«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014
Ο ΠΕΦΩΤΙΣΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΚΑΤ' ΕΠΙΓΝΩΣΙΝ ΖΗΛΩΤΗΣ
Οι ευσεβείς λαϊκοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοί μας ὀφείλουν νὰ δίδουν ἰδιαίτερη προσοχὴ στὸ θέμα τοῦ ζήλου. Ο ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος δὲν διακατέχεται ἀπὸ τὸν γνήσιο ἐν Χριστῷ ζῆλο, λέγουν οἱ ῞Αγιοι Πατέρες,«οὐδέποτε φθάνει τὴν εἰρήνην τῆς διανοίας», ἐφ᾿ ὅσον λησμονεῖ, ὅτι «ἀρχὴ σοφίας Θεοῦ ἐπιείκεια καὶ πρᾳότης». Εἶναι πραγματικὴ εὐλογία νὰ εὕρης ἄνθρωπο, ὁ ὁποῖος νὰ φλέγεται ἀπὸ τὴν λαχτάρα γιὰ τὴν δόξα τοῦ Κυρίου μας καὶ τὴν τήρησι τοῦ ἁγίου Νόμου Του· εἶναι ὅμως πολὺ ἀπο- καρδιωτικὸ τὸ ὅτι, καὶ ἂν εὑρεθῆ τελικῶς μία τέτοια εὐλογημένη ψυχή, κινδυνεύει νὰ ἁλωθῆ ἐκ δεξιῶν, ἀπὸ τὸν πονηρό, μὲ τὸν ἀδιάκριτο καὶ «οὐ κατ᾿ ἐπίγνωσιν» ζῆλο της.
Ο ῞Αγιος Νεκτάριος τῆς Αἰγίνης μᾶς δίδει σὲ ὀλίγες γραμμὲς τὴν εἰκόνα τοῦ γνησίου ἐν Χριστῷ ζηλωτοῦ: «῾Ο κατ᾿ ἐπίγνωσιν ζηλωτής, ὁρμώμενος ἐξ ἀγάπης πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὸν πλησίον, ποιεῖ πάντα μετ᾿ ἀγάπης καὶ αὐταπαρνήσεως· οὐδὲν πράττει τὸ δυνάμενον νὰ φέρῃ θλῖψιν τῷ πλησίον αὐτοῦ· ὁ ζῆλος αὐτοῦ εἶναι πεφωτισμένος καὶ κατ᾿ ἐπίγνωσιν καὶ οὐδὲν ἐξωθεῖ αὐτὸν εἰς παρεκτροπήν».῾Ο εὐλογημένος ἐν Χριστῷ ζηλωτὴς εἶναι ὁ τύπος τοῦ ἀληθοῦς Χριστιανοῦ, τοῦ ὁποίου τὰ κύρια χαρακτηριστικὰ εἶναι ἡ θερμὴ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον, ἡ πραότης, ἡ ἀνεξιθρησκεία, ἡ ἀνεξικακία καὶ γενικῶς ὅλοι οἱ καρποὶ τοῦ ἐνοικοῦντος στὴν καρδιά του ῾Αγίου Πνεύματος. ῾Ο πεφωτισμένος καὶ κατ᾿ ἐπίγνωσιν ζηλωτὴς εἶναι εὐεργετικὸς καὶ εὐγενὴς πρὸς ὅλους, δὲν ἐκτρέπεται, δὲν πληγώνει τὸν ἀδελφό του, χαίρει στὴν πρόοδο τοῦ ἄλλου καὶ λυπεῖται στὶς δυστυχίες του, φλέγεται ἀπὸ τὸν πόθο νὰ διαδίδεται ὁ θεῖος λόγος, νὰ στερεώνεται ἡ Πίστις, νὰ χριστοποιῆται ὁ κόσμος, νὰ ἐξορκίζεται ὁ δαίμων. ῾Ο γνήσιος ἐν Χριστῷ ζῆλος τοῦ ἀληθινοῦ πιστοῦ χαρίζει μία καρδιὰ πύρινη, ἀλλὰ καὶ συμπαθῆ, ἡ ὁποία γνωρίζει, ὅτι ἡ ἀλήθεια χωρισμένη ἀπὸ τὴν ἀγάπη ὄχι μόνο δὲν ὠφελεῖ, ἀλλὰ κρημνίζει παταγωδῶς καὶ κατακερματίζει τὴν ἑνότητα τοῦ Θεανθρωπίνου Σώματος. Αντιθέτως· ὁ δυστυχὴς ἐκεῖνος Χριστιανὸς ποὺ διαπνέεται ἀπὸ ζῆλο χωρὶς ἐπίγνωσι εἶναι «ἄνθρωπος ὀλέθριος».῎Ισως δὲν ὑπάρχει περισσότερο δυστυχισμένος ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν μὴ κατ᾿ ἐπίγνωσιν ζηλωτὴ τοῦ Θείου Νόμου, διότι, ἐνῶ νομίζει ὅτι ἐργάζεται γιὰ τὴν δόξα τοῦ Θεοῦ καὶ ἔχει ἢσυχη τὴν συνείδησί του, στὴν πραγματικότητα ἀνατρέπει πλήρως τὸ Εὐαγγέλιο τῆς Χάριτος καὶ τῆς Αγάπης᾿.῍Ας ἰδοῦμε πῶς οἱ ῞Αγιοι τῆς ᾿Ορθοδοξίας μας βλέπουν τὸν μὴ κατ᾿ ἐπίγνωσιν ζηλωτήν:• ὁ ζῆλος του εἶναι «πῦρ διαφθεῖρον, πῦρ καταναλίσκον» • «ἡ καταστροφὴ προπορεύεται αὐτοῦ καὶ ἡ ἐρήμωσις ἕπεται αὐτῷ» • «εὔχεται τῷ Θεῷ νὰ ρίψῃ πῦρ ἐξ οὐρανοῦ καὶ νὰ κατακαύσῃ πάντας τοὺς μὴ δεχομένους τὰ ἀρχὰς καὶ πεποιθήσεις αὐτοῦ» • τὸν «χαρακτηρίζει μῖσος πρὸς τοὺς ἑτεροθρήσκους ἢ ἑτεροδόξους, ὁ φθόνος καὶ ὁ ἐπίμονος θυμός, ἡ ἐμπαθὴς ἀντίστασις πρὸς τὸ ἀληθὲς πνεῦμα τοῦ θείου νόμου, ἡ παράλογος ἐπιμονὴ ἐν τῇ ὑπερασπίσει τῶν ἰδίων φρονημάτων, ὁ παράφορος ζῆλος πρὸς κατί- σχυσιν ἐν πᾶσιν, ἡ φιλοδοξία, ἡ φιλονικία, ἡ ἔρις καὶ τὸ φιλοτάραχον».῾Η ᾿Ορθόδοξος πνευματικότης θεωροῦσε πάντοτε ἀναγκαία τὴν χειραγώγησι τοῦ ζήλου ἀπὸ τὴν ἀγάπη, γιὰ νὰ μὴν ἐκτραπῆ: «Καλὸν ὁ ζῆλος τῆς εὐσεβείας, ἀλλ᾿ ἀγάπῃ συγκεκραμένος». (῾Αγίου ᾿Ιωάννου Δαμασκηνοῦ) Η θαυμασία ἐπιστολὴ τοῦ ῾Αγίου Διονυσίου τοῦ Αρεοπαγίτου᾿ πρὸς τὸν Μοναχὸν Δημόφιλον, ὅπου ἀναπτύσσεται θεόπνευστα τὸ ζήτημα τῶν ἀκροτήτων τοῦ ἀδιακρίτου ζήλου, μαρτυρεῖ, ὅτι εἶναι παλαιὸς αὐτὸς ὸ πειρασμὸς τῶν εὐσεβῶν.Αλλ᾿ ὅμως, οἱ γνήσιοι ζηλωταὶ τῆς Πατρώας Εὐσεβείας ἂς ἀνθίστανται στὸν δαίμονα τοῦ ἀκρίτου ζήλου, ἐνθυμούμενοι τὶς Πατερικες ῾Υποθῆκες: «Δὲν θὰ ἐπιδοκιμάσωμε τὶς παραφορές σου ποὺ εἶναι ξένες πρὸς τὸν γνήσιο ζῆλο (῾῾τὰς ἀζηλώτους ὁρμάς᾿᾿), ἔστω καὶ ἂν ἐπικαλεσθῆς χιλιάδες φορὲς τὸν Φινεὲς καὶ τὸν ᾿Ηλία». ᾿Επίσης ἂς ἐνθυμούμεθα, ὅτι ὁ Σωτήρας μας, διὰ τοῦ ῾Αγίου Αποστόλου᾿ Παύλου, μᾶς «διδάσκει νὰ παιδαγωγοῦμε μὲ πραότητα αὐτοὺς ποὺ ἀντικρούουν τὴν διδασκαλία τοῦ Θεοῦ»· «διδάσκεσθαι γάρ, οὐ τιμωρεῖσθαι χρὴ τοὺς ἀγνοοῦντας, ὥσπερ καὶ τυφλοὺς οὐ κολάζομεν, ἀλλὰ καὶ χειρα- γωγοῦμεν».Ποτὲ νὰ μὴ λησμονοῦν οἱ εὐσεβεῖς, ὅτι τὸ κριτήριο τῆς γνησιότητος τῆς ἀγάπης μας δὲν εἶναι ὁ ἀδιάκριτος ζῆλος, ἀλλὰ ἡ ἀναίρεσις ὅλων τῶν παθῶν μας:«᾿Αγώνισαι ἀγαπῆσαι πάντα ἄνθρωπον ἐξ ἴσου, καὶ ἀπελαύνεις συλλήβδην πάντα τὰ πάθη σου».(῾Οσίου Θαλασσίου) ῾Ο ζῆλος μας γιὰ τὴν εὐσέβεια, ὅπως καὶ κάθε ἄλλη ἄσκησις, εἶναι ἀμφιβόλου καθαρότητος καὶ γνησιότητος ἂν δὲν προκαλῆ στὴν καρδιὰ ἀγάπη καὶ ταπείνωσι:«Πᾶσα γὰρ σπουδὴ καὶ πᾶσα ἄσκησις μετὰ καμάτων πολλῶν ἡ μὴ καταντῶσα εἰς τὴν ἀγάπην ἐν συνετριμ- μένῳ τῷ πνεύματι, ματαία ἐστὶ καὶ εἰς οὐδὲν κατα- λήγουσα χρήσιμον».
Ας προσευχώμεθα στὸν Πανάγιο Πνεῦμα, νὰ μᾶς ἀξιώση τοῦ εὐλογημένου καὶ ἁγίου κατ᾿ ἐπίγνωσιν ζήλου, γιὰ νὰ εἴμεθα ἀληθεῖς οἰκοδόμοι τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ· τότε θὰ ἀγωνι- ζώμεθα καὶ θὰ προσευχώμεθα ὄχι νὰ ριφθῆ πῦρ ἐξ οὐρανοῦ γιὰ νὰ κατακαύση ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν δέχονται τὶς ἀρχὲς καὶ πεποιθήσεις μας, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἔλθη ὁ Θεῖος Παράκλητος καὶ νὰ μᾶς ἑνώση ὅλους ἐν τῇ Αγάπῃ᾿ Του καὶ ἐν τῇ Αληθείᾳ᾿ Του.Λοιπόν· Καλὸν ὁ ζῆλος τῆς εὐσεβείας, ἀλλ᾿ ἀγάπῃ συγκεκραμένος!
† Βʹ Κυριακὴ τοῦ Ματθαίου, ῾Αγιορειτῶν Πατέρων, 20.6/3.7.2005
Μακαριστού Μητροπολίτη Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανού Α'
Η ΘΕΟΣΚΕΠΑΣΤΗ
Ο λογοτέχνης Ηλίας Βενέζης γεννήθηκε στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας στις 4 Μαρτίου 1904,
σύμφωνα με αυτοβιογραφικό του σημείωμα,
σύμφωνα όμως με άλλες πληροφορίες από επίσημα έγγραφα πρέπει να είχε γεννηθεί το 1898.
Ο πατέρας του, Μιχαήλ Μέλλος,
καταγόταν από την Κεφαλλονιά και η μητέρα του από τη Λέσβο.
Βενέζης λεγόταν ο παππούς του Δημήτριος από την πλευρά του πατέρα του.
Τα πρώτα χρόνια της ζωής του τα έζησε στο Αϊβαλί, μέχρι τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο,
το 1914,
όταν και εγκαταστάθηκε με τη μητέρα και τα αδέρφια του στη Μυτιλήνη μέχρι το 1919.
Το 1922 η οικογένειά του εγκατέλειψε οριστικά πλέον τη Μικρά Ασία,
ο ίδιος όμως δεν πρόλαβε να επιβιβαστεί στο πλοίο:
αιχμαλωτίστηκε και εστάλη στα εργατικά τάγματα για 14 μήνες.
Οι εμπειρίες του από τα εργατικά τάγματα περιέχονται στο πρώτο μυθιστόρημά του,
Το νούμερο 3Ι328.
Ἄξαφνα ψίθυρος σιγονότατος, ψαλμωδία κατανυκτική, φωνὴ ἱκέτις, μπερδεύοντας μὲ τὴ φωνὴ τῆς ἐρημίας καὶ τῆς θαλάσσης, ἔφτασε στ᾿ αὐτιά μας. Χείλη γυναικεία ἔψελναν ὕμνους χριστιανικούς. Κάτω ἀπ᾿ τὰ ἐρείπια τοῦ κάστρου τῶν Φράγκων, ἡ ταπεινὴ μελωδία τῆς Ὀρθοδοξίας, βεβαίωση τῆς συνέχειας, τί συγκίνηση ποὺ ἦταν!Σὰν νὰ μᾶς ἔσεισε ἀγέρας βίαιος. Κάμαμε ἀκόμα λίγα βήματα. Καὶ τότε πρόβαλε μπρὸς στὰ μάτια μας, ὅραμα θαμπωτικό, ἀλησμόνητο γιὰ πάντα, ἄσπρο, πάλλευκο: ἡ «Θεοσκέπαστη». Πάνω ἀπ᾿ τὰ κρεμαστὰ νερά, στὸν ἄγριο βράχο, πάνω ἀπ᾿ τὸ ἡφαίστειο.Οἱ ὕμνοι τώρα ἔρχονται πιὸ καθαροί. Προχωρήσαμε, μπήκαμε στὴ Θεοσκέπαστη. Κατακάθαρο, γυμνό, κατάγυμνο ἦταν τὸ ξωκκλήσι, καθὼς ὅλα τὰ ξωκκλήσια τῶν Ἑλλήνων. Μονάχα ἕνα ξυλόγλυπτο, παλιό, παμπάλαιο τέμπλο. Καὶ μπρὸς στὸ Ἱερό, κάτω ἀπ᾿ τὸ φαγωμένο τέμπλο, γονατισμένες πάνω στὶς πλάκες, μὲ σκυφτὸ κεφάλι, ἀποτραβηγμένες στὴ δέησή τους, μονάχες μὲ τὸν ἑαυτό τους καὶ μὲ τὸ Θεό, ξιπόλυτες, οἱ μαυροφορεμένες γυναῖκες, ποὺ εἴχαμε δεῖ ἀπὸ μακριά, ἔψελναν. Ἡ μιὰ διάβαζε τὰ τροπάρια ἀπ᾿ τὴ Σύνοψη, οἱ ἄλλες, οἱ ἀγράμματες, μουρμούριζαν μαζί της. Εἶχαν ἀνάψει τὰ καντήλια, ἔξω ἦταν τὸ πέλαγο, τὰ «συστήματα τῶν ὑδάτων» ὅλα ἦταν κατάνυξη κ᾿ ἐρημιά. Οἱ γυναῖκες λέγαν τὴν Ἀκολουθία τοῦ Μικροῦ Παρακλητικοῦ Κανόνος:«Προστασίαν καὶ σκέπην ζωῆς ἐμῆς τίθημί σε, Θεογεννῆτορ Πάρθενε, σὺ μὲ κυβέρνησον πρὸς τὸν λιμένα σου». «Διάσωσον ἀπὸ κινδύνων τοὺς δούλους σου, Θεοτόκε, ὅτι πάντες μετὰ Θεὸν εἰς σὲ καταφεύγομεν».Ἄκουσαν τὰ βήματά μας, μὰ ἦταν σὰ νὰ μὴν εἴμαστε, μήτε κἂν γύρισαν πρὸς τὰ ἐμᾶς. Ἔτσι πάντα: σκυφτές, γονατισμένες, πνιγμένες στὰ μαῦρα, ἱκέτιδες.Μᾶς συνεπῆρε κ᾿ ἐμᾶς τὸ μυστήριο, ἡ κατάνυξη, γινήκαμε σὲ λίγο μαζί τους ἕνα, προσευχηθήκαμε κ᾿ ἐμεῖς γιὰ ὅ,τι ἀγαποῦμε καὶ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους.Σὰν τέλειωσε ἡ παράκληση κ᾿ οἱ γυναῖκες σηκωθῆκαν ἀπ᾿ τὶς πλάκες, ὠχρές, γαλήνη ἦταν στὸ πρόσωπό τους πολλή. Μᾶς τριγυρίσανε, εἶπαν τὰ δικά τους, εἴπαμε τὰ δικά μας. Ἡ μιὰ εἶχε παιδὶ σκοτωμένο στὸν πόλεμο, ἡ ἄλλη ἔχει γιὸ στὸ στρατό, ἡ ἄλλη ἔχει γιὸ ποὺ ταξιδεύει στὴ θάλασσα. Κάθε χρονιὰ ἔχουνε τάμα νὰ πάρουν βόλτα ὅλο τὸ νησί, μὲ τὰ πόδια, ν᾿ ἀνάψουν τὰ καντήλια στὰ ξωκκλήσια. Ἔτσι ξεκινήσανε καὶ φέτος. Μὲ τὰ χαράματα πέσαν στὸ δρόμο ἀπ᾿ τὸν Πύργο, ξιπόλυτες, κ᾿ ἡ σκόνη σκέπαζε τὰ σκληρά, τυραγνισμένα πόδια τους. Τώρα, ὕστερα ἀπ᾿ τὴ χάρη της, μετὰ τὴ Θεοσκέπαστη, θ᾿ ἀνηφορίζαν γιὰ τ᾿ ἄλλα τὰ ξωκκλήσια, κατὰ τὰ δυτικά.Βγάλανε ἀπ᾿ τὸ μπογαλάκι τους τὸ γιόμα τους, ψωμὶ σταρένιο, τὶς μικροσκοπικὲς ντομάτες τῆς Σαντορίνης, ψαράκια τῆς τράτας τηγανητά. «Ἤντλησαν» νερὸ ἀπ᾿ τὴ μικρὴ στέρνα, νερὸ βρόχινο, μᾶς φιλέψαν νερὸ καὶ ψωμί. Δὲ θέλαμε νὰ τοὺς τὸ στερήσουμε ποὺ τὸ εἶχαν λιγοστὸ - τὸ ψωμὶ καὶ τὸ νερό. Μὰ ἐπιμένανε νὰ τὸ πάρουμε κοιτάζοντάς μας παρακαλεστικὰ μὲς στὰ μάτια, σὰν νὰ τὸ γυρεῦαν γιὰ χάρη.«Τώρα μᾶς ἕνωσε ἡ Θεοσκέπαστη», εἶπαν.
Στη Μυτιλήνη εργαζόταν στην Τράπεζα της Ελλάδος και το 1932 πήρε μετάθεση και εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα.
Διώχθηκε για τις πολιτικές του ιδέες από τον νόμο του "Ιδιωνύμου",
από τη δικτατορία του Μεταξά και κατά τη διάρκεια της Κατοχής
συνελήφθη με την κατηγορία ότι σε συγκέντρωση του προσωπικού της Τράπεζας είχε μιλήσει για ελευθερία.
Φυλακίστηκε στο "Μπλοκ C" των φυλακών Αβέρωφ
και η εκτέλεσή του απετράπη έπειτα από αντιδράσεις του πνευματικού κόσμου.
Μετά τον πόλεμο διαδραμάτισε ενεργό ρόλο στην πνευματική ζωή της χώρας με επίσημες θέσεις
όπως του Διευθύνοντος συμβούλου του Εθνικού Θεάτρου,
Αντιπροέδρου του διοικητικού συμβουλίου της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.
Το 1957 εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
Παράλληλα το έργο του γνώριζε πολύ μεγάλη επιτυχία στην Ελλάδα με συνεχείς επανεκδόσεις και στο εξωτερικό με πολλές μεταφράσεις.
Τα τρία τελευταία χρόνια της ζωής του (1971-1973) υπέφερε από σοβαρό πρόβλημα υγείας.
Πέθανε στις 3 Αυγούστου 1973 στην Αθήνα, από καρκίνο του λάρυγγα.
Κηδεύτηκε και τάφηκε στη Μήθυμνα (Μόλυβο) της Λέσβου.
Ηλίας Βενέζης
Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2014
ΠΑΙΔΙ ΜΟΥ ΑΝΟΙΞΕ ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΣΟΥ ΤΟ ΑΓΙΟ ΚΑΙ ΓΡΑΨΕ
Ο γέροντας τον πήρε στο κελλί του, τον νουθέτησε και του είπε:
- Πρόσεχε να μην κάνεις τίποτε χωρίς το θέλημά μου.
Αυτό είναι το θεμέλιο της μοναχικής πολιτείας,
να κόψεις το θέλημά σου και να προσφέρεις τις προσευχές και τα δάκρυα στο Θεό.
Αυτό είναι η καθαρή θυσία.
Αυτό, λοιπόν, ας είναι η πρώτη σου εργασία στα σωματικά,
δηλαδή το ψυχοσωτήριο πένθος.
Ως προς τη ψυχή, πρόσεχε να μην αφήσεις το νου σου να σκέφτεται ανωφελή πράγματα και κοσμικά.
Να μη υπερηφανεύεσαι για τη σοφία σου,
γιατί δε σε ωφελεί καθόλου, αν δεν αποκτήσεις ταπείνωση.
Ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, αφού ελευθέρωσε τους δούλους του, μοίρασε τα πλούτη του στους φτωχούς και στην εκκλησία και πήγε στη Μονή του αγίου Σάββα. Εκεί έγινε μοναχός και έμεινε σ' όλη του τη ζωή. Παρακάλεσε τον ηγούμενο, λέγοντας με πολλή ταπείνωση:- Εγώ, Δέσποτα είμαι το χαμένο πρόβατο και έρχομαι στο Χριστό από την ερημιά του κόσμου. Να δεχθείς, λοιπόν εμένα, τον ανάξιο, και να με πάρεις στα πρόβατα της ποίμνης σου. Ο Ηγούμενος χάρηκε και αφού φώναξε κάποιον επίσημο γέροντα του έδωσε υποτακτικό τον Άγιο, για να τον διδάσκει και να τον καθοδηγεί στη μοναχική πολιτεία.
Ο γέροντας τον πήρε στο κελλί του, τον νουθέτησε και του είπε:- Πρόσεχε να μην κάνεις τίποτε χωρίς το θέλημά μου. Αυτό είναι το θεμέλιο της μοναχικής πολιτείας, να κόψεις το θέλημά σου και να προσφέρεις τις προσευχές και τα δάκρυα στο Θεό. Αυτό είναι η καθαρή θυσία. Αυτό, λοιπόν, ας είναι η πρώτη σου εργασία στα σωματικά, δηλαδή το ψυχοσωτήριο πένθος. Ως προς τη ψυχή, πρόσεχε να μην αφήσεις το νου σου να σκέφτεται ανωφελή πράγματα και κοσμικά. Να μη υπερηφανεύεσαι για τη σοφία σου, γιατί δε σε ωφελεί καθόλου, αν δεν αποκτήσεις ταπείνωση.
Τέτοια κι άλλα πολλά του είπε ο γέροντας και μεταξύ άλλων τον διέταξε να μη στείλει επιστολή σε κανένα, ούτε να ψάλλει τροπάριο, ούτε να πει λόγους φιλοσοφίας. Να σιωπά και να μιλά, όταν είναι ανάγκη. Όπως ορίζουν οι νόμοι της μοναχική ζωής. Ο Άγιος δέχτηκε τις συμβουλές και αγόγγυστα υποτασσόταν στις προσταγές του γέροντα, χωρίς ν' αμφιβάλλει ή να κατακρίνει τα προστάγματα του. Μετά από καιρό θέλοντας ο γέροντας να δοκιμάσει τον Ιωάννη, αν είχε υποταγή και ταπείνωση, έκανε το εξής. Του έδωσε ζεμπίλια πλεγμένα με φοινικόφυλλα και του είπε:- Πάρε αυτά τα εργόχειρα και πήγαινε στη Δαμασκό. Εκεί να τα πουλήσεις. Του όρισε και μια τιμή διπλάσια από την αξία τους. Του είπε να μην τα δώσει λιγότερο, γιατί το μοναστήρι είχε ανάγκη από χρήματα.
Ο υπάκουος Ιωάννης δεν εναντιώθηκε καθόλου στο γέροντά του, αλλά πήρε στον ώμο το φορτίο και πήγε στη Δαμασκό. Εκεί στην αγορά ρακένδυτος και άλουστος ο πρώην ευγενής πουλούσε τα ζεμπίλια. Οι αγοραστές μόλις άκουγαν τιμή διπλάσια θύμωναν, έβριζαν τον Άγιο και έφευγαν. Πέρασε απ' εκεί ένας από τους δούλους του και τον γνώρισε. Λυπήθηκε τον κύριο του και αφού προσποιήθηκε ότι δεν τον γνώριζε αγόρασε όλα τα ζεμπίλια. Ο Άγιος πήρε τα χρήματα και γύρισε χαρούμενος στο μοναστήρι, γιατί νίκησε την υπερηφάνεια. Μετά από καιρό πέθανε κάποιος γείτονας του Ιωάννη. Ο αδελφός το νεκρού παρακάλεσε τον Άγιο να συνθέσει κανένα τροπάριο για να τον παρηγορεί στη λύπη του. Ο Άγιος όμως δεν θέλησε να παραβεί την εντολή του γέροντα του.
Τελικά, επειδή πιέστηκε, σύνθεσε ένα ωραιότατο τροπάριο που ψάλλεται και σήμερα το «Πάντα ματαιότης τα ανθρώπινα». Μια μέρα ήταν μόνος του ο Ιωάννης στο κελλί του κι έψαλλε το τροπάριο. Έτυχε τότε να περάσει ο γέροντας του, που όταν άκουσε την ψαλμωδία, θύμωσε και του είπε: - Αντί να κλαις, γελάς και χαίρεσαι; Ο Άγιος του εξήγησε, αλλά ο γέροντας τον έδιωξε σαν ανυπάκουο. Ο Ιωάννης θυμήθηκε την παράβαση των πρωτοπλάστων και έκλαψε πικρά. Έβαλε μεσίτες όλους τους γέροντες και τον Ηγούμενο να παρακαλέσουν το γέροντα του να του δώσει συγχώρηση. Εκείνος όμως ήταν αυστηρός και δεν άλλαξε.
Τότε οι γέροντες τον παρακαλούσαν να του δώσει άλλον κανόνα και να μην τον διώξει τελείως. Είπε λοιπόν, εκείνος:- Αν δεχθεί να καθαρίσει τις ακαθαρσίες της Λαύρας με τα χέρια του, θα τον συγχωρήσω, διαφορετικά δεν τον δέχομαι. Μόλις το άκουσε ο Άγιος χάρηκε και είπε:- Αυτό είναι εύκολο να το κάμω. Ευλογείτε, άγιοι πατέρες. Πήρε αμέσως τα εργαλεία και άρχισε με τα χέρια να καθαρίζει την κόπρο. Μόλις τον είδε ο γέροντας του κατάλαβε το μέγεθος της ταπείνωσης του και της υπακοής. Έτρεξε, τον αγκάλιασε και του είπε.- Είμαι καλότυχος, γιατί αξιώθηκα να έχω τέτοιο μαθητή.
Ο Άγιος όταν άκουσε τους επαίνους, έκλαιγε ταπεινώνοντας, τον εαυτό του. Ο γέροντας του, του έδωσε συγχώρεση και το συμβούλευσε να διατηρεί τη ψυχοσωτήρια σιωπή. Μετά από λίγες μέρες είδε στον ύπνο του ο γέροντας την Παναγία που του είπε:- "Γιατί έφραξες τέτοια θαυμάσια βρύση; Άφησε την πηγή να ποτίσει όλη την οικουμένη, να σκεπάσει τις θάλασσες των αιρέσεων. Αυτός θα ξεπεράσει τον Δαβίδ. Θα μελωδήσει την ουράνια μελουργία. Θα στηλιτεύσει τις αιρέσεις και θα ορθοτομήσει τα δόγματα της πίστεως. Το πρωί μόλις ξύπνησε ο γέροντας, πήγε στον Άγιο και του είπε:- Παιδί της υπακοής του Χριστού, άνοιξε το στόμα σου και πες τους λόγους, που το άγιο Πνεύμα έγραψε στην καρδιά σου. Ανέβα στο όρος της Εκκλησιάς και δίδαξε τον κόσμο. Συγχώρεσε και μένα για ότι έφταιξα, διότι σε εμπόδισα από άγνοια.
Μετά από λίγες μέρες είδε στον ύπνο του ο γέροντας την Παναγία που του είπε:
- "Γιατί έφραξες τέτοια θαυμάσια βρύση;
Άφησε την πηγή να ποτίσει όλη την οικουμένη, να σκεπάσει τις θάλασσες των αιρέσεων.
Αυτός θα ξεπεράσει τον Δαβίδ.
Θα μελωδήσει την ουράνια μελουργία.
Θα στηλιτεύσει τις αιρέσεις και θα ορθοτομήσει τα δόγματα της πίστεως.
Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός
Ο ΔΑΙΜΟΝΑΣ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΓΓΕΛΟΣ
Κάποιος άγιος γέροντας, μεγάλος διορατικός,
έχοντας νικήσει και ξεπεράσει όλους τους πειρασμούς των δαιμόνων,
είχε λάβει το χάρισμα να βλέπη οφθαλμοφανώς το πώς επιδρούν στην ζωή των ανθρώπων
οι άγγελοι και οι δαίμονες·
πώς δηλ. ο καθένας από την πλευρά του αγωνίζονται για την ψυχές των ανθρώπων.
Ήταν δε τόσο μεγάλος και υψηλός στην αρετή,
που τα ακάθαρτα πνεύματα τον υπολόγιζαν πολύ και συστέλλονταν μπροστά του.
Πολλές φορές τα κορόιδευε και τα ύβριζε θυμίζοντας τους την πτώσι τους από τους ουρανούς
και την αιώνια κόλασι του πυρός που τα περιμένει.
Οι δαίμονες λοιπόν μιλούσαν με θαυμασμό για τον μεγάλο γέροντα
κι έλεγαν ότι κανένας να μη τολμήση στο εξής να παλέψη μαζί του
ή έστω και να τον πλησίαση,
μη τυχόν και πληγωθή από τον γέροντα,
διότι έχει ανέλθει σε μεγάλο πλούτο απάθειας
και έχει τύχει της θεώσεως με την χάρι του Παναγίου Πνεύματος.
Ενώ λοιπόν έτσι είχαν τα πράγματα, κάποιος δαίμονας ρωτά έναν σύντροφο του:–Αδελφέ Ζερέφερ (διότι αυτό ήταν το όνομα εκείνου του δαίμονος), αν κάποιος από εμάς μεταμεληθή, τον δέχεται ο Θεός σε μετάνοια; Ναι ή όχι; Και ποιος άραγε να το γνωρίζη αυτό;Και αποκρίθηκε ο Ζερέφερ:Θέλεις να πάω στον μεγάλο γέροντα που δεν μας φοβάται, να τον ρωτήσω τάχα σχετικά μ’ αυτό και να τον δοκιμάσω;Πήγαινε, αλλά πρόσεχε πολύ, γιατί ο γέροντας είναι διορατικός και θα καταλάβη ότι πηγαίνεις με δόλο και δεν θα πεισθή να ρωτήση τον Θεό. Αλλά πήγαινε και ή τα καταφέρνεις ή απλώς δοκιμάζεις και φεύγεις.Πήγε λοιπόν τότε ο Ζερέφερ σ’ εκείνον τον μεγάλο γέροντα και αφού πήρε σχήμα ανθρώπου, θρηνούσε και οδυρόταν μπροστά στον γέροντα. Ο Θεός δε θέλοντας να δείξη ότι δεν αποστρέφεται κανέναν που να έχη μετανοήσει, αλλά δέχεται όλους όσους προστρέχουν σ’ Αυτόν, δεν αποκάλυψε στον γέροντα τα σχετικά με τον δόλιο δράκοντα. Έτσι εκείνος τον έβλεπε σαν άνθρωπο και τίποτε περισσότερο. Γι’ αυτό και τον ρώτησε:Για ποιο λόγο κλαις, άνθρωπε, και θρηνείς από τα κατάβαθα της καρδιάς σου, ραγίζοντας έτσι με τα δάκρυα σου και την καρδιά μου;Εγώ, πάτερ άγιε, δεν είμαι άνθρωπος, αλλά, όπως μου φαίνεται, διάβολος πονηρός, λόγω του πλήθους των εγκλημάτων μου.–Και τι θέλεις να κάνω για σένα, αδελφέ; (Διότι νόμιζε ότι από μεγάλη ταπείνωσι αυτοαπεκαλείτο δαίμων ο άνθρωπος, αφού ο Θεός δεν του είχε φανερώσει ακόμη τι συνέβαινε στην πραγματικότητα).Τίποτε περισσότερο δεν σου ζητώ, άνθρωπε του Θεού, παρά να παρακάλεσης πολύ τον Κύριο και Θεό σου να σου φανέρωση αν δέχεται τον διάβολο σε μετάνοια. Διότι αν δέχεται εκείνον, τότε θα δεχθή κι εμένα που δεν υστερώ σε τίποτε από λόγου του.Να κάνω όπως θέλεις. Για την ώρα όμως πήγαινε σήμερα σπίτι σου κι έλα αύριο εδώ να σου πω το θέλημα του Θεού.Και σαν έγινε αυτό, άπλωσε τα χέρια ο γέροντας εκείνο το βράδυ και παρακάλεσε τον φιλάνθρωπο Θεό να του φανέρωση αν δέχεται τον διάβολο σε μετάνοια. Κι αμέσως του παρουσιάστηκε άγγελος Κυρίου, φωτεινός σαν αστραπή, και του λέει:Τάδε λέγει Κύριος ο Θεός σου: «Γιατί με παρακαλείς για χάρι του δαίμονα; Και γιατί ήρθε αυτός δολίως να σε πειράξη;»Και πώς ο Κύριος δεν μου αποκάλυψε την περίπτωσι, αποκρίθηκε ο γέροντας, αλλά μου την απέκρυψε, ώστε να μη την αντιληφθώ;Μη λυπηθής γι’ αυτό το πράγμα. Διότι πρόκειται για κάποια θαυμαστή οικονομία του Θεού προς ωφέλειαν των αμαρτωλών, ώστε να μην απελπίζωνται. Διότι κανέναν από εκείνους που προσέρχονται σ’ Αυτόν δεν τον αποστρέφεται ο υπεράγαθος Θεός, ακόμη κι αν αυτός είναι ο ίδιος ο Σατανάς και διάβολος. Επίσης γίνεται αυτό για να φανή η σκληρότης και απόγνωσις των δαιμόνων. Όταν λοιπόν έλθη, μη τον σκανδαλίσης απ’ την αρχή, αλλά πες του τα εξής: «Για να καταλάβης ότι ο Θεός είναι φιλάνθρωπος και κανένα από όσους προστρέχουν σ’ Αυτόν δεν τον αποστρέφεται, ακόμη κι αν αυτός είναι δαίμων και διάβολος, υποσχέθηκε και σένα να σε δεχθή, εάν βέβαια φύλαξης αυτά που σε προστάζει». Και τότε θα σου πη: «Ποια είναι αυτά;» Κι εσύ να του πης: «Ο Κύριος και Θεός γνωρίζει πολύ καλά ποιος είσαι και από πού ήρθες, για να Τον δοκιμάσης. Διότι εσύ είσαι το αρχαίο κακό, που από την υπερηφάνεια σου δεν έχεις μάθει να γίνεσαι καινούργιο καλό. Πώς λοιπόν θα μπόρεσης να ταπεινωθής και να βρης έλεος με την μετάνοια; Για να μην έχης όμως πρόφασι απολογίας ενώπιον Του κατά τη ημέρα της κρίσεως ότι δήθεν ήθελες να μετανοήσης κι ο Θεός δεν σε δέχθηκε, πρόσεχε στα λόγια μου, πώς πρέπει ν’ αρχίσης τη σωτηρία σου. Ο Κύριος είπε να καθήσης επί τρία χρόνια σε ένα τόπο ακίνητος και στραμμένος μέρα-νύχτα προς ανατολάς και να φωνάζης εκατό φορές με δυνατή φωνή: Ο Θεός, ελέησόν με το αρχαίον κακόν και πάλι άλλες εκατό φορές με δυνατή φωνή: Ο Θεός, ελέησόν με το βδελύγμα της ερημώσεως και πάλι άλλες τόσες Ο Θεός, ελέησόν με την εσκοτισμένην απάτην. Αυτά να τα φωνάζης αδιάκοπα, γιατί δεν έχεις σώμα για να κουρασθής και να λιποψυχήσης. Όταν δε τα κάνης αυτά με ταπείνωσι, τότε θα επανέλθης στην αρχαία τάξι και θα συγκαταριθμηθής με τους αγγέλους του Θεού». Αν λοιπόν συμφωνήση μαζί σου να τα κάνη αυτά, δέξου τον σε μετάνοια. Αλλά γνωρίζω καλά ότι το αρχαίο κακό δεν γίνεται καινούργιο καλό. Γράψε όμως αυτά που θα συμβούν, για να σώζωνται μέχρι των εσχάτων ημερών, ώστε να μη απελπίζωνται όσοι θέλουν να μετανοήσουν. Διότι αυτή η διήγησις θα συντέλεση πάρα πολύ στο να πληροφορηθούν οι άνθρωποι ότι είναι εύκολο να μην απελπίζωνται για την σωτηρία τους.Αυτά είπε ο Άγγελος και ανέβηκε στους ουρανούς. Την άλλη μέρα πρωί-πρωί ήρθε ο δαίμων και άρχισε από μακριά να θρηνή υποκριτικά και να χαιρετά τον γέροντα. Ο γέροντας από την αρχή δεν ξεσκέπασε την μηχανορραφία του, μόνο έλεγε από μέσα του: «Κακώς ήρθες κλέφτη, διάβολε σκορπιέ, αρχαίο κακό, το ιοβόλο φίδι το παμπόνηρο». Έπειτα του λέει:–Γνώριζε ότι παρεκάλεσα τον Κύριο καθώς σου υποσχέθηκα και ότι σε δέχεται σε μετάνοια, εάν βέβαια εκτέλεσης αυτά που σε διατάζει δι’ εμού ο κραταιός και πανίσχυρος Θεός.Και ποια είναι αυτά που ώρισε ο Θεός να κάνω;Ο Θεός προστάζει να σταθής σ’ ένα τόπο για τρία χρόνια στραμμένος προς ανατολάς και να φωνάζης νύχτα-μέρα επί τρία έτη εκατό φορές: Ο Θεός, ελέησόν με, το βδέλυγμα της ερημώσεως, άλλες τόσες φορές: Ο Θεός, ελέησόν με, την εσκοτισμένην απάτην κι άλλες τόσες Ο Θεός, ελέησόν με, το αρχαίον κακόν, και όταν τα κάνης αυτά, θα σε συναριθμήση με τους αγγέλους του.Τότε ο Ζερέφερ, ο υποκριτής της μετανοίας, ακούγοντας τα αυτά, γέλασε αμέσως δυνατά και λέει:–Βρε σαπρόγερε, αν ήταν να αποκαλέσω τον εαυτό μου βδέλυγμα της ερημώσεως και αρχαίο κακό και εσκοτισμένη απάτη, θα το έκανα μια και καλή από την αρχή και θα σωζόμουνα. Τώρα εγώ αρχαίο κακό; Μη γένοιτο! Και ποιος το λέει αυτό; Εγώ είμαι αρχαίο καλό και πολύ καλό μάλιστα. Και δηλαδή τώρα, όσο είμαι ακόμα θαυματουργός και όλοι με φοβούνται και υποτάσσονται σε μένα, να αποκαλέσω εγώ ο ίδιος τον εαυτό μου βδελύγμα της ερημώσεως και εσκοτισμένη απάτη και αρχαίο κακό;
Όχι, γέροντα!
Όχι, όσο εξουσιάζω τους αμαρτωλούς, να γίνω εγώ δούλος αχρείος, ταπεινός και ευτελής με την μετάνοια!
Όχι, γέροντα! Όχι, γέροντα!
Όχι, μη γένοιτο να καταντήσω εγώ σε τέτοια ατιμία!
Αυτά είπε το ακάθαρτο πνεύμα και εξαφανίστηκε αλαλάζοντας.
Ο γέροντας τότε σηκώθηκε να προσευχηθή ευχαριστώντας τον Θεό και λέγοντας:
–Αλήθεια είπες, Κύριε, ότι αρχαίο κακό καινούργιο καλό δεν γίνεται.
Αυτά, αγαπητοί μου, δεν τα διηγήθηκα έτσι απλώς και τυχαία, αλλά για να πληροφορηθήτε το μέγεθος της αγαθότητος του Δεσπότου Χριστού·
ότι δηλ. εάν και τον διάβολο δέχεται σε μετάνοια, πόσο μάλλον τους ανθρώπους,
που για χάρι τους έχυσε το ίδιο Του το αίμα.
Πηγή: Χριστιανική Φοιτητική Δράση
Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2014
ΘΡΗΝΩ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΗΣ ΟΡΓΗΣ
Εκείνη η εκκλησιά σφηνωμένη στον άνεμο,
ξαπλωμένη γαλήνια στο χέρι του Κτίστη της,
μνήμη ζωής στο δισάκι οδοιπόρου, που χάσκει στον θάνατο,
μοναστική θυσία στην ερημιά του χρόνου,
κυοφόρησε εντελώς αθόρυβα,
το κρυμένο όνειρο ενός εύπλαστου,χοικού ανθρώπου.
Δεν ξέχασα ποτέ, εκείνο το ξυλίκι στις λασπερές αλάνες, ούτε το στάκαμαν που παίζαμε στα πράσινα χορτάρια. Ακόμη θυμάμαι το μονότερμα, που κλωτσάγαμε μ' εκείνο το πλαστικό μπουκάλι, τα χαρτάκια που ρολλάραμε έξω απ' τις σιδερένιες πόρτες. Καλοκαίρια ξέγνοιαστα, που θύμιζαν φωτογραφία απ' το αναγνωστικό της Πρώτης, τα μήλα στη γειτονιά, με την ξεφούσκωτη, την μπάλλα.
Φωνάζαν οι μαννάδες βράδυαζε, φτου ξελεφτερία μού' λεγες και χτυπούσες την ξύλινη κολώνα, τρέχαμε να οχυρωθούμε σ' ένα ατέλειωτο κρυφτό θριάμβου. Σαν αγαλματάκια ακούνητα με σταματημένη ανάσα,ψόφιοι γυρίζαμε στο σπίτι και ξαπλώναμε πάνω στο Ντομινό της μάννας!
Η φτώχεια είναι όμορφη, όταν έχει πλούσιους ανθρώπους, μεγαλόψυχους να την διακονούν. Κάποτε η μεγαλοσύνη του γείτονα στεγαζόταν σε μικρές αυλές με χρυσάνθεμα, φούλια και γαζίες, την συντρόφευαν ξύλινα κλουβιά με κίτρινα καναρίνια, πήλινες γλάστρες με βασιλικά που φυτεύαν του Σταυρού. Ένα πιάτο φακές πηγαινοερχόταν στις μικρές ξύλινες πόρτες με το μάνταλο από μέσα, αρρώσταινε ο γείτονας, όρθια στο πόδι όλη η γειτονιά, να πάνε μπλε οινόπνευμα, αλγκόν και ασπιρίνες.
Τις Κυριακές θυμάμαι ένα μπαούλο ραδιόφωνο να τραγουδάει το ''Σταυροδρόμι'' του μακαρίτη Γαβαλά, ο παππούλης άγιαζε τα σπίτια και μετά καθόταν να πιει μια κούπα κόκκινο κρασί, εκείνο το περσυνό, που είχαν φτιάξει με τα μαυροστάφυλλα της κρεβατίνας που αγκάλιαζε πλούσιες καρδιές σε φτωχές, ασπροβαμμένες καμαρούλες.
Κάποτε, ο άντρας κι η γυναίκα είχαν την εγγενή ταυτοτητά τους, το επιτραπέζιο φαγητό ήταν οικογενειακή ιεροτελεστία, τις νύχτες ακούγαμε απ' το ραδιόφωνο το θέατρο της Τετάρτης. Έβηχε ο νοικάρης κι ανησυχούσε ο νοικοκύρης, οι επισκέψεις στα συγγενικά σπίτια δεν ήταν καθ' υποχρέωσιν και καθωσπρεπικές συνάξεις, τις Κυριακές έτρωγαν όλοι μαζί, με ότι πιο απλό υπήρχε.
Την Άνοιξη ξεχύνονταν στην αναπλασμένη από το πράσινο και λαμπριάτικη από το Πάσχα, εξοχή, κάτω από μια σκιώδη ελιά διασκέδαζαν την βασιλική τους φτώχεια και την αυτοκρατορική αγνοτητά τους. Τα παιδιά είχαν αδιαμφισβήτητα, προκαθορισμένο ρόλο και το παιχνίδι της αλάνας. Στις θλίψεις η γειτονιά σύμπασχε ενωμένη, η παραδοχή της φτώχειας δήλωνε μεγαλοψυχία κι η θυμιατίζουσα αγάπη, Καλοσύνη!
Ύστερα πάλι, η απλότητα είναι μεγαλοσύνη κι αρχοντιά, γιατι είναι ταπεινό ένδυμα στην ζωή του χριστιανού, η δηκτικότητα ταιριάζει στους οικτρώς απουσιάζοντες από την κατά Χριστόν ζωή. Πολλοί θωρούν την πτωχεία ως επικατάρατη, κι όμως στην κρίση που βιώνουμε,αυτοί που πάσχουν περισσότερο είναι εκείνοι που έχουν περισσότερα. Ο ενδεής δεν έχει να χάσει τίποτα, όσοι όμως, από χρόνια αποθηκεύουν στην τράπεζα της Πίστης, αυτοί νοούν έτι περισσότερο τους θεοδώρητους τόκους της πνευματικής τους αποταμίευσης.
Όταν, κάποιοι τους λοιδωρούσαν ως φουκαράδες, ανοικούς και απόκοσμους ανθρώπους, εκείνοι έκαναν την ντροπή τους μεγαλόσχημη καλοσύνη στα μάτια του Θεού, όταν άλλοι ανέξοδα, τους δακτυλοδεικτούσαν, ως άχαρους, λιποτάκτες από τις πλουμιστές χαρές της κοσμικής απόλαυσης, εκείνοι συνέχιζαν απτόητοι να σέρνουν τον σταυρό, που πιστώθηκαν τον καιρό της μετανοίας τους.
Τώρα εξοπλισμένοι από τους υπερβατικούς καρπούς της αγιοπνευματικής αλλοίωσής τους, μπορούν κατά παραχώρηση Θεού, να εγκολπωθούν την αγία υπομονή στις επερχόμενες στάχτες και στα σοδομικά αποκαίδια, ο γομορισμός είναι ο ακριβής καθρέφτης της σύγχρονης, ορθολογιστικής κοινωνίας μας. Ενδεχομένως τα σόδομα να υπολοίπονται σε αναγνώριση, από τις σημερινές, δια νόμου πλέον, νομοθετημένες αμαρτίες, καθώς οι άρχοντες του κόσμου επικυρώνουν την αμαρτία με βουλευτικά διατάγματα και κρατικές επιχορηγήσεις.
Αντισταθείτε λοιπόν, στους ανέξοδους πλάνους, τους στρουθοκαμηλίζοντες, υποκριτές ενδυματο-λόγους, σ' αυτούς που γυρεύουν δόξα στα like των ανθρώπων! θρηνώ γι'αυτά που μας κληροδοτήσατε στο μέλλον, άλλο τόσο όμως, πονώ για το παρελθόν που ασελγήσατε επάνω του, για τις μέρες που ματώσατε στο σμιλευμένο κορμό της μαμάς Πατρίδας, για τα χαμένα εκείνα τα χαμόγελα στο στόμα των ανθρώπων, πως φτιάξατε μια ζωή χαμαίτυπη, φιδοφιλούσα, ανυπόστατη.
Εγκλωβισμένες φιγούρες που κυοφορούν ολημερίς τεφτέρια, αριθμούς, κωδικούς και ύβρεις. Τί θα πω στον γυιό μου αύριο, για την γυάλα που μέσα απομονώσατε το όνειρο να σκέφτεται, σταυρώσατε την Πίστη στα βρώμικα ντουβάρια μιας στοάς διαβολανθρώπων, που ρουφούν τον θάνατο στα δημόσια υπουργεία και σε υπαίθρια αποχωρητήρια. Η Ελλάδα ταξιδεύει στο άγνωστο με μια αγκαλιά αγκάθια, χτίζω την δική μου Κιβωτό και θα βάλω μέσα το φωτογραφιστό χαμόγελο της μάννας μου κι ένα μικρό, τόσο δα μικρό, μπουκάλι με άρωμα, μιας προγούμενης Ελλάδας.
Δεν θλίβομαι από τους ανείπωτους εμπτυσμούς στο απύθμενο βλέμμα σας, ούτε για τους ηρωδιακούς μακαρισμούς, στην ξεβαμμένη γκριμάτσα, της απρόσωπης φιγούρας σας, μα να, δικαιούμαι, να μελαγχολώ, στην παροδική ευφροσύνη της γυάλινης ζωής, που μας προικίσατε, στα μετέωρα βήματα, που βουλιάζουν στα ελώδη μονοπάτια της άτακτης φυγής που μας χαράξατε, στα άναρχα ζάρια που κυλλήσατε, στο γκρεμό των αβέβαιων... σωμάτων μας, κι έτσι υπόσχομαι, ν' αλλάξω την ρότα του ανέμου που φυσσάτε στο κεφάλι μου.
Να βάλω φραγή στις υπαίθριες ιαχές από τα μεγάφωνα της πλατείας, που ξεχάσατε να κλείσετε, να γίνω πιο μικρός ακόμη περισσότερο, να δρασκελίσω στις πνευματικές αλάνες, που φιλοτέχνησε ο Χριστός μας, να μουρμουρήσω σαν παιδί στον ευωδιαστό χιτώνα του και να ταπεινώσω εαυτόν, ως εκεί, που δεν δύναμαι ν' αγγίξω την Άκρα Ταπείνωσή Του!
Κι έτσι υπόσχομαι,
ν' αλλάξω την ρότα του ανέμου που φυσσάτε στο κεφάλι μου,
να βάλω φραγή στις στοικές ιαχές από τα μεγάφωνα της πλατείας,
που ξεχάσατε να κλείσετε,
να γίνω πιο μικρός,
να δρασκελίσω στις πνευματικές αλάνες, που φιλοτένησε ο Χριστός μας.
Γιατί μόνο Εκείνος αγαπάει πραγματικά τους δούλους του,
που είναι οι αληθινά Ελεύθεροι.
Ύστερα πάλι,
η απλότητα είναι μεγαλοσύνη κι αρχοντιά,
γιατι είναι ταπεινό ένδυμα στην ζωή του χριστιανού,
η δηκτικότητα ταιριάζει στους οικτρώς απουσιάζοντες από την κατά Χριστόν ζωή.
Πολλοί θωρούν την πτωχεία, ως επικατάρατη,
κι όμως, στην κρίση που βιώνουμε,
αυτοί που πάσχουν περισσότερο, είναι εκείνοι που έχουν περισσότερα!
Ο ενδεής δεν έχει να χάσει τίποτα,
παρά μόνο τις κλεφτές ματιές στο ζεστό ψωμί στο βιοποριστικό του μετερίζι.
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
ΑΥΤΑ ΤΑ ΚΟΥΡΕΛΟΧΑΡΤΑ ΣΤΟΝ ΟΛΕΘΡΟ ΝΑ ΠΑΝΕ
Μια νύχτα,
νομίζοντας πως πλησίαζε να ξημερώσει,
ο γέροντας Σωφρόνιος βγήκε από την πύλη του μοναστηριού και κοίταξε προς την εξωτερική πύλη,
εκεί που σήμερα βρίσκεται το αγίασμα.
Εκεί είδε ένα άνθρωπο που ήταν μαύρος στην όψη και φοβερός στο θέαμα.
Φορούσε στρατιωτικό μανδύα και φώναζε δυνατά, όπως κάνουν οι αξιωματικοί όταν δίνουν διαταγές στους στρατιώτες.
Τα μάτια του ήταν κόκκινα και γυάλιζαν σαν φλόγες.
Το στόμα του ήταν σαν των πιθήκων και τα δόντια του εξείχαν απ` αυτό.
Στη μέση του ήταν περιτυλιγμένο ένα τεράστιο φίδι,
του οποίου το κεφάλι κρεμόταν προς τα κάτω κι από το στόμα του έβγαινε η γλώσσα σαν ξίφος.
Στους ώμους του είχε σιρίτια που είχαν το σχήμα κεφαλών φιδιών
και στο κεφάλι του φορούσε ένα καπέλο
απ` όπου ξεπρόβαλαν φαρμακερά φίδια και τυλίγονταν σαν μαλλιά γύρω απ` το λαιμό του.
Μόλις ο γέροντας αντίκρισε όλα αυτά πέτρωσε από τον φόβο. Μετά από λίγο συνήλθε κάπως και ρώτησε τον άρχοντα αυτό του σκότους τι γύρευε τέτοια ώρα στον περίβολο του μοναστηριού. Είναι δυνατό να μην ξέρεις ότι εγώ δίνω διαταγές εδώ στο μοναστήρι σου; Απάντησε ο μαύρος. Εμείς δεν έχουμε στρατό εδώ κι η πατρίδα μας διανύει περίοδο απόλυτης ειρήνης, είπε ο ηγούμενος. Τότε συνέχισε ο μαύρος δαίμονας, μάθε πως εμένα με έστειλαν οι αόρατοι άρχοντες του σκότους και βρισκόμαστε εδώ για να εγείρουμε πόλεμο εναντίον την μοναχικής τάξης. Όταν κατά την κουρά σου δίνεται τους μοναχικούς σας όρκους, δηλώνεται ότι θα μας πολεμάτε και μας προξενείτε πολλές πληγές με το πνευματικό σας οπλοστάσιο. Πολλές φορές αναγκαζόμαστε να υποχωρούμε με ντροπή, γιατί η φλόγα της προσευχής σας μας καίει. Τώρα όμως δε σας φοβόμαστε, ιδιαίτερα μετά το θάνατο του Παϊσίου, του ηγουμένου σας. Εκείνος μας τρόμαζε και υποφέραμε πολύ στα χέρια του. Από τότε ακόμα που ήρθε εδώ από το Άγιο Όρος μαζί με εξήντα άλλους μοναχούς, εμένα με έστειλαν εδώ με εξήντα χιλιάδες στρατιώτες μας για να τον σταματήσουμε. Όσο καιρό είχε αυτός είχε την ηγουμενία δεν μπορούμε να ησυχάσουμε. Παρ` όλους τους πειρασμούς, τα τεχνάσματα και τις μεθοδείες μας εναντίον εκείνων και των μοναχών του, δεν καταφέρναμε τίποτα. Και ταυτόχρονα δεν μπορεί να διηγηθεί ανθρώπινη γλώσσα τις φοβερές οδύνες, τις ταλαιπωρίες και τις δοκιμασίες που υποστήκαμε κατά την διάρκεια της διαμονής αυτού του ανθρώπου. Εδώ. Ήταν ένας έμπειρος στρατιώτης και η στρατηγική του μας εύρισκε πάντα εκτός θέσης. Μετά τον θάνατο του όμως να πράγματα άλλαξαν κάπως και μπορέσαμε να αποδεσμεύσουμε από αυτό το φρούριο δέκα χιλιάδες δικούς μας. Έτσι μείναμε εδώ πενήντα χιλιάδες.Όταν οι μοναχοί άρχισαν να αμελούν τον κανόνα τους και να ενδιαφέρονται περισσότερο για τους αγρούς, τα κτίρια και τα αμπέλια, απαλλάξαμε άλλους δέκα χιλιάδες από τα καθήκοντα τους εδώ και οι υπόλοιποι σαράντα χιλιάδες μείναμε για να συνεχίσουμε τις προσβολές μας.Λίγα χρόνια αργότερα, μερικοί από τους μονάχους αποφάσισαν να αλλάξουν το τυπικό του Παϊσίου, διαφώνησαν μεταξύ τους και μερικοί έφυγαν.Στο μεταξύ δόθηκε άδεια σε λαϊκούς να νοικιάζουν δωμάτια στο μοναστήρι, κι όταν μάλιστα έφεραν και τις γυναίκες τους μέσα, κάναμε γιορτή για την νίκη μας και μειώσαμε τον στρατό μας κατά δέκα χιλιάδες ακόμα.Αργότερα που άνοιξαν και τα σχολεία για νεαρά αγόρια ο πόλεμος πλησίασε μπρος στο τέλος του πια και μπορούσαμε να μειώσουμε τις δυνάμεις μας κατά δέκα χιλιάδες ακόμη, αφήνοντας εδώ μόνο είκοσι χιλιάδες δικούς μας για να επιβλέπουν τους μοναχούς.Μόλις ο γέροντας Σωφρόνιος άκουσε όλα αυτά αναστέναξε μέσα του και ρώτησε τον μαύρο δαίμονα.Τι ανάγκη έχετε να μένετε ακόμη στο μοναστήρι αφού βλέπετε, όπως και ο ίδιος ομολογείς πως οι μοναχοί έχουν παραιτηθεί από τον πόλεμο;Τι άλλη δουλεία έμεινε ακόμα εδώ για σας;Και εκείνος ο παγκάκιστος, εξαναγκασμένος από την δύναμη του Θεού, αποκάλυψε το μυστικό του.Είναι αλήθεια πως δεν υπάρχει κανένας πια να μας πολεμήσει όπως παλιά, αφού η αγάπη έχει ψυχραθεί και έχετε προσκολληθεί σε επίγειες και κοσμικές υποθέσεις.Υπάρχει όμως και κάτι ακόμα στο μοναστήρι που μας ενοχλεί και μας ανησυχεί.Είναι αυτά τα κουρελόχαρτα τα βιβλία στον όλεθρο να πάνε!!Αυτά που έχετε στην βιβλιοθήκη σας.Ζούμε με τον φόβο και τον τρόμο μήπως κάποιος από τους νεωτέρους μονάχους τα πιάσει στα χέρια κι αρχίζει να τα διαβάζει.Μόλις αρχίσουν να διαβάζουν τα καταραμένα αυτά κουρελόχαρτα, μαθαίνουν την αρχαία ευλάβεια κι εχθρότητα σας εναντίον μας κι οι νεαροί αρχάριοι ξεσηκώνονται.Μαθαίνουν από αυτά πως οι παλιοί χριστιανοί, μοναχοί και λαϊκοί, συνήθιζαν να προσεύχονται αδιάλειπτα, να νηστεύουν, να εξετάζουν και να ξαγορεύονται τους λογισμούς, να αγρυπνούν και να ζουν σαν ξένοι και παρεπίδημοι σ` αυτόν τον κόσμο.Μετά, απλοϊκοί όπως είναι, αρχίζουν να θέτουν τις ανοησίες αυτές σε εφαρμογή.Ακόμη παίρνουν σοβαρά όλη την Άγια Γραφή.Μας βρίζουν και ωρύονται εναντίον μας σαν άγρια θηρία.Αρκεί να σου πω ότι ένας από αυτούς τους ανόητους θερμοκέφαλους είναι αρκετός για να μας διώξει όλους από εδώ.Είναι τόσο ανηλεείς και ασυμβίβαστοι εναντίον μας, όσο και ο θανατωμένος αρχηγός σας (ο Σωτήρας).Επί τέλους, έχουμε τόση ειρήνη και ηρεμία μαζί σας.Αυτά τα αποκαλούμενα πνευματικά βιβλία σας όμως είναι μια διαρκεί πηγή εχθρότητα και ταραχής.Γιατί δεν μπορούμε να έχουμε ειρήνη; Γιατί εσείς δεν διαβάζεται τα βιβλία μου;Δεν είναι και αυτά πνευματικά; Κι εγώ πνεύμα δεν είμαι;Κι εγώ εμπνέω ανθρώπους να γράφουν βιβλία.Δε φτάνει παρά να πέσει ένα απ` αυτά τα παλιόχαρτα, που τα λέτε περγαμηνές, στα χέρια ενός απλού κι ανόητου κι αρχίζει εκ νέου καινούργιος πόλεμος κι αναγκαζόμαστε να φεύγουμε κι να αρπάζουμε πάλι τα όπλα εναντίον σας.Ανήμπορος πια να κρατήσει σιωπή, ο φτωχός ηγούμενος τον ρώτησε.Ποιο είναι το μεγαλύτερο όπλο σας εναντίον των μοναχών στους καιρούς μας;Κι εκείνος απάντησε.Όλο το ενδιαφέρον μας σήμερα στρέφεται στο να κρατήσουμε τους μονάχους και τις μοναχές μακριά από τις πνευματικές ενασχολήσεις, ιδιαίτερα δε από την προσευχή και την μελέτη αυτών των καπνισμένων βιβλίων.Γιατί δε δαπανάτε περισσότερο χρόνο στη φροντίδα των κήπων και των αμπελιών, στο ψάρεμα, στα σχολεία για τους νέους, στη φιλοξενία όλων αυτών των καλών ανθρώπων που έρχονται εδώ το καλοκαίρι για καθαρό αέρα και υγιεινό νερό;Οι μοναστές που ασχολούνται με τέτοια πράγματα πιάνονται στα δίχτυα μας όπως οι μύγες στον ιστό της αράχνης.Ως ότου όλα αυτά τα βιβλία καταστραφούν ή φθαρούν από το χρόνο, δε θα ειρηνέψουμε.Είναι σαν σαΐτες και βέλη για μας...
Δεν είχε καλά καλά τελειώσει τα λόγια αυτά και σήμανε το σήμαντρο για την ακολουθία του όρθρου.
Ο αρχηγός των δαιμόνων εξαφανίστηκε αμέσως σαν καπνός.
Ο γέροντας ξεκίνησε για την εκκλησία με μεγάλο πόνο ψυχής,
εξαιτίας των αποκαλύψεων αυτών και μπήκε στην εκκλησία.
Όταν μαζεύτηκαν οι μοναχοί τους διηγήθηκε
με δάκρυα στα μάτια όλα όσα είδε κι άκουσε
κατ την διάρκεια της φοβερής Αυτής οπτασίας.
Και μετά έδωσε εντολή να καταγραφούν όλα αυτά
για να ωφεληθούν οι επιγενόμενοι.
Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών
ΜΙΚΡΟΙ ΚΙ ΑΣΗΜΑΝΤΟΙ ΧΩΡΙΣ ΙΔΑΝΙΚΑ
Ὁ μεγάλος αὐτὸς ἅγιος καὶ ὁμολογητὴς τῆς ὀρθοδόξου πίστεώς μας,ποῦ γεννήθηκε, σὲ ποιά πόλι;
Ὤ ἡ πόλις ποὺ γεννήθηκε!
Δὲν εἶνε Ἕλλην καὶ δὲν εἶνε ὀρθόδοξος Χριστιανὸς αὐτὸς ποὺ ἀκούει τὸ ὄνομα τῆς πόλεως αὐτῆς καὶ δὲν συγκινεῖται.
Γεννήθηκε στὴν πόλι τῶν ὀνείρων μας, στὴν Κωνσταντινούπολι!
Γεννήθηκε ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ πλουσίους, ποὺ ἤθελαν τὴν πρόοδο τοῦ παιδιοῦ τους.
Εὐφυὴς καὶ φιλομαθὴς ὅπως ἦτο, σπούδασε σὲ σχολὲς καὶ ἄκουσε διδασκάλους. Ἔτσι ἔλαβε σπουδαία μόρφωσι.
Ἤξερε τὸν Ὅμηρο ἀπέξω!
Τώρα, ἂν ρωτήσῃς ἕνα Ἑλληνόπουλο, οὔτε ἕνα στίχο τοῦ Ὁμήρου ξέρει.
Κρίμα στὰ χρήματα ποὺ ξοδεύει τὸ κράτος γιὰ τὰ σχολεῖα.
Ἄγγλοι ξέρουν τὸν Ὅμηρο, Γερμανοὶ ξέρουν τὸν Ὅμηρο· ἐμεῖς; τίποτα.
Ἄ, βρὲ πατρίδα, ποῦ κατήντησες, μὲ πολιτικοὺς ποὺ καυχῶνται,
ὅτι στὴ βουλὴ τῶν Ἑλλήνων «ἔθαψαν», οἱ νεκροθάπται, τὴν ὡραία ἑλληνικὴ γλῶσσα!...
Ὁ Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, λοιπόν, σπούδασε τὰ βιβλία τὰ ἀρχαῖα. Πρὸ παντὸς ὅμως διάβαζε μέρα – νύχτα καὶ εἶχε κάτω ἀπὸ τὸ προσκέφαλό του – ποιό βιβλίο; Τὴν ἁγία Γραφή. Ἔμαθε πολὺ καλὰ τὴ Γραφή, καὶ ἔγινε ἕνας ἀπὸ τοὺς σοφωτέρους διδασκάλους τῆς Κω᾿σταντινουπόλεως. Μὲ τὰ ἐφόδια αὐτὰ κατόπιν ἔγινε μοναχός, διάκονος καὶ πρεσβύτερος τῆς Ἐκκλησίας, τέλος δὲ καὶ μητροπολίτης τῆς ἱστορικῆς πόλεως Ἐφέσου.Ἀλλὰ ἔζησε σὲ μιὰ ἐποχὴ πολὺ δύσκολη. Σὲ ἐποχή, ποὺ τὸ Βυζάντιο ἦταν σὲ παρακμή. Τὸ Βυζάντιο ἦταν τὸ κράτος ποὺ ἵδρυσε ὁ Μέγας Κω᾿σταντῖνος μὲ πρωτεύουσα τὴν Κω᾿σταντινούπολι. Ὑπῆρξε τὸ μεγαλύτερο κράτος τοῦ ἀρχαίου κόσμου, ποὺ σὰ᾿ δέντρο πελώριο ξάπλωσε τὰ κλαδιά του σ᾿ Ἀνατολὴ καὶ Δύσι. Ἦταν ὅ,τι εἶνε σήμερα ἡ Ἀμερικὴ καὶ ἡ Ἀγγλία· ἤ, μᾶλλον, τίποτα δὲν εἶνε ἡ Ἀγγλία κ᾿ ἡ Ἀμερικὴ μπροστὰ στὴ Βυζαντινὴ αὐτοκρατορία. Δόξα μεγάλη. Ἐκεῖ ναοὶ περίλαμπροι (ἡ Ἁγια-Σοφιά), ἐκεῖ πατέρες καὶ διδάσκαλοι, ἐκεῖ ἄνθη καὶ καρποὶ τῆς Ἐκκλησίας, ὅ,τι ὡραῖο ἔχει νὰ παρουσιάσῃ ὁ κόσμος. Βάσταξε τὸ Βυζάντιο – πόσα χρόνια; Χίλια χρόνια! Καὶ κήρυξε τὸ εὐαγγέλιο ἱεραποστολικῶς σ᾿ ὅλο τὸν κόσμο.Ἀλλὰ τώρα, στὴν ἐποχὴ τοῦ ἁγίου Μάρκου, ἦταν πιὰ τὰ τελευταῖα χρόνια τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας. Τὸ Βυζάντιο «ἔπνεε τὰ λοίσθια», ξεψυχοῦσε, πέθαινε. Γιατὶ ὅπως πεθαίνουν οἱ ἄνθρωποι, πεθαίνουν καὶ τὰ ἔθνη. Καὶ πέθαναν ἔθνη καὶ ἔθνη ὣς τώρα. Φοβοῦμαι δέ, ἀδέρφια μου, μήπως καὶ τὸ δικό μας ἔθνος πεθάνῃ, ἕνα ἱστορικὸ ἔθνος ποὺ βάσταξε 5.000 χρόνια. Ὑπάρχει αὐτὸς ὁ κίνδυνος, ἐὰν δὲν ξυπνήσουμε ὅλοι, μικροὶ καὶ μεγάλοι, ὅλων τῶν κομμάτων καὶ παρατάξεων, καὶ δὲν ἀποκτήσουμε ἑνότητα χριστιανική.Ἔπνεε, λοιπόν, τότε τὰ λοίσθια τὸ κράτος. Κινδύνευε ἡ Πόλις ἀπὸ ἕνα τρομερὸ ἐχθρό.Κινδύνευε ἀπ᾿ τὸ Μωάμεθ, ποὺ ξεκίνησε ἀπὸ τὴν Ἀραβία καὶ ἔφτασε μέχρι τὴν Κω᾿σταντινούπολι, καὶ τὴν πολιορκοῦσε. Αὐτοκράτωρ ἦταν ὁ Ἰωάννης Παλαιολόγος, ἀδερφὸς τοῦ Κω᾿σταντίνου Παλαιολόγου τοῦ τελευταίου αὐτοκράτορος. Σ᾿ αὐτὴ τὴ δύσκολη στιγμὴ – τί ἔκανε ὁ Ἰωάννης; Ἔστρεψε τὰ βλέμματά του ὄχι πρὸς τὸν Θεό, τὸν πατέρα μας, ἀλλὰ ζήτησε τὴ συμμαχία τῆς Δύσεως. Ὅπως κ᾿ ἐμεῖς, ποὺ ζητοῦμε συμμαχία πότε μὲ τὴ Δύσι καὶ τὴν Ἀμερική, πότε μὲ τὴν Ἀνατολὴ καὶ τὴ Ῥωσία, καὶ ποτέ μὲ τὸ Θεό! Ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς μόνη της, ἀλλὰ μὲ τὸ Θεό, εἶνε παντοδύναμος. «Γνῶτε ἔθνη καὶ ἡττᾶσθε, …ὅτι μεθ᾿ ἡμῶν ὁ Θεός»! (Ἠσ. 8,9-10 καὶ Μέγ. ἀπόδ.) Ὁ Ἰωάννης ὁ Παλαιολόγος, λοιπόν, ἔστρεφε τὰ βλέμματά του πρὸς τὴ Δύσι. Ἀλλ᾿ ἐκεῖ τότε κυριαρχοῦσε ὁ πάπας. Εἶχε δύναμι· ἀνέβαζε καὶ κατέβαζε πρίγκιπες καὶ αὐτοκράτορες· μπροστά του στέκονταν κλαρῖνο οἱ ἡγεμόνες τῆς Ἰταλίας, τῆς Γαλλίας, τῆς Γερμανίας κ.λπ.. Ἔκανε λοιπὸν ὁ Ἰωάννης τὸ ἁμάρτημα νὰ ζητήσῃ βοήθεια ἀπὸ τὸν πάπα ἐναντίον τοῦ Μωάμεθ, ποὺ πολιορκοῦσε τὴν Κω᾿σταντινούπολι. Καὶ πῆγε στὴ Δύσι, παίρνοντας μαζί του μεγάλη συνοδεία. Μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς συνοδείας ἦταν καὶ ὁ Μᾶρκος ὁ Εὐγενικός, ὡς μορφωμένος καὶ λόγιος, ἱκανὸς νὰ συνομιλήσῃ μὲ τοὺς λατίνους.Πῆγαν στὸν πάπα. Οἱ ἔνδοξοι ἀπόγονοι τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου παρουσιάστηκαν ἐμπρός του ὡς ἐπαῖται, τρέμοντας ἐνώπιόν του. Καὶ αὐτὸς τί ἀξίωσι εἶχε· νὰ προσκυνήσουν τὴν παντόφλα του! Τί νὰ κάνουν, προσκύνησαν τὴν παντόφλα του. Μετὰ ἄρχισε ὁ διάλογος. Εἶνε μεγάλη ἱστορία, δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ τὰ διηγηθοῦμε ὅλα. Τέλος, πότε στὴ Φερράρα καὶ πότε στὴ Φλωρεντία (1438-1439), ἔγινε τὸ συμβόλαιο, ἕνα σύμφωνο ἀτιμίας. Ἔκανε, δηλαδή, ὁ πάπας χαρτὶ καὶ ὑποχρέωσε τοὺς ὀρθοδόξους νὰ ὑπογράψουν, ὅτι δέχονται ὅλες τὶς πλάνες καὶ τὶς αἱρέσεις του καὶ τὸ πρωτεῖο, τὴ δικτατορία καὶ τὸ αὐταρχικὸ σύστημα μὲ τὸ ὁποῖο διοικεῖ.Ἦταν πολλοὶ οἱ συνοδοὶ τοῦ Ἰωάννου τοῦ Παλαιολόγου. Καὶ ὅλοι ὑπέγραφαν, ὑπέγραφαν, ὑπέγραφαν… Αφνης παρουσιάζεται ἕνα «ὄχι»· κάποιος εἶπε «Ἐγὼ δὲν ὑπογράφω». Ἕνας ἦταν. Τὸν παρακαλεῖ ὁ πατριάρχης, τὸν παρακαλοῦν οἱ ἄλλοι ἐπίσκοποι, τὸν παρακαλεῖ ὁ αὐτοκράτωρ. ―Ὄχι, λέει· ἐγὼ δὲν πάω μὲ τὸν πάπα, θὰ μείνω ὀρθόδοξος. Ἔτσι ὑπεγράφη τὸ συμβόλαιο τῆς ἀτιμίας. Ὁ πάπας ρώτησε· ―Ὑπέγραψαν ὅλοι; ―Ὅλοι, ἁγιώτατε, ἐκτὸς ἀπὸ ἕναν. ―Ποιός εἶν᾿ αὐτός; ―Ὁ Ἐφέσου Μᾶρκος. ―Ἄ, λέει ὁ πάπας, δὲν ὑπέγραψε αὐτός; δὲν κάναμε τίποτα… Βλέπετε, ὅτι μιὰ ὑπογραφή, ἑνὸς μαχητοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας, ἔχει ἀξία παραπάνω ἀπὸ πλῆθος ὑπογραφὲς ἀνθρώπων μικρῶν καὶ ἀσημάντων. Ἐπέστρεψαν στὴν Κω᾿σταντινούπολι. Ὁ λαός, ἀγανακτισμένος ἐναντίον τῆς προδοτικῆς αὐτῆς συνθηκολογήσεως, βγῆκε καὶ ὑπεδέχθη μὲ τιμὴ μόνο τὸν Μᾶρκο τὸν Εὐγενικό. Διότι αὐτός, ἕνας ἄνθρωπος, κράτησε τὴν Ὀρθοδοξία, μιμητὴς τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου· ὅπως ὁ Μέγας Ἀθανάσιος κράτησε πενήντα χρόνια, ὡς ἄλλος Ἄτλας, τὴν Ὀρθοδοξία στοὺς ὤμους του, ἔτσι καὶ ὁ Μᾶρκος ὁ Εὐγενικὸς κράτησε τὴν ὀρθόδοξο πίστι μας ἐκεῖνες τὶς δύσκολες ἡμέρες. Γι᾿ αὐτὸ εμεθα εὐγνώμονες στὸν ἅγιο Μᾶρκο γιὰ τὴν ἡρωϊκή του ἀντίστασι.Πόσα χρόνια πέρασαν ἀπὸ τότε; Ὑπολογίστε. Σχεδὸν 500-600 χρόνια. Καὶ πάλι τώρα κ᾿ ἐμεῖς κινδυνεύουμε ὡς ἔθνος ποὺ διαδέχθηκε τὸ Βυζάντιο. Καὶ τὸ μικρό μας ἔθνος, καὶ ἰδίως ἡ Ἐκκλησία μας, κινδυνεύουν. Πολλοί οἱ ἐχθροί! Μόνο οἱ ἀναίσθητοι δὲν τοὺς ἀντιλαμβάνονται, μόνο ὅσοι ἔχουν τὸ νοῦ τους στὸ χρῆμα, στὸ φαΐ, στοὺς ἔρωτες… Μικροὶ καὶ ἀσήμαντοι, κτηνώδεις ἄνθρωποι καταντήσαμε, χωρὶς μεγάλα ἰδανικὰ μέσα μας. Ἀγαπητοί μου, ἡ Ἐκκλησία μας κινδυνεύει· _ Κινδυνεύει ἀπὸ ἀνατολή, δύσι, νότο, καὶ βορρᾶ, κινδυνεύει ἀπ᾿ ὅλες τὶς πλευρές. _ Κινδυνεύει ἀπὸ τὶς αἱρέσεις· ἀπὸ τοὺς φράγκους καὶ τὸν πάπα, ποὺ εἶνε ὁ διος. Ὅσοι πᾶνε στὸ ἐξωτερικό, στὴν Αὐστραλία καὶ τὸ Τορόντο, βλέπουν ἐκεῖ τὸν πάπα ποὺ προσπαθεῖ ν᾿ ἀπορροφήσῃ τὸν ὀρθόδοξο ἑλληνισμό. _ Κινδυνεύει ἀπὸ τοὺς προτεστάντες. _ Κινδυνεύει ἀπὸ τοὺς χιλιαστάς, τὴ μάστιγα τῆς ἀνθρωπότητος, τὴ λαίλαπα τοῦ σιωνισμοῦ. _ Κινδυνεύει ἀπὸ τοὺς ἀθέους μαρξιστάς, ποὺ ἐνῷ δὲν παραδέχονται Θεό, ὑπόσχονται «παραδείσους», γιὰ νὰ ἐγκαθιδρύσουν στὴ γῆ κόλασι. _ Κινδυνεύει…, κινδυνεύει…, κινδυνεύει… Ὅπως εἶπε κάποιος ἅγιος τῶν ἡμερῶν μας, ἂν δὲν προσέξουμε, θά ᾿ρθῃ ἡ ὥρα στὴν Ἑλλάδα ποὺ θὰ εἶνε ἄλλοι φράγκοι, ἄλλοι προτεστάντες, ἄλλοι χιλιασταί, ἄλλοι πεντηκοστιανοί, ἄλλοι ἄθεοι, ἄλλοι ἄπιστοι, ἄλλοι μαρξισταί, ἄλλοι… Καὶ ὀρθόδοξοι; Δὲ᾿ θὰ ὑπάρχουν!
Ὦ ἀδελφοί μου, ποῦ μιλῶ;
σὲ νεκρούς, σὲ πέτρες;
Σ᾿ ἐσᾶς μιλῶ! Τὸ αἰσθάνεσθε;
Δὲν μιλῶ γιὰ νὰ περάσῃ ἡ ὥρα.
Τὸ αἰσθάνομαι βαθειά, ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία εἶνε ἡ μάνα μας, ἡ γλυκειά μας μάνα. Ἂν σβήσῃ ἡ Ἐκκλησία, ἔσβησε ὁ ἥλιος.
Προτιμότερο νὰ σβήσῃ ὁ ἥλιος παρὰ ἡ Ὀρθοδοξία.
Γι᾿ αὐτὸ ἂς ἐπαναλάβουμε κ᾿ ἐμεῖς τὰ λόγια τοῦ ποιητοῦ Κρυστάλλη·
Ὦ Ὀρθοδοξία!
«γλυκειὰ μάνα, τί ὄμορφη δίνεις ἐσὺ λαλιὰ καὶ στὴν καμπάνα,
καὶ πόσο ἐκείνη ἡ λαλιὰ σαλεύει τὴν καρδιά μας!
Πόσες ἐκεῖνος ὁ σταυρὸς ἀπ᾿ τὰ καμπαναριά μας στὴν ἀντηλιάδα χύνοντας τόσες χρυσὲς ἀχτῖδες χύνει βαθειά μας,
στὴν ψυχή, γλυκὲς χρυσὲς ἐλπίδες!
Μακαριστός Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


.jpg)

.jpg)



.jpg)
.jpg)
