ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Τρίτη 26 Μαΐου 2015

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΕΙΝΑΙ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ


 



Στην κωμόπολη Ίσβορο,

το έτος 1520 μ.Χ.

ζούσε ευσεβής χριστιανός, με το όνομα Δημήτριος,

ο όποιος εργάζονταν στα Μεταλλεία,

για να συντηρεί την οικογένειά του. Από τα μέλη της οικογένειας του,

είχε απομείνει, 

η γυναίκα του και ένα αγοράκι, που στα δώδεκα του χρόνια πέθανε κι αυτό,

όπως κι άλλα τρία που του είχαν πεθάνει πρωτύτερα.

Το αγοράκι αυτό,

σαν μονάκριβο που τους είχε μείνει,

επειδή ήταν πολύ φρόνιμο, συνετό και υπάκουο, το αγαπούσαν πολύ,

ο πατέρας και η μητέρα του.

Αλλά ο Πανάγαθος Θεός, που έχει την εξουσία της ζωής και του θανάτου,

τα κρίματα του Οποίου είναι ανεξιχνίαστη άβυσσος,

θέλησε να πάρει πρόωρα την ψυχή του, έπεσε βαρεία άρρωστο και σε δεκαπέντε μέρες πέθανε.

Τούτο λύπησε πολύ τους γονείς του παιδιού,

που έκλαιγαν απαρηγόρητα, περισσότερο δε ο πατέρας του Δημήτριος,

ο όποιος από την πολλή θλίψη έπεσε στο κρεβάτι άρρωστος και δεν ήθελε 

ούτε να φάει ούτε να πιει τίποτε επί δεκαπέντε μέρες.


Στην κατάσταση αυτή βρισκόμενος, ο Δημήτριος, τη δέκατη πέμπτη μέρα λιποθύμησε και φαινόταν σαν να πέθανε. Τότε η γυναίκα του και η πεθερά του, που βρίσκονταν κι αυτή στο σπίτι τους άρχισαν τους θρήνους, οδυρμούς και αναστεναγμούς τόσο, που μαζεύτηκαν όλοι οι γείτονες και συγγενείς τους κι έκλαιγαν κι αυτοί απαρηγόρητα το θάνατο του Δημήτρη, και κατά τη συνήθεια του κόσμου, άρχισαν να ετοιμάζουν τα κόλλυβα, σαβανώματα, θυμιάματα, κεριά και ότι άλλο θεωρείται απαραίτητο για την κηδεία και την ταφή. Εκεί όμως, που κατά την τάξη τον άλλαζαν, παρατήρησαν, πως τα μεν άκρα-χέρια και πόδια-και όλο το κορμί ήταν νεκρωμένα και κρύα, κοντά δε στο στέρνο και την καρδιά ήταν ακόμη ζεστός και ο σφυγμός διατηρείτο πολύ αραιός κι αδύνατος, πλην όμως δεν είχε σταματήσει τελείως και γι' αυτό αποφάσισαν να μην τον θάψουν, αν δεν νεκρωθεί όλο το σώμα.


Πέρασαν πολλές ώρες, ήρθαν τα μεσάνυχτα και η κατάσταση του Δημήτρη εξακολουθούσε να παραμένει η ίδια. Τότε όλοι νύσταξαν κι αποσύρθηκαν λίγο ν' αναπαυθούν. Το πρωί της επόμενης ημέρας, ο Δημήτρης αναστέναξε βαθιά κι ανασηκώθηκε στο κρεβάτι. Εκείνοι που τον παράστεκαν, βεβαρημένοι από τη νύστα, σαν άκουσαν τον αναστεναγμό ξύπνησαν και είδαν το Δημήτρη να ζωντανεύει, θαύμασαν κι χάρηκαν όλοι τους και πιο πολύ η γυναίκα και η πεθερά του, οι οποίες τον ρώταγαν να τους ειπεί τι του συνέβη. Ο Δημήτρης καθιστός στο κρεβάτι, έβαλε το χέρι στο μέτωπο του κι έβλεπε κάτω, ήταν πολύ σκεφτικός, φαινόταν αφηρημένος και τρεις μέρες δεν έτρωγε, δεν έπινε και δε μίλαγε σε κανέναν. Η γυναίκα του, είδε από το σπίτι έξω στο δρόμο παιδιά, συνομήλικα με το δικό της,να παίζουν, θυμήθηκε το παιδί της κι άρχισε να κλαίει απαρηγόρητα και να χύνει πικρά δάκρυα. Τότε ο Δημήτρης, σαν είδε τη γυναίκα του να κλαίει, έλυσε τη σιωπή του και της είπε: «Γιατί κλαις και κόπτεσαι γυναίκα μου χωρίς να ξέρεις, τι κάνεις και τι λες; 


Το παιδί μας δεν πέθανε, όπως νομίζαμε πριν, ούτε αφανίστηκε, ούτε σάπισε στον τάφο, αλλά ζει και είναι σε τόπο λαμπρό, φωτεινό, ψηλό και ωραίο, σε φως που δε λέγεται, δε μοιάζει, ούτε παριστάνεται με τα φώτα του κόσμου τούτου. Μακάρι ν' αξιωθούμε να πάμε κι εμείς στο μέρος εκείνο που είναι τα παιδιά μας, να ζούμε κι εμείς τη μακαριά εκείνη ζωή, στην οποία δεν υπάρχει θλίψη, πόνος και αναστεναγμός, αλλά είναι φως το αιώνιο και ζωή χωρίς αρχή και τέλος-ατελεύτητη. Η γυναίκα του, από τη πολλή θλίψη, δεν έδωσε προσοχή στα λόγια αυτά του συζύγου της, αλλά η γριά μάνα της, σαν άκουσε τα λόγια αυτά, ρώτησε το γαμπρό της λέγουσα: «Παιδί μου, Δημήτρη, πως γνωρίζεις, ότι ζει το παιδί σου και βρίσκεται στη μακαρία, όπως λες, ζωή;» Κι ο Δημήτρης, στην πεθερά του,είπε: «Είδα εγώ με τα μάτια μου σε ποιο χαρούμενο και φωτεινό τόπο βρίσκονται τα παιδιά μας!». «Πες μου, Δημήτρη, σε παρακαλώ, εξακολούθησε να λέγει με αγωνία η γριά, εκείνα που είδες και άκουσες και μη μας κρύψεις τίποτα». 


Όταν κοιμόμουν στο κρεβάτι άρρωστος, σε μια στιγμή, βλέπω μπροστά μου ένα λαμπροφορεμένο άντρα, που έμοιαζε με αστραπή, το κάλλος και η ομορφιά του είναι απερίγραπτη. Τα φορέματα του χρυσοΰφαντα και ποικιλόχρωμα, ακτινοβολούσαν από λαμπρότητα, θείο φωτισμό και χάρη που σου φέρνει ουράνια γαλήνη και χαρά. Από τη στιγμή που τον είδα, κάθε σκέψη και νόημα, για τα πράγματα της ζωής αυτής, χάθηκαν από το μυαλό μου και τη θύμηση μου, και προσηλώθηκα εξ ολοκλήρου σ' αυτόν.» Εκεί που ήμουν αφοσιωμένος στη θεωρία του, μου φάνηκε πως χωρίστηκα από τα ανθρώπινα και βρέθηκα στην αγκαλιά του, με πήρε και πετάξαμε μαζί στους ουρανούς. Όταν ανεβαίναμε μου φάνηκε,πως περάσαμε επτά κύκλους ουρανών. Οι κύκλοι αυτοί φαίνονταν από κάτω προς τα άνω εως ότου τους περάσαμε όλους». Ανεβαίνοντας συναντούσαμε φως με ομίχλη, όταν φτάσαμε ψηλότερα είδα φως λαμπρότερο και γη ωραία και θαυμαστή, ομαλή και καθαρή με φώτα και παντός είδους ανθισμένα δέντρα,των οποίων την ευωδιά και το κάλλος δεν μπορεί ανθρώπινη γλώσσα να διηγηθεί».


Όταν περάσαμε την ωραία εκείνη γη, βρεθήκαμε μπροστά σε δυο σιδερένιες και καλά σφραγισμένες πόρτες. Στην δεξιά πόρτα φύλαγαν ωραίοι λευκοφόροι νέοι και την αριστερή τη φύλαγαν άνδρες μαύροι με φοβερή όψη. Σαν φτάσαμε μπροστά στις πόρτες εκείνες, ο συνοδός μου Άγγελος, μου είπε σκύψε σύντομα και προσκύνησε, κι εγώ αμέσως έσκυψα και προσκύνησα. Σκυφτός, όπως ήμουνα στη γη, άκουσα να ‘ρχεται από μακριά φωνή και να λέγει: «τί έφερες αυτόν εδώ; Δεν σοι είπον να φέρεις τούτον, αλλά τον γείτονα του Νικόλαο, αυτός δε, έχει να ζήσει ακόμη επί της γης»». Μετά από τη φωνή αυτή, ο οδηγός μου με σήκωσε κι αμέσως με πήρε και πήγαμε κατά ανατολάς, προχωρήσαμε και βρεθήκαμε σε ανθισμένη και απέραντη πεδιάδα, με πολύ ωραία δέντρα διαφόρων κατηγοριών». Στον ίσκιο κάθε δέντρου, κάθονταν κι από ένας άνθρωπος, οι δε άνθρωποι εκείνοι ήταν όλοι μιας ηλικίας, αλλά τα πρόσωπα τους, άλλων ήσαν λαμπρά και ωραία κι ακτινοβολούσαν από χαρά, άλλων τα πρόσωπα ήσαν στυγνά και λίγο μαύρα, και άλλων κατάμαυρα και σκοτεινά, κι ο καθένας απ' αυτούς είχε φανερά τα σημεία των πράξεων τους, είτε καλά, είτε κακά, κι άπ' αυτά φαίνονταν καθαρά σε όλους τα έργα που κάνανε στη ζωή αυτή, κι γνώριζε ο ένας τον άλλον». Όταν διαβαίναμε την ωραία εκείνη πεδιάδα, κοίταζα δεξιά κι αριστερά, είδα πολλούς, που τους γνώριζα στη ζωή αυτή και οι όποιοι έχουν πεθάνει από πολύν καιρό.


Επίσης γνώρισα πολλές γυναίκες. Είδα κει και μια γνωστή γυναίκα πόρνη,που από την εξωτερική εμφάνιση διακρινόταν η ζωή της, που έκανε δω στη γη. Είδα κι άλλους πολλούς κακοποιούς, που στη ζωή αυτή είχαν καταδικασθεί σε κρεμάλα, κι άλλους που έκαναν διάφορες αμαρτίες, να έχουν φανερά τα σημεία των κακών πράξεων τους, όπως διακρίνονταν και τα καλά έργα. Είδα επίσης και πολλούς φίλους και συγγενείς μας να βρίσκονται στον τόπο εκείνον.» Κει που βαδίζαμε, με το συνοδό μου Άγγελο, στην ωραία κι ανθοστολισμένη εκείνη πεδιάδα, καθώς παρατηρούσα τα ωραία τοπία, τα δροσερά λιβάδια, τα πανύψηλα δέντρα, κι άλλα ωραία και απερίγραπτα πράγματα, είδα να κάθονται τέσσερα λαμπροφορεμένα παιδάκια πολύ όμορφα που έλαμπαν σαν τον ήλιο. Στάθηκα και θαύμαζα τα ωραία εκείνα μέρη και κοίταζα αχόρταγα τα όμορφα εκείνα παιδάκια. Ο συνοδός μου Άγγελος τότε μου είπε: «Αδελφέ, γνωρίζεις αυτά τα ωραία παιδάκια; Μήπως ξέρεις τίνος είναι;» Τότε πήγα πιο κοντά, κοίταξα με προσοχή και είδα ότι τα παιδιά εκείνα ήταν τα δικά μας. Είδα τα τρία που μας είχαν από χρόνια πεθάνει και το τελευταίο δωδεκάχρονο να το έχουν στη μέση. Στον Άγγελο είπα: «Ναι, κύριέ μου, πολύ καλά τα γνωρίζω, είναι τα παιδιά, τα δικά μου».


Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη που γνώρισα και είδα τα παιδιά μας να είναι σε τόση χαρά, δόξα και λαμπρότητα. Παρακάλεσα τον οδηγό μου Άγγελο, να μου επιτρέψει να μείνω κι εγώ εκεί κοντά στα παιδιά μου για πάντα, να αισθάνομαι τη χαρά τους και να μην τα αποχωριστώ ποτέ! Κι ο Άγγελος μου αποκρίθηκε, πως δεν ήρθε ακόμη ο καιρός για να μείνεις κι εσύ εδώ και με πήρε αμέσως από τον τόπο εκείνον». Όταν φεύγαμε, από την ωραία εκείνη πεδιάδα με τα ευώδη άνθη, τον ουράνιο φωτισμό και την αιώνια λαμπρότητα, ρώτησα το συνοδό μου:«Κύριε μου, τούτος ο ωραίος τόπος, είναι ο λεγόμενος Παράδεισος του Θεού, η βασιλεία των ουρανών;». Εκείνος είπε: «Αυτός ο τόπος, ούτε ο Παράδεισος, ούτε η βασιλεία των ουρανών είναι, αλλά είναι αυτό που λέγει η αγία Γραφή, η γη των «Πραέων» και ο τόπος της αναπαύσεως των ψυχών των δικαίων και ορθοδόξων χριστιανών, τον όποιον ώρισε ο Πανάγαθος Θεός, να αναπαύονται οι ψυχές ως την ήμερα της «Δευτέρας του Χριστού παρουσίας», του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, του Δίκαιου Κριτή, που θα 'ρθει να κρίνει τον κόσμο και να αποδώσει στον καθένα κατά τις πράξεις και τα έργα που έχει κάνει. Η δε βασιλεία των ουρανών και τα αιώνια αγαθά, που θα απολαύσουν οι Δίκαιοι, όπως και τα αιώνια κολαστήρια και οι τιμωρίες που είναι γι' αυτούς, που δεν πίστεψαν στο Χριστό και τους αμετανόητους αμαρτωλούς, είναι εκεί που είδες τις δυο κλεισμένες και σφραγισμένες πόρτες, τη χρυσή και λαμπρή πόρτα, που οδηγεί στη βασιλεία του Θεού και τη σιδερένια και φλογερή, που οδηγεί στην Κόλαση, που είναι φτιαγμένη για τους δαίμονες και τα όργανα τους, που είναι όλοι οι κακοί και αμετανόητοι άνθρωποι».


Τότε ρώτησα τον Άγγελο: «Τώρα, Κύριε μου, ποιοι είναι στη βασιλεία των ουρανών, και ποιοι είναι στην Κόλαση»; Κι εκείνος μου απεκρίθει: «Τώρα κανένας δεν έχει πάει στη Βασιλεία των ουρανών, ούτε στην Κόλαση, αλλά οι μεν Δίκαιοι απολαμβάνουν μέρος από τα αιώνια αγαθά,στο διορισμένο από το Θεό τόπο και οι αμαρτωλοί πάλι, μέρος από τις τιμωρίες υφίστανται, και όπως είπαμε, οι Δίκαιοι και οι Αμαρτωλοί την τέλεια απολαβή των αιωνίων αγαθών η των αιωνίων τιμωριών θα πάρουν μετά την Δεύτερη ένδοξη του Κυρίου Παρουσία, που θα γίνει τότε, η αιώνια πληρωμή ή, η αιώνια καταδίκη». Οί ψυχές,όμως των μεγάλων Αγίων, εξακολούθησε να μου λέγει ο οδηγός μου, από τώρα βρίσκονται σε πολύ ψηλότερο, ωραιότερο και φωτεινότερο τόπο από τούτον εδώ, εκεί που είναι μεγάλο και πολύ λαμπρότερο φως, από το όποιο φως, έρχονται εδώ οι ακτίνες και λαμπηδόνες, που φωτίζουν τον τόπο τούτον». Όταν είπε αυτά, ο οδηγός μου Άγγελος, ξεκινήσαμε να πάμε κατά το Νοτιά, βγήκαμε από το φωτεινό και λαμπρό εκείνο μέρος και φτάσαμε σε σκοτεινό και καλυμμένο από μούχλα και σαπίλα τόπο, από τον όποιον έβγαινε πολύ βρώμα και δυσωδία. Εκεί είδαμε πολύ πλήθος ανθρώπων, που είχανε ηλιοκαμένη και πολύ λυπημένη όψη. Ρώτησα, τι άνθρωποι είναι αυτοί που βρίσκονται εδώ μέσα;


Κι αυτός μου είπε: «Αυτοί που βλέπεις εδώ, είναι οι Εβραίοι που δεν πίστεψαν στο Δεσπότη Χριστό». Προχωρήσαμε πιο πέρα. Εκεί βρήκαμε πιο σκοτεινό και βρωμερότερο μέρος, είχε μέσα κι αυτό πλήθος πολύ λαού, που φαίνονταν σαν μικροί ανθρωπίσκοι, σαν μικρά παιδιά και σκουλήκια, που κυλιόντουσαν μέσα σε λάσπη από κοπριά. Ρώτησα τον οδηγό μου, γι' αυτούς και μου είπε, πως αυτοί είναι οι Τούρκοι και άπιστοι Αγαρηνοί, και όλοι οι αιρετικοί και κακόδοξοι άνθρωποι. Εκεί γνώρισα και πολλούς από τους Αθίγγανους – Γύφτους, που τους ήξερα από τη ζωή αυτή κι είχανε τα πρόσωπα τους πολύ μελανά». Όταν βγήκαμε άπ' εκεί, γυρίσαμε κι άλλους τέτοιους σκοτεινούς και βρωμερούς τόπους, γεμάτους από ανθρώπους κάθε θρησκείας, κάθε αιρέσεως, άθεους, ειδωλολάτρες και λαούς από διάφορα έθνη. Σε ερώτηση μου, αν αυτή είναι η Κόλαση, ο οδηγός μου είπε: Όπως και πρωτύτερα σου είπα αυτά που είδες, δεν είναι, ούτε η Κόλαση, ούτε ο Παράδεισος, άλλά όλα αυτά είναι προσωρινά μέχρι τη δεύτερη του Χριστού Παρουσία. Πρέπει να ξέρεις και τούτο, πως η Κόλαση είναι μια, άλλά τα βάσανα και οι τιμωρίες είναι πολλές και διάφορες, όπως και η Βασιλεία των ουρανών είναι μια άλλα έχει κι αυτή διαφορά στις κατοικίες και τις απολαύσεις για τους Δικαίους, ανάλογα με τις αρετές και την προσφορά της θυσίας του καθενός στη ζωή τούτη, όπως λέγει κι ο Δεσπότης Χριστός στο ιερό ευαγγέλιο Του: «Εν τη οικία του πατρός μου μοναί πολλαί είσιν» (Ίωάν. ΙΔ' 2).


Εκεί, που ο οδηγός μου έλεγε αυτά άκουσα να έρχεται από κάτω βαθιά τρομακτική και βροντερή φωνή βρυχωμένου δράκοντα και αγρίου θεριού, και να βγαίνει βρώμα και δυσωδία ανυπόφορη. Από τη φωνή αυτή τραβήχτηκα και τρόμαξα τόσο, που προσπάθησα να κρυφτώ στην αγκαλιά του φύλακα συνόδου μου και τρέμων από το φόβο μου, τον ρώτησα: «τί φωνή είναι αυτή, Κύριέ μου και η πολλή αυτή βρώμα, πούθε έρχεται;» Και κείνος μου είπε: «Αυτός, που φωνάζει και βρυχιέται είναι ο παμφάγος Άδης, ο όποιος δέχεται όλους τους άπιστους και περιφρονητές αμαρτωλούς κατ' εξακολούθηση, που δεν πίστεψαν στο Χριστό και δε μετανοήσαν ποτέ για ότι κακό έκαναν στη ζωή τους. Όποιος απ' αυτούς πεθάνει, περνάει από τον Άδη, ο όποιος τους ξερνάει, στους τόπους της καταδίκης που είδες και δε χορταίνει ποτέ. Αμέσως άκουσα άλλη φωνή, πού ‘ρχονταν από ψηλά και έλεγε: «τι φωνάζεις, τι κλαις και στενοχωριέσαι; Περίμενε λίγο και θα χορτάσεις από ανάξιους ιερείς, αρχιερείς, επίσκοπους και μοναχούς, δόκιμους και χριστιανούς αμελείς και περιφρονητές στην καλοσύνη και πρόθυμους για το κακό».


Και κει, που η φοβερή αυτή φωνή σφύριζε ακόμη στα αυτιά μου, βρέθηκα αμέσως στο σπίτι μου, είδα το σώμα μου νεκρό, άσχημο και παγωμένο,δεν ήθελα να μπω μέσα σ' αυτό, αλλά ο οδηγός μου μ' έβαλε με το ζόρι χωρίς να θέλω να μπω μέσα, κι αισθάνθηκα δριμύ πόνο και να σαλεύουν όλα τα νεύρα,οι αρθρώσεις και τα κόκκαλα». Η γυναίκα του Δημήτρη και η πεθερά του, άμα άκουσαν αυτά, έμειναν κατάπληκτες και διηγούμενες αυτά, από στόμα σε στόμα διαδόθηκαν όχι μόνο στον Ίσβορο, άλλά και σ' όλη τη Χαλκιδική. Τούτο έφτασε και στα αυτιά του Αγίου Μητροφάνη, ο όποιος πήγε στο σπίτι του Δημήτρη, από τον όποίον βεβαιώθηκε για την αλήθεια της θείας αυτής οπτασίας,την οποίαν ο Δημήτρης επανέλαβε και διηγήθηκε στον Άγιο δυο και τρεις φορές, ακριβώς, όπως μας την περιέγραψε ο ίδιος, ο Άγιος Μητροφάνης. Η οπτασία αύτη του Δημήτρη, βεβαιώθηκε κι από το γεγονός,που ακολούθησε, γιατί, όταν άκουσε τη θεία εκείνη φωνή,που έλεγε στον οδηγό του Άγγελο: «Δεν σοί ειπόν να φέρεις αυτόν,άλλα το γείτονα του Νικόλαο», τούτο πραγματοποιήθηκε, γιατί δυο μέρες μετά την οπτασία, που είδε ο Δημήτρης, ο γείτονάς του Νικόλαος καίτοι ήταν πολύ καλά στην υγεία του, ξάφνου χωρίς νάχει καμιά αρρώστια πέθανε και τις ετοιμασίες που είχαν για την κηδεία του Δημήτρη, τις χρησιμοποίησαν για την ταφή του Νικολάου.


Μερικοί αρχιερείς και ιερείς, από φθόνο του διαβόλου, κινήθηκαν να διασύρουν την οπτασία αύτη σαν ψεύτικη, προσπάθησαν να σπείρουν απιστία και αμφιβολία, με τη δικαιολογία, ότι, η φωνή που άκουσε, ο Δημήτρης, άνωθεν να λέγει στον Άδη, ότι θα χορτάσει από αρχιερείς, ιερείς και μοναχούς αμελείς και ράθυμους, προς τις υποχρεώσεις και τα καθήκοντα τους και, ότι δεν θα έπρεπε να λέγει γι' αυτούς, αλλά να έλεγε, πως θα γεμίσει από άπιστους, ασεβείς και αμαρτωλούς, αν ήταν αληθινή! Ταλαίπωροι άνθρωποι, σ' όποια τάξη κι αν ανήκετε, όποιο βαθμό και αξίωμα φέρετε, γιατί «προφασίζεσθε προφάσεις εν άμαρτίαις»; «Σκληροτράχηλοι και απερίτμητοι τη καρδία, ίνα τι αγαπάτε ματαιότητα και ζητείτε ψευδός; «Πώς θέλετε ο καθένας σας να δικαιολογείστε και να κρύβεστε πίσω από το δάκτυλο σας»; Αυτά είπε προς αυτούς, ο Άγιος Μητροφάνης, και επιπροσθέτως έλεγε: «Αδελφοί, εμείς οι κληρικοί, που ταχθήκαμε να υπηρετούμε τον Κύριο, να γνωρίζουμε καλά, πως πρέπει να είμαστε τύπος και υπόδειγμα ενάρετης ζωής,να είμαστε φως και οδηγοί στους ανθρώπους, όπως λέγει και ο Κύριος μας: «Υμείς έστε το φως του κόσμου, υμείς έστε το άλας της γης» (Ματθ. Ε' 13, 14) και, ως τοιούτοι θα πρέπει σε τέτοιες περιπτώσεις να χύνομαι περισσότερο φως και όχι να συσκοτίζαμε πιο πολύ τα απλά και θεία αυτά πράγματα, που ο Θεός αποκαλύπτει στους πιστούς, για να διορθωθούμε και να διορθώσουμε και τον κόσμο, που έχει σκοτάδι και άγνοια μεγάλη, του θείου νόμου και των εντολών του Θεού.


Αντί, με τα καλά μας λόγια,με τα καλά μας έργα και την καθαρή πολιτεία της ζωής μας να γινόμαστε το καλό παράδειγμα, να φανούμε άξιοι εργάτες της κλήσεως μας και καλοί οικονόμοι να μεταδίδομαι τη χάρη,που από το Θεό μας δόθηκε, εμείς γινόμαστε προσκόμματα του καλού, αιτία σκανδάλου και κακό παράδειγμα, στους πιστούς με την απιστία και την αμφιβολία,που μεταδίδουμε στον πιστό και απλό λαό και με τον τρόπο αυτόν βλάπτουμε τις ψυχές τους, για τις οποίες, ο Χριστός, επάνω στο Σταυρό, θυσιάστηκε και παρέδωκε την ψυχή του «λύτρον αντί πολλών». Αντί να προσπαθούμε με κάθε τρόπο να ωφελήσουμε τον πλησίον μας,εμείς με κάθε τρόπο τον βλάπτομε, με το να λέμε και να διαδίδομε, πως οι οπτασίες αυτές και αποκαλύψεις, οι όποιες μας φέρνουν σε αίσθηση, σε φόβο Θεού, σε μετάνοια και επίγνωση του εαυτού μας, να λέμε δεν είναι αληθινές; Δεν είναι πραγματικές; Μήπως γιατί αποκαλύπτουν τα κακά έργα του καθενός; Και φανερώνουν τις τιμωρίες, που μας περιμένουν; Ή την δίκαιη αντιμισθία και ανταμοιβή, που θα λάβουν από τον Δίκαιο Κριτή εκείνοι, που εργάστηκαν το καλό και την αρετή; 


Πρέπει να ξέρουμε,

πως όποιοι κι αν είναι αυτοί, απλοί άνθρωποι, ή ιερείς, αρχιερείς,

Πατριάρχες, Βασιλείς, Στρατηγοί ή Στρατιώτες, όλοι όμοια και δίκαια θα κριθούν,

από τον απροσωπόληπτο Κριτή,τον Θεό.

Και συνέχισε ο Άγιος Μητροφάνης, να διδάσκει και να λέγει στο λαό:

«Ας ξυπνήσομε, αδελφοί,

ας έλθομε στον εαυτό μας, όσον είναι ακόμη καιρός, γιατί το κουδούνι του κινδύνου,

για τον καθένα μας, κάθε λίγο κτυπάει, δεν ξέρουμε πότε το τέλος και σε μας θα έλθει.

Ας προσπαθήσαμε,

να μιμηθούμε τους καλούς ιερείς, αρχιερείς, μοναχούς και όλους εκείνους τους καλούς χριστιανούς,

οι όποιοι εργάζονται το καλό, την αρετή και την δικαιοσύνη, για να γίνωμεν 

κι εμείς φώτα σωστικά, παραδείγματα αρετής και καλοσύνης στους πιστούς αδελφούς μας,

όπως μας παραγγέλλει ο Κύριος λέγων: 

«Ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως είδωσιν υμών 

τα καλά έργα και δοξάσωσι τον πατέρα υμών, τον εν τοις ουρανοίς» (Ματθ. Ε' 16) 

για να λάβουμε κι εμείς τη δίκαιη ανταμοιβή και να ζήσομε αιώνια με το Θεό

 στη βασιλεία των ουρανών. 

Αμήν!



Απόσπασμα από τον βίο του Αγίου Μητροφάνη
Αντιγραφή από το ιστολόγιο ''Πηγή Ζωής''
Τίτλος,επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Το Ίσβορο
που αναφέρεται στο κείμενο 
είναι το σημερινό Στρατώνι της Χαλκιδικής 
και το ονομάζει 
ο Άγιος Μητροφάνης:
«Χώραν μεγάλην»


Κυριακή 24 Μαΐου 2015

ΑΚΟΙΝΩΝΗΤΟΣ Ο ΠΑΠΑΣ ΩΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΣ





Ερμηνεύοντας ὁ ῞Αγιος Νικόδημος ῾Αγιορείτης στὸ Πηδάλιο τὸν παρατεθέντα 45ο ᾿Αποστολικὸ Κανόνα,

διευκρινίζει ἐν πρώτοις ἐκεῖνο τὸ «μόνον»·

 «αἱρετικοῖς συνευξάμενος μόνον».

Γράφει ὅτι αὐτὸ σημαίνει, ὅτι ὄχι μόνο ἡ συλλειτουργία μὲ αἱρετικούς, ἀλλὰ καὶ ἡ ἁπλὴ συμπροσευχὴ

 ἀπαγορεύεται ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς κανόνας.

Δηλαδή,

καὶ ὅταν δὲν συμμετέχει κανεὶς στὸ μυστήριο τῆς Θ. Ευχαριστίας, προσευχόμενος ἤ κοινωνῶν,

ἀλλὰ συμμετέχει σὲ ὁποιαδήποτε ἀκολουθία, ἀκόμη καὶ σὲ χῶρο ἰδιωτικό, ὅπου ἀπαγγέλλεται κάποια προσευχή, 

αὐτὸ τὸν καθιστᾶ ὑπόλογο καὶ ὑπεύθυνο ἔναντι τῶν ἱερῶν κανόνων. Υπενθυμίζει μάλιστα συναφῶς καὶ τὸν 10ο ᾿Αποστολικὸ κανόνα ὁ ὁποῖος λέγει:

«Εἴ τις ἀκοινωνήτῳ, κἄν ἐν οἴκῳ συνεύξηται, οὗτος ἀφοριζέσθω»

Κατ᾿ ἐξοχὴν ὅμως ἀκοινώνητοι καὶ ἀφορισμένοι εἶναι οἱ αἱρετικοί.

Μπορεῖ κανεὶς σοβαρὰ καὶ μὲ ἐλάχιστη γνώση τῶν ἐκκλησιολογικῶν δεδομένων καὶ τοῦ ἐπὶ αἰῶνας σχίσματος μεταξὺ ᾿Ανατολῆς καὶ Δύσεως 

νὰ ἰσχυρισθεῖ 

ὅτι ὁ πάπας καὶ οἱ τοῦ πάπα ἔχουν κοινωνία μεθ᾿ ἡμῶν;


Ο ἀποκλεισμός τους ἀπὸ τὴν κοινωνία τοῦ μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας δὲν τοὺς καθιστᾶ ἀκοινωνήτους καὶ ἄρα ὑποκειμένους εἰς ὅσα περὶ ἀκοινωνήτων λέγει ὁ 10ος κανὼν τῶν ῾Αγίων ᾿Αποστόλων;᾿Απὸ τὸ πλῆθος τῶν πατερικῶν ἐκτιμήσεων μνημονεύουμε,ὅσα ὁ ῞Αγιος Συμεὼν Θεσσαλονίκης ὁ Μυσταγωγὸς λέγει, κωδικοποιώντας τὴν πίστη τῶν ᾿Ορθοδόξων τὸν 15ον αἰώνα. Συμπεριλαμβάνει τὸν Λατινισμὸ μεταξὺ τῶν αἱρέσεων στὸ, Κατὰ αἱρέσεων τμῆμα τοῦ ἔργου του, Διάλογος,καὶ ἐκτιμᾶ,ὅτι προκάλεσε μεγαλύτερη ζημία στὴν ᾿Εκκλησία ἀπὸ ὅση προκάλεσαν ὅλες μαζὺ οἱ αἱρέσεις καὶ τὰ σχίσματα. Δίδει θαυμάσια ἀνάπτυξη καὶ ἀνάλυση τῆς μὴ κοινωνίας τῶν ᾿Ορθοδόξων,ὄχι γενικῶς μὲ τοὺς πάπες,γιατὶ μὲ τοὺς ᾿Ορθοδόξους πάπες ἔχουμε κοινωνία καὶ τοὺς ἑορ- τάζουμε ὡς ἁγίους, ἀλλὰ μὲ τοὺς αἱρετικοὺς πάπες, οἱ ὁποῖοι, ἐπειδὴ ἔπαυσαν νὰ εἶναι διάδοχοί τους στὴν πίστη, δὲν εἶναι διάδοχοί τους καὶ στὸν θρόνο. Γι᾿ αὐτὸ ἀκριβῶς λέγει, ὅτι τὸν ἑκάστοτε πάπαν «οὐ μόνον οὐ κοινωνικὸν ἔχομεν, ἀλλὰ καὶ αἱρετικὸν ἀποκαλοῦμε''


Ο θρόνος τῆς Ρώμης γιὰ τοὺς ᾿Ορθοδόξους εἶναι κενός· ἔχει διακοπῆ ἡ ἀποστολικὴ διαδοχή, ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ ὁριστικοποιήθηκαν ἡ αἵρεση καὶ τὸ σχίσμα. Μὲ ποιὸν πάπα ἑπομένως συναντῶνται καὶ ποιὸν πάπα ὑποδέχονται πολλοὶ πατριάρχες καὶ ἀρχιεπίσκοποι; Τὸν ἀκοινώνητο καὶ ἀφορισμένο, καὶ ἀνίερο, χωρὶς ἱερωσύνη δηλαδή, ἀφοῦ ἡ διακοπὴ τῆς πίστεως σημαίνει καὶ διακοπὴ τῆς ἀποστολικῆς διαδοχῆς; Θὰ ἀλλάξουμε λοιπὸν τὰ ἐκκλησιολογικὰ καὶ κανονικὰ κριτήρια καὶ θὰ τὰ χρησιμοποιοῦμε μόνον σὲ διεκδικήσεις ἐπαρχιῶν καὶ θρόνων;8. Οἱ κανόνες ἀπαγορεύουν τὴν συμπροσευχή. Πολὺ περισσότερο τὴν συλλειτουργία. Πριν παραθέσουμε τὸ κείμενο τῆς ἑρμηνείας τοῦ ῾Αγίου Νικοδήμου καὶ τῆς συμφωνίας μὲ ἄλλους κανόνες, ποὺ τὸ θεωροῦμε ἀπαραίτητο, γιατὶ φαίνεται πὼς ἔχουν ἀπαξιωθῆ ἀπὸ πολλοὺς οἱ ἱεροὶ κανόνες, καὶ μόνον κατὰ τὸ ἑκάστοτε συμφέρον χρησιμοποιοῦνται, πρέπει νὰ σχολιάσουμε καὶ νὰ διασαφήσουμε αὐτὸ ποὺ προβάλλεται ἀπὸ πολλοὺς ὡς δικαιολογία τῶν συμπροσευχῶν, οἱ ὁποῖες τείνουν πλέον νὰ παγιωθοῦν. Πολλοὶ ᾿Ορθόδοξοι κληρικοί, ἀλλὰ καὶ λαϊκοί, συμμετέχουν ἀδεῶς σὲ οἰκουμενιστικὲς συμπροσευχὲς καὶ μάλιστα σὲ χῶρες τῆς ᾿Ορθοδόξου Διασπορᾶς, τώρα ὅμως καὶ ἐντὸς τῶν ἐκκλησιαστικῶν μας συνόρων. 


Οργανώνονται κατ᾿ ἔτος καὶ ἐκδηλώσεις «εὐχαριστιακῆς φιλοξενίας», στὶς ὁποῖες πολλάκις ἐπισυμβαίνει καὶ εὐχαριστιακὴ κοινωνία, παρὰ τὰ διατυμπανιζόμενα, ὅτι δὲν φθάσαμε ἀκόμη στὴν κοινωνία τοῦ κοινοῦ ποτηρίου. Δημιουργοῦνται ἤδη τετελεσμένα γεγονότα, ἡ ἕνωση ἐπιβάλλεται σιγὰ - σιγὰ στὴν πράξη, γιὰ νὰ τὴν συνηθίσουμε, καὶ ἄς φωνάζουν μερικοὶ «γραφικοὶ» ὑπερασπισταὶ τῆς καθαρότητος καὶ τῆς γνησιότητος τῆς πίστεως. Ισχυρίζονται, λοιπόν, ὅτι ἀδίκως διαμαρτύρονται οἱ αὐστηροὶ καὶ παραδοσιακοὶ κληρικοὶ καὶ λαϊκοί, γιατὶ αὐτὸ ποὺ συνέβη πρὸ ἡμερῶν στὴ Ρώμη, στὴν πλατεῖα τοῦ ῾Αγίου Πέτρου, δὲν εἶναι συλλειτουργία, ἐννοώντας βέβαια,ὅτι μόνο τὴ συλλειτουργία, τὴν συμμετοχὴ δηλαδὴ στὴν κοινὴ τέλεση τοῦ μυστηρίου τῆς Θ. Εὐχαριστίας ἀπαγορεύουν οἱ ἱεροὶ κανόνες.


Εξεπλάγην, ὅταν ἄκουσα τὸ σχόλιο αὐτὸ καὶ ἀπὸ τὸ στόμα δύο συναδέλφων τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς, ἑνὸς ὁμοτίμου καὶ ἑνὸς ἐν ἐνεργείᾳ, κατὰ τὴν μετάδοση τῶν ἱεροπραξιῶν τῆς Ρώμης, τὸ ἑσπέρας τῆς 29ης καὶ τὸ πρωΐ τῆς 30ῆς ᾿Ιουνίου. Καὶ ἐξήγησα στὸν ἑαυτό μου, πῶς μεταδίδεται σιγὰ - σιγὰ αὐτὴ ἡ οἰκουμενιστικὴ νοοτροπία, ἀφοῦ καὶ ἀπὸ τὸ στόμα διδασκάλων τῆς Θεολογίας, ποὺ ὑποτίθεται, ὅτι γνωρίζουν τὰ κείμενα, ἔχουν μελετήσει τὶς πηγές, διδάσκεται ὅτι αὐτὸ ποὺ κάνει τώρα ὁ πατριάρχης δὲν εἶναι κάτι κακό, δὲν ἀντιβαίνει στοὺς κανόνες, γιατὶ δὲν εἶναι συλλειτουργία. Μὰ καλὰ οἱ κανόνες τὴν συλλειτουργία μόνον ἀπαγορεύουν ἤ καὶ τὴν συμπροσευχή; Αλλοίμονο, ἄν ὑπῆρχε πρόβλημα καὶ γιὰ τὴν ἀπαγόρευση τῆς συλλειτουργίας. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐκ τῶν αὐτονοήτων αὐτονόητον, καὶ οὔτε κἄν συζήτηση καὶ ἐπιφύλαξη ὑπάρχει ἐπ᾿ αὐτοῦ. Κατὰ τὸ «λῆψις τοῦ ζητουμένου», αὐτὸ συνιστᾶ «ἀπαγόρευσιν τοῦ ἀπηγορευμένου». Οἱ κανόνες ἀπαγορεύουν ἐμφαντικῶς τὴν ἁπλὴ συμπροσευχή, ὡς κάτι ἔλασσον τῆς συλλειτουργίας, πολὺ περισσότερο βέβαια καὶ αὐτονοήτως ἀπαγορεύουν τὸ μεῖζον, τὴν συλλειτουργία.


Γιὰ τὴν συμπροσευχὴ θέλουμε νὰ μᾶς πῆτε, σεβαστοὶ πατέρες καὶ ἀγαπητοὶ συνάδελφοι: Τὴν ἐπιτρέπουν ἤ τὴν ἀπαγορεύουν οἱ ῾Ιεροὶ Κανόνες; «᾿Επίσκοπος ἤ Πρεσβύτερος ἤ Διάκονος αἱρετικοῖς συνευξάμενος μόνον, ἀφοριζέσθω, εἴ δὲ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς, ὡς Κληρικοῖς ἐνεργῆσαι τι, καθαιρείσθω''2. Στοιχειώδης γνώση τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς γλώσσης ἀρκεῖ, γιὰ νὰ εἶναι βέβαιος κανεὶς, ὅτι τὸ «συνευξάμενος» σημαίνει συμπροσευχηθεὶς καὶ ὄχι συλλειτουργήσας. Γιατὶ ἄν ἐσήμαινε συλλειτουργήσας, ἦταν περιττὸ ἐκεῖνο τὸ «μόνον»· «αἱρετικοῖς συνευξάμενος μόνον». Δὲν ὑπάρχει τίποτε ἄλλο μεῖζον ἀπὸ τὴν συλλειτουργία καὶ ἑπομένως δὲν χρειαζόταν τὸ «μόνον». ῎Ετσι ἀκριβῶς τὸ ἑρμηνεύει καὶ ὁ ῞Αγιος Νικόδημος: «῾Ο παρὼν Κανὼν διορίζει, ὅτι ὅποιος ᾿Επίσκοπος ἤ Πρεσβύτερος ἤ Διάκονος, ἤθελε συμπροσευχηθῆ μοναχά, ἀλλὰ ὄχι καὶ νὰ συλλειτουργήσῃ μὲ αἱρετικοὺς ἄς ἀφορίζεται»3. Πιὸ ἁπλὰ θὰ τὸ μεταφράζαμε σήμερα λέγοντας, ὅτι ὅποιος κληρικὸς συμπροσευχηθῆ μόνο μὲ αἱρετικούς, ἀκόμη καὶ ἄν δὲν συλλειτουργήσει, πρέπει νὰ ἀφορίζεται.9. Τὰ ἐν Ρώμῃ ἦσαν συλλειτουργία. Η Συμπροσευχή, ὅμως πλέον εἶναι συνηθισμένη κανονικὴ παράβαση· γίνεται κατ᾿ ἐξακολούθησιν ἐδῶ καὶ δεκαετίες· ἔχει γίνει ἐκκλησιαστικὸ ἔθος, γιὰ τοὺς οἰκουμενιστάς. Εξοικειωθήκαμε μὲ τὴν ἀντικανονικότητα, μὲ τὴν παράβαση τῶν ῾Ιερῶν Κανόνων.

Γι᾿ αὐτό, ἀφοῦ κατακτήσαμε καὶ γκρεμίσαμε αὐτὸ τὸ μικρὸ ἐμπόδιο, προχωροῦμε τώρα σταδιακὰ καὶ στὴν συλλειτουργία. Τὰ τελεσθέντα καὶ πραχθέντα στὴ Ρώμη, δὲν ἦσαν ἁπλῶς συμπροσευχή, ὅπως ἦταν π.χ. ἡ κοινὴ ἀπαγγελία τοῦ «Πάτερ ἡμῶν» ἀπὸ τὸν ἀρχιεπίσκοπο καὶ τὸν πάπα στὴν ᾿Αθήνα στὸ σπίτι τοῦ παπικοῦ ... νουντσίου τὸν Μάϊο τοῦ 2001, ἀλλὰ ἦταν συλλειτουργία, ἐφ᾿ ὅσον ἡ ἀκολουθία ἡ ὁποία ἐτελεῖτο ἀπὸ τὸν πάπα ἦταν λειτουργία, τελεσιουργία τοῦ μυστηρίου τῆς Θ. Εὐχαριστίας. Καὶ ἡ λειτουργία, ὡς γνωστόν, ἀποτελεῖ κάτι ἑνιαῖο καὶ ἀδιαίρετο, ὅλα συνδέονται μεταξύ τους καὶ ἑνοποιοῦνται ὡς προετοιμασία τῆς εὐχαριστιακῆς θυσίας, τέλεση καὶ μετάδοση στοὺς πιστούς. Σὲ ὁποιοδήποτε τμῆμα της καὶ ἂν μετέχει κανείς, συνλειτουργεῖ, συνπροετοιμάζει καὶ συντελεῖ τὴν θυσία, ἔστω καὶ ἂν δὲν μετέχει τοῦ ποτηρίου. ῞Ολοι εἴδαμε τὸν πατριάρχη νὰ «συμφορεῖ»,νὰ εἶναι δηλαδὴ ἐνδεδυμένος ἀρχιερατικὸ μανδύα, νὰ ἀσπάζεται τὸ ἱερὸ εὐαγγέλιο, προσαγόμενο ἀπὸ τὸν παπικὸ διάκονο, καὶ τὸ ἀντίστοιχο νὰ πράττει ὁ πάπας μὲ εὐαγγέλιο προσαγόμενο ἀπὸ ὀρθόδοξο διάκονο,νὰ θυμιοῦν στὴν συνέχεια οἱ δύο διάκονοι ξεχωριστὰ καὶ νὰ ἀναγινώσκουν τὸ ἱερὸ εὐαγγέλιο,νὰ ἀπαγγέλλουν ἀκόμη ὁ πατριάρχης καὶ ὁ πάπας τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, ἡ ἀπαγγελία τοῦ ὁποίου πρὸ τῆς μεταλήψεως τῶν Τιμίων Δώρων σημαίνει,ὅτι ἔχουμε ἑνότητα στὴν πίστη, ἑπομένως μποροῦμε ἐν τῇ ἑνότητι αὐτῇ καὶ τῇ ἀγάπῃ νὰ κοινωνήσουμε καὶ τοῦ κοινοῦ ποτηρίου: «᾿Αγαπήσωμεν ἀλλήλους,ἵνα ἐν ὁμονοίᾳ ὁμολογήσωμεν».


Αναγκαία συνέπεια τῆς μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ συνλειτουργίας εἶναι καὶ ἡ μετάληψη τῆς Θ. Εὐχαριστίας. Τὸ ἀντίθετο σημαίνει παραποίηση τοῦ μυστηρίου. ῎Εχουμε ἤ δὲν ἔχουμε μὲ τὸν πάπα ἑνότητα στὴν πίστη; ῎Αν δὲν ἔχουμε,ὅπως καὶ δὲν ἔχουμε, τότε γιατὶ ἀπαγγέλλουμε τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως, χωρὶς τὸ Filioque, καὶ κοροϊδεύουμε τοὺς ᾿Ορθοδόξους;῎Αν ἔχουμε ἑνότητα στὴν πίστη,τότε γιατὶ δὲν κοινωνοῦμε ἀπὸ κοινοῦ καὶ τῶν Τιμίων Δώρων; Ποῦ ἀκούσθηκε αὐτό, ποῦ ξανάγινε στὴν ἐκκλησιαστική μας Παράδοση; Η εἴσοδος τοῦ Εὐαγγελίου, ἡ λεγομένη Μικρὰ Εἴσοδος, τὰ ᾿Αναγνώσματα, ἡ ἀπαγγελία τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως εἶναι ἤ δὲν εἶναι μέρη τῆς Θ. Λειτουργίας; Μποροῦμε νὰ διακόπτουμε οἱ ἱερεῖς καὶ νὰ μὴν ὁλοκληρώνουμε τὴν Θ. Λειτουργία, νὰ διώχνουμε τοὺς ῾Αγίους ᾿Αγγέλους οἱ ὁποῖοι συμπαρίστανται καὶ συλλειτουργοῦν; Στὴν οὐσία βέβαια δὲν πρόκειται περὶ ἀληθινῆς καὶ ἔγκυρης Θ. Λειτουργίας, ἐφ᾿ ὅσον τὰ μυστήρια τῶν αἱρετικῶν δὲν εἶναι ἔγκυρα, στεροῦνται τῆς Θ. Χάριτος. Γιατί λοιπὸν τοὺς παραπλανοῦμε καὶ τοὺς ἐξαπατοῦμε, ἀφήνοντας τὴν ἐντύπωση, ὅτι εἴμαστε «ἀδελφὲς» ᾿Εκκλησίες, ἔχουμε τὰ ἴδια μυστήρια, διαχειριζόμαστε ἀπὸ κοινοῦ τὴν ἴδια Θεία Χάρη, κατὰ τὴν ἀπαράδεκτη συμφωνία τοῦ Balamand; Γιατί τοὺς στεροῦμε τὴν δυνατότητα,ἐκ τῆς μὴ συμμετοχῆς μας νὰ προβληματισθοῦν,νὰ διερωτηθοῦν, νὰ ἀφυπνισθοῦν καὶ νὰ παύσουν νὰ νιώθουν αὐτάρκεις καὶ μέλη τῆς ἀνὰ τοὺς αἰῶνας Μιᾶς,῾Αγίας, Καθολικῆς καὶ ᾿Αποστολικῆς ᾿Εκκλησίας;10. Οἱ παλαιοὶ τηροῦσαν τοὺς ῾Ιεροὺς Κανόνας.Υπάρχει καὶ ἄλλος τρόπος διαλόγου καὶ προσεγγίσεως τῶν ἑτεροδόξων, χωρὶς συμφυρμούς, συμπροσευχές, καὶ συλλείτουργα.

῾Η κατ᾿ οἰκονομίαν ἁπλὴ σωματικὴ παρουσία, χωρὶς καμμία προσευχητικὴ ἤ λειτουργικὴ συμμετοχή. Σὲ ἔσχατη ἀνάγκη βρισκόταν ἡ Κωνσταντινούπολη, ὅταν ἐλάμβανε χώραν ἡ σύνοδος τῆς Φερράρας - Φλωρεντίας, λίγα χρόνια πρὶν ἀπὸ τὴν ῞Αλωση (1437-1439). ῞Ολη ἡ αὐτοκρατορία, ὁ αὐτοκράτωρ, ὁ πατριάρχης, ἐπίλεκτοι ἱεράρχες, ἡγούμενοι, μοναχοί, ἄρχοντες καὶ ἀξιωματοῦχοι, στὰ πόδια τοῦ πάπα, προκειμένου νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν προσδοκώμενη, ἀλλὰ οὐδέποτε δοθεῖσα στρατιωτικὴ βοήθεια, ἀκόμη καὶ μετὰ τὴν ταπεινωτικὴ ὑπογραφὴ τοῦ ὅρου τῆς συνόδου, ποὺ ἀναγνώριζε τὶς βασικὲς πλάνες τοῦ Παπισμοῦ. Η αἰχμάλωτη λοιπὸν καὶ ἐξασθενημένη Ρωμηοσύνη κρατοῦσε τὴν πίστη της καὶ τὴν κράτησε τελικῶς καὶ μᾶς τὴν κληροδότησε, παρὰ τὴν προδοσία τῆς πίστεως ἀπὸ τοὺς ἰθύνοντας τὴν ᾿Εκκλησία, καὶ τὸ Γένος· τόσες συναντήσεις ἐπὶ δύο χρόνια, καμμία ὅμως συμπροσευχή.᾿Ακόμη καὶ τὸ, πῶς θὰ συμπεριφερθοῦν εἰσερχόμενοι σὲ παπικὸ ναὸ τοὺς προβλημάτιζε. Ο Σίλβεστρος Συρόπουλος στὰ ᾿Απομνημονεύματα διασώζει ὅσα σχετικὰ εἶπε ὁ πνευματικὸς κῦρ Γρηγόριος, πρὶν ἀποστατήσει καὶ αὐτὸς στὸν Λατινισμό: «᾿Εγὼ ὅτε εἰς ναὸν εἰσέλθω Λατίνων, οὐ προσκυνῶ τινα τῶν ἐκεῖσε ἁγίων, ἐπεὶ οὐδὲ γνωρίζω τινα· τὸν Χριστὸν ἴσως μόνον γνωρίζω, ἀλλ᾿ οὐκ οἶδα πῶς ἐπιγράφεται, ἀλλὰ ποιῶ τὸν σταυρόν μου καὶ προσκυνῶ. Τὸν σταυρὸν οὖν, ὅν αὐτὸς ποιῶ, προσκυνῶ καὶ οὐχ ἕτερόν τι τῶν ἐκεῖθε θεωρουμένων μοι''.4. Ακόμη καὶ κατὰ τὴν ἔναρξη τῶν θεολογικῶν συζητήσεων σὲ κοινὴ συνδιάσκεψη, προσευχήθηκαν ξεχωριστὰ οἱ Λατῖνοι καὶ ξεχωριστὰ οἱ ᾿Ορθόδοξοι 5, τακτική ποὺ τηρεῖται μέχρι σήμερα σὲ μερικοὺς ἀπὸ τοὺς θεολογικοὺς διαλόγους.


Αὐτὴν τὴν παράδοση γνωρίζοντες καὶ στὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο καὶ ἐκτιμῶντες τότε, πρὶν ἀπὸ πενήντα χρόνια, ὅταν ὑπῆρχαν στὴν πατριαρχικὴ σύνοδο καὶ παραδοσιακοὶ ἱεράρχες ποὺ ἀγωνιοῦσαν γιὰ τὰ ὑπερβολικὰ ἀνοίγματα τοῦ πατριάρχου ᾿Αθηναγόρου, ἔθεσαν ἀνάμεσα στοὺς ὅρους τῆς πατριαρχικῆς καὶ συνοδικῆς ἐγκυκλίου τοῦ 1952 καὶ τὴν ἀποφυγὴ συμμετοχῆς σὲ λατρευτικὲς συνάξεις μὲ ἑτεροδόξους: «Δέον ἵνα οἱ ᾿Ορθόδοξοι Κληρικοὶ ᾿Αντιπρόσωποι ὦσιν ὅσῳ τὸ δυνατὸν ἐφεκτικοὶ ἐν ταῖς λατρευτικαῖς μετὰ τῶν ἑτεροδόξων συνάξεσιν ὡς ἀντικειμέναις πρὸς τοὺς ῾Ιεροὺς Κανόνας καὶ ἀμβλυνούσας τὴν ὁμολογιακὴν εὐθιξίαν τῶν ᾿Ορθοδόξων, ἐπιδιώκοντες ἵνα τελῶσιν, εἰ δυνατόν, καθαρῶς ὀρθοδόξους ἀκολουθίας καὶ τελετάς, πρὸς ἐμφάνισιν οὕτω τῆς αἴγλης καὶ τοῦ μεγαλείου τῆς ᾿Ορθοδόξου Λατρείας πρὸ τῶν ὀμμάτων τῶν ἑτεροδόξων»6.11. Τώρα ἔπρεπε νὰ εἴμαστε αὐστηρότεροι. Γιατι ἐγκαταλείφθηκε τώρα καὶ δὲν ἐνισχύθηκε ἀκόμη περισσότερο αὐτὴ ἡ γραμμή, ὅπως ἔπρεπε μετὰ τὰ ὅσα συγκρητιστικὰ καὶ ἀπαράδεκτα εἴδαμε νὰ συμβαίνουν στὶς τελευταῖες Γενικὲς Συνελεύσεις τοῦ Παγκοσμίου Συμβουλίου ᾿Εκκλησιῶν, ποὺ ἀνάγκασαν αὐτοκέφαλες ᾿Ορθόδοξες ᾿Εκκλησίες νὰ ἀποχωρήσουν, πολλοὺς δὲ παραδοσιακοὺς πιστοὺς νὰ ζητήσουν ἐκκλησιαστικὴ στέγη στοὺς Ζηλωτάς; ῎Αλλαξαν οἱ ῾Ιεροὶ Κανόνες, καὶ δὲν ὑπάρχει πλέον παράδοση καὶ ἀντικανονικότης;

'Η ἔπαυσαν οἱ ᾿Ορθόδοξοι νὰ ἔχουν ὁμολογιακὴ εὐθιξία; ῾Η ζωντανὴ καὶ σεισμικὴ ἀντίδραση τῶν ᾿Ορθοδόξων τῆς ῾Ελλάδος κατὰ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ πάπα στὴν ᾿Αθήνα τὸν Μάϊο τοῦ 2001, σὲ μία ἔρημη καὶ ἀστυνομοκρατούμενη ᾿Αθήνα, ποὺ ποτὲ δὲν δέχθηκε τὸν πάπα —ὁ ἀρχιεπίσκοπος καὶ οἱ περὶ αὐτὸν τὸν δέχθηκαν—ἀποδεικνύει τὸ ἀντίθετο. Καὶ εἶναι κρίμα ποὺ οἱ ποιμένες ἀποδεικνύονται κατώτεροι τῶν προβάτων.12.᾿Επίλογος. Εμείς τελειώνοντας, ὡς ἐν ἐπιλόγῳ, θὰ παραθέσουμε ὁλόκληρο τὸ κείμενο τῆς ῾Ερμηνείας τοῦ 45ου κανόνος τῶν ῾Αγίων ᾿Αποστόλων, ὡς καὶ τῆς Συμφωνίας τοῦ ἐν λόγῳ κανόνος πρὸς ἄλλους κανόνας, ἀμφότερα προϊόντα τῆς γραφίδος τοῦ ῾Αγίου Νικοδήμου, τουλάχιστον γιὰ θεραπεία τῆς θεολογικῆς καὶ κανονικῆς ἀγνοίας τῶν ἁπλουστέρων καὶ μὴ εἰδότων: «῾Ερμηνεία: ῾Ο παρὼν κανὼν διορίζει, ὅτι ὅποιος ᾿Επίσκοπος ἤ Πρεσβύτερος, ἤ Διάκονος ἤθελε συμπροσευχηθῆ μοναχά, ἀλλ᾿ ὄχι καὶ νὰ συλλειτουργήσῃ, μὲ αἱρετικοὺς ἂς ἀφορίζηται. Επειδὴ, ὅποιος μὲ τοὺς ἀφωρισμένους συμπροσεύχεται (καθὼς τοιοῦτοι εἶναι οἱ αἱρετικοί), πρέπει νὰ συναφορίζηται καὶ αὐτός, κατὰ τὸν ιʹ τῶν αὐτῶν ᾿Αποστόλων. Εἰ δὲ καὶ ἐσυγχώρησεν εἰς τοὺς αἱρετικοὺς αὐτοὺς νὰ ἐνεργήσουν κανένα λειτούργημα, ὡσὰν Κληρικοί, ἂς καθαίρηται, ἐπειδὴ ὅποιος κληρικὸς συλλειτουργήσει μὲ καθῃρημένους (καθὼς τοιοῦτοι εἶναι οἱ αἱρετικοὶ κατὰ τὸν βʹ καὶ δʹ τῆς Γʹ) συγκαθαιρεῖται καὶ αὐτός, κατὰ τὸν ιαʹ τῶν ᾿Αποστόλων. Πρέπει γὰρ τοὺς αἱρετικοὺς νὰ μισοῦμεν καὶ νὰ ἀποστρεφώμεθα, ἀλλ᾿ ὄχι ποτὲ καὶ νὰ συμπροσευχώμεθα μὲ αὐτοὺς ἤ νὰ συγχωροῦμεν εἰς αὐτοὺς νὰ ἐνεργήσουν τι ᾿Εκκλησιαστικὸν λειτούργημα, ἤ Κληρικοί, ἢ, ὡς ἱερεῖς.



Συμφωνία: Ο δὲ ξεʹ ᾿Αποστολικὸς λέγει, ὅτι ὅποιος ἐμβῇ εἰς συναγωγὴν αἱρετικῶν,

διὰ νὰ προσευχηθῇ, Κληρικὸς μὲν ὤν, ἄς καθαίρηται, 

Λαϊκὸς δέ, ἄς ἀφορίζηται.

῾Η δὲ ἐν Λαοδικείᾳ, κατὰ μὲν τὸν στʹ αὐτῆς, δὲν συγχωρεῖ νὰ ἐμβαίνουν οἱ αἱρετικοὶ εἰς τὴν ἐκκλησίαν,

κατὰ δὲ τὸν λβʹ δὲν πρέπει, λέγει νὰ λαμβάνῃ τινὰς τὰς παρὰ τῶν αἱρετικῶν εὐλογίας,

αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀλογίαι, καὶ ὄχι εὐλογίαι, ἀλλ᾿ οὐδὲ πρέπει, νὰ συμπροσεύχηται τινας μὲ αἱρετικοὺς ἤ σχισματικοὺς κατὰ τὸν λγʹ τῆς αὐτῆς.

Ο δὲ λδʹ ἀναθεματίζει τοὺς ἀφίνοντας τοὺς μάρτυρας τοῦ Χριστοῦ καὶ πορευομένους εἰς τοὺς ψευδομάρτυρας τῶν αιρετικών.

Ο δὲ θʹ Τιμοθέου δὲν συγχωρεῖ νὰ στέκωνται παρόντες οἱ αἱρετικοὶ ἐν τῷ καιρῷ τῆς θείας λειτουργίας,

ἔξω μόνον ἄν ὑπόσχωνται νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ ἀφήσουν τὴν αἵρεσιν.

Αλλὰ καὶ ὁ θʹ τῆς ἐν Λαοδικείᾳ ἀφορίζει τοὺς Χριστιανοὺς, ὁποῦ πηγαίνουν εἰς τὰ κοιμητήρια,

ἤ μαρτύρια τῶν αἱρετικῶν,

διὰ νὰ προσευχηθοῦν,

ἤ χάριν ἰατρείας τῶν ἀσθενῶν αὐτῶν.

Αλλ᾿ οὔτε πρέπει νὰ συνεορτάζῃ κανεὶς Χριστιανὸς μὲ τοὺς αἱρετικούς, 

οὔτε νὰ δέχηται τὰ παρ᾿ αὐτῶν πεμπόμενα εἰς αὐτὸν δῶρα τῆς ἑορτῆς των,

κατὰ τὸν λζʹ τῆς αὐτῆς ἐν Λαοδικείᾳ».



Μέρος Βʹ.
᾿Εφημερίδα «᾿Ορθόδοξος Τύπος»
ἀριθμός 1560/23.7.2004
σελ. 3 καί 4.1
Διάλογος 23
PG 155,120-121.2.
45ος Κανών ῾Αγίων ᾿Αποστόλων.
3.Πηδάλιον τῆς νοητῆς νηός τῆς Μιᾶς, ῾Αγίας, Καθολικῆς καί Αποστολικῆς τῶν ᾿Ορθοδόξων ᾿Εκκλησίας,
ἔκδοση «᾿Αστέρος»,
Αθῆναι 1990,σελ. 50-51.4.
Les "Mémoires" du Grand Ecclésiarque de l'Eglise de Constantinople Sylvestre Syropoulos sur le concile de Florence (1438-1439), 
ἔκδ. V. Laurent, Paris 1971,
σελ. 250.5.Αὐτόθι, σελ. 262.6.
Βασ. Σταυρίδου,῾Ιστορία τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως,
᾿Ανάλεκτα Βλατάδων 47,Θεσσαλονίκη 1984,σελ. 339.
Επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


 

Πρωτοπρεσβύτερος π. Θεοδώρος Ζήσης



ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ

 

 


Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Γαρδικίου κ. Κλήμης


ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ: Η Α΄ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΔΟΣ


 



Τοιαύτη ην η διδασκαλία του Αρείου, ην ώφειλoν να καταπολεμήσουν οι οπαδοί της Ορθοδόξου Πίστεως,

και τοιούτος 

ο λόγος της συγκροτήσεως της πρώτης Οικουμενικής Συνόδου.

Οποία δε η διδασκαλία των Πατέρων και πόσον σοφώς συνδυάζει τας δύο αληθείας 

τας εν τε τω Ιουδαϊσμώ και τω Εθνισμώ ταύτην εκθέτομεν εν τοις εφεξής.

Εις την ανάμιξιν των εκ του Ιουδαϊσμού και του Εθνισμού ειλημμένων στοιχείων του ψεύδους,

ην παριστά ο Αρειανισμός, έπρεπε να αντιταχθή η γνησία περί Θεού χριστιανική έννοια,

ήτις είναι η αληθής υψηλοτέρα ενότης των εν τω Ιουδαϊσμώ και τω Εθνισμώ 

περιεχομένων στοιχείων της αληθείας. Την γνησίαν ταύτην περί Θεού έννοιαν 

της Χριστιανικής θρησκείας 

ανέπτυξε κατά του Αρειανισμού, πρώτος o Αθανάσιος, έπειτα δε και άλλοι επίσημοι Πατέρες,

ιδίως ο Ναζιανζηνός Γρηγόριος. Οι Πατέρες της Εκκλησίας υπερενίκησαν 

την πανθεϊστικήν και διϊστικήν αρχήν αναχθέντες εις εσωτερικάς εν τω Θεώ διακρίσεις.

Ο Αθανάσιος ορμάται εκ της αρχής,οτι ο Θεός,ως Θεός ζων, θέλει να αποκαλύπτη εαυτόν εν όλη τη δόξη αυτού.



Ο δε άνθρωπος χρήζει του Θεού και είναι επιδεκτικός αυτού,ο ανθρώπινος λόγος έχει πόθον προς τον αρχέτυπον λόγον,προς κοινωνίαν μετά του Θεού και προς γνώσιν της ουσίας αυτού,δυνάμεθα δε να έχωμεν άμεσον κοινωνίαν προς αυτόν,εάν ο Θεός θέλη να έχη κοινωνίαν προς ημάς. Εν τω Χριστώ και Αγίω Πνεύματι περιέχεται η πλήρης αποκάλυψις της αληθείας και η πλήρης αυτομετάδοσις του Θεού,ίνα δε ο Χριστός ήνε πλήρης αποκαλύψεως της αληθείας,ανάγκη να ήνε ο εν τω Χριστώ ενανθρωπήσας Λόγος της αυτής ουσίας προς τον Θεόν επίσης τέλειος,ως ο Πατήρ, διότι άλλως δεν ήθελεν είναι αποκεκαλυμμένη η πλήρης αλήθεια, καθ' όσον ο αποκαλύπτων δεν ήθελε περιέχει όλην την αλήθειαν, το δε Άγιον Πνεύμα δεν ήθελε προσάγει ημάς προς τον Θεόν, αν δεν ήτο Θεός,διότι ουχί μετά τινος κτίσματος ή περιωρισμένου όντος πρέπει να συναφθώμεν, αλλ' αμέσως μετ' αυτού του Θεού.


Ο Αθανάσιος και οι μετ' αυτόν επίσημοι Πατέρες της τετάρτης 100ρίδος αποδέχονται,ότι ο Θεός πρέπει αναγκαίως να ήναι εν εαυτώ ζων,όπως δυνηθή να προέλθη εξ αυτού ό κόσμος. Οθεν κατ' αυτούς ψευδής είναι εκείνη η περί Θεού έννοια, καθ' ην ούτος είναι υπερβατικόν μόνον όν,διότι κατ' αυτούς, ο Θεός είναι αίδιος ζωή και κίνησις. Αλλ' ίνα ήναι ο Θεός αίδιος ζωή και κίνησις, πρέπει να έχη εσωτερικάς διακρίσεις εν εαυτώ άνευ δε εσωτερικών διακρίσεων ο Θεός, κατά τον Άγιον Αθανάσιον δεν ήθελε δύνασθαι ουδ έξ εαυτού έχει ύπαρξιν. Kατ' αυτόν η θεία πηγή ουδέποτε είναι ξηρά,εις δε το φως αυτού ουδέποτε ελλείπει η λάμψις αυτού, ο δε Θεός δεν είναι άγονος και άνευ παραγωγής εν εαυτώ, διότι άλλως έπρεπεν εξ ανάγκης να ήναι και ανενέργητος,και ουδέν ήθελε δυνηθή να δημιουργήση. Eπειδή δε ο Θεός εν εαυτώ είναι παραγωγική ζωή,είναι και δημιουργικός εκτός εαυτού,κατά πρώτον δε παράγει αϊδίως εαυτόν, διότι ο Θεός είναι αίδιος αιτιότης εαυτού, καθ' όσον είναι αίτιον και αιτιατόν συγχρόνως δε,καθ' όσον ο Θεός είναι εν εαυτώ η αίδιος κίνησις και ζωή, δύναται να παραγάγη τον κόσμον.


Ταύτην την εν τω Θεώ αιτιότητα εαυτού, ης ένεκα αυτός είναι αίτιον και αιτιατόν, εφαρμόζει ο Άγιος Αθανάσιος εις τας εν τω Θεώ υποστατικάς διακρίσεις. Το μεν εν τη Θεότητι αίτιον η Εκκλησία ονομάζει Πατέρα, το δε αιτιατόν εν αυτή η Εκκλησία ονομάζει Υιόν, αμφότερα δε είναι της αυτής Ουσίας. Και κατά τον Ναζιανζηνόν Γρηγόριον, ο Θεός δεν είναι απλή μονάς, διότι αύτη εν τη μονότητι εαυτής ήθελεν είναι εναντία εαυτής, έπρεπεν εξ ανάγκης να εκπέση εαυτής, ίνα ήναι κίνησις και ζωή. Εν τω Θεώ δεν υπάρχει ακάθεκτός τις φυσική πλησμονή, η δε Μονάς κινηθείσα εξ αρχής εις Δυάδα έστη εν Τριάδι. Ούτω διά της χριστιανικής περί θεού εννοίας των Πατέρων της τετάρτης 100ρίδος ήρθη η αφηρημένη και άνευ κινήσεως απλότης της θείας ουσίας. Κατά τον Άγιον Αθανάσιον και τον Ιλάριον, ο Θεός έχει την αυτοσυνείδησιν εαυτού, καθ' όσον αυτός ο Θεός ο γεννήσας, ή, ως Πατήρ, ως αίτιον ορά εαυτόν εν τω αιτιατώ εν Εικόνι και χαίρει επί ταύτη τη Εικόνι.


Όθεν αι διακρινόμεναι εν τω Θεώ υποστάσεις μετέχουσι και της θείας αυτογνωσίας κατά τον Άγιον Αθανάσιον. Ένεκα της εν αυτώ διακρίσεως, ο Θεός δεν συγχέεται προς τον κόσμον εν τη προς αυτόν κοινωνία και μεταδόσει, αλλά διατηρεί το ύψος και την υπερβατικότητα εαυτού, διότι πάσα αυτομετάδοσις του Θεού προυποτίθησι την αυτοσυντήρησιν εαυτού, διά των εσωτερικών δε εν τω Θεώ διακρίσεων ο Θεός εν τη αυτομεταδόσει συντηρεί εαυτόν και εν τη αυτοσυντηρήσει μεταδίδει εαυτόν δια της αγάπης εις τον κόσμον. Αφού οι Πατέρες της Εκκλησίας ημών εις τον προς τους Αρειανούς αγώνα έδειξαν, ότι η Μονάς ίνα νοηθή, ως κίνησις και ζωή, δέον να θεωρηθή προβαίνουσα εις Δυάδα, διότι άλλως, ο Θεός δεν ηδύνατο να νοηθή, ως ο Θεός ζων, ευκόλως ηδύνατο να δειχθή ότι, επειδή διά της δυάδος δεν πρέπει να αρθή η ενότης του Θεού, η νόησις αιτεί και τρίτον τι,όπερ την δυάδα ανάγει εις την ενότητα. Τούτο εδείχθη εν τω αγώνι των Πατέρων της Έκκλησίας περί του Αγίου Πνεύματος, όπερ ο Αρειανός Μακεδόνιος εθεώρει, ως κτίσμα ανώτερον μετά τον Υιόν. Επι είκοσι περίπου ημέρας. [Κατ' άλλους η Σύνοδος αύτη διήρκεσε 3 1/ 2 έτη, κατά δε τον Γελάσιον παρά Φωτίω 6 1/ 2 έτη αποτελουμένη εκ 256 Πατέρων ενασχοληθείσα η Α' εν Νικαία Ιερά Οικουμενική Σύνοδος εις τα σπουδαιότατα θρησκευτικά ζητήματα, έλυσεν εντός του βραχυτάτου τούτου χρονικού διαστήματος, πλην άλλων δευτερευόντων το δυσχερέστατον ζήτημα, όπερ προ μικρού είχε διαταράξη την Εκκλησίαν,καθιερώσασα την αρχήν του ομοουσίου του Πατρός και του Υιού, ην παρεδέξατο έκτοτε η Ορθόδοξος Πίστις διά του τοις πάσι γνωστού θείου και ιερού Συμβόλου, εν ω τον Υιόν του Θεού και Λόγον Θεόν αληθινόν ανεκήρυξεν ομοούσιον τω Πατρί, ήτοι της αυτής, και ουχί ομοίας, φύσεως και ουσίας τω Πατρί, επομένως την αυτήν δόξαν και εξουσίαν και κυριότητα και αιδιότητα και πάντα τα λοιπά θεοπρεπή της θείας φύσεως ιδιώματα έχει δε επιλέξει ούτω.


Πιστεύομεν εις ένα Θεόν Πατέρα Παντοκράτορα, πάντων ορατών και αοράτων Ποιητήν. Και εις ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν τον Υιόν του Θεού τον γεννηθέντα εκ του Πατρός μονογενή, τουτέστιν εκ της ουσίας του Πατρός, Θεόν εκ Θεού, φως εκ φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού, γεννηθέντα ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί, δι' ου τα πάντα εγένετο τα εν τω Ουρανώ και τα εν τη Γη, τον δι' ημάς τους ανθρώπους και δια την ημετέραν σωτηρίαν κατελθόντα, και σταυρωθέντα και ενανθρωπήσαντα, παθόντα,και αναστάντα τη τρίτη ημέρα και ανελθόντα εις τους Ουρανούς, και καθεζόμενον εν δεξιά του Πατρός και πάλιν ερχόμενον κρίναι ζώντας και νεκρούς και εις το Πνεύμα το Άγιον Τους δε λέγοντας ότι ην ποτε, ότε ουκ ην, και πριν γεννηθήναι ουκ ην, και ότι εξ ουκ όντων εγένετο η εξ ετέρας υποστάσεως η ουσίας φάσκοντας είναι, η τρεπτόν η αλλοιωτόν τον Υιόν του Θεού,τούτους αναθεματίζει η Καθολική και Aποστολική Εκκλησία. Τούτο το Σύμβολον,ο μεν Ιεροσολύμων Θεόδωρος πίστεως ορθήν ομολογίαν ωνόμασεν. Ο δε Ρώμης Δάμασος τείχος υπεναντίον των όπλων του διαβόλου και απλώς παρά πάσης της Εκκλησίας καλείται η χαρακτηριστική σημαία των Ορθοδόξων, η διακρίνουσα αυτούς των ψευδαδέλφων και κακοδόξων.


H λέξις Σύμβολον ελήφθη κατά μεταφοράν εκ των στρατιωτικών όρων, διότι σύμβολον παρ' αυτοίς καλείται το μυστικόν σύνθημα το διακρίνον τους στρατιώτας των παρεμβολών των εχθρικών στρατευμάτων. Η Σύνοδος αύτη επελήφθη και του ζητήματος περί του διορισμού της ημέρας και του χρόνου της εορτής του Πάσχα, τον οποίον σήμερον κρατεί απαράλλακτον η Ανατολική Εκκλησία (Αποστλ. Κν. Ζ',και τον Α' της εν' Αντιοχεία και Συντγμ. Ράλλη και Ποτλή Τόμ. 2ος Σελ, 10), συνέταξε δε και 20 Ιερούς Κανόνας. Τα πρακτικά, όμως της Ιεράς ταύτης Συνόδου δεν σώζονται, ούτε Ελληνιστί, ούτε Λατινιστί. Τα σήμερον σωζόμενα είναι εκείνα, άτινα συνέγραψεν ο Παμφίλου Ευσέβιος, Σωκράτης ο Σωζόμενος, ο Θεοδώρητος, ο Ιερώνυμος, και οι άλλοι, ιδίως δε όσα ο Γελάσιος ο Κυζικηνός ο ύστερον και Επίσκοπος Καισαρείας και Παλαιστίνης γενόμενος συνέγραψεν επί Ζήνωνος τω 476. Την του Γελασίου συγγραφήν ο μεν Νικήτας ο Χωνιάτης ονομάζει πρακτικά, ο δε Φώτιος Ιστορικόν μάλλον ή πρακτικόν της Συγγραφής του Γελασίου μνημονεύει και ο Ιωάννης ο Kυπαρισσιώτης (Δοσιθέου δωδεκάβιβλ. Σελ. 108).


Διά της οριστικής λοιπόν λύσεως του ακαvθωδεστάτου και σπουδαιοτάτoυ θρησκευτικού προβλήματος, του από πολλού ήδη διχοτομήσαντος την Εκκλησίαν εις δύω αντίπαλα στρατόπεδα και την Πολιτείαν εκ τούτου διαταράξαντος, η μεν Ορθοδοξία εδέξατο το Ιερόν Σύμβολον της εν Nικαία Α' αγίας Οικoυμενικής Συνόδου,οι δε αντιδοξούντες αvεθεματίσθησαν και ο αιρεσιάρχης Άρειος μετά των πεισματωδεστέρων ομοφρόνων αυτού εξωρίσθησαν εις Γαλατίαν της Μικράς, Ασίας. Οι δύω Ευσέβιοι επί μικρόν διστάσαντες να υπογράψωσι την ομολογίαν της Πίστεως ενέδωκαν τέλος εις τήν μεγάλην πλειονοψηφίαν, καθόσον μάλιστα ο Βασιλεύς Κωνσταντίνος απέδειξεν, οτι έχει αμετάθετον την απόφασιν να υποστηρίξη μέχρις εσχάτων τα υπό της Iεράς Συνόδου θεσπισθέντα και διά της βασιλικης αυτού χειρός επικυρωθέντα, εκδούς συγχρόνως και ίδιον κατά των αντιδοξούντων Βασιλικόν διάταγμα, εν ω ρητώς ωνόμαζε τον Άρειον μαθητήν του Πορφυρίου, ενός των οπαδών της Νεοπλατωνικής φιλοσοφίας, διέτασσε να καώσι τα συγγράμματα του Αρείου και επέβαλε ποινήν θανάτου κατά παντός, όστις έμελλε να φωραθή, ότι κρύπτει τι τούτων των αιρετικών συγγραμμάτων.


Ούτω δε απεδόθη δικαίως δόξα τω εν Yψίστοις θεώ και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία. H πρώτη εν Nικαία Οικουμενική Σύνοδος αποκηρύξασα την διδακαλίαν του Αρείου έσωσε τον Χριστιανισμόν από προφανεστάτης διαστροφής. Eάν δε η Οικουμενική αύτη Σύνοδος δεν απεκήρυττε τον Άρειον, ως κακόδοξον και αιρετικόν, η διδασκαλία αυτού,ως κατά το φαινόμενον ορθολογιστική, ήθελεν αποβή ταχέως διδασκαλία της Eκκλησίας, όπερ ολίγου δειν και μετά ταύτα εγένετο επί της βασιλείας του Αρειανού Ουάλεντος, εάν μη η Οικουμενική Α' Σύνοδος ίστατο ως προπύργιον διά των αποφάνσεών της κατά των Αρειανικών προσβολών και μη περιεχάραττε τον χώρον της αληθείας της εν Χριστώ Πίστεως. Εάν δε εις τον Σωτήρα Χριστόν οφείλωμεν την αληθή γνώσιν του Θεού, εις την Αγίαν Α' Οικουμενικήν Σύνοδον οφείλομεν την υποστήριξιν αυτής διότι, εάν αύτη μη συνεκροτείτο, τολμώ να είπω, ότι η αληθής Ορθόδοξος Πίστις θά εξηφανίζετο, το δε έργον της Σωτηρίας θά έμενεν ημιτελές.


H συγκρότησις λοιπόν της Α' Οικουμενικής Συνόδου ήτο κατά νεύσιν της Θείας Βουλής,ίνα το έργον της Σωτηρίας διαφυλάξη τέλειον, και, ως ασφαλής θεματοφύλαξ παραδώση αυτό ταις κατόπιν γενεαίς. Πάντως εκ θείου Πνεύματος εκινήθησαν οι θείοι Πατέρες,οι αναλαβόντες τον αγώνα κατά του Αρείου, ο δε Μέγας Αυτοκράτωρ άγιος Κωνσταντίνος κατά θείαν έμπνευσιν προέβη εις την συγκρότησιν της Αγίας Οικουμενικής Συνόδου το Πνεύμα το θείον ήτο το διδόν τοις Αγίοις Πατράσι στόμα και σοφίαν, η ουκ ηδυνήθησαν αντιστήναι, ουδ' αντειπείν πάντες οι αντικείμενοι αυτής. Αυτό εδίδαξεν αυτούς αποφθέγγεσθαι περί του Ενανθρωπήσαντος Θεού και σέβειν Θεόν εν Τριάδι την αληθή και σωτήριον φιλοσοφίαν. Η προς την Α' εν Nικαία Οικουμενικήν Σύνοδον οφειλομένη ευγνωμοσύνη των Χριστιανών και ιδία των Ελλήνων. Πρo της Ιεράς μνήμης της Iεράς ταύτης Οικουμενικής Συνόδου οφείλομεν, οι την Πίστιν αυτής ομολογούντες να αποκαλυπτώμεθα και μετά σεβασμού το όνομα αυτής να εορτάζωμεν ετησίως,όπως έργω εκδηλώμεν, ό,τι λόγω παραδεχόμεθα να εκχέωμεν δε τας καρδίας ημών προς τον Θεόν εξ' αισθήματος ευγνωμοσύνης και να δοξάζωμεν τους Αγίους Πατέρας, τους αηττήτους προμάχους της ορθοδόξου Πίστεως ψάλλοντες εναρμονίως, όσα αυτοί καλώς εδογμάτισαν και εμελώδησαν. 


Και μεταξύ μεν των θεσπεσίων ανδρών, οίτινες διέλαμψαν κατά την μεγάλην εκείνην εποχήν της κρίσεως και της ακμής της θρησκείας,εν τη οφειλομέννη ευγνωμοσύνη ευγvωμοσύννη ημών πρέπει πάντως να κατέχη την εξαιρετικήν θέσιν, ο πρώτος απάντων και καθηγούμενος Μέγας Αθανάσιος, διότι ούτος θεσπίσας, ότι «Πίστις καθολική αύτη εστίν ίνα ένα Θεόν εν Τριάδι και Τριάδα εν Mονάδι σεβώμεθα, μήτε συγχέοντες τας υποστάσεις, μήτε την ουσίαν μερίζοντες», απεσκυβάλισεν εις τους απίστους πάντα, όστις δεν απεδέχετο ολόκληρον την σειράν των αρρήτων τούτων αληθειών, διήνοιξεν ανυπέρβλητον χάσμα μεταξύ Αρείου και Εκκλησίας οχυρώσας την Χριστιανικήν ενότητα διά πανοπλίας,ήτις επήρκεσεν αυτή επί πεντεκαίδεκα όλους αιώνας,και διά της ασφαλείας, δι' ης περιέβαλε την Πίστιν, εμφυσήσας θάρρος και πειθώ ακαταγώνιστον εις άπαντας τους Κήρυκας του θείου Λόγου από των χρόνων αυτού μέχρι σήμερον. Αλλά και οι μετά του Αγίου Αθανασίου ευθαρσώς και γενναίως συναγωνισάμενοι 318 Θεοφόροι Πατέρες, παρά πάντων μεν των Χριστιανών δέον να ώσι σεβαστοί, κατ' εξοχήν όμως παρά των Ελλήνων, διότι ούτοι πλην του θρησκευτικου λόγου, δι' ον οφείλουσιν ευγνωμοσύνην προς αυτήν, έχουσι και λόγους πολιτικούς, λόγους εθνικούς, δι' ους οφείλουσι να τιμώσι και γεραίρωσι την μνήμην αυτής.


Και τω όντι εν τη Ιερά ταύτη Συνόδω ο διασπαρείς Ελληνισμός από του Μεγάλου Αλεξάνδρου, του προπαρασκευάσαντος την οδόν του Χριστιανισμού υπό Αυτοκράτορα τον Μέγαν Κωνσταντίνον, Ρωμαίον μεν το γένος και την αρχήν, αλλ' Έλληνα την διάθεσιν διά την επίδρασιν της θρησκείας της Ελληνικώς αναπτυχθείσης, συναθροίζεται από των περάτων του Ρωμαικού κράτους εν Nικαία, ίνα κανονίση την πίστιν των Ρωμαίων υπηκόων αυτού, αυθεντικώς αποφανθή κατά της παλαιάς πλάνης,και ανακηρύξη την ορθήν διδασκαλίαν, ην ώφειλεν η Οικουμένη άπασα να ασπασθή, ως τον κανόνα και οδηγόν της αληθείας της κανονιζούσης τα ευγενέστερα του άνθρώπου αισθήματα. Εν ταύτη ο Ελληνισμός ενίκησεν, ουχί μόνον την αίρεσιν, αλλά και την εθνικήν πλάνην της παλαιάς λατρείας και την Ρωμαϊκήν εξουσίαν εν ταύτη εξεδηλώθη η ισχύς του Ελληνικού στοιχείου, αύτη δε υπήρξεν ο πρώτος σπινθήρ του αναλάμψαντος μετά ταύτα Eλληνισμού, αύτη ήτο η πρώτη ζύμη η συγκεντρώσασα περί εαυτήν και ζυμώσασα όλον τον Ρωμαϊσμόν, ον εντός ολίγου ανέδειξεν Eλληνισμόν, και αύτη ην το χωνευτήριον το καθαρίσαντα στοιχεία του κράτους και αναχωνεύσαν το Βυζαντινόν Eλληνικόν βασίλειον.


H Eλληνική φιλοσοφία εν αυτή διέλαμψεν, ο δε Πλάτων και ο Αριστοτέλης ήσαν οι επίκουροι της αληθείας πρόμαχοι. Πάντως λοιπόν η θεία Πρόνοια παρουσίασεν αυτούς προ του Χριστιανισμού, όπως βοηθήσωσιν αυτόν εν τη πάλη κατά του ψεύδους. Εν τη Συνόδω ταύτη έστη το τρόπαιον του Eλληνισμού εν ταύτη ο Eλληνισμός, ως άλλη Αθηνά ανέθορεν εκ της κεφαλής του Ρωμαϊκού κράτους, όπως διευθύνη διά της σοφίας αυτής, τας συνειδήσεις των ανθρώπων και συμβουλεύση τα άριστα.

  

 

H Νίκαια, η Eλληνικωτάτη αύτη πόλις, ήτο ο θρίαμβος των Αθηνών κατά της Ρώμης,

ήτο η πτώσις αυτής και η ανόρθωσις της Κωνσταντινουπόλεως, της νέας πρωτευούσης του Ελληνισμoύ 

εν ταύτη ανεφάνη η ισχύς αυτού,ανεδείχθη το κράτος αυτού και διέλαμψεν η περιφάνεια του πνεύματος αυτού.

Ιδού εν αυτή τα πάντα Ελληνικά, 

τά Μέλη της Συνόδου, η Γλώσσα, αι συζητήσεις, τα Πρακτικά, τα Βουλεύματα 

και εν γένει πάντα τα χαρακτηρίζοντα Eλληνικήν Βουλήν. H Σύνοδος αύτη είναι 

τιμητικόν παράσημον, το οποίον ετίμησε, τιμά και θα τιμά το στήθος παντός Έλληνος εν αυτή εδείχθη,

ότι ο Ελληνισμός δεν θνήσκει, αλλ' ότι πίπτων εγείρεται ισχυρότερος,

ότι έχει το μυστήριον να κατακτά πνευματικώς τους κατακτώντας τας χώρας του,

και ότι προώρισται να ζη, όπως ζωογονή. Η Α' Οικουμενική αύτη Σύνοδος δέον

 να διδάξη τα έθνη και τους λαούς, ότι οφείλουσι να σέβωνται και τιμώσι τον Ελληνισμόν

 διά τε τας μεγάλας εκδουλεύσεις, ας παρέσχε τη ανθρωπότητι εν γένει,

και διά τα ιδιάζοντα πλεονεκτήματα αυτού, δι' ων δύναται να φαίνηται αείποτε ωφέλιμος τη ανθρωπότητι.

Τοιαύτη η πρώτη Αγία Οικουμενική Σύνοδος, και τοιαύται αι αρεταί και αι υπηρεσίαι αυτής 

προς τε την ανθρωπότητα και ιδίως προς τον Ελληνισμόν, διό πάντες μεν οφείλουσι να τιμώσιν αυτήν,

ιδίως,

όμως ο Ελληνισμός, διότι αύτη υπήρξε δι' αυτόν, ναυς περισώσασα και 

αναδείξασα θρησκείαν και εθνικότητα.



Επιλεγμένα αποσπάσματα για την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο 
από το βιβλίο του Αγίου Νεκταρίου
''Αι Οικουμενικαί Σύνοδοι της του Χριστού Εκκλησίας''
εκδοθέν το πρώτον
το 1892
Πηγή: ''Αντιαιρετικό Εγκόλπιο''
Eπιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


Άγιος Νεκτάριος 


Παρασκευή 22 Μαΐου 2015

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ.ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ: Η ΕΞΑΓΝΙΣΜΕΝΗ ΚΑΡΔΙΑ ΩΣ ΒΑΣΙΣ ΤΗΣ ΜΥΣΤΙΚΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ


 

 


᾿Απὸ τὴν ἱερὰ ᾿Ανάληψι στὴν ἁγία Πεντηκοστὴ.



Ας συναθροισθούμε καὶ πάλι οἱ δῆμοι τῶν φιλοθέων καὶ φιλοχρίστων καὶ φιλοπαρακλήτων!...

῾Η θεοποιὸς Χάρις τῆς ῾Αγίας Τριάδος μᾶς προσκαλεῖ σήμερα,στὸ ὑπερῶον τῆς Πεντηκοστῆς,σὲ μία ἱερὰ πανδαισία!...

Καὶ φωτίζει τοὺς ῾Αγίους Πατέρας νὰ μᾶς ὑπενθυμίσουν, ὅτι ὑπάρχει μία ἱερὰ τάξις:

«νὰ ἀνάγεται ὁ νοῦς ἀπὸ τὸ Πνεῦμα εἰς τὸν Υἱόν,καὶ διὰ τοῦ Υἱοῦ νὰ ἀνάγεται εἰς τὸν Πατέρα» 1·

ὅτι ὑπάρχει μία μυστικὴ κλῖμαξ:

«Πᾶσα ἡ τῶν ἀγαθῶν χορηγία ἡ εἰς ἡμᾶς γινομένη, ἐκ Πατρὸς πρόεισι δι᾿ Υἱοῦ ἐν Πνεύματι» 1.

Τώρα,μετὰ τὴν ἔνδοξη καὶ θεοπρεπῆ ᾿Ανάληψι, βλέπουμε τὸν Σωτῆρα μας Χριστό,

«πορευθέντα εἰς Οὐρανόν»,

νὰ ευρίσκεται «ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ,ὑποταγέντων Αὐτῷ ᾿Αγγέλων καὶ ᾿Εξουσιῶν καὶ Δυνάμεων» 2 

καὶ πάντων τῶν ῾Αγίων ᾿Ασωμάτων...

Πῶς ἆρά γε θὰ ἀνέλθη ὁ νοῦς μας στὸ ὕψος αὐτό;

Καὶ πῶς θὰ κατέλθη στὴν καρδιά μας «ἡ τῶν ἀγαθῶν χορηγία»;

Ας ἀκούσωμε τὸν ἱερομύστη ῞Αγιο ᾿Απόστολο ᾿Ιάκωβο:«ἁγνίσατε καρδίας δίψυχοι» 3!...

Θὰ πρέπει ἡ μυστικὴ κλίμαξ νὰ ἔχη ὡς ἀδιάσειστη βάσι τὴν ἐξαγνισμένη καρδιά μας.



Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ ρίζα ὅλων τῶν ἐξωτερικῶν πράξεων,οἱ ὁποῖες ἐνεργοῦνται μὲ τὸ σῶμα· ἀπὸ αὐτήν,ὅπως μᾶς διαβεβαίωσε ὁ Κύριός μας, ἐκπηγάζουν ὅσα καθιστοῦν τὸν ἄνθρωπο ὄντως ἀκάθαρτο: «ἐκ τῆς καρδίας ἐξέρχονται διαλογισμοὶ πονηροί, φόνοι, μοιχεῖαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι· ταῦτά ἐστι τὰ κοινοῦντα τὸν ἄνθρωπον» 4. Καὶ πῶς, ἱερώτατε ᾿Αδελφὲ τοῦ Κυρίου μας, θὰ ἐξαγνισθοῦμε ἐμεῖς οἱ ὀλιγόψυχοι καὶ «δίψυχοι» Χριστιανοί;... «Ταλαιπωρήσατε καὶ πενθήσατε καὶ κλαύσατε» 5!. «῾῾Ταλαιπωρήσατε᾿᾿, ὦ Χριστιανοί!», ἑρμηνεύει ὁ νεόφωτος ῾Ησυχαστὴς τοῦ ῎Αθωνος· «ἤγουν μὲ τὴν θέλησίν σας κακοπαθήσατε, καὶ διαλέξετε καὶ περιπατῆτε τὴν στενὴν καὶ τεθλιμμένην στράταν τῆς ἀρετῆς»· «῾῾πενθήσατε καὶ κλαύσατε᾿᾿, ἐπειδὴ τὸ πένθος καὶ ἡ κατὰ Θεὸν λύπη, καὶ μάλιστα τὸ κλαύσιμον καὶ τὰ δάκρυα, αὐτὰ πολλὰ βοηθοῦν εἰς τὸ νὰ καθαρίσῃ ὁ ἄνθρωπος τὸν μολυσμὸν τῆς καρδίας του, καὶ νὰ λάβῃ συγχώρησιν τῶν ἁμαρτιῶν του» 6. Αγιοι Πατέρες, τί ἄλλο ἂρά γε εἶναι ἀναγκαῖο νὰ συνταιριασθῆ μὲ τὴν εὐλογημένη ταλαιπωρία καὶ τὸ μακάριο πένθος;... «Καθαρίζει δὲ τὴν καρδίαν», συνεχίζει ὁ ἱερὸς Νικόδημος, «ἀκόμη καὶ ἡ ἐν καρδίᾳ συνεχῶς μελετωμένη προσευχὴ τοῦ ῾῾Κύριε ᾿Ιησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με᾿᾿, μὲ τὸ σύμμετρον κράτημα τῆς ἀναπνοῆς· διότι ἡ θέρμη ἐκείνη ὁποῦ γεννᾶται ἀπὸ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἁγίας Προσευχῆς, κατατρώγει καὶ χωνεύει τὰς ἀκαθαρσίας τῆς καρδίας» 6.


Ναί! τὸ ζητούμενον εἶναι αὐτὴ ἡ ἱερὰ «θέρμη»,τὴν ὁποία ἀνάπτει ὁ Παράκλητος στὴν καρδιά μας, ὅταν μὲ ζῆλο ἀναζητοῦμε διὰ μέσου τῆς Εὐχῆς τοῦ ᾿Ιησοῦ «τὴν ἐντὸς ἡμῶν οὖσαν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ».«Θέρμη γάρ τις ἐγγίνεται τῇ καρδίᾳ διὰ τῆς μελέτης ταύτης», μᾶς διαβεβαιώνει ἡ κορυφὴ τῶν ῾Ησυχαστῶν, ὁ ῞Αγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς,«ὡς μυΐας τοὺς πονηροὺς ἀποσοβοῦσα λογισμοὺς καὶ πνευματικὴν εἰρήνην καὶ παράκλησιν ἐμποιοῦσα τῇ ψυχῇ καὶ τὸν ἁγιασμὸν τῷ σώματι παρέχουσα, κατὰ τὸν εἰπόντα·῾῾ἐθερμάνθη ἡ καρδία μου ἐντός μου, καὶ ἐν τῇ μελέτῃ μου ἐκκαυθήσεται πῦρ᾿᾿» 7. Αλλὰ καὶ ὁ θεόφθογγος Προφήτης ῾Ησαΐας μᾶς ἐνθαρρύνει στὸ σωτήριο ἔργο τῆς καθάρσεως τῆς καρδιᾶς: «Κύριον δὲ τὸν Θεὸν ἁγιάσατε ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν» 8!῾Αγιάζεται καὶ δοξάζεται καὶ προσκυνεῖται ὁ Θεὸς κυρίως καὶ ἀληθῶς μέσα στὴν καθαρὴ καὶ ἐξαγνισμένη καρδιά μας,ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐν τῷ ὀνόματι Αὐτοῦ διώκονται οἱ ὑπερήφανοι καὶ βλάσφημοι, οἱ πονηροὶ καὶ μισάδελφοι,οἱ αἰσχροὶ καὶ ἀκάθαρτοι λογισμοί.β. «Αἰχμαλωτίζοντες πᾶν νόημα...» Ανήλθε ὁ Κύριός μας, «πορευθεὶς εἰς Οὐρανὸν» 9 καὶ ὑπετάγησαν εἰς Αὐτὸν πᾶσαι αἱ Οὐράνιαι Δυνάμεις. Καὶ ἡ καρδιά μας, προκειμένου νὰ ὑψωθῆ, νὰ γίνη μετέωρος καὶ οὐράνιος, νὰ συμπολιτεύεται μὲ τοὺς φωτοειδεῖς ᾿Αγγέλους, θὰ πρέπη πρωτίστως νὰ αἰχμαλωτίση «πᾶν νόημα εἰς τὴν ὑπακοὴν τοῦ Θεοῦ» 10. Θεῖε ᾿Απόστολε ᾿Ιάκωβε, πῶς θὰ κατορθώσουμε τὸ ἀκατόρθωτο ἐμεῖς οἱ ὀλιγόψυχοι καὶ «δίψυχοι»;... «῾Υποτάγητε οὖν τῷ Θεῷ, ἀντίστητε τῷ διαβόλῳ, καὶ φεύξεται ἀφ᾿ ὑμῶν» 11!...


Καὶ Σύ, οὐρανοδρόμε Παῦλε, ἆρά γε συμφωνεῖς;...«Μηδὲ δίδοτε τόπον τῷ διαβόλῳ» 12!...Ναί!῾Ο Κύριος παρέχει τὴν χάριν καὶ τὴν δύναμίν Του στοὺς ταπεινούς οἱ ὁποῖοι ὑπατάσσονται ἀπερίεργα στὸ θέλημά Του·μὲ Αὐτὴν ὁ ἡγεμονικὸς καὶ αὐτοκρατορικὸς Νοῦς ἀνθίσταται καὶ πολεμεῖ ἀνδρείως τὸν διάβολο,ὅταν μᾶς προσβάλλη κα\ὶ προσπαθῆ τυραννικὰ νὰ εἰσέλθη στὴν καρδιά μας μὲ ὄχημα τοὺς βλασφήμους καὶ πονηροὺς καὶ ἀκαθάρτους λογισμούς.᾿Απαιτεῖται νῆψις καὶ προσευχή, ὥστε νὰ μὴ δίδουμε τόπον,δηλαδὴ νὰ μὴν ἀνοίγουμε τὴν καρδιά μας στὸν διάβολο καὶ νὰ μὴ παραχωροῦμε ἔδαφος γιὰ συνδυασμούς, συνομιλίες καὶ συγκαταθέσεις. Ο διάβολος, ὁ πονηρὸς ὄφις, ὅταν εὕρη κάποιο κενό, κάποια εἴσοδο, εἰσάγει πρῶτα τὸ κεφάλι του καὶ κατόπιν σύρει μέσα ὅλο τὸ σῶμα του, δηλαδὴ ὅλη τὴν ἀκάθαρτη ἐνέργειά του καὶ μᾶς κυριεύει πλήρως· τότε, οἱ κακοὶ λογισμοὶ γίνονται ὀχυρώματα καὶ ὑψώματα καὶ πλάνες, τὰ ὁποῖα μᾶς στεροῦν τὴν ἀπλανῆ γνῶσιν τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. Ο ἱερὸς ᾿Εκκλησιαστὴς μᾶς καθιστᾶ προσεκτικούς: «᾿Εὰν πνεῦμα τοῦ ἐξουσιάζοντος ἀναβῇ ἐπὶ σέ, τόπον σου μὴ ἀφῇς» 13!...


Αλλά, μὴ δειλιάζετε!..., μᾶς ἐνισχύει ὁ πνευματέμφορος Παῦλος· ὁ ἀγὼν εἶναι βεβαίως μεγάλος καὶ ἄνισος, ἀλλὰ «τὰ ὅπλα τῆς στρατείας ἡμῶν οὐ σαρκικά, ἀλλὰ δυνατὰ τῷ Θεῷ, πρὸς καθαίρεσιν ὀχυρωμάτων· λογισμοὺς καθαιροῦντες καὶ πᾶν ὕψωμα ἐπαιρόμενον κατὰ τῆς γνώσεως τοῦ Θεοῦ, καὶ αἰχμαλωτίζοντες πᾶν νόημα εἰς τὴν ὑπακοὴν τοῦ Θεοῦ»14. Καὶ τί ἄλλο θὰ πρέπει, ῞Αγιοι τοῦ Θεοῦ, νὰ προσθέσουμε στὴν γενναία αὐτὴν ἀντίστασι,ὥστε νὰ φύγη ὁ διάβολος, νὰ καθαιρεθοῦν τὰ ὀχυρώματα καὶ τὰ ὑψώματά του, νὰ αἰχμαλωτίσουμε δὲ καὶ νὰ ὑποτάξουμε «τὰς δαιμονικὰς νοήσεις εἰς τὴν ὑπακοὴν καὶ τὴν ἀπλανῆ γνῶσιν τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ»; «᾿Εὰν συνειθίζῃς», λέγει ὁ θεοφόρος Νικόδημος, «νὰ μελετᾶς εἰς τὴν καρδίαν σου ταύτην τὴν σύντομον προσευχήν: ῾῾Κύριε ᾿Ιησοῦ Χριστέ, Υἱὲ Θεοῦ, ἐλέησόν με᾿᾿, καθὼς διδάσκουσιν οἱ θεῖοι Πατέρες, οἱ καλούμενοι Νηπτικοί·  τὸ γὰρ ἅγιον καὶ φοβερὸν ὄνομα τοῦ ᾿Ιησοῦ μελετώμενον, γίνεται ὡσὰν μία μάχαιρα καὶ μάστιξ, καὶ μαστίζει τὸν διάβολον, καὶ διώκει αὐτὸν καὶ τοὺς μετ᾿ αὐτοῦ δαίμονας ἀπὸ τὴν καρδίαν» 15. γ. «῝Ος ἂν ὁμολογήσῃ...» Ηγαπημένε ᾿Απόστολε τοῦ Κυρίου μας, πῶς ἆρά γε θὰ γνωρίσουμε, ὅτι ἡ τῶν «ἀγαθῶν χορηγία» ἔχει κατέλθει ἐκ τοῦ Πατρὸς διὰ τοῦ Υἱοῦ ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι στὴν καρδιά μας; «᾿Εν τούτῳ γινώσκομεν ὅτι ἐν Αὐτῷ [τῷ Θεῷ] μένομεν καὶ Αὐτὸς ἐν ἡμῖν, ὅτι ἐκ τοῦ Πνεύματος Αὐτοῦ δέδωκεν ἡμῖν» 16.


Απὸ τὴν μυστικὴ κλίματα, κατέρχεται καὶ ἐνοικεῖ στὴν ἐξαγνισμένη καρδιὰ τὸ ῞Αγιον Πνεῦμα·μὲ Αὐτὸ συνοικεῖ καὶ συσκηνώνει καὶ ὁ Πατὴρ καὶ ὁ Υἱός.«῞Οπου ἂν ἡ μία τῆς Τριάδος ῾Υπόστασις παρῇ», λέγει ὁ ἱεροφάντης Χρυσόστομος, «πᾶσα πάρεστιν ἡ Τριάς» 17· «ἡ ῾Αγία καὶ Μακαρία Τριάς,ἀδιαίρετος καὶ ἡνωμένη πρὸς ἑαυτήν ἐστι», συνεχίζει ὁ φωστὴρ τῆς ᾿Αλεξανδρείας ᾿Αθανάσιος, «καὶ λεγομένου τοῦ Πατρός, πρόσεστι καὶ ὁ τούτου Λόγος, καὶ τὸ ἐν τῷ Υἱῷ Πνεῦμα»· «μία γάρ ἐστιν ἐκ τοῦ Πατρὸς χάρις δι᾿ Υἱοῦ,ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ πληρουμένη» 18. Οταν ἐλάβαμε τὸ ῞Αγιον Βάπτισμα, «ἐκ Θεοῦ ἐγεννήθημεν» 19, τὸ δὲ σπέρμα τῆς χάριτος τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος ἐγκατοίκησε βαθειὰ μέσα στὴν γῆ τῆς καρδιᾶς μας, ὅπου συνεχῶς αὐξανόμενο μᾶς ὁδηγεῖ «εἰς μέτρον ἡλικίας τοῦ πληρώματος τοῦ Χριστοῦ» 20. Αὐτὸ τὸ σπέρμα τῆς Χάριτος, ἔστω καὶ ἂν καταχωθῆ ἀπὸ τὶς προαιρετικὲς ἁμαρτίες μας,ὅμως δὲν σβήνει καὶ δὲν ἀφανίζεται ποτὲ τελείως, ἀλλὰ — ὅπως μᾶς διδάσκει ὁ θεόσοφος Νικόδημος, «εἶναι ὡσὰν ὁ σπινθὴρ τοῦ πυρὸς κεχωσμένος μέσα εἰς τὴν θερμὴν στάκτην· οὔτε μᾶς ἀφῆκε τελείως,ἀλλὰ εὑρίσκεται εἰς ἡμᾶς προσμένουσα τὴν μετάνοιάν μας, ἵνα δηλαδὴ ἡμεῖς καθαρίσωμεν πρῶτον τὴν καρδίαν μας ἀπὸ τὰ πάθη, τὰ ὁποῖα εἶναι ἡ στάκτη ὁποῦ σκεπάζει αὐτὸν τὸν σπινθῆρα τῆς χάριτος τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος· καὶ ἀφοῦ καθαρίσωμεν αὐτὴν καὶ εὕρωμεν τὸν κεκρυμμένον σπινθῆρα τῆς Χάριτος, ἐπιθέσωμεν εἰς αὐτὸν ὡσὰν ξύλα, τὰς ἀρετάς, καὶ φυσήσαντες μὲ μίαν ἀνδρείαν προθυμίαν, ἀνάψωμεν πῦρ: 


ἤγουν γνωρίσωμεν καθαρότερα καὶ αἰσθητικώτερα τὴν ἐνέργειαν καὶ δύναμιν τῆς ἐν ἡμῖν οἰκούσης θείας Χάριτος, διὰ τῆς ἐν καρδίᾳ γινομένης ζωοβλύτου θέρμης· καὶ φωτισθῶμεν δι᾿ αὐτῆς, καὶ ἁρπαγῶμεν εἰς ᾿Αποκαλύψεις Μυστηρίων ἀλαλήτων τοῦ Πνεύματος· καὶ τελειωθῶμεν κατὰ τὴν δυνατὴν ἀνθρώπῳ τελειότητα» 21. Κορυφέε τῶν Θεολόγων,᾿Ιωάννη Μαθητὰ τοῦ Κυρίου, δίδαξέ μας τὸν τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ μὲν Χριστός μας θὰ εἶναι διαρκῶς στὴν καρδιά μας, ἐμεῖς δὲ θὰ εἴμεθα διαρκῶς στὸν Θεό!... «῝Ος ἐὰν ὁμολογήσῃ ὅτι ᾿Ιησοῦς ἐστιν ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Θεὸς ἐν αὐτῷ μένει, καὶ αὐτὸς ἐν τῷ Θεῷ» 22.῾Ο Θεὸς μένει καὶ σκηνώνει σὲ ἐκεῖνον,ὁ ὁποῖος ὁμολογεῖ τὸν ᾿Ιησοῦν ὡς Υἱὸν τοῦ Θεοῦ· καὶ ἀντιστρόφως, ὁ ὁμολογῶν τὴν σωτήριον αὐτὴν ὁμολογίαν, μένει στὸν Θεόν. Αὐτὴ ἡ νοερὰ ἕνωσις καὶ συνάφεια καὶ ἀγαπητικὴ ἀνάκρασις, ἡ ὁποία εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς καλῆς ὁμολογίας μας, ἀποδεικνύει γιὰ μία ἀκόμη φορά, μὲ ἕναν πράγματι ἀποκαλυπτικὸ τρόπο,τὴν μεγίστη ἀξία τῆς ἀδιαλείπτου Εὐχῆς τοῦ ᾿Ιησοῦ: ἀδιαλείπτως προσευχόμενοι,ὁμολογοῦμε ἀδιαλείπτως τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ μας· ἑπομένως,ἔχουμε ἀδιαλείπτως τὸν Θεὸ στὴν καρδιά μας καὶ ταυτοχρόνως μένουμε ἀδιαλείπτως ἐν τῷ Θεῷ Πατρί,διὰ τοῦ Υἱοῦ ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι!... «Διὰ τοῦτο καὶ οἱ καλούμενοι Νηπτικοὶ Πατέρες», συμπεραίνει τὸ ἱερὸ πτηνὸ τοῦ ῎Αθωνος,«πειθόμενοι εἰς τὸν λόγον τοῦτον τοῦ Θεολόγου, διδάσκουσιν, ὅτι ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ πρέπει νὰ μελετοῦν πάντοτε, καὶ νὰ προσεύχωνται ἀδιαλείπτως ταύτην τὴν σύντομον καὶ μονολόγιστον καλουμένην εὐχήν, τὴν λέγουσαν ῾῾Κύριε ᾿Ιησοῦ Χριστέ,Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με᾿᾿· 


ὁ γὰρ ταύτην τὴν εὐχὴν μελετῶν συνεχῶς εἰς τὴν καρδίαν του, αὐτὸς ὁμολογεῖ,ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς εἶναι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ · ὁ δὲ τοῦτο ὁμολογῶν, ἔχει τὸν Θεὸν μένοντα εἰς τὸν ἑαυτόν του,καὶ αὐτὸς μένει εἰς τὸν Θεόν, καὶ χαριτώνεται καὶ ἁγιάζεται ἡ καρδία του · καὶ ναὸς Θεοῦ γίνεται, καὶ ἀξιώνεται πολλῶν καὶ μεγάλων χαρισμάτων· καὶ σωρείαν ἀγαθῶν ἀπολαμβάνει παρὰ Θεοῦ, καθὼς οἱ αὐτοὶ Νηπτικοὶ Πατέρες τὰ ἀριθμοῦσι» 23. Εἶναι ἀναγκαία λοιπὸν ἡ συνεχὴς ὁμολογία τοῦ Σωτῆρος μας ὡς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ὥστε ὁ Παράκλητος νὰ εἶναι συνεχῶς παρὼν μέσα μας, διαρκῶς ἐπιτιμῶν τὰ ἀπειλητικὰ κύματα καὶ τοὺς σφοδροὺς ἀνέμους τῶν παθῶν, τὰ ὁποῖα διεγείρουν τὰ ἀκάθαρτα πνεύματα,καὶ διαρκῶς εἰρηνεύων τὴν καρδιά μας.«Καὶ ἐπειδὴ τὰ πάθη καταπραΰνονται μὲ τὴν προσευχή»,μᾶς χειραγωγεῖ ὁ ῞Αγιος ᾿Ιγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ, «ἔτσι καὶ πρέπει,ὅταν αὐτὰ ξεσηκωθοῦν (μέσα μας), νὰ κάνουμε νοερά, χωρὶς βιασύνη΄καὶ πολὺ ἢσυχα, τὴν προσευχὴ τοῦ ᾿Ιησοῦ (δηλαδὴ τό: ῾῾Κύριε ᾿Ιησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με᾿᾿), ἡ ὁποία σιγὰ-σιγὰ θὰ καταπραΰνει καὶ θὰ πάψει τὰ πάθη ποὺ ξεσηκώθηκαν. Μερικὲς φορὲς τὸ ξεσήκωμα τῶν παθῶν καὶ ἡ ἔφοδος ἐχθρικῶν λογισμῶν γίνονται μὲ τόση δύναμη,ὥστε νὰ ἀνεβάζουν τὸν ἄνθρωπο σὲ μιὰ μεγάλη ψυχικὴ ἄθληση. Τότε εἶναι ἡ ὥρα ἑνὸς ἀόρατου μαρτυρίου. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁμολογοῦμε τὸν Κύριο ἐνώπιον τῶν παθῶν (μας), κι ἐνώπιον τῶν δαιμόνων μὲ παρατεταμένη προσευχή, ἡ ὁποία ὁπωσδήποτε θὰ φέρει τὴ νίκη» 24.



«῾Ο Κύριος ἀνελήφθη εἰς Οὐρανούς, ἵνα πέμψῃ τὸν Παράκλητον τῷ κόσμῳ» 25.

Ολοι 

οἱ προσκεκλημένοι στὴν ἱερὰ πανδαισία τῆς Πεντηκοστῆς· ὅλοι οἱ φιλόθεοι καὶ φιλόχριστοι καὶ φιλοπαράκλητοι· 

ὅσοι μυηθήκαμε στὴν ἱερὰν τάξιν τῆς ἀναβάσεως ἀπὸ τοῦ Πνεύματος διὰ τοῦ Υἱοῦ στὸν Πατέρα,

ἀλλὰ καὶ τῆς καταβάσεως ἀπὸ τοῦ Πατρὸς διὰ τοῦ Υἱοῦ στὸ Πνεῦμα· 

ὅσοι δεχθήκαμε τὴν πνεύσασαν θεήρρυτον Χάριν, ἂς εἴμεθα ὅλοι λαμπροί, ὅλοι ἀστραπόμορφοι,

ὅλοι ἀλλοιωμένοι ἀλλοίωσιν ὡραιοτάτην καὶ παράδοξον!...᾿Εμεῖς ἀξιωθήκαμε, μὲ τὴν βοήθεια τῆς Θεομήτορος καὶ τῶν πνευματοφόρων Πατέρων,

νὰ γνωρίσουμε ὅτι ἡ τριφεγγὴς οὐσία τῆς Θεότητος εἶναι ἰσοσθενής, ἀδιαίρετος καὶ σοφή!...

Θεολογοῦντες λοιπὸν καὶ ὁμολογοῦντες ὀρθοδόξως,

δοξάζομεν καὶ μεγαλύνομεν Πατέρα δι᾿ Υἱοῦ ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι εἰς τοὺς αἰῶνας!...

«῞Οσοις ἔπνευσεν ἡ θεήῤῥυτος χάρις, λάμποντες, ἀστράπτοντες,

ἠλλοιωμένοι, ὀθνείαν ἀλλοίωσιν εὐπρεπεστάτην, ἰσοσθενοῦσαν τὴν ἄτμητον,

εἰδότες, σοφὴν τρίφεγγον οὐσίαν, δοξάζομεν» 26.

 

 


6η καὶ 7η ᾿Ιουνίου 2005 ἐκκκλησιαστικό ἡμερολόγιο

 

+ Πεντηκοστῆς-῾Αγίου Πνεύματος




1.῾Οσίου Νικοδήμου ῾Αγιορείτου, ῾Ερμηνεία εἰς τὸν ᾿Ιαμβικὸν Κανόνα τῆς Πεντηκοστῆς, ᾿Ωδὴ Αʹ, Εἱρμός, ῾Εορτοδρόμιον, σελ. 555, ᾿Εν Βενετίᾳ 1836.n ῾Ο ῞Οσιος Νικόδημος παραπέμπει στὸν Μέγα Βασίλειο:«῾Ημεῖς ὑποδεχόμενοι τὰ δῶρα, πρῶτον ἐντυγχάνομεν τῷ διανέμοντι (ἤτοι τῷ Πνεύματι)· εἶτα ἐννοοῦμεν τὸν ἀποστείλαντα (ἤτοι τὸν Υἱόν)· εἶτα ἀνάγομεν τὴν ἐνθύμησιν ἐπὶ τὴν πηγὴν καὶ αἰτίαν τῶν ἀγαθῶν (ἤτοι τὸν Πατέρα)».(Μ. Βασιλέιου, PG τ. 32, στλ. 133C/Περὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, Κεφάλ. ΙϚʹ, § 37 ).Βλ. τοῦ Αὐτοῦ ἐπίσης:«῾Η τοίνυν ὁδὸς τῆς θεογνωσίας ἐστὶν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς Πνεύματος, διὰ τοῦ ἑνὸς Υἱοῦ, ἐπὶ τὸν ἕνα Πατέρα.Καὶ ἀνάπαλιν,ἡ φυσικὴ ἀγαθότης,καὶ ὁ κατὰ φύσιν ἁγιασμός, καὶ τὸ βασιλικὸν ἀξίωμα, ἐκ Πατρός, διὰ τοῦ Μονογενοῦς, ἐπὶ τὸ Πνεῦμα διήκει»(Αὐτόθι, στλ. 153CD/Κεφάλ. ΙΗʹ, § 47 ).2.Αʹ Πέτρ. γʹ 22.3.᾿Ιακ. δʹ 8.4.Ματθ. ιεʹ 19-20.5.᾿Ιακ. δʹ 9.6.῾Οσίου Νικοδήμου, εἰς τὸ ᾿Ιακ. δʹ 9, ῾Ερμηνεία εἰς τὰς ῾Επτὰ Καθολικὰς ᾿Επιστολάς, σελ. 52, ῾Ενετίησιν 1806.7.῾Αγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, PG τ. 151, στλ. 129A/῾Ομιλία ΙΑʹ, Εἰς τὸν Τίμιον καὶ Ζωοποιὸν Σταυρόν. Ψαλμ. ληʹ 4.8.Αʹ Πέτρ. γʹ 15· ῾Ησ. ηʹ 13.9.Αʹ Πέτρ. γʹ 22.10.Βʹ Κορινθ. ιʹ 5.11.᾿Ιακ. δʹ 7.12.᾿Εφεσ. δʹ 27.13.᾿Εκκλ. ιʹ 4.14.Βʹ Κορινθ. ιʹ 4-5.15.῾Οσίου Νικοδήμου, εἰς τὸ ᾿Ιακ. δʹ 7, ἔνθ᾿ ἀνωτ., σελ. 49.16.Αʹ ᾿Ιωάν. δʹ 13.17.῾Ι. Χρυσοστόμου, PG τ. 60, στλ. 519/Εἰς τὴν πρὸς Ρωμαίους, ῾Ομιλία ΙΓʹ, § ηʹ.18.Μεγάλου ᾿Αθανασίου, PG τ. 26, στλ. 565AB/᾿᾿Επιστολὴ Αʹ πρὸς Σεραπίωνα Θμούεως, § 14.19.᾿Ιωάν. αʹ 13.20.᾿Εφεσ. δʹ 13.21.῾Οσίου Νικοδήμου, εἰς τὸ Αʹ ᾿Ιωάν. γʹ 24, ἔνθ᾿ ἀνωτ., σελ. 259.22.Αʹ ᾿Ιωάν. δʹ 15.23.῾Οσίου Νικοδήμου, εἰς τὸ Αʹ ᾿Ιωάν. δʹ 15, ἔνθ᾿ ἀνωτ., σελ. 273.24.῾Αγίου ᾿Ιγνατίου Μπριαντσιανίνωφ, «῾Η ἐπίδραση τῆς νοερᾶς προσευχῆς»,περιοδ.«᾿Ορθόδοξη Μαρτυρία» Κύπρου, ἀριθ. 72/Χειμώνας 2004, σελ. 39.25.῾Εσπερινοῦ ᾿Αναλήψεως, Στιχηρὸν ᾿Ιδιόμελον αʹ.26.Κανόνος ᾿Ιαμβικοῦ Πεντηκοστῆς, ᾿Ωδὴ Θʹ, τροπ. βʹ.




Μητροπολίτης Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανός Β΄


▲ ▼
Print Friendly and PDF