ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Παρασκευή 24 Φεβρουαρίου 2023

ΑΓΙΟΥ ΓΕΡΜΑΝΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΟΥ ΚΩΝ/ΠΟΛΕΩΣ: ΚΥΡΙΑΚΗ Α' ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ (ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ)





Εἰς τὴν πρώτην Κυριακὴν τῶν νηστειῶν καὶ εἰς τὴν τῶν Ἁγίων καὶ σεπτῶν εἰκόνων ἀναστήλωσιν


«Πόσο ἀγαπημένες εἶναι οἱ σκηνὲς σου Κύριε τῶν δυνάμεων. Λειώνει ἀπὸ τὸν πόθο καὶ χάνεται ἡ ψυχή μου νὰ βρεθῆ στὶς αὐλὲς τοῦ Κυρίου»· ὄχι γιὰ τὴν ὀμορφιὰ τῶν κτιρίων καὶ τὸ καλὸ χτίσιμο τῶν τοίχων καὶ τὴ στιλπνότητα τῶν μαρμάρων καὶ γιὰ ὅλα ὅσα φιλοτέχνησε μὲ ἔξυπνες ἐπινοήσεις ἐπδέξιος τεχνίτης.


λα αὐτὰ σὲ δεύτερη μοῖρα τὰ θέτει ὁ Θεὸς κι εἶναι μικρὴ ἡ ἀξία τῶν ἄψυχων τούτων. Αὑτὸ ποὺ εἶναι στὴ πρώτη γραμμὴ του μετώπου γιὰ τὸν Κύριο καὶ κρίνεται ἄξιο γιὰ κάθε φροντίδα εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τὸ πολύτιμο ὄν ποὺ εἶναι ὁ κόσμος ὅλος ἡ τιμή του, κατὰ τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ, ὁ ἄνρθωπος ὁ οὐράνιος κι ἐπίγειος, ὁ σύνδεσμος τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς αὐτὸς ὁ μικρόκοσμος, γιὰ τὸν ὁποῖον ἔγινε ὅλος ὁ κόσμος.


ν λοιπὸν οἱ σκηνὲς τοῦ Θεοῦ εἶναι γεμάτες ἀπὸ ἀνθρώπους καὶ στὸ σπίτι τοῦ Κυρίου καὶ στὶς αὐλὲς τοῦ Θεοῦ μας ἔχουν φυτευθῆ ὅσοι ἐδικαιώθηκαν μὲ τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἀνθίζουν σὰν τὸ φοίνικα καὶ σὰν τὰ κέδρα τοῦ Λιβάνου πληθαίνουν, εἶναι ἀληθινὰ ἀγαπητὲς οἱ σκηνὲς αὐτές. Καὶ θὰ ἔχη δίκιο κάποιος νὰ μὴν τὶς καλέση οὐτε κἄν ἐπίγειες. Γιατὶ ὁ ἔνοικός τους εἶναι ὁ βασιλεὺς τῶν ὅλων κι ὅπου εἶναι αὐτὸς, ἐκεῖ θὰ βρῆς τὰ οὐράνια τάγματα καὶ τῶν φλογόμορφων ἀγγέλων τὴ στρατιά.


Γιατὶ ἐγῶ περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη ἡμέρα τοῦ ἔτους σήμερα ἀγάπησα τὴ θεϊκὴ ἱερὴ αὐτὴ σκηνή· ἔχει γεμίσει μὲ τόσο πολλοὺς ἀνθρώπους, ὥστε νὰ ξεχειλίζη σχεδὸν ὁ ναὸς. Κι εἶναι ἔτσι ἑνωμένοι μὲ τὸ σύνδεσμό τους, πρὸς τὸ Θεὸ καὶ πρὸς τὸν ἑαυτό τους, ὥστε καὶ τὰ σώματά τους νὰ παραβιάζουν, γιὰ νὰ ἑνωθοῦν καὶ νὰ συσφιχθοῦν καὶ νὰ συνενωθοῦν σὲ μιὰ μᾶζα.


Καὶ ἡ πελώρια αυτὴ πανηγυρικὴ συγκέντρωση σκοπό της ἔχει τὴν ἀνάμνηση τῆς ἀναστηλώσεως τῶν παναγίων εἰκόνων. Κοιτόταν ὄχι γιὰ τρεῖς μέρες ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ἀλλὰ πολὺν καιρὸ στὸ τόπο τῆς ἀφάνειας ἀπὸ τὴ ζήλεια τῶν αἰρετικῶν μὲ ἰουδαϊκὰ φρονήματα. Ἀλλὰ τώρα σηκώνεται ἀπὸ κεῖ μὲ τὴν εὐδοκία τοῦ Πατέρα καὶ πρώτη εὐαγγελίστρια τῆς ἀναστάσεως αὐτῆς εἶναι ἡ πιὸ σεβαστὴ μέσα στὶς γυναῖκες, ἡ μαθήτρια τοῦ Χριστοῦ, ἡ βασίλισσα ποὺ ἔχει ὄνοα τῆς θείας δωρεᾶς (Θεοδώρα).


Κι ἔπειτα ἀπ’ αὐτὴ περνᾶ τὸ μήνυμα σ’ ὅλους τοὺς τότε ἀποστολικοὺς πατέρες καὶ κήρυκες τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ ξανὰ ὀμορφαίνει πάλι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ μὲ τὶς ἱερόμορφες εἰκόνες καὶ εὐωδιάζει ὁλόκληρη, ἐλευθερωμένη ἀπὸ τὴν εἰκονομχικὴ ἀηδία. Ἀφοῦ ἔλαβε θέση μυροφόρου ἡ καλὴ αὐτὴ μαθήτρια καὶ θεόστεπτη βασίλισσα, ὅσους ἔλαβαν μέρος στὴν αἵρεση τοῦ Κοπρώνυμου, σὰν κοπρογέννητα σκαθάρια τοὺς ἔπνιξε καὶ τοὺς ἐξώντωσε.


Τὸν ἴδιο τὸν σύζυγό της, τὸ βασιλέα Θεόφιλο, ἄθλια αἰχμαλωτισμένο ἀπὸ τὴν τυραννικὴ αἵρεση, τὸν σήκωσε ὅπως φτωχὸν ἀπὸ τὴν κόπρο, αὐτὴ ποὺ μοιραζόταν τὴ ζωὴ του ὄχι ὅμως καὶ τὴ γνώμη του. Ὥ ἐξαίρετη γυναῖκα, ποὺ ἐπανώρθωσε τὶς πτώσεις πολλῶν γυναικῶν. Ἡ Εὔα διώχνει τὸν ἄνδρα ἀπὸ τὸν Παράδεισο, μολύνοντας τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν παρακοή της. Στὴν κοπριὰ κοιτόταν ὁ Ἰὼβ μὲ δύσοσμο σῶμα καὶ εὐωδιαστὴ ψυχὴ καὶ ἡ κακὴ ἐκείνη γυναῖκα τὸν συμβούλευσε νὰ σπιλώση καὶ τὴν ψυχὴ του μὲ τὴ βλασφημία. Δὲν ἔκαμε ἔτσι ἡ θεοφίλητη αὐτὴ γυναῖκα (σ’ αὐτὴν πιὸ πολὺ ταιριάζει τοῦ ἀνδρὸς της τὸ ὄνομα).


πειδὴ ἀγάπησε τὸ Θεό, τὴν ἀγάπησε καὶ κεῖνος καὶ γιὰ χάρη τοῦ Θεοῦ, ἀγάπησε τόσο σφοδρὰ τὸν ἄνδρα της, ὥστε ἀπὸ τὸν Ἄδη νὰ τὸν ἐξαρπάση κι ἀπὸ τὶς ἐκεῖ τιμωρίςε καὶ μὲ φιλόθεο ζῆλο καὶ μόχθο πνευματικὸ νὰ τὸν εἰσαγάγη στὸν παράδεισο. Καὶ τὸν ἔσωσε ἀπὸ τὴν βλασφημία τῆς σιχαμερῆς αἱρέσεως του Κοπρώνυμου, ποὺ στὴν κοπριὰ της καθόταν, καὶ ἄρχισε θερμὸν ἀγῶνα νὰ τὸν πλησιάση στὸν Χριστό, ποὺ τὄνομά του μῦρο εἶναι χυμένο.


τσι γυναῖκες, ν’ ἀγαπᾶτε τοὺς ἄνδρες σας, ἔτσι νὰ τοὺς βοηθᾶτε. Μὴν ἐπικοινωνῆτε μὲ τοὺς ἄνδρες σας σαρκικὰ μονάχα, ἀγαπῶντας τους γιὰ τὴν ἡδονὴ. Βοηθεῖτε τους καὶ σ’ ὅ,τι ὠφελεῖ τὴν ψυχὴ καὶ συμβουλεύτέ τους τὰ κατάλληλα γιὰ τὴ σωτηρία. Κι ἄν πρὶν ἀπὸ σᾶς τοὺς ἁρπάση ὁ θάνατος μὲ ἀκάθραρτη ψυχή, κάμετε φροντίδα σας τὴν σωτηρία τους μὲ προσευχὲς, μὲ δάκρυα, μὲ ἐλεημοσύνες, μὲ ἱερὲς τελετές. Μπορεῖς, γυναῖκα καὶ νεκρὸ νὰ σώσης τὸν ἄνδρα σου μὲ τοῦτα.


λλὰ ὑπάρχουν καὶ τώρα κάποιοι, σκύβαλα τῆς αἱρέσεως τοῦ Κοπρωνύμου, κι ἀποτολμοῦν οἱ λυσσαλέοι νὰ ρίχνουν κοπριὰ ἐπάνω στοὺς προσκυνητὰς τῶν ἱερῶν εἰκόνων τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων. Ἔτσι ἐγὼ ὀνομάζω τοὺς βλάσφημους λόγους ἐκείνων καὶ εἶναι αὐτοὶ οἱ σύγχρονοι Βογόμιλοι, οἱ γνήσιοι μαθηταὶ τοῦ Ἀντιχρίστου, συμμαθηταὶ τοῦ προδότη Ἰούδα. Σ’ αὐτοὺς τώρα στρέφω τὸ πρόσωπο τοῦ λόγου. Γιατὶ πολλὲς φορὲς ἐγὼ τοὺς ἀντιμετώπισα κατὰ πρόσωπο καὶ ἐξευτέλισα τὰ μιαρὰ πρόσωπά τους, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ὑβρίζουν αὐτοί.


λίγα κομμάτια ἀπὸ τὸ διάλογο ἐκεῖνον ἀφοῦ ἀποσπάσω, θὰ τὰ μεταφέρω στὴ δική σας ἀγάπη, γιὰ νὰ εἶστε ἐνήμεροι τῆς πλάνης τους καὶ νὰ μὴν ἐξασθενήσετε ἀπὸ ἄγνοια χωρὶς νὰ τὸ καταλάβετε μὲ τοὺς ἀπατηλοὺς λόγους τούτων. Γιατὶ πολλοὶ τώρα περιφέρονται καὶ μπαίνουν στὰ σπίτια γυρίζοντας στὰ σκοτεινὰ καὶ μὲ τὸ ἐξωτερικὸ τῆς εὐλάβειας συναρπάζουν πολλούς. Ἐνῶ εἶναι διάβολοι σκοτεινόμορφοι, μετασχηματίζονται σ’ ἀγγέλους φωτός.


Μὲ ρώτησε κάποιος ἀπὸ τοὺς δαιμονοπρόσωπους τούτους Βογομίλους. Γιατί, μοῦ εἶπε, προσκυνᾶτε τοίχους, καὶ σανίδες καὶ ἀσβέστη καὶ διάφορα χρώματα; Μ’ αὐτὰ ἐννοῦσε τὶς ἅγιες εἰκόνες. Κι ἐγὼ τοῦ εἶπα· Πότε εἶδες κάποιοιν ἀπὸ τοὺς πιστοὺς τῆς δικῆς μας Ἐκκλησίας νὰ πηγαίνη στὰ ἀσβεστοκάμινα, ἤ στὰ ἐρείπια, ὅπου οἱ σωροὶ ἀπὸ πέτρες ἤ στὰ χρωματοπωλεῖα καὶ νὰ τὰ προσκυνᾶ καὶ νὰ τὰ σέβεται; Ἄν ἀπονέμαμε σεβασμὸ στὶς πέτρες καὶ τὰ χρώματα, εἶνα ἀνάγκη, ὅπου βλέπαμε ἤ πέτρα ἤ σανίδα, νὰ τὰ προσκυνοῦμε.


Τώρα ὅμως αὐτὸ δὲ γίνεται κι οὔτε ὁ ἐχθρὸς τὴς ἀλήθειας θὰ τολμήση νὰ πῆ. Ἀπονέμομε τὸ σεβασμὸ ὄχι στὰ ὑλικὰ ἀλλὰ στὴ μορφὴ ποὺ τὰ ὑλικὰ σχηματίζουν καὶ ὄχι σὲ κάθ μορφὴ ἀλλὰ στοῦ Χριστοῦ, τῆς ὑπεραγίας Μήτερας τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἄλλων ἁγίων. Ἡ τιμὴ τῆς εἰκόνας πηγαίνει στὸ πρότυπο. Κι ἀπεικονίζεται ὁ Χριστὸς ἐπάνω σ’ αὐτὴ τὴ σανίδα ἤ πάνω στὸ τοῖχο γυμνὸς μ’ ἁπλωμένα τὰ χέρια στὸν σταυρό. Καὶ στέκονται κοντὰ Ἰουδαῖοι ποὺ τὸν ποτίζουν ξίδι καὶ χολὴ καὶ τὸν κεντοῦν στὴν πλευρὰ, ἐνῶ ὁ Πιλᾶτος κάθεται σὲ θρόνο μὲ πολλοὺς δορυφόρους.


λα αὐτὰ ἱστορημένα μὲ χρώματα. Ἐμεῖς ὅμως παραβλέποντας τὸν καθισμένο στὸν θρόνο, τοὺς Ἰουδαίους ποὺ τὸν περιγελοῦν, τοὺς δορυφόρους ποὺ τὸν πληγώνουν, τὸν κρεμασμένο στὸ σταυρὸ ἐπάνω γυμνὸ ποὺ αὐτοὶ περιγελοῦν ἐμεῖς προσκυνοῦμε κι ἀσπαζόμαστε. Κι ἐδῶ κι ἐκεῖ ὑπάρχουν χρώματα κι ἐδῶ κι ἐκεῖ ὑπάρχουν μορφές. Γιατὶ ὅμως ἄλλες μισοῦμε κι ἀποστρεφόμαστε καὶ τὶς ἄλλες τὶς ἀγαποῦμε καὶ τὶς ἀσπαζόμαστε; Γιατί;


Νὰ σοῦ πῶ. Γνωρίζομε ὅτι τὰ ἅγια πρότυπα ἔχουν καὶ ἅγιες ἀπεικονύσεις. Τὰ μιαρὰ πάλι πρότυπα ἔχουν καὶ μιαρὲς ἐπεικονίσεις. Πάλις σὲ ρωτῶ κι ἀποκρίσου μου πάλι, Τὸ βιβλίον τῶν Εὐαγγελίων τὸ θεωρεῖς ἅγιο καὶ τὸ σέβεσαι σὰ θησαυροφυλάκιο τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν ἤ κι αὐτὸ τὸ ἀποστρέφεσαι καὶ τὸ κατατάσσεις στὰ ἀνάξια τιμῆς; Ὄχι, ἀπαντᾶ, ἀνάξιο, ἀλλὰ τὸ θεωρῶ ἄξιο γιὰ μεγάλη τιμὴ καὶ τὸ προσκυνῶ καὶ τὸ ἀσπάζομαι. Τουτο τὸ εἶπες καλά. Εἶναι στ’ ἀληθινὰ πολυτιμότατο καὶ ἁγιώτατο πραγματικὰ βιβλίο τῆς ζωῆς ποὺ μεταφέρει στοὺς αἰῶνες.


πὸ τὸ λόγο σου λοιπόν, Βογόμιλε, θὰ καταδικαστῆς. Πές μου λοιπόν· τὸ βιβλίο αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖται ἀπὸ σανίδες καὶ δέρματα καὶ κλωστὲς ποὺ σφίγγουν τὰ δέρματα καὶ μελάνι καὶ ἄλλα χρώματα; Ὅταν λοιπὸν καὶ σὺ προσκυνῆς καὶ ἀσπάζεσαι τὸ βιβλίο τῶν Εὐαγγελίων, προσκυνεῖς κι ἀσπάζεσαι τὶς σανίδες καὶ τὸ μελάνι καὶ τὰ δέρματα ἤ τοὺς λόγους τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι γραμμένοι στὸ βιβλίο; Ναί, ἀπάντησε, τοὺς λόγους ποὺ εἶναι γραμμένοι στὸ βιβλίο. Καὶ μπορεῖς μ’ ἄλλο τρόπο νὰ παραδώσης τοὺς λόγους αὐτοὺς στὴ γραφὴ καὶ στὴν ἀνάγνωση χωρὶς μελάνι ἤ καὶ χαρτί;


χι, λέγει. Ποιὸ εἶναι λοιπὸν τὸ συμπέρασμά μας; Ὅτι γιὰ νὰ γραφοῦν οἱ Εὐαγγελικοὶ λόγοι χρησιμοποιοῦνται τὰ δέρματα, τὸ μελάνι καὶ τ’ ἄλλα. Καὶ ὅ,τι τιμᾶται εἶναι οἱ λόγοι τοῦ Κυρίου ποὺ ἔχουν γραφτῆ στὸ βιβλίο. Ὥστε ἄν κάποιος σβήση τοὺς λόγους, σβήνει καὶ τὴν τιμὴ τοῦ βιβλίου κι ὅ,τι ἀπομείνη εἶναι ἀνάξιο σεβασμοῦ καὶ προσκυνήσεως. Παρόμοια στοχάσου, αἱρετικὲ καὶ ἀνόητε, καὶ γιὰ τὶς ζωγραφιὲς τῶν ἁγίων εἰκόνων. Αὐτὸ ποὺ τιμοῦμε καὶ προσκυνοῦμε εἶναι ἡ εἰκόνα καὶ τὸ ὄνομα εἴτε τοῦ Χριστοῦ εἴτε τῆς Παναγίας εἴτε κάποιου ἁγίου. Κι αὐτὰ εἶναι ἀδύνατο νὰ μορφοποιηθοῦν καὶ νὰ ἀπεικονισθοῦν παρὰ μὲ διάφορα χρώματα· ἄν σβηστῆ ἡ εἰκόνα, γίνονται στὸ ἑξῆς κοινὰ τὰ ὑλικὰ καὶ ἀνάξια γιὰ τιμή.


Γιὰ νὰ μεταχειριστοῦμε ἕνα παράδειγμα, ἄς ὑποθέσωμε ὅτι κάπου ὑπάρχει ἕνας καθρέφτης ἀπὸ γυαλὶ ἤ μέταλλο καὶ φαντάσου ὅτι ὁ Χριστὸς ἀντί κάποιος ἄλλος στέκεται μπροστὰ σ’ αὐτοὺς τοὺς καθρέφτες. Καὶ σχηματίζεται ἡ εἰκόνα του στὴ στιλπνότητα τοῦ καθρέπτη καὶ νὰ φαίνεται σ’ αὐτὴν καθαρά. Ἄν λοιπὸν κάποιος πλησιάση μὲ πόθο στὸν καθρέπτη, ὅπου διαγράφεται ἡ μορφὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸν ἀγγίση μὲ τὰ χείλη του καὶ τὸν ἀσπαστῆ, τὸν καθρέφτη τάχα τιμᾶ ἤ τὴ μορφὴ τοῦ Χριστοῦ ποὺ καθρεφτίζεται; Γιατὶ ἄν τιμοῦσε τὴν ὕλη τοῦ καθρέφτη καὶ ἀπέδιδε σ’ αὐτὴ σεβασμὸ θὰ ἦταν συνακόλουθο νὰ προσκυνῆ κάθε γυαλὶ καὶ κάθε μέταλλο.


ν ὅμως τέτοιο πρᾶγμα δὲν ἔκαμε ποτὲ καὶ ἀσπάστηκε ἐκεῖνο μόνο, ὅπου παρουσιάστηκε ἡ μορφὴ τοῦ Χριστοῦ, εἶναι φανερὸ καὶ σὲ τυφλὸ ὅτι ἐτίμησε τὴ μορφὴ τοῦ Χριστοῦ ποὺ φαίνεται ἐπάνω στὴν ὕλη. Κατὰ τὸν ὅμοιο τρόπο νὰ σκέφτεσαι καὶ γιὰ τὶς ἅγιες εἰκόνες. Ἀλλὰ σὺ ὁ αἱρετικὸς δὲν εἶσαι μόνο εἰκονομάχος ἀλλὰ πέρα πέρα Χριστομάχος καὶ γι’ αὐτὸ εἶσαι γεμᾶτος πολεμικὸ μένος κατὰ τῆς ἁγίας εἰκόνας του κι ἔχεις ἀποθηριωθῆ ἀπὸ τὸ δαίμονα ποὺ κατοικεῖ μέσα σου.


Γιατὶ κι οἱ παρδάλεις λένε ὅτι μισοῦν τὰ πρόσωπα τῶν ἀνθρώπων καὶ λυσσοῦν μὲ μανία ἐναντίον τους, κι ἄν κάπου δοῦνε ζωγραφισμένη ἀνθρώπινη μορφή, μανιάζουν μ’ αὐτὴ καὶ πηδοῦν κατὰ πάνω της ἔξαλλα καὶ δείχουν τὰ νύχια τους. Τέτοιοι εἶναι καὶ οἱ γιοὶ τῆς ἀπώλειας, οἱ πρόδρομοι τοῦ Ἁντιχρίστου, οἱ διαβολικοὶ πραγματικὰ Βογόμιλοι. Τὸ Χριστὸ μισοῦν ἄτοπα κι ὄχι μόνο δὲν ἀνέχονται νὰ ἀντικρύζουν τὴν πανσέβαστη μορφή του ἀλλὰ τῆς δίνουν καὶ τὴν ὀνομαίσα τοῦ εἰδώλου.


ληθινὰ «τάφος ὁλάνοιχτος εἶναι ὁ λάρυγγάς τους» καὶ βγάζει πολλὴ κακοσμία ἀπὸ βλασφημία· εἶναι γιοὶ τοῦ σκότους καὶ δὲν βλέπουν τὸ φῶς τῆς ἀλήθειας. Ὁ Χριστὸς, ὁ δημιουργὸς τοῦ κόσμου, ὅταν εἶδε τὸ ὁμοίωμα τοῦ αὐτοκράτορα Τιβέριου, ἀνθρώπου ἀπίστου καὶ εἰδωλολάτρη, οὔτε τὸ ὕβρισε οὔτε τὸ ἀποκάλεσε εἴδωλο ἀλλὰ εἰκόνα. Καὶ συ δυστυχισμένε δὲ νιώθες φρίκη, τὸ βασιλέα τῶν οὐρανῶν, τὸν ἀπλησίαστο ἀπὸ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους καὶ τὴν εἰκόνα του νὰ τὴ θεωρῆς βλάσφημα εἴδωλο; Καὶ ποῦ ὁ Χριστὸς ἀποκαλεῖ τοῦ αὐτοκράτορα τὴ μορφὴ εἰκόνα, ἄκουσε.


Κάποτε ἐρώτησαν τὸ Χριστὸ οἱ φίλοι σου καὶ ἀδελφοί σου καὶ ὁμόφωνες. Δὲ διαφέρει σὲ τίποτα ἀπὸ τὸν Ἑβραῖο ὁ Βογόμιλος ἤ καλύτερα εἶναι ὁ Βογόμιλος ἀπὸ κάθε Ἑβραῖο πιὸ ἀσεβής. Γιατὶ ὁ Ἑβραῖος κι ἄν εἶναι κατὰ τὰ ἄλλα κακός, παραδέχεται ὡστόσο ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ὁ δημιουργὸς τῆς πλάσης. Ἐνῶ ὁ Βογόμιλος ἀποδίδει τὴ δημιουργία στὸ διάβολο. Ἄλλαξε θέση γι’ αὐτὸ, οὐρανέ, καὶ ταραχτῆτε, θεμέλια τῆς γῆς. Ἄνοίξετε καὶ καταπιῆτε τοὺς ἀποστάτες καὶ ὑβριστὰς τοῦ Πλάστη καὶ Δημιουργοῦ ὅλων, ὅπως στὸ παρελθὸν τοὺς φίλους τοῦ Δαθὰν καὶ τοῦ Ἀβειρών.


ς γυρίσωμε σ’ αὐτὸ ποὺ λέγαμε. Ρώτησαν κάποτε τὸν Χριστὸ οἱ Ἰουδαῖοι «ἄν ἐπιτρέπεται νὰ δίνουν στὸν αὐτοκράτορα τὸ νόμισμα τοῦ κήνσου ἤ ὄχι». Κι ὁ Χριστὸς ἀπάντησε: «Δείξατέ μου τὸ νόμισμα τοῦ κήνσοου». Κι ὅταν τοῦ τὸ ἔδιξαν τοὺς εἶπε πάλι· «Τίνος εἶναι ἡ εἰκόνα αὐτὴ καὶ ἡ ἐπιγραφή»; τοῦ αὐτοκράτορα ἀπάντησαν. Καὶ ὁ Χριστὸς εἶπε· Ἀποδώσετε στὸν Καίσαρα ὅ,τι ἀνήκει στὸν Καίσαρα καὶ στὸ Θεὸ ὅ,τι ἀνήκει στὸ Θεό». Ἄκουσες κακοήθη Βογόμιλε, τὸ Χριστό, ποὺ εἶπε· τίνος εἶναι ἡ εἰκόνα αὐτὴ καὶ ἡ ἐπιγραφή; 


Κι ὅτι τὸ ἀποτύπωμα πάνω στὸ νόμισμα εἶναι τοῦ Καίσαρα εἰκόνα κι ὄχι εἴδωλο. Ἀλλὰ γράφει ἡ Γραφή, μᾶς λέει: «Τὰ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν εἶναι ἀσήμι καὶ χρυσάφι καὶ ὅτι αὐτὰ οὔτε λόγο ἔχουν , οὔτε ὅραση οὔτε κίνηση». Ἐπειδὴ λοιπὸν καὶ οἱ εἰκόνες οὔτε κάμουν οὔτε προκαλοῦν κάτι ἀπ’ ὅ,τι τὰ ὄντα ποὺ συναισθάνονται καὶ μιλοῦν καὶ κινοῦνται, λέμε ὅτι δὲν εἶναι ἀνόμοια ἀπὸ τὰ εἴδωλα. Ἀνόητε κι ἀσυναίσθητε! Ἄν οἱ εἰκόνες μιλοῦσαν, ἄν ἔβλεπαν, ἄν ἄκουαν, ἄν περπατοῦσαν δὲ θὰ ἦσαν εἰκόνες οὔτε ὁμοιώματα ἀλλὰ πρότυπα καὶ τέλειοι ἄνθρωποι. Ἐνῶ ἡ εἰκόνα εἶναι μονάχα ὁμοίωμα ἑνὸς προτύπου καὶ ἀπομίμηση μιᾶς μορφῆς. 


Ἁγία Γραφὴ ἀποκαλεῖ εἴδωλα τὰ ὁμοιώματα τῶν δαιμόνων. Δαίμονες ἦσαν οἱ θεοὶ τῶν Ἑλλήνων. Ἐκφράζεται ἔτσι «Οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν εἶναι δαιμόνια». Κι ἐπειδὴ τάχα τῶν ἐθνῶν οἱ θεοὶ εἶναι δαιμόνια, θὰ ἀρνηθοῦμε ἐμεῖς τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ θὰ ζήσωμε στὸν κόσμο σὰν ἄθεοι; Τὸ δικὸ σου σκοτεινὸ πνεῦμα μόνο μπορεῖ νὰ τὸ πῆ αὐτό· ἐπειδὴ οἱ θεοὶ τῶν ἐθνῶν ἦσαν δαιμόνια, μήτε σεῖς νὰ μὴν τιμήσετε τὸ Θεὸ, γιὰ νὰ μὴ θεωρηθῆτε δαιμονολάτρες ἀλλὰ μείνετε ἄθεοι. Ἄν αὐτὸ εἶναι ἀθεΐα καὶ ἀσέβεια, τὸ ἴδιο θὰ ἐπαναληφθῆ καὶ στ’ ἀποτυπώματα. Οἱ Ἕλληνες ἐλάτρευαν μορφὲς τῶν δαιμόνων· ἐμεῖς τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων του. «Τὶ σχέση ἔχει τὸ φῶς μὲ τὸ σκοτάδι ἤ πῶς νὰ συμφωνήση ὁ Χριστὸς μὲ τὸ Βελίαλ»;


ν τὸ σκοτάδι καὶ τὸ φῶς εἶναι τὸ ἴδιο πρᾶγμα θὰ εἶναι ἐπίσης τὸ ἴδιο ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸ εἴδωλο. Ἀλλὰ μακάρι νὰ στραφῆ ἡ βλασφημία ἐπάνω στὸ σιχαμερὸ κεφάλι σου, τρισκατάρατε Βογόμιλε. Μάθε λοιπὸν τὴν ἀλήθεια, ἔχθρὲ τῆς ἀλήθειας. Τὰ ἔθνη ἐκεῖνα τὰ πολύθεα καὶ τὰ ἄθεα ἔφτιαχναν γλυπτὰ ὁμοιώματα τῶν δαιμόνων καὶ τὰ ἐλάτρευαν σὰν θεοὺς καὶ λογάριαζαν αὐτὰ τὰ ἄψυχα σὰν κηδεμόνες τῆς ζωῆς. Κι ἦσαν μαζὶ καὶ τὰ πρότυπα καὶ τὰ ὁμοιώματά τους δαίμονες καὶ ὁμοιώματα δαιμόνων.


Χριστὸς ὅμως ὁ ἀληθινὸς Θεὸς ἀφοῦ εἶναι μονογενὴς Γιὸς καὶ Λόγος τοῦ ἄναρχου Πατέρα, ἔγινε γιὰ χάρη μας ἄνθρωπος στ’ ἀληθινὰ κι ὄχι μὲ τὴ φαντασία, κι ἔμεινε συνάμα αὐτὸ ποὺ ἦταν καὶ τὸ σχῆμα ἀκριβῶς τῆς ἀνθρωπίνης μορφῆς του ἀπεικονίζομε καὶ σὰν ἅγιο τὸ τιμοῦμε, γιατὶ κι ὁ Χριστὸς εἶναι πανάγιος. Ὅμοια συμπεριφερόμαστε καὶ πρὸς τοὺς ἁγίους. Ἀλλὰ κι ὅταν τιμοῦμε καὶ προσκυνοῦμε τὶς ἅγιες εἰκόνες γιὰ τὴν ὁμοιότητά μὲ τὰ πρότυπά τουυυς, δὲν σεβόμαστε –μὴ γένοιτο- σὰν νὰ ἦσαν θεοί. Ἀλλὰ καὶ σὲ ἀνάθεμα ὑποβάλλομε αὐτοὺς ποὺ μᾶς ἀποδίδουν συκοφαντία. Γιατὶ, μὲ ἐξαίρεση τὸ Χριστὸ, δὲ θεωροῦμε θεοὺς ἀπὸ τὴν φύση τους μήτε τὰ ἴδια τὰ πρότυπα τῶν ἁγίων εἰκόνων. Τοὺς νομίζουμε μᾶλλον γνήσιους δούλους τοῦ Θεοῦ καὶ τοὺς ἀγαποῦμε, γιατὶ ἀγάπησαν ἀληθινὰ τὸ Θεὸ καὶ τοὺς τιμοῦμε, ἐπειδὴ ὠς τὸ τέλος ἀγωνίστηκαν, γιὰ νὰ τιμήσουν τὸν Χριστό.


Σοῦ ξαναθέτω τὴ ἐρώτηση, Ποιός λέει «Τὰ εἴδωλα τῶν ἐθνῶν εἶναι ἀσήμι καὶ τὸ χρυσάφι» καὶ τὰ παρακάτω; Ὁ Δαυΐδ, θ’ ἀπαντήσης. Κι ὁ Δαυΐδ ποιοῦ νόμου μαθητὴς καὶ τηρητὴς ἦταν; Τοῦ παλιοῦ νόμου, τῆς σκιᾶς ἤ τοῦ νέου, τοῦ φωτός; Βέβαια τοῦ παλιοῦ. Καὶ πῶς σὺ ὁ Βογόμιλος ἄν καὶ ἀπορρίπτης τὰ βιβλία τοῦ Παλιοῦ νόμου κι ἀποδίδης στὸν πονηρὸ τὴ νομοθεσία αὐτὴ κι ὄχι στὸν ἀγαθὸ Θεὸ κι ὅλα αὐτὰ καταδικάζης στὴ σιγή, πῶς ἀποσπᾶς ἀπὸ τὴ σειρά του τὸ ἐδάφιο αὐτὸ καὶ τὸ προβάλεις σ’ ἐμᾶς; Πρέπει νὰ παραδεχθῆς τὸ νόμο στὸ σύνολό του, ἀλλιῶς ἄν δὲ τὸν παραδεχτῆς ἐκεῖνον, νὰ μὴν παραδεχτῆς μήτε τὸ λιγόλογο τοῦτο διάψαλμα (μεσῳδό). Εἶναι ἀνοησία μιὰ μόνο ἀκτῖνα ἀπ’ ὅλο τὸν ἥλιο νὰ ἑπαινέσης σὰν λαμπρή, σὰν χρυσωπὴ καὶ ν’ ἀποδώσης ζόφωση σ’ ὅλες τὶς ἄλλες.


πῶς θὰ μπορέσης μιᾶς πηγῆς τὸ ρεῦμα νὰ τὸ χωρίσης σὲ γλυκὺ καὶ πικρό; Καὶ πῶς παρατρέχεις θεληματικὰ τοῦτο; Ὅτι ὁ παλιὸς νόμος ἤ μᾶλλον ὁ ἀληθινὸς Θεὸς ποὺ μίλησε μέσα στὸ νόμο δίνοντας παραγγελίες στὸν Ἰσραὴλ καὶ λέγοντας «Δὲ θὰ κάμης κανένα ὁμοίωμα οὔτε ὅσων εἶναι στὸν οὐρανό, οὔτε ὅσων εἶναι στὴν γῆ», ὁ ἴδιος ὥρισε νὰ κατασκευάσουν δύο Χερουβεὶμ χρυσοστόλιστα καὶ νὰ τὰ στήσουν ἀπ’ τὴ μιὰ καὶ τὴν ἄλλη στὴν ἱερή κιβωτό; Μάρτυρας στὸ λόγο μου γίνεται καὶ ὁ Παῦλος, ὁ ἀπόστολος ποὺ ἀνέβηκε στὸν οὐρανό, μιλῶντας γι’ αὐτὸ τὸ θέμα στὴν Ἐπιστολή του πρὸς τοὺς Ἑβραίους καὶ λέγοντας κατηγορηματικά «Μετὰ τὸ δεύτερο χώρισμα εἶναι σκηνὴ ποὺ λέγεται Ἅγια τῶν Ἁγίων, ἔχει χρυσὸ θυμιατήρι καὶ τὴν κιβωτὸ τῆς διαθήκης, σκεπασμένη μὲ χρυσάφι ἀπὸ παντοῦ, ὅπου βρίσκεται ἡ χρυσῆ στάμνα μὲ τὸ μάννα καὶ τὴ ράβδο τοῦ Ἀαρών, ποὺ βλάστησε καὶ οἱ πλάκες τῆς διαθήκης· πάνω ἀπ’ αὐτὴν Χερουβεὶμ τῆς θείας δόξας κάνουν ἴσκιο στὸ κάλυμμα». Πάνω σ’ αὐτὰ δὰ τὰ Χερουβεὶμ παρουσιαζόταν συχνὰ στοὺς ἄξιους ὁ Θεὸς τῆς δόξας. Γιὰ τοῦτο κι ὁ Παῦλος τὰ ὠνόμασε Χερουβείμ τῆς δόξας.


Βλέπεις, τυφλὲ, πῶς καθῶς ἐλέγαμε πιὸ πάνω, εἶναι ἅγια τὰ ὁμοιώματα τῶν ἁγίων προτύπων; Καὶ πῶς εἶναι δαίμονες μιαροὶ καὶ παμμίαροι καὶ μιαρὰ καὶ παμμίαρα τὰ εἴδωλὰ τους, κι ὅποιοι σέβονται τούτους καὶ τὰ εἴδωλά τους θὰ κληρονομήσουν μαζὶ μ’ αὐτοὺς τὴν αἰώνια φωτιά; Κι ἡ φωτιὰ εἶναι μερίδα τῆς κληρονομίας τῶν Βογομίλων, γιατὶ καὶ γι’ αὐτοὺς εἶναι κατάλληλη ἠ φράση «Οἱ Θεοὶ τῶν Ἐθνῶν εἶναι δαιμόνια». Πρόσεξε τὴν ἀρματωσιὰ τοῦ λόγου. Κάθε ἄνθρωπος ποὺ κυβερνᾶται ἀπὸ τὸ νοῦ καὶ τὸ λογικό, τὸ Θεὸ ποὺ λατρεύει τὸν παραδέχεται καὶ τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς δημιουργὸ κι ὅλων ὅσα βρίσκονται στὴ γῆ, κι ὅποιος ἦταν στ’ ἀλήθεια ὁ δημιουργός τους, αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ Θεός. 


Οἱ Βογόμιλοι ἀποδίδουν τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου στὸ διάβολο, ὥστε συμφωνεῖ μὲ τὴ γνώμη τους καὶ Θεὸ αὐτὸν τὸν νομίζουν καὶ νὰ τὸν προσκυνοῦν κι εἶναι ὁ Θεὸς τῶν Βογομίλων δαιμόνιο καὶ εἴδωλα τούτου καθένας ἀπὸ τοὺς Βογομίλους, ποὺ γίνεται πέρα γιὰ πέρα ὅμοιος μὲ τὸ πρότυπό του. Εἶναι καὶ τοῦτοι σκοτεινόμορφοι δαιμονοπρόσωποι. Ὅμοιοι μ’ αὐτοὺς νὰ γίνουν ὅσοι τοὺς τιμοῦν καὶ τὶς βλασφημίες τους παραδέχονται κι ἄς εἶναι οἱ παρόμοιοι ὅλοι κάτω ἀπὸ αἰώνιο ἀνάθεμα.


Μποροῦσα νὰ προσθέσω κι ἄλλα σ’ ὅσα ἔχουν ὡς τώρα λεχθῆ, γιὰ νὰ φανῆ ἡ παραφροσύνη τῶν Βογομίλων ἀλλὰ ἡ πανιέρη ἀκολουθία τῆς θείας μυσταγωγίας, μᾶς προσκαλεῖ τώρα νὰ τὴν ὁλοκληρώσωμε. Ὅλοι οἱ ἐχθροὶ τῆς ἀλήθειας καὶ φίλοι τοῦ ψεύδους θὰ δεχθοῦν τὸ ἀνάθεμα ἀπὸ ὅσους ἔχουν τὸ ὄνομα τοῦ Χριστιανοῦ. Ἐγώ, τρισαγαπητά παιδιά μου, ἀφοῦ κάμω μιὰ σύντομη παραίνεση στὴν ἀγάπη σας γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ψυχῶν σας θὰ σταματήσω. Θυμοῦμαι ὅτι καὶ κάποια ἄλλη φορὰ σᾶς ἐδίδαξα καὶ σᾶς συμβούλεψα νὰ ἀκολουθῆτε τὴ συνήθεια τοῦ ἑνὸς φαγητοῦ τὴν ἐνάτη ὥρα τὶς πέντε ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος κατὰ τὴν ἁγία νηστεία.


Γιὰ τὸ ἴδιο πάλι παρακαλῶ τὴν ἀγάπη σας. Αὐτὸ εἶναι νηστεία· ἡ μέτρια τροφὴ τὸ ἀπομεσήμερο. Ἄν δὲν κάμης ἔτσι ἀλλὰ γευματίζης τὴ συνηθισμένη ὥρα, αὐτὸ εἶναι κατάλυση κι ὄχι καθιέρωση τῆς νηστείας, ἀκόμα κι ἄν τὸ τραπέζι μας ἀποτελεῖται ἀπὸ ἁπλᾶ καὶ λιτὰ φαγητά· οὔτε νηστεύεις ἄν δὲν χρησιμοποιῆς τὸ κρέας. Μὴ γελιέσαι· πρέπει τὸ στομάχι ποὺ ἐπιθυμεῖ φαγητὸ πρὶν τῆς ὥρας νὰ τὸ συγκρατῆς. Εἶσαι τοῦ Χριστοῦ δοῦλος. Ὑπηρέτησε πρῶτα τὸν Κύριό σου. Στάσου κοντά του μὲ τὴν προσευχή. Τροφή του πρόσφερέ του τὴ φροντίδα τῆς σωτηρίας σου, αὐτὴ εἶναι ἡ δικὴ του δυνατὴ πεῖνα.


στερα ἀσχολήσου μὲ τὴ φροντίδα τοῦ δικοῦ σου στομαχιοῦ. Ἐνῶ ἄν θεωρῆς αὐτὴ προτιμότερη ἀπὸ τὴν ὑπηρεσία τοῦ Κυρίου σου, δὲν εἶσαι δοῦλος τοῦ Χριστοῦ ἀλλὰ τοῦ στομαχιοῦ. Καὶ τοῦτο, ὀφείλουμε νὰ τὸ κάνωμε πάντοτε, νὰ προτιμοῦμε τὴν ὑπηρεσία καὶ τὴ δοξολογία τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴ σωματικὴ τροφή. Ἀλλὰ ἐπειδὴ εἴμαστε ἀσθενεῖς ἤ καλύτερα ὀκνηροὶ καὶ βαρεῖς, ἄς τὸ ἐφαρμόσωμε τουλάχιστο σ’ αὐτὲς τὶς ἡμέρες τῆς νηστείας καὶ ἄς σταματήσωμε τὴν κατηγορία τῶν Λατίνων ἐναντίον μας ποὺ μᾶς ἐκτοξεύουν, ἐνῶ ἐκεῖνοι τρῶνε πιὸ ἀργὰ καὶ μιὰ φορὰ τὴν ἡμέρα.


λλὰ ἐκείνοι, λένε μερικοί, ἄν τρῶνε πιὸ ἀργά, πιὸ ἀργὰ ἐπίσης σηκώνονται ἀπὸ τὸ τραπέζι. Κι εἶναι ἀφθονώτερα τὰ φαγητὰ τους. Ψάρια καὶ χορταρικὰ καὶ ὄσπρια μὲ λάδι καθημερινὰ τρῶνε κατὰ κόρον, ὥστε ἀργὰ τὸ βράδυ τῆς ἄλλης ἡμέρας νὰ γίνη ἡ χώνεψη τῶν φαγητῶν. Κράτησε τὴ γλῶσσα σου, ἄνθρωπε, ἀπὸ τοὺς λόγους, ὅπως καὶ τὸ στόμα ἀπὸ τὴν τροφὴ καὶ σὺ ποὺ δὲν τρῶς, μὴν κρίνης ἐκεῖνον ποὺ τρώει. Δὲ σοῦ λέγω βέβαια νὰ ζηλέψης γενικὰ τὸν τρόπο τῆς Λατινικῆς νηστείας, ἀλλὰ τὸ σχετικὸ καλὸ ποὺ περιέχει. Ὁ φρόνιμος γνωρίζει νὰ ἀντλῆ ὄχι μικρὴ ὠφέλεια ἀπὸ τὸ ἐχθρικὸ καὶ τὸ βλαβερό.


ταν λοιπὸν ὁ Κύριος μᾶς παραγγέλη «Νὰ γίνετε φρόνιμοι ὅπως τὰ φίδια καὶ ἀθῶοι ὅπως τὰ περιστέρια», δὲ μᾶς συμβουλεύει νὰ μιμηθοῦμε τὴν ἱκανότητα τοῦ φιδιοῦ νὰ δηλητηριάζει καὶ νὰ σκοτώνη, οὔτε τὴν ἀνοησία τοῦ περιστεριοῦ. Ἀλλὰ ἀπὸ τὸ φίδι τὴν προφυλακτικότητα καὶ τὴ φροντίδα ποὺ δείχνει γιὰ τὸ κεφάλι του –φροντίζει τὸ φίδι νὰ προφυλάξη ἀπ’ ὅλο τὸ σῶμα τὸ κεφάλι- Κι ἀπὸ τὸ περιστέρι τὴν ἀκακία του, τὴν ἀνοχὴ πρὸς ἐκείνους ποὺ τὸ ἀδικοῦν, τὴν πραοότητά του· ὅταν τοῦ παίρνουν τὰ μικρὰ του ὑπομένει τὴν ἀδικία, δὲν φεύγει ἀπὸ τὸ σπίτι. Αὐτὰ νὰ ζηλεύωμε, τὰ ἄλλα νὰ τ’ ἀπορρίπτωμε μαρκυά. Τοῦτο κάνε καὶ σύ. Τὸ πλεονέκτημα ποὺ ἔχουν οἱ Λατίνοιοι -ὅτι γευματίζουν ἀργά-μιμήσου το. Τὴν πολυφαγία χάρισέ τους την.


ν ὅμως δικαιολογῆσαι· «Μὲ καταβάλλει ἡ πεῖνα κι ἀναγκάζομαι νὰ τρώγω, δὲν ἡμερώνεται ἀλλοιώτικα τὸ φοβερὸ θηρία, τὸ στομάχι, ἄκουσε νὰ σοῦ πῶ. Γι’ αὐτὸ, ἀγαπητέ μου, ἡ περίοδος αὐτὴ λέγεται νηστεία κι εἶναι γιὰ νὰ περιμένουμε. Ὅποιος ἀποφεύγει τὴν πεῖνα, ἀποφεύγει καὶ τὴ νηστεία καὶ ἐπιζητεῖ τὸ χορτασμό. Ὁ χορτασμός κι ἡ νηστεία εἶναι τόσο ἀντίθετα ὅσο τὸ νερὸ καὶ ἡ φωτιά. Ὅταν πεινᾶς, συλλογίζεσαι τὴν τρυφή τοῦ Παραδείσου, τὴν ἀπόλαυση τῶν ἀγαθῶν, τὴ μελλοντικὴ δόξα. Ἄνοιξα τότε τὸ στόμα σου καὶ γέμισέ το ἀπὸ ὕμνους Δαυϊτικούς.


Μίλησε μὲ παρρησία στὸ Χριστὸ «Ἐγὼ θὰ παρουσιασθῶ μὲ δικαιοσύνη ἀπέναντί σου, θὰ χορτάσω ἀντικρύζοντας τὴ δόξα σου», ὅταν ἔρθης μὲ τὴ συνοδεία τῶν ἁγίων ἀγγέλων νὰ ἀμείψης καθέναν ἀνάλογα μὲ τὰ ἔργα του. Ἡ συγκεφαλαίωση τοῦ λόγου. Ἀνάμεσα ἀπὸ πολλὲς θλίψεις πρέπει νὰ μποῦμε στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ἐπειδὴ εἶπε «στενὸς καὶ θλιμμένος ὁ δρόμος ποὺ ὁδηγεῖ στὴ ζωή, πλατὺς κι εὐρύχωρος αὐτὸς ποὺ μᾶς πηγαίνει στὴν καταστροφή». Ἄν θέλης νὰ φτάσης στὴν αἰώνια ζωή, νὰ ὑποφέρης ὅσα εἶναι θλιβερὰ καὶ προκαλοῦν λύπη στὶς αἰσθήσεις. Εἶναι ἀδύνατο νὰ φτάσης σ’ αὐτὴν ἀπὸ ἄλλο δρόμο. Ἄν ὅμως ἀποφεύγης τὸν τραχὺ καὶ τὸ δύσκολο καὶ ξεκλίνης στὸν εὐρύχωρο δρόμο, γνώριζε ὅτι τὸ τέλος του εἶναι ἡ ἄσβεστη φωτιὰ καὶ τὸ ἀκοίμητο σκουλήκι.


Σοῦ ἔκαμα τὴ διάκριση διαμαρτυρήθηκα, ὅπως βλέπεις, καὶ σοῦ παρουσίασα τοὺς δύο δρόμους καὶ τὴν κατάληξη καὶ τῶν δύο. Ὅποιον θέλεις ἀκολούθησε. Τοῦτο τὸ ἕνα θέλω μόνο νὰ γνωρίζης· κι ἄν ἑκατὸ ὁλόκληρα χρόνια κακοπαθήση κανένας στὸν κόσμο τοῦτο, δὲν εἶναι τίποτα μπροστὰ στὸ βασανιστήριο τῆς γέενας. Μακάρι ἐμεῖς μὲ μερικὲς μικρὲς θλίψεις κι ἀσήμαντη ταλαιπωρία νὰ βροῦμε τὴν αἰώνια ἀπόλαυση στοὺς οὐρανοὺς μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Σ’ αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα, μαζὶ μὲ τὸ ἄναρχο Πατέρα του καὶ τὰ πανάγιο καὶ ἀληθινὰ ζωοποιὸ Πνεῦμα τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.



*Μητροπολίτου Τρίκκης καὶ Σταγῶν Διονυσίου <<Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον>>, Τόμος Δεύτερος, Ἀθῆναι 1969, σελ.165-180. *Εκ του ιστολογίου <<Κηρύγματα>>. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


ΤΟ ΣΥΝΟΔΙΚΟΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ


ΤΟ ΣΥΝΟΔΙΚΟΝ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ by ΓΙΩΡΓΟΣ Δ. ΔΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΣ on Scribd



*Εκ του ιστοτόπου της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

ΤΑ ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΑ: ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ, ΠΟΤΕ ΚΑΙ ΓΙΑΤΙ ΤΕΛΟΥΝΤΑΙ;

 



Μέσα στὴν ἰδιαίτερη μέριμνά της γιὰ τοὺς κεκοιμημένους, ἡ ἁγία Ὀρθόδoξη Ἐκκλησία μας ἔχει καθορίσει ξεχωριστὴ ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος γι᾿ αὐτούς. Κάθε Σάββατο δηλαδή.


πως ἡ Κυριακὴ εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ἔτσι καὶ τὸ Σάββατο εἶναι ἡ ἡμέρα τῶν κεκοιμημένων, γιὰ νὰ τοὺς μνημονεύουμε καὶ νὰ ἔχουμε (ἐπι)κοινωνία μαζί τους. Σὲ κάθε προσευχὴ καὶ ἰδιαίτερα στὶς προσευχὲς τοῦ Σαββάτου ὁ πιστὸς μνημονεύει τοὺς οἰκείους, συγγενεῖς καὶ προσφιλεῖς, ἀλλὰ ζητᾶ καὶ τὶς προσευχὲς τῆς Ἐκκλησίας γι᾿ αὐτούς.


Στὸ δίπτυχο (χαρτάκι), ποὺ φέρνουμε μαζὶ μὲ τὸ πρόσφορο γιὰ τὴ θεία Λειτουργία, ἀναγράφονται τὰ ὀνόματα τῶν ζώντων καὶ τῶν κεκοιμημένων, τὰ ὁποῖα μνημονεύονται.


Σὲ ἐτήσια βάση ἡ Ἐκκλησία ἔχει καθορίσει δύο Σάββατα, τὰ ὁποῖα ἀφιερώνει στοὺς κεκοιμημένους της. Εἶναι τὰ Ψυχοσάββατα. Τὸ ἕνα πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω καὶ τὸ ἄλλο πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῆς Πεντηκοστῆς.


Τὸ Ψυχοσάββατο πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω ἔχει τὸ ἑξῆς νόημα: Ἡ ἑπομένη ἡμέρα εἶναι ἀφιερωμένη στὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου. Ἐκείνη τὴ φοβερὴ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ὅλοι θὰ σταθοῦμε μπροστὰ στὸ θρόνο τοῦ μεγάλου Κριτοῦ. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ μὲ τὸ μνημόσυνο τῶν κεκοιμημένων ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ γίνει ἵλεως καὶ νὰ δείξει τὴν συμπάθεια καὶ τὴν μακροθυμία του, ὄχι μόνο σὲ μᾶς ἀλλὰ καὶ στοὺς προαπελθόντας ἀδελφούς, καὶ ὅλους μαζὶ νὰ μᾶς κατατάξει στὴν Ἐπουράνια Βασιλεία Του.


Μὲ τὸ δεύτερο Ψυχοσάββατο διατρανώνεται ἡ πίστη μας γιὰ τὴν καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας τὴν ἵδρυση καὶ τὰ γενέθλια (ἐπὶ γῆς) γιορτάζουμε κατὰ τὴν Πεντηκοστή. Μέσα στὴ μία Ἐκκλησία περιλαμβάνεται ἡ στρατευομένη ἐδῶ στὴ γῆ καὶ ἡ θριαμβεύουσα στοὺς οὐρανούς.


λόγος ποὺ τὰ καθιέρωσε ἡ Ἐκκλησία μας, παρ᾿ ὅτι κάθε Σάββατο εἶναι ἀφιερωμένο στοὺς κεκοιμημένους, εἶναι ὁ ἑξῆς: Ἐπειδὴ πολλοὶ κατὰ καιροὺς ἀπέθαναν μικροὶ σὲ ἡλικία ἢ στην ξενιτιὰ ἢ στὴν θάλασσα ἢ στὰ ὄρη καὶ τοὺς κρημνοὺς ἢ καὶ μερικοί, λόγῳ πτωχείας, δὲν ἀξιώθηκαν τῶν διατεταγμένων μνημοσύνων, «οἱ θεῖοι Πατέρες φιλανθρώπως κινούμενοι ἐθέσπισαν τὸ μνημόσυνον αὐτὸ ὑπὲρ πάντων τῶν ἀπ᾿ αἰῶνος εὐσεβῶς τελευτησάντων Χριστιανῶν». Συγχρόνως δέ, ἐνθυμούμενοι καὶ ἐμεῖς τὸν θάνατο, «διεγειρόμεθα πρὸς μετάνοιαν».


Γιὰ τὴν ἱστορία καὶ μόνο ἂς γνωρίζουμε ὅτι: «Ἡ καθιέρωσις τοῦ Σαββάτου πρὸ τῶν Ἀπόκρεω ὡς Ψυχοσαββάτου ἐγένετο μᾶλλον κατ᾿ ἀπομίμησιν τοῦ Σαββάτου πρὸ τῆς Πεντηκοστῆς, ὡς μόνου προϋπάρχοντος».


Ἡ ὠφέλεια ἀπὸ τὰ μνημόσυνα


Σύμφωνα μὲ ὁμόφωνη ἁγιοπατερικὴ μαρτυρία τὴν ὁποία ἐπιβεβαιώνει ἡ ἀδιάκοπη ἐκκλησιαστικὴ παράδοση αἰώνων, οἱ εὐχὲς γιὰ τοὺς νεκροὺς θεσπίστηκαν ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους. Ἡ θέσπιση αὐτὴ ἔχει δύο βασικὰ θεμέλια: α) τὴν ἔννοια τῆς Ἐκκλησίας ὡς κοινωνίας ἁγίων, ποὺ ἀποτελεῖται ὄχι μόνο ἀπὸ τοὺς ζωντανούς, ἀλλὰ καὶ τοὺς «κεκοιμημένους» χριστιανοὺς καὶ β) τὴν πίστη στὴν μεταθανάτια ζωή, τὴν ἀνάσταση καὶ τὴν τελικὴ κρίση.


δη στὶς Ἀποστολικὲς Διδαχὲς βρίσκεται ἡ διάκριση τῶν μνημοσύνων σὲ «τρίτα», «ἔνατα», «τεσσαρακοστὰ» καὶ ἐνιαύσια» (ἐτήσια), ἀνάλογα μὲ τὸ χρόνο τελέσεώς τους ἀπὸ τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου.


Πολλοὶ συμβολισμοὶ τῶν ἐπιμέρους μνημοσύνων ἀναφέρονται ἀπὸ τοὺς πατέρες. Οἱ κυριότεροι εἶναι οἱ ἑξῆς: Τὰ «τριήμερα» συμβολίζουν τὴν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μετὰ τὴν τριήμερη παραμονή Του στὸν τάφο καὶ τελοῦνται μὲ τὴν εὐχὴ ν᾿ ἀναστηθεῖ καὶ ὁ νεκρὸς στὴν οὐράνια βασιλεία.


Τὰ «ἐννιάμερα» τελοῦνται γιὰ τὰ ἐννέα τάγματα τῶν αΰλων ἀγγέλων, μὲ τὴν εὐχὴ νὰ βρεθεῖ κοντά τους ἡ ἄϋλη ψυχὴ τοῦ νεκροῦ. Τὰ «τεσσαρακονθήμερα» τελοῦνται γιὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, ποὺ ἔγινε σαράντα μέρες μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του, μὲ τὴν εὐχὴ νὰ «ἀναληφθεῖ» καὶ ὁ νεκρός, νὰ συναντήσει τὸ Χριστὸ στοὺς οὐρανοὺς καὶ νὰ ζήσει γιὰ πάντα μαζί Του.


Τὰ «ἐτήσια», τέλος, τελοῦνται τὴν ἐπέτειο ἡμέρα τοῦ θανάτου, σὲ ἀνάμνηση τῶν γενεθλίων τοῦ νεκροῦ, καθώς, γιὰ τοὺς πιστοὺς χριστιανούς, ἡμέρα τῆς ἀληθινῆς γεννήσεως εἶναι ἡ ἡμέρα τοῦ σωματικοῦ θανάτου καὶ τῆς μεταστάσεως στὴν αἰώνια ζωή. Μνημόσυνα, ἀντίστοιχα μὲ τὰ παραπάνω, τελοῦνται τὸν τρίτο, ἕκτο καὶ ἔνατο μήνα ἀπὸ τὴν ἡμέρα τοῦ θανάτου («τρίμηνα», «ἑξάμηνα», «ἐννεάμηνα»).


Τὴν μεγαλύτερη ὠφέλεια στοὺς νεκροὺς τὴν προξενεῖ ἡ τέλεση τῆς θείας εὐχαριστίας στὴ μνήμη τους, διότι τότε, μὲ τὶς μερίδες τους στὸ ἅγιο δισκάριο, «ἑνώνονται ἀόρατα μὲ τὸ Θεὸ καὶ ἐπικοινωνοῦν μαζί Του καὶ παρηγοροῦνται καὶ σώζονται καὶ εὐφραίνονται ἐν Χριστῷ» (ἅγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης).


κτὸς ἀπὸ τὰ εἰδικὰ γιὰ κάθε κεκοιμημένο μνημόσυνα, ἡ Ἐκκλησία ἔχει στὶς καθημερινὲς ἀκολουθίες της, γενικὲς δεήσεις γιὰ τοὺς κεκοιμημένους, ὅπως εἶναι λ.χ. τὸ νεκρώσιμο μέρος τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Μεσονυκτικοῦ καὶ οἱ σχετικὲς ἀναφορὲς στὶς «ἐκτενεῖς δεήσεις» τοῦ Ἑσπερινοῦ, τοῦ Ὄρθρου καὶ τῆς θείας Λειτουργίας.


Πρέπει νὰ σημειωθεῖ, ἂν καὶ αὐτονόητο, ὅτι ἡ Ἐκκλησία τελεῖ μνημόσυνα μόνο γιὰ τοὺς ὀρθοδόξους χριστιανοὺς ποὺ κοιμήθηκαν μέσα στοὺς κόλπους της.




ξηγήσεις παρερμηνειῶν:



Θὰ πρέπει, τέλος, νὰ ἐξηγήσουμε ὅτι πολλὰ λάθη ἀπὸ τὴν ἄγνοια τοῦ παρελθόντος ἔχουν φτάσει ὡς τὶς μέρες μας, καὶ θὰ πρέπει ἄμεσα νὰ διορθωθοῦν.


α) Τὰ μνημόσυνα θὰ πρέπει νὰ γίνονται ἀκριβῶς τὴν ἡμέρα ποὺ πρέπει καὶ ὄχι νωρίτερα ἢ ἀργότερα.
β) Τὸ σπάσιμο γυάλινων ἀντικειμένων ἢ ἄλλων τοιούτων, εἶναι ἄκρως εἰδωλολατρικὴ συνήθεια καὶ ἁμαρτάνουν ὅσοι τὸ πράττουν.
γ) Στὰ μνημόσυνα παραθέτουμε καὶ εὐλογοῦνται μόνο καλῶς βρασμένα κόλλυβα (σιτάρι) ὡς ἐνδεικτικὰ τῆς Ἀναστάσεως καὶ ὄχι ἀλλα ὑποκατάστατα (κουλουράκια-ψωμάκια-γλυκά κλπ.)
δ) Τὸ πρῶτο Σάββατο τῆς Τεσσαρακοστῆς δὲν εἶναι «Ψυχοσάββατο», ἀλλὰ ἑορτάζουμε τὸ «διὰ κολλύβων» θαῦμα τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος.
ε) Στὰ Ψυχοσάββατα μποροῦμε νὰ παραθέτουμε κόλλυβα εἴτε στὸν Ἑσπερινὸ τῆς Παρασκευῆς, εἴτε στὴν Θεία Λειτουργία τοῦ Σαββάτου, εἴτε καὶ στὰ δύο. Πρόκειται περὶ τῆς ἰδίας ἀξίας, ἀφοῦ ἡ ἴδια ἀκολουθία διαβάζεται.
στ) Τὰ εὐλογηθέντα κόλλυβα δὲν τὰ σκορπίζουμε στὸν τάφο, οὔτε τὰ ἀπορρίπτουμε στὰ σκουπίδια, πράξεις ἐκκλησιαστικὰ ἀπαράδεκτες.
Σὲ κάθε περίπτωση, ὑπεύθυνος γιὰ τὴν λύση τυχὸν ἀποριῶν σας, εἶναι μόνον ὁ ἐφημέριος ἱερεὺς τοῦ Ναοῦ. Προέλευσις κειμένου: http://agstefanos.blogpsot.com. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Πέμπτη 23 Φεβρουαρίου 2023

ΞΕΓΝΟΙΑΣΤΑ ΝΕΙΑΤΑ ΚΑΙ ΚΑΚΑ ΓΕΡΑΜΑΤΑ




Τὸν καιρὸ ποὺ γύριζα τὸν κόσμο, βρέθηκα μία φορᾶ στὴ Μαρσίλια, κι ἐπειδὴ μ’ ἄρεζε αὐτὴ ἡ πολιτεία, κι εἶχα καὶ κάμποσους καλοὺς φίλους ἐκεῖ πέρα, κάθισα ἕνα – δυὸ μῆνες. Ἔκανα παρέα μὲ κάποιους Μαρσεγιέζους, ποὺ ἤτανε ὅλοι τους ἀνοιχτόκαρδοι καὶ καλοὶ ἄνθρωποι, πρὸ πάντων ἕνας ζωγράφος, Γιάννης Λασὰ τ’ ὄνομά του, ἀπὸ καλὸ σπίτι, κι ἕνας ἄλλος Μποτρού, θαλασσινός, κι οἱ δυό τους ὡς εἰκοσιπέντε χρονῶ, ὅσο ἤμουνα κι ἐγώ.


Μὰ ἤτανε καὶ κάμποσοι Ρωμιοί, ὁ Νικόλας ὁ Βαγὴς καὶ ὁ Παναγὴς ὁ Γκαγκάνης, κι οἱ δυὸ πατριῶτες μου, ὁ Νίκος ὁ Σαμιωτάκης ἀπὸ τὶς Φώκιες καὶ κάποιοι ἄλλοι.


Στὴ Μαρσίλια ἤμουνα ξαναπηγαιμένος ἄλλες δυὸ φορὲς πρωτύτερα, ἀλλὰ τούτη τὴ φορὰ ἔτυχε νὰ κάνω γνωριμιὰ μ’ ἕνα γέρικο σκυλόψαρο, ἕναν θαλασσινὸ κοσμογυρισμένον, ποὺ καθότανε στὴν παλιὰ Μαρσίλια, στὸ μαχαλά τοῦ Σὰν Βικτόρ, κι ἀπὸ κεῖνον ἔμαθα ὅλα τὰ μυστήρια τοῦ Παλαιοῦ Πόρτου.


γὼ καθόμουνα κοντὰ στὴν πλατεία Καστελᾶν. Δυὸ μῆνες ποὺ κάθισα, πέρασε πολὺ ἔμορφα. Τὶς περισσότερες φορὲς κοιμόμουνα τὰ ξημερώματα, γιατί τὴ νύχτα καθόμαστε ὡς τὴν αὐγὴ σὲ καμιὰ ταβέρνα τοῦ λιμανιοῦ, σὲ κανέναν καφενὲ τῆς Καναμπιὲρ ἢ στὴ ροῦ ντὲ Μελάν, μὲ τὰ ἔμορφα τὰ δέντρα, ποὺ θαρρεῖς πὼς εἶναι Παράδεισος τὸ καλοκαίρι, ὅλο δροσιὰ κι ἀνοιχτῆ καρδιὰ κι ἀλεγρία.


Σὰν τύχαινε νὰ σηκωθῶ πρωί, πήγαινα πότε στὸν ζωολογικὸ κῆπο κι ἔβλεπα τὰ θεριὰ καὶ τὰ ἄλλα ζῶα, πότε στὸ μουσεῖο ποὺ ‘ναι στὸν πύργο τοῦ Μπορελί, πότε σὲ καμιὰ παλιὰ ἐκκλησιά, πότε τὸ μουσεῖο ποὺ ‘ναὶ μέσα στὸ παλάτι τοῦ Λονσᾶν. Αὐτὸ τὸ μουσεῖο ἀπόμεινε μέσα στὴν καρδιά μου, γιατί ἐκεῖ πέρα βλέπεις ὅ,τι θαλασσινὸ ὑπάρχει στὸν κόσμο, ἀπὸ τὰ πιὸ μικρὰ κοχλίδια ὡς τὰ πιὸ μεγάλα θεριόψαρα, καὶ καταλαβαίνεις πὼς βρίσκεσαι στὴ Μαρσίλια, τὴ βασίλισσα τῆς θάλασσας.


Τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς σεργιάνιζα μονάχος στὸ λιμάνι, μέσα στὴ φασαρία. Κόσμος παρδαλὸς πηγαινοερχότανε, ἄλλος μ’ ἀνασκουμπωμένα τὰ παντελόνια του, ἄλλος μ’ ἕνα κόκκινο μαντίλι στὸ κεφάλι, ἄλλος μεθυσμένος, ἄλλος φορτωμένος ψάρια, ἄλλος χούγιαζε, ἄλλος χαχάνιζε, ἄλλος βλαστημοῦσε, ἄλλος κυλοῦσε ἕνα βαρέλι, ἄλλος πουλοῦσε μύδια, ἄλλος τὰ τηγάνιζε, ἄλλος βαστοῦσε μία μποτίλια στὸ χέρι του κ’ ἔπινε κρασὶ σὰ νὰ ‘τανε νερὸ καὶ κουνιότανε ὁ χαλκὸς ἀπὸ τὸ σκουλαρίκι ποὺ ‘χε στὸ ‘να τ’ αὐτί του, ὅλοι τους ξυπόλητοι κι ἡλιοκαμένοι, οἱ πιὸ πολλοὶ γελαζούμενοι, κόσμος κουρσάρικος.


Μυρουδιὲς βαριὲς ἀπὸ κατράμια, ἀπὸ πιπέρια καὶ κανέλες, τηγανιά, ψαρίλα, ἀνθρωπίλα, ἁρμύρα, κι ὁ ἥλιος ἔβραζε ἀπὸ πάνω.


Πολλοὶ τρώγανε μέσα στὶς ταβέρνες καὶ τραγουδούσανε μὲ κάτι φωνὲς βραχνιασμένες, γυναῖκες ξεστηθωμένες μπαινοβγαίνανε, ἴδιες γύφτισσες, μὲ τὰ λουλούδια στ’ αὐτί, μ’ ἕνα σωρὸ χάντρες στὸ λαιμό, σκουλαρίκια καὶ βραχιόλια, μ’ ἀνασηκωμένα τὰ φουστάνια τους, μὲ κάτι φρύδια σὰν τοῦ κοράκου τὸ φτερό.


ντρες καὶ γυναῖκες φωνάζανε σὰν ζουρλοί, μὲ κεῖνα τὰ φραντσέζικα ποὺ τὰ λένε σὰν ἰταλιάνικα. Πολλοὶ ναῦτες μασούσανε καπνὸ καὶ φτύνανε δῶ κι ἐκεῖ, ἄλλος τραβοῦσε ταμπάκο, ἄλλος εἶχε μία μαϊμοὺ καθισμένη ἀπάνω στὸν ὦμο του, ἄλλος ἕναν παπαγάλο ποὺ ἔσκουζε πιὸ πολὺ ἀπὸ τ’ ἀφεντικό του.


Χέρια καὶ ποδάρια μαλλιαρά, ψημένα ἀπὸ τὴν ἅρμη, πιτσιλισμένα ἀπὸ τὴν πίσσα, μὲ κάτι δαχτυλιδάρες περασμένες στὰ δάχτυλα κι ἀπὸ τὰ δυὸ χέρια, ποὺ ἤτανε πλουμισμένα μὲ λογιῶν – λογιῶν ἀνάλια. Καράβια κρεμόντανε ἀπὸ τὸ ταβάνι, γολέτες μ’ ἀνοιχτὰ πανιά, κι ὀρτσάρανε ἀπάνου ἀπὸ τὰ κεφάλια, ὄποτε φυσοῦσε ὁ ἀγέρας. Οὐρὲς καὶ φτεροῦγες ἀπὸ θεριόψαρα ἤτανε καρφωμένες ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὶς πόρτες.


Μία μέρα, ἐκεῖ ποὺ περπατοῦσα, γύρισα νὰ κοιτάξω ἕναν καραβίσιον ποὺ ἔστριβε τσιγάρο μὲ τὸ ‘να χέρι, γιατί μὲ τ’ ἄλλο σήκωνε ἕνα ἀγκουρέτο, κι ἔπεσα ἀπάνω σ’ ἕναν ἄλλον βιαστικόν, ποὺ ἐρχότανε ἀπὸ τ’ ἄλλο μέρος. Αὐτὸς μ’ ἔσπρωξε θυμωμένος καὶ σήκωσε τὸ χέρι του νὰ μὲ χειροτονήσει· μά, σὰν γύρισα κατὰ κεῖνον τὸ μοῦτρο μου, μὲ γνώρισε καὶ μοῦ λέγει γελαστά:


«Βρὲ πατριωτάκι, ἐσὺ βρέθηκες νὰ πέσεις ἀπάνω μου, νὰ μὲ ξενυχιάσεις;» Κι ἐγὼ τὸν γνώρισα, μ’ ὅλο ποὺ εἶχα νὰ τὸν δῶ κάμποσα χρόνια, ἀπὸ τὸν καιρὸ ποὺ πήγαινα στὸ σκολειό. Τὸν λέγανε Πέτρο, κι ἤτανε ἀπὸ τ’ Ἀϊβαλί, γυιὸς τοῦ Παναγῆ τοῦ Παγίδα, ποὺ τὸν λέγανε Στριγκάρο. Ὁ πατέρας του ἤτανε κοντραμπατζής, ἀπὸ τὰ πρῶτα παλληκάρια τ’ Ἀϊβαλιού, ἄνθρωπος ἄφοβος, ἀφοῦ κι οἱ Τοῦρκοι τὸν λέγανε ἐφὲ Παναγή.


Μὲ πῆρε καὶ πήγαμε σὲ μία ταβέρνα, ποὺ ἤτανε τραπεζωμένοι πέντ’ ἕξι ναυτικοὶ Ρωμιοί, ποὺ δουλεύανε στὸ ἴδιο παπόρι μὲ τὸν Πέτρο.


Εἴπαμε τὸ ‘να καὶ τ’ ἄλλο, ὅπως συνηθίζουνε οἱ ξενιτεμένοι. Στὸ τέλος, μοῦ ‘πε ὁ Πέτρος πὼς τὴν ἄλλη μέρα θὰ φεύγανε γιὰ τὴ Σμύρνη, φορτωμένοι ποτάσα. Νὰ μὴν πολυλογοῦμε, τὴν ἄλλη μέρα μπαρκάρισα μαζί τους κι ἀφήσαμε ὑγεία στὴν ὡραία Μαρσίλια.


Τὸ παπόρι ἤτανε μεγάλο, ἀλλὰ γέρικο καὶ φορτωμένο ἴσαμε τὰ μπούνια. Στὸ κανάλι τῆς Μάλτας μᾶς ἔπιασε μία φουρτούνα, ποὺ εἴπαμε «τετέλεσται»! Μέσα σὲ μίαν ὥρα ὁ ἀγέρας σκύλιαξε καὶ δὲν μποροῦσες νὰ σταθεῖς πουθενά· ἡ θάλασσα ἀπὸ τὸ θυμὸ της ἔβγαζε φίδια. Κατὰ τὸ μεσημέρι, μᾶς ἦρθε μία νεροποντὴ μὲ μπουμπουνητὰ καὶ μ’ ἀστροπελέκια, π’ ἀχολογοῦσε τὸ πέλαγο, σὰ νὰ σκιζόντανε ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὸ καράβι τὰ σύννεφα, ποὺ εἴχανε κατεβεῖ χαμηλὰ ἴσαμε τ’ ἄλμπουρα, σὰν πηχτὸς καπνός, πιὸ μαῦρος ἀπὸ κεῖνον ποὺ ‘βγαζε τὸ φουγάρο.


Τ ἀστροπελέκια κι ἡ βροχὴ βαστάξανε παραπάνω ἀπὸ μίαν ὧρα καὶ λέγαμε πὼς θὰ ξεθυμάνει· μά, ἀντὶ νὰ ξεθυμάνει, ἡ φουρτούνα χειροτέρεψε. Κατὰ τὸ βράδυ, μᾶς μοιράσανε τὰ φελλὰ καὶ τὰ βάλαμε στὸ προσκεφάλι μας. Ὁ καπετάνιος πρόσταξε νὰ πετάξουνε ὅσα σακκιὰ μπορέσουνε, γιὰ ν’ ἀλαφρώσει τὸ παπόρι.


ρα βασίλεμα, ἡ θάλασσα πῆρε τὴ μία βάρκα. Σὰν νύχτωσε, ξαναπιάσανε τ’ ἀστροπελέκια κι ἄρχισε νὰ ρίχνει καὶ χαλάζι. Ἡ θάλασσα μάνιασε τόσο πολύ πού, μουράγιο νὰ ‘τανε, θὰ τὸ βουλίαζε, ὄχι καράβι. Ἐγὼ καθόμουνα τρυπωμένος στὸ κάσαρο. Τὸν Πέτρο τὸν εἶχαν χαμένον.


κεῖ ποὺ καθόμουνα, τὸν βλέπω γιὰ μία στιγμὴ μπροστά μου βρεμένον καὶ τρομαγμένον, κι ἔτρεχε κοντά μου καὶ μοῦ λέγει στ’ αὐτί, γιὰ νὰ τὸν ἀκούσω: «Σὲ πῆρα στὸ λαιμό μου!» Καὶ δὲν τὸν ξαναεῖδα.


σο νύχτωνε, τόσο σκυλίαζε ὁ καιρός. Ἀπ’ τὸ μούγκρισμα ποὺ ἔκανε ἡ θάλασσα, κι ἀπὸ τὸ τριζοβόλημα τοῦ παποριοῦ, κι ἀπὸ τὸ ἀδιάκοπο βροντολόγημα ἤμουνα σὰν ψοφίμι. Ὡστόσο, δὲν πίστευα πὼς θὰ πνιγοῦμε.


Πρὶν ἀπὸ τὰ μεσάνυχτα σύρθηκα μὲ τὴν κοιλιὰ καὶ βγῆκα ἀπὸ τὸ κάσαρο. Μονομιᾶς, μ’ ἅρπαξε ἕνας παγωμένος ἀγέρας καὶ κουφάθηκα ἀπὸ τὸ βουητὸ ποὺ ‘βγαζε τὸ πέλαγο. Ἀπὸ σταβέντο οἱ μπουκαπόρτες ἤτανε ξεπαρταλωμένες ἀπὸ τὶς θάλασσες καὶ μπαίνανε μέσα. Ἐγὼ ἔπιασα ἕναν χαλκὰ καὶ κάθισα πεσμένος μπρούμυτος.


Τὸ θεόρατο καράβι μία ἀνέβαινε, μία κατέβαινε, σὰ νὰ βουλίαζε στὸν πάτο τῆς θάλασσας, σίδερο βαρὺ ποὺ χώνευε βουβὰ μέσα στὸ νερὸ μονομιᾶς, κι ἄμπωχνε ἀπὸ τὶς μπάντες του τὰ νερά, ποὺ πηδούσανε θυμωμένα ἴσαμε τέσσερα μπόγια ψηλά. Κατάλαβα πὼς θαμπόφεγγε τὸ φεγγάρι ἀπᾶν’ ἀπὸ τὰ σύννεφα. Κάθε φορὰ ποὺ κατέβαινε τὸ παπόρι, ἔβλεπα ὁλόγυρα τὸ πέλαγο κατάμαυρο σὰν πίσσα, ἔρημο, σὰν νὰ μὴν ἤτανε πιὰ κόσμος, εἴτε στεριές, εἴτε πολιτεῖες, εἴτε ἀνθρῶποι, εἴτε Μαρσίλια.


τρεμα! Τὸ καράβι ἤτανε καὶ κεῖνο ἔρημο σὰν νεκρόκασα, ψυχὴ ζωντανὴ δὲν ἔβλεπες, σὰ νὰ πήγαινε μονάχο του μέσα στὸ χάος, κι ἀναστέναζε ἀμίλητο τὸ καημένο. Τ’ ἄλμπουρα ἀνεβοκατεβαίνανε κάτ’ ἀπὸ τὰ σύννεφα. Οἱ θάλασσες γιουργιάρανε μελανιασμένες, ἡ μία ἀπάνω ἀπὸ τὴν ἄλλη, χιλιάδες τόνοι νερό, κι ὅποτε χώνευε τὸ καράβι τὶς ἔβλεπα ἀπὸ πάνω μου κ’ ἔκανα τὸν σταυρό μου καί, γιὰ μία στιγμή, σκάζανε ἀπάνω στὴ λαμαρίνα, κι οἱ ἀφροὶ γεμίζανε τὴν κουβέρτα. Στὸ βίντσι κρεμόντανε δυὸ βόδια σφαγμένα καὶ γδαρμένα, ὁλόκορμα, δίχως κεφάλι, μὲ τὰ πισινὰ πόδια τους τεντωμένα κατ’ ἀπάνω, καὶ μὲ τὸ κούνημα τοῦ καραβιοῦ κουνιόντανε καὶ κεῖνα σὰν ζωντανά, ἀπὸ δῶ καὶ ἀπὸ κεῖ. Τ’ ἄλμπουρα, οἱ σκαλιέρες, τὰ φουγάρα, τὰ βίντσια, οἱ μακαράδες, τὰ σκοινιά, ὅλα σφυρίζανε θρηνητερὰ, κι ὧρες – ὧρες θαρροῦσες πὼς μουγκρίζανε τὰ βόδια.


Κατὰ τὶς δυὸ τὰ ξημερώματα, λασκάρισε ὁ ἀγέρας καὶ πῆγα καὶ κοιμήθηκα, κι ἔβλεπα στὸν ὕπνο μου τὰ γδαρμένα κεφάλια τῶν βοδιῶν, ποὺ κρεμόντανε ἀπὸ πάνω μου καὶ μουγκρίζανε. Τὴν ἄλλη μέρα καλοσύνεψε. Ἴσαμε τὴ Σμύρνη ὁ καιρὸς ἤτανε χαρὰ Θεοῦ. Ὁ Πέτρος μοῦ ‘δειξε ἕνα γράμμα τοῦ πατέρα του, ποὺ ἔγραφε ἀνάμεσα στ’ ἄλλα:


«γαπητὲ υἱέ μου Πέτρο, ἀπεφάσισα νὰ βάλω τὸ ράσο, νὰ γίνω μοναχός, ἴσως καὶ συγχωρηθοῦν αἱ ἁμαρτίαι μου. Θὰ πάγω εἰς τὸ Ὄρος μαζὶ μὲ τὸν Σγουρὴν τὸν καλόγερον!». Μοῦ παράγγειλε νὰ πῶ στὸν πατέρα του, πὼς δὲν εἶναι γιὰ καλόγερος καὶ νὰ κάτσει στ’ αὐγά του, γιὰ νὰ μὴν κολαστεῖ πιὸ πολύ. Μοῦ ‘δωσε κι ἕνα γράμμα καὶ κάτι λεφτὰ νὰ τοῦ δώσω.


Στὶς 14 τ’ Αὐγούστου, παραμονὴ τῆς Παναγίας, ἔφταξα στὴν πατρίδα μου. Μόλις ἤβγα στὴ στεριά, ἔστειλα τὸ γράμμα μ’ ἕνα παιδὶ στὸν Στριγκάρο κι ὕστερα πῆγα στὸ σπίτι μου. Τὸ βράδυ ἦρθε ὁ Στριγκάρος καὶ μὲ καλωσόρισε καὶ τοῦ εἶπα τὰ τοῦ ταξιδιοῦ μου καὶ τί μοῦ εἶπε ὁ γυιός του γιὰ τὴν καλογερική. Ὁ μπάρμπα- Παναγὴς κάθισε σκεφτικός, δάγκωσε τὸ μουστάκι του καὶ μοῦ ‘πε:


«Δίκιο ἔχει! Γιὰ τὸ Ὄρος εἴμαστε ἢ γιὰ σκότωμα; Τὸ αἷμα ποὺ ἔχυσα, μωρὲ Φωτάκη, οὖλοι οἱ ἅγιοι δὲν μποροῦν νὰ τὸ ξεπλύνουνε! Ὁ Θεὸς πιὸ εὔκολα θὰ βάλει στὸν Παράδεισο τὸν διάβολο, παρὰ ἐμένα! Ξέρω γῶ τί λέγω!» Κι ἔφυγε συλλογισμένος. Εἴχαμε ἕνα νησὶ πατρογονικό μας, ποὺ τὸ λέγανε Ἁγία – Παρασκευή. Παράδεισος ἐπίγειος! Ἐκεῖ πέρα, λοιπὸν, πῆγα καὶ ξέχασα τὸν ἀνακατεμένο κόσμο ποὺ εἶχα δεῖ στὰ μέρη ποὺ ταξίδεψα. Καλότυχος εἶναι ὁ ἄνθρωπος, ποὺ ἔχει ἕνα καταφύγιο νὰ πάγει ν’ ἀποτραβηχτεῖ, σὰν κουραστεῖ ἀπὸ τὸν κόσμο.


Μία μέρα, βλέπω ἀπὸ ψηλὰ ποὺ καθόμουνα, γιατί τὸ παλάτι μου ἤτανε σωστὸ κάστρο, χτισμένο ἀπάνω σ’ ἕναν κρεμασμένο βράχο, βλέπω λοιπὸν νὰ ‘ρχεται μία βάρκα καί, σὰν ἔφταξε στὴν ἀραξιά, βγῆκε ἀπὸ μέσα ὁ Στριγκάρος μ’ ἕνα τουφέκι στὸν ὦμο, κι ἄρχισε ν’ ἀνεβαίνει τὸν ἀνήφορο. Ἤβγα καὶ τὸν καλωσόρισα. Μοῦ λέγει:


«ρθα νὰ κάτσω μαζί σου κανέναν μήνα. Μ’ ἔπιασε κάτι τὶς σὰ μελαγχολία καὶ λέγω, ἂς πάγω στὸν Φωτάκη, τὸ καλὸ τὸ παιδί, νὰ τὸν κάνω συντροφιά, νὰ σκοτώσουμε καὶ κανένα λαγό, ποὺ ‘ναι κοπάδια σὰν τὸ πρόβατα ἐδῶ πέρα, στὸ βασίλειό σου. Μόνε θὰ σὲ περικαλέσω, στὸ λάδι ποὺ σ’ ἔβαλε ὁ νουνός σου ποὺ σὲ βάφτισε, νὰ μοῦ πεῖς, ἐσὺ ποὺ διάβασες πολλὰ γράμματα, ἂν ὑπάρχει Κόλαση καὶ Παράδεισος. Ὄχι τίποτ’ ἄλλο, ἀλλὰ γιὰ νὰ ξέρουμε. Νὰ μελετήσουμε τὰ βιβλία ποὺ εἶναι μέσα στὸ ντουλάπι τῆς ἐκκλησίας, νὰ δοῦμε τί λογὴς τὰ λένε καὶ τὰ παριστάνουνε…»


ναν μήνα καὶ παραπάνω δὲν χωρίσαμε ἐγὼ καὶ ὁ Στριγκάρος. Μαζὶ τρώγαμε, μαζὶ κοιμόμαστε. Ὁ καιρὸς ἔπιασε καὶ χειμωνίαζε. Παράγγειλε καὶ τοῦ φέρανε τὴ γούνα του, τὰ χοντρὰ τὰ ροῦχα του, καὶ μία νταμιτζάνα ρακί, αὐγοτάραχο καὶ καπνὸ καλὸν, τράνα τῆς Ἀβούνιας.


Κεῖνον τὸν καιρὸ ἤτανε ἴσαμε ἐξηνταπέντε χρονῶν, ἄντρας δυνατός, πλαταράς. Ὁ λαιμὸς του ἤτανε χοντρὸς σὰν τὴ μέση του, ἡ μύτη του πρησμένη, τὸ πρόσωπό του μελανὸ ἀπὸ τὸ ρακί. Δὲν πολυομιλοῦσε. Τὰ μικρὰ τὰ μάτια του τὰ ‘χε σφαλιστὰ σὰ νὰ κοιμότανε καὶ κάθε τόσο ἀναστέναζε: «Ὤωχ! Ψεύτη κόσμε!»


Στὸ κεφάλι του φοροῦσε μία κατσούλα ἀπὸ ἀστραχὰν σὰν Τσερκέζος. Τὴ μέση του τὴν εἶχε τυλιγμένη μ’ ἕνα ζουνάρι μαῦρο, πλατὺ δυὸ πιθαμές. Φοροῦσε καὶ μαῦρο πουκάμισο, πάντα καθαρό. Τὴ γούνα τὴν ἔριχνε στὴν πλάτη του, ποτὲ δὲν τὴν ἔβαζε μὲ τὰ μανίκια. Σὰν σουλατσάριζε συλλογισμένος, ἔχωνε τὸ ‘να χέρι του μέσα στὸ μανίκι τ’ ἀλλουνοῦ, κι ὁλοένα μασοῦσε τὸ μουστάκι του. Ὧρες – ὧρες παραπατοῦσε ἀπὸ τὸ πιοτό.


πινα κι ἐγὼ μαζί του. Μοῦ ‘λεγε: «Κάνεις καλὴ παρέα, Φωτάκη, καὶ δέ μοῦ κάνει καρδιὰ νὰ φύγω. Ἔχω μεγάλη ἀδυναμία ἀπάνω σου, μὰ τὸ τίμιο ξύλο!» Κι ἔκανε τὸν σταυρό του. «Αὐτὰ ποὺ ἄκουσα ἀπὸ τὸ στόμα σου, δὲν τ’ ἀκούγει κανένας ἀπὸ τὸν ἀρχιμαντρίτη τὸν Κουκουτό, ποὺ ‘ναι στὸ μετόχι, στὸν Ἅγιο Νικόλα… Ἂν ὑπάρχει, λέγει, ἡ Παράδεισο κι ἡ Κόλαση; Ἐμ ἐδῶ, μέσα στὰ βιβλία, εἶναι ὁλοφάνερα!


Αὐτὰ τὰ ψηφιά, Φωτάκη, ποὺ ἀναγνώνεις, μὲ τὰ χέρια τους τὰ γράψανε ἢ εἶναι τύπος; Ποῦ νὰ βάνει κανένας μὲ τὸ νοῦ του, ἅμα εἶναι ἀγράμματος σὰν κι ἐμένα, τί ἔννοια ἔχουνε αὐτὰ τὰ μερμηγκάκια! Τί κάνει ἡ φώτιση τοῦ Θεοῦ! Ἀπ’ αὐτὰ μαθαίνει ἄνθρωπος ποὺ γεννήθηκε στραβὸς σὲ τοῦτον τὸν ντουνιά, πὼς ὁ Χριστὸς κι οἱ Δώδεκα Ἀποστόλοι λένε, πὼς ὑπάρχει Κόλαση καὶ Παράδεισο καὶ παραγγείλανε νὰ τὸ γράψουνε στὰ χαρτιά, γιὰ νὰ τὸ μάθει ὁ κόσμος, νὰ μὴν κάνει ἁμαρτίες! Μπά, μπά, μπά! Μεγάλο πράμα εἲν’ αὐτό, Φωτάκη! Ποιὸς ἄλλος νὰ μᾶς τὸ ‘λεγε νὰ τὸ πιστέψουμε, ἂν δὲν κατέβαινε ὁ Χριστὸς νὰ τὸ γράψει στὸ Βαγγέλιο!… Γιὰ δῶσε μου νὰ καταλάβω, αὐτὸς ὁ ληστὴς ποὺ μοῦ διάβασες ἐχτὲς ἀπὸ μέσα ἀπὸ τὸ Βαγγέλιο, πόσους ἀνθρώπους λέγει πὼς σκότωσε; Ἅ! … Δὲν εἶναι γραμμένο μέσα στὸ Βαγγέλιο! Κρίμα!…»


Καὶ δάγκωνε τὸ μουστάκι του πολλὴν ὧρα συλλογισμένος. «Μήπως, μωρὲ Φωτάκη, εἶναι γραμμένο σὲ κανένα ἄλλο ἁγιωτικὸ βιβλίο πόσους νοματαίους χάλασε αὐτὸς ὁ ληστής; Δὲν ὑπάρχει τέτοιο βιβλίο πουθενά, νὰ πὰ νὰ τὸ βροῦμε; Μήπως τὸ ‘χει ὁ παπὰ – Ναθαναήλ, νὰ τοῦ τὸ γυρέψουμε;… Γιὰ νὰ βρεῖ ἔλεγος καὶ νὰ μπεῖ στὴν Παράδεισο ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος, θὰ πεῖ πὼς εἶχε σκοτώσει ἕναν, τὸ πολὺ δυό…


χ! Ἒμ ἐγὼ χάλασα πολλοὶ ἀνθρῶποι, καὶ γυναῖκες καὶ μωρά, κι ἔγλειφα καὶ τὸ μαχαίρι πολλὲς φορές! Μὲ τὸ καμάκι τῆς βάρκας κάρφωσα ἄνθρωπο… Τότες ποὺ φεύγανε οἱ ἀλλόφυλοι ἀπὸ τὴ Μυτιλήνη γιὰ νὰ περάσουνε στὴν Ἀνατολή, ἐγὼ εἶχα πιάσει τὸ Γυμνό, κι ὅποια βάρκα περνοῦσε, τὴ χούγιαζα νὰ ‘ρθει γιαλό, κι ἀφοῦ τοὺς ξεγύμνωνα, τοὺς χαλοῦσα! Τί μάλαμα μάζεψα! Ποῦ ν’ το; Στάχτη γίνηκε! Τί γυναῖκες ἀτίμασα, τί βυζανιάρικα ἔπνιξα, τὸ τί ἔκανα, καλέμι δὲν μπορεῖ νὰ τὰ γράψει! Τότες ποὺ τὰ ‘κανα δὲν τὰ καταλάβαινα. Τώρα ποὺ γέρασα καὶ ἄσπρισα, γίνηκα ἄσπρη περιστερά! Ὄρσε!»


Καὶ μούντζωνε τὸν ἑαυτό του. Μιλοῦσε πάντα ἥσυχα, σιγανά, δίχως νὰ θυμώνει. Καμιὰ φορᾶ δάκρυζε: «Γιατί δὲ ρίχνει φωτιὰ ὁ μεγαλοδύναμος, νὰ μὲ κάψει;» Ἕνα βράδυ φυσοῦσε βοριὰς φρέσκος, κι ὁλόγυρα βογγοῦσε τὸ πέλαγο. Ὁ Στριγκάρος κι ἐγὼ πίναμε ρακὶ καὶ φουμάραμε, δίχως νὰ μιλᾶμε.


Μονομιᾶς, βλέπω κι ἀγριέψανε τὰ μάτια του καὶ ζάρωσε ἡ μύτη του, σὰν τὸ σκύλο ποὺ θέλει νὰ δαγκάσει. Ἐγὼ φοβήθηκα, μπᾶς καὶ τὸν ἔπιασε ὁ διάβολος καὶ μὲ σκοτώσει, γιατί πολλοί μοῦ λέγανε νὰ φυλάγουμαι, κι ἐγὼ δὲν τοὺς ἄκουγα.


«Ξέρεις τί θέλω νὰ σοῦ πῶ;» μοῦ λέγει. «Ἐγώ, ὅπως κατάντησα, ἂν γεράσω πιὸ πολύ, κακὰ στερνὰ θᾶν ἔχω. Τὸ φῶς μου κόντυνε, ἐμένα ποὺ περνοῦσα τὴ ρεβολβοριὰ ἀπὸ τὴν κλειδαρότρυπα καὶ ποὺ ἔκοβα τ’ ἀστάχυ. Τὰ ποδάρια μου δὲ μὲ βαστοῦνε καὶ παραπατῶ. Τὸ πιὸ καλύτερο φαγὶ δὲν τὸ τραβὰ πιὰ ἡ καρδιά μου. Ἄνθρωπο νὰ μ’ ἀγαπᾶ δὲν ἔχω, ἐξὸν ἀπὸ σένα, ποὺ τὸ κάνεις ἀπὸ λύπηση. Ἐγὼ εἶμαι κολασμένος ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τῆς μάννας μου. Ἐψὲς εἶδα ἕνα ὄνειρο, σὰ νὰ βρέθηκα μέσα στὴ Χάρη της, κι ἦβγε ἡ Ἁγιὰ – Παρασκευὴ στὴν Ἅγια Πόρτα καὶ μ’ εἶπε: Μὲ τὸ ρακὶ ἦρθες ἐδῶ πέρα νὰ μετανοήσεις; Αὔριο νὰ φύγεις, νὰ μὴ χαλάσεις καὶ τὸν ἄλλον, νὰ πᾶς στὸ σπίτι σου, νὰ πέσεις σὲ προσευχὴ καὶ σὲ νηστεία!»


Τὴν ἄλλη μέρα τὸν ἔβαλα μέσα στὴν βάρκα καὶ τὸν πῆγα στὴν πολιτεία. Ὕστερα ἀπὸ ἕναν μήνα ἔμαθα πὼς τὸν βρῆκαν σκοτωμένον μέσα στὴν ταβέρνα του, ποὺ εἶχε μία ταμπέλα κι ἔγραφε: «Ταβέρνα ὁ Διάβολος». Σκοτώθηκε ξαπλωμένος, γιὰ νὰ μπορέσει νὰ πατήσει μὲ τὸ ποδάρι του τὸν κόκορα τοῦ τουφεκιοῦ του. Τὸ κεφάλι του πρήστηκε καὶ γίνηκε τρεῖς φορές πιὸ μεγάλο. Τὸν θάψανε δίχως παπά, μέσα σ’ ἕναν ξερότοπο.



1. Ἀνάλια εἶναι τὰ μαῦρα σκέδια, ποὺ τὰ κεντοῦνε μὲ μπαρούτι καὶ μὲ βελόνα ἀπάνω στὸ κορμί.


2. Ἕνα ρημονήσι.



*Εκ του βιβλίου του Φώτη Κόντογλου: <<Τὸ Αϊβαλὶ η πατρίδα μου>>, εκδόσεις <<Άγκυρα>>, Αθήνα 2009. *Αναδημοσίευση εκ του ιστολογίου <<agiazoni.gr>>. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ




Κυριακή της Τυρινής 2023


«ΠΑΤΡΙΔΟ-ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ»: Α. ΜΩΡΑΪΤΙΔΗ: «ΨΑΛΤΑΙ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΑΡΧΑΙ» (1901)




«ΠΑΤΡΙΔΟ-ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ»


Χρονικά του Ελληνοϊστορείν, μιας Ελλάδας που αποσυντίθεται φύρδιν - μίγδιν, συνήθειες, ιστορίες, ήθη, έθιμα, Πίστη και αξίες που στις μέρες μας εαλώθηκαν από τους  «νεοδιαφωτισμούς» του δαιμονόπληκτου Δυτικού «πολιτισμού» και τις αφιονισμένες διαδράσεις του Οικουμενισμού και της Παγκοσμιοποίησης. Μνήμες, αναμνήσεις και υπομνήσεις για το γένος των Ελλήνων, που από την ίδρυση του νέου Ελληνικού Κράτους και εντεύθεν αγωνίζεται να βρει την «ταυτότητά» του ανάμεσα στη «σκύλλα» του αποστατούντος δυτικοευρωπαϊσμού  και τη «χάρυβδη» του έκπτωτου και καταχθόνιου «αμερικανισμού». Γιατί η Ιστορία εκδικείται, όταν την αγνοείς, πολλώ δε μάλλω, όταν δεν την γνωρίζεις!


Έρευνα - επιμέλεια - δημοσίευση


Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος



ΨΑΛΤΑΙ ΚΑΙ ΚΑΝΟΝΑΡΧΑΙ (1901)*


Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 1901


Πόσον θλίβεται η ψυχή μου, όταν βλέπω εις τους Ναούς των χωρίων ν' ανησυχώσι και αγανακτώσιν οι ιερείς και επίτροποι, διότι δεν ευρίσκεται ένα παιδί να καλαναρχήση, να πη τον <<Απόστολον>>...


Μόνον αυτή η έλλειψις; Δεν υπάρχει ένας ψάλτης να ψάλλη! Αληθώς σήμεροι όσοι ναοί δεν έχουσι το μέσον να πληρώσουν ψάλτας, δεν έχουν ψάλτας. Και όμως εις παλαιοτέρους χρόνους εθεωρείτο τιμή μεγάλη το ψάλλειν εις την Εκκλησίαν, το αναγινώσκειν το Ψαλτήριον και τας ΙΙροφητείας, το απαγγέλλειν τον Απόστολον, το συλλειτουργείν εν γένει τον Ιερέα.


Οι προύχοντες τότε του χωρίου κατελάμβανον αυτοδικαίως τους χορούς του ναού, εις όλας τας εορτάς και Κυριακάς του ενιαυτού παριστάμενοι ανελλειπώς εν τε τω εσπερινώ και τω όρθρω.


Ουδέ έβαλεν ευλογητόν ο Ιερεύς, πριν ιδεί όλους τους προεστώτας να καταλάβωσι τα στασιδια του χορού. Πολύ φυσικόν. Διότι, η εκπαίδευσις τότε και εν γένει η μόρφωσις εγίνετο μόνον διά της Εκκλησίας.


Τα παιδία επρογυμνάζοντο εις το σχολείον εις την Οκτώηχον και, κληρούμενα υπό τους διδασκάλους εκανονάρχουν ή έλεγον τον Απόστολον, έως ου αυξανομένης της ηλικίας των, εκγυμνασθώσι και εις το ψάλλειν. Ποία παρετηρείτο άμιλλα των νέων εν ταις ιεραίς ακολουθιαις τότε. Ποίος ευγενής ανταγωνισμός, όστις ηυτρέπιζε και εκαλλώπιζε τας ιεροτελεστίας.


Το να γείνη ο υιός ενός προύχοντος <<Αναγνώστης>> εθεωρείτο μέγα τι και ιεροπρεπές. Το να προχειρισθή ο υιός ενός χωρικού εις <<Αναγνώστην>> εθεωρείτο ως δίπλωμα έντιμου προσαγωγής εις προύχοντα του τόπου περιζήτητον.


Αυτά τα πρώτα πρόσωπα της μικράς κωμοπόλεως μετ' ιδιαιτέρας χαράς ελησμόνουν το βαπτιστικόν των όνομα, υπογράφοντα και προσφωνούμενα ως <<Αναγνώστης». Πολλοί δε διέπρεψαν εν τη διοικήσει των κοινωτικών <<κύρ Αναγνώσται>>. Η συνήθεια αύτη είναι Εθνική καθόλου έχουσα την αρχήν της εις τους βυζαντινούς χρόνους, εις τους καιρούς εκείνους της θρησκευτικής του Έθνους ημών λαμπρότητος και δόξης, ότε και οι αυτοκράτορες ακόμη δεν απηξίουν να χοροστατώσι και να ψάλλωσιν εν ταις ανακτορικαίς ιεροτελεστίαις.


Γνωστός δε είναι ο βασιλεύς εκείνος, όστις εδολοφονήθη την νύκτα των Χριστουγέννων εν αυτή τη αγρυπνία, ψάλλων εν τω χορώ του ανακτορικού παρεκκλησίου τον ειρμόν της Ζ' ωδής <<Τω Παντάνακτος έξεφαύλισαν πόθω ...>>


Αλλ' οι αναδιφώντες την Εθνικήν ημών ιστορίαν πολλάς άλλας μαρτυρίας ανευρίσκουσι περί του πόσον έντιμον καί επαγωγόν και υψηλόν εθεωρείτο το ψάλλειν ή αναγινώσκειν εν τη εκκλησία.


Εν τω περιφήμω ναώ των Χαλκοπρατείων, τιμωμένω επ' ονόματι της Θεοτόκου, όπου κατέκειτο η αγία σορός της τιμίας Ζώνης αύτης, τη 31 Αύγουστου, εν τη αγρυπνία, ότε εωρτάζετο η κατάθεσις της τιμίας Ζώνης, τας <<Αναγνώσεις>> έκαμον επίσημοι του βυζαντινού Κράτους άνδρες, τιμήν των μεγάλην θεωρούντες να υπηρετώσι τω Θεώ.


Μιχαήλ ο Ραγγαβέ, πριν ακόμη βασιλεύση, Κουροπαλάτης ων, πολλάκις έψαλλεν εν τω ναώ τούτω, ο δε Βάρδας ο Καίσαρ πολλάκις εκανονάρχησεν, άλλοι δε μεγιστάνες άλλας διακονίας διηκόνουν, μετά θαυμαστής προθυμίας, εν τω ναώ της Θεοτόκου.


Διά τούτο θλίβομαι σήμερον, όταν βλέπω τους ιερείς των χωρίων ν' αγανακτώσι και γογγύζωσι, διότι δεν έχουν κανένα να τους συλλειτουργήση.


Αλλ' όταν αναγινώσκω την ελληνικήν ιστορίαν, θλίβομαι ακόμη περισσότερον, διότι βλέπω ότι εκείνο το οποίον δεν κατώρθωσαν τόσοι μακροί αιώνες, ν' απομακρύνωσι δηλ. τον ελληνικόν κόσμον από τα ιερά αυτού πάτρια, το κατώρθωσεν η τελευταία μικρά περίοδος από της απελευθερώσεως της νέας Ελλάδος. Ολίγον ακόμη και τα χωρία δεν θα έχωσιν ουδέ ιερείς.


Α. Μωραϊτίδης



*Εκ της 15ήμερης μουσικής εφημερίδας των Αθηνών «ΦΟΡΜΙΓΞ»
της 1ης Οκτωβρίου 1901, έτος 1ον, αρ. φ. 1, σελ. 3-4.
Τη επιμελεία των κ.κ.  Γερμανού Κυργιαζίδη, Ιωάννου Θ. Τσώκλη και Παν. Τζαννέα.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, έρευνα, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


ΟΣΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ: ΕΡΓΑ Ε', «Η ΣΤΕΝΗ ΠΥΛΗ» (ΜΕΡΟΣ 11ον)





Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο του Οσίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ «Η Στενή Πύλη», σε μετάφραση και επιμέλεια του συγγραφέα Πέτρου Μπότση, «Έργα Ε'», Αθήνα 2014, σελ. 128-133.
Η στενή πύλη που πρέπει να διαβεί ο άνθρωπος για να οδηγηθεί στην αληθινή ζωή, δηλαδή στη Βασιλεία του Θεού, είναι η μετάνοια.
Από μόνη της η μετάνοια βέβαια δεν είναι αρκετή για να φτάσει κανείς εκεί. Την πύλη αυτή όμως είναι απαραίτητο να τη διαβεί. Πρέπει δηλαδή ν' αλλάξει, ν' αντιστρέψει τη στάση του πρώτου ανθρώπου, του Αδάμ. Ο Αδάμ υπάκουσε στο δικό του θέλημα, δεν έκαμε το θέλημα του Θεού. Εμείς πρέπει ν' αντιστρατευτούμε στο δικό μας θέλημα και να κάνουμε το θέλημα του Θεού. Μ' αυτόν τον τρόπο ανοίγει η στενή πύλη, όπως την ονομάζει ο Κύριος, η πύλη της μετάνοιας. Μια πύλη, που διέρχονται διά μέσου των αιώνων όλοι οι όσιοι, όλοι οι άγιοι της Εκκλησίας μας.
Την πύλη αυτή τη διάβηκαν οι μάρτυρες που απαρνήθηκαν τον εαυτό τους, όχι μόνο το θέλημά τους, αλλά και τη ίδια τους την ύπαρξη θυσίασαν για τη χάρη του Θεού. Τη διαβαίνουν οι όσιοι που αφιερώνουν τη ζωή τους με το ν' απαρνηθούν το ίδιο θέλημα, είτε με την υποταγή στο Γέροντά τους, είτε αγωνιζόμενοι με κάθε τρόπο να ευαρεστήσουν στο Θεό.
Όλοι αυτοί διάλεξαν να διαβούν και ν' ακολουθήσουν τη στενή πύλη, τον μόνο αληθινό δρόμο που οδηγεί στη ζωή.
Δεν μπορεί όμως να είναι να είναι κανείς μέλος της Βασιλείας του Θεού, να γίνει άγιος, αν δε βρίσκεται μέσα στην Εκκλησία και δε βιώνει την εν Χριστώ σωτηρία, δε συμμετέχει δηλαδή στο Δείπνο της Βασιλεία, που είναι η θεία Ευχαριστία.
Ο όσιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ, ένας από τους φωτισμένους συγγραφείς και μεγάλους νηπτικούς της Ρωσικής, αλλά και γενικότερα της οικουμενικής Εκκλησίας ερμηνεύει την εντολή αυτή του Χριστού για τη στενή πύλη με τη γνωστή του βαθιά θεολογική προσέγγιση και μας προσφέρει μια διδασκαλία ορθόδοξη και πατερική, χωρίς ν' αφήνει αναπάντητες τις ανεπίτρεπτες παρεξηγήσεις και πλανεμένες απόψεις που κυριαρχούν πολλές φορές ανάμεσα στους πιστούς.
Στο ίδιο πνεύμα αναφέρονται και τα υπόλοιπα κείμενα του Οσίου, που έχουν συμπεριληφθεί στο βιβλίο αυτό.
Η χάρη του Κυρίου ας μας βοηθήσει να διαβούμε τη στενή πύλη της μετάνοιας, να γευτούμε απ' αυτή τη ζωή τη Βασιλεία του Θεού μέσα στην Εκκλησία και ν' αξιωθούμε να τη ζήσουμε με πληρότητα, όταν ο Θεός ευδοκήσει να έρθει για να εγκαταστήσει τη Βασιλεία Του. Αμήν.
Πέτρος Μπότσης, Μάρτιος 2014
(Απόσπασμα εκ του προλόγου)
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ».








ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'



Η οίηση



Μαθητής: Είναι σαφής νομίζω ή λαθεμένη μέθοδος αυτού του τρόπου προσευχής καθώς κι ο δεσμός της με την αυταπάτη και την πλάνη. Διδάξτε με σας παρακαλώ και τους άλλους τρόπους λαθεμένης προσευχής που πρέπει να προσέξω, καθώς και τις πλάνες που μπορούν να προκύψουν.


Γέροντας: Όπως η εσφαλμένη ενέργεια του νου οδηγεί στην υταπάτη και την πλάνη, το ίδιο γίνεται και με την εσφαλμένη ενέργεια της καρδιάς. Ο νους που επιθυμεί κι αγωνίζεται να δει πνευματικά οράματα, ενώ δεν έχει καθαριστεί από τα πάθη και δεν έχει αναγεννηθεί κι ανακαινιστεί από το Άγιο Πνεύμα, είναι γεμάτος από ανοησία κι υπερηφάνεια. Το ίδιο γεμάτη από ανοησία κι υπερηφάνεια είναι η καρδιά που νιώθει ευχαρίστηση σε αισθήματα άγια, πνευματικά και θεία, όταν δεν είναι ακόμα ικανή και σε θέση να δεχτεί τέτοιες ηδονές. Όπως ο ακάθαρτος νους που θέλει να δει θεία οράματα άκαιρα, χωρίς να έχει τέτοια δυνατότητα, μηχανεύεται από μόνος του και πλάθει οράματα, από τα οποία στη συνέχεια αυταπατάται και πλανάται, έτσι γίνεται και με την καρδιά. Όταν προσπαθεί να νιώσει νέες ηδονές και ιερά αισθήματα και δεν μπορεί να τα συναντήσει μέσα της, τότε πλανά, απατά και καταστρέφει τον εαυτό της γιατί εισέρχεται στην περιοχή του ψεύδους, επικοινωνεί με τους δαίμονες, υποτάσσεται στην επιρροή τους κι αιχμαλωτίζεται απ' αυτούς. Απ' όλα τα καρδιακά αισθήματα, αντίθετα, εφόσον η καρδιά βρίσκεται στην κατάσταση της πτώσης, μόνο ένα υπάρχει που μπορεί να λειτουργήσει θετικά στην αόρατη υπηρεσία του Θεού: η θλίψη για τις αμαρτίες του ανθρώπου, για την αμαρτωλότητά του, για την πτώση του και την απώλειά του. Το αίσθημα αυτό ονομάζεται μετάνοια, πνεύμα συντετριμμένο. Αυτό μας το βεβαιώνει η Αγία Γραφή: <<Ότι ει ηθέλησας θυσίαν, έδωκα αν' ολοκαυτώματα ουκ ευδοκήσεις, θυσία τω Θεώ πνεύμα συντετριμμένον' καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει>> (Ψαλμ. ν' 18, 19). Ο Θεός δεν ευαρεστείται σε θυσίες και <<ολοκαυτώματα>>. Οι θυσίες αυτές είναι αρνητικές. Όταν κανείς προσφέρει την αληθινή σοφία, τη μετάνοια, όλες οι άλλες είναι μάταιες. Για νά' χουν αξία και νά' ναι ευάρεστες ενώπιον του Θεού όλες οι άλλες θυσίες, όλα τ' άλλα καρδιακά αισθήματα, είναι απαραίτητο ο Θεός να <<ευδοκήσει στη Σιών>>, να οικοδομηθούν τα τείχη της Ιερουσαλήμ. Ο Θεός είναι δίκαιος και πανάγιος. Και τον αγνό και πανάγιο Θεό μόνο οι αγνές και άγριες θυσίες τον ευαρεστούν, αυτές που ο άνθρωπος μπορεί να προσφέρει μόνο για την αναγέννησή του. Δεν ευαρεστείται σε θυσίες και ολοκαυτώματα που είναι μιασμένα. Γι' αυτό ας προσπαθήσουμε να καθαριστούμε με τη μετάνοια. <<Τότε ευδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, αναφοράν και ολοκαυτώματα' τότε ανοίσουσιν επί το θυσιαστήριό σου μόσχους>> (Ψαλμ. ν' 21). Τότε, δηλαδή όταν αναγεννηθούμε, όταν τα αισθήματά μας ανακαινιστούν εν Αγίω Πνεύματι. Η πρώτη εντολή που έδωσε ο Σωτήρας μας σ' όλους τους ανθρώπους, χωρίς εξαίρεση, είναι αυτή της μετάνοιας. <<Από τότε ήρξατο ο Ιησούς κηρύσσειν και λέγειν' μετανοείτε' ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών>> (Ματθ. δ' 17). Η εντολή αυτή περιέχει μέσα της όλες τις άλλες. Σ' εκείνους που δεν καταλαβαίνουν το νόημα, τη σημασία και τη δύναμη της μετάνοιας, ο Κύριός μας επανέλαβε πολλές φορές: <<Μάθετε τί έστιν έλεον θέλω και ου θυσίαν>> (Ματθ. θ' 13). Αυτό σημαίνει πως ο Κύριος, που αγαπούσε τους ανθρώπους, επειδή ήταν σαν <<απολωλότα>> πρόβατα, τους χάρισε τη μετάνοια που είναι το μόνο μέσο που μπορεί να οδηγήσει στη σωτηρία, αφού όλοι ήταν καταδικασμένοι μετά την πτώση των πρωτοπλάστων. Δε ζητάει απ' αυτούς θυσίες, αλλά να λυπηθούν και να σπλαχνιστούν τον εαυτό τους, ν' αναγνωρίσουν την ολέθρια κατάστασή τους, ν' αντιληφθούν πως πρέπει οπωσδήποτε ν' απαλλαγούν απ' αυτήν με τη μετάνοια. Ο Κύριος πρόσθεσε και τα ακόλουθα φοβερά λόγια: <<Ουλ ελήλυθα καλέσαι δικαίους, αλλά αμαρτωλούς εις μετάνοιαν>> (Λουκ. ε' 32). Ποιοί ονομάζονται; Οι δυστυχείς και τυφλοί αμαρτωλοί που απατήθηκαν από τον πονηρό και δεν εκτίμησαν πως η μετάνοια είναι απόλυτα απαραίτητα στους ίδιους και γι' αυτό την αρνήθηκαν, την απόρριψαν. Τους δυστυχείς! Γι΄αυτό τους απαρνήθηκε κι ο Σωτήρας μας κι έτσι χάνουν το αγαθό της σωτηρίας. <<Αλίμονο στην ψυχή, λέει ο μέγας Μακάριος, που δε νιώθει τα δικά της τραύματα' που λόγω της μεγάλης πληγής που της προξένησε ο πονηρός, νομίζει πως είναι ελεύθερη κι ανεπηρέαστη από το τραύμα αυτό. Ο Καλός Ιατρός δε θεραπεύει πια τέτοια ψυχή, αφού εγκατέλειψε θεληματικά τα τραύματά της χωρίς φροντίδα και νομίζει πως είναι υγιής, ανεπηρέαστη από πληγές και τραύματα. Ο Χριστός είπε πως <<ου χρείαν έχουσιν οι ισχύοντες ιατρού, αλλ' οι κακώς έχοντες>> (Ματθ. θ' 12). Με την απόρριψη της μετάνοιας ο άνθρωπος ουσιαστικά δείχνει μια φοβερή σκληρότητα και ασπλαχνία προς τον εαυτό του. Εκείνος όμως που είναι σκληρός με τον εαυτό του, με το ν' αποδέχεται τη μετάνοια, ταυτόχρονα νιώθει συμπάθεια και για τους άλλους. Αυτό καθιστά σαφές το μέγεθος του λάθους να βγάζει κάποιος από την καρδιά των άλλων το αίσθημα της μετάνοιας, που κήρυξε ο ίδιος ο Θεός, το αίσθημα αυτό που είναι λογικά και θεμελιακά απαραίτητο για την καρδιά. Κι αυτό στην προσπάθειά του να φανερώσει στην καρδιά ισθήματα που θα μπορούσαν από μόνα τους να φανερωθούν μόλις αυτή καθαριστεί με τη μετάνοια, μ' έναν εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα. Κι αυτό σε αντίθεση με την τάξη των πραγμάτων, όπως τα έθεσε ο Θεός.



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ».
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο του Οσίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ «Η Στενή Πύλη»,
σε μετάφραση και επιμέλεια του συγγραφέα Πέτρου Μπότση, «Έργα Ε'»,
Αθήνα 2014, σελ. 128-133.


Print Friendly and PDF