ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014

Η ΑΛΙΚΗ ΣΤΗΝ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΠΕΙΝΩΝΤΩΝ




''Το καλό της ελεημοσύνης είναι διπλό,και το μεν ένα είναι η μετάδοση στέγης,σκέπης,τροφής και ευκαιριακή βοήθεια προς εκείνους που έχουν ανάγκη.
Το δε άλλο είναι η μακροθυμία,ανεξικακία και συμπάθεια προς όσους πταίουν.
Ο Υιός του Θεού που έγινε για χάρι μας άνθρωπος,και κατάδέχτηκε να είναι δάσκαλός μας,λέγει.
Να δίδεις σε όποιον σου ζητεί και να μην αποστραφείς,όποιον θέλει να δανεισθεί από εσένα,καθώς όλα σε αυτόν τον κόσμο είναι δανεικά...''
Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς.


Περπατάω την οδό Νάξου. Τα φορτηγά την κόβουν κάθε τόσο στη μέση. Οι μισοί πάγκοι έχουν γίνει ξανά τάβλες και χαλύβδινα καβαλέτα. Οι έμποροι φορτώνουν τις καρότσες. Στα σκαλάκια μιας πολυκατοικίας, μια γυναίκα γύρω στα 70 ψαχουλεύει πεταμένες μπανάνες. «Είναι απίθανο να βρεις καλές, αυτές λιώνουν εύκολα», μου λέει. Τα χέρια της ως τον αγκώνα είναι πασαλειμμένα από χυμούς. Νομίζει πως είμαι εδώ για την ίδια δουλειά μ' εκείνη.«Δημοσιογράφος», της λέω. Σηκώνει τους ώμους χωρίς καν να σταματήσει το ψάξιμο. «Εμένα πάντως οι δικοί μου το ξέρουν», κάνει όταν τη ρωτάω. «Τους ξένους να ντραπώ;». Με δύο μαυρισμένες μπανάνες στην ποδιά της, η κ. Αλίκη κάθεται στα σκαλάκια. «Θες;» κάνει προτείνοντάς μου τη μία μπανάνα. Γελάει, θέλει να με πειράξει...

 

 

Περπατάω την οδό Νάξου. Τα φορτηγά την κόβουν κάθε τόσο στη μέση. Οι μισοί πάγκοι έχουν γίνει ξανά τάβλες και χαλύβδινα καβαλέτα. Οι έμποροι φορτώνουν τις καρότσες. Στα σκαλάκια μιας πολυκατοικίας, μια γυναίκα γύρω στα 70 ψαχουλεύει πεταμένες μπανάνες. «Είναι απίθανο να βρεις καλές, αυτές λιώνουν εύκολα», μου λέει. Τα χέρια της ώς τον αγκώνα είναι πασαλειμμένα από χυμούς. Νομίζει πως είμαι εδώ για την ίδια δουλειά μ' εκείνη.«Δημοσιογράφος», της λέω. Σηκώνει τους ώμους χωρίς καν να σταματήσει το ψάξιμο. «Εμένα πάντως οι δικοί μου το ξέρουν», κάνει όταν τη ρωτάω. «Τους ξένους να ντραπώ;». Με δύο μαυρισμένες μπανάνες στην ποδιά της, η κ. Αλίκη κάθεται στα σκαλάκια. «Θες;» κάνει προτείνοντάς μου τη μία μπανάνα. Γελάει, θέλει να με πειράξει.«Πρώτη φορά ήρθα έτσι στη λαϊκή, πέρυσι τον χειμώνα», λέει. «Σκέφτηκα πως καλύτερα να κρατήσω τη σύνταξή μου για το κρέας». Η κ. Αλίκη κουνάει το κεφάλι. «Μισοκρυβόμουν λιγάκι, ξέρεις τώρα. Αλλά είδα κάτι πορτοκάλια στο πεζοδρόμιο. Ξεδιάλεξα τρία, τέσσερα. Οπως σηκώθηκα, στα δύο βήματα, «Αλίκη!», ακούω. «Τι γίνεσαι;». Ηταν μια ξαδέλφη. Ενας Θεός ξέρει από πότε είχα να τη δω. Πάγωσα. Η γυναίκα δεν έδειξε τίποτα, και ίσως και να μην είδε τι κάνω, τι να σου πω; Εγώ πάντως δεν την ήξερα αυτή την ντροπή μέχρι εκείνη τη στιγμή. Σκέψου, όταν χωρίσαμε ήταν το σπίτι μου απ' την άλλη μεριά, και περπάτησα ένα χιλιόμετρο ανάποδα μη στρίψω και την ξανασυναντήσω. Βρε πώς ντρεπόμουνα τότε»!Η κ. Αλίκη μονολογεί. Και με τις μπανάνες στη σακούλα της σηκώνεται ξανά, σπρώχνοντας με το χέρι τα σκαλιά. Στο ύψος της οδού Μυτιλήνης, βρίσκω τον Βενάτ που μαζεύει κρεμμύδια. Ενα αγοράκι οκτώ χρονών παρακολουθεί τις κινήσεις του πεσμένο στα γόνατα. Ο Αχμεντάν προσπαθεί με απλωμένα τα χεράκια του να συγκρατήσει τα κρεμμύδια, να μη φύγουν. Ο έμπορος τ' άδειασε πιο πάνω, αλλά αυτά κύλησαν την κατηφόρα ώς τον υπόνομο. Μερικά πήγαν κάτω απ' τη σχάρα, μερικά κόλλησαν στο σίδερο. Τα περισσότερα από αυτά τα κρύβει ένα στρώμα από ξερά κόκκινα φύλλα.«Πώς θα τα μαζέψεις τώρα;», ρωτάω τον Βενάτ. «Με υπομονή», απαντάει, και όπως είναι σκυμμένος κολλάει σχεδόν το πρόσωπό του στο ρείθρο. Ο Βενάτ είναι απ' το Κουρδιστάν. Εχει 15 χρόνια εδώ, τα 13 είχε δουλειά, αλλά τώρα έχει δύο παιδιά νηστικά. Ολα αυτά τα λέει σκυφτός, ψηλαφώντας τα κρεμμύδια μες στα φλούδια. Ξαφνικά βλέπει ένα πιο μακριά, «Αχμεντάν!» φωνάζει και κάνει νόημα στο μικρό να πάει να το ψάξει.Το αγόρι τρέχει πρόθυμα, μαζεύει το κρεμμύδι απ' τις λάσπες. Δεν τον νοιάζει που τον κοιτάζω. Ο έπαινος του μπαμπά του είναι πιο σημαντικός απ' τα μάτια των ξένων.Γύρω, ο κόσμος ψωνίζει. Η λαϊκή σε εξέλιξη. Ενας έμπορος πηδάει σχεδόν πάνω απ' την πλάτη του Βενάτ να πάει στον πάγκο του, αλλά εκείνος δεν κουνιέται πόντο. Υπάρχουν αρκετά κρεμμύδια ακόμη εκεί. Στα πέδιλα του Βενάτ έχουν τρυπώσει ξερά κόκκινα φύλλα, αλλά ούτε κι αυτό τον ενοχλεί. Μόνο όπως ψάχνει με τα χέρια του κάτω απ' τα φλούδια και βγάζει κάτι μισολιωμένα φρούτα, ένα σάπιο ροδάκινο, μόνο τότε υπάρχει ένταση στην κίνησή του. Τώρα κρατάει ένα ολόκληρο σχεδόν καθαρό κρεμμύδι. Ο Βενάτ ανταμείβεται που επιμένει. «Είδες;», μου κάνει. Και ξαναβάζει το χέρι στο σωρό.Ξαφνικά ένα φορτηγό «Αγροτικό - Εδρα Αργολικό» παίρνει με την όπισθεν τη στροφή. Ο Βενάτ το βλέπει τελευταία στιγμή πριν τον πατήσει, και πηδάει στο πεζοδρόμιο. Οπως το αυτοκίνητο μου κλείνει το οπτικό πεδίο, η ρόδα του πατάει τα κρεμμύδια. Ο Βενάτ πιάνει τον Αχμεντάν απ' το χέρι φεύγουν, σαν τα πουλιά απ' τα ψίχουλα άμα πλησιάσει άνθρωπος.Τους ξαναβλέπω μισή ώρα μετά, κάπου πεντακόσια μέτρα πιο κάτω. Ο Βενάτ τσακώνεται μ' έναν σκύλο, για κάτι μισολιωμένους γιαρμάδες...Είναι η ώρα που εμφανίζονται οι συλλέκτες τροφίμων. Οπου να ’ναι οι πάγκοι θα αδειάσουν. Ο, τι μπορεί να πουληθεί άλλη μέρα θα μπει στα φορτηγά. Εκείνοι απλώς περιμένουν μέχρι ο έμπορος να αποφασίσει ποια τελάρα θα αδειάσει στην άσφαλτο. Τα φρούτα και τα λαχανικά που δεν διάλεξε κανείς, κι αυτά που έκοψε το μαχαίρι για να δουν οι πελάτες πως είναι καλή η σοδειά. Υστερα, οι συλλέκτες τροφίμων θα έχουν τουλάχιστον μισή ώρα μέχρι να έρθουν οι εργάτες του δήμου.Ηδη η ώρα έχει πάει τέσσερις. Στη μία άκρη της λαϊκής ένας άνδρας με μια μάνικα τινάζει νερά στην άσφαλτο. Κάτι λιωμένα φασολάκια σαν μικροσκοπικές βάρκες τρέχουν για τον υπόνομο.Εκατό μέτρα πιο πέρα, μια ηλικιωμένη γυναίκα με μια μαύρη σακούλα. Στην πρώτη διασταύρωση, τα κασόνια έχουν ακόμα μερικές βανίλιες. Η γυναίκα σκύβει όσο μπορεί. Τα δάκτυλα ξεσκαρτάρουν γοργά. Δέκα, είκοσι δευτερόλεπτα. Κάτι παίρνει, βλέπω τη σακούλα να τεντώνεται. Φεύγει. Σκύβει εκατό μέτρα πιο πέρα, και ξανά απ’ την αρχή.Στην τρίτη της στάση, όπως ξεδιαλέγει κολοκυθάκια, σηκώνει το κεφάλι. «Συγγνώμη», της λέω. «Απ’ την “Καθημερινή” είμαι». Με κοιτάζει έκπληκτη, με το ελεύθερο χέρι της φτιάχνει τα μαλλιά της. «Ηθελα να σας ρωτήσω…», πάω να πω. «Μα εγώ δεν…», με κόβει. Απ’ το χέρι της ένα πράσινο σκουπίδι έχει κολλήσει στα μαλλιά της. «Εγώ απλώς δεν πρόλαβα τη λαϊκή», κάνει. «Και χρειάζομαι μερικά πράγματα. Κατάλαβες; Γι’ αυτό ήρθα και ψάχνω εδώ, γιατί τα άλλα τα πήρανε».Οπως μιλάει, έχει ήδη ξεκινήσει να απομακρύνεται. «Πάω τώρα... Μήπως προλάβω τίποτε». Εχει ήδη χαθεί πίσω από ένα φορτηγό...


 «Συγγνώμη», της λέω. «Απ’ την “Καθημερινή” είμαι». 
Με κοιτάζει έκπληκτη, με το ελεύθερο χέρι της φτιάχνει τα μαλλιά της. 
«Ηθελα να σας ρωτήσω…», πάω να πω. 
«Μα εγώ δεν…», με κόβει. 
Απ’ το χέρι της ένα πράσινο σκουπίδι έχει κολλήσει στα μαλλιά της. 
«Εγώ απλώς δεν πρόλαβα τη λαϊκή», κάνει. 
«Και χρειάζομαι μερικά πράγματα.
 Κατάλαβες;
 Γι’ αυτό ήρθα και ψάχνω εδώ, γιατί τα άλλα τα πήρανε».
Οπως μιλάει, έχει ήδη ξεκινήσει να απομακρύνεται. 
«Πάω τώρα... Μήπως προλάβω τίποτε». 
Εχει ήδη χαθεί πίσω από ένα φορτηγό...


Η ελεημοσύνη είναι πράξη αγαθής προαιρέσεως.
Η ελεημοσύνη είναι υπαγόρευση αγαθής καρδίας που αγαπάει τον πλησίον της.
Η ελεημοσύνη είναι δικαιοσύνη,που αποδίδει τα οφειλόμενα σε όσους τα έχουν ανάγκη.
Γιατι όποιος έχει λάβει τα αγαθά από τον Θεό,γίνεται διαχειριστής και οικονόμος αυτών.
Η ελεημοσύνη είναι εντολή του Θεού,της οποίας την εκπλήρωση ζητάει ο Θεός περισσότερο από θυσίες και ολοκαυτώματα.''
 Άγιος Νεκτάριος.


Μαρίλη Μαργωμένου


ΒΑΣΤΑΩ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟ ΜΟΥ!ΟΙ ΔΙΚΟΙ ΣΑΣ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ;



Ο Στάρετς Ζαχαρίας διηγήθηκε ένα περιστατικό, συγκινητικό για το βαθύ περιεχόμενό του, 

που συνέβη σε κάποιον νέο, 

τελείως άπειρο από ψεύδος και πονηριά και που διακρινόταν από την παιδική του ηλικία

 για την αγάπη του προς την αλήθεια. 

Εδώ φαίνεται η ψυχή ενός καθαρού και τίμιου, 

αλλά αγράμματου ανθρώπου με πίστη μικρού παιδιού, 

ακλόνητη και απλή, που είχε καρδιά και θέληση καθαρή και που αγωνιζόταν για τον Θεό,

 μια ψυχή που τον έκανε πράγματι λίγο μόνο παρακάτω από τους αγγέλους.

 Όντως είχε γίνει σοφός, ικανός να βλέπει και τα ουράνια και τα επίγεια. 

Το γεγονός αυτό έλαβε χώρα στην Ρωσία, στα απόμερα βάθη της χώρας,

 σε απόσταση μερικών εκατοντάδων μιλίων από το πιο κοντινό χωριό.

 

 


Εκεί ζούσε ένας χωριάτης, ορφανός, τελείως αγράμματος, εργατικός όμως. Πάντοτε εργαζόταν και δεν πέρασε ούτε στιγμή με οκνηρία. Η ψυχή του ήταν καθαρή σαν κρύσταλλο. Σε κάθε υπόθεση πάντοτε υπήκουε στην συνείδησή του. Η συνείδησή του ήταν ευθεία, όχι όμως ασθενής, μα πραγματικά ευθεία, ευαίσθητη και αυστηρή. Με τον απλό τρόπο του δεν την κατεπάτησε ποτέ με την παρακοή και έτσι πάντοτε άκουγε την φωνή της. Εάν ένας άνθρωπος παρακούει την συνείδησή του μια φορά, δυο φορές ή και περισσότερο, τότε δεν την ακούει πια. Ο απλοϊκός αυτός άνθρωπος τηρούσε τις νηστείες και τρεφόταν με το ελάχιστο. Ήταν πάντοτε χαρούμενος και γεμάτο ενθουσιασμό για τη ζωή. Δεν κατέκρινε κανένα ποτέ, θεωρώντας τον εαυτό του χειρότερο και κατώτερο από κάθε άλλον. Μια ημέρα, άκουσε από ένα προσκυνητή πως για να σωθεί κανείς πρέπει να αναλάβει τον σταυρό του και να ακολουθήσει τον Χριστό. Ο απλοϊκός μας άνθρωπος δεν είχε πάει ποτέ σαν μεγάλος στην εκκλησία, αφού ήταν πολύ μακριά από το χωριουδάκι που ζούσε. Είχε βαπτισθεί σαν μωρό, μα δεν το θυμόταν καθόλου. «Πρέπει να αναλάβεις τον σταυρό σου και να ακολουθήσεις τον Χριστό». Αυτά τα λόγια ο απλοϊκός μας άνθρωπος τα εννοούσε στην κυριολεξία. Παρήγγειλε ένα τεράστιο ξύλινο σταυρό και αποφάσισε να τον πάρει και να ακολουθήσει τον Χριστό. Η καθαρή ψυχή του ποθούσε τον Θεό, η καρδιά του διψούσε την σωτηρία, αλλά πώς να Τον ακολουθεί; Και πού; Σε ποιό δρόμο; Πού ήταν ο Χριστός; Να ο σταυρός, αλλά πού να τον πάει; Ο απλοϊκός άνθρωπος άφησε όλα τα λίγα υπάρχοντά του και τη δουλειά του, σήκωσε τον σταυρό του πάνω στους ώμους του και ξεκίνησε. Βάδιζε, όπως λέει η παροιμία, ακολουθώντας τη μύτη του. Βάδιζε, βάδιζε για πάρα πολλή ώρα και επιτέλους, μέσα σ' ένα πυκνό δάσος, συνάντησε ένα ανδρικό μοναστήρι. Χτύπησε την πόρτα. - «Ποιός είσαι εσύ;», ρώτησε με απορία ο πορτάρης και «πού πας με τον σταυρό σου;» - «Να εδώ είμαι, βαστάζοντας τον σταυρό μου, αλλά δεν ξέρω πώς να φτάσω στον Χριστό, δεν θα μου δείξεις τον δρόμο;» - «Πω, πω, βρήκαμε έναν παλαβό. Θα πάω να τα πω στον ηγούμενο». Πήγε ο μοναχός και τα είπε στον ηγούμενο, ο οποίος έμεινε κατάπληκτος και διέταξε να του φέρουν τον απλοϊκό. - «Μα δεν έρχεται, επιμένει να μη αφήσει τον σταυρό του και έτσι δεν μπορεί να μπει στο κελλί σας με τον σταυρό, είναι πολύ μεγάλος». Ο ηγούμενος, λοιπόν, πήγε ο ίδιος στον απλοϊκό. Κουβέντιασε μαζί του και είδε ότι είναι ένας άνθρωπος του Θεού. - «Λοιπόν εάν θέλεις θα σε βοηθήσουμε να φτάσεις στον Χριστό. Κι εμείς σ' Αυτόν πηγαίνουμε». - «Τότε που είναι οι σταυροί σας;», απόρησε ο ξένος, «ξέρετε, ότι ο Κύριος δεν θα σας δεχθεί χωρίς ένα σταυρό». - «Είναι μέσα μας. Εμείς τους βαστάμε μέσα μας», είπε ο ηγούμενος. - «Μα πώς γίνεται αυτό;», ρώτησε με έκπληξη ο ξένος. «Εσύ ο ίδιος θα δεις πως. Αλλά προς το παρόν θα σου δώσω την ευχή μου να μείνεις εδώ και θα έχεις ένα διακόνημα, να καθαρίζεις μέσα στην εκκλησία. Πάρε τον σταυρό σου και φέρε τον κάτω εκεί, στην εκκλησία». Ο απλοϊκός άνθρωπος μπήκε μέσα στην εκκλησία με πολύ φόβο και άρχισε να καθαρίζει. Σήκωσε το κεφάλι του και πάγωσε. Εκεί ψηλά επάνω του, επάνω από το Ιερό, είχε φτιαχτεί ένας μεγάλος ξύλινος σταυρό και επάνω του εικονιζόταν, σε φυσικό μέγεθος, ο Εσταυρωμένος Κύριος. Ο απλοϊκός μας δεν είχε δει ποτέ τέτοιο πράγμα. Τον κοίταζε και τον ξανακοίταζε. Καρφιά ήταν βαλμένα μέσα στα χέρια και στα πόδια, απ' όπου ανέβλυζε αίμα. Στο στήθος του, επίσης, ήταν αίμα και τραύμα. Και το κεφάλι του ήταν λουσμένο στο αίμα, το δε πρόσωπό του πρησμένο και χτυπημένο. Ποιός ήταν; Ποιός ήταν αυτός; «Άνθρωπε, ποιός είσαι; Και εσύ βάσταξες τον σταυρό σου και δεν χωρίσθηκες από αυτόν; Αλλά πώς γίνεται να είσαι κρεμασμένος στον σταυρό σου;» Αίμα έσταξε στην καρδιά του απλοϊκού. Ένοιωσε τόση αγάπη και οίκτο γι' αυτόν που έπασχε, που του φαινόταν πως θα έδιδε και την ζωή του, εάν μονάχα θα μπορούσε να εξυπηρετήσει τον πάσχοντα και να τον βοηθήσει. - «Αλλά πώς μπορείς να κρέμεσαι εκεί συνέχεια χωρίς τροφή; Έλα κάτω, κατέβα από τον σταυρό σου και θα σου δώσω εγώ να φας». Γονατιστός, ο απλοϊκός άνθρωπος ύψωσε τα χέρια του και προσευχήθηκε ...;.Προσευχήθηκε χωρίς να σταματήσει. «Κατέβα, έλα σε μένα. Δίδαξόν με πώς και πού να βαστώ τον σταυρό μου, μήπως πρέπει κι εγώ να σταυρωθώ επάνω του;». Έτσι προσευχόταν στον Εσταυρωμένο για μερικές ημέρες και νύχτες, με όλη του την καρδιά. Και έπεσε κάτω μπροστά Του και έγινε μούσκεμα από τα δικά του τα δάκρυα. Και ο Εσταυρωμένος ακούοντας τις προσευχές, υψωμένες προς Αυτόν από τα βάθη μιας καρδιάς, κατέβηκε από τον σταυρό και δίδαξε τον απλοϊκό πώς να βαστά τον σταυρό του για να έλθει στην Βασιλεία των Ουρανών. Κανείς δεν μπορεί να σωθεί χωρίς το σταυρό του. Ο Κύριος απεκάλυψε στον απλοϊκό το μυστήριο του Τριαδικού Θεού, το μυστήριο της αγάπης της Αγίας Τριάδος, του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. «Εγώ είμαι ο Υιός του Ουρανίου Πατρός και έχω λυτρώσει το ανθρώπινο γένος με τον Σταυρό μου. Κανείς δεν θα μπορέσει να εισέλθει στην Βασιλεία των Ουρανών χωρίς τον σταυρό του. Κανείς δεν θα δεχθεί την Χάριν του Αγίου Πνεύματος στην καρδιά του χωρίς τον σταυρό του Γολγοθά και να πλέξεις γύρω του, σαν τριαντάφυλλα, τα έργα της αγάπης». Ο απλοϊκός τα άκουγε όλα και δέχθηκε το Άγιο Πνεύμα στην καρδιά του και ο Κύριος του απεκάλυψε πώς εντός ολίγων ημερών θα αναχωρήσει για την Βασιλεία των Ουρανών. Ο απλοϊκός μετά χαράς άρχισε να ετοιμάζεται για τον θάνατο, προσευχόμενος ακαταπαύστως και ευχαριστώντας τον Θεό για όλα. Επίσης απεκάλυψε στον ηγούμενο την ώρα του τέλους του. Ο ηγούμενος έχυσε λίγα δάκρυα και τον παρεκάλεσε να πει μερικές προσευχές στον Κύριο και γι' αυτόν. Με όλη του την καθαρή καρδιά ο απλοϊκός άρχισε να μεσιτεύει προς τον Σωτήρα για τον ηγούμενο. - «Πάρε και αυτόν στην Βασιλεία των Ουρανών, απόλυσέ τον από την πρόσκαιρη τούτη ζωή». - «Αλλά, γιατί πρέπει να πάρω και αυτόν; Δεν είναι ακόμα έτοιμος». - «Ω! Πάρε τον, χάριν της αγάπης που μου έδειξε, όταν μου έδωσε διπλή μερίδα ψωμί και που το μισό έφερα σε Σένα. Κάμε αγάπη σ' αυτόν, χάριν της αγάπης που έκαμε σε μένα.


 

Πάρε τον στην Βασιλεία των Ουρανών.

 Ω Κύριε, Θεέ μας, είσαι ο Σωτήρ μας, που σταυρώθηκες για χάρη μας, επάκουσον της προσευχής μου. 

Μη τον στερήσεις της ανεκφράστου Σου Χάριτος και χαράς».

 Ο Κύριος άκουσε τις προσευχές του απλοϊκού και του απεκάλυψε την ώρα του θανάτου του ηγουμένου και ο απλοϊκός του είπε την ώρα του τέλους του.

 Ο ηγούμενος άρχισε να ετοιμάζεται για την μετάθεσή του στην αιωνιότητα. 

Στην ορισμένη ημέρα και ώρα, ο απλοϊκός εξεδήμησε προς τον Κύριο και μετά από δυο εβδομάδες, 

στην ορισμένη ημέρα και ώρα, εκοιμήθη και ο ηγούμενος.


Στάρετς Ζαχαρίας 



Απόσπασμα από το βιβλίο ''Ο Στάρετς Ζαχαρίας'' 
Εκδόσεις Ιερού Μετοχίου Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, Ορμύλια Χαλκιδικής 


Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΘΑ ΣΤΗΣΕΙ ΖΥΓΑΡΙΑ ΣΤΙΣ ΑΜΑΡΤΙΕΣ



Σήμερα ἀγαπητοί μου, εἶνε ἡ Κυριακὴ τῆς Ἀπόκρεω. Ἂν πιστεύαμε, σήμερα θὰ είχαμε πόνο στὴν καρδιὰ καὶ δάκρυα στὰ μάτια. Ἂν πιστεύαμε, θὰ κρατούσαμε στὸ χέρι κομποσχοίνι σὰν ἐκεῖνο ποὺ κρατοῦσε ὁ ἅγιος Ἀντώνιος στὴν ἔρημο καὶ θὰ ἤμεθα πεσμένοι στὰ γόνατα καὶ θὰ παρακαλούσαμε τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο καὶ ὅλους τοὺς ἁγίους νὰ μᾶς σώσουν.Γιατί; Γιατὶ ἡ σημερινὴ Κυριακὴ διαφέρει ἀπ᾿ ὅλες τὶς ἄλλες.52 Κυριακὲς ἔχει ὁ χρόνος καὶ κάθε Κυριακὴ ἔχει τὸ εὐαγγέλιό της.Ἀλλὰ τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο εἶνε τὸ φοβερώτερο ἀπ᾿ ὅλα. Ὅταν τ᾿ ἀκοῦς νομίζεις πὼς ἀστράφτει καὶ βροντάει ὁ οὐρανός, νομίζεις ὅτι πέφτουν ἀστροπελέκια στὰ κεφάλια τῶν ἀμετανοήτων, νομίζεις ὅτι σείεται ἡ γῆ καὶ τὸ σύμπαν. Ἐὰν αὐτὰ ποὺ γράφει τὸ εὐαγγέλιο τὰ πιστεύαμε, θὰ ἦτο πολὺ διαφορετικὰ τὰ πράγματα. Τί μᾶς λέει τὸ εὐαγγέλιο;


 

  

Ὅτι ὁ Χριστὸς θὰ ἔρθῃ πάλι. Ἐκεῖνος ποὺ ἦρθε καὶ τὸν περιφρονήσαμε· ποὺ ἔζησε σὰν φτωχός, ὁ φτωχότερος ἀπ᾿ ὅλους· ποὺ δὲν εἶχε σπίτι, δὲν εἶχε ποῦ νὰ γείρῃ τὸ κεφάλι του· ἐκεῖνος ποὺ πείνασε καὶ δίψασε ψάχνοντας νὰ βρῇ τὸ χαμένο πρόβατο· ἐκεῖνος ποὺ τέλος σταυρώθηκε στὸ Γολγοθᾶ· ἐκεῖνος ὁ ἄγνωστος καὶ περιφρονημένος, αὐτὸς θὰ ἔρθῃ πάλι. Θὰ ἔλθῃ ἐν δόξῃ, μετὰ τῶν ἁγίων ἀγγέλων καὶ ἀρχαγγέλων.Πότε θὰ ἔρθῃ; Ἄγνωστο. Ὡς «κλέπτης» ἐν νυκτί, λέει ὁ διος (βλ. Ματθ. 24,43· Λουκ. 12,39), ξαφνικὰ σὰν τὴν «ἀστραπή» (βλ. Ματθ. 24,27· Λουκ. 17,24). Ὑπάρχουν ὅμως μερικὰ σημάδια, ἀπ᾿ τὰ ὁποῖα μποροῦμε νὰ καταλάβουμε πότε θὰ γίνῃ ἡ δευτέρα παρουσία τοῦ Κυρίου.Ποιά εἶνε τὰ σημάδια; Είδατε, ἀγαπητοί μου, τὴν ἀμυγδαλιά; Εἶνε γυμνή. Ὅταν ἡ ἀμυγδαλιὰ βγάλῃ λουλούδια καὶ ἀσπρίσῃ καὶ φαίνεται σὰ᾿ νύφη στολισμένη, λές· Ἔρχεται ἡ ἄνοιξι. Ἔτσι κι ὅταν δοῦμε μερικὰ σημάδια στὸν κόσμο, θὰ καταλάβουμε ὅτι ἔρχεται ὁ βασιλεὺς τοῦ κόσμου.Τὰ σημάδια αὐτὰ μᾶς τὰ εἶπε τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο καὶ τὰ ἐξήγησαν οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Εἶνε σημεῖα στὸν ἥλιο, στὴ σελήνη καὶ στὰ ἄστρα. Ὁ ἥλιος θὰ σκοτισθῇ, ἡ σελήνη θὰ χάσῃ τὸ φέγγος της, τὰ ἄστρα θὰ πέσουν (βλ. Ματθ. 24,29· Λουκ. 21,25). Ἀλλὰ καὶ σημεῖα στὴ γῆ. Ἡ γῆ ποὺ πατοῦμε τί εἶνε; Διάφορα στοιχεῖα. Ὅπως ἡ γυναίκα παίρνει τὸ ἀλεύρι, τὸ ζυμώνει μὲ τὸ νερὸ καὶ τὸ κάνει ψωμί, ἔτσι κι ὁ Θεὸς πῆρε τρία πράγματα, χῶμα – φωτιὰ – νερό, τὰ ζύμωσε καὶ ἔκανε τὴ γῆ. Ἀλλὰ ἐκεῖνος ποὺ ἕνωσε τὰ στοιχεῖα αὐτὰ τῆς γῆς, αὐτὸς θὰ πῇ νὰ διαλυθοῦν πάλι. Παράδειγμα ἡ θάλασσα.Τὰ κύματά της προχωροῦν ἀφρισμένα, ἀλλὰ σταματοῦν στὴν ἀκρογιαλιά. «Ὅριον ἔθου, ὃ οὐ παρελεύσονται, οὐδὲ ἐπιστρέψουσι καλύψαι τὴν γῆν» (Ψαλμ. 103,9). Τὴν ἀπέραντη θάλασσα ὥρισε ὁ Θεὸς νὰ τὴν σταματᾷ ἕνα λεπτὸ πραγματάκι, ἡ ἄμμος. Τῆς λέει Ἄλτ, δὲ᾿ θὰ προχωρήσῃς. Τὴν ἡμέρα ὅμως ἐκείνη τὴν φοβερὰ τὰ κύματα ἀφρισμένα θὰ ὑψωθοῦν, θὰ περάσουν τὴν ἀμμουδιά, θὰ προχωρήσουν, θὰ καλύψουν ἐκτάσεις, καὶ μετὰ πάλι θὰ τραβηχτοῦν μὲ θόρυβο, σὰν θεριὸ ποὺ μουγκρίζει. «Σάλος» θαλάσσης θὰ ἀκούγεται, λέει τὸ Εὐαγγέλιο (Λουκ. 21,25). Τὸ νερὸ τῶν ποταμῶν ἐπίσης θὰ λιγοστέψῃ καὶ θὰ ἀλλοιωθῇ.Τὰ δέντρα, λέει ὁ ἅγιος Ἱερώνυμος, θὰ στάζουν αἷμα. Ἀκόμα θὰ γίνῃ κάποιος «σεισμός» (Ἀπ. 16,18)· ὄχι ὅπως οἱ ἄλλοι σεισμοί, ποὺ εἶνε τοπικοί. Αὐτὸς θὰ εἶνε παγκόσμιος, θὰ σεισθῇ ὁλόκληρος ὁ πλανήτης, καὶ μαζὶ μὲ τὰ παλάτια θὰ γκρεμιστοῦν καὶ τὰ καλύβια· δὲ᾿ θὰ μείνῃ «λίθος ἐπὶ λίθον», ὅπως λέει τὸ Εὐαγγέλιο (Ματθ. 24,2). Καὶ μετὰ θὰ σαλπίσῃ «σάλπιγγα μεγάλη» (ἔ.ἀ. 24,31), σάλπιγγα ἀρχαγγέλου ποὺ θὰ λέῃ· Νεκροί, ἀναστηθῆτε! Καὶ ἀπὸ τοὺς τάφους καὶ κάθε μέρος μὲ τὸ θεῖο πρόσταγμα «οἱ νεκροὶ ἀναστήσονται» (Ἠσ. 26,19· Ἰωάν. 5,21). Αὐτὰ εἶνε μερικὰ ἀπὸ τὰ σημάδια ποὺ θὰ προηγηθοῦν.Καὶ γιατί θὰ ἔρθῃ πάλι ὁ Χριστός; θὰ ρωτήσετε· ποιός ὁ λόγος; Διπλὸς εἶνε ὁ λόγος. Θὰ ἔρθῃ πρῶτον γιὰ νὰ φανερωθῇ ὅλη ἡ θεότης του. Θυμᾶστε τὴ Μεγάλη Παρασκευή; Ἐπάνω στὸ σταυρὸ φαινόταν ὡς ὁ πιὸ ἀδύνατος ἄνθρωπος. Ἀπὸ κάτω οἱ Ἑβραῖοι σὰν σκυλιὰ λυσσασμένα τὸν ὕβριζαν και τὸν ἔφτυναν. Καὶ μποροῦσε, ἐὰν κουνοῦσε τὸ δαχτυλάκι του μόνο, νὰ κάνῃ κάρβουνο αὐτὴ τὴ γῆ. Δὲν τὸ ἔκανε.Τὴν ἡμέρα ἐκείνη ὅμως θὰ παρουσιαστῇ μὲ ὅλη τὴ μεγαλοπρέπεια τῆς θεότητός του· καὶ τότε αὐτοὶ ποὺ τὸν βλαστήμησαν καὶ τὸν πότισαν ὄξος καὶ χολή, «ὄψονται εἰς ὃν ἐξεκέντησαν» (Ἰωάν. 19,37).Δεύτερον θὰ ἔρθῃ ὁ Κύριος γιὰ ν᾿ ἀποδώσῃ δικαιοσύνη. Ἐδῶ στὴ γῆ τώρα δὲν ὑπάρχει δικαιοσύνη. Οἱ ἄνθρωποι στενάζουν ἀπὸ τὴν ἀδικία. Λίμνη εἶνε τὰ δάκρυα τῶν ἀδυνάτων καὶ καταφρονεμένων γιὰ τὴν καταπίεσι καὶ ἐκμετάλλευσι ποὺ δέχονται. Βλέπεις π.χ. ἕναν ὑπάλληλο ποὺ τηρεῖ τὸν ὅρκο του νὰ ζῇ φτωχά, γιατὶ εἶνε τίμιος· καὶ βλέπεις τὸν ἄλλο, ποὺ ἐκμεταλλεύεται τὴ θέσι του, νὰ πλουτίζῃ καὶ νὰ θησαυρίζῃ. Ποῦ εἶνε ἡ δικαιοσύνη; Βλέπεις τὸν πάμπτωχο ἐργάτη νὰ μένῃ σὲ μιὰ παράγκα, καὶ τὸν ἄδικο καὶ ἄσπλαγχνο νὰ ζῇ μέσα στὴν πολυτέλεια καὶ εὐμάρεια. Βλέπεις τὴν τίμια γυναῖκα νὰ ζῇ ἐγκαταλελειμμένη ἀπὸ τὸν ἄντρα της καὶ νὰ τρέχῃ γιὰ νὰ ζήσῃ τὰ παιδιά της, καὶ τὴν ἄτιμη ἀντροχωρίστρα νὰ ζῇ σὰν βασίλισσα.Ὅλα λοιπὸν αὐτὰ τὰ ἄδικα θὰ τὰ τακτοποιήσῃ ἡ δευτέρα παρουσία. Θὰ ἔρθῃ ὁ Κύριος γιὰ ν᾿ ἀποδώσῃ δικαιοσύνη στὸν καθένα, νὰ ἀμείψῃ τοὺς δικαίους καὶ νὰ τιμωρήσῃ τοὺς ἀσεβεῖς. Ναί, θὰ κρίνῃ τὸν κόσμο. Πῶς θὰ τὸν κρίνῃ; Θὰ στήσῃ ζυγαριά, ποὺ θὰ τὰ ζυγίσῃ ὅλα.Πρῶτα – πρῶτα θὰ ζυγίσῃ τὰ ἔργα μας, ὅλα ὅσα κάναμε. Καὶ τὰ φανερὰ καὶ τὰ κρυφὰ ποὺ δὲν τὰ εἶδε μάτι ἀνθρώπου. Θὰ ζυγίσῃ ἀκόμη τὰ λόγια μας. Ποιά λόγια; Τὶς φλυαρίες, κουτσομπολιά, κατακρίσεις, συκοφαντίες, αἰσχρολογίες, βλασφημίες, ψέματα, ψευδορκίες… Αὐτὰ ποὺ βγαίνουν ἀπὸ τὸ στόμα σὰν φαρμάκι ὀχιᾶς. Αὐτὰ ποὺ λέμε ἀπ᾿ τὸ πρωῒ ὣς τὸ βράδυ χωρὶς ἔλεγχο, ὅλα θὰ παρουσιαστοῦν γραμμένα ὅπως στὸ μαγνητόφωνο. Τὸ εἶπε καθαρὰ ὁ Χριστός, ὅτι θὰ δώσουμε λόγο γιὰ κάθε «ἀργὸ» λόγο (Ματθ. 12,36).Δὲν σοῦ ᾿δωσε ὁ Θεὸς τὴ γλῶσσα γιὰ νὰ γίνῃ πριόνι τοῦ διαβόλου· σοῦ τὴν ἔδωσε γιὰ νὰ λὲς τὸ «Κύριε, ἐλέησον» καὶ νὰ σκορπᾷς μύρο μὲ τὰ ὡραῖα σου λόγια. Αὐτὴ τὴ γλῶσσα θὰ τὴ ζυγίσῃ καὶ θὰ τὴν κρεμάσῃ ὁ Χριστός. Κ᾿ ἔπειτα μοῦ ᾿ρχονται στὴν ἐξομολόγησι· «Παπούλη, δὲν ἔκανα τίποτε, δὲ᾿ σκότωσα…». Σκότωσες μὲ τὴ γλῶσσα σου, διέλυσες σπίτια, χώρισες ἀντρόγυνα, ἄναψες φωτιές, κατέστρεψες κόσμο. Ἀλλοίμονο, δὲν αἰσθανόμεθα τὴν ἁμαρτωλότητά μας. Θὰ ζυγίσῃ ὅμως τότε ἀκόμη καὶ τὶς σκέψεις μας. Ναί. «Ὤ ποία ὥρα τότε!…», ὅπως ἔψαλαν σήμερα οἱ ψάλτες (αἶνοι Κυρ. Ἀπόκρεω), ποὺ ἔπρεπε νὰ τ᾿ ἀκοῦμε καὶ νὰ κλαῖμε. Θὰ ζυγιστοῦν καὶ οἱ σκέψεις μας, ὅλα τὰ πονηρὰ ποὺ διαλογιζόμεθα μέρα καὶ νύχτα.Αὐτὸ εἶνε τὸ κριτήριο ποὺ θὰ κάνῃ ὁ Χριστός. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἔχει μιὰ ὁμιλία στὴ δευτέρα παρουσία. Εἶμαι, λέει, ἁμαρτωλός, καὶ θὰ ἤθελα κ᾿ ἐγὼ νὰ μὴν ὑπάρχῃ κόλασις, γιατὶ τὴ φοβᾶμαι· ἀλλ᾿ ὅμως ὑπάρχει ἡ κόλασις! Γιὰ ὅλα μπορεῖ νὰ ἀμφιβάλλῃς· γιὰ ἕνα δὲν πρέπει νὰ ἀμφιβάλλῃς, ὅτι ὑπάρχει κρίσις καὶ ἀνταπόδοσις, ὑπάρχει μέλλουσα ζωή, κόλασις καὶ παράδεισος. Ὑπάρχει ἕνα μάτι ποὺ τὰ βλέπει ὅλα, ὑπάρχει ἕνα αὐτὶ ποὺ τ᾿ ἀκούει ὅλα, ὑπάρχει ἕνα χέρι ποὺ τὰ γράφει ὅλα.Ἀδελφοί μου· νὰ ἔχουμε προσοχὴ στὸν βίο μας. Μιά φορὰ περνᾶμε ἀπὸ τὴ φλούδα αὐτὴ τῆς γῆς. Ἂς ἀποφεύγουμε τὸ κακὸ καὶ ἂς κάνουμε τὸ καλό· αὐτὸ θὰ μείνῃ. «Μακάριοι οἱ νεκροὶ οἱ ἐν Κυρίῳ ἀποθνῄσκοντες ἀπ᾿ ἄρτι», ὅτι «τὰ ἔργα αὐτῶν ἀκολουθεῖ μετ᾿ αὐτῶν» (Ἀπ. 14,13). Ἂς προσέξουμε, διότι δὲν ξέρουμε πότε ἔρχεται ὁ Κύριος. Εμαστε τώρα πιὸ κοντά.


 

 

Διότι ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἄλλα σημάδια, ποὺ επαμε, ὑπάρχει καὶ ἕνα ποὺ ἔγινε στὶς μέρες μας καὶ δὲν τὸ προσέξαμε. Κάπου μιὰ προφητεία λέει, ὅτι ὅταν πλησιάζει ἡ δευτέρα παρουσία οἱ Ἑβραῖοι θὰ φτειάξουν κράτος. Ἔ, τὸ ἔφτειαξαν στὶς ἡμέρες μας, τὸ 1948. Μήπως, λοιπόν, ἀπὸ ὥρα σὲ ὥρα γίνῃ ἡ δευτέρα παρουσία;Μακάρι ὅταν ἔρθῃ νὰ μᾶς βρῇ μέσ᾿ στὴν ἐκκλησία, τὴν ὥρα ποὺ γίνεται ἡ θεία λειτουργία, τὴν ὥρα ποὺ κοινωνοῦμε τὰ ἄχραντα μυστήρια, τὴν ὥρα ποὺ ἀκοῦμε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ. Μακάρι νὰ μᾶς βρῇ στὸ σπίτι μέσα ἀγαπημένους ὅλους, συζύγους καὶ παιδιά. Μακάρι νὰ σὲ βρῇ τὴν ὥρα ποὺ κάνεις ἐλεημοσύνη. Μὴ μᾶς βρῇ ποτέ στὴν ἀτιμία καὶ τὴ διαφθορά.Είθε ὁ Θεὸς νὰ δώσῃ μετάνοια σὲ ὅλους μας, μικροὺς καὶ μεγάλους, κι ὅταν φθάσῃ ἡ τελευταία μας ὥρα νὰ σφραγίσουμε τὴ ζωή μας μὲ τὸ «Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου» (Λουκ. 23,42)·Αμήν!

Πηγή: Ορθόδοξος Έλληνας Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης.

 

Μακαριστός Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης

 

Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014

ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΝ ΔΙΩΓΜΩ ΠΙΣΤΗ ΥΠΟ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗ




Η Ελλάδα ζει σ' ένα παγκοσμιοποιημένο status, 

που πλέον οι αμαρτίες νομοθετούνται δια νόμου και η ηθική σήψη ψηφίζεται ομοθυμαδόν στην ημερήσια διάταξη της κυβέρνησης Τσολάκογλου. 

Η ανομία πλέον καθίσταται καθ' όλα νόμιμη και, 

ως εκ τούτου, 

οι πολίτες βιώνουν την πτώση, 

ως καθολικά ψηφισμένο νομοσχέδιο, επικυρωθέν με προεδρική υπογραφή. 

Οι ελευθερίες λογίζονται, 

ως παροχημένες χορηγίες μιας παγκόσμιας, συνομωτικήςδιακυβέρνησης, 

όπου οι κρατούντες χορηγοί λειτουργούν, ως αλχημιστές ντοτόροι, 

που αυξάνουν ή μειώνουν την την ποσότητα της ένεσης στο αίμα.



Η Ελλάδα ζει σ' ένα παγκοσμιοποιημένο status,που πλέον οι αμαρτίες νομοθετούνται διά νόμου και η ηθική σήψη ψηφίζεται ομοθυμαδόν στην ημερήσια διάταξη της κυβέρνησης Τσολάκογλου. Η ανομία πλέον καθίσταται καθ' όλα νόμιμη και, ως εκ τούτου, οι πολίτες βιώνουν την πτώση, ως καθολικά ψηφισμένο νομοσχέδιο επικυρωθέν με προεδρική υπογραφή. Οι ελευθερίες λογίζονται, ως παροχημένες χορηγίες μιας παγκόσμιας, συνομωτικής διακυβέρνησης, όπου οι κρατούντες χορηγοί λειτουργούν, ως αλχημιστές ντοτόροι, που αυξάνουν ή μειώνουν την ποσότητα της ένεσης στο αίμα. Δημιουργούνται συμπαγείς στρατιές ανθρώπων, μαρκαρισμένες μάζες, που δρουν ''ελεύθερα'' σ' έναν μικρόκοσμο, που έχει φτιαχθεί, ακριβώς να τους ελέγχουν. Οι ταγοί του κρατισμού είναι απεργάζοντες, διαβαθμισμένοι τέκτονες, εξανθρωπισμένοι δαίμονες ή δαιμονόπληκτες, σατανοκρατούμενες φιγούρες με ''πρόσωπο'' και ''υπόληψη.'' Αυτό που λέμε κράτος, δεν είναι τίποτ' άλλο, από ένα υπότροπο σύνολο ανθρώπων, που έκαναν την αμαρτία τρόπο ζωής και την ευνομία, ανάθεμα στις παρελθούσες γενεές. Οι κυβερνήσεις εκλέγονται με μαθηματική ακρίβεια, κι αν συμβεί και κάποιο λάθος, πάντα υπάρχει κι ένας μπαλαντέρ στα χρώματα του ροζ... Το γκρίζο και το ροζ είναι πλέον τα χρώματα της πάσχουσας πατρίδας μας. Όσοι ενθυμούνται τις περιώνυμες δηλώσεις της Μπενάκη, στην εκλογή του σημερινού προέδρου της αρρωστημένης, αναιμικής δημοκρατίας, θα θυμούνται, πως όσα ελέχθησαν τότε, απλά, απλούστατα τα βιώνουμε σήμερα. Όχι, γιατι η πρώην κυρία πρόεδρος διακατέχετο από κανένα διορατικό, ακόμα και προορατικό χάρισμα, αλλά, γιατι απλώς πιστοποίησε με απόλυτη ακρίβεια, αυτό που είναι γνωστό τοις πάσι... Πως δηλαδή, ο πολιτικός χάρτης κάθε χώρας χαράσσεται με ιερογλυφικά, διακοσμημένα γράμματα τουλάχιστον για τα επόμενα πενήντα χρόνια. Είναι καιροί, που ποιούμε χειρονακτικά, δικούς μας πνευματικούς κιβωτούς, αφήνουμε όσους δεν ακολουθούν στα γλέντια των Γομόρων και διά μέσου της Ορθοδοξίας, τραβούμε κουπί για το Αύριο. Όποιος δεν το συναισθάνεται αυτό, θαρρώ, πως συγγενεύει πνευματικά απόλυτα με τους παλαιούς σύνοικους των Σοδόμων εν καιρώ γενικής αποστασίας. Συνεχίζει, να παίζει το ίδιο μονότονα, αποκρουστικό τραγούδι σε ξεκούρδιστη κιθάρα που θρηνεί τον κιθαρίστα, γλεντοκοπά με τραγικό τρόπο το δήθεν της επηρμένης υπόστασής του, συνεχίζει, να ζει κωματικά, μέχρι κάποιος να τραβήξει το καλώδιο απ'την πρίζα. Αυτό που προβάλλει γύρω μας είναι το θέατρο του Παραλόγου, το γνωστό le Théâtre de l'Absurde του Ιονέσκο, του Μπέκετ ή του Ζαν Ζενέ. Ο κόσμος δεμένος σε απόλυτα δημιουργημένες, ανοικές πολυδοξασίες είναι σίγουρο, πως κατεςυθύνεται εφ' ω ετάχθη... Στην αυτοκαταστροφή του. Κάναμε τον Θεό παροχημένο σταρλετίστα του παλιού καιρού, ξεπερασμένο θεατρίνο που πεθαίνει στο σανίδι. Τον κατεβάσαμε από μόνοι μας στην γη, Τον αποσχηματίσαμε από την Θεικότητα της υπόστασής Του και αφού Τον εξομοιώσαμε με την μουχλιασμένη κοπροσύνη των περίοπτων, προβληματικών μυαλών μας, Τον ξαναστείλαμε πίσω, ως άχρηστο, αποθηκευμένο υλικό. Ακόμη και τώρα δεν έχουμε συλλάβει το οικρά τέλειο έγκλημά μας στο άπειρο της Δημιουργίας, το φανερά έκδηλο ανόμημά μας στις αυτόχειρα, πληγωμένες απ' τα πάθη, παγερές καρδιές μας. Ο Χριστός υβρίζεται καθημερινά στο στόμα των ανθρώπων, διώκεται και ευτελέζεται στα μάτια των μικρών παιδιών. Μόνοι μας δημιουργήσαμε άθεες, παράνοιες γενιές, τεμαχίσαμε την οικογένεια σε πλαστούς, απρόσωπους ανθρώπους. Δεν χρειάζονται νόμοι για να αιτιολογήσουν τις δικές μας τις ροπές. Έξω από την Εκκλησία, τα πάντα θάνατος. Μεγαλώσαμε παιδιά, πνευματικά ανάπηρα και ψυχικά τραυματισμένα. Τώρα, ως κλαίουσες χήρες θρηνούμε υποκριτικά, το άτιμο το Κράτος, που σκοτώνει τα παιδιά μας με συνέργεια δική μας! Κι εμάς πάλι, μας μεγάλωσαν, με το όνειρο ενός λόγιου δικηγόρου ή ενός καλοθρεμένου, ατσαλάκωτου γιατρού. Δεν μας έμαθαν, όμως να μπορέσουμε να γίνουμε οι καλύτεροι χριστιανοί, οι καλύτεροι απόστολοι Χριστού, οι καλύτεροι χοικοί με ήθος και πνεύμα ενός Θεού, που ματώνει καθημερινά στους αδιάβατους χώρους της μολυσμένης παρουσίας μας. Το όνειρο του γονέα ήταν το Δημόσιο και η περιφέρουσα, καλοστολισμένη έπαρση της κοινωνικής αυτοδικαίωσης. Γαλουχήθηκαν γενεές με το υπολανθάνων πρότυπο ενός επιτραπέζιου γραφιά, ενός αστράπτοντα,φρεσκοσιδερωμένου γαλονά με αρκετές πολύχρωμες ''σαρδέλες.'' Λίγοι ήταν εκείνοι, που ετοίμασαν συνειδητοποιημένους χριστιανούς, έτοιμους να ποιήσουν Χριστολογικό ήθος και Θεόφρονη διακονία ακαταίσχυτη αγάπη και Ιώβια υπομονή. Ποτέ δεν είναι αργά, αλλά ποτέ δεν είναι, όπως πριν. Όσο υπάρχουν θυσιαστικές ψυχές, που κοσμούν το όνειρο της Χριστολογικής ανάβασης, θα υπάρχουν και καρδιές, που θα πυρώνονται στην θέα του πατρογονικού μας Παραδείσου. Απροσμέτρητους δαίμονες να γεμίσει αυτός ο κόσμος, ένας πανέμορφος, σαλπιγγίζων άγγελος φτάνει για ν' αλλάξει τον ρου της Ιστορίας και προσευχητικά να αναπλάσει και πάλι τις θεικές υποστάσεις των ανθρώπων. Εύχεσθε και προσεύχεσθε!



Έξω από την Εκκλησία τα πάντα είναι θάνατος.

 Μεγαλώσαμε παιδιά, πνευματικά ανάπηρα και ψυχικά τραυματισμένα. 

Τώρα, ως κλαίουσες χήρες θρηνούμε υποκριτικά το άτιμο το Κράτος που σκοτώνει τα παιδιά μας με συνέργεια δική μας! 

Κι εμάς πάλι, μας μεγάλωσαν με τ' όνειρο ενός λόγιου δικηγόρου ή ενός καλοθρεμένου, ατσαλάκωτου γιατρού. 

Δεν μας έμαθαν ποτέ, όμως να μπορέσουμε να γίνουμε οι καλύτεροι χριστιανοί, 

οι καλύτεροι απόστολοι Χριστού, 

οι καλύτεροι χοικοί με ήθος και πνεύμα Θεού, 

που ματώνει καθημερινά στους αδιάβατους χώρους της μολυσμένης παρουσίας μας.


Γιώργος  Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος

ΚΙ ΕΣΥ ΤΕΚΝΟΝ ΜΕ ΠΑΡΑΔΙΔΕΙΣ ΕΙΣ ΘΑΝΑΤΟΝ;




Ἴδετε ποτέ, χριστιανοί, ἕνα μικρὸν πλοιάριον μέσα εἰς πλατεῖαν θάλασσαν, μακρὰν ἀπὸ τὴν γῆν, ἐγκαταλελειμμένον ἀπὸ πᾶσαν τέχνην καὶ βοήθειαν, πολεμούμενον ἀπὸ ἐναντίους καὶ σφοδροτάτους ἀνέμους, συχνοδαρμένον ἀπὸ ἄγρια κύματα, ὅπου τέλος πάντων καταποντίζεται εἰς τὸν βυθὸν; τέτοιας λογῆς στοχασθῆτε νὰ βλέπετε εἰς τὴν αἱματώδη θάλασσαν τῶν πικροτάτων παθῶν, τὸν μονογενῆ υἱὸν τῆς Παρθένου, μακρὰν ἀπὸ τὰς ἀγκάλας τῆς ἠγαπημένης του μητρός· ἐγκαταλελειμ -μένον ἀπὸ τὸν ἄναρχον Πατέρα του, ὅπου μίαν φορὰν παρέδωκεν αὐτόν· μοναχόν, χωρὶς τὴν βοήθειαν καὶ συντροφίαν τῶν μαθητῶν, ὅπου τὸν ἀφῆκαν καὶ ἔφυγον.


 

Μά, ὄχι· ἐγὼ βλέπω ἕναν του μαθητήν, ὅπου ἔρχεται μὲ πλῆθος πολὺ στρατιωτῶν καὶ ὑπηρετῶν, μὲ ἄρματα, μὲ φανούς, μὲ λαμπάδας, πλησιάζει, τὸν ἀγκαλιάζει, τὸν φιλεῖ· εἰς καλὴν ὥραν ἦλθες, φίλε καὶ πιστὲ μαθητά, νὰ παρηγορήσης τὸν λυπημένον, νὰ συντροφεύσης τὸν ἐγκαταλελειμμένον Διδάσκαλον· μὰ – εἶπε μου – τί καλὸν μήνυμα φέρεις ἀπὸ τὴν αὐλὴν τῶν ἀρχιερέων; «Φίλε ἐφ᾽ ᾧ πάρει»; τοὺς ἐκατάπεισες τάχα νὰ ἀφήσωσιν εἰς εἰρήνην ἕνα θειότατον ἄνθρωπον, ὅπου δὲν ἔδωκε κανένα σκάνδαλον, μάλιστα ἔκαμε χιλίας εὐεργεσίας εἰς ὅλον τὸν λαὸν τῆς Ἱερουσαλὴμ; ἢ τάχα ἐξάνοιξες πὼς τοῦ μελετοῦσι κανένα μεγάλον κακὸν καὶ ἦλθες μὲ τόσην παράταξιν νὰ τοῦ δώσῃς βοήθειαν; Δὲν ἀποκρίνεσαι; Νὰ σὲ ἰδῶ καλύτερα ποῖος εἶσαι; Ἄχ! ἐσὺ εἶσαι ὁ Ἰούδας ὁ προδότης, ὁ ἀποστάτης ἀπόστολος, ὁ δόλιος μαθητής· ἐσὺ εἶσαι, ὁποῦ τὸν ἐφίλησες τώρα, καὶ ἔρχεσαι νὰ τὸν παραδώσῃς; ὢ μεγάλη ἀχαριστία τοῦ Ἰούδα! ὢ μεγάλη συμφορὰ τοῦ Χριστοῦ.Χριστιανοί, λέγουσι πώς, ὅταν Ἰούλιος ὁ Καῖσαρ εἶδε τοὺς φονεῖς, ὅπου ἦλθον νὰ τὸν φονεύσουν μέσα εἰς τὴν Γερουσίαν, καὶ ἐξάνοιξεν ἀνάμεσα εἰς ἐκείνους τὸν Βροῦτον, ὅπου ἠγάπα ὡς υἱόν· «καὶ σὺ τέκνον»; τοῦ εἶπε· καὶ μὲ τοῦτο ἐσκέπασε τὸ πρόσωπόν του μὲ τὴν χλαμμύδα του, διὰ νὰ μὴ βλέπῃ τόσην ἀχαριστίαν, τὴν ὁποίαν ἐτρόμαξε περισσότερον ἀπὸ τὸν θάνατον. Καὶ πόσην λύπην θὰ ἔλαβε ὁ Ἰησοῦς εἰς τὴν παρουσίαν τοῦ Ἰούδα; καὶ σὺ τέκνον; θὰ ἔλεγε· καὶ σὺ μαθητά μου; καὶ σύ, ἀπόστολέ μου, εἰς τὴν συντροφίαν τῶν ἐχθρῶν μου; μάλιστα καταφυγὴ τῶν ἐχθρῶν μου καὶ μὲ προδίδεις εἰς θάνατον; «Ἰούδα, φιλήματι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου παραδίδως»; Ἀλλὰ εἰς τὴν μεγάλην ἀχαριστίαν τοῦ προδότου μαθητοῦ, εἶναι καὶ μεγάλη καταφρόνησις τοῦ προδομένου διδασκάλου. Ἐπροδόθησαν καὶ ἄλλοι, ἐπωλήθησαν καὶ ἄλλοι, ἀλλὰ καθὼς ἐπροδόθη καὶ ἐπωλήθη ὁ Χριστός, ἄλλος οὐδείς. Ἐπρόδωσεν ὁ Βροῦτος τὸν Καίσαρα, μὰ διὰ τὴν ἐλευθερίαν τῆς πατρίδος· ἐπρόδωσεν ὁ Ἰούδας τὸν Χριστόν, ἀλλὰ διὰ τριάκοντα ἀργύρια· τόσον ἐνομοθέτησεν ὁ Μωϋσῆς νὰ πληρώνεται ὁ φόνος ἑνὸς δούλου. Κακὸν παράδειγμα, ὅπου ἄφησες, ὦ Ίούδα, νὰ πωλῆται διὰ φιλαργυρίαν ἀπὸ τοὺς ἀποστόλους ὁ Χριστός, ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς νὰ πραγματεύωνται τὰ μυστήρια. Ἐπώλησαν οἱ ἀδελφοὶ τὸν Ἰωσήφ, μὰ διὰ νὰ μὴ λάβῃ θάνατον· ἐπώλησεν ὁ Ἰούδας τὸν Χριστόν, ἀλλὰ διὰ νὰ λάβῃ θάνατον· «ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται εἰς τὸ σταυρωθῆναι»· ἂν δὲν λογίζεται ὡς υἱὸς Θεοῦ, ὑπομονή, δὲν εἶναι ἀκόμη φανερὰ γνωρισμένος· μά, κἂν νὰ ἐλογίζεται ὡς υἱὸς ἑνὸς ἀνθρώπου! οὐδὲ τοῦτο· λογίζεται ὡσὰν ἕνα ἄλογον ζῶον, διωρισμένον εἰς τὴν σφαγήν.Διψοῦσι τὸ αἷμά του οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ πρεσβύτεροι καὶ τὸ Συνέδριον ὅλον, συνηγμένοι εἰς τὰ παλάτια Ἄννα καὶ Καϊάφα, ὅπου, συρμένος ἀπὸ ὅλην τὴν σπεῖραν, παραστέκεται διὰ νὰ κριθῇ ὁ Ἰησοῦς. Οἱ κριταὶ ἐχθροί, οἱ μάρτυρες ψευδεῖς, ποίαν ἀπόφασιν ἀναμένομεν; «Ἔνοχος θανάτου ἐστὶν»· ἔνοχος θανάτου ἐστὶ; καὶ λοιπὸν ἂς πεθάνῃ μὰ τὶς χρεία εἶναι νὰ τὸν πτύουσι εἰς τὸ πρόσωπον; νὰ τὸν κολαφίζουν, νὰ τὸν ραπίζωσι; καί, διὰ περισσότερον περιγέλοιον, νὰ τοῦ σφαλίζωσι τὰ μάτια; καί, προσθέτοντες τὰς ὕβρεις τῆς βλασφήμου γλώσσης εἰς τὰς βαρυματίας τῆς ἱεροσύλου δεξιᾶς, ἐρωτοῦσιν εἰς κάθε ράπισμα: «προφήτευσον ἡμῖν (λέγοντες), Χριστέ, τίς ἐστιν ὁ παίσας σε»; Σταθῆτε, ὦ ὑπηρέται τοληροί, καὶ ἐγὼ θέλω νὰ τὸν ἐρωτήσω: Ἰησοῦ μου, Λυτρωτά μου, ὅπου ἐκαταστήθης καὶ ἔγεινες παίγνιον τῶν ἀνθρώπων, διατὶ τώρα ἔχεις τὸ πρόσωπον, ὡσὰν σκεπασμένον μὲ τὸ κάλυμμα τῆς πίστεως, «προφήτευσον ἡμῖν· τίς ἐστιν ὁ παίσας σε»; προφήτευσον ἡμῖν ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὅπου συχνότερα σὲ κολαφίζει, Ἰουδαῖος ἢ αἱρετικὸς ἢ ὀρθόδοξος; προφήτευσον ἡμῖν· τίνος εἶναι ἐκεῖνο τὸ χέρι, ὅπου σοῦ δίδει τὸ βαρύτερον ράπισμα; εἶναι χέρι σκανδαλοποιοῦ ἱερέως ἢ ἀνευλαβοῦς λαϊκοῦ; εἶναι χέρι πόρνης ἀσελγοῦς ἢ νέου ἀκολάστου; εἶναι χέρι ἀδίκου κριτοῦ ἢ πλουσίου πλεονέκτου; εἶναι χέρι φονέως αἱμοβόρου ἢ κλέπτου ἅρπαγος; προφήτευσον ἡμῖν· τί σοῦ πονεῖ περισσότερον; τὰ ραπίσματα τῶν Ἰουδαίων ἢ αἱ ἁμαρτίαι τῶν χριστιανῶν; Ἀλλὰ ὁ Ἰησοῦς μου τώρα δὲν ὁμιλεῖ, σιωπᾷ, καὶ εἶναι ἐκεῖνος ὁ ἄφωνος ἀμνός, ὁποῦ προεῖπεν ὁ Ἡσαΐας.Ἀλλὰ θέλετε νὰ προφητεύσω ἐγὼ; Περισσότερον ἀπὸ ὅλα τὰ ἀναρίθητα ραπίσματα, ὅπου τοῦ δίδουσιν οἱ ὑπηρέται τῶν ἀρχιερέων, τοῦ κακοφαίνονται τρία, ὅπου τοῦ δίδει ἕνας του μαθητής, ὁ Πέτρος, ὅπου τρεῖς φοραῖς τὸν ἀρνεῖται· «οὐκ οἷδα τὸν ἄνθρωπον». Ὁ Πέτρος ἡ πέτρα τῆς πίστεως, ἔγεινε πέτρα σκανδάλου· αὐτὴ εἶναι ἡ μοναχὴ πέτρα, ὅπου ἐρράγη, καὶ πρὶν νὰ ἀποθάνῃ ὁ Χριστός, ὅτε τρὶς ἠρνήθη τὸν διδασκαλον· μὰ πάλιν ἐρράγη εἰς τὴν συντριβὴν καὶ ἐγνώρισε τὸν διδάσκαλον. Καθὼς ἐκείνη ἡ πέτρα εἰς τὴν ἔρημον κτυπημένη μὲ τὴν ράβδον τοῦ Μωϋσέως, ἔτσι ἐτούτη συντετριμένη μὲ ἕνα βλέμμα τοῦ Ἰησοῦ· μὲ ταύτην τὴν διαφοράν, πὼς ἀπὸ ἐκείνην ἔτρεξε νερὸν γλυκὺ ὡσὰν μέλι, ἀπὸ ἐτούτην δὲ ἔτρεξαν πικρότατα δάκρυα· «ἐξελθὼν ἔξω ἔκλαυσε πικρῶς». Δίκαιον ἔχεις, ὦ Πέτρε, νὰ κλαίῃς ἀπαρηγόρητα, πάλιν μακάριος ἐσύ, ὁποῦ καθὼς ἐστάθης γλήγορος εἰς τὸ νὰ ἀρνηθῇς, ἔτσι ἐστάθης καὶ γλήγορος εἰς τὸ νὰ μετανοήσῃς, μίαν ὥραν ἐστάθης εἰς τὴν ἁμαρτίαν καὶ ἔκλαυσες ὅλην σου τὴν ζωήν. Ἄθλιοι ἡμεῖς, ὁποῦ εἴμασθεν τόσον γλήγοροι εἰς τὴν ἁμαρτίαν καὶ τόσον ἀργοὶ εἰς τὴν μετάνοιαν· ἡμεῖς ἁμαρτάνομεν ὅλην μας τὴν ζωὴν καὶ δὲν κλαίομεν μίαν ὥραν.Μὰ ἐγὼ ἀπὸ τὴν μετάνοιαν τοῦ Πέτρου καταλαμβάνω πὼς ὁ ἀλέκτωρ ἐφώνησε τρίς, ὅπου ἦτον τὸ σημάδι τῆς μετανοίας του· καὶ λοιπὸν ἐξημέρωσεν, ἤνοιξε τὸ Πραιτώριον τοῦ Πιλάτου. Ἐδῶ ἀπὸ τὸ σπῆτι τοῦ Καϊάφα φέρεται δεμένος ὡσὰν κατάδικος ὁ Ἰησοῦς.


 

Καὶ ἀνάμεσα εἰς τὰ χέρια τῶν ἱερωμένων, μέσα εἰς τὰ σπίτια τῶν ἀρχιερέων κακά, καὶ ἀνάμεσα εἰς τὰ χέρια τῶν λαϊκῶν, μέσα εἰς τὰ παλάτια τῶν ἀρχόντων χειρότερα. Ὤ ἀσύγκριτος δυστυχία τοῦ Ἰησοῦ! ποὺ ποτε δὲν εὑρίσκει καταφυγὴν καὶ βοήθειαν, ὁλοῦθεν καταφρόνησιν καὶ τιμωρίαν. Ἱερεῖς καὶ λαϊκοί, Ἰουδαῖοι καὶ ἄρχοντες καὶ δοῦλοι, κριταὶ καὶ στρατιῶται, νέοι καὶ γέροντες, κάθε τάξις, ὅλος ὁ λαὸς τὸν κατακρίνουσι ὡς πταίστην, ὅλοι τὸν θέλουσι ἀποθαμένον, ὅλοι φωνάζουσι: «σταύρωσον, σταύρωσον αὐτὸν»... 



Ηλίας Μηνιάτης


Κυριακή 16 Φεβρουαρίου 2014

ΑΓΙΟΤΗΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ;




Εκκλησία εἶναι τὸ θεοΐδρυτο ἐργαστήριο τῆς ἁγιότητος καὶ σωτηρίας· 

εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, μέλη τοῦ ὁποίου εἴμεθα ὅλοι οἱ βαπτισμένοι 

εἰς τὸ ῎Ονομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος·

 ὅλοι οἱ πιστεύοντες ᾿Ορθοδόξως, καθὼς μᾶς παρέδωσαν οἱ ῞Αγιοι Προφῆτες καὶ Απόστολοι,

οἱ ῞Αγιοι Μάρτυρες, οἱ ῞Αγιοι Πατέρες, οἱ ῞Οσιοι καὶ οἱ Δίκαιοι.

Μέσα στὴν ῾Αγία ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία ὁ ἄνθρωπος, 

μὲ τὶς ἅγιες ἀρετὲς καὶ τὰ ἱερὰ Μυστήρια, μεταμορφώνεται ἐν Χριστῷ, ἀνακαινίζεται, ἁγιάζεται, θεοῦται· 

μέσα στὴν ᾿Εκκλησία ὁ πιστὸς ἐπανευρίσκει τὴν πνευματική του ταυτότητα, ἀνακαλύπτει τὴν ἱερότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, 

συναισθάνεται τὴν εὐγένειά του, βιώνει στὸν ὕψιστο βαθμὸ τὴν πνευματική του συγγένεια μὲ τὸν Δημιουργό του, 

ἀποκτᾶ βαθειὰ ἐπίγνωσι, ὅτι εἶναι θεόπλαστος...


 

 

Την προηγουμένη Κυριακὴ ἑωρτάσαμε τὰ Γενέθλια τῆς ῾Αγίας ᾿Εκκλησίας τοῦ Χριστοῦ μας, ἡ ῾Οποία γεννήθηκε μέσα στὶς φλόγες τῆς Πεντηκοστῆς. Τί εἶναι ὅμως ἡ ᾿Εκκλησία; ᾿Εκκλησία εἶναι τὸ θεοΐδρυτο ἐργαστήριο τῆς ἁγιότητος καὶ σωτηρίας· εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, μέλη τοῦ ὁποίου εἴμεθα ὅλοι οἱ βαπτισμένοι εἰς τὸ ῎Ονομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος· ὅλοι οἱ πιστεύοντες ᾿Ορθοδόξως, καθὼς μᾶς παρέδωσαν οἱ ῞Αγιοι Προφῆτες καὶ Απόστολοι,᾿ οἱ ῞Αγιοι Μάρτυρες, οἱ ῞Αγιοι Πατέρες, οἱ ῞Οσιοι καὶ οἱ Δίκαιοι.Μέσα στὴν ῾Αγία ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία ὁ ἄνθρωπος, μὲ τὶς ἅγιες ἀρετὲς καὶ τὰ ἱερὰ Μυστήρια, μεταμορφώνεται ἐν Χριστῷ, ἀνακαινίζεται, ἁγιάζεται, θεοῦται· μέσα στὴν ᾿Εκκλησία ὁ πιστὸς ἐπανευρίσκει τὴν πνευματική του ταυτότητα, ἀνακαλύπτει τὴν ἱερότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, συναισθάνεται τὴν εὐγένειά του, βιώνει στὸν ὕψιστο βαθμὸ τὴν πνευματική του συγγένεια μὲ τὸν Δημιουργό του, ἀποκτᾶ βαθειὰ ἐπίγνωσι, ὅτι εἶναι θεόπλαστος, ὅτι ἀποτελεῖ εἰκόνα καὶ ὁμοίωσι Θεοῦ καὶ ὅτι ἔχει λάβει τὴν ἐντολὴ νὰ γίνη κατὰ χάριν θεός. Σήμερα λοιπὸν προβάλλονται πανηγυρικῶς καὶ εὐφροσύνως οἱ ἀγλαοὶ καὶ εὐλογημένοι καρποὶ τοῦ ἁγίου αὐτοῦ δένδρου τῆς ᾿Εκκλησίας, τὸ ὁποῖο φυτεύθηκε τὴν ῾Αγία Πεντηκοστὴ καὶ ποτίσθηκε μὲ τὰ αἵματα, τοὺς ἱδρῶτας καὶ τὰ δάκρυα τῶν ῾Αγίων· τῶν ῾Αγίων, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν τὸ καύχημα τῆς Πίστεώς μας καὶ τὴν παρηγορία τῶν ψυχῶν μας. Οἱ ῞Αγιοι Πάντες, τοὺς ὁποίους τιμοῦμε σήμερα, ἐφάρμοσαν τὴν προτροπὴ τοῦ ᾿Αποστόλου Παύλου καὶ ἐπληρώθησαν, ἐγέμισαν, Πνεύματος ῾Αγίου· καὶ τώρα, τὸ ἱερὸ αὐτὸ νέφος τῆς θριαμβευούσης ᾿Εκκλησίας μᾶς παρακινεί: «πληροῦσθε ἐν Πνεύματι, λαλοῦντες ἑαυτοῖς ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς, ᾄδοντες καὶ ψάλλοντες ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν τῷ Κυρίῳ».Αὐτὸ ἂς εἶναι καὶ τὸ μήνυμα τῆς μεγάλης σημερινῆς ῾Εορτῆς: νὰ γεμίσουμε, διὰ μέσου τῆς ἁγίας ἐν Χριστῷ ζωῆς, μὲ τὴν Χάρι τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, δηλαδὴ νὰ γίνουμε ῞Αγιοι. Οἱ εὐσεβεῖς λαϊκοὶ ἀδελφοί μας δὲν θὰ πρέπει εὔκολα καὶ ἀβασάνιστα νὰ παραιτοῦνται ἀπὸ τὸν ἀγῶνα γιὰ τὸν ἁγιασμό τους, μὲ τὴν πρόφασι ὅτι αὐτὰ εἶναι ὑψηλὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἁρμόζουν μόνον σὲ Μοναχοὺς καὶ Ασκητάς᾿... Ο Απόστολος᾿ Παῦλος, τὸ στόμα αὐτὸ τοῦ Χριστοῦ, μᾶς πληροφορεῖ, ὅτι Θεοῦ θέλημα εἶναι ὁ ἁγιασμός μας:«τοῦτο γάρ ἐστι θέλημα τοῦ Θεοῦ: ὁ ἁγιασμὸς ἡμῶν». Ο δὲ Κύριός μας παραγγέλει πρὸς ὅλους ἀδιακρίτως:«ἅγιοι γίνεσθε, ὅτι ἐγὼ ῞Αγιός εἰμι». Καὶ ἁγιασμὸς σημαίνει νὰ γίνουμε σκηνώματα, κατοικητήρια τῆς ῾Αγίας Τριάδος:«ἐάν τις ἀγαπᾷ με, τὸν λόγον μου τηρήσει, καὶ ὁ Πατήρ μου ἀγαπήσει αὐτόν, καὶ πρὸς αὐτὸν ἐλευσόμεθα καὶ μονὴν παρ᾿ αὐτῷ ποιήσομεν». Η ἀγάπη πρὸς τὸν Κύριό μας καὶ ἡ τήρησις τῶν θεωτικῶν ἐντολῶν Του, διὰ μέσου τῶν ὁποίων θὰ γεμίσουμε Πνεῦμα῞Αγιον, εἶναι κοινὸ καθῆκον ὅλων τῶν πιστῶν, εἴτε εὑρίσκονται στὴν ἔρημο εἴτε στὸν κόσμο.Νὰ ἕνα παράδειγμα! ῾Η Αποστολικὴ᾿ προτροπὴ «ἀδιαλείπτως προσεύχεσθε».῏Αρά γε τί σημαίνει αὐτό;•Νὰ διατελοῦμε σὲ διαρκῆ ἐπικοινωνία μὲ τὴν πηγὴ τῆς Ζωῆς καὶ τῆς Αγάπης·᾿•νὰ ἐκφράζουμε συνεχῶς τὴν ἀγάπη μας πρὸς τὸν Κύριό μας·•νὰ δοξάζουμε ἀδιαλείπτως τὰ μεγαλεῖα Του·•νὰ Τὸν εὐχαριστοῦμε πάντοτε γιὰ τὶς δωρεές Του πρὸς τὴν μηδαμινότητά μας·• νὰ μετανοοῦμε ἰσοβίως καὶ νὰ ζητοῦμε τὰ ἐλέη Του· •νὰ λαχταροῦμε τὴν ἀνακαίνισι καὶ μεταμόρφωσί μας μέσα στὸ Φῶς τῆς Χάριτός Του·•καὶ ὅλα αὐτά, ὄχι μόνον ὅταν ἔχουμε χρόνο ἢ τὸ ἐπιτρέπουν οἱ περιστάσεις, ἀλλὰ συνεχῶς, μὲ ζῆλο, παντοῦ καὶ πάντοτε, διότι τίποτε δὲν ἐμποδίζει τὴν καρδιά μας καὶ τὸν νοῦν μας νὰ προσεύχωνται, παρὰ μόνον ἡ ἀμέλειά μας...«Διὰ τοῦτο καὶ οἱ θεῖοι Πατέρες οἱ καλούμενοι Νηπτικοί», γράφει ὁ ῞Οσιος Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης,«ἐνομοθέτησαν νὰ προσεύχωνται τόσον οἱ Μοναχοί, ὅσον καὶ οἱ Λαϊκοὶ καὶ νὰ λέγουν τὴν σύντομον ταύτην καὶ μονολόγιστον καλουμένην προσευχήν, πότε μὲ τὸ στόμα, καὶ τὸν περισσότερον καιρὸν μὲ τὸν νοῦν καὶ τὴν καρδίαν: ῾῾Κύριε ᾿Ιησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με᾿᾿».῏Αρά γε ἡ πρώτη ἔχει τὸ προνόμιο νὰ εἶναι ἁγιοτόκος; Μόνον τὸ Μοναστήρι γεννᾶ ῾Αγίους; ῾Ο τόπος ἢ ὁ τρόπος μᾶς ἁγιάζει;Ο Αββᾶς᾿ Αντώνιος,᾿ ἐνῶ εὑρίσκετο στὴν ἔρημο, εἶχε τὴν ἑξῆς ἀποκάλυψι: Στὴν πόλι μέσα ζῆ κάποιος ὅμοιος μὲ σένα, ἱατρὸς στὸ ἐπάγγελμα, ὁ ὁποῖος δίνει τὸ περίσσευμά του σὲ ὅσους ἔχουν ἀνάγκη καὶ ὅλην τὴν ἡμέρα ψάλλει τὸν τρισάγιο ὕμνο μαζὶ μὲ τοὺς Αγγέλους!᾿...«Τῷ Αββᾷ᾿ Αντωνίῳ᾿ ἀπεκαλύφθη ἐν τῇ ἐρήμῳ,ὅτι ἐν τῇ πόλει ἐστί τις ὅμοιός σοι, ἰατρὸς τὴν ἐπιστήμην, τὴν περισσείαν αὐτῷ διδοὺς τοῖς χρείαν ἔχουσι, καὶ πᾶσαν τὴν ἡμέραν τὸ τρισάγιον ψάλλων μετὰ τῶν Αγγέλων». Εἶναι λοιπὸν ἀνέφικτος ἡ ἁγιότης μέσα στὸν κόσμο;



Ο Αββᾶς Αντώνιος, ἐνῶ εὑρίσκετο στὴν ἔρημο, εἶχε τὴν ἑξῆς ἀποκάλυψι: 
Στὴν πόλι μέσα ζῆ κάποιος ὅμοιος μὲ σένα, ἱατρὸς στὸ ἐπάγγελμα, 
ὁ ὁποῖος δίνει τὸ περίσσευμά του σὲ ὅσους ἔχουν ἀνάγκη καὶ ὅλην τὴν ἡμέρα ψάλλει τὸν τρισάγιο ὕμνο μαζὶ μὲ τοὺς Αγγέλους!...
«Τῷ Αββᾷ᾿ Αντωνίῳ᾿ ἀπεκαλύφθη ἐν τῇ ἐρήμῳ,ὅτι ἐν τῇ πόλει ἐστί τις ὅμοιός σοι,
 ἰατρὸς τὴν ἐπιστήμην, τὴν περισσείαν αὐτῷ διδοὺς τοῖς χρείαν ἔχουσι, καὶ πᾶσαν τὴν ἡμέραν τὸ τρισάγιον ψάλλων μετὰ τῶν Αγγέλων».
Εἶναι λοιπὸν ἀνέφικτος ἡ ἁγιότης μέσα στὸν κόσμο;



 Κυριακὴ τῶν ῾Αγίων Πάντων, 13/26.6.2005
                                      

     


Μακαριστός Μητροπολίτης Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανός Α'


ΟΣΙΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ Ο ΕΡΗΜΙΤΗΣ ΤΗΣ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ


 


Βουνά, λαγκάδια, χαλιάδες, νεροσυρμές, βράχια. 

Αὐτὴ εἶναι ἡ τραχειὰ μορφὴ τῆς Καλάνας. 

Ἕνας βράχος ἀτόφιος, ἀποῤῥώξ, θεόρατος καὶ ἀπότομος. 

Τὰ πόδια του πλένοντας στὶς ὄχθες τοῦ Ἀσπροποτάμου, καὶ τώρα τῆς λίμνης τῶν Κρεμαστῶν. 

Ἡ κορφή του περήφανη καὶ αἰχμηρή, χαμένη πολλὲς φορές, στὰ σύννεφα. 

Ντυμένος μὲ πανώρια δάση ὡς τὴν μέση, γυμνὸς ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πάνω, κακοτράχαλος. 

Στέκεται περήφανος ἀπέναντι ἀπὸ τὸ μοναστήρι τῆς Ταρτάνας, δείχνοντας ἀλάνθαστα τὶς καιρικὲς μεταβολές, ποὺ πρὶν ἡ Μετεωρολογικὴ Ὑπηρεσία τὶς ἀναγγείλει.

Ἐκεῖ σὰν σὲ παραμύθι, μέσα στὴν ἀχλὺ τοῦ θρύλου ἀλλὰ καὶ τῆς πραγματικότητας, 

ἔζησε ἕνας μεγάλος ἀσκητής. 

Ἐκεῖ ποὺ φωλιάζουν οἱ ἀετοὶ καὶ οὐρλιάζουν τὴν νύχτα οἱ λύκοι, ἔζησε κάποτε στὸν 13ο αἰῶνα, 

ὁ Ὅσιος πατὴρ ἡμῶν Ἀνδρέας ὁ Ἐρημίτης.


Ἀκόμη καὶ σήμερα γιὰ νὰ πᾶς στὴν σπηλιά, ὅπου ἀσκήτεψε χρειάζεσαι κόπο πολύ, καὶ γερὴ σπλῆνα. Ἐκεῖ ποὺ καὶ σήμερα δύσκολα πλησιάζεις, ἔζησεν ὁ μακάριος ἐκεῖνος τὸ περισσότερο μέρος τῆς ζωῆς του καὶ μάλιστα τὸ τελευταῖο καὶ σπουδαιότερο.Βρισκόμαστε στὰ χρόνια τοῦ Δεσποτάτου τῆς Ἠπείρου, στὰ χρόνια δηλαδὴ ποὺ οἱ ἀλῆτες τῆς Φραγκιᾶς, ποὺ κακῶς τοὺς λέμε Σταυροφόρους -δαιμονοφόροι ἦσαν- εἶχαν μπήξει τὰ μολυσμένα χέρια τους στὶς ἄχραντες σάρκες τῆς Ῥωμανίας, τῆς ἱερᾶς γῆς τῶν Πατέρων μας καὶ τὴν καταξέσχισαν.Ἐδῶ καὶ κεῖ ἔμεινα κάποιες γωνιές, ἐλεύθερες. Μιὰ τέτοια ἦταν καὶ τὸ Δεσποτάτο τῆς Ἠπείρου μὲ πρωτεύουσα τὴν Ἄρτα. Στὴν ἐποχὴ τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέου ἡγεμὼν Δεσπότης ἦταν ὁ Μιχαὴλ Β´ ὁ Κομνημός (1237-1271). Σὲ ὅλη τὴν ἐπικράτειά του (Ἤπειρος-Ἀκαναρνία-Αἰτωλία κ..π.), ἐπικρατοῦσε εἰρήνη καὶ γαλήνη, ἐνῶ γύρω μαίνονταν ἡ φουρτουνιασμένη, ἡ μαύρη θάλασσα τῆς Φραγκοκρατίας. Τὰ πρῶτα χρόνια τῆς ζωῆς τοῦ Ἁγίου μας χάνονται στὸ ἡμίφως καὶ μόλις διακρίνονται. Λέγουν ὅτι γεννήθηκε σὲ ἕνα χωριό, ποὺ τὸ ὠνόμαζαν Μονοδένδρι, ἐκεῖ κάπου στὴν περιοχὴ τῆς Καλάνας. Ἀκόμη λέγουν ὅτι εἶχε νυμφευθῆ καὶ ὅτι εἶχε ἀποκτήσει καὶ τέκνα.Πολὺ νωρὶς ὅμως ἐτρώθη ὑπὸ θείου ἔρωτος καὶ ἔφυγε ἀπὸ τὴν πατρίδα. Ἴσως νὰ εἶχε χηρέψει στὸ μεταξύ. Ἴσως νά χώρισε ἀπὸ συμφώνου μὲ τὴν σύζυγο, γιὰ νὰ ζήσῃ τὴν ζωὴ τῆς ἀσκήσεως, πρᾶγμα καθόλου σπάνιο στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ.Ἔφυγε καὶ πῆγε σὲ τόπο ἔρημο καὶ ἄγνωστο σὲ μᾶς. Ἔζησε ἐκεῖ γιὰ ἀρκετὸ καιρό, ζωὴ σταυρωμένη γεμάτη στερήσεις καὶ πολλὴ ἄσκηση.Μετὰ ἀπὸ χρόνια ξαναγύρισε πάλι στὴν πατρίδα, ὄχι ὅμως γιὰ νὰ ζήσῃ στὸ χωριό του, ὅπως πρίν, ἀλλὰ γιὰ νὰ βρῇ τόπο τραχύ, καὶ δύσβατο, καὶ νὰ συνεχίσῃ μὲ μεγαλύτερο ζῆλο τὴν ἄσκησή του. Σὰν ντόπιος ποὺ ἦταν γνώριζε πολὺ καλὰ τὰ κατατόπια. Γνώριζε ὅτι αὐτὸς ὁ θεόρατος, ἀπόκρημνος καὶ ἀπέραντος βράχος, ποὺ καὶ ἀπὸ μακρυὰ σὲ φοβίζει, κρύβει στὰ σπλάγχνα του βαθειὲς σπηλιές. Κατάλληλες γιὰ ἀγρίμια ἀλλὰ καὶ γιὰ ἀσκητές. Τράβηξε πρὸς τὰ ἐκεῖ. Σκαρφαλώνοντας σὰν ἀγριοκάτσικο, ματώνοντας πόδια καὶ χέρια ἀπὸ τὰ κοφτερὰ στουρνάρια, ξεσχίζοντας τὶς σάρκες ἀπὸ τὰ θεριεμένα βράχια, ψάχνοντας, προσευχόμενος νὰ τοῦ ἀποκαλύψῃ ὁ Κύριος τόπο ἀσκήσεως, τραχύ, καὶ ἄγριο, βρῆκε ἐπὶ τέλους μιὰ σπηλιά, εὐρύχωρη, στεγνή, χωρὶς τὴν παρουσία ἄγριων ζώων ποὺ τότε ἀφθονοῦσαν. Ἐκεῖ θὰ ἦταν ἡ τελευταία ἐπὶ γῆς κατοικία του.Κανεὶς δὲν γνωρίζει τὸν τόπο τῆς ἀσκήσεώς του. Ζοῦσε μόνος, μονώτατος, τῷ μόνῳ Θεῷ εὐχόμενος. Συντηροῦνταν ἀπὸ τὰ ἀγριόχορτα τοῦ βουνοῦ, τὰ βατόμουρα καὶ τὸ ἄγριο μέλι. Γιὰ ποτό, εἶχε τὸ γάργαρο νερό, ποὺ ἄφθονο κυλοῦσε ἀπὸ τὶς βρυσομάνες καὶ τὶς ρεματιές. Ὅμως καὶ αὐτὸ μὲ μέτρο. Θυμόταν πάντα τὸ παλιὸ πρόσταγμα τῶν μεγάλων καθηγητῶν τῆς ἐρήμου: καὶ τὸ ὕδωρ σου μέτριον, ὦ μοναχέ, ἵνα σωθῆς.Ἄκουσα ἀπὸ παλιούς, ὅτι γιὰ ἄσκηση κυλοῦσε ἀκόνια, βαρειὰ στουρναρόλιθα στὸν κατήφορο. Ὅταν αὐτὰ σταματοῦσαν κάτω στὰ βαθειὰ φαράγγια, κατέβαινε, τὰ σήκωνε στὸν ὦμο καὶ τὰ ἀνέβαζε πάλι ἐπάνω.Ζώντας τέτοια ζωή, ἄσαρκη καὶ ἀγγελική, δὲν ἄργησε νὰ γίνῃ καὶ θαυματουργός. Ἀξιώθηκε δηλαδή, ἀπὸ τὸν Ἅγιο Θεό, νὰ κάνῃ θαύματα. Ἀλλὰ θαύματα σὲ ποιούς; Στὶς ἀλεποῦδες ἢ στοὺς λύκους; Ὄχι βέβαια! Ἡ φήμη του διαδόθηκε ἀπὸ περαστικοὺς κυνηγούς, σὲ ὅλα τὰ γύρω χωριά. Ἄρχισαν νὰ σκάβουν μονοπάτια ἀνάμεσα στὰ ἀπάτητα βράχια. Δὲν ἄργησαν νὰ φθάνουν μπροστὰ στὴν σπηλιά, δαιμονισμένοι, σακάτηδες, ἀσθενεῖς ἀπὸ κάθε λογῆς ἀρρώστειες. Καὶ ὅλοι, μὲ τὶς θερμὲς προσευχές, τοῦ Ἁγίου, θεραπεύονταν.Ἀπέκτησε ἔτσι, ζῶν ἔτι, δύο ἐπίζηλους τίτλους: Ἐρημίτης, καὶ θαυματουργός.Ὅμως, μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ Ἁγίου, ἦρθαν χρόνια δίσεκτα. Πόλεμοι συνεχεῖς. Φράγκοι, Σλάβοι, Βενετσιάνοι, καὶ τέλος Τοῦρκοι. Ὅλοι μὲ ἕνα κοινὸ στόχο. Νὰ διαλύσουν ὅτι ἀπέμενε ἀπὸ τὴν Ῥωμανία. Αἵματα ποτάμια, φόνοι ἀδιάκοποι, βιασμοὶ καθημερινοί. Ταραχές, πυρκαϊές, καὶ ὅ,τι ἄλλο κακό, μπορεῖ νὰ βάλῃ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, ἔπεσαν σὰν χιονοστιβάδες καὶ κατεπλάκωσαν ἱστορίες, θαύματα, διηγήσεις. Τὸ μόνο ποὺ ἔμεινε ἦταν τὸ θαυμαστὸ γεγονός, τῆς κοιμήσεως τοῦ Ἁγίου. Αὐτὴ κατεγράφη ἀργότερα σὲ συναξάρι τοῦ 18ου αἰῶνος.Λαμπάδες οὐρανομήκεις ἐμήνυσαν τὴν κοίμησή του. Φῶτα λαμπρά, ποὺ ξεκινοῦσαν ἀπὸ τὴν σπηλιά, ἀνέβαιναν στὰ οὐράνια, καὶ κατέβαιναν ὅλη τὴν νύκτα, ἐμήνυσαν στὰ γύρω χωριά, ὅτι ἡ ψυχὴ τοῦ Ὁσίου, ἄφησε τὸν μάταιο καὶ πρόσκαιρο αὐτὸν κόσμο.Τὸ θαυμαστὸ αὐτὸ γεγονός, μετεδόθη ἀστραπιαία ἀπὸ χωριό, σὲ χωριό, καὶ ἔφθασε μέχρι καὶ τὴν πρωτεύουσα τοῦ Δεσποτάτου τὴν Ἄρτα. Πλῆθος κόσμου ξεκίνησε γιὰ νὰ φθάσῃ στὴν σπηλιά, και νὰ προσκυνήσει τὸ Ἅγιο λείψανο. Ἱερεῖς, ἱερομόναχοι, μοναχοί, λαϊκοί, ἄνδρες, γυναῖκες, παιδιά, γέροντες, πρεσβύτεροι μετὰ νεωτέρων, πῆραν τὸ δύσβατο μονοπάτι.Ἀλλὰ καὶ ἡ Βασίλισσα, ἡ σύζυγος τοῦ Μιχαήλ, ἡ Ἁγία Θεοδώρα, μαζὶ μὲ τὴ Σύγκλητο, ἔκαμαν μεγάλη πομπή, ἀπὸ τὴν Ἄρτα, γιὰ νὰ φθάσουν πεζοπορώντας.Σὰν ἕνα πελώριο μακρὺ φίδι σέρνονταν στὸ φίδι τοῦ βράχου, ἀγαλλομένῳ ποδί, μὲ ἕνα καὶ μόνον σκοπό. Νὰ προσκυνήσουν τὸ ἁγιασμένο λείψανο, νὰ τὸ ἐνταφιάσουν σεμνοπρεπῶς μὲσα στὴν ἴδια τὴν σπηλιά του.Καὶ ὅλα ἔγιναν κατὰ πὼς ἔπρεπε. Ἡ Ἁγία Θεοδώρα, ποὺ καὶ πρίν, πολλὰ εἶχε ἀκούσει γιὰ τὸν Ἅγιο, δὲν παρέστη μόνο στὸν ἐνταφιασμό του. Ηὐλαβεῖτο τόσο πολὺ τὸν Ὅσιο, ὥστε ἔδωσε χρήματα πολλά, γιὰ τὴν ἀνέργεση ναοῦ στὸν τόπο τῆς κοιμήσεώς του. Καὶ πράγματι μέσα στὴν σπηλιά, χτίσθηκε ναός, ποὺ μέχρι καὶ σήμερα σώζεται. Σὲ αὐτὸν τὸν ναό, στὶς 15 Μαΐου κάθε χρόνο, ἠμέρα τῆς κοιμήσεως τοῦ Ἀγίου, πλήθη πιστῶν συγκεντρώνονται καὶ τώρα ἀπὸ τὰ γύρω χωριά, τοῦ Βάλτου, γιὰ νὰ λάβουν ἁγιασμό, παρηγοριά, τὴν εὐλογία τοῦ Ἁγίου.



Στὰ τέλη τοῦ 18ου αἰῶνος, 

κατόπιν ἐμφανίσεως τοῦ Ἁγίου, 

ἔγινε ἡ ἀνακομιδὴ τῶν ἁγίων λειψάνων του. 

Μιὰ ἀργυρῆ θήκη, φτιαγμένη στὸ Καρπενήσι ἀπὸ τοὺς ἐκεῖ ἀργυροχόους, ὑπεδέχθη τὰ κυριότερα καὶ μεγαλύτερα ὀστᾶ. 

Ἀρκετὰ τεμάχια δόθηκαν χάριν εὐλογίας στὰ γύρω μοναστήρια.

 Ὅλα ὅμως χάθηκαν στὶς μεγάλες περιπέτειες τοῦ Γένους μας ποὺ μετὰ ἀπὸ λίγο ἐπηκολούθησαν.

Ἕνα μικρὸ τεμάχιο, ὑπάρχει ἀκόμη στὸ Μοναστήρι τῆς Ταρτάνας, καὶ θεωρεῖται ἱερὸν φυλακτήριο καὶ μέγα θησαύρισμα.

 Γιὰ μᾶς τοὺς παροικοῦντας σὲ αὐτὸ τὸ Μοναστήρι, εἶναι πράγματι θησαυρός, μεγάλος. 

Καὶ βλέποντας τὸ βουνὸ τῆς Καλάνας ἀπέναντι παρακαλοῦμε τὸν Ἅγιο νὰ πρεσβεύῃ καὶ γιὰ μᾶς τοὺς αναξίους.



Αρχιμανδρίτης Δοσίθεος Κανέλος

Παρασκευή 14 Φεβρουαρίου 2014

ΤΟ ΕΚ ΘΕΟΥ ΟΡΑΜΑ ΤΟΥ ΠΕΤΡΟΥ ΜΟΣΤΡΑΤΟΥ


 

 

Ὅτε ἦλθον εἰς Πάρον καὶ ἔγινα μοναχὸς καὶ κατόπιν Ἱερεὺς καὶ Πνευματικός,

μετέβαινα, μὲ τὴν εὐλογίαν τοῦ Γέροντός μου Ἱεροθέου 

καὶ τὴν ἄδειαν τοῦ τότε Μητροπολίτου Παροναξίας κυροῦ Ἱεροθέου, 

εἰς τὰς πόλεις, 

κώμας καὶ χωρία τῶν νήσων Πάρου καὶ Νάξου 

καὶ ἐξωμολόγουν τοὺς πιστοὺς καὶ ἐκήρυττον τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ.

Κατὰ τὸ ἔτος 1917-1918 μεταβὰς εἰς τὴν χώραν Παροικίαν, 

φιλόχριστός τις, ὀνόματι Πέτρος Μοστρᾶτος, 

μὲ ἐκάλεσε εἰς τὸν οἶκον του καὶ ἀφοῦ ἐξομολογήθη αὐτὸς 

καὶ ἡ κυρία του μοὶ ἐδιηγήθη τὴν κατωτέρω κατανυκτικὴν ὅρασιν,

 τὴν ὁποίαν ἔγραψα διὰ νὰ δημοσιεύσω πρὸς ὠφέλειαν τῶν πιστῶν ἀναγνωστῶν χριστιανῶν. 

Εἶχον μοὶ εἶπε δυὸ τέκνα,

 ἕνα υἱὸν καὶ μίαν θυγατέραν.


 


Ἐφρόντισα ὡς πατὴρ καὶ τὰ ἔμαθα γράμματα καὶ ἀφοῦ ἐτελείωσαν τὸ Γυμνάσιον ἀπεφάσισα νὰ τὰ στείλω καὶ τὰ δυὸ νὰ σπουδάσουν εἰς Ἀθήνας εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Ἡ κόρη, καίτοι μικρότερα κατὰ δυὸ ἔτη, ὑπερτερεῖ κατὰ πολλὰ τὸν ἀδελφόν της εἰς τὰ γράμματα, εἰς τὴν ἐπιμέλειαν, εἰς τὴν ἀγάπην, εὐσέβειαν, πίστιν, σύνεσιν, φρόνησιν καὶ λοιπὰς ἀρετάς· ὅταν τῆς ἐπρότεινα νὰ ὑπάγη εἰς τὸ Πανεπιστήμιον μὲ τὸν ἀδελφόν της, μοὶ εἶπεν: «Πάτερ μου, πάντοτε εἰς ὅλα σοῦ ἔκανα ὑπακοή, εἰς αὐτὸ δὲν θὰ σοῦ κάμω. Μὲ ἀρκοῦν τὰ γράμματα ποὺ ἔμαθα». «Ἐγὼ θέλω κόρη μου, τῆς εἶπα, νὰ σὲ στείλω νὰ γίνης ἐπιστήμων». «Καὶ ἐγὼ πάτερ μου, μὲ ἀπήντησε, θεωρῶ ὅτι μεγαλύτερα ἐπιστήμη εἰς ἕνα κορίτσι δὲν εἶναι ἄλλη ἀπὸ τοῦ νὰ φυλάξη τὴν ἐντολὴν τοῦ Θεοῦ, ἥτις λέγει: «Τίμα τὸν Πατέρα σου καὶ τὴν μητέρα σου, ἵνα ἐν σοὶ γένηται», νὰ ἀγαπήση τοὺς γονεῖς της, νὰ τοὺς ὑπηρέτηση καὶ βοηθήση εἰς τὸ γῆρας των, ὅταν δὲν ἔχουν ἄλλο παιδὶ ὡς ὑμεῖς, οἱ ὁποῖοι τόσο ἐκοπιάσατε δι᾿ ἐμὲ καὶ ὅταν ἤμην εἰς τὴν κοιλίαν τῆς μητέρας, καὶ ὅταν ἤμην νήπιον καὶ κατόπιν μικρὸ κορίτσι καὶ μέχρι τώρα. Εἶναι ἀδύνατον νὰ σᾶς ἀφήσω καὶ μάλιστα τώρα ποὺ ἐγηράσατε».Βλέπων τὴν ἐπιμονήν της, τὴν ἄφησα καὶ βλέπων τὴν ἀγάπην καὶ ἀφοσίωσιν, τὴν περιποίησιν καὶ τὴν φροντίδα ποὺ εἶχε καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὴν μητέρα της ἐχαιρόμεθα καὶ ἐνομίζαμε ὅτι εἴμεθα εὐτυχεῖς καὶ θὰ εἴμεθα διὰ πάντα, καὶ πολλοὶ μᾶς ἐμακάριζον, ὅτι εἴχαμεν τοιαύτην χαριτωμένην κόρην, καὶ ἐλησμονήσαμεν ὅτι ἡ χαρὰ καὶ ἡ εὐτυχία ἡ διαρκῆς δὲν εἶναι εἰς τὸν παρόντα πρόσκαιρον βίον, ἀλλ᾿ εἰς τὴν μέλλουσαν ζωήν.Δὲν παρῆλθε πολὺς καιρὸς καὶ ἠσθένησε σοβαρὰν ἀσθένειαν καὶ οἱ ἰατροὶ ἀπεφάνθησαν ὅτι θὰ ἀποθάνη. Ἡ χαρά μας μετεβλήθη εἰς λύπην ἄφατον. Εἰς τὴν ἀπελπισίαν μου κατέφυγον εἰς τὴν ταχυνὴν βοήθειαν, εἰς τὴν ἐλπίδα καὶ προστασίαν καὶ καταφυγὴν τῶν Χριστιανῶν, τὴν Εὐσπλαχνικωτάτην Μητέρα τοῦ Θεοῦ, τὴν Παναγίαν τὴν Μεγαλόχαριν Εὐαγγελίστριαν. Εἰσελθὼν δὲ εἰς τὸν ἰδιόκτητον Ναόν της, τὸν ὁποῖον εἶχον ἐκ κληρονομιᾶς τῶν γονέων μου, πλησίον τῆς οἰκίας μου καὶ προσπεσῶν ἔμπροσθεν τῆς εἰκόνος γονυπετής, τὴν παρεκάλουν μετὰ θερμῶν δακρύων νὰ σώση τὴν κόρην μου ἐκ τοῦ θανάτου, ἢ νὰ πάρη τὸ ἀγόρι μου καὶ νὰ μοὶ ἀφήση τὸ κορίτσι, ποὺ ἦτο τόσον καλόν. Ἡ Παναγία δὲν μὲ ἤκουσε καὶ ἀπέθανε τὸ θυγάτριόν μου. Ὅταν ἀπέθανε καὶ ἐγὼ καὶ ἡ σύζυγός μου εἴμεθα ἀπαρηγόρητοι, τίποτε ἄλλο δὲν ἐκάναμε, μόνον ἡμέραν καὶ νύκτα ἐθρηνούσαμε τὴν δυστυχίαν μας.Ἐπὶ 15 ἡμέρας ἔμενα κλεισμένος μὲ τὴν σύζυγόν μου εἰς τὴν οἰκίαν μας διαρκῶς κλαίοντες καὶ ἀφοῦ συνεπληρώθησαν 15 ἡμέραι ἐπῆγα εἰς τὴν πλησίον τῆς οἰκίας μου Ἐκκλησίαν καὶ ἤναψα τὴν κανδήλαν τῆς Παναγίας καὶ ἐνθυμηθεὶς ὅτι τὴν παρεκάλουν νὰ σώση τὴν κόρην μου καὶ δὲν τὴν ἔσωσε ἔσβυσα τὴν κανδήλαν καὶ εἶπα πρὸς τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας μὲ θυμόν. «Ἐπειδὴ δὲν μὲ ἤκουσες Παναγία καὶ ἐγὼ σοῦ σβύνω τὴν κανδήλαν» καὶ ἐπῆγα εἰς τὸν οἶκον μου. Μόλις ἀνεκλήθην εἰς τὴν κλίνην μου ἦλθον δυὸ ἀστραπόμορφοι νέοι, μὲ παρέλαβον, μὲ ἐξήγαγον ἐκ τῆς οἰκίας καὶ ἐπεριπατούσαμεν εἰς μίαν πεδιάδα. Φοβηθεὶς τοῖς εἶπον ποῦ μὲ πηγαίνετε; Σὲ ὑπάγωμεν, μοὶ εἶπον, νὰ ἴδης τὴν κόρην σου. Ἡ κόρη μου τοῖς εἶπον εἶναι 15 ἡμέραι ποὺ ἀπέθανε, δὲν ὑπάρχει. Τότε μὲ ὑφὸς αὐστηρὸν μοὶ εἶπον «ἄπιστε, ἀκόμη δὲν πιστεύεις; ἐλθὲ νὰ τὴν ἰδῆς». Καὶ προχωρήσαντες ὀλίγον ἐφθάσαμεν εἰς ἕνα κῆπον θαυμάσιον, ὁ ὁποῖος ὁμοίαζε μὲ τὸν Παράδεισον. Εἰς τὸ μέσον τοῦ Παραδείσου ἦτο ἕνα μεγαλοπρεπέστατον ἀνάκτορον κτισμένον ἀπὸ χρυσὸν στίλβοντα. Μοὶ ἔδειξαν μίαν μεγάλην πύλην χρυσὴν καὶ μοὶ λέγουν «εἴσελθε ἀπὸ τὴν πύλην ταύτην εἰς τὸ ἀνάκτορον, ἐκεῖ θὰ ἴδης τὴν κόρην σου»σ.Εἰσελθὼν διὰ τῆς πύλης βλέπω μίαν αἴθουσαν βασιλικὴν ἀπέραντον. Εἰς τὴν αἴθουσαν ἐκείνην ἦσαν μυριάδες παρθένων, αἱ ὁποῖαι ἐκάθηντο εἰς θρόνους χρυσοὺς καὶ δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἦσαν λαμπάδες. Τὰ πρόσωπα τῶν παρθένων ἐξήστραπτον ὑπὲρ τὸν ἥλιον, τὸ δὲ φῶς τῶν λαμπάδων καὶ ἐν γένει οἱ θρόνοι τῶν παρθένων, τὸ κάλλος τῆς αἰθούσης καὶ τοῦ ἀνακτόρου ἦτο ἀνερμήνευτον καὶ ἀκατανόητον. Παρατηρῶν τὰς παρθένους βλέπω τὴν κόρην μου εἰς θρόνον χρυσοῦν ἐξαστράπτουσαν τῷ κάλλει, ἀλλ᾿ αἱ λαμπάδες της ἦσαν ἐσβεσμέναι. Μόλις τὴν εἶδον τὴν ἀνεγνώρισα τρέχω μὲ χαρὰν νὰ τὴν ἐναγκαλισθῶ, νὰ τὴν φιλήσω, ἀλλὰ μόλις ἐπλησίασα ἠγέρθη τοῦ θρόνου καὶ μὲ ὄμμα αὐστηρὸν μὲ κοίταξε καὶ μοὶ λέγει! «φύγε ἀπὸ ἐδῶ· πῶς ἐτόλμησες καὶ ἦλθες καὶ ἐδῶ νὰ μὲ ἐνόχλησης;». Καὶ μὲ ἐξέβαλε τῆς αἰθούσης καὶ ἐκάθησε πάλιν εἰς τὸν θρόνον της. Ἐγὼ δὲ ἤρχισα νὰ παραπονοῦμαι καὶ νὰ τῆς λέγω. «Κόρη μου, διατί δὲν μὲ δέχεσαι; δὲν ἠξεύρεις πόσον σὲ ἠγάπων; Ἐγὼ παρεκάλουν τὴν Παναγίαν νὰ πεθάνη ὁ ἀδελφός σου διὰ νὰ ζήσης ἐσὺ νὰ σὲ ἔχω μαζί μου καὶ σὺ μὲ διώκεις;». «Παῦσε, μοὶ λέγει, νὰ λέγης ὅτι μὲ ἀγαπᾶς, διότι ἐὰν μὲ ἠγάπας ἔπρεπε νὰ ἔχαιρες εἰς τὴν εὐτυχίαν μου, εἰς τὴν δόξαν μου, εἰς τὴν τιμήν μου καὶ ὄχι νὰ λυπῆσαι. Ἔπρεπε νὰ εὐχαριστῆς τὸν Θεὸν καὶ τὴν Παναγίαν, ποὺ μὲ ἠξίωσαν τοιαύτης εὐτυχίας καὶ δόξης καὶ ὄχι νὰ γογγύζης». Τότε τῆς λέγω «κόρη μου, διατί τῶν ἄλλων παρθένων αἱ λαμπάδες εἶναι ἀνημμέναι, αἱ δὲ ἰδικαί σου εἶναι ἐσβησμέναι;». Μοὶ ἀπήντησε! «σὺ καὶ ἡ μητέρα μου μοῦ τὰς ἐσβύσατε μὲ τὰ δάκρυά σας, καὶ ἂν δὲν παύσετε νὰ κλαίετε, νὰ μὴ λέγετε ὅτι εἶμαι κόρη σας». Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐξύπνησα καὶ στοχαζόμενος ἐκεῖνα τὰ μεγαλεῖα τὰ ὁποῖα εἶδον καὶ τὴν δόξαν τῶν παρθένων καὶ τῆς κόρης μου καὶ τὸ κάλλος τὸ ἀμήχανον, ἔμεινα ἄρκετην ὥραν ἐκστατικὸς καὶ ἀφοῦ συνῆλθον διηγήθην εἰς τὴν σύζυγόν μου τὰ ὅσα εἶδον καὶ παρηγορήθη ἀρκετά. Ἐν τῷ μεταξὺ ἤρχισεν ἡμέρα καὶ τρέχω εἰς τὴν ἐκκλησίαν καὶ προσπίπτων γονυκλινὴς ἔμπροσθεν τῆς εἰκόνος τῆς Παναγίας, μὲ δάκρυα μετανοίας καὶ χαρᾶς ἐζήτουν συγχώρησιν. «Παναγία μου, παρηγορήτριά μου καὶ προστασία καὶ ἐμοῦ καὶ ὅλων τῶν Χριστιανῶν, συγχώρησόν μοι διὰ τὰ ἄσκοπα καὶ ἄπρεπα λόγια ποὺ σοῦ εἶπα. Ἡ πολλὴ θλίψις μοὶ ἐπροξένησε παραφροσύνην. Σὲ εὐχαριστῶ μυριάκις, σὲ εὐχαριστῶ καὶ θὰ σὲ εὐχαριστῶ μέχρι τέλους τῆς ζωῆς μου καὶ θὰ σοῦ ἀνάπτω τὸ κανδήλι ἡμέραν καὶ νύκτα».Ἐπιστρέψας εἰς τὸν οἶκον μου ἐφόρεσα τὰ γιορτινά μου ροῦχα καὶ ἐξῆλθον εἰς τὴν ἀγορὰν περιπατῶν καὶ χαίρων εἰς τὴν κεντρικὴν ὁδὸν τῆς χώρας. Μόλις μὲ εἶδον οἱ ἄνθρωποι ἔτρεχον νὰ μὲ συλλυπηθοῦν.


 

Ἐγὼ δὲ τοὺς ἔλεγον δὲν δέχομαι συλλυπητήρια.

 Δέχομαι συγχαρητήρια. 

Μερικοὶ τῶν φίλων καὶ γνωστῶν ἤκουσα νὰ ψιθυρίζουν καὶ νὰ λέγουν, τί κρίμα: 

Ὁ μπάρμπα-Πέτρος τὰ ἔχασε ἀπὸ τὴν πολλὴν λύπην. 

Ἐγὼ τοὺς ἐπλησίασα καὶ τοὺς εἶπον· 

«ὄχι δὲν τὰ ἔχασα, πρὶν νὰ ἴδω τὴν κόρην μου τὰ εἶχα χάσει, 

ἀλλὰ τώρα ποὺ τὴν εἶδα, 

εἶδα ὅτι ζῆ καὶ εὑρίσκεται εἰς μεγάλην δόξαν, τιμὴν καὶ εὐτυχίαν·

 εἶναι εἰς τὸν χορὸν τῶν παρθένων,

 ἔχω χαρὰν μεγάλην καὶ θεωρῶ ἑμαυτὸν εὐτυχῆ, 

ὅτι ἔχω κόρην νύμφην τοῦ Οὐρανίου Νυμφίου.



                                        

Μακαριστός Αρχιμανδρίτης π. Φιλόθεος Ζερβάκος


ΟΣΙΟΤΑΤΗΝ ΕΝ ΚΥΡΙΩ ΑΓΑΠΗΤΗΝ ΟΣΙΑΝ ΞΕΝΗΝ


 

 

«ταν ἡ πρώτη ἡγουμένη τοῦ Μοναστηρίου» ἔλεγε ἡ Εὐαγγελία Μπέση. «Ἁγία γυναῖκα. Ἦταν προικισμένη μὲ πολλὲς ἀρετές. Ἐφάρμοζε κατὰ γράμμα τὶς συμβουλὲς τοῦ Σεβασμιότατου καὶ βοηθοῦσε καὶ τὶς ἀδελφὲς νὰ τὶς ἐφαρμόσουν καὶ αὐτές. Τὴν σέβονταν ὅλες. Εἶχε καὶ θαυμάσιο ποιητικὸ τάλαντο. Ἦταν θρησκευτικὴ ποιήτρια. Ἔγραφε ὕμνους στὸ Χριστό, στὴν Παναγία, στοὺς Ἁγίους.


πέροχη ψυχή. Ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ».Παρεμφερεῖς εἶναι καὶ οἱ ἐνθυμήσεις τοῦ Σωτηρίου Οἰκονόμου, μαθητοῦ τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου στὴν Ριζάρειο Σχολή, διηγεῖται μὲ ἔμφαση: «Ἁγία ψυχή! Μάλιστα ἀπορῶ πῶς δὲν τὴν ἀνακήρυξαν καὶ αὐτὴν ἁγία. Ἡ Πετρούλα Βότση-Γιαννακοπούλου ἀφηγήθηκε προσωπική της ἐμπειρία: «Ἦταν Ἅγιος ἄνθρωπος! Χαριτωμένος. Εἶχε καὶ χάρισμα προορατικό.


κεῖ ποὺ εἶναι σήμερα τὸ ἐξομολογητήριο, ἦταν παλιὰ πορτίτσα μισή - μισὴ πάνω μισὴ κάτω. - Καλημέρα Γερόντισσα, τῆς ἔλεγα. -Καλῶς τὴν Πετρούλα, ἀποκρινόταν καλοσυνάτα. Ὅποιος καὶ ἂν τὴν πλησίαζε, δίχως φυσικὰ νὰ βλέπει, οὔτε μία ἀκτῖνα φῶς, ἐπικοινωνοῦσε μαζί του σὰν νὰ ἔβλεπε κανονικά. Λέτε καὶ δὲν ἦταν τυφλή. Εἶχε χάρισμα...».Ἰδιαιτέρως σημαντικὴ εἶναι καὶ ἡ μαρτυρία τῆς ἀνιψιᾶς της, Μαρίας Στρογγυλοῦ: «Ὅταν προσευχόταν, νόμιζες πῶς δὲν πατοῦσε στὴ γῆ! Ὅτι βρισκόταν στὸν οὐρανό!»


Αἰγηνίτισσα μοναχὴ Νεκταρία ἔλεγε γι᾿ αὐτή: «Ἦταν ἁγία γυναῖκα! Εὐωδιάζουν τὰ ὀστᾶ της! Πολλὰ βράδια στὸ ἀπόδειπνο -ἀφοῦ εἶχε κοιμηθεῖ ὁ Ἅγιος- ἔβλεπε ἕνα Γεροντάκι μὲ τὸ σκουφάκι του τὸ μαῦρο καὶ περιφερόταν γύρω-γύρω, τὴν ὥρα τῆς ἀκολουθίας. Δὲν ἔβλεπε καθόλου. Ἀλλὰ τὰ πάντα «ἔβλεπε». Ὅταν ἔμπαινε στὸ Ναὸ ἔλεγε: -Γιατί παιδιά μου ἔχουν σκόνη οἱ Εἰκόνες αὐτές; Μιὰ μέρα μοῦ εἶπε: -Γιατί Ζηνοβία φορᾷς τόσο κοντὸ φουστανάκι, ἀφοῦ θὰ γίνεις μοναχή;»


Τὸν Ἅγιο τὸν ξενύχτησαν πολλοὶ στὸ Μοναστήρι. Ἡ Γερόντισσα Ξένη γύριζε γύρω-γύρω καὶ παρηγοροῦσε τὸν κόσμο ποὺ ἔκλαιγε. Τὸ ἀπόγευμα πρὶν κοιμηθῇ ὁ Δεσπότης, οἱ καλόγριες πῆραν τηλεγράφημα ποὺ ἔλεγε ὅτι πάει καλύτερα στὸ Ἀρεταίειο. Χάρηκαν. Ἡ Ξένη ὅμως δὲν χάρηκε. Τὸν εἶχε δεῖ στὴν αὐλὴ τοῦ Μοναστηριοῦ καὶ τῆς εἶπε: -Ἦρθα νὰ σᾶς χαιρετίσω. Ἀναχωρῶ! Ὕστερα ἀπὸ λίγη ὥρα μάθαμε τὰ μαντάτα. Ὁ Δεσπότης κοιμήθηκε.Στὶς ἑκατὸν τριάντα ἕξι σῳζόμενες ἐπιστολὲς τοῦ ἁγίου Νεκταρίου, οἱ ἑκατὸν δέκα περίπου ἀποστέλλονται πρὸς τὴν «ὁσιωτάτην ἐν Κυρίῳ ἀγαπητὴν ὁσίαν Ξένην».


ὁσία παρὰ τὴν ἀσθενικήν της κράση ἐβίαζε τόσον ἑαυτὴν προσευχομένη καὶ νηστεύουσα, ὥστε ὁ ἴδιος ὁ ἅγιος νὰ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη νὰ τῆς ὑπενθυμίζῃ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκθέτῃ τὴν ὑγεία της σὲ κίνδυνο. Ἄλλοτε πάλι, τῆς ἔγραφε «νὰ ὀλιγοστεύσῃ τὰ κομβοσκοίνια». Ἐκείνη, βεβαίως, πειθαρχοῦσε, διότι ἦτο ἄνθρωπος ὑπακοῆς, ἐγνώριζε, ἐξ ἄλλου, καλῶς τί θὰ ἀπαντοῦσε ὁ ἅγιος ὅταν ὁποιαδήποτε μοναχὴ παρήκουε τὶς νουθεσίες του: «Φυλάξατε τὰς συνθήκας τοῦ ἁγίου σχήματος καὶ τοὺς νόμους Του».


ἴδια εἶχε μεγάλη εὐαισθησία καὶ φόβο Θεοῦ προκειμένου νὰ κοινωνήσει τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ποτὲ δὲν μεταλάμβανε ἂν δὲν ἔπαιρνε τὴν εὐλογία τοῦ ἁγίου. Εἶχε βαθιὰ ταπείνωση. Ἀρκεῖ νὰ μνημονευθεῖ ὅτι ὅταν τῆς ἔδιναν καινούργιο ράσο δὲν ἐπιθυμοῦσε νὰ τὸ φοράῃ καινούργιο, γι᾿ αὐτὸ ἔκοβε ὁρισμένα τεμάχια καὶ τοποθετοῦσε στὴν θέση τοῦ μπαλώματα, ὥστε νὰ φαίνεται παλαιό. Εἶχε διαυγῆ διάκριση καὶ θεάρεστη ὑπομονή. Ὁ ἅγιος Νεκτάριος, πεπεισμένος διὰ τὴν πνευματική της σοφία καὶ σύνεση, τῆς ἔγραφε νὰ γνωρίσῃ τὶς ἀδελφὲς «ὅτι ὀφείλουσιν ἅπασαι νὰ ἐξαγορεύονται τοὺς λογισμούς των εἰς αὐτήν», ἄλλοτε πάλι, τῆς ἔγραφε: «ἐπιθυμῶ οὐδεμία τῶν ἀδελφῶν πλήν σου νὰ διατάσσῃ».Ἀσκούμενη καὶ ἁγιαζομένη τοιουτοτρόπως, κατέστη ἔμπειρος εἰς τοὺς ὅρους τοῦ μοναχικοῦ πολιτεύματος.


Αὐτὸ φαίνεται καὶ ἀπὸ μία ἐπιστολὴ τοῦ ἁγίου, ὁ ὁποῖος τῆς ἔγραφε γιὰ μία ἀδερφή: «Ὑπομιμνήσκω αὐτὴ τοὺς ὅρους τοῦ μοναχικοῦ πολιτεύματος. Πρῶτον: Αὐταπάρνησις. Ταύτη ἕπεται ἡ ἐκκοπὴ τοῦ θελήματος καὶ ἡ ὑποταγή. Δεύτερον: Ὑπομονὴ καὶ ταπείνωσις καὶ τὰ παρεπόμενα ταῖς ἀρεταῖς ταύταις. Καὶ τρίτον: Προσοχὴ καὶ διάκρισις» καὶ ἐν συνεχείᾳ τῆς παραγγέλει: «Περὶ αὐτῶν καὶ περὶ τῶν λοιπῶν τοῦ πολιτεύματος ὅρων νὰ τὴν διδάξεις σύ».


θεία Ἡγουμένη Ξένη - ἔχουσα ὑπόψη της τὸ «ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν» – ἐβίαζε τὸν ἑαυτόν της (ὅπως τὴν καθοδηγοῦσε ὁ ἅγιος) μετὰ συνέσεως ἐν πᾶσι», «ὥστε ἡ πίστις, ἡ ἐλπὶς καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸν ἔβαινον καθ᾿ ἑκάστην τελειούμεναι». Ἄκουσε τὰ λόγια τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου πατέρα της. Ἀγωνιζόταν νὰ δουλεύει γιὰ τὸ Θεὸ καὶ νὰ ἔχει τὸ νοῦ της στὸ Θεό, καὶ αὐτὰ προσπαθοῦσε νὰ ἐμπνεύσει καὶ στὶς ψυχὲς τῶν μοναζουσῶν τῆς ἀδελφότητος, συνιστώντας σὲ αὐτὲς τὴν προσευχή, καὶ τὴν προσοχή. Μάλιστα, γιὰ νὰ μὴν τὸ ξεχνοῦν τὶς παρακινοῦσε κάθε μέρα νὰ γράφουν στὴν παλάμη τοὺς προσοχὴ καὶ προσευχή. 


παναπαυόμενος ὁ ἅγιος ἀπὸ τὴν ἁγιότητά της, τῆς ἔδωσε ἐντολὴ νὰ σταυρώσει μὲ ἅγιο λείψανο μία ἀδερφή. Στὴ σκέψη της καὶ στὴ γνώμη της, ὁ ἅγιος ἔδινε πολὺ σημασία, γι᾿ αὐτὸ τῆς ἀνέθεσε ἐν λευκῷ καὶ κατὰ τὴν κρίση της τὸ πρόγραμμα τῆς Μονῆς. Ἀκόμη καὶ τὸ κελλί του τὸ ἔκτισε τελικὰ ἐκεῖ ποὺ εἶχε τὴν γνώμη της νὰ κτισθεῖ.Αὐτὰ εἶναι στὴν πνευματικὴ σφαῖρα συντελούμενα θαύματα, μιὰ ἀγράμματος, στερούμενη καὶ τοῦ φυσικοῦ φωτὸς τῶν ματιῶν, κατορθώνει νὰ διοικεῖ μοναστικὴ ἀδελφότητα καὶ νὰ προάγει αὐτὴ πνευματικῶς.


μοναχὴ Ξένη «εἶχε μία πηγαία ποιητικὴ φλέβα, μιὰ εὐαίσθητη ψυχὴ ποὺ τὴν λέπτυναν ἀκόμη περισσότερο ὁ πόνος καὶ ἡ πίστη. Αἰσθανόταν τὴν ἀνάγκη νὰ ἐκφράζει σὲ στίχους τὰ συναισθήματα ποὺ τὴν πλημμύριζαν, τὴν ἀγάπη της γιὰ τὸ Χριστό, τὴν Παναγία, τὸ δέος μπροστὰ στὴν φοβερὴ Δευτέρα Παρουσία, τὸ φόβο γιὰ τὶς ἁμαρτίες της καὶ τὸν κρυμμένο πόνο, γιὰ τὸ βαθὺ σκοτάδι ποὺ τὴν ἔζωνε. Οἱ στίχοι ποὺ ἡ τύφλωσή της τῆς ἐμπνέει τρέμουν ἀπὸ στεναγμό, ἀλλὰ δονοῦνται ἀπὸ ἁπαλὴ πίστη καὶ ἁπαλύνουν μὲ τὴν παρηγοριὰ ποὺ ἡ ὁλόψυχη ἀφοσίωση στὸ Θεὸ μπορεῖ νὰ δώσει.




Μακαριστή Ξένη Μοναχή


Print Friendly and PDF