρικήν Επιτροπήν, αν κρίνη τούτο κατάλληλον, ίνα αυξήση ή ελαττώση τον ρηθέντα αριθμόν κατά ουχί περισσότερα των 20 επί τοις εκατόν. Ο αριθμός δέον να καθορισθή οριστικώς ουχί ολιγώτερον των δύο ετών προ της συγκροτήσεως της Συνελεύσεως προς ην σχετίζεται και δέον να αναλογισθή ως προβλέπεται κατωτέρω.


Έδραι εν τη Συνελεύσει θα ορισθώσι διά της Εκκλησίας, αίτινες είνε μέλη, υπό της Κεντρικής Επιτροπής, λαμβανούσης υπ' όψιν τοιούτους παράγοντας, οίος, αριθμητικός όγκος, ανάλογος ομολογιακή αντιπροσώπευσις και ανάλογος γεωγραφική διανομή. Υποδείξεις προς αναδιευθέτησιν εν τη παροχή εδρών δύνανται να γίνωσι προς την Κεντρικήν Επιτροπήν επ' Εκκλησιών, αίτινες είνε μέλη ή υπό Ομάδων Εκκλησιών - μελών, Ομολογιακών, τοπικών ή εθνικών και αι αναδιευθετίσεις αυταί πραγματοποιούνται, αν εγκριθώσιν υπό της Κεντρικής Επιτροπής μετά διάσκεψιν μετά των ενδιαφερομένων Εκκλησιών.


Η Συνέλευσις έχει το δικαίωμα να διορίζη υπαλλήλους του Παγκοσμίου Συμβουλίου και της Συνελεύσεως κατά βούλησιν. Τα μέλη της Συνελεύσεως θα είναι Κληρικά και Λαικά πρόσωπα, άνδρες και γυναίκες. Όπως εξασφαλισθή ίνα το εν τρίτον της Συνελεύσεως αποτελήται εκ λαικών προσώπων, η Κεντρική Επιτροπή ορίζουσα εις τας Εκκλησίας - μέλη τας θέσεις αυτών εν τη Συνελεύσει, πρέπει να απαιτή εντόνως όπως εκάστη Εκκλησία, ει δυνατόν φυλάττη τον όρον τούτον.


2) Μίαν Κεντρικήν Επιτροπήν, ήτις θα είνε Επιτροπή της Συνελεύσεως και ήτις θ' αποτελήται εκ του Προέδρου ή των Προέδρων του Παγκοσμίου Συμβουλίου Εκκλησιών μετά ουχί πλειόνων των 90 μελών εκλεγομένων υπό της Συνελεύσεως μεταξύ προσώπων, τα οποία αι Εκκλησίαι διώρισαν ως μέλη της Συνελεύσεως. Ταύτα θα υπηρετώσι μέχρι της προσεχούς Συνελεύσεως εκτός αν άλλως ορίση η Συνέλευσις.


Η Γενική Συνέλευσις θα διανείμη μεταξύ των Εκκλησιών - μελών την αντιπροσώπευσιν΄ εν τη Κεντρική Επιτροπή λαμβάνουσιν υπ' όψιν τοιούτους παράγοντας, ο αριθμητικός όγκος, ανάλογος ομολογιακή αντιπροσώπευσις και κατάλληλος γεωγραφική διανομή. Οιαδήποτε χηρεία εν τοις μέλεσι της Κεντρικής Επιτροπής λαμβάνουσα χώραν μεταξύ δύο Συνελεύσεων θα συμπληρούται υπό της Κεντρικής Επιτροπής τη υποδείξει της ενδιαφερομένης ή των ενδιαφερομένων Εκκλησιών. Η Κεντρική Επιτροπή θα έχη τα εξής δικαιώματα:


α') Μεταξύ των συγκροτήσεων της Γεν. Συνελεύσεως θα εκτελή τας οδηγίας της Συνελεύσεως και εξασκή τα καθήκοντα εκείνης εκτός του της τροποποιήσεως του Καταστατικού ή της τροποποιήσεως του καταμερισμού των μελών αυτής.


β') Θα είνε η οικονομική επιτροπή της Συνελεύσεως, συντάσσουσα τον Προυπολογισμόν αυτής και εξασφαλίζουσα την οικονομικήν υποστήριξην αυτού.


γ') Θα ονομάζη και εκλέγη τους υπαλλήλους αυτής μεταξύ των μελών αυτής και θα διορίζη το προσωπικόν αυτής.


δ') Η Κεντρική Επιτροπή κανονικώς θα συνέρχεται άπαξ του έτους και θα έχη το δικαίωμα να διορίζη την Εκτελεστικήν αυτής Επιτροπήν, (Απαρτία). Ουδέν αντικείμενον, πλην των απαραιτήτων εις διεξαγωγήν της τρεχούσης υπηρεσίας του Συμβουλίου, θα τυγχάνη εκτελέσεως είτε εν τη Συνελεύσει είτε εν τη Κεντρική Επιτροπή, αν μη ώσι παρόντα τα ημίση των μελών.


VI. Διορισμός Επιθροπών. - Το Παγκόσμιον Συμβούλιον των Εκκλησιών θα εκτελή μέρος των λειτουργιών αυτού διά του διορισμού Επιτροπών. Αύται θα εγκατασταθώσιν υπό το κύρος της Συνελεύσεως είτε ωνομάσθησαν πράγματι υπό της Συνελεύσεως είτε υπό της Κεντρικής Επιτροπής, ενεργούσης κατά τας οδηγίας εκείνης. Αι Επιτροπαί εν τω μεταξύ των δύο Συνελεύσεων χρόνω οφείλουσιν ετησίως να υποβάλλωσιν Έκθεσιν εις την Κεντρικήν Επιτροπήν, ήτις θα ασκή γενικήν επίβλεψιν επ' αυτών.


Αι επιτροπαί δύνανται να προσθέτωσιν εις τα μέλη αυτών πρόσωπα κληρικά ή λαικά, εγκρινόμενα προς τον σκοπόν υπό της Κεντρικής Επιτροπής. Ιδιαιτέρως η Συνέλευσις δέον να φροντίση όπως διά καταλλήλων Επιτροπών συνεχίση τας ενεργείας των Κινήσεων ''Πίστεως και Διοικήσεως'' και ''Ζωής και Εργασίας''. Θα υπάρξη Επιτροπή ''Πίστεως και Διοικήσεως'' ήτις θα συμμορφούται προς τας απαιτήσεις του δευτέρου Παγκοσμίου Συνεδρίου περί ''Πίστεως και Διοικήσεως'' το οποίον συνεκροτήθη εν Εδιμβούργω το 1937, ως έπεται:


1) Ότι η Επιτροπή του Παγκοσμίου Συμβουλίου ''περί Πίστεως και Διοικήσεως'' θα είνε εν πρώτοις η Συνεχιστική Επιτροπή η διορισθείσα υπό του Συνεδρίου εκείνου.


2) Καθ' οίους δήποτε διορισμούς γενομένους περαιτέρω υπό του Συμβουλίου ως μελών της Επιτροπής ''περί Πίστεως και Διοικήσεως'' τα διοριζόμενα πρόσωπα δέον πάντοτε να ώσι μέλη των Εκκλησιών, αίτινες εύρηνται εντός των όρων της παρακλήσεως της ''Πίστεως και Διοικήσεως'', ήτις απηυθύνθη προς ''όλα τα Χριστιανικά σώματα δι' όλον τον κόσμον, τα οποία αποδέχονται τον Κύριον ημών Ι. Χριστόν, ως Θεόν και Σωτήρα''.


3) Το έργον της Επιτροπής ''περί πίστεως και διοικήσεως'' θα εξακολουθήση υπό την γενικήν φροντίδα μιας θεολογικής Γραμματείας, διοριζομένης υπό της Επιτροπής εν συνεννοήσει μετ' άλλων Γραμματειών του Συμβουλίου. Το Συμβούλιον οφείλη να ορίση ανάλογον οικονομικήν δαπάνην διά το έργον της Επιτροπής μετά διάσκεψιν μετά της Επιτροπής.


4) Εν ζητήμασι κοινού ενδιαφέροντος εις όλας τας Εκκλησίας και σχετιζομένοις προς την Πίστον και Διοίκησιν το Συμβούλιον δέον πάντοτε να προβαίνη συμφώνως προς την βάσιν, κατά την οποία συνεκλήθη το Συνέδριον τούτο περί πίστεως και διοικήσεως και διεξάγεται.


5) Το Παγκόσμιον Συμβούλιον θ' αποτελήται εξ επισήμων αντιπροσώπων των συμμετεχουσών Εκκλησιών.6) Οιονδήποτε Συμβούλιον, σχηματισθέν προ της πρώτης συγκροτήσεως της Κεντρικής Συνελεύσεως, θα καλήται ''Προσωρινόν'' και η Συνέλευσις, αντιπροσωπεύουσα όλας τας Εκκλησίας, θα έχη πλήρη ελευθερίαν να καθορίση το Καταστατικόν του Κεντρικού Συμβουλίου.


VII. Άλλαι Χριστιανικαί Οργανώσεις.


1) Τοιαύται Ομολογιακαί Ενώσεις και Οικουμενικαί Οργανώσεις, ως θα καθορισθώσιν υπό της Κεντρικής Επιτροπής, δύνανται να προσκλησθώσιν όπως αποστείλωσι αντιπροσώπους εις τας συνεδρίας της Συνελεύσεως και της Κεντρικής Επιτριπής εν συμβουλευτική ιδιότητι και εις τοσούτον αριθμόν, ον ήθελε καθορίση η Κεντρική Επιτροπή.


2) Τοιαύτα συστατικά σώματα του Διεθνούς Ιεραποστολικού  Συμβουλίου και τοιαύτα Συμβούλια Εκκλησιών, περιλαμβάνοντα έθνος όλον ως θα χαρακτηρισθώσιν υπό της Κεντρικής Επιτροπής δύνανται να κληθώσιν, όπως αποστείλωσιν αντιπροσώπους εις τας συνεδρίας της Συνελεύσεως και της Κεντρικής Επιτροπής εν συμβουλευτική ιδιότητι και εις τοσούτον αριθμόν όσον ήθελεν ορίση η Κεντρική Επιτροπή.


VIII. Τροποποιήσεις.


Το Καταστατικόν δύναται να τροποποιηθή διά της ψήφου των τριών τετάρτων της Συνελεύσεως, προυποτιθεμένου ότι η προτεινομένη τροποποίησις ανεθεωρήθη υπό της Κεντρικής Επιτροπής και απεστάλη δήλωσις αυτής προς τας συνιστώσας Εκκλησίας εξ τουλάχιστον μήνας προ της συγκροτήσεως της Συνελεύσεως. Η Κεντρική Επιτροπή καθ' εαυτήν ως και αι επί μέρους Εκκλησίαι θα έχωσι το δικαίωμα να προτείνωσι τοιαύτην τροποποίησιν.


IX. Κανόνες και Κανονισμοί.


Η Συνέλευσις ή η Κεντρική Επιτροπή δύναται να συντάξη και να τροποποιήση Κανόνας και Κανονισμούς, αφορώντας την διεξαγωγήν της εργασίας του Συμβουλίου, των υποεπιτροπών αυτής και Τμημάτων και εν γένει όλας τας υποθέσεις εν τω κύκλω της εκτελέσεως του καθήκοντος αυτής.




Σημ. ημετέρα: Η ''ΘΕΟΛΟΓΙΑ'' αποτελεί ένα από τα επίσημα περιοδικά της Εκκλησίας της Ελλάδος 
και το ίδρυσε το 1923 
ο οικουμενιστής και σχίστης της Εκκλησίας, αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Παπαδόπουλος.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου 
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.

ΗΛΙΑ ΜΗΝΙΑΤΗ ''ΕΣΤΑΥΡΩΘΗΣ ΔΙ' ΕΜΕ''



Χάριτι Θεού, προβαίνουμε στη μεταφορά στο διαδίκτυο δύο Λόγων του ιεροτάτου Επισκόπου Κερνίτσης και Καλαβρύτων Ηλία Μηνιάτη (1669-1714) στην Αγία και Μεγάλη Παρασκευή, εκ του βιβλίου της Ι. Μ. Τατάρνας Ευρυτανίας ''Εσταυρώθης δι' εμέ''. Ο Επίσκοπος Ηλίας Μηνιάτης δίκαια θεωρήθηκε ο μεγαλύτερος και δεινός ρήτορας κατά την διάρκεια της Τουρκοκρατίας και γι΄αυτό τον αποκάλεσαν ''Χρυσόστομο της Τουρκοκρατίας''. Κατά τον μακαριστό Μητροπολίτη π. Αυγουστίνο Καντιώτη, ''ήτο... ο μεγαλύτερος εκκλησιαστικός ρήτωρ της υποδούλου Ελλάδος΄ με δημοσθένειαν ρητορείαν εκήρυξε τα μεγαλεία του Θεού''. Ο λόγος του απλός, λιτός, θερμά καρδιακός και επί ζήλω οθοδοξότατος ''ακουμούσε'' ησύχως στη καρδιά του συμπασχόντος καταπιεσμένου από την Ενετοκρατία ποιμνίου του. Ένα μικρό δείγμα αυτού, που επιλέξαμε: ''Ψυχή του καλού μας Πατρός, του θείου Εσταυρωμένου μας Ιησού, τι λες; "Άφες αυτοίς' ου γαρ οίδασι τι ποιούσι". Πώς; "Άφες αυτοίς". Ναι, γλυκύτατέ μου Ιησού, "άφες αυτοίς" αυτήν την ώρα. Ας δοθή εις όλους συγχώρησις. Ίσως δουν τώρα το σφάλμα τους και διορθωθούν. "Άφες αυτοίς"! Ας έλθη συγχώρησις, λοιπόν, συγχώρησις! Μα ωστόσο ας παύσουν τα βέλη, ας τελειώσουν οι αμαρτίες, ας φανή ένα σημάδι μετανοίας΄ ένας αναστεναγμός΄ ένα δάκρυ! Καρδιά του Ιησού μου, τι λες; "Άφες αυτοίς, Πάτερ". Καρδιά του αμαρτωλού τι αποκρίνεσαι; "Μνήσθητί μου, Κύριε! Μνήσθητί μου όταν έλθης εν τη Βασιλεία σου"! Αμήν''. Ευχόμαστε την ''Καλή Ανάγνωση'' στους αναγνώστες μας, με την προτροπή της εκκίνησης της μετανοίας, της επιδαψίλευσης του Θείου Έρωτος, της αφετηρίας της γλυκητάτης άθλησης στο πνευματικό στίβο της εγκοσμίου ζωής. Σ' αυτό, που όλοι πρέπει να αγωνιζόμαστε, ώστε να λάβουμε ''απολυτήριο'' με ''Διαγωγή -κατά Χριστόν- Κοσμιωτάτη''! Εύχεσθε!



ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ



Λόγος Α'

Εις το Σωτήριον Πάθος
τη Αγία και Μεγάλη Παρασκευή



Μέρος 9ον


Εδώ εχρειάζοντο δύο φύσεις, ανθρώπινη και θεία. Όχι ανθρώπινη μόνον, γιατι με το να πάθη και να πεθάνη δεν μπορούσε να σώση, αλλά ανθρώπινη και θεία μαζί, ενωμένες σ' ένα πρόσωπο. Αυτό το πρόσωπο έπρεπε να πάθη και να πεθάνη με την ανθρώπινή του φύσι, η οποία είναι παθητή και θνητή.


Όμως για την θεία φύσι, η οποία είναι απείρου αξίας, εκείνο το πάθος, εκείνος ο θάνατος θα ήταν απείρου τιμής και έτσι θα πληρωνόταν εκείνο το άπειρο χρέος. Έτσι έπρεπε να γίνη και έτσι έγινε! Ο Θεός άκουσε αφ' ενός την δικαιοσύνη του, η οποία αποζητούσε εκδίκησιν εναντίον μας, γιατι είμαστε παραβάτες της εντολής του΄ ''εξαλείψω παν το ανάστημα ο εποίησα από προσώπου της γης''. Όμως αφ' ετέρου άκουσε την ευσπλαχνία του.


Αυτή ζητούσε συγχώρησι για μας, γιατι είμαστε πλάσματα των χειρών του΄ ''ου βούλονται τον θάνατον του ανόμου, λέγει Κύριος, ως το αποστρέψαι αυτόν εκ της οδού της πονηρίας και ζην αυτόν''. Ο Θεός ως κριτής δίκαιος που θέλει να διαφυλάξη τον νόμο του, μα και ως πλάστης φιλάνθρωπος που θέλει να διαφυλάξη το πλάσμα του, τι να κάμη; Ως κριτήρ και πατήρ, ως Θεός και πλάστης που ήτο, βρήκε με την άπειρη σοφία του ένα τρόπο να διαφυλάξη τον νόμο του, αλλά να διαφυλάξη και το πλάσμα του.


Εδώ είπε- χρειάζονται δύο φύσεις: Θεία και ανθρώπινη. Ας δώσουν οι άνθρωποι την μία με την θνητή σάρκα, εγώ δίνω την άλλη με τον θείο Λόγο. Απ' αυτές τις δύο φύσεις, την ανθρώπινη και την θεία, ας γεννηθή ένα θεανδρικό πρόσωπο άνθρωπος δηλαδή τέλειος, αλλά και τέλειος Θεός. Αυτό το πρόσωπο ας πάθη, ας πεθάνη. Αποθνήσκων ως άνθρωπος, το Αίμα του που χύνεται είναι μια πληρωμή΄ όμως επειδή αυτός ο άνθρωπος είναι και Θεός, το Αίμα που χύνεται, είναι μία άπειρος πληρωμή.


Έτσι ακριβώς ικανοποιείται και ευχαριστιέται η ευσπλαχνία μου, γιατι με το Αίμα αυτού μόνον του ανθρώπου, λυτρώνονται και οι υπόλοιποι άνθρωποι. Ικανοποιείται και ευχαριστιέται ωσαύτως η δικαιοσύνη μου, γιατι με το Αίμα αυτού του ανθρώπου αλλά και ταυτοχρόνως Θεού πληρώνεται το άπειρον χρέος. Έτσι θα φανώ και δίκαιος κριτής και φιλάνθρωπος πλάστης. Αυτό είναι λοιπόν το αίτιο για το οποίον ήτο ανάγκη να πάθη και να αποθάνη ένας Θεός που έγινεν άνθρωπος, ώστε να πληρώση ως άνθρωπος και να πληρωθή σωστά ως Θεός.


Εδώ, σας λέω πάλι, Χριστιανοί μου, χρειάζονταν δύο φύσεις, και δύο μέτρα. Εμείς οι πταίστες, οι παραβάτες της θείας εντολής εδώσαμε την ανθρωπότητα, σαν το ένα μάτι. Ο Θεός και Πατήρ έδωσε την θεότητα, σαν το άλλο μάτι. Μας άξιζε η τιμωρία του θανάτου που επήλθε στην ανθρώπινη φύσι του Χριστού, αλλ' όμως αυτή η τιμωρία του θανάτου εξηφανίσθη λόγω της θείας φύσεως του Χριστού! Επληρώσαμε την ενοχή μας με την θεία σάρκα που είναι ενωμένη με τον θείο Λόγο και λυτρωθήκαμε από τον θείο Λόγο που είναι ενωμένος με την ανθρώπινη σάρκα!


Αυτό είναι ένα υψηλότατο δίδαγμα του Μεγάλου Αθανασίου΄ ''συνέβαινεν αμφότερα εν αυτώ γενέσθαι παραδόξως, ότι ο πάντων θάνατος εν τω Κυριακώ σώματι επληρούτο, και ο θάνατος διά τον συνόντα Λόγον εξηφανίζετο''. Ω, άκρα συγκατάβασις του Θεού προς ημάς! Αλλ' ω Θεέ πολυέλεε και πολυεύσπλαχνε, δεν μπορούσε η παντοδυναμία να βρη άλλον τρόπο για να σώση τον άνθρωπο, χωρίς να παραδώση στον θάνατο τον μονογενή του Υιό, τον δεξιόν οφθαλμό του θείου σου προσώπου;


Χωρίς αμφιβολία θα μπορούσε ο Θεός, ως παντοδύναμος που είναι, όπως ακριβώς με ένα του λόγο εδημιούργησε τα πάντα, παρομοίως με ένα του μόνον λόγο θα μπορούσε να πη και να πραγματοποιηθή η σωτηρία του ανθρώπου. Θα μπορούσε και χωρίς καμμιά πληρωμή να μας χαρίση τις αμαρτίες των ανθρώπων. Θα τα μπορούσε όλα αυτά. Αλλά τότε εμείς δεν θα γνωρίζαμε την άπειρη δύναμι του Θεού, δεν θα γνωρίζαμε την άπειρη του Θεού συγκατάβασι. Ο Θεός ηθέλησε να φερθή και σαν κριτής και σαν πατέρας.


Να δείξη προς τον άνθρωπο (ο οποίος ήτο παραβάτης του νόμου του) και την δικαιοσύνη του και την φιλανθρωπία του. Έτσι έγινε κριτής και έδειξε την δικαιοσύνη του προς τον Ιησούν Χριστόν, που ήτο Υιός του. Ελυπήθη δηλαδή περισσότερο τον άνθρωπο παρά τον Μονογενή του Υιό και αυτό ένεκα της αγάπης του προς τον άνθρωπο. Ακόμα και ο Αβραάμ θελησε να θυσιάση τον μονογενή του γιο για την αγάπη του προς τον Θεό, και για δείτε την διαφορετική έκβασιν της υποθέσεως:


Έφθασε ο Αβραάμ στον καθαγιασμένο τόπο, ετοίμασε το θυσιαστήριο, έβαλε επάνω του τα ξύλα, άναψεν από κάτω φωτιά, έδεσε χειροπόδαρα τον γιο του Ισαάκ και τον έριξε καταγής. Έπιασε το μαχαίρι, το σήκωσε με το δεξί του χέρι, αλλά την στιγμή που το κατέβασε για το θανατηφόρο χτύπημα, τον είδε ο Θεός και τον λυπήθηκε: Αβραάμ, Αβραάμ, του λέγει, στάσου, μη κατεβάσεις το μαχαίρι στο παιδάκι σου, μη του κάμης κακό΄ ''Μη επιβάλης την χείραν σου επί το παιδάριο, μηδέ ποιήσης αυτώ μηδέν''.


Μου αρκεί η αγαθή σου προαίρεσις. Ας ζήση ο γιος σου Ισαάκ για να ευλογηθούν δι' αυτά ''πάντα τα έθνη της γης'' και να πληθυνθούν οι απόγονοί σου σαν τα αστέρια του ουρανού και της θάλασσας την άμμο. Και τι παράδοξο θα ήταν, Θεέ μου, αν ο Αβραάμ θυσίαζε τον γιο του για να δείξη την αγάπη του προς εσένα; Εσύ είσαι Θεός, άξιος απείρου αγάπης. Είσαι ο Θεός και του Αβραάμ και του Ισαάκ. Είσαι Θεός και ό,τι κι αν κάμη για σένα ένας άνθρωπος, έχει χρέος να το κάμη γιατι σου αξίζει. Εξ' άλλου, τι είναι ένας  άνθρωπος;


Ένα μικρό σκουλήκι της γης, ένας παραβάτης των εντολών σου. Τόσο, λοιπόν, τον αγαπάς, που για την αγάπη σου προς αυτόν, θυσιάζεις ακόμη και τον Υιόν σου; ''Τί έστιν άνθρωπος, ότι μιμνήσκη αυτού, ή υιός ανθρώπου, ότι επισκέπτει αυτόν''; Δεν πρόκειται για κάτι άλλο, παρά μόνον για την συγκατάθεσιν του Θεού! Ελυπήθη το γιο ενός ανθρώπου, τον Ισαάκ, και δεν επέτρεψε να θυσισθή΄  και δεν ελυπήθη τον δικό του Υιό, αλλά τον άφησε να πεθάνη΄ ''του ιδίου υιού ουκ εφείσατομ αλλ' υπέρ ημών πάντων παρέδωκεν αυτόν''.


Τον παρέδωσε για να τον πουλήση ο μαθητής του, να τον αρνηθούν οι φίλοι του, να τον καταδικάσουν οι εχθροί του. Τον παρέδωσε στον φθόνο των Ιουδαίων, στην κατάκρισι των ειδωλολατρών, στις κατηγορίες των ιερέων, στους εμπαιγμούς των στρατιωτών, στο μίσος και στην κακία ενός αχαρίστου λαού, που διψούσε το Αίμα του. Τον παρέδωσε στους εμπτυσμούς, στα ραπίσματα, στα μαστιγώματα, στα αγκάθια, στον Σταυρό, με τέτοιο τρόπο που δεν τον λογάριασε σαν Υιό, αλλά σαν έναν αμαρτωλό και μάλιστα σαν την ίδια την αμαρτία, με σκοπό να καταδικάση ωσάν πταίστη τον Υιό και να αθωώση τον πταίστη άνθρωπο.


Για να βασανίση τον αναμάρτητο και να δικαιώση τον αμαρτωλό. Για να εκπληρώση σ' εκείνον όλη του την θεία δικαιοσύνη και να δώση στον άνθρωπο όλο του το άπειρον έλεος. Είναι γνώμη του Αποστόλου Παύλου΄ ''τον γαρ μη γνόντα αμαρτάν, υπέρ ημών αμαρτίαν εποίησεν, ίνα ημείς γενώμεθα δικαιοσύνη Θεού εν αυτώ''. Ω, άκρα του Θεού προς ημάς συγκατάβασις! Τέτοια υπήρξεν η διάθεσις του Πατρός προς τον Υιόν. Ποιά όμως του Υιού προς τον Πατέρα; Μια άκρα, τέλεια ταπεινοφροσύνη, και τέλεια υπακοή΄''εταπείνωσεν εαυτόν, γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού''.


Συνεχίζεται

Εισαγωγή στο διαδίκτυο στο μονοτονικό σύστημα, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Εκ του βιβλίου ''Εσταυρώθης δι' εμέ'', 
περιέχον ''Δύο Λόγους του Ηλία Μηνιάτη +1717 εις την Αγίαν και Μεγάλην Παρασκευήν'', 
υπό αρχιμανδρίτου Δοσιθέου.
Έκδοση της ''Ιεράς Μονής Παναγίας Τατάρνης'' Ευρυτανίας, 2013, σελ. 78-85.

▲ ▼
Print Friendly and PDF