ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Δευτέρα 4 Απριλίου 2022

Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ





α) Τι σημαίνει ευαγγελισμός β) Η θέωση της Παναγίας γ) Θεοτόκος και προπατορικό αμάρτημα δ) Υπακοή και ελευθερία της Θεοτόκου ε) Η σύλληψη του Λόγου έγινε δημιουργικώς στ) Η θέωση της ανθρωπίνης φύσεως «άμα τη προσλήψει» ζ) Η υπέρ φύσιν και κατά φύσιν κυοφορία η) Η σύλληψη ανήδονος, η κυοφορία άκοπος και η γέννηση ανώδυνος θ) Η Θεοτόκος τύπος του μέλλοντος αιώνος ι) Προσωπική μέθεξη του Ευαγγελισμού.


του Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου κ. Ιεροθέου


Η εορτή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου είναι Δεσποτικοθεομητορική εορτή. Αυτό σημαίνει ότι είναι Δεσποτική επειδή αναφέρεται στον Δεσπότη Χριστό, ο οποίος συνελήφθη στην γαστέρα της Θεοτόκου, και θεομητορική εορτή επειδή αναφέρεται στο πρόσωπο εκείνο που συνετέλεσε στην σύλληψη και την ενανθρώπηση του Λόγου του Θεού, δηλαδή την Παναγία. Η Θεοτόκος Μαρία έχει μεγάλη αξία και σπουδαία θέση στην Εκκλησία, ακριβώς γιατί ήταν το πρόσωπο εκείνο που περίμεναν όλες οι γενεές, και αυτή έδωσε στον Λόγο του Θεού την ανθρώπινη φύση.


Έτσι, το πρόσωπο της Θεοτόκου συνδέεται στενά με το Πρόσωπο του Χριστού. Και η αξία της Παναγίας δεν οφείλεται μόνον στις αρετές της, αλλά κυρίως στον καρπό της κοιλίας της. Γι’ αυτό, η Θεοτοκολογία συνδέεται στενώτατα με την Χριστολογία. Όταν κάνουμε λόγο για τον Χριστό δεν μπορούμε να αγνοήσουμε αυτήν που του έδωσε σάρκα, και όταν κάνουμε λόγο για την Παναγία, αναφερόμαστε ταυτόχρονα και στον Χριστό, γιατί από Αυτόν αντλεί Χάρη και αξία.


Αυτό φαίνεται καθαρά στην ακολουθία των Χαιρετισμών, στην οποία υμνείται η Θεοτόκος, αλλά πάντοτε εν συνδυασμώ με το ότι είναι μητέρα του Χριστού: «Χαίρε ότι υπάρχεις βασιλέως καθέδρα, χαίρε ότι βαστάζεις τον βαστάζοντα πάντα». Αυτός ο σύνδεσμος Χριστολογίας και Θεοτοκολογίας φαίνεται και στην ζωή των αγίων. Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα των αγίων, που είναι τα πραγματικά μέλη του Σώματος του Χριστού, είναι ότι αγαπούν την Παναγία. Είναι αδύνατον να υπάρχη άγιος ο οποίος δεν την αγαπά.


α' Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι η αρχή όλων των Δεσποτικών εορτών. Στο απολυτίκιο της εορτής ψάλλουμε: «σήμερον της σωτηρίας ημών το κεφάλαιον και του απ’ αιώνος μυστηρίου η φανέρωσις…». Το περιεχόμενο της εορτής αναφέρεται στο γεγονός κατά το οποίο ο αρχάγγελος Γαβριήλ – ο άγγελος εκείνος με τον οποίο συνδέονται όλα τα γεγονότα που έχουν σχέση με την ενανθρώπηση του Χριστού – επισκέφθηκε με εντολή του Θεού την Παναγία και την πληροφόρησε ότι έφθασε ο καιρός της σαρκώσεως του Λόγου του Θεού, και ότι αυτή θα γίνη η μητέρα Του. (βλ. Λουκά α’, 26-56).


Η λέξη «ευαγγελισμός» αποτελείται από δύο επί μέρους λέξεις, ήτοι εύ και αγγελία, και δηλώνει την καλή είδηση, την καλή αγγελία. Πρόκειται για την πληροφορία που δόθηκε δια του αρχαγγέλου ότι ο Λόγος του Θεού θα ενανθρωπήση για την σωτηρία του ανθρώπου. Ουσιαστικά πρόκειται για την εκπλήρωση της υποσχέσεως του Θεού, που δόθηκε μετά την πτώση του Αδάμ και της Εύας (βλ. Γεν. γ’, 15), η οποία λέγεται πρωτευαγγέλιο. Γι’ αυτό, η πληροφορία της ενανθρωπήσεως του Λόγου του Θεού είναι η μεγαλύτερη είδηση μέσα στην ιστορία. Κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, το ευαγγέλιο του Θεού είναι πρεσβεία του Θεού και παράκληση στους ανθρώπους δια του σαρκωθέντος Υιού Του.


Παράλληλα είναι και η καταλλαγή των ανθρώπων με τον Πατέρα, ο Οποίος δίνει ως μισθό την αγέννητη θέωση σε αυτούς που υπακούουν στον Χριστό. Η θέωση λέγεται αγέννητη γιατί δεν γεννάται, αλλά φανερώνεται στους αξίους. Επομένως, η θέωση που προσφέρεται δια του ενανθρωπήσαντος Χριστού δεν είναι γέννηση, αλλά φανέρωση δια της ενυποστάτου ελλάμψεως σε αυτούς που είναι άξιοι αυτής της αποκαλύψεως. Η καλή αγγελία, το ευαγγέλιο, ο ευαγγελισμός είναι διόρθωση των γεγονότων που έγιναν στην αρχή της δημιουργίας του ανθρώπου, στον αισθητό Παράδεισο της Εδέμ.


Εκεί από γυναίκα άρχισε η πτώση και τα αποτελέσματά της, εδώ από γυναίκα άρχισαν όλα τα αγαθά. Έτσι, η Παναγία είναι η νέα Εύα. Εκεί υπήρχε ο αισθητός Παράδεισος, εδώ η Εκκλησία. Εκεί ο Αδάμ, εδώ ο Χριστός. Εκεί η Εύα, εδώ η Μαρία. Εκεί ο όφις, εδώ ο Γαβριήλ. Εκεί ο ψιθυρισμός του δράκοντος-όφεως στην Εύα, εδώ ο χαιρετισμός του αγγέλου στην Μαρία (Ιωσήφ Βρυένιος). Με αυτόν τον τρόπο διορθώθηκε το σφάλμα του Αδάμ και της Εύας.


β’ Ο αρχάγγελος Γαβριήλ απεκάλεσε την Παναγία «κεχαριτωμένη«. Της είπε: «Χαίρε, κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σού, ευλογημένη συ εν γυναιξίν» (Λουκ. α’, 28-29). Η Παναγία αποκαλείται «κεχαριτωμένη» και χαρακτηρίζεται «ευλογημένη», αφού ο Θεός είναι μαζί της. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, και άλλους αγίους Πατέρας, η Παναγία είχε ήδη χαριτωθή, και δεν χαριτώθηκε την ημέρα του Ευαγγελισμού. Παραμένοντας μέσα στα άγια των αγίων του Ναού έφθασε στα άγια των αγίων της πνευματικής ζωής, που είναι η θέωση.


Εάν το προαύλιο του Ναού προοριζόταν για τους προσηλύτους και εάν ο κυρίως Ναός για τους ιερείς, τα άγια των αγίων προορίζονταν για τον αρχιερέα. Εκεί εισήλθε η Παναγία, δείγμα ότι έφθασε στην θέωση. Είναι γνωστόν ότι στην χριστιανική εποχή ο νάρθηκας προοριζόταν για τους κατηχουμένους και τους ακαθάρτους, ο κυρίως ναός για τους φωτισθέντας, τα μέλη της Εκκλησίας, και τα άγια των αγίων γι’ αυτούς που έφθασαν στην θέωση. Έτσι, η Παναγία είχε φθάσει στην θέωση και πριν ακόμη δεχθή την επίσκεψη του αρχαγγέλου.


Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποίησε μια ειδική μέθοδο Θεογνωσίας και Θεοκοινωνίας, όπως ερμηνεύει θαυμάσια και θεόπνευστα ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς. Πρόκειται για την ησυχία, την ησυχαστική οδό. Κατάλαβε η Παναγία ότι δεν μπορεί κανείς να φθάση στον Θεό με την λογική, την αίσθηση, την φαντασία και την ανθρώπινη δόξα, αλλά δια του νού. Έτσι νέκρωσε όλες τις δυνάμεις της ψυχής που προέρχονται από την αίσθηση, και δια της νοεράς προσευχής ενεργοποίησε τον νού.


Με αυτόν τον τρόπο έφθασε στην έλλαμψη και την θέωση. Και γι’ αυτό αξιώθηκε να γίνη Μητέρα του Χριστού, να δώση την σάρκα της στον Χριστό. Δεν είχε απλώς αρετές, αλλά την θεοποιό Χάρη του Θεού. Η Παναγία είχε το πλήρωμα της Χάριτος του Θεού, συγκριτικά με τους ανθρώπους. Βέβαια, ο Χριστός, ως Λόγος του Θεού, έχει όλο το πλήρωμα των Χαρίτων, αλλά και η Παναγία έλαβε το πλήρωμα της Χάριτος από το πλήρωμα των Χαρίτων του Υιού της.


Γι’ αυτόν τον λόγο σε σχέση με τον Χριστό είναι κατώτερη, αφού ο Χριστός είχε την Χάρη κατά φύσιν, ενώ η Παναγία κατά μετοχήν, σε σχέση όμως με τους ανθρώπους είναι ανώτερη. Η Παναγία είχε το πλήρωμα της Χάριτος, εκ του πληρώματος των Χαρίτων του Υιού της, προ της συλλήψεως, κατά την σύλληψη και μετά την σύλληψη. Πρό της συλλήψεως το πλήρωμα της Χάριτος ήταν τέλειο, κατά την σύλληψη ήταν τελειότερο, και μετά την σύλληψη ήταν τελειότατο (άγ. Νικόδημος αγιορείτης).


Με αυτόν τον τρόπο η Παναγία ήταν παρθένος κατά το σώμα και παρθένος κατά την ψυχή. Και αυτή η σωματική της παρθενία είναι ανώτερη και τελειότερη από την ψυχική παρθενία των αγίων, που επιτυγχάνεται με την ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος.


γ’ Κανείς άνθρωπος δεν γεννάται απηλλαγμένος από το προπατορικό αμάρτημα. Η πτώση του Αδάμ και της Εύας και οι συνέπειες αυτής της πτώσεως κληρονομήθηκαν σε όλο το ανθρώπινο γένος. Φυσικό ήταν και η Παναγία να μην είναι απηλλαγμένη από το προπατορικό αμάρτημα. Ο λόγος του Αποστόλου Παύλου είναι σαφής: «πάντες ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού» (Ρωμ. γ’, 23). Στο αποστολικό αυτό χωρίο φαίνεται ότι το αμάρτημα νοείται ως στέρηση της δόξης του Θεού, και ακόμη ότι κανείς δεν είναι απηλλαγμένος από αυτό.


Έτσι, λοιπόν, και η Παναγία γεννήθηκε με το προπατορικό αμάρτημα. Πότε όμως απαλλάχτηκε από αυτό; Η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να ελευθερωθή από σχολαστικές αντιλήψεις. Κατ’ αρχάς πρέπει να πούμε ότι το προπατορικό αμάρτημα ήταν η στέρηση της δόξης του Θεού, η αλλοτρίωση από τον Θεό, η απώλεια της Θεοκοινωνίας. Αυτό όμως είχε και σωματικές συνέπειες, γιατί στο σώμα του Αδάμ και της Εύας εισήλθε η φθορά και ο θάνατος. Όταν στην Ορθόδοξη Παράδοση γίνεται λόγος για κληρονόμηση του προπατορικού αμαρτήματος, δεν εννοείται η κληρονόμηση της ενοχής της προπατορικής αμαρτίας, αλλά κυρίως οι συνέπειές της, που είναι η φθορά και ο θάνατος.


Όπως όταν αρρωσταίνη η ρίζα του φυτού, αρρωσταίνουν και τα κλαδιά και τα φύλλα, το ίδιο έγινε με την πτώση του Αδάμ. Ασθένησε όλο το ανθρώπινο γένος.


Η φθορά και ο θάνατος που κληρονομεί ο άνθρωπος είναι το εύκρατο κλίμα της καλλιέργειας των παθών, και με αυτόν τον τρόπο σκοτίζεται ο νούς του ανθρώπου. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο η πρόσληψη από τον Χριστό, με την ενανθρώπησή Του, αυτού του θνητού και παθητού σώματος, χωρίς την αμαρτία, συνετέλεσε στο να διορθωθούν οι συνέπειες του αμαρτήματος του Αδάμ. Θέωση υπήρχε και στην Παλαιά Διαθήκη, όπως και φωτισμός του νού, αλλά δεν είχε καταργηθή ο θάνατος, γι’ αυτό και οι θεόπτες Προφήτες πήγαιναν στον Άδη.


Με την ενανθρώπηση του Χριστού και την Ανάστασή Του, θεώθηκε η ανθρώπινη φύση και έτσι δόθηκε η δυνατότητα σε κάθε άνθρωπο να θεωθή. Επειδή με το άγιο Βάπτισμα γινόμαστε μέλη του θεωθέντος και αναστημένου Σώματος του Χριστού, γι’ αυτό και λέμε ότι δια του αγίου Βαπτίσματος απαλλάσσεται ο άνθρωπος από το προπατορικό αμάρτημα. Όταν προσαρμόσουμε αυτά στην περίπτωση της Παναγίας, μπορούμε να καταλάβουμε την σχέση της με το προπατορικό αμάρτημα και την ελευθέρωσή της από αυτό.


Η Παναγία γεννήθηκε με το προπατορικό αμάρτημα, είχε όλες τις συνέπειες της φθοράς και του θανάτου στο σώμα της. Με την είσοδό της στα άγια των αγίων έφθασε στην θέωση. Αυτή όμως η θέωση δεν ήταν αρκετή για την απαλλαγή από τις συνέπειές του, που είναι η φθορά και ο θάνατος, ακριβώς γιατί δεν είχε ενωθή η θεία με την ανθρώπινη φύση στην υπόσταση του Λόγου. Έτσι, την στιγμή που με την δύναμη του Αγίου Πνεύματος η θεία φύση ενώθηκε με την ανθρώπινη φύση, στην γαστέρα της Παναγίας, η Παναγία πρώτη γεύεται την ελευθέρωσή της από το λεγόμενο προπατορικό αμάρτημα και τις συνέπειές του. Άλλωστε, την στιγμή εκείνη έγινε αυτό που απέτυχε να κάνη ο Αδάμ και η Εύα με τον ελεύθερο προσωπικό τους αγώνα.


Γι’ αυτό, η Παναγία την στιγμή του Ευαγγελισμού έφθασε σε μεγαλύτερη κατάσταση από εκείνην στην οποία βρισκόταν ο Αδάμ και η Εύα πριν την πτώση. Αξιώθηκε να γευθή το τέλος του σκοπού της δημιουργίας, όπως θα δούμε σ’ άλλες αναλύσεις. Γι’ αυτό, για την Παναγία δεν χρειάστηκε να γίνη Πεντηκοστή, δεν χρειάστηκε να βαπτισθή. Αυτό που βίωσαν οι Απόστολοι την ημέρα της Πεντηκοστής, που έγιναν μέλη του Σώματος του Χριστού δια του Αγίου Πνεύματος, και αυτό που έγινε σε όλους εμάς κατά το μυστήριο του Βαπτίσματος, έγινε για την Παναγία την ημέρα του Ευαγγελισμού.


Τότε απαλλάχθηκε από το προπατορικό αμάρτημα, όχι με την έννοια ότι απαλλάχθηκε από την ενοχή, αλλά ότι απέκτησε την θέωση στην ψυχή και το σώμα, λόγω της ενώσεώς της με τον Χριστό. Μέσα στα πλαίσια αυτά πρέπει να ερμηνευθή και ο λόγος του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού, ότι την ημέρα του Ευαγγελισμού η Παναγία έλαβε το Άγιον Πνεύμα, το Οποίο την καθάρισε και της έδωσε δύναμη δεκτική της θεότητος του Λόγου, συγχρόνως δε και γεννητική. Δηλαδή, η Παναγία έλαβε από το Άγιο Πνεύμα καθαρτική χάρη, αλλά και δεκτική και γεννητική του Λόγου του Θεού, ως ανθρώπου.


δ’ Η απάντηση της Παναγίας στην πληροφορία του αρχαγγέλου ότι θα αξιωθή να γεννήση τον Χριστό ήταν εκφραστική: «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμά σου» (Λουκ. α’, 38). Φαίνεται εδώ η υπακοή της Παναγίας στον λόγο του αρχαγγέλου, αλλά και η υπακοή της στον Θεό, για ένα γεγονός που ήταν παράδοξο και παράξενο για την ανθρώπινη λογική. Έτσι υποτάσσει την λογική της στο θέλημα του Θεού.


Μερικοί ισχυρίζονται ότι κατά την στιγμή εκείνη όλοι οι δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά και όλη η ανθρωπότητα περίμεναν με αγωνία να ακούσουν την απάντηση της Παναγίας, έχοντας φόβο μήπως αρνηθή και δεν υπακούση στο θέλημα του Θεού. Ισχυρίζονται ότι επειδή κάθε φορά που ο άνθρωπος βρίσκεται σε τέτοιο δίλημμα, ακριβώς επειδή έχει ελευθερία, μπορεί να πη το ναι ή το όχι, όπως άλλωστε έγινε στην περίπτωση του Αδάμ και της Εύας, το ίδιο μπορούσε να συμβή και στην Παναγία.


Αλλά όμως η Παναγία δεν ήταν δυνατόν να αρνηθή, όχι γιατί δεν είχε ελευθερία, αλλά γιατί είχε την πραγματική ελευθερία. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός κάνει διάκριση μεταξύ φυσικού και γνωμικού θελήματος. Γνωμικό θέλημα έχει κανείς όταν διακρίνεται για την άγνοια ενός πράγματος, για την αμφιβολία και τελικά για την αδυναμία επιλογής. Πρόκειται για μια αμφιταλάντευση περί του πρακτέου. Φυσικό θέλημα έχει κανείς όταν οδηγήται κατά τρόπο φυσικό, χωρίς αμφιταλαντεύσεις, χωρίς άγνοια, στην πραγματοποίηση της αλήθειας.


Φαίνεται, λοιπόν, ότι το φυσικό θέλημα συνδέεται με το «θέλειν», ενώ το γνωμικό θέλημα με το «πώς θέλειν», και μάλιστα όταν γίνεται με αμφιβολίες και αμφιταλαντεύσεις. Επόμενο είναι ότι το φυσικό θέλημα συνιστά την τελειότητα της φύσεως, ενώ το γνωμικό θέλημα συνιστά την ατέλεια της φύσεως, αφού προϋποθέτει άνθρωπο που δεν έχει γνώση της αλήθειας, δεν είναι βέβαιος γι’ αυτό που πρέπει να αποφασίση. Ο Χριστός καίτοι είχε δύο θελήματα, λόγω των δύο φύσεων, ανθρωπίνης και θείας, εν τούτοις είχε φυσικό θέλημα, από την άποψη που μελετάμε εδώ καί, βέβαια, δεν είχε γνωμικό θέλημα.


Ως Θεός ήξερε πάντοτε το θέλημα του Θεού Πατρός και δεν υπήρχε ποτέ αμφιβολία μέσα Του ούτε αμφιταλάντευση. Αυτό κατά χάριν βιώνεται και από τους αγίους, ιδιαιτέρως από την Παναγία. Επειδή η Παναγία είχε φθάσει στην θέωση, γι’ αυτό ήταν αδύνατο να αρνηθή το θέλημα του Θεού και να μη συγκατατεθή για την ενανθρώπηση. Είχε την τέλεια ελευθερία, και γι’ αυτό η ελευθερία της ενεργούσε πάντοτε κατά φύσιν και όχι παρά φύσιν. Εμείς επειδή δεν έχουμε φθάσει στην θέωση έχουμε ατελή ελευθερία, το λεγόμενο γνωμικό θέλημα, γι’ αυτό και αμφιταλαντευόμαστε για το πρακτέο.


Η ερώτησή της «πώς εσται μοι τούτο, επεί άνδρα ου γινώσκω» (Λουκ. α’, 34), δείχνει ταπείνωση, αδυναμία της ανθρωπίνης φύσεως, αλλά και το παράδοξο του πράγματος, επειδή υπήρχαν θαυματουργικές συλλήψεις στην Παλαιά Διαθήκη, όχι όμως ασπόρως.


ε’ Κατά την ημέρα του Ευαγγελισμού έχουμε άμεση σύλληψη του Χριστού με την δύναμη και ενέργεια του Παναγίου Πνεύματος. Σ’ ένα θεοτοκίο ψάλλουμε: «Του Γαβριήλ φθεγξαμένου σοι παρθένε το χαίρε σύν τη φωνή εσαρκούτο ο των όλων Δεσπότης«. Αυτό σημαίνει ότι δεν παρενεβλήθησαν μερικές ώρες και ημέρες για να γίνη η σύλληψη, αλλά έγινε ακριβώς εκείνη την στιγμή. Ο αρχάγγελος Γαβριήλ είπε στον Ιωσήφ, τον μνήστορα της Υπεραγίας Θεοτόκου. «Μη φοβηθής παραλαβείν Μαριάμ την γυναίκα σου, το γαρ εν αυτή γεννηθέν εκ Πνεύματος εστίν Αγίου» (Ματθ. α’, 20).


Η Παναγία γέννησε κατά άνθρωπο τον Χριστό, αλλά η σύλληψη έγινε εκ Πνεύματος Αγίου. Ο Μ. Βασίλειος, ερμηνεύοντας αυτήν την φράση, και κυρίως το «γεννηθέν εκ Πνεύματος αγίου», λέγει ότι κάθε πράγμα που προέρχεται από κάτι άλλο, δηλώνεται με τρεις λέξεις. Η μία είναι το «δημιουργικώς», όπως ολόκληρη η κτίση δημιουργήθηκε από τον Θεό με την ενέργειά Του. Η άλλη είναι το «γεννητώς», όπως ο Υιός γεννήθηκε προ πάντων των αιώνων από τον Πατέρα.


Η τρίτη είναι το «φυσικώς», όπως η ενέργεια βγαίνει από κάθε φύση, ήτοι η λαμπρότητα από τον ήλιο, και γενικότερα η ενέργεια από τον ενεργούντα. Για την σύλληψη του Χριστού εν Αγίω Πνεύματι η αληθινή έκφραση είναι ότι ο Χριστός συνελήφθη με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος «δημιουργικώς», και όχι γεννητώς και φυσικώς. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός διδάσκει ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού συνέπηξε για τον Εαυτό του, με τα αγνά και καθαρώτατα αίματα της Θεοτόκου, σάρκα που είναι εμψυχωμένη από λογική και νοερά ψυχή, όχι σπερματικώς, αλλά δημιουργικώς δια του Αγίου Πνεύματος.


Βέβαια, όταν κάνουμε λόγο για σύλληψη του Χριστού στην γαστέρα της Θεοτόκου με την δύναμη και δημιουργική ενέργεια του Αγίου Πνεύματος, δεν πρέπει να απομονώνουμε το Άγιον Πνεύμα από την Αγία Τριάδα. Είναι γνωστόν από την πατερική διδασκαλία ότι κοινή είναι η ενέργεια του Τριαδικού Θεού. Η δημιουργία του κόσμου και η αναδημιουργία του ανθρώπου και του κόσμου έγινε και γίνεται με την κοινή ενέργεια του Τριαδικού Θεού. Επομένως, όχι μόνον το Άγιον Πνεύμα εδημιούργησε το δεσποτικό σώμα του Χριστού, αλλά και αυτός ο ίδιος ο Πατήρ και ο Υιός, δηλαδή ολόκληρη η Αγία Τριάδα.


Η διατύπωση αυτής της αλήθειας είναι ότι ο Πατήρ ευδόκησε την σάρκωση του Υιού Του, ο Υιός και Λόγος του Θεού αυτούργησε την σάρκωσή Του και το Άγιον Πνεύμα την ετελεσιούργησε. Η σύλληψη του Χριστού στην κοιλία της Θεοτόκου έγινε με ησυχία και κρυφιότητα και όχι με κρότο και ταραχή. Κανείς, ούτε από τους αγγέλους ούτε από τους ανθρώπους, μπόρεσε να καταλάβη εκείνη την στιγμή αυτά τα μεγάλα που επετελέσθησαν. Ο Προφητάναξ Δαυίδ προφήτευσε αυτό το γεγονός λέγοντας: «Καταβήσεται ως υετός επί πόκον, ωσεί σταγών η στάζουσα επί την γήν» (Ψαλμ. οα’, 6).


Όπως η βροχή που πέφτει επάνω σ’ ένα ποκάρι από μαλλί δεν προκαλεί θόρυβο, ούτε και καμμιά φθορά, το ίδιο έγινε και κατά τον ευαγγελισμό και την σύλληψη. Ο Χριστός με την σύλληψή Του δεν προκάλεσε θόρυβο ούτε και καμμιά φθορά στην παρθενία της Παναγίας. Γι’ αυτό και η Παναγία ήταν και έμεινε Παρθένος προ του τόκου, κατά τον τόκο και μετά τον τόκο. Είναι τα τρία αστέρια τα οποία ο αγιογράφος σχηματίζει πάντοτε στο μέτωπο και στους δύο ώμους της Παναγίας.


στ’ Η ένωση της θείας με την ανθρώπινη φύση στην υπόσταση του Λόγου, μέσα στην κοιλία της Θεοτόκου, συνιστά την άμεση θέωση της ανθρωπίνης φύσεως. Δηλαδή, από την πρώτη στιγμή που ενώθηκε η θεία με την ανθρώπινη φύση υπάρχει θέωση της ανθρωπίνης φύσεως. Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού: «άμα σάρξ, άμα Θεού Λόγου σάρξ». Αυτό σημαίνει ότι δεν παρενεβλήθη ένα διάστημα μετά από την σύλληψη για να θεωθή το ανθρώπινο πρόσλημμα, αλλά αυτό έγινε αμέσως κατά την ώρα της συλλήψεως. Συνέπεια και συνέχεια αυτού του γεγονότος είναι ότι η Παναγία πρέπει να λέγεται Θεοτόκος, αφού αυτή γέννησε πραγματικά τον Θεό, τον Οποίο κυοφόρησε εννέα μήνες στην κοιλία της, και όχι έναν άνθρωπο που είχε την Χάρη του Θεού.


Γι’ αυτό η Παναγία λέγεται Θεοτόκος και όχι Χριστοτόκος. Το χριστολογικό δόγμα έχει συνέπεια και στο θεοτοκολογικό. Η Παναγία είναι Θεοτόκος, ακριβώς γιατί συνέλαβε εν Αγίω Πνεύματι τον Χριστό. Αυτό πρέπει να τονισθή, γιατί παλαιά έγινε μεγάλη θεολογική συζήτηση για το αν η Παναγία πρέπει να λέγεται Θεοτόκος, λόγω υπάρξεως αιρετικών διδασκαλιών, η δε τελική κατοχύρωση της διδασκαλίας ότι η Παναγία εγέννησε Θεό, και ότι αμέσως με την πρόσληψη της ανθρωπίνης φύσεως υπάρχει θέωσή της, έγινε στην Γ’ Οικουμενική Σύνοδο. Ο αιρετικός Νεστόριος, χρησιμοποιώντας φιλοσοφικούς όρους και ανθρώπινο στοχασμό, υποστήριζε ότι η Παναγία ήταν άνθρωπος και γι’ αυτόν τον λόγο ήταν αδύνατο να γεννήση τον Θεό.


Το βρέφος που υπήρχε μέσα της δεν ήταν Θεός, αλλά άνθρωπος. Απλώς ο Θεός «παρήλθεν» ή «συμπαρήλθεν» δια της Θεοτόκου. Βέβαια, υπήρχε πρόβλημα στην θεολογία του για τις σχέσεις μεταξύ των δύο φύσεων στον Χριστό. Ο Νεστόριος πίστευε ότι η σάρκα του Χριστού ήταν απλώς συνημμένη με την φύση της θεότητος. Ο Λόγος ήταν Θεός, αλλά ήταν συνημμένος με τον άνθρωπο και κατοικούσε μέσα του. Με τέτοιες προϋποθέσεις ονόμαζε την Παναγία Χριστοτόκο και όχι Θεοτόκο. Όμως, ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος, τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, και η κάθε φύση ενεργούσε «μετά της θατέρου κοινωνίας» στην υπόσταση του Λόγου.


Το θέμα αυτό θα το δούμε όταν θα κάνουμε λόγο για την γέννηση του Χριστού. Εδώ όμως πρέπει να υπογραμμισθή ότι η ανθρώπινη φύση θεώθηκε αμέσως με την ένωσή της με την θεία φύση στην υπόσταση του Λόγου, μέσα στην κοιλία της Θεοτόκου. Γι’ αυτό η Παναγία είναι και λέγεται Θεοτόκος, αφού γέννησε κατά άνθρωπον τον Θεό.


ζ’ Η άμεση θέωση της ανθρωπίνης φύσεως από την θεία φύση του Λόγου δεν σημαίνει ότι καταργούνται τα ιδιώματα της ανθρωπίνης φύσεως. Αυτό δείχνει ότι η σύλληψη και κυοφορία, αλλά και η γέννηση του Χριστού έγινε κατά φύσιν και υπέρ φύσιν. Υπέρ φύσιν, γιατί έγινε δημιουργικώς από το Πανάγιο Πνεύμα και όχι σπερματικώς. Κατά φύσιν, γιατί η κυοφορία έγινε κατά τον τρόπο που κυοφορείται το βρέφος. Υπάρχει όμως ένα σημείο που πρέπει να υπογραμμισθή. Σε κάθε βρέφος υπάρχουν μερικά στάδια, έως ότου έλθη η ώρα να γεννηθή. Κατ’ αρχάς γίνεται η σύλληψη, στην συνέχεια μετά από ένα χρονικό διάστημα ο εξεικονισμός των μελών του σώματός του, έπειτα αναπτύσσεται ολίγον κατ’ ολίγον, και κατά τον βαθμό της αναπτύξεώς του ακολουθεί η κίνηση, και τέλος, όταν ολοκληρωθή, εξέρχεται από την κοιλία της μητέρας του.


Ενώ στο θείο βρέφος έχουμε ολίγον κατ’ ολίγον αύξηση, εν τούτοις δεν παρενεβλήθη διάστημα μεταξύ συλλήψεως και εξεικονισμού των μελών. Ο Μ. Βασίλειος λέγει ρητώς: «ευθύς γαρ τέλειον ήν τη σαρκί το κυοφορούμενον, ου ταις κατά μικρόν διαπλάσεσι μορφωθέν». Αυτό πρέπει να το δούμε από την άποψη ότι εξεικονίσθησαν τα μέλη του σώματός Του αμέσως, δημιουργήθηκε τέλειος άνθρωπος, αλλά όμως δεν βρέθηκε αμέσως στην διάπλαση των εννέα μηνών. Αναπτυσσόταν ολίγον κατ’ ολίγον, ενώ είχε απαρτισθή το σώμα Του από την αρχή.


η’ Η σύλληψη του Χριστού στην κοιλία της Θεοτόκου έγινε από το Πανάγιο Πνεύμα δημιουργικώς και όχι σπερματικώς, γιατί έπρεπε να αναλάβη ο Χριστός την καθαρά φύση που είχε ο Αδάμ προ της παραβάσεως. Βέβαια, ο Χριστός προσέλαβε σάρκα παθητή και θνητή, όπως αυτή έγινε μετά την παράβαση του Αδάμ, για να νικήση την φθορά και τον θάνατο, αλλ’ όμως ήταν άκρως καθαρά και αμίαντος, όπως ήταν προ της παραβάσεως. 


Έτσι, η σάρκα του Χριστού από απόψεως καθαρότητος ήταν όπως το προ της παραβάσεως σώμα του Αδάμ, από απόψεως δε θνητότητος και φθαρτότητος ήταν το μετά την παράβαση σώμα του Αδάμ. Επομένως, η σύλληψη έγινε δια του Αγίου Πνεύματος, γιατί ο τρόπος με τον οποίο γεννάται σήμερα ο άνθρωπος (διά του σπέρματος) είναι μετά την παράβαση. Κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, η κίνηση της σαρκός προς γέννηση δεν είναι απηλλαγμένη τελείως της αμαρτίας, γιατί, ενώ ο νούς έχει ταχθή από τον Θεό να ηγεμονεύη τον άνθρωπο, συμπεριφέρεται «ανυποτάκτως» κατά την διάρκεια της κινήσεως της σαρκός. 


Έτσι, η καθαρά φύση του Χριστού έχει σχέση με την δημιουργική και όχι σπερματική σύλληψη. Ακριβώς αυτό το γεγονός συνδέεται στενώτατα με το ότι η σύλληψη, κυοφορία και γέννηση του Χριστού από την Παναγία ήταν ανήδονος, άκοπος και ανώδινος. Ο Χριστός, λοιπόν, συνελήφθη, κυοφορήθηκε ως βρέφος και γεννήθηκε ανηδόνως, ακόπως, ανωδίνως. Συνελήφθη ασπόρως για δύο βασικούς λόγους. Πρώτον, για να αναλάβη την καθαρά ανθρώπινη φύση, και δεύτερον, για να γεννηθή αφθόρως και ανωδίνως. Η Παναγία όπως συνέλαβε τον Χριστό ανηδόνως, χωρίς ηδονή, το ίδιο και τον κράτησε εννέα μήνες στην κοιλία της ακόπως και αβάρως.


Δεν αισθανόταν βάρος, παρά το ότι το θείο βρέφος αναπτυσσόταν φυσιολογικά και είχε το βάρος ενός αναπτυσσομένου εμβρύου. Εφαρμόσθηκε έτσι η προφητεία του Προφήτου Ησαΐου: «Ιδού Κύριος κάθηται επί νεφέλης κούφης» (Ησ. ιθ’, 1). Με τον όρο «νεφέλη κούφη» εννοείται η ανθρώπινη σάρκα, που ήταν τόσο πολύ ελαφρά, ώστε δεν προξένησε κανένα βάρος και κόπο στην Παναγία, κατά το διάστημα της εννεαμήνου κυοφορίας. Η άσπορη και ανήδονη σύλληψη της Παναγίας και η άκοπη κυοφορία συνδέεται στενά με την άφθορη και ανώδινη γέννηση του Χριστού.


Κατά τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης υπάρχει στενή σχέση μεταξύ ηδονής και οδύνης, αφού κάθε ηδονή έχει συνημμένο και τον πόνο. Ο Αδάμ αισθάνθηκε ηδονή και ακολούθησε ο πόνος σε όλο το ανθρώπινο γένος. Έτσι και τώρα δια της ελευθερώσεως από την ηδονή προέρχεται χαρά στο ανθρώπινο γένος. Η γέννηση του Χριστού δεν έφθειρε την παρθενία της Θεοτόκου, όπως ακριβώς η σύλληψη δεν έγινε με ηδονή, και η κυοφορία με βάρος και κόπο. Εκεί που ενεργεί το Πανάγιο Πνεύμα «νικάται φύσεως τάξις».


θ’ Η διάρκεια της κυοφορίας της Παναγίας είναι προτύπωση της αδιαλείπτου κοινωνίας που θα έχουν οι άγιοι στην Βασιλεία του Θεού. Είναι γνωστό και δεδομένο ότι η μητέρα που έχει κυοφορούμενο βρέφος έχει στενή και οργανική σχέση μαζί του. Σύγχρονοι επιστήμονες έχουν αποδείξει ότι το βρέφος επηρεάζεται πάρα πολύ όχι μόνο από την σωματική κατάσταση της μητέρας του, αλλά και από την ψυχολογική της συγκρότηση. Και επειδή το θείο βρέφος συνελήφθη εκ Πνεύματος Αγίου, αλλά μεγάλωσε κατά τον φυσικό τρόπο, δηλαδή είχε κοινωνία με το σώμα της Παναγίας, γι’ αυτό και υπάρχει στενή σχέση μεταξύ του Χριστού και της Θεοτόκου.


Φυσικά, αυτό πρέπει να το δούμε από την άποψη ότι η Παναγία δίνει το αίμα της στον Χριστό, αλλά και ο Χριστός την Χάρη και ευλογία Του σε αυτήν. Κυοφορούμενος ο Χριστός δεν έπαυσε να βρίσκεται ταυτόχρονα στον θρόνο του Θεού ενωμένος με τον Πατέρα Του και το Άγιον Πνεύμα. Η ανθρώπινη φύση ενώθηκε με την θεία φύση ατρέπτως, ασυγχύτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως, αμέσως από την στιγμή της συλλήψεως. Αυτό σημαίνει ότι πρώτη η Παναγία γεύθηκε τα αγαθά της θείας ενανθρωπήσεως, την θέωση. Αυτό που οι Μαθηταί του Χριστού γεύθηκαν κατά την Πεντηκοστή, και εμείς μετά το Βάπτισμα, κατά την διάρκεια του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας, όταν κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, και αυτό που θα ζουν οι άγιοι στην Βασιλεία των Ουρανών, το ζούσε η Παναγία από την πρώτη στιγμή της συλλήψεως και κυοφορίας.


Επομένως, ο Χριστός εννέα ολόκληρους μήνες, μέρα και νύχτα, έτρεφε με το αγιασμένο αίμα Του την Παναγία. Αυτό είναι προτύπωση της αδιαλείπτου θείας Κοινωνίας και της αδιαλείπτου σχέσεως και κοινωνίας των αγίων με τον Χριστό που θα γίνη κυρίως στην άλλη ζωή. Γι’ αυτό και η Παναγία είναι προτύπωση του μέλλοντος αιώνος. Από αυτό το πρίσμα είναι Παράδεισος.


ι’ Ο άγιος Νικόδημος ο αγιορείτης, μιλώντας για τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, προχωρεί και σε μια προσωπική και υπαρξιακή προσέγγιση του γεγονότος αυτού. Γιατί, δεν αρκεί μόνο να εορτάζουμε εξωτερικά τα γεγονότα της θείας ενανθρωπήσεως, αλλά να τα πλησιάζουμε υπαρξιακά και πνευματικά. Γι’ αυτόν τον λόγο συνέλεξε πολλά χωρία αγίων στα οποία γίνεται λόγος γι’ αυτήν την υπαρξιακή προσέγγιση. Είναι χαρακτηριστικός ο λόγος του Προφήτου Ησαΐου: «Δια τον φόβον σου, Κύριε, εν γαστρί ελάβομεν και ωδινήσαμεν και ετέκομεν, πνεύμα σωτηρίας σου εποιήσαμεν επί της γής» (Ησ. κστ’, 18). 


Κατά την ερμηνεία των αγίων Πατέρων σπόρος είναι ο λόγος του Θεού και μήτρα είναι ο νούς και η καρδία του ανθρώπου. Δια της πίστεως ο λόγος του Θεού σπείρεται στην καρδιά του ανθρώπου και την καθιστά έγκυο από τον φόβο του Θεού. Πρόκειται για τον φόβο να μη μείνη ο άνθρωπος μακρυά από τον Θεό. Δια του φόβου αυτού αρχίζει ο αγώνας για την κάθαρση της καρδιάς και την απόκτηση των αρετών, που ομοιάζει με πόνο, ωδίνες τοκετού. Με αυτόν τον τρόπο γεννιέται το πνεύμα της σωτηρίας, που είναι η θέωση και ο αγιασμός. 


Η μόρφωση του Χριστού μέσα μας γίνεται με πνευματικές ωδίνες. Ο Απόστολος Παύλος λέγει: «τεκνία μου, ούς πάλιν ωδίνω, άχρις ου μορφωθή Χριστός εν υμίν» (Γαλ. δ’, 19). Ωδίνες είναι ο ασκητικός αγώνας, και μόρφωση είναι η θέωση και ο αγιασμός. Κατά τους αγίους Πατέρας (άγιο Γρηγόριο Νύσσης, άγιο Μάξιμο Ομολογητή, άγιο Συμεών τον νέο Θεολόγο, όσιο Νικήτα τον Στηθάτο κλπ.), αυτό που συνέβη σωματικά στην Παναγία, αυτό γίνεται πνευματικά σε κάθε έναν του οποίου η ψυχή παρθενεύει, δηλαδή καθαρίζεται από τα πάθη. Ο Χριστός, που μια φορά γεννήθηκε κατά σάρκα, θέλει να γεννάται πάντα κατά πνεύμα, από αυτούς που θέλουν, και έτσι γίνεται βρέφος, διαπλάττοντας τον εαυτό του μέσα σ’ εκείνους δια των αρετών.


Η πνευματική σύλληψη και γέννηση γίνεται αντιληπτή από το ότι σταματά η ρύση του αίματος, δηλαδή παύουν να υπάρχουν επιθυμίες για την διάπραξη της αμαρτίας, δεν ενεργούν τα πάθη στον άνθρωπο, μισεί ο άνθρωπος την αμαρτία και θέλει διαρκώς να πράττη το θέλημα του Θεού. Αυτή δε η σύλληψη και γέννηση αποκτάται με την εφαρμογή των θείων εντολών, κυρίως με την επιστροφή του νοός στην καρδιά και με την αδιάλειπτη μονολόγιστη προσευχή. Τότε ο άνθρωπος γίνεται ναός του Παναγίου Πνεύματος.


Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι ευαγγελισμός του ανθρωπίνου γένους, πληροφορία ότι ενηνθρώπησε ο Υιός και Λόγος του Θεού. Αυτή η παγκόσμια εορτή πρέπει να συντελέση στην προσωπική εορτή, στον προσωπικό ευαγγελισμό. Πρέπει να δεχθούμε τα προοίμια της σωτηρίας μας, που είναι η μεγαλύτερη είδηση στην ζωή μας.



Σεπτέμβριος 1994


Από το βιβλίο «Οι Δεσποτικές Εορτές», Ι. Μ. ΓΕΝΕΘΛΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ, 1995.



Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου (Πελαγίας)


Σάββατο 2 Απριλίου 2022

ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: ''ΧΕΙΡΑΓΩΓΙΑ ΣΤΗΝ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ'' (ΜΕΡΟΣ 18ον)

 



Συνακόλουθες αναρτήσεις εκ του βιβλίου
του Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου (1815 - 1894),
<<Χειραγωγία στην Πνευματική Ζωή>>,
(αποσπάσματα επιστολών),
έκδοση της Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Μήλεσι Αττικής,
έκδοση δωδεκάτη, Απρίλιος 2019, σελ. 158-170.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένων
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.






 Εισαγωγικό σημείωμα


Ο Όσιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος, μεγάλος Ρώσος ιεράρχης και συγγραφέας του 19ου αιώνα, είναι ήδη γνωστός στο ελληνορθόδοξο αναγνωστικό κοινό από τις ομιλίες του <<ΠΡΟΣ ΤΙΣ ΑΔΕΛΦΕΣ ΜΟΝΑΧΕΣ>> και από το <<ΑΠΑΝΘΙΣΜΑ ΕΠΙΣΤΟΛΩΝ>> του, δύο παλαιότερες εκδόσεις μας, του 1979 και του 1984 αντίστοιχα, με επανειλημμένες ανατυπώσεις μέχρι σήμερα. Ο αναγνώστης μπορεί να βρει σ' αυτές εκτενές βιογραφικό σημείωμα του οσίου. Έτσι περιοριζόμαστε εδώ μόνο σ' ένα σκιαγράφημα της ζωής του. Γεννήθηκε το 1815 σ' ένα χωριό της επαρχίας Ορλώφ. Σπούδασε στο Εκκλησιαστικό Σεμινάριο της γενέτειράς του και στη Θεολογική Ακαδημία του Κιέβου. Αμέσως μετά την αποφοίτησή του, το 1841, μοναχός ήδη, χειροτονήθηκε διάκονος και πρεσβύτερος. Δίδαξε σε διάφορες εκκλησιαστικές σχολές. Το 1857 έγινε πρύτανης της Θεολογικής Ακαδημίας της Πετρουπόλεως. Στα 44 χρόνια του χειροτονήθηκε επίσκοπος Ταμπώφ. Αργότερα καταστάθηκε στην επαρχία Βλαδιμίρ. Ως ποιμενάρχης εργάστηκε με περισσό ζήλο για την εποικοδομή και τη σωτηρία των ψυχών που του εμπιστεύθηκε ο Θεός. Έγραψε πολλά πνευματικά και ερμηνευτικά έργα. Μετέφρασε στα ρωσικά τη Φιλοκαλία, με σημαντικές προσθαφαιρέσεις. Το 1866,ύστερ' από είκοσι πέντε χρόνια καρποφόρας εκκλησιαστικής διακονίας, παραιτήθηκε από την επισκοπική του έδρα για να ζήσει ασκητικά. Κλείστηκε σ' ένα κελλί, στην έρημο Βισένσκ -γι' αυτό επονομάστηκε Βισένσκυ-, και διέμεινε εκεί ως την οσιακή κοίμησή του, το 1894. Περίπου έναν αιώνα αργότερα, το 1988, διακηρύχθηκε επίσημα η αγιότητά του από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ρωσίας. Στο διάστημα του εικοσιπεντάχρονου εγκλεισμού του, ο ασκητής ιεράρχης ασχολήθηκε συστηματικά με την εποικοδομητική επιστολογραφία. Καθημερινά έφταναν στο κελλί του από είκοσι μέχρι σαράντα γράμματα, από διάφορα πρόσωπα και με διάφορα ερωτήματα. Συνήθως απαντούσε σε όλα. Έτσι, ως την εκδημία του, έγραψε χιλιάδες επιστολές πάνω σε θέματα χριστιανικής πίστεως και ζωής, πολλές από τις οποίες εκδόθηκαν σε τόμους όσο ακόμα ζούσε. Διακρίνονται για την απλότητα και την αμεσότητά τους, αλλά και για το ορθόδοξο ήθος, το εκκλησιαστικό φρόνημα, την πατερική διάκριση, την αγιογραφική θεμελίωσή τους. Το βιβλίο τούτο είναι ένα ακόμη ανθολόγημα επιστολικών παραινέσεων του οσίου Θεοφάνους, που αναφέρονται σε προβλήματα του εσωτερικού αγώνα και του καθημερινού βίου των πιστών, στρέφονται δηλαδή, άμεσα ή έμμεσα, γύρω από την πνευματική ζωή, στην οποία χειραγωγούν τον αναγνώστη δίχως σύστημα και μέθοδο, ελεύθερα, φυσικά και ζωντανά. <<Ζήστε πνευματικά>>, έγραφε ο άγιος επίσκοπος σε μια χριστιανή του καιρού του. Με την ίδια φιλάδελφη προτροπή παραδίνουμε τον μικρό τούτο θησαυρό των σοφών συμβουλών του στα χέρια των χριστιανών του καιρού μας -όσων εγκάρδια ποθούν <<περπατήσαι αξίως του Κυρίου εις πάσαν αρέσκειαν, εν παντί έργω αγαθώ καρποφορούντες και αυξανόμενοι εις την επίγνωσιν του Θεού>> (Κολ. 1:10).



ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ







( Ε κ  τ ο υ  π ρ ο η γ ο ύ μ ε ν ο υ )




Ζωή πνευματική, ζωή ψυχική, ζωή σαρκική. <<Πώς να κυριαρχώ στον εαυτό μου;>>. Όπως κυριαρχείτε στον εαυτό σας σε μια περίσταση, έτσι αγωνιστείτε να κάνετε σε όλες. Ή μήπως έχετε σε τόσο μεγάλο βαθμό διαλυθεί ψυχικά, που δεν μπορείτε καθόλου ν’ αυτοκυριαρχηθείτε; Πρέπει να ασκείτε βία στον εαυτό σας. Ο Κύριος βεβαίωσε: <<Η βασιλεία των ουρανών βιάζεται, και βιασταί αρπάζουσιν αυτήν>> (Ματθ. 11:12).


Ποθείτε τη βασιλεία; Με τη βία νικήστε τον εαυτό σας. Και με τη βία ανεβάστε τον στον ουρανό. Λέτε πως είστε πολύ οκνηρή. Και βέβαια είστε οκνηρή, αλλά μόνο στα πνευματικά: στην προσευχή, στη μελέτη, στη μνήμη του Θεού και του θανάτου κ.λπ. Κάποτε μου γράψατε ότι διαβάσατε ένα βιβλίο με τίτλο <<Τί είναι η πνευματική ζωή>>.  Εκεί αναφέρεται ότι υπάρχουν τρεις βαθμίδες ζωής: η πνευματική, η ψυχική και η σαρκική. Πνευματική λέγεται η ζωή εν Αγίω Πνεύματι, ψυχική η ζωή δίχως το Αγιο Πνεύμα και σαρκική η ζωή της αμαρτίας.


Αντίστοιχοι είναι οι όροι πνευματικός άνθρωπος, ψυχικός άνθρωπος και σαρκικός άνθρωπος (πρβλ. Ρωμ. 8:1-17: Α' Κορ. 2:14 και 3:3: Ιούδα 19). Οι δυο τελευταίες χαρακτηρίζονται από εγωισμό. Η πρώτη απαιτεί αυτοθυσία τόσο για την έναρξη όσο και για την ολοκλήρωση κάθε έργου. Γιατί στην ψυχική και στη σαρκική ζωή δεν υπάρχουν ιδιαίτερες θυσίες; Γιατί σ' αυτές η επιθυμία και τα αντικείμενα της ηδονής είναι φανερά, αισθητά, ψηλαφητά. Καθώς, λοιπόν, συνηθίζουμε από παιδιά σ' αυτή την αισθητή πραγματικότητα, δεν επιζητούμε την πνευματική ζωή, πού προϋποθέτει αυταπάρνηση, γιατί δεν έχουμε γευθεί την ουράνια ηδονή της, δεν έχουμε απολαύσει τη χάρη και τη χαρά της, την ειρήνη και τη γλυκύτητά της.


Γνωρίζουμε, δηλαδή, εμπειρικά τί ικανοποίηση θα μας δώσει το ένα ή το άλλο αντικείμενο του κόσμου και του βίου τούτου, όχι όμως τί ικανοποίηση θα μας δώσει η εν Πνεύματι ζωή. Αυτήν πρέπει να την απεικάσουμε, ή μάλλον να την προεικάσουμε υποθετικά. Αν, όμως, έστω και μια φορά μόνο τη βιώσουμε, θα τη γνωρίσουμε πραγματικά, από την πείρα. Ε, λοιπόν, νομίζω πώς εσείς έχετε αυτή την πείρα. Στηριχθείτε πάνω της κάθε φορά που σας κυριεύει η οκνηρία για καθετί πνευματικό. Βιάζοντας λίγο τον εαυτό σας, θα τον επαναφέρετε στην εμπειρική βίωση των αγαθών της πνευματικής ζωής. Η ψυχή σας θα υποχωρήσει στην άσκηση της βίας, γιατί δεν μπορεί ν' αντισταθεί στο πνεύμα. Θυμηθείτε τις πνευματικές σας εμπειρίες.


Δεν αναγνωρίζετε πως είναι ασύγκριτα ανώτερες από τις ψυχικές και σαρκικές, πως απέχουν απ' αυτές όσο και ουρανός από τη γη; Χάρη σ' αυτή, λοιπόν, τη βιωματικά διαπιστωμένη υπεροχή τους, ακόμα και μια πολύ μικρή γεύση τους είναι ικανή να παραμερίσει κάθε άλλη εμπειρία, ελκύοντας την καρδιά και την προαίρεσή σας. Υποστηρίζετε πως η ψυχική και η σαρκική ζωή επιβάλλονται τάχα από κάποιαν αναγκαιότητα. Αν συμβαίνει αυτό, φταίτε εσείς, πού δεν κάνετε ό,τι πρέπει ή δεν κάνετε απολύτως τίποτα για να ελέγξετε και να κατευθύνετε τα πράγματα. Το αφήνετε να τρέχουν και να σας παρασύρουν, όχι γιατί δεν έχετε τη δύναμη ν' αντισταθείτε, αλλά γιατί παραδώσατε σ' αυτά τη βούλησή σας.


Βάλτε αρχή και κανόνα, σε κάθε επίθεση της οκνηρίας, ν' αντιτάσσετε την πνευματική εμπειρία, τη γεύση του αγαθού, και να στρέφετε προς το μέρος της τη βούλησή σας με αποφασιστικότητα, με επιμονή, με αυταπάρνηση –αλλιώς, να το ξέρετε, δεν θα μπείτε στην ουράνια βασιλεία. Χρειάζεται μικρή πάλη, λίγη βία, για την οποία ο καθένας είναι ικανός, κι εσείς περισσότερο από πολλούς άλλους. Ζήστε, λοιπόν, πνευματικά! Και μη δικαιολογείστε με την επίκληση του ρητού, <<το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής» (Ματθ. 26:41). Ν' αφήσετε τη σάρκα, να συμμαχήσετε με το πνεύμα και να βαδίσετε προς το αγαθό Πνεύμα... Αν κάνετε ό,τι σας γράφω, όλα θα πάνε καλά. Διαφορετικά, θα κυριευθείτε ολότελα από τη ραθυμία και την αδιαφορία για το έργο της σωτηρίας. Σε κάθε τέτοια ψυχή ο Κύριος λέει: <<Μέλλω σε εμέσαι...>>. (Αποκ. 3:16).


Οικογενειακή-κοινωνική ζωή και κοσμική ζωή. Την οικογενειακή και κοινωνική ζωή δεν πρέπει να την ονομάζουμε κοσμική, γιατί μπορεί να μην είναι. Κοσμική γίνεται, όταν κυριαρχείται από τα πάθη. Ο Θεός μάς έχει δώσει εντολές. Αν ζούμε σύμφωνα με τις εντολές αυτές και αποφεύγουμε την αμαρτία, τότε δεν κάνουμε ζωή κοσμική, αλλά άγια κι ευλογημένη. Οι κοσμικοί χοροί. Χόρεψες... και δεν σε πλάκωσε ο ουρανός;! Ας είναι... Ό,τι έγινε, έγινε. Τί τις ήθελες, όμως, εκείνες τίς δικαιολογίες για <<δικαιώματα της νιότης>> και άλλα τέτοια; Τα νιάτα μπορούν, βέβαια, να πουν στο θάνατο: <<Μη με πλησιάζεις!>>. Κι εκείνος, με τη σειρά του, μπορεί να αγνοήσει την <<εντολή>> και να έρθει όποτε θελήσει, ακόμα και την ώρα του χορού, βάζοντας τέρμα σε όλα. Σε όλα...


Για φαντάσου! Να βρεθείς ξαφνικά από το χορό στον άλλο κόσμο! Εσύ μετράς τη νιότη με τη νιότη. Κάνεις λάθος. Το μέτρο μας για όλα πρέπει να είναι ο κύριος σκοπός της ζωής μας. Ποιός είναι αυτός; Η ετοιμασία μας για την αιώνια ζωή. Έχουν θέση σ' αυτήν οι χοροί... και πολλά άλλα;... Ας ετοιμαστούμε για την ημέρα της Κρίσεως. Ας αρχίσουμε κι εμείς να ετοιμαζόμαστε για τη μεγάλη ημέρα της δευτέρας παρουσίας του Κυρίου. Θα δώσουμε <<εξετάσεις>> τότε. Ας κοιτάξουμε, λοιπόν, το «πρόγραμμα» των <<μαθημάτων>> και ας μελετήσουμε όσα παραμελήσαμε, ας συμπληρώσουμε όσα δεν καλοξέρουμε, ας ξαναδιαβάσουμε όσα ξεχάσαμε. Πρέπει να βιαστούμε, γιατί η ώρα του θανάτου μας είναι άγνωστη. Ίσως αύριο, ίσως σήμερα κιόλας να κληθούμε: <<Θεοφάνης Βισένσκυ... Ν. Ταμπόβσκαγια... Βγές!...>>.


Και τότε ούτε τετράδια ούτε βιβλία θα έχουμε, για να συμβουλευτούμε... Ούτε υποβολέας θα υπάρχει... Ο καθένας θα εξεταστεί μόνος του και θα βαθμολογηθεί από τον μεγάλο Κριτή με κριτήριο τα επίγεια έργα του. Η δευτέρα παρουσία του Κυρίου και οι ψευδοπροφητείες γι' αυτήν. Πολλές «προφητείες» έχουν γίνει για το τέλος του κόσμου. Και καμιά δεν επαληθεύτηκε. Ο Σωτήρας μας είπε, ότι κανένας δεν ξέρει ποιά μέρα και ώρα θα έρθει το τέλος κανένας, ούτε οι άγγελοι των ουρανών, παρά μόνο ο Θεός. Δεν υπάρχει λόγος, λοιπόν, ούτ' εμείς να <<προβλέπουμε>>, στηριγμένοι σε ανυπόστατες ή ασαφείς ενδείξεις, το χρόνο της παρουσίας του Κυρίου, ούτε και στων άλλων τις <<προβλέψεις>> να δίνουμε σημασία. Το ότι θα ξανάρθει ο Χριστός ως Κριτής του κόσμου είναι αναμφισβήτητο, καθώς και το ότι αυτό θα γίνει ξαφνικά, αφού προηγηθούν μεγάλα και θαυμαστά σημεία.


Εμείς δεν έχουμε παρά μόνο να περιμένουμε τον Ιησού και να ετοιμαζόμαστε πνευματικά για τη συνάντηση μαζί Του, όπως ο ίδιος μάς υπέδειξε: <<Γρηγορείτε, ότι ουκ οίδατε ποία ώρα ο Κύριος υμών έρχεται» (Ματθ. 24:42) και <<γίνεσθε έτοιμοι, ότι ή ώρα ου δοκείτε ο Υιός του ανθρώπου έρχεται» (Ματθ. 24:44). Το κακό είναι αιώνιο; <<Το κακό είναι αιώνιο ή προσωρινό;>>. Διαβάστε τι γράφει σχετικά το Ευαγγέλιο (Ματθ. 25:31-46). Ο Κύριος θα έρθει στον κόσμο για δεύτερη φορά, άγνωστο πότε, ως κριτής πιά και όχι ως λυτρωτής. Τότε θα μας κρίνει όλους κατά τα έργα μας. Και οι δίκαιοι θα πάνε στην αιώνια μακαριότητα, ενώ οι αμετανόητοι αμαρτωλοί στην αιώνια κόλαση. Έτσι το καλό θα θριαμβεύσει και το κακό θα τιμωρηθεί. Εμείς, πάντως, δεν μπορούμε με το φτωχό μυαλό μας να συλλάβουμε τα μελλοντικά και αιώνια. Δεν υπάρχει λόγος, λοιπόν, να σκοτιζόμαστε γι' αυτά, πού τα γνωρίζει μόνο ο Κύριος των αιώνων. Εκείνος βεβαιώνει: <<Και απελεύσονται ούτοι εις κόλασιν αιώνιον, οι δε δίκαιοι εις ζωήν αιώνιον>> (Ματθ. 25:46).


Ο αψευδής Θεός προλέγει αυθεντικά τι θα γίνει. Αυτό δεν φτάνει; Γιατί θέλουμε να ερευνήσουμε τα ανερεύνητα και να κατανοήσουμε τα ακατανόητα; Μερικοί, βέβαια, θα διαμαρτυρηθούν: Mα πως είναι δυνατόν όσοι αμάρτησαν πρόσκαιρα να βασανίζονται αιώνια; Είναι, φαίνεται, πιο φιλάνθρωποι από τον ίδιο τον Κύριο, που έπαθε και πέθανε για τη σωτηρία των ανθρώπων. Αν η ευαγγελική διδασκαλία για τον κολασμό των αμαρτωλών ήταν ανθρώπινη θεωρία, τότε η αντίρρηση και η διαμαρτυρία θα ήταν δικαιολογημένες. Αφού, όμως, πρόκειται για αποκαλυμμένη θεία αλήθεια και για αμετάκλητη απόφαση του Θεού, πού σταυρώθηκε για τους αμαρτωλούς, οφείλουμε να την αποδεχθούμε με πίστη, ταπείνωση και υποταγή, όσο κι αν το μυαλουδάκι μας πεισματώνει.


<<Η προσωπική ελευθερία επιτρέπει σε κάθε λογικό και αυτεξούσιο όν να κάνει είτε το καλό είτε το κακό. Προβάλλει, όμως, το ερώτημα: Μπορεί αυτή η ελευθερία να ταυτιστεί τόσο απόλυτα και αποκλειστικά με το κακό, έτσι που σε καμιά περίπτωση και για κανένα λόγο να μην το αποχωρίζεται, μολονότι γνωρίζει ότι οδηγείται στην καταστροφή; Η απάντηση είναι καταφατική. Κλασικό το παράδειγμα του σατανά. Αλλά μπορεί να σατανοποιηθεί η ανθρώπινη ελευθερία; Και βέβαια! Έχουμε τόσα και τόσα παραδείγματα αμετανόητων αμαρτωλών. Τι θα γίνει, λοιπόν, μ' αυτούς που εκούσια σατανοποιήθηκαν; Στον παράδεισο, το βασίλειο του καλού Θεού, δεν έχουν θέση το κακό και η αμαρτία, επομένως ούτε οι κακοί και αμαρτωλοί. Καθώς, μάλιστα, αυτοί δεν θέλουν ν' αλλάξουν, να μετανοήσουν και να γίνουν καλοί, τί απομένει; Ή να τούς μεταβάλει ο Θεός ή να τους αφανίσει. Να τους μεταβάλει χωρίς τη θέλησή τους δεν είναι δυνατόν, γιατί, αν το έκανε, θα παραβίαζε την ελευθερία τους. Mα και να τους αφανίσει αποκλείεται, αφού είναι δημιουργός, όχι εξολοθρευτής.


Έτσι, λοιπόν, καταλήγουν στην αιώνια κόλαση, την οποία ουσιαστικά δημιουργούν οι ίδιοι με την αυτόβουλη και οριστική απομάκρυνσή τους από τον Κύριο. Τελειώνω με την απόκριση που έδωσε ένας άγγελος στον Μέγα Αντώνιο, όταν ο όσιος είχε παρόμοιες απορίες: <<Αντώνιε>>, του είπε, <<κοίτα τον εαυτό σου! Τα άλλα τα κανονίζει ο Θεός κατά την κρίση Του και δεν συμφέρει να τα μάθεις>>. Είναι στην εξουσία μας η απαλλαγή από το κακό; Κάποιος άγιος ευχαριστούσε το Θεό για τη γέεννα! Και Τον ευχαριστούσε όχι γι' άλλο λόγο, μα επειδή γνώριζε καλά πόσο μας ευεργέτησε ο Κύριος, αποκαλύπτοντάς μας όσα αφορούν τη γέεννα. Βέβαια, μολονότι γνωρίζουμε την ύπαρξή της, αδιαφορούμε και αμαρτάνουμε. Ωστόσο, όσο κι αν αμαρτάνουμε, ανησυχούμε και προβληματιζόμαστε κάπου-κάπου για τη μεταθανάτια κατάληξή μας. Φαντάζεστε τι θα γινόταν, αν δεν γνωρίζαμε για τη γέεννα; Είναι στην εξουσία μας ν' απαλλαγούμε από την αμαρτία, από το κακό; Ναι, είναι. Φτάνει να το θελήσετε.


Αν το θελήσετε, θα το επιδιώξετε. Αν το επιδιώξετε, θα προσευχηθείτε. Αν προσευχηθείτε, θα λάβετε τη θεία βοήθεια. Και μ' αυτήν όλα είναι δυνατά. <<Πάντα ισχύω εν τω ενδυναμούντί με Χριστώ>>, έλεγε ο απόστολος Παύλος (Φιλιπ. 4:13). Όταν, όμως, προσεύχεστε και ζητάτε ενδυνάμωση από το Χριστό, να το κάνετε όχι άτονα και ολιγόπιστα, αλλά δυνατά, εγκάρδια, με πίστη. Το μέτρο του φαγητού. Ως προς τη διατροφή, ας είναι αρχή σας να σηκώνεστε από το τραπέζι μισοχορτάτος. Έτσι η κακιά δούλα, η σάρκα, θα νιώσει ότι έχει από πάνω της έναν εξουσιαστή. Όσο για το κρασί, πολύ καλά κάνατε και το κόψατε. Έτσι θα είστε πάντα νηφάλιος, με ξεθόλωτο νου και δραστήριο σώμα. Μεγάλη υπόθεση!


Νηστεία για μεγάλους και παιδιά. Η νηστεία της Τετάρτης και της Παρασκευής και οι υπόλοιπες <<διατεταγμένες>> νηστείες του εκκλησιαστικού έτους είναι αρκετές. Δεν υπάρχει λόγος να προσθέσετε σ' αυτές άλλη μια μέρα την εβδομάδα. Ρίξτε καλύτερα μεγαλύτερο βάρος στον πνευματικό αγώνα εναντίον των πονηρών λογισμών και των εμπαθών αισθημάτων. Ως προς το σώμα, φτάνει να το κρατάτε υπό τον έλεγχό σας με μια διακριτική εγκράτεια σε όλα. Τα παιδιά, όταν είναι άρρωστα ή ασθενικά, ας μη νηστεύουν. Όταν όμως είναι υγιή, γιατί όχι; Αν δεν συνηθίσουν να νηστεύουν από μικρά, ούτε όταν μεγαλώσουν θα τηρούν τις νηστείες της Εκκλησίας μας. Με ρωτάτε, αν μπορεί να πιε γάλα κάποιος άρρωστος σε καιρό νηστείας. Όχι μόνο γάλα, μα και άλλες καταλύσιμες τροφές μπορεί να γευθεί, εφόσον αυτό απαιτεί η κατάσταση της υγείας του. Η ωφέλειά μας από τις νηστείες της Εκκλησίας. Με την ευκαιρία της ενάρξεως της ψυχοσωτήριας νηστείας, σας εύχομαι καλή Σαρακοστή. Θείο δώρο είναι η ευλογημένη αυτή περίοδος.


Οι άγιοι πατέρες, με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, θέσπισαν ορισμένες μόνο ημέρες και περιόδους νηστείας. Βλέπετε, λόγω της ανθρώπινης αδυναμίας μας, δεν μπορούμε να νηστεύουμε όλο το χρόνο, όπως φυσικά θα κάναμε, αν είχαμε απελευθερωθεί ολότελα από τα υλικά, αν ανήκαμε αποκλειστικά στο Θεό, αν ήμασταν πνευματικοί και όχι σαρκικοί. Αυτός ακριβώς, όμως, είναι ο στόχος των νηστειών της Εκκλησίας: Να γίνουμε πνευματικοί. Γιατί με τη νηστεία ταπεινώνεται η σάρκα, και μαζί της η καρδιά, και νεκρώνονται σταδιακά όλα τα πάθη. Καταλαβαίνετε, λοιπόν, πόσο μεγάλη είναι η ωφέλειά της. 'Απιστοι και πιστοί. Ο απόστολος Πέτρος γράφει για τον δίκαιο Λωτ, ότι υπέφερε ψυχικά, βλέποντας τη συμπεριφορά των άνομων συμπολιτών του, των Σοδομιτών. Η καρδιά του σπάραζε. 'Ηταν, πραγματικά, ένας μάρτυρας και άγιος. Μάρτυρας, λοιπόν, είστε κι εσείς, που υποφέρετε το ίδιο, ζώντας ανάμεσα σε σκληροτράχηλους απίστους. Συνήθως οι άπιστοι αντιμετωπίζουν ειρωνικά και υπεροπτικά τους πιστούς, εκφράζοντας έτσι τη δυναμική επικράτησή τους στον κόσμο τούτο.


Αλλά η πίστη μας είναι ζωντανή. Η Εκκλησία στέκεται ακλόνητη, ακατανίκητη από τις ενάντιες δυνάμεις. Και οι πιστοί, μέσα στην ταπείνωσή τους, προσδοκούν όσα τούς υποσχέθηκε ο αληθινός Θεός. Εμείς γνωρίζουμε την Αλήθεια. Θα έρθει, όμως, μια μέρα, που αυτή η Αλήθεια θα φανερωθεί θριαμβευτικά, <<μετά δυνάμεως και δόξης πολλής>> (Λουκ. 21:27), σ' ολόκληρη την ανθρωπότητα. Και τότε οι άπιστοι <<απελεύσονται εις κόλασιν αιώνιον>>, ενώ οι πιστοί <<εις ζωήν αιώνιον>> (Ματθ. 25:46). Ο διεστραμμένος νους. Με πολλή συμπόνια μοιράζομαι τη θλίψη σας και το βάρος της καρδιάς σας. Εύχομαι ο Κύριος να σας παρηγορήσει. Δεν σας μένει τίποτ' άλλο από την προσευχή. Γιατί μόνο ο παντοδύναμος Θεός μπορεί να σας λυτρώσει από το κακό, που σας περισφίγγει. Αυτός θα μεταφέρει το βάρος της καρδιάς σας στις καρδιές εκείνων που σας καταθλίβουν. Και αν ως τότε δεν έχουν απελπιστεί, θα συνταραχθούν και θα διορθωθούν. Δεν υπάρχει λόγος να συζητήσει κανείς μαζί τους, γιατί ο νους τους έχει διαστραφεί.


Ο άνθρωπος μπορεί να δεχθεί παραίνεση, όσο διατηρεί υγιή σκέψη και αντίληψη. Όταν τη χάσει, δεν επηρεάζεται ούτε από την πιο καλή συμβουλή, ούτε από το πιο σοφό επιχείρημα. Στους υγιείς συλλογισμούς αντιτάσσει πάντα τις νοσηρές ιδέες του. Αυτές τον εκφράζουν, καθώς συνταιριάζουν με τα εμπαθή αισθήματά του. Οι διανοητικά καθυστερημένοι. Τους διανοητικά καθυστερημένους ανθρώπους τους ονομάζουμε ηλίθιους. Αυτοί, ωστόσο, είναι ηλίθιοι μόνο για μας, ούτε για τον εαυτό τους ούτε και για το Θεό. Το πνεύμα τους αναπτύσσεται μ' έναν ιδιαίτερο τρόπο. Μπορεί εμείς, οι μυαλωμένοι τάχα και σοφοί, ν' αποδειχθούμε χειρότεροι από εκείνους. Σχέσεις με ανθρώπους δίχως ευσέβεια. Μην πολυνοιάζεστε και μη λυπάστε, αν δεν έχετε στενές σχέσεις με τους γείτονές σας, που δεν σέβονται το Θεό. Είναι καλό και ωφέλιμο να επικοινωνούμε με τούς ομόψυχους αδελφούς, τους πιστούς χριστιανούς, για να βοηθάμε ο ένας τον άλλο στο δρόμο της σωτηρίας.


Η επικοινωνία και συνεργασία μας με τους κοσμικούς ανθρώπους ας περιορίζεται στις αναγκαίες βιοτικές υποθέσεις. Και στην περίπτωση αυτή, πάντως, αν μας βλάπτουν ψυχικά, ας διακόπτουμε κάθε σχέση μαζί τους. Η καρδιά και ο Θεός. Ο Θεός βρίσκεται παντού. Και σαν βρει καρδιά που δεν Tου εναντιώνεται, καρδιά ταπεινή, μπαίνει μέσα της και τη γεμίζει χαρά. Τόση είναι η χαρά της καρδιάς που έχει μέσα της το Θεό, ώστε κολλάει επάνω Του και δεν θέλει ποτέ να Τον αποχωριστεί. Σε καρδιά φουσκωμένη από εγωισμό δεν πλησιάζει ο Κύριος. Κι έτσι αυτή καταθλίβεται, μαραζώνει και σιγολιώνει, βυθισμένη στην άγνοια, τη λύπη και το σκοτάδι. Όσο αμαρτωλοί κι αν είμαστε, μόλις στραφούμε με μετάνοια και πόθο προς τον Κύριο, η θύρα της καρδιάς μας ανοίγει σ' Εκείνον. Η εσωτερική ακαθαρσία ξεχύνεται έξω, για να παραχωρήσει τη θέση της στην καθαρότητα, την αρετή, τον ίδιο το Σωτήρα, τον μεγάλο Επισκέπτη της ψυχής, τον κομιστή της χαράς, του φωτός, του ελέους. Θείο δώρο είναι αυτή η ευλογημένη κατάσταση, όχι δικό μας κατόρθωμα.


Και αφού είναι δώρο, πρέπει να ευχαριστούμε το Δωρητή με ταπείνωση. Ταπείνωση! Η βάση κάθε αρετής και η προϋπόθεση της πνευματικής καρποφορίας! Έχετε ταπείνωση; Έχετε το Θεό. Τα έχετε όλα! Δεν έχετε ταπείνωση; Τα χάνετε όλα! Να συντηρείτε, λοιπόν, στην καρδιά σας το αίσθημα της ταπεινοφροσύνης. Η φυσική και ομαλή σχέση μας με το Θεό προϋποθέτει καρδιά έμπονα συντριμμένη και ολοκληρωτικά αφοσιωμένη σ' Αυτόν, καρδιά πού μυστικά αναφωνεί κάθε στιγμή: <<Κύριε, Εσύ τα γνωρίζεις όλα σώσε με!>>. Αν παραδοθούμε στα χέρια Του, η σοφή και άγια βουλή Του θα κάνει μ' εμάς και σ' εμάς ό,τι είναι πρόσφορο για τη σωτηρία μας... Το έργο της αδιάλειπτης προσευχής δεν είναι μόνο για τους ησυχαστές, αλλά για όλους τους χριστιανούς, στους οποίους ο Κύριος, μέσω του αγίου αποστόλου, παραγγέλλει:


<<Αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α' Θεσ. 5:17). Υπάρχουν διάφορες βαθμίδες προσευχής μέχρι την αδιάλειπτη. Όλες είναι έργο του Θεού, πού παρακολουθεί τις καρδιές των ανθρώπων εξίσου, ανεξάρτητα από την ιδιότητά τους ως μοναχών ή κοσμικών. Και όταν μια καρδιά, όποια κι αν είναι, στρέφεται σ' Αυτόν, την πλησιάζει με αγάπη και ενώνεται μαζί της. Έτσι πραγματοποιείται ο λόγος του Χριστού στον Πατέρα Του: <<... καθώς σύ, πάτερ, εν εμοί καγώ εν σοί, ίνα και αυτοί εν ημίν εν ώσιν...>> (Ιω. 17:21).

( Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι )






Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένων
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Συνακόλουθες αναρτήσεις εκ του βιβλίου
του Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου (1815 - 1894),
<<Χειραγωγία στην Πνευματική Ζωή>>,
(αποσπάσματα επιστολών),
έκδοση της Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Μήλεσι Αττικής,
έκδοση δωδεκάτη, Απρίλιος 2019, σελ. 158-170.


Παρασκευή 1 Απριλίου 2022

ΤΟ ΤΕΚΜΗΡΙΟ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ ΠΗΓΕ ΠΕΡΙΠΑΤΟ: Ο ΟΧΛΟΣ ΘΕΛΕΙ ΑΙΜΑ





Πρέπει να μην ξεχνάμε πως μέχρι ο ένας και μοναδικός άνθρωπος που έχει η γνώμη του σημασία, να πει ότι η Ρούλα είναι ένοχη, δεν είναι.


του Περική Νασόπουλου 


Το τεκμήριο της αθωότητας, είναι η νομική αρχή σύμφωνα με την οποία κάθε άτομο που κατηγορείται για οποιοδήποτε έγκλημα θεωρείται αθώο έως ότου αποδειχθεί η ενοχή του. Πάμε πάλι; Κάθε άτομο που ΚΑΤΗΓΟΡΕΙΤΑΙ για οποιοδήποτε έγκλημα θεωρείται ΑΘΩΟ έως ότου αποδειχθεί η ενοχή του.


Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει πως όταν υπάρξουν ενδείξεις, αποδείξεις και γενικότερα οποιαδήποτε στοιχεία συνδέουν έναν άνθρωπο με ένα έγκλημα, είναι καθήκον της πολιτείας, να συγκεντρώσει όλα τα στοιχεία που μπορούν να συνθέσουν την λογική γραμμή μεταξύ του ατόμου και του εγκλήματος με απόλυτη ακρίβεια και σαφήνεια, να τα παρουσιάσει στο δικαστήριο και να αποδείξει την ενοχή του ατόμου. Αν αυτό δεν συμβεί, το άτομο είναι αθώο.


Το άτομο δε, θεωρείται αθώο και έως ότου να συμβεί αυτό. Αυτό, σημαίνει πρακτικά πως ακόμα και οι άνθρωποι που “ξέρουν όλοι” πως είναι ένοχοι, είναι αθώοι μέχρι ο τύπος με την τήβεννο και το σφυρί, να πει τις 3 συλλαβές: Ε-ΝΟ-ΧΟΣ.


Είναι ένα διεθνές ανθρώπινο δικαίωμα σύμφωνα με την Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, άρθρο 11 και ως τέτοιο, ισχύει ακόμα και γι αυτούς που η ενοχή τους είναι τόσο -φαινομενικά- οφθαλμοφανής που δεν έχει αμφισβητίες. Ακόμα και για αυτούς που τα τηλεδικαστήρια, με δικαστές-τηλεπερσόνες και μάρτυρες κατηγορίας και υπεράσπισης τους γείτονες και τις χαρτορίχτρες έχουν προαποφασίσει την ενοχή τους και την έχουν σαφώς ή ασαφώς ανακοινώσει.


Απόψε, δεν μάθαμε ότι η Ρούλα Πισπιρίγκου σκότωσε τα παιδιά της. Μάθαμε ότι, κατηγορείται πως σκότωσε ένα από αυτά.


Ένας όχλος, φτιαγμένος από άτομα που “ήξεραν από πριν” και “ξέρουν κι άλλα, πολλά”, μαζεύτηκε έξω από το σπίτι και απαίτησε “δικαιοσύνη” ή τουλάχιστον αυτό που θεωρούσε πως είναι δικαιοσύνη, αλλά δεν έχει καμία σχέση με αυτήν. Αυτή η θλιβερή κατάσταση έξω από το σπίτι της χαροκαμένης οικογένειας, με κόσμο που θέλει τη Ρούλα “να τη δώσουν στο λαό”, που γράφει “ΘΑΝΑΤΟΣ” στον τοίχο του σπιτιού μιας οικογένειας που σαν κορωνίδα της τραγωδίας της βλέπει ένας μέλος της να συλλαμβάνεται για τον θάνατο ενός εκ των τριών άλλων μελών της, είναι εξίσου απεχθής με την πράξη για την οποία κατηγορείται η Ρούλα.



Είναι όμως το αποτέλεσμα, πολλών ετών έλλειψης δικαιοσύνης σε κάθε πτυχή της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής. Είναι η σχετικοποίηση της βίας, από τα μέλη μιας κοινωνίας που περιθωριοποιούνται και την υφίστανται σε κάθε μορφή της και έχουν χάσει κάθε εμπιστοσύνη στο κράτος-προστάτη, το οποίο δεν είναι φυσικά το αστυνομοκρατούμενο, αλλά αυτό που ακόμα και όταν αποτύχει στην προστασία εκ των προτέρων, τιμωρεί τον θύτη, εκ των υστέρων. Και για λόγους ηθικής τάξης, αλλά και για λόγους αποτροπής.


Οι πολίτες που βλέπουν την ασυδοσία παντού γύρω τους να μένει ατιμώρητη, πολλές φορές σε βάρος τους με τρόπο άμεσο ή έμμεσο. Δεν τα έχουν με τη Ρούλα. Στη Ρούλα ξεσπάνε, γιατί είναι όχλος και ως τέτοιος, δεν έχουν μυαλό, έχουν μόνο ένστικτο. Αλλά δεν τους φταίει η Ρούλα.


Απλά έμαθαν να δικάζουν. Από τα κανάλια που βλέπουν, από τους πολιτικούς που μόνιμα πέφτουν θύματα σκευωρίας και είναι πάντα αθώοι, από τους μαϊντανούς δικηγόρους που έχουν μόνιμο στασίδι σε κάποια πάνελ, από, από, από…


Πρέπει να μας χτυπάει καμπανάκι σε κάθε τέτοιο θέαμα, και να μην το κανονικοποιούμε. Και κυρίως, νηφάλια, να μην ξεχνάμε: μέχρι ο ένας και μοναδικός άνθρωπος που έχει η γνώμη του σημασία, να πει ότι η Ρούλα είναι ένοχη, δεν είναι. Τελεία και παύλα.



THE BEST


▲ ▼
Print Friendly and PDF