«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΔ' ΛΟΥΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΙΔ' ΛΟΥΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2025
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ΄ΛΟΥΚΑ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ
«Πιστὸς ὁ λόγος καὶ πάσης ἀποδοχῆς ἄξιος, ὅτι Χριστὸς ᾿Ιησοῦς ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον ἁμαρτωλοὺς σῶσαι, ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ· ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἠλεήθην, ἵνα ἐν ἐμοὶ πρώτῳ ἐνδείξηται ᾿Ιησοῦς Χριστὸς τὴν πᾶσαν μακροθυμίαν, πρὸς ὑποτύπωσιν τῶν μελλόντων πιστεύειν ἐπ' αὐτῷ εἰς ζωὴν αἰώνιον (:Ο λόγος που θα πω είναι αξιόπιστος και άξιος να τον δεχθούν όλοι με την ψυχή τους: ότι δηλαδή ο Ιησούς Χριστός ήλθε στον κόσμο να σώσει αμαρτωλούς, από τους οποίους πρώτος είμαι εγώ. Αλλά ακριβώς γι’ αυτό ελεήθηκα, για να δείξει ο Ιησούς Χριστός σε μένα περισσότερο από κάθε άλλον όλη τη μακροθυμία, ώστε να χρησιμεύσω ως υπόδειγμα σε εκείνους που πρόκειται να πιστέψουν σε Αυτόν και να κληρονομήσουν έτσι την αιώνια ζωή)»[Α΄Τιμ. 1, 15-16].
Τόσο μεγάλες είναι οι ευεργεσίες του Θεού και ξεπερνούν κάθε ανθρώπινη προσδοκία και ελπίδα, ώστε σε πολλές περιπτώσεις και να μην γίνονται πιστευτές. Γιατί, εκείνα που ούτε τα σκέφτηκε, ούτε τα περίμενε ανθρώπινος νους, αυτά μας χάρισε. Γι΄αυτό και οι απόστολοι κάνουν πολύ λόγο γι΄αυτό, ώστε να πιστέψουμε στα δώρα που μας πρόσφερε ο Θεός. Γιατί, όπως ακριβώς στην περίπτωση μεγάλων δώρων παθαίνουμε αυτό, επειδή δεν το πιστεύουμε, και λέμε: «Άραγε, μήπως αυτό είναι όνειρο;». Το ίδιο συμβαίνει και με τις δωρεές του Θεού. Ποιο λοιπόν ήταν το αντικείμενο της δυσπιστίας; Αν οι εχθροί, αν οι αμαρτωλοί, αν αυτοί που δεν δικαιώθηκαν με τον μωσαϊκό νόμο ούτε με τα έργα, αυτοί ξαφνικά με την πίστη μόνο επρόκειτο να επιτύχουν τα πρωτεία. Πολλά βέβαια αναφέρει γι΄αυτό το θέμα στην επιστολή προς Ρωμαίους, πολλά όμως και εδώ.
«Πιστὸς ὁ λόγος (:Ο λόγος που θα πω είναι αξιόπιστος)», λέγει, «καὶ πάσης ἀποδοχῆς ἄξιος, ὅτι Χριστὸς ᾿Ιησοῦς ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον ἁμαρτωλοὺς σῶσαι, ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ(:και άξιος να τον δεχθούν όλοι με την ψυχή τους: ότι δηλαδή ο Ιησούς Χριστός ήλθε στον κόσμο να σώσει αμαρτωλούς, από τους οποίους πρώτος είμαι εγώ)». Επειδή δηλαδή οι Ιουδαίοι προσελκύονταν προπάντων με αυτό, τους πείθει να μην προσέχουν στον μωσαϊκό νόμο, γιατί δεν είναι δυνατόν να σωθούν με την τήρηση εκείνου χωρίς πίστη. Γι΄αυτό το πράγμα λοιπόν αγωνίζεται. Γιατί φαινόταν απίστευτο, το αν δηλαδή άνθρωπος, που σπατάλησε όλη την προηγούμενη ζωή του άσκοπα και την ξόδεψε μάταια σε πονηρές πράξεις, επρόκειτο να σωθεί ύστερα από μόνη την πίστη. Γι΄αυτό λέγει: «είναι αξιόπιστος ο λόγος».
Όμως μερικοί δεν απιστούσαν μόνο, αλλά και κατηγορούσαν, πράγμα που και τώρα κάνουν οι Έλληνες, λέγοντας: «Ποιήσωμεν τὰ κακὰ ἵνα ἔλθῃ τὰ ἀγαθά (:θα κάνουμε τα κακά για να έλθουν τα αγαθά)» [Ρωμ. 3,8]. Επειδή δηλαδή άκουσαν να λέγει: «οὗ δὲ ἐπλεόνασεν ἡ ἁμαρτία, ὑπερεπερίσσευσεν ἡ χάρις(: εκεί όμως όπου πλεόνασε η αμαρτία, δόθηκε πολύ αφθονότερη η χάρη)»[Ρωμ. 5,20], το έλεγαν αυτό εκείνοι διασύροντας τα δικά μας. Το ίδιο και όταν τους μιλούμε για τη γέενα, λένε «και πώς αυτά είναι άξια του Θεού, εάν ο άνθρωπος αφήνει και συγχωρεί τον δούλο του, που τον συνέλαβε να έχει κάνει πολλά αμαρτήματα, ενώ ο Θεός τιμωρεί αιώνια;».
Και όταν πάλι τους ομιλούμε για το βάπτισμα και για την άφεση των αμαρτημάτων δι’ αυτού: «Πώς είναι αυτά», λένε, «άξια του Θεού, να συγχωρούνται οι αμαρτίες εκείνου που έπραξε μύρια κακά;». Βλέπεις τη διεστραμμένη γνώμη, πώς παντού δείχνει τη φιλόνικη διάθεσή της; Και βέβαια, αν η άφεση των αμαρτιών είναι κακό, καλό είναι η κόλαση, αν όμως η κόλαση δεν είναι καλό, η άφεση είναι καλό, σύμφωνα με τα λόγια τους, λέγω, γιατί σύμφωνα με τα δικά μας και τα δύο είναι καλά, και πώς συμβαίνει αυτό, θα το αποδείξουμε άλλη φορά· γιατί δεν είναι θέμα του παρόντος, επειδή έχει βάθος και χρειάζεται πολλή επεξεργασία, και έτσι σε κατάλληλο χρόνο πρέπει να το θέσω μπρος στην αγάπη σας· τώρα όμως ας συνεχίσουμε το θέμα που συζητάμε.
«Είναι αξιόπιστος», λέγει, «ο λόγος». Από πού είναι αξιόπιστος; Και από τα προηγούμενα και από τα επόμενα. Πρόσεχε πώς προετοιμάζει το θέμα, και αφού το παρουσιάσει, επιμένει σε αυτό. Γιατί με το να πει, ότι «ενώ ήταν βλάσφημος και διώκτης τον ελέησε ο Θεός», αυτό ήταν προετοιμασία. Και δεν τον ελέησε, λέγει, μόνο, αλλά και τον έκαμε πιστό· τόσο πολύ δεν πρέπει, λέγει, να απιστεί κανείς ότι τον ελέησε. Γιατί κανένας δεν αμφιβάλλει ποτέ ότι ελεήθηκε ο δεσμώτης, όταν τον βλέπει να κυκλοφορεί μέσα στα βασιλικά ανάκτορα, πράγμα που ήταν δυνατό να δει κανείς και στον Παύλο. Γιατί παρουσιάζει την απόδειξη από τον εαυτό του, και δεν ντρέπεται να ονομάζει τον εαυτό του αμαρτωλό, αντίθετα μάλιστα πολύ περισσότερο ευχαριστιέται· γιατί έτσι προπάντων μπορεί να δείξει το μεγάλο θαύμα της πρόνοιας του Θεού, και ότι αξιώθηκε τόσης μεγάλης φιλανθρωπίας.
Και πώς σε άλλο σημείο λέγει για τον εαυτό του: «κατὰ δικαιοσύνην τὴν ἐν νόμῳ γενόμενος ἄμεμπτος(:αποδείχθηκα άμεμπτος ως προς τη δικαιοσύνη που προέρχεται από την αυστηρή τήρηση του νόμου)»[Φιλιπ.3,6], ενώ εδώ λέγει ότι «είναι αμαρτωλός, και πρώτος από τους αμαρτωλούς»;[βλ. Α΄Τιμ.1,15: «ἁμαρτωλοὺς σῶσαι, ὧν πρῶτός εἰμι ἐγώ»]. Γιατί ως προς τη δικαιοσύνη, την οποία εργάστηκε ο Θεός, και την πραγματικά αναζητούμενη, αμαρτωλοί ήταν και εκείνοι που έζησαν σύμφωνα με τον νόμο· «πάντες γὰρ ἥμαρτον καὶ ὑστεροῦνται τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ(: δεν υπάρχει διάκριση, διότι όλοι ανεξαιρέτως αμάρτησαν και στερούνται τη δόξα, που κατέχει και παρέχει ο Θεός)» [Ρωμ.3,23]. Γι΄αυτό δεν είπε απλώς «δικαιοσύνη», αλλά την «ἐν νόμῳ». Όπως ακριβώς δηλαδή εκείνος που έχει αποκτήσει πολλά χρήματα, φαίνεται βέβαια πλούσιος ως προς τον εαυτό του, σε σύγκριση όμως με τους βασιλικούς θησαυρούς είναι πολύ φτωχός, και ο πρώτος φτωχός, έτσι και εδώ, οι άνθρωποι κρινόμενοι σε σχέση με τους αγγέλους είναι αμαρτωλοί, και αν ακόμα είναι δίκαιοι.
Αν όμως ο Παύλος που εφάρμοσε τη δικαιοσύνη του νόμου είναι πρώτος αμαρτωλός, ποιος από τους άλλους άραγε μπορεί να ονομαστεί δίκαιος; Το λέγει αυτό χωρίς να διαβάλλει τη ζωή του σαν ασελγή, μη γένοιτο, αλλά συγκρίνοντας εκείνη τη δικαιοσύνη με αυτήν, δείχνει ότι αυτή είναι μηδέν· και όχι μόνο αυτό, αλλά δείχνει και αμαρτωλούς αυτούς που την έχουν. «Ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἠλεήθην(: Αλλά ακριβώς γι’ αυτό ελεήθηκα)», λέγει, «ἵνα ἐν ἐμοὶ πρώτῳ ἐνδείξηται ᾿Ιησοῦς Χριστὸς τὴν πᾶσαν μακροθυμίαν, πρὸς ὑποτύπωσιν τῶν μελλόντων πιστεύειν ἐπ' αὐτῷ εἰς ζωὴν αἰώνιον (:για να δείξει ο Ιησούς Χριστός σε μένα περισσότερο από κάθε άλλον όλη τη μακροθυμία, ώστε να χρησιμεύσω ως υπόδειγμα σε εκείνους που πρόκειται να πιστέψουν σε Αυτόν και να κληρονομήσουν έτσι την αιώνια ζωή)»[Α΄Τιμ.1,16].
Βλέπεις πως πάλι ταπεινώνει και μειώνει τον εαυτό του, αναφέροντας άλλη ευτελέστερη αιτία; Γιατί το να λέγει ότι ελεήθηκε εξαιτίας της άγνοιας, δεν δείχνει τον ελεούμενο πολύ αμαρτωλό, ούτε πολύ κατακριμένο, το να λέγει όμως ότι ελεήθηκε γι΄αυτό, για να μην απογοητεύεται στο εξής κανένας από τους αμαρτωλούς, αλλά να παίρνει θάρρος με την πίστη ότι και αυτός θα τύχει των ίδιων ευεργεσιών, αυτό είναι πολύ μεγάλο και υπερβολικά μεγάλο. Ώστε, αν και είπε: «τὸν πρότερον ὄντα βλάσφημον καὶ διώκτην καί ὑβριστήν(:εμένα που ήμουν πρωτύτερα βλάσφημος και διώκτης και υβριστής της Εκκλησίας Του)»[Α΄Τιμ.1,13], και «ἐγὼ γάρ εἰμι ὁ ἐλάχιστος τῶν ἀποστόλων, ὃς οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς καλεῖσθαι ἀπόστολος, διότι ἐδίωξα τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ (:διότι εγώ είμαι ο πιο μικρός από όλους τους Αποστόλους, που δεν είμαι άξιος να λέγομαι Απόστολος διότι καταδίωξα την Εκκλησία του Θεού)» [Α΄Κορ.15,9], και όσα άλλα έχει πει, όμως τίποτε δεν είπε τόσο ταπεινό. Και αυτό θα γίνει σαφές με παράδειγμα.
Ας υποθέσουμε δηλαδή ότι υπάρχει μια πόλη πολυάνθρωπη που έχει όλους τους πολίτες φαύλους, άλλους λιγότερο, και άλλους περισσότερο, όλους όμως κατακριμένους· κάποιος όμως ανάμεσα απ΄όλους εκείνους τους πολλούς είναι άξιος καταδίκης και τιμωρίας περισσότερο από όλους, επειδή διέπραξε κάθε είδος κακίας. Αν λοιπόν πει κάποιος, ότι ο βασιλιάς θέλει σε όλους να τους δώσει χάρη, δεν θα πιστέψουν τόσο στον λόγο, μέχρι που να δουν ότι έλαβε αυτή τη χάρη ο χειρότερος από αυτούς· γιατί στη συνέχεια δεν υπάρχει αμφισβήτηση.
Αυτό λέγει και ο Παύλος· ότι δηλαδή επειδή ήθελε ο Θεός να βεβαιώσει τους ανθρώπους πως όλα τους τα συγχωρεί, διάλεξε τον πιο αμαρτωλό από όλους. «Γιατί», λέγει, «εφόσον εγώ συγχωρέθηκα, δεν θα μπορούσε να αμφισβητήσει κάποιος αυτό για τους άλλους»· όπως αν κάποιος έλεγε κατά τη συνήθεια «αν ο Θεός συγχωρήσει αυτόν, δεν θα τιμωρήσει κανέναν από τους άλλους». Και αποδεικνύει με αυτό ότι δεν είναι άξιος ούτε συγχωρήσεως, αλλά χάριν της σωτηρίας των άλλων απόλαυσε αυτήν πρώτα ο ίδιος. «Κανένας λοιπόν», λέγει, «ας μην αμφιβάλλει για τη σωτηρία, εφόσον εγώ σώθηκα». Και πρόσεχε την ταπεινοφροσύνη αυτού του μακαρίου. Δεν είπε: «για να δείξει σε μένα τη μακροθυμία», αλλά «όλη τη μακροθυμία»· σαν να έλεγε: «δεν υπάρχει άλλος για τον οποίο θα χρειαστεί να μακροθυμήσει περισσότερο από μένα, ούτε θα βρει τόσο αμαρτωλό, που να χρειαστεί όλο το έλεος Αυτού, όλη τη μακροθυμία, όχι ένα μέρος, όπως εκείνοι που αμαρτάνουν εν μέρει».
«Πρὸς ὑποτύπωσιν(:ώστε να χρησιμεύσω ως υπόδειγμα)», λέγει, «τῶν μελλόντων πιστεύειν ἐπ' αὐτῷ εἰς ζωὴν αἰώνιον(:σε εκείνους που πρόκειται να πιστέψουν σε Αυτόν και να κληρονομήσουν έτσι την αιώνια ζωή)», δηλαδή για παρηγοριά, για προτροπή. Επειδή όμως είπε κάτι μεγάλο για τον Υιό, και ότι έδειξε τόση μεγάλη αγάπη, για να μην νομίσει κανείς ότι ο Πατέρας στερείται αυτής της αγάπης, αποδίδει δόξα και σε Αυτόν, προσθέτοντας και λέγοντας: «Τῷ δὲ βασιλεῖ τῶν αἰώνων, ἀφθάρτῳ, ἀοράτῳ, μόνῳ σοφῷ Θεῷ, τιμὴ καὶ δόξα εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων· ἀμήν (:Στον βασιλιά λοιπόν που είναι κύριος των αιώνων και όλων των κτισμάτων που έγιναν μέσα στους αιώνες αυτούς, στον άφθαρτο, αόρατο, ένα και μόνο σοφό Θεό, ας είναι τιμή και δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν)»[Α΄Τιμ.1,17].
Γι’ αυτά, λέγει, όχι μόνο τον Υιό, αλλά και τον Πατέρα να δοξάζουμε. Ας ρωτήσουμε λοιπόν τους αιρετικούς: «Ναι», λέγει, «και Θεός είναι και άφθαρτος, αλλά όχι τέτοιος που είναι ο Πατέρας». Τι λες; Δεν είναι τέτοιος, και είναι κατώτερης ουσίας; Επομένως είναι και κατώτερης αφθαρσίας; Γιατί η αφθαρσία δεν είναι τίποτε άλλο παρά το να μη φθείρεται κανείς. Δόξα βέβαια υπάρχει μεγαλύτερη και μικρότερη, αφθαρσία όμως δεν υπάρχει μεγαλύτερη και μικρότερη, όπως ακριβώς ούτε υγεία λιγότερη και περισσότερη. Ή πρέπει να φθαρεί κάτι, ή να μη φθαρεί καθόλου.
«Τι λοιπόν;», λέγει. «Εμείς είμαστε άφθαρτοι;» Μη γένοιτο· καθόλου. Γιατί; Επειδή Αυτός το έχει αυτό φυσική ιδιότητα, ενώ εμείς σαν κάτι που προέρχεται από έξω. Άραγε το ίδιο συμβαίνει και με τον Υιό; Καθόλου· αλλά κι Αυτός το έχει φυσική ιδιότητα. Σε τι λοιπόν συνίσταται η διαφορά; «Στο ότι ο Πατέρας», λέγει, «από κανέναν δεν έγινε τέτοιος, ενώ ο Υιός από τον Πατέρα». Και εμείς αυτό ομολογούμε· γιατί ούτε και εμείς αρνούμαστε ότι ο Υιός γεννήθηκε από τον Πατέρα αφθάρτως. «Γι’ αυτά», λέγει, «δοξάζουμε τον Πατέρα, επειδή γέννησε Αυτόν τέτοιον». Βλέπεις ότι τότε προπάντων δοξάζεται ο Πατέρας, όταν το παιδί έχει κατορθώσει μεγάλα; Γιατί οι πράξεις του υιού αναφέρονται σε Αυτόν. Λοιπόν όταν είναι δυνατό να Τον έχει γεννήσει, και τέτοιον μάλιστα όπως Αυτός, δηλαδή να είναι αυτάρκης, να αρκεί για τον εαυτό Του, και να μην είναι ανίσχυρος, τότε η δόξα πολύ περισσότερο είναι του Υιού, παρά του Πατρός. Επίσης, το «στον βασιλιά των αιώνων», έχει λεχθεί και για τον Υιό, «ὃν ἔθηκε κληρονόμον πάντων, δι᾿ οὗ καὶ τοὺς αἰῶνας ἐποίησεν(:τον Οποίο κατέστησε κληρονόμο και κύριο όλων των κτισμάτων. Μέσω Αυτού ο Θεός δημιούργησε και όλα όσα έγιναν μέσα στον χρόνο)» [Εβρ.1,2]. Το ίδιο σημαίνει και εδώ.
Σε μας δηλαδή έχουν διαιρεθεί και τα δύο, εννοώ η δημιουργία και η κτίση. Και άλλος κατασκευάζει και φτιάχνει και κοπιάζει, ενώ άλλος εξουσιάζει. Γιατί; Επειδή αυτός που κατασκευάζει είναι κατώτερος. Εκεί όμως καθόλου· δεν είναι άλλου η εξουσία, και άλλου η δημιουργία. Ούτε όταν ακούσω την πρόταση «με τον Οποίο έκαμε τους αιώνες», αφαιρώ το δημιουργικό από τον Πατέρα. Ούτε πάλι όταν ακούσω: «ο Πατέρας, ο βασιλιάς των αιώνων», αφαιρώ τη δεσποτεία από τον Υιό· γιατί αυτά είναι κοινά και Εκείνου και Αυτού. Γιατί και τα δύο ανήκουν και στον Ένα και στον Άλλο. Έκτισε ο Πατέρας με το να γεννήσει Υιό δημιουργό· βασιλεύει ο Υιός με το να είναι Κύριος των κτισμάτων. Γιατί δεν εργάζεται με μισθό, όπως οι εργαζόμενοι σε μας, ούτε υπακούει σε άλλον, όπως αυτοί, αλλά από δική Του αγαθότητα και φιλανθρωπία.
Τι λοιπόν; Ο Υιός θεάθηκε ποτέ; Δεν θα μπορούσε κανείς να το πει. Τι σημαίνει λοιπόν: «στον άφθαρτο, τον αόρατο, τον μόνο σοφό Θεό»; Τι πάλι, όταν λέγει, «οὐδὲ γὰρ ὄνομά ἐστιν ἕτερον ὑπὸ τὸν οὐρανὸν τὸ δεδομένον ἐν ἀνθρώποις ἐν ᾧ δεῖ σωθῆναι ἡμᾶς(:και δεν είναι δυνατόν με κανέναν άλλον να αποκτήσουμε τη σωτηρία που μας υποσχέθηκε ο Θεός· διότι δεν υπάρχει κάτω από τον ουρανό και πάνω σε όλη τη γη εκτός από το όνομα του Ιησού κανένα άλλο όνομα το οποίο να έχει δώσει ο Θεός στους ανθρώπους και να έχει ορίσει ο Ίδιος ότι μόνο με αυτό μπορούμε να σωθούμε όλοι εμείς. Συνεπώς μόνον αυτόν τον Ιησού οφείλουμε να εγκολπωθούμε ως Σωτήρα)» [Πράξ.4,12]· και πάλι: «δεν υπάρχει σωτηρία σε κανέναν άλλον»; «Τιμή και δόξα», λέγει, «στους αιώνες. Αμήν». Η τιμή και η δόξα δεν αποδίδεται με λόγια. Επειδή λοιπόν και Αυτός δεν μας τίμησε με λόγια, αλλά με πράξεις και έργα, έτσι και εμείς ας τιμήσουμε Αυτόν με πράξεις και έργα. Αν και βέβαια από την τιμή αυτή εμείς ωφελούμαστε, ενώ Αυτός καθόλου· γιατί Αυτός δεν έχει ανάγκη της τιμής μας, ενώ εμείς έχουμε ανάγκη της δικής Του.
Ώστε, αν τιμήσουμε Αυτόν, πάλι τους εαυτούς μας τιμήσαμε. Γιατί, όπως ακριβώς εκείνος που άνοιξε τα μάτια του για να δει το φως του ήλιου, ωφέλησε πάλι τον εαυτό του, θαυμάζοντας την ομορφιά του άστρου, χωρίς να χάρισε τίποτε σε εκείνο, αφού δεν έκαμε αυτό λαμπρότερο, αλλά παραμένει το ίδιο, έτσι συμβαίνει, και πολύ περισσότερο, με τον Θεό· Εκείνος που θαυμάζει και τιμά τον Θεό, έσωσε τον εαυτό του και τον ωφέλησε με μεγάλη ωφέλεια. Πώς; Ασκώντας την αρετή και δοξαζόμενος από Αυτόν. Γιατί, λέγει, «τοὺς δοξάζοντάς με δοξάσω(:αυτούς που με δοξάζουν, θα τους δοξάσω και Εγώ)» [Α΄Βασ.2,30]. «Πώς λοιπόν Αυτός δοξάζεται», απορεί ίσως κάποιος, «χωρίς να απολαμβάνει τίποτε από τη δόξα μας;». Όπως ακριβώς λέγεται ότι πεινάει και διψάει· γιατί κάνει δικά Του όλα τα δικά μας, για να μας προσελκύσει έστω και έτσι, και τις τιμές και τις ύβρεις, για να φοβηθούμε έστω κα έτσι, και ούτε έτσι όμως προσελκυόμαστε.
Ας δοξάσουμε λοιπόν τον Θεό, ας δεχθούμε τον Θεό και στο σώμα και στο πνεύμα μας. «Και πώς», λέγει ίσως κάποιος, «κανείς Τον δοξάζει με το σώμα; Πώς με την ψυχή;» Με το σώμα Τον δοξάζει εκείνος που δεν πορνεύει, εκείνος που δεν μεθάει, εκείνος που δεν λαιμαργεί, εκείνος που δεν καλλωπίζεται, εκείνος που τόσο μόνο φροντίζει για τον εαυτό του, όσο αρκεί για να είναι υγιής, εκείνος που δεν μοιχεύει, εκείνη που δεν χρησιμοποιεί αρώματα, εκείνη που δεν βάφει το πρόσωπο με χρώματα, εκείνη που αρκείται όπως την έπλασε ο Θεός και δεν χρησιμοποιεί τίποτε το τεχνητό. Γιατί, πες μου, τι προσθέτεις από τα δικά σου στην τέλεια δημιουργία του Θεού; Δεν σου έγινε πλήρης η διάπλαση; Σαν καλύτερη τάχα τεχνίτης επιχειρείς να ολοκληρώσεις το δημιούργημα; Δεν είναι αυτό, αλλά περιφρονείς τον Δημιουργό, και καλλωπίζεσαι γι΄αυτό, για να αποσπάσεις άπειρους εραστές.
«Και τι να κάνω;», λέγει. «Ούτε εγώ το θέλω, αλλά αναγκάζομαι να κάμω αυτά για τον άνδρα». Δεν είναι δυνατόν να αγαπηθεί κάποια που δεν θέλει. Σε έκαμε ωραία ο Θεός για να θαυμάζεται και γι΄αυτό, όχι για να βρίζεται· μην Τον αμείβεις με αυτά τα δώρα, αλλά με σωφροσύνη και κοσμιότητα. Ωραία σε έπλασε ο Θεός, για να αυξήσεις σε σένα τους άθλους της κοσμιότητας. Δεν είναι το ίδιο να σωφρονεί κάποια που είναι αξιέραστη, και μία άλλη που δεν είναι επιθυμητή από κανέναν. Ακούς τι λέγει η Γραφή για τον Ιωσήφ; Ότι «ἦν Ἰωσὴφ καλὸς τῷ εἴδει καὶ ὡραῖος τῇ ὄψει σφόδρα(: ο Ιωσήφ δεν ήταν μόνο ωραίος στην ψυχή, ήταν ωραίος και στην εμφάνιση και στο παράστημα και πάρα πολύ όμορφος στον πρόσωπο)» [Γέν.39,6]. Τι μας ωφελεί εμάς που ακούμε αυτό, ότι ήταν ωραίος ο Ιωσήφ; Για να θαυμάσουμε περισσότερο την ομορφιά του και την κοσμιότητά του. Σε έπλασε ωραία ο Θεός. Γιατί λοιπόν κάνεις άσχημο τον εαυτό σου; Γιατί, όπως ακριβώς αν κάποιος σε χρυσό ανδριάντα αλείψει πηλό βρώμικο, έτσι ενεργούν και εκείνες που χρησιμοποιούν βαφές προσώπου· χώμα πασπαλίζεις στον εαυτό σου, άλλοτε κόκκινο, άλλοτε άσπρο.
«Αλλά οι άσχημες», λέγει ίσως κάποιος, «εύλογα το κάνουν αυτό». Για ποιον λόγο, πες μου, για να κρύψουν την ασχήμια; Αλλά κοπιάζουν ανώφελα. Γιατί, πες μου, πότε το τεχνητό και επιτηδευμένο νικάει το φυσικό; Για να συντομεύω, γιατί σε στενοχωρεί η ασχήμια, όταν δεν έχει ψεγάδι; Γιατί άκουε κάποιον σοφό που λέγει: «Μὴ αἰνέσῃς ἄνδρα ἐν κάλλει αὐτοῦ καὶ μὴ βδελύξῃ ἄνθρωπον ἐν ὁράσει αὐτοῦ(:μην επαινέσεις άνθρωπο για την όμορφη εξωτερική του όψη και μη σιχαθείς άνθρωπο για το εξωτερικό του που θα δουν τα μάτια σου)» [Σοφ.Σειρ.11,2]. Περισσότερο θαύμασε τον Θεό, τον αριστοτέχνη, ενώ εκείνον καθόλου· γιατί αυτό που έγινε δεν είναι κατόρθωμα αυτού. Πες μου, ποιο είναι το κέρδος από την ομορφιά; Κανένα· απλώς έχει αγώνες περισσότερους, περισσότερη υπερηφάνεια και κινδύνους και υποψίες. Γιατί εκείνην που δεν είναι τέτοια, δεν μπορεί κανένας να την υποπτευθεί, ενώ η άλλη, αν δεν έχει πολλή κοσμιότητα και είναι βαμμένη υπερβολικά, αμέσως θα δεχθεί πονηρή σκέψη· και ο άνδρας της συγκατοικεί με υποψία, πράγμα από το οποίο τι θα μπορούσε να υπάρξει φοβερότερο; Δεν αποκομίζει τόση ηδονή από τη θέα, όση λύπη απολαμβάνει από την υποψία.
Πραγματικά εκείνη η ηδονή μαραίνεται από τη συνήθεια, επειδή θεωρείται σαν δείγμα βλακείας, διαχύσεως και ασέλγειας, ενώ η ψυχή γίνεται βάναυση, γεμάτη από πολλή αλαζονεία. Γιατί σε όλα αυτά περισσότερο παρασύρει η ομορφιά. Σε εκείνην όμως που δεν είναι τέτοια δεν θα μπορούσαμε να βρούμε πολλά εμπόδια· γιατί ούτε οι σκύλοι υπάρχουν που ορμούν επάνω της, αλλά σαν μια αμνάδα βόσκει με πολλή ησυχία, χωρίς να την ενοχλεί κανένας λύκος, ούτε να ορμά επάνω της, γιατί δίπλα της κάθεται ο βοσκός. Δεν είναι απληστία το να είναι η μία ωραία, και η άλλη όχι τέτοια· απληστία είναι το να πορνεύει η μία αν και δεν είναι ωραία, άλλη πάλι να είναι πονηρή. Πες μου, ποια είναι η αρετή των ματιών; Άραγε το να είναι υγρά και εύστροφα και στρογγυλά και γαλάζια, ή να είναι έξυπνα και διορατικά; Εγώ βέβαια λέγω ότι αυτό είναι, και είναι φανερό από το εξής: ποια είναι η αρετή του λυχναριού; Το να φέγγει λαμπρά και να φωτίζει όλο το σπίτι, ή να είναι καλοφτιαγμένο και στρογγυλό; Οπωσδήποτε θα λέγαμε, το πρώτο. Γιατί το δεύτερο είναι αδιάφορο, ενώ το πρώτο είναι το επιθυμούμενο. Γι΄αυτό και λέμε πάντοτε στην αρμόδια υπηρέτρια, άναψες ελαττωματικό λυχνάρι. Έτσι το έργο του λυχναριού είναι να φωτίζει.
Λοιπόν και το μάτι, εάν είναι τέτοιο, εάν είναι αλλιώτικο, δεν έχει καμία σημασία, εφόσον με κάθε αυτάρκεια ανταποκρίνεται στην ανάγκη· όπως βέβαια λέγεται και ελαττωματικό, εάν μυωπεί και δεν έχει τέλεια την όλη σύνθεση· γιατί και αυτούς που δεν βλέπουν, ενώ έχουν ανοιχτά τα μάτια, λέμε ότι έχουν ελαττωματικούς οφθαλμούς. Καθετί που δεν εκπληρώνει τη δική του ανάγκη, το λέμε ελαττωματικό· και αυτό είναι κακία του ματιού. Επίσης, πες μου, ποια είναι η αρετή της μύτης; Άραγε το να είναι ίσια και καλοσχηματισμένη και από τις δύο πλευρές και να έχει συμμετρικές αναλογίες, ή να είναι κατάλληλη για την όσφρηση και να μπορεί γρήγορα να αντιλαμβάνεται και να πέμπει σήματα στον εγκέφαλο; Αυτό βέβαια στον καθένα είναι ολοφάνερο.
Εμπρός λοιπόν, ας εξετάσουμε το πράγμα και με παράδειγμα. Πες μου λοιπόν, ποιοι από τους γάντζους μπορούμε να πούμε ότι κατασκευάστηκαν καλά, εκείνοι που μπορούν να κρατούν ή οι ομορφοφτιαγμένοι; Είναι ολοφάνερο ότι οι πρώτοι. Για τα δόντια πάλι, ποια θα πούμε ότι είναι καλά· εκείνα που δαγκώνουν και κόβουν εύκολα την τροφή ή τα καλοβγαλμένα; Είναι φανερό ότι τα πρώτα. Και γενικά αν ερευνήσουμε με αυτήν τη λογική όλο το σώμα, θα βρούμε ότι όλα τα υγιή είναι και ωραία, εφόσον καθένα από τα μέλη εκτελεί με ακρίβεια την εργασία του. Έτσι και κάθε σκεύος και κάθε ζώο και φυτό το ονομάζουμε ωραίο, όχι από τη διάπλασή του, ούτε από το χρώμα του, αλλά από την εργασία που κάνει. Έτσι ονομάζουμε καλό και τον δούλο εκείνον που είναι κατάλληλος προς διακονία, και όχι τον ωραίο και βλάκα.
Βλέπεις τι σημαίνει να είναι ωραία; Όταν λοιπόν απολαμβάνουμε όμοια τα μέγιστα και θαυμαστά, δεν πλεονεκτούμε σε τίποτε. Εννοώ το εξής: τον κόσμο αυτόν όμοια τον βλέπουμε, τον ήλιο, τη σελήνη, τα αστέρια, τον αέρα όμοια τον αναπνέουμε, όμοια απολαμβάνουμε το νερό, την τροφή, είτε είμαστε όμορφοι, είτε όχι. Αν πρέπει να πω και κάτι θαυμαστό, πολύ περισσότερο υγιείς είναι από τις όμορφες, εκείνες που δεν είναι όμορφες. Γιατί εκείνες για να διαφυλάξουν την ομορφιά τους, δεν παραδίνουν τους εαυτούς τους στους κόπους, αλλά στην αργία και την τρυφηλότητα, εξαιτίας των οποίων οι ενέργειες των μελών εξασθενίζουν περισσότερο, αυτές όμως, μην έχοντας καμία φροντίδα γι’ αυτά, έτσι απλώς και εξ ολοκλήρου δαπανούν το παν στους κόπους.
Ας δοξάσουμε λοιπόν τον Θεό, ας Τον δεχθούμε μέσα στο σώμα μας, ας μην καλλωπιζόμαστε· είναι περιττή αυτή η φροντίδα και ανώφελη. Ας μη συνηθίζουμε τους άντρες να αγαπούν μόνο τα πρόσωπα· γιατί, εάν είσαι έτσι στολισμένη, γρήγορα κατακτάται από πόρνη, επειδή έτσι συνήθισε από το δικό σου πρόσωπο· αν όμως τον διδάξεις να αγαπά τους τρόπους και την κοσμιότητα, δεν θα πορνεύσει γρήγορα· γιατί αυτά δεν τα βρίσκει στην πόρνη, αλλά τα αντίθετα με αυτά. Μην τον διδάξεις λοιπόν να κατακτάται από το άξιο για γέλια, ούτε από την ευχάριστη μορφή, για να μην παρασκευάσεις τα φάρμακα αυτά εναντίον σου· μάθε τον να χαίρεται στην κοσμιότητα· και θα το κατορθώσεις αυτό όταν είναι τέτοια και η εμφάνισή σου. Γιατί, αν είσαι ελαφριά και άσωτη, πώς θα μπορέσεις να του πεις ένα σεμνό λόγο; Ποιος δεν θα σε χλευάσει και δεν θα σε κοροϊδέψει;
Πώς όμως είναι δυνατό να δεχθούμε τον Θεό και μέσα στο σώμα μας; Ασκώντας την αρετή και καλλωπίζοντας την ψυχή· γιατί αυτό δεν απαγορεύεται να γίνεται σε αυτήν. Έτσι δοξάζουμε τον Θεό, όταν είμαστε αγαθοί από παντού και δοξαζόμαστε και εμείς εκείνη την ημέρα όχι όμοια, αλλά πολύ περισσότερο. Γιατί λέγει: «Λογίζομαι γὰρ ὅτι οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς. (:Μη σας κάνει εντύπωση ότι υποφέρουμε διωγμούς και θλίψεις· διότι σκεπτόμενος λογικά πείθομαι, ότι δεν είναι άξια τα όσα πάσχουμε και υποφέρουμε κατά τον τωρινό καιρό σε σύγκριση προς την δόξα, η οποία μέλλει να αποκαλυφθεί για να δοθεί σε μας)» [Ρωμ.8,18]. Αυτή τη δόξα εύχομαι να απολαύσουμε όλοι μας, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον Οποίο μαζί με τον Πατέρα και συγχρόνως στο Άγιο Πνεύμα ανήκει η δόξα, η δύναμη και η τιμή, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-epistulam-i-ad-timotheum.pdfΙωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στην πρώτην προς Τιμόθεον επιστολήν, ομιλία Δ΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1986, τόμος 23, σελίδες 178-197.Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
Η Παλαιά Διαθήκη μετά Συντόμου Ερμηνείας, Παναγιώτης Τρεμπέλας, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήνα, 1985.
https://www.agia-aikaterini-larissis.com/agia-grafi-palaia-diathiki/
https://www.agia-aikaterini-larissis.com/agia-grafi-kaini-diathiki/
Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016.
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm *Εκ του ιστολογίου «Ακτίνες» της 22.1.2022. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ' ΛΟΥΚΑ (ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ)
Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΕΡΙΚΟΠΗ: Καθώς ο Ιησούς πλησίαζε στην Ιεριχώ, ένας τυφλός, που επαιτούσε στην άκρη του δρόμου, ακούγοντας το πλήθος που περνούσε, ρώτησε να μάθει τι συμβαίνει. Του είπαν ότι περνάει ο Ιησούς ο Ναζωραίος, κι εκείνος φώναξε δυνατά: “Ιησού Υιέ του Δαβίδ, σπλαχνίσου με!” Αυτοί που προπορεύονταν τον μάλωναν να σωπάσει, εκείνος όμως φώναζε ακόμη πιο δυνατά: «Υιέ του Δαβίδ, σπλαχνίσου με!» Τότε ο Ιησούς στάθηκε και είπε να τον φέρουν κοντά του. Όταν αυτός πλησίασε, τον ρώτησε: “Τι θέλεις να σου κάνω;” Εκείνος αποκρίθηκε: “Κύριε, θέλω ν’ αποκτήσω το φως μου”. Και ο Ιησούς του είπε: “Απόκτησε το φως σου! Η πίστη σου σε έσωσε”. Αμέσως βρήκε το φως του κι ακολουθούσε τον Ιησού δοξάζοντας το Θεό. Όλοι μετά απ΄αυτό δοξολογούσαν το Θεό.
ΟΙ ΕΜΠΟΔΙΖΟΝΤΕΣ ΑΝΑΛΓΗΤΟΙ “ΠΙΣΤΟΙ”: Ο τυφλός της σημερινής ευαγγελικής διήγησης κίνησε σε όλους μας την συμπάθεια καθώς ακούσαμε την ικετευτική φωνή του: “Ιησού υιέ Δαβίδ ελέησον με”. Όταν πληροφορήθηκε ότι “Ιησούς παρέρχεται” μια λάμψη ελπίδας φώτισε το πονεμένο πρόσωπο του. Στύλωσε τα απλανή μάτια του προς το μέρος όπου έρχονταν ο Χριστός και με όλη τη δύναμη της φωνής του άρχισε να τον παρακαλεί να του δώσει το φως του.
Μερικοί, όμως όχι εχθροί του Χριστού, αλλά ενθουσιώδεις οπαδοί Του, στην προσπάθεια του τυφλού να προσεγγίσει τον Κύριο, αντί να τον βοηθήσουν “επετίμον αυτόν ίνα σιωπήσει”! Τους ενοχλούσαν οι παρακλητικές φωνές του τυφλού; Νόμιζαν ότι ενοχλούσαν τον Ιησού Χριστό; Το βέβαιο είναι ότι αδιαφορούν στον ξένο πόνο. Δεν τους ενδιέφερε αν ο τυφλός θα έμενε για πάντα στο σκοτάδι, ενώ υπήρχε η ελπίδα, τώρα που ερχόταν ο θαυματουργός Ιησούς στον τόπο τους, να άνοιγαν τα μάτια του. Δεν έδειξαν αγάπη και ενδιαφέρον για την εξυπηρέτηση ενός δυστυχισμένου συμπολίτη τους.
Όμως, αντί να τους κατακρίνουμε, ας ανακρίνουμε καλύτερα τον εαυτό μας, μήπως και εμείς δείχνουμε την ίδια αδιαφορία ή, και το χειρότερο, αντί να κάνουμε το καλό εμποδίζουμε και τους άλλους να το κάνουν! Πώς, όμως, αυτοί οι άνθρωποι που με ενθουσιασμό συνόδευαν τον Χριστό, έδειξαν σκληρότητα σ’έναν απόκληρο της ζωής; Κι όμως και σήμερα, άνθρωποι της Εκκλησίας, που θα έπρεπε να είναι υποδείγματα αγάπης, παρουσιάζονται ανάλγητοι μπροστά στον ανθρώπινο πόνο.
Άλλωστε, τα περιστατικά που διασώζουν οι ευαγγελιστές είναι αρκετά. Σ’ολες τις περιπτώσεις οι περισσότεροι ευσεβείς άνθρωποι της εποχής εκείνης, αντί να χαρούν μαζί με τον θεραπευμένο και να δοξάσουν τον Θεό, θύμωναν και, το χειρότερο, προσπαθούσαν να υπονομεύσουν Εκείνον που έδειχνε την θαυματουργική αγάπη Του στους ασθενείς. Αλλά αυτά έγιναν κυρίως από εχθρούς του Χριστού, που το μίσος τους είχε κλείσει τα μάτια. Το θλιβερό είναι, ότι στο σημερινό περιστατικό πρόκειται για οπαδούς και θαυμαστές του Χριστού, που δίδασκε εμπράκτως τη μεγάλη εντολή της αγάπης!
Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη θλιβερότερο: Ότι από τότε, έχουν περάσει πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια και τέτοια περιστατικά όχι μόνο δεν εξέλειπαν, αλλά έγιναν περισσότερα. Έχει ξεχαστεί το “πίστις δι’ αγάπης ενεργουμένη”! Και ενώ ο Χριστός ήλθε να ζεύσει την πίστη με την αγάπη, εμείς οι νομιζόμενοι “μαθητές είναι Εκεινου”, χωρίσαμε και πάλι την αγάπη από την πίστη και φθάσαμε στο σημείο να νομίζουμε, ότι είμαστε ευάρεστοι στο Θεό, αν έχουμε πίστη, χωρίς να έχουμε αγάπη. Λησμονήσαμε ότι πίστη χωρίς αγάπη έχει ακόμη και ο διάβολος και οι ακόλουθοί του! Έτσι, όμως, όπως μαρτυρεί η ιστορία, συνέβη να υπάρχουν άνθρωποι που έφεραν το όνομα του χριστιανού και μισούνταν θανάσιμα μεταξύ τους!
Έτσι φθάσαμε το Μεσαίωνα στο παπικό φαινόμενο της Ιερής Εξέτασης, εν ονόματι δήθεν της χριστιανικής πίστης, στη διάπραξη εγκλημάτων που παραμένουν στίγμα για τον ανθρώπινο πολιτισμό. Κι ενώ σήμερα δεν γίνονται τέτοιου είδους εγκλήματα στο όνομα της χριστιανικής πίστης, ανάλογη νοοτροπία εξακολουθεί να παραμένει. Έτσι, νομίζουμε, ότι είμαστε εντάξει με την αγάπη προς τον Θεό, παρότι αδιαφορούμε, για την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον. Νιώθουμε ότι είμαστε απόλυτα σωστοί με την Εκκλησία, επειδή κάνουμε το σταυρό, την προσευχή μας, ή γιατί εκκλησιαζόμαστε, νηστεύουμε, κοινωνούμε.
Όμως αδιαφορούμε τελείως και ούτε υποψιαζόμαστε να ερευνήσουμε τον εαυτό μας ως προς την εντολή της αγάπης προς τον πλησίον, που ο Χριστός ήθελε μόνιμο και αχώριστο σύντροφο της πίστης. Όσοι από εμάς που έχουμε την τιμή να καλούμαστε χριστιανοί, δεν συνδυάζουμε την πίστη με την αγάπη, πρέπει να φοβούμαστε ότι η πίστη μας παραμένει νεκρή και ανενεργής! Γιατί “ώσπερ το σώμα χωρίς πνεύματος νεκρόν έστιν, ούτω και η πίστις χωρίς των έργων νεκρά έστιν” [Ιακ.β΄26].
ΕΝΘΡΕΡΜΗ ΠΙΣΤΗ: Είν΄αλήθεια ότι δε ζήτησε κάτι ασήμαντο ή ευτελές από τον Κύριο ο τυφλός. Ούτε χρήμα, ούτε τροφές, ούτε κάτι άλλο παρόμοιο, όπως ίσως ζητούσε από τους ανθρώπους, αλλά μόνον του έλεγε: “Κύριε, θέλω ίνα αναβλέψω”. Κανένας άλλος δε μπορεί να μου το δώσει αυτό, διότι μόνον ο Θεός έχει την δυνατότητα να ελεεί και να σώζει. Γι’ αυτό και προσέρχεται και γονατιστός Τον ικετεύει, ως τον ποιητήν και Κύριον των όλων, και βοά το “ελέησον” και Τον ονομάζει “υιόν Δαβίδ”. Επειδή πιστεύει ότι Αυτός είσαι ο προσδοκώμενος απόγονος του Δαβίδ, ο οποίος ήλθε να σώσει το γένος του. Και δεν του είπε ο τυφλός: “ζήτησε από τον Θεόν ή προσευχήσου για μένα ή παρακάλεσε ή ικέτευσε”, αλλά “ελέησόν με”, επειδή ακριβώς γνώριζε ότι είναι Υιός του Θεού.
Γι’ αυτό και κατά την πίστη του έλαβε την ίαση. Αυτός είναι ο ορισμός της καρτερικής και φλεγομένης ψυχής! Αν δεν ήταν ένθερμη η πίστη του τυφλού, δεν θα κραύγαζε περισσότερο, όταν του φωνάζαν να σιωπήσει. Η πίστη του τυφλού γίνεται φανερή και από την ίδια την απόκρισι του Κυρίου: “θέλεις να αναβλέψης;”, του λέγει, “Ανάβλεψον”! Και την ίδια στιγμή, “παραχρήμα”, ανέβλεψε και έδρεψε τον καρπόν της πίστης, την σωτηρία! “Η πίστις σου σέσωκέ σε”. Αυτή είναι η μαρτυρία του Χριστού, ο οποίος με τα λόγια αυτά έδειξεν ότι αίτιος της θεραπείας του έγινε ο ίδιος ο τυφλός. Έγινε με την πίστη του συνεργός του θαυμαστού αυτού κατορθώματος. Πράγματι, την στιγμή που του είπε “ανάβλεψον”, η φωνή του Κυρίου έγινε φως για τον τυφλό, επειδή η φωνή, ο λόγος, ήταν του Φωτοδότου.
Όταν ο τυφλός δέχθηκε από τον Χριστόν παραδόξως την ευεργεσία, δεν αμέλησε να συμπορευθεί μ’ Αυτόν, και τον ακολουθούσε με ευγνωμοσύνη δοξάζοντάς Τον ως Θεόν. Αυτό έγινε αφορμή να δοξάζουν και να υμνούν τον Θεόν και οι άλλοι. “Πας γαρ ο λαός”, λέγει, “ιδών έδωκεν αίνον τω Θεώ”. Και πριν από τη δωρεά φάνηκε καρτερικός ο τυφλός, και μετά την δωρεάν φαίνεται ευγνώμων. Καρτερικός διότι, αν και τον περιφρονούσαν και πολλοί τον ημπόδιζαν να φωνάζη, αυτός επέμενε κραυγάζοντας. Και ευγνώμων επειδή όταν έλαβε την χάρι, δεν έτρεξε να φύγει, όπως κάνουν πολλοί μετά τις ευεργεσίες, φερόμενοι με αγνωμοσύνη προς τους ευεργέτες.
ΕΜΕΙΣ: Αυτόν ας μιμηθούμε και εμείς με ζήλο και προθυμία και ας γίνουμε καρτερικοί στις προσευχές και πριν λάβωμε αυτά που ζητούμε, και αφού τα λάβωμε να μη μένωμε αχάριστοι προς τους ευεργέτες, αλλά ας αναφωνούμε, ό,τι κάθε Κυριακή αναπέμπουμε στη Θεία Λειτουργία: “Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω”! Και να προσευχόμεθα με πόθο προς τον Κύριο ώστε να λαμβάνουμε από Αυτόν τα αιτήματα προς το συμφέρον μας. Διότι ο τυφλός εκείνος ούτε οδηγόν είχε, ούτε μπορούσε να δει τον Σωτήρα, ούτε βρήκε συνήγορον κάποιον από τους Αποστόλους, αλλά, μολονότι του απαγόρευαν να μιλήσει και να πλησιάσει, μπόρεσε να υπερβεί όλα τα εμπόδια και πλησίασε Αυτόν τον ίδιον τον θεραπευτήν και Σωτήρα Χριστό.
Ούτε η κοινωνική θέση, ούτε ο τρόπος ζωής τού έδωσαν το θάρρος, αλλά αντί όλων αυτών αρκούσε η προθυμία την οποία τίποτα δεν στάθηκε ικανό να εμποδίσει. Την ιδία προθυμίαν ας προσπαθήσωμεν να αποκτήσουμε και εμείς στις δεήσεις μας. Κι αν ο Κύριος αναβάλλει, και πολλοί μας απομακρύνουν ή μας εμποδίζουν, ας προσπαθήσωμε περισσότερο, και ο φιλάνθρωπος Θεός θα μας πλησιάσει και θα εκπληρώσει τα αιτήματά μας. Μας διδάσκει εδώ ο ίδιος ο τυφλός με την επιμονή του. Να επιμένουμε, διότι ίσως να μην είμαστε άξιοι να μας ακούσει ο Θεός. Ίσως θα πρέπει πρώτα να καθαρίσουμε την ψυχή μας με εξομολόγηση, με μετάνοια και κατόπιν να έχουμε το θάρρος να ζητήσουμε και να θέλουμε να μας ακούσει ο Θεός. Ίσως και η προσευχή μας να μην είναι αληθινή, θερμή προσευχή, εξ όλης της ψυχής και καρδιάς.
ΟΙ ΕΣΩ ΟΦΘΑΛΜΟΙ: Όμως, ας μην αγνοήσουμε, ότι δεν άνοιξε ο Κύριος μόνον τους εξωτερικούς οφθαλμούς του τυφλού, αλλά και τους εσωτερικούς, της ψυχής. Με το θείο νεύμα Του χάρισε στον τυφλό και το αισθητό φως και το νοητό φως. Διότι Αυτός είναι που στην αρχή της γενέσεως του κόσμου διαχώρισε το σκότος από το φως, αλλά και δημιούργησε αυτό το ίδιο το φως. Και ο Κύριος εμφανίζεται στις ψυχές των αξίων μεταδίδοντας πάντοτε την λαμπρότητά Του. Και όλων τα στόματα τότε μιλούσαν για τον Ιησού, όλων οι οφθαλμοί έβλεπαν τον τυφλό θεραπευμένο. Έτσι κι εκείνοι, με όσα έβλεπαν, αποκτούσαν εμπιστοσύνη στις διδασκαλίες του Κυρίου και επίστευαν ότι και οι προρρήσεις του Κυρίου θα πραγματοποιηθούν, διαβεβαιούμενοι και πληροφορούμενοι, και με τα εσώτερα της ψυχής των όμματα.
Ας “δοξάσωμε τον Θεόν εν τω σώματι ημών” κι εμείς, πειθόμενοι στον Απ. Παύλο. Και πώς δοξάζεται ο Θεός από τα μέλη του σώματός μας; Δοξάζουμε τον Θεόν όταν δια μέσου των ορατών κτισμάτων του βλέπωμε τα αόρατα, και τον ευχαριστούμε για όλα όσα έκανε. Γενικώς, ο Θεός δοξάζεται με όλα τα μέλη μας, όταν πιστεύωμε ορθά σ’ Αυτόν και εκπληρώνωμε τις άγιες εντολές Του. Ο προφήτης Ωσηέ λέγει: “έλεον και κρίμα φυλάσσου (δηλαδή, φύλαξε την ελεημοσύνη και τη δικαιοσύνη) και έγγιζε προς τον Θεόν σου διαπαντός”. Και ο Κύριος προσθέτει: “Καθάρισον πρώτον το εντός του ποτηρίου, ίνα γένηται και το εκτός αυτού καθαρόν”. Γι’ αυτό ας φοβηθούμε κι ας αγωνισθούμε να αναβλέψουμε προς το φως των προσταγμάτων του Θεού, έστω και αν είμαστε τυφλοί, και ας προσέλθουμε στον Κύριο με μετάνοια και αποχή από τα αισχρά έργα, απορρίπτοντας τα ιμάτια που έχουμε ενδυθεί, δηλαδή τα έργα του σκότους, ή και τις γήινες και υλικές φροντίδες, και “ενδυσώμεθα τα όπλα του φωτός” και ας “περιπατήσωμεν ως εν φωτί και ημέρα ευσχημόνως” και οσίως, ώστε να μπορέσωμε να ακολουθήσουμε Αυτόν, τον Δεσπότην και Ελευθερωτήν και Σωτήρα ημών Ιησούν Χριστόν τον Θεόν.
Η ΟΡΑΣΗ-ΔΙΑΚΡΙΣΗ: Και ο τυφλός ζητούσε την θεραπεία των ματιών του, όμως σκεφτήκαμε πόσο μεγαλύτερη ανάγκη έχουμε εμείς και πόσο πρέπει να ζητούμε και να παρακαλούμε το Θεό να κρατά ανοικτά τα ψυχικά μας μάτια, να διακρίνουμε το καλό από το κακό, τον ίσιο δρόμο του Θεού και να μην πέφτουμε στους γκρεμούς της αμαρτίας, να ξεχωρίζουμε το αιώνιο συμφέρον μας από το προσωρινό και ψεύτικο; Ο τυφλός μας διδάσκει να μην υπολογίζουμε τα εμπόδια που βρίσκουμε πολλές φορές μπροστά μας, προκειμένου να πλησιάσουμε το Θεό. Εμπόδια από οργανωμένες προσπάθειες σκοτεινών δυνάμεων που θέλουν να ξεγράψουν το Θεό, την πίστη μας, από τη ψυχή μας και την κοινωνία. Οργανώσεις χωρίς Θεό, αιρέσεις διάφορες, ξενόφερτες νεοεποχίτικες ιδέες, άθεοι ή και αντίχριστοι ηγήτορες.
Άλλοτε, ίσως, η ειδική μας χλιαρότητα στη πίστη, ο φόβος του κόσμου μήπως μας χαρακτηρίσουν καθυστερημένους και θρησκόληπτους, όπως πολύ εύκολα και επιπόλαια χαρακτηρίζουν κάθε εκδήλωση πίστης, χωρίς να ξέρουν και οι ίδιοι ποιος λέγεται θρησκόληπτος, άλλα εμπόδια από την ίδια μας την ψυχή, από το φόβο μήπως τα συμφέροντα μας όταν ζούμε “με το Σταυρό στο χέρι”, όπως συνήθως λέγεται, αλλά ακόμα και η σαρκολατρία, η οποία καλπάζει τα τελευταία χρόνια, είναι τα εμπόδια που μας απομακρύνουν από την πίστη μας στο Θεό. Ας ανοίξουμε λοιπόν τους ψυχικούς οφθαλμούς κι ας διακρίνουμε το Φως από το σκότος. *Από τον Κωνσταντίνο Αθ. Οικονόμου, δάσκαλο. ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ: Ομιλία Γερμανού [Β], Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, εις την Δεκάτην Τετάρτην Κυριακήν κατά Λουκάν. Εκ του ιστολογίου «Ακτίνες» της 29.11.2019. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Ο ΑΓ. ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΙΧΟΥΣ
[Λουκ. 18,35-43]
«Ἰησοῦ υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με (:Ιησού, υιέ του Δαβίδ, ελέησέ με)» [Λουκ. 18,38]. Προσήλθε λοιπόν αυτός ο τυφλός με την πεποίθηση ότι προσερχόταν στον Θεό που είναι σε όλα ισχυρός· και αποκαλεί τον Ιησού «υἱόν Δαυΐδ», διότι έχοντας ανατραφεί μέσα στον ιουδαϊσμό και έχοντας γεννηθεί εκεί ως εντόπιος, δεν αγνόησε όσα είχαν ειπωθεί εκ των προτέρων γι’ Αυτόν μέσω του νόμου βέβαια και των αγίων προφητών και ότι κατά σάρκα προερχόταν από τη γενιά του Δαβίδ.
Επομένως, επειδή ήδη είχε πιστέψει ότι, όντας Θεός ο Λόγος, υπέμεινε με τη θέλησή Του την κατά σάρκα γέννησή Του, εννοώ από την αγία Παρθένο, πλησιάζει τον Ιησού ως Θεό, λέγοντάς Του: «Ἰησοῦ υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με». Πράγματι, μια πρόσθετη μαρτυρία ότι απηύθυνε αυτήν την ικεσία στον Κύριο, έχοντας αυτήν την πεποίθηση, αποτελούν τα ίδια τα λόγια του Χριστού: «ἡ πίστις σου σέσωκέ σε(:Η πίστη σου σε έχει σώσει)».
Ας τον μιμηθούν, λοιπόν, αυτόν που ήταν ασθενής στους οφθαλμούς, όσοι διαιρούν στα δύο τον ένα Κύριο Ιησού Χριστό, καθώς ο τυφλός πλησιάζει τον Σωτήρα των πάντων Χριστό ως Θεό και Τον ονομάζει και Κύριο και υιό του Δαβίδ. Μαρτυρεί επίσης τη δόξα Του, με το να επιζητεί από Αυτόν μια ενέργεια που ταιριάζει απόλυτα στον Θεό.
Ας θαυμάζουν επίσης το σθένος της ομολογίας του˙ μερικοί πράγματι τον επιτιμούσαν, επειδή ομολογούσε την πίστη του, αυτός όμως δεν υποχωρούσε, ούτε και μειωνόταν η παρρησία του από όσους τον εμπόδιζαν. Ήξερε ότι η πίστη μάχεται με τα πάντα και τα πάντα νικάει˙ για τον λόγο αυτό τον επιτιμούσαν, αλλά αυτός, πιστός, δεν υποχωρούσε, αλλά ακολουθούσε τον Δεσπότη, γνωρίζοντας ότι είναι καλή η υπέρ της ευσεβείας «αναίδεια»˙ γιατί αν για τα χρήματα υπάρχουν πολλοί αναιδείς, για τη σωτηρία της ψυχής δεν χρειάζεται να ενδύεται κανείς την καλή αναίδεια;
Σταματάει τον Κύριο η φωνή εκείνου που Τον επικαλείται με πίστη˙ και έχει δίκαια τιμηθεί από τον Χριστό ο τυφλός˙ διότι έχει κληθεί από Αυτόν και έχει δεχθεί εντολή να έρθει κοντά, με σκοπό αυτός που Τον προσέγγισε προηγουμένως με την πίστη του, να Τον πλησιάσει και με το σώμα του˙ και εμάς λοιπόν η πίστη μάς παρουσιάζει και μας φέρνει κοντά στον Χριστό, ώστε να αξιωθούμε και λόγια που να προέρχονται από Αυτόν. Διότι αφού έφεραν κοντά Του τον τυφλό, τον ρωτούσε λέγοντας: «Τί σοι θέλεις ποιήσω; (:Τι θέλεις να κάνω για σένα;)».
Άραγε λοιπόν αγνοούσε ο Κύριος το αίτημα που θα υπέβαλε ο τυφλός; Και πώς θα μπορούσε να εξηγηθεί αυτό; Ρωτούσε λοιπόν κατ’ οικονομίαν, για να μάθαιναν ιδιαίτερα οι παριστάμενοι, δηλαδή όσοι βάδιζαν μαζί του, ότι όχι για χρήματα μάλλον Τον παρακαλεί, αλλά για μια ενέργεια θεϊκή που μπορεί να προέλθει από τον Θεό.
Άρα λοιπόν απαλλασσόταν βέβαια από το να νοσεί ο τυφλός, παραμελούσε όμως εντελώς το να είναι φίλος του Χριστού; Με κανέναν τρόπο· αλλά αποδείκνυε την ευγνωμοσύνη του με τα έργα του. Και απελευθερώθηκε από μια διπλή τυφλότητα, και τη σωματική, και την τυφλότητα του νου και της καρδιάς· διότι δεν θα Τον δόξαζε ως Θεό, εάν όντως δεν είχε αποκτήσει την όρασή του. Και επίσης έχει γίνει και για άλλους λογική αιτία για να Τον δοξάζουν.
Προς δόξαν του Αγίου Τριαδικού ΘΕΟΥ,
επιμέλεια: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος
ΠΗΓΕΣ:
Αγίου Κυρίλλου αρχιεπισκόπου Αλεξανδρείας Εξήγησις υπομνηματική εις το κατά Λουκάν ευαγγέλιον, Πανεπιστήμιο Αιγαίου, ερευνητικό έργο «Οι δρόμοι της πίστης: Ψηφιακή Πατρολογία»:
https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/09/commentarii-in-lucam_.pdf,σελ. 138
Κυρίλλου Αλεξανδρείας Άπαντα τα έργα, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον»,Θεσσαλονίκη 2005, «Υπόμνημα εις το κατά Λουκάν Β΄», σελ. 163-165
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm *Εκ του ιστολογίου «Ακτίνες» της 22.1.2022. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Τετάρτη 3 Δεκεμβρίου 2025
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ' ΛΟΥΚΑ (ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ) 2024
Ι. Μ. Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλή Αττικής
Ετικέτες:
ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΛΟΥΚΑ,
Ι. Μ. ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ,
ΙΔ' ΛΟΥΚΑ,
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ Β΄
Τρίτη 2 Δεκεμβρίου 2025
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: ΕΙΜΑΣΤΕ ΕΤΟΙΜΟΙ ΓΙΑ ΘΥΣΙΕΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΙΣΤΗ;
Κυριακή ιδ' Λουκά 2025
Ετικέτες:
ΙΔ' ΛΟΥΚΑ,
ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ,
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΗΣ
Δευτέρα 1 Δεκεμβρίου 2025
ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ: ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΙΧΟΥΣ
Ὅταν πλησίαζε στὴν Ἱεριχώ, κάποιος τυφλὸς καθόταν στὸ δρόμο καὶ ζητιάνευε. Κι ὅταν ἄκουσε κόσμο νὰ περνᾶ, ρωτοῦσε τί σήμαινε αὐτό. Τοῦ εἶπαν ὅτι περνοῦσε ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος. Τότε φώναξε δυνατά· Ἰησοῦ, Γιέ τοῦ Δαυΐδ σπλαχνίσου με. Στάθηκε ὁ Ἰησοῦς καὶ εἶπε νὰ τὸν φέρουν κοντά του. Τὸν ἔφεραν καὶ τὸν ρώτησε. Τί θέλεις νὰ τοῦ κάμω; Κι αὐτὸς εἶπε· Κύριε, νὰ ξαναδῶ. Κι ὁ Κύριος τοῦ εἶπε· ξαναδές· ἡ πίστη σου σ’ ἔσωσε. Βρῆκε ἀμέσως τὸ φῶς του καὶ τὸν ἀκολούθησε δοξάζοντας τὸ Θεό. Κι ὅλος ὁ κόσμος δοξολογοῦσε τὸ Θεό».
Εἶναι ἕνα πάρεργο στὸ δρόμο του, τὸ θαῦμα τοῦ τυφλοῦ ποὺ κάνει ὁ Κύριος, γιὰ νὰ μὴν εἶναι καὶ τὸ πέρασμά του ἀκόμα διδασκαλία ἀνώφελη σ’ ἐμᾶς καὶ τοὺς μαθητὰς τοῦ Χριστοῦ ,ἀλλὰ γιὰ νὰ εἴμαστε παντοῦ καὶ πάντα καὶ μὲ κάθε ἐκδήλωσή μας ὠφέλιμοι καὶ ποτὲ ἄχρηστοι. Ὁ τυφλὸς λοιπὸν ἐπειδὴ πίστεψε ὅτι αὐτὸς ἦταν ὁ Χριστὸς ποὺ περίμεναν καὶ μεγαλωμένος στὶς Ἰουδαϊκές παραδόσεις ἦταν φυσικὸ νὰ μὴν ἀγνοῆ ὅτι ὁ Χριστὸς θὰ ἦταν ἀπὸ γενιὰ τοῦ Δαυΐδ, φωνάζει δυνατά· Γιὲ τοῦ Δαυΐδ, σπλαχνίσου με. Καὶ μὲ τὴν παράκληση «ἐλέησέ με» φανερώνει ὅτι εἶχε γι’ αὐτὸν κάποια θεϊκώτερη ἀντίληψη καὶ δὲν τὸν θεωροῦσε ἁπλὸ ἄνθρωπο. Θαύμασε ὅμως καὶ τὴν ἐπιμονὴ τῆς ὁμολογίας του. Μολονότι τὸν ἐπιτιμοῦσαν πολλοί, δὲ σιωποῦσε ἀλλὰ φώναζε περισσότερο.
Ἦταν ὁ θερμὸς πόθος μέσα του ποῦ τὸν κινοῦσε. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸν προσκαλεῖ ὁ ἴδιος ὁ Ἰησοῦς, ἐπειδὴ ἄξιζε στ’ ἀλήθεια νὰ τὸν πλησιάση καὶ τὸν ρωτᾶ· τί θέλεις νὰ σου κάμω; Ὄχι πῶς δὲν ἤξερε ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴ νομίσουν οἱ παρόντες ὅτι ἄλλα τοῦ ζητοῦ κι ἄλλα δίνει, κι ὅτι ἐκεῖνος ζητᾶ χρήματα κι αὐτός, ἐπειδὴ ἀγαποῦσε τὴν ἐπίδειξη, θεραπεύει τὴν τύφλωσή του. Μπορεῖ ὁ φθόνος νὰ δημιουργῆ τέτοιες ἀνόητες συκοφαντίες. Γι’ αὐτὸ μετὰ τὴν ἐρώτησή του, ὅταν εἶδε πῶς ἐπιθυμοῦσε νὰ ἀποκτήση τὸ φῶς του, αὐτὸ τοῦ δίνει. Προσέξετε καὶ τὴν ἀπουσία κομπασμοῦ. Ἡ πίστη σου, λέει, σ’ ἔσωσε. Ἐπίστεψες ὅτι εἶμαι ἐκεῖνος ὁ γιὸς τοῦ Δαυΐδ τῶν παραδόσεων, ὁ Χριστός, κι ἔδειξες τόσο μεγάλη θέρμη, ὥστε καὶ παρόλες τὶς ἐπιτημήσεις νὰ μὴ σωπαίνης. Κι ἀπ’ αὐτὸ διδασκόμαστε, ὅτι ὅταν ζητοῦμε μὲ πίστι, δὲ μᾶς δίνει ἄλλα ἀπ’ ὅτι ζητοῦμε ἀλλὰ αὐτὰ τὰ ἴδια.
Ὥστε ὅταν ἄλλα γυρεύωμε κι ἄλλα παίρνωμε, εἶναι φανερὸ ὅτι δὲ ζητοῦμε οὔτε ὅπως πρέπει οὔτε μὲ πίστη. Μᾶς λέει· «Γυρεύετε καὶ δὲν παίρνετε, γιατὶ ζητᾶτε ἄσχημα» -Προσέξετε καὶ τὴν ἐξουσία: Γι’ αὐτὸ καὶ σὲ φῶς γιὰ τὸν ἀνάπηρο μεταβλήθηκε ἡ φωνή, ξεκινῶντας ἀπὸ τὸ φῶς τὸ ἀληθινό. Σημειῶστε καὶ τὴν εὐγνωμοσύνη του γιὰ τὴ θεραπεία. Ἀκολουθοῦσε τὸν Ἰησοῦ, δοξάζοντας τὸ Θεὸ καὶ γινόταν καὶ στοὺς ἄλλους ἀφορμὴ δοξολογίας.
Κυριακή 4 Φεβρουαρίου 2024
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ' ΛΟΥΚΑ (2024)
Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί,
Καθὼς ὁ Χριστὸς πορευόταν πρὸς τὴν Ἰεριχώ, μᾶς λέει ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, κάποιος τυφλὸς ἄνδρας καθόταν στὸ πλάι τοῦ δρόμου καὶ ζητοῦσε ἐλεημοσύνη. Ξαφνικά, ἄκουσε θόρυβο ἀπὸ πλῆθος κόσμου καὶ ρώτησε νὰ μάθει τὶ συνέβαινε. Τὸν πληροφόρησαν ὅτι θὰ περνοῦσε ἀπὸ ἐκείνη τὴν ὁδὸ ὁ Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος. Ἔλαμψε τὸ πρόσωπό του στὸ ἄκουσμα αὐτῆς τῆς εἴδησης. Εἶχε ἀκούσει γιὰ τὸν Χριστό μας ὅτι πλῆθος ἀνθρώπων ἀσθενῶν εἶχε θεραπεύσει μὲ μόνο τὸν λόγο Του καὶ ἤλπιζε ὅτι θὰ λάμβανε καὶ ἐκεῖνος τὴν θαυματουργικὴ θεραπεία.
Ἔτσι, ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ ἅπλωνε τὸ χέρι στὸν διαβάτη γιὰ νὰ λάβει τὰ πρὸς τὸ ζῆν, ἄρχισε νὰ κράζει πρὸς τὸν Χριστό: «Ἰησοῦ, υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησόν με». Πολλοὶ ποὺ τὸν ἄκουγαν, τὸν μάλωναν λέγοντάς του νὰ σιωπήσει. Ἀκάθεκτος ἐκεῖνος, συνέχιζε μὲ μεγαλύτερη ἔνταση «Ἰησοῦ, υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησόν με». Εἶχε δεῖ ὁ τυφλός. Εἶχε δεῖ αὐτὸ ποὺ οἱ περισσότεροι βλέποντες δὲν ἔβλεπαν. Εἶχε δεῖ ὅτι αὐτὸς ποὺ θὰ περνοῦσε ἀπὸ μπροστά του δὲν ἦταν ἕνας τυχαῖος, ἀλλὰ τὸ Φῶς τοῦ κόσμου, ὁ Φωτοδότης τῆς ζωῆς μας.
Ἀκούγοντας ὁ Ἰησοῦς τὴν ἱκεσία τοῦ τυφλοῦ, δὲν τὸν ἀπέφυγε, ἀλλὰ τὸν πλησίασε μὲ συμπάθεια. - Τί θέλεις; - Κύριε, θέλω νὰ δῶ. - Νὰ δεῖς! Ἡ πίστη σου σὲ ἔχει σώσει! Ἔτσι, εὐθὺς ἄνοιξε τὰ μάτια του ὁ πρώην τυφλὸς καὶ εἶδε. Τέτοια χαρὰ τὸν πλημμύρισε ποὺ ἄρχισε νὰ δοξάζει τὸν Θεὸ καὶ μαζὶ μὲ αὐτόν, ὅλος ὁ λαός. Καὶ ἔτσι, χαρούμενοι ὅλοι μαζὶ ἀκολούθησαν τὸν Χριστό πρὸς τὴν Ἰεριχώ.
Τὸ πρῶτο ποὺ θὰ ἤθελα νὰ τονίσω γιὰ τὴν σημερινὴ περικοπὴ εἶναι ἡ ἐπιμονὴ τοῦ τυφλοῦ. Λένε κάποιοι «ὁ ἐπιμένων νικᾶ» καὶ ἔχουν δίκιο. Ἡ ἐπιμονὴ στὸν ἀγώνα γιὰ τὴν ἐξασφάλιση κάποιου καλοῦ ἔχει πάντοτε θετικὰ ἀποτελέσματα καὶ αὐτὸ διότι ὁ Ἴδιος ὁ Θεὸς συντρέχει καὶ εὐλογεῖ. Τὸν τυφλὸ τῆς περικοπῆς, ὅταν ἔβγαζε φωνὴ ἱκεσίας πρὸς τὸν Χριστό, τὸν μάλωναν κάποιοι καὶ τοῦ ἔλεγαν νὰ σταματήσει.
Δὲν ἄκουσε κανέναν. Ἐκεῖνος εἶχε ἕναν σκοπὸ καὶ ἐπέμεινε σὲ αὐτὸν τὸν σκοπὸ μέχρι ποὺ νίκησε. Ἡ ἐπίμονη προσευχή του κίνησε τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ μὲ ἀποτέλεσμα νὰ γίνει καλά. Θέλουμε κὶ ἐμεῖς νὰ γίνουμε καλά; Θέλουμε νὰ νικήσουμε τὰ πάθη μας, νὰ ἀπαλλαγοῦμε ἀπὸ τὸν κακό μας ἑαυτό, νὰ δοῦμε τὸ «Φῶς τὸ ἀληθινό»; Ἂν ἐπιμείνουμε, θὰ τὰ καταφέρουμε, διότι ὅπως εἶχε πεῖ κάποιος Ἅγιος: «εἶναι ἀδύνατον αὐτὸν ποὺ πασχίζει ἐν ἀληθείᾳ νὰ σωθεῖ, νὰ μὴν τὸν ἐλεήσει ὁ Κύριος».
Ἡ ὅλη στάση τοῦ τυφλοῦ ἄνδρα ὁ ὁποῖος ἔστεκε καὶ ζητοῦσε ἐλεημοσύνη, μᾶς διδάσκει ὅτι καλὸ εἶναι νὰ μὴν κατακρίνουμε καὶ περιφρονοῦμε κανέναν συνάνθρωπό μας. Ἐκεῖνος, ὁ ζητιάνος, εἶδε τὸ Φῶς τοῦ Χριστοῦ. Ἐμεῖς; Ὁ κάθε ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν Θεοῦ καὶ ἔτσι πρέπει νὰ τὸν ἀντιμετωπίζουμε. Ἀκόμη καὶ ὁ πιὸ ἁμαρτωλὸς ἔχει τὴν δυνατότητα νὰ γίνει ὁ πιὸ Ἅγιος καὶ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ τὸ ξεχνᾶμε.
Ἄλλωστε, ὁ μακάριος τυφλὸς τοῦ Εὐαγγελίου, στὸν ὁποῖο οἱ περισσότεροι δὲν θὰ ἔδιναν κὰν προσοχή, ἦταν ἐκεῖνος ποὺ μᾶς ἄφησε μεγάλη καὶ πολύτιμη κληρονομιά. Τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με», ἡ σύντομη αὐτὴ καὶ πολὺ δυνατὴ προσευχή, τὴν ὁποία οἱ Ἅγιοι Πατέρες μᾶς προτρέπουν νὰ λέμε συνεχῶς γιὰ νὰ ἁγιαζόμαστε καὶ ἐμεῖς καὶ τὰ ἔργα μας, ἕλκει τὴν καταγωγή της ἀπὸ τὴν ἱκεσία τοῦ τυφλοῦ πρὸς τὸν Χριστό: «Ἰησοῦ, υἱὲ Δαυίδ, ἐλέησόν με».
Εὔχομαι, ὅπως ὁ τυφλὸς ἀξιώθηκε τῆς θεραπείας, ἔτσι καὶ ἐμεῖς νὰ ἀξιωθοῦμε τῆς θεραπείας καὶ νὰ δοῦμε τὸ Φῶς τοῦ Χριστοῦ μέσα ἀπὸ τὸν ἀγώνα μας μὲ σύμμαχο τὴν ἐπιμονή, τὴν ἀδιαφορία γιὰ τὸ τὶ λένε οἱ Σειρῆνες τοῦ κόσμου καὶ μὲ τὴν φωνὴ ἡ ὁποία θὰ βγαίνει ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μας καὶ θὰ λέει: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με.
Μετ’ εὐχῶν,
ὁ Ἐπίσκοπός σας,
† ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Χρυσόστομος
Ιερά Μητρόπολη Αττικής και Βοιωτίας
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών
Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2024
ΟΡΘΡΟΣ ΚΑΙ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΙΔ' ΛΟΥΚΑ (ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ) 2024
Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλή Αττικής
Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2024
Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ (ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ' ΛΟΥΚΑ)
Τα ιερά Ευαγγέλια μαζί με τη διδασκαλία του Ιησού Χριστού, μας μιλούν και για τα θαύματα που έκαμε. Η διδαχή του εξηγεί τα θαύματά του και τα θαύματά του καταξιώνουν τη διδαχή του. Πολλές ευαγγελικές διδαχές έχουν την αφορμή τους σ’ ένα θαύμα, και πολλά θαύματα είναι συνέχεια σε μια διδαχή. Κάποιοι θέλησαν να χωρίσουν τη διδασκαλία του Ιησού Χριστού από τα θαύματά του να κρατήσουν τη διδαχή και να πετάξουν τα θαύματα. Μα κάτι τέτοιο είναι άρνηση του Ευαγγελίου· γιατί το Ευαγγέλιο ή το δεχόμαστε ολόκληρο ή το πετάμε ολόκληρο.
Το θαύμα της θεραπείας του τυφλού έξω από την Ιεριχώ, είναι από τα τελευταία θαύματα του Ιησού Χριστού. Ήταν το τελευταίο ταξίδι που έκανε για τα Ιεροσόλυμα, όταν ανέβαινε και πήγαινε για το εκούσιο πάθος. Έτσι εξηγείται ότι μόλις ο τυφλός άκουσε πως περνάει ο Ιησούς άρχισε να φωνάζει και να ζητά βοήθεια. Μέχρι τώρα είχε κάμει το ατύχημά του επάγγελμα· καθόταν στην άκρη του δρόμου και ζητιάνευε. Μα όταν του είπαν πως περνάει ο Ιησούς, ξέχασε τη ζητιανιά κι άρχισε να ζητά όχι τώρα μια μικρή ελεημοσύνη, αλλά τη θεραπεία της αιτίας της δυστυχίας του.
Έχουν περάσει τρία χρόνια από τότε που ο Ιησούς Χριστός άρχισε το δημόσιο έργο του· οι άνθρωποι άκουσαν τη διδασκαλία του και είδαν τα θαύματά του, κι όλοι πια τον ξέρουν. Αρκετό λοιπόν ήταν για τον τυφλό, που του είπαν πως περνάει ο Ιησούς, για να αρχίσει να φωνάζει και να ζητά το έλεός του. Γιατί από εκεί ξεκινάνε πάντα οι ενέργειες του Θεού για τον άνθρωπο· από το θείο έλεος.
Από τον τρόπο με τον οποίο φωνάζει, φαίνεται πως αυτός ο άνθρωπος έχει πίστη. Όλοι οι τυφλοί έχουν ιδιαίτερα αναπτυγμένη μια εσωτερική αίσθηση· μερικά πράγματα τα βλέπουν καλύτερα από κείνους, που λένε πως έχουν μάτια. Έτσι κι αυτός ο τυφλός έβλεπε καλά σε ποιόν φώναζε, κι είχε μια εμπιστοσύνη σ’ αυτόν που τον παρακαλούσε. Οι άλλοι, οι καλοθελητές του δρόμου τον μάλωναν για να σωπάσει, και δεν είναι εύκολο να καταλάβει κανείς γιατί το έκαναν αυτό. Ο τυφλός όμως φώναζε ακόμα περισσότερο και πιο δυνατά. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όχι μόνο τον πονούσε η αναπηρία του, αλλά και πίστευε, γι’ αυτό και φώναζε. Ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός, που πάντα ζητάει πίστη από κείνους που ζητάνε το έλεός του, δημόσια μαρτύρησε για την πίστη του και την άμειψε· «Η πίστις σου σέσωκέ σε», του είπε. Είναι ένας λόγος αυτός, που συχνά τον ακούμε στα ιερά Ευαγγέλια από το στόμα του Ιησού Χριστού· «Η πίστη σου σε έσωσε».
Ο πρώτος και απαραίτητος όρος για να σωθούμε είναι να πιστέψουμε. Χωρίς πίστη, γράφει ο Απόστολος, «αδύνατον ευαρεστήσαι». Άνθρωπος που δεν πιστεύει δεν μπορεί να είναι άνθρωπος του Θεού. Πώς μπορεί να ανήκει σ’ εκείνον που λέει πως δεν υπάρχει, και πώς μπορεί να υπακούσει σ’ εκείνον που δεν του έχει εμπιστοσύνη; Αλλά ο λόγος για την πίστη είναι «πολύς και δυσερμήνευτος».
Πρέπει να πούμε πολλά, χωρίς και να μπορέσουμε να πούμε όσα πρέπει, για να εξηγήσουμε τί είναι η πίστη και ότι χωρίς πίστη δεν υπάρχει σωτηρία. Ό,τι χρειάζεται για τη σωτηρία μας ο Θεός το έχει έτοιμο και μας περιμένει· μα το τελευταίο βήμα θα γίνει από μας· εμείς θα απλώσουμε το χέρι μας για να πάρουμε ό,τι μας δίνει ο Θεός. Αυτό το βήμα, αυτό το άπλωμα του χεριού μας είναι η πίστη· να πιστέψουμε δηλαδή και να δεχθούμε με εμπιστοσύνη ότι ο Θεός υπάρχει, ότι ο Θεός θέλει και μπορεί να μας σώσει, ότι «διά του Ιησού Χριστού» είναι έτοιμη η σωτηρία μας.
Αλλά το πιο δύσκολο στον καιρό μας είναι να μιλούμε γι’ αυτά τα πράγματα. Στον καιρό μας φαίνεται πραγματικά πως έχει θέση το ερώτημα, που έκανε κάποτε ο Ιησούς Χριστός· «πλην ο υιός του ανθρώπου ελθών άρα ευρήσει την πίστιν επί της γης;»· όταν θα έλθει ο υιός του ανθρώπου, άραγε θα βρει πίστη εδώ στη γη; Ο λόγος είναι βαρύς, μα τα πράγματα μας αναγκάζουν να επαναλαμβάνουμε κι εμείς το ίδιο ερώτημα. Καλλιεργήσαμε και οξύναμε τόσο το μυαλό μας, που πάμε να πεισθούμε πως λύσαμε τάχα όλα τα προβλήματα του κόσμου και της ζωής. Και τώρα τί μας χρειάζεται η πίστη και τί τον θέλουμε το Θεό; Πολλοί μάλιστα το φωνάζουν, πως πέθανε ο Θεός!
Από το άλλο μέρος αφήσαμε έρημη και χέρσα την ψυχή μας, που δεν αισθανόμαστε την ανάγκη να ζητήσουμε σωτηρία. Δεν μας λείπει τάχα τίποτε, τα έχουμε όλα! Μα κι αν μέσα μας μένει κενό και χάος, κι αν μας πνίγει το άγχος, δεν έχουμε που να απλώσουμε τα χέρια, γιατί για μας δεν υπάρχει πια ο ουρανός και το Θεό πραγματικά τον πεθάναμε μέσα μας. Δεν υπάρχει σωτηρία, δεν υπάρχει σωτήρας, είμαστε καταδικασμένοι να χαθούμε. Σε τί να πιστέψουμε λοιπόν; Δεν μπορούμε, δεν έχουμε τη δύναμη να πιστέψουμε. Κι αν, όπως μας είπαν, είναι και η πίστη δώρο του Θεού, μα δεν υπάρχει Θεός· κι από πού λοιπόν να ζητήσουμε πίστη;
Κι αν τα πράγματα δείχνουν πως αυτή είναι η τραγική κατάσταση του κόσμου σήμερα, κι αν μας επιτρέπουν να κάνουμε μια τέτοια απαισιόδοξη περιγραφή, αλλά δεν θέλουμε να παραδεχθούμε πως ολωσδιόλου έλειψε η πίστη στον κόσμο. Υπάρχει πάντα, καθώς το κηρύττουν οι Προφήτες, το «λείμμα». Μένει πάντα ένα υπόλοιπο, που πιστεύει και ζητάει τη σωτηρία του στο Θεό. Είναι οι λίγοι, για τους οποίους δεν χάθηκε η Νινευί· είναι το «μικρόν ποίμνιον», για το οποίο είπε ο Ιησούς Χριστός. Όταν όλοι ζητάνε το χαμό τους μακριά από το Θεό, οι λίγοι αυτοί πιστεύουν και ζητάνε το έλεος του Χριστού, που ήλθε στη γη σωτήρας και λυτρωτής. «Υιέ Δαβίδ, ελέησον ημάς». Αμήν. ((+Διονυσίου Λ. Ψαριανού, Μητροπ. Σερβίων και Κοζάνης, Επί πτερύγων ανέμων, τ. Α΄ σσ. 22-25). *Εκ του ιστολογίου «Πεμπτουσία» της 2.12.2023. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ' ΛΟΥΚΑ: Ο ΤΥΦΛΟΣ ΤΗΣ ΙΕΡΙΧΟΥΣ ΚΑΙ ΟΙ ΟΛΙΓΟΙ ΣΩΖΟΜΕΝΟΙ
Τώρα το θαύμα πιστεύω ότι οι περισσότεροι το ακούσατε. Το θαύμα, ποιό θαύμα, αυτό που μας περιέγραψε το Ευαγγέλιο, αυτό το θαύμα. Ένας τυφλός καθότανε σε μια γωνιά εκεί του δρόμου, και είχε απλωμένο το χέρι του και ζητούσε ελεημοσύνη. Ζητούσε καμιά δεκάρα ή κάνα κομμάτι ψωμί, για να φάει ο καημένος. Αφού ήταν τυφλός, για κείνη την εποχή ήταν δραματικές οι καταστάσεις των τυφλών. Άκουσε όμως να γίνεται θόρυβος. Ρωτάει τι γίνεται, και του λένε ότι περνάει ο Ιησούς ο Ναζωραίος.
Μόλις άκουσε αυτός ότι περνάει ο Ναζωραίος, ο Ιησούς, άρχισε λοιπόν να φωνάζει με όλη τη δύναμη της ψυχής του, «Ιησού Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με». Οι παρευρισκόμενοι και ο όχλος βέβαια ο πολύς που Τον ακολουθούσε τον Χριστό, τον επέπληττε, τον μάλωνε, του έλεγε «πάψε, μη φωνάζεις τόσο δυνατά. Δε σ’ ακούει. Τώρα Αυτός κάνει τη δουλειά Του». Ο τυφλός όμως, όσο του έλεγαν οι άλλοι να μη φωνάζει, αυτός τόσο πιο πολύ φώναζε, επαναλαμβάνοντας τις ίδιες λέξεις, «Ιησού Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με». Κάποτε τον άκουσε ο Χριστός, και ζήτησε βέβαια να τον φέρουν κοντά Του. Δεν κραύγαζε ο φουκαράς για να πάρει χρήματα. Δεν κραύγαζε για να του δώσει ο Χριστός και η συνοδεία που Τον ακολουθούσε δηλαδή οι μαθηταί Του και ο όχλος, ένα κομμάτι ψωμί.
Αλλά καθώς είχε ακούσει, μερικά πράγματα όπως και την Ανάσταση της κόρης της θυγατρός του Ιαείρου, και της άλλης εκείνης, του νεανία απ’ τη Ναϊν, και την Ανάσταση του Λαζάρου, διότι αμέσως μετά εγένετο αυτό το θαύμα, με τη δύναμη λοιπόν αυτής της πίστεως, άρχισε να φωνάζει «Ιησού Υιέ Δαβίδ, ελέησόν με».
Για να πει όμως «Υιέ Δαβίδ», αυτό σημαίνει ότι είχε θρησκευτικές γνώσεις. Και ήξερε πολύ καλά από τις προφητείες, ότι ο Μεσσίας θα προήρχετο από την γενεά του Δαβίδ. Εμείς, σαν ορθόδοξοι χριστιανοί, αυτό το πράγμα το γνωρίζουμε; Ότι δηλαδή ο Κύριός μας ως άνθρωπος προέρχεται απ’ το γένος του Δαβίδ; Γι’ αυτό και επομένως ονομάζει τον Κύριον «Υιό Δαβίδ». Πιστεύει ότι είναι ο Μεσσίας, ο Βασιλεύς του κόσμου, ο Βασιλεύς του Ισραήλ.
Το «ελέησόν με» εκφράζει και κάτι άλλο. Ότι πίστευε ότι ο Χριστός είχε κάτι παραπάνω απ’ αυτό που είχαν όλοι οι συνηθισμένοι άνθρωποι εκείνης της εποχής, Γραμματείς και Φαρισαίοι, οι άρχοντες και Αρχιερείς του λαού. Δεν ήταν απλώς ένας άνθρωπος. Είχε γνωρίσματα, αλλά τα γνωρίσματα αυτά ήταν θεϊκά. Γι’ αυτό και φώναζε με πολύ δυνατή πίστη προς τον Θεάνθρωπον Χριστόν, «Υιέ Δαβίδ, Ιησού Υιέ Δαβίδ». Με τέτοια πίστη μας διδάσκει ο τυφλός, εμείς την έχουμε;
Εμείς έχουμε μια τέτοια πίστη που πρέπει να βλέπομε μόνον τα αόρατα και όχι τα ορατά, να βλέπομε τα πνευματικά και όχι τα υλικά, να βλέπουμε τα ουράνια και όχι τα επίγεια, τα θεία και τα απρόσιτα και όχι τα φθαρτά, που στο κάτω – κάτω θα τα αφήσομε όλα εδώ, και γυμνοί θα απέλθομε από τούτο τον κόσμον. Αν ακούσουμε τον σκληρό λόγο του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, πιθανόν να απογοητευτούμε αλλά αυτή είναι η αλήθεια, θα την πούμε λίγο πιο κάτω.
«Τι θέλεις να σου κάμω», του λέει ο Κύριος. «Να αναβλέψω, θέλω το φώς μου, τι να θέλω, τι να θέλει ένας τυφλός;» Τι να θέλει, να θέλει ψωμί, πρώτα το ψωμί, να θέλει την ανάπαυση του κορμιού του, να θέλει πέντε δραχμές στη χούφτα του; Το κυριότερο πράγμα που ζητά είναι το φώς του. Ο Κύριος ερώτησε τον τυφλόν τι θέλει, αγνοούσε δηλαδή, δεν ήξερε τι θέλει ο τυφλός; Ασφαλώς ο Κύριος γνώριζε τα πάντα. Αλλά έκαμε την ερώτηση αυτή, όχι γιατί δεν εγνώριζε τι θέλει ο τυφλός του Ευαγγελίου, αλλά διά να το καταλάβουν αυτό το πράγμα και τα πλήθη. Για να μην πιστέψουν ότι ο τυφλός εκείνη τη στιγμή ζητούσε χρηματική βοήθεια, και υλική συμπαράσταση, αλλά ότι ζητούσε το φώς του. Ήθελε ο Κύριος λοιπόν να το κάμει αυτό γνωστό. Ότι ο τυφλός ζητούσε κάτι το υπερφυσικό. Κάτι το ανυπέρβλητο: Τυφλός να δει το φώς!
Υπάρχει όμως και κάτι άλλο για το οποίον ο Κύριος εγνώριζε τι ζητάει ο τυφλός. Το εγνώριζε, όπως γνωρίζει και τις καρδιές όλων μας. Εδώ, εδώ, ολονών τις καρδιές, τώρα τι έχετε μέσα σας, και τι έχω μέσα μου τα γνωρίζει. Εάν αυτά που έχουμε μέσα μας, είναι αιτήματα ευλογημένα, το γνωρίζει. Αλλά θέλει να Του το φωνάζουμε! Γι’ αυτό του είπε, «τι θέλεις, τι θέλεις να σου κάμω;»
«Να δω το φώς μου», είπε. «Να δω το φώς μου. Το φώς της ημέρας, το φώς του ηλίου. Αυτό να δω ήθελα!» Αυτό το φως όμως, το φως της ψυχής, γιατί υπάρχει και φως της ψυχής, υπάρχει και ο φωτισμός του νου, υπάρχει και ο φωτισμός της καρδιάς, υπάρχει και ο φωτισμός του όλου ανθρώπου. Άραγε εμείς οι Νεοέλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί, το ζητάμε;
Ξέρετε, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, στην εποχή που εθεωρείτο η Εκκλησία μας ότι ευρίσκετο στον χρυσόν αιώνα της, τότε που η Κωνσταντινούπολις τον τέταρτον μετά Χριστόν αιώνα, απαριθμούσε περισσότερο από τριακόσιες χιλιάδες κατοίκους, ξέρετε τι είπε σε ένα βραδινό του κήρυγμα ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος; Ότι πόσοι είναι αυτοί οι οποίοι θα σωθούνε; Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ήταν συνηθισμένος να κρίνει. Ήταν ο μεγάλος διδάσκαλος που ήξερε και να ζυγίζει. Και να ζυγίζει τους πάντες, μικρούς και μεγάλους, μορφωμένους και αγραμμάτους, άρχοντας και αρχομένους, ακόμα βασιλείς και αυτοκράτορας, κληρικούς και λαϊκούς, αρχιερείς και μοναχούς, όλο τον κόσμο. Τους περνούσε από το ζύγι του Ευαγγελίου. Δεν άφηνε κανέναν που να μην τον κρίνει εκείνος. Ο Θεός βέβαια έκρινεν αυτόν.
Εμείς λοιπόν, οι λεγόμενοι Νεοέλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί, επειδή τώρα καταργήθηκε από την ταυτότητα, θα λέμε λοιπόν τώρα ότι ο Χριστιανισμός μας είναι μόνο στο δέρμα μας. Και από μέσα η καρδιά μας είναι ειδωλολατρική. Λατρεύομε τα είδωλα, και το βλέπετε, παρακολουθείστε τη ζωή σας, και τη ζωή μας πώς είναι, και θα διαπιστώσουμε, με κάθε τρόπο ότι κλίνουμε όλοι μας λίγο πολύ προς την ειδωλολατρία. Το πνεύμα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου εταράζετο, για αυτήν την κατάσταση που βασίλευε τότε στην βασιλεύουσα, στην Κωνσταντινούπολη. Και γι’ αυτή την κατάσταση που βασιλεύει σήμερα στην πατρίδα μας αλλά και σε ολόκληρον τον λεγόμενον χριστιανικόν κόσμον. Ανέβηκε μια μέρα λοιπόν στον άμβωνα, άνοιξε το στόμα του και απ’ το στόμα του βγήκε φωτιά.
Παρουσιάζοντας κατά πρώτον λόγον την ζωήν των πρώτων χριστιανών, που την συνέκρινε με την ζωή των τότε του τετάρτου αιώνος, του χρυσού αιώνος της Εκκλησίας, την ζωήν των χριστιανών. Ε ρε που να βρισκόταν και σήμερα. Έπειτα κάλεσε τους χριστιανούς της Κωνσταντινουπόλεως να συγκρίνουν αυτή τη ζωή. Και εκσφενδονίζει ένα ερώτημα το οποίο θα σας το διαβάσω εν μεταφράσει. Πόσοι νομίζετε ότι είναι σε ολόκληρη την πόλη αυτήν όπου κατοικούμε οι σωζόμενοι; Οι πραγματικοί χριστιανοί πόσοι είναι; Εκείνοι που αξίζουν σωτηρίας πόσοι είναι;
Θα σας το πω αλλά θα σας φανεί πολύ βαρύ. Αλλά είμαι υποχρεωμένος να το πω. Λοιπόν από τις τριακόσιες και πλέον χιλιάδες των χριστιανών, θα είναι οι σωζόμενοι μόλις και μετά βίας εκατό. Αλλά και δια τον αριθμόν αυτόν, φοβούμαι ότι δεν είναι αυτός, δεν είμαι βέβαιος ότι είναι αυτός. Μήπως είστε και ολιγότεροι; (ερώτηση).
Και φαίνεται λοιπόν ότι όλοι οι ακροαταί εκείνο το βράδυ που κρέμονταν κυριολεκτικώς από τα χείλη του, γι’ αυτό ονομάστηκε και Χρυσόστομος, ανησύχησαν, δε δίστασε εκείνος να σύρει το παραπέτασμα, για να παρουσιάσει όλη την κοινωνική διαφθορά, και να κάμει τα αποκαλυπτήρια των καρδιών,και της συμπεριφοράς των νέων και των γέρων, των γυναικών και των ανδρών,όπως τα λέει εδώ, των αρχομένων και των αρχόντων, των κληρικών όλων των βαθμών, και των λαϊκών, των μοναχών και των μοναζουσών, ότι οι συνειδητοί χριστιανοί που αισθάνονται και ζουν, τον Χριστό μέσα στην καρδιά τους, είναι λίγοι, είναι σπάνιοι. Λίγοι βρίσκουν την οδόν της σωτηρίας, λίγοι. Μόλις και μετά βίας το εκατό στους τριακόσιους τόσους χιλιάδες, γίνεται μόλις και μετά βίας τρία τα εκατό. Δηλαδή αν εκείνη την εποχή ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος εβεβαίωσε ότι από τους τότε χριστιανούς, που η ζωή τους ήταν πολύ διαφορετική από την δική μας, εκείνος βεβαίωνε ότι θα εσώζοντο μόλις και μετά βίας τρία τα εκατό, από τη σημερινή νέο-ορθόδοξη Ελλάδα, πόσοι θα σωθούν;
Τρία τα εκατό; Δύο τα εκατό; Ένα τα εκατό, ή μήπως ένας στους χίλιους; Για σκεφτείτε το λιγάκι… Τα κράτη που ακόμα ονομάζονται χριστιανικά, ζουν αντιχριστιανική ζωή. Τα μέσα ενημερώσεως που είναι πολλά, βλέπομε μέσα από αυτά εφημερίδες, περιοδικά, τηλεοράσεις και τα λοιπά, εδώ μου’πε χριστιανός ότι είχε βάλλει ένα «ταψί» λέει, και μπορούσε και έπιανε δύο χιλιάδες κανάλια! Και τρόμαξε! Δύο χιλιάδες κανάλια, που να το φανταστώ, όλου του κόσμου τα κανάλια φαίνεται έπιανε, και καθόταν και έκανε κάθε βράδυ αγρυπνία! Επί οκτώ ώρες! Πιάνοντας δυο χιλιάδες κανάλια, για να βλέπει ΟΛΗ τη βρωμιά, που έχει να παρουσιάσει αυτός ο κόσμος ο δυστυχής, που καταρρέει στην καταστροφή και μαζί με το ξερό θα καεί και το χλωρό.
Μη νομίζετε ότι η αυριανή ημέρα θα είναι καλύτερη από τη σημερινή. Θάναι χειρότερη! Γι’ αυτό κοιτάξτε να έχετε μετάνοια, να φωνάζετε σαν τον τυφλό, «Ιησού μου ελέησέ με, έχω ανάγκη να σωθώ, πνίγομαι, χάνομαι, πάω στην Κόλαση» Ποιος είσαι άνθρωπε, ποιος σε βεβαιώνει ότι το βράδυ που θα κοιμηθείς, το πρωί θα ξυπνήσεις; Κάνεις όνειρα, αλλά είναι μόνο για μια νύχτα, κι είναι όνειρα. Μπορεί να μην πραγματοποιηθούν το πρωί. Σε μια πόλη, Πεντάπολη, πέντε πόλεις ήταν τα Σόδομα και τα Γόμορα, πέντε πόλεις, πόσοι σώθηκαν; Ο Λώτ, και οι δυο θυγατέρες του. Τρείς, μόνον τρείς. Η γυναίκα του γύρισε στην αμαρτία και έγινε στήλη άλατος.
Και όταν καταστρέφονταν, παγκόσμια όλος ο κόσμος, απ’ τον παγκόσμιο εκείνον κατακλυσμόν επί της εποχής του Νώε, πόσοι για σκεφτείτε τότε, εκατομμύρια πρέπει νάταν ο κόσμος, πόσοι σώθηκαν απ’ αυτά τα πολλά εκατομμύρια; Οκτώ! Μόνον η οικογένεια του Νώε! Αν γίνει ένας καινούργιος κατακλυσμός, πόσοι από μας θα σωθούν; Γι’ αυτό λοιπόν παρακαλώ πολύ μα πάρα πολύ την αγάπη σας, να καλλιεργείσθε ένα διαρκές πνεύμα μετανοίας και συντριβής, με το μυαλό σας και με την καρδιά σας, να ανέβετε ψηλά στον ουρανό με την προσευχή, και να πάρετε μια σάλπιγγα σαν τις σάλπιγγες που έχει η αποκάλυψις, και να τη βάλετε στο στόμα σας και να σαλπίστε. Ψυχή μου μετανόησον, πρώτα στη δική σου ψυχή. Στη δική μου ψυχή να φωνάξει η δική μου σάλπιγγα, κι ύστερα να διαλαλήσω «μετανοήστε και σεις που είστε μέσα στο σπίτι μου, στην οικογένειά μου, σύζυγοι και παιδιά, γονείς και αδέλφια», κι ύστερα να σαλπίσομε για να ακούσει αυτή την σάλπιγγα της μετανοίας και η κοινωνία που μας περιβάλλει. Ξυπνήστε, χανόμαστε! Και κρίμα που είστε τόσοι λίγοι.
Άραγε θα σωθούμε; Το εύχομαι! Με όλη μου τη καρδιά, και σεις να το εύχεστε σε μένα, όλοι μας να σωθούμε αν αύριο ή μέχρι το βράδυ έρθει ένας κατακλυσμός, και μας πάρει όλους, ή ένας σεισμός ή μία πυρηνική βόμβα ή δεν ξέρω τι άλλο είδος καταστροφή θα επέλθει στις ημέρες που ακολουθούν. Λοιπόν, πίστη σαν τον τυφλό και ΜΕΤΑΝΟΙΑ, σαν το κήρυγμα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Αυτό χρειαζόμαστε όλοι μας. Αμήν. *Απομαγνητοφωνημένα (και ηχητικά) κηρύγματα του Πρωτοπρεσβυτέρου π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου. *Εκ του ιστολογίου «Κηρύγματα» της 17.1.2016. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)








