ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014

ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΝ ΔΙΩΓΜΩ ΠΙΣΤΗ ΥΠΟ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ




Η Ελλάδα ζει σ' ένα παγκοσμιοποιημένο status, 

που πλέον οι αμαρτίες νομοθετούνται δια νόμου και η ηθική σήψη ψηφίζεται ομοθυμαδόν στην ημερήσια διάταξη της κυβέρνησης Τσολάκογλου. 

Η ανομία πλέον καθίσταται καθ' όλα νόμιμη και, 

ως εκ τούτου, 

οι πολίτες βιώνουν την πτώση, 

ως καθολικά ψηφισμένο νομοσχέδιο, επικυρωθέν με προεδρική υπογραφή. 

Οι ελευθερίες λογίζονται, 

ως παροχημένες χορηγίες μιας παγκόσμιας, συνομωτικήςδιακυβέρνησης, 

όπου οι κρατούντες χορηγοί λειτουργούν, ως αλχημιστές ντοτόροι, 

που αυξάνουν ή μειώνουν την την ποσότητα της ένεσης στο αίμα.



Η Ελλάδα ζει σ' ένα παγκοσμιοποιημένο status,που πλέον οι αμαρτίες νομοθετούνται διά νόμου και η ηθική σήψη ψηφίζεται ομοθυμαδόν στην ημερήσια διάταξη της κυβέρνησης Τσολάκογλου. Η ανομία πλέον καθίσταται καθ' όλα νόμιμη και, ως εκ τούτου, οι πολίτες βιώνουν την πτώση, ως καθολικά ψηφισμένο νομοσχέδιο επικυρωθέν με προεδρική υπογραφή. Οι ελευθερίες λογίζονται, ως παροχημένες χορηγίες μιας παγκόσμιας, συνομωτικής διακυβέρνησης, όπου οι κρατούντες χορηγοί λειτουργούν, ως αλχημιστές ντοτόροι, που αυξάνουν ή μειώνουν την ποσότητα της ένεσης στο αίμα. Δημιουργούνται συμπαγείς στρατιές ανθρώπων, μαρκαρισμένες μάζες, που δρουν ''ελεύθερα'' σ' έναν μικρόκοσμο, που έχει φτιαχθεί, ακριβώς να τους ελέγχουν. Οι ταγοί του κρατισμού είναι απεργάζοντες, διαβαθμισμένοι τέκτονες, εξανθρωπισμένοι δαίμονες ή δαιμονόπληκτες, σατανοκρατούμενες φιγούρες με ''πρόσωπο'' και ''υπόληψη.'' Αυτό που λέμε κράτος, δεν είναι τίποτ' άλλο, από ένα υπότροπο σύνολο ανθρώπων, που έκαναν την αμαρτία τρόπο ζωής και την ευνομία, ανάθεμα στις παρελθούσες γενεές. Οι κυβερνήσεις εκλέγονται με μαθηματική ακρίβεια, κι αν συμβεί και κάποιο λάθος, πάντα υπάρχει κι ένας μπαλαντέρ στα χρώματα του ροζ... Το γκρίζο και το ροζ είναι πλέον τα χρώματα της πάσχουσας πατρίδας μας. Όσοι ενθυμούνται τις περιώνυμες δηλώσεις της Μπενάκη, στην εκλογή του σημερινού προέδρου της αρρωστημένης, αναιμικής δημοκρατίας, θα θυμούνται, πως όσα ελέχθησαν τότε, απλά, απλούστατα τα βιώνουμε σήμερα. Όχι, γιατι η πρώην κυρία πρόεδρος διακατέχετο από κανένα διορατικό, ακόμα και προορατικό χάρισμα, αλλά, γιατι απλώς πιστοποίησε με απόλυτη ακρίβεια, αυτό που είναι γνωστό τοις πάσι... Πως δηλαδή, ο πολιτικός χάρτης κάθε χώρας χαράσσεται με ιερογλυφικά, διακοσμημένα γράμματα τουλάχιστον για τα επόμενα πενήντα χρόνια. Είναι καιροί, που ποιούμε χειρονακτικά, δικούς μας πνευματικούς κιβωτούς, αφήνουμε όσους δεν ακολουθούν στα γλέντια των Γομόρων και διά μέσου της Ορθοδοξίας, τραβούμε κουπί για το Αύριο. Όποιος δεν το συναισθάνεται αυτό, θαρρώ, πως συγγενεύει πνευματικά απόλυτα με τους παλαιούς σύνοικους των Σοδόμων εν καιρώ γενικής αποστασίας. Συνεχίζει, να παίζει το ίδιο μονότονα, αποκρουστικό τραγούδι σε ξεκούρδιστη κιθάρα που θρηνεί τον κιθαρίστα, γλεντοκοπά με τραγικό τρόπο το δήθεν της επηρμένης υπόστασής του, συνεχίζει, να ζει κωματικά, μέχρι κάποιος να τραβήξει το καλώδιο απ'την πρίζα. Αυτό που προβάλλει γύρω μας είναι το θέατρο του Παραλόγου, το γνωστό le Théâtre de l'Absurde του Ιονέσκο, του Μπέκετ ή του Ζαν Ζενέ. Ο κόσμος δεμένος σε απόλυτα δημιουργημένες, ανοικές πολυδοξασίες είναι σίγουρο, πως κατεςυθύνεται εφ' ω ετάχθη... Στην αυτοκαταστροφή του. Κάναμε τον Θεό παροχημένο σταρλετίστα του παλιού καιρού, ξεπερασμένο θεατρίνο που πεθαίνει στο σανίδι. Τον κατεβάσαμε από μόνοι μας στην γη, Τον αποσχηματίσαμε από την Θεικότητα της υπόστασής Του και αφού Τον εξομοιώσαμε με την μουχλιασμένη κοπροσύνη των περίοπτων, προβληματικών μυαλών μας, Τον ξαναστείλαμε πίσω, ως άχρηστο, αποθηκευμένο υλικό. Ακόμη και τώρα δεν έχουμε συλλάβει το οικρά τέλειο έγκλημά μας στο άπειρο της Δημιουργίας, το φανερά έκδηλο ανόμημά μας στις αυτόχειρα, πληγωμένες απ' τα πάθη, παγερές καρδιές μας. Ο Χριστός υβρίζεται καθημερινά στο στόμα των ανθρώπων, διώκεται και ευτελέζεται στα μάτια των μικρών παιδιών. Μόνοι μας δημιουργήσαμε άθεες, παράνοιες γενιές, τεμαχίσαμε την οικογένεια σε πλαστούς, απρόσωπους ανθρώπους. Δεν χρειάζονται νόμοι για να αιτιολογήσουν τις δικές μας τις ροπές. Έξω από την Εκκλησία, τα πάντα θάνατος. Μεγαλώσαμε παιδιά, πνευματικά ανάπηρα και ψυχικά τραυματισμένα. Τώρα, ως κλαίουσες χήρες θρηνούμε υποκριτικά, το άτιμο το Κράτος, που σκοτώνει τα παιδιά μας με συνέργεια δική μας! Κι εμάς πάλι, μας μεγάλωσαν, με το όνειρο ενός λόγιου δικηγόρου ή ενός καλοθρεμένου, ατσαλάκωτου γιατρού. Δεν μας έμαθαν, όμως να μπορέσουμε να γίνουμε οι καλύτεροι χριστιανοί, οι καλύτεροι απόστολοι Χριστού, οι καλύτεροι χοικοί με ήθος και πνεύμα ενός Θεού, που ματώνει καθημερινά στους αδιάβατους χώρους της μολυσμένης παρουσίας μας. Το όνειρο του γονέα ήταν το Δημόσιο και η περιφέρουσα, καλοστολισμένη έπαρση της κοινωνικής αυτοδικαίωσης. Γαλουχήθηκαν γενεές με το υπολανθάνων πρότυπο ενός επιτραπέζιου γραφιά, ενός αστράπτοντα,φρεσκοσιδερωμένου γαλονά με αρκετές πολύχρωμες ''σαρδέλες.'' Λίγοι ήταν εκείνοι, που ετοίμασαν συνειδητοποιημένους χριστιανούς, έτοιμους να ποιήσουν Χριστολογικό ήθος και Θεόφρονη διακονία ακαταίσχυτη αγάπη και Ιώβια υπομονή. Ποτέ δεν είναι αργά, αλλά ποτέ δεν είναι, όπως πριν. Όσο υπάρχουν θυσιαστικές ψυχές, που κοσμούν το όνειρο της Χριστολογικής ανάβασης, θα υπάρχουν και καρδιές, που θα πυρώνονται στην θέα του πατρογονικού μας Παραδείσου. Απροσμέτρητους δαίμονες να γεμίσει αυτός ο κόσμος, ένας πανέμορφος, σαλπιγγίζων άγγελος φτάνει για ν' αλλάξει τον ρου της Ιστορίας και προσευχητικά να αναπλάσει και πάλι τις θεικές υποστάσεις των ανθρώπων. Εύχεσθε και προσεύχεσθε!



Έξω από την Εκκλησία τα πάντα είναι θάνατος.

 Μεγαλώσαμε παιδιά, πνευματικά ανάπηρα και ψυχικά τραυματισμένα. 

Τώρα, ως κλαίουσες χήρες θρηνούμε υποκριτικά το άτιμο το Κράτος που σκοτώνει τα παιδιά μας με συνέργεια δική μας! 

Κι εμάς πάλι, μας μεγάλωσαν με τ' όνειρο ενός λόγιου δικηγόρου ή ενός καλοθρεμένου, ατσαλάκωτου γιατρού. 

Δεν μας έμαθαν ποτέ, όμως να μπορέσουμε να γίνουμε οι καλύτεροι χριστιανοί, 

οι καλύτεροι απόστολοι Χριστού, 

οι καλύτεροι χοικοί με ήθος και πνεύμα Θεού, 

που ματώνει καθημερινά στους αδιάβατους χώρους της μολυσμένης παρουσίας μας.


Γιώργος  Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος

ΚΙ ΕΣΥ ΤΕΚΝΟΝ ΜΕ ΠΑΡΑΔΙΔΕΙΣ ΕΙΣ ΘΑΝΑΤΟΝ;




Ἴδετε ποτέ, χριστιανοί, ἕνα μικρὸν πλοιάριον μέσα εἰς πλατεῖαν θάλασσαν, μακρὰν ἀπὸ τὴν γῆν, ἐγκαταλελειμμένον ἀπὸ πᾶσαν τέχνην καὶ βοήθειαν, πολεμούμενον ἀπὸ ἐναντίους καὶ σφοδροτάτους ἀνέμους, συχνοδαρμένον ἀπὸ ἄγρια κύματα, ὅπου τέλος πάντων καταποντίζεται εἰς τὸν βυθὸν; τέτοιας λογῆς στοχασθῆτε νὰ βλέπετε εἰς τὴν αἱματώδη θάλασσαν τῶν πικροτάτων παθῶν, τὸν μονογενῆ υἱὸν τῆς Παρθένου, μακρὰν ἀπὸ τὰς ἀγκάλας τῆς ἠγαπημένης του μητρός· ἐγκαταλελειμ -μένον ἀπὸ τὸν ἄναρχον Πατέρα του, ὅπου μίαν φορὰν παρέδωκεν αὐτόν· μοναχόν, χωρὶς τὴν βοήθειαν καὶ συντροφίαν τῶν μαθητῶν, ὅπου τὸν ἀφῆκαν καὶ ἔφυγον.


 

Μά, ὄχι· ἐγὼ βλέπω ἕναν του μαθητήν, ὅπου ἔρχεται μὲ πλῆθος πολὺ στρατιωτῶν καὶ ὑπηρετῶν, μὲ ἄρματα, μὲ φανούς, μὲ λαμπάδας, πλησιάζει, τὸν ἀγκαλιάζει, τὸν φιλεῖ· εἰς καλὴν ὥραν ἦλθες, φίλε καὶ πιστὲ μαθητά, νὰ παρηγορήσης τὸν λυπημένον, νὰ συντροφεύσης τὸν ἐγκαταλελειμμένον Διδάσκαλον· μὰ – εἶπε μου – τί καλὸν μήνυμα φέρεις ἀπὸ τὴν αὐλὴν τῶν ἀρχιερέων; «Φίλε ἐφ᾽ ᾧ πάρει»; τοὺς ἐκατάπεισες τάχα νὰ ἀφήσωσιν εἰς εἰρήνην ἕνα θειότατον ἄνθρωπον, ὅπου δὲν ἔδωκε κανένα σκάνδαλον, μάλιστα ἔκαμε χιλίας εὐεργεσίας εἰς ὅλον τὸν λαὸν τῆς Ἱερουσαλὴμ; ἢ τάχα ἐξάνοιξες πὼς τοῦ μελετοῦσι κανένα μεγάλον κακὸν καὶ ἦλθες μὲ τόσην παράταξιν νὰ τοῦ δώσῃς βοήθειαν; Δὲν ἀποκρίνεσαι; Νὰ σὲ ἰδῶ καλύτερα ποῖος εἶσαι; Ἄχ! ἐσὺ εἶσαι ὁ Ἰούδας ὁ προδότης, ὁ ἀποστάτης ἀπόστολος, ὁ δόλιος μαθητής· ἐσὺ εἶσαι, ὁποῦ τὸν ἐφίλησες τώρα, καὶ ἔρχεσαι νὰ τὸν παραδώσῃς; ὢ μεγάλη ἀχαριστία τοῦ Ἰούδα! ὢ μεγάλη συμφορὰ τοῦ Χριστοῦ.Χριστιανοί, λέγουσι πώς, ὅταν Ἰούλιος ὁ Καῖσαρ εἶδε τοὺς φονεῖς, ὅπου ἦλθον νὰ τὸν φονεύσουν μέσα εἰς τὴν Γερουσίαν, καὶ ἐξάνοιξεν ἀνάμεσα εἰς ἐκείνους τὸν Βροῦτον, ὅπου ἠγάπα ὡς υἱόν· «καὶ σὺ τέκνον»; τοῦ εἶπε· καὶ μὲ τοῦτο ἐσκέπασε τὸ πρόσωπόν του μὲ τὴν χλαμμύδα του, διὰ νὰ μὴ βλέπῃ τόσην ἀχαριστίαν, τὴν ὁποίαν ἐτρόμαξε περισσότερον ἀπὸ τὸν θάνατον. Καὶ πόσην λύπην θὰ ἔλαβε ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν παρουσίαν τοῦ Ἰούδα; καὶ σὺ τέκνον; θὰ ἔλεγε· καὶ σὺ μαθητά μου; καὶ σύ, ἀπόστολέ μου, εἰς τὴν συντροφίαν τῶν ἐχθρῶν μου; μάλιστα καταφυγὴ τῶν ἐχθρῶν μου καὶ μὲ προδίδεις εἰς θάνατον; «Ἰούδα, φιλήματι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου παραδίδως»; Ἀλλὰ εἰς τὴν μεγάλην ἀχαριστίαν τοῦ προδότου μαθητοῦ, εἶναι καὶ μεγάλη καταφρόνησις τοῦ προδομένου διδασκάλου. Ἐπροδόθησαν καὶ ἄλλοι, ἐπωλήθησαν καὶ ἄλλοι, ἀλλὰ καθὼς ἐπροδόθη καὶ ἐπωλήθη ὁ Χριστός, ἄλλος οὐδείς. Ἐπρόδωσεν ὁ Βροῦτος τὸν Καίσαρα, μὰ διὰ τὴν ἐλευθερίαν τῆς πατρίδος· ἐπρόδωσεν ὁ Ἰούδας τὸν Χριστόν, ἀλλὰ διὰ τριάκοντα ἀργύρια· τόσον ἐνομοθέτησεν ὁ Μωϋσῆς νὰ πληρώνεται ὁ φόνος ἑνὸς δούλου. Κακὸν παράδειγμα, ὅπου ἄφησες, ὦ Ίούδα, νὰ πωλῆται διὰ φιλαργυρίαν ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους ὁ Χριστός, ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς νὰ πραγματεύωνται τὰ μυστήρια. Ἐπώλησαν οἱ ἀδελφοὶ τὸν Ἰωσήφ, μὰ διὰ νὰ μὴ λάβῃ θάνατον· ἐπώλησεν ὁ Ἰούδας τὸν Χριστόν, ἀλλὰ διὰ νὰ λάβῃ θάνατον· «ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς τὸ σταυρωθῆναι»· ἂν δὲν λογίζεται ὡς υἱὸς Θεοῦ, ὑπομονή, δὲν εἶναι ἀκόμη φανερὰ γνωρισμένος· μά, κἂν νὰ ἐλογίζεται ὡς υἱὸς ἑνὸς ἀνθρώπου! οὐδὲ τοῦτο· λογίζεται ὡσὰν ἕνα ἄλογον ζῶον, διωρισμένον εἰς τὴν σφαγήν.Διψοῦσι τὸ αἷμά του οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι καὶ τὸ Συνέδριον ὅλον, συνηγμένοι εἰς τὰ παλάτια Ἄννα καὶ Καϊάφα, ὅπου, συρμένος ἀπὸ ὅλην τὴν σπεῖραν, παραστέκεται διὰ νὰ κριθῇ ὁ Ἰησοῦς. Οἱ κριταὶ ἐχθροί, οἱ μάρτυρες ψευδεῖς, ποίαν ἀπόφασιν ἀναμένομεν; «Ἔνοχος θανάτου ἐστὶν»· ἔνοχος θανάτου ἐστὶ; καὶ λοιπὸν ἂς πεθάνῃ μὰ τὶς χρεία εἶναι νὰ τὸν πτύουσι εἰς τὸ πρόσωπον; νὰ τὸν κολαφίζουν, νὰ τὸν ραπίζωσι; καί, διὰ περισσότερον περιγέλοιον, νὰ τοῦ σφαλίζωσι τὰ μάτια; καί, προσθέτοντες τὰς ὕβρεις τῆς βλασφήμου γλώσσης εἰς τὰς βαρυματίας τῆς ἱεροσύλου δεξιᾶς, ἐρωτοῦσιν εἰς κάθε ράπισμα: «προφήτευσον ἡμῖν (λέγοντες), Χριστέ, τίς ἐστιν ὁ παίσας σε»; Σταθῆτε, ὦ ὑπηρέται τοληροί, καὶ ἐγὼ θέλω νὰ τὸν ἐρωτήσω: Ἰησοῦ μου, Λυτρωτά μου, ὅπου ἐκαταστήθης καὶ ἔγεινες παίγνιον τῶν ἀνθρώπων, διατὶ τώρα ἔχεις τὸ πρόσωπον, ὡσὰν σκεπασμένον μὲ τὸ κάλυμμα τῆς πίστεως, «προφήτευσον ἡμῖν· τίς ἐστιν ὁ παίσας σε»; προφήτευσον ἡμῖν ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὅπου συχνότερα σὲ κολαφίζει, Ἰουδαῖος ἢ αἱρετικὸς ἢ ὀρθόδοξος; προφήτευσον ἡμῖν· τίνος εἶναι ἐκεῖνο τὸ χέρι, ὅπου σοῦ δίδει τὸ βαρύτερον ράπισμα; εἶναι χέρι σκανδαλοποιοῦ ἱερέως ἢ ἀνευλαβοῦς λαϊκοῦ; εἶναι χέρι πόρνης ἀσελγοῦς ἢ νέου ἀκολάστου; εἶναι χέρι ἀδίκου κριτοῦ ἢ πλουσίου πλεονέκτου; εἶναι χέρι φονέως αἱμοβόρου ἢ κλέπτου ἅρπαγος; προφήτευσον ἡμῖν· τί σοῦ πονεῖ περισσότερον; τὰ ραπίσματα τῶν Ἰουδαίων ἢ αἱ ἁμαρτίαι τῶν χριστιανῶν; Ἀλλὰ ὁ Ἰησοῦς μου τώρα δὲν ὁμιλεῖ, σιωπᾷ, καὶ εἶναι ἐκεῖνος ὁ ἄφωνος ἀμνός, ὁποῦ προεῖπεν ὁ Ἡσαΐας.Ἀλλὰ θέλετε νὰ προφητεύσω ἐγὼ; Περισσότερον ἀπὸ ὅλα τὰ ἀναρίθητα ραπίσματα, ὅπου τοῦ δίδουσιν οἱ ὑπηρέται τῶν ἀρχιερέων, τοῦ κακοφαίνονται τρία, ὅπου τοῦ δίδει ἕνας του μαθητής, ὁ Πέτρος, ὅπου τρεῖς φοραῖς τὸν ἀρνεῖται· «οὐκ οἷδα τὸν ἄνθρωπον». Ὁ Πέτρος ἡ πέτρα τῆς πίστεως, ἔγεινε πέτρα σκανδάλου· αὐτὴ εἶναι ἡ μοναχὴ πέτρα, ὅπου ἐρράγη, καὶ πρὶν νὰ ἀποθάνῃ ὁ Χριστός, ὅτε τρὶς ἠρνήθη τὸν διδασκαλον· μὰ πάλιν ἐρράγη εἰς τὴν συντριβὴν καὶ ἐγνώρισε τὸν διδάσκαλον. Καθὼς ἐκείνη ἡ πέτρα εἰς τὴν ἔρημον κτυπημένη μὲ τὴν ράβδον τοῦ Μωϋσέως, ἔτσι ἐτούτη συντετριμένη μὲ ἕνα βλέμμα τοῦ Ἰησοῦ· μὲ ταύτην τὴν διαφοράν, πὼς ἀπὸ ἐκείνην ἔτρεξε νερὸν γλυκὺ ὡσὰν μέλι, ἀπὸ ἐτούτην δὲ ἔτρεξαν πικρότατα δάκρυα· «ἐξελθὼν ἔξω ἔκλαυσε πικρῶς». Δίκαιον ἔχεις, ὦ Πέτρε, νὰ κλαίῃς ἀπαρηγόρητα, πάλιν μακάριος ἐσύ, ὁποῦ καθὼς ἐστάθης γλήγορος εἰς τὸ νὰ ἀρνηθῇς, ἔτσι ἐστάθης καὶ γλήγορος εἰς τὸ νὰ μετανοήσῃς, μίαν ὥραν ἐστάθης εἰς τὴν ἁμαρτίαν καὶ ἔκλαυσες ὅλην σου τὴν ζωήν. Ἄθλιοι ἡμεῖς, ὁποῦ εἴμασθεν τόσον γλήγοροι εἰς τὴν ἁμαρτίαν καὶ τόσον ἀργοὶ εἰς τὴν μετάνοιαν· ἡμεῖς ἁμαρτάνομεν ὅλην μας τὴν ζωὴν καὶ δὲν κλαίομεν μίαν ὥραν.Μὰ ἐγὼ ἀπὸ τὴν μετάνοιαν τοῦ Πέτρου καταλαμβάνω πὼς ὁ ἀλέκτωρ ἐφώνησε τρίς, ὅπου ἦτον τὸ σημάδι τῆς μετανοίας του· καὶ λοιπὸν ἐξημέρωσεν, ἤνοιξε τὸ Πραιτώριον τοῦ Πιλάτου. Ἐδῶ ἀπὸ τὸ σπῆτι τοῦ Καϊάφα φέρεται δεμένος ὡσὰν κατάδικος ὁ Ἰησοῦς.


 

Καὶ ἀνάμεσα εἰς τὰ χέρια τῶν ἱερωμένων, μέσα εἰς τὰ σπίτια τῶν ἀρχιερέων κακά, καὶ ἀνάμεσα εἰς τὰ χέρια τῶν λαϊκῶν, μέσα εἰς τὰ παλάτια τῶν ἀρχόντων χειρότερα. Ὤ ἀσύγκριτος δυστυχία τοῦ Ἰησοῦ! ποὺ ποτε δὲν εὑρίσκει καταφυγὴν καὶ βοήθειαν, ὁλοῦθεν καταφρόνησιν καὶ τιμωρίαν. Ἱερεῖς καὶ λαϊκοί, Ἰουδαῖοι καὶ ἄρχοντες καὶ δοῦλοι, κριταὶ καὶ στρατιῶται, νέοι καὶ γέροντες, κάθε τάξις, ὅλος ὁ λαὸς τὸν κατακρίνουσι ὡς πταίστην, ὅλοι τὸν θέλουσι ἀποθαμένον, ὅλοι φωνάζουσι: «σταύρωσον, σταύρωσον αὐτὸν»... 



Ηλίας Μηνιάτης


Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

ΑΓΙΟΤΗΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ;




Εκκλησία εἶναι τὸ θεοΐδρυτο ἐργαστήριο τῆς ἁγιότητος καὶ σωτηρίας· 

εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, μέλη τοῦ ὁποίου εἴμεθα ὅλοι οἱ βαπτισμένοι 

εἰς τὸ ῎Ονομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος·

 ὅλοι οἱ πιστεύοντες ᾿Ορθοδόξως, καθὼς μᾶς παρέδωσαν οἱ ῞Αγιοι Προφῆτες καὶ Απόστολοι,

οἱ ῞Αγιοι Μάρτυρες, οἱ ῞Αγιοι Πατέρες, οἱ ῞Οσιοι καὶ οἱ Δίκαιοι.

Μέσα στὴν ῾Αγία ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία ὁ ἄνθρωπος, 

μὲ τὶς ἅγιες ἀρετὲς καὶ τὰ ἱερὰ Μυστήρια, μεταμορφώνεται ἐν Χριστῷ, ἀνακαινίζεται, ἁγιάζεται, θεοῦται· 

μέσα στὴν ᾿Εκκλησία ὁ πιστὸς ἐπανευρίσκει τὴν πνευματική του ταυτότητα, ἀνακαλύπτει τὴν ἱερότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, 

συναισθάνεται τὴν εὐγένειά του, βιώνει στὸν ὕψιστο βαθμὸ τὴν πνευματική του συγγένεια μὲ τὸν Δημιουργό του, 

ἀποκτᾶ βαθειὰ ἐπίγνωσι, ὅτι εἶναι θεόπλαστος...


 

 

Την προηγουμένη Κυριακὴ ἑωρτάσαμε τὰ Γενέθλια τῆς ῾Αγίας ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ μας, ἡ ῾Οποία γεννήθηκε μέσα στὶς φλόγες τῆς Πεντηκοστῆς. Τί εἶναι ὅμως ἡ ᾿Εκκλησία; ᾿Εκκλησία εἶναι τὸ θεοΐδρυτο ἐργαστήριο τῆς ἁγιότητος καὶ σωτηρίας· εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, μέλη τοῦ ὁποίου εἴμεθα ὅλοι οἱ βαπτισμένοι εἰς τὸ ῎Ονομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος· ὅλοι οἱ πιστεύοντες ᾿Ορθοδόξως, καθὼς μᾶς παρέδωσαν οἱ ῞Αγιοι Προφῆτες καὶ Απόστολοι,᾿ οἱ ῞Αγιοι Μάρτυρες, οἱ ῞Αγιοι Πατέρες, οἱ ῞Οσιοι καὶ οἱ Δίκαιοι.Μέσα στὴν ῾Αγία ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία ὁ ἄνθρωπος, μὲ τὶς ἅγιες ἀρετὲς καὶ τὰ ἱερὰ Μυστήρια, μεταμορφώνεται ἐν Χριστῷ, ἀνακαινίζεται, ἁγιάζεται, θεοῦται· μέσα στὴν ᾿Εκκλησία ὁ πιστὸς ἐπανευρίσκει τὴν πνευματική του ταυτότητα, ἀνακαλύπτει τὴν ἱερότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, συναισθάνεται τὴν εὐγένειά του, βιώνει στὸν ὕψιστο βαθμὸ τὴν πνευματική του συγγένεια μὲ τὸν Δημιουργό του, ἀποκτᾶ βαθειὰ ἐπίγνωσι, ὅτι εἶναι θεόπλαστος, ὅτι ἀποτελεῖ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσι Θεοῦ καὶ ὅτι ἔχει λάβει τὴν ἐντολὴ νὰ γίνη κατὰ χάριν θεός. Σήμερα λοιπὸν προβάλλονται πανηγυρικῶς καὶ εὐφροσύνως οἱ ἀγλαοὶ καὶ εὐλογημένοι καρποὶ τοῦ ἁγίου αὐτοῦ δένδρου τῆς ᾿Εκκλησίας, τὸ ὁποῖο φυτεύθηκε τὴν ῾Αγία Πεντηκοστὴ καὶ ποτίσθηκε μὲ τὰ αἵματα, τοὺς ἱδρῶτας καὶ τὰ δάκρυα τῶν ῾Αγίων· τῶν ῾Αγίων, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὸ καύχημα τῆς Πίστεώς μας καὶ τὴν παρηγορία τῶν ψυχῶν μας. Οἱ ῞Αγιοι Πάντες, τοὺς ὁποίους τιμοῦμε σήμερα, ἐφάρμοσαν τὴν προτροπὴ τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου καὶ ἐπληρώθησαν, ἐγέμισαν, Πνεύματος ῾Αγίου· καὶ τώρα, τὸ ἱερὸ αὐτὸ νέφος τῆς θριαμβευούσης ᾿Εκκλησίας μᾶς παρακινεί: «πληροῦσθε ἐν Πνεύματι, λαλοῦντες ἑαυτοῖς ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς, ᾄδοντες καὶ ψάλλοντες ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν τῷ Κυρίῳ».Αὐτὸ ἂς εἶναι καὶ τὸ μήνυμα τῆς μεγάλης σημερινῆς ῾Εορτῆς: νὰ γεμίσουμε, διὰ μέσου τῆς ἁγίας ἐν Χριστῷ ζωῆς, μὲ τὴν Χάρι τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, δηλαδὴ νὰ γίνουμε ῞Αγιοι. Οἱ εὐσεβεῖς λαϊκοὶ ἀδελφοί μας δὲν θὰ πρέπει εὔκολα καὶ ἀβασάνιστα νὰ παραιτοῦνται ἀπὸ τὸν ἀγῶνα γιὰ τὸν ἁγιασμό τους, μὲ τὴν πρόφασι ὅτι αὐτὰ εἶναι ὑψηλὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἁρμόζουν μόνον σὲ Μοναχοὺς καὶ Ασκητάς᾿... Ο Απόστολος᾿ Παῦλος, τὸ στόμα αὐτὸ τοῦ Χριστοῦ, μᾶς πληροφορεῖ, ὅτι Θεοῦ θέλημα εἶναι ὁ ἁγιασμός μας:«τοῦτο γάρ ἐστι θέλημα τοῦ Θεοῦ: ὁ ἁγιασμὸς ἡμῶν». Ο δὲ Κύριός μας παραγγέλει πρὸς ὅλους ἀδιακρίτως:«ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ῞Αγιός εἰμι». Καὶ ἁγιασμὸς σημαίνει νὰ γίνουμε σκηνώματα, κατοικητήρια τῆς ῾Αγίας Τριάδος:«ἐάν τις ἀγαπᾷ με, τὸν λόγον μου τηρήσει, καὶ ὁ Πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ᾿ αὐτῷ ποιήσομεν». Η ἀγάπη πρὸς τὸν Κύριό μας καὶ ἡ τήρησις τῶν θεωτικῶν ἐντολῶν Του, διὰ μέσου τῶν ὁποίων θὰ γεμίσουμε Πνεῦμα῞Αγιον, εἶναι κοινὸ καθῆκον ὅλων τῶν πιστῶν, εἴτε εὑρίσκονται στὴν ἔρημο εἴτε στὸν κόσμο.Νὰ ἕνα παράδειγμα! ῾Η Αποστολικὴ᾿ προτροπὴ «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε».῏Αρά γε τί σημαίνει αὐτό;•Νὰ διατελοῦμε σὲ διαρκῆ ἐπικοινωνία μὲ τὴν πηγὴ τῆς Ζωῆς καὶ τῆς Αγάπης·᾿•νὰ ἐκφράζουμε συνεχῶς τὴν ἀγάπη μας πρὸς τὸν Κύριό μας·•νὰ δοξάζουμε ἀδιαλείπτως τὰ μεγαλεῖα Του·•νὰ Τὸν εὐχαριστοῦμε πάντοτε γιὰ τὶς δωρεές Του πρὸς τὴν μηδαμινότητά μας·• νὰ μετανοοῦμε ἰσοβίως καὶ νὰ ζητοῦμε τὰ ἐλέη Του· •νὰ λαχταροῦμε τὴν ἀνακαίνισι καὶ μεταμόρφωσί μας μέσα στὸ Φῶς τῆς Χάριτός Του·•καὶ ὅλα αὐτά, ὄχι μόνον ὅταν ἔχουμε χρόνο ἢ τὸ ἐπιτρέπουν οἱ περιστάσεις, ἀλλὰ συνεχῶς, μὲ ζῆλο, παντοῦ καὶ πάντοτε, διότι τίποτε δὲν ἐμποδίζει τὴν καρδιά μας καὶ τὸν νοῦν μας νὰ προσεύχωνται, παρὰ μόνον ἡ ἀμέλειά μας...«Διὰ τοῦτο καὶ οἱ θεῖοι Πατέρες οἱ καλούμενοι Νηπτικοί», γράφει ὁ ῞Οσιος Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης,«ἐνομοθέτησαν νὰ προσεύχωνται τόσον οἱ Μοναχοί, ὅσον καὶ οἱ Λαϊκοὶ καὶ νὰ λέγουν τὴν σύντομον ταύτην καὶ μονολόγιστον καλουμένην προσευχήν, πότε μὲ τὸ στόμα, καὶ τὸν περισσότερον καιρὸν μὲ τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν: ῾῾Κύριε ᾿Ιησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με᾿᾿».῏Αρά γε ἡ πρώτη ἔχει τὸ προνόμιο νὰ εἶναι ἁγιοτόκος; Μόνον τὸ Μοναστήρι γεννᾶ ῾Αγίους; ῾Ο τόπος ἢ ὁ τρόπος μᾶς ἁγιάζει;Ο Αββᾶς᾿ Αντώνιος,᾿ ἐνῶ εὑρίσκετο στὴν ἔρημο, εἶχε τὴν ἑξῆς ἀποκάλυψι: Στὴν πόλι μέσα ζῆ κάποιος ὅμοιος μὲ σένα, ἱατρὸς στὸ ἐπάγγελμα, ὁ ὁποῖος δίνει τὸ περίσσευμά του σὲ ὅσους ἔχουν ἀνάγκη καὶ ὅλην τὴν ἡμέρα ψάλλει τὸν τρισάγιο ὕμνο μαζὶ μὲ τοὺς Αγγέλους!᾿...«Τῷ Αββᾷ᾿ Αντωνίῳ᾿ ἀπεκαλύφθη ἐν τῇ ἐρήμῳ,ὅτι ἐν τῇ πόλει ἐστί τις ὅμοιός σοι, ἰατρὸς τὴν ἐπιστήμην, τὴν περισσείαν αὐτῷ διδοὺς τοῖς χρείαν ἔχουσι, καὶ πᾶσαν τὴν ἡμέραν τὸ τρισάγιον ψάλλων μετὰ τῶν Αγγέλων». Εἶναι λοιπὸν ἀνέφικτος ἡ ἁγιότης μέσα στὸν κόσμο;



Ο Αββᾶς Αντώνιος, ἐνῶ εὑρίσκετο στὴν ἔρημο, εἶχε τὴν ἑξῆς ἀποκάλυψι: 
Στὴν πόλι μέσα ζῆ κάποιος ὅμοιος μὲ σένα, ἱατρὸς στὸ ἐπάγγελμα, 
ὁ ὁποῖος δίνει τὸ περίσσευμά του σὲ ὅσους ἔχουν ἀνάγκη καὶ ὅλην τὴν ἡμέρα ψάλλει τὸν τρισάγιο ὕμνο μαζὶ μὲ τοὺς Αγγέλους!...
«Τῷ Αββᾷ᾿ Αντωνίῳ᾿ ἀπεκαλύφθη ἐν τῇ ἐρήμῳ,ὅτι ἐν τῇ πόλει ἐστί τις ὅμοιός σοι,
 ἰατρὸς τὴν ἐπιστήμην, τὴν περισσείαν αὐτῷ διδοὺς τοῖς χρείαν ἔχουσι, καὶ πᾶσαν τὴν ἡμέραν τὸ τρισάγιον ψάλλων μετὰ τῶν Αγγέλων».
Εἶναι λοιπὸν ἀνέφικτος ἡ ἁγιότης μέσα στὸν κόσμο;



 Κυριακὴ τῶν ῾Αγίων Πάντων, 13/26.6.2005
                                      

     


Μακαριστός Μητροπολίτης Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανός Α'


ΟΣΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΕΡΗΜΙΤΗΣ ΤΗΣ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ


 


Βουνά, λαγκάδια, χαλιάδες, νεροσυρμές, βράχια. 

Αὐτὴ εἶναι ἡ τραχειὰ μορφὴ τῆς Καλάνας. 

Ἕνας βράχος ἀτόφιος, ἀποῤῥώξ, θεόρατος καὶ ἀπότομος. 

Τὰ πόδια του πλένοντας στὶς ὄχθες τοῦ Ἀσπροποτάμου, καὶ τώρα τῆς λίμνης τῶν Κρεμαστῶν. 

Ἡ κορφή του περήφανη καὶ αἰχμηρή, χαμένη πολλὲς φορές, στὰ σύννεφα. 

Ντυμένος μὲ πανώρια δάση ὡς τὴν μέση, γυμνὸς ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πάνω, κακοτράχαλος. 

Στέκεται περήφανος ἀπέναντι ἀπὸ τὸ μοναστήρι τῆς Ταρτάνας, δείχνοντας ἀλάνθαστα τὶς καιρικὲς μεταβολές, ποὺ πρὶν ἡ Μετεωρολογικὴ Ὑπηρεσία τὶς ἀναγγείλει.

Ἐκεῖ σὰν σὲ παραμύθι, μέσα στὴν ἀχλὺ τοῦ θρύλου ἀλλὰ καὶ τῆς πραγματικότητας, 

ἔζησε ἕνας μεγάλος ἀσκητής. 

Ἐκεῖ ποὺ φωλιάζουν οἱ ἀετοὶ καὶ οὐρλιάζουν τὴν νύχτα οἱ λύκοι, ἔζησε κάποτε στὸν 13ο αἰῶνα, 

ὁ Ὅσιος πατὴρ ἡμῶν Ἀνδρέας ὁ Ἐρημίτης.


Ἀκόμη καὶ σήμερα γιὰ νὰ πᾶς στὴν σπηλιά, ὅπου ἀσκήτεψε χρειάζεσαι κόπο πολύ, καὶ γερὴ σπλῆνα. Ἐκεῖ ποὺ καὶ σήμερα δύσκολα πλησιάζεις, ἔζησεν ὁ μακάριος ἐκεῖνος τὸ περισσότερο μέρος τῆς ζωῆς του καὶ μάλιστα τὸ τελευταῖο καὶ σπουδαιότερο.Βρισκόμαστε στὰ χρόνια τοῦ Δεσποτάτου τῆς Ἠπείρου, στὰ χρόνια δηλαδὴ ποὺ οἱ ἀλῆτες τῆς Φραγκιᾶς, ποὺ κακῶς τοὺς λέμε Σταυροφόρους -δαιμονοφόροι ἦσαν- εἶχαν μπήξει τὰ μολυσμένα χέρια τους στὶς ἄχραντες σάρκες τῆς Ῥωμανίας, τῆς ἱερᾶς γῆς τῶν Πατέρων μας καὶ τὴν καταξέσχισαν.Ἐδῶ καὶ κεῖ ἔμεινα κάποιες γωνιές, ἐλεύθερες. Μιὰ τέτοια ἦταν καὶ τὸ Δεσποτάτο τῆς Ἠπείρου μὲ πρωτεύουσα τὴν Ἄρτα. Στὴν ἐποχὴ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου ἡγεμὼν Δεσπότης ἦταν ὁ Μιχαὴλ Β´ ὁ Κομνημός (1237-1271). Σὲ ὅλη τὴν ἐπικράτειά του (Ἤπειρος-Ἀκαναρνία-Αἰτωλία κ..π.), ἐπικρατοῦσε εἰρήνη καὶ γαλήνη, ἐνῶ γύρω μαίνονταν ἡ φουρτουνιασμένη, ἡ μαύρη θάλασσα τῆς Φραγκοκρατίας. Τὰ πρῶτα χρόνια τῆς ζωῆς τοῦ Ἁγίου μας χάνονται στὸ ἡμίφως καὶ μόλις διακρίνονται. Λέγουν ὅτι γεννήθηκε σὲ ἕνα χωριό, ποὺ τὸ ὠνόμαζαν Μονοδένδρι, ἐκεῖ κάπου στὴν περιοχὴ τῆς Καλάνας. Ἀκόμη λέγουν ὅτι εἶχε νυμφευθῆ καὶ ὅτι εἶχε ἀποκτήσει καὶ τέκνα.Πολὺ νωρὶς ὅμως ἐτρώθη ὑπὸ θείου ἔρωτος καὶ ἔφυγε ἀπὸ τὴν πατρίδα. Ἴσως νὰ εἶχε χηρέψει στὸ μεταξύ. Ἴσως νά χώρισε ἀπὸ συμφώνου μὲ τὴν σύζυγο, γιὰ νὰ ζήσῃ τὴν ζωὴ τῆς ἀσκήσεως, πρᾶγμα καθόλου σπάνιο στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.Ἔφυγε καὶ πῆγε σὲ τόπο ἔρημο καὶ ἄγνωστο σὲ μᾶς. Ἔζησε ἐκεῖ γιὰ ἀρκετὸ καιρό, ζωὴ σταυρωμένη γεμάτη στερήσεις καὶ πολλὴ ἄσκηση.Μετὰ ἀπὸ χρόνια ξαναγύρισε πάλι στὴν πατρίδα, ὄχι ὅμως γιὰ νὰ ζήσῃ στὸ χωριό του, ὅπως πρίν, ἀλλὰ γιὰ νὰ βρῇ τόπο τραχύ, καὶ δύσβατο, καὶ νὰ συνεχίσῃ μὲ μεγαλύτερο ζῆλο τὴν ἄσκησή του. Σὰν ντόπιος ποὺ ἦταν γνώριζε πολὺ καλὰ τὰ κατατόπια. Γνώριζε ὅτι αὐτὸς ὁ θεόρατος, ἀπόκρημνος καὶ ἀπέραντος βράχος, ποὺ καὶ ἀπὸ μακρυὰ σὲ φοβίζει, κρύβει στὰ σπλάγχνα του βαθειὲς σπηλιές. Κατάλληλες γιὰ ἀγρίμια ἀλλὰ καὶ γιὰ ἀσκητές. Τράβηξε πρὸς τὰ ἐκεῖ. Σκαρφαλώνοντας σὰν ἀγριοκάτσικο, ματώνοντας πόδια καὶ χέρια ἀπὸ τὰ κοφτερὰ στουρνάρια, ξεσχίζοντας τὶς σάρκες ἀπὸ τὰ θεριεμένα βράχια, ψάχνοντας, προσευχόμενος νὰ τοῦ ἀποκαλύψῃ ὁ Κύριος τόπο ἀσκήσεως, τραχύ, καὶ ἄγριο, βρῆκε ἐπὶ τέλους μιὰ σπηλιά, εὐρύχωρη, στεγνή, χωρὶς τὴν παρουσία ἄγριων ζώων ποὺ τότε ἀφθονοῦσαν. Ἐκεῖ θὰ ἦταν ἡ τελευταία ἐπὶ γῆς κατοικία του.Κανεὶς δὲν γνωρίζει τὸν τόπο τῆς ἀσκήσεώς του. Ζοῦσε μόνος, μονώτατος, τῷ μόνῳ Θεῷ εὐχόμενος. Συντηροῦνταν ἀπὸ τὰ ἀγριόχορτα τοῦ βουνοῦ, τὰ βατόμουρα καὶ τὸ ἄγριο μέλι. Γιὰ ποτό, εἶχε τὸ γάργαρο νερό, ποὺ ἄφθονο κυλοῦσε ἀπὸ τὶς βρυσομάνες καὶ τὶς ρεματιές. Ὅμως καὶ αὐτὸ μὲ μέτρο. Θυμόταν πάντα τὸ παλιὸ πρόσταγμα τῶν μεγάλων καθηγητῶν τῆς ἐρήμου: καὶ τὸ ὕδωρ σου μέτριον, ὦ μοναχέ, ἵνα σωθῆς.Ἄκουσα ἀπὸ παλιούς, ὅτι γιὰ ἄσκηση κυλοῦσε ἀκόνια, βαρειὰ στουρναρόλιθα στὸν κατήφορο. Ὅταν αὐτὰ σταματοῦσαν κάτω στὰ βαθειὰ φαράγγια, κατέβαινε, τὰ σήκωνε στὸν ὦμο καὶ τὰ ἀνέβαζε πάλι ἐπάνω.Ζώντας τέτοια ζωή, ἄσαρκη καὶ ἀγγελική, δὲν ἄργησε νὰ γίνῃ καὶ θαυματουργός. Ἀξιώθηκε δηλαδή, ἀπὸ τὸν Ἅγιο Θεό, νὰ κάνῃ θαύματα. Ἀλλὰ θαύματα σὲ ποιούς; Στὶς ἀλεποῦδες ἢ στοὺς λύκους; Ὄχι βέβαια! Ἡ φήμη του διαδόθηκε ἀπὸ περαστικοὺς κυνηγούς, σὲ ὅλα τὰ γύρω χωριά. Ἄρχισαν νὰ σκάβουν μονοπάτια ἀνάμεσα στὰ ἀπάτητα βράχια. Δὲν ἄργησαν νὰ φθάνουν μπροστὰ στὴν σπηλιά, δαιμονισμένοι, σακάτηδες, ἀσθενεῖς ἀπὸ κάθε λογῆς ἀρρώστειες. Καὶ ὅλοι, μὲ τὶς θερμὲς προσευχές, τοῦ Ἁγίου, θεραπεύονταν.Ἀπέκτησε ἔτσι, ζῶν ἔτι, δύο ἐπίζηλους τίτλους: Ἐρημίτης, καὶ θαυματουργός.Ὅμως, μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ἁγίου, ἦρθαν χρόνια δίσεκτα. Πόλεμοι συνεχεῖς. Φράγκοι, Σλάβοι, Βενετσιάνοι, καὶ τέλος Τοῦρκοι. Ὅλοι μὲ ἕνα κοινὸ στόχο. Νὰ διαλύσουν ὅτι ἀπέμενε ἀπὸ τὴν Ῥωμανία. Αἵματα ποτάμια, φόνοι ἀδιάκοποι, βιασμοὶ καθημερινοί. Ταραχές, πυρκαϊές, καὶ ὅ,τι ἄλλο κακό, μπορεῖ νὰ βάλῃ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ἔπεσαν σὰν χιονοστιβάδες καὶ κατεπλάκωσαν ἱστορίες, θαύματα, διηγήσεις. Τὸ μόνο ποὺ ἔμεινε ἦταν τὸ θαυμαστὸ γεγονός, τῆς κοιμήσεως τοῦ Ἁγίου. Αὐτὴ κατεγράφη ἀργότερα σὲ συναξάρι τοῦ 18ου αἰῶνος.Λαμπάδες οὐρανομήκεις ἐμήνυσαν τὴν κοίμησή του. Φῶτα λαμπρά, ποὺ ξεκινοῦσαν ἀπὸ τὴν σπηλιά, ἀνέβαιναν στὰ οὐράνια, καὶ κατέβαιναν ὅλη τὴν νύκτα, ἐμήνυσαν στὰ γύρω χωριά, ὅτι ἡ ψυχὴ τοῦ Ὁσίου, ἄφησε τὸν μάταιο καὶ πρόσκαιρο αὐτὸν κόσμο.Τὸ θαυμαστὸ αὐτὸ γεγονός, μετεδόθη ἀστραπιαία ἀπὸ χωριό, σὲ χωριό, καὶ ἔφθασε μέχρι καὶ τὴν πρωτεύουσα τοῦ Δεσποτάτου τὴν Ἄρτα. Πλῆθος κόσμου ξεκίνησε γιὰ νὰ φθάσῃ στὴν σπηλιά, και νὰ προσκυνήσει τὸ Ἅγιο λείψανο. Ἱερεῖς, ἱερομόναχοι, μοναχοί, λαϊκοί, ἄνδρες, γυναῖκες, παιδιά, γέροντες, πρεσβύτεροι μετὰ νεωτέρων, πῆραν τὸ δύσβατο μονοπάτι.Ἀλλὰ καὶ ἡ Βασίλισσα, ἡ σύζυγος τοῦ Μιχαήλ, ἡ Ἁγία Θεοδώρα, μαζὶ μὲ τὴ Σύγκλητο, ἔκαμαν μεγάλη πομπή, ἀπὸ τὴν Ἄρτα, γιὰ νὰ φθάσουν πεζοπορώντας.Σὰν ἕνα πελώριο μακρὺ φίδι σέρνονταν στὸ φίδι τοῦ βράχου, ἀγαλλομένῳ ποδί, μὲ ἕνα καὶ μόνον σκοπό. Νὰ προσκυνήσουν τὸ ἁγιασμένο λείψανο, νὰ τὸ ἐνταφιάσουν σεμνοπρεπῶς μὲσα στὴν ἴδια τὴν σπηλιά του.Καὶ ὅλα ἔγιναν κατὰ πὼς ἔπρεπε. Ἡ Ἁγία Θεοδώρα, ποὺ καὶ πρίν, πολλὰ εἶχε ἀκούσει γιὰ τὸν Ἅγιο, δὲν παρέστη μόνο στὸν ἐνταφιασμό του. Ηὐλαβεῖτο τόσο πολὺ τὸν Ὅσιο, ὥστε ἔδωσε χρήματα πολλά, γιὰ τὴν ἀνέργεση ναοῦ στὸν τόπο τῆς κοιμήσεώς του. Καὶ πράγματι μέσα στὴν σπηλιά, χτίσθηκε ναός, ποὺ μέχρι καὶ σήμερα σώζεται. Σὲ αὐτὸν τὸν ναό, στὶς 15 Μαΐου κάθε χρόνο, ἠμέρα τῆς κοιμήσεως τοῦ Ἀγίου, πλήθη πιστῶν συγκεντρώνονται καὶ τώρα ἀπὸ τὰ γύρω χωριά, τοῦ Βάλτου, γιὰ νὰ λάβουν ἁγιασμό, παρηγοριά, τὴν εὐλογία τοῦ Ἁγίου.



Στὰ τέλη τοῦ 18ου αἰῶνος, 

κατόπιν ἐμφανίσεως τοῦ Ἁγίου, 

ἔγινε ἡ ἀνακομιδὴ τῶν ἁγίων λειψάνων του. 

Μιὰ ἀργυρῆ θήκη, φτιαγμένη στὸ Καρπενήσι ἀπὸ τοὺς ἐκεῖ ἀργυροχόους, ὑπεδέχθη τὰ κυριότερα καὶ μεγαλύτερα ὀστᾶ. 

Ἀρκετὰ τεμάχια δόθηκαν χάριν εὐλογίας στὰ γύρω μοναστήρια.

 Ὅλα ὅμως χάθηκαν στὶς μεγάλες περιπέτειες τοῦ Γένους μας ποὺ μετὰ ἀπὸ λίγο ἐπηκολούθησαν.

Ἕνα μικρὸ τεμάχιο, ὑπάρχει ἀκόμη στὸ Μοναστήρι τῆς Ταρτάνας, καὶ θεωρεῖται ἱερὸν φυλακτήριο καὶ μέγα θησαύρισμα.

 Γιὰ μᾶς τοὺς παροικοῦντας σὲ αὐτὸ τὸ Μοναστήρι, εἶναι πράγματι θησαυρός, μεγάλος. 

Καὶ βλέποντας τὸ βουνὸ τῆς Καλάνας ἀπέναντι παρακαλοῦμε τὸν Ἅγιο νὰ πρεσβεύῃ καὶ γιὰ μᾶς τοὺς αναξίους.



Αρχιμανδρίτης Δοσίθεος Κανέλος

Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2014

ΤΟ ΕΚ ΘΕΟΥ ΟΡΑΜΑ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΜΟΣΤΡΑΤΟΥ


 

 

Ὅτε ἦλθον εἰς Πάρον καὶ ἔγινα μοναχὸς καὶ κατόπιν Ἱερεὺς καὶ Πνευματικός,

μετέβαινα, μὲ τὴν εὐλογίαν τοῦ Γέροντός μου Ἱεροθέου 

καὶ τὴν ἄδειαν τοῦ τότε Μητροπολίτου Παροναξίας κυροῦ Ἱεροθέου, 

εἰς τὰς πόλεις, 

κώμας καὶ χωρία τῶν νήσων Πάρου καὶ Νάξου 

καὶ ἐξωμολόγουν τοὺς πιστοὺς καὶ ἐκήρυττον τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ.

Κατὰ τὸ ἔτος 1917-1918 μεταβὰς εἰς τὴν χώραν Παροικίαν, 

φιλόχριστός τις, ὀνόματι Πέτρος Μοστρᾶτος, 

μὲ ἐκάλεσε εἰς τὸν οἶκον του καὶ ἀφοῦ ἐξομολογήθη αὐτὸς 

καὶ ἡ κυρία του μοὶ ἐδιηγήθη τὴν κατωτέρω κατανυκτικὴν ὅρασιν,

 τὴν ὁποίαν ἔγραψα διὰ νὰ δημοσιεύσω πρὸς ὠφέλειαν τῶν πιστῶν ἀναγνωστῶν χριστιανῶν. 

Εἶχον μοὶ εἶπε δυὸ τέκνα,

 ἕνα υἱὸν καὶ μίαν θυγατέραν.


 


Ἐφρόντισα ὡς πατὴρ καὶ τὰ ἔμαθα γράμματα καὶ ἀφοῦ ἐτελείωσαν τὸ Γυμνάσιον ἀπεφάσισα νὰ τὰ στείλω καὶ τὰ δυὸ νὰ σπουδάσουν εἰς Ἀθήνας εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Ἡ κόρη, καίτοι μικρότερα κατὰ δυὸ ἔτη, ὑπερτερεῖ κατὰ πολλὰ τὸν ἀδελφόν της εἰς τὰ γράμματα, εἰς τὴν ἐπιμέλειαν, εἰς τὴν ἀγάπην, εὐσέβειαν, πίστιν, σύνεσιν, φρόνησιν καὶ λοιπὰς ἀρετάς· ὅταν τῆς ἐπρότεινα νὰ ὑπάγη εἰς τὸ Πανεπιστήμιον μὲ τὸν ἀδελφόν της, μοὶ εἶπεν: «Πάτερ μου, πάντοτε εἰς ὅλα σοῦ ἔκανα ὑπακοή, εἰς αὐτὸ δὲν θὰ σοῦ κάμω. Μὲ ἀρκοῦν τὰ γράμματα ποὺ ἔμαθα». «Ἐγὼ θέλω κόρη μου, τῆς εἶπα, νὰ σὲ στείλω νὰ γίνης ἐπιστήμων». «Καὶ ἐγὼ πάτερ μου, μὲ ἀπήντησε, θεωρῶ ὅτι μεγαλύτερα ἐπιστήμη εἰς ἕνα κορίτσι δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τοῦ νὰ φυλάξη τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ, ἥτις λέγει: «Τίμα τὸν Πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου, ἵνα ἐν σοὶ γένηται», νὰ ἀγαπήση τοὺς γονεῖς της, νὰ τοὺς ὑπηρέτηση καὶ βοηθήση εἰς τὸ γῆρας των, ὅταν δὲν ἔχουν ἄλλο παιδὶ ὡς ὑμεῖς, οἱ ὁποῖοι τόσο ἐκοπιάσατε δι᾿ ἐμὲ καὶ ὅταν ἤμην εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητέρας, καὶ ὅταν ἤμην νήπιον καὶ κατόπιν μικρὸ κορίτσι καὶ μέχρι τώρα. Εἶναι ἀδύνατον νὰ σᾶς ἀφήσω καὶ μάλιστα τώρα ποὺ ἐγηράσατε».Βλέπων τὴν ἐπιμονήν της, τὴν ἄφησα καὶ βλέπων τὴν ἀγάπην καὶ ἀφοσίωσιν, τὴν περιποίησιν καὶ τὴν φροντίδα ποὺ εἶχε καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὴν μητέρα της ἐχαιρόμεθα καὶ ἐνομίζαμε ὅτι εἴμεθα εὐτυχεῖς καὶ θὰ εἴμεθα διὰ πάντα, καὶ πολλοὶ μᾶς ἐμακάριζον, ὅτι εἴχαμεν τοιαύτην χαριτωμένην κόρην, καὶ ἐλησμονήσαμεν ὅτι ἡ χαρὰ καὶ ἡ εὐτυχία ἡ διαρκῆς δὲν εἶναι εἰς τὸν παρόντα πρόσκαιρον βίον, ἀλλ᾿ εἰς τὴν μέλλουσαν ζωήν.Δὲν παρῆλθε πολὺς καιρὸς καὶ ἠσθένησε σοβαρὰν ἀσθένειαν καὶ οἱ ἰατροὶ ἀπεφάνθησαν ὅτι θὰ ἀποθάνη. Ἡ χαρά μας μετεβλήθη εἰς λύπην ἄφατον. Εἰς τὴν ἀπελπισίαν μου κατέφυγον εἰς τὴν ταχυνὴν βοήθειαν, εἰς τὴν ἐλπίδα καὶ προστασίαν καὶ καταφυγὴν τῶν Χριστιανῶν, τὴν Εὐσπλαχνικωτάτην Μητέρα τοῦ Θεοῦ, τὴν Παναγίαν τὴν Μεγαλόχαριν Εὐαγγελίστριαν. Εἰσελθὼν δὲ εἰς τὸν ἰδιόκτητον Ναόν της, τὸν ὁποῖον εἶχον ἐκ κληρονομιᾶς τῶν γονέων μου, πλησίον τῆς οἰκίας μου καὶ προσπεσῶν ἔμπροσθεν τῆς εἰκόνος γονυπετής, τὴν παρεκάλουν μετὰ θερμῶν δακρύων νὰ σώση τὴν κόρην μου ἐκ τοῦ θανάτου, ἢ νὰ πάρη τὸ ἀγόρι μου καὶ νὰ μοὶ ἀφήση τὸ κορίτσι, ποὺ ἦτο τόσον καλόν. Ἡ Παναγία δὲν μὲ ἤκουσε καὶ ἀπέθανε τὸ θυγάτριόν μου. Ὅταν ἀπέθανε καὶ ἐγὼ καὶ ἡ σύζυγός μου εἴμεθα ἀπαρηγόρητοι, τίποτε ἄλλο δὲν ἐκάναμε, μόνον ἡμέραν καὶ νύκτα ἐθρηνούσαμε τὴν δυστυχίαν μας.Ἐπὶ 15 ἡμέρας ἔμενα κλεισμένος μὲ τὴν σύζυγόν μου εἰς τὴν οἰκίαν μας διαρκῶς κλαίοντες καὶ ἀφοῦ συνεπληρώθησαν 15 ἡμέραι ἐπῆγα εἰς τὴν πλησίον τῆς οἰκίας μου Ἐκκλησίαν καὶ ἤναψα τὴν κανδήλαν τῆς Παναγίας καὶ ἐνθυμηθεὶς ὅτι τὴν παρεκάλουν νὰ σώση τὴν κόρην μου καὶ δὲν τὴν ἔσωσε ἔσβυσα τὴν κανδήλαν καὶ εἶπα πρὸς τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας μὲ θυμόν. «Ἐπειδὴ δὲν μὲ ἤκουσες Παναγία καὶ ἐγὼ σοῦ σβύνω τὴν κανδήλαν» καὶ ἐπῆγα εἰς τὸν οἶκον μου. Μόλις ἀνεκλήθην εἰς τὴν κλίνην μου ἦλθον δυὸ ἀστραπόμορφοι νέοι, μὲ παρέλαβον, μὲ ἐξήγαγον ἐκ τῆς οἰκίας καὶ ἐπεριπατούσαμεν εἰς μίαν πεδιάδα. Φοβηθεὶς τοῖς εἶπον ποῦ μὲ πηγαίνετε; Σὲ ὑπάγωμεν, μοὶ εἶπον, νὰ ἴδης τὴν κόρην σου. Ἡ κόρη μου τοῖς εἶπον εἶναι 15 ἡμέραι ποὺ ἀπέθανε, δὲν ὑπάρχει. Τότε μὲ ὑφὸς αὐστηρὸν μοὶ εἶπον «ἄπιστε, ἀκόμη δὲν πιστεύεις; ἐλθὲ νὰ τὴν ἰδῆς». Καὶ προχωρήσαντες ὀλίγον ἐφθάσαμεν εἰς ἕνα κῆπον θαυμάσιον, ὁ ὁποῖος ὁμοίαζε μὲ τὸν Παράδεισον. Εἰς τὸ μέσον τοῦ Παραδείσου ἦτο ἕνα μεγαλοπρεπέστατον ἀνάκτορον κτισμένον ἀπὸ χρυσὸν στίλβοντα. Μοὶ ἔδειξαν μίαν μεγάλην πύλην χρυσὴν καὶ μοὶ λέγουν «εἴσελθε ἀπὸ τὴν πύλην ταύτην εἰς τὸ ἀνάκτορον, ἐκεῖ θὰ ἴδης τὴν κόρην σου»σ.Εἰσελθὼν διὰ τῆς πύλης βλέπω μίαν αἴθουσαν βασιλικὴν ἀπέραντον. Εἰς τὴν αἴθουσαν ἐκείνην ἦσαν μυριάδες παρθένων, αἱ ὁποῖαι ἐκάθηντο εἰς θρόνους χρυσοὺς καὶ δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἦσαν λαμπάδες. Τὰ πρόσωπα τῶν παρθένων ἐξήστραπτον ὑπὲρ τὸν ἥλιον, τὸ δὲ φῶς τῶν λαμπάδων καὶ ἐν γένει οἱ θρόνοι τῶν παρθένων, τὸ κάλλος τῆς αἰθούσης καὶ τοῦ ἀνακτόρου ἦτο ἀνερμήνευτον καὶ ἀκατανόητον. Παρατηρῶν τὰς παρθένους βλέπω τὴν κόρην μου εἰς θρόνον χρυσοῦν ἐξαστράπτουσαν τῷ κάλλει, ἀλλ᾿ αἱ λαμπάδες της ἦσαν ἐσβεσμέναι. Μόλις τὴν εἶδον τὴν ἀνεγνώρισα τρέχω μὲ χαρὰν νὰ τὴν ἐναγκαλισθῶ, νὰ τὴν φιλήσω, ἀλλὰ μόλις ἐπλησίασα ἠγέρθη τοῦ θρόνου καὶ μὲ ὄμμα αὐστηρὸν μὲ κοίταξε καὶ μοὶ λέγει! «φύγε ἀπὸ ἐδῶ· πῶς ἐτόλμησες καὶ ἦλθες καὶ ἐδῶ νὰ μὲ ἐνόχλησης;». Καὶ μὲ ἐξέβαλε τῆς αἰθούσης καὶ ἐκάθησε πάλιν εἰς τὸν θρόνον της. Ἐγὼ δὲ ἤρχισα νὰ παραπονοῦμαι καὶ νὰ τῆς λέγω. «Κόρη μου, διατί δὲν μὲ δέχεσαι; δὲν ἠξεύρεις πόσον σὲ ἠγάπων; Ἐγὼ παρεκάλουν τὴν Παναγίαν νὰ πεθάνη ὁ ἀδελφός σου διὰ νὰ ζήσης ἐσὺ νὰ σὲ ἔχω μαζί μου καὶ σὺ μὲ διώκεις;». «Παῦσε, μοὶ λέγει, νὰ λέγης ὅτι μὲ ἀγαπᾶς, διότι ἐὰν μὲ ἠγάπας ἔπρεπε νὰ ἔχαιρες εἰς τὴν εὐτυχίαν μου, εἰς τὴν δόξαν μου, εἰς τὴν τιμήν μου καὶ ὄχι νὰ λυπῆσαι. Ἔπρεπε νὰ εὐχαριστῆς τὸν Θεὸν καὶ τὴν Παναγίαν, ποὺ μὲ ἠξίωσαν τοιαύτης εὐτυχίας καὶ δόξης καὶ ὄχι νὰ γογγύζης». Τότε τῆς λέγω «κόρη μου, διατί τῶν ἄλλων παρθένων αἱ λαμπάδες εἶναι ἀνημμέναι, αἱ δὲ ἰδικαί σου εἶναι ἐσβησμέναι;». Μοὶ ἀπήντησε! «σὺ καὶ ἡ μητέρα μου μοῦ τὰς ἐσβύσατε μὲ τὰ δάκρυά σας, καὶ ἂν δὲν παύσετε νὰ κλαίετε, νὰ μὴ λέγετε ὅτι εἶμαι κόρη σας». Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐξύπνησα καὶ στοχαζόμενος ἐκεῖνα τὰ μεγαλεῖα τὰ ὁποῖα εἶδον καὶ τὴν δόξαν τῶν παρθένων καὶ τῆς κόρης μου καὶ τὸ κάλλος τὸ ἀμήχανον, ἔμεινα ἄρκετην ὥραν ἐκστατικὸς καὶ ἀφοῦ συνῆλθον διηγήθην εἰς τὴν σύζυγόν μου τὰ ὅσα εἶδον καὶ παρηγορήθη ἀρκετά. Ἐν τῷ μεταξὺ ἤρχισεν ἡμέρα καὶ τρέχω εἰς τὴν ἐκκλησίαν καὶ προσπίπτων γονυκλινὴς ἔμπροσθεν τῆς εἰκόνος τῆς Παναγίας, μὲ δάκρυα μετανοίας καὶ χαρᾶς ἐζήτουν συγχώρησιν. «Παναγία μου, παρηγορήτριά μου καὶ προστασία καὶ ἐμοῦ καὶ ὅλων τῶν Χριστιανῶν, συγχώρησόν μοι διὰ τὰ ἄσκοπα καὶ ἄπρεπα λόγια ποὺ σοῦ εἶπα. Ἡ πολλὴ θλίψις μοὶ ἐπροξένησε παραφροσύνην. Σὲ εὐχαριστῶ μυριάκις, σὲ εὐχαριστῶ καὶ θὰ σὲ εὐχαριστῶ μέχρι τέλους τῆς ζωῆς μου καὶ θὰ σοῦ ἀνάπτω τὸ κανδήλι ἡμέραν καὶ νύκτα».Ἐπιστρέψας εἰς τὸν οἶκον μου ἐφόρεσα τὰ γιορτινά μου ροῦχα καὶ ἐξῆλθον εἰς τὴν ἀγορὰν περιπατῶν καὶ χαίρων εἰς τὴν κεντρικὴν ὁδὸν τῆς χώρας. Μόλις μὲ εἶδον οἱ ἄνθρωποι ἔτρεχον νὰ μὲ συλλυπηθοῦν.


 

Ἐγὼ δὲ τοὺς ἔλεγον δὲν δέχομαι συλλυπητήρια.

 Δέχομαι συγχαρητήρια. 

Μερικοὶ τῶν φίλων καὶ γνωστῶν ἤκουσα νὰ ψιθυρίζουν καὶ νὰ λέγουν, τί κρίμα: 

Ὁ μπάρμπα-Πέτρος τὰ ἔχασε ἀπὸ τὴν πολλὴν λύπην. 

Ἐγὼ τοὺς ἐπλησίασα καὶ τοὺς εἶπον· 

«ὄχι δὲν τὰ ἔχασα, πρὶν νὰ ἴδω τὴν κόρην μου τὰ εἶχα χάσει, 

ἀλλὰ τώρα ποὺ τὴν εἶδα, 

εἶδα ὅτι ζῆ καὶ εὑρίσκεται εἰς μεγάλην δόξαν, τιμὴν καὶ εὐτυχίαν·

 εἶναι εἰς τὸν χορὸν τῶν παρθένων,

 ἔχω χαρὰν μεγάλην καὶ θεωρῶ ἑμαυτὸν εὐτυχῆ, 

ὅτι ἔχω κόρην νύμφην τοῦ Οὐρανίου Νυμφίου.



                                        

Μακαριστός Αρχιμανδρίτης π. Φιλόθεος Ζερβάκος


ΟΣΙΟΤΑΤΗΝ ΕΝ ΚΥΡΙΩ ΑΓΑΠΗΤΗΝ ΟΣΙΑΝ ΞΕΝΗΝ


 

 

«ταν ἡ πρώτη ἡγουμένη τοῦ Μοναστηρίου» ἔλεγε ἡ Εὐαγγελία Μπέση. «Ἁγία γυναῖκα. Ἦταν προικισμένη μὲ πολλὲς ἀρετές. Ἐφάρμοζε κατὰ γράμμα τὶς συμβουλὲς τοῦ Σεβασμιότατου καὶ βοηθοῦσε καὶ τὶς ἀδελφὲς νὰ τὶς ἐφαρμόσουν καὶ αὐτές. Τὴν σέβονταν ὅλες. Εἶχε καὶ θαυμάσιο ποιητικὸ τάλαντο. Ἦταν θρησκευτικὴ ποιήτρια. Ἔγραφε ὕμνους στὸ Χριστό, στὴν Παναγία, στοὺς Ἁγίους.


πέροχη ψυχή. Ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ».Παρεμφερεῖς εἶναι καὶ οἱ ἐνθυμήσεις τοῦ Σωτηρίου Οἰκονόμου, μαθητοῦ τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου στὴν Ριζάρειο Σχολή, διηγεῖται μὲ ἔμφαση: «Ἁγία ψυχή! Μάλιστα ἀπορῶ πῶς δὲν τὴν ἀνακήρυξαν καὶ αὐτὴν ἁγία. Ἡ Πετρούλα Βότση-Γιαννακοπούλου ἀφηγήθηκε προσωπική της ἐμπειρία: «Ἦταν Ἅγιος ἄνθρωπος! Χαριτωμένος. Εἶχε καὶ χάρισμα προορατικό.


κεῖ ποὺ εἶναι σήμερα τὸ ἐξομολογητήριο, ἦταν παλιὰ πορτίτσα μισή - μισὴ πάνω μισὴ κάτω. - Καλημέρα Γερόντισσα, τῆς ἔλεγα. -Καλῶς τὴν Πετρούλα, ἀποκρινόταν καλοσυνάτα. Ὅποιος καὶ ἂν τὴν πλησίαζε, δίχως φυσικὰ νὰ βλέπει, οὔτε μία ἀκτῖνα φῶς, ἐπικοινωνοῦσε μαζί του σὰν νὰ ἔβλεπε κανονικά. Λέτε καὶ δὲν ἦταν τυφλή. Εἶχε χάρισμα...».Ἰδιαιτέρως σημαντικὴ εἶναι καὶ ἡ μαρτυρία τῆς ἀνιψιᾶς της, Μαρίας Στρογγυλοῦ: «Ὅταν προσευχόταν, νόμιζες πῶς δὲν πατοῦσε στὴ γῆ! Ὅτι βρισκόταν στὸν οὐρανό!»


Αἰγηνίτισσα μοναχὴ Νεκταρία ἔλεγε γι᾿ αὐτή: «Ἦταν ἁγία γυναῖκα! Εὐωδιάζουν τὰ ὀστᾶ της! Πολλὰ βράδια στὸ ἀπόδειπνο -ἀφοῦ εἶχε κοιμηθεῖ ὁ Ἅγιος- ἔβλεπε ἕνα Γεροντάκι μὲ τὸ σκουφάκι του τὸ μαῦρο καὶ περιφερόταν γύρω-γύρω, τὴν ὥρα τῆς ἀκολουθίας. Δὲν ἔβλεπε καθόλου. Ἀλλὰ τὰ πάντα «ἔβλεπε». Ὅταν ἔμπαινε στὸ Ναὸ ἔλεγε: -Γιατί παιδιά μου ἔχουν σκόνη οἱ Εἰκόνες αὐτές; Μιὰ μέρα μοῦ εἶπε: -Γιατί Ζηνοβία φορᾷς τόσο κοντὸ φουστανάκι, ἀφοῦ θὰ γίνεις μοναχή;»


Τὸν Ἅγιο τὸν ξενύχτησαν πολλοὶ στὸ Μοναστήρι. Ἡ Γερόντισσα Ξένη γύριζε γύρω-γύρω καὶ παρηγοροῦσε τὸν κόσμο ποὺ ἔκλαιγε. Τὸ ἀπόγευμα πρὶν κοιμηθῇ ὁ Δεσπότης, οἱ καλόγριες πῆραν τηλεγράφημα ποὺ ἔλεγε ὅτι πάει καλύτερα στὸ Ἀρεταίειο. Χάρηκαν. Ἡ Ξένη ὅμως δὲν χάρηκε. Τὸν εἶχε δεῖ στὴν αὐλὴ τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ τῆς εἶπε: -Ἦρθα νὰ σᾶς χαιρετίσω. Ἀναχωρῶ! Ὕστερα ἀπὸ λίγη ὥρα μάθαμε τὰ μαντάτα. Ὁ Δεσπότης κοιμήθηκε.Στὶς ἑκατὸν τριάντα ἕξι σῳζόμενες ἐπιστολὲς τοῦ ἁγίου Νεκταρίου, οἱ ἑκατὸν δέκα περίπου ἀποστέλλονται πρὸς τὴν «ὁσιωτάτην ἐν Κυρίῳ ἀγαπητὴν ὁσίαν Ξένην».


ὁσία παρὰ τὴν ἀσθενικήν της κράση ἐβίαζε τόσον ἑαυτὴν προσευχομένη καὶ νηστεύουσα, ὥστε ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος νὰ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη νὰ τῆς ὑπενθυμίζῃ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκθέτῃ τὴν ὑγεία της σὲ κίνδυνο. Ἄλλοτε πάλι, τῆς ἔγραφε «νὰ ὀλιγοστεύσῃ τὰ κομβοσκοίνια». Ἐκείνη, βεβαίως, πειθαρχοῦσε, διότι ἦτο ἄνθρωπος ὑπακοῆς, ἐγνώριζε, ἐξ ἄλλου, καλῶς τί θὰ ἀπαντοῦσε ὁ ἅγιος ὅταν ὁποιαδήποτε μοναχὴ παρήκουε τὶς νουθεσίες του: «Φυλάξατε τὰς συνθήκας τοῦ ἁγίου σχήματος καὶ τοὺς νόμους Του».


ἴδια εἶχε μεγάλη εὐαισθησία καὶ φόβο Θεοῦ προκειμένου νὰ κοινωνήσει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ποτὲ δὲν μεταλάμβανε ἂν δὲν ἔπαιρνε τὴν εὐλογία τοῦ ἁγίου. Εἶχε βαθιὰ ταπείνωση. Ἀρκεῖ νὰ μνημονευθεῖ ὅτι ὅταν τῆς ἔδιναν καινούργιο ράσο δὲν ἐπιθυμοῦσε νὰ τὸ φοράῃ καινούργιο, γι᾿ αὐτὸ ἔκοβε ὁρισμένα τεμάχια καὶ τοποθετοῦσε στὴν θέση τοῦ μπαλώματα, ὥστε νὰ φαίνεται παλαιό. Εἶχε διαυγῆ διάκριση καὶ θεάρεστη ὑπομονή. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος, πεπεισμένος διὰ τὴν πνευματική της σοφία καὶ σύνεση, τῆς ἔγραφε νὰ γνωρίσῃ τὶς ἀδελφὲς «ὅτι ὀφείλουσιν ἅπασαι νὰ ἐξαγορεύονται τοὺς λογισμούς των εἰς αὐτήν», ἄλλοτε πάλι, τῆς ἔγραφε: «ἐπιθυμῶ οὐδεμία τῶν ἀδελφῶν πλήν σου νὰ διατάσσῃ».Ἀσκούμενη καὶ ἁγιαζομένη τοιουτοτρόπως, κατέστη ἔμπειρος εἰς τοὺς ὅρους τοῦ μοναχικοῦ πολιτεύματος.


Αὐτὸ φαίνεται καὶ ἀπὸ μία ἐπιστολὴ τοῦ ἁγίου, ὁ ὁποῖος τῆς ἔγραφε γιὰ μία ἀδερφή: «Ὑπομιμνήσκω αὐτὴ τοὺς ὅρους τοῦ μοναχικοῦ πολιτεύματος. Πρῶτον: Αὐταπάρνησις. Ταύτη ἕπεται ἡ ἐκκοπὴ τοῦ θελήματος καὶ ἡ ὑποταγή. Δεύτερον: Ὑπομονὴ καὶ ταπείνωσις καὶ τὰ παρεπόμενα ταῖς ἀρεταῖς ταύταις. Καὶ τρίτον: Προσοχὴ καὶ διάκρισις» καὶ ἐν συνεχείᾳ τῆς παραγγέλει: «Περὶ αὐτῶν καὶ περὶ τῶν λοιπῶν τοῦ πολιτεύματος ὅρων νὰ τὴν διδάξεις σύ».


θεία Ἡγουμένη Ξένη - ἔχουσα ὑπόψη της τὸ «ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν» – ἐβίαζε τὸν ἑαυτόν της (ὅπως τὴν καθοδηγοῦσε ὁ ἅγιος) μετὰ συνέσεως ἐν πᾶσι», «ὥστε ἡ πίστις, ἡ ἐλπὶς καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸν ἔβαινον καθ᾿ ἑκάστην τελειούμεναι». Ἄκουσε τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου πατέρα της. Ἀγωνιζόταν νὰ δουλεύει γιὰ τὸ Θεὸ καὶ νὰ ἔχει τὸ νοῦ της στὸ Θεό, καὶ αὐτὰ προσπαθοῦσε νὰ ἐμπνεύσει καὶ στὶς ψυχὲς τῶν μοναζουσῶν τῆς ἀδελφότητος, συνιστώντας σὲ αὐτὲς τὴν προσευχή, καὶ τὴν προσοχή. Μάλιστα, γιὰ νὰ μὴν τὸ ξεχνοῦν τὶς παρακινοῦσε κάθε μέρα νὰ γράφουν στὴν παλάμη τοὺς προσοχὴ καὶ προσευχή. 


παναπαυόμενος ὁ ἅγιος ἀπὸ τὴν ἁγιότητά της, τῆς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ σταυρώσει μὲ ἅγιο λείψανο μία ἀδερφή. Στὴ σκέψη της καὶ στὴ γνώμη της, ὁ ἅγιος ἔδινε πολὺ σημασία, γι᾿ αὐτὸ τῆς ἀνέθεσε ἐν λευκῷ καὶ κατὰ τὴν κρίση της τὸ πρόγραμμα τῆς Μονῆς. Ἀκόμη καὶ τὸ κελλί του τὸ ἔκτισε τελικὰ ἐκεῖ ποὺ εἶχε τὴν γνώμη της νὰ κτισθεῖ.Αὐτὰ εἶναι στὴν πνευματικὴ σφαῖρα συντελούμενα θαύματα, μιὰ ἀγράμματος, στερούμενη καὶ τοῦ φυσικοῦ φωτὸς τῶν ματιῶν, κατορθώνει νὰ διοικεῖ μοναστικὴ ἀδελφότητα καὶ νὰ προάγει αὐτὴ πνευματικῶς.


μοναχὴ Ξένη «εἶχε μία πηγαία ποιητικὴ φλέβα, μιὰ εὐαίσθητη ψυχὴ ποὺ τὴν λέπτυναν ἀκόμη περισσότερο ὁ πόνος καὶ ἡ πίστη. Αἰσθανόταν τὴν ἀνάγκη νὰ ἐκφράζει σὲ στίχους τὰ συναισθήματα ποὺ τὴν πλημμύριζαν, τὴν ἀγάπη της γιὰ τὸ Χριστό, τὴν Παναγία, τὸ δέος μπροστὰ στὴν φοβερὴ Δευτέρα Παρουσία, τὸ φόβο γιὰ τὶς ἁμαρτίες της καὶ τὸν κρυμμένο πόνο, γιὰ τὸ βαθὺ σκοτάδι ποὺ τὴν ἔζωνε. Οἱ στίχοι ποὺ ἡ τύφλωσή της τῆς ἐμπνέει τρέμουν ἀπὸ στεναγμό, ἀλλὰ δονοῦνται ἀπὸ ἁπαλὴ πίστη καὶ ἁπαλύνουν μὲ τὴν παρηγοριὰ ποὺ ἡ ὁλόψυχη ἀφοσίωση στὸ Θεὸ μπορεῖ νὰ δώσει.




Μακαριστή Ξένη Μοναχή


Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014

ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΤΟΥ ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ


 

 

 

Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός,

πάντοτε παρότρυνε τοὺς Ῥωμηοὺς νὰ ὁμιλοῦν τὴν γλώσσα τους.

 Ἐγνώριζε καλῶς ὅτι ὅποιος χάνει τὴν γλῶσσά του, 

σιγὰ-σιγά, χάνει καὶ τὴν πίστη του.

Γιὰ πολλὰ χρόνια μετά, ἕνας μεγάλος ξύλινος Σταυρός, 

ποὺ στηνόταν πάντα στὸν τρόπο ποὺ κήρυττε, ὑπενθύμιζε τὴν διδασκαλία του καὶ τὰ θαύματά του. 

Ὁ Ἅγιος ἔφευγε γιὰ ἄλλους τόπους κινούμενος ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος,

 ἔμενε ὅμως ὁ Σταυρός, 

ἀψευδὴς μάρτυς τῆς ἁγίας διελεύσεώς του.

Τὸ σπουδαῖον εἶναι τὸ ὅτι ὄχι μόνον οἱ Χριστιανοί, ἀλλὰ καὶ οἱ Ὀθωμανοί, τιμοῦσαν ὑπερβολικὰ τὸν Ἅγιο. 

Τὸν σέβονταν, ὡς Ἀζίζ, ὡς Ἅγιο. 

Εἶχε θεραπεύσει πολλοὺς ἀπὸ αὐτοὺς ἀπὸ ἀνίατες ἀσθένειες. 

Τὸ ὁμολογεῖ καὶ ὁ ἴδιος σὲ μία ἐπιστολή του πρὸς τὸν αὐτάδελφό του Χρύσανθο 

ποὺ τότε ἦταν δάσκαλος στὴν Νάξο.


Τὸν μισοῦσαν ὅμως θανάσιμα οἱ Ἑβραῖοι. Ὁ Ἅγιος οὐδέποτε εἶχεν ἐκστομίσει κάτι ἐναντίον τους. Στὰ κηρύγματά του εἰσχωροῦσαν καὶ κατάσκοποι, ῥωμηοὶ πολλὲς φορές, σταλμένοι ἀπὸ τοὺς κρατοῦντας. Τὸ γνώριζε αὐτὸ ὁ Ἅγιος καὶ γιὰ αὐτὸ ἦταν προσεκτικός. Μιλοῦσε ἀλληγορικὰ καὶ ὁ νοῶν νοείτω.


Γιατί τὸν μισοῦσαν λοιπόν; Γιατὶ ἐμμέσως τοὺς ἐζημίωνε. Δίδασκε τὸν λαό, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ κάνουν παζάρια, οὔτε νὰ πηγαίνουν σὲ παζάρια καὶ νὰ κάνουν ἀγοραπωλησίες κατὰ τὴν ἡμέρα τῆς Κυριακῆς. Ἡ Κυριακή, εἶναι ἡμέρα ἁγιασμένη, ανήκει στὸν Κύριο. Οἱ Χριστιανοί, πρέπει νὰ πηγαίνουν στὴν Ἐκκλησία και ὄχι στὰ παζάρια. Καὶ μετὰ τὴν Ἐκκλησία νὰ προσεύχονται, νὰ διαβάζουν βιβλία πνευματικά.Οἱ Ἑβραῖοι ἦσαν φανατικοὶ τηρητὲς τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου.


Οὔτε φωτιὰ δὲν ἄναβαν. Εἶχαν πείσει τοὺς Τούρκους –μὲ χρῆμα ἄφθονο βέβαια- νὰ γίνονται τὰ παζάρια τὴν Κυριακή. Τοὺς Τούρκους δὲν τοὺς ἔνοιαζε καὶ πολύ. Αὐτοὶ σὰν ἀργία εἶχαν τὴν Παρασκευή. Οἱ Χριστιανοί, δυναστευόμενοι δὲν εἶχαν τὴν δυνατότητα νὰ ἀντιδράσουν. Ἦσαν τὰ θύματα. Θὰ μποροῦσαν τὰ παζάρια νὰ γίνονται σὲ ἄλλη μέρα τῆς ἑβδομάδος, ἀλλὰ τότε οἱ Χριστιανοί, ἐργάζονταν.


Καὶ ποιός θὰ τοὺς ἄρμεγε; Τὰ παζάρια ἦσαν τότε ἀπαραίτητα. Ἐκεῖ εὕρισκες ἀπὸ βελόνι μέχρι κανόνι, ποὺ λέει ὁ λόγος. Ἐμπορικὰ καταστήματα δὲν ὑπῆρχαν. Τὸ ἐμπόριο γινόταν σχεδὸν ἀποκλειστικὰ στὰ παζάρια. Καλοῦσε λοιπὸν ὁ Ἅγιος σὲ παθητικὴ ἀντίσταση τοὺς Χριστιανούς. Αὐτοὶ ἦσαν οἱ περισσότεροι. Δὲν ἦτο δυνατόν, μία μικρὴ μειονότης ποὺ ἦσαν οἱ Εβραῖοι νὰ ἐπιβάλλουν τὶς θελήσεις των. Τὰ παζάρια ἔπρεπε νὰ γίνονται τὰ Σάββατα.Εἶναι προτιμότερο νὰ πατήσῃς τίγρη στὰ νύχια, παρὰ Ἑβραῖο στὸ συμφέρον.


Αὐτὸ τὸ συμφέρον τοὺς εἶχε μεταβάλλει σὲ δυνάστες. Ὅλοι οἱ Ῥωμηοί, ἀκόμη καὶ τὸ Πατριαρχεῖο, στέναζαν ἀπὸ τὴν τοκογλυφία τους.Ἔπρεπε λοιπόν, νὰ φύγῃ ὁ Ἅγιος ἀπὸ τὴν μέση. Μὰ πῶς ὅμως; Ἡ κατηγορία ὅτι κήρυττε νὰ γίνονται τὰ παζάρια τὸ Σάββατο δὲν θὰ ἔπιανε. Καὶ ἂν ἔπιανε δὲν θὰ ὡδηγοῦσε σὲ θάνατο τὸν Ἅγιο. Χρειάζονταν νὰ βροῦν γερὸ πάτημα. Καὶ δὲν ἄργησαν νὰ τὸ βροῦν.


Μαΐστορες στὴν συκοφαντία, ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ Χριστοῦ μας. Διέδωσαν ὅτι ὁ Ἅγιος ἦταν πράκτορας τῆς Μοσχοβίας, τῆς Ῥωσσίας δηλαδή. Αὐτὸ θὰ ἔπιανε ἔστω καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχε ἴχνος ἀληθείας. Οἱ Τοῦρκοι φοβοῦνταν τοὺς Ῥώσσους, ὅπως ὁ διάβολος φοβᾶται τὸ λιβάνι. Οἱ ἀλλεπάλληλοι Ῥωσσοτουρκικοὶ πόλεμοι κατέληγαν πάντα μὲ νίκη τῶν Ῥώσσων.


Τὸ μάτι τοῦ Τσάρου ἦταν πάντα στραμμένο στὴν Κωνσταντινούπολη, στὸ Αἰγαῖο, στὴν Μεσόγειο. Κάθε λοιπὸν ἀναφορὰ στοὺς Ῥωσσους, θεωροῦνταν προδοσία κατὰ της Ὑψηλῆς Πύλης. Οἱ ἀναφορὲς τῶν κατασκόπων ἦταν αρνητικές. Ἀπεδείχθη ὅτι ἡ κατηγορία ἦταν ψευδής, καὶ ἔτσι ἔπεσε στὸ κενό. Ἀλλὰ δὲν ἀπελπίστηκαν.


ταν δὲν πιάνει ἡ συκοφαντία πιάνει ὁ παράς. Ἐδωροδόκησαν (παληὰ ἡ τέχνη καὶ πάντοτε ἐπιτυχής), τον Κοὺρτ Πασά. Κοὺρτ στὰ τούρκικα σημαίνει λύκος και λύκος ἦταν. Μὲ δόλο συνέλαβε τὸν Ἅγιο. Σύντομες οἱ διαδικασίες. Οἱ επτὰ δήμιοι τοῦ ἀνέγνωσαν τὴν καταδικαστικὴ ἀπόφαση τοῦ Πασά: Θάνατον στὴν ἀγχόνη. Κρεμάλα.


Αἴτιο: Ἦταν προδότης, ἀγνώμων στὴν εὐσπλαγχνία τοῦ Σουλτάνου. Τόλμησε νὰ σηκώσῃ τὸ κεφάλι κατὰ τοῦ αὐθέντη του.Ὁ Ἅγιος ἐδέχθη μὲ πολλὴ χαρὰ τὴν ἀπόφαση, καίτοι ἤξερε ὅτι ἦταν κατασκευασμένη. Ἄλλωστε αὐτὸ δὲν ποθοῦσε πάντοτε; Νὰ σφραγίσῃ μὲ τὸ αἷμά του τὴν διδαχή του.Τὸ περίμενε πάντα.


Γιὰ αὐτὸ μόλις ἄκουσε την καταδίκη του γονάτισε καὶ προσευχήθηκε στὸν Ἅγιο Θεό. Τὸν εὐχαρίστησε καὶ τὸν ἐδόξασε γιατὶ τὸν ἀξίωσε νὰ θυσιάσῃ καὶ τὴν ζωή του γιὰ Αὐτόν, τὸν ὁποῖον ἠγάπησεν ἡ ψυχή του.Σηκώθηκε, ἐστράφη καὶ πρὸς τὰ τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος καὶ εὐλόγησε ὅλους τοὺς Χριστιανούς, στὰ πέρατα τῆς γῆς, ὅσους φυλάσσουν τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ.


Οἱ δήμιοι τον ἔσυραν κοντὰ σὲ ἕνα γέρικο δένδρο. Ἔψαξαν καὶ βρῆκαν ἕνα γερὸ κλωνάρι. Θέλησαν νὰ δέσουν πισθάγκωνα τὰ χέρια του. Ὁ Ἅγιος ὑπεσχέθη ὅτι δὲν πρόκειται νὰ φέρῃ ἀντίσταση. Θὰ τὰ κρατεῖ σταυρωμένα μπροστὰ στὸ στῆθός του, σὰν νὰ ἦταν δεμένα. Τὸ δέχθηκαν. Τί μποροῦσε ἐξ ἄλλου νὰ κάμη ἕνα ἀδύναμο γεροντάκι σὲ ἑπτὰ θηρία; Ἔφεραν τὸ χοντρὸ σκοινί. Ἔκαμαν θηλειὰ συρόμενη στὸ ἕνα ἄκρο. Ζύγιασαν τὸ ἄλλο ἄκρο καὶ τὸ πέταξαν πάνω ἀπὸ τὸ κλωνάρι.


Πέρασαν τὴν θηλειὰ στὸ λαιμὸ τοῦ Ἁγίου. Τὴν ἔσφιξαν. Ἑπτὰ ζευγάρια μυώδη μπράτσα τράβηξαν τὸ σχοινί. Τὸ ἁγιασμένο σῶμα βρέθηκε μὲ μιᾶς μετέωρο. Ἦλθε τὸ τέλος. Ἡ ψυχή του σὰν λευκὸ περιστέρι πέταξε στὸν οὐρανό. Ὁ ἀστὴρ ὁ μέγας καὶ τὸ καύχημα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστου, ἔδυσε στὴν γῆ γιὰ νὰ ἀνατείλῃ στὸν οὐρανό.Μόλις τὸ σῶμα ἔπαψε νὰ κινῆται, οἱ βάρβαροι δήμιοι τὸ κατέβασαν ἀπὸ τὴν αὐτοσχέδια κρεμάλα. Τὸ ξεγύμνωσαν, τοῦ ἔδεσαν στὸ λαιμὸ ἕνα βαρὺ λιθάρι καὶ τὸ πέταξαν στὸ ποτάμι. Καὶ ὅλα αὐτὰ κρυφὰ καὶ ἐν βίᾳ. Νὰ μὴ τὸ μάθῃ ὁ λαός.Δὲν ἄργησε νὰ τὸ μάθῃ.


Πλήθη πιστῶν ἄρχισαν νὰ συῤῥέουν στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου. Ἔψαχναν, ἔψαχναν ὅλο τὸ ποτάμι γιὰ νὰ βροῦν τὸ Ἅγιο Λείψανο, ἀλλὰ εἰς μάτην.Ἐκεῖ κοντά, ὑπῆρχεν ἕνα μοναστήρι ἀφιερωμένο στὰ Εἰσόδια τῆς Θεοτόκου. Ἔφθασε καὶ σὲ αὐτὸ ἡ φήμη ὅτι ὁ Ἅγιος μαρτύρησε καὶ ὅτι τὸ ἅγιο λείψανο δὲν βρισκόταν.Ἕνας εὐλαβὴς ἱερομόναχος τοῦ Μοναστηριοῦ, ὀνομαζόμενος παπα-Μάρκος ἀπεφάσισε νὰ ψάξῃ καὶ αὐτός.


ταν ἤδη ἡ τρίτη ἡμέρα μετὰ τὸ μαρτύριο. Κατεβαίνει στὸ ποτάμι, μπαίνει σὲ μία βάρκα, κάνει τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, προσεύχεται καί... βλέπει τὸ ἅγιο λείψανο. Πλέει στὸ νερὸ ὄρθιο, σὰν νὰ εἶναι ζωντανό. Τὸ συστέλλει μὲ πολλὴν εὐλάβεια, το τυλίγει μὲ τὸ ῥάσο του καὶ τὸ ἐνταφιάζει πίσω ἀπὸ τὸ Ἅγιο Βῆμα τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς του.


τάφος δὲν ἄργησε νὰ γίνῃ προσκύνημα τῶν Χριστιανῶν τῆς ἐνιαίας Ἠπείρου. Ἀργότερα, ὁ Ἀλὴ Πασὰς ὁ Τεπελενλῆς, ὁ σατράπης τῶν Ἰωαννίνων κατέβαλε μεγάλο ποσὸ χρημάτων γιὰ νὰ χτισθῆ μεγάλος ναός, στὸν τόπο τοῦ μαρτυρίου του. Τί σχέση μποροῦσε νὰ ἔχει ὁ τύραννος ἐκεῖνος Τουρκαλβανός, μὲ τὸν Ἅγιο Κοσμᾶ; Τὸν θεωροῦσε ἅγιο ἄνθρωπο καὶ κυρίως προφήτη.


 

Ὅταν ακόμη ἦταν ἄσημος ληστής, 

στὸ Τεπελένι,

 ὁ Ἅγιος τοῦ προεῖπε ὅτι θα γινόταν πασάς. 

Καὶ σφηνώθηκε στὸ μυαλό του.

 Καὶ ὅταν ἔγινε πασάς, βεβαιώθηκε γιὰ τὸ προφητικό του χάρισμα. 

Καὶ τὸ ξεπλήρωσε μὲ τὴν ἀνοικοδόμηση τοῦ ναοῦ. 

Ὅταν τὸν ῥώτησε ὁ πασάς, 

ἂν θὰ πάῃ στὴν Πόλη νικητής, 

 ὁ Ἅγιος τοῦ ἀπήντησε: 

Θὰ πᾶς ἀλλὰ μὲ κόκκινα γένεια. 

Δὲν ἔζησε γιὰ νὰ δῇ τὴν προφητεία ἐκπληρουμένη. 

Ἕνας τορβᾶς μὲ κομμένο καὶ ἁλατισμένο κεφάλι, μὲ τὰ γένεια κόκκινα, ἔφθασε κάποτε στὴν Πόλη. 

Ἦταν τὸ δικό του κεφάλι...!


                                                                                           

   Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός


Ο ΠΕΦΩΤΙΣΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΚΑΤ' ΕΠΙΓΝΩΣΙΝ ΖΗΛΩΤΗΣ



  

Δούλον Κυρίου ου δει μάχεσθαι,αλλ' ήπιον είναι προς πάντας. Β΄Τιμοθ.β΄24.

 

 Οι ευσεβείς λαϊκοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί μας ὀφείλουν νὰ δίδουν ἰδιαίτερη προσοχὴ στὸ θέμα τοῦ ζήλου. Ο ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος δὲν διακατέχεται ἀπὸ τὸν γνήσιο ἐν Χριστῷ ζῆλο, λέγουν οἱ ῞Αγιοι Πατέρες,«οὐδέποτε φθάνει τὴν εἰρήνην τῆς διανοίας», ἐφ᾿ ὅσον λησμονεῖ, ὅτι «ἀρχὴ σοφίας Θεοῦ ἐπιείκεια καὶ πρᾳότης». Εἶναι πραγματικὴ εὐλογία νὰ εὕρης ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος νὰ φλέγεται ἀπὸ τὴν λαχτάρα γιὰ τὴν δόξα τοῦ Κυρίου μας καὶ τὴν τήρησι τοῦ ἁγίου Νόμου Του· εἶναι ὅμως πολὺ ἀπο- καρδιωτικὸ τὸ ὅτι, καὶ ἂν εὑρεθῆ τελικῶς μία τέτοια εὐλογημένη ψυχή, κινδυνεύει νὰ ἁλωθῆ ἐκ δεξιῶν, ἀπὸ τὸν πονηρό, μὲ τὸν ἀδιάκριτο καὶ «οὐ κατ᾿ ἐπίγνωσιν» ζῆλο της.

 

 

 

Ο ῞Αγιος Νεκτάριος τῆς Αἰγίνης μᾶς δίδει σὲ ὀλίγες γραμμὲς τὴν εἰκόνα τοῦ γνησίου ἐν Χριστῷ ζηλωτοῦ: «῾Ο κατ᾿ ἐπίγνωσιν ζηλωτής, ὁρμώμενος ἐξ ἀγάπης πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὸν πλησίον, ποιεῖ πάντα μετ᾿ ἀγάπης καὶ αὐταπαρνήσεως· οὐδὲν πράττει τὸ δυνάμενον νὰ φέρῃ θλῖψιν τῷ πλησίον αὐτοῦ· ὁ ζῆλος αὐτοῦ εἶναι πεφωτισμένος καὶ κατ᾿ ἐπίγνωσιν καὶ οὐδὲν ἐξωθεῖ αὐτὸν εἰς παρεκτροπήν».῾Ο εὐλογημένος ἐν Χριστῷ ζηλωτὴς εἶναι ὁ τύπος τοῦ ἀληθοῦς Χριστιανοῦ, τοῦ ὁποίου τὰ κύρια χαρακτηριστικὰ εἶναι ἡ θερμὴ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον, ἡ πραότης, ἡ ἀνεξιθρησκεία, ἡ ἀνεξικακία καὶ γενικῶς ὅλοι οἱ καρποὶ τοῦ ἐνοικοῦντος στὴν καρδιά του ῾Αγίου Πνεύματος. ῾Ο πεφωτισμένος καὶ κατ᾿ ἐπίγνωσιν ζηλωτὴς εἶναι εὐεργετικὸς καὶ εὐγενὴς πρὸς ὅλους, δὲν ἐκτρέπεται, δὲν πληγώνει τὸν ἀδελφό του, χαίρει στὴν πρόοδο τοῦ ἄλλου καὶ λυπεῖται στὶς δυστυχίες του, φλέγεται ἀπὸ τὸν πόθο νὰ διαδίδεται ὁ θεῖος λόγος, νὰ στερεώνεται ἡ Πίστις, νὰ χριστοποιῆται ὁ κόσμος, νὰ ἐξορκίζεται ὁ δαίμων. ῾Ο γνήσιος ἐν Χριστῷ ζῆλος τοῦ ἀληθινοῦ πιστοῦ χαρίζει μία καρδιὰ πύρινη, ἀλλὰ καὶ συμπαθῆ, ἡ ὁποία γνωρίζει, ὅτι ἡ ἀλήθεια χωρισμένη ἀπὸ τὴν ἀγάπη ὄχι μόνο δὲν ὠφελεῖ, ἀλλὰ κρημνίζει παταγωδῶς καὶ κατακερματίζει τὴν ἑνότητα τοῦ Θεανθρωπίνου Σώματος. Αντιθέτως· ὁ δυστυχὴς ἐκεῖνος Χριστιανὸς ποὺ διαπνέεται ἀπὸ ζῆλο χωρὶς ἐπίγνωσι εἶναι «ἄνθρωπος ὀλέθριος».῎Ισως δὲν ὑπάρχει περισσότερο δυστυχισμένος ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν μὴ κατ᾿ ἐπίγνωσιν ζηλωτὴ τοῦ Θείου Νόμου, διότι, ἐνῶ νομίζει ὅτι ἐργάζεται γιὰ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ ἔχει ἢσυχη τὴν συνείδησί του, στὴν πραγματικότητα ἀνατρέπει πλήρως τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Χάριτος καὶ τῆς Αγάπης᾿.῍Ας ἰδοῦμε πῶς οἱ ῞Αγιοι τῆς ᾿Ορθοδοξίας μας βλέπουν τὸν μὴ κατ᾿ ἐπίγνωσιν ζηλωτήν:• ὁ ζῆλος του εἶναι «πῦρ διαφθεῖρον, πῦρ καταναλίσκον» • «ἡ καταστροφὴ προπορεύεται αὐτοῦ καὶ ἡ ἐρήμωσις ἕπεται αὐτῷ» • «εὔχεται τῷ Θεῷ νὰ ρίψῃ πῦρ ἐξ οὐρανοῦ καὶ νὰ κατακαύσῃ πάντας τοὺς μὴ δεχομένους τὰ ἀρχὰς καὶ πεποιθήσεις αὐτοῦ» • τὸν «χαρακτηρίζει μῖσος πρὸς τοὺς ἑτεροθρήσκους ἢ ἑτεροδόξους, ὁ φθόνος καὶ ὁ ἐπίμονος θυμός, ἡ ἐμπαθὴς ἀντίστασις πρὸς τὸ ἀληθὲς πνεῦμα τοῦ θείου νόμου, ἡ παράλογος ἐπιμονὴ ἐν τῇ ὑπερασπίσει τῶν ἰδίων φρονημάτων, ὁ παράφορος ζῆλος πρὸς κατί- σχυσιν ἐν πᾶσιν, ἡ φιλοδοξία, ἡ φιλονικία, ἡ ἔρις καὶ τὸ φιλοτάραχον».῾Η ᾿Ορθόδοξος πνευματικότης θεωροῦσε πάντοτε ἀναγκαία τὴν χειραγώγησι τοῦ ζήλου ἀπὸ τὴν ἀγάπη, γιὰ νὰ μὴν ἐκτραπῆ: «Καλὸν ὁ ζῆλος τῆς εὐσεβείας, ἀλλ᾿ ἀγάπῃ συγκεκραμένος». (῾Αγίου ᾿Ιωάννου Δαμασκηνοῦ) Η θαυμασία ἐπιστολὴ τοῦ ῾Αγίου Διονυσίου τοῦ Αρεοπαγίτου᾿ πρὸς τὸν Μοναχὸν Δημόφιλον, ὅπου ἀναπτύσσεται θεόπνευστα τὸ ζήτημα τῶν ἀκροτήτων τοῦ ἀδιακρίτου ζήλου, μαρτυρεῖ, ὅτι εἶναι παλαιὸς αὐτὸς ὸ πειρασμὸς τῶν εὐσεβῶν.Αλλ᾿ ὅμως, οἱ γνήσιοι ζηλωταὶ τῆς Πατρώας Εὐσεβείας ἂς ἀνθίστανται στὸν δαίμονα τοῦ ἀκρίτου ζήλου, ἐνθυμούμενοι τὶς Πατερικες ῾Υποθῆκες: «Δὲν θὰ ἐπιδοκιμάσωμε τὶς παραφορές σου ποὺ εἶναι ξένες πρὸς τὸν γνήσιο ζῆλο (῾῾τὰς ἀζηλώτους ὁρμάς᾿᾿), ἔστω καὶ ἂν ἐπικαλεσθῆς χιλιάδες φορὲς τὸν Φινεὲς καὶ τὸν ᾿Ηλία». ᾿Επίσης ἂς ἐνθυμούμεθα, ὅτι ὁ Σωτήρας μας, διὰ τοῦ ῾Αγίου Αποστόλου᾿ Παύλου, μᾶς «διδάσκει νὰ παιδαγωγοῦμε μὲ πραότητα αὐτοὺς ποὺ ἀντικρούουν τὴν διδασκαλία τοῦ Θεοῦ»· «διδάσκεσθαι γάρ, οὐ τιμωρεῖσθαι χρὴ τοὺς ἀγνοοῦντας, ὥσπερ καὶ τυφλοὺς οὐ κολάζομεν, ἀλλὰ καὶ χειρα- γωγοῦμεν».Ποτὲ νὰ μὴ λησμονοῦν οἱ εὐσεβεῖς, ὅτι τὸ κριτήριο τῆς γνησιότητος τῆς ἀγάπης μας δὲν εἶναι ὁ ἀδιάκριτος ζῆλος, ἀλλὰ ἡ ἀναίρεσις ὅλων τῶν παθῶν μας:«᾿Αγώνισαι ἀγαπῆσαι πάντα ἄνθρωπον ἐξ ἴσου, καὶ ἀπελαύνεις συλλήβδην πάντα τὰ πάθη σου».(῾Οσίου Θαλασσίου) ῾Ο ζῆλος μας γιὰ τὴν εὐσέβεια, ὅπως καὶ κάθε ἄλλη ἄσκησις, εἶναι ἀμφιβόλου καθαρότητος καὶ γνησιότητος ἂν δὲν προκαλῆ στὴν καρδιὰ ἀγάπη καὶ ταπείνωσι:«Πᾶσα γὰρ σπουδὴ καὶ πᾶσα ἄσκησις μετὰ καμάτων πολλῶν ἡ μὴ καταντῶσα εἰς τὴν ἀγάπην ἐν συνετριμ- μένῳ τῷ πνεύματι, ματαία ἐστὶ καὶ εἰς οὐδὲν κατα- λήγουσα χρήσιμον».


 

  Ας προσευχώμεθα στὸν Πανάγιο Πνεῦμα, νὰ μᾶς ἀξιώση τοῦ εὐλογημένου καὶ ἁγίου κατ᾿ ἐπίγνωσιν ζήλου, γιὰ νὰ εἴμεθα ἀληθεῖς οἰκοδόμοι τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ· τότε θὰ ἀγωνι- ζώμεθα καὶ θὰ προσευχώμεθα ὄχι νὰ ριφθῆ πῦρ ἐξ οὐρανοῦ γιὰ νὰ κατακαύση ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν δέχονται τὶς ἀρχὲς καὶ πεποιθήσεις μας, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἔλθη ὁ Θεῖος Παράκλητος καὶ νὰ μᾶς ἑνώση ὅλους ἐν τῇ Αγάπῃ᾿ Του καὶ ἐν τῇ Αληθείᾳ᾿ Του.Λοιπόν· Καλὸν ὁ ζῆλος τῆς εὐσεβείας, ἀλλ᾿ ἀγάπῃ συγκεκραμένος!



Βʹ Κυριακὴ τοῦ Ματθαίου, ῾Αγιορειτῶν Πατέρων, 20.6/3.7.2005

                           


Μακαριστού Μητροπολίτη Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανού Α'

                            

Η ΘΕΟΣΚΕΠΑΣΤΗ




Ο λογοτέχνης Ηλίας Βενέζης γεννήθηκε στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας στις 4 Μαρτίου 1904,
σύμφωνα με αυτοβιογραφικό του σημείωμα,
σύμφωνα όμως με άλλες πληροφορίες από επίσημα έγγραφα πρέπει να είχε γεννηθεί το 1898.
Ο πατέρας του, Μιχαήλ Μέλλος,
καταγόταν από την Κεφαλλονιά και η μητέρα του από τη Λέσβο.
Βενέζης λεγόταν ο παππούς του Δημήτριος από την πλευρά του πατέρα του.
Τα πρώτα χρόνια της ζωής του τα έζησε στο Αϊβαλί, μέχρι τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο,
το 1914,
όταν και εγκαταστάθηκε με τη μητέρα και τα αδέρφια του στη Μυτιλήνη μέχρι το 1919.
Το 1922 η οικογένειά του εγκατέλειψε οριστικά πλέον τη Μικρά Ασία,
ο ίδιος όμως δεν πρόλαβε να επιβιβαστεί στο πλοίο:
αιχμαλωτίστηκε και εστάλη στα εργατικά τάγματα για 14 μήνες.
Οι εμπειρίες του από τα εργατικά τάγματα περιέχονται στο πρώτο μυθιστόρημά του,
Το νούμερο 3Ι328.

 

 

Ἄξαφνα ψίθυρος σιγονότατος, ψαλμωδία κατανυκτική, φωνὴ ἱκέτις, μπερδεύοντας μὲ τὴ φωνὴ τῆς ἐρημίας καὶ τῆς θαλάσσης, ἔφτασε στ᾿ αὐτιά μας. Χείλη γυναικεία ἔψελναν ὕμνους χριστιανικούς. Κάτω ἀπ᾿ τὰ ἐρείπια τοῦ κάστρου τῶν Φράγκων, ἡ ταπεινὴ μελωδία τῆς Ὀρθοδοξίας, βεβαίωση τῆς συνέχειας, τί συγκίνηση ποὺ ἦταν!Σὰν νὰ μᾶς ἔσεισε ἀγέρας βίαιος. Κάμαμε ἀκόμα λίγα βήματα. Καὶ τότε πρόβαλε μπρὸς στὰ μάτια μας, ὅραμα θαμπωτικό, ἀλησμόνητο γιὰ πάντα, ἄσπρο, πάλλευκο: ἡ «Θεοσκέπαστη». Πάνω ἀπ᾿ τὰ κρεμαστὰ νερά, στὸν ἄγριο βράχο, πάνω ἀπ᾿ τὸ ἡφαίστειο.Οἱ ὕμνοι τώρα ἔρχονται πιὸ καθαροί. Προχωρήσαμε, μπήκαμε στὴ Θεοσκέπαστη. Κατακάθαρο, γυμνό, κατάγυμνο ἦταν τὸ ξωκκλήσι, καθὼς ὅλα τὰ ξωκκλήσια τῶν Ἑλλήνων. Μονάχα ἕνα ξυλόγλυπτο, παλιό, παμπάλαιο τέμπλο. Καὶ μπρὸς στὸ Ἱερό, κάτω ἀπ᾿ τὸ φαγωμένο τέμπλο, γονατισμένες πάνω στὶς πλάκες, μὲ σκυφτὸ κεφάλι, ἀποτραβηγμένες στὴ δέησή τους, μονάχες μὲ τὸν ἑαυτό τους καὶ μὲ τὸ Θεό, ξιπόλυτες, οἱ μαυροφορεμένες γυναῖκες, ποὺ εἴχαμε δεῖ ἀπὸ μακριά, ἔψελναν. Ἡ μιὰ διάβαζε τὰ τροπάρια ἀπ᾿ τὴ Σύνοψη, οἱ ἄλλες, οἱ ἀγράμματες, μουρμούριζαν μαζί της. Εἶχαν ἀνάψει τὰ καντήλια, ἔξω ἦταν τὸ πέλαγο, τὰ «συστήματα τῶν ὑδάτων» ὅλα ἦταν κατάνυξη κ᾿ ἐρημιά. Οἱ γυναῖκες λέγαν τὴν Ἀκολουθία τοῦ Μικροῦ Παρακλητικοῦ Κανόνος:«Προστασίαν καὶ σκέπην ζωῆς ἐμῆς τίθημί σε, Θεογεννῆτορ Πάρθενε, σὺ μὲ κυβέρνησον πρὸς τὸν λιμένα σου». «Διάσωσον ἀπὸ κινδύνων τοὺς δούλους σου, Θεοτόκε, ὅτι πάντες μετὰ Θεὸν εἰς σὲ καταφεύγομεν».Ἄκουσαν τὰ βήματά μας, μὰ ἦταν σὰ νὰ μὴν εἴμαστε, μήτε κἂν γύρισαν πρὸς τὰ ἐμᾶς. Ἔτσι πάντα: σκυφτές, γονατισμένες, πνιγμένες στὰ μαῦρα, ἱκέτιδες.Μᾶς συνεπῆρε κ᾿ ἐμᾶς τὸ μυστήριο, ἡ κατάνυξη, γινήκαμε σὲ λίγο μαζί τους ἕνα, προσευχηθήκαμε κ᾿ ἐμεῖς γιὰ ὅ,τι ἀγαποῦμε καὶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους.Σὰν τέλειωσε ἡ παράκληση κ᾿ οἱ γυναῖκες σηκωθῆκαν ἀπ᾿ τὶς πλάκες, ὠχρές, γαλήνη ἦταν στὸ πρόσωπό τους πολλή. Μᾶς τριγυρίσανε, εἶπαν τὰ δικά τους, εἴπαμε τὰ δικά μας. Ἡ μιὰ εἶχε παιδὶ σκοτωμένο στὸν πόλεμο, ἡ ἄλλη ἔχει γιὸ στὸ στρατό, ἡ ἄλλη ἔχει γιὸ ποὺ ταξιδεύει στὴ θάλασσα. Κάθε χρονιὰ ἔχουνε τάμα νὰ πάρουν βόλτα ὅλο τὸ νησί, μὲ τὰ πόδια, ν᾿ ἀνάψουν τὰ καντήλια στὰ ξωκκλήσια. Ἔτσι ξεκινήσανε καὶ φέτος. Μὲ τὰ χαράματα πέσαν στὸ δρόμο ἀπ᾿ τὸν Πύργο, ξιπόλυτες, κ᾿ ἡ σκόνη σκέπαζε τὰ σκληρά, τυραγνισμένα πόδια τους. Τώρα, ὕστερα ἀπ᾿ τὴ χάρη της, μετὰ τὴ Θεοσκέπαστη, θ᾿ ἀνηφορίζαν γιὰ τ᾿ ἄλλα τὰ ξωκκλήσια, κατὰ τὰ δυτικά.Βγάλανε ἀπ᾿ τὸ μπογαλάκι τους τὸ γιόμα τους, ψωμὶ σταρένιο, τὶς μικροσκοπικὲς ντομάτες τῆς Σαντορίνης, ψαράκια τῆς τράτας τηγανητά. «Ἤντλησαν» νερὸ ἀπ᾿ τὴ μικρὴ στέρνα, νερὸ βρόχινο, μᾶς φιλέψαν νερὸ καὶ ψωμί. Δὲ θέλαμε νὰ τοὺς τὸ στερήσουμε ποὺ τὸ εἶχαν λιγοστὸ - τὸ ψωμὶ καὶ τὸ νερό. Μὰ ἐπιμένανε νὰ τὸ πάρουμε κοιτάζοντάς μας παρακαλεστικὰ μὲς στὰ μάτια, σὰν νὰ τὸ γυρεῦαν γιὰ χάρη.«Τώρα μᾶς ἕνωσε ἡ Θεοσκέπαστη», εἶπαν.



Στη Μυτιλήνη εργαζόταν στην Τράπεζα της Ελλάδος και το 1932 πήρε μετάθεση και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα.

 Διώχθηκε για τις πολιτικές του ιδέες από τον νόμο του "Ιδιωνύμου", 

από τη δικτατορία του Μεταξά και κατά τη διάρκεια της Κατοχής 

συνελήφθη με την κατηγορία ότι σε συγκέντρωση του προσωπικού της Τράπεζας είχε μιλήσει για ελευθερία. 

Φυλακίστηκε στο "Μπλοκ C" των φυλακών Αβέρωφ 

και η εκτέλεσή του απετράπη έπειτα από αντιδράσεις του πνευματικού κόσμου.

Μετά τον πόλεμο διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στην πνευματική ζωή της χώρας με επίσημες θέσεις 

όπως του Διευθύνοντος συμβούλου του Εθνικού Θεάτρου, 

Αντιπροέδρου του διοικητικού συμβουλίου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. 

Το 1957 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. 

Παράλληλα το έργο του γνώριζε πολύ μεγάλη επιτυχία στην Ελλάδα με συνεχείς επανεκδόσεις και στο εξωτερικό με πολλές μεταφράσεις.

Τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του (1971-1973) υπέφερε από σοβαρό πρόβλημα υγείας. 

Πέθανε στις 3 Αυγούστου 1973 στην Αθήνα, από καρκίνο του λάρυγγα. 

Κηδεύτηκε και τάφηκε στη Μήθυμνα (Μόλυβο) της Λέσβου.

 

                                  

                                                                                                            

   Ηλίας Βενέζης


Print Friendly and PDF