«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Κυριακή 12 Φεβρουαρίου 2017
Η ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΣΩΖΟΝΤΟΣ
Εκ του περιοδικού «῞Αγιος Κυπριανός», ἀριθ. 258, ᾿Ιανουάριος - Φεβρουάριος 1994, σελ. 215-216.
ΠΑΤΕΡ ΗΜΑΡΤΟΝ ΕΙΣ ΟΥΡΑΝΟΝ ΚΑΙ ΕΝΩΠΙΟΝ ΣΟΥ
Εἶπεν ὁ Κύριος τήν παραβολήν ταύτην·
ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς.
Καί εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τό ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας.
Καί διεῖλεν αὐτοῖς τόν βίον.
Καί μετ᾿ οὐ πολλάς ἡμέρας συναγαγών ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱός ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν,
καί ἐκεῖ διεσκόρπισε τήν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως.
Δαπανήσαντος δέ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμός ἰσχυρός κατά τήν χώραν ἐκείνην,
καί αὐτός ἤρξατο ὑστερεῖσθαι.
Καί πορευθείς ἐκολλήθη ἑνί τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης,
καί ἔπεμψεν αὐτόν εἰς τούς ἀγρούς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους.
Καί ἐπεθύμει γεμίσαι τήν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπό τῶν κερατίων
ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι,
καί οὐδείς ἐδίδου αὐτῷ.
Εἰς ἑαυτόν δέ ἐλθών εἶπε·
πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων,
ἐγώ δέ λιμῷ ἀπόλλυμαι!
Αναστάς πορεύσομαι πρός τόν πατέρα μου καί ἐρῶ αὐτῷ·
πάτερ, ἥμαρτον εἰς τόν οὐρανόν καί ἐνώπιόν σου·
οὐκέτι εἰμί ἄξιος κληθῆναι υἱός σου·
ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου.
Καί ἀναστάς ἦλθε πρός τόν πατέρα αὐτοῦ.
῎Ετι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. Εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. Εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. Καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι.
῏Ην δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ, ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. ῾Ο δὲ εἶπεν αὐτῷ· ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει, καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. ᾿Ωργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ῾Ο οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. ῾Ο δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρί· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν.
῾Ο δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη...'' (Λουκ. ιε´ 11-32). Είπε ο Κύριος αυτή την παραβολή. Ένας άνθρωπος είχε δυο γιους. Και είπε ο πιο μικρός από αυτούς στον πατέρα του· πατέρα, δώσ’ μου, το μερίδιο που μου ανήκει από την περιουσία. Και τους μοίρασε την περιουσία. Και ύστερα από λίγες μέρες τα μάζεψε όλα ο μικρότερος γιος και έφυγε σε μακρινή χώρα· και εκεί διασκόρπισε την περιουσία του κάνοντας άσωτη ζωή. Και όταν αυτός τα ξόδεψε όλα, έπεσε μεγάλη πείνα σ' εκείνη τη χώρα· και αυτός άρχισε να στερείται. Τότε πήγε και προσκολλήθηκε σ' έναν από τους πολίτες εκείνης της χώρας και εκείνος τον έστειλε στα χωράφια να βόσκει χοίρους.
Και λαχταρούσε να γεμίσει την κοιλιά του από τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι και κανένας δεν του έδινε. Τότε ήρθε στον εαυτόν του και είπε. Πόσοι υπηρέτες του πατέρα μου τρώνε ψωμί και τους περισσεύει και εγώ πεθαίνω της πείνας; Θα σηκωθώ και θα πάω στον πατέρα μου και θα του πω· Πατέρα ήμαρτον στον ουρανό και σε σένα και δεν αξίζω πια να με πεις παιδί σου· κάνε με σαν έναν από τους υπηρέτες σου. Και σηκώθηκε και ήρθε στον πατέρα του. Και ενώ ήταν ακόμη μακριά, τον είδε ο πατέρας του και τον πόνεσε η ψυχή του και έτρεξε και έπεσε στο λαιμό του και τον φίλησε καλά καλά.
Τότε του είπε ο γιος· Πατέρα, ήμαρτον στον ουρανό και σε σένα και δεν αξίζω πια να με πεις παιδί σου. Και ο πατέρας είπε στους υπηρέτες του· βγάλτε και φέρτε την πιο καλή φορεσιά και ντύστε τον και βάλτε δαχτυλίδι στο χέρι του και υποδήματα στα πόδια· και φέρτε και σφάξτε το θρεμμένο μοσχάρι, και ας φάμε και ας χαρούμε· γιατί τούτο το παιδί μου ήταν πεθαμένο και ξανάζησε και ήταν χαμένο και βρέθηκε. Και άρχισαν να διασκεδάζουν.
Και ήταν ο μεγαλύτερος γιος του στο χωράφι και όπως ερχόταν και πλησίασε στο σπίτι, άκουσε όργανα και τραγούδια, και κάλεσε έναν από τους υπηρέτες και ζητούσε να μάθει τι τάχα να ήσαν τούτα.
Και ο υπηρέτης του είπε,
πως ήρθε ο αδελφός σου και ο πατέρας σου έσφαξε το θρεμμένο μοσχάρι,
γιατί τον είδε και ήρθε πίσω γερός.
Τότε οργίστηκε και δεν ήθελε να μπει στο σπίτι.
Βγήκε λοιπόν ο πατέρας του και τον παρακαλούσε.
Και εκείνος αποκρίθηκε και είπε στον πατέρα·
τόσα χρόνια σε δουλεύω και ποτέ δεν παραμέλησα εντολή σου,
και ποτέ δεν έδωκες σε μένα ένα κατσίκι για να διασκεδάσω με τους φίλους μου·
αλλά,
όταν ήρθε τούτος ο γιος σου,
που σου έφαγε όλο το βίος με τις αμαρτωλές,
έσφαξες για χάρη του το θρεμμένο μοσχάρι.
Τότε ο πατέρας του είπε:
παιδί μου,
συ πάντα είσαι μαζί μου και όλα τα δικά μου είναι δικά σου·
αλλά έπρεπε να διασκεδάσουμε και να χαρούμε,
γιατί τούτος ο αδελφός σου ήταν πεθαμένος
και ξανάζησε και ήταν χαμένος και βρέθηκε!
Εκ του Ιστολογίου ''Αντέχουμε''.
Επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
ΑΝΑΣΤΑΣ ΠΟΡΕΥΣΟΜΑΙ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ
Ιδού ευαγγέλιο, που αφορά στο νου και το σώμα του καθενός μας.
Είναι το ευαγγέλιο της ευσπλαχνίας.
Είναι η θαυμαστή παραβολή του Σωτήρος,
στην οποία απεικονίζεται ολόκληρη η ζωή μας.
Η δική μου, η δική σου, του καθενός ανθρωπίνου όντος επάνω στην γη.
Όλους τους αφορά το σημερινό άγιο Ευαγγέλιο.
Όλους.
Ο άνθρωπος!
Αυτός ο θεϊκός πλούτος επάνω στην γη!
Κύτταξε το σώμα του, το μάτι, το αυτί, την γλώσσα.
Τι θαυμαστός πλούτος.
Το μάτι!
Ὑπάρχει τίποτε πιο τέλειο που να ημπορή ο άνθρωπος να επινοήσῃ σ’ αυτόν τον κόσμο;
Κι όμως, το μάτι αυτό το εδημιούργησε ο Κύριος,
όπως και την ψυχή και το σώμα.
Η ψυχή μάλιστα είναι ολόκληρη εξ ουρανού.
Οποίος πλούτος!
Το σώμα!
Θαυμαστός θείος πλούτος που σου δόθηκε για την αιωνιότητα και όχι μόνο για την πρόσκαιρη αυτή γήινη ζωή.
Και ψυχή δοσμένη για την αιωνιότητα.
Ακούσατε,
τι ευαγγελίζεται ο Άγιος Απόστολος Παύλος σήμερα.
«Το δε σώμα τω Κυρίῳ» (Α΄ Κορ. 6, 13).
Ο Κύριος έπλασε το ανθρώπινο σώμα για την αιώνια ζωή, για την αθανασία, για την καθαρότητα. Το έπλασε για την αιώνια αλήθεια, για την αιώνια δικαιοσύνη και για την αιώνια αγάπη: όπως το σώμα, έτσι και την ψυχή. Όλα αυτά είναι δώρα του Θεού, ανεκδιήγητα και μεγάλα και πλούσια, και –το πιο σπουδαίο– αθάνατα και αιώνια δώρα του Θεού. Εμείς όμως οι άνθρωποι τι κάνομε μ’ όλα αυτά τα δώρα; Τι οικοδομούμε με αυτά; Παραδίδουμε το σώμα στις ηδονές και στα πάθη αυτού του κόσμου, και την ψυχή στους ακαθάρτους λογισμούς, τις ακάθαρτες επιθυμίες, τις ακάθαρτες ηδονές. Δια των αμαρτιών και η ψυχή και το σώμα απομακρύνονται από τον Θεό, φεύγουν από το Θεό, φεύγουν «εις χώραν μακράν». Τίνος είναι αυτή η «μακρυνή χώρα;» Ακούσατε που ο άσωτος υιός βόσκει χοίρους. Στην χώρα του διαβόλου. Στην χώρα, όπου ο διάβολος έχει εξουσία πάνω στον άνθρωπο δια των παθών, δια των αμαρτιών, και τον κρατάει σε φρικτή τρέλλα, στον παραλογισμό και την παραφροσύνη. Λοιπόν, η αμαρτία; Κάθε αμαρτία είναι τρέλλα. Και ο άνθρωπος θα είναι πάντα μέσα σ’ αυτή την τρέλλα, μεχρις ότου συναντηθή με τον Κύριο Ιησού Χριστό. Και θα συναντηθή με την μετάνοια. Ακούσατε, πώς ο άσωτος υιός, αισθανόμενος τι σημαίνει ζωή μέσα στην αμαρτία, ζωή μεσα στίς ηδονές και τα πάθη αυτού του κόσμου, λέγει: «Πόσοι μίσθιοι του πατρός μου περισσεύουσιν άρτων, εγώ δέ λιμώ απόλλυμαι» σε ξένη και μακρυνή χώρα. «Αναστάς πορεύσομαι προς τον πατέρα μου». Σηκώθηκε και πήγε προς τον πατέρα. Και ο ουράνιος Πατήρ, ο Θεός και Ελεήμων Κύριος, «έτι αυτού μακρὰν απέχοντος είδεν αυτον καὶ εσπλαγχνίσθη και δραμὼν επέπεσεν επὶ τον τράχηλον αυτού καὶ κατεφίλησεν αυτόν», ενώ συγχρόνως ο υιός με λυγμούς έλεγε: «πάτερ ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου, ουκέτι ειμί άξιος κληθήναι υιός σου». Αμάρτησα στον ουρανό και σ’ όλα τα αστέρια. Όλα τα εμόλυνα με το πύον των παθών μου, και με το σκοτάδι των παθών μου τα ημαύρωσα όλα. «Ήμαρτον ενώπιόν σου»! Φεύγοντας από σένα, σε ποιόν προσκολλήθηκα; Δίπλα σε ποιόν ήμουν; Τίνος χοίρους εγώ έβοσκα; Του διαβόλου! Εγώ διαβολοποίησα την ψυχή μου, την οποία εσύ μού έδωσες να γίνῃ αγία και αθάνατη. Εγώ εβρώμισα το σώμα, εθανάτωσα το σώμα, εξαθλίωσα το σώμα! Όταν ο άσωτος υιός «ήλθεν εις εαυτόν» –αφού ήταν εκτός εαυτού, στην τρέλλα, στίς ηδονές και στα πάθη αυτού του κόσμου– δια της μετανοίας έτρεξε προς τον πατέρα. Και ο πατέρας τον αγκαλιάζει και τον φιλεί. Δεν είχε τελειώσει ακόμη ο υιός την εξομολόγησί του, δεν είχε εκφράσει ακόμη την επιθυμία του να τον δεχθή ο πατέρας του σαν δούλο, και ο πατέρας λέγει στούς υπηρέτες του: «Φέρετε την στολή την πρώτη και ενδύσατέ τον και δώστε δακτυλίδι στο χέρι του και υποδήματα στα πόδια του και αφού φέρετε τον μόσχο τον σιτευτό, σφάξτε τον για να φάγωμεν και ευφρανθώμεν». Για πιό λόγο ευφραίνεται ο ουρανός; Για ποιο λόγο ο Θεός ευφραίνεται στον ουρανό; Για ποιο λόγο ευφραίνονται οι άγγελοι; Σε ποιόν ο Κύριος λέγει να ευφρανθώμεν; Στους αγγέλους! Ο άνθρωπος ο οποίος χάθηκε μέσα στίς αμαρτίες, θυμήθηκε ότι ήταν αδελφός των αγγέλων και έσπευσε πρός τον ουρανό. «Ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου». Αμάρτησα στους αγγέλους, στους αρχαγγέλους. Εγώ εδιαβολοποίησα τον εαυτό μου. Έρριξα τον εαυτό μου στην αγέλη των χοίρων, στην αγέλη των παθών. Και να, τώρα είμαι όλος ξεσχισμένος, όλος κουρελιασμένος. Και η ψυχή και το σώμα κουρελιασμενα. Όλα εξαθλιωμένα. Λοιπόν, τι είναι μετάνοια; Ο Κύριος τρέχει να συναντήσῃ τον μετανοήσαντα υιό. Τον αγκαλιάζει και τον ασπάζεται και όλος ο ουρανός συγκινείται. Όλοι οι άγγελοι ευφραίνονται. «Και ήρξαντο ευφραίνεσθαι» αναφέρεται στην θαυμαστή περικοπή του Σωτήρος. Για ποιο λόγο χαίρεσθε εσείς άγιοι άγγελοι, άγιοι αρχάγγελοι; Εσείς, οι οποίοι παντοτινά πενθήτε για τον γήινο αυτό κόσμο βλέποντας τα δικά σας πεσμένα αδέλφια, τους ανθρώπους, πώς πνίγονται μεσα στίς αμαρτίες και τις ηδονές και τα πάθη και τους διαφόρους θανάτους αυτού του κόσμου, γιατί ευφραίνεσθε; «Ευφραινόμαστε για την ανάστασι, την ζωοποίησι του νεκρού αδελφού μας ανθρώπου, ότι νεκρός ην και ανέζησε». Νεκρός ήταν ο άσωτος υιός, όταν ήταν μακράν του Θεού, της πηγής της Ζωής, μακρυά από τον ουρανό. Ιδού, ανάστασις εκ νεκρών φαίνεται [η επιστροφή του ασώτου] στα μάτια όλων των ουρανίων δυνάμεων. Όλες οι ουράνιες δυνάμεις γι’ αυτό χαίρονται, «ότι απολωλώς ην και ευρέθη». Πράγματι, όταν ο άνθρωπος είναι μέσα στις αμαρτίες και τα πάθη, χάνει τον εαυτό του, δηλαδή δεν έχει αυτογνωσία, είναι εκτός εαυτού. «Εις εαυτόν δε ελθών», λέγει ο Σωτήρ. Ο άνθρωπος συνέρχεται, όταν σκεφθή τίνος είναι, δηλ. του Θεού. Το σώμα σου τίνος είναι; Του Θεού. Η ψυχή και αυτή του Θεού. Όλα δώρα, δώρα του Θεού. Εγώ, ποιος είμαι σαν άνθρωπος; Του Θεού, όλος του Θεού! Το σώμα μου είναι δοξασμένο από τον Θεό. Γι’ αυτό το εδημιούργησε ο Θεός, λέγει ο άγιος Απόστολος στο σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα. Και το σώμα για τον Κύριο, και η ψυχή για τον Κύριο. Δοξάζομε τον Κύριο και με το σώμα και με την ψυχή. Του Θεού είναι και το ένα και το άλλο. Μη νομίζεις ότι είναι τίποτε δικό σου, όχι. Όλα είναι αιωνίως του Θεού. Και συ είσαι αιωνίως του Θεού. Αλλά τότε μόνο, όταν εσύ το συνειδητοποιής. Λοιπόν η αμαρτία; Δεν επιτρέπει ο διάβολος στον άνθρωπο να συναισθανθή ότι είναι υιός του Θεού. Ο διάβολος εξουσιάζει με την καρδιά και δεν αφήνει στον άνθρωπο να σκεφθή τον Θεό, να θυμηθή, ότι είναι υιός του Θεού, ότι είναι πλούσιος, ανεκδιήγητα πλούσιος. Ότι αυτός είναι αδελφός των αγίων αγγέλων. Ο διάβολος όλα τα σκοτίζει, όλα τα απομακρύνει από τον άνθρωπο, τα διαστρεβλώνει, και του δίνει ψεύτικες ηδονές μεσω των αμαρτιών. Πράγματι έχει δίκαιο ο Απόστολος Παύλος, όταν λέει στον άγιο Επίσκοπο και μαθητή του, Απόστολο Τίτο: «ήμεν γάρ ποτέ και ημείς ανόητοι» (Τίτ γ΄, 3) Κοιτάξτε τι λέει ο Απόστολος. Πότε άγιε Απόστολε; Υποδουλωμένοι στις διάφορες επιθυμίες και στα διάφορα πάθη, τότε είμασταν τρελλοί και ανόητοι. Δεν θέλει ο Κύριος δια της βίας να σε αναστήση εκ των θανάτων σου, να σε αρπάξη από την αμαρτία. Εσύ πρέπει πρώτος να το πης στον ἴδιο: «Κύριε, αυτή η αμαρτία με βασανίζει. Δεν την θέλω, έχει όμως εξουσία επάνω μου. Ελευθέρωσέ με!» Τότε γίνεται θαύμα. Πάντα. Ποτέ ο Κύριος δεν αφήνει χωρίς απάντησι την προσευχή, έστω και του μεγαλυτέρου αμαρτωλού. Δεν υπάρχει φρικτή αμαρτία για τον άνθρωπο, ο οποίος αγρυπνεί επάνω στη δική του συνείδηση, επάνω στη ζωή του. Ξέρει ο άνθρωπος, ότι μετά την προσέλευση του Κυρίου Ιησού Χριστου στον κόσμο, ότι δεν υπάρχει αμαρτία, από την οποία ο Κύριος δεν μπορεί να μας ελευθερώση. Δεν υπάρχει αμαρτία, την οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί να νικήση, δεν υπάρχει αμαρτία, την οποία ο άνθρωπος δεν μπορεί να διώξη. Ο Κύριος δίνει την δύναμη. Μόνο κάνε την αρχή. Μόνο αναβόησε, όπως ο άσωτος υιός: «Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν Σου». Όταν αμαρτάνης, αμαρτάνης όχι μόνο στον Θεό, αλλά σ’ όλα τα ουράνια κτίσματα, σ’ όλα τα επίγεια κτίσματα. Αμαρτάνεις στα πουλιά, αμαρτάνης στα λουλούδια, τα δένδρα. Αμαρτάνεις σ’ όλα τα ζωντανά όντα. Η αμαρτία είναι πραγματικά φοβερή, άνευ της μετανοίας. Τόσο φοβερή, ώστε να σκοτώνη και να ρίχνη σ’ εκατό θανάτους. Να ρίχνη στην αγκαλιά του διαβόλου και στην αιώνια φρικωδεστάτη κόλαση. Χωρίς αμφιβολία. Γι’ αυτό ο Θεός ήλθε σ’ αυτόν τον κόσμο. Να εξολοθρεύση τον φοβερό δράκοντα, ο οποίος λέγεται αμαρτία. Ήλθε ο Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς Χριστός και μας έδωσε όλα τα μέσα να εξολοθρεύσομε την αμαρτία, την κάθε αμαρτία. Εδημιούργησε την Εκκλησία Του επάνω στη γη και της έδωσε όλες τις ουράνιες δυνάμεις, για να νικάμε και εμείς οι άνθρωποι όλες τις αμαρτίες, όλους τους θανάτους μέσα μας και γύρω μας. Ο Κύριος μας έδωσε τα θαυμαστά Άγια Μυστήρια. Το άγιο Βάπτισμα, τη Θεία Κοινωνία, τα οποία εξολοθρεύουν την αμαρτία. Μας έδωσε και τις θαυμάσιες αρετές, πίστη, ελπίδα, αγάπη, προσευχή, νηστεία, αγρυπνία, πραότητα και όλες τις υπόλοιπες ευαγγελικές αρετές.
Γι’ αυτό δεν υπάρχει απόγνωση στον Χριστιανό άνθρωπο σ’ αυτόν τον κόσμο.
Ας ξυπνήσει ο Αγαθός Θεός όλους τους αθέους,
όλους τους απίστους.
Ας κτυπήσει τον καθένα με τον κεραυνό του Ουρανίου Ελέους.
Με τον κεραυνό του Ουρανίου Ελέους μέσα στη συνείδηση,
μέσα στη ψυχή.
Ας ξυπνήσει ο καθένας και πορευθεί στην ουράνια πατρίδα του,
στην ουράνια τράπεζα ανάμεσα στους αγίους αδελφούς του,
τους αγγέλους.
Ας ζήσει εκεί μαζί τους δια της αιωνίας Θείας Αληθείας,
αιωνίας Θείας Διακαιοσύνης και όλων των αιωνίων ουρανίων χαρών.
Κύριε, Σ’ ευχαριστουμε για το άγιο Ευαγγέλιο αυτό.
Σ’ ευχαριστουμε για την αγαθή εἴδηση αυτή.
Γιατί δημιούργησες τον άνθρωπο,
να μπορεί να νικήσει κάθε αμαρτία και κάθε διάβολο.
Σε Σένα δόξα και ευχαριστία, πάντοτε νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων.
Αμήν.
Εκ του Ιστολογίου ''Πενταπόσταγμα''. Επιμέλεια κειμένου, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Icon by Serhei Vandalovskiy.
Αρχιμανδρίτης π. Ιουστίνος Πόποβιτς
Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2017
ΠΟΙΟΣ ΕΧΕΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΔΙΔΕΙ ΟΠΛΑ ΣΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΠΟΛΕΜΟΥΝ ΠΙΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΑ;
Ὃταν κάποιος κατέχη ἓνα «ἀξίωμα»,
πρέπει νά εἶναι σώφρων,
νά γνωρίζη τό «μέχρι ποῦ φθάνει ἡ δικαιοδοσία του»,
νά μή παίρνη ἀποφάσεις πού στηρίζονται στόν ἀλαζονικό τρόπο σκέψεως
«ἐγώ εἶμαι ἡ ἐξουσία καί κάνω ὃ,τι θέλω»,
νά γνωρίζη πώς στήν θέση πού εὑρίσκεται δεν εἶναι «αἰώνιος»
καί πώς ὁ ἒχων έξουσίαν,
εἶναι Υπηρέτης αὐτῶν πού ἐξουσιάζει καί πρέπει πάντοτε νά ἒχη κατά νοῦν τό
πῶς θά τούς κάνη καλό.
Ἐξ ἂλλου, αὐτό ἀκριβῶς σημαίνει και ὁ ὃρος «Υπουργός».
Βλέπομε σήμερα,
κάποια θλιβερά παραδείγματα ἀτόμων πού παριστάνουν τά… «ἀφεντικά» ἑνός ὁλόκληρου Λαοῦ,
καί μάλιστα ἑνος Λαοῦ ὂπως ὁ Ἑλληνικός,
πού εἶναι Υπερήφανος (μέ τήν καλή ἒννοια τοῦ ὃρου), Εργατικός,
καί ὁ ὁποῖος θέλει νά παραμείνη πιστός στίς Ἀρχές καί τίς Παρδόσεις του.
Αὐτά τά θλιβερά δείγματα μισαλλοδοξίας καί πραγματικῆς ἒχθρας παντός Ἰδανικοῦ,
προσωποποιoῦνται σέ κἀποιους δούλους πραγματικούς τοῦ σκότους καί τοῦ ἑρέβους,
πού προσπαθοῦν μέ λῦσσα πραγματική νά καταστρέψουν τήν Πατρίδα μας τήν Ἑλλάδα,
κτυπῶντας την στό πλέον σημαντικό της «μετερίζι»,
την Ελληνορθόδοξη Πίστη,
χρησιμοποιῶντας τήν «ἐξουσία» πού τούς δίνουν οἱ ὑψηλές θέσεις
πού κατέχουν στήν Κρατική Ιεραρχία.
Μέ δυό γραμμές σέ κάποιο…«διάταγμα», μέ διαγραφή κάποιων σημαντικῶν… «λεπτομερειῶν», μέ μία ἀρρωστημένη... «ρητορική» γεμάτη μίσος καί ἀπέχθεια σέ ὃ,τιδήποτε τό Ἱερό καί Ὂσιο, ὑποσκάπτουν συνειδητά τά θέμέλα τῆς Ἑλληνορθοδοξίας, καί προσπαθοῦν νά διαλύσουν τήν Ὀρθόδοξη Ἑλλάδα, καταργῶντας τόν ὃρο οικογένεια, καταργῶντας τήν ἀπονομή τοῦ ὀφειλόμενου Σεβασμοῦ, ἀλλά καί εὐγνωμοσύνης στούς ήρωες τῆς Φυλῆς μας, ἀρνούμενοι τίς ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΕΣ πού ὑπέστημεν ἀπό τούς τόσους καί τόσους έχθρούς τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀρνούμενοι τόν σπουδαῖο ρόλο τῆς Ἐκκλησίας μας στούς ἀγῶνες τοῦ Ἒθνους, ἀρνούμενοι τήν προσφορά τῆς Ὀρθοδοξίας στήν προσπάθεια τοῦ Ἑλληνισμοῦ νά διατηρηθῆ ἀνά τούς αἰῶνες καί διαστρέφοντας τίς Ἱστορικές ἀλήθειες πού κοσμούν τήν ἀσύγκριτη Ἱστορία μας, νά παρουσιάζουν μία ΠΛΑΣΤΗ, ΦΡΙΚΤΗ καί εντελώς ΠΡΟΔΟΤΙΚΗ εἰκόνα τοῦ Ἓλληνος, τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί κυρίως τῆς ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ στά μάτια τῶν νέων παιδιῶν μέ ἀποτέλεσμα, τά Ἑλληνόπουλα, νά ΑΓΝΟΟΥΝ τήν Ἱστορία τους τήν ὑπέρλαμπρη, τήν ΠΙΣΤΗ τους τήν Αγία, τίς Παραδόσεις τους τίς γεμᾶτες Ἰδανικά καί νά χάνουν τελικῶς τόν αὐτοσεβασμό τους, τήν πίστη τους στίς ἱκανότητές τους καί νά πείθωνται τελικῶς, πώς εἶναι οἱ… χειρότεροι ἐπί τῆς γῆς…!
Ἀφοῦ ἀκόμα καί ἡ ΑΔΡΑΝΗΣ κρατοῦσα Ἐκκλησία ἐξανέστη τελικῶς, (πολύ ΑΡΓΑ ὃμως), καί κατώρθωσε νά πῆ δυό λόγια ἐναντίον τῶν ὃσων ΕΞΩΦΡΕΝΙΚΩΝ τόλμησε νά ξεστομήση ὁ ἂνθρωπος ὁ ὁποῖος ἒγινε ὁ ΜΕΓΙΣΤΟΣ ΥΒΡΙΣΤΗΣ τῶν Ὀσίων καί Ἱερῶν μας…! Καί ἐρωτῶ ΟΛΟΥΣ : ΜΕ ΠΟΙΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ Ο ΟΙΟΣΔΗΠΟΤΕ ΓΙΝΕΤΑΙ ΔΗΜΙΟΣ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΑΤΡΙΔΟΣ ΜΑΣ;;; Ποῖος δίδει τό δικαίωμα στονοινοδήποτε νά ἀποφασίζη αὐτός, γιά τό τί θά πιστεύουν οἱ Ἓλληνες;;; Κάνει τεράστιο λάθος αὐτός πού νομίζει, πώς μπορεῖ νά μεταφέρη τά ΜΗ πιστεύω του σέ ἓναν Λαό ὃπως ὁ δικός μας…!
Κάποιοι, εἶναι ἐκεῖ πού εἶναι, στίς «καρέκλες» πού τούς ἑτοίμασαν «κάποιοι» ἂλλοι τῶν ἰδίων σκοτεινών κύκλων, ἀλλά δέν γνωρίζουν πώς ἡ μοῖρα τῶν πολεμούντων τήν Ὀρθοδοξία καί τόν Ἑλληνισμό, ουδέποτε ὑπῆρξε καλή…! Ὑπουργοί Παιδείας ΑΠΑΙΔΕΥΤΟΙ, Ὑπουργοί «Θρησκευμάτων» ΑΘΡΗΣΚΟΙ, λειτουργοῦν κάτω ἀπό τίς ὁδηγίες τῆς ἀνιστόρητης, ἀπαίδευτης, ἂθρησκης καί κενής ιδανικών «προσωπικότητός» τους, καί μᾶς δίδουν τό δικαίωμα νά τούς ἐρωτήσωμε εὐθέως, μήπως νομίζουν πώς θά κατορθώσουν νά φέρουν εἰς πέρας κάποια… ἀποστολή; Καί ἐάν μᾶς ἀπαντήσουν καταφατικῶς, τούς ἐρωτῶμεν ἐκ νέου:
Ποίων τίς ἐντολές ἐκτελοῦν καί μέ ποῖο τίμημα; Καί τούς ἀπευθύνομε τά ἐρωτήματα αὐτά, διότι ὡς γνωστόν, ἡ ἐρώτησις, ουδέποτε μπορεῖ νά θεωρηθῆ ὓβρις…! Δέν τούς γνωρίζομε προσωπικῶς. Δέν μᾶς ἐνδιαφέρουν οἱ πολιτικές τους πεποιθήσεις. Δέν ἒχομε διάθεσιν πολιτικολογίας ἢ ἀντιπαραθέσεως μαζί τους σέ ουδέν ἐπίπεδον καί ἰδίως σέ προσωπικό ἢ πολιτικό κ.λπ. Τούς θεωροῦμε ἁπλῶς ἀνθρώπους πού κατά τήν γνώμη μας ἒχουν παρασυρθεῖ ἀπό κάποιες ἰδεοληψίες τους σέ δρόμους μη συμβατούς μέ τόν Ἑλληνισμό καί τήν Ὀρθοδοξία καί προσευχόμεθα ὃπως δοῦν τελικῶς τήν ἀλήθεια καί διορθώσουν τήν πορεία τους. Ἐμεῖς, ἀπό τήν πλευρά μας, ἒχομε κάθε δικαίωμα ἀλλά καί ΙΕΡΗ ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ νά ἀμυνθοῦμε, προασπίζοντες τήν Πνευματική ὑγεία τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων, συμφώνως πρός τό Συνταγμα πού ρητώς προβλέπει, πώς, εἶναι καθῆκον τῆς Πολιτείας ἡ προάσπισις τῆς Ὀρθοδοξίας καί ἡ παροχή Ὀρθοδόξου Παιδείας στά Ἑλληνόπουλα…!
Δέν πρέπει νά ξεχνᾶμε, πώς ἡ Ὀρθοδοξία, δέν εἶναι μιά… θρησκεία, δηλαδή ἓνα φιλοσοφικό, ἀνθρώπινο κατασκεύασμα, ἀλλά εἶναι ΠΙΣΤΙΣ ΕΞ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΩΣ. Ἢ Πιστεύει κάποιος, ἢ ΔΕΝ Πιστεύει. Πῶς μπορεῖ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς, διά τῆς λογικῆς, νά συλλάβη τήν Ἀδιάφθορον Γέννησιν Τοῦ Κυρίου μας, τήν Ἀνάστασίν του, ἢ τήν ἒννοιαν τοῦ «ἀπείρου» πού μᾶς περιβάλλει, διά τῆς… «λογικῆς»; Αὐτοί λοιπόν οἱ ΑΡΝΗΤΑΙ καί ΕΧΘΡΟΙ τῆς Ὀρθοδοξίας, μή δυνάμενοι νά συλλάβουν τά ἀνωτέρω ἀλλά καί μη δυνάμενοι νά ἀντιληφθοῦν τό πεπερασμένον τῶν δυνατοτήτων τοῦ ἀνθρωπίνου νοῦ, αρνούνται τά πάντα, διότι ἒτσι δίδουν διέξοδον εἰς τά ἂγχη τους ἀλλά καί... «βολεύονται», διότι νομίζουν, πώς δεν ἒχουν νά λογοδοτήσουν…!
Ὁ Θεός μας, ο Κύριός μας, ο Θεός τῆς ἀγάπης, τί σχέση μπορεῖ νά ἒχη μέ τά βάρβαρα στήφη τῆς βίας, τοῦ θανάτου καί τῆς καταστροφῆς;; Στήν κατηγορία αὐτή ἀνήκουν καί οἱ ΑΝΙΚΑΝΟΙ, ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΟΙ καί ΔΟΥΛΟΙ ΤΟΥ ΣΚΟΤΟΥΣ «ταγοί» τοῦ Λαοῦ μας, πολιτικοί και Εκκλησιαστικοί, οἱ ὁποῖοι θέλουν νά μᾶς ὁδηγήσουν στόν ὂλεθρο…! Μᾶς λἐνε λοιπόν, μέ «σατανική» λογική, πώς εἶναι καλλίτερο τό νά ἀφήσουν τά παιδιά μας νά… «διαλέξουν τό ἂν θέλουν τήν Ὀρθοδοξία ἢ μιά ἂλλη… θρησκεία, ἀφοῦ γνωρίσουν τίς... θησκεῖες μέσα ἀπο τά… «θρησκευτικά» πού θά διδαχθοῦν..!», ἀπό τούς…θρησκειολόγους καθηγητές τους (ἀπό μακροῦ τονίζαμε πώς ἒτσι ἒπρεπε νἀ ἀποκαλοῦνται καί όχι Θελόγοι…!)
Μά, μέσα σ’ ἓναν κόσμο, στόν ὁποῖον ουδείς θά ὁμιλῆ γιά Ὀρθοδοξία, πού τά μέσα μαζικῆς τυφλώσεως θά προπαγανδίζουν χωρίς σταματημό ἐναντίον τῆς Ὀρθοδόξου μας Πίστεως, πῶς τό παιδί θά ἐπιλέξη τήν Ὀρθοδοξία, γιά τήν ὁποίαν μόνον ἀρνητικά μηνύματα θά ἒχη; Διά τόν λόγον αὐτόν, ἀποζητοῦν καί τήν κατάργησιν τοῦ Νηπιοβαπτισμοῦ..! Ὁ ἂνθρωπος, ἀκομα καί βαπτισμένος, ἒχει τήν ἐλευθερία ὃποτε θέλει νά «ξεκόψη» ἀπό τό ποίμνιο τῶν Ὀρθοδόξων, ἀλλά τότε βέβαια, θά συναντήση χωρίς ἂμυνα τούς... λύκους, πού περιμένουν λυσσασμένοι νά τοῦ καταδυναστεύσουν τήν ψυχή..! Οἱ σατανικοί αὐτοί ἂνθρωποι δίδουν ἒτσι ἒνα τεράστιο «χάντικαπ» στούς πάσης φύσεως ἀλλοθρήσκους, ἀπίστους, ἀθέους καί σατανολάτρες, ἒναντι τῆς Ἁγίας, τῆς εἰς τήν ἐλευθέραν βούλησιν τῶν Πιστῶν στηριζομένης Ὀρθοδοξίας..!
Ὃ,τι καί ἂν κάνουν ὃμως, ὃ,τι καί ἂν «νομοθετήσουν», ὃ,τι καί ἂν προσπαθήσουν νά ἐπιβάλουν, θα αποτύχουν, διότι θά βροῦν ἀπέναντί των ἀνθρώπους ἀποφασισμένους καί μαχητικούς. Κάποιοι βάρβαροι, ἐπιβάλλουν τήν… θρησκείαν των μέ ἀποκεφαλισμούς, βία, ἐξαναγκασμό κ.λπ. Οἱ Ὀρθόδοξοι, ἒχομε ἂλλες άρχές, ἂλλες παραδόσεις, ἂλλες Εντολές ἀπό Τόν Κύριόν μας, Τόν Θεό τῆς ἀγάπης, τῆς Εἰρήνης καί τῆς ἐλευθέρας βουλήσεως. Τό κρυφό Σχολειό, τό ὁποῖο ἀρνοῦνται κάποιοι ανιστόρητοι πώς ὑπῆρξε, θά …ξαναπιάση δουλειά καί θά φωτίση τά νέα μας βλαστάρια μέ τά νάματα τῆς Ὀρθοδόξου μας Πϊστεως καί τῆς ἀνυπέρβλητης Ἱστορίας μας…!
Ἀρνοῦνται οἱ ἂνθρωποι (;;;;) αὐτοί, τίς ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΕΣ ἐναντίον τῶν Ἑλλήνων, ἀρνοῦνται πώς ἡ Ἐκκλησία ἦταν (καί εἶναι) πάντοτε παροῦσα στούς ἀγῶνες τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ρίχνουν λάσπη μέ ψευδείς καί ασυνάρτητες κατηγορίες καί γίνονται οἱ καλλίτεροι σύμμαχοι τῶν μισούντων τήν Ἑλλάδα καί τήν Ὀρθοδοξία…! Τήν στιγμήν πού όλοι οἱ Λαοί, διδάσκουν τά παιδιά τους τά Αρχαία Ελληνικά, αὐτοί, γεμᾶτοι μίσος, τά καταργοῦν…! Καί τούς ἐρωτῶμεν: « ΠΟΙΟΣ ΕΧΕΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΝΑ ΔΙΔΗ ΟΠΛΑ ΣΤΟΥΣ ΕΧΘΡΟΥΣ ΜΑΣ ΓΙΑ ΝΑ ΜΑΣ ΠΟΛΕΜΟΥΝ ΠΙΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΙΚΑ »;;;; Ὁ πέλεκυς θά πέση φοβερός έπί τῶν τραχήλων των…! Τώρα, νομίζουν πώς εἶναι «ἰσχυροί» «παντοδύναμοι», «ἀνίκητοι» κ.λπ.
Ὃταν, ὃμως, ἒλθη ἡ ὣρα τῆς φοβερής λογοδοσίας ἐνώπιον τῆς άδεκάστου Ἱστορίας, ἀλλά καί Τοῦ ὑπερτάτου Κριτού, δέν θά μποροῦν νά κρύψουν τήν ντροπήν των πουθενά. Θά εἶναι οἱ Καταραμένοι τοῦ Ἒθνους μας, οἱ «Ἐφιάλτες», οἱ «Πήλιοι Γούσηδες», οἱ Αιρετικοί καί οἱ Γενίτσαροι τοῦ σήμερα. Θά εἶναι καταχωρησμένοι στούς χειρότερους έχθρούς τοῦ ῾Ἑλληνισμοῦ, τούς κατάπτυστους προδότες καί θά εἶναι παραδομένοι στήν αιώνια Χλεύη καί Περιφρόνηση τῶν Ὀρθοδόξων Ἑλλήνων.
Ἂν αὐτό ἐπιθυμοῦν
ἀσφαλῶς τό ἒχουν… κερδίσει μέ τήν ἀξίαν των!
Δέν ἀναφερόμεθα σέ συγκεκριμένα πρόσωπα,
ἀλλά βλέπομε πώς εὑρισκόμεθα ἐνώπιον μίας αρωστημένης νοοτροπίας
Μίσους και Διωγμών κατά παντός ὑψηλοῦ Ἰδανικοῦ,
τήν ὁποία ἁπλῶς ὑλοποιοῦν κάνοντας τήν «βρώμικη δουλειά»,
κάποια φοβισμένα καί ἂβουλα ὂργανα,
πού νομίζουν ἑαυτούς πανισχύρους…!
Ἐάν κάποιοι,
ἀναγνωρίσουν τούς ἐαυτούς των στήν περιγραφήν τῶν Γενιτσάρων αὐτῶν,
τόσο τό χειρότερο διά τούς ἰδίους.
Ἀπό τήν πλευράν μας,
βλέπομε πώς ἀνοίγεται ἐμπρός μας ἓνας δρόμος Καθήκοντος,
ἓνας δρόμος γεμᾶτος προσπάθεια καί ἀγῶνες γιά τήν Σωτηρίαν τῶν νέων μας,
μέ πλήρη ένημέρωσίν των,
μέ διδασκαλίαν τῆς τελείας γλώσσης μας καί μέ μεταλαμπάδευσιν στίς ψυχές των,
όλων τῶν Ἰδανικῶν τῆς Ὀρθοδοξίας καί τοῦ Ἐλληνισμού…!
Καί τό ξαναφωνάζομε μήπως καί κατανοήσουν τα λάθη των:
ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ,
ΟΣΟ ΔΙΩΚΟΝΤΑΙ ΤΟΣΟ… ΘΡΙΑΜΒΕΥΟΥΝ»!
Αρχιμανδρίτης π. Ευθύμιος Μπαρδάκας
Εφημέριος Ι. Ν. Παναγίας Προυσσιωτίσσης, Τσακού Αγίας Παρασκευής
Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2017
ΥΠΑΚΟΗ ΚΑΙ ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ
''...Ἔμεινα λίγες μέρες λοιπόν
παρακολουθῶν τήν ζωή τους καί εἶδα κάτι πολύ θαυμαστό,
τό ὁποῖο ἔκανε ὁ Ἀββᾶς Ἀθρέ.
Κάποιος τοῦ εἶχε φέρει ἕνα μικρό ψάρι
καί θέλησε νά τό μαγειρεύσει ὁ Ἀββᾶς Ἀθρέ γιά τόν Γέροντα.
Τήν ὥρα πού ἔκοβε τό ψάρι μέ τό μαχαίρι,
τόν φώναξε ὁ Ἀββᾶς Ὤρ:
ἀφησε τά μαχαίρι στό μέσον τοῦ ψαριοῦ
καί δέν ἔκοψε τό ὑπόλοιπο.
Ἐθαύμασα τήν μεγάλη ὑπακοή του,
γιατί δέν εἶπε:
Περίμενε, ὥσπου νά κόψω τό ψάρι.
Καί εἶπα στόν Ἀββᾶ Ἀθρέ:
Ποῦ βρῆκες αὐτή τήν ὑπακοή;
Δέν εἶναι δική μου –μοῦ εἶπε– τοῦ Γέροντος εἶναι!...''
Διηγήθηκε ὁ Ἀββᾶς Πέτρος· Ἑπτὰ ἀναχωρητὲς πήγαμε στὸν Ἀββᾶ Σισώη, ὅταν κατοικοῦσε στὸ Κλύσμα, καὶ τὸν παρακαλέσαμε νὰ μᾶς πεῖ ἕναν λόγο. Καὶ μᾶς εἶπε: «Συγχωρῆστε με, ἐγὼ εἶμαι ἀγράμματος ἄνθρωπος, ἀλλὰ πῆγα κάποτε στὸν Ἀββᾶ Ὢρ καὶ στὸ Ἀββᾶ Ἀθρέ. Ὁ Ἀββᾶς Ὢρ ἦταν ἄρρωστος δεκαοκτὼ χρόνια. Τοὺς ἔβαλα λοιπὸν μετάνοια, γιὰ νὰ μοῦ ποῦν ἕναν λόγο. Καὶ εἶπε ὁ Ἀββᾶς Ὤρ: Τί μπορῶ νὰ σοῦ πῶ; Πήγαινε καὶ κάνε αὐτὸ ποὺ βλέπεις.
Ὁ Θεὸς εἶναι μὲ τὸ μέρος ἐκείνου ποὺ ἐπιζητεῖ τὰ περισσότερα, δηλαδὴ μ᾿ αὐτὸν ποὺ βιάζει τὸν ἑαυτό του σὲ ὅλα. Δὲν ἦσαν ἀπὸ τὴν ἴδια περιοχὴ ὁ Ἀββᾶς Ὢρ καὶ ὁ Ἀββᾶς Ἀθρέ. Ἔζησαν ὅμως μὲ θαυμαστὴ εἰρήνη μεταξύ τους, ἕως ὅτου ἔφυγαν ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτό. Γιατὶ ἦταν μεγάλη ἡ ὑπακοὴ τοῦ Ἀββᾶ Ἀθρὲ καὶ ἡ ταπεινοφροσύνη τοῦ Ἀββᾶ Ὤρ. Ἔμεινα λίγες μέρες λοιπὸν παρακολουθῶν τὴν ζωή τους καὶ εἶδα κάτι πολὺ θαυμαστό, τὸ ὁποῖο ἔκανε ὁ Ἀββᾶς Ἀθρέ. Κάποιος τοῦ εἶχε φέρει ἕνα μικρὸ ψάρι καὶ θέλησε νὰ τὸ μαγειρεύσει ὁ Ἀββᾶς Ἀθρὲ γιὰ τὸν Γέροντα.
Τὴν ὥρα ποὺ ἔκοβε τὸ ψάρι μὲ τὸ μαχαίρι, τὸν φώναξε ὁ Ἀββᾶς Ὤρ· ἀφησε τὸ μαχαίρι στὸ μέσον τοῦ ψαριοῦ καὶ δὲν ἔκοψε τὸ ὑπόλοιπο. Ἐθαύμασα τὴν μεγάλη ὑπακοή του, γιατὶ δὲν εἶπε: Περίμενε ὥσπου νὰ κόψω τὸ ψάρι. Καὶ εἶπα στὸν Ἀββᾶ Ἀθρέ: Ποῦ βρῆκες αὐτὴ τὴν ὑπακοή; Δὲν εἶναι δική μου –μοῦ εἶπε– τοῦ Γέροντος εἶναι. Μὲ πῆρε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ μοῦ λέει: Ἔλα νὰ δεῖς τὴν ὑπακοὴ τοῦ Γέροντα. Ἔψησε τὸ ψάρι, τὸ χάλασε λίγο ἐπίτηδες καὶ τὸ παρέθεσε στὸν Γέροντα· καὶ ἐκεῖνος τὸ ἔφαγε χωρὶς νὰ μιλήση. Τὸν ρώτησε (ὁ Ἀββᾶς Ἀθρέ): Εἶναι καλό, Γέροντα; Πολὺ καλό, ἀποκρίθηκε. Κατόπιν τοῦ ἔφερε ἕνα μικρὸ κομμάτι πολὺ καλοψημένο.
Καὶ τοῦ εἶπε: Τὸ χάλασα αὐτό, Γέροντα. Καὶ ἀποκρίθηκε ὁ Γέροντας: Ναί, τὸ χάλασες λίγο. Μοῦ λέει λοιπὸν ὁ Ἀββᾶς Ἀθρέ: Διαπίστωσες ὅτι ἡ ὑπακοὴ εἶναι τοῦ Γέροντα; Ἔφυγα ἀπ᾿ αὐτοὺς καὶ ὅ,τι εἶδα κατέβαλα κάθε προσπάθεια νὰ τὸ τηρήσω». Αὐτὰ τὰ εἶπε στοὺς ἀδελφοὺς ὁ Ἀββᾶς Σισώης. Ἕνας ἀπὸ μᾶς τὸν παρακάλεσε λέγων: «Κάνε ἀγάπη καὶ πές μας καὶ σὺ ὁ ἴδιος ἕναν λόγο». Καὶ εἶπε: «Ὄποιος ἔχει συνειδητὰ τὴν ἀρετὴ νὰ μὴν ψηφίζη τὸν ἑαυτό του, ἐφαρμόζει ὅλη τὴν ἁγία Γραφή». Ἕνας δεύτερος ἀπὸ μᾶς τὸν ρώτησε: «Τί εἶναι ἡ ξενιτεία, πάτερ;». Καὶ εἶπε ἐκεῖνος: «Ἀσκῶ τὴν σιωπὴ καὶ δὲν ἔχω ἀνάμιξη ὅπου καὶ ἂν πάω. Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ ξενιτεία».
Τό Μέγα Γεροντικόν,
τ. Δ΄, Κεφάλ. ΙΕ΄, § 144, σελ. 110-115, ἐκδόσεις Γυναικείου Ἱεροῦ Ἡσυχαστηρίου
«Τό Γενέσιον τῆς Θεοτόκου», Πανόραμα Θεσσαλονί-κης 1999.
Ἐπιμέλ. ἡμετ.
Αναδημοσίευση από την Ιστοσελίδα της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών.
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Το Μέγα Γεροντικόν
ΟΥΚ ΕΠ ΑΡΤΩ ΜΟΝΩ ΖΗΣΕΤΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
Έριξε μια γρήγορη, τελευταία ματιά στο χάρτη πριν ξεκινήσει.
Ασυναίσθητα κοίταξε το αγιορείτικο κομποσχοίνι
που κρεμόταν στον καθρέφτη του παρμπρίζ κι έκανε τον σταυρό του.
Μόλις είχε ξεκινήσει για μία ακόμα εξόρμηση,
από αυτές που ονόμαζε «χαρούμενη εργασία».
Ήταν φωτογράφος και,
μετά από αρκετές αναβολές,
αποφάσισε να πραγματοποιήσει ένα από τα μεγάλα του όνειρα:
Να εκδώσει ένα βιβλίο με φωτογραφίες από τα σπουδαιότερα Μοναστήρια
του ιδιαίτερου τόπου καταγωγής του,
την Πελοπόννησο.
Έτσι λοιπόν, εδώ και λίγες εβδομάδες
είχε δώσει σάρκα και οστά στο μεγαλεπήβολο αυτό σχέδιο.
Οι δυσκολίες μεγάλες:
Πολλά έξοδα, δύσκολη αναζήτηση πληροφοριών για ξεχασμένες Ιερές Μονές,
ακόμα δυσκολότερη επικοινωνία με τους μοναχούς
και πρόσβαση σε αυτά τα Προσκυνήματα που,
παρότι ξεχασμένα από τους ανθρώπους,
έστεκαν ακλόνητα εκεί, για να δοξολογούν τον Θεό.
Ήταν, με λίγα λόγια, μια «τρέλα» το όλο εγχείρημα. «Ποιος θ' ασχοληθεί με Μοναστήρια στην εποχή μας;», του έλεγαν διάφοροι «λογικοί». «Άλλη δουλειά δεν έχεις να κάνεις μ' αυτή την κρίση, παρά να τρέχεις να βρεις τους καλόγερους;», συμπλήρωναν άλλοι. Όμως αυτός, εκεί. Είχε μια παλαβή επιμονή πως τελικά θα τα καταφέρει, παρά τις αντιξοότητες. Έτσι σκεφτόταν και τώρα, ενώ διέσχιζε την Εθνική Οδό στο ύψος των Μεγάρων, με κατεύθυνση την Ορεινή Κορινθία. Όλες τις δυσκολίες που αναφέρθηκαν, τις είχε υπόψη του. Έλα όμως που παρουσιάστηκε και μία ακόμα, που δεν είχε υπολογίσει!
Η Νηστεία της Σαρακοστής, που αποφάσισε να τηρήσει φέτος για πρώτη φορά μετά από χρόνια, «δοκιμαστικά» όπως έλεγε δίνοντας κουράγιο στον εαυτό του, μην πιστεύοντας πως τελικά θα φτάσει μέχρι το Πάσχα νηστεύοντας. Άλλο όμως είναι να νηστεύει κανείς στο σπίτι του κι άλλο όταν ταξιδεύει. Στη δεύτερη περίπτωση, οι δυσκολίες και οι πειρασμοί είναι απείρως περισσότεροι και παραμονεύουν σε κάθε...χιλιόμετρο. Έτσι και τώρα, «οδοιπόρος» καθώς ήταν - έστω και μέσα στην άνεση του αυτοκινήτου - δεν πίστευε πως θα καταφέρει να νηστέψει και σήμερα.
Το είχε δεδομένο πως, όλο και σε κάποια ταβέρνα στα χωριουδάκια της Ορεινής Κορινθίας θα γευόταν τα φρέσκα κρεατικά, τις τοπικές νοστιμιές και άλλες λιχουδιές που είχε στερηθεί - αλλοίμονο! - για 5-6 μέρες... Άλλωστε, είχε ήδη έτοιμη την δικαιολογία: Δεν μπορείς να δουλεύεις, να κάνεις εκατοντάδες χιλιόμετρα μέσα σε μία μόνο ημέρα και να μένεις νηστικός! Δεν το χωράει ούτε η νοοτροπία της σύγχρονης εποχής αυτό, ούτε το αντέχει το στομάχι! Καλά ήταν όσο νήστεψε μέχρι τώρα, του χρόνου πάλι και βλέπουμε... Με αυτές τις σκέψεις, ούτε που κατάλαβε πότε πέρασε τον Ισθμό κι άρχισε σιγά - σιγά να ανηφορίζει προς τα ορεινά του Νομού Κορινθίας.
Η φύση δεν ήταν ακόμα ανοιξιάτικη, παρότι βρισκόμασταν στις αρχές Απριλίου. Ο καιρός, του προκαλούσε ιδιαίτερο εκνευρισμό, καθώς δεν επιβεβαίωνε τις μετεωρολογικές προβλέψεις για ηλιοφάνεια και πυκνά, μαύρα σύννεφα έκαναν την εμφάνισή τους στο βάθος, εκεί στην οροσειρά που βρισκόταν το παλιό Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου. Μετά από αλεπάλληλες στροφές και οδήγηση σε στενούς επαρχιακούς δρόμους, έφτασε στον προορισμό του. Ήταν εκνευρισμένος, γιατί η ώρα ήταν μία παρά και στις 1 η Μονή έκλεινε. Πότε θα προλάβαινε να βγάλει φωτογραφίες; Στα γρήγορα έτρεξε και μπήκε μέσα. Στο Καθολικό με τις παλιές τοιχογραφίες, άρχισε να φωτογραφίζει βιαστικά. Ένας μοναχός τον καλωσόρισε.
Ήξερε τον σκοπό της επίσκεψής του και τον εξυπηρέτησε σε ό,τι του ζήτησε: Ιστορικά στοιχεία, αδιάκριτες ερωτήσεις και συνεχείς φωτογραφίες, δεν πείραζαν το καλοκάθαγο γεροντάκι, το αντίθετο μάλιστα. «Ελάτε να σας πάω στον Ηγούμενο», πρότεινε στο τέλος της περιήγησης. Ο φωτογράφος δέχτηκε. Τον ανέβασαν μέσω μιας ξύλινης σκάλας - που ένιωθες πως θα σπάσει από τα πολλά τριξίματα - στον Γέροντα της Μονής, έναν πρόσχαρο και σεβάσμιο Ιερομόναχο. Έναν λεβεντόπαπα, από αυτούς που κρατάνε ακόμα ζωντανά τα Ιερά Προσκυνήματα αυτού του τόπου, παρά την εγκατάλειψη από τους ανθρώπους, ακόμα και τους «πιστούς Χριστιανούς».
Εκείνος τον καλοδέχτηκε. Ζήτησε να μάθει για τα βιβλία του και του έδειξε μερικές εκδόσεις της Μονής. Αμέσως προσφέρθηκε λουκουμάκι και κρύο νερό, παραδοσιακό μοναστηριακό κέρασμα. Η ώρα περνούσε και το στομάχι...διαμαρτυρόταν. Με αφέλεια αλλά και θράσος, ρώτησε έναν καλόγερο «αν ξέρει καμιά ταβέρνα εδώ γύρω». «Ναι, βέβαια», απάντησε εκείνος γελώντας. «Θα την βρείτε ευθεία στα 20 μέτρα και δεξιά, στη δεύτερη πόρτα». Μέχρι ο φίλος μας να καταλάβει τι γινόταν, τον είχε αρπάξει από το μπράτσο ο Ηγούμενος, λέγοντάς του «ελάτε να φάτε μαζί μας, είναι καλύτερα από την ταβέρνα!» Διστακτικά ακολούθησε. «Δεν είναι κακό να τσιμπήσω κάτι για ορεκτικό πριν τα κοψίδια», σκέφτηκε ο...κολλημένος με τα παϊδάκια και τα άλλα κρεατικά «οδοιπόρος».
Θα έτρωγε λοιπόν κάτι «ψιλό» εδώ και μετά...γραμμή για την ταβέρνα! Ο Γέροντας τον οδήγησε σ' ένα μικρό δωματιάκι με ένα τραπεζάκι και 4-5 καθίσματα γύρω. Δεν θύμιζε σε τίποτα τις ωραίες τράπεζες που έβλεπε στο Άγιον Όρος. Εδώ όλα ήταν τελείως λιτά, φτωχικά θά' λεγε κανείς. Έκαναν προσευχή και κάθησαν στο τραπέζι. Παρατήρησε πως συνολικά 5 άτομα έπρεπε να φάνε, αλλά τι; Από μια μικρή κατσαρόλα ένας Δόκιμος έβαζε κάτι λαδερό στα πιάτα, σε μικρές μερίδες. Ήταν αρακάς με λάδι - «είστε τυχερός, γιατί ήρθατε Σάββατο που γίνεται κατάλυση ελαίου», τόνισε ο Ηγούμενος - σε ποσότητες που πιθανόν να έφταναν για κάποιο παιδάκι 5 ετών, αλλά όχι για πεινασμένους ενήλικες!
Το τραπέζι είχε στρωθεί. Με έκπληξη παρατήρησε πως η δική του μερίδα ήταν τουλάχιστον η διπλάσια, μπορεί και τριπλάσια, από αυτές των μοναχών! Πήγε να διαμαρτυρηθεί, αλλά ο Γέροντας Γεννάδιος διαβάζοντας τη σκέψη του, τον έκοψε: «Έχετε δρόμο μπροστά σας, πρέπει να φάτε». Το «μενού» περιελάμβανε, εκτός του αρακά, μαύρο ψωμί, άγρια χόρτα με απίστευτη πικράδα που δεν έφευγε με κανέναν τρόπο και υπολείμματα ταραμοσαλάτας που είχαν μείνει σ' ένα μικρό μπολ. Μάταια αναζήτησε ο επισκέπτης λίγο τυρί ή έστω κανονικό, άσπρο ψωμάκι, μιας και αυτό της ολικής άλεσης ήταν πικρό, περίπου όπως τα χόρτα. Ξεκινώντας ανόρεχτα να φάει, ούτε που κατάλαβε πότε πέρασε μισή ώρα στο τραπέζι.
Ο Γέροντας ελάχιστα είχε ακουμπήσει το φαγητό του, αφού έλεγε ιστορίες της Μονής από τα παλιά, τις οποίες διάνθιζε με συμβουλές για τη νηστεία, την εγκράτεια και την ταπείνωση. Έτσι, όταν το γεύμα αυτό τελείωσε, οι σκέψεις της ταβέρνας και των κρεατικών είχαν απομακρυνθεί ολότελα από τον κακομαθημένο προσκυνητή. Τόση ώρα, είχε χορτάσει όχι βέβαια με τον παραβρασμένο αρακά και τις άγριες βρούβες, αλλά με τα λόγια του Γέροντα που δημιουργούσαν μια κατανυκτική ατμόσφαιρα, ακόμα και την ώρα του φαγητού! Ολόκληρη η διάθεσή του είχε αλλάξει. Σκέφτηκε πόσο γελοία ήταν όσα υπολόγιζε πριν για ταβέρνες και...κοψίδια.
Ο παπα - Γεννάδιος, βλέποντάς τον σκεφτικό, τον προσκάλεσε για καφεδάκι στον εξώστη της Μονής, που έβλεπε στην όμορφη λιμνούλα που βρισκόταν από κάτω. Η ώρα περνούσε και ο επισκέπτης δεν χόρταινε να ακούει τα πνευματικά θησαυρίσματα της σοφίας του Γέροντα. Έπρεπε όμως να βγάλει ακόμα μερικές φωτογραφίες και να κατέβει και στη λίμνη, όπου βρισκόταν το «Παλαιομονάστηρο», δηλαδή ένα εκκλησάκι που εγκαταλείφθηκε παλιά από τους μοναχούς προκειμένου να αναζητήσουν ασφαλέστερο καταφύγιο ψηλότερα. Ζήτησε επιπλέον πληροφορίες, ασπάστηκε το αγιασμένο χέρι του Γέροντα και αποχαιρέτησε τους μοναχούς που τον είχαν φιλοξενήσει εγκάρδια και αβραμιαία, με την υπόσχεση κάποια στιγμή να επιστρέψει και να τους ξαναδεί.
Η διάθεσή του ήταν ευχάριστη και ούτε ο θόρυβος των δεκάδων προσκυνητών που ήρθαν εκείνη την ώρα με πούλμαν την μετέβαλε. Κατηφόρησε προς τη λίμνη, όπου διάφοροι ντόπιοι πουλούσαν τα προϊόντα τους. «Κύριε, θέλετε να δοκιμάστε την γραβιέρα μας; Ορίστε, πάρτε και το παξιμάδι μαζί, δικά μας είναι όλα!», του είπε ένας νεαρός. Εκείνος, πήρε μόνο το παξιμάδι που όντως ήταν πεντανόστιμο. Η φωτογραφική εργασία και στο παλιό εκκλησάκι είχε ολοκληρωθεί. Ήταν αργά το μεσημέρι, όταν ο ιδιότροπος προσκυνητής - φωτογράφος αποφάσισε πως έφτασε η ώρα του γυρισμού στην Αθήνα. Μάλιστα, θα ακολουθούσε άλλη διαδρομή, λίγο πιο μακρινή, για να θαυμάσει από κοντά και μια εκκλησιά με 17 τρούλους, όπως του είχαν πει οι καλόγεροι του Αγίου Γεωργίου. Ξεκίνησε πάλι να οδηγεί.
Περνώντας από τα διάφορα ορεινά χωριουδάκια, οι μυρωδιές των φρεσκοψημένων κρεατικών του προκαλούσαν όχι πείνα, όπως θα περίμενε, αλλά ένα μειδίαμα αυτοσαρκασμού, ίσως και απογοήτευσης, για την αξία που είχε δώσει πρωτύτερα σε αυτά. Ευτυχώς, τέλειωσε τις φωτογραφικές του περιπέτειες πριν ξεκινήσει να ψιλοβρέχει. Βρισκόταν τώρα στον δρόμο του γυρισμού, με χίλιες σκέψεις να κατακλύζουν το μυαλό του.
Θυμήθηκε τη γκρίνια του, την απροθυμία να νηστεύσει, την έτοιμη δικαιολογία του «οδοιπόρου» που είχε για να κάνει κατάλυση κρέατος. Με νοσταλγία ξανάζησε, έστω νοερά, την ζεστή φιλοξενία στον Άγιο Γεώργιο και - αν είναι δυνατόν! - χάρηκε με τη σκέψη πως από το πρωί ως τώρα το βράδυ, είχε φάει μονάχα ένα πιάτο αρακά και άγρια χόρτα.
Ένιωσε μια περίεργη γαλήνη
και αισθάνθηκε πληρότητα μέσα του.
Όχι στο στομάχι,
που ακολουθεί πάντα τους δικούς του...ρυθμούς,
αλλά στην ψυχή του.
Μάλλον ήταν αυτό το «Ουκ επ' άρτω μόνο ζήσεται άνθρωπος»,
που του είχε πει ο παπα - Γεννάδιος αποχαιρετώντας τον.
Σοφές κουβέντες, από το στόμα του ίδιου του Χριστού...
Τόσο ευχαριστημένος ήταν,
που αποφάσισε να κρατήσει τη νηστεία μέχρι το Πάσχα.
Και τα κατάφερε με ευκολία!
Περισσότερο δύσκολη υπόθεση ήταν η έκδοση του βιβλίου του,
που όμως κι αυτή - συν Θεώ - πραγματοποιήθηκε.
Έτσι,
ένα χρόνο μετά, τέτοιες ημέρες στην αρχή της νηστείας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής,
θυμήθηκε αυτό το περιστατικό στο παλιό Μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου,
στο Φενεό Κορινθίας.
Κι αποφάσισε να γράψει δυο λόγια για το μεγάλο μάθημα που πήρε τότε...
Εκ του Ιστολογίου ''Άγια Μετέωρα''.
Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
















