ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2015

Η ΤΕΛΙΚΗ ΕΥΘΕΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ ΑΓΙΟΥ (Β΄ΜΕΡΟΣ)




Ας δοῦμε ἐντελῶς ἐπιγραμματικὰ τὰ σπουδαιότερα Ὁμολογιακὰ Κείμενά του 26,

τὰ ὁποῖα παραμένουν ἕως σήμερα ἀσυναγώνιστα Μνημεῖα Ὀρθοδόξου Πατερικότητος καὶ Ἀληθείας.

Ἀμέσως μετὰ τὴν γενομένη Ἄρσι τῶν Ἀναθεμάτων, 

ὁ Μητροπολίτης Φιλάρετος ἀπηύθυνε Ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Οἰκουμενιστὴ πατριάρχη Ἀθηναγόρα,

τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1965 27,

ὅπου μὲ πνεῦμα καὶ ἦθος σταθερὸ καὶ πλῆρες ὁμολογιακῆς παρρησίας,

«ὡς Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐλευθέρου τμήματος τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας», τόνισε,

ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λαμβάνωνται ἀποφάσεις σχετικὰ μὲ τοὺς Δυτικοὺς χριστιανούς,

οἱ ὁποῖες νὰ μὴ εὑρίσκωνται σὲ συμφωνία μὲ τὴν διδασκαλία τῶν Ἁγίων Πατέρων

 καὶ μάλιστα τῶν Ἁγίων Φωτίου τοῦ Μεγάλου καὶ Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ·

ἐπίσης, κατήγγειλε 

τὴν γενομένη Ἄρσι καὶ ἀπέδειξε τὸ παράνομον καὶ ἄκυρον αὐτῆς, ἐφ’ ὅσον σήμανε οὐσιαστικὰ τὴν ἐξίσωσι πλάνης καὶ ἀληθείας· 

ὁ Ἅγιος διεκήρυξε εὐθαρσῶς, 

ὅτι καμμία ἕνωσις δὲν εἶναι δυνατὴ μὲ τοὺς Παπικοὺς μέχρις ἀποκηρύξεως ἀπὸ μέρους τους τῶν νέων δογμάτων,

διότι αὐτοὶ ἀπὸ τοῦ ΙΑ’ αἰῶνος προσέθεσαν πλῆθος πλανῶν καὶ αἱρέσεων στὴν Πίστι,

ὅπως καὶ ἀποδοχῆς τους πλήρως τῆς Ὀρθοδόξου διδασκαλίας.

Ὅμως οἱ Παπικοί,

μέσῳ τῶν κειμένων τους, εἶναι φανερὸν ὅτι ἀντιλαμβάνονται τὸν πιθανὸ διάλογο μὲ τοὺς Ὀρθοδόξους 

ὡς σχέδιο ἐνσωματώσεώς μας στὴν Ρώμη ἤ ὡς ἀποκατάστασι τῆς κοινωνίας μὲ κάποιον τρόπο,

ποὺ νὰ ἀφήνη ἀμετάβλητη τὴν διδασκαλία τους περὶ τῆς θέσεως τοῦ Πάπα στὴν Ἐκκλησία.

Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ ἱερὸς Φιλάρετος ἀναφωνεῖ,ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσχωρήση μία τέτοια προδοσία στὸ περιβάλλον μας.



πέβαλε δὲ παράκλησι στὸν Ἀθηναγόραν ὰπαύση τὸν σκανδαλισμὸ ἀπὸ τὴν ὁδὸ ποὺ ἐπέλεξε τῆς οἰκουμενιστικῆς συμβιβαστικῆς ἑνώσεως μὲ τοὺς ἑτεροδόξους,χωρὶς τὴν πλήρη ὁμοφροσύνη τους στὴν Ἀλήθεια.Ἡ θαυμάσια αὐτὴ Ἐπιστολὴ ἔμεινε ἀναπάντητη, διότι ὁ πατριάρχης καὶ οἱ σὺν αὐτῷ εἶχαν ἤδη ἐπιλέξει τὴν ἀνεπίστροφη κατακριτικὴ πορεία τους...Ἀκολούθησε Ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Ἀμερικῆς Ἰάκωβο τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας τοῦ 1969 28, καταγγέλουσα τὶς οἰκουμενιστικὲς πράξεις καὶ ἰδέες του,εὶς σύμφωνες μὲ ἐκεῖνες τοῦ Ἀθηναγόρου, οἱ ὁποῖες ἦταν καθαρῶς ἀντορθόδοξες καὶ αντιβαίνουσες πρὸς τοὺς Ἱεροὺς Κανόνες.Ὁ ἱερὸς Φιλάρετος μὲ καθαρότητα καὶ σαφήνει ατονίζει,ὅτι ἡ δημόσια κοινὴ προσευχὴ ἀποτελεῖ τὸ κορύφωμα τῆς ἐπιστροφῆς στὴν Ἐκκλησία τῶν ἐκτὸς Αὐτῆς εὑρισκομένων,σὰν ἐκδήλωσι ἑνότητος πλέον στὴν Πίστι, καὶ ὄχι μέσον γιὰ εὕρεσι ἤ ἐπίτευξι αὐτῆς.


Εἶναι φανερόν,ὅπως γράφει ὁ Ἅγιος Μητροπολίτης,ὅτι οἱ δηλώσεις τοῦ πατριάρχου Ἀθηναγόρου,ποὺ ἀποτελοῦν τὴν προϋπόθεσι καὶ γιὰ τὶς οἰκουμενιστικὲς πράξεις τοῦ Ἰακώβου,κατατείνουν σὲ δῆθεν ἐπανάκτησι τῆς «ἀδιαιρέτου Ἐκκλησίας»,πρᾶγμα ποὺ ἀποδεικνύει τὴν πίστι τους στὴν αἱρετικὴ «θεωρία τῶν κλάδων»,μὲ ἀποδοχὴ τῆς δῆθεν «διαιρέσεως τῆς Ἐκκλησίας» καὶ τὴν θεώρησι τῶν ἱερῶν Δογμάτων ὡς δευτερευούσης σημασίας καὶ ὡς ἀδιαφόρων γιὰ νὰ ἀνήκη κανεὶς στὴν ἀληθινὴ Ἐκκλησία.Ἡ διοργάνωσις Οἰκουμενιστικῶν συμπροσευχῶν σὲ αὐτὴ τὴν σαθρὴ καὶ αἱρετικὴ βάσι ἀποτελεῖ διαστρέβλωσι τοῦ περὶ Ἐκκλησίας Δόγματος. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, ὁ ἱερὸς Φιλάρετος συνεπέρανε:«ἑνώνεσθε (προσοχή,ὄχι θὰ ἑνωθῆτε,ἀλλὰ ἑνώνεσθε)μὲ τοὺς ετεροδόξους οὐχὶ ἐν ἀληθείᾳ,ἀλλ’ἐν ἀδιαφορίᾳ πρὸς αὐτήν»!Τὸν Ἰούλιο τοῦ αὐτοῦ ἔτους, 1969, ὁ Ἅγιος Μητροπολίτης Φιλάρετος ἀπηύθυνε τὴν περίφημη «Πρώτη Ἐπιστολὴ Πόνου»29 πρὸς τοὺς προκαθημένους καὶ πρὸς ὅλους τοὺς ἀρχιερεῖς τῶν επισήμων ορθοδόξων ἐκκλησιῶν,μετὰ μάλιστα καὶ τὴν σύγκλησι τῆς Δ’ Γενικῆς Συνελεύσεως τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν» στὴν Οὐψάλα τῆς Σουηδίας τὸ προηγούμενο ἔτος 1968.


ἱερὸς Φιλάρετος γράφει ἀπὸ αἴσθησι εὐθύνης, γιὰ νὰ μὴ ἔχη τὸ κρῖμα τῆς προδοσίας τῆς Αληθείας διὰ τῆς σιωπῆς,καὶ γιὰ νὰ μὴ ἀκούση παρὰ Κυρίου ἐν ἡμέρᾳ Κρίσεως,ὅτι εἶδε τὸν κίνδυνο τοῦ Οἰκουμενισμοῦ νὰ ἀπειλῆ τὴν Ἐκκλησία καὶ δὲν προειδοποίησε τοὺς Επισκόπους Αὐτῆς.Ἡ μελέτη τῶν ὅσων συνέβησαν στὴν Οὐψάλα ἦταν συνταρακτική,διότι ἡ πλάνη τοῦ Οἰκουμενισμοῦ ἔτυχε ἐπισήμου ἐγκρίσεως ἀπὸ τὶς τοπικὲς Ἐκκλησίες.Ἡ συμπερίληψις τῶν ὀρθοδόξων ὡς «ὀργανικῶν μελῶν» τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν» δὲν δικαιολογεῖ τὴν συμμετοχή τους γιὰ λόγους δῆθεν μαρτυρίας τῆς Αληθείας ἤ ἱεραποστολικοὺς μεταξὺ τῶν ἄλλων Ὁμολογιῶν, ἀλλὰ τοὺς συνενώνει μὲ αὐτές,καὶ ὅλες πλέον οἱ ἀποφάσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Ὀργανισμοῦ λαμβάνονται ἐξ ὀνόματος ὅλων,ὀρθοδόξων καὶ ἑτεροδόξων.Οἱ ορθόδοξοι συγχωνεύον­ται πλέον σὲ μία μᾶζα μὲ τοὺς Διαμαρτυρομένους.Ἡ χρῆσις τοῦ ἑνικοῦ ἀριθμοῦ στὰ κείμενα,ὅταν γίνεται λόγος περὶ Ἐκκλησίας («ἡ Ἐκκλησία διδάσκει...» κλπ.),ἡ ἀναφορὰ κάποτε σὲ «Παγκόσμια­ Ἐκκλησία» καὶ τὸ διάχυτο πνεῦμα στὴν ὁρολογία καὶ στὰ κείμενα περὶ δῆθεν ὑφισταμένης ἐσωτερικῆς ἑνότητος τῶν λεγομένων Ἐκκλησιῶν,παρὰ τὴν ἐξωτερική τους διαίρεσι,φανερώνει τὸ κύριο ἔργο τοῦ Οἰκουμενισμοῦ,ποὺ εἶναι ἡ δῆθεν ἐσωτερικὴ ἑνότης νὰ ἐκδηλώνεται καὶ βιώνεται καὶ ἐξωτερικά.


μως, οἱ Ἅγιοι Πατέρες καὶ οἱ Ἱεροὶ Κανόνες δὲν προέβαιναν σὲ ὀργανικὲς ἑνώσεις μὲ τοὺς αἱρετικούς,ἀλλὰ τοὺς ἀναθεμάτιζαν!Ἀπὸ τὴν σύγχρονη ἄμικτη μεῖξι,δὲν ἁγιάζονται οἱ αἱρετικοί,ἀλλὰ ἀποξενώνονται οἱ κατ’ ὄνομα ὀρθόδοξοι ἀπὸ τὴν Καθολικὴ Ὀρθόδοξη Ἑνότητα.Οἱ σημερινοὶ Διαμαρτυρόμενοι καὶ Παπικοὶ δὲν εἶναι ἐγγύτεροι στὴν Ἐκκλησία ἀπ’ ὅτι ἦταν οἱ Ἀρειανοὶ ἤ οἱ Ἡμιαρειανοὶ τοῦ Δ’ αἰῶνος,ἔστω καὶ ἄν σήμερα ὑπάρχουν ἄλλου είδους κοινωνικὲς σχέσεις μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων.Οἱ Οἰκουμενιστικὲς σχέσεις εἶναι ἀντίθετες στὴν φύσι τῆς Μιᾶς, Ἁγίας, Καθολικῆς καὶ Ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας καὶ συνιστοῦν ἔργο πνευματικοῦ δηλητηριασμοῦ· γι’ αὐτὸ καὶ ἡ θεία μάχαιρα30 εἶναι ὑψωμένη γιὰ νὰ διαχωρίση τοὺς ἐμμένοντας πιστοὺς στὴν παραδοθεῖσα Πίστι ἀπὸ ἐκείνους,οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθαν στὴν νέα πορεία τῆς Οἰκουμενιστικῆς ἑνότητος.Τέλος, ὁ ἱερὸς Φιλάρετος ἀπηύθυνε ἔκκλησι καὶ ἱκεσία στοὺς επισκόπους τῆς παγκοσμίου ὀρθοδοξίας νὰ ἐγερθοῦν σὲ προάσπισι τῆς καθαρότητος τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως.


Τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας τοῦ 1972,ὁ Μητροπολίτης Φιλάρετος ἐπανῆλθε μὲ τὴν θαυμαστὴ «Δευτέρα Ἐπιστολὴ Πόνου»31 πρὸς τοὺς ἰδίους ἀποδέκτας.Εἰς αὐτήν,διαπιστώνει μὲ ἀνείπωτη ὀδύνη ὅτι οἱ επίσημες ἐκκλησίες ὥδευαν ἀμετανόητα τὴν ὁδὸ τῆς εκπτώσεως ἀπὸ τὴν Ἀλήθεια·παρὰ ταῦτα,γράφει γιὰ νὰ διαφανῆ σὲ ποία ἄβυσσο ἐκκλησιολογικῆς αἱρέσεως ὑποπίπτουν οἱ συμμετέχοντες στὴν Οἰκουμενικὴ Κίνησι,ἐφ’ ὅσον ὁ Οικουμενισμός εἶναι αναμφισβήτητα ἐπικίνδυνη αἵρεσις,ἡ ὁποία κατατείνει στὴν ἐξαφάνισι τῆς ἀληθοῦς Ἐκκλησίας ἐντὸς τοῦ κατακλυσμοῦ τῶν αἱρετικῶν Κοινοτήτων.Ἡ εὐθύνη τῶν ἐπισήμων ὀρθοδόξων λογίζεται τεράστια,διότι ἀρνοῦνται τὴν ἀληθινή,«παλαιὰ» κατ’αὐτούς,Ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Αποστόλων καὶ Πατέρων,εἰσερχόμενοι σὲ κοινωνία μὲ τὴν αἵρεσι.Ἡ ἀπαρχὴ ὅλων αὐτῶν ἀνευρίσκεται στὴν τάσι ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τοῦ Κ’ αἰῶνος νεωτερισμοῦ καὶ ἐκσυγχρονισμοῦ, γιὰ τὴν προσαρμογὴ τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας σύμφωνα μὲ τὶς ἀρχὲς τοῦ κοινωνικοῦ βίου καὶ τῶν ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν καὶ παθῶν.Σὲ αὐτὴ τὴν βάσι,συνῆλθε καὶ τὸ λεγόμενο Πανορθόδοξο Συνέδριο τῆς Κωνσταντινουπόλεως τὸ 1923 καὶ υἱοθέτησε τὸ δυτικὸ ἡμερολόγιο,ὅπως καὶ τὸ δυτικὸ πασχάλιο.


ἀντικανονικὴ καὶ βεβιασμένη ἐκείνη μεταρρύθμισις ἐπέφερε διάσπασι τῆς ἑνότητος τῆς λειτουργικῆς ζωῆς τῶν Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν σὲ διάφορες χῶρες καὶ εἰσήγαγε χάος καὶ ἀνωμαλία.Αὐτὴ ἦταν ποὺ προετοίμασε τὸ ἔδαφος καὶ ὑπέσκαψε τὰ θεμέλια γιὰ μία ἀναθεώρησι τῆς συνόλου τάξεως καὶ ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἶχε εὐλογηθῆ ἀπὸ τὴν Ἱερὰ Παράδοσι καὶ εἶχε σφραγισθῆ ἀπὸ τὶς ἀποφάσεις τῶν Οἰκουμενικῶν καὶ Τοπικῶν Συνόδων.Ἔτσι,ἔφθασαν οἱ νεωτεριστὲς-ἀναθεωρητὲς νὰ ὁμιλοῦν γιὰ σχεδόν «πλήρη κοινωνία» μὲ τοὺς ἑτεροδόξους.Παρὰ τὴν δῆθεν Ἄρσι τῶν Αναθεμάτων,οἱ Παπικοὶ ἦταν καὶ εἶναι αἱρετικοί,ἄν καὶ ὑπῆρξε διάφορος τρόπος εἰσδοχῆς τους στὴν Ἐκκλησία κατὰτόπους καὶ κατὰ ἐποχές.Οἱ Οἰκουμενισταὶ προχωροῦν καὶ Διαθρησκειακῶς πλέον, μὲ χιλιαστικὲς ἰδέες οικοδομήσεως ἑνὸς δῆθεν νέου κόσμου εἰρήνης καὶ εὐημερίας, ἡ δὲ ἀνεγειρομένη ἐκκλησία τους εἶναι ἡ «χλιαρὰ» τῆς Λαοδικείας,περὶ τῆς ὁποίας ὁ Κύριος ἐκφράζει τὴν ἀποστροφή του στὴν ἱερὰ Ἀποκάλυψι32.Τὸ 1975, ὁ Μητροπολίτης Φιλάρετος ἀναγκάσθηκε νὰ γράψη ἕτερο κείμενο,σχετικὰ μὲ τὴν λεγομένη «Ὁμολογία Θυαείρων»33, ἡ ὁποία εἶχε ἐκδοθῆ τότε ἀπὸ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Θυατείρων καὶ Μ.Βρετανίας Ἀθηναγόρα (Κοκκινάκη),μὲ ἔγκρισι τῆς συνόδου τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλως,ἐπὶ πατριάρχου Δημητρίου,γιὰ νὰ καταδείξη,ὅτι αὐτὴ ἡ οἰκουμενιστικὴ ἐπίσημη Ὁμολογία εἶναι ἕνα κείμενο ἐντελῶς αἱρετικοῦ πνεύ- ματος,ποὺ προτρέπει σὲ συμπροσευχὴ καὶ μυστηριακὴ διακοινωνία μὲ τοὺς πάσης φύσεως αἱρετικούς,τοὺς ὁποίους ἀναγνωρίζει πλήρως καὶ ἐντάσσει στὸ Σῶμα τῆςἘκκλησίας,χωρὶς νὰ ὁρίζη ὅρια εἰς αὐτήν!


Διὰ μέσου τῶν κειμένων τούτων,ἡ θέσις τοῦ Ἁγίου Μητροπολίτου Φιλαρέτου εἶναι σαφής:Ἡ Ἀληθὴς/Γνησία Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἀναχρονιστική,ὅπως οἱ Οἰκουμενισταὶ διατείνονται,ἀλλὰ ἐκεῖνοι ἀκριβῶς εἶναι,ποὺ ἐξέρχονται ἀπὸ Αὐτήν,ἀποτελοῦντες μὲ τοὺς αιρετικούς ἑταίρους τους μία «νέα» ἐκκλησία,ἐξωτερικὴ καὶ τυπικὴ μόνον ὁμοιότητα διατηροῦσα μὲ τὴν ὄντως Ὀρθόδοξη.Ἀλλά,οἱ παρακλήσεις καὶ ἱκεσίες αὐτὲς τοῦ Ἁγίου Μητροπολίτου ἦσαν πράγματι φωνὲς βοῶσες ἐν ἐρήμῳ ἀδιαφορίας ἤ οἰκουμενιστικῆς μειοδοσίας (ἤ καλύτερα πλειοδοσίας!)...Οὐδεὶς ἐκ τῶν παραληπτῶν προκαθημένων ἀπήντησε στὰ λαμπρὰ αὐτὰ κείμενα,ἐκτὸς ὀλίγων μεμονωμένων περιπτώσεων ἀρχιερέων,οἱ ὁποῖοι ἀπευθύνθηκαν στὶς Συνόδους τους γιὰ σοβαρὴ ἐξέτασι τοῦ θέματος τοῦ Οἰκουμενισμοῦ,χωρὶς ὅμως νὰ δοθῆ κάποια συνέχεια...Ἡ Ὁμολογία τοῦ Ἁγίου Μητροπολίτου εἶχε καὶ τὴν καταληκτήριο συνέχεια της:Τὸν Αὔγουστο τοῦ 1983,στὸΜόντρεαλ τοῦ Καναδᾶ,ὁ Μητροπολίτης Φιλάρετος καὶ ἡ Σύνοδός του κατήγγειλαν γιὰ ἄλλη μία φορὰ τὴν Οἰκουμενιστικὴ Ἀποστασία,ἡ ὁποία ἀκριβῶς ἐκεῖνο τὸ διάστημα μὲ τὴν ΣΤ’ Γενικὴ Συνέλευσι τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν» στὸ Βανκοῦβερ τοῦ Καναδᾶ,πέρασε ἀνοικτὰ ἀπὸ τὸν Διαχριστιανικὸ στὸν Διαθρησκειακὸ Οἰκουμενισμό,θεωρήσαντες αὐτὴν (τὴν Ἀποστασία) ὡς προδρομικὸ στοιχεῖο ἐλεύσεως τοῦ Ἀντιχρίστου.Ἐν τέλει δέ,ἡ Σύνοδος τῆς Διασπορᾶς ὑπὸ τὸν Μητροπολίτη Φιλάρετο ἐξέδωσε τὸ γνωστὸ Ἀνάθεμα κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ,στὴν μορφή του τῆς θεωρίας τῶν Κλάδων,τῆς ἀοράτου Ἐκκλησίας καὶ τῆς μὴ διαφοροποιήσεως τῶν μυστηρίων τῆς Ἐκκλησίας ἀπὸ τῶν αἱρετικῶν,ὡς καὶ (κατὰ) τῶν κοινωνούντων ἐν γνώσει μετὰ τῶν Οἰκουμενιστῶν μὲ τὴν πρόφασι τῆς δῆθεν ἀδελφικῆς ἀγάπης34.


Κατανοεῖται σαφῶς, ὅτι τὸ ἔσχατο αὐτὸ μέτρο δὲν ἦλθε,ὡς κεραυνὸς ἐν αἰθρίᾳ·ἐπὶ 20ετίαν ὅλην ἐξαντλήθηκε κάθε προσπάθεια καταδείξεως μὲ τρόπο ἐμβριθῆ,σοβαρό,πνευματικὸ καὶ τεκμηριωμένο,ὁ ὄλεθρος τῆς Οἰκουμενιστικῆς αιρέσεως.Κατόπιν πάντων τούτων καὶ ἐν ὄψει τῆς ἔτι μεγαλυτέρας καὶ πεισμόνου ἐμμονῆς καὶ ἀμετανοήτου εκπτώσεως τῶν ἡγεσιῶν τῶν επισήμων λεγομένων ορθοδόξων ἐκκλησιῶνεἰς αὐτήν,ἐλήφθη καὶ τὸ τελικὸ μέτρο τοῦ ἀναθεματισμοῦ, γιὰ τὴν προφύλαξι τοῦ Ποιμνίου τῆς Εκκλησίας ἐκείνης καὶ τὴν τοποθέτησι ἁπάντων τῶν ὅπου γῆς ὀρθοδόξων ἐνώπιον τῆς τεραστίας εὐθύνης των,ἡ ὁποία θὰ ἐξαρτοῦσε τὸ πνευματικὸ μέλλον τους,ἀλλὰ θὰ ὑποστηρίζαμε καὶ τὴν αἰώνιο συγκατάλεξί τους μὲ τοὺς ἐντὸς ἤ ἐκτὸς τῆς Εκκλησίας τῶν Πρωτοτόκων, πλησίον ἤ μακρὰν τῶν Ἁγίων,μὲ τὸν Χριστὸ ἤ μὲ τὸν ἀντίδικο!...Νομίζουμε,ὅτι πρέπει νὰ γίνη ἀντιληπτό,κατόπιν πάντων τούτων,ὅτι εἶναι ζήτημα κυριολεκτικὰ ζωῆς καὶ θανάτου ἡ πάσῃ θυσίᾳ ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τὴν κοινωνία μὲ τοὺς Λατινόφρονες καὶ Συγκρητιστὲς Οἰκουμενιστές,ὅποιοι καὶ ἄν εἶναι αὐτοὶ καὶ ὅποια θέσι καὶ ἄν κατέχουν,ὅπως καὶ ἡ ἔνταξις στὸὉμολογητικὸν Σῶμα τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας,πρὸς ἐλπίδα σωτηρίας καὶ ἀποφυγὴν τῆς αἰωνίου κατακρίσεως καὶ ἀπωλείας!...4.


Ο Μητροπολίτης Φιλάρετος ἔζησε ζωὴ Ἰσάγγελο καὶ ἐκοιμήθη τῶν Ταξιαρχῶν-μὲ τὸ Πάτριο Ἡμερολόγιο-τοῦ 1985,σὲ ἡλικία 82 ἐτῶν.Δεκατρία ἔτη ἀργότερα,τὸ 1998,ὁ τάφος του ἀνοίχθηκε γιὰ νὰ τοποθετηθῆ σὲ ἕτερο μαρμάρινο μνῆμα καὶ τὸ ἱερὸ Λείψανό του εὑρέθη Ἄφθαρτο,ἀποπνέον τὴν εὐωδίαν τοῦ Οὐρανοῦ,ὡς ἀδιαμφισβήτητο δεῖγμα θείου Ἐλέους καὶ Εὐαρεσκείας, πρωτίστως γιὰ τὴν θαρραλέα Ὁμολογίατου,καὶ βεβαίως γιὰ τὴν θεάρεστη βιοτή του.Παρὰ τὴν ἔκπτωσι τῶν διαδόχων του τὸ 2007,ὅταν εἰσῆλθαν σὲ κοινωνία μὲ τὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας καὶ δι’αὐτοῦ μὲ τὴν ἐκπεσοῦσα παγκόσμιο ὀρθοδοξία, οἱ συνεχισταὶ τῆς Παρακαταθήκης του Ἀδελφοὶ Ρῶσοι, ὑπὸ τὸν Μητροπολίτη Ἀγαθάγγελο, διεκήρυξαν ἐπισήμως τὴν Ἁγιότητά του τὸν Νοέμβριο τοῦ 2008 στὴν Νέα Ὑόρκη τῶν Η.Π.Α., γεγονὸς στὸ ὁποῖο εἴχαμε τὴν μεγάλη εὐλογία νὰ συμμετάσχουμε προσωπικά, ὁμοῦ μετὰ τοῦ Θεοφιλ. Μεθώνης Ἀμβροσίου,ὡς ἀντιπρόσωποι τῶν ὑπὸ τὸν μακαριστὸ Μητροπολίτη Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς Κυπριανὸ († 2013) Ἀρχιερέων μας.


Θαύματα ἔχουν καταγραφῆ καὶ ὅταν ζοῦσε ὁ Ἅγιος Μητροπολίτης Φιλάρετος καὶ μετὰ τὴν Κοίμησί του μέχρι σήμερα.Ὅμως, τὸ μεγαλύτερο Θαῦμα εἶναι-πιστεύουμε-ἡ ἀταλάντευτη Ὁμολογία του,τὴν Ὁποίαν μᾶς ἐκληροδότησε καὶ ἀναμένει νὰ τὴν διαφυλάξουμε πάσῃ θυσίᾳ,παρὰ τὴν ἀναξιότητα καὶ ἀδυναμία μας.Τὸ τελευταῖο κείμενό του,πρὸ τῆς μακαρίας τελευτῆς του,εἶχε τὸν τίτλο ἑνὸς στίχου ἀπὸ τὴν ἱερὰ Ἀποκάλυψι:«Κράτει ὅ ἔχεις!»35,ποὺ εἶναι ἡ προτροπὴ τοῦ Κυρίου πρὸς τὸν Ἄγγελον τῆς ἐν Φιλαδελφεία Εκκλησίας.



Ὁ Μητροπολίτης Φιλάρετος ἦταν ἡ ἐνσάρκωσις αὐτοῦ τοῦ πνεύματος τῆς διαφυλάξεως τῶν παραδεδομένων 

μὲ πιστότητα καὶ σταθερότητα, καὶ τῆς ἀντικρούσεως τοῦ πνεύματος τῶν Οἰκουμενιστῶν,

οἱ ὁποῖοι ἐνσαρκώνουν τὴν χλιαρότητα,τὴν ἀνεπίτρεπτη συγκρητιστικὴ ἀνάμειξι,

γιὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτιμᾶται ὁ Ἄγγελος τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Ἐκκλησίας36

μὲ τὴν ἀπειλὴ ὅτι ὁ Θεὸς θὰ τὸν ἐμέσῃ, 

διότι ὤφειλε νὰ εἶναι θερμὸς ἤ ψυχρὸς καὶ ὄχι χλιαρός.

Ὁ Οικουμενισμός ἀποτελεῖ ἕνα ἀηδιαστικὸ κρᾶμα χλιαρότητος,

ποὺ συνιστᾶ τὸ πνεῦμα τῆς «Ἀποστασίας»37, τὸ ὁποῖο στοχεύει νὰ πλανήση ἀκόμη καὶ τοὺς ἐκλεκτούς38!

Πάντοτε δὲ παραμένει ἀνοικτὴ ἡ δυνατότητα Μετανοίας,γιὰ ὅσους ἐνεπλάκησαν ἤ ὅσους ἀκολουθοῦν τὴν λανθασμένη ὁδὸ ἀπὸ ἀπερισκεψία ἤ δειλία, 

σύμφωνα μὲ τὴν σωτήρια προτροπὴ τοῦ Κυρίου: 

«Ζήλευε οὖν (δεῖξε ζῆλο λοιπὸν) καὶ μετανόησον»39!

Μὲ τὴν Χάρι τοῦ Θεοῦ ανήκουμε στὸ μικρὸν Ποίμνιον, τὸ ὁποῖο διακρατεῖ τὴν ἁγία Πίστι Ἀκαινοτόμητη,

ὅπως τὴν παρέλαβε καὶ μέσῳ τοῦ συγχρόνου Πατρὸς τῆς Ἐκκλησίας Ἁγίου Ἱεράρχου Φιλαρέτου τοῦ Νέου Ὁμολογητοῦ,ὡς φρόνημα καὶ ὡςτάξι.

Αὐτὴ ἄλλωστε εἶναι καὶ ἡ ἀληθινὴ ἔννοια τῆς Ἀποστολικῆς Διαδοχῆς,τὴν ὁποίαν ἔχουμε πιστοποιημένη 

καὶ βεβαιωμένη ἀπὸ τὸν ἐν λόγῳ Ἅγιο καὶ τὴν Σύνοδό του.Βιοῦντες τὸ Θαῦμα τῆς Ἑνώσεώς μας 

στὴν Γνήσια Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους,

κοινωνοῦντες μὲ τοὺς Γνησίους Ὀρθοδόξους καὶ ἄλλων ἐθνῶν, στὴν προοπτικὴ ἔτι εὐρυτέρας διακηρύξεως 

τῆς Ὁμολογίας τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεώς μας καὶ τῆς ἀπὸ κοινοῦ καταδίκης τῆς οἰκουμενιστικῆς κακοδοξίας40,

βάσει καὶ τοῦ Ἀναθέματος τοῦ 1983,

ἐπαφιέμεθα στὴν Προστασία τῆς Κυρίας Θεοτόκου καὶ τὶς Εὐχὲς πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος Ἁγίων 

καὶ μάλιστα τοῦ καυχήματος τῆς συγχρόνου Ὀρθοδοξίας Ἁγίου Μητροπολίτου Φιλαρέτου,

γιὰ νὰ κρατήσουμε ἑνωμένοι ἄχρι θανάτου τὸν πολύτιμο Θησαυρὸ τῆς Πίστεως ἀσύλητο,

μαρτυροῦντες Αὐτὸν μὲ τὴν συνεπῆ πρὸς τὴν Ὁμολογία ζωή μας, καὶ ἐπιτρέποντες νὰ φανῆ καὶ νὰ λάμψη «Φῶς Χριστοῦ» «πᾶσι»,

σὲ ὅλους, πρὸς δόξαν τῆς ἁγίας Αὐτοῦ Ἐκκλησίας, Ἀμήν! Εὐχαριστῶ!




Παραπομπές


1.Βασιλείου Σταυρίδου-Εὐαγγελίας Βαρέλλα, Ἱστορία τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως, ἔκδ. Πατριαρχικοῦ Ἱδρύματος Πατερικῶν Μελετῶν, Ἀνάλεκτα Βλατά-δων 47, Θεσσαλονίκη 1996, σελ. 334, 335.
2.Ἰωάννου Καρμίρη,Τὰ Δογματικὰ καὶ Συμβολικὰ Μνημεῖα,τ.Β’,GrazAustria 1968, σελ. 984 [1082]-985 [1083].
3..Μ. Μπατιστάτου (ἐκδ.), Πρακτικὰ καὶ Ἀποφάσεις τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Πανορθοδόξου Συνεδρίου/10 Μαΐου-8 Ἰουνίου 1923, Ἀθῆναι 1982, σελ. 57 καὶ
72.Βλ. καὶ Βασιλικῆς Σταθοκώστα, Ὀρθόδοξη Θεολογία καὶ Οἰκουμένη (Μελέ-
τες-Ἄρθρα), ἐκδ. Παρρησία, Ἀθήνα 2011, σελ. 44.
4.PG τ. 44, στλ. 1249D: «Εἰς τοὺς Μακαρισμούς», Λόγος Ε’.
5.PG τ. 102, στλ. 724D: Ἐπιστολὴ ΙΓ’, § ε’.
6.MorrisWest,“TorontoStatement”,στὸ Dictionary of the Ecumenical Movement, WCC Publications,Geneva1991,p.1008,1009,καὶT.K.Thomas,“WCC,Basisof”, αὐτόθι, p. 1096.
7.Βασιλείου Σταυρίδου-Εὐαγγελίας Βαρέλλα, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 367, 368 («Δ’ Πανορθόδοξος Διάσκεψις»/Σαμπεζὺ 1968).
8.Ἀρχιμ.ΣπυρίδωνοςΣπ.Μπιλάλη,Ὀρθοδοξία  καὶ Παπισμός,τ.Α’,ἐκδ.«Ὀρθο- δόξου Τύπου», Ἀθῆναι 1969, σελ. 339-358.
9.RichardP.Mcbrien,“RomanCatholicChurch”,στὸDictionary...,p.860,καὶTom Stransky,“Common Witness”, αὐτόθι, p. 198.
10.Βλ. Γιάννης Σπιτέρης,Ἡ Καθολικὴ Ἐκκλησία καὶ οἱ ἄλλες Χριστιανικὲς Ἐκκλησίες, στὸ Ὁ Καθολικισμός,ἐπιμ. Θεόδωρος Κοντίδης, ἐκδ. Ἑλληνικὰ Γράμματα, Ἀθήνα 2000, σελ. 245-247, 251.
11.Ἀρχιμ. Σπυρίδωνος Σπ. Μπιλάλη, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 147.
12.Αὐτόθι, σελ. 357.
13.Βλ. Ἀρχιμανδρίτου Κυπριανοῦ καὶ Ἱερομονάχου Κλήμεντος Ἁγιοκυπρια-
νιτῶν,Οἰκουμενικὴ Κίνησις καὶ Ὀρθόδοξος Ἀντιοικουμενισμὸς.-Ἡ κρίσιμος ἀντιπαράθεσις ἑνὸς αἰῶνος,Σειρὰ Β’:Συμβολή στὴνἈντιοικουμενιστικὴΘεολογία – 7, Ἀθήνα 2001, σελ. 51 (ὅπου τεκμηρίωσις καὶ βιβλιογραφία).
14.Βλ. πρ. Γεωργίου Μεταλληνοῦ,«Οἱ Διάλογοι χωρὶς Προσωπεῖον...», στὸ πε-
ριοδ. «Παρακαταθήκη» Θεσσαλονίκης, ἀριθ. 25/Ἰούλιος-Αὔγουστος 2002.
15.ἸωάννουΣ.Ρωμανίδου,Ὀρθόδοξος καὶ Βατικάνειος Συμφωνία περὶ Οὐνίας,
§§ 29-30,Διάλεξις τῆς 12.4.1994(ἀνακτήθηκε ἀπὸ τὸν ΔικτυακὸΤόπο romanity.org).
16.Βλ. Ἀρχιεπ. Σιναίου Δαμιανοῦ,«Ὁ Διάλογος μὲ τοὺς Παπικούς», ἐφημ. «Ὀρθόδοξος Τύπος», ἀριθ. 412/6.6.1980, σελ. 2. Βλ. καὶ Ἀθανασίου Κ. Σακαρέλλου, Ἔγινε ἡ Ἕνωση τῶν Ἐκκλησιῶν, Ἀθήνα 2007, σελ. 37.
17.Βλ.Ἀρχιμ.Δαμασκηνοῦ Παπανδρέου-Ἀρχιμ.Βαρθολομαίου Ἀρχοντώνη-Π. Πέτρου Ντυπρέ-Π. Χριστοφόρου Ντυμόν, Τόμος Ἀγάπης/Vatican-Phanar (1958- 1970), Rome-Istanbul 1971, σελ. 375.
18.Περιοδ. «Ἐπίσκεψις», ἀριθ. 768/30 Νοεμβρίου 2014, σελ. 13.
-18 -
19.Δήλωσις τοῦ μητρ.ΠεργάμουἸωάννου Ζηζιούλα στὸ περιοδ.SOP,318/2007.
20.Περιοδ. «Ἐπίσκεψις», ἀριθ. 769/31 Δεκεμβρίου 2014, σελ. 13.
21.Βλ. ΛΔ’ Ἱερὸν Κανόνα τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Τοπικῆς Συνόδου.
22.PG τ. 25, στλ. 689ΑΒ: «Ἐπιστολὴ πρὸς Σεραπίωνα τὸν Ἀδελφόν».
23.Περιοδ. «Ἐπίσκεψις», ἀριθ. 768/30 Νοεμβρίου 2014, σελ. 13.
24.Ματθ. ε’ 15.
25.Βλ. βιογραφικὰ περὶ τοῦ Ἁγίου Μητροπολίτου Φιλαρέτου ἀπὸ διάφορες πηγές,ὅπως καὶ χαρακτηριστικὰ κείμενά του, ὡς καὶ συλλογὴ δημοσιευμάτων περὶ Αὐτοῦ, στὴν ἀγγλικὴ γλῶσσα, στὸ ἀφιερωματικὸ Ἱστολόγιο: blessed philaret.blogspot.gr .Ἐπίσης, ἀφιέρωμα στὴν ἀγγλικὴ γλῶσσα, μὲ πλούσιο ὑλικό, βλ. καὶ στὴν Ἱστοσελίδα τῆς Ἐπαρχίας Ἀνατολικῆς Ἀμερικῆς τῆς ΡΟΕΔ (Π.Μ.): eadiocese.org/History/mp.en.htm .
26.Βλ. συλλογὴ τῶν Ἀντι-οικουμενιστικῶν κειμένων τοῦ Ἁγίου Μητροπολίτου Φιλαρέτου στὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα στὸ ἐξαντληθὲν πλέον βιβλίο:Ὀρθόδοξος Μαρτυρία,ἐκδ. ὑπὸ Καλλινίκου Ἱερομονάχου Ἁγιορείτου, Ἅγιον Ὄρος- Ἀθῆναι 1985, σσ. 84.Τὰ κείμενα αὐτά, μὲ σύντομο Βιογραφικό,ἀναρτῶνται στὴν Ἱστοσελίδα τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς: Ἀφιερώματα γιὰ τὸ ἔτος 2005>Ὁ Ἁγιώτατος Μητροπολίτης Φιλάρετος, Πρωθιεράρχης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῶν Ρώσων τῆς Διασπορᾶς (www.hsir.org/Theology_el/ SpecialSeries2005.html).Θὰ πρέπει νὰ διευκρινίσουμε, ὅτι κύριος θεολογικὸς σύμβουλος τοῦ Μητροπολίτου Φιλαρέτου στὴν σύνταξι τῶν Ὁμολογιακῶν κειμένων του ἦταν ὁ ἀπὸ δεκαετίες Γραμματεύς καὶ εἰδήμων Κανονολόγοςτῆς ἹερᾶςΣυνόδουτῆςΡωσικῆςΔιασπορᾶςΠρωτ.π.ΓεώργιοςΓκράμπε,ὁ μετέπειτα -μετὰ τὴν χηρεία του- Ἐπίσκοπος Οὐασιγκτῶνος καὶ Φλώριδος Γρηγόριος.
27.Βλ. ἐφημ. «Ὀρθόδοξος Τύπος», ἀρ.φ. 63/Μάϊος 1966, σελ. 4. Στὸ κείμενο αὐτό, ὅπως καὶ στὰ λοιπά, γίνεται μνεία καὶ στὴν ἐκκλησιαστικὴ κατάστασι ἐντὸς τῆς τότε Σοβιετικῆς Ἑνώσεως, μὲ καταγγελία τῶν ἀναληθειῶν τοῦ Πατριαρχείου Μόσχας καὶ ἀνάδειξι τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν Κατακομβιτῶν, στὴν ὁποίαν ὅμως δὲν ἀναφερόμεθα ἐντὸς τοῦ κειμένου τῆς Εἰσηγήσεώς μας,ὡς μὴ ἄμεσα συμβατὴ πρὸς τὸ κύριο θέμαμας.Σημειωτέον,ὅτι ὡς προέκτασι τοῦ ἐν λόγῳ κειμένου δυνάμεθα νὰ θεωρήσουμε καὶ ἕτερο Ὁμολογιακὸ Κείμενο τοῦ Μητροπολίτου Φιλαρέτου,μὲ ἡμερομηνία 21.5.1968, τὸ ὁποῖο δημοσιεύθηκε στὸν «Ὀρθόδοξο Τύπο» σὲ μετάφρασι ἐκ τῆς ρωσικῆς:
«Ἀπάντησις τοῦ Μητροπολίτου Φιλαρέτου εἰς τὸ Πασχάλιον Μήνυμα τοῦ Ἀθη-
ναγόρου» (ἀρ.φ. 89/Ἰούλιος 1968, σελ. 4).
28.Βλ. ἐφημ. «Ὀρθόδοξος Τύπος», ἀρ.φ. 110/1.11.1969, σελ. 3, καὶ περιοδ. «Ἡ Φωνὴ τῆς Ὀρθοδοξίας», 15.11.1969.
29.Βλ. ἐφημ. «Ὀρθόδοξος Τύπος», ἀρ.φ. 113/1.1.1970, σελ. 1 καὶ 3.
30.Πρβλ. Ματθ. ι’ 34.
31.Βλ. Ὀρθόδοξος Μαρτυρία, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 40-61.
32.Βλ. Ἀποκαλ. γ’ 14-19.
33.Βλ. Ὀρθόδοξος Μαρτυρία, ἔνθ’ ἀνωτ., σελ. 62-68.
34.Βλ. περιοδ. «Ἁγιορείτης», ἀρ.φ. 19/Ἰανουάριος 1984, σελ. 1-6.
-19 -
35.Ἀποκαλ. γ’ 11.
36.Βλ. Ἀποκαλ. γ’ 16.
37.Βλ. Β’ Θεσ. β’ 3.
38.Πρβλ. Ματθ. κδ’ 24.
39.Ἀποκαλ. γ’ 19.
40.Βλ. Κοινὸ Ἐκκλησιολογικὸ Κείμενο ἀπὸ Μαρτίου 2014: «Ἡ Γνησία Ὀρθό-
δοξος Ἐκκλησία Ἔναντι τῆς Αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ - Θέματα Δογματικὰ καὶ Κανονικά» καὶ μάλιστα τὸ Κεφ. Ζ’:«Πρὸς σύγκλησιν Μεγάλης Συνόδου τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας»(περιοδ.«Ἡ Φωνὴ τῆς Ὀρθοδοξίας»,ἀρ.φ.979/ Μάρτιος-Ἀπρίλιος 2014, σελ. 9-17).



Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Γαρδικίου κ. Κλήμης

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

ΔΙΗΓΗΣΗ ΑΓΓΕΛΟΥ ΣΤΟΝ ΜΕΓΑ ΑΡΣΕΝΙΟ





Ο Μέγας Αρσένιος (4ος -5ος αἰώνας),ὁ ἀρνητής κάθε σωματικῆς ἀπολαύσεως, εἶχε τήν συνήθεια

 νά διηγεῖται στούς πατέρες ὠφέλιμες ἱστορίες καί ὀπτασίες του, τίς ὁποῖες ἀπέδιδε σέ ἄλλα πρόσωπα,

γιά ν’ ἀποφύγει ὁ ἴδιος τήν κενοδοξία.

''Κάποτε'',

διηγήθηκε ὁ ὅσιος,

''ἕνας ἡλικιωμένος μοναχός, ἐνῶ καθόταν στό κελλί του, ἄκουσε ἀγγελική φωνή νά τοῦ λέει:

 ''- Βγές ἔξω, νά σοῦ δείξω τήν ἀξία τῶν ἔργων τῶν ἀνθρώπων.


Βγῆκε ὁ μοναχός καί ἀκολούθησε τόν ἄγγελο σέ κάποιο τόπο, ὅπου ἕνας ἄνθρωπος ἔκοβε ξύλα. Ὅταν τελείωσε,τά ἔδεσε καί προσάθησε νά τά σηκώσει, ἀλλά δέν μπόρεσε. Ἄφησε τότε κάτω τό δεμάτι, πρόσθεσε κι ἄλλα ξύλα καί διαρκῶς συνέχιζε νά προσθέτει. ''Προχώρησαν πιό κάτω, καί δείχνει ὁ ἄγγελος στό μοναχό ἄλλον ἄνθρωπο, πού ἀντλοῦσε νερό ἀπό ἕνα πηγάδι μέ τρύπιο κουβά.


Καί ὅπως ἦταν φυσικό μέχρι ν’ ἀνεβάσει τόν κουβά, τό νερό χυνόταν ὅλο. ''Πιό πέρα βλέπουν ἕνα μεγάλο ναό.Δυό καβαλάρηδες, κρατώντας ὁριζόντια ἕνα τεράστιο ξύλο,προσπαθοῦσαν γιά πολύ ὥρα νά μποῦν μέσα.Δέν τά κατάφεραν ὅμως, γιατί,οὔτε ἔσκυβαν οὔτε τό ξύλο ἄφηναν.''-


κουσε τώρα πῶς ἐξηγοῦνται αὐτά, εἶπε ὁ ἄγγελος.Αὐτοί πού βαστούσαν τό ξύλο, συμβολίζουν ὅσους πιστεύουν, πώς εἶναι δίκαιοι. Κι ἔτσι,γιά τήν ὑπερηφάνειά τους, μένουν ἔξω ἀπό τόν παράδεισο. Ἐκεῖνος πού ἔβγαζε νερό μέ τό τρύπιο δοχεῖο, καλλιεργεῖ βέβαια τίς ἀρετές, νηστεία, προσευχή, ἐλεημοσύνη.ἀλλά εἶναι ἀνθρωπάρεσκος.


Κι ἐπειδή τοῦ ἀρέσουν ἡ ἐπίδειξη κι ὁ ἕπαινος τῶν ἀνθρώπων, γι’ αὐτό δέν θά ἔχει καθόλου μισθό. Ἐκεῖνος,τέλος,πού δέν μποροῦσε νά σηκώσει τά ξύλα,συμβολίζει καθένα πού ἔχει πολλές ἁμαρτίες, κι ἀντί νά τίς ἀποβάλει μέ τή μετάνοια,προσθέτει κι ἄλλες''. Μιάν ἄλλη φορά ὁ ὅσιος Ἀρσένιος διηγήθηκε τήν ἀκόλουθη ἱστορία σχετική μέ τή θεία κοινωνία:


''Ζοῦσε ἕνας ἀγωνιστής μοναχός στή Σκήτη,στόν ὁποῖο ὁ δαίμονας ἔσπειρε τό λογισμό ὅτι ὁ ἅγιος Ἄρτος δέν εἶναι το ἴδιο τό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά ἀντίτυπό Του. Κάποια μέρα ἔβαλε μετάνοια στούς ἄλλους πατέρες καί φανέρωσε τό πρόβλημά του.'' -Μή βλασφημεῖς!ἀποκρίθηκαν ἐκεῖνοι.


ἄρτος καί ὁ οἶνος μεταβάλλονται σέ ἀληθινό Σῶμα καί Αἷμα Χριστοῦ.Ἐπειδή ὅμως ἡ ἀνθρώπινη φύση δέν μπορεῖ νά δοκιμάσει σάρκα καί αἷμα,οἰκονόμησε ὁ Κύριος νά μεταδίδονται σάν ψωμί καί κρασί μόνο στή μορφή,ὄχι ὅμως στήν οὐσία. ''Προσπαθοῦσαν οἱ πατέρες νά τόν πείσουν, ἀλλά ἐκεῖνος ἐξακολουθοῦσε νά ἔχει ἀμφιβολίες.


φοῦ πέρασε μιά ἑβδομάδα μέ ἐκτενή προσευχή τῶν ἀδελφῶν, πῆγαν ὅλοι στήν ἐκκλησία νά λειτουργηθοῦν. Καί τότε, στό «Ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας Ἀχράντου...», βλέπουν ὅλοι πάνω στό ἅγιο δισκάριο ἕνα βρέφος ζωντανό καί χαριτωμένο.


Κι ὅταν, ἀργότερα, ὁ ἱερέας ἅπλωσε τό χέρι του νά μελίσει τόν ἅγιο ἄρτο, βλέπουν ἕνα ἄγγελο νά σφάζει μέ μαχαίρι τό βρέφος, ν’ ἀδειάζει τό αἷμα του στό ἅγιο ποτήριο καί νά τεμαχίζει τή σάρκα του στίς ἴδιες μερίδες πού μέλισε ὁ ἱερέας τόν ἅγιο ἄρτο!''Στό «Μετὰ φόβου...», πλησίασε ὁ πλανεμένος μοναχός νά μεταλάβει καί κοινώνησε σάρκα ὠμή πού ἔσταζε αἷμα! ''Βλέποντας τό φοβερό θαῦμα ὁ μοναχός, ἀναλύθηκε σέ δάκρυα χαρᾶς καί μετανοίας'' .



Ἀπόσπασμα ἀπό τό βιβλίο 
«Ἐμφανίσεις καί θαύματα τῶν Ἀγγέλων» 
(σελ.138-140) 
Ἱερᾶς Μονῆς Παρακλήτου
Ὠρωπός Ἀττικῆς 2007
Πηγή: ''Αναβάσεις''
τίτλος και επιμέλεια κειμένου

ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ 


Ο Μ.ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙ Η ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΝΣΤΑΣΕΩΣ




Η Ορθόδοξη Παράδοση θεωροῦσε ἀνέκαθεν τοὺς αἱρετικοὺς ἐπισκόπους,

ἔστω καὶ ἄν ἦσαν ἀκόμη ἄκριτοι,

ὡς μὴ κοινωνικούς,

ὡς εὑρισκομένους ἐκτὸς τῆς κοινωνίας Πίστεως,ἐκτὸς τῆς κοινωνίας τῆς ᾿Εκκλησίας.

Ο Μέγας Βασίλειος ἐπίστευε,

ὅτι ἡ κοινωνία δὲν εἶναι κάτι τυπικόν,

ἀλλὰ θέμα οὐσίας,

θέμα Πίστεως, θέμα σωτηρίας.

 


Γράφων πρὸς τοὺς Εὐαισηνούς,εὔχεται νὰ μὴν ἐκπέση ἐκ τῆς κοινωνίας μὲ ἐκεῖνο τὸ τμῆμα τῆς ᾿Εκκλησίας,τὸ ὁποῖο παραμένει ἐπὶ τῆς βάσεως «τῆς ὑγιοῦς καὶ ἀδιαστρόφου διδασκαλίας»,ἐφ᾿ ὅσον ἡ ὀρθὴ Πίστις εἶναι τὸ θεμέλιον τῆς κοινωνίας καὶ ἡ κοινωνία μὲ τοὺς ᾿Ορθοδόξους σημαίνει τοποθέτησι στὴν «μερίδα» τῶν δικαίων «ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ τῇ δικαίᾳ,ὅταν ἔλθῃ δοῦναι ἡμῖν ἑκάστῳ κατὰ τὴν πρᾶξιν αὐτοῦ» (PG τ. 32, στλ. 937D-940Α: ᾿Επιστολὴ ΣΝΑ´ «Εὐαισηνοῖς», § 4).῾Η κοινωνία μὲ αἱρετικούς, κατὰ τὸν Μ. Βασίλειον,εἶναι ἀνεπίτρεπτος,ἐφ᾿ ὅσον διὰ τῆς ἀθετήσεως ἐν ὅλῳ ἤ ἐν μέρει τῆς ᾿Ορθοδόξου ῾Ομολογίας,αὐτοὶ τίθενται αὐτομάτως ἐκτὸς τῆς κοινωνίας τῆς ᾿Εκκλησίας.῾Ο Οὐρανοφάντωρ,ἤδη ὡς Διάκονος, διέκοψε τὸ 361 τὴν κοινωνίαν μὲ τὸν ᾿Επίσκοπο Καισαρείας Διάνιον καὶ κατέφυγε στὴν ἐρημία τοῦ Πόντου,παρὰ τὸ ὅτι ἀγαποῦσε καὶ ἐσέβετο αὐτὸν βαθύτατα καὶ παρὰ τὸ ὅτι ὁ Διάνιος τὸν εἶχε βαπτίσει καὶ χειροτονήσει·γιατί ἔπραξε τοῦτο;γιατί «ἀπετειχίσθη»;Διότι ὁ Διάνιος,ἐξ ἀδυναμίας χαρακτῆρος,εἶχε ὑπογράψει τὴν μὴ ὀρθόδοξο ὁμολογία πίστεως τῆς ἡμιαρειανικῆς συνόδου Κωνσταντινουπόλεως [360, ἔξαρχος ὁ «῾Ομοιανὸς» ᾿Ακάκιος Καισαρείας Παλαιστίνης] (PG τ. 32, στλ. 388C-392Α: ᾿Επιστολὴ ΝΑ´ «Βοσπορίῳ ᾿Επισκόπῳ»).


᾿Αργότερα,ὡς ᾿Επίσκοπος πλέον,δὲν ἐδίστασε νὰ διασπάση καὶ τὴν παλαιὰν φιλία του μὲ τὸν ἀρειανόφρονα ἐπίσκοπο Σεβαστείας Εὐστάθιον καὶ νὰ διακόψη κάθε ἐπαφὴ μαζί του· ἐπεξηγῶν τὴν αὐστηρὰν στάσι του,ἔγραφε:Τώρα ὅμως,ἐὰν μήτε μὲ ἐκείνους (τοὺς περὶ τὸν Εὐστάθιον) συμφωνοῦμε,ἀλλὰ καὶ τοὺς ὁμόφρονάς των ἀποφεύγουμε,δικαίως θὰ τύχωμε ἀσφαλῶς συγγνώμης,«μηδὲν προτιμότερον τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἑαυτῶν ἀσφαλείας τιθέμενοι»(PG τ. 32, στλ. 925BC: ᾿Επιστολὴ ΣΜΕ´«Θεοφίλῳ ᾿Επισκόπῳ»).Β´. ΤΗΝ 29.6.1995 στὸ Βατικανό, ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως κ. Βαρθολομαῖος καὶ ὁ Πάπας ᾿Ιωάννης Παῦλος Β´ ὑπέγραψαν «Κοινὸ ᾿Ανακοινωθέν».Μὲ τὸ κείμενο αὐτό, σαφῶς κείμενο πίστεως, διεκηρύχθη ἡ Θεολογία τῶν «᾿Αδελφῶν ᾿Εκκλησιῶν»,ἡ Βαπτισματικὴ Θεολογία, ἡ δυνατότης «ἤδη ἀπὸ τοῦ νῦν εἰς τοὺς Καθολικοὺς καὶ ᾿Ορθοδόξους νὰ δίδουν μίαν κοινὴν μαρτυρίαν πίστεως»,ἡ Θεολογία τῆς «Κοινῆς Διακονίας» καὶ ἡ προοπτικὴ τοῦ Διαθρησκειακοῦ Διαλόγου (Βλ. ᾿Αρχιμ. Κυπριανοῦ ῾Αγιοκυπριανίτου,᾿Ορθοδοξία καὶ Οἰκουμενικὴ Κίνησις,σελ. 19,᾿Αθήνα 1997).Η ἐνέργεια αὐτή,ἀποκορύφωμα πολλῶν ἄλλων παρομοίων οἰκουμενιστικῶν διαβημάτων,συνιστᾶ ἀναμφισβητήτως πτῶσιν πίστεως·παραδέχεται καὶ διακηρύσσει μίαν νέα «῾Ομολογία Πίστεως»,μίαν αἱρετικὴ ὁμολογία.


Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι «κοινωνικὸς» ὁ πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως καὶ οἱ ὁμόφρονές του οἰκουμενισταὶ ἐπίσκοποι,οἱ ὁποῖοι σαφῶς καὶ συνεχῶς καὶ ἐκ πεποιθήσεως,δηλαδὴ ὄχι ἐξ ἀδυναμίας χαρακτῆρος,ἀρνοῦνται τὴν ἐκκλησιολογικὴ καὶ σωτηριολογικὴ ἀποκλειστικότητα τῆς Μιᾶς (καὶ Μοναδικῆς) ᾿Εκκλησίας,τοῦτ᾿ ἔστιν τῆς ᾿Ορθοδοξίας;Περαιτέρω,πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι «κοινωνικοὶ» οἱ Οἰκουμενισταί,ἐφ᾿ ὅσον συμμετέχουν πλήρως στὴν Οἰκουμενικὴ Κίνησι καὶ ἀνήκουν ὀργανικῶς στὰ θεσμικά της ὄργανα,ἐντὸς τῶν ὁποίων καλλιεργεῖται ἀποδεδειγμένως ἕνας ἀντορθόδοξος δογματικός, κανονικὸς καὶ ἠθικὸς «μινιμαλισμός»;



῎Αν ζοῦσε σήμερα ὁ Μέγας Βασίλειος, 

θὰ κοινωνοῦσε μὲ τοὺς ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστάς; 

Βεβαιότατα, ὄχι· καὶ τοῦτο, 

διότι ἡ ἀρχή, 

τὴν ὁποία διεκήρυξε ἔχει αἰώνιον κῦρος: 

«μηδὲν προτιμότερον τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἑαυτῶν ἀσφαλείας τιθέμενοι» 

(τίποτε ἄλλο δὲν θεωροῦμε προτιμότερον ἀπὸ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν εὐστάθειά μας στὴν ὀρθὴ Πίστι)

 

Περιοδικό «᾿Ορθόδοξος ᾿Ενημέρωσις»
ἀριθμός 26/᾿Οκτώβριος-Δεκέμβριος 1997
σελ. 101-102
Επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Η ΤΕΛΙΚΗ ΕΥΘΕΙΑ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ ΑΓΙΟΥ (Α' ΜΕΡΟΣ)





 Μακαριώτατε, Σεβασμιώτατοι καί Θεοφιλέστατοι ἅγιοι Ἀδελφοί,

 

 Σεβαστοί Πατέρες καί Μητέρες,


Ἀγαπητοί ἐν Χριστῷ Ἀδελφοί καί Ἀδελφές·



Με ἀνάθεσι τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ επικαλούμενος τὴν προσευχή,προσοχὴ καὶ ὑπομονὴ τῆς Ἀγάπης Σας,

θὰ αναπτύξω σὺν Θεῷ ἕνα πολὺ σημαντικὸ θέμα,

στὴν μεγάλη μας αὐτὴ Συνοδικὴ Ἐκδήλωσι, κατὰ τὴν λαμπρὰ ἡμέρα τῆς Νίκης τῆς Ορθοδοξίας μας

 κατὰ τῶν Αἱρέσεων.Εἶναι γνωστὴ ἡ προσπάθεια πρὶν ἀπὸ ἕνα καὶ πλέον αἰῶνα συμπήξεως μιᾶς 

«Κοινωνίας τῶν Ἐκκλησιῶν»,

 κατὰ τὸ πρότυπο τῆς «Κοινωνίας τῶν Ἐθνῶν», μιᾶς Διαχριστιανικῆς Ὁμοσπονδίας μεταξὺ τῶν διαφόρων Ὁμολογιῶν,

 παρὰ τὶς δογματικὲς διαφορές τους, προκειμένου νὰ συνεργάζωνται σὲ κοινὴ διακονία μὲ τελικὸ σκοπὸ τὴν ἕνωσί τους.

Ἔτσι γεννήθηκε ὁ Οἰκουμενισμός.

Τὸ ὅραμα ἦταν Προτεσταντικό, 

ἀλλὰ ὅπως γνωρίζουμε ἡ Ἐκκλησία Κωνσταντινουπόλεως, μὲ πρωτοφανῆ τρόπο,

προέβη μὲ τὸ Πατριαρχικὸ Διάγγελμα τοῦ 1920 στὴν πρότασι γιὰ τὴν ἵδρυσι «Κοινωνίας τῶν Ἐκκλησιῶν»,

πρὸς ὠφέλειαν δῆθεν «τοῦ ὅλου τῆς Ἐκκλησίας σώματος»1,δηλαδὴ ὀρθοδόξων καὶ ἑτεροδόξων.

Τὸ θεμέλιο αὐτῆς τῆς πρωτοβουλίας δὲν βασιζόταν ἐπὶ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλὰ ἐπὶ τῆς κακοδοξίας:

οἱ ἑτερόδοξοι θεωρήθηκαν ἀπροϋπόθετα Μέλη τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, λόγῳ 

τοῦ δῆθεν βαπτίσματός τους στὸ Ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ,

 σὲ κλῖμα δὲ ἑνὸς δογματικοῦ συγκρητισμοῦ,

παρὰ τὶς ἀγεφύρωτες διαφορές τους,

θὰ μποροῦσε νὰ ὑπάρχη διαχριστιανικὴ συνεργασία, κοινὴ δῆθεν μαρτυρία Πίστεως καὶ διακονία τοῦ κόσμου,

ὅπως καὶ κοινὸς ἀγώνας γιὰ ἐξάλειψι τῶν κοινωνικῶν πληγῶν.


Οἱ λοιπὲς τοπικὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες ἀποδέχθηκαν μεμονωμένα τὸ Διάγγελμα τοῦ 1920,τὸ ὁποῖο ἐγκρίθηκε ἐπίσημα στὴν «Α’ Πανορθόδοξη Διάσκεψι» τῆς Ρόδου τὸ 19612.Διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ κηρύχθηκε καὶ ἐγκαθιδρύθηκε ὁ Οἰκου- μενισμὸς ἐντὸς τῶν ἐπισήμων τοπικῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν καὶ τὶς διέβρωσε ἐκ τῶν ἔσω.Βάσει τοῦ Διαγγέλματος τοῦ 1920,ἀποτολμήθηκε ἡ Ἡμερολογιακὴ Μεταρρύθμισις τὸ 1924,ὥστε μέσῳ τοῦ συνεορτασμοῦ μὲ τοὺς ετεροδόξους νὰ ἐπιτευχθῆ «ἡ προσέγγισις τῶν δύο χριστιανικῶν κόσμων τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς Δύσεως»3.Τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν τραγικό:διάσπασις τῆς ἑορτολογικῆς ἑνότητος τῶν Ὀρθοδόξων χάριν ἐπιτεύξεως «συναφείας» μὲ τοὺς ἐκτὸς Ἐκκλησίας ἑτεροδόξους!Ὅσοι δε ἀπέρριψαν τὴν Καινοτομία τοῦ Νέου Ἡμερολογίου,οἱ προπάτορές μας,ἔπραξαν τοῦτο ἐμφορούμενοι ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τῆς Αληθείας,γιὰ νὰ φυλάξουν τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ τὸν μολυσμὸ τῆς ἐκκλησιολογικῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.


Διότι,εἶναι γνωστὸν ἀπὸ τὴν Πατερική μας Παράδοσι, ὅτι «ἡ ἐν ὀλίγῳ τῆς ἀληθείας παρατροπή,τῇ ἀσεβείᾳ τὴν πάροδον δέδωκεν»4, ὅπως τονίζει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης (δηλαδή,ἡ μικρὴ ἀπόκλισις ἀπὸ τὴν ἀλήθεια,ἔχει δώσει εἴσοδο/δίοδο στὴν ἀσέβεια).Ὁ δὲ Μέγας Φώτιος βεβαιώνει:«οἶδε δὲ καὶ ἡ μικρὰ τῶν παραδοθέντων ἀθέτησις καὶ πρὸς ὅλην τοῦ δόγματος ἐπιτρέψαι καταφρόνησιν»5.Καὶ ὅπως πράγματι θὰ διαπιστώσουμε,μέσῳ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καταφρονήθηκε καὶ καταφρονεῖται οἰκτρὰ τὸ δόγμα περὶ Ἐκκλησίας,ἡ δὲ φαινομενικὰ μικρὰ ἀθέτησις (ἡμερολογιακὸ θέμα) ἄνοιξε τὴν εἴσοδο στὴν προφανῆ καὶ πρωτοφανῆ ἀσέβεια,τέτοια ποὺ δὲν ξαναεμφανίσθηκε στὴν δισχιλιετῆ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ!Τὸ 1948 ἱδρύθηκε στὸ Άμστερνταμ τῆς Ολλανδίας τὸ λεγόμενο «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν», αὐτὴ δηλαδὴ ἡ «Κοινωνία Ἐκκλησιῶν» ποὺ ὁραματίσθηκε καὶ τὸ Διάγγελμα τοῦ 1920.Δεκάδες ἤ καὶ ἑκατοντάδες Προτεσταντικῶν αἱρέσεων ἀποτέλεσαν μαζὶ ἀρχικῶς μὲ τὶς ἐπίσημες τοπικὲς Ἐκκλησίες Κωνσταντινουπόλεως,Ἑλλάδος καὶ Κύπρου ἕνα εἶδος μιᾶς τερατογενοῦς «Οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας».


ς ἑνωτικὸς καὶ συνεκτικὸς παράγων δὲν ἐτέθη βεβαίως ἡ ὀρθὴ Πίστις,διότι θεωρήθηκε καὶ θεωρεῖται,ὡς δεδομένη ἡ ὕπαρξις,παρὰ τὶς δογματικὲς διαφορές,μιᾶς δῆθεν «ἀοράτου ἑνότητος» τῶν «Ἐκκλησιῶν»,ἡ ὁποία μέσῳ «πνευματικῶν σχέσεων», «κοινῆς προσευχῆς καὶ πορείας» καὶ «κοινῆς μαρτυρίας καὶ διακονίας» ἀναπτύσσεται δῆθεν καὶ «ὁρατά», διὰ τῆς «παραδεκτῆς ποικιλίας»6.Μέχρι τὸ 1965 προσεχώρησαν σὲ αὐτὸ τὸν Οἰκουμενικὸ Ὀργανισμό,ὁ ὁποῖος ἑδρεύει στὴν Γενεύη,ὅλες ανεξαιρέτως οἱ τοπικὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες,καὶ μάλιστα ὡς «ὀργανικὰ» μέλη7, σὲ συνεργασία, συμπροσευχὴ καὶ ἀπὸ κοινοῦ διακήρυξι μὲ τὴν πανσπερμία τῶν αἱρέσεων,τῶν θέσεων δῆθεν τῆς Ἐκκλησίας ἤ τῶν Ἐκκλησιῶν!...Ἀλλὰ ἀπὸ τότε τὸ «Παγκόσμιο Συμβούλιο Ἐκκλησιῶν» ἀπο- μακρύνεται ὅλο καὶ περισσότερο ἀπὸ τὴν Εὐαγγελικὴ Ἀλήθεια καὶ Ἠθική, ἐκκοσμικεύεται, διευρύνεται διαθρησκειακῶς, ἀποχριστιανίζεται.Καὶ παρὰ τὶς ποικίλες ἐγκοσμιοκρατικὲς δραστηριότητές του,προωθεῖ δῆθεν καὶ τὴν «Ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας» μὲ σκεπτικὸ καθαρὰ Προτεσταντικό,σὲ πλήρη ἀντίθεσι πρὸς τὶς ἀρχὲς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησιολογίας,ὅπως μάλιστα διαφάνηκε σαφέστατα στὰ σχετικὰ κείμενα-ψηφίσματα τῶν δύο τελευταίων Γενικῶν Συνελεύσεών του στὸ Πόρτο Ἀλέγκρε τῆς Βραζιλίας τὸ 2006 καὶ στὸ Πουσὰν τῆς Ν. Κορέας τὸ 2013.Ὅμως, τί ἀπέγινε μὲ τὴν Ρώμη;


Παπισμὸς ἦταν ἀρχικὰ ἀρνητικὸς ἔναντι τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως, ἕως τὴν Δευτέρα Σύνοδο τοῦ Βατικανοῦ (1962-1965).Τότε συνέβη μία θεαματικὴ ἀλλαγή: μέσῳ τοῦ «Διατάγματος περὶ Οἰκουμενισμοῦ» τῆς συνόδου ἐκείνης, τὸ ὁποῖο Διάταγμα θεμελιώνεται στὸν μῦθο περὶ Παπικοῦ Πρωτείου καὶ Ἀλαθήτου,ὁ Παπισμός,παρουσιαζόμενος,ὡς ἡ μία καὶ μόνη Ἐκκλησία,ἐγκαινιάζει τὶς διαχριστιανικὲς σχέσεις,μὲ διάλογο,συμπροσ­ ευχή, ἀλλὰ καὶ μερικὴ μυστηριακὴ κοινωνία μὲ τὶς ἑτερόδοξες Κοινότητες.Γιὰ νὰ βοηθήση δὲ τοὺς «διϊσταμένους ἀδελφοὺς» νὰἑνωθοῦν ὑπὸ τὴν σκέπη του,καὶ οὐσιαστικὰ νὰ δεχθοῦν μία ἀποδεκτὴ μορφὴ τοῦ Πρωτείου τοῦ Πάπα (διότι ὅλη ἡ οὐσία εκεί ἔγκειται),ἐπινόησε τὸν «Ρωμαϊκὸ» ἤ «Ρωμαιοκεντρικὸ» ἤ «Παποκεν­ τρικὸ» Οἰκουμενισμό,βασιζόμενο στὴν λατινικὴ ἐκκλησιολογία8.Ἡ Δευτέρα Βατικανὴ ἐπιβεβαίωσε, ὅτι «Καθολικοὶ» καὶ «μὴ Καθολικοὶ» εἶναι ἑνωμένοι διὰ τοῦ «κοινοῦ βαπτίσματος καὶ τῆς κοινῆς πίστεως στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ καὶ τὸ Ευαγγέλιό του» καὶ ὅτι ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται ἤδη «πραγματική, καίτοι ἀτελής, κοι- νωνία» «μεταξὺ τῶν Ἐκκλησιῶν»,δύνανται αὐτὲς νὰ συνεργάζωνται καὶ νὰ παρέχουν «κοινὴ μαρτυρία» στὸν κόσμο,γιὰ νὰ ἐκφράζεται ζωηρὰ ὁ ἑνωτικὸς σύνδεσμός τους9.


Παπισμὸς πλέον δέχεται, ὅτι ὑφίσταται μία «Κοινωνία Ἐκκλησιῶν»,ὅπου ἀνήκουν κατὰ κάποιον τρόπο ὅλες οἱ «Χριστιανικὲς Ἐκκλησίες»,οἱ δὲ σχέσεις μεταξύ τους προσδιορίζονται ὡς σχέσεις «Ἀδελφῶν Ἐκκλησιῶν». Καὶ ἐνῶ δῆθεν δὲν δέχεται (ὁ Παπισμὸς) τὴν ἰδέα προσαρτήσεως τῶν ἄλλων «Ἐκκλησιῶν»,κατὰ τὸ υπόδειγμα τῶν Οὐνιτικῶν τοιούτων,ὅμως ἡ πρότασίς του γιὰ ἐπίτευξι «ὁρατῆς ἑνότητος» δὲν εἶναι ἄλλη,ἀπὸ τὴν ἀποδοχὴ ἐκ μέρους τῶν λοιπῶν τοῦ Πρωτείου καὶ Ἀλαθήτου τοῦ Πάπα,ἐφ’ὅσον τοῦτο τὸ θεωρεῖ«πεποίθηση πίστεως»,θεσμὸ θείου δικαίου, δόγμα ἐξ ἀποκαλύψεως, ἀπὸ τὸ ὁποῖο δὲν δύναται ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ ἀποστασιοποιηθῆ10!...Κι ὅμως,αὐτὸ ποὺ ἀκριβῶς «ἀποτελεῖ τὴν μεγαλυτέραν αἵρεσιν,τὴν διαστρέφουσαν τὸ περὶ Ἐκκλησίας δόγμα»11, δὲν φάνηκε νὰ τρομάζη τοὺς ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστάς. Ἐνῶ οὐσιαστικὰ οἱ Παπικοὶ σχεδίασαν, μέσῳ τῆς Δευτέρας Βατικανῆς, μία «νέα οἰκουμενιστικὴ οὐνία»12,γιὰ τὸν ἐξουνιτισμό τους καὶ τὴν οὐνιτοποίησί τους,οἱ ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενισταὶ ἀνταποκρίθηκαν θετικά, πρωτοστατούσης τῆς Κωνσταντινουπόλεως μὲ τρόπο μάλιστα πραξικοπηματικό, διὰ τῶν τριῶν «Πανορθοδόξων Διασκέψεων» τῆς Ρόδου τοῦ 1961, 1963 καὶ 196413.Ὁ θείᾳ παραχωρήσει Οἰκουμενιστὴς πατριάρχης Ἀθηναγόρας συνέδραμε τὴν ἐποχὴ ἐκείνη χωρὶς ἀναστολὲς στὴν προώθησι τῶν Παπικῶν στόχων.Τὸ 1964 συναντήθηκε στὰ Ἱεροσόλυμα μὲ τὸν Πάπα Παῦλο τὸν ΣΤ’ καὶ ἀργότερα ὡμολόγησε ενώπιον προσκυνητῶν τὰ ἑξῆς ἀποκαλυπτικά:«Ἐπήγαμε οἱ δυό μας χέρι μὲ χέρι εἰς τὸ δωμάτιόν του [τοῦΠάπα] καὶ εἴχαμεν μίαν μυστικὴν ὁμιλίαν οἱ δυόμας...


Τί εἴπαμεν;...Ἐκάμαμε κοινὸν πρόγραμμα,μὲ ἰσοτιμίαν ἀπόλυτον,ὄχι μὲ διαφοράν»14.Ἀκολούθησε πρὶν ἀπὸ 50 χρόνια, τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1965, ἡ λεγομένη Ἄρσις τῶν Ἀναθεμάτων Ρώμης–Κωνσταντινουπόλεως,ἡ ὁποία σήμανε τὴν ἔναρξι νέας φάσεως καὶ νέας περιόδου στὶς μεταξύ τους σχέσεις.Γιὰ τὸ Βατινακὸ τοῦτο ἀποτέλεσε «πρᾶξιν μυστηριακῆς κοινωνίας»15 καὶ σύμφωνα μὲ τὸ γαλλικὸ πρωτότυπο τῆς Παπικῆς «Πράξεως» ἐπρόκειτο γιὰ «ἄρσιν τῆς ἀκοινωνησίας»16 μὲ τοὺς ορθοδόξους. Γι’ αὐτὸ καὶ ἔκτοτε οἱ Οἰκουμενισταί, παπικῆς καὶ ὀρθοδόξου ὑποδομῆς, δὲν ἐπιδιώκουν οὐσιαστικὰ τὴν Ἕνωσι: ἡ Ἕνωσις γι’αὐτοὺς ἤδη ὑφίσταται,εἶναι μεταξύτους «ἈδελφὲςἘκκλησίες» καὶ προσπαθοῦν μὲ κάθε τρόπο νὰ ἐκφράζουν τὴν ἑνότητά τους αὐτή,ἕως ἐπιτεύξεως καὶ αὐτῆς τῆς ἐπισήμου διακοινωνίας.Ὅταν ὁ πατριάρχης Ἀθηναγόρας ἔλεγε,ὅτι «ἀνακαλύπτομεν ἔτι μᾶλλον τὴν βαθεῖαν ταυτότητα τῆς ἡμετέρας (ἀμφοτέρων) πίστεως»17 ἐννοοῦσε τοῦτο κυριολεκτικῶς.Γι’ αὐτὸ ἔκτοτε ἀλληλο-μνημονεύονται καὶ πράττουν ὅσα εἶναι σύμφωνα μὲ αὐτὴ τὴν σαθρή τους πίστι, μὲ πλήρη ἀποδοχὴ τοῦ βαπτίσματος καὶ τῆς μυστηριακῆς ζωῆς ἀμφοτέρων.Αὐτὸ διακηρύχθηκε καὶ ἐπίσημα στὸ Μπαλαμὰντ τοῦ Λιβάνου τὸ 1993 καὶ αὐτὸ βιώνεται καὶ τονίζεται σὲ κάθε εὐκαιρία, ὅπως καὶ πρόσφατα, ποὺ ὁ Οἰκουμενιστὴς πατριάρχης Βαρθο- λομαῖος σὲ ὁμιλία του στὸ Οἰκουμενιστικὸ Ἵδρυμα Pro Oriente στὴν Βιέννη τῆς Αὐστρίας ἔκανε λόγο γιὰ «ἀτελῆ ἐκκλησιαστικὴ κοινωνία» μεταξύ τους, γιὰ ἐπανανακάλυψι καὶ ἀναγνώρισι τοῦ ἑνὸς στὸ πρόσωπο τοῦ ἄλλου τοῦ ἀδελφοῦ τῆς αὐτῆς οἰκογενείας18, γιὰ κοινὴ πίστι καὶ παράδοσι ποὺ δῆθεν ἔχουν αμφότεροι 19, γιὰ ὀρθοτόμησι τοῦ λόγου τῆς ἀληθείας ἐν εἰλικρινείᾳ ἀπὸ ἀμφοτέρους, ὅπως βεβαίωσε ὁ πεπτωκὼς πατριάρχης τὸν Πάπα Φραγκῖσκο στὸ Φανάρι, κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ἡμισυλλείτουργου ποὺ ἐτέλεσαν ἐκεῖ τὸν περασμένο Νοέμβριο20!...


ρά γε εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπενθυμίσουμε,ὅτι παρὰ ὅλα τὰ ἀνωτέρω,«αἱ αἱρέσεις τοῦ Βατικανοῦ παραμένουν»15, ὅπως ρητῶς διαβεβαίωσε καὶ ὁ μακαρίτης δογματολόγος π. Ἰωάννης Ρωμανίδης,καταγγέλων τὴν προδοτικὴ Βελεμένδιο Ἕνωσι τοῦ 1993; Πῶς εἶναι Ἀδελφοὶ στὴν Πίστι αὐτοί,οἱ ὁποῖοι λόγῳ τῆς αἱρέσεως «ἀλλότριοι τοῦ Θεοῦ τυγχάνουσιν»21, σύμφωνα μὲ τὴν Κανονική μας Παράδοσι;Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἀναφωνεῖ, ὅτι «ἀκοινώνητός ἐστι [ἡ αἵρεσις] τῆς Ἐκκλησίας, καὶ τῶν οὐρανῶν ἀλλοτρία»22, ἐνῶ ἀντίθετα οἱ ἐκλατινισμένοι Καινοτόμοι, ἀλλὰ καὶ οἱ κοινωνοῦντες αὐτοῖς,ἐξισώνονται/ταυτίζονται καὶ ἑνώνονται μὲ τοὺς παναιρετικοὺς Παπικούς, ὅπως καὶ μὲ τοὺς Προτεστάντες μέσῳ τοῦ «Παγκοσμίου Συμβουλίου Ἐκκλησιῶν», στὸ πνεῦμα τοῦ δογματικοῦ συγκρητισμοῦ, διὰ συνεχῶν κοινῶν προσευχῶν καὶ ἀλληλομνημονεύσεων, συλλειτουργούμενοι, συνευλογοῦντες, συγκηρύττοντες, συμπράττοντες, συνδιακονοῦντες, κλπ.!... Καὶ ἔχουν μήπως διάθεσι νὰ ἀκούσουν τὴν φωνὴν τῆς Ἀληθείας; Ὄχι! Πρόσφατα,ὁ κ.Βαρθολομαῖος προέτρεψε ἀπὸ τὸ Οἰκουμενιστικὸ Ἵδρυμα τῆς Βιέννης μὲ στόμφο τοὺς ἑταίρους του πάσης φύσεως καὶ ἀποχρώσεως:«Ἄς κωφεύσωμεν εἰς τὰς παντοίας ἀρνητικὰς καὶ φονταμενταλιστικὰς κραυγὰς τῶν ἐχόντων ζῆλον οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν»23!Ἐπειδὴ λοιπὸν καταλογίζει σὲ μᾶς ζῆλον οὐ κατ’ ἐπίγνωσιν, διότι γιὰ τοὺς Οἰκουμενιστὰς ἡ Ὀρθόδοξη Ὁμολογία σήμερα εἶναι Φονταμενταλισμός(!),φέρουμε αὐτὸν καὶ τοὺς θλιβεροὺς ὁμοίους του ἀντιμετώπους ὄχι μὲ «κραυγές», ἀλλὰ μὲ θεοπειθεῖς Ἁγιοπνευματικὲς «ἱκεσίες καὶ ἐκκλήσεις-παρακλήσεις» ἑνὸς ἐκλεκτοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ, ἑνὸς συγχρόνου Ὁμολογητοῦ Ἁγίου, τὸν Ὁποῖον ὁ Θεὸς ἐδόξασε μὲ τρόπο ἀναμφισβήτητο διὰ Ἀφθαρσίας Λειψάνου καὶ Θαυμάτων ἐξαισίων: 


τὸν Ἅγιο Μητροπολίτη Φιλάρετο, Πρωθιεράρχη τῆς Ρωσικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς,ὁ Ὁποῖος ἐκοιμήθη ἀκριβῶς πρὸ 30ετίας, τὸ 1985,καὶ ἄρχισε τὸν Ὁμολογιακό του Ἀγῶνα κατὰ τῆς Οἰκουμενιστικῆς παναιρέσεως ἀκριβῶς πρὸ 50ετίας,τὸ1965,τότε ποὺ τὰ Οἰκουμενιστικὰ δεσμὰ περιέσφιγγαν ἀσφυκτικὰ τοὺς ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστάς,ὅπως ἐξηγήσαμε μὲ ὅσα προεκτέθησαν,διότι κατέστη φανερὸν ὅτι ἀπὸ τοῦ 1965 και ἐντεῦθεν ὁ Οἰκουμενισμὸς εἰσῆλθε ἀπροκάλυπτα στὴν τελική του εὐθεῖα!Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, ἡ Μόνη καὶ Ἀήττητος Κεφαλὴ τῆς ἁγίας Ἐκκλησίας μας, δὲν ἄφησε τὴν κληρονομίαν Του ἀφύλακτο στὴν κρίσιμη ἐκείνη ἐποχή.Τότε ἀκριβῶς ἀνέδειξε «ἐπὶ τὴν λυχνίαν»24, Ἄγγελον ἐπίγειον, Ἄνθρωπον ἐπουράνιον, διαλάμποντα ἐν Πίστει ὀρθῇ καὶ Ἀρετῇ διαυγῇ, ὥστε νὰ σηκώση τὸ βάρος καὶ τὴν εὐθύνη τῆς καταγγελίας τῶν γενομένων,τῆς Θεολογικῆς καὶ Κανονικῆς ἀντιμετωπίσεως αὐτῶν, καὶ μὲ πόνο, ἀγάπη, νηφαλιότητα, ἐμβρίθεια καὶ πνευματικότητα, νὰ θέση ἅπαντας τοὺς ἐνεχομένους στὸν Οἰκουμενισμὸ πρὸ τῶν φοβερῶν εὐθυνῶν τους ἐπὶ γῆς καὶ ἐν Οὐρανῷ.Ὅμως, πρὶν ἀπὸ τὴν σύντομη κατ’ ἀνάγκην παρουσίασι τῆς θεοκινήτου Μαρτυρίαςκαὶ Ὁμολογίας του,ἄς δοῦμε ἐπιγραμματικὰ ποιὸς ἦταν ὁ Μητροπολίτης Φιλάρετος25.


Ἅγιος Μητροπολίτης Φιλάρετος,ο εκλεκτός αὐτὸς πιστὸς καὶ φρόνιμος Οἰκονόμος τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ, ἐπελέγη ὑπὸ τῆς Θείας Προνοίας τότε,ποὺ ὁ Οἰκουμενισμὸς τῆς Ρώμης καὶ τῆς Γενεύης καὶ τῆς Κωνσταν­τινουπόλεως, ὅπως καὶ τῆς Μόσχας, ἀποθρασύνθηκε καὶ παρέσυρε σὲ οἰκτρὰ πτῶσι τοὺς ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστάς, ὥστε νὰ ἀποτελέση (ὁ Ἅγιος) τὴν Φωνὴν τῆς Ἀληθείας καὶ τῆς Συνειδήσεως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ νὰ ὁμολογήση αὐτὴν ἐνώπιον τοῦ κόσμου παν­τός,καὶ μάλιστα ὡς ὕστατη προσπάθεια ἀποσοβήσεως τῆς καταπτώσεως τῶν Λατινοφρόνων καὶ τῶν ποιμνίων τους.Ὁ κατὰ κόσμον Γεώργιος Βοζνεσένσκυ γεννήθηκε στὸ Κοὺρσκ τῆς προεπαναστατικῆς Ρωσίας τὸ 1903.Ὁ πατέρας του ἦταν Κληρικός,ὁ Πρωτοπρεσβύτερος Νικόλαος,εὐλαβὴς καὶ μορφωμένος.Εἶχε τέσσερα ἀκόμη ἀδέλφια.Μεγάλωσε σὲ κλῖμα εὐσεβείας, μὲ κέντρο τὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας.Τὸ 1909 μετεκόμισαν οἰκογενειακῶς στὸ Μπλαγκοβετσένσκ, στὴν Ἱεραποστολὴ τῆς Ἄπω Ἀνατολῆς, στὰ σύνορα μὲ τὴν Κινεζικὴ Μαντζουρία. Ἀργότερα, μεταξὺ τοῦ 1918-1920, ἐν ὄψει τῆς καταλήψεως τῆς περιοχῆς ἀπὸ τοὺς Σοβιετικούς, ἡ οἰκογένεια τοῦ μελλοντικοῦ Ἁγίου μετεκόμισε στὸ Χαρμπὶν τῆς Μαντζουρί- ας.Ἐκεῖ ἡ μητέρα του Λυδία ἐκοιμήθη τὸ 1921,ὅταν αὐτὸς ἦταν 18 ἐτῶν.Ὁ Γεώργιος σπούδασε ἠλεκτρολόγος-μηχανολόγος στὸ Πολυτεχνεῖο τῆς πόλεως, ἀπὸ ὅπου ἀπεφοίτησε τὸ 1927, καὶ ἐργάσθηκε γιὰ λίγο ὡς διδάσκαλος.Ἐν συνεχείᾳ,παρακολούθησε μαθήματα Ποιμαντικῆς Θεολογίας μέχρι τὸ 1931 σὲ νεοσύστατο θεολογικὸ τμῆμα ρωσικοῦ Ἰνστιτούτου στὴν ἴδια πόλι.


Τὸ αὐτὸ ἔτος χειροτονήθηκε Ἱερεὺς καὶ ἔλαβε τὴν μοναχικὴ Κουρὰ μὲ τὸ ὄνομα Φιλάρετος. Ἦταν ὄντως φίλος τῆς ἀρετῆς, μὲ ἀσκητικότητα,ἐγκράτεια καὶ εὐσπλαγχνία.Ζοῦσε τὴν Μοναχικὴ ζωὴ μὲ συνέπεια,ποίμαινε τὸ λογικὸ Ποίμνιο μὲ ἀγάπη,λειτουργοῦσε μὲ κατάνυξι,κήρυττε μὲ χαρισματικότητα,κατηχοῦσε ἰδίως τοὺς νέους μὲ ἐπιμέλεια,ἐλεοῦσε τοὺς ἔχοντας ἀνάγκη,συμπαραστεκόταν τοὺς ἀδυνάτους καὶ γέρον­τες καὶ γενικὰ ἦταν ἄνθρωπος πίστεως καὶ προσφορᾶς. Ἦταν Κληρικὸς ἀσυμβίβαστος,ζοῦσε καὶ ἀνέπνεε τὴν ἀπόλυτη Ἀγάπη στὸν Θεό, πολεμοῦσε τὴν χλιαρότητα σὲ θέματα Πίστεως καὶ Ἀρετῆς καὶ μετέδιδε τὴν χριστιανικὴ Ἐλπίδα ὡς ἀντίδοτο στὴν ἀπελπισία καὶ τὴν κατάθλιψι.Δοκιμάσθηκε σκληρά, πρῶτα ἀπὸ τοὺς παγανιστὲς Ἰάπωνες,οἱ ὁποῖοι κατέλαβαν τὴνΜαντζουρία τὰἔτη 1932-1945.Αὐτοὶ θέλησαν νὰ ἀναγκάσουν τοὺς Ρώσους Ὀρθοδόξους νὰ ὑποκλίνωνται σὲ ἕνα ἄγαλμα μιᾶς θεότητός τους, τὴν ὁποίαν ἔστησαν ἀπέναντι ἀπὸ τὸν Ὀρθόδοξο Ναὸ τοῦ Ἁγίου Νικολάου,καὶ μόνον κατόπιν τούτου νὰ εἰσέρχωνται ἐντὸς τῆς Ἐκκλησίας.Ὁ Ἅγιος,ὡς Ἀρχιμανδρίτης τότε, ἀντιτάχθηκε σθεναρὰ στὴν συγκρητιστικὴ ἐπιβουλὴ καὶ ὑπέστη κακώσεις:τὸνβασάνισαν στὸπρόσωπο,τοῦ ἔβλαψαν σοβαρὰ τὸν ἕνα ὀφθαλμό, τοῦ ἔκαψαν τὴν πλάτη μὲ ἠλεκτροφόρο σίδερο καὶ μόνον μὲ Θαῦμα τοῦ Ἁγίου Νικολάου σώθηκε ἀπὸ τὸ Μαρτύριο καὶ βάσταζε ἔκτοτε τὰ στίγματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ στὸ ἀσκητικὸ σῶμα του.Ἀπὸ τὸ 1945 καὶ ἑξῆς ὁ Ἅγιος δοκιμάσθηκε πλέον ἀπὸ τοὺς ἀθεϊστὲς Σοβιετικούς, οἱ ὁποῖοι ἐξεδίωξαν τοὺς Ἰάπωνες καὶ κατέλαβαν τὸ Χαρμπίν.Τότε,προσπάθησαν νὰ δελεάσουν τοὺς Ρώσους μετανάστες νὰ λάβουν σοβιετικὰ διαβατήρια καὶ νὰ ἐπιστρέψουν στὸν δῆθεν σοβιετικὸ «παράδεισο». 


Ἀρχιμανδρίτης Φιλάρετος καὶ πάλι ἀντιτάχθηκε καὶ δὲν δέχθηκε τὰ ψεύδη τῶν Σοβιετικῶν, οὔτε τὴν μνημόνευσί τους, ἄν καὶ τὴν ἐποχὴ ἐκείνη χάριν τοῦ Ποιμνίου του φάνηκε νὰ ἀνήκη ἐξ ἀνάγκης -ὡς ἀποκλεισμένος- στὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας,καταγγέλων τοὺς ἀθεϊστὲς στὰ κηρύγματά του καὶ διατηρῶν ἀλληλογραφία μὲ τὴν Ἐκκλησιαστικὴ Ἀρχὴ τῆς Ρωσικῆς Διασπορᾶς. Ἀρκετὲς φορὲς συνελήφθη καὶ γιὰ ἐκφοβισμὸ ὑπέστη ξυλοδαρμούς.Τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1960 ἔγινε ἀπόπειρα νὰ τὸν καύσουν ζων­ τανὸ τὴν ὥρα ποὺ κοιμόταν μέσα στὸ οἴκημα ποὺ διέμενε,ἀπέναντι ἀπὸ τὸν Ναό,ἀλλὰ καὶ πάλι σώθηκε ὡς ἐκ θαύματος, μὲ σοβαρὰ ἐγκαύματα, τραύματα καὶ σπάσιμο σπονδύλων.Ἄλλες δύο τουλάχιστον φορὲς ἔγινε ἀπόπειρα δολοφονίας του, ἀλλὰ ὁ Θεὸς τὸν διεφύλαξε.Γιὰ τοὺς ὁμολογιακοὺς ἀγῶνες του,ἔλαβε χάριν ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ εἰσακούωνται οἱ προσευχές του,στὰ διάφορα αἰτήματα τῶν εὐλαβῶν πιστῶν, οἱ ὁποῖοι προσέτρεχαν μὲ ἐμπιστοσύνη στὸν καλό τους Ποιμένα!Ὁ Ἀρχιμανδρίτης Φιλάρετος μόνον τὸ 1962 κατώρθωσε νὰ διαφύγη μὲ τὸ Ποίμνιό του ἀπὸ τὴν Μαντζουρία τῆς κομμουνιστικῆς Κίνας καὶ μέσῳ τοῦ Χὸνγκ-Κόνγκ κατέληξε στὴν Αὐστραλία, ὅπου ἔγινε δεκτὸς στὸν Κλῆρο τῆς Ρωσικῆς Διασπορᾶς.Τὸ ἑπόμενο ἔτος,1963,μὲ αἴτημα τοῦ Ποιμνίου,χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Βρισβάνης στὴν Αὐστραλία, σὲ ἡλικία 60 ἐτῶν.Τὸ1964,γιὰ πρώτη φορὰ συμμετεῖχε σὲ Σύνοδο τῆς Ρωσικῆς Διασπορᾶς στὴν Νέα Ὑόρκη τῆς Β.Ἀμερικῆς,τότε ποὺ ἡ παραίτησις τοῦ ὑπέργηρου Πρωθιεράρχου ΜητροπολίτουἈναστασίου ἤγειρε διαίρεσι ἐντὸς τῆς Ἱεραρχίας,ἡ ὁποία χωρίσθηκε σὲ δύο ἰσοψήφια μέρη,ποὺ ὑποστήριζαν μὲ ἐπιμονὴ διαφορετικὸ ὑποψήφιο.Τὴν κρίσιμη ἐκείνη στιγμή,ὁ Ἅγιος Ἀρχιεπίσκοπος Ἰωάννης Μαξίμοβιτς πρότεινε σὰν διέξοδο,ἐκ Θεοῦ προφανῶς ἐμφορούμενος,νὰ ἀναλάβη τὴν θέσι τοῦ Πρωθιεράρχου καὶ Μητροπολίτου ὁ νεώτερος τῶν Ἐπισκόπων Φιλάρετος,ὅπως καὶ ἔγινε,ἄν καὶ ὁ ἐκλεγεὶς αἰσθάνθηκε-ὅπωςἔλεγε-σὰν νὰ τὸν ὁδηγοῦσαν στὸ ἐκτελεστικὸ ἀπόσμασμα(!),γιὰ τὸ βαρὺ φορτίο ποὺ τοῦ εναπέθεταν παρὰ τὴν θέλησί του!


ἀπερχόμενος γηραιὸς Μητροπολίτης Ἀναστάσιος τὸν ἐνθρόνισε ὡς τρίτο κατὰ σειρὰν Μητροπολίτη καὶ Πρωθιεράρχη τῆς Συνόδου τῆς Ρωσικῆς Διασπορᾶς.Ἔκτοτε,ὁ Μητροπολίτης Φιλάρετος ἀποδύθηκε σὲ ἀγῶνα τιτάνιο γιὰ τὴν Ὁμολογία τῆς Ὀρθοδοξίας,γιὰ τὴν διατήρησι τῆς ἑνότητος καὶ εἰρήνης στὴν Σύνοδό του, μὲ ἐξισορρόπησι διαφόρων ἀντιτιθεμένων τάσεων,γιὰ τὴν διακοπὴ τῆς μέχρι τότε κοινωνίας τῆς Συνόδου του μὲ τὶς λεγόμενες ἐπίσημες ὀρθόδοξες ἐκκλησίες,ὡς καὶ γιὰ παροχὴ καλύψεως ἐμπεριστάτων Ἀδελφῶν,ὅπως καὶ ἡμῶν τῶν Ελλήνων τοῦ Πατρίου Ἡμερολογίου.Πρωτίστως, ὑπερασπίσθηκε τοὺς Κατακομβίτας Ὁμολογητὰς ἐντὸς τῆς τότε Σοβιετικῆς Ἑνώσεως,δηλαδὴ τοὺς Γνησίους Ορθοδόξους Χριστιανοὺς τῆς Ρωσίας,μὴ ἀναγνωρίζων τὸ Σεργιανιστικὸ Πατριαρχεῖο Μόσχας, τὸ ὁποῖο τότε ἔγινε πλέον καὶ Οἰκουμενιστικό.



Σημειωτέον,

ὅτι ὁ Ἅγιος Μητροπολίτης Φιλάρετος μετὰ τῆς Συνόδου του ἀναγνώρισε

 καὶ ἐπισήμως τὶς ἀρχιερατικὲς χειροτονίες ἡμῶν τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς Ἑλλάδος,

οἱ ὁποῖες εἶχαν τελεσθῆ ἀπὸ Ἀρχιερεῖς τῆς Ρωσικῆς Διασπορᾶς κατὰ τὰ ἔτη 1960 καὶ 1962,

ἐρχόμενος σὲ πλήρη εὐχαριστιακὴ κοινωνία μὲ τὴν Ἱερὰ Σύνοδό μας τὸ 1969, τὴν ὑπὸ τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Αὐξέντιο τότε προεδρευομένη, 

διαλύων μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ καὶ τὴν ἔντεχνη καὶ κακότροπη ἀπόρριψι ἤ ἀμφισβήτησί μας 

ἀπὸ διαφόρους ἀντιδιατιθεμένους τοῦ Νέου ἤ τοῦ Παλαιοῦ Ημερολογίου.

Ὁ Ἅγιος Μητροπολίτης συνέχισε τὴν ὑψηλὴ πνευματική του πολιτεία καὶ κατάστασι:

διατελοῦσε προσευχόμενος, τελοῦσε τὰ λειτουργικά του καθήκοντα ἀνελλιπῶς καὶ ἦταν ἰδιαίτερα ἀποφασιστικὸς 

στὸν πόλεμο κατὰ τῶν ἐφαμάρτων παθῶν:

«πάρτε μαχαίρι καὶ κόψτε το!», ἔλεγε γιὰ κάθε πάθος, ὅποιο καὶ ἄν ἦταν αὐτό,τὸ ὁποῖο ἐμπόδιζε

 τὴν πνευματικὴ πρόοδο τοῦ καθ’ ἑνός.

Ἀλλὰ κυρίως, ἐκεῖ, ὅπου διακρίθηκε καὶ διέπρεψε καὶ ἔμεινε μέγας καὶ ἀνεπανάληπτος,

ἦταν ὁ Ἀγώνας του κατὰ τῆς παναιρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, καθ’ ὅλη τὴν τελευταία 20ετία

 τοῦ ἁγιασμένου βίου του μέχρι τῆς τελευτῆς του τὸ 1985.

Ἦταν ὄντως θερμὸς Ζηλωτὴς τῆς Ὀρθοδοξίας,

χωρὶς φανατισμοὺς καὶ ἀκρότητες.

Ἦταν σταθερὸς καὶ συνεπής,ἄνθρωπος μέτρου καὶ ἰσορροπίας, ἀκατάκριτος, προσηνὴς καὶ κυριαρχημένος,

 μὲ μεγάλη καὶ ἀπροσποίητη ταπείνωσι, καὶ ἐν ἑνὶ λόγῳ ἄνθρωπος Χάριτος καὶ Ευλογίας!...






Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Γαρδικίου κ. Κλήμης

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών


ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΑΝ ΤΟΝ ΘΕΟ ΕΙΣ ΘΑΝΑΤΟΝ




Οι άνθρωποι κατεδίκασαν τὸν Θεὸν εἰς θάνατον·

ὁ Θεὸς ὅμως διὰ τῆς ᾿Αναστάσεώς Του «καταδικάζει» τοὺς ἀνθρώπους εἰς ἀθανασίαν.

Διὰ τὰ κτυπήματα τοὺς ἀνταποδίδει τοὺς ἐναγκαλισμούς· 

διὰ τὰς ὕβρεις τὰς εὐλογίας· διὰ τὸν θάνατον τὴν ἀθανασίαν.

Ποτὲ δὲν ἔδειξαν οἱ ἄνθρωποι τόσον μῖσος πρὸς τὸν Θεόν, ὅσον ὅταν τὸν ἐσταύρωσαν· 

καὶ ποτὲ δὲν ἔδειξεν ὁ Θεὸς τόσην ἀγάπην πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, ὅσην ὅταν ἀνέστη.

Οἱ ἄνθρωποι ἤθελαν νὰ καταστήσουν τὸν Θεὸν θνητόν,

ἀλλ᾿ ὁ Θεὸς διὰ τῆς ᾿Αναστάσεώς Του κατέστησε τοὺς ἀνθρώπους ἀθανάτους.

᾿Ανέστη ὁ σταυρωθεὶς Θεὸς καὶ ἀπέκτεινε τὸν θάνατον.

Ο θάνατος οὐκ ἔστι πλέον.

Η ἀθανασία κατέκλυσε τὸν ἄνθρωπον καὶ ὅλους τοὺς κόσμους του.

Διὰ τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου ἡ ἀνθρωπίνη φύσις ὡδηγήθη τελεσιδίκως εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἀθανασίας,

 καὶ ἔγινε φοβερὰ καὶ δι᾿ αὐτὸν τὸν θάνατον.

Διότι πρὸ τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ὁ θάνατος ἦτο φοβερὸς διὰ τὸν ἄνθρωπον, 

ἀπὸ δὲ τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Κυρίου γίνεται ὁ ἄνθρωπος φοβερὸς διὰ τὸν θάνατον.


Εὰν ζῇ διὰ τῆς πίστεως εἰς τὸν ᾿Αναστάντα Θεάνθρωπον ὁ ἄνθρωπος, ζῇ ὑπεράνω τοῦ θανάτου. Καθίσταται ἀπρόσβλητος καὶ ἀπὸ τὸν θάνατον.Ο θάνατος μετατρέπεται εἰς «ὑποπόδιον τῶν ποδῶν αὐτοῦ»:«Ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον; ποῦ σου,ᾅδῃ,τὸ νῖκος;»(πρβλ. Αʹ Κορινθ. ιεʹ 55-56).Ούτως,ὅταν ὁ ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος ἀποθνήσκῃ, ἀφίνει ἁπλῶς τὸ ἔνδυμα τοῦ σώματός του διὰ νὰ τὸ ἐνδυθῇ ἐκ νέου κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς Δευτέρας Παρουσίας.Μέχρι τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ ὁ θάνατος ἦτο ἡ δευτέρα φύσις τοῦ ἀνθρώπου· ἡ πρώτη ἦτο ἡ ζωή, καὶ ὁ θάνατος ἡ δευτέρα.Ο ἄνθρωπος εἶχε συνηθίσει τὸν θάνατον ὡς κάτι τὸ φυσικόν.᾿Αλλὰ μὲ τὴν ᾿Ανάστασίν Του ὁ Κύριος ἤλλαξε τὰ πάντα: ἡ ἀθανασία ἔγινεν ἡ δευτέρα φύσις τοῦ ἀνθρώπου, ἔγινε κάτι τὸ φυσικὸν εἰς τὸν ἄνθρωπον, καὶ τὸ ἀφύσικον κατέστη ὁ θάνατος.῞Οπως μέχρι τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Χριστοῦ ἦτο φυσικὸν εἰς τοὺς ἀνθρώπους τὸ νὰ εἶναι θνητοί,οὕτω μετὰ τὴν ᾿Ανάστασιν ἔγινε φυσικὴ δι᾿ αὐτοὺς ἡ ἀθανασία.


Διά τῆς ἁμαρτίας ὁ ἄνθρωπος κατέστη θνητὸς καὶ πεπερασμένος· διὰ τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου γίνεται ἀθάνατος καὶ αἰώνιος.Εἰς αὐτὸ δὲ ἀκριβῶς ἔγκειται ἡ δύναμις καὶ τὸ κράτος καὶ ἡ παντοδυναμία τῆς τοῦ Χριστοῦ ᾿Αναστάσεως.Καὶ διὰ τοῦτο ἄνευ τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Χριστοῦ δὲν θὰ ὑπῆρχε κἄν ὁ Χριστιανισμός.Μεταξὺ τῶν θαυμάτων, ἡ ᾿Ανάστασις τοῦ Κυρίου εἶναι τὸ μεγαλύτερον θαῦμα.῞Ολα τὰ ἄλλα θαύματα πηγάζουν ἀπὸ αὐτὸ καὶ συνοψίζονται εἰς αὐτὸ. ᾿Εξ αὐτοῦ ἐκπηγάζουν καὶ ἡ πίστις καὶ ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἐλπὶς καὶ ἡ προσευχὴ καὶ ἡ θεοσέβεια.Οἱ δραπέται μαθηταί, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι ἔφυγαν μακρὰν ἀπὸ τὸν ᾿Ιησοῦν ὅταν ἀπέθνησκεν, ἐπιστρέφουν πρὸς Αὐτὸν ὅταν ἀνέστῃ.Καὶ ὁ Ρωμαῖος ἐκατόνταρχος,ὅταν εἶδε τὸν Χριστὸν νὰ ἀνίσταται ἐκ τοῦ τάφου,Τὸν ὡμολόγησεν ὡς Υἱὸν τοῦ Θεοῦ.Κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον καὶ ὅλοι οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ ἔγιναν χριστιανοί,διότι ἀνέστη ὁ Χριστός,διότι ἐνίκησε τὸν θάνατον.Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οὐδεμία ἄλλη θρησκεία ἔχει· αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο,τὸ ὁποῖον ἀνυψώνει τὸν Κύριον ὑπεράνω ὅλων τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν θεῶν.Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατὰ τρόπον μοναδικὸν καὶ ἀναμφισβήτητον δεικνύει καὶ ἀποδεικνύει ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεὸς καὶ Κύριος εἰς ὅλους τοὺς ὁρατοὺς καὶ ἀοράτους κόσμους.Χάρις εἰς τὴν ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ, χάρις εἰς τὴν νίκην ἐπὶ τοῦ θανάτου οἱ ἄνθρωποι ἐγίνοντο καὶ γίνονται καὶ θὰ γίνωνται πάντοτε χριστιανοί.῞Ολη ἡ ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ δὲν εἶναι ἄλλο τι παρὰ ἱστορία ἑνὸς καὶ μοναδικοῦ θαύματος, τοῦ θαύματος τῆς τοῦ Χριστοῦ ᾿Αναστάσεως, τὸ ὁποῖον συνεχίζεται διαρκῶς εἰς ὅλας τὰς καρδίας τῶν χριστιανῶν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν, ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, ἀπὸ αἰῶνος εἰς αἰῶνα μέχρι τῆς Δευτέρας Παρουσίας.


Ο άνθρωπος γεννᾶται ἀληθῶς ὄχι ὅταν τὸν φέρῃ εἰς τὸν κόσμον ἡ μητέρα του, ἀλλ᾿ ὅταν πιστεύσῃ εἰς τὸν ᾿Αναστάντα Σωτῆρα Χριστόν, διότι τότε γεννᾶται εἰς τὴν ἀθάνατον καὶ αἰωνίαν ζωήν, ἐνῷ ἡ μητέρα γεννᾶ τὸ παιδὶ πρὸς θάνατον, διὰ τὸν τάφον.῾Η ᾿Ανάστασις τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ μήτηρ πάντων ἡμῶν, πάντων τῶν χριστιανῶν, ἡ μήτηρ τῶν ἀθανάτων.Διὰ τῆς πίστεως εἰς τὴν ᾿Ανάστασιν τοῦ Κυρίου, γεννᾶται ἐκ νέου ὁ ἄνθρωπος, γεννᾶται διὰ τὴν αἰωνιότητα.Τοῦτο εἶναι ἀδύνατον!παρατηρεῖ ὁ σκεπτικιστής.Καὶ ὁ ᾿Αναστὰς Θεάνθρωπος ἀπαντᾷ: «Πάντα δυνατὰ τῶ πιστεύοντι» (πρβλ. Μάρκ. θʹ 23).Καὶ ὁ πιστεύων εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μὲ ὅλην τὴν καρδίαν, μὲ ὅλην τὴν ψυχήν, μὲ ὅλον τὸ εἶναι του ζῇ κατὰ τὸ Εὐαγγέλιον τοῦ ᾿Αναστάντος Κυρίου ᾿Ιησοῦ.῾Η πίστις μας εἶναι ἡ νίκη, διὰ τῆς ὁποίας νικῶμεν τὸν θάνατον, ἡ πίστις δηλαδὴ εἰς τὸν ᾿Αναστάντα Κύριον. «Ποῦ σου, θάνατε, τὸ κέντρον;», «τὸ δὲ κέντρον τοῦ θανάτου ἡ ἁμαρτία» (Αʹ Κορινθ. ιεʹ 55-56).Διὰ τῆς ᾿Αναστάσεώς Του ὁ Κύριος «ἤμβλυνε τοῦ θανάτου τὸ κέντρον». ῾Ο θάνατος εἶναι ὁ ὄφις, ἡ δὲ ἁμαρτία εἶναι τὸ κεντρί του. Διὰ τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος ἐκχέει τὸ δηλητήριον εἰς τὴν ψυχὴν καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἀνθρώπου.


῞Οσον περισσοτέρας ἁμαρτίας ἔχει ὁ ἄνθρωπος,τόσον περισσότερα εἶναι τὰ κέντρα, διὰ τῶν ὁποίων ἐκχέει ὁ θάνατος τὸ δηλητήριόν του εἰς αὐτόν.῞Οταν ἡ σφήκα κεντρίσῃ τὸν ἄνθρωπον, καταβάλλει οὗτος κάθε δυνατὴν προσπάθειαν διὰ νὰ ἐκβάλῃ τὸ κεντρὶ ἀπὸ τὸ σῶμα του.῞Οταν δὲ τὸν κεντρίσῃ ἡ ἁμαρτία —τὸ κέντρον αὐτὸ τοῦ θανάτου— τί πρέπει νὰ κάμῃ; Πρέπει μὲ τὴν πίστιν καὶ προσευχὴν νὰ ἐπικαλεσθῇ τὸν ᾿Αναστάντα Σωτῆρα Χριστόν, διὰ νὰ ἐκβάλῃ Αὐτὸς τὸ κεντρὶ τοῦ θανάτου ἀπὸ τὴν ψυχήν του. Καὶ Αὐτὸς ὡς πολυεύσπλαγχνος θὰ τὸ κάμῃ,διότι εἶναι Θεὸς τοῦ ᾿Ελέους καὶ τῆς ᾿Αγάπης.῞Οταν πολλαὶ σφῆκαι πέσουν ἐπὶ τοῦ σώματος τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὸν τραυματίσουν πολὺ μὲ τὰ κέντρα τους,τότε ὁ ἄνθρωπος δηλητηριάζεται καὶ ἀποθνήσκει.Τὸ αὐτὸ γίνεται καὶ μὲ τὴν ψυχὴν τοῦ ἀνθρώπου,ὅταν τὴν τραυματίσουν τὰ πολλὰ κέντρα τῶν πολλῶν ἁμαρτιῶν.᾿Αποθνήσκει οὗτος θάνατον, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἀνάστασιν.Νικών διὰ τοῦ Χριστοῦ τὴν ἁμαρτίαν μέσα του ὁ ἄνθρωπος νικᾷ τὸν θάνατον.Εὰν περάσῃ μία ἡμέρα καὶ σὺ δὲν ἔχῃς νικήσει οὔτε μίαν ἁμαρτίαν σου,γνώρισε ὅτι ἔγινες περισσότερον θνητός.᾿Εὰν ὅμως νικήσῃς μίαν ἢ δύο ἢ τρεῖς ἁμαρτίας σου,ἔγινες περισσότερον νέος μὲ τὴν νεότητα, ἡ ὁποία δὲν γηράσκει, τὴν ἀθάνατον καὶ αἰωνίαν!῎Ας μὴ τὸ λησμονῶμεν ποτέ:τὸ νὰ πιστεύῃ κανεὶς εἰς τὸν ᾿Αναστάντα Χριστόν,τοῦτο σημαίνει νὰ ἀγωνίζεται διαρκῶς τὸν ἀγῶνα ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας, τοῦ κακοῦ καὶ τοῦ θανάτου.


Τὸ ὅτι ὁ ἄνθρωπος πιστεύει ἀληθῶς εἰς τὸν ᾿Αναστάντα Κύριον τὸ ἀποδεικνύει μὲ τὸ νὰ ἀγωνίζεται κατὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῶν παθῶν· καὶ ἄν μὲν ἀγωνίζεται,πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὅτι ἀγωνίζεται διὰ τὴν ἀθανασίαν καὶ τὴν αἰωνίαν ζωήν.᾿Εὰν ὅμως δὲν ἀγωνίζεται, τότε εἶναι ματαία ἡ πίστις του!Διότι,ἐὰν ἡ πίστις τοῦ ἀνθρώπου δὲν εἶναι ἀγὼν διὰ τὴν ἀθανασίαν καὶ τὴν αἰωνιότητα, τότε τί εἶναι;᾿Εὰν μὲ τὴν εἰς Χριστὸν πίστιν δὲν φθάνῃ κανεὶς εἰς τὴν ἀθανασίαν καὶ τὴν ἐπὶ τοῦ θανάτου νίκην, τότε πρὸς τί ἡ πίστις ἡμῶν;᾿Εὰν ὁ Χριστὸς δὲν ἀνέστη, τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ ἁμαρτία καὶ ὁ θάνατος δὲν ἔχουν νικηθῆ.᾿Εὰν δὲ δὲν ἔχουν αὐτὰ τὰ δύο νικηθῆ, τότε διὰ τί νὰ πιστεύῃ κανεὶς εἰς τὸν Χριστόν;Εκεῖνος ὅμως, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς πίστεως εἰς τὸν ᾿Αναστάντα Χριστὸν ἀγωνίζεται ἐναντίον κάθε ἁμαρτίας του,αὐτὸς ἐνισχύει βαθμιαίως ἐν ἑαυτῷ τὴν αἴσθησιν ὅτι ὁ Κύριος ὄντως ἀνέστη,ὄντως ἤμβλυνε τὸ κέντρον τοῦ θανάτου, ὄντως ἐνίκησε τὸν θά- νατον εἰς ὅλα τὰ μέτωπα μάχης.῾Η ἁμαρτία βαθμιαίως σμικρύνει τὴν ψυχὴν τοῦ ἀνθρώπου, τὴν πλησιάζει πρὸς τὸν θάνατον, τὴν μεταβάλλει ἀπὸ ἀθανάτου εἰς θνητήν, ἀπὸ ἀφθάρτου καὶ ἀπεράντου εἰς φθαρτὴν καὶ εἰς πεπερασμένην.῞Οσον περισσοτέρας ἁμαρτίας ἔχει ὁ ἄνθρωπος, τόσον περισσότερον εἶναι θνητός. 


Καὶ ἐὰν ὁ ἄνθρωπος δὲν αἰσθάνεται τὸν ἑαυτόν του ἀθάνατον, εἶναι φανερὸν ὅτι εὑρίσκεται ὅλος βυθισμένος εἰς τὰς ἁμαρτίας,εἰς σκέψεις μυωπικάς,εἰς αἰσθήματα νεκρωμένα.῾Ο Χριστιανισμὸς εἶναι μία κλῆσις εἰς τὸν μέχρις ἐσχάτης ἀναπνοῆς ἀγῶνα ἐναντίον τοῦ θανάτου, μέχρι δηλαδὴ τῆς τελικῆς νίκης ἐπ᾿ αὐτοῦ.Κάθε ἁμαρτία ἀποτελεῖ μίαν ὑποχώρησιν,κάθε πάθος μίαν προδοσίαν, κάθε κακία μίαν ἧτταν.Δεν πρέπει νὰ διερωτᾶται κανεὶς διατί καὶ οἱ χριστιανοὶ ἀ- ποθνήσκουν τὸν σωματικὸν θάνατον.Τοῦτο γίνεται, διότι ὁ θάνατος τοῦ σώματος εἶναι μία σπορά. Σπείρεται σῶμα θνητόν, λέγει ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος (πρβλ. Αʹ Κορινθ. ιεʹ 42 ἐξ.),καὶ βλαστάνει, αὐξάνει καὶ γίνεται ἀθάνατον.Οπως ὁ σπειρόμενος σπόρος, οὕτω καὶ τὸ σῶμα διαλύεται, διὰ νὰ τὸ ζωοποιήσῃ καὶ τελειοποιήσῃ τὸ ῞Αγιον Πνεῦμα.᾿Εὰν ὁ Κύριος ᾿Ιησοῦς δὲν εἶχεν ἀναστήσει τὸ σῶμα, τί ὄφελος θὰ εἶχε τοῦτο ἀπὸ Αὐτόν; Οὗτος δὲν θὰ εἶχε σώσει ὁλόκληρον τὸν ἄνθρωπον.Εὰν δὲν ἀνέστησε τὸ σῶμα, τότε διὰ τί ἐσαρκώθη,διὰ τί ἀνέλαβε τὸ σῶμα, ἀφοῦ δὲν τοῦ ἔδωσε τίποτε ἀπὸ τὴν Θεότητά Του;᾿Εὰν ὁ Χριστὸς δὲν ἀνέστη, διὰ τί τότε νὰ πιστεύῃ κανεὶς εἰς Αὐτόν;Ομολογῶ εἰλικρινῶς,ὅτι ἐγὼ οὐδέποτε θὰ ἐπίστευον εἰς τὸν Χριστόν, ἐὰν δὲν εἶχεν ἀναστῆ καὶ δὲν εἶχε νικήσει τὸν θάνατον, τὸν μεγαλύτερον ἐχθρόν μας.


᾿Αλλ᾿ ὁ Χριστὸς ἀνέστη καὶ ἐδώρησεν εἰς ἡμᾶς τὴν ἀθανασίαν. ῎Ανευ αὐτῆς τῆς ἀληθείας, ὁ κόσμος μας εἶναι μόνον μία χαώδης ἔκθεσις ἀπεχθῶν ἀνοησιῶν.Μόνον μὲ τὴν ἔνδοξον ᾿Ανάστασίν Του ὁ θαυ- μαστὸς Κύριος καὶ Θεός μας ἠλευθέρωσεν ἡμᾶς ἀπὸ τὸ παράλογον καὶ τὴν ἀπελπισίαν.Διότι χωρὶς τὴν ᾿Ανάστασιν δὲν ὑπάρχει οὔτε εἰς τὸν οὐρανὸν οὔτε ὑπὸ τὸν οὐρανὸν τίποτε περισσότερον παράλογον ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτόν· οὔτε μεγαλυτέρα ἀπελπισία ἀπὸ τὴν ζωὴν αὐτήν, δίχως ἀθανασίαν.Δι᾿ αὐτό, εἰς ὅλους τοὺς κόσμους δὲν ὑπάρχει περισσότερον δυστυχισμένη ὕπαρξις ἀπὸ τὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος δὲν πιστεύει εἰς τὴν ᾿Ανάστασιν τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἀνάστασιν τῶν νεκρῶν (πρβλ. Αʹ Κορινθ. ιεʹ 19).«Καλὸν ἦν αὐτῷ εἰ οὐκ ἐγεννήθη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος» (Ματθ. κϛʹ 24).Εἰς τὸν ἀνθρώπινον κόσμον μας ὁ θάνατος εἶναι τὸ μεγαλύτερον βάσανον καὶ ἡ πλέον φρικιαστικὴ ἀπανθρωπία.῾Η ἀπελευθέρωσις ἀπὸ αὐτὸ τὸ βάσανον καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀπανθρωπίαν εἶναι ἀκριβῶς ἡ σωτηρία.Τοιαύτην σωτηρίαν ἐδώρησεν εἰς τὸ ἀνθρώπινον γένος μόνον ὁ Νικητὴς τοῦ θανάτου, ὁ ᾿Αναστὰς Θεάνθρωπος. Διὰ τῆς ᾿Αναστάσεώς Του Αὐτὸς μᾶς ἀπεκάλυψεν ὅλον τὸ μυστήριον τῆς σωτηρίας μας. Σωτηρία σημαίνει τὸ νὰ ἐξασφαλισθῇ διὰ τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχὴν ἀθανασία καὶ αἰωνία ζωή.Πῶς δὲ κατορθώνεται τοῦτο;


Μόνον διὰ τῆς θεανθρωπίνης ζωῆς, τῆς νέας ζωῆς τῆς ἐν τῷ ᾿Αναστάντι καὶ διὰ τὸν ᾿Αναστάντα Χριστόν!Δι᾿ ἡμᾶς τοὺς χριστιανοὺς ἡ ζωὴ αὐτὴ ἐπὶ τῆς γῆς εἶναι σχολεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον μανθάνομεν πῶς νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἀθανασίαν καὶ τὴν αἰωνίαν ζωήν.Διότι, τί ὄφελος ἔχομεν ἀπὸ αὐτὴν τὴν ζωήν, ἐὰν μὲ αὐτὴν δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποκτήσωμεν τὴν αἰωνίαν;᾿Αλλά, διὰ νὰ ἀναστηθῇ μετὰ τοῦ Χριστοῦ ὁ ἄνθρωπος, πρέπει πρῶτον νὰ συναποθάνῃ μετ᾿ Αὐτοῦ καὶ νὰ ζήσῃ τὴν ζωὴν τοῦ Χριστοῦ ὡς ἰδικήν του.᾿Εὰν κάμῃ τοῦτο, τότε τὴν ἡμέραν τῆς ᾿Αναστάσεως θὰ δυνηθῇ μετὰ τοῦ ῾Αγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου νὰ εἰπῇ:«Χθὲς συνεσταυρούμην Χριστῶ, σήμερον συνδοξάζομαι· χθὲς συνενεκρούμην, συζωοποιοῦμαι σήμερον· χθὲς συνεθαπτόμην, σήμερον συνεγείρομαι»2.Εις τέσσερας μόνον λέξεις συγκεφαλαιοῦνται καὶ τὰ τέσσαρα Εὐαγγέλια τοῦ Χριστοῦ:Χριστὸς ἀνέστη!...᾿Αληθῶς ἀνέστη!...Εἰς ἑκάστην ἐξ αὐτῶν εὑρίσκεται ἀπὸ ἕνα Εὐαγγέλιον, καὶ εἰς τὰ τέσσαρα Εὐαγγέλια εὑρίσκεται ὅλον τὸ νόημα ὅλων τῶν κόσμων τοῦ Θεοῦ, τῶν ὁρατῶν καὶ ἀοράτων.Καὶ ὅταν ὅλα τὰ αἰσθήματα τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὅλαι αἱ σκέψεις του συγκεντρωθοῦν εἰς τὴν βροντὴν τοῦ πασχαλινοῦ αὐτοῦ χαιρετισμοῦ: «Χριστὸς ἀνέστη!», τότε ἡ χαρὰ τῆς ἀθανασίας σείει ὅλα τὰ ὄντα, καὶ αὐτὰ ἐν ἀγαλλιάσει ἀπαντοῦν, ἐπιβεβαιοῦντα τὸ πασχάλιον θαῦμα: «᾿Αληθῶς ἀνέστη!».Ναι, ᾿Αληθῶς ἀνέστη ὁ Κύριος!...


Καὶ μάρτυς τούτου εἶσαι ἐσύ, μάρτυς ἐγώ,μάρτυς κάθε χριστιανός, ἀρχίζοντες ἀπὸ τοὺς ῾Αγίους ᾿Αποστόλους μέχρι καὶ τῆς Δευτέρας Παρουσίας.Διότι μόνον ἡ δύναμις τοῦ ᾿Αναστάντος Θεανθρώπου Χριστοῦ ἠδυνήθη νὰ δώσῃ —καὶ συνεχῶς δίδει καὶ συνεχῶς θὰ δίδῃ— τὴν δύναμιν εἰς κάθε Χριστιανὸν —ἀπὸ τὸν πρῶτον μέχρι τὸν τελευταῖον— νὰ νικήσῃ πᾶν τὸ θνητὸν καὶ αὐτὸν τοῦτον τὸν θάνατον· πᾶν τὸ ἁμαρτωλὸν καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν ἁμαρτίαν· πᾶν τὸ δαιμονικὸν καὶ αὐτὸν τοῦτον τὸν διάβολον.Διότι μόνον μὲ τὴν ᾿Ανάστασίν Του ὁ Κύριος, κατὰ τὸν πλέον πειστικὸν τρόπον, ἔδειξε καὶ ἀπέδειξεν ὅτι ἡ ζωή Του εἶναι Αἰωνία Ζωή, ἡ ἀλήθειά Του εἶναι Αἰωνία ᾿Αλήθεια, ἡ ἀγάπη Του Αἰωνία ᾿Αγάπη, ἡ ἀγαθότης Του Αἰωνία ᾿Αγαθότης, ἡ χαρά Του Αἰωνία Χαρά. Καὶ ἐπίσης ἔδειξε καὶ ἀπέδειξεν ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ δίδει Αὐτός, κατὰ τὴν ἀπαράμιλλον φιλανθρωπίαν Του, εἰς κάθε Χριστιανὸν εἰς ὅλας τὰς ἐποχάς.Πρὸς τούτοις, δὲν ὑπάρχει ἕνα γεγονὸς ὄχι μόνον εἰς τὸ Εὐαγγέλιον, ἀλλὰ οὔτε εἰς ὁλόκληρον τὴν ἱστορίαν τοῦ ἀνθρωπίνου γένους,τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι μεμαρτυρημένον κατὰ τρόπον,τόσον δυνατόν,τόσον ἀπρόσβλητον,τόσον ἀναντίρρητον,ὅσον ἡ ᾿Ανάστασις τοῦ Χριστοῦ.᾿Αναμφιβόλως, ὁ Χριστιανισμὸς εἰς ὅλην του τὴν ἱστορικὴν πραγματικότητα, τὴν ἱστορικήν του δύναμιν καὶ παντοδυναμίαν, θεμελιοῦται ἐπὶ τοῦ γεγονότος τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ ἐπὶ τῆς αἰωνίως ζώσης ῾Υποστάσεως τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ.Καὶ περὶ τούτου μαρτυρεῖ ὅλη ἡ μακραίων καὶ πάντοτε θαυματουργικὴ ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ.Διότι, ἄν ὑπάρχῃ ἕνα γεγονός, εἰς τὸ ὅποιον θὰ ἠδύνατο νὰ συνοψισθοῦν ὅλα τὰ γεγονότα, ἀπὸ τὴν ζωὴν τοῦ Κυρίου καὶ τῶν ᾿Αποστόλων καὶ γενικῶς ὁλοκλήρου τοῦ Χριστιανισμοῦ, τὸ γεγονὸς τοῦτο θὰ ἦτο ἡ ᾿Ανάστασις τοῦ Χριστοῦ.


Επίσης, ἄν ὑπάρχῃ μία ἀλήθεια, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύναντο νὰ συνοψισθοῦν ὅλαι αἱ εὐαγγελικαὶ ἀλήθειαι, ἡ ἀλήθεια αὐτὴ θὰ ἦτο ἡ ᾿Ανάστασις τοῦ Χριστοῦ.Καὶ ἀκόμη, ἐὰν ὑπάρχῃ μία πραγματικότης, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύναντο νὰ συνοψισθοῦν ὅλαι αἱ καινοδιαθηκικαὶ πραγματικότητες, ἡ πραγματικότης αὐτὴ θὰ ἦτο ἡ ᾿Ανάστασις τοῦ Χριστοῦ.Καὶ τέλος, ἂν ὑπάρχῃ ἕνα εὐαγγελικὸν θαῦμα, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύναντο νὰ συνοψισθοῦν ὅλα τὰ καινοδιαθηκικὰ θαύματα, τότε τὸ θαῦμα τοῦτο θὰ ἦτο ἡ ᾿Ανάστασις τοῦ Χριστοῦ.Διότι μόνον ἐν τῶ φωτὶ τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ἀναδεικνύεται θαυμασίως σαφὲς καὶ τὸ πρόσωπον τοῦ Θεανθρώπου ᾿Ιησοῦ καὶ τὸ ἔργον Του. Μόνον ἐν τῇ ᾿Αναστάσει τοῦ Χριστοῦ λαμβάνουν τὴν πλήρη ἐξήγησίν των ὅλα τὰ θαύματα τοῦ Χριστοῦ, ὅλαι αἱ ἀλήθειαί Του, ὅλα τὰ λόγια Του, ὅλα τὰ γεγονότα τῆς Καινῆς Διαθήκης.Μέχρι τῆς ᾿Αναστάσεώς Του ὁ Κύριος ἐδίδασκε περὶ τῆς αἰωνίου ζωῆς, ἀλλὰ μὲ τὴν ᾿Ανάστασίν Του ἔδειξεν ὅτι ὁ ῎Ιδιος ὄντως εἶναι ἡ αἰώνιος ζωή.Μέχρι τῆς ᾿Αναστάσεώς Του ἐδίδασκε περὶ τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν, ἀλλὰ μὲ τὴν ᾿Ανάστασίν Του ἔδειξεν ὅτι ὁ ῎Ιδιος εἶναι πράγματι ἡ ἀνάστασις τῶν νεκρῶν.Μέχρι τῆς ᾿Αναστάσεώς Του ἐδίδασκεν ὅτι ἡ πίστις εἰς Αὐτὸν μεταφέρει ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωήν,ἀλλὰ μὲ τὴν ᾿Ανάστασίν Του ἔδειξεν ὅτι ὁ ῎Ιδιος ἐνίκησε τὸν θάνατον καὶ ἐξησφάλισε τοιουτοτρόπως εἰς τοὺς τεθανατωμένους ἀνθρώπους τὴν μετάβασιν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ἀνάστασιν.


Ναί, ναί, ναί: ὁ Θεάνθρωπος ᾿Ιησοῦς Χριστὸς μὲ τὴν ᾿Ανάστασίν Του ἔδειξε καὶ ἀπέδειξεν ὅτι εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεός, ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεάνθρωπος εἰς ὅλους τοὺς ἀνθρωπίνους κόσμους.Και κάτι ἀκόμη:ἄνευ τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Θεανθρώπου δὲν δύναται νὰ ἐξηγηθῇ,οὔτε ἡ ἀποστολικότης τῶν ᾿Αποστόλων, οὔτε τὸ μαρτύριον τῶν Μαρτύρων, οὔτε ἡ ὁμολογία τῶν ῾Ομολογητῶν,οὔτε ἡ ἁγιότης τῶν ῾Αγίων, οὔτε ἡ ἀσκητικότης τῶν ᾿Ασκητῶν, οὔτε ἡ θαυματουργικότης τῶν Θαυματουργῶν, οὔτε ἡ πίστις τῶν πιστευόντων, οὔτε ἡ ἀγάπη τῶν ἀγαπώντων, οὔτε ἡ ἐλπὶς τῶν ἐλπιζόντων, οὔτε ἡ νηστεία τῶν νηστευόντων, οὔτε ἡ προσευχὴ τῶν προσευχομένων, οὔτε ἡ πραότης τῶν πράων, οὔτε ἡ μετάνοια τῶν μετανοούντων, οὔτε ἡ εὐσπλαγχνία τῶν εὐσπλάγχνων, οὔτε οἱαδήποτε χριστιανικὴ ἀρετὴ ἢ ἄσκησις.᾿Εὰν ὁ Κύριος δὲν εἶχεν ἀναστῆ καὶ ὡς ᾿Αναστὰς δὲν εἶχε γεμίσει τοὺς μαθητάς Του μὲ τὴν ζωοποιὸν δύναμιν καὶ τὴν θαυματουργικὴν σοφίαν, ποῖος θὰ ἠδύνατο αὐτοὺς τοὺς φοβισμέ- νους καὶ δραπέτας νὰ τοὺς συγκεντρώσῃ καὶ νὰ τοὺς δώσῃ τὸ θάρρος καὶ τὴν δύναμιν καὶ τὴν σοφίαν διὰ νὰ δυνηθοῦν τόσον ἄφοβα καὶ μὲ τόσην δύναμιν καὶ σοφίαν νὰ κηρύττουν καὶ νὰ ὁμολογοῦν τὸν ᾿Αναστάντα Κύριον καὶ νὰ πηγαίνουν μὲ τόσην χαρὰν εἰς τὸν θάνατον δι᾿ Αὐτόν;Καὶ ἂν ὁ ᾿Αναστὰς Σωτὴρ δὲν τοὺς εἶχε γεμίσει μὲ τὴν θείαν δύναμίν Του καὶ σοφίαν, πῶς θὰ ἠδύναντο νὰ ἀνάψουν μέσα εἰς τὸν κόσμον τὴν ἄσβεστον πυρκαϊὰν τῆς καινοδιαθηκικῆς πίστεως αὐτοὶ οἱ ἁπλοϊκοί, ἀγράμματοι, ἀμαθεῖς καὶ πτωχοὶ ἄνθρωποι;


Εὰν ἡ χριστιανικὴ πίστις δὲν ἦτο ἡ πίστις τοῦ ᾿Αναστάντος καὶ κατὰ συνέπειαν τοῦ αἰωνίως ζῶντος 

καὶ ζωοποιοῦντος Κυρίου,ποῖος θὰ ἠδύνατο νὰ ἐμπνεύσῃ τοὺς Μάρτυρας εἰς τὸν ἆθλον τοῦ μαρτυρίου,

καὶ τοὺς ῾Ομολογητὰς εἰς τὸν ἆθλον τῆς ὁμολογίας, καὶ τοὺς ᾿Ασκητὰς εἰς τὸν ἆθλον τῆς ἀσκήσεως,

καὶ τοὺς ᾿Αναργύρους εἰς τὸν ἆθλον τῆς ἀναργυρίας, καὶ τοὺς Νηστευτὰς εἰς τὸν ἆθλον τῆς νηστείας καὶ

 ἐγκρατείας, καὶ ὁποιονδήποτε χριστιανὸν εἰς ὁποιονδήποτε εὐαγγελικὸν ἆθλον;

Όλα αὐτὰ εἶναι λοιπὸν ἀληθινὰ καὶ πραγματικὰ καὶ δι᾿ ἐμὲ καὶ διὰ σὲ καὶ διὰ κάθε ἀνθρωπίνην ὕπαρξιν.

Διότι ὁ θαυμαστὸς καὶ γλυκύτατος Κύριος ᾿Ιησοῦς, ὁ ᾿Αναστὰς Θεάνθρωπος, εἶναι ἡ μόνη ῞Υπαρξις ὑπὸ τὸν οὐρανόν,

μὲ τὴν ὁποίαν δύναται ὁ ἄνθρωπος ἐδῶ εἰς τὴν γῆν νὰ νικήσῃ καὶ τὸν θάνατον καὶ τὴν ἁμαρτίαν καὶ τὸν διάβολον, 

καὶ νὰ καταστῇ μακάριος καὶ ἀθάνατος, συμμέτοχος εἰς τὴν Αἰωνίαν Βασιλείαν τῆς ᾿Αγάπης τοῦ Χριστοῦ...

Διὰ τοῦτο, διὰ τὴν ἀνθρωπίνην ὕπαρξιν ὁ ᾿Αναστὰς Κύριος εἶναι τὰ πάντα ἐν πᾶσιν εἰς ὅλους τοὺς κόσμους:

ὅ,τι τὸ ῾Ωραῖον, τὸ Καλόν, τὸ ᾿Αληθές, τὸ Προσφιλές, τὸ Χαρμόσυνον, τὸ Θεῖον,

τὸ Σοφόν, τὸ Αἰώνιον.

Αὐτὸς εἶναι ὅλη ἡ ᾿Αγάπη μας, ὅλη ἡ ᾿Αλήθειά μας, ὅλη ἡ Χαρά μας, ὅλον τὸ ᾿Αγαθόν μας,

ὅλη ἡ Ζωή μας, ἡ Αἰωνία Ζωὴ εἰς ὅλας τὰς θείας αἰωνιότητας καὶ ἀπεραντοσύνας.

Διὰ τοῦτο καὶ πάλιν, καὶ πολλάκις, καὶ ἀναρίθμητες φορές:


 

Χ ρ ι σ τ ό ς ᾿Αν έ σ τ η !
 

(*)᾿Αρχιμανδρίτου ᾿Ιουστίνου Πόποβιτς,''῎Ανθωπος καὶ Θεάνθρωπος'', Μελετήματα ᾿Ορθοδόξου Θεολογίας,Μετάφρασις ῾Ιερομονάχου ᾿Αθανασίου Γιέβτιτς,σελ. 40-49,ἔκδοσις ε,«ΑΣΤΗΡ»,᾿Αθῆναι 1987.῎Αρθρον πασχαλινόν, δημοσιευμένον εἰς τὸ περιοδικὸν «Hriscanska Misao» (Beograd),2 (1936). ᾿Επιμέλεια ἡμετέρα.Εφέτος μὲ τὸ ῞Αγιο Πάσχα συνεορτάζεται καὶ ὁ Εὐαγγελισμός, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπέτειος τῆς γεννήσεως καὶ κοιμήσεως τοῦ ᾿Αββᾶ ᾿Ιουστίνου (25.3.1894- 25.3.1979 ἐκ. ἡμ.).Τὸ κοσμικὸ ὄνομά του ἦταν Εὐάγγελος (Blagovoj) καὶ ὅλη του ἡ ζωὴ ἦταν Εὐαγγελισμὸς τοῦ Εὐαγγελίου τῆς ᾿Αναστάσεως.1. Πρβλ.῾Ι. Χρυσοστόμου, εἰς Αʹ Κορινθ.῾Ομιλία 39, 2, PG 61, 334:«Εἰ δὲ οὐκ ἐγείρονται (τὰ σώματα), διὰ τί ἠγέρθη ὁ Χριστός; διὰ τί ἦλθε; διὰ τί σάρκα ἀνέλαβεν, εἰ μὴ ἔμελλεν ἀναστήσειν σάρκα; οὐ γὰρ ἐδεῖτο Αὐτός, ἀλλὰ δι᾿ ἡμᾶς».2.Λόγος εἰς τὸ Πάσχα, PG 35, 397.Πρβλ. καὶ Κανὼν τοῦ Πάσχα, ᾿Ωδὴ γʹ.Αναδημοσίευση από το περιοδικό ''ΑΓΙΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ''.Τίτλος,επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Μακαριστός Αρχιμανδρίτης π. Ιουστίνος Πόποβιτς



Print Friendly and PDF