«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026
ΠΡΩΤΟΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟΥ π. ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΗΣΗ: ΤΟ ΑΓΙΟ ΠΝΕΥΜΑ ΕΝΩΝΕΙ, ΔΕΝ ΔΙΑΙΡΕΙ
του Πρωτοπρεσβυτέρου Θεοδώρου Ζήση
Ὁμοτίμου Καθηγητή Θεολογικῆς Σχολῆς Α.Π.Θ.
1. Ὁ νέος Πύργος τῆς Βαβέλ: Παγκοσμιοποίηση καί Οἰκουμενισμός
Παρακίνηση γιά τήν συγγραφή τοῦ παρόντος κειμένου μᾶς ἔδωσε ἡ μεγάλη ἑορτή τῆς Πεντηκοστῆς, κατά τήν ὁποία οἱ θεοκίνητοι συγγραφεῖς τῶν ἐξαίσιων ὕμνων παρουσιάζουν τίς σωτηριώδεις διαστάσεις τῆς καθόδου τοῦ Ἁγίου Πνεύματος «ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν ἐπί τούς ἁγίους μαθητάς καί ἀποστόλους» καί τῆς μόνιμης στή συνέχεια παρουσίας καί ἐνεργείας Του στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Μία σπουδαία διάσταση τῆς ἐνεργείας καί δράσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἡ ἑνότητα ὅσων ἀνθρώπων γίνονται μέλη τῆς Ἐκκλησίας διά τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος καί ἐνσωματώνονται στό ἕνα καί μοναδικό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, πού ἔχει κεφαλή τόν Χριστό.
Ἔχει γραφῆ ὅτι ὁ μέν Χριστός εἶναι ἡ κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας, τό δέ Ἅγιο Πνεῦμα ἡ ψυχή τῆς Ἐκκλησίας, πού ζωοποιεῖ τό σῶμα καί συνδέει, ἑνώνει, τά μέλη μέ τήν κεφαλή καί μεταξύ τους[1]. Ἐκκλησία καί Ἅγιο Πνεῦμα συνδέονται ὀντολογικά· δέν ὑπάρχει ᾽Εκκλησία, ἐκεῖ ὅπου δέν ἐνεργεῖ τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ὅπως ἐμφαντικά τονίζει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος «εἰ μή Πνεῦμα παρῆν οὐκ ἄν συνέστη ἡ Ἐκκλησία, εἰ δέ συνίσταται ἡ Ἐκκλησία, εὔδηλον ὅτι τό Πνεῦμα πάρεστιν»[2].
Ὁ ἴδιος θεοφόρος Πατήρ διδάσκει ὅτι δέν ὑπάρχει τίποτε στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας, τίποτε ἀπό ὅσα σχετίζονται μέ τή σωτηρία μας, τό ὁποῖο δέν προέρχεται ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα: «…Τί γάρ εἰπέ μοι τῶν συνεχόντων τήν σωτηρίαν τήν ἡμετέραν οὐχί διά Πνεύματος ἡμῖν ᾠκονόμηται; Διά τούτου δουλείας ἀπαλλαττόμεθα, εἰς ἐλευθερίαν καλούμεθα, εἰς υἱοθεσίαν ἀναγόμεθα καί ἄνωθεν, ὡς εἰπεῖν, ἀναπλαττόμεθα, τό βαρύ καί δυσῶδες τῶν ἁμαρτημάτων φορτίον ἀποτιθέμεθα· διά τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου ἱερέων βλέπομεν χορούς, διδασκάλων ἔχομεν τάγματα· ἀπό τῆς ἐνταῦθα πηγῆς καί ἀποκαλύψεων δωρεαί καί ἰαμάτων χαρίσματα καί τά λοιπά πάντα, ὅσα τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ κοσμεῖν εἴωθεν, ἐνταῦθα ἔχει τήν χορηγίαν»[3]. Ἡ ἄποψη αὐτή τοῦ Χρυσοστόμου ὅτι τά πάντα εἰς τήν Ἐκκλησίαν χορηγοῦνται ὑπό τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀποτελεῖ κοινό τόπο τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας.
Ὁ Μ. Βασίλειος ἐπί παραδείγματι ἀπαριθμῶν συχνά τίς δωρεές καί ἐνέργειες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κυρίως εἰς τό Περί Ἁγίου Πνεύματος ἔργο του, λέγει ὅτι «οὐδέ γάρ ἐστιν ὅλως δωρεά τις ἄνευ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τήν κτίσιν ἀφικνουμένη»[4]. Αὐτό ἐπαναλαμβάνει ἐπίσης ὁ πολύ ἀγαπητός εἰς τούς Ὀρθοδόξους ὕμνος τῆς Πεντηκοστῆς: «Πάντα χορηγεῖ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, βρύει προφητείας, ἱερέας τελειοῖ, ἀγραμμάτους σοφίαν ἐδίδαξε, ἁλιεῖς θεολόγους ἀνέδειξε, ὅλον συγκροτεῖ τόν θεσμόν τῆς Ἐκκλησίας».
Πολύ γρήγορα ὁ διηρημένος καί διεσπασμένος εἰδωλολατρικός κόσμος μέ τό ἅπλωμα τῆς Ἐκκλησίας στόν κόσμο ὁλόκληρο βρῆκε στό σωτηριῶδες κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ ἕνα σπουδαῖο ἑνοποιητικό παράγοντα, ὁ ὁποῖος κατά μοναδικό καί ἀνεπανάληπτο τρόπο στήν ἱστορία ἕνωσε ὅλους τούς ἀνθρώπους σέ μία νέα, χριστιανική οἰκουμένη· ἰδιαίτερα ἀπό τότε πού ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος, θεόθεν παρακινηθείς, διέγνωσε ὅτι ἡ μόνη πνευματική δύναμη πού θά μποροῦσε νά ἐπιτύχει τήν ἑνότητα στήν πολυπολιτισμική καί πολυθρησκειακή - διαθρησκειακή ἀπέραντη Ρωμαϊκή αὐτοκρατορία ἦταν ὁ Χριστιανισμός. Ἡ Pax Romana μέ πολιτικά καί στρατιωτικά, ἀκόμη καί οἰκονομικά, μέτρα δέν μπόρεσε νά ἑνοποιήσει τόν κόσμο, ὅπως κατόρθωσε στή συνέχεια, ἐπί μία χιλιετία ἀταλάντευτα καί στή δεύτερη χιλιετία μέ διασπάσεις, ἡ Pax Christiana, χωρίς πολέμους καί βία, ἀλλά μέ τό κήρυγμα τῆς εἰρήνης, τῆς ὁμόνοιας, τῆς ἀγάπης, τῆς ταπείνωσης καί τῆς καταλλαγῆς.
Αὐτήν τήν πολυδιάσπαση καί πολυπολιτισμικότητα τοῦ παλαιοῦ κόσμου, πού ὁδηγοῦσε σέ ἀντιπαλότητες, πολέμους καί βία, ἐπιχειροῦν νά ἐπαναφέρουν σήμερα τυραννικά καί ἐν κρυπτῷ, ὅσοι εὐαγγελίζονται τήν δῆθεν Νέα Ἐποχή καί τήν Νέα Τάξη πραγμάτων, μέ καυχησιολογίες γιά τά τεχνολογικά καί ἠλεκτρονικά ἐπιτεύγματα, μέ τά ὁποῖα, ὅπως φάνηκε καί στήν κρίση τῆς λοίμωξης τοῦ Κορωνοϊοῦ, ἐπιχειροῦν νά χειραγωγήσουν τόν κόσμο ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ, ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας, νά τοῦ στερήσουν τήν εἰρήνη, τήν ἀνάπαυση, τήν ἄμυνα ἐναντίον τοῦ κακοῦ καί τῆς ἁμαρτίας, τήν ἀφοβία μπροστά στόν θάνατο, νά καταστήσουν τούς ἀνθρώπους δειλά καί φοβισμένα ὄντα, ὑπάκουα στίς καταστροφικές ἐντολές καί ὑποδείξεις τους. Πρόκειται γιά μία νέα ὕβρη ἐναντίον τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ, τήν ὁποία δυστυχῶς ὄχι μόνο δέν ἀντέκρουσε ἡ ἀνάξια, δουλοπρεπής καί ἐξωνημένη ἐκκλησιαστική ἡγεσία, ἀλλά συνύβρισε καί αὐτή συμφωνώντας καί συμπράττοντας.
Πρόκειται γιά ἕνα νέο Πύργο τῆς Βαβέλ, τόν Πύργο τῆς Παγκοσμιοποίησης καί τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, τόν ὁποῖο μέ αὐθάδεια καί θράσος ὑψώνουν ἐπί ἕνα αἰώνα ἐπιχειρώντας, καυχώμενοι γιά τίς δυνατότητες τῆς ἐπιστήμης, νά θέσουν στό περιθώριο τόν Χριστό καί τήν Ἐκκλησία Του, καί νά ἐγκαινιάσουν τήν «Νέα Ἐποχή» τῆς τυραννίας καί τρομοκρατίας τοῦ Ἀντιχρίστου. Σ᾽ αὐτές τίς σκέψεις ὁδηγοῦν θεόπνευστα κάποιοι ὕμνοι τῆς Πεντηκοστῆς, οἱ ὁποῖοι ἀφήνουν νά κατανοήσουμε ὅτι ὁ Θεός μπορεῖ εὔκολα νά σταματήσει ὁποιαδήποτε ὕβρη καί αὐθάδεια βλάσφημη καί νά ἐπαναφέρει τήν ἐν Χριστῷ ἑνότητα καί θεογνωσία, ἐφ᾽ ὅσον ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἐνεργεῖ καί δρᾶ μέσα στήν Ἐκκλησία τό Πανάγιο Πνεῦμα, πού ἑνώνει τούς ἀνθρώπους μέ τήν Ἁγία Κεφαλή, τόν Χριστό, καί μεταξύ τους.
Τό κοντάκιο τῆς ἑορτῆς, πού πάντοτε ἐπιδιώκει νά συνοψίσει τό πνευματικό μήνυμα τοῦ ἑορταζομένου γεγονότος ἤ Ἁγίου, λέγει: «Ὅτε καταβάς τάς γλώσσας συνέχεε, διεμέριζεν ἔθνη ὁ Ὕψιστος· ὅτε τοῦ πυρός τάς γλώσσας διένειμε εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσε, καί συμφώνως δοξάζομεν τό Πανάγιον Πνεῦμα». Μέ ἀπόδοση στήν νεοελληνική ὁ ὕμνος λέγει: «Ὅταν κατέβηκε ὁ Ὕψιστος καί ἐπέφερε σύγχυση στίς γλῶσσες, τότε διαχώριζε τά ἔθνη. Ὅταν, ὅμως, μοίρασε τίς γλῶσσες τοῦ πυρός κατά τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, κάλεσε ὅλους σέ ἑνότητα. Καί γι᾽ αὐτό ἑνωμένοι καί σύμφωνοι δοξάζουμε τό Πανάγιο Πνεῦμα». Στήν ἴδια γραμμή καί τό δοξαστικό τοῦ ἑσπερινοῦ λέγει: «Γλῶσσαι ποτέ συνεχύθησαν, διά τήν τόλμαν τῆς πυργοποιΐας· γλῶσσαι δέ νῦν ἐσοφίσθησαν, διά τήν δόξαν τῆς Θεογνωσίας.
Ἐκεῖ κατεδίκασε Θεός τούς ἀσεβεῖς τῷ πταίσματι· ἐνταῦθα ἐφώτισε Χριστός τούς ἁλιεῖς τῷ Πνεύματι. Τότε κατειργάσθη ἡ ἀφωνία, πρός τιμωρίαν· ἄρτι καινουργεῖται ἡ συμφωνία, πρός σωτηρίαν τῶν ψυχῶν ἡμῶν». Μέ ἀπόδοση στήν νεοελληνική καί αὐτός ὁ ὕμνος λέγει: «Κάποτε συγχύθηκαν οἱ γλῶσσες, γιατί τόλμησαν τήν οἰκοδόμηση τοῦ πύργου. Τώρα ὅμως σοφίσθηκαν οἱ γλῶσσες, γιά νά δοξασθεῖ ἡ Θεογνωσία. Ἐκεῖ καταδίκασε ὁ Θεός τήν ἀσέβεια τοῦ πταίσματος τῆς πυργοποιΐας. Ἐδῶ ἐφώτισε ὁ Χριστός μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα τούς ἀγραμμάτους ψαράδες. Τότε προκλήθηκε ἀσυνεννοησία γιά τιμωρία. Τώρα ἐγκαινιάζεται ἡ συμφωνία γιά τή σωτηρία τῶν ψυχῶν μας»[5].
2. «Ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν»
Ἐγκαινιάσθηκε ὄντως ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς θαυμαστή ἑνότητα καί συμφωνία μέσα στήν Ἐκκλησία, λόγῳ τῆς διαρκοῦς παρουσίας καί ἐνεργείας τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Τό «εἰς ἑνότητα πάντας ἐκάλεσε» τοῦ κοντακίου πού παραθέσαμε ἔγινε καί γίνεται πραγματικότης. Δέν ἔλειψαν βέβαια στήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, ἀπό τήν ἐποχή τῶν Ἀποστόλων μέχρι σήμερα, διασπαστικά καί διαιρετικά φαινόμενα, τά ὁποῖα προκαλεῖ συνήθως ὁ ἑωσφορικός ἐγωϊσμός καί ἡ ὑπερηφάνεια, πού ἔγιναν αἰτία νά χάσει καί ὁ Διάβολος τήν ἑνότητά του μέ τόν Θεό, νά σκοτισθεῖ, καί νά προσπαθεῖ στήν συνέχεια νά σκοτίσει καί ἄλλους, πρωτεργάτης καί συναυτουργός τῶν διαιρέσεων καί τῶν σχισμάτων. Ὑπάρχει στήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας διά τῶν αἰώνων θαυμαστή ἑνότητα καί συμφωνία, τῶν ὁποίων συντελεστής καί δημιουργός εἶναι ἡ φωτιστική καί ἑνωτική παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Οἱ ἀποφάσεις δέν εἶναι μοναρχικές καί τυραννικές, ἀλλά συνοδικές καί συλλογικές, ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι πάντοτε λαμβανόμενες. Ὅταν δέ συμβεῖ κάποιες φορές, ἀνθρώπινοι σχεδιασμοί καί ἀντίχριστες δυνάμεις νά παρεμποδίζουν τήν φωτιστική καί ἑνωτική παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στίς συνοδικές συνελεύσεις καί διεργασίες, τότε ἀποχωρεῖ ἀπό αὐτές τίς συνόδους τό Ἅγιο Πνεῦμα καί φωτίζει μεμονωμένους ἱεράρχες, κληρικούς, μοναχούς καί λαϊκούς νά ἐπαναφέρουν τήν ἀληθινή συνοδικότητα, ὥστε νά ἐπανέλθει καί νά ἐνεργήσει ἑνωτικά τό Ἅγιο Πνεῦμα. Ἡ Ἀποστολική Σύνοδος τῶν Ἱεροσολύμων (49 μ.Χ.) ἔγινε τό πρότυπο ὅλων τῶν μετά ταῦτα συνόδων, γιατί ἐξέφραζε τήν πίστη ὅλης τῆς Ἐκκλησίας καί ὄχι κάποιων προσώπων ἤ ὁμάδων.
Οἱ Πράξεις τῶν Ἀποστόλων διηγούμενες τά τῆς Συνόδου γράφουν ὅτι «Τότε ἔδοξε τοῖς ἀποστόλοις καί τοῖς πρεσβυτέροις σύν ὅλῃ τῇ Ἐκκλησίᾳ»[6]. Στό τέλος δέ τῶν ἀποφάσεων πού ἔλυσαν τίς διαφορές καί διαιρέσεις, τοποθετεῖται ὁ κύριος καί ἀποφασιστικός παράγων τῆς ἑνότητας καί συμφωνίας, τό Ἅγιο Πνεῦμα: «Ἔδοξε γάρ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν»[7]. Ἡ φράση μάλιστα αὐτή συνοδεύει ἔκτοτε ὅλες τίς ἀποφάσεις τῶν συνόδων, μολονότι κάποιες φορές εἶναι προσχηματική καί ψευδής, διότι καί αἱρετικές καί σχισματικές σύνοδοι ἐπιδιώκουν νά παρουσιάσουν τίς ἀποφάσεις τους ὡς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι ληφθεῖσες.
3. Ἡ ἀποκοπή τῶν αἱρετικῶν καί σχισματικῶν δέν βλάπτει τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
Τήν ἁγιοπνευματική αὐτή λειτουργία τοῦ συνοδικοῦ συστήματος ἐτήρησαν ἀπαρέγκλιτα οἱ Ἅγιοι Πατέρες, γι᾽ αὐτό καί μέχρι σήμερα ἡ Ἐκκλησία εἶναι Μία καί ἀδιαίρετη, ταυτιζόμενη μέ τήν Ἁγία Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία τῶν Ὀρθοδόξων, καί ἑνωμένη στήν πίστη, στήν λατρεία καί στήν διοίκηση. Ἡ ἀποκοπή τῶν αἱρετικῶν καί σχισματικῶν ἀπό τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας δέν παραβλάπτει τήν ἑνότητα, ἀλλά τήν ἐνισχύει, καί τήν προφυλάσσει, ὅπως στήν πράξη ἀποδεικνύεται ἀπό ὅλες τίς συνοδικές ἀποφάσεις ἐναντίον τῶν αἱρέσεων καί τῶν σχισμάτων, καί ὅπως μέ ἔμφαση διατυπώνει ὁ 15ος κανών τῆς Πρωτοδευτέρας Συνόδου τοῦ Μ. Φωτίου (861 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος ὑπερασπιζόμενος τούς κληρικούς οἱ ὁποῖοι διακόπτουν τήν μνημόνευση τοῦ ὀνόματος τοῦ αἱρετικοῦ ἤ αἱρετίζοντος ἐπισκόπου ἀποφαίνεται ὅτι αὐτοί οἱ κληρικοί, ὄχι μόνο δέν πρέπει νά κατακρίνονται, ἀλλά ἀντίθετα νά ἐπαινοῦνται καί νά τιμῶνται.
Διότι δέν ἐστράφησαν ἐναντίον ἀληθινῶν καί γνησίων ἐπισκόπων, ἀλλά ἐναντίον ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων. Καί δέν διήρεσαν μέ σχίσμα τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά φρόντισαν νά γλυτώσουν τήν Ἐκκλησία ἀπό σχίσματα καί μερισμούς: «Οἱ τοιούτοι οὐ μόνον τῇ κανονικῇ ἐπιτιμήσει οὐχ ὑπόκεινται πρό συνοδικῆς διαγνώσεως ἑαυτούς τῆς πρός τόν καλούμενον Ἐπίσκοπον κοινωνίας ἀποτειχίζοντες, ἀλλά καί τῆς πρεπούσης τιμῆς τοῖς Ὀρθοδόξοις ἀξιωθήσονται. Οὐ γάρ Ἐπισκόπων, ἀλλά ψευδεπισκόπων καί ψευδοδιδασκάλων κατέγνωσαν, καί οὐ σχίσματι τήν ἕνωσιν τῆς Ἐκκλησίας κατέτεμον, ἀλλά σχισμάτων καί μερισμῶν τήν Ἐκκλησίαν ἐσπούδασαν ρύσασθαι».
Κατά τήν διάρκεια τῆς πρώτης χιλιετίας ἀπειλήθηκε ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἀπό μεγάλες αἱρέσεις καί σχίσματα, ἀλλά μέ τήν ἐπιστασία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος περιορίσθηκαν στό ἐλάχιστο οἱ πληγές καί τά τραύματα. Ἀκόμη καί ὅταν κάποιες φορές κυριάρχησαν στήν διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας ἐπί μακρά χρονικά διαστήματα οἱ αἱρέσεις, δέν μπόρεσαν νά ἁλώσουν τήν ὁλότητα, τό πλήρωμα τῶν πιστῶν τῆς Ἐκκλησίας, ὅπου σάν σέ μία μεγάλη καί γνήσια σύνοδο ἐνεργοῦσε τό Ἅγιο Πνεῦμα καί διατηροῦσε τήν ἑνότητα. Σέ ὅσους ἀσχολούμαστε καί ἐρευνοῦμε τά ἐκκλησιαστικά κείμενα προκαλεῖ θαυμασμό ἡ συμφωνία πού ὑπάρχει στούς Ἁγίους Πατέρες ὅλων τῶν ἐποχῶν, ἡ ὁποία ὀφείλεται εἰς τό ὄτι τό ἴδιο Ἅγιο Πνεῦμα τούς καθοδηγεῖ καί τούς φωτίζει, καί δέν εἶναι βέβαια δυνατόν τό Ἅγιο Πνεῦμα νά ἀντιτίθεται στόν ἑαυτό του μέ διαφορετικές ὁδηγίες σέ κάθε ἐποχή.
Ἡ συμφωνία αὐτή τῶν Πατέρων καί ἡ ἑνότητα ὀφείλεται ἐπίσης εἰς τό ὅτι οἱ μεταγενέστεροι Πατέρες ἀκολουθοῦν τούς προηγουμένους ὡς ὄργανα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί δέν ἀκυρώνουν οὔτε ἀμφισβητοῦν τίς ἀποφάσεις τους. Τό «ἑπόμενοι τοῖς θείοις Πατράσι» εἶναι μαζί μέ τό «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι», οἱ σταθερές γραμμές τῆς συνοδικῆς καί πατερικῆς πορείας, τῆς ὁποίας βασικό γνώρισμα εἶναι ἡ καταδίκη καί ἡ ἀποκοπή τῶν αἱρέσεων καί τῶν σχισμάτων, ὥστε νά διατηρηθεῖ ἀλώβητη ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
4. Ὁ Παπισμός καί τώρα ὁ Οἰκουμενισμός τοῦ Βαρθολομαίου, τῶν πρό αὐτοῦ καί τῶν σύν αὐτῷ, πλήττουν ἐπικίνδυνα τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας.
Ἡ δεύτερη χριστιανική χιλιετία ἄρχισε μέ τήν ἐπισημοποίηση τῆς ἀπόσχισης τοῦ Παπισμοῦ ἀπό τήν Μία, Ἁγία, Καθολκή καί Ἀποστολική Ἐκκλησία τό 1054 μ.Χ. Ἐπρόκειτο ὄντως γιά μία ὕβρη ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καί τῆς Ἐκκλησίας Του, ἐναντίον ἰδιαίτερα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέ τίς αἱρέσεις τοῦ filioque καί τῆς ἄρνησης τῆς ἄκτιστης Χάρης τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ ἐκκλησιολογία τοῦ Βατικανοῦ καταργεῖ τό συνοδικό σύστημα καί τό «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καί ἡμῖν». Ὁ πάπας τοποθετεῖται ὑπεράνω τῆς συνόδου καί ὅλα ἀποφασίζονται «ὡς ἔδοξε τῷ πάπᾳ». Ὅπως παλαιότερα εἴχαμε γράψει, οἱ Παπιστές πιστεύουν ὅτι διάδοχος τοῦ Χριστοῦ μετά τήν Ἀνάληψή Του στούς οὐρανούς δέν εἶναι τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὅπως γράφει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Θεολόγος[8], ἀλλά ὁ Πέτρος καί τοῦ Πέτρου ὁ πάπας. Ἡ Ἐκκλησιολογία τοῦ Παπισμοῦ κινεῖται καί ἀναπτύσσεται ἐπί τῆς γραμμῆς Χριστός – Πέτρος – πάπας, ἐνῶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία ἐπί τῆς γραμμῆς Χριστός - Ἅγιο Πνεῦμα - Ἀπόστολοι, δηλαδή σύνοδος[9].
Κατά τήν εὔστοχη παρατήρηση τοῦ Ρώσου θεολόγου Παύλου Εὐδοκίμωφ «ἐνῶ ἡ Ὀρθοδοξία βιώνεται ὡς συνεχιζομένη Πεντηκοστή, ἀντλώντας ἀπό αὐτό τῆς ἀρχή μιᾶς ἐξουσίας συλλογικῆς, συνοδικῆς, στή Δύση ἡ Ρώμη βεβαιώνεται ὡς συνεχιζόμενος Πέτρος, μόνος ἡγεμών καί ἀντιπρόσωπος ὅλων τῶν ἐξουσιῶν τοῦ Χριστοῦ»[10]. Συνέπεια αὐτῆς τῆς μή ἁγιοπνευματικῆς πορείας τοῦ Παπισμοῦ ἦταν νά υἱοθετηθοῦν ὑπό τήν καθοδήγηση, ὄχι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἀλλά τοῦ πάπα, δεκάδες αἱρέσεων καί πλανῶν, κορυφαία τῶν ὁποίων ἦταν αὐτή τῆς Α´ Βατικανῆς Συνόδου τοῦ 1870 περί τοῦ ὅτι ὁ πάπας δέν ἔχει ἁπλῶς τό πρωτεῖο ἐξουσίας ἐφ᾽ ὅλης τῆς ἐκκλησίας, ἀλλά εἶναι καί ἀλάθητος.
Σχετικά μάλιστα μέ τήν ἐπικαιρότητα τῶν ἡμερῶν μας ὡς πρός τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας καί προφανῶς ὑπό τήν ἐπίδραση παρομοίων ἀντιλήψεων πρός τίς σημερινές, ὡς καί πρός ἐξύψωση τοῦ κλήρου ἔναντι τοῦ λαοῦ, ἐστέρησαν ἀπό τούς λαϊκούς τήν μετάληψη τοῦ αἵματος τοῦ Χριστοῦ ὑπό τό φυσικό στοιχεῖο τοῦ οἴνου, καί μεταδίδουν μόνο τό σῶμα ὑπό τήν περίεργη μορφή τῆς ἄζυμης ὄστιας, ἀποφεύγοντας ἔτσι τήν χρήση τῆς ἁγίας Λαβίδος, τό κουταλάκι τῶν ἀπίστων καί βλασφήμων τοῦ ἁγιωτάτου καί μεγίστου μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας. Ἡ πρώτη αὐτή ἀπόπειρα οἰκοδόμησης ἑνός Πύργου τῆς Βαβέλ, μέ τόν πάπα ὑψωμένο ὑπεράνω τῶν ἄστρων στά ὕψη τῆς θεότητος, κατά τό παράδειγμα τοῦ Ἑωσφόρου, δέν ἄργησε νά ἐπιφέρει τήν σύγχυση τῶν θεολογικῶν γλωσσῶν στούς κόλπους τοῦ Παπισμοῦ μέ τίς ποικίλες αἱρέσεις τοῦ Προτεσταντισμοῦ.
Ἡ ἑνότητα χάθηκε ὄχι μόνο σέ σχέση μέ τήν Μία, Ἁγία, Καθολική καί Ἀποστολική Ἐκκλησία, ἀφοῦ οὔτε στήν πίστη, οὔτε στήν λατρεία, οὔτε στήν διοίκηση ὑπῆρχε συμφωνία, ἀλλά καί μέσα στούς κόλπους τοῦ Παπισμοῦ μέ τόν Προτεσταντισμό νά ἐπιτείνει καί νά αὐξάνει τήν σύγχυση στήν θεολογική γλώσσα. Ἡ Δύση χωρίς τήν ἐνεργό παρουσία καί δράση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀποχριστιανίσθηκε καί ἐκκοσμικεύθηκε. Δυστυχῶς αὐτόν τόν δρόμο ἀκολουθεῖ τώρα καί ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πρωτοστατοῦντος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα. Σέ ἄλλη μας μελέτη ἀναλύσαμε, βάσει κειμένων καί πηγῶν, αὐτήν τήν ἐγκατάλειψη τῆς ἁγιοπνευματικῆς καί πατερικῆς γραμμῆς πού τηρήθηκε πιστά μέχρι καί τόν 19ο αἰώνα[11], ἀλλά ἐγκαταλείφθηκε κατόπιν ἀπό θεωρούμενες μεγάλες μορφές πατριαρχῶν στούς οἰκουμενιστικούς κύκλους, ἀλλά στήν ἀλήθεια ἐνταγμένων στούς σχεδιασμούς τῆς «Νέας Ἐποχῆς» καί τῆς «Νέας Τάξεως» πραγμάτων, ὅπως οἱ πατριάρχες Ἰωακείμ Γ´, Μελέτιος Μεταξάκης, Ἀθηναγόρας καί ὁ σημερινός πατριάρχης Βαρθολομαῖος.
Δέν μᾶς ἔφταναν οἱ ἀλλαγές στήν πίστη τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καί Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας μέ τήν ἀναγνώριση τῶν αἱρέσεων ὡς ἐκκλησιῶν καί τήν ἐπικύρωση τῆς συμμετοχῆς μας στό «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», δηλαδή αἱρέσεων, ἀπό τήν ψευδοσύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου τῆς Κρήτης (2016), ὅπως καί ἡ ἐγκατάλειψη τοῦ συνοδικοῦ τρόπου συγκλήσεως καί λειτουργίας τῆς «Συνόδου». Δέν μᾶς ἔφτανε ἡ ἐπιδιωκόμενη ἀλλαγή στήν διοίκηση τῆς Ἐκκλησίας μέ τήν μίμηση τοῦ παπικοῦ πρωτείου ἐξουσίας ἀπό τόν οἰκουμενικό πατριάρχη καί ἡ ἀναπτυχθεῖσα νέα αἱρετική ἐκκλησιολογία περί τοῦ «πρώτου ἄνευ ἴσων» (primus sine paribus), πού ἐφαρμόσθηκε μέ τήν διαιρετική εἰσπήδηση στά ὅρια ἄλλης ἐκκλησιαστικῆς δικαιοδοσίας κατά τήν ἀναγνώριση τῶν σχισματικῶν τῆς Οὐκρανίας.
Δέν μᾶς ἔφταναν τόσες αἱρετικές ἀποκλίσεις τοῦ πατριάρχου Βαρθολομαίου, πού δέν ὑπολογίζει πλέον οὔτε τό «ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι» οὔτε τό «ἑπόμενοι τοῖς θείοις Πατράσι», ἀλλά οἰκοδομεῖ καί αὐτός, ὅπως καί ὁ πάπας, μέσα στό χῶρο τῆς Ὀρθοδοξίας νέο Πύργο τῆς Βαβέλ, πού θά καταρρεύσει ὅμως γρήγορα, διότι ἤδη ἔχει ἀρχίσει ἡ σύγχυση καί ἡ ἀσυμφωνία στή γλώσσα τῶν θεολόγων καί τῶν κληρικῶν. Ἔπρεπε νά τολμήσει νά πλήξει καί τήν ἑνότητα στή Θεία Λατρεία, συμφωνώντας μέ τούς ἀνά τήν οἰκουμένη σχεδιαστές τοῦ κλεισίματος τῶν ναῶν καί τῆς φοβίας ἀπό τήν μετάληψη τοῦ σώματος καί αἵματος τοῦ Χριστοῦ. Σκανδαλίζουν τά ἀνά τήν οἰκουμένη ὀλισθήματα τῶν ἀρχιερέων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου, ὡς πρός τήν ἐγκατάλειψη τοῦ παραδοσιακοῦ τρόπου μετάδοσης τῆς Θείας Εὐχαριστίας μέ τήν Ἁγία Λαβίδα, στήν Ἀμερική, στήν Αὐστραλία, στήν Μεγάλη Βρετανία, στήν Ὀλλανδία, στή Γερμανία, στό Βέλγιο καί ἀλλοῦ.
Μασκοφορεμένοι ἱερεῖς μασκαρεύουν καί εὐτελίζουν τό Μέγα Μυστήριο, μασκαράδες οἱ ἴδιοι καί ὄχι λειτουργοί τῆς Ἱερωσύνης. Καί ἀντί νά τούς ἐπιπλήξει καί νά τούς ἐπιτιμήσει συνοδικά, τούς καλύπτει μεταμορφώνοντας ἕνα ἀνύπαρκτο μέχρι τώρα ποιμαντικό θέμα σέ σπουδαῖο πρόβλημα πού χρήζει πανορθόδοξης ἀντιμετώπισης. Δημιουργοῦμε ἕνα πρόβλημα καί μετά ἐπιδιώκουμε νά τό λύσουμε μέ ἀντορθόδοξο καί ἀντιπαραδοσιακό τρόπο μέ τήν ὑποκριτική μάλιστα καί καθησυχαστική δήλωση «ὅτι οὐδόλως προτιθέμεθα νά ἀποστῶμεν ἐκ τῶν κληροδοτηθέντων, πᾶσιν ἡμῖν ὑπό τῶν μακαρίων Πατέρων ἡμῶν». Αὐτά γράφει ὁ πατριάρχης Βαρθολομαῖος σέ πατριαρχικό γράμμα, πού ἔστειλε τήν 1η Ἰουνίου πρός τούς προκαθημένους τῶν αὐτοκεφάλων ἐκκλησιῶν, καταλήγοντας διά τῶν ἑξῆς: «Ἐνώπιον τῶν διαμορφουμένων συνθηκῶν ἐπιθυμοῦμεν νά ἐνωτισθῶμεν τόν ἀδελφικόν Ὑμῶν λογισμόν καί τάς σκέψεις, ὥστε, ἀπό κοινοῦ νά πορευθῶμεν εἰς τήν ποιμαντικήν ἀντιμετώπισιν τῶν ἀμφισβητήσεων τοῦ καθιερωμένου τρόπου μεταδόσεως τῆς Θείας Κοινωνίας».
Τό σκεπτικό τοῦ πατριαρχικοῦ γράμματος εἶναι ἐκκλησιολογικά χειρότερο καί ἀπό τά ὀλισθήματα τῶν ἀρχιερέων τοῦ Θρόνου καί ἄλλων, πού εὐτελίζουν τό μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, διότι ὅπως ὀρθά γράφτηκε «θέτει θέμα ἐκ τοῦ μή ὄντος. Θέτει ζήτημα πού δέν ὑφίσταται, ἀκριβῶς γιά νά τοῦ δώσει ὑπόσταση. Νά τό ἀναγάγει σέ πεδίο προβληματισμοῦ!!!»[12]. Ἄν ὄντως ἰσχύει ἡ δήλωση ὅτι δέν πρόκειται νά ἀλλάξουμε ὅσα μᾶς κληροδότησαν οἱ Ἅγιοι Πατέρες, καί ἕνα ἀπό αὐτά εἶναι καί ἡ μετάδοση τῆς Θείας Κοινωνίας μέ τήν Ἁγία Λαβίδα, ἀρκοῦσε αὐτό γιά νά συμμαζέψει τούς ἀρχιερεῖς τῆς Διασπορᾶς, ἀλλά καί γιά νά δώσει μήνυμα καί πρός τίς ἄλλες ἐκκλησίες νά συμμορφωθοῦν ἐπί τέλους σέ μία ὀρθόδοξη θέση τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου. Μᾶς ἐξέπληξαν πάντως εὐχάριστα οἱ συνοδικές ἀποφάσεις τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀλλά καί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κρήτης.
Ἡ πρώτη ἀποφάσισε κατά τήν συνεδρία τῆς 3ης Ἰουνίου, καί μάλιστα ἀφοῦ ἔλαβε γνώση τοῦ Γράμματος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου, ὅτι «ἡ διαδικασία μεταδόσεως τῆς Θείας Κοινωνίας πρός τούς πιστούς παραμένει ὡς ἔχει καί ὅπως μᾶς ἔχει παραδοθεῖ ὑπό τῶν Ἁγίων Πατέρων καί ὑπό τῆς Ἱερᾶς μας Παραδόσεως». Ἡ δεύτερη «ἀνακοινώνει ὁμόφωνα, καί πρός κάθε κατεύθυνση, ὅτι τό Πανίερο Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας εἶναι ἀδιαπραγμάτευτο, ἡ δέ Ἐκκλησιαστική ἐμπειρία μαρτυρεῖ ὅτι ὁ καθιερωμένος τρόπος τῆς μετάδοσης τοῦ Παναγίου Σώματος καί τοῦ Τιμίου Αἵματος τοῦ Χριστοῦ μας στούς πιστούς δέν ἀποτελεῖ αἰτία ἀσθένειας, γι᾽ αὐτό καί δέν τίθεται σέ καμία συζήτηση ἤ διάλογο»[13].
Ἡ ἀνησυχία πάντως παραμένει, διότι καί στήν ψευδοσύνοδο τοῦ Κολυμπαρίου καί στό Οὐκρανικό εἴχαμε συνοδικές Ὀρθόδοξες ἀποφάσεις, οἱ ὁποῖες τελικά ἐγκαταλείφθηκαν γιά νά εὐθυγραμμισθοῦν οἱ περισσότεροι πρός τίς ἀντορθόδοξες θέσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, τό ὁποῖο ὑπό τήν σημερινή του ἡγεσία δέν ἐπιδιώκει νά στηρίζει καί νά ἐκφράζει τήν Ὀρθόδοξη Παράδοση καί νά λειτουργεῖ συνοδικά καί πατερικά ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Υἱοθετεῖ καί ὑποστηρίζει καινοτομίες καί πλάνες καί προβαίνει σέ ἐνέργειες πού καταστρέφουν τήν ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἔγινε μέ τήν ἡμερολογιακή μεταρρύθμιση τοῦ 1924, μέ τήν συμμετοχή μας στό «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», μέ τήν ψευδοσύνοδο τῆς Κρήτης, μέ τό οὐκρανικό ψευδοαυτοκέφαλο καί τώρα μέ τόν τρόπο ἀλλαγῆς στήν μετάδοση τῆς Θείας Κοινωνίας.
Οὕτως ἤ ἄλλως ἀντί νά βοηθεῖ στήν ἐπικράτηση ἑνιαίας θεολογικῆς γραμμῆς καί ἑνιαίας θεολογικῆς γλώσσας, ἐκφράζοντας τήν συμφωνία τῶν Πατέρων (consensus Patrum), μέ τήν μεταπατερική - ἀντιπατερική του γραμμή προκαλεῖ σύγχυση καί διαιρέσεις πού ἀναπότρεπτα θά προκαλέσουν τήν ἐπέμβαση τοῦ Θεοῦ, ὥστε νά σταματήσει ἡ οἰκοδόμηση μέσα στήν Ὀρθοδοξία τοῦ νέου Πύργου τῆς Βαβέλ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καί τῆς Παγκοσμιοποίησης, καί νά ἐπανέλθει ἡ ἑνότητα καί ἡ συμφωνία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τῆς Ἀποστολικῆς καί Πατερικῆς Παράδοσης, νά ξαναφορέσει ἡ Ὀρθοδοξία τόν χιτώνα τῆς Ἀληθείας, ὅπως ψάλλουμε στό κοντάκιο τῆς Κυριακῆς τῶν Ἁγίων Πατέρων πρίν ἀπό τήν Ἁγία Πεντηκοστή: «Τῶν Ἀποστόλων τό κήρυγμα, καί τῶν Πατέρων τά δόγματα, τῇ Ἐκκλησίᾳ μίαν τήν πίστιν ἐκράτυνεν· ἥ καί χιτῶνα φοροῦσα τῆς ἀληθείας, τόν ὑφαντόν ἐκ τῆς ἄνω θεολογίας, ὀρθοτομεῖ καί δοξάζει, τῆς εὐσεβείας τό μέγα μυστήριον».
[1]. Βλ. Πρωτοπρεσβύτερος Θεοδωρος Ζησης, Ἑπόμενοι τοῖς θείοις Πατράσι. Ἀρχές καί κριτήρια τῆς Πατερικῆς Θεολογίας, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 157.
[2]. Εἰς τήν Ἁγίαν Πεντηκοστήν 1, 4, PG 50, 459.
[3]. Αὐτόθι 2, 1, PG 50, 463.
[4]. Περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος 24, PG 32, 172B.
[5]. Ἡ σχετική διήγηση τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης γιά τόν Πύργο τῆς Βαβέλ εὑρίσκεται εἰς τό βιβλίο Γένεσις 11, 1-9.
[6]. Πράξ. 15, 22.
[7]. Αὐτόθι 15, 28.
[8]. Λόγος 31, 29 Θεολογικός 5ος, Περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ΕΠΕ 4, 244: «Γεννᾶται Χριστός, προτρέχει· βαπτίζεται, μαρτυρεῖ· πειράζεται, ἀνάγει· δυνάμεις ἐπιτελεῖ, συμπαρομαρτυρεῖ· ἀνέρχεται, διαδέχεται».
[9]. Πρωτοπρεσβύτερος Θεοδωροσ Ζησησ, Ἑπόμενοι τοῖς θείοις Πατράσι, σελ. 180.
[10]. Παυλου Evdokimov, Ἡ Ὀρθοδοξία, Ἐκδόσεις Βασ. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1972, σελ. 41.
[11]. Βλ. τήν μελέτη «Ἀπό τήν Ὀρθοδοξία στόν Οἰκουμενισμό. Ἡ μεγάλη ἀνατροπή τοῦ 20οῦ αἰώνα», στό βιβλίο μας Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος. Πρέπει νά ἐλπίζουμε ἤ νά ἀνησυχοῦμε;, ἐκδόσεις «Τό Παλίμψηστον», Θεσσαλονίκη 2016, σελ. 15-48.
[12]. Σοφια Τσεκου, Διακρίνω στημένο σκηνικό…. ἤ μᾶλλον παρασκήνιο, Ἱστότοπος ΑΚΤΙΝΕΣ, 2 Ἰουνίου 2020.
[13]. Βλ. ἱστότοπο Romfea.gr.27.5.2020.
ΟΙ ΚΑΡΠΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ ΑΠΑΙΤΟΥΝ ΑΓΩΝΑ
Ως ύμνος της πνευματικής ζωής με τα στοιχεία που την διαμορφώνουν, μπορεί να χαρακτηριστεί το Αποστολικό Ανάγνωσμα που θα ακουστεί την Κυριακή στους Ιερούς μας Ναούς. Αλλά για να φανεί και στο σημείο αυτό η αντίθεση του κοσμικού φρονήματος με τη χριστιανική ζωή, θα εξετάσουμε να δούμε τι εννοούν οι μακράν της Εκκλησίας ως «πνευματικό άνθρωπο».
Είναι γνωστό ότι οι κύκλοι που δεν έχουν σχέση με τη ζωή του Χριστού, θεωρούν ως πνευματικούς ανθρώπους αυτούς, που έχουν να δείξουν κάποια καλλιέργεια του νου. Δηλ. τους επιστήμονες, τους συγγραφείς, τους λογοτέχνες και καλλιτέχνες και γενικώς όσους φαίνεται ότι κινούνται στο χώρο της διανόησης.
Φυσικά, υπάρχουν και αυτοί που έχουν ρίξει τόσο πολύ τον πήχη του ορθού τρόπου ζωής, ώστε στους «πνευματικούς ανθρώπους» περιλαμβάνουν και όσους, αφού δεν έχουν αφήσει τίποτε όρθιο, από ηθικής απόψεως και φυσιολογικού τρόπου ζωής, προσπαθούν να περάσουν στην κοινωνία ως αποδεκτό και δήθεν φυσιολογικό το «αισχρόν εστί και λέγειν» (Εφεσ. Ε΄12).
Και, όπως όλοι αντιλαμβανόμαστε, δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι τα «κανάλια» των Μ.Μ.Ε. από φυλακής πρωίας μέχρι νυκτός, αυτό το έργο και αυτό τον σκοπό υπηρετούν. (Υπογραμμίζουμε τον όρο «κανάλι», διότι συμπεριλαμβάνει – υπονοεί και τον «βούρκο»).
Αλλά ας αφήσουμε «τα μυστικά του βάλτου» και όσους επιμένουν να ταυτίζουν το «πνεύμα» με την βρωμιά, και ας ανέλθουμε στις υψηλές κορυφές, για να αναπνεύσουμε τον καθαρό αέρα του Πνεύματος και ν΄ ατενίσουμε την έκπαγλη ομορφιά της αγιότητας. Να μελετήσουμε τι η Αγία μας Ορθοδοξία, τι ο λόγος του Θεού, θεωρούν ως πνευματικό άνθρωπο. Ποιος λοιπόν είναι ο δυσεύρετος αυτός άνθρωπος; Ποια είναι τα στοιχεία του και πού βρίσκεται;
Πραγματικά Πνευματικός άνθρωπος, αδελφοί μου, είναι αυτός ο οποίος, ανεξαρτήτως γνώσεων, επαγγέλματος ή άλλων ασχολιών, μέσα στην ύπαρξή του φιλοξενεί «Πνεύμα Θεού»! Είναι αυτός που «άγεται» και κατευθύνεται στην όλη του ζωή από το Πνεύμα το Άγιον. Είναι αυτός ο οποίος αγωνίζεται να έχει τον Χριστό μέσα του και ως εκ τούτου: «Ει δε Χριστός εν υμίν, το μεν σώμα νεκρόν δι' αμαρτίαν, το δε πνεύμα ζωή διά δικαιοσύνης», και βιώνει τα όσα αναφέρει στην προς Ρωμαίους Επιστολή ο Απόστολος Παύλος. (Ρωμ. Η' 9 – 14).
Μιλούμε δηλαδή για τον αναγεννημένο άνθρωπο. Γι' αυτόν που έχει «γεννηθεί εξ ύδατος και Πνεύματος», όπως αποκάλυψε στο Νικόδημο ο ίδιος ο Κύριος. (Ιωάν. Γ' 5). Αυτός δηλ. που ζει τη μυστηριακή ζωή της Αγίας μας Εκκλησίας, με ό,τι αυτό σημαίνει και συνεπάγεται. Και πρωτίστως, αγαπά εξ' όλης της ψυχής του τον Θεό, σκέπτεται τον ουρανό και τη θριαμβεύουσα Εκκλησία και αγωνίζεται να μιμηθεί τους Αγίους, να γίνει φίλος τους και αδελφός τους.
Γενικώς, άνθρωπος του Πνεύματος του Θεού, είναι αυτός ο οποίος διαποτίζεται με την άκτιστη Χάρη της Αγίας Τριάδος και αποφεύγει οτιδήποτε είναι δυνατόν να λυπήσει το Πνεύμα το Άγιον. «Και μη λυπείτε το Πνεύμα το Άγιον του Θεού, εν ω εσφραγίσθητε εις ημέραν απολυτρώσεως» (Εφεσ. Δ΄30). Ώστε υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι ανάμεσά μας; Ίσως ρωτήσουν κάποιοι. Μα, αυτό είναι το μόνο βέβαιο! Ουδέποτε έπαυσαν και πάντοτε θα υπάρχουν αυτές οι ψυχές που αγάπησαν και αγαπούν τον Θεό παραπάνω από οτιδήποτε άλλο στη ζωή τους.
Και αποτελεί μεγάλη αλήθεια αυτό που διδάσκουν εν προκειμένω οι θείοι Πατέρες μας, ότι «ο Πατήρ αποκαλύπτεται διά του Υιού, ο Υιός διά του Αγίου Πνεύματος, και το Πνεύμα το Άγιον αποκαλύπτεται και εμφανίζεται διά μέσου των Αγίων του Θεού»! Ας έχει δόξα αιώνια ο Τριαδικός Θεός, διότι μας χαρίζει σε κάθε γωνιά της γης και σε κάθε εποχή, αυτούς τους «ουρανοπολίτες». Αυτά τα εκλεκτά τέκνα, τα οποία ζουν μεν ανάμεσά μας, αλλά πολιτεύονται και συμπεριφέρονται ωσάν να ευρίσκονται στον ουρανό. Είναι αυτοί οι οποίοι αποτελούν και τους «πνεύμονες» που αναπνέει και ευωδιάζει η κοινωνία μας.
Αλλά ο Απόστολος Παύλος σημειώνει και ποιοι ακριβώς είναι οι καρποί αυτής της πνευματικής ζωής. Ποιος δηλ. είναι ο καρπός του Αγίου Πνεύματος. Όσο δε ο πιστός μελετά το χρυσό αυτό περιδέραιο, όπως το χαρακτηρίζει ο ιερός Χρυσόστομος, τόσο και περισσότερο συγκινείται, ευφραίνεται και ολονέν και περισσότερο φλογίζει τον πόθο της καρδιάς του ώστε να κατορθώσει αυτόν τον καρπό που με τις εκφάνσεις του αξιώνει τον άνθρωπο να ζει τον προορισμό του, αλλά και την πρόγευση – τον αρραβώνα της Βασιλείας του Θεού.
Ας τον φέρουμε και πάλι μπροστά μας, για να συνειδητοποιήσουμε τον θησαυρό που, εάν το θέλουμε μας τον χαρίζει η αγάπη του Θεού.Ο καρπός λοιπόν του Πνεύματος «εστίν, αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθοσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια»! (Γαλ. Ε΄22-23). Αλήθεια, σε ποιο κόσμημα του ουρανού και σε ποιο χάρισμα και αρετή να σταθούμε περισσότερο; Ποιο να διαλέξουμε πρώτο και ποιο ν' αφήσουμε δεύτερο;
Όπως σ' ένα πολύπλευρο διαμάντι όλες του οι πλευρές έχουν την ίδια αξία, αν και η κάθε πλευρά αποδίδει με διαφορετική απόχρωση το ηλιακό φως, έτσι ακριβώς και στην περίπτωση αυτή του αγιοπνευματικού καρπού, όλες αποτελούν εκφάνσεις της ζωής, που ως δώρο χαρίζει ο Πατήρ δι' Υιού εν Αγίω Πνεύματι, σ' όσους πραγματικά θέλουν να καταρτίσουν τον εαυτόν τους σε «ναούς του Θεού». Αλλά και όσοι γυρεύουν διψασμένοι να βρουν στη ζωή τους τη χαρά και την ευτυχία, είναι δυνατόν να σκεφθούν ή να ανακαλύψουν κάπου αλλού, περισσότερα απ' αυτά που μας περιγράφει τόσο άριστα το θεόπνευστο κείμενο; Είναι δυνατόν ο άνθρωπος από μόνος του και μάλιστα μακράν του Θεού να γευθεί την ευλογία με όλες αυτές τις δωρεές και χαρές που βιώνουν οι άνθρωποι του Πνεύματος;
Φυσικά όχι. Ματαιοπονούν όσοι επιμένουν να οδηγούν τη βάρκα της υπάρξεώς τους σε αντίθετη κατεύθυνση από την πνοή του Πνεύματος. Όσο δε είναι δυνατόν να ξεδιψάσει κάποιος από ένα ζωγραφικό πίνακα που παριστάνει μια δροσιστική πηγή, που πηγάζει το γάργαρο νερό της, άλλο τόσο θα κατορθώσει να ξεδιψάσει τον υπαρξιακό του καύσωνα και αυτός ο οποίος στρέφεται στους ψεύτικους αγωγούς και στις χάρτινες απολαύσεις. Βεβαίως, όπως και πάλι υπογραμμίζει ο θείος Απόστολος, η ζωή αυτή δεν είναι «ανέξοδη» και τόσο εύκολη. Ή μάλλον, είναι εύκολη εάν όντως κανείς θέλει να γευθεί τον καρπό του Πνεύματος, και καθίσταται δύσκολη έως αδύνατη για όσους αρνούνται να προσαρμοστούν και να πληκτρολογήσουν τους «κωδικούς» της ζωής του Θεού.
Ο δε «κωδικός» που ανοίγει τον δίαυλο επικοινωνίας και που ο άνθρωπος αρχίζει να λαμβάνει τα μηνύματα της Χάριτος, ξεκινά με την χαρακτηριστική φράση που ο Κήρυκας των Εθνών αποκαλύπτει σε όλη την καλοπροαίρετη Οικουμένη: «Οι δε του Χριστού, την σάρκα εσταύρωσαν συν τοις παθήμασι και ταις επιθυμίαις» (Γαλάτας Ε΄24). Όσοι δηλ. είναι του Χριστού, έχουν σταυρώσει τον αμαρτωλό εαυτό τους μαζί με τα πάθη και τις επιθυμίες του. Νόμος, λοιπόν, πνευματικός και απαράβατος και συνάμα «κωδικός» που εάν δεν πληκτρολογηθεί στη συνείδηση, αχρηστεύεται η οθόνη της επικοινωνίας.
Άλλωστε, δεν είμαστε εμείς οι οποίοι κατασκευάσαμε τον εαυτό μας για να δρομολογούμε κατά το δοκούν την ευτυχία στη ζωή μας. Ο Δημιουργός μας, ο κατασκευαστής μας, έχει θέσει και τους νόμους του Πνεύματος, που νομοτελειακώς λειτουργούν επάνω στην ύπαρξή μας, θέλοντας και μη. Ναι. Ο καρπός του Πνεύματος θέλει αγώνα και ξεκινά με μάχη. Και ας μη λησμονούμε ότι πάντα, η πρώτη μάχη για την αρετή και την αγάπη του Θεού, δίνεται μέσα μας. Μέσα μας, για τον εαυτόν μας, με τον εαυτόν μας και εναντίον του εαυτού μας. Τα υπόλοιπα; Είναι δουλειά του Θεού. Αμήν.
http://kirigmata.blogspot.com
ΟΡΘΟΔΟΞΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ: «ΕΠΑΛΞΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ» ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΣ - ΜΑΡΤΙΟΣ 2026
ΕΠΑΛΞΙΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ by ΓΙΩΡΓΟΣ Δ. ΔΗΜΑΚΟΠΟΥ
Ιερά Μητρόπολη Λαρίσης και Πλαταμώνος
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών
ΟΙ ΕΟΡΤΕΣ ΤΗΣ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ
Η «τελευταία» μεγάλη εορτή της Πεντηκοστής έχει επικρατήσει να αποκαλείται και γενέθλιος ημέρα της Εκκλησίας. Τι είναι όμως Εκκλησία, η οποία γεννήθηκε σαν σήμερα, 50 ημέρες μετά από την Ανάσταση του Θεανθρώπου; Σύμφωνα με την ορθόδοξη Δογματική, «η Εκκλησία είναι ο τόπος και ο τρόπος της λυτρωτικής παρουσίας του αναστάντος Κυρίου εις τον λυτρωμένον κόσμον». Είναι το Σώμα του Χριστού, ο Χριστός παρατεινόμενος εις τους αιώνας, ο μοναδικός τόπος, όπου ο Τριαδικός Θεός είναι παρών και εξ αιτίας αυτού του γεγονότος, είναι ο μοναδικός τόπος, όπου ένας άνθρωπος μπορεί να σωθεί φθάνοντας στον σκοπό, για τον οποίο δημιουργήθηκε: στο «καθ’ ομοίωσιν», να γίνει δηλαδή θεός κατά χάριν. Η Εκκλησία λοιπόν, εμφανίσθηκε αρχικά ως αυτός ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος, όπως ο ίδιος αναφέρει συχνά, εστάλη από τον Θεό Πατέρα, για να σώσει τον κόσμο. Ο Χριστός ίδρυσε την Εκκλησία κατά την επίγεια παρουσία του, Τής αποκάλυψε όλη την αλήθεια (Ιω. 1,18˙ 15,15) και Την οργάνωσε με την εκλογή και εγκατάσταση των δώδεκα Αποστόλων στο έργο της διάδοσης του Ευαγγελίου (Λουκ. 6,13 και Ματθ. 28,19-20), οι οποίοι με την ιδιότητά τους ως «μάρτυρες» της παρουσίας Του (Λουκ. 24,46-49 και Πράξ. 1,8), ήσαν οι μόνοι επιφορτισμένοι να διαδώσουν και να εξασφαλίσουν την συνέχεια του ευαγγελικού μηνύματος. Έτσι, έχουμε το εξής σχήμα: Ο Θεός Πατήρ αγάπησε τόσο πολύ τον κόσμο, «ώστε τον Υιόν τον μονογενή έδωκεν, ινα πας ο πιστεύων εις αυτόν, μη απόληται αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον» (Ιω. 3,16). Ο Χριστός που αποστέλλεται από τον Πατέρα στον κόσμο (Ιω. 3,16-17˙ 17,3-25), παραδίδει στους Αποστόλους, όσα άκουσε από τον Θεό Πατέρα (Ιω. 15,15). Κατά την Πεντηκοστή αποστέλλει σε αυτούς τον Παράκλητο, το Άγιο Πνεύμα, για να τους οδηγήσει «εις πάσαν την αλήθειαν» (Ιω. 16,13). Οι Απόστολοι που αποστέλλονται από τον Χριστό στον κόσμο (Ματθ. 28,19-20˙ Ιω. 17,18), την ημέρα της Πεντηκοστής «επλήσθησαν Πνεύματος Αγίου» (Πράξ. 2,4) και κατόπιν παραδίδουν στην Εκκλησία, όσα άκουσαν από τον Χριστό (Α’ Ιω. 1,1-3) και διδάχθηκαν από το Άγιο Πνεύμα (Λουκ. 12,12˙ Ιω. 14,26). Η Εκκλησία που ιδρύθηκε από τον Χριστό και οργανώθηκε από τους Αποστόλους, παραδίδει στα Μέλη Της την σώζουσα αλήθεια διά του λόγου και των Μυστηρίων Της. Επομένως, η Εκκλησία κατέχει αυτό, το οποίο δέχθηκε από τους Αποστόλους, οι Απόστολοι από τον Χριστό, ο Χριστός από τον Θεό. Σύμφωνα με τον Άγιο Ειρηναίο επίσκοπο Λυώνος, οι Απόστολοι, αφού έλαβαν κατά την Πεντηκοστή «δύναμιν εξ ύψους» (Λουκ. 24,49), εξήλθαν στις επαρχίες της οικουμένης για να διδάξουν την μεγαλωσύνη του Θεού και να μεταδώσουν το Άγιο Πνεύμα που έλαβαν από τον ίδιο τον Κύριο. Έτσι, εγκαθίδρυσαν την Εκκλησία, η οποία είναι ο μοναδικός τόπος, όπου υπάρχει και επαναπαύεται το Άγιο Πνεύμα. Χωρίς το Άγιο Πνεύμα δεν θα γεννιόταν και δεν θα εξακολουθούσε να υπάρχει η Εκκλησία. Εντός της Εκκλησίας ο άνθρωπος λαμβάνει «Πνεύμα υιοθεσίας» (Ρωμ. 8,15), τελειούται η σωτηρία του και πραγματώνεται ο αγιασμός, η μεταμόρφωση και η θέωσή του. Η Εκκλησία είναι αναμφισβήτητα ο μόνος χώρος, όπου προσφέρεται η λυτρωτική δύναμη του Χριστού διά του Αγίου Πνεύματος. Κατά τον Άγιο Ειρηναίο, όπου είναι η Εκκλησία, εκεί βρίσκεται και το Πνεύμα του Θεού και όπου είναι το Πνεύμα του Θεού, εκεί βρίσκεται και η Εκκλησία και όλη η χάρις. Σύμφωνα με τον π. Δημήτριο Στανιλοάε, η θεία Αποκάλυψη πραγματοποιήθηκε από τον Χριστό μέχρι και την Ανάληψη στους ουρανούς. Με την γέννηση της Εκκλησίας κατά την Πεντηκοστή και στη συνέχεια, το Άγιο Πνεύμα μας γνωρίζει τον Χριστό με όλα όσα έχει να μας προσφέρει. Αυτό λοιπόν, ολοκλήρωσε το λυτρωτικό έργο του Χριστού συγκροτώντας την Εκκλησία κατά την Πεντηκοστή, ενέπνευσε την καταγραφή ενός μέρους της Αποκάλυψης, την Καινή Διαθήκη˙ φωτίζει τους κατά καιρούς Πατέρες της Εκκλησίας να απαντούν στα παντός είδους ανθρώπινα ερωτήματα˙τελεί τα ζωοποιά Μυστήρια της Εκκλησίας˙ενώνει τον Χριστό με εκείνους που πιστεύουν σ’ Αυτόν τηρώντας τις εντολές Του˙συνεχίζει να διατηρεί την Εκκλησία ως Σώμα Χριστού, να την αναζωογονεί και να την τρέφει με την ενεργή παρουσία Του. Κατά συνέπεια εμείς οι Χριστιανοί, κανένα πνευματικό έργο δεν μπορούμε να πράξουμε χωρίς το Άγιο Πνεύμα. Ούτε καν να επικαλεσθούμε το όνομα του Θεού, να προσευχηθούμε δηλαδή, χωρίς να υπάρχει ο φωτισμός από το Πανάγιο Πνεύμα, αφού όπως γράφει ο Απόστολος Παύλος, «ουδείς δύναται ειπείν͵ Κύριος Ιησούς͵ ει μη εν πνεύματι αγίω» (Α’Κορ. 12,3). Σκοπός του Χριστιανού είναι η απόκτηση του Αγίου Πνεύματος, έλεγε ο όσιος Σεραφείμ του Σάρωφ. Ο τόπος λοιπόν, όπου υπάρχει ο Παράκλητος, είναι μόνον η Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού, η μοναδική ασφαλής κιβωτός της σωτηρίας μας, γι’ αυτό και ο Χριστιανός οφείλει να είναι, όσο το δυνατόν περισσότερο εγκεντρισμένος σ’ Αυτήν και ενεργό μέλος Της, για να ενωθεί με τον Χριστό και να γίνει ναός του Αγίου Πνεύματος.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ: ''ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗΝ''
Εἰς τήν Πεντηκοστήν
Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου
Α´. Μεταβολήν τοῦ νοῦ.
Β´. Μεταβολήν τῆς καρδίας.
Γ´. Μεταβολήν τῆς γλώσσης.
Συλλογίσου ἀγαπητέ, πῶς τό Πανάγιον Πνεῦμα ὅταν κατέβη εἰς τό ὑπερῷον ἐν εἴδει πυρίνων γλωσσῶν, ὡσάν ἕνας σφοδρότατος ἄνεμος καί βροντή, ἐγέμισεν ὅλον τόν οἶκον, εἰς τόν ὁποῖον ἦσαν καθήμενοι οἱ θεῖοι Ἀπόστολοι καί ἐπροσηύχοντο· «καί ἐπλήρωσε τόν οἶκον, οὗ ἦσαν καθήμενοι» (Πραξ. β´. 2)·
καί τόν ἔκαμεν ὡσάν μίαν κολυμβήθραν, ὡς λέγει ὁ Θεσσαλονίκης Γρηγόριος, διά νά βαπτίσῃ τούς Ἀποστόλους μέ τήν θείαν χάριν του, περί τοῦ ὁποίου τούτου βαπτίσματος προεῖπεν εἰς αὐτούς ὁ Κύριος· «ὑμεῖς δέ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι ἁγίῳ οὐ μετά πολλάς ταύτας ἡμέρας (Πράξ. α´ 5).
Ἐπλήρωσε δέ τόν οἶκον, οὗ ἦσαν καθήμενοι, κολυμβήθραν αὐτόν ἀπεργαζομένη πνευματικήν, καί πληροῦσα τήν τοῦ Σωτῆρος ἐπαγγελίαν, ἥν καί αὐτήν ἀναλαμβανόμενος πρός αὐτούς ἔλεγεν, ὅτι Ἰωάννης μέν ἐβάπτισεν ὕδατι, ὑμεῖς δέ βαπτισθήσεσθε ἐν Πνεύματι ἁγίῳ…ἀλλά καί τήν κλῆσιν ἥν αὐτοῖς ἐπέθηκεν, ἐπαληθεύουσαν ἔδειξε·
διά γάρ τοῦ ἐξ οὐρανοῦ τούτου ἤχου, ὄντως υἱοί βροντῆς γεγόνασιν οἱ Ἀπόστολοι» (Λόγος εἰς τήν Πεντηκ.) Τότε δή τότε αὐτό τό Πανάγιον Πνεῦμα ἐνήργησεν εἰς τούς Ἀποστόλους τρεῖς μεταβολάς (καί αὐταί αἱ μεταβολαί εἶναι κυρίως ὁ καρπός καί τῶν παρόντων πνευματικῶν γυμνασμάτων).
Ἡ α´ μεταβολή ἦτο τοῦ νοός τῶν Ἀποστόλων, ἡ ὁποία μετέβαλεν εἰς αὐτούς ἐκείνας τάς πρώτας ἰδέας ὅπου εἶχον περί τῶν πράγματων τοῦ κόσμου τούτου καί τούς ἔκαμε νά γνωρίσουν καθαρά τό ταπεινόν καί μάταιον τῶν παρόντων ἀγαθῶν, καί ἐξεναντίας νά γνωρίσουν τό μεγαλεῖον καί αἰώνιον τῶν μελλόντων, ὥστε ἐκεῖνοι οἱ ἴδιοι ὅπου ὀλίγον προτήτερα φιλονικοῦσαν ἀναμεταξύ τους ποῖος ἀπό αὐτούς νά ἦτο ὁ πρῶτος καί μεγαλύτερος· «ἐγένετο δέ καί φιλονικία ἐν αὐτοῖς τό τίς αὐτῶν δοκεῖ εἶναι μείζων» (Λουκ. κβ´ 24).
Ὕστερα ἀφ᾿ οὗ ἔλαβαν τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, ἐμετροῦσαν διά μεγάλην εὐτυχίαν, τό νά εἶναι μικρότεροι ἀπό ὅλους· τό νά καταφρονοῦνται ἀπό ὅλους διά τόν Χριστόν καί τό νά λογίζωνται ἀσθενεῖς, μωροί, ἄτιμοι, ὄνειδος, σκύβαλα καί σκουπίδια τοῦ κόσμου καί τῶν ἀνθρώπων· «ἡμεῖς μωροί διά Χριστόν, ἡμεῖς ἀσθενεῖς, ἡμεῖς ἄτιμοι, ὡς περικαθάρματα τοῦ κόσμου ἐγεννήθημεν, πάντων περίψημα ἕως ἄρτι» (Α´ Κορ. δ´ 10).
Τώρα ἀδελφέ στοχάσου ἀνίσως ἔγινε καί εἰς ἐσέ αὐτή ἡ μεταβολή τοῦ νοός διά μέσου τούτων τῶν πνευματικῶν γυμνασμάτων ὅπου ἀνάγνωσες καί ἕως εἰς ποῖον βαθμόν ἔφθασες, διότι ἀνίσως καί ἕως τώρα ἐνόμισες ἕνα μεγάλον καλόν, τό νά σέ τιμοῦν καί νά σέ ἔχουν οἱ ἄνθρωποι εἰς ὑπόληψιν, τό νά ζῇς εἰς τήν καρδίαν πάντων, ἤγουν τό νά σέ ἀγαποῦν ὅλοι, τό νά γυρεύης πάντοτε καινούργιαις ἡδοναῖς καί νά ἐξοδεύης εἰς αὐταῖς τόν καιρόν ὅπου σοῦ ἐδόθη διά νά κερδίσης τά αἰώνια ἀγαθά
καί τό νά ζῇς μέ τέλη καί ἀντιρρήσεις κοσμικάς, φανερόν εἶναι ὅτι ὁ νοῦς σου ὡδηγεῖτο ἕως τώρα ἀπό τό πνεῦμα τοῦ κόσμου καί ὄχι ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καί πρέπει διά τοῦτο νά λυπῆσαι καί νά μετανοῇς διότι ἀπέθανεν ὁ Χριστός καί ἀνέστη καί ἀνελήφθη εἰς τούς οὐρανούς, ὄχι διά νά σοῦ δώσῃ τό πνεῦμα τοῦ κόσμου.'Aλλά διά νά σοῦ δώσῃ τό Πνεῦμα τό ἰδικόν του καί ἐσύ μέ τήν κακήν ζωήν ὅπου ἔζησες δέν ἔγινες δεκτικός τοῦ θείου του Πνεύματος· «ἡμεῖς δέ οὐ τό πνεῦμα τοῦ κόσμου ἐλάβομεν, ἀλλά τό πνεῦμα τό ἐκ τοῦ Θεοῦ» (Α´ Κορ. β´ 12).
Πρέπει ὅμως ἀπό τώρα καί ὕστερα νά εἶσαι ἀποφασισμένος νά κάμνης ὅλα τά ἐναντία, ἤγουν νά ὁδηγῆσαι μέ τάς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καί νά μή λογιάζῃς ἄλλην τιμήν, παρά ἐκείνην ὅπου σέ μεγαλύνει ἐμπρός εἰς τόν Θεόν καί νά μή ψηφᾷς ἄλλο καλόν, παρά ἐκεῖνο ὅπου σοῦ προξενεῖ τήν ἀπόλαυσιν τοῦ Παραδείσου.
Εἶναι καλόν σημάδι πῶς ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἄρχισε νά φωτίζῃ τόν νοῦν σου καί θέλει νά σέ μεταβάλῃ ἀπό ἐκεῖνον ὅπου ἤσουν εἰς ἄνδρα ἄλλον, καθώς εἶναι γεγραμμένον περί τοῦ Σαούλ· «καί ἐφαλεῖται ἐπί σέ Πνεῦμα Κυρίου, καί στραφήσῃ εἰς ἄνδρα ἄλλον» (Α´. Βασιλ. ι´. 6) καί πρέπει διά τοῦτο νά χαίρῃς καί νά εὐχαριστῇς τόν Κύριον
ὅπου σέ ἐφώτισε μέ τό Ἅγιόν του Πνεῦμα, διά νά μή περιπατῇς πλέον ὡσάν νήπιος, ἀλλά ὡσάν ἄνδρας τέλειος· «ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς νήπιος ἐφρόνουν ὡς νήπιος ἐλογιζόμην· ὅτε δέ γέγονα ἀνήρ, κατήργηκα τά τοῦ νηπίου» (Α´. Κορ. ιγ´ 11)· καί διά νά μή ἀκολουθῇς πλέον τό φρόνημα τῆς σαρκός ὅπου εἶναι θάνατος ἀλλά τό φρόνημα τοῦ Πνεύματος ὅπου εἶναι ζωή· «τό γάρ φρόνημα τῆς σαρκός θάνατος· τό δέ φρόνημα τοῦ Πνεύματος, ζωή καί εἰρήνη» (Ρωμ. η´. 6).
Αἰσχύνθητι λοιπόν διά τήν περασμένην ζωήν ὅπου ἔζησες ὄχι ὡσάν οἰκεῖος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά ὡσάν ξένος καί ἀλλότριος, μέ τό νά μή εἶχες τό Πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδή κατά τόν Ἀπόστολον· «εἴ τις Πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ οὐκ ἔχει οὗτος, οὐκ ἔστιν αὐτοῦ» (Ρωμ. η´ 9). Καί παρακάλεσαι ταπεινῶς τό Ἅγιον Πνεῦμα νά μεταβάλη τελείως τόν νοῦν σου εἰς τό θεῖον του θέλημα, φωτίζωντάς τον μέ τήν χάριν του.
Ὄχι κατά τήν ἐπιφάνειαν ἀλλά κατά βάθος διά νά μή ὑστερηθῇς καί ἐσύ τόν φωτισμόν καί τήν χάριν του καί νά λέγῃς μέ τόν Δαβίδ· «καί τό φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου, καί αὐτό οὐκ ἔστι μετ᾿ ἐμοῦ» (Ψαλμ. λζ´ 10)· ἀλλά μᾶλλον νά λαμβάνης ἐπάνω εἰς τόν ἁμυδρότερον φωτισμόν, ἄλλον καθαρώτερον καί λαμπρότερον φωτισμόν καί νά λέγῃς· «ἐν τῷ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς» (Ψαλμ. λε´ 10).
Πῶς δέ νά συγκρατῇς τόν φωτισμόν τοῦτον τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἰς τόν νοῦν σου καί πῶς νά μή τόν ἀφήσῃς νά σβύσῃ; Ἄκουσον τί σοῦ λέγει ὁ θεῖος Χρυσόστομος· καθώς τό φῶς τοῦ λύχνου μέ τό λάδι ἀνάπτει καί συγκρατεῖται, καί ὅταν σωθῇ τό λάδι τότε σβύνει καί αὐτό, ἔτσι καί ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀνάπτει καί μᾶς φωτίζει, ὅταν ἔχωμεν καλά ἔργα, καί ἐλεημοσύνην εἰς τήν ψυχήν μας.
Ὅταν δέ τά καλά ἔργα λείψουν καί ἡ ἐλεημοσύνη, ἀναχωρεῖ ἀπό ἡμᾶς καί τό φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· «καθάπερ γάρ τό λυχνιαῖον φῶς ἐλαίῳ κατέχεται καί ἀναλωθέντος τούτου, κᾀκεῖνο σβέννυται, οὕτω δή καί ἡ τοῦ Πνεύματος χάρις, παρόντων μέν ἡμῖν ἔργων ἀγαθῶν, καί ἐλεημοσύνης πολλῆς ἐπιχεομένης τῇ ψυχῇ, μένει καθάπερ ἐλαίῳ κατεχομένη ἡ φλόξ· ταύτης δέ οὐκ οὔσης, ἄπεισι καί ἀναχωρεῖ» (Τόμ. Θ´ λόγος 55). Καθώς καί τό Πνεῦμα Κυρίου ὅπου ἐδόθη εἰς τόν Σαούλ, ἀνεχώρησεν ἀπό λόγου του μέ τό νά μή εἶχε γνώμην ὀρθήν καί ἔργα θεάρεστα· «Πνεῦμα Κυρίου ἀπέστη ἀπό Σαούλ» (Α´. Βασιλ. ις´ 14· διά τοῦτο καί ὁ Παῦλος παραγγέλει γράφων· «τό Πνεῦμα μή σβέννυτε» (Α´. Θεσσ. ε´ 19).
Λέγει γάρ ὁ μέγας Βασίλειος καί καθώς ἄλλη μέν θερμότης εὑρίσκεται εἰς τά σώματα καθ᾿ ἕξιν πολυχρόνιος, ἄλλη δέ κατά διάθεσιν ὀλιγοχρόνιος, ἔτσι καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, εἰς ἄλλους μέν παραμένει καθ᾿ ἕξιν διά τήν στρεότητα τῆς καλῆς των γνώμης, ὡς ἠκολούθησεν εἰς τόν Ἐλδάδ καί Μωδάδ, περί τῶν ὁποίων γράφουσιν οἱ ἀριθμοί, ὅτι ἐπροφήτευον πάντοτε· εἰς ἄλλους δέ μόνον εὑρίσκεται ὡς διάθεσις, καί γρήγορα ἀναχωρεῖ διά τό ἀστερέωτον τῆς γνώμης των,
ὡς ἠκολούθησεν εἰς τόν Σαούλ καί εἰς τούς ἑβδομήκοντα πρεσβυτέρους, οἱ ὁποῖοι μίαν φοράν μόνον ἐπροφήτευσαν, καί ὕστερον ἔχασαν τῆς προφητείας τό χάρισμα.
Ὡς ἐν σώμασιν ὑγίεια, ἤ θερμότης, ἤ ὅλως εὐκίνητοι διαθέσεις, οὕτω καί ἐν ψυχῇ πολλάκις ὑπάρχει τό πνεῦμα, τοῖς διά τό τῆς γνώμης ἀνίδρυτον εὐκόλως ἥν ἐδέξατο χάριν ἀπωθουμένοις οἷος ὁ Σαούλ καί οἱ πρεσβύτεροι οἱ ἑβδομήκοντα τῶν υἱῶν Ἰσραήλ, πλήν τοῦ Ἐλδάδ καί Μωδάδ· «τούτοις γάρ μόνοις ἐκ πάντων φαίνεται παραμεῖναν τό Πνεῦμα· καί ὅλως εἴ τις τούτοις τήν προαίρεσιν παραπλήσιος» (Κεφ. κς´. Περί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος).
Συλλογίσου ἀγαπητέ τήν β´. μεταβολήν ὅπου ἔκαμε τό Πανάγιον Πνεῦμα εἰς τήν καρδίαν τῶν Ἀποστόλων, οἱ ὁποῖοι εἰς τήν ἀρχήν ἦσαν τόσον φιλόζωοι, τόσον φιλόσαρκοι, τόσον δειλοί, ὅπου διά νά φυλάξουν τήν ζωήν τους, ὁ ἕνας ἄφησε τόν διδάσκαλόν του εἰς τό πάθος καί ἔφυγε γυμνός· «καί εἷς τις νεανίσκος ἠκολούθει αὐτῷ περιβεβλημένος σινδόνα ἐπί γυμνοῦ… ὁ δέ καταλιπών τήν συνδόνα γυμνός ἔφυγεν ἀπ᾿ αὐτῶν» (Μαρκ. Ιδ´ 51. (Οὗτος ἦτο ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος, ὅστις ἐφόρει ἕνα μόνον ἱμάτιον εἰς ὅλην του τήν ζωήν, ὡς λέγει ὁ ἱερός Θεοφύλακτος),
ὁ ἄλλος τόν ἠρνήθη καί ὅλοι οἱ ἄλλοι ἀνεχώρησαν· «καί ἀφέντες αὐτόν πάντες ἔφυγον». (Μαρκ. ιδ´. 51). Καί τόσον ἦσαν τρομαγμένοι ὡσάν λαγωοί ὅπου ἔστεκαν κεκλεισμένοι ἀπό τόν φόβον τους μέσα εἰς τό ὑπερῶον καί δέν ἐτόλμων νά εὔγουν ἔξω σχεδόν εἰς ὅλον τό διάστημα τῶν πεντήκοντα ἡμερῶν ὅπου ἐπέρασαν μετά τήν Ἀνάστασιν ἀλλ᾿ ἀφ᾿ οὗ κατέβη εἰς αὐτούς τό Ἅγιον Πνεῦμα, μετέβαλε τήν ἀσθένειαν τῆς καρδίας των εἰς ἀνδρείαν καί γενναιότητα.
Ὅθεν εὐγῆκαν ἔξω ὡσάν τόσοι ἄφοβοι λέοντες καί ἐκήρυττον τόν ἐσταυρωμένον Ἰησοῦν ἐμπρός εἰς ὅλον τό πλῆθος τοῦ λαοῦ μέ μέτωπον ἀνοικτόν, μέ στῆθος ἀνδρειωμένον καί μέ τόλμην καί παρρησίαν χωρίς νά δειλιάσουν οὔτε ἀπό φοβερισμούς, οὔτε ἀπό δαρμούς, οὔτε ἀπό βάσανα καί μαρτύρια, οὔτε ἀπό τόν ἴδιον θάνατον· ἀλλ᾿ ἐπεθύμουν ταῦτα πάντα ὡς τρυφάς καί ξεφαντώματα καί ἔχαιρον ὑπερβολικά ὅταν τά ἐλάμβανον· «οἱ μέν οὖν ἐπορεύοντο χαίροντες ἀπό προσώπου τοῦ συνεδρίου, ὅτι ὑπέρ τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ κατηξιώθησαν ἀτιμασθῆναι» (Πραξ. ε´. 41).
Τότε ἤθελες ἰδεῖ ἐκεῖνον τόν δειλότατον καί φιλόζωον Πέτρον, ὅπου πρότερον δέν ἠδυνήθη νά ἀκούσῃ χωρίς φόβον οὔτε ἕνα ψιλόν λόγον ἑνός δυστυχισμένου κορασίου, πῶς ἐστάθη μέ τόσην ἀφοβίαν καί τόλμην καί ἐδημηγόρησε μεγαλοφώνως ἔμπροσθεν εἰς ἕνα μυριάριθμον πλῆθος ἀνθρώπων, χωρίς νά στοχάζεται πῶς εἶναι ὁλότελα ἄνθρωποι ἀλλά πῶς εἶναι κνώδαλα καί φυτά ἤ λίθοι, καί μέ τήν δημηγορίαν του εἵλκυσεν εἰς τήν πίστιν τοῦ Χριστοῦ τρεῖς χιλιάδας λαοῦ· «σταθείς δέ Πέτρος σύν τοῖς ἕνδεκα ἐπῆρε τήν φωνήν αὐτοῦ, καί ἀπεφθέγξατο αὐτοῖς» (Πράξ. β´. 14).
Τότε ἤθελες ἰδῇ ἐκείνους τούς ἁλιεῖς καί ἀγραμμάτους πλουτισμένους ἀπό τόσην σοφίαν καί σύνεσιν, ὥστε νά κάμνουν τούς σοφούς καί γραμματισμένους νά ἐξίστανται καί νά ἀποροῦν· «καί καταλαβόμενοι, ὅτι ἄνθρωποι ἀγράμματοί εἰσι καί ἰδιῶται ἐθαύμαζον». (Πράξ. δ´ 13). Καί τοῦτο διατί; διότι ἔδωκεν εἰς τήν καρδίαν αὐτῶν χῦμα γνώσεως τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, καθώς εἶναι γεγραμμένον περί τοῦ Σολομῶντος· «καί ἔδωκε Κύριος φρόνησιν τῷ Σολομών καί χῦμα καρδίας» (Γ´ Βασιλ. δ´ 29)· καί διότι " ἥψατο Κύριος καρδίας αὐτῶν ὡς γέγραπται» (Α´ Βασιλ. ι´ 26).
Ὤ χάρις! ὤ ἐνέργεια! ὤ πῦρ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τό ὁποῖον ὅταν μίαν φοράν ἀνάψῃ τήν καρδίαν, τούς λαγῳούς κάμνει λέοντας, τούς ἀδυνάτους δυνατούς, τούς ἀσόφους σοφούς, τούς πηλίνους κατασκευάζει πυρίνους καί τούς πρῴην ἀνδριάντας μεταβάλλει εἰς ἄνδρας τελείους. Καί τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο ὅπου ὁ Θεός ὑπεσχέθη νά δώσῃ διά τοῦ Προφήτου Μιχαίου λέγων· «οὐκ ἔσται ὁ ἐπακούων αὐτῶν, ἐάν μή ἐγώ ἐμπλήσω ἰσχύν ἐκ Πνεύματος Κυρίου» (Μιχ. γ´ 8).
Τώρα καί ἐσύ ἀδελφέ ὅπου ἀναγινώκεις ταῦτα, στοχάσου, ἐάν ἔλαβες αὐτήν τήν γενναιότητα καί θέρμην εἰς τήν καρδίαν σου διά νά μή φοβῆσαι σάρκα, κόσμον καί κοσμοκράτορα, τοῦτο εἶναι σημεῖον πῶς μετεβλήθης ἀπό τό Πνεῦμα Κυρίου, καθώς εἶναι γεγραμμένον· «τότε μεταβαλεῖ τό Πνεῦμα καί διελεύσεται, καί ἐξιλάσεται· αὕτη ἡ ἰσχύς τῷ Θεῷ μου» (Ἀββακ. α´ 11).
Στοχάσου, καί ἐάν ἐσύ προτήτερα ἐγύρευες μέ ὅλην τήν ὁρμήν τῶν ἐπιθυμιῶν σου τά ἀγαθά τοῦ κόσμου, τά πλούτη, τάς δόξας, τάς ἡδονάς καί ἐλόγιαζες ὅτι ἦτο μακαριώτερος ὅποιος εἶχεν ἀπό αὐτά τά ἀγαθά περισσότερα, ἤξευρε ὅτι ἕως τώρα ἦτο ἡ καρδία σου πεπαλαιωμένη, ἀναίσθητος καί πεπωρωμένη ὡσάν πέτρα ἀπό τό Πνεῦμα τοῦ κόσμου καί τῆς σαρκός.
Καί λυπήσου διά τοῦτο καί μετανόησον, πώς εἰς τόσους χρόνους τῆς ζωῆς σου, δέν ἔγινες ἄξιος νά λάβῃς διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μίαν καινούργιαν καρδίαν αἰσθητικήν τοῦ συμφέροντός σου, τήν ὁποίαν ὑπεσχέθη νά σοῦ δώσῃ ὁ Θεός· «καί δώσω ὑμῖν καρδίαν καινήν καί πνεῦμα καινόν δώσω ὑμῖν· καί ἀφελῶ τήν καρδίαν τήν λιθίνην ἐκ τῆς σαρκός ὑμῶν καί δώσω ὑμῖν καρδίαν σαρκίνην καί τό πνεῦμά μου δώσω ἐν ὑμῖν» (Ἰεζεκ. λς´. 26).
Ἐάν δέ τώρα γυρεύῃς ὅλα τά ἐναντία καί ἀντί νά ὑπερηφανεύεσαι διά τά πλούτη, ἐσύ περισσότερον ταπεινώνεσαι καί χαίρεις εἰς τήν πτωχείαν· ἀντί νά θέλῃς τάς τρυφάς καί τά ξεφαντώματα, ἐσύ ἀγαπᾷς τήν ὀλιγάρκειαν καί ἐγκράτειαν, ἤξευρε, ὅτι τό Πνεῦμα τό Ἅγιον ἄρχισε νά μεταβάλῃ τήν καρδίαν σου εἰς ἄλλην καρδίαν, καθώς εἶναι γεγραμμένον περί τοῦ Σαούλ. «Καί ἐγενήθη ὥστε ἐπιστραφῆναι τῷ ὤμῳ αὐτοῦ ἀπελθεῖν ἀπό Σαμουήλ, μετέστρεψεν αὐτῷ ὁ Θεός καρδίαν ἄλλην». (Α´. Βασίλ. ι´. 9).
Ὅθεν εὐφράνθητι καί εὐχαρίστησαι τόν Κύριον, ὅπου διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὄχι μόνο σοῦ ἐκαθάρισε τόν νοῦν, ἀλλά καί σοῦ ἐθέρμανε τήν καρδίαν καί θέλει νά σέ μεταβάλῃ ἀπό σαρκικόν εἰς πνευματικόν· ἀπό νήπιον μωρόν, εἰς ἄνδρα σοφόν· καί ἀπό κοσμικόν καί ἐθνικόν, εἰς ἀληθινόν χριστιανόν. Τοιαύτας γάρ θεοπρεπεῖς καί παραδόξους μεταβολάς συνειθίζει νά ἐνεργῇ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, καθώς θεολογεῖ περί αὐτοῦ ὁ Μέγας Θεολόγος Γρηγόριος· «τοῦτο τό Πνεῦμα (σοφώτατον γάρ καί φιλανθρωπότατον) ἄν ποιμένα λάβῃ, ψάλτην ποιεῖ πνευμάτων πονηρῶν κατεπᾴδοντα καί βασιλέα τοῦ Ἰσραήλ ἀναδείκνυσιν·
ἐάν αἰπόλον συκάμινα κνίζοντα, προφήτην ἐργάζεται· τόν Δαβίδ καί τόν Ἀμώς ἐνθυμήθητι· ἐάν μειράκιον εὐφυές λάβῃ πρεσβυτέρων ποιεῖ κριτήν καί παρ᾿ ἡλικίαν· μαρτυρεῖ Δανιήλ ὁ νικήσας ἐν λάκκῳ λέοντας· ἐάν ἁλιέας εὕρῃ, σαγηνεύει Χριστῷ, κόσμον ὅλον τῇ τοῦ λόγου πλοκῇ συλλαμβάνοντας. Πέτρον λάβε μοι καί Ἀνδρέαν καί τούς τῆς βροντῆς υἱούς τά πνευματικά βροντήσαντας· ἐάν τελώνας, εἰς μαθητείαν κερδαίνει καί ψυχῶν ἐμπόρους δημιουργεῖ· φησί Ματθαῖος, ὁ χθές τελώνης, καί σήμερον εὐαγγελιστής· ἐάν διώκτας θερμούς, τόν ζῆλον μετατίθησι, καί ποιεῖ Παύλους ἀντί Σαύλων καί τοσοῦτον εἰς εὐσέβειαν, ὅσον εἰς κακίαν κατέλαβε». (λογ. Εἰς τήν Πεντηκοστήν).
Ἐντράπου λοιπόν ἀδελφέ, διότι ἕως τώρα ἤσουν μακράν ἀπό τέτοιους συλλογισμούς, πορευόμενος ἐν τοῖς κακοῖς θελήμασι τῆς καρδίας σου καί μή δίδωντας τόπον εἰς αὐτήν, διά νά κατοικήσῃ τό Πνεῦμα τό Ἅγιον· καί συντόμως εἰπεῖν, διότι ἔζησες ὡσάν ἕνας ψυχικός μόνον ἄνθρωπος, ὅς οὐ δέχεται τά τοῦ Πνεύματος· «μωρία γάρ αὐτῷ ἐστι καί οὐ δύναται γνῶναι» (Α´. Κορ. β´ 14). Κάμε ἀπόφασιν εἰς τό ὑπόλοιπον τῆς ζωῆς σου, νά μή λυπήσης πλέον τό Πνεῦμα τό Ἅγιον μέ καμμίαν ἄτακτον καί κακήν ὄρεξιν τῆς καρδίας σου, κατά τήν παραγγελίαν ὅπου σοῦ δίδει ὁ Ἀπόστολος·
«καί μή λυπῆτε τό Πνεῦμα τό Ἅγιον τοῦ Θεοῦ» (Ἐφεσ. δ´. 30)· μηδέ νά ἐναντιωθῇς ὡς σκληροκάρδιος εἰς τό Ἅγιον αὐτοῦ θέλημα, κατά τούς σκληροκαρδίους ἐκείνους Ἑβραίους, πρός τούς ὁποίους εἶπεν ὁ Στέφανος· «σκληροτράχηλοι καί ἀπερίτμητοι τῇ καρδίᾳ καί τοῖς ὠσίν· ὑμεῖς ᾀεί τῷ πνεύματι τῷ ἁγίῳ ἀντιπίπτετε» (Πράξ. ζ´. 51)· ἀλλά νά δώσῃς ὅλην τήν καρδίαν σου εἰς αὐτό μέ ὅλας της τάς ἐπιθυμίας διά νά ἐνοικήσῃ καθώς αὐτό τό ἴδιον πνεῦμα σέ προστάζει λέγον· «υἱέ δός μοι τήν καρδίαν» (Παροιμ. κγ´. 26).
Θέλεις δέ δώσει τήν καρδίαν σου εἰς τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, ἐάν μελετᾷς πάντοτε εἰς αὐτήν τό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ μέ μίαν ἀδιάλειπτον προσευχήν. Ἐπειδή τό Πνεῦμα τό Ἅγιον μολονότι καί ἐκπορεύεται ἐκ μόνου τοῦ Πατρός, ὅμως εἶναι καί λέγεται καί Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ διά τήν ὁμοουσιότητα καί ἐν τῷ Υἱῷ ἀναπαύεται καί χαίρει ὅταν αὐτός ὀνομάζεται· «ἐξαπέστειλεν ὁ Θεός τό Πνεῦμα τοῦ Υἱοῦ αὐτοῦ ἐν ταῖς καρδίαις, κράζον ἀββᾶ ὁ Πατήρ»· (Γαλ. δ´. 6)·"
ἵνα διά τῆς τοιαύτης νοερᾶς καί πνευματικῆς προσευχῆς , ἐν μέν τῷ Πνεύματι θεωρῇς τόν Υἱόν, ἐν δέ τῷ Υἱῳ θεωρῇς τόν Πατέρα", ὡς λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος· καί ἵνα καταξιωθῇς διά τῆς τοιαύτης νοερᾶς ἐργασίας, νά εὕρῃς καί νά ἰδῇς νοερῶς τήν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τήν ὁποίαν ἔλαβες μέν διά τοῦ ἁγίου βαπτίσματος, τήν ἔχωσες δέ ὡσάν σπινθῆρα μέσα εἰς τά πάθη καί ἁμαρτίας.
Καί τέλος πάντων, ἐπειδή καί τό Πανάγιον Πνεῦμα· ὁ ἄλλος παράκλητος, τό συμπληρωτικόν πρόσωπον τῆς Ἁγίας Τριάδος· ὁ χορηγός πάντων τῶν χαρισμάτων ἡ ζωή τῶν ζώντων· ἡ κίνησις τῶν κινουμένων· καί ἡ τελειότης ἁπάντων τῶν ὄντων, ἠθέλησεν ἐκ μόνης τῆς φιλανθρωπίας του νά εἰδοποιήσῃ εἰς τήν καρδίαν σου τάς πρώτας γραμμάς καί τό πρῶτον σχέδιον τῆς χάριτός του, παρακάλεσαί τον νά μή σέ ἀφήσῃ ἀτελῆ ἀλλά νά φέρῃ εἰς τελειότητα αὐτήν τήν εἰδοποίησιν καί τό ἔργον ὅπου ἄρχισεν εἰς ἐσέ, χαρίζωντάς σου τό χάρισμα τῆς διαμονῆς καί τῆς μέχρι τέλους ὑπομονῆς ἐν τῇ αὐτοῦ χάριτι, τό ὁποῖον χάρισμα
εἶναι τό μεγαλύτερον ἀπό ὅλα τά χαρίσματα καί αὐτό μόνον συνιστᾷ καί ἐπισφραγίζει τόν ἑκάστου προορισμόν κατά τούς θεολόγους καί διά τοῦ χαρίσματος τούτου νά σέ ἀξιώσῃ ἀπό ἐδῶ ἀκόμη, νά γίνῃς ὅλος πνευματικός, ὅλος ἀγγελοειδής, ὅλος ἅγιος καί υἱός Θεοῦ, καί Θεός κατά χάριν, ἀπ᾿ ἐκεῖ ὅπου εἶσαι τώρα γῆ καί σποδός· καθώς λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος· «Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελθόν εἰς ψυχήν ἀνθρώπου, ἔδωκε μέν ζωήν, ἔδωκε δέ ἀθανασίαν· ἤγειρε κείμενον· τό δέ κινηθέν κίνησιν ἀΐδιον ὑπό Πνεύματος Ἁγίον, ζῶον ἅγιου ἐγένετο· ἔσχε δέ ἄνθρωπος ἀξίαν πνεύματος εἰσοικισθέντος ἐν αὐτῷ προφήτου, ἀποστόλου, ἀγγέλου Θεοῦ, ὤν πρό τοῦ, γῆ καί σποδός»· (ὁμιλ. Περί τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγίου, ἧς ἡ ἀρχή, ἐνθυμηθῶμεν πᾶσα ψυχή).
Συλλογίσου ἀγαπητέ τήν γ´. μεταβολήν ὅπου ἐνήργησε τό Πνεῦμα τό Ἅγιον εἰς τήν γλῶσσαν τῶν Ἀποστόλων· διότι ἐκεῖνοι ὅπου προτήτερα δέν ἐλαλοῦσαν ἄλλο παρά γήϊνα καί χαμερπῆ διά δόξας καί τιμάς προσωρινάς καί ματαίας· «δός ἡμῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν σου καί εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου» (Μάρκ. ι´. 37)· ἐκεῖνοι ὅπου ἐλάλουν περί τοῦ Χριστοῦ ταπεινά καί εὐτελῆ· «ἐπιστάτα, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὦδε εἶναι καί ποιήσωμεν σκηνάς τρεῖς, μίαν σοί καί Μωσεῖ μίαν καί μίαν Ἠλίᾳ» (Λουκ. θ´. 33).
Ἐκεῖνοι ὅπου πρότερον ἔφθασαν ἕως καί νά συμφωνήσουν μέ τόν Ἰούδαν καί νά κατηγορήσουν τήν εὐλογημένην ἐκείνην Μαρίαν καί νά θυμωθοῦν καταπάνω της, διότι ἄλειψε τούς πόδας τοῦ Ἰησοῦ μέ τόσον πολυέξοδον μῦρον, λέγοντες μέ ἀγανάκτησιν· «εἰς τί ἡ ἀπώλεια αὕτη τοῦ μύρου γέγονεν; ἠδύνατο γάρ τοῦτο πραθῆναι ἐπάνω τριακοσίων δηναρίων καί δοθῆναι πτωχοῖς καί ἐνεβριμῶντο αὐτῇ» (Μάρκ. ιδ´. 4).
Αὐτοί λέγω οἱ ἴδιοι, ὕστερα ἀπό τόν ἐρχομόν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δέν ἐλαλοῦσαν πλέον δι᾿ ἄλλο, παρά διά τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, διά ὑψηλά καί μεγάλα πράγματα διά τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, διά τήν θεολογίαν τῆς Ἁγίας Τριάδος, διά τό ἀκατανόητον μυστήριον τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας· διότι εἶναι Θεός ἀληθινός ὁ Χριστός· μέ ρητορικήν ἀνήκουστον, μέ ἐλευθεροστομίαν ἀσύγκριτον καί μέ γλῶσσας διαφόρους· «ἀκούομεν λαλούντων αὐτῶν ταῖς ἡμετέραις γλώσσαις τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ". (Πράξ. β´ 11).
Τώρα στοχάσου ἐσύ ἀγαπητέ τά λόγια ὅπου ὡμιλοῦσες προτήτερα ἀπό τά παρόντα γυμνάσματα, καί τά λόγια ὅπου πρέπει τώρα νά λαλῇς, διά νά λάβῃς καί ἐσύ τήν μεταβολήν αὐτήν τῆς γλώσσης ἀπό τήν χάριν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος· τήν γλῶσσαν σοῦ τήν ἔδωκεν ὁ Θεός ἀδελφέ ὄργανον διά νά λαλῇς ὅλα τά καλά ὄχι τά κακά. Ὅθεν πρέπει νά τήν μεταχειρίζεσαι καί ἐσύ κατά τόν σκοπόν ὅπου ὁ Θεός σοῦ τήν ἔδωκεν· ἤγουν εἰς τό νά δοξολογῇς καί νά αἰνῇς μέ αὐτήν πάντοτε τόν Θεόν, καί νά μελετᾷς τά θεῖα του λόγια καθώς γέγραπται· «πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσεται ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός» (Φιλιπ. β´ 11).
Καί πάλιν «καί ἡ γλῶσσά μου μελετήσει τήν δικαιοσύνην σου, ὅλην τήν ἡμέραν τόν ἔπαινόν σου»· (Ψαλμ. λδ´. 32)· καί ὄχι εἰς τό νά λαλῇς λόγια ἀνευλαβῆ κατά τοῦ Θεοῦ καί εἰς τό νά ὀνομάζῃς τό θεῖον του ὄνομα εἰς πράγματα μάταια· «οὐ λήψῃ γάρ φησι τό ὄνομα Κυρίου τοῦ Θεοῦ σου ἐπί ματαίῳ» (Ἐξοδ. κ´. 7) εἰς τό νά κατηγορῇς καί νά μέμφεσαι τόν ἑαυτόν σου καί ὄχι εἰς τό νά τόν ἐπαινῇς μόνος σου «ἐγκωμιαζέτω σε ὁ πέλας καί μή τό σόν στόμα· ἀλλότριος, καί μή τά σά χείλη» (Παροιμ. κζ´. 2).
Εἰς τό νά συμβουλεύῃς τόν ἀδελφόν σου ὅλα ἐκεῖνα ὅπου εἶναι συμφέροντα εἰς τήν σωτηρίαν του καί νά στερεώνῃς εἰς τό καλόν καί τήν ἀρετήν, καί ὄχι εἰς τό νά ἀκονᾷς ὡς μάχαιραν τήν γλῶσσάν σου κατ᾿ αὐτοῦ περιπαίζωντάς τον, κατηγορῶντάς τον καί ὑβρίζωντάς τον καταφρονητικῶς μέ θυμόν· «ἠκόνησαν ὡς ραμφαίαν τήν γλῶσσαν αὐτῶν» (Ψαλμ. ξγ´. 30) ἤ καί δίδωντάς του κακάς συμβουλάς μέ λόγια ἁπαλά μέν καί φιλικά, ἐπίβουλα δέ καί ἐχθρικά, διά νά τόν κακοποιήσῃς καί νά τόν βλάψῃς· «ἡπαλύνθησαν οἱ λόγοι αὐτῶν ὑπέρ ἔλαιον καί αὐτοί εἰσι βολίδες» (Ψαλμ. νδ´. 24).
Καί διά νά εἰπῶ μέ ἕνα λόγον, εἰς τήν γλῶσσάν σου πρέπει νά ἔχῃς τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ, τά λόγια τῆς παλαιᾶς καί νέας Γραφῆς· τά περί τῆς θείας προνοίας· τά περί τῆς κρίσεως· καί τά περί τῆς ἀγαθότητός του· καί ὅλαι αἱ συνομιλίαι σου νά ᾖναι περί πνευματικῶν καί θείων πραγμάτων καί περί ὠφελείας ψυχικῆς. Ἐάν περί τοιούτων μεταχειρίζεσαι τήν γλῶσσάν σου, ἤξευρε, ὅτι ὁ Κύριος ἔπλασε νοερῶς τήν ἰδικήν σου γλῶσσαν, καθώς ἔπλασε ποτέ καί τοῦ κωφοῦ καί μογιλάλου·
«καί πτύσας ἥψατο τῆς γλώσσης αὐτοῦ… καί ἐλύθη ὁ δεσμός τῆς γλώσσης αὐτοῦ». (Μάρκ. ζ´ 33). Καί εἶναι καλόν σημάδι, ὅτι ἄρχισε τό Πνεῦμα τό Ἅγιον νά μεταβάλῃ καί τήν ἰδικήν σου γλῶσσαν, καί νά λαλῇ αὐτό δι᾿ αὐτῆς, ὡς ποτέ ἐλάλει καί διά τῶν Ἀποστόλων καί διά τοῦ Δαβίδ «Πνεῦμα Κυρίου ἐλάλησεν ἐν ἐμοί καί ὁ λόγος αὐτοῦ ἐπί γλώσσης μου» (Β´. Βασιλ. κγ´. 2).
Ἐντράπου λοιπόν ἀδελφέ, πῶς ἕως τώρα ἐλάλεις ὡσάν ἕνας σαρκικός καί νήπιος καί ὄχι ὡσάν πνευματικός καί τέλειος ἄνδρας· «ὅτε ἤμην νήπιος, ὡς νήπιος ἐλάλουν» (Α´. Κορ. ιγ´ 11) καί ἡ γλῶσσά σου ἐμελέτα τήν ἀδικίαν, καθώς λέγει ὁ Ἡσαΐας· «ἡ γλῶσσα ἡμῶν ἀδικίαν μελετᾷ» (νθ´. 3).
Ἀποφάσισαι εἰς τό ἑξῆς νά μή ἀφήνῃς νά εὔγουν ἀπό τό στόμα σου λόγια σαπρά, λόγια γελοιώδη καί μάταια, ἀλλά ὠφέλιμα καί σωτηριώδη πρός οἰκοδομήν τῶν ἀκουόντων, καθώς σοῦ παραγγέλει ὁ Ἀπόστολος· «πᾶς λόγος σαπρός ἐκ τοῦ στόματος ἡμῶν μή ἐκπορευέσθω, ἀλλ᾿ εἴτις ἀγαθός πρός οἰκοδομήν ἵνα δῷ χάριν τοῖς ἀκούουσιν» (Ἐφέσ. δ´ 29)· διότι ὁ λόγος εἶναι σκιά τοῦ ἔργου, καθώς εἶπεν ἕνας σοφός (Οὗτος ἐστίν ὁ Δημόκριτος εἰπών· «λόγος ἔργου σκιή»)·
καί οἱ λόγοι οἱ κακοί προξενοῦν καί τά ἔργα τά κακά, καθώς καί ἐκ τοῦ ἐναντίου οἱ λόγοι οἱ καλοί προξενοῦν καί τά ἔργα τά καλά. Διά τοῦτο εἶπε καί ὁ Σολομῶν, ὅτι εἰς τό χέρι τῆς γλώσσης στέκεται ἡ ζωή καί ὁ θάνατος· «θάνατος καί ζωή ἐν χειρί γλώσσης» (Παροιμ. ιη´. 21). Καί καθώς ὅποιος βαστᾷ μυρωδικά καί τόν ἑαυτόν του εὐωδιάζει καί τούς ἄλλους ὁμοίως καί ὅποιος βαστᾷ βρωμερά καί τόν ἑαυτόν βρωμίζει καί τούς ἄλλους· τοιουτοτρόπως καί ὅποιος λαλεῖ τά καλά λόγια, ἤ τά κακά καί τόν ἑαυτόν του ὠφελεῖ, ἤ βλάπτει καί τούς ἀκούοντάς του.
Καί τέλος πάντων, παρακάλεσαι τό Πνεῦμα τό Ἅγιον νά δυναμώσῃ τοῦτο ὅπου ἄρχισε νά ἐνεργῇ εἰς ἐσέ· «δυνάμωσον ὁ Θεός τοῦτο, ὅ κατειργάσω ἐν ἡμῖν» (Ψαλμ. ξζ´. 31)· καί νά δείξῃς μίαν τελείαν μεταβολήν εἰς τήν γλῶσσάν σου διά τῆς χάριτός του, ὥστε νά μή σέ ἀφήσῃ νά σφάλῃς πλέον μέ αὐτήν εἰς κανένα λόγον ἄπρεπον· «εἴ τις ἐν λόγῳ οὐ πταίει, οὗτος τέλειος ἀνήρ (Ἰακώβ. γ´. 2)·
ἀλλά νά μεταχειρισθῇ τήν γλῶσσάν σου ὡσάν ἕνα κονδύλι, διά νά τήν κινῇ μέ τήν δεξιάν του εἰς τό νά λαλῇς ἐκεῖνα μόνον ὅπου αὐτό θέλει καί βούλεται· ὥστε ὅπου, σύ μέν νά λέγῃς· «ἡ γλῶσσά μου κάλαμος γραμματέως ὀξυγράφου» (Ψαλμ. μδ´ 2)· ἐκεῖνοι δέ ὅπου σέ βλέπουν καί σοῦ ἀκούουν, νά λέγουν· «αὕτη ἡ ἀλλοίωσις τῆς δεξιᾶς τοῦ ὑψίστου». (Ψαλμ. ος´ 10).
Πηγή: <<Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ>>.
Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
.jpg)



