ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 4 Ιουνίου 2025

ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΑ: Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΝΘΥΜΗΣΗ ΤΩΝ ΚΕΚΟΙΜΗΜΕΝΩΝ

 


Ψυχοσσάβατο είναι η κοινή ονομασία του Σαββάτου πριν από την Κυριακή των Απόκρεω και του Σαββάτου πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής. Αν και όλα τα Σάββατα του έτους είναι αφιερωμένα στις ψυχές των χριστιανών, που έχουν αποβιώσει ανά τους αιώνες, με την ελπίδα της ανάστασής τους κατά τη Δευτέρα Παρουσία, σύμφωνα με τις Γραφές, η Εκκλησία τιμά και ειδικά τη μνήμη τους το Ψυχοσάββατο. Τα δύο Ψυχοσάββατα τιμώνται από τους πιστούς με μνημόσυνα στις εκκλησίες, τρισάγια στους τάφους των προσφιλών τους προσώπων, μοίρασμα κόλλυβων και ελεημοσύνες στους φτωχούς ενώ το έθιμο απαγορεύει την εργασία. Τι κάνουμε και τι όχι το Ψυχοσάββατο - Πώς τιμούμε τους νεκρούς. Το Ψυχοσάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω έχει το εξής νόημα: Η επόμενη ημέρα είναι αφιερωμένη στη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, εκείνη τη φοβερή ημέρα κατά την οποία όλοι θα σταθούμε μπροστά στο θρόνο του μεγάλου Κριτή. Για το λόγο αυτό με το Μνημόσυνο των κεκοιμημένων ζητούμε από τον Κύριο να γίνει ίλεως και να δείξει τη συμπάθεια και τη μακροθυμία του, όχι μόνο σε μας αλλά και στους προαπελθόντας αδελφούς, και όλους μαζί να μας κατατάξει μεταξύ των υιών της Επουράνιας Βασιλείας Του. Το Ψυχοσάββατο της Πεντηκοστής λέγεται και του Ρουσαλιού, επειδή έλκει την καταγωγή του από τη ρωμαϊκή γιορτή των Ρουσαλίων ή Ροζαλίων. Είναι η ημέρα, που σύμφωνα με τη λαϊκή δοξασία, οι ψυχές επιστρέφουν στον Κάτω Κόσμο, αφού κατά τη διάρκεια της πασχαλινής περιόδου κυκλοφορούσαν ελεύθερα πάνω στη γη. Τη θλίψη των ψυχών, αλλά και των οικείων τους, εκφράζει το δίστιχο: Όλα τα Σάββατα να παν, να παν και να γυρίσουν Το Σάββατο του Ρουσαλιού να πάει, να μην γυρίσει. Κατά τα δύο μεγάλα Ψυχοσάββατα η Εκκλησία μας καλεί σε μία παγκόσμια ανάμνηση «πάντων των απ’ αιώνος κοιμηθέντων ευσεβώς επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου». Μνημονεύει: Όλους εκείνους που υπέστησαν «άωρον θάνατον», σε ξένη γη και χώρα, σε στεριά και σε θάλασσα. Εκείνους που πέθαναν από λοιμική ασθένεια, σε πολέμους, σε παγετούς, σε σεισμούς και θεομηνίες. Όσους κάηκαν ή χάθηκαν. Εκείνους που ήταν φτωχοί και άποροι και δεν φρόντισε κανείς να τούς τιμήσει με τις ανάλογες Ακολουθίες και τα Μνημόσυνα.



ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩ - ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ


ΤΙ ΟΝΟΜΑΖΟΥΜΕ ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ


ΤΟ ΔΙΑ ΤΩΝ ΚΟΛΛΥΒΩΝ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΤΗΡΩΝΟΣ


ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΡΙΩΔΙΟΥ: ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ


ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ Α' ΘΕΣ. Δ' 13-17. Γ' 24-30


ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ


ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ


ΣΤΕΡΓΙΟΥ ΣΑΚΚΟΥ: ΤΑ ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΑ


ΤΑ ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΑ: ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ, ΠΟΤΕ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΤΕΛΟΥΝΤΑΙ;


ΠΟΣΑ ΚΑΙ ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΑ;


ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ: Η ΑΛΛΗ ΑΝΑΜΟΝΗ


ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΑΥΤΟ;


ΠΟΣΑ ΚΑΙ ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΑ;




Ψυχοσάββατα στην εκκλησιαστική μας παράδοση υπάρχουν δύο. Το ένα είναι το Σάββατο προ των Απόκρεω και το δεύτερο, το Σάββατο προ της Πεντηκοστής.


Επίσης στη Βόρειο Ελλάδα υπάρχει κι ένα τρίτο καθιερωμένο ως Ψυχοσάββατο που πιθανόν έχει να κάμει με τους εορτασμούς του πολιούχου της πόλεως Θεσσαλονίκης, Αγίου Δημητρίου.


Στη λειτουργική μας Παράδοση έχουμε εκτός της Μεγάλης Εβδομάδας του Κυρίου μας κι άλλες εβδομάδες, ή άλλους κύκλους μεγάλων εορτών που τείνουν να μοιάσουν προς τη Μεγάλη Εβδομάδα του Πάσχα.


Αυτή είναι μία μιμητική καλή πράξη που άρχισε πολύ παλαιά και είναι θα λέγαμε η γενεσιουργός μητέρα όλων των άλλων μεγάλων εορτών, σε υμνογραφία και νηστεία. Έτσι της εορτής του Αγίου Δημητρίου προηγείται Μεγάλη Εβδομάδα που καθιερώθηκε τελευταίως ανελλιπώς, κάθε χρόνο στην αγιοτόκο Θεσσαλονίκη, προνοία του οικείου Παναγιωτάτου Μητροπολίτου.


Το Σάββατο που προηγείται της Εβδομάδας του Αγίου Δημητρίου, υπάρχει ως τρίτο Ψυχοσάββατο για το οποίο κάναμε λόγο παραπάνω. Επίσης εκτός των παραπάνω ψυχοσαββάτων σε ορισμένα μέρη, κυρίως στην κεντρική Ελλάδα και σ' αυτή την πρωτεύουσα των Αθηνών συνηθίζονται και άλλα δύο Σάββατα να αφιερώνονται στους κεκοιμημένους, αποκαλούμενα κι αυτά ως Ψυχοσάββατα.


Αυτά είναι το Σάββατο μετά το Ψυχοσάββατο της Απόκρεω δηλ. το Σάββατο της Τυρινής κι επίσης το αμέσως επόμενο Σάββατο της πρώτης εβδομάδος των Νηστειών, το λεγόμενο Ψυχοσάββατο των Αγίων Θεοδώρων.


Το πρώτο Ψυχοσάββατο. το μετά την Κυριακή του Ασώτου Σάββατον λέγεται «Σάββατον των ψυχών» ή «Ψυχοσάββατον», διότι κατ' αυτό η αγία μας Εκκλησία τελεί μνημόσυνα υπέρ πάντων των κεκοιμημένων. Σχετικά αναφέρει το εκκλησιαστικόν βιβλίον που λέγεται Τριώδιον:


«Εξ αυτών των Αποστολικών Διαταγών εν βιβλίω1, έλαβεν η του Χριστού Εκκλησία την συνήθειαν του επιτελείν τα λεγόμενα τρίτα και ένατα και τεσσαρακοστά και λοιπά μνημόσυνα των κεκοιμημένων. Επειδή δε πολλοί κατά καιρούς απέθανον άωρα ή εις ξενιτείαν, ή εις θάλασσαν, ή εις όρη και κρημνούς, ίσως δε και πένητες όντες ουκ ηξιώθησαν των διατεταγμένων μνημοσυνών. διά τούτο φιλανθρώπως οι θείοι Πατέρες κινούμενοι, εθέσπισαν σήμερον μνημόσυνον κοινόν πάντων των απ' αιώνος ευσεβώς τελευτησάντων χριστιανών, ίνα και όσοι των μερικών μνημοσυνών ουκ έτυχον συμπεριλαμβάνωνται εις το κοινόν τούτο κακείνοι.


Προς τούτοις, επειδή αύριον ποιούμεν την ανάμνησιν της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού, και επειδή οι κεκοιμημένοι ουδέ εκρίθησαν, ουδέ έλαβον έτι την τελείαν αντάμειψιν2 ευκαίρως ακαίρως μνημονεύει σήμερον των ψυχών η Εκκλησία και, εις το άπειρον έλεος του Θεού θαρρούσα, δέεται ίνα ελεήση τους αμαρτωλούς. Ότι δε απάντων κοινώς των τεθνεώτων η μνήμη ενθυμίζει τον κοινόν θάνατον και εις ημάς εν καιρώ αρμοδίω και διεγείρει προς μετάνοιαν, τούτο έστι τρίτον αίτιον του παρόντος μνημόσυνου». τα ίδια γράφει το Ωρολόγιον και για το Ψυχοσάββατον της Πεντηκοστής.


Το δεύτερο Ψυχοσάββατον είναι έτήσιον μνημόσυνον υπέρ των ψυχών των κεκοιμημένων και η Εκκλησία μας το τελεί εννέα ημέρες μετά την Ανάληψη του Σωτήρος Χριστού, δηλ. το Σάββατο προ της Πεντηκοστής του Πάσχα. «Κατά την ημέραν ταύτην μνήμην ποιείται η Εκκλησία πάντων των από Αδάμ ευσεβώς κοιμηθέντων, δέεται υπέρ αυτών και αιτείται παρά Χριστού του θεού του αναληφθέντος εις τους ουρανούς και εν δεξί καθεσθέντος του Πατρός, όπως εν ώρα της κρίσεως απολογίαν αγαθήν δώσωσιν αυτώ τω πάσαν κρίνοντι την γην, τύχωσι της εκ δεξιών αυτού παραστάσεως εν χαρά, εν μερίδι δικαίων και εν κλήρω φωτεινώ αγίων και γίνωσιν άξιοι της ουρανίου βασιλείας κληρονόμοι» 3.


Ο άγιος Νεκτάριος σημειώνει σχετικώς4 «Η Εκκλησία δεομένη υπέρ όλων αυτών που κοιμήθηκαν ευσεβώς, από Αδάμ μέχρι σήμερα, εύχεται όχι μόνο βέβαια υπέρ των χριστιανών διότι κανείς χριστιανός δεν υπήρχε από Αδάμ μέχρι του Χρίστου, αλλά δέεται για κάθε ψυχή ολοκλήρου του ανθρωπίνου γένους που έζησε ενάρετα, είτε σύμφωνα με το νόμο, είτε εν ακροβυστία εύχεται (ενν. Η Εκκλησία) στα τροπάρια, ώστε κάθε άνθρωπος που διέπραξε σωστά τα του βίου και προς τον Θεό μετέστη, να τον αξιώσει ο Θεός της ουρανίου Βασιλείας Του».


«Διά της παρούσης διατεταγμένης ακολουθίας υπέρ των ευσεβώς κοιμηθέντων, η Εκκλησία διακηρύττει ότι οι τελειωθέντες ενάρετοι άνδρες από Αδάμ μέχρι Χριστού, είναι άξιοι του θείου ελέους και παρακαλεί το Θεό γι' αυτούς, ώστε να τους δώσει κατά την ημέρα της κρίσεως «ευπρόσδεκτον απολογίαν».


Το φρόνημα αυτό της Εκκλησίας, το όποιο γνωρίζουμε από τους αποστολικούς χρόνους, είναι πολύ ορθό και δίκαιο διότι, αφού ο Κύριος ήλθε για να σώσει τον κόσμο, συνεπάγεται ότι επρόκειτο να σώσει κι όλους, όσους πέρασαν το βίο τους ενάρετα προ της ελεύσεως αυτού (ενν. του Χριστού)• διότι η έλλειψις αρετής στον κόσμο δεν προκάλεσε την ανάγκη της ενσάρκου οικονομίας του Υιού του Θεού, αλλά η έλλειψις της αγαθής σχέσεως προς το Θεό και το μεσότοιχο της έχθρας που αποτελούσε διαχωριστικό μεταξύ Θεού και ανθρώπου και το οποίο ο Υιός του Θεού ήλθε να γκρεμίσει. Αιτία λοιπόν της ελεύσεως του Υιού του Θεού στη γη ήταν η συμφιλίωσις του Θεού με τον άνθρωπο κι όχι η έλλειψις αρετής...».


Ο ίδιος ο άγιος Νεκτάριος για το δεύτερο Ψυχοσάββατο αναφέρει5: «Η ακολουθία των κεκοιμημένων τοποθετήθηκε πολύ κατάλληλα, μετά την Ανάληψη του Σωτήρος, διότι δι’ αυτής ο Κύριος ανερχόμενος στους κόλπους του Πατρός κι αφού έλαβε κάθε εξουσία στον ουρανό και στη γη, έγινε Κύριος και των ζώντων και των νεκρών. Η Εκκλησία λοιπόν θέλοντας αφ' ενός μεν να ομολογήσει τον Ιησού Χριστό ζώντων και νεκρών εξουσιαστή, αφ' ετέρου δε (θέλοντας ενν.) να ανακηρύξει την πίστη της στη δευτέρα Παρουσία, συνέταξε την ακολουθία υπέρ των κεκοιμημένων».


1 ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΓΕΣ, Βιβλ. Η', κεφ. 42, ΒΕΠ, τ. 2, σ. 169. 2 Πραξ. 17,31-2 Πετρ. 2, 9, Εβρ. 11, 30-40. 3 ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ, σ. 108-109. 4 ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ, σ. 109, Πρωτ. Κείμενο: «Η Εκκλησία δεομένη υπέρ πάντων των από Αδάμ μέχρι σήμερον ευσεβώς κοιμηθέντων εύχεται ουχί βεβαίως μόνον υπέρ Χριστιανών διότι ουδείς χριστιανός από Αδάμ μέχρι Χριστού, αλλ' υπέρ πάσης ψυχής παντός γένους βροτών εναρέτως βιωσάσης, είτε εν νόμω, είτε εν ακροβυστία εύχεται δ' εν τοις τροπαρίοις ίνα «άπαντα άνθρωπον τα του βίου λειτουργήσαντα πιστώς και προς Θεόν μεταστάντα πολυειδώς και πολυτρόπως ο Θεός αξιώση της ουρανίου βασιλείας αυτού». 


«Διά της τοιαύτης υπέρ των ευσεβώς κοιμηθέντων διαταχθείσης ακολουθίας η Εκκλησία κηρύττει ότι οι από Αδάμ μέχρι Χριστού τελειωθέντες ενάρετοι άνδρες εισίν άξιοι του θείου ελέους και δέεται του Θεού υπέρ αυτών, όπως δώση αυτοίς εν τη ημέρα της κρίσεως ευσπρόσδεκτον απολογίαν.


Το φρόνημα τούτο της Εκκλησίας, όπερ από των αποστολικών χρόνων γινώσκομεν, είναι λίαν ορθόν και δίκαιον διότι, αφού ο Κύριος ημών ήλθεν ίνα σώση τον κόσμον, έπεται ότι έμελλε να σώση και πάντας τους εναρέτως διαβιώσαντας προ της αφίξεως αυτού, διότι ουχί η έλλειψις αρετής εν τω κόσμω προκάλεσε την ανάγκην της ενσάρκου οικονομίας του Υιού του Θεού, αλλ' η έλλειψις της προς τον Θεόν φιλίας και το μεσότοιχον της έχθρας το διαχωρίζον Θεόν και άνθρωπον και όπερ ο Υιός του Θεού ήλθε να καθέλη. Λόγος λοιπόν της αφίξεως του Υιού του Θεού ήτο η συμφιλίωσις του Θεού μετά του ανθρώπου και ουχί η ελλειψις αρετής...».


5 ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ, σ. 111, Πρωτ. Κείμενο: «Η ακολουθία των κεκοιμημένων ετέθη λίαν καταλλήλως μετά τον χρόνον της Αναλήψεως του Σωτηρος, διότι διά ταύτης γενόμενος ο Κύριος εν τοις κόλποις του Πατρός και λαβών πάσαν έξουσίαν εν ουρανώ και επί γης, εγένετο ζώντων και τεθνεώτων Δεσπότης• η Εκκλησία λοιπόν ένθεν μεν θέλοντα να ομολογήση τον Ιησούν Χριστόν ζώντων τε και νεκρών εξουσιαστήν, ένθεν δε να ανακηρύξη την πίστιν αυτής εις την δευτέραν παρουσίαν, την υπέρ των κεκοιμημένων ακολουθίαν συνέταξεν». *Εκ του ιστολογίου <<Ορθόδοξοι Ιεραπόστολοι>>. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ Α' ΘΕΣ. Δ' 13-17. Γ' 24-30




Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου
του Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου:
«Ο ΣΩΣΤΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ»,
Μετάφραση - Επιμέλεια Πέτρου Μπότση,  1η έκδοση, Αθήνα 1989, σελ 67-68.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»



Ο σωστικός χώρος της εκκλησίας (καθημερινές σκέψεις και σχόλια στα ευαγγελικά και αποστολικά αναγνώσματα για τις 365 μέρες του χρόνου) είναι ένα θαυμάσιο βιβλίο που περιέχει το καθημερινό σχόλιο του οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου για κάθε μέρα του έτους.
Η χρονιά που κυκλοφόρησε το βιβλίο αυτό, είχε προγραμματιστεί ώστε το κείμενο να ενταχθεί στη δομή του Ημερολογίου της Εκκλησίας εκείνου του έτους.
Καθώς κάθε χρόνο η ύλη δομείται διαφορετικά, λόγω της κινητής εορτής του Πάσχα, ο όσιος συγγραφέας συνιστά στον αναγνώστη να καταφεύγει για τα Γραφικά αναγνώσματα στον πασχάλιο κύκλο κάθε χρόνου.
Έτσι μπορεί να προσανατολιστεί καλύτερα παρακολουθώντας το ορθόδοξο ημερολόγιο, για να διαπιστώσει ποια Κυριακή μετά την Πεντηκοστή διανύουμε και να καταφεύγει στην αντίστοιχη εβδομάδα του έτους, για να βρει το σχόλιο της ημέρας.
Σκοπός του Οσίου ήταν πάντα να παρέχει υγιή τροφή στην ψυχή. Θεωρώντας τα λόγια του σε καθημερινή βάση, ο αναγνώστης δέχεται διαρκή ενθάρρυνση για ν' αγωνίζεται με επιμέλεια ώστε ν' απορρίψει την απιστία και την αμαρτία, ν' αναπτύξει την πίστη και την αρετή και να πλησιάσει περισσότερο τον Κύριο και Σωτήρα μας.
(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)


Τώρα η Αγία μας Εκκλησία προκαλεί την προσοχή μας πέρα από τα σύνορα της παρούσας ζωής, στους πατέρες και στους αδερφούς μας που αναχώρησαν απ' αυτόν τον κόσμο. Με το να μας υπενθυμίζει την κατάστασή τους (κάτι που δε θα την αποφύγουμε κι εμείς) η Εκκλησία ελπίζει πως θα μας προετοιμάσει για να περάσουμε την εβδομάδα της Τυρινής κατάλληλα, όπως και τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή που ακολουθεί. Ας ακούσουμε τη μητέρα μας Εκκλησία' και μνημονεύοντας τους πατέρες και τους αδερφούς μας, ας φροντίσουμε κι εμείς να προετοιμαστούμε για το πέρασμά μας στην άλλη ζωή. Ας θυμηθούμε τις αμαρτίες μας κι ας μετανοήσουμε γι' αυτές για το πέρασμά μας στην άλλη ζωή, ας αποφασίσουμε στο μέλλον να φυλαχτούμε αγνοί από οποιαδήποτε παράβαση και ακαθαρσία. Στη βασιλεία του Θεού δε θα μπει κανένας ακάθαρτος' και στην κρίση δε θα δικαιωθεί κανένας μιαρός. Μετά το θάνατο μη περιμένεις κάθαρση. Θα μείνεις όπως ήσουν κατά την έξοδό σου από αυτόν τον κόσμο. Την κάθαρσή σου θα την κάνεις εδώ. Ας κάνουμε γρήγορα, γιατί κανένας δεν μπορεί να προβλέψει πόσο θα ζήσει. Το νήμα της ζωής μας μπορεί να κοπεί την ίδια στιγμή που μιλάμε. Πώς θα παρουσιαστούμε μιαροί στον άλλο κόσμο; Με τι μάτια θ' ατενίσουμε τους πατέρες και τους αδερφούς μας που θα μας προϋπαντήσουν. Πώς θ' απαντήσουμε στις ερωτήσεις τους; «Τί είναι αυτό το κακό που σε βρήκε»«Τί συμβαίνει»; Πόση ντροπή θα μας καλύψει τότε! Ας κάνουμε γρήγορα να διορθώσουμε κάθε αταξία μας, να εμφανιστούμε στον άλλο κόσμο τουλάχιστο σε ανεκτή και υποφερτή κατάσταση.



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου
του Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου:
«Ο ΣΩΣΤΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ»,
Μετάφραση - Επιμέλεια Πέτρου Μπότση, 1η έκδοση, Αθήνα 1989, σελ 67-68.


ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ: Η ΑΛΛΗ ΑΝΑΜΟΝΗ




Άλλη μια κορυφαία ημέρα ξεπροβάλλει σιωπηλά, ταπεινά και με γνήσια βεβαιότητα τη χαρμολύπη της, για ν᾽ανταμώσει με τη δικιά μας τη συγκίνηση. Γιατί η σημερινή η μέρα, η μέρα του Ψυχοσάββατου, έχει, για όσους συνειδητά προσέχουν τα όσα ξετυλίγονται από το κουβάρι του πανίερου Τριωδίου, όλη εκείνη τη δυνατότητα, ώστε να μπορέσει ο κάθε πιστός να υπερβεί το Μυστήριο του θανάτου, καθώς γεύεται, πιστοποιεί και κατανοεί το άλλο Μυστήριο:


της Εκκλησίας, που ως άλλη, μεγάλη συντροφιά και κοινωνία επειχειρεί ν᾽αναστρέψει τα πράγματα και να δώσει στη σημερινή ημέρα χαρακτήρα χαρμολύπης, παραμυθίας και αναμονής. Γιατί τι άλλο περιμένει ο πιστός να γευτεί την ώρα εκείνη της προσευχής, που αποκαλείται Τρισάγιο ή Μνημόσυνο για τους Κεκοιμημένους, παρά μονάχα την παρουσία των πρόσωπων, ως ικανή, ζωντανή παρουσία μεταξύ μας, όλων εκείνων που πέρασαν το μεγάλο το χαντάκι που μας χωρίζει με την αιωνιότητα. Γιατί τι άλλο σημαίνει το κάθε όνομα που διαβάζεται, που μνημονεύεται, που δέχεται τη μερίδα του στο Άγιο Δισκάριο την ώρα της Προσκομιδής/Ευχαριστίας, παρά μονάχα την σιωπηλή, ανομολόγητη, ωστόσο διαβεβαιωμένη μαρτυρία της θείας παρουσίας;


Σιωπηλοί, συγκινημένοι, ενεοί και πάντα προσεκτικοί αναμένουν οι πιστοί στο ν᾽αφουγκραστούν τα ονόματα των γονιών, των αδελφών, των συγγενών, των φίλων, των γειτόνων – ίσως κάποιοι και τα ονόματα εκείνων που τους πίκραναν η πικράθηκαν από εκείνους, όσο ζούσαν… Γιά να γίνει αυτή η αναμονή το εφαλτήριο με το οποίο η ψυχή, ο νούς, το είναι ολάκερο να μεταφερθεί σε άλλες ώρες βίου, σε στιγμές όπου εκείνοι, οι κεκοιμημένοι δηλαδή, πύκνωναν τις μέρες και φυσικά το χρόνο μας.


Γιατί, καθώς μνημονεύονται τα ονόματα, κι ακούγεται αυτό το ιερό και φωτεινό, μέσα στην πλημμύρα της κεροδοσιάς, προσκλητήριο, αυτόματα στο νού εικονίζονται σκηνές με Μορφές Κεκοιμημένων που στέκουν απέναντί σου και κοιτούν κι οι ίδιοι, με μια αναμονή περίεργη, ωστόσο οικεία και κατανυκτική, ν᾽αφουγκραστούν το όνομά τους, να δηλώσουν την παρουσία τους: έστω κι αν αυτή είναι ανάμεσα στους ίσκιους του γκρίζου πρωινού που σαλεύουν σε γωνιές μισοσκότεινες. Κι αυτή τους η αναμονή τίποτε άλλο δε δείχνει, παρά μονάχα πως περιμένουν κι εκείνοι την τιμή και το χρέος που έχουμε απέναντί τους, γιατί με αυτό το μνημόσυνο αναπαύονται.


Επειδή ξέρουν πως δεν τους λησμονούμε. Ακόμα κι αν έχουν περάσει χρόνια πολλά ή και αιώνες… Πάντα θυμόμαστε: τους από αρχής μέχρι σήμερον «πατέρας και αδελφούς, συγγενείς και φίλους, πάντας τους τα του βίου λειτουργήσαντας πιστώς», έστω κι αν τα ονόματά τους δεν πρόφτασαν να φτάσουν ίσαμε τις μέρες μας. Αρκεί που τα θυμάται, και μάλιστα δίχως λάθη, ο Θεός.  π. Κωνσταντίνου Καλλιανού. *Εκ του ιστολογίου  «Βήμα Ορθοδοξίας»  της 26.5.2018. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


ΣΥΝΑΞΑΡΙ ΤΡΙΩΔΙΟΥ: ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΩΝ ΨΥΧΩΝ




Συναξάρι Τριωδίου. Το Σάββατο αυτό οι θειότατοι πατέρες θέσπισαν να μνημονεύουμε όλους τους ευσεβώς κοιμηθέντες όλων των αιώνων. Επειδή πολλοί πέθαναν ξαφνικά και στην ξενιτιά και με κάθε είδους θάνατο, και πολλοί ήταν ίσως φτωχοί, και δεν αξιώθηκαν τις καθορισμένες ψαλμωδίες και τα μνημόσυνα, οι άγιοι πατέρες από φιλανθρωπία θέσπισαν, η Ορθόδοξη Καθολική Εκκλησία να κάνει μνημόσυνα κοινά για όλους, για να περιλαμβάνονται σε αυτά και όσοι για κάποιο λόγο δεν τους έγιναν τα συνηθισμένα μνημόσυνα. Αυτό το παρέλαβαν από τους ιερούς αποστόλους, διότι αυτά που γίνονται για τους κεκοιμημένους προξενούν σε αυτούς μεγάλη ωφέλεια.


Ένας δεύτερος λόγος είναι ότι, επειδή την επόμενη μέρα θα έβαζαν την Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, μνημονεύουν όπως αρμόζει και τις ψυχές, σαν να παρακαλούν κατά κάποιο τρόπο τον φοβερό και αλάνθαστο κριτή να δείξει σε αυτές τη συνηθισμένη συμπάθειά του και να τις κατατάξει στην τρυφή, που ο ίδιος υποσχέθηκε.


Και επιπλέον, επειδή την επόμενη Κυριακή οι άγιοι πατέρες θα βάλουν την εξορία του Αδάμ, σκέφτηκαν με την παρούσα κατάπαυση (το Σάββατο των ψυχών) να βάλουν κάποια κατάπαυση και κάποιο τέλος όλων των ανθρωπίνων, ώστε την επόμενη Κυριακή να αρχίσουν από την αρχή. Διότι το τελευταίο απ’ όλα τα σχετικά μ’ εμάς είναι η εξέταση των πράξεών μας από τον αδέκαστο κριτή.


Τη μνημόνευση των ψυχών την κάνουμε πάντοτε το Σάββατο, επειδή η λέξη Σάββατο στα εβραϊκά σημαίνει κατάπαυση. Καθώς λοιπόν οι πεθαμένοι κατέπαυσαν από τα βιοτικά και από όλα τα άλλα, γι’ αυτό και την ημέρα που σημαίνει κατάπαυση κάνουμε τις δεήσεις γι’ αυτούς. Και αυτό επικράτησε να γίνεται κάθε Σάββατο, αλλά κατά το σημερινό κάνουμε κοινό μνημόσυνο και παρακαλούμε τον Θεό για όλους τους ευσεβείς.


Διότι οι άγιοι πατέρες, επειδή γνωρίζουν ότι όσα γίνονται για τους κεκοιμημένους, μνημόσυνα και ελεημοσύνες και λειτουργίες, προξενούν σ’ αυτούς μεγάλη άνεση και ωφέλεια, παρακινούν την Εκκλησία να το κάνει αυτό και ατομικά και για όλους, όπως παρέλαβαν από τους αγίους αποστόλους, σύμφωνα με όσα λέει και ο Αρεοπαγίτης Διονύσιος. Το ότι οι ψυχές ωφελούνται απ’ όσα γίνονται γι’ αυτές φαίνεται και από πολλά άλλα, αλλά και από τη σχετική ιστορία του αγίου Μακαρίου.


Αυτός, καθώς περπατούσε στον δρόμο, βρήκε ένα ξερό κρανίο κάποιου ασεβή ειδωλολάτρη και το ρώτησε αν καμία φορά στον άδη αισθάνονται κάποια ανακούφιση. Και το κρανίο αποκρίθηκε: «Ναι, πάτερ, έχουμε μεγάλη ανακούφιση όταν προσεύχεσαι για τους κεκοιμημένους» –διότι ο άγιος το έκανε αυτό και παρακαλούσε τον Θεό να του αποκαλύψει αν ωφελούνται οι κεκοιμημένοι από τις προσευχές του. Επίσης ο Γρηγόριος ο Διάλογος με την προσευχή του έσωσε τον βασιλέα Τραϊανό, άκουσε όμως από τον Θεό να μην παρακαλέσει άλλη φορά για ασεβή.


Επιπλέον, κατά την Εκκλησιαστική Ιστορία, η βασίλισσα Θεοδώρα άρπαξε από τα βάσανα τον άνδρα της, τον εικονομάχο Θεόφιλο, με τις δεήσεις των αγίων και ομολογητών. Και ο Θεολόγος Γρηγόριος, στον επιτάφιο που εκφώνησε για τον αδελφό του Καισάριο, συνιστά τις ελεημοσύνες για τους κεκοιμημένους ως ωφέλιμες. Ο μέγας Χρυσόστομος στην προς Φιλιππησίους λέει τα εξής: «Ας σκεφτούμε με ποιον τρόπο θα ωφελήσουμε τους κεκοιμημένους, ας τους βοηθήσουμε όσο μπορούμε, εννοώ με τις ελεημοσύνες και τις προσφορές.


Γιατί αυτά που κάνουμε τους φέρνουν μεγάλη ωφέλεια και πολύ κέρδος. Και δεν νομοθετήθηκαν αυτά έτσι απλά και χωρίς λόγο, αλλά από τους πάνσοφους αποστόλους παραδόθηκε στην Εκκλησία του Θεού το να μνημονεύει ο ιερέας μπροστά στα φρικτά μυστήρια υπέρ των κεκοιμημένων». Λέει επίσης: «Στη διαθήκη σου μαζί με τα παιδιά και τους συγγενείς σου βάλε συγκληρονόμο και το όνομα του κριτή και θυμήσου και τους φτωχούς, και εγώ σου εγγυώμαι γι’ αυτά».


Και ο Μέγας Αθανάσιος λέει: «Και αν ακόμη εκείνος που πέθανε ευσεβής έγινε σκόνη, μην αποφεύγεις να ανάβεις στον τάφο του λάδι και κεριά, αφού παρακαλέσεις τον Χριστό, τον Θεό, γιατί αυτά είναι δεκτά από τον Θεό και προκαλούν μεγάλη αντίδοση». Μέχρι να φθάσει η Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, όσα γίνονται υπέρ των κεκοιμημένων προξενούν ωφέλεια, όπως λένε οι άγιοι πατέρες, και μάλιστα σε εκείνους που είχαν κάνει κάποια καλά όσο ζούσαν. Και αν η αγία Γραφή λέει κάποια πράγματα για να σωφρονίσει τους πολλούς (και έτσι πρέπει), όμως ως επί το πλείστον νικά η φιλανθρωπία του Θεού.


Πρέπει να ξέρουμε ότι εκεί όλοι θα γνωρίσουν ο ένας τον άλλο, και αυτούς που γνώριζαν και αυτούς που δεν τους είδαν ποτέ, όπως λέει ο ιερός Χρυσόστομος, στηρίζοντάς το στην παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου. Όχι όμως από το σωματικό σχήμα –γιατί όλοι θα έχουν μια ηλικία και τα φυσικά χαρακτηριστικά θα εξαλειφθούν– αλλά με το διορατικό βλέμμα της ψυχής, όπως λέει και ο Θεολόγος Γρηγόριος στον επιτάφιο για τον Καισάριο: «Τότε θα δω τον Καισάριο λαμπρό, δοξασμένο –όπως πολλές φορές μου φάνηκες στο όνειρο, πολυαγαπημένε μου αδελφέ».


Ο Μέγας Αθανάσιος στον λόγο υπέρ των κεκοιμημένων λέει ότι και μέχρι την κοινή ανάσταση οι άγιοι έχουν λάβει χάρισμα από τον Θεό να γνωρίζουν ο ένας τον άλλο και να χαίρονται μαζί, οι αμαρτωλοί όμως και από αυτό έχουν στερηθεί. Στους αγίους μάρτυρες επιπλέον δόθηκε το να βλέπουν από ψηλά αυτά που κάνουμε και να μας επισκέπτονται στις ανάγκες μας. Κατά την ημέρα όμως της Δευτέρας Παρουσίας όλοι θα γνωρίσουν ο ένας τον άλλο, όταν και τα κρυφά όλων θα φανερωθούν.


Πρέπει ακόμη να γνωρίζουμε ότι τώρα οι ψυχές των δικαίων βρίσκονται σε ορισμένους τόπους, και οι ψυχές των αμαρτωλών σε άλλο μέρος, και οι πρώτοι χαίρονται γιατί ελπίζουν, ενώ οι άλλοι λυπούνται γιατί περιμένουν τα δεινά. Διότι οι άγιοι δεν πήραν ακόμη την επαγγελία των αγαθών, όπως λέει ο θείος απόστολος, επειδή ο Θεός πρόβλεψε κάτι καλύτερο για μας, για να μην τελειωθούν εκείνοι χωρίς εμάς (Εβρ. 11:40).


Κάτι άλλο που πρέπει να ξέρουμε είναι ότι όλοι αυτοί που πέφτουν σε γκρεμό ή στη θάλασσα ή στη φωτιά ή χάνονται από τα λεγόμενα θανατικά ή από κρύο ή από πείνα, δεν το παθαίνουν αυτό από προσταγή του Θεού. Διότι αυτά είναι κρίσεις του Θεού που άλλες γίνονται με την ευδοκία του Θεού και άλλες κατά παραχώρηση· άλλα πάλι γίνονται για να τα μάθουν και να σωφρονιστούν άλλοι.


Και ο Θεός ως προγνώστης όλα αυτά τα γνωρίζει και με το θέλημά Του γίνονται, όπως λέει και το ιερό Ευαγγέλιο για τα στρουθία (Ματθ. 10:29), ωστόσο δεν προορίζει ότι τα πράγματα θα γίνουν έτσι, αυτός να πνιγεί, ο άλλος να πεθάνει με φυσικό θάνατο, αυτός να πεθάνει γέρος και ο άλλος νήπιο. Αλλά μια φορά όρισε τον συνολικό ανθρώπινο χρόνο και τους διάφορους τρόπους των θανάτων, και μέσα σε αυτούς τους χρόνους επέρχονται οι διάφοροι τρόποι των θανάτων. Ο Θεός δεν προορίζει από την αρχή, αλλά προγνωρίζει, και ανάλογα με τη ζωή καθενός κανονίζει και τον τρόπο του θανάτου του.


Ο Μέγας Βασίλειος αναφέρει βέβαια προορισμό ζωής, αλλά υπαινίσσεται το ρητό «χώμα είσαι και στο χώμα θα πας». Αν η ζωή του καθενός ήταν ορισμένη εκ των προτέρων, τότε γιατί ο Απόστολος γράφει στους Κορινθίους: «Επειδή μεταλαμβάνετε ανάξια, γι’ αυτό υπάρχουν ανάμεσά σας πολλοί ασθενείς και αρκετοί πεθαίνουν» (Α’ Κορ. 11:30); Και ο Δαβίδ λέει: «Μη με πάρεις στις μισές από τις ημέρες μου» και «μετρημένες έκανες τις μέρες μου» (Ψαλμ. 101:25 και 38:6). Ο Σολομών λέει: «Γιέ, να τιμάς τον πατέρα σου, για να γίνεις πολύχρονος» (βλ. Σειράχ 3:6) και «για να μην πεθάνεις ενώ δεν είναι ακόμη ο καιρός σου» (Εκκλ. 7:17). Και στο βιβλίο του Ιώβ ο Θεός λέει προς τον Ελιφάζ: «Θα σας εξολόθρευα, αν έλειπε ο Ιώβ ο δούλος μου» (Ιώβ 42:8).


Από αυτά είναι φανερό ότι δεν είναι η ζωή μας ορισμένη εκ των προτέρων. Γιατί αν ήταν, για ποιο λόγο παρακαλούμε τον Θεό και καλούμε γιατρούς και προσευχόμαστε για τα παιδιά να ζήσουν; Και τούτο πρέπει να ξέρουμε, ότι τα βαπτισμένα νήπια που πεθαίνουν, απολαμβάνουν την τρυφή του παραδείσου, τα αβάπτιστα όμως και τα παιδιά των ειδωλολατρών δεν πηγαίνουν ούτε στην τρυφή ούτε στη γέεννα. Αφού, λοιπόν, η ψυχή βγει από το σώμα, δεν έχει καμία φροντίδα για όσα έχουν σχέση με τον κόσμο, αλλά φροντίζει μόνο για τα εκεί.


Τα τριήμερα τα κάνουμε γιατί την τρίτη μέρα μετά τον θάνατο ο άνθρωπος αλλοιώνεται κατά την όψη. Τα εννιάμερα γιατί τότε όλο το σώμα χάνει τη συνοχή του και διατηρείται μόνο η καρδιά. Τα δε σαράντα γιατί τότε και η καρδιά χάνεται. Γι’ αυτούς τους λόγους κάνουμε τα μνημόσυνα των ψυχών, τις οποίες μακάρι ο Δεσπότης Χριστός να τις κατατάξει στις σκηνές των δικαίων και εμάς να μας ελεήσει, ως μόνος αθάνατος. Αμήν.



(Διασκευή για την Κ.Ο. του κειμένου του Τριωδίου με τη βοήθεια και της μετάφρασης του αγίου Αθανασίου του Παρίου που περιέχεται στο βιβλίο Νέον Λειμωνάριον, Βενετία 1819, σελ. 272) *Εκ του ιστολογίου  «koinoniaorthodoxias.org» της 10.2.2018. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Τρίτη 3 Ιουνίου 2025

π. ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΡΟΟΥΖ: Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΤΟΥ ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟΥ!




Σήμερα, από το πρωί, ένιωθα μια αναπάντεχη χαρά και συγκίνηση. Σα να είχε ανοίξει κάπου – κάπου μέσα μου – μια μυστική πόρτα, που με σύνδεε με όλους τους κόσμους, από τους οποίους προσδοκούσα να ξεπροβάλουν και να με συναντήσουν πρόσωπα, που μόνο στα όνειρά μου και στις κρυφές επιθυμίες μου τα συναντούσα. Πρόσωπα της οικογένειάς μου, όχι μόνο συγγενείς, αλλά και φίλοι, φίλοι των γονιών μου, άνθρωποι που είχα γνωρίσει όταν ήμουν παιδί, μα και άλλοι, που είχαν ζήσει όταν ήταν παιδιά οι ηλικιωμένοι σήμερα γονείς μου. Και πρόσωπα, επίσης, που είχα ζήσει μαζί τους πρόσφατα, κι όμως το αόρατο χέρι του θανάτου τα άρπαξε, πρόωρα ή όχι, και τα εξαφάνισε από τη ζωή μας.


Το πρωί στο σχολείο, σε όλα τα τμήματα, εκτός απ’ το μάθημα της ημέρας, μιλήσαμε με τα παιδιά και για το Σάββατο των Ψυχών, το Ψυχοσάββατο. Κάποια από αυτά γνώριζαν την ύπαρξή του, μερικά, εκείνα που προέρχονταν από τις πιο παραδοσιακές οικογένειες, ήξεραν ότι οι δικοί τους θα πήγαιναν κόλλυβα στην εκκλησία το απόγευμα. Άλλα δυστυχώς δεν είχαν ιδέα για το θέμα αυτό. Προσπαθήσαμε να μοιραστούμε μια κληρονομιά, που εδώ και αιώνες, τουλάχιστον, νοηματοδοτεί μια πλευρά της ζωής του λαού μας και μεταφέρει μηνύματα αγάπης κι αθανασίας.


Εξηγήσαμε πως κάθε Σάββατο είναι αφιερωμένο από την Εκκλησία μας στις ψυχές των νεκρών («κεκοιμημένων» λέμε κανονικά, δηλ. εκείνων που κοιμούνται – σωματικά εννοείται – σε αναμονή της κοινής ανάστασης), επειδή το Μεγάλο Σάββατο ο Χριστός ήταν νεκρός (και αυτό προτυπώνει και το αρχικό Σάββατο, η 7η μέρα της Δημιουργίας, που κατά την Παλαιά Διαθήκη ο Θεός είχε ολοκληρώσει το έργο Του και σταμάτησε, ευλογώντας την ημέρα και καθιερώνοντάς την ως ημέρα ανάπαυσης και λατρείας, δηλαδή πνευματικής αναγέννησης), όμως δύο ξεχωριστά Σάββατα, πριν την Κυριακή των Απόκρεω και την Κυριακή της Πεντηκοστής, η Εκκλησία μνημονεύει με ιδιαίτερη έμφαση τις ψυχές όλων των νεκρών, όλων των εποχών, «απ’ αρχής και μέχρι των εσχάτων».


Είπαμε πως ο λαός μας τις ημέρες εκείνες φέρνει στην εκκλησία κόλλυβα και γράφει τα ονόματα των κεκοιμημένων, τα οποία μνημονεύει ο ιερέας στην αγία πρόθεση, κατά την προετοιμασία της θείας μετάληψης, και για κάθε ένα βγάζει ένα ψιχουλάκι από το πρόσφορο, το οποίο κατόπιν θα μπει στο άγιο ποτήριο και θα ενωθεί με το σώμα και το αίμα του Κυρίου μας.


Είπαμε επίσης πως τα κόλλυβα, αυτό το βρασμένο σιτάρι με τα καρυκεύματα, συμβολίζουν την ανάσταση των νεκρών, γιατί, όπως το στάρι το σπέρνουμε και το «θάβουμε» μέσα στη γη, κι εκείνο ξαναβλασταίνει, έτσι κι εμείς πεθαίνουμε, θαβόμαστε μέσα στη γη, αλλά περιμένουμε την ανάσταση – αυτός ο συμβολισμός βασίζεται στα λόγια του ίδιου του Ιησού Χριστού για το σπόρο του σίτου, με τον οποίο παρομοίασε τον εαυτό Του στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο, κεφάλαιο 12, στίχος 24 (το είπε μάλιστα στους Έλληνες, που είχαν ζητήσει να Τον δουν κι Εκείνος τους αποκάλυψε τη συνέχεια της αποστολής Του και την επικείμενη, ακατανόητη για τον πολύ κόσμο, δόξα Του).


Μιλήσαμε επίσης για τα κόλλυβα της Παναγίας και των αγίων, που προσφέρονται στο Άγιο Όρος και σε μερικές άλλες περιοχές της Ελλάδας κατά τις γιορτές τους. Σήμερα λοιπόν, ημέρα Παρασκευή («Ψυχοπάρασκο» λέμε εδώ στην Κρήτη), είχαμε τις δουλειές μας και τις υποχρεώσεις της μέρας, μα κεντρική ιδέα στο νου μας ήταν κάτι ξεχωριστό: τα κόλλυβα που θα ετοιμάζαμε να προσφέρουμε στην εκκλησία, στον εσπερινό, υπέρ των αγαπημένων μας που έχουν φύγει για τον ουρανό, από τη «στρατευομένη» Εκκλησία, όπως λέμε, στη θριαμβεύουσα.


Η πεθερά μου, στο χωριό (χαροκαμένη, γιατί έθαψε και το παλικάρι της), από χθες θα ’χε αρχίσει την προετοιμασία – και μια θεια μας, που μίλησε με τη μάνα μου στο τηλέφωνο από το δικό μου χωριό, ανακοίνωσε κι εκείνη πως ετοιμαζόταν. Η γυναίκα μου το απόγευμα έφερε κόλλυβα από της μητέρας της, καθώς κι ένα μπουκάλι πεντανόστιμο, χλιαρό χυλό, για το «συχωρεμό», τη «μακαρία». Ήπιαμε εμείς, προσφέραμε και στους γονείς μου, που μένουν δίπλα.


Εμείς (η γυναίκα μου κι εγώ – έχουμε και μια μικρή κόρη, που βλέπει κι αυτή τι κάνουν οι γονείς της) δεν τα φτιάχνουμε μόνοι μας τα κόλλυβα… Δέσμιοι στον αγώνα δρόμου του σύγχρονου ανθρώπου, δεν ασχοληθήκαμε ποτέ τόσο ζεστά. Τα παραγγέλνουμε στο ζαχαροπλαστείο. Είναι μια αδυναμία αυτό, αν και η αλήθεια είναι πως προσθέτει μερικές καλημέρες και καλησπέρες και μερικά λαμπερά χαμόγελα γεμάτα αγάπη στη ζωή μας, όταν δίνουμε την παραγγελία κι όταν πάμε να παραλάβουμε το δισκάκι.


Πήγα λοιπόν και το πήρα. Ο ήλιος έγερνε. Πήγαμε στην εκκλησία, στο ναό του νεκροταφείου, που είναι θαμμένοι και κάποιοι δικοί μας και είναι έτοιμο και το μνήμα της οικογένειάς μας, που περιμένει τους επόμενους, με την επιγραφή σκαλισμένη πάνω του «Προσδοκώ ανάστασιν νεκρών». Αμήν και πότε – να νικηθεί ο θάνατος, ο «έσχατος εχθρός», να σμίξουμε όλοι μαζί, μεταξύ μας, με τους αγίους, με τους αγγέλους και με το Χριστό, να χαιρόμαστε και να ζούμε πάντοτε… Συμμετείχαμε στον όμορφο εσπερινό. Οι ψάλτες φίλοι μας, οι ιερείς φίλοι μας, μέσα στο εκκλησίασμα (κάθε χρόνο) πολλοί συγγενείς και φίλοι μας.


Μπροστά, μερικές δεκάδες πιάτα και δίσκοι, με τα αναμμένα κεριά τους. Εκατοντάδες ονόματα, που μνημόνευαν οι ιερείς, οι γνωστοί μας ιερείς, της ενορίας μας. Ονόματα, που μερικά ξέραμε σε ποιους ανήκουν, και τους θυμόμασταν με αγάπη, μερικά όχι. Μαζί μας και γύρω μας (εκτός των ψυχών, που φτερούγιζαν αθέατες), χωριανοί μας, γείτονες, φίλοι, γνωστοί μας, και άλλοι που δεν ήταν γνωστοί μας ώς πριν από λίγο, μα τώρα γίνονταν κι εκείνοι ένα μ’ εμάς και σε λίγο ανταλλάσσαμε στην αυλή της εκκλησίας κόλλυβα και ευχές για τους ζωντανούς και τους νεκρούς, όχι μόνο τους δικούς μας, μα «όλου του κόσμου», καθώς ο ήλιος προχωρούσε κι έγερνε γαλήνια σ’ ένα απόλυτα καθαρό και καρδιοτονωτικό ηλιοβασίλεμα.


Και μετά στο σπίτι. Να φάμε κι εμείς λίγα κόλλυβα. Να δώσουμε δίπλα, στα γεροντάκια (τα δικά μου γεροντάκια, τους γονείς μου), να κατεβάσουμε μερικά κάτω, στη γειτόνισσα, που αρέσουν και στα παιδιά της… Και ήδη βράδιασε και η μέρα αυτή κύλισε γλυκά, σαν μια κονταριά ενάντια στο θάνατο. Μια κονταριά φωτός. Μια κονταριά ζωής. Κονταριά αγάπης.


Το Ψυχοσάββατο, εκτός από την πνευματική του πλευρά, που είναι και η σημαντικότερη (ότι μνημονεύονται υπέρ αναπαύσεως στην εκκλησία οι κεκοιμημένοι), έχει και μια άλλη σημαντική πλευρά, παραγνωρισμένη… Μας συνδέει με τους προγόνους μας και με τους παλιούς μας φίλους και τους παλιούς φίλους της οικογένειάς μας, καθώς και με τους δικούς μας που έφυγαν πρόσφατα από τούτη τη γη, μεταξύ των οποίων και στενούς συγγενείς, κι εκείνους που έφυγαν πρόωρα και η φυγή τους σημάδεψε την καρδιά μας για πάντα – ή μάλλον όχι «για πάντα», αλλά μέχρι να πάμε κι εμείς εκεί, να τους συναντήσουμε, όπως ευχόμαστε, μέσα στο θείο και ανέσπερο Φως.


Επίσης μας συνδέει με τους συνανθρώπους μας, που έρχονται κι εκείνοι στην εκκλησία να μνημονεύσουν τους δικούς τους, κι έτσι ξαναγινόμαστε όντως «εκκλησία», δηλαδή συνάντηση και δεσμός αγάπης όλων των χριστιανών, ένα σώμα, με κεφαλή το Χριστό και μέλη όλους εμάς, μαζί με τη Θεοτόκο, τους αγίους και τους αγγέλους. Και τέλος, μας θυμίζει αυτό που γενικά θέλουμε, υποσυνείδητα, να ξεχνάμε: ότι είμαστε κι εμείς θνητοί. Κι αυτό, όπως διδάσκουν οι άγιοι και σοφοί διδάσκαλοί μας, πρέπει να το θυμόμαστε κάθε μέρα, όχι για ν’ απελπιζόμαστε (αφού δεν υπάρχει θάνατος, μόνο αναχώρηση από εδώ για τη βασιλεία των ουρανών), αλλά για να κάνουμε τις σωστές επιλογές στη ζωή μας, να διαλέγουμε τα σημαντικά και τα αιώνια και όχι τ’ ασήμαντα και τα πρόσκαιρα, που πολλές φορές επιπλέον μας δηλητηριάζουν για την αιωνιότητα…


Πριν λίγα χρόνια, κυκλοφόρησε στους κινηματογράφους μια παιδική ταινία κινουμένων σχεδίων, το Coco, που η υπόθεσή της αναφερόταν στη μεξικάνικη «μέρα των νεκρών» και μάλιστα μέρος της δράσης εκτυλισσόταν, κατά φαντασίαν βέβαια, στον «άλλο κόσμο». Εκείνοι δεν ντράπηκαν, ούτε φοβήθηκαν να μιλήσουν γι’ αυτή τη μέρα. Εμείς, πολύ φοβάμαι πως απωθούμε πια την ανάμνηση των νεκρών μας και σύντομα δε θα θέλουμε να θυμόμαστε ούτε εκείνους, ούτε τη βασιλεία των ουρανών.


Ο θάνατος, όπως έχει πολλές φορές ειπωθεί, στο δυτικό κόσμο έχει υποβαθμιστεί. Υποβαθμίστηκε, είτε με το να τον κρύβουμε στο σκοτάδι (να μη φέρνουμε τους νεκρούς μας στο σπίτι, να μην πηγαίνουμε τα παιδιά στην κηδεία των παππούδων τους, να θέλουμε πάση θυσία να ζήσουμε, σα να μην υπάρχει μέλλον μετά το θάνατο, δηλαδή σα να μην είμαστε χριστιανοί, σε βαθμό που πλέον «απαγορεύεται να πεθάνεις», όπως είπε κάποιος), είτε με το να βλέπουμε χιλιάδες σκηνές φόνων ή και μαζικής εξόντωσης ανθρώπων σε ταινίες, βιντεοπαιχνίδια κ.τ.λ., που πεθαίνουν χωρίς κανείς να συγκινείται, σα να μην είναι άνθρωποι – κι έτσι μέσα μας ο δικός μας θάνατος γίνεται κάτι φοβερό, ένας μπαμπούλας ή ένα ταμπού (άντε να γίνεις μετά ήρωας ή μάρτυρας), ενώ ο θάνατος των άλλων μετατρέπεται σε κάτι ασήμαντο, που κανένα δεν συγκινεί… Και δυστυχώς γύρω μας οι άνθρωποι πεθαίνουν αληθινά, όχι μόνο στις ταινίες, αλλά ελάχιστοι συγκινούνται και κινητοποιούνται για τον πόνο και τον όλεθρο του πλησίον.


Όλα αυτά, το Ψυχοσάββατο τα θεραπεύει. Και Ψυχοσάββατο δεν είναι μονάχα εδώ, μα σε όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες, όπου γης… Για να επαναλάβω ένα απόσπασμα από άλλη συνάφεια: Ψυχοσάββατο είναι στις σπαραγμένες από τον εμφύλιο πόλεμο και τις εξωτερικές επεμβάσεις Ουκρανία και Συρία! Στις χώρες της Αφρικής, τις ρημαγμένες από τη φτώχεια, τις δικτατορίες, τους εμφύλιους πολέμους και τους σύγχρονους αποικιοκράτες και δουλεμπόρους, όπου εκατοντάδες χιλιάδες Αφρικανοί έγιναν ορθόδοξοι χριστιανοί, μετά την ηρωική συμμετοχή των πρώτων ορθόδοξων ιερέων της Ουγκάντας στον αγώνα για την απελευθέρωση από τους Άγγλους!


Στις Ορθόδοξες Εκκλησίες της Αιγύπτου και της Τυνησίας (όπου στα αρχαία χρόνια αναδείχθηκαν κορυφαίοι ορθόδοξοι άγιοι) κάτω από τα λάβαρα και τα ξίφη των τζιχαντιστών! Στην Γουατεμάλα, όπου 250.000 ντόπιοι (πρώην ρωμαιοκαθολικοί και πεντηκοστιανοί) έστειλαν αντιπροσώπους στον ορθόδοξο μητροπολίτη Μεξικού Αθηναγόρα και ζήτησαν μόνοι τους να γίνουν ορθόδοξοι χριστιανοί! Στις χώρες των Βαλκανίων, από τις οποίες μας χώρισαν οι εθνικιστές, οι καπιταλιστές και οι ιμπεριαλιστές του χθες και του σήμερα.


Στη Ρωσία, τη Μολδαβία, τη Λευκορωσία, τη Λιθουανία και τις άλλες δημοκρατίες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης. Στις Ορθόδοξες Εκκλησίες της Ινδίας, Κίνας, της Ταϊβάν, της Ιαπωνίας, της Ταϋλάνδης, των νησιών Φίτζι κ.τ.λ., που είναι λιγοστές, αλλά υπάρχουν και δίνουν ελπίδα στους ταλαιπωρημένους λαούς. Στις Ορθόδοξες Εκκλησίες των δυτικών χωρών, όπου πολλοί άνθρωποι ανακαλύπτουν τις αρχαίες χριστιανικές ρίζες των δικών τους λαών, πριν ο παπισμός και ο προτεσταντισμός αλλοιώσουν το αυθεντικό χριστιανικό φρόνημα… Και φυσικά στην Ελλάδα της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, των μνημονίων, του ταπεινωμένου και προδομένου λαού και της πολιτισμικής αλλοτρίωσης. Και αυτό το Ψυχοσάββατο, όπως κάθε μυσταγωγία, τελετή και εκδήλωση της Εκκλησίας μας, μας συνδέει με όλους αυτούς.


Απόκριες – ναι, ας το μάθουμε πια, γιατί το χρειαζόμαστε – δεν είναι μόνο το καρναβάλι! Στα παιδιά, το πρωί, ο δάσκαλος έκλεισε μ’ αυτά τα λόγια: «Η δική μου γενιά (η γενιά των γονιών σας) σε μεγάλο βαθμό έχει αποκοπεί απ’ αυτή την πνευματική κληρονομιά, με την οποία ο ίδιος ο λαός μας μεταφέρει μηνύματα αξιών και σχέσεων εδώ και αιώνες… Η δική σας γενιά, που έχει υιοθετήσει έναν εντελώς ξενόφερτο τρόπο ζωής (δοσμένο από τις μεγάλες δυνάμεις του καπιταλιστικού κόσμου για τις δικές τους σκοπιμότητες), σχεδόν αγνοεί και την ύπαρξη αυτής της κληρονομιάς.


Θέλησα όμως να μοιραστώ μαζί σας την πληροφορία για την ύπαρξη και το νόημά της, για να σας παρακαλέσω, όταν έρθει η σειρά σας, να αναλάβετε και να συνεχίσετε αυτή την αποστολή. Γιατί ακούστε τι θα σας πω: οι νεκροί περιμένουν. Περιμένουν τη μνημόνευση. Υπάρχουν περιπτώσεις, που ψυχές εμφανίστηκαν στο όνειρο ζωντανών και ζήτησαν ακριβώς αυτό, μνημόνευση. Και μερικές φορές εκείνοι που είδαν το όνειρο δεν είχαν ιδέα τι ήταν αυτή η μνημόνευση και το έμαθαν από τις ίδιες τις ψυχές. Και ο άγιος Θεοδόσιος του Τσερνιγκώφ, στη Ρωσία, παρακάλεσε τον ηγούμενο του μοναστηριού του (στο όνειρό του) να μνημονεύει τους γονείς του και τον πληροφόρησε πως η ωφέλεια που έχουν όταν μνημονεύονται στην αγία πρόθεση είναι μεγαλύτερη απ’ αυτήν που μπορεί να τους προσφέρει εκείνος, όταν προσεύχεται γι’ αυτούς από τον ουρανό*»…


Κ
αι αναχωρώντας από το Ψυχοσάββατο, σαν ταξιδιώτες του χρόνου (αυτού του λειτουργικού, «σταυρικού» χρόνου, που κυλάει παράξενα μέσα στην πνευματική ζωή της Εκκλησίας μας), έχουμε το βλέμμα στραμμένο πέρα, στο τέρμα κιόλας της Μεγάλης Σαρακοστής, όπου ατενίζουμε την ανάσταση. Την ανάσταση του Θεανθρώπου και τη δική μας. Όχι βέβαια χωρίς κόπο και χωρίς αγώνα. Κι αυτό είναι που την κάνει ωραιότερη και σπουδαιότερη… 



(*Το περιστατικό αναφέρει ο π. Σεραφείμ Ρόουζ στο βιβλίο του «Η ψυχή μετά τον θάνατο – Οι μεταθανάτιες εμπειρίες στο φως της ορθόδοξης διδασκαλίας»). Θεόδωρος Ι. Ρηγινιώτης *Εκ του ιστολογίου «Η Ευχή» της 2.3.2019. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Κυριακή 1 Ιουνίου 2025

ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩ - ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ

 



Σήμερα η Εκκλησία μας στρέφει το βλέμμα πέρα απ’ τα σύνορα της παρούσας ζωής, στους πατέρες και αδελφούς μας που έχουν αναχωρήσει από αυτή τη ζωή. Και, καθώς μας υπενθυμίζει τους προαπελθόντες, ελπίζει να μας προετοιμάσει να περάσουμε τις υπόλοιπες μέρες της περιόδου αυτής, αλλά και τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή που πλησιάζει, όπως πρέπει. Ας ακούσουμε τη Μητέρα μας, την Εκκλησία, και, τιμώντας τους πατέρες και αδελφούς μας, ας προσέξουμε να προετοιμαστούμε και για το δικό μας ταξίδι. Ας κλάψουμε για τις αμαρτίες μας, παίρνοντας την σταθερή απόφαση, να διαφυλάξουμε στο μέλλον τον εαυτό μας από κάθε κηλίδα. Επειδή τίποτε ακάθαρτο δεν θα εισέλθει στη Βασιλεία του Θεού και κατά την Κρίση κανένας ακάθαρτος δεν θα δικαιωθεί, μην περιμένουμε να καθαριστούμε μετά τον θάνατο. Θα παραμείνουμε στην κατάσταση στην οποία θα βρισκόμαστε κατά το πέρασμά μας εκεί. Την κάθαρσή μας θα την επιμεληθούμε εδώ. Αλλά πρέπει να βιαστούμε, για τι ποιος γνωρίζει πόσο ακόμη θα ζήσει; Πώς θα εμφανισθούμε ακάθαρτοι; Με τι μάτια θα κοιτάξουμε τους πατέρες και αδελφούς μας που θα συναντήσουμε εκεί; Πόσο θα ντραπούμε! Ας βιαστούμε να διορθωθούμε, ώστε να εμφανιστούμε τουλάχιστον σε ανεκτή κατάσταση στην άλλη ζωή. Πάντα παρορών τα της σαρκός οφλήματα, Σωτήρ ημών, εν πάση ηλικία, παντός γένους ανθρώπων, προ του κριτηρίου σου στήσον ακατακρίτους, σοι τω Κτίστη, απολογουμένους.

*Από το βιβλίο «Ψωμί για το Ταξίδι, Οδοιπορικό Μεγάλης Τεσσαρακοστής», Άγιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος, Εκδόσεις «Αρμός». *Αναδημοσίευση εκ του ιστολογίου «Η Άλλη Όψις» της 26.2.2022. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2024

ΤΙ ΟΝΟΜΑΖΟΥΜΕ ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ




«Δεῦτε πρό τέλους πάντες ἀδελφοί,
τόν χοῦν ἡμῶν βλέποντες,
καί τῆς φύσεως ἡμῶν τό ἀσθενές,
καί τήν εὐτέλειαν ἡμῶν,
καί τό τέλος ὀψώμεθα…»


Το Σάββατο πριν από την Κυριακή τής Απόκρεω, λέγεται «Σάββατο τῶν Ψυχῶν» ή «Ψυχοσάββατο». Είναι το πρώτο από τα δυο Ψυχοσάββατα του έτους (το δεύτερο επιτελείται το Σάββατο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής). Ο λόγος που η Εκκλησία μας καθιέρωσε το Σάββατο των Ψυχών, παρ’ ότι κάθε Σάββατο είναι αφιερωμένο στους κεκοιμημένους, είναι διότι πολλοί αδελφοί μας κατά καιρούς απέθαναν σέ μικρή ηλικία ή στην ξενιτιά ή στη θάλασσα, ή σέ πολέμους, ή στα όρη και τούς κρημνούς ή και μερικοί, λόγω πτωχείας, δεν αξιώθηκαν των διατεταγμένων μνημοσύνων, «οἱ θεῖοι Πατέρες φιλανθρώπως κινούμενοι θέσπισαν τό μνημόσυνο αυτό υπέρ πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος εὐσεβῶς τελευτησάντων Χριστιανῶν». Την μνήμη του θανάτου υπενθυμίζει σήμερα η Εκκλησία μας σ’ εκείνους πού έρχονται για το Ψυχοσάββατο στην Εκκλησία. Στην Ιερά Μητρόπολη Μαντινείας και Κυνουρίας Κληρικοί και Λαϊκοί προστρέξαμε και αυτό το Ψυχοσάββατο με τα κόλλυβα στις Εκκλησίες και βρεθήκαμε στα Κοιμητήριά μας, με μόνο μέλημα την προσευχή για τούς νεκρούς μας, επικαλούμενοι το άπειρο έλεος του Θεού, έχοντας κατά νου τα λόγια του αγίου Αθανασίου τού Μεγάλου: «Μήν ἀρνεῖσαι νά προσφέρεις λάδι καί νά ἀνάβῃς κεριά στόν τάφο του, ἐπικαλούμενος Χριστόν τόν Θεόν, καί ἄν ἀκόμα ὁ κοιμηθείς τελείωσε εὐσεβῶς τή ζωή του καί τοποθετήθηκε στόν οὐρανό. Γιατί αὐτά εἶναι εὐπρόσδεκτα ἀπό τόν Θεό καί προσκομίζουν μεγάλη τήν ἀνταπόδοσή Του, γιατί το λάδι καί το κερί είναι θυσία και ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι ἐξιλέωση.» Η δε αγαθοεργία φέρνει τελικά προσαύξηση με κάθε αγαθή ανταπόδοση. Ο σκοπός του προσφέροντος, για την ψυχή κοιμηθέντος, είναι ίδιος με τα όσα κάνει όποιος έχει μικρό παιδί άρρωστο και αδύναμο, για το οποίο προσφέρει στον ιερό Ναό κεριά, θυμίαμα και λάδι με πίστη και τα χαρίζει όλα για το παιδί του. Τα κρατάει και τα προσφέρει με τα χέρια του, σαν να τα κρατάει και να τα προσφέρῃ το ίδιο το παιδί, ακριβώς δηλαδή όπως γίνεται όταν στο Βάπτισμα αποκηρύσσεται ὁ σατανάς από τον Ανάδοχο για λογαριασμό του νηπίου. Παρομοίως πρέπει να θεωρείται και όποιος πέθανε πιστός στον Κύριο, ότι κρατάει και προσφέρει τα κεριά και το λάδι, και όλα όσα προσφέρονται για τη λύτρωσή του. Έτσι με τη χάρη τού Θεού η προσπάθεια πού γίνεται με πίστη δε θα πάει χαμένη. Να είστε σίγουροι ότι οι θείοι Απόστολοι και οι θεοδίδακτοι Διδάσκαλοι και οι θεόπνευστοι Πατέρες, αφού πρώτα ενώθηκαν με το θείο και φωτίσθηκαν, καθόρισαν με τρόπο θεάρεστο τίς Λειτουργίες, τίς προσευχές και τίς ψαλμωδίες, πού γίνονται κάθε χρόνο στη μνήμη εκείνων πού πέθαναν. Και όλα αυτά μέχρι σήμερα, πάντα με τη χάρη του φιλάνθρωπου Θεού, αυξάνονται και συμπληρώνονται σ’ όλα τα σημεία του ορίζοντος για να δοξάζεται και να εξυμνείται ὁ Κύριος των κυρίων και Βασιλεύς των βασιλευόντων». π. Ιωάννης Σουρλίγγας. *Εκ του ιστολογίου «pemptousia.gr» της 7.3.2024. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


ΣΤΕΡΓΙΟΥ ΣΑΚΚΟΥ: ΤΑ ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΑ

 



Μέσα στην ιδιαίτερη μέριμνά της για τούς κεκοιμημένους η αγία Ορθόδοξη Εκκλησία μας έχει καθορίσει ξεχωριστή ημέρα της εβδομάδος γι’ αυτούς. Όπως η Κυριακή είναι η ημέρα της αναστάσεως του Κυρίου, ένα εβδομαδιαίο Πάσχα, έτσι το Σάββατο είναι η ημέρα των κεκοιμημένων, για να τους μνημονεύουμε και να έχουμε κοινωνία μαζί τους. Σε κάθε προσευχή και ιδιαίτερα στις προσευχές του Σαββάτου ο πιστός μνημονεύει τούς οικείους, συγγενείς και προσφιλείς, ακόμη και τούς εχθρούς του που έφυγαν από τον κόσμο αυτό, αλλά ζητά και τις προσευχές της Εκκλησίας γι’ αυτούς.


Στο δίπτυχο, που φέρνουμε μαζί με το πρόσφορο για τη θεία Λειτουργία, αναγράφονται τα ονόματα των ζώντων και των κεκοιμημένων, τα οποία μνημονεύονται. Σε ετήσια βάση η Εκκλησία έχει καθορίσει δύο Σάββατα, τα οποία αφιερώνει στους κεκοιμημένους της. Είναι τα μεγάλα Ψυχοσάββατα• το ένα πριν από την Κυριακή της Απόκρεω και το άλλο πριν από την Κυριακή της Πεντηκοστής.


Με το δεύτερο Ψυχοσάββατο διατρανώνεται η πίστη μας για την καθολικότητα της Εκκλησίας, της οποίας την ίδρυση και τα γενέθλια ( επί γης ) γιορτάζουμε κατά την Πεντηκοστή. Μέσα στη μία Εκκλησία περιλαμβάνεται η στρατευομένη εδώ στη γη και η θριαμβεύουσα στους ουρανούς.


Το Ψυχοσάββατο πριν από την Κυριακή της Απόκρεω έχει το εξής νόημα: Η επόμενη ημέρα είναι αφιερωμένη στη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου, εκείνη τη φοβερή ημέρα κατά την οποία όλοι θα σταθούμε μπροστά στο θρόνο του μεγάλου Κριτή. Για το λόγο αυτό με το Μνημόσυνο των κεκοιμημένων ζητούμε από τον Κύριο να γίνει ίλεως και να δείξει τη συμπάθεια και τη μακροθυμία του, όχι μόνο σε μας αλλά και στους προαπελθόντας αδελφούς, και όλους μαζί να μας κατατάξει μεταξύ των υιών της Επουράνιας Βασιλείας Του.


Κατά τα δύο μεγάλα Ψυχοσάββατα η Εκκλησία μας καλεί σε μία παγκόσμια ανάμνηση «πάντων των απ’ αιώνος κοιμηθέντων ευσεβώς επ’ ελπίδι αναστάσεως ζωής αιωνίου». Μνημονεύει: * Όλους εκείνους που υπέστησαν «άωρον θάνατον», σε ξένη γη και χώρα, σε στεριά και σε θάλασσα. * Εκείνους που πέθαναν από λοιμική ασθένεια, σε πολέμους, σε παγετούς, σε σεισμούς και θεομηνίες. * Όσους κάηκαν ή χάθηκαν. * Εκείνους που ήταν φτωχοί και άποροι και δεν φρόντισε κανείς να τούς τιμήσει με τις ανάλογες Ακολουθίες και τα Μνημόσυνα.


Ο Θεός δεν περιορίζεται από τόπο και χρόνο. Γι’ Αυτόν είναι γνωστά και συνεχώς παρόντα όχι μόνο όσα εμείς αντιλαμβανόμαστε στο παρόν, αλλά και τα παρελθόντα και τα μέλλοντα. Το διατυπώνει λυρικότατα μία προσευχή της Ακολουθίας της θείας Μεταλήψεως, που αποδίδεται στον άγιο Ιωάννη Δαμασκηνό ή στον άγιο Συμεών τον νέο θεολόγο: «Επί το βιβλίον δε σου και τα μήπω πεπραγμένα γεγραμμένα σοι τυγχάνει».


Ο Θεός έχει γραμμένες στο βιβλίο της αγάπης του και τις πράξεις που θα γίνουν στο μέλλον, άρα και τις προσευχές που αναπέμπουμε τώρα για πρόσωπα που έζησαν στο παρελθόν. Ως αιώνιος και πανταχού παρών ο πανάγαθος Κύριος μας Ιησούς Χριστός αγκαλιάζει με τη θεία του πρόνοια το άπειρο σύμπαν και τούς ατέρμονες αιώνες. Όλους τους ανθρώπους που έζησαν, ζουν και θα ζήσουν τούς νοιάζεται η αγάπη του• «η γαρ αγάπη του Χριστού συνέχει ημάς» (Β´ Κορ 5, 14).


Με αυτήν την πίστη αναθέτουμε στην αγάπη και στην αγαθότητα του Θεού «εαυτούς και αλλήλους», τους ζωντανούς αλλά και τους κεκοιμημένους μας. *Από το βιβλίο «Οι νεκροί μας δεν χάθηκαν», σελ. 149-152, Θεσσαλονίκη 2005. *Αναδημοσίευση εκ του ιστολογίου «aktines.blogspot.com» της 2.3.2019. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟ




Ἐκκλησία μας, ἀγαπητοί μου, προσεύχεται πάντοτε, προσεύχεται κι αὐτὴ τὴν ὥρα. Προσεύχεται ἔντονα. Στὴν ἁγία Γραφὴ ὑπάρχει προτροπὴ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ποὺ μᾶς συνιστᾷ τὴν ἔντονη προσευχή· «Ἀγρυπνεῖτε», λέει, «ἐν παντὶ καιρῷ δεόμενοι ἵνα καταξιωθῆτε ἐκφυγεῖν πάντα τὰ μέλλοντα γίνεσθαι καὶ σταθῆναι ἔμπροσθεν τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου» (Λουκ. 21,36). «Γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε», λέει ἐπίσης ὁ Κύριος (Ματθ. 26,41). Καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος συμβουλεύει· «Ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α΄ Θεσ. 5,17).


Προσεύχεται ἡ Ἐκκλησία μας διαρκῶς, ἀνὰ πᾶσαν ὥρα. Δὲν ὑπάρχει μόνο τὸ κοσμικὸ ὡρολόγιο, δὲν ὑπάρχει μόνο τὸ ὡράριο ἐργασίας τοῦ κόσμου· ὑπάρχει καὶ τὸ ὡράριο προσευχῆς στὸ Θεό, ἡ ὥρα τοῦ Θεοῦ. Προσεύχεται ἡ Ἐκκλησία τὸ πρωὶ στὸν ὄρθρο, προσεύχεται τὸ μεσημέρι στὶς ὧρες, προσεύχεται τὸ ἀπόγευμα στὸν ἑσπερινό, προσεύχεται τὸ βράδι στὸ ἀπόδειπνο, προσεύχεται τὰ μεσάνυχτα στὸ μεσονυκτικό.


Προσεύχεται ὅλες τὶς ἡμέρες. Κάθε ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος εἶνε ἀφιερωμένη σὲ κάποια μνήμη. Ἡ Δευτέρα λόγου χάριν εἶνε ἀφιερωμένη στὴ μνήμη τῶν ἁγίων ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων. Ἡ Τρίτη στὴ μνήμη τοῦ τιμίου Προδρόμου. Ἡ Τετάρτη στὴν ἀνάμνησι τῆς προδοσίας. Ἡ Πέμπτη στὴ μνήμη τῶν ἁγίων ἀποστόλων. Ἡ Παρασκευὴ στὴν ἀνάμνησι τῆς σταυρώσεως τοῦ Χριστοῦ μας. Τὸ Σάββατο; Κάθε Σάββατο, ποὺ χτυπάει ἡ καμπάνα, ὁ ἱερεὺς προσεύχεται ὑπὲρ τῶν νεκρῶν· τὸ Σάββατο εἶνε ἡμέρα τῶν νεκρῶν. Καὶ τέλος ἡ Κυριακή, ἡ ἐπίσημος καὶ μεγαλοπρεπὴς ἡμέρα, εἶνε ἀφιερωμένη στὴν ἀνάστασι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος τὴν ἡμέρα αὐτὴ ἀνέστη ἐκ νεκρῶν καὶ ζῇ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων.


Τὴν Κυριακὴ πρέπει νὰ τὴν τιμοῦμε ὅλοι. Καὶ ὅμως δὲν τὴν τιμοῦμε. Ἐὰν κρίνουμε ἀπὸ τὰ ἔργα μας, ἀπὸ τὴν αἰσχρὴ συμπεριφορὰ ποὺ δείχνουμε τὴν ἡμέρα αὐτή, δὲν ὑπάρχει Κυριακή. Ἦταν κάποτε ἡ Κυριακή. Τώρα θὰ ἔπρεπε νὰ μὴν τὴν ὀνομάζουμε Κυριακή, ἀλλὰ… διαβολική! Γιατὶ στὸν διάβολο τὴν ἀφιερώνουν οἱ ἄνθρωποι. Τὰ μεγαλύτερα ἐγκλήματα, ὅπως βεβαιώνουν στατιστικὲς τῆς ἀστυνομίας καὶ τῶν δικαστηρίων, γίνονται τὴν ἡμέρα αὐτή. Ἔπαυσε στὸν αἰῶνα αὐτὸν νὰ τιμᾶται ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου.


Σήμερα ὅμως εἶνε Σάββατο, ἡμέρα τῶν νεκρῶν. Ἀλλὰ τὸ σημερινὸ Σάββατο διαφέρει ἀπὸ ὅλα τὰ Σάββατα τοῦ ἔτους. Γι᾿ αὐτὸ ὀνομάζεται Ψυχοσάββατο. Τί σημαίνει ψυχοσάββατο; Ἡ Ἐκκλησία μας στρέφεται μὲ ἱερὴ συγκίνησι στοὺς τάφους καὶ θυμᾶται τοὺς νεκρούς. Ποιούς νεκρούς; Οἱ νεκροὶ εἶνε πολλοί. Οἱ νεκροί, ποὺ εἶνε θαμμένοι ἐδῶ στὰ κοιμητήρια εἶνε πιὸ πολλοὶ ἀπὸ τοὺς ζωντανοὺς ποὺ βρίσκονται στὴν πόλι. Ἔχουμε δύο πόλεις· ἡ μία ἀποτελεῖται ἀπὸ τοὺς ζῶντας, καὶ ἡ ἄλλη ἀπὸ τοὺς κεκοιμημένους. Ἡ μικρὴ πόλις ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ τοὺς ζῶντας πόσοι εἴμαστε; Μερικὲς χιλιάδες; Εἴμαστε μειοψηφία. Ἡ μεγάλη πόλις, ἡ ἀπέραντη πόλις, εἶνε τὸ νεκροταφεῖο. Πάνω ἀπὸ ἕνα ἑκατομμύριο εἶνε θαμμένοι ἐκεῖ μέσα. Ἐμεῖς εἴμαστε ἡ μειοψηφία, αὐτοὶ εἶνε πλειοψηφία.


Αὐτοὺς λοιπὸν τοὺς νεκρούς, ποὺ καθένας κατὰ διαφορετικὸ τρόπο ἀπῆλθαν ἀπὸ τὸν κόσμο τοῦτο, μνημονεύει σήμερα ἡ Ἐκκλησία. Ἄλλοι ἀπὸ αὐτοὺς πέθαναν νήπια –καὶ αὐτὰ εἶνε τὰ μακάρια πνεύματα–, ἄλλοι πέθαναν γέροντες ἀσπρομάλληδες. Ἄλλοι πέθαναν μέσα στὸ σπίτι, καὶ ἄλλοι ἔξω στοὺς δρόμους ἢ στὰ βουνά. Ἄλλοι πέθαναν στὴν ξηρά, ἄλλοι στὴ θάλασσα. Ἄλλοι πέθαναν μὲ φυσικὸ θάνατο, ἄλλοι ἀπὸ διάφορα δυστυχήματα ἢ τοὺς ἔφαγαν τὰ θηρία τῆς ἐρήμου.


λους αὐτοὺς τοὺς θυμᾶται σήμερα ἡ Ἐκκλησία. Θυμᾶται ὅμως καὶ κάποιους ἄλλους. Ποιούς; Σύμφωνα μὲ τὴν παράδοσι, πρέπει ὁ πιστὸς Χριστιανός, ὅταν περάσουν τρεῖς μέρες ἀπὸ τὸ θάνατο, νὰ τελῇ μνημόσυνο, τὰ τριήμερα· ὅταν περάσουν ἐννέα ἡμέρες, τὰ ἐννιάμερα· ὅταν περάσουν σαράντα ἡμέρες, τὰ σαράντα κ.λπ.. Ἔχουν σημασία αὐτά. Δὲν εἶνε τώρα ἡ ὥρα νὰ σᾶς ἐξηγήσω, γιατί κάνουμε τότε μνημόσυνο, ἢ στὸ χρόνο, ἢ στὰ τρία χρόνια κ.λπ.. Τώρα δυστυχῶς πᾶνε κι αὐτά, λησμονήθηκαν. Τώρα λησμονοῦν καὶ τοὺς νεκρούς!


ν πᾶτε στὴν Ἰαπωνία, θὰ δῆτε ὅτι τιμοῦν πολὺ τοὺς νεκρούς. Τὰ νεκροταφεῖα τους εἶνε περιβόλια, ἄλση ὡραιότατα. Καὶ ὅταν βαπτίζωνται ἢ ὅταν στεφανώνωνται, τὶς σπουδαιότερες δηλαδὴ στιγμὲς τῆς ζωῆς τους, οἱ Γιαπωνέζοι πηγαίνουν στὰ νεκροταφεῖα καὶ προσεύχονται στοὺς τάφους τῶν νεκρῶν. Ἐμεῖς…· θὰ ἔλεγα μιὰ σκληρὴ λέξι, ἀλλὰ δὲν τὴν λέω. Κτηνώδης εἶνε ἡ κατάστασις. Γίναμε ἀγριώτεροι ἀπὸ ὅλους. Λησμονήσαμε τοὺς νεκρούς. Χορτάριασαν τὰ μνήματα. Ἀπαίσια εἶνε ἡ ὄψι τῶν νεκροταφείων μας –πλὴν ἐλαχίστων–, οὔτε ἕνα μπουκέτο λουλούδια δὲν τοὺς πᾶμε. Παίρνει τὸ παιδὶ ἢ τὸ ἐγγόνι τὴν περιουσία ἐκείνων, ποὺ κοπίασαν γιὰ νὰ ζῇ αὐτὸς τώρα εὐτυχής, καὶ δὲν τοὺς ἀνάβει ἕνα κερί. Ὑπάρχουν πολλοὶ κεκοιμημένοι ποὺ τοὺς ἔχουν λησμονήσει οἱ πάντες.


λλ᾿ ἐδῶ εἶνε τὸ μεγαλεῖο τῆς Ἐκκλησίας. Ἐὰν ὅλος ὁ κόσμος τοὺς λησμονῇ, δὲν τοὺς λησμονεῖ ὅμως ἡ μάνα· ναί, ἡ μάνα. Ποιά εἶνε ἡ μάνα, εἰδικῶς σ᾿ ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες; Ἐὰν γιὰ ἄλλους λαοὺς τῶν Βαλκανίων, τοὺς Σέρβους καὶ τοὺς Ῥουμάνους καὶ τοὺς Βουλγάρους καὶ τοὺς Ῥώσους ποὺ εἶνε κι αὐτοὶ ὀρθόδοξοι, ἐὰν γι᾿ αὐτοὺς ἡ Ἐκκλησία εἶνε μιὰ φορὰ μάνα, γιὰ ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες εἶνε χίλιες φορὲς μάνα, ἡ «γλυκειὰ μάνα» μας, ὅπως ἔλεγε ὁ Κρυστάλλης.


Αὐτὴ ἡ μάνα λοιπὸν δὲν λησμονεῖ τὰ παιδιά της. Ἂν σὲ λησμονήσῃ ὁ ἄντρας, σὲ λησμονήσῃ ἡ γυναίκα, σὲ λησμονήσῃ τὸ παιδί σου, ἡ Ἐκκλησία δὲν σὲ λησμονεῖ. Τέτοια ἁγία ἡμέρα ἀναπέμπει δέησι ὑπὲρ ὅλων τῶν νεκρῶν, καὶ ἰδίως τῶν νεκρῶν ἐκείνων τοὺς ὁποίους λησμόνησαν οἱ συγγενεῖς τους καὶ δὲν τελοῦν μνημόσυνα γι᾽ αὐτούς. Ὑπὲρ ὅλων αὐτῶν τελεῖ σήμερα τὸ μνημόσυνο.


λλὰ κ᾿ ἐμεῖς οἱ ζῶντες ἂς προετοιμαζώμαστε γιὰ τὴν ἡμέρα ἐκείνη, τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου. Μὴ φανοῦμε ἀμελέστεροι ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες προγόνους μας. Γιατὶ ὑπῆρχαν πρὸ Χριστοῦ Χριστιανοί, ὅπως ὑπάρχουν καὶ μετὰ Χριστὸν εἰδωλολάτρες. Πρὸ Χριστοῦ Χριστιανοί; Περίεργο πρᾶγμα! Μάλιστα. Πρὸ Χριστοῦ Χριστιανὸς ἦταν λ.χ. ὁ Φίλιππος ὁ Μακεδών, ὁ ἔνδοξος βασιλεύς, ὁ πατέρας τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου. Δὲν ἦταν Χριστιανὸς βαπτισμένος, ἀλλ᾿ ὅμως τί ἔκανε; Εἶχε ὁρίσει ἕνα στρατιώτη του πρωὶ πρωὶ νὰ παρουσιάζεται ἐνώπιόν του καὶ νὰ τοῦ δίνῃ ἀναφορά, πρὶν ἀπὸ ὁ,τιδήποτε ἄλλο, καὶ νὰ τοῦ λέῃ· «Φίλιππε, μέμνησο ὅτι θνητὸς εἶ»· Φίλιππε, θυμήσου ὅτι θὰ πεθάνῃς.


Τώρα ἐμεῖς σβήσαμε ἀκόμα καὶ τὶς ταμπέλλες τῶν καταστημάτων ποὺ κατασκευάζουν φέρετρα, γιὰ νὰ μὴ μᾶς ἐνοχλῇ ὁ θάνατος. Καὶ τὶς κηδεῖες τὶς ὠνομάσαμε τελετές· «γραφεῖα τελετῶν» γράφουν, ὄχι «γραφεῖα κηδειῶν». Καὶ ὅμως ὁ θάνατος ἔρχεται. Ἔρχεται ὡς ἀστραπὴ καὶ κεραυνός, ὡς τρομακτικὴ βροντὴ καὶ αἰφνίδιος σεισμός. «Ὅρος φιλοσοφίας», ἔλεγε ὁ Ἀριστοτέλης, ἔλεγαν οἱ ἀρχαῖοι πρόγονοί μας, εἶνε ἡ «μνήμη θανάτου»· γιὰ νὰ ἐμβαθύνῃ δηλαδὴ κανεὶς στὴ σοφία, πρέπει νὰ θυμᾶται τὸ θάνατο. Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου ἐπαναφέρει σὲ τάξι τὸν ἄνθρωπο καὶ δημιουργεῖ μέσα του κατάνυξι καὶ σωτηρία.


Τὴ μνήμη λοιπὸν τοῦ θανάτου ὑπενθυμίζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας σ᾿ ἐκείνους ποὺ ἔρχονται γιὰ τὸ Ψυχοσάββατο στὴν ἐκκλησία. Ὦ Ψυχοσάββατο στὴ Ῥούμελη, στὸ Μοριά, στὴ Μακεδονία, στὰ νησιὰ τὰ εὐλογημένα, σὲ κάθε γωνία τῆς Ἑλληνικῆς γῆς! Ὅλοι τὴν ἡμέρα αὐτὴ ἔτρεχαν μὲ τὰ κόλλυβα ἀπὸ νωρὶς στὴν ἐκκλησία.


Τελειώνοντας εὔχομαι σὲ ὅλους· Ν᾿ ἀναπαύσῃ ὁ Θεὸς «ἐν σκηναῖς δικαίων» ὅλους τοὺς νεκρούς, κ᾿ ἐμᾶς νὰ μᾶς ἀξιώσῃ νὰ ἔχουμε τέλος χριστιανικό, σύμφωνα μὲ τὴν ὡραία αἴτησι τῆς Ἐκκλησίας μας «Χριστιανὰ τὰ τέλη τῆς ζωῆς ἡμῶν, ἀνώδυνα, ἀνεπαίσχυντα, εἰρηνικὰ καὶ καλὴν ἀπολογίαν τὴν ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ»· ἀμήν.



(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος,  Ορθόδοξη Πίστη και Ζωή,  Κείμενα Ορθόδοξης Πνευματικότητας. *Εκ του ιστολογίου «augoustinos-kantiotis. gr». Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.

ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΑΥΤΟ;



Σήμερα, ἀγαπητοί μου, εἶνε Ψυχοσάββατο. Τί θὰ πῇ Ψυχοσάββατο; Σάββατο τῶν ψυ­χῶν. Ἐπ᾽ αὐτοῦ ἂς ποῦμε λίγες λέξεις. Κατ᾽ ἀρχὴν ἡ λέξι Σάββατον δὲν εἶνε ἑλληνι­κή, εἶνε ἑ­βρα­ϊκή· Σάββατον στὰ ἑλληνικὰ σημαίνει ἀ­νάπαυσις ἢ «κατάπαυσις» (βλ. Ἑβρ. 4,4 κ.ἀ.). Ὅσοι διαβάζετε τὴν ἁγία Γραφή, θὰ γνωρί­ζετε ὅτι ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸ ὑλικὸ σύμ­παν σὲ ἕξι ἡμέρες (βλ. Γέν. κεφ. 1). Ὅταν λέει ἡ ἁγία Γραφὴ ἕξι ἡμέρες, ἐννοεῖ μακρὲς χρονικὲς περι­όδους, στὶς ὁποῖες συνέβησαν γεγονότα κοσμογονικά. Ἡ γῆ, ὁ ἥλιος, τὰ ἀ­­στέρια, ὅλο τὸ σύμπαν ἀπὸ τὶς παμμέγιστες σφαῖρες μέχρι τὸ μικρὸ ἄτομο, ποὺ κι αὐτὸ εἶνε μιὰ μικρογραφία τοῦ σύμ­παν­­­τος, δημιουγήθηκαν σὲ ἕξι ἡμέρες.


Μετά, λέει ἡ ἁγία Γραφή, τὴν ἑβδόμη ἡμέ­ρα ὁ Θεὸς ἀναπαύθηκε, «κατέπαυσε ἀ­πὸ πάν­­των τῶν ἔργων» τῆς δημιουργίας (βλ. Γέν. 2,2). Δὲν λέει ὅ­τι σταμάτησε νὰ ἐπιβλέπῃ τὸ σύμπαν, ἀλλ᾽ ὅ­τι σταμά­τησε νὰ δημιουργῇ· στὸ ἑξῆς δὲν πρόκειται πλέον νὰ προσ­τεθοῦν νέα εἴδη σ᾽ αὐτὰ ποὺ ὑπάρχουν­. «Κατέ­παυ­σε» μὲν ἡ δημιουργία, ἀλ­λ᾽ ὄχι ἡ μέριμνα, ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ὑπ᾽ αὐτὴ τὴν ἔννοια, τῆς θεί­ας προνοίας, νοεῖται τὸ σπουδαῖο ἐκεῖνο θεολογικὸ ῥητὸ ποὺ εἶπε ὁ Χριστός· «Ὁ πατήρ μου ἕως ἄρ­τι ἐργάζεται, κἀγὼ ἐργάζομαι» (Ἰω. 5,17). Δὲν παύει ἡ φρον­τίδα, ἡ μέριμνα τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν συντήρησι καὶ τὴν διακυβέρνησι τοῦ κόσμου.


πειδὴ λοιπὸν ὁ Θεὸς «κατέπαυσε» τὴν ἑ­βδόμη ἡμέρα, γι᾽ αὐτὸ ὥρισε καὶ γιὰ τὸν ἄνθρω­πο ὡς ἡ­μέρα ἀναπαύσεως τὴν ἑβδόμη ἡμέρα. Ἡ τετάρτη ἐντολὴ λέει· «Ἓξ ἡμέρας ἐργᾷ καὶ ποι­ήσεις πάντα τὰ ἔργα σου· τῇ δὲ ἡμέρᾳ τῇ ἑ­­βδόμῃ σάββατα Κυρίῳ τῷ Θεῷ σου» (Ἔξ. 20,9-10. Δευτ. 5,13-14).


Καὶ πράγματι τὸ Σάββατο τηρεῖται μέχρι σή­μερα μὲ θρησκευτικὴ εὐλάβεια ἀπὸ τοὺς Ἑ­βραί­ους. Ἂν πᾶτε στὸ Ἰσραήλ, θὰ δῆτε ὅτι Σάββα­το στὶς ὁδικὲς ἀρτη­ρίες δὲν κινεῖται τίποτε, ἐκτὸς ἀπὸ τὰ αὐτοκίνητα τῆς ἀστυνομίας καὶ τῶν πρώτων βοηθειῶν γιὰ τοὺς ἀσθενεῖς. Αὐτὸ εἶνε ἔλεγχος γιὰ μᾶς τοὺς Χριστιανούς. Ἐμεῖς ἀντὶ τοῦ Σαββάτου ἔχουμε τὴν Κυριακή, πρῶτον εἰς ἀνάμνησιν τῆς καταπαύσεως τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου, δεύτερον γιὰ ν᾽ ἀναπαυώμεθα ἀπὸ τὴν ἐργασία, καὶ τρίτον γιὰ νὰ τιμοῦμε τὸ τρισμέγιστο γεγο­νὸς τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.


Τὸ σημερινὸ ὅμως Σάββατο εἶνε ἐξαιρετικό· ὀνομάζεται Ψυχοσάββατον. Γιατί ὀνομάζεται ἔτσι; Διότι σήμερα ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία ὥρισε νὰ τελοῦμε γενικὸ μνημόσυνο τῶν νεκρῶν. Καὶ τοῦτο γιὰ τοὺς ἑξῆς τρεῖς λόγους.


Πρῶτος λόγος. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι δὲν πεθαί­­νουν ὑπὸ ὁμαλὲς συνθῆκες· δὲν ἐκπνέουν στὸ σπίτι, ἔχοντας δίπλα τους τὰ προσ­φιλῆ πρόσω­πα· δὲν συνοδεύονται ὅλοι στὴν τε­λευταία κα­τοικία ἀπὸ συγγενεῖς καὶ φίλους· δὲν ψάλλεται σὲ ὅλους ἡ νεκρώσιμος ἀκολουθία· δὲν γεμίζει τὸ φτυάρι ὁ ἱερεὺς μὲ χῶμα καὶ νὰ πῇ «Γῆ εἶ καὶ εἰς γῆν ἀπελεύσῃ» (Γέν. 3,19 καὶ Ἐξόδ. ἀκολ.).


Πολλοὶ ἄνθρωποι «ἐξεμέτρησαν τὸ ζῆν» ὑπὸ συνθῆκες δραματικές. Ἄλλοι ταξίδευαν στοὺς ὠκεανούς, ναυάγησαν τὰ πλοῖα καὶ ἡ θάλασσα ἔγινε τάφος μυριάδων νεκρῶν. Ἄλλοι διέσχιζαν μεγάλες ἐρήμους, χάθηκαν μέσα σὲ δά­ση καὶ τοὺς κατέφαγαν θηρία. Ἄλλοι κατα­πλακώθηκαν ἀπὸ σεισμούς, ἄλλοι ἔγιναν κάρ­βουνο ἀπὸ κεραυνούς, ἄλλοι ἐγκλωβίσθηκαν στὰ βάθη μεταλλείων, ἄλλοι κάηκαν σὲ πυρκα­ϊὲς ἐργοστασίων, καὶ ἄλλοι ἀπὸ διάφορες ἄλλες αἰτίες τελείωσαν τὴ ζωή τους· χθὲς π.χ. ἐ­γράφη στὸν τύπο, ὅτι μία χιονοθύελλα στὴν Περσία σάρωσε κυριολεκτικῶς χιλιάδες ἀνθρώ­πους καὶ ἔγιναν ἄφαντοι. Τί εἶνε ὁ ἄνθρωπος! ἕνα ἄχυρο εἶνε, τίποτα δὲν εἶνε. Ὅλους λοι­πὸν αὐτοὺς μνημονεύει σήμερα ἡ Ἐκκλησία.


πάρχουν ἀκόμη καὶ τὰ λεγόμενα φτωχαδάκια· ἄνθρωποι ποὺ κηδεύονται χωρὶς νὰ τοὺς συνοδεύῃ καν­είς, ἢ ποὺ οἱ συγγενεῖς τους δὲν εἶνε εἰς θέσιν νὰ τοὺς κάνουν μνημόσυνα. Ὑπάρχουν ὅμως καὶ κάτι πλούσιοι –πῶς νὰ τοὺς περιγράψω;–, πού, ἐνῷ ἄ­φησαν τεράστι­ες περιουσίες (σπίτια, πολυκατοικίες, πλούτη), ἐν τούτοις τὰ παιδιά τους δὲν τοὺς θυμοῦν­ται, δὲν φέρνουν στὸν τάφο τους ἕνα λου­λούδι, ἕνα πιάτο κόλλυβα. Ἂν μπορούσαμε νὰ τοὺς ἀ­κούσουμε θὰ μᾶς ἔλεγαν·


Τί κάναμε οἱ ἀνό­ητοι! ἀντὶ νὰ μοιράσουμε τὰ ὑ­πάρχοντά μας σὲ φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα καὶ ναούς, τ᾽ ἀφήσαμε σὲ ἄσπλαχνα τέρατα… Δι­ότι τέρας εἶνε πράγματι ὅποιος δὲν θυμᾶται τοὺς προγό­νους του. Λαὸς ποὺ δὲν θυμᾶται τοὺς νεκρούς του εἶνε ἀνάξιος νὰ ζῇ πάνω στὴ γῆ. Στὴν Ἰαπωνία τιμοῦν τοὺς νεκρούς· τοὺς τάφους ἐκεῖ τοὺς ἔχουν περιβόλια, κι ὅταν πρόκειται κάποιος νὰ στεφανωθῇ καὶ νὰ δημιουργήσῃ οἰ­κογένεια, θὰ πάῃ στοὺς τάφους τῶν παππούδων. Ἀντιθέτως ἐδῶ πολλὰ νεκροταφεῖα εἶνε ἐγκαταλελειμμένα. Δείκτης πολιτισμοῦ ἑνὸς ἔθνους εἶνε καὶ τὰ νεκροταφεῖα. Δεῖξτε μου τὸ νεκροταφεῖο σας καὶ θὰ καταλάβω.


Γι᾽ αὐτὸ λοιπὸν ὥρισε ἡ Ἐκκλησία νὰ τελοῦ­­με σήμερα γενικὸ μνημόσυνο, γιὰ νὰ περιλαμ­βάνῃ καὶ ὅλους αὐτοὺς ποὺ ὁ κόσμος λησμο­νεῖ. Ἂν ὁ κόσμος καὶ οἱ δικοί τους τοὺς λησμο­νοῦν, ἡ Ἐκκλησία, ἡ «γλυκειὰ μάνα» ὅπως εἶ­πε ὁ ποιητὴς Κρυστάλλης, δὲν τοὺς λησμονεῖ. Κάθε φορὰ ποὺ τελεῖ τὴ θεία λειτουργία θυ­μᾶται τοὺς νεκρούς, κατ᾽ ἐξοχὴν δὲ σήμερα. Αὐτὸς εἶνε ὁ πρῶτος λόγος.


Ο δεύτερος λόγος ποὺ τελοῦμε γενικὸ μνη­μόσυ­νο εἶνε, ὅτι αὔριο ξημερώνει Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω, μιὰ ἡμέρα ποὺ ἀστράφτει καὶ βρον­τᾷ. Διαβάζεται τὸ φοβερώτερο εὐαγγέλιο, τὸ εὐ­αγγέλιο τῆς Κρίσεως· ἀ­νατριχιάζει ὁ ἄν­θρω­­πος ὅταν τ᾽ ἀκούει. Κατ᾽ ἐμὲ ἡ Κυριακὴ αὐτὴ ἀπὸ γαστρονομικῆς ἀπόψεως λέγεται «τῆς Ἀ­­πόκρεω», ἀπὸ πνευματικῆς ὅμως ἀπόψεως πρέπει νὰ λέγεται Κυριακὴ «τῆς Κρίσεως».


Τί λέει τὸ εὐαγγέλιο; Ἔτυχε κανεὶς ἀπὸ σᾶς νὰ εἶνε κατηγορούμενος, καὶ μάλιστα σὲ ἡμέρες δύσκολες, νὰ ὁδηγῆται στὸ δικαστήριο, ἡ καταδίκη νά ᾽νε σίγουρη, καὶ νὰ σκέπτεται πῶς θ᾽ ἀπολογηθῇ; Ὅπως λοιπὸν ὁ ὑπό­δικος περιμένει τὴν ἡμέρα τῆς δίκης, ἔτσι κ᾽ ἐ­μεῖς –νὰ εἶστε ἑκατὸ τοῖς ἑκατὸ βέβαιοι–, κ᾽ ἐγὼ ποὺ σᾶς μιλῶ κ᾽ ἐσεῖς ποὺ μ᾽ ἀκοῦτε καὶ ὅ­λα τὰ δισεκατομμύρια τῶν ζώντων καὶ τῶν νε­κρῶν, θὰ παρουσιαστοῦμε ὑπόδικοι ἐνώπι­ον τοῦ Κυρίου. Κριτής μας θὰ εἶνε ὁ ἐσταυρω­μένος Λυτρωτής. Θὰ μᾶς κρίνῃ μὲ νόμο ὄχι ἀν­θρώπινο ἀλλὰ μὲ τὸ Εὐαγγέλιο, ποὺ εἶ­νε ζυ­γαριὰ φαρμακείου, ζυγίζει καὶ τὸ τελευταῖο γραμ­μάριο, καὶ τὸν τελευταῖο δηλαδὴ λο­γισμό· οἱ σκέ­ψεις, τὰ λόγια, τὰ ἔργα μας θὰ παρελάσουν ἐνώπιον τοῦ Κυρίου σὰν κινηματογραφι­κὴ ταινία. Θὰ δικαστοῦμε. Καὶ πρέπει ν᾽ ἀνησυ­χοῦμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας, τί ἀπολογία θὰ δώσουμε.


Ν᾽ ἀνησυχοῦμε καὶ γιὰ τοὺς νεκρούς μας· ποῦ θὰ πᾶνε, στὴν κόλασι ἢ στὸν πα­ράδεισο; Ποῦ βρίσκονται ὁ πατέρας, ἡ μητέρα, οἱ συγ­γενεῖς; Καὶ στὴ ζυγαριὰ ξέρετε ὅτι, καθὼς ἀμφιταλαν­τεύεται, λίγο βάρος τὴν κάνει νὰ γείρῃ πρὸς τὸ ἕνα μέρος. Λίγα γραμμάρια ἀπαιτοῦνται· μιὰ προσευχὴ δηλαδή, ἕνα μνημόσυνο, λίγες ἐλε­ημοσύνες εἶνε ἱκανὲς κατὰ τὴν ὀρθόδοξο πίστι νὰ κλείνουν τὴ ζυγαριὰ δεξιά – ἀλλοίμονο ἂν κλείνῃ ἀριστερά. Δεξιὰ εἶνε ὁ παράδεισος, ἡ ἀνέκφραστη μακαριότης· ἀριστερὰ κόλασις. Ἐπειδὴ λοιπὸν αὔριο σαλπίζει ἡ σάλπιγξ τοῦ ἀρχαγγέλου, γι᾽ αὐτὸ σήμερα, ἐν ἀναμομονῇ τῆς παγκοσμίου κρίσεως, κάνουμε μνημόσυνα γιὰ ν᾽ ἀνακουφίσουμε τοὺς νεκρούς.


Καὶ τρίτος λόγος εἶνε, ὅτι πρέπει νὰ θυμώμα­στε διαρκῶς τὸ θάνατο, ποὺ εἶνε μία πραγμα­τικότης. Ὅπως ἔλεγαν καὶ οἱ ἀρ­χαῖοι πρόγονοί μας, «ὅρος φιλοσοφίας μνήμη θανάτου»· ἂν θέλῃς νὰ βρῇς τὴν ἀλήθεια καὶ νὰ ζῇς σὰν ἄγγελος, νὰ θυμᾶσαι τὸ θάνατο· σὲ παίρνει καὶ σὲ ἀνεβάζει σὲ ἄλλη σφαῖρα. Πήγαινε στοὺς τάφους, στάσου ἐκεῖ λίγα λεπτὰ καὶ πές· Ἄχ μάνα, γιατί νὰ σὲ λυπήσω· ἄχ πατέρα, γιατί νὰ σὲ πικράνω· ἄχ ἄντρα, γιατί νὰ σὲ ἀτιμάσω· ἄχ γυναίκα, γιατί νὰ σὲ ἀπατήσω· ἄχ παιδί μου, γιατί νὰ σὲ ἀμελήσω. Ἐάν, ἀντὶ νὰ διανυκτερεύουμε στὰ κέντρα διασκεδάσεως, πηγαίναμε ἐκεῖ, κανένας δὲν θὰ ἁμάρτανε.


Εἴμαστε Χριστιανοί, ἀλλ᾽ ἂς διδαχθοῦμε ἀ­πὸ ἕνα πρόγονό μας πρὸ Χριστοῦ. Εἶνε ὁ Μακεδὼν Φίλιππος, ὁ πατέρας τοῦ Μεγάλου Ἀλε­ξάνδρου. Αὐτὸς εἶχε ὁρίσει, κάθε πρωί, μόλις ἀνατέλλει ὁ ἥλιος, ἕνας στρατιώτης νὰ παρου­σιάζεται ἐνώπιόν του καὶ νὰ τοῦ λέῃ· «Φίλιππε, μέμνησο ὅτι θνητὸς εἶ»· ἂν καὶ εἶσαι βασιλιᾶς κ᾽ ἐξουσιάζεις λαούς, πρόσεξε γιατὶ θὰ πεθά­νῃς. Αὐτὰ ὁ Φίλιππος. Ἐνῷ ἐμεῖς, ἀποφεύγον­τας μὲ κάθε τρόπο τὴ μνήμη τοῦ θανάτου, καὶ τὰ γραφεῖα κηδειῶν τὰ μετωνομάσαμε «γραφεῖα τελε­τῶν», νὰ μὴ μᾶς τὸν θυμίζουν. Μνημονεύ­ετε τοῦ θανάτου! εἶνε ὁ καλύτερος δάσκαλος, χαρίζει τὰ μεγαλύτερα διδάγματα.


δελφοί μου, δὲν εἴμαστε ὑλισταὶ καὶ ἄπιστοι, ὥστε νὰ λέμε «Μετὰ θάνατον μηδέν». Ὄχι μηδέν! Οἱ νεκροὶ ζοῦν καὶ θ᾽ ἀναστηθοῦν. Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη πραγματικότης ἀπὸ τὴν ἀλήθεια τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν.



(†) ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε πιθανῶς στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Γεωργίου πόλεως Φλωρίνης τὴν 12-2-1972. *Εκ του ιστολογίου «augoustinos-kantiotis.gr». Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Print Friendly and PDF