ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΑΞΗ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΣΥΝΑΞΗ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 20 Ιανουαρίου 2024

Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ

 



7 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ


Mετά μίαν ημέραν των Aγίων Θεοφανείων, ήτοι κατά την σήμερον, παρελάβομεν άνωθεν και εξ αρχής να εορτάζωμεν την Σύναξιν και εορτήν του τιμίου Προδρόμου και Βαπτιστού Ιωάννου, επειδή και υπηρέτησεν εις το μυστήριον του βαπτίσματος του Κυρίου. Όθεν διά την αιτίαν ταύτην συναριθμείται και η εορτή αύτη με τας λοιπάς εορτάς του Προδρόμου. Ίνα μηδέν σιωπήσωμεν από τα εκείνου θαυμάσια και υπερφυσικά χαρίσματα. Hκολούθησε δε να φθάση εις την Κωνσταντινούπολιν και κατά την περασμένην εσπέραν των Θεοφανείων, η της τιμίας χειρός του αυτού Προδρόμου μετακομιδή. Ήτις τοιουτοτρόπως εγένετο. Eις την πόλιν Σεβαστήν, κατά την οποίαν λέγουσιν, ότι ετάφη το ιερόν του τιμίου Προδρόμου σώμα, εκεί επήγεν ο Ευαγγελιστής Λουκάς, και πέρνωντας την δεξιάν χείρα του προφητικού εκείνου σώματος, έφερεν αυτήν εις την Aντιόχειαν την εδικήν του πατρίδα. Όπου και ετέλει αύτη πάμπολλα θαύματα, από τα οποία ένα είναι και το ακόλουθον. Εις τα όρια της πόλεως Aντιοχείας, εφώλευεν ένας δράκων, τον οποίον εθεοποίουν οι Έλληνες, οι κατοικούντες την Aντιόχειαν, και ετίμων αυτόν κάθε χρόνον με μίαν θυσίαν. Και το χειρότερον είναι, διατί και η προσφερομένη θυσία ήτον άνθρωπος. Περνώντος δε του καιρού, έπεσεν ο λαχνός εις ένα Χριστιανόν, ότι να δώση το θυγάτριόν του εις τον δράκοντα. O οποίος ευγαίνωντας έξω από την φωλεάν του, και φαινόμενος ένα φοβερόν και εξαίσιον θέαμα, άνοιγε το στόμα του και εδέχετο μέσα τον άνθρωπον οπού του έδιδαν. Και έτζι εσπάραττεν αυτόν με τα οδόντιά του. Διά τούτο ο πατήρ της κόρης παρεκάλει με θερμούς αναστεναγμούς και δάκρυα τον Θεόν, και τον τίμιον Πρόδρομον, διά να ελευθερώσουν την πατρίδα του από τοιούτον πικρόν φθορέα. Παρακαλώντας δε, εσοφίσθη να κάμη και ένα τοιούτον επιχείρημα. Ευκόλως γαρ ευρίσκει μηχανάς και τέχνας κάθε ένας, οπού εις ανάγκην ευρίσκεται. Αυτός εζήτησε διά να προσκυνήση την αγίαν χείρα του Προδρόμου. Και ασπαζόμενος αυτήν, κρυφίως κόπτει με τα οδόντιά του τον αντίχειρα, ήτοι το μεγάλον δάκτυλον. Και τυχών του ποθουμένου, ευγαίνει έξω του ναού. Και λοιπόν όταν ήλθεν η ημέρα της θυσίας της θυγατρός του, και ήτον παρόν όλον το θέατρον του λαού, τότε επήγε κοντά εις τον δράκοντα και ο πατήρ, βαστώντας ομού και την θυγατέρα του. Και καθώς είδε τον δράκοντα, οπού άνοιξε το στόμα του διά να καταπίη την θυγατέρα του, ρίπτει μέσα εις τον φάρυγγά του τον ιερόν δάκτυλον του Προδρόμου. Και ω του θαύματος! ευθύς εθανατώθη ο δράκων. Τούτου δε γενομένου, ο μεν πατήρ επήρε την θυγατέρα του ζωντανήν, και εγύρισεν εις τον οίκον του χαίρωντας, και το παράδοξον διηγούμενος. Το δε πλήθος του λαού, βλέποντες το τοιούτον θαυμάσιον, εξεπλάγησαν. Όθεν και ευχαρίστουν μεγάλως τω Θεώ, και τω τιμίω Προδρόμω, και μέγιστον Ναόν έκτισαν εις το όνομά του. Λέγεται δε και τούτο ακόμη περί της Aγίας ταύτης χειρός. Ότι κατά την ημέραν της υψώσεως του τιμίου Σταυρού, ήτοι κατά την δεκάτην τετάρτην του Σεπτεμβρίου, υψόνετο και η τιμία αύτη χειρ του Βαπτιστού, και άλλοτε μεν, εξάπλονε τους δακτύλους της. Άλλοτε δε, τους εσυμμάζονε. Και με την έκτασιν μεν, εφανέρονεν, ότι μέλλει να γένη ευθηνία καρπών. Mε την συμμάζωξιν δε, εφανέρονε την μέλλουσαν ακαρπίαν και δυστυχίαν. Διά τούτο και πολλοί βασιλείς είχον αγάπην και πόθον πολύν να αποκτήσουν τον ιερόν αυτόν θησαυρόν. Eξαιρέτως δε και μάλιστα Κωνσταντίνος, και Ρωμανός οι Πορφυρογέννητοι. Ων ο μεν Κωνσταντίνος, εβασίλευσεν εν έτει από Χριστού Ϡιβ΄, ήτοι 912, ο δε Ρωμανός εν έτει Ϡιθ΄ [919]. Όθεν και όταν αυτοί εβασίλευον, διά μέσου τινός Διακόνου της πόλεως Aντιοχείας, Ιώβ καλουμένου, εφέρθη εις την Κωνσταντινούπολιν η τιμία αύτη χειρ, κατ’ αυτήν την εσπέραν των Θεοφανείων, κατά την οποίαν είναι παράδοσις να γίνεται ο αγιασμός εις τους Χριστιανούς, ήτοι κατά την παραμονήν των Θεοφανείων. Όθεν ο φιλόχριστος βασιλεύς (ο Κωνσταντίνος δηλαδή) μετά πόθου πολλού ταύτην κατησπάσατο, και εις τα βασίλεια μέσα απεθησαύρισε. Τελείται δε η αυτού Σύναξις εν τοις Φωρακίου1.



ΣΗΜΕΙΩΣΗ


1. Σημείωσαι, ότι τώρα η δεξιά χειρ του τιμίου Προδρόμου, ευρίσκεται εις το Μοναστήριον του Aγίου Διονυσίου, το ευρισκόμενον εις το όρος του Άθω, και επ’ ονόματι τιμώμενον του τιμίου Προδρόμου. Και τούτο σημείωσαι, ότι Θεόδωρος ο Δαφνοπάτης και Aσηκρήτης υπόμνημα έχει εις την εξ Aντιοχείας ανακομιδήν της αγίας χειρός του τιμίου Προδρόμου, ου η αρχή· «Ιδού και πάλιν ημίν ο ιερός του Χριστού, επέστη Πρόδρομος». (Σώζεται εν τω Κοινοβίω του Διονυσίου.) Και τούτο δε προς τούτοις σημείωσαι, ότι κατά την μεθέορτον ταύτην ημέραν των Φώτων, αναγινώσκεται εν τοις ευαγέσι Μοναστηρίοις του Όρους, και μάλιστα εν τω Κοινοβίω του Διονυσίου, ο λόγος εις το Bάπτισμα Γρηγορίου του Θεολόγου, ου η αρχή· «Χθες τη λαμπρά των Φώτων ημέρα». Το του Δαφνοπάτου υπόμνημα σώζεται και εν τη του Βατοπαιδίου και Ιβήρων και Λαύρα.


(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)



Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού





ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΝ ΠΡΟΔΡΟΜΟ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΤΗ


ΣΥΝΑΞΗ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ


Ο ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ - ΕΙΚΟΝΑ


Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΠΟΚΕΦΑΛΙΣΜΟ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ


ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΒΑΠΤΙΣΤΗΣ ΚΑΙ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ


ΤΩ ΑΥΤΩ ΜΗΝΙ Ζ', Η ΣΥΝΑΞΙΣ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΦΗΤΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΤΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ


ΜΝΗΜΗ ΣΥΝΑΞΕΩΣ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ: ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ


ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΓΑΡΔΙΚΙΟΥ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΣΥΝΑΞΗ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ (2008)


Δευτέρα 25 Δεκεμβρίου 2023

ΜΝΗΜΗ ΣΥΝΑΞΕΩΣ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ: ΥΠΟΜΝΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ


«Τ
ῇ ἐπαύριον βλέπει τὸν ᾽Ιησοῦν ἐρχόμενον πρὸς αὐτόν, καὶ λέγει, ῎Ιδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου(:Την άλλη μέρα ο Ιωάννης στεκόταν πάλι στο συνηθισμένο μέρος που κήρυττε, και μαζί του ήταν και δύο από τους μαθητές του.Κι αφού παρατήρησε με ευλάβεια τον Ιησού, που τη στιγμή εκείνη περπατούσε, είπε: Αυτός είναι το Αρνίο που παρέδωσε ο Θεός Πατέρας του να θυσιασθεί για χάρη μας)» [Ιω.1,28-29].


Είναι μέγα αγαθό η παρρησία και η διακήρυξη της αλήθειας με ειλικρίνεια και με θάρρος, καθώς και το να τίθεται υπεράνω όλων η ομολογία πίστεως στον Χριστό,και όλα τα άλλα να έρχονται δεύτερα· τόσο μέγα και αξιοθαύμαστο, ώστε ο Υιός του Θεού ο Μονογενής, να ανακηρύσσει ως δικό Του εκείνον που έχει τέτοιο ηρωικό φρόνημα, ενώπιον του Πατρός Του[πρβλ. Ματθ.10,32: «Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς(:Καθένας, λοιπόν, που με πίστη και θάρρος και χωρίς να φοβάται τους διωγμούς, θα με ομολογήσει σωτήρα του και Θεό του μπροστά στους ανθρώπους, θα τον ομολογήσω και εγώ μπροστά στον ουράνιο Πατέρα μου ως δικό μου)»], αν και βέβαια δεν είναι ίση η ανταπόδοση· διότι εσύ μεν δίνεις ομολογία επί της γης, ενώ Αυτός ομολογεί στους ουρανούς και εσύ μεν ομολογείς ενώπιον ανθρώπων, Αυτός όμως ενώπιον του Πατρός και όλων των αγγέλων.


Τέτοιος ήταν ο Ιωάννης, ο οποίος δεν λογάριασε ούτε το πλήθος, ούτε τη δόξα, ούτε τίποτε άλλο ανθρώπινο, αλλά τα περιφρόνησε αυτά όλα και με την ανάλογη παρρησία διακήρυξε μπροστά σε όλους την αλήθεια σχετικά με τον Χριστό. Γι’ αυτό άλλωστε και ο Ευαγγελιστής επισημαίνει και τον τόπο, για να δείξει την παρρησία του μεγαλόφωνου κήρυκα· διότι δεν διακήρυξε τη θαυμαστή εκείνη περί του Χριστού ομολογία του, η οποία είναι γεμάτη από τα υψηλά και μεγάλα και απόρρητα δόγματα, και το ότι δεν ήταν ικανός να λύσει ούτε το λουρί του υποδήματος του Ιησού, δεν την έκανε μέσα σε κάποιο σπίτι, ούτε σε κάποια απόμερη γωνιά, ούτε στην ερημιά, αλλά στον Ιορδάνη ενώπιον του πλήθους, ενώπιον όλων εκείνων τους οποίους βάπτιζε(διότι οι Ιουδαίοι ήλθαν καθώς βάπτιζε).


Πώς λοιπόν το δηλώνει αυτό ο Ευαγγελιστής Ιωάννης; Με το να προσθέτει και να λέει: «Ταῦτα ἐν Βηθανίᾳ ἐγένετο(:Αυτά έγιναν στην Βηθανία)». Όσα μάλιστα από τα αντίγραφα εκθέτουν ακριβέστερα τα γεγονότα, λέγουν ότι αυτά συνέβησαν «στη Βηθαβαρά»˙ διότι η Βηθανία δεν βρισκόταν πέραν του Ιορδάνου ποταμού, ούτε στην έρημο, αλλά κάπου κοντά στα Ιεροσόλυμα. Τις τοποθεσίες επίσης τις επισημαίνει και για έναν άλλο λόγο. Επειδή, δηλαδή, επρόκειτο να διηγηθεί όχι παλαιά γεγονότα, αλλά γεγονότα που συνέβησαν προ ολίγου χρόνου, επικαλείται ως μάρτυρες των λεγομένων του αυτούς, που ήσαν παρόντες σε αυτά και τα παρακολούθησαν και παρέχει κατ’ αυτόν τον τρόπο μια πρόσθετη από τις τοποθεσίες απόδειξη. Διότι επειδή ο ευαγγελιστής Ιωάννης είχε την πεποίθηση ότι τίποτε απολύτως δεν πρόσθετε από τον εαυτό του στα λεγόμενα, αλλά εξέθετε απλώς όλα τα γεγονότα όπως συνέβησαν στην πραγματικότητα, χρησιμοποιεί τη μαρτυρία των τόπων, προκειμένου να χρησιμεύσει ως απόδειξη, όπως είπα, σημαντική για την αλήθεια των λόγων του.


«Τῇ ἐπαύριον βλέπει τὸν ᾽Ιησοῦν ἐρχόμενον πρὸς αὐτόν, καὶ λέγει, ῎Ιδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου(:την άλλη μέρα βλέπει τον Ιησού να έρχεται προς αυτόν και είπε: “Να εκείνος που προφήτευσε ο Ησαΐας και μας τον απέστειλε ο Θεός για να θυσιασθεί ως αρνί και να σηκώσει με τη σφαγή και τη θυσία του ολόκληρη την αμαρτία και την ενοχή του κόσμου, και έτσι να την εξαλείψει”)»[Ιω.1,36].


Οι ευαγγελιστές διαμοίρασαν τους καιρούς. Και ο μεν Ματθαίος, αφού παραλείπει τα χρονικά γεγονότα που προηγήθηκαν της συλλήψεως και της φυλακίσεως του Βαπτιστού Ιωάννου, σπεύδει να διηγηθεί ό,τι συνέβη στη συνέχεια· ο δε ευαγγελιστής Ιωάννης όχι μόνο δεν τα παραλείπει, αλλά αντιθέτως μάλιστα ασχολείται ιδιαιτέρως με αυτά. Και ο Ματθαίος μεν μετά την επάνοδο του Ιησού από την έρημο, αφού αποσιώπησε όσα συνέβησαν ενδιαμέσως,-όπως όσα είπε ο Ιωάννης, όσα δια των απεσταλμένων τους έλεγαν οι Ιουδαίοι- και αφού συντόμευσε όλα τα άλλα, έφθασε αμέσως στο γεγονός της φυλακίσεως και του αποκεφαλισμού του Βαπτιστού, διότι λέγει: «Ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἀνεχώρησεν ἐκεῖθεν ἐν πλοίῳ εἰς ἔρημον τόπον κατ᾿ ἰδίαν· καἰ ἀκούσαντες οἱ ὄχλοι ἠκολούθησαν αὐτῷ πεζῇ ἀπὸ τῶν πόλεων(:Όταν λοιπόν τα άκουσε αυτά-ότι δηλαδή παραδόθηκε ο Ιωάννης- ο Ιησούς, αναχώρησε από εκεί με πλοίο σε κάποιον ερημικό τόπο, για να μείνει μόνος Του με τους μαθητές Του)» [Ματθ.14,13].


Ο Ιωάννης από την άλλη πλευρά δεν εκθέτει τα γεγονότα με την ίδια σειρά, αλλά διαφορετικά, διότι αποσιώπησε μεν τη μετάβαση του Ιησού στην έρημο, επειδή είχε αναφερθεί από τον Ματθαίο, διηγείται όμως όσα συνέβησαν μετά την κάθοδο του Ιησού από το όρος[Ιω.3,22- 3,30] και αφού είπε πολλά, πρόσθεσε: «οὔπω γὰρ ἦν βεβλημένος εἰς τὴν φυλακὴν ὁ Ἰωάννης(:δεν είχε ακόμη συλληφθεί και φυλακισθεί από τον Ηρώδη ο Ιωάννης)»[Ιω.3,24]. «Και για ποιο λόγο», θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς, «έρχεται τώρα ο Ιησούς προς τον Ιωάννη τον Βαπτιστή και μάλιστα όχι μία φορά, αλλά και δύο φορές;»


Διότι ο μεν Ματθαίος λέγει ότι ο ερχομός του Ιησού για το βάπτισμα ήταν αναγκαίος, γι’ αυτό ακριβώς λέγει και ο Ιησούς ότι «ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην(:Άφησε τώρα τις αντιρρήσεις και μη φέρνεις δυσκολία να βαπτισθώ. Διότι μ’ αυτόν τον τρόπο, με τον οποίο ταπεινώνομαι, πρέπει να εκπληρώσω κάθε εντολή του Θεού, ο οποίος σου ανέθεσε ως καθήκον να βαπτίζεις)»[Ματθ.3,15]˙ ο Ιωάννης όμως ο Ευαγγελιστής λέγει ότι Αυτός πήγε και πάλι μετά το βάπτισμα και τούτο το φανέρωσε με τα ακόλουθα λόγια: «καὶ ἐμαρτύρησεν Ἰωάννης λέγων ὅτι τεθέαμαι τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον ὡς περιστερὰν ἐξ οὐρανοῦ, καὶ ἔμεινεν ἐπ᾿ αὐτόν(:και βεβαίωσε ο Ιωάννης λέγοντας ότι “ Έχω δει το Άγιο Πνεύμα να κατεβαίνει σαν περιστέρι απ’ τον ουρανό και να μένει πάνω Του μόνιμα και διαρκώς, και όχι όπως στους προφήτες, οι οποίοι δέχονταν εκτάκτως τη χάρη του Πνεύματος και για ειδικό σκοπό’’)»[Ιω.1,32].


Για ποιο λόγο, λοιπόν, έρχεται προς τον Ιωάννη; Διότι δεν ήλθε απλώς, αλλά πορευόταν προς αυτόν˙ διότι, λέγει, είδε τον Ιησού να έρχεται προς αυτόν. Για ποιο λόγο, λοιπόν, ερχόταν; Επειδή ο Ιωάννης βάπτισε Αυτόν μαζί με πολλούς άλλους, έσπευδε προς αυτόν, για να μη φανταστεί κανείς ότι για την ίδια αιτία για την οποία πήγαιναν και οι άλλοι, πήγε και βαπτίστηκε, δηλαδή με τον σκοπό να εξομολογηθεί τα αμαρτήματά του και να λουσθεί σε μετάνοια στον ποταμό. Γι’ αυτό λοιπόν πάλι έρχεται για να δώσει συγχρόνως την αφορμή και στον Ιωάννη να διορθώσει αυτήν ακόμη την υποψία τους˙και διότι με το να πει ο Ιωάννης: «ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου»(Ιω. 1,29),αναίρεσε εξ ολοκλήρου την υποψία τους αυτή.


Εκείνος λοιπόν ο οποίος είναι τόσο καθαρός, ώστε να δύναται να συγχωρεί και τα αμαρτήματα των άλλων, είναι φανερό ότι δεν έρχεται προς τον Ιωάννη με σκοπό να εξομολογηθεί αμαρτίες, αλλά για να δώσει αφορμή σε αυτόν, τον αξιοθαύμαστο κήρυκα, να εκθέσει τα λεχθέντα εκ νέου και κατά τρόπο ακριβέστερο σε εκείνους, που είχαν ακούσει τα προηγούμενα και να προσθέσει επιπλέον και άλλα ακόμη. Το δε «ἴδε» ειπώθηκε για τη συνεχή και μετά πόθου αναζήτηση Αυτού από πολλούς, εξαιτίας όσων ειπώθηκαν γι’ Αυτόν από πολύ παλιά. Γι’ αυτό ο Ιωάννης τώρα που είναι ο Μεσσίας παρών, Τον δείχνει και λέγει «ἴδε» αποκαλύπτοντας ότι Αυτός είναι που προ πολλού επιζητείται και αναμένεται, αυτός ο Αμνός.


Και αποκαλεί Αυτόν «Αμνό», υπενθυμίζοντας στους Ιουδαίους την προφητεία του Ησαΐα και την κατά τρόπο σκιώδη προτύπωση του Αμνού του Θεού δια του πασχαλίου εκείνου αμνού του Μωυσέως, με τον σκοπό να οδηγήσει αυτούς μάλλον από τον τύπο προς την αλήθεια. Εκείνος μεν λοιπόν, ο παλαιός αμνός κανενός απολύτως δεν αφαίρεσε αμαρτία, ενώ Αυτός απομάκρυνε την αμαρτία ολόκληρης της οικουμένης· διότι ενώ αυτή κινδύνευε να καταστραφεί, την απήλλαξε αμέσως από την οργή του Θεού.


«Οὗτός ἐστι περὶ οὗ ἐγὼ εἶπον· ὀπίσω μου ἔρχεται ἀνὴρ ὃς ἔμπροσθέν μου γέγονεν, ὅτι πρῶτός μου ἦν(:Αυτός είναι, για τον οποίο σας είπα: “Ύστερα από εμένα έρχεται άνθρωπος, ο οποίος σαν αιώνιος Θεός υπάρχει πολύ πρωτύτερα από εμένα, ασύγκριτα λαμπρότερος και ενδοξότερος”)»[Ιω.1,30].Βλέπεις πώς και με τα εδώ λεγόμενα ερμηνεύει το «ἔμπροσθεν»; Διότι αφού ομίλησε περί του Αμνού και αφού είπε ότι σηκώνει και εξαλείφει την αμαρτία του κόσμου, τότε λέγει ότι «ἔμπροσθέν μου γέγονεν», με τον οποίο φανερώνει ότι αυτό ακριβώς σημαίνει το «ἔμπροσθεν»,ότι θα αναλάβει τις αμαρτίες όλου του κόσμου, ότι θα βαπτίσει με Πνεύμα Άγιο. «Διότι η δική μου παρουσία δεν είχε κανένα άλλο σκοπό από το να κηρύξει τον κοινό ευεργέτη της οικουμένης και να χορηγήσει το βάπτισμα του ύδατος, ενώ η παρουσία Αυτού αποβλέπει στο να καθαρίσει ψυχικά όλους τους ανθρώπους και στο να χαρίσει την αγιαστική ενέργεια του Παρακλήτου. Αυτός «ἔμπροσθέν μου γέγονεν», δηλαδή αναδείχτηκε λαμπρότερος από εμένα, διότι υπήρχε πριν από εμένα».


Πρέπει να αισχύνονται αυτοί, που αποδέχτηκαν την παραφροσύνη του Παύλου Σαμοσατέως, αρνούμενοι την αλήθεια, η οποία είναι τόσο σαφής και φανερή. «Κἀγὼ οὐκ ᾔδειν αὐτόν(:Όπως εσείς, έτσι κι εγώ δεν γνώριζα ότι Αυτός είναι ο Μεσσίας)»[Ιω.1,33].Κοίταξε εδώ με ποιο τρόπο παρουσιάζει τη μαρτυρία ανυπόκριτη και ανυποψίαστη, δείχνοντας ότι αυτή δεν προέρχεται από ανθρώπινη συμπάθεια, αλλά είναι έργο θείας αποκαλύψεως: «διότι και εγώ δεν γνώριζα Αυτόν προηγουμένως ότι είναι ο Μεσσίας», λέγει. Πώς λοιπόν, Ιωάννη, θα μπορούσες να είσαι αξιόπιστος μάρτυρας; Πώς θα μπορούσες να διδάξεις και άλλους εφόσον εσύ ο ίδιος αγνοούσες; Δεν είπε: «Δεν γνωρίζω Αυτόν», αλλά: «Δεν γνώριζα Αυτόν», ώστε να γίνει ακριβώς για τούτο τελείως αξιόπιστος. Γιατί κατά ποιο τρόπο θα μπορούσε να χαριστεί σε κάποιον που δεν τον γνώριζε;


«λλ᾽ ἵνα φανερωθῇ τῷ ᾽Ισραὴλ διὰ τοῦτο ἦλθον ἐγὼ ἐν ὕδατι βαπτίζων(:Αλλά για να γίνει γνωστός και φανερός στους Ισραηλίτες, γι’ αυτό ήλθα εγώ και βαπτίζω στα νερά αυτά του Ιορδάνη)»[Ιω. 1,31].Δεν είχε λοιπόν Εκείνος ανάγκη βαπτίσματος, ούτε είχε κανένα άλλο σκοπό εκείνο το λουτρό, παρά τούτο μόνο, να προετοιμάσει όλους τους άλλους στην πίστη προς τον Χριστό. Διότι δεν είπε: «για να καθαρίσω όσους βαπτίζονται», ούτε: «ήλθα για να χορηγώ βάπτισμα αφέσεως αμαρτιών», αλλά «για να γίνει γνωστός και φανερός στους Ισραηλίτες». Αλλά πες μου: χωρίς το βάπτισμα δεν ήταν δυνατόν να κηρύξει και να πείσει τα πλήθη; Ήταν αλλά όχι τόσο εύκολα. Ούτε και θα έτρεχαν τόσο πολύ όλοι, εάν το κήρυγμα γινόταν χωρίς βάπτισμα, και ούτε θα μάθαιναν την υπεροχή του χριστιανικού βαπτίσματος με τη σύγκριση.


Τα πλήθη λοιπόν προσέρχονταν, όχι για να ακούσουν αυτά που έλεγε, αλλά γιατί; Για να βαπτιστούν αφού εξομολογηθούν τις αμαρτίες τους. Όταν πήγαιναν όμως διδάσκονταν τα σχετικά με τον Χριστό και τη διαφορά του βαπτίσματος. Μολονότι αυτό το βάπτισμα ήταν περισσότερο σεβαστό από το ιουδαϊκό, γι' αυτό άλλωστε έτρεχαν όλοι, εντούτοις και πάλι ήταν ατελές. Πώς λοιπόν Τον γνώρισες εσύ, Ιωάννη; «Με την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος», λέγει. Για να μη νομίσει όμως κανείς ότι είχε ανάγκη του Αγίου Πνεύματος, όπως εμείς, άκουσε πώς διαλύει και αυτήν την υποψία, δείχνοντας ότι η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος έγινε μόνο για να κηρύξει τον Χριστό· διότι αφού είπε: «και εγώ δεν Τον γνώριζα», πρόσθεσε: «αλλά Εκείνος που με έστειλε να βαπτίζω με ύδωρ, Εκείνος μου είπε: “Σε όποιον θα δεις να κατεβαίνει το Πνεύμα και να μένει επάνω Του, Αυτός είναι που βαπτίζει με Πνεύμα άγιο”». Βλέπεις ότι αυτό ήταν το έργο του Πνεύματος, να δείξει τον Χριστό;


Ήταν όμως και η μαρτυρία του Ιωάννη απίστευτη, και επειδή ήθελε να την κάνει πιο αξιόπιστη, την αποδίδει στον Θεό και στο Άγιο Πνεύμα. Διότι, επειδή ο Ιωάννης μαρτύρησε τόσο μεγάλο και αξιοθαύμαστο γεγονός, το οποίο ήταν ικανό να καταπλήξει όλους όσους το άκουγαν, δηλαδή ότι μόνος Αυτός σηκώνει τις αμαρτίες ολόκληρης της οικουμένης και ότι για την τόσο μεγάλη λύτρωση είναι αρκετό το μέγεθος της δωρεάς, κάνει αυτήν την αποκάλυψη. Η αποκάλυψη δε, ότι είναι Υιός του Θεού και ότι δεν έχει ανάγκη βαπτίσματος και ότι αυτή η αποκάλυψη ήταν έργο της καθόδου του αγίου Πνεύματος, έγινε μόνο για να Τον καταστήσει φανερό· διότι δεν ήταν στη δύναμη του Ιωάννη να δώσει Πνεύμα· το δηλώνουν άλλωστε αυτό και όσοι βαπτίζονται από αυτόν και λένε: «ἀλλ᾿ οὐδὲ εἰ Πνεῦμα Ἅγιόν ἐστιν ἠκούσαμεν(:μα εμείς ούτε καν έχουμε ακούσει ακόμη εάν υπάρχει ανάμεσα στους ανθρώπους Πνεύμα Άγιο, που να ενεργεί και να μεταδίδει χαρίσματα)» [Πράξ.19,2].


Επομένως ο Χριστός δεν είχε ανάγκη ούτε εκείνου του βαπτίσματος ούτε κανενός άλλου, μάλλον δε το βάπτισμα είχε ανάγκη από τη δύναμη του Χριστού· διότι εκείνο που έλειπε, εκείνο ήταν το σπουδαιότερο από όλα τα αγαθά, το να λάβει ο βαπτιζόμενος το Πνεύμα. Αυτήν λοιπόν τη χορήγηση του Πνεύματος πρόσθεσε όταν ήλθε. Και ο Ιωάννης ομολόγησε: «Τεθέαμαι τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον ὡς περιστερὰν ἐξ οὐρανοῦ, καὶ ἔμεινεν ἐπ᾿ αὐτόν.κἀγὼ οὐκ ᾔδειν αὐτόν, ἀλλ᾿ ὁ πέμψας με βαπτίζειν ἐν ὕδατι, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἐφ᾿ ὃν ἂν ἴδῃς τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον καὶ μένον ἐπ᾿ αὐτόν, οὗτός ἐστιν ὁ βαπτίζων ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ(:έχω δει το Άγιο Πνεύμα να κατεβαίνει σαν περιστέρι απ’ τον ουρανό και να μένει πάνω Του μόνιμα και διαρκώς, και όχι όπως στους προφήτες, οι οποίοι δέχονταν εκτάκτως τη χάρη του Πνεύματος και για ειδικό σκοπό.Όπως εσείς, έτσι κι εγώ δεν γνώριζα ότι αυτός είναι ο Μεσσίας. Αλλά ο Θεός που με έστειλε να βαπτίζω με απλό νερό, Εκείνος μου είπε: “Σ’ όποιον δεις το Άγιο Πνεύμα να κατεβαίνει και να μένει μόνιμα πάνω Tου, Aυτός είναι που βαπτίζει με Πνεύμα Άγιο και Aυτός χορηγεί τις δωρεές και τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος σε όσους βαπτίζονται με το βάπτισμά Tου”. Πράγματι λοιπόν εγώ είδα το Άγιο Πνεύμα να κατεβαίνει και να μένει πάνω του. Και έχω δώσει μαρτυρία ότι αυτός είναι ο Υιός του Θεού που έγινε άνθρωπος)»[Ιω.1,32-34].


Συνεχώς αναφέρει το «δεν Τον γνώριζα», όχι άσκοπα και όπως έτυχε, αλλά επειδή ήταν συγγενής Του κατά σάρκα· διότι « ἰδοὺ(:ιδού)», λέγει, «Ἐλισάβετ ἡ συγγενής σου καὶ αὐτὴ συνειληφυῖα υἱὸν(:η συγγενής σου Ελισάβετ έχει συλλάβει κι αυτή ένα αγόρι)»[Λουκά 1,36]. Για να μη δώσει λοιπόν την εντύπωση ότι χαρίζεται εξαιτίας της συγγένειας, για τον λόγο αυτόν αναφέρει συνεχώς το «δεν Τον γνώριζα». Άλλωστε αυτό συνέβαινε και στην πραγματικότητα, διότι όλα τα χρόνια έμενε στην έρημο και μακριά από την πατρική του οικία.


Πώς όμως, εάν δεν Τον γνώριζε πριν από την κάθοδο του Πνεύματος, και εάν Τον γνώρισε τότε για πρώτη φορά, Τον παρεμπόδιζε πριν από το βάπτισμα λέγοντας: «ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχῃ πρός με; (:εγώ έχω ανάγκη να βαπτισθώ από σένα τον αναμάρτητο, κι Εσύ έρχεσαι σε μένα για να δεχθείς το βάπτισμα;)»;[Ματθ.3,14]· διότι αυτό είναι απόδειξη ότι Τον γνώριζε πολύ καλά. Τον γνώριζε, αλλά όχι προηγουμένως και μάλιστα πριν από πολύ χρόνο, και πολύ εύλογα· διότι τα μεν θαύματα, όσα συνέβησαν ενόσω ακόμη ήταν παιδί, δηλαδή τα σχετικά με τους μάγους και τα άλλα παρόμοια, είχαν συμβεί πριν από πολύ χρόνο, όταν και ο Ιωάννης ήταν πολύ παιδί. Επειδή δε εν τω μεταξύ είχε παρέλθει πολύς χρόνος, ήταν φυσικό να είναι άγνωστος σε όλους· διότι εάν ήταν γνωστός του, δεν θα έλεγε: «Για να γίνει φανερός στον ισραηλιτικό λαό, γι' αυτό ήλθα και βαπτίζω».


Από εδώ λοιπόν μας γίνεται φανερό, ότι και τα θαύματα εκείνα, τα οποία ισχυρίζονται ότι είναι παιδικά θαύματα του Χριστού, είναι ψεύτικα και επινοήσεις μερικών οι οποίοι τα εισάγουν εκ των υστέρων· διότι εάν άρχιζε να θαυματουργεί από την πρώτη ηλικία του, ούτε ο Ιωάννης θα το αγνοούσε, ούτε το υπόλοιπο πλήθος θα είχε ανάγκη διδασκάλου για να Τον φανερώσει. Ενώ τώρα ο ίδιος λέγει ότι για τον λόγο αυτόν ήλθε, για να γίνει φανερός στον ισραηλιτικό λαό, και για τον λόγο αυτόν επίσης έλεγε: «εγώ έχω ανάγκη να βαπτιστώ από Εσένα». Έπειτα δε, όταν Τον γνώρισε καλύτερα, Τον κήρυσσε στα πλήθη λέγοντας: « Οὗτός ἐστι περὶ οὗ ἐγὼ εἶπον· ὀπίσω μου ἔρχεται ἀνὴρ ὃς ἔμπροσθέν μου γέγονεν, ὅτι πρῶτός μου ἦν(:Αυτός είναι για τον Oποίο σας είπα: “Ύστερα από μένα έρχεται κάποιος που υπήρχε πολύ πιο πριν από μένα και είναι ασυγκρίτως λαμπρότερος και ενδοξότερός μου, διότι ως Θεός υπήρχε πριν από μένα)»[Ιω.1,30], διότι και «εκείνος που με έστειλε να βαπτίζω με ύδωρ» και ο οποίος με έστειλε και για τον λόγο αυτόν, «για να γίνει φανερός στον ισραηλιτικό λαό», Αυτός του Τον αποκάλυψε και πριν από την κάθοδο του Πνεύματος. Για τον λόγο αυτόν και πριν να έλθει, έλεγε: «Μετά από εμένα έρχεται κάποιος, που είναι ανώτερός μου».


Δεν Τον γνώριζε λοιπόν πριν να έλθει στον Ιορδάνη και να βαπτίζει τους πάντες, αλλά όταν επρόκειτο να βαπτιστεί, τότε Τον γνώρισε. Και αυτό έγινε με το να Τον αποκαλύψει ο Πατήρ Του στον προφήτη, και να Τον δείξει το Πνεύμα καθώς βαπτιζόταν στους Ιουδαίους, χάριν των οποίων έγινε και η κάθοδος του Πνεύματος. Διότι, για να μην περιφρονηθεί η μαρτυρία του Ιωάννη, ο οποίος έλεγε ότι «είναι ανώτερός μου» και ότι βαπτίζει με Πνεύμα και ότι θα κρίνει την οικουμένη, και ο Πατήρ φωνάζει διακηρύσσοντας τον Υιό, και το Πνεύμα κατέρχεται, έλκοντας τη φωνή του Πατρός επάνω στην κεφαλή του Χριστού· διότι επειδή ο μεν ένας βάπτιζε, ο δε άλλος βαπτιζόταν, για να μη νομίσει κανείς από τους παρευρισκόμενους ότι για τον Ιωάννη λεγόταν αυτό που ακουγόταν, έρχεται το Πνεύμα και αίρει αυτήν την παρεξήγηση.


Ώστε, όταν λέγει «δεν τον γνώριζα», εννοεί τον πριν από τη βάπτιση χρόνο και όχι τον κοντινό· διότι αλλιώς πώς θα τον παρεμπόδιζε λέγοντας «εγώ έχω ανάγκη να βαπτιστώ από Εσένα»; Και πώς ακόμη έλεγε τα άλλα παρόμοια περί Αυτού; «Πώς όμως τότε δεν πίστεψαν οι Ιουδαίοι;», αναρωτιέται ίσως κάποιος· «διότι δεν είδε μόνο ο Ιωάννης το Πνεύμα υπό μορφή περιστεράς». Διότι, μολονότι το είδαν, αυτά τα πράγματα δεν χρειάζονται μόνο σωματικούς οφθαλμούς, αλλά πριν από αυτούς έχουν ανάγκη οφθαλμών της διανοίας, για να μη νομίσουν ότι το γεγονός είναι περιττή επινόηση. Όταν λοιπόν, αν και Τον έβλεπαν να θαυματουργεί και να ακουμπά με τα ίδια Του τα χέρια τους αρρώστους και τους νεκρούς και να τους επαναφέρει με τον τρόπο αυτόν στη ζωή και στην υγεία, τόσο πολύ ήσαν κυριευμένοι από το πάθος του φθόνου, ώστε να διακηρύττουν αντίθετα από αυτά που έβλεπαν, πώς με μόνη την επιφοίτηση του Πνεύματος θα αποκήρυτταν την απιστία;


Μερικοί πάλι λένε ότι δεν το είδαν όλοι εκείνοι, παρά μόνο ο Ιωάννης και όσοι διατελούσαν με περισσότερο ευγνώμονα διάθεση· διότι, μολονότι ήταν δυνατόν να Το δουν με τους αισθητούς οφθαλμούς, αφού το Πνεύμα κατερχόταν υπό μορφή περιστεράς, εντούτοις αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν αναγκαίο οπωσδήποτε να γίνει το συμβάν ολοφάνερο. Διότι και ο Ζαχαρίας πολλά είχε δει με αισθητή μορφή, και ο Δανιήλ και ο Ιεζεκιήλ, και όμως δεν είχαν κανένα άλλον που να βλέπει και αυτός. Και ο Μωυσής επίσης πολλά είχε δει και μάλιστα τέτοια που δεν είδε κανείς από τους άλλους. Αλλά και την επί του όρους Μεταμόρφωση δεν αξιώθηκαν να την δουν όλοι οι μαθητές, ούτε δε και στη θέα της Αναστάσεως έλαβαν μέρος όλοι. Αυτό επίσης το δηλώνει σαφώς ο Λουκάς, όταν λέγει ότι «τοῦτον ὁ Θεὸς ἤγειρε τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ καὶ ἔδωκεν αὐτὸν ἐμφανῆ γενέσθαι, οὐ παντὶ τῷ λαῷ, ἀλλὰ μάρτυσι τοῖς προκεχειροτονημένοις ὑπὸ τοῦ Θεοῦ, ἡμῖν, οἵτινες συνεφάγομεν καὶ συνεπίομεν αὐτῷ μετὰ τὸ ἀναστῆναι αὐτὸν ἐκ νεκρῶν(:ο Θεός όμως Τον ανέστησε την τρίτη ημέρα από τον θάνατό Του. Και επέτρεψε να γίνει ορατός και να εμφανιστεί μετά την Ανάστασή Του, όχι πλέον σε όλον το λαό. Αλλά εμφανίστηκε σε μάρτυρες που είχαν εκλεγεί από τον Θεό πολύ πριν σταυρωθεί και αναστηθεί ο Ιησούς. Και οι μάρτυρες αυτοί είμαστε εμείς οι απόστολοι, οι οποίοι φάγαμε και ήπιαμε μαζί Του μετά την Ανάστασή Του από τους νεκρούς)» [Πράξ.10,41-42].


«Κἀγὼ ἑώρακα καὶ μεμαρτύρηκα ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ(:Πράγματι λοιπόν εγώ είδα το Άγιο Πνεύμα να κατεβαίνει και να μένει πάνω Του. Και έχω δώσει μαρτυρία ότι Αυτός είναι ο Υιός του Θεού που έγινε άνθρωπος)»[Ιω.1,34]. Και πού μαρτύρησε ότι Αυτός είναι ο Υιός του Θεού; Διότι Αμνό του Θεού Τον ονόμασε και ότι πρόκειται να βαπτίζει με Πνεύμα το είπε· Υιό όμως του Θεού πουθενά δεν Τον ονόμασε. Με τη βάπτιση όμως, οι άλλοι ευαγγελιστές δεν αναφέρουν ότι είπε τίποτε, αλλά αφού παραλείπουν όλα τα ενδιάμεσα, αναφέρουν τα θαύματα του Χριστού που έγιναν μετά τη σύλληψη του Ιωάννη. Από αυτά είναι λογικό να συμπεράνουμε ότι και αυτά και άλλα πολύ περισσότερα έχουν παραλειφθεί. Και αυτό το δηλώνει στο τέλος του συγγράμματός του ο ίδιος ο ευαγγελιστής[Ιω.21,25: «ἔστι δὲ καὶ ἄλλα πολλὰ ὅσα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς, ἅτινα ἐὰν γράφηται καθ᾿ ἕν, οὐδὲ αὐτὸν οἶμαι τὸν κόσμον χωρῆσαι τὰ γραφόμενα βιβλία. ἀμήν(:Υπάρχουν όμως και πολλά άλλα που έκανε ο Ιησούς, τα οποία, αν γράφονταν λεπτομερειακά, ένα, ένα νομίζω ότι ούτε ολόκληρος ο κόσμος με όλες τις βιβλιοθήκες του δεν θα χωρούσε τα βιβλία που θα έπρεπε να γραφούν. Πραγματικά)»].


Διότι τόσο απέφυγαν από το να επινοήσουν κάτι σπουδαίο γι΄αυτόν, ώστε όσα μεν φαίνονται ότι είναι αξιοκατάκριτα, τα αναφέρουν όλοι ομόφωνα και με κάθε ακρίβεια, και δεν είναι δυνατόν να βρεις κανένα από αυτούς που να έχει παραλείψει τίποτε τέτοιο. Ενώ από τα θαύματα, άλλα μεν τα άφησαν σε άλλους, άλλα δε τα αποσιώπησαν όλοι. Αυτά δε δεν τα είπα στην τύχη, αλλά ως απάντηση στην αναισχυντία των Ελλήνων. Διότι αυτό είναι αρκετό δείγμα της ειλικρίνειας των ευαγγελιστών και του ότι δεν λέγουν τίποτε χαριστικώς. Και μπορείτε και από αυτά, μαζί με τα άλλα να οπλίζεστε κατά την εναντίον τους διαμάχη με επιχειρήματα. Αλλά προσέχετε· διότι είναι άτοπο, ο μεν ιατρός να αγωνίζεται με λεπτομέρεια υπέρ της τέχνης του, και ο υποδηματοποιός και ο υφαντουργός και όλοι γενικώς οι τεχνίτες· ενώ εκείνος που ισχυρίζεται ότι είναι Χριστιανός να μην μπορεί να υπερασπιστεί την πίστη του. Μολονότι εκείνα μεν εάν παραθεωρηθούν φέρουν χρηματική ζημία· ενώ αυτά όταν παραμελούνται μας καταστρέφουν την ίδια την ψυχή μας. Τόσο άθλια φερόμαστε όμως, ώστε σε εκείνα μεν να δείχνουμε κάθε προθυμία, ενώ τα απαραίτητα και εκείνα τα οποία αφορούν την υπόθεση της σωτηρίας μας τα περιφρονούμε ως ανάξια λόγου.


Αυτό δεν αφήνει τους Έλληνες να χλευάσουν γρήγορα την πλάνη τους·διότι, όταν αυτοί μεν οι οποίοι συμπράττουν με το ψεύδος,κάνουν τα πάντα ώστε να συγκαλύψουν την αισχύνη των δογμάτων τους, ενώ εμείς οι οποίοι είμαστε υπηρέτες της αλήθειας, δεν μπορούμε ούτε το στόμα μας να ανοίξουμε, πώς δεν θα μας κατηγορήσουν για μεγάλη αδυναμία της διδασκαλίας μας; Πώς δεν θα υποψιαστούν ότι τα δικά μας διδάγματα είναι απάτη και μωρία; Πώς δεν θα βλασφημήσουν τον Χριστό ως είρωνα και απατεώνα, ο οποίος καταχράστηκε τη μωρία των πολλών για να τους εξαπατήσει; Αυτής δε της βλασφημίας αίτιοι είμαστε εμείς, οι οποίοι δεν θέλουμε να αγρυπνούμε στις ομιλίες περί της ευσεβείας, αλλά τα θεωρούμε αυτά πάρεργα και φροντίζουμε για τα γήινα. Και όταν μεν κάποιος αγαπά ένα χορευτή ή ηνίοχο ή θηριοδαμαστή, κινεί και κάνει τα πάντα, ώστε στους υπέρ αυτού αγώνες να μην αποχωρήσει νικημένος. Και πλέκουν μακρά εγκώμια όταν απολογούνται προς εκείνους που τους κατηγορούν και βάλλουν κατά των αντιθέτων με μύρια σκώμματα· ενώ όταν γίνεται λόγος περί του Χριστιανισμού, όλοι σκύβουν την κεφαλή τους κάτω και ξύνονται και χάσκουν και αφού γελοιοποιηθούν, αναχωρούν.


Και πώς να μην είναι άξια μεγάλης οργής αυτά, όταν ο Χριστός εμφανίζεται από σας πιο άτιμος και από τον χορευτή; Όταν βέβαια για μεν τα κατορθώματα εκείνων ετοιμάζετε μύριες απολογίες, αν και όλοι τους είναι αισχροί, ενώ για τα θαύματα του Χριστού, μολονότι είλκυσαν την οικουμένη, δεν ανέχεστε ούτε να εννοήσετε και να ενδιαφερθείτε κατά τι. Πιστεύουμε σε Πατέρα και Υιό και Άγιο Πνεύμα· σε ανάσταση σωμάτων, σε ζωή αιώνια. Εάν λοιπόν σας ρωτήσει κανείς από τους Έλληνες: «Τι είδους είναι αυτός ο Πατήρ; Τι είδους είναι ο Υιός; Τι είδους είναι το άγιο Πνεύμα;». Ή εάν σας ρωτήσει: «Πώς, αφού εσείς έχετε τρεις θεούς, μας κατηγορείτε για πολυθεΐα;». Τι θα πείτε; Τι θα αποκριθείτε; Πώς θα αποκρούσετε την επίθεση αυτών των λόγων;


Τι θα κάνετε δε, εάν, καθώς σιωπάτε, θέσει άλλο ζήτημα και σας ρωτήσει: «Τι είναι γενικά η Ανάσταση; Θα αναστηθούμε άραγε με αυτό το σώμα; Ή μήπως με άλλο και όχι με αυτό; Και εάν αναστηθούμε με αυτό, γιατί είναι ανάγκη να καταργηθεί;». Τι θα πείτε; Εάν πάλι σας ρωτήσει: «Γιατί ο Χριστός ήλθε τώρα και όχι κατά τους προηγούμενους χρόνους; Μήπως τώρα θεώρησε καλό να φροντίσει για τους ανθρώπους, ενώ καθ’όλον τον προηγούμενο καιρό τούς περιφρονούσε;». Ή ακόμη εάν σας ρωτήσει και άλλα περισσότερα από αυτά; Άλλωστε δεν είναι αναγκαίο να θέτουμε πολλά θέματα στη σειρά και να αποφεύγουμε τις απαντήσεις, για να μη βλάψουμε με τον τρόπο αυτόν τους περισσότερο αφελείς· διότι αρκούν και όσα λέχτηκαν για να αποτινάξουν τον ύπνο σας.


Τι θα κάνετε λοιπόν; Εάν σας ρωτούν αυτά και εσείς δεν μπορείτε να ακούσετε ούτε τα λόγια αυτά, άραγε θα υποστούμε μικρή καταδίκη, αφού γίναμε αίτιοι τόσης πλάνης σε όσους βρίσκονται στο σκότος της άγνοιας; Ήθελα, εάν βέβαια είχατε πολύ ελεύθερο χρόνο, να φέρω ενώπιόν όλων σας ένα βιβλίο κάποιου βδελυρού Έλληνα φιλοσόφου το οποίο γράφτηκε εναντίον μας, και άλλου μεγαλύτερου από αυτόν, ώστε με τον τρόπο αυτόν να σας ξυπνήσω και να σας βγάλω από αυτήν τη νωθρότητα. Διότι, εάν εκείνοι για να ομιλήσουν εναντίον μας, τόσο πολύ αγρύπνησαν, ποιας συγνώμης άξιοι θα είμαστε, όταν δεν γνωρίζουμε ούτε τις εναντίον μας επιθέσεις να αποκρούσουμε; Άλλωστε για ποιο λόγο έχουμε παραταχθεί;


Δεν ακούς τον Απόστολο ο οποίος λέγει: «ἕτοιμοι δὲ ἀεὶ πρὸς ἀπολογίαν παντὶ τῷ αἰτοῦντι ὑμᾶς λόγον περὶ τῆς ἐν ὑμῖν ἐλπίδος(:να είστε πάντοτε έτοιμοι να απολογηθείτε και να υπερασπιστείτε την αλήθεια του Ευαγγελίου και κάθε άνθρωπο που ζητά να του εξηγήσετε και να του αποδείξετε όσα ελπίζετε να απολαύσετε στο μέλλον)»; [Α΄Πέτρ.3,15] . Αλλά και ο Παύλος τα ίδια προτρέπει όταν λέει: «ὁ λόγος τοῦ Χριστοῦ ἐνοικείτω ἐν ὑμῖν πλουσίως, ἐν πάσῃ σοφίᾳ διδάσκοντες καὶ νουθετοῦντες ἑαυτοὺς ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς, ἐν χάριτι ᾄδοντες ἐν τῇ καρδίᾳ ὑμῶν τῷ Κυρίῳ (:ο λόγος και η διδασκαλία του Ιησού Χριστού ας παραμένει μέσα σας πλούσια, για να έχετε κάθε σοφία. Σ’ αυτό θα συντελέσει και το να διδάσκετε και να συμβουλεύετε ο ένας τον άλλο με ψαλμούς και ύμνους και πνευματικές ωδές, που θα ψάλλετε με την καρδιά σας στον Κύριο και θα εκφράζετε με αυτές την ευχαριστία σας στον Θεό)» [Κολ.3,16].


Αλλά τι λένε προς αυτά οι πιο παράλογοι και από τους κηφήνες; Κάθε ευλογημένη ψυχή είναι απλή· και: «ὃς πορεύεται ἁπλῶς, πορεύεται πεποιθώς(:εκείνος που βαδίζει απλά, με αθωότητα και ευθύτητα, βαδίζει με πεποίθηση και θάρρος, διότι δεν θα καταισχυνθεί)» [Παροιμ.10,9]. Αλλά αυτό είναι το αίτιο όλων των κακών, ότι οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν να χρησιμοποιήσουν τις μαρτυρίες των Γραφών όπως πρέπει. Διότι εδώ δεν εννοεί τον ανόητο, ούτε εκείνον που δεν γνωρίζει τίποτε, αλλά τον απονήρευτο, τον μη κακούργο, τον συνετό· διότι, εάν εννοούσε αυτό, ήταν περιττό να ακούμε: «Γίνεσθε οὖν φρόνιμοι ὡς οἱ ὄφεις καὶ ἀκέραιοι ὡς αἱ περιστεραί(:φροντίστε να είστε φρόνιμοι σαν τα φίδια, ώστε να μην εκθέτετε τον εαυτό σας σε ανωφελείς και ανόητους κινδύνους, και άκακοι κι απλοί σαν τα περιστέρια)»[Ματθ.10,16].


Αλλά γιατί τα λέω αυτά, αφού σε τίποτε το πρέπον δεν βρίσκει ανταπόκριση ο λόγος αυτός; Διότι από όσα έχουν λεχθεί, ούτε τα άλλα κατορθώσαμε, εννοώ τα ζητήματα του βίου και της ζωής μας, αλλά από παντού είμαστε άθλιοι και καταγέλαστοι και για να κατηγορήσουμε τους άλλους είμαστε πάντοτε έτοιμοι, να διορθωθούμε όμως σε εκείνα για τα οποία κατηγορούμε και μεμφόμαστε τους άλλους είμαστε οκνηροί. Γι' αυτό σας παρακαλώ τώρα που ήλθαμε στους εαυτούς μας, να μη σταματήσουμε μόνο μέχρι την κατηγορία, διότι αυτό δεν φθάνει για να εξιλεώσει τον Θεό, αλλά να προσπαθήσουμε να επιδείξουμε σε όλα άριστη μεταβολή, με τρόπο ώστε, αφού ζήσουμε προς δόξαν του Θεού, να απολαύσουμε και οι ίδιοι τη δόξα την οποία είθε όλοι μας να επιτύχουμε με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη αιωνίως. Αμήν.



ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος









ΠΗΓΕΣ:


http://khazarzar.skeptik.net/pgm/PG_Migne/John%20Chrysostom_PG%2047-64/In%20Joannem.pdf
Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο κατά Ιωάννην ευαγγέλιο, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς», ΕΠΕ, εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», επιλεγμένα αποσπάσματα από την ομιλία ΙΖ΄, τόμος 13, σελ. 227-249 ,Θεσσαλονίκη 2015.
Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 71, σελ.254-279.
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html *Εκ του ιστολογίου «Ακτίνες» της 6.1.2023. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


ΣΥΝΑΞΗ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ

 



«γένετο δὲ ἐν τῷ τὸν ᾿Απολλὼ εἶναι ἐν Κορίνθῳ Παῦλον διελθόντα τὰ ἀνωτερικὰ μέρη ἐλθεῖν εἰς ῎Εφεσον· καὶ εὑρὼν μαθητάς τινας εἶπε πρὸς αὐτούς· εἰ Πνεῦμα ῞Αγιον ἐλάβετε πιστεύσαντες; Οἱ δὲ εἶπον πρὸς αὐτόν· ἀλλ᾿ οὐδὲ εἰ Πνεῦμα ῞Αγιόν ἐστιν ἠκούσαμεν. Εἶπέ τε πρὸς αὐτούς· εἰς τί οὖν ἐβαπτίσθητε; Οἱ δὲ εἶπον· εἰς τὸ ᾿Ιωάννου βάπτισμα. Εἶπε δὲ Παῦλος· ᾿Ιωάννης μὲν ἐβάπτισε βάπτισμα μετανοίας, τῷ λαῷ λέγων εἰς τὸν ἐρχόμενον μετ᾿ αὐτὸν ἵνα πιστεύσωσι, τοῦτ᾿ ἔστιν εἰς τὸν ᾿Ιησοῦν Χριστόν. Ἀκούσαντες δὲ ἐβαπτίσθησαν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου ᾿Ιησοῦ. Καὶ ἐπιθέντος αὐτοῖς τοῦ Παύλου τὰς χεῖρας ἦλθε τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον ἐπ᾿ αὐτούς, ἐλάλουν τε γλώσσαις καὶ προεφήτευον. Ἦσαν δὲ οἱ πάντες ἄνδρες ὡσεὶ δεκαδύο. Εἰσελθὼν δὲ εἰς τὴν συναγωγὴν ἐπαρρησιάζετο ἐπὶ μῆνας τρεῖς διαλεγόμενος καὶ πείθων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ (:Όσο χρόνο ο Απολλώς ήταν στην Κόρινθο, ο Παύλος, αφού περιόδευσε τα βορειότερα και υψηλότερα μέρη της Μικράς Ασίας, ύστερα πήγε στην Έφεσο. Κι όταν βρήκε εκεί κάποιους μαθητές, τους ρώτησε:


«Όταν πιστέψατε, λάβατε τα έκτακτα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος;». Κι αυτοί του απάντησαν: «Μα εμείς ούτε καν έχουμε ακούσει ακόμη εάν υπάρχει ανάμεσα στους ανθρώπους Πνεύμα Άγιο, που να ενεργεί και να μεταδίδει χαρίσματα». Τότε ο Παύλος τούς ρώτησε: «Τι είδους λοιπόν βάπτισμα λάβατε και σε τίνος το όνομα βαπτιστήκατε;». Κι αυτοί απάντησαν: «Λάβαμε το βάπτισμα του Ιωάννη». Ο Παύλος τότε τους εξήγησε: «Ο Ιωάννης έδωσε βάπτισμα που οδηγούσε σε μετάνοια, χωρίς όμως να δίνει και την άφεση των αμαρτιών. Γι’ αυτό ο Ιωάννης προέτρεπε τον λαό να πιστέψουν σε Εκείνον που ερχόταν ύστερα απ’ αυτόν, δηλαδή στον Ιησού Χριστό, ο Οποίος θα πρόσφερε την άφεση και τη σωτηρία».


Όταν τα άκουσαν αυτά, βαπτίστηκαν, αφού πίστεψαν στο όνομα του Κυρίου Ιησού και στήριξαν σε Αυτόν όλη την εμπιστοσύνη και την ελπίδα τους, αναγνωρίζοντας ότι Aυτός είναι ο Μεσσίας, λυτρωτής και Κύριος. Κι όταν ο Παύλος έβαλε τα χέρια του πάνω στα κεφάλια τους, ήλθε το Άγιο Πνεύμα επάνω τους και τους μετέδωσε διπλό χάρισμα˙ μιλούσαν δηλαδή σε διάφορες ξένες γλώσσες, τις οποίες πιο πριν δεν τις γνώριζαν, και συγχρόνως προφήτευαν. Όλοι αυτοί ήταν περίπου δώδεκα άνδρες. Στη συνέχεια, επί τρεις μήνες ο Παύλος πήγαινε στη συναγωγή και κήρυττε με θάρρος. Και συζητούσε εκεί με τους Ιουδαίους, προβάλλοντάς τους πειστικές αποδείξεις για τις αλήθειες που αναφέρονταν στη Βασιλεία του Θεού, την οποία εγκαθίδρυσε πάνω στη γη και στις καρδιές των πιστών ο Κύριος Ιησούς)»[Πράξ.19,1-8].


«γένετο δὲ(:Συνέβη)», λέγει, «Παῦλον διελθόντα τὰ ἀνωτερικὰ μέρη ἐλθεῖν εἰς ῎Εφεσον(:τότε να περάσει ο Παύλος τα μεσόγεια μέρη και να έρθει στην Έφεσο)»[Πράξ.19,1]. Αυτά τα μέρη βέβαια είναι τα γύρω από την Καισάρεια και τα υπόλοιπα που επισκέφθηκε. «Καὶ εὑρὼν μαθητάς τινας εἶπε πρὸς αὐτούς· εἰ Πνεῦμα ῞Αγιον ἐλάβετε πιστεύσαντες;(:Κι όταν βρήκε εκεί κάποιους μαθητές, τους ρώτησε: «Όταν πιστέψατε, λάβατε τα έκτακτα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος;)»[Πράξ.19,1-2]. Το ότι αυτοί ούτε στον Χριστό πίστευαν γίνεται φανερό από αυτό που είπε: «ἵνα πιστεύσωσι εἰς τὸν ἐρχόμενον μετ᾿ αὐτὸν(: για να πιστέψουν σε Εκείνον που ερχόταν ύστερα απ’ αυτόν, δηλαδή στον Ιησού Χριστό, ο Οποίος θα πρόσφερε την άφεση και τη σωτηρία)» [Πράξ.19,4]. Και δεν είπε: «Δεν είναι τίποτε το βάπτισμα του Ιωάννη», αλλά ότι είναι ατελές. Και ούτε αυτό το πρόσθεσε έτσι στην τύχη, αλλά για να τους διδάξει και να τους πείσει να βαπτιστούν στο όνομα του Ιησού, πράγμα και που κάνουν και λαμβάνουν και το Άγιο Πνεύμα με την τοποθέτηση των χεριών του Παύλου επάνω τους· διότι λέγει:


«Καὶ ἐπιθέντος αὐτοῖς τοῦ Παύλου τὰς χεῖρας ἦλθε τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον ἐπ᾿ αὐτούς (:Κι όταν ο Παύλος έβαλε τα χέρια του πάνω στα κεφάλια τους, ήλθε το Άγιο Πνεύμα επάνω τους)» [Πράξ.19,6]. Ώστε, σε εκείνους που τοποθετούσε πάνω τους τα χέρια του, λάμβαναν το Άγιο Πνεύμα. Φυσικό λοιπόν ήταν να έχουν μεν αυτοί το Άγιο Πνεύμα, όμως να μη φαίνεται αυτό, αλλά φανέρωναν αυτό από την ενέργεια και από τις γλώσσες που μιλούσαν. Και από πού είναι φανερό ότι, ενώ εκείνοι ήταν στην Έφεσο, έλαβαν το βάπτισμα του Ιωάννη; Διότι, όταν ρωτήθηκαν: «Εἰς τί οὖν ἐβαπτίσθητε;(: Τι είδους λοιπόν βάπτισμα λάβατε και σε τίνος το όνομα βαπτιστήκατε;)», απαντούν: «Εἰς τὸ ᾿Ιωάννου βάπτισμα «Λάβαμε το βάπτισμα του Ιωάννη» [Πράξ.19,3]. Ίσως πήγαν τότε στα Ιεροσόλυμα και επέστρεψαν αφού βαπτίστηκαν· αλλά, αν και βαπτίστηκαν, όμως δεν γνώριζαν τον Ιησού. Και δεν λέγει σε αυτούς: «Πιστεύετε στον Ιησού;». Αλλά τι; «Λάβατε Πνεύμα Άγιο;» [Πράξ.19,2]· διότι γνώριζε ότι δεν έλαβαν. Και προτιμά να τους ρωτήσει έτσι, ώστε αφού μάθουν εκείνα που έχουν στερηθεί, να τα ζητήσουν.


«Καὶ ἐπιθέντος αὐτοῖς τοῦ Παύλου τὰς χεῖρας(:Κι όταν ο Παύλος έβαλε τα χέρια του πάνω στα κεφάλια τους)», λέγει, «ἦλθε τὸ Πνεῦμα τὸ ῞Αγιον ἐπ᾿ αὐτούς, ἐλάλουν τε γλώσσαις καὶ προεφήτευον (:ήλθε το Άγιο Πνεύμα επάνω τους και τους μετέδωσε διπλό χάρισμα˙ μιλούσαν δηλαδή σε διάφορες ξένες γλώσσες, τις οποίες πιο πριν δεν τις γνώριζαν, και συγχρόνως προφήτευαν)» [Πράξ.19,6]. Προφητεύουν από αυτό το βάπτισμα που έλαβαν. Αυτό δεν το είχε το βάπτισμα του Ιωάννη, γι'αυτό και ήταν ατελές. Μάλλον προετοίμαζε αυτούς για να αξιωθούν να λάβουν τα χαρίσματα αυτά.


Ώστε αυτό επιδίωκε ο Ιωάννης βαπτίζοντας, να πιστέψουν σε Εκείνον που ερχόταν πίσω από αυτόν. Από εδώ φανερώνεται μία μεγάλη αλήθεια, ότι δηλαδή οι βαπτιζόμενοι καθαρίζονται τελείως από τα αμαρτήματά τους· διότι, εάν δεν καθαρίζονταν, δεν θα δέχονταν αυτοί το Πνεύμα, δεν θα αξιώνονταν αμέσως να λάβουν τα χαρίσματα Αυτού. Και πρόσεχε ότι ήταν διπλό το χάρισμα, και γλώσσες μιλούσαν και προφήτευαν. Πολύ σωστά μάλιστα ονόμασε το βάπτισμα του Ιωάννη «βάπτισμα μετανοίας» και όχι «συγχωρήσεως», οδηγώντας αυτούς ψηλότερα, και πείθοντάς τους ότι εκείνο το βάπτισμα δεν είχε τη συγχώρηση· διότι η συγχώρηση των αμαρτημάτων υπήρξε έργο του βαπτίσματος που δόθηκε αργότερα.


Και πώς εκείνοι που έλαβαν το Πνεύμα δεν δίδασκαν, αλλά δίδασκε ο Απολλώς, χωρίς ακόμα να είχε λάβει το Άγιο Πνεύμα; Διότι δεν διακατέχονταν από τόση θέρμη πίστεως, ούτε ήταν κατηχημένοι· εκείνος όμως και κατηχημένος ήταν και υπερβολικά θερμή ήταν η πίστη του και ο ζήλος του. Εγώ μάλιστα νομίζω ότι ήταν και πολύ μεγάλο το θάρρος αυτού του ανθρώπου. Αλλά, αν και με ακρίβεια δίδασκε τα σχετικά με τον Ιησού, όμως είχε ανάγκη από πιο ακριβή ακόμα διδασκαλία. Έτσι, αν και βέβαια δεν τα γνώριζε όλα, έλαβε το Άγιο Πνεύμα εξαιτίας της προθυμίας του, όπως ακριβώς οι γύρω από τον Κορνήλιο[Πράξ.10,44-48].


Ίσως πολλοί ποθούν να υπήρχε και σήμερα το βάπτισμα του Ιωάννη. Αλλά πολλοί θα παραμελούσαν την ενάρετη ζωή, ή και θα νομιζόταν ότι ο καθένας γι'αυτό επιθυμεί την αρετή και όχι για την Βασιλεία των Ουρανών· άλλωστε δε θα υπήρχαν πολλοί ψευδοπροφήτες, και δεν θα διακρίνονταν πλέον οι υπερβολικά άξιοι, ούτε θα μακαρίζονταν εκείνοι που γενικά δέχθηκαν την πίστη. Όπως ακριβώς λοιπόν «Μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες(:Μακάριοι και πιο ευτυχισμένοι είναι εκείνοι που πιστεύουν χωρίς να με έχουν δει με τα μάτια τους, όπως με είδες εσύ. Και θα πιστέψουν έτσι όλα τα μέλη της Εκκλησίας μου στις γενιές που θα έλθουν)» [Ιω.20,29], έτσι είναι μακάριοι και εκείνοι που πιστεύουν χωρίς να δουν θαύματα. Πες μου λοιπόν δεν έλεγε ο Χριστός κατηγορώντας τους Ιουδαίους: «Ἐὰν μὴ σημεῖα καὶ τέρατα ἴδητε, οὐ μὴ πιστεύσητε(:Εάν δεν δείτε θαύματα που να δείχνουν φανερά τη δύναμη του Θεού και να προκαλούν τρόμο και κατάπληξη, δεν θα πιστέψετε)»; [Ιω.4,48].


Επομένως δεν πρόκειται να υποστούμε καμιά βλάβη, εάν θελήσομε να προσέξουμε τον εαυτό μας. Έχομε με το βάπτισμα το σπουδαιότερο από όλα τα αγαθά· λάβαμε άφεση αμαρτημάτων, αγιασμό, κοινωνία Πνεύματος, υιοθεσία, ζωή αιώνια. Τι περισσότερο θέλετε; Θαύματα; Αλλά αυτά καταργούνται. Έχεις πίστη, ελπίδα, αγάπη, που μένουν· αυτά ζήτα, αυτά είναι μεγαλύτερα από τα θαύματα. Τίποτε δεν υπάρχει ίσο με την αγάπη. «Μείζων πάντων ἡ ἀγάπη (:Μεγαλύτερο από όλα είναι η αγάπη)» [Α΄Κορ.13,13], λέγει. Σήμερα όμως η αγάπη κινδυνεύει· διότι έχει απομείνει μόνο το όνομα αυτής, ενώ πουθενά δεν υπάρχει έμπρακτη εκδήλωση αυτής, αλλά έχουμε διαιρεθεί αναμεταξύ μας.


Τι, λοιπόν, θα μπορούσε να κάνει κανείς για να μας συνενώσει; Διότι το να κατηγορήσει κάποιος είναι εύκολο, αλλά αυτό είναι το μισό. Πρέπει λοιπόν να δείξομε πως θα μπορούσε να δημιουργηθεί φιλία· διότι αυτό είναι το επιζητούμενο, το πώς δηλαδή θα συγκεντρώσομε τα διαιρημένα μέλη· διότι δεν είναι απλώς αυτό το ζητούμενο, εάν δηλαδή έχομε μία Εκκλησία, ή ένα δόγμα, αλλά το φοβερό αυτό είναι, ότι, ενώ στα άλλα συνεργαζόμαστε αναμεταξύ μας, στα αναγκαία δεν συνεργαζόμαστε, και ενώ με όλους ειρηνεύομε, αναμεταξύ μας βρισκόμαστε σε διαμάχη· διότι μη βλέπεις το εάν δεν έχομε καθημερινά διαμάχες, αλλά το ότι δεν έχομε γνήσια αγάπη και σταθερή. Χρειάζονται επίδεσμοι και λάδι. Ας σκεφθούμε ότι γνώρισμα των μαθητών του Χριστού είναι η αγάπη, ότι χωρίς αυτήν δεν έχουν τα άλλα καμία δύναμη, και ότι είναι εύκολο πράγμα αν θέλομε.


«Ναι», λέγει ίσως κάποιος, «τα γνωρίζομε αυτά, αλλά πώς θα καταστεί δυνατό να κατορθωθούν; Τι πρέπει να γίνει για να πραγματοποιηθούν; Πώς θα καταστεί δυνατό να αγαπάμε ο ένας τον άλλο;». Πρώτα πρώτα ας εξαλείψουμε αυτά που καταστρέφουν την αγάπη, και τότε θα εγκαταστήσουμε αυτήν. Κανένας ας μην είναι μνησίκακος, κανένας ας μην είναι φθονερός, κανένας χαιρέκακος· αυτά είναι τα εμπόδια, ενώ εκείνα που τη δημιουργούν είναι άλλα. Δεν αρκεί να εξαλείψομε εκείνα που την εμποδίζουν, αλλά πρέπει να παρουσιάζομε και να θέτομε σε εφαρμογή και εκείνα που την πραγματοποιούν.


Ο μεν λοιπόν Σειράχ λέγει εκείνα που την καταστρέφουν, αναφέροντας την κατηγορία, τη φανέρωση μυστικού, και το χτύπημα με δόλο[Σοφία Σειράχ 22,22: «Ἐπὶ φίλον ἐὰν ἀνοίξῃς στόμα, μὴ εὐλαβηθῇς, ἔστι γὰρ διαλλαγή· πλὴν ὀνειδισμοῦ καὶ ὑπερηφανίας καὶ μυστηρίου ἀποκαλύψεως καὶ πληγῆς δολίας, ἐν τούτοις ἀποφεύξεται πᾶς φίλος(: Εάν ανοίξεις το στόμα σου καταφερόμενος και φιλονικώντας προς τον φίλο σου, μη φοβηθείς ότι ψυχράνθηκες προς αυτόν για πάντα, διότι υπάρχει ελπίδα συνδιαλλαγής και συμφιλιώσεως με αυτόν· εκτός εάν εκτραπείς σε εξευτελισμό του και σε καταφρόνησή του από υπερηφάνεια και σε φανέρωση των μυστικών του και σε δόλια προσβολή, που τον πλήγωσε ύπουλα. Εξαιτίας αυτών θα σε αποφεύγει οριστικά κάθε φίλος)»], αλλά δεν λέγει εκείνα που τη δημιουργούν.


Αλλά σε εκείνους μεν πολύ σωστά υπήρχαν αυτά, επειδή ήταν σαρκικοί, σε εμάς όμως, μη γένοιτο! Δεν σας προτρέπουμε από αυτά, αλλά από τα άλλα. Δεν μπορεί να υπάρχει σε εμάς κανένα καλό χωρίς τη φιλία. Έστω ότι υπάρχουν αμέτρητα αγαθά, ποιο όμως το όφελος; Έστω ότι υπάρχει πλούτος, έστω ότι υπάρχει απόλαυση αγαθών αλλά χωρίς φίλους, ποιο το κέρδος; Δεν υπάρχει κανένα απόκτημα καλύτερο από αυτό και στα βιοτικά πράγματα, όπως ακριβώς βέβαια δεν υπάρχει και τίποτε χειρότερο από τους εχθρούς. «Ἡ ἀγάπη καλύψει πλῆθος ἁμαρτιῶν(:Η αγάπη θα σκεπάσει και θα συγχωρήσει τις αμαρτίες, όσο πολλές κι αν είναι, και θα ελκύσει το θείο έλεος σ’ εσάς που τη δείχνετε)»[Α΄Πέτρ.4,8], ενώ η έχθρα βλέπει ύποπτα και εκείνα που δεν υπάρχουν. Δεν αρκεί να μην είναι κάποιος εχθρός, αλλά πρέπει και να αγαπά. Σκέψου ότι ο Χριστός έδωσε την εντολή αυτή, και αρκεί αυτό.


Και η θλίψη δημιουργεί φιλίες και συνενώνει ανθρώπους. «Τι λοιπόν», λέγει, «θα κάνομε τώρα, που δεν υπάρχει θλίψη; Πες, πώς θα ενεργήσομε, για να γίνομε φίλοι;». Πες μου, δεν έχετε φίλους άλλους; Πώς είστε φίλοι αυτών; Πώς διατηρείτε τη φιλία σας; Καταρχήν κανένας να μην έχει κανένα εχθρό(δεν είναι αυτό μικρό πράγμα)· κανένας να μη φθονεί· δεν είναι δυνατό να κατηγορεί εκείνος που δεν φθονεί. Όλοι μας κατοικούμε σε μια οικουμένη, με τους ίδιους καρπούς τρεφόμαστε. Αλλά αυτά είναι ασήμαντα· με τα ίδια μυστήρια, την ίδια πνευματική τροφή απολαμβάνουμε. Αυτά ασφαλώς είναι εκείνα από τα οποία απορρέει η υποχρέωση να αγαπάμε. «Πώς λοιπόν», λέγει, «θα καταστεί θερμή η συμπεριφορά μας;». Τι είναι εκείνο που δημιουργεί έρωτα σωματικό; Η λαμπρότητα του σώματος. Ας καταστήσομε λοιπόν και τις ψυχές μας καλές και θα αγαπήσουμε ο ένας τον άλλο· διότι δεν πρέπει μόνο να αγαπάμε, αλλά και να αγαπιόμαστε. Πρώτα αυτό ας κατορθώσομε, ώστε να αγαπιόμαστε, και εκείνο θα γίνει εύκολο.


Πώς λοιπόν θα καταστεί δυνατό να αγαπιόμαστε; Ας γίνουμε καλοί, και αυτό να προσπαθούμε να κάνουμε, το να έχουμε δηλαδή πάντοτε ανθρώπους που να μας αγαπούν. Κανένας να μη φροντίζει τόσο να μην αποκτήσει χρήματα, να μην αποκτήσει δούλους, ούτε και οικίες, όσο το να αγαπιέται, όσο το να έχει όνομα καλό. «Αἱρετώτερον ὄνομα καλὸν ἢ πλοῦτος πολύς(: Είναι προτιμότερο το καλό όνομα, η καλή υπόληψη, παρά ο πλούτος ο πολύς)» [Παροιμ. 22, 1]· διότι το μεν όνομα μένει, ενώ ο πλούτος χάνεται· και το μεν ένα είναι δυνατό να το αποκτήσουμε, ενώ εκείνο αδύνατο· διότι εκείνος μεν που θα αποκτήσει κακή φήμη δύσκολα θα αποβάλει αυτήν, ενώ ο φτωχός αμέσως από το όνομά του θα είναι πλούσιος.


Έστω ότι κάποιος έχει άπειρα τάλαντα, ενώ ένας άλλος εκατό φίλους· αυτός είναι πιο πλούσιος από εκείνον. Ας μη λοιπόν το κάνουμε αυτό έτσι στην τύχη, αλλά ας ενεργούμε έτσι σαν να πρόκειται για κάποιο πλούτο. «Και πώς», λέγει ίσως κάποιος, «μπορούμε;». «Λάρυγξ γλυκὺς πληθυνεῖ φίλους αὐτοῦ, καὶ γλῶσσα εὔλαλος πληθυνεῖ εὐπροσήγορα(:Ο άνθρωπος που είναι γλυκύς στα λόγια του, θα πληθύνει τους φίλους του, και η γλώσσα που ομιλεί καλά και προσεκτικά, θα πολλαπλασιάσει τα ευγενικά και χαριτωμένα λόγια της)» [Σοφ. Σειράχ 6,5]. Ας αποκτήσομε στόμα επαινετικό και τρόπους καθαρούς. Δεν είναι δυνατό να μην προσεχθεί κάποιος που συμπεριφέρεται έτσι.


Πρόσεχε πόσα μέσα φιλίας επινόησαν οι μη Χριστιανοί: συντεκνία [συντεκνία· είναι οι λεγόμενες κουμπαριές] γειτονιά, συγγένεια. Αλλά τα δικά μας είναι πολύ πιο σπουδαιότερα, η τράπεζα αυτή είναι πιο σεβαστή. Πολλοί όμως από αυτούς που προσέρχονται ούτε καν γνωρίζονται αναμεταξύ τους. «Αυτό», λέγει ίσως κάποιος, «οφείλεται στο πλήθος». Καθόλου, αλλά οφείλεται στη δική μας οκνηρία. Τρεις χιλιάδες [Πράξ.2,41: «Οἱ μὲν οὖν ἀσμένως ἀποδεξάμενοι τὸν λόγον αὐτοῦ ἐβαπτίσθησαν, καὶ προσετέθησαν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ ψυχαὶ ὡσεὶ τρισχίλιαι(:Κι αυτοί δέχθηκαν ολοκάρδια και γεμάτοι χαρά το λόγο και τη διδασκαλία του Πέτρου, και βαπτίστηκαν. Κι έτσι προστέθηκαν στα μέλη της Εκκλησίας την ημέρα εκείνη περίπου τρεις χιλιάδες άνθρωποι)»] και πέντε χιλιάδες ήταν και όλοι είχαν μία ψυχή· τώρα όμως ο καθένας αγνοεί τον αδελφό του και δεν ντρέπεται, κατηγορώντας το πλήθος.


Αλλά εκείνος που έχει φίλους πολλούς είναι ανίκητος από όλους, είναι ισχυρότερος αυτός από οποιονδήποτε τύραννο. Δεν φρουρούν τόσο πολύ τον τύραννο οι σωματοφύλακές του, όσο αυτόν οι φίλοι, και αυτός είναι λαμπρότερος από εκείνον· διότι ο μεν τύραννος φρουρείται από τους δούλους του, ενώ αυτός από τους ισότιμούς του· και εκείνος μεν φυλάσσεται από ανθρώπους που το κάνουν αυτό χωρίς να το θέλουν και από φόβο, ενώ αυτός από ανθρώπους που το θέλουν και το κάνουν όχι από φόβο· και μπορεί κανείς να δει κάτι το άξιο θαυμασμού, να δει δηλαδή μέσα στους πολλούς τον ένα κα μέσα στον ένα τους πολλούς. Και όπως ακριβώς στην κιθάρα οι μεν φθόγγοι είναι διάφοροι, μία όμως η συμφωνία, ένας ο μουσικός που παίζει την κιθάρα, έτσι εδώ, κιθάρα μεν είναι η ίδια η αγάπη, φθόγγοι δε που δημιουργούν τον ήχο είναι τα φιλικά λόγια που προφέρονται με αγάπη, δημιουργώντας όλοι μαζί μία και την αυτή αρμονία και συμφωνία, ενώ ο μουσικός είναι η δύναμη της αγάπης· αυτή παράγει τη γλυκιά μελωδία.


Θα ήθελα, εάν βέβαια ήταν δυνατό, να σας οδηγήσω σε μία τέτοια πόλη, όπου θα υπήρχε μία ψυχή, και θα βλέπατε πως η εκεί συμφωνία είναι η πιο ταιριαστή από οποιαδήποτε κιθάρα και από οποιοδήποτε αυλό, χωρίς να αφήνει να ακουστεί από τις χορδές της καμία κακόηχη μελωδία. Αυτή η μελωδία ευφραίνει και τους αγγέλους και τον Κύριο των αγγέλων, τον Θεό· αυτή η μελωδία συναρπάζει όλους τους ουράνιους θεατές, αυτή και τον θυμό των δαιμόνων καταβάλλει, και υποτάσσει τις ορμές των παθών. Αυτό το μέλος όχι μόνο υποτάσσει τα πάθη, αλλά δεν τα αφήνει ούτε καν να ξεσηκωθούν και δημιουργεί μεγάλη σιγή· διότι, όπως ακριβώς στο θέατρο όλοι ακούν με σιγή τη μουσική χορωδία, και δεν υπάρχει εκεί κανένας θόρυβος, έτσι και στους φίλους, εφόσον αντηχούν οι χορδές της αγάπης, ηρεμούν όλα τα πάθη και αποκοιμίζονται, υποτασσόμενα και σαγηνευόμενα σαν ακριβώς θηρία, όπως ακριβώς πάλι όπου υπάρχει έχθρα, εκεί συμβαίνουν τα αντίθετα. Αλλά προς το παρόν ας μην πούμε τίποτε για την έχθρα, ας μιλήσουμε μόνο για τη φιλία.


Αν πεις κάτι το απερίσκεπτο, κανένας δεν σε προσβάλλει, αλλά όλοι σε συγχωρούν· αν κάνεις κάτι, κανένας δεν σε βλέπει ύποπτα, αλλά υπάρχει πολλή συγνώμη· όλοι είναι έτοιμοι να δώσουν χέρι βοηθείας σε εκείνον που πέφτει, όλοι εκείνοι που θέλουν να σταθείς όρθιος είναι πρόθυμοι για βοήθεια. Πράγματι η φιλία είναι τείχος αράγιστο, και δεν είναι δυνατό να κυριευθεί ούτε από τον διάβολο, ούτε βέβαια και από τους ανθρώπους. Δεν είναι δυνατό να περιπέσει σε κινδύνους εκείνος που έχει αποκτήσει φίλους πολλούς· δεν είναι δυνατό να του δημιουργηθεί αφορμή για οργή, αλλά είναι γεμάτος από ανέκφραστη χαρά· είναι πάντοτε χαρούμενος και ευχαριστημένος· δεν είναι δυνατό να του δημιουργηθεί αφορμή για φθόνο, δεν είναι δυνατό να του δημιουργηθεί αφορμή για μνησικακία.


Πρόσεχε τον παρόμοιο άνθρωπο που κατορθώνει με ευκολία και τα πνευματικά και τα σωματικά. Τι λοιπόν θα μπορούσε να υπάρξει ίσο με αυτόν; Αυτός είναι σαν ακριβώς πόλη περιτειχισμένη από παντού, ενώ εκείνος σαν ακριβώς πόλη ατείχιστη. Είναι δείγμα μεγάλης σοφίας το να μπορεί κανείς να είναι δημιουργός φιλίας. Κατάργησε τη φιλία και όλα τα κατέστρεψες, όλα τα έκανες άνω κάτω. Εάν δε η έννοια της φιλίας έχει τόση δύναμη, η ίδια η αλήθεια πόση μεγάλη δύναμη θα μπορούσε να είναι; Ας δημιουργήσουμε λοιπόν, παρακαλώ, φίλους μας, και ο καθένας ας έχει αυτήν την τέχνη.


«Αλλά να», λέγει ίσως κάποιος, «εγώ φροντίζω, εκείνος όμως δεν φροντίζει». Περισσότερος θα είναι έτσι ο μισθός σου. «Ναι», απαντά, «αλλά το πράγμα είναι πιο δύσκολο. Πες μου, πώς;». Να, σας το διαβεβαιώνω και σας λέγω ότι, εάν μόνο δέκα συνενωθείτε και θέσετε έργο σαν αυτό, όπως ακριβώς οι Απόστολοι το κήρυγμα, και όπως ακριβώς οι προφήτες τη διδασκαλία, έτσι και σεις το να δημιουργείτε φίλους, θα είναι μεγάλος ο μισθός σας. Ας κατασκευάζομε για εμάς τους ίδιους βασιλικές εικόνες· αυτό αποτελεί γνώρισμα των μαθητών. Και πώς δεν επιτελούμε μεγαλύτερο έργο, εάν βάζαμε μέσα σε αυτούς δύναμη να ανασταίνουν νεκρούς; Το βασιλικό στέμμα και η πορφύρα δείχνουν τον βασιλιά, και αν αυτά δεν υπάρχουν, και αν ακόμα φορά χρυσά ρούχα, δεν γίνεται φανερός ο βασιλιάς. Έτσι λοιπόν και τώρα να φέρεις συ και να ασκείς το γνώρισμα της φιλίας και θα δημιουργήσεις φίλους και για τον εαυτό σου και για τους άλλους. Δεν υπάρχει κανένας που θα θελήσει να μισεί, ενώ αγαπιέται.


Ας μάθουμε τα χρώματα, με τα οποία συναρμολογείται, με τα οποία κατασκευάζεται αυτή η εικόνα· ας είμαστε καταδεκτικοί· ας μην περιμένουμε τους συνανθρώπους μας. Μην πεις: «Εάν δω κάποιον να περιμένει, γίνομαι χειρότερος από αυτόν», αλλά μάλλον όταν τον δεις, πρόλαβε και σβήσε το πάθος αυτού. Τον βλέπεις να είναι ασθενής και αυξάνεις την ασθένειά του; Αυτό προπάντων ας κατορθώσουμε, το να προηγούμαστε αναμεταξύ μας στην απόδοση τιμής· το να θεωρούμε τους άλλους στις μεταξύ μας σχέσεις ότι υπερέχουν από μας, μη νομίσεις ότι μας μειώνει. Αν λοιπόν προηγηθείς στο να αποδώσεις τιμή, τον εαυτό σου τίμησες περισσότερο, δημιουργώντας το κίνητρο για να τιμηθείς περισσότερο. Παντού τα πρωτεία να τα παραχωρούμε στους άλλους. Να μη θυμόμαστε κανένα από τα κακά που προξενήθηκαν σε μας, αλλά μόνο εάν μας έγινε κάποιο καλό. Τίποτε δεν δημιουργεί τόσο πολύ ένα φίλο, όσο η ευχάριστη γλώσσα, το επαινετικό στόμα, η γεμάτη από ταπεινοφροσύνη ψυχή, η περιφρόνηση της ματαιοδοξίας, η περιφρόνηση της τιμής.


Αν τα επιτύχουμε αυτά, θα μπορέσουμε να γίνομε απρόσβλητοι από τις παγίδες του διαβόλου, και, αφού διανύσουμε με ακρίβεια και προσοχή την αρετή, να επιτύχουμε τα αγαθά που έχει υποσχεθεί σε εκείνους που Τον αγαπούν, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, μαζί με τον Οποίο στον Πατέρα, συγχρόνως και στο Άγιο Πνεύμα ανήκει η δόξα, η δύναμη και η τιμή, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.


ΟΜΙΛΙΑ ΜΑ΄[υπομνηματισμός στο εδάφιο Πράξ.19,8] «Εἰσελθὼν δὲ εἰς τὴν συναγωγὴν ἐπαρρησιάζετο ἐπὶ μῆνας τρεῖς διαλεγόμενος καὶ πείθων τὰ περὶ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ(: Στη συνέχεια, επί τρεις μήνες ο Παύλος πήγαινε στη συναγωγή και κήρυττε με θάρρος. Και συζητούσε εκεί με τους Ιουδαίους προβάλλοντάς τους πειστικές αποδείξεις για τις αλήθειες που αναφέρονταν στη Βασιλεία του Θεού, την οποία εγκαθίδρυσε πάνω στη γη και στις καρδιές των πιστών ο Κύριος Ιησούς)»[Πράξ. 19,8].


Πρόσεχε παντού αυτόν να εισέρχεται πρώτα στις συναγωγές και από εκεί να αρχίζει το έργο του· διότι παντού απ’ αυτούς ήθελε να αρχίσει το έργο του, όπως προανέφερα· διότι έτσι και των εθνικών ο ζήλος αύξανε και με προθυμία αποδέχονταν αυτόν, και οι Ιουδαίοι, επειδή τον δέχονταν οι εθνικοί, μετανοούσαν. Ήθελε να απομακρύνει τους μαθητές από εκεί και απ’ αυτούς να λάβει την αφορμή, ώστε να μη συγκεντρώνονται· και δεν το έκανε αυτό άσκοπα. Γι'αυτό συνομιλούσε συνέχεια με αυτούς, διότι έπειθε αυτούς. Μη λοιπόν, επειδή άκουσες ότι μιλούσε με παρρησία, θεωρήσεις αυτό σκληρότητα· για καλά πράγματα συνομιλούσε μαζί τους για Ουράνια Βασιλεία, ποιος δεν θα άκουε;



ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
Επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος








ΠΗΓΕΣ:


https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-actaapostolorum.pdf
Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στις Πράξεις των Αποστόλων, ομιλίες Μ’ και ΜΑ΄(επιλεγμένα αποσπάσματα με βάση τη συγκεκριμένη αποστολική περικοπή),πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1984, τόμος 16α, σελίδες 477-477 και 482- 503.Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
Η Παλαιά Διαθήκη μετά Συντόμου Ερμηνείας, Παναγιώτης Τρεμπέλας, Αδελφότης Θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήνα, 1985.
https://www.agia-aikaterini-larissis.com/agia-grafi-palaia-diathiki/
https://www.agia-aikaterini-larissis.com/agia-grafi-kaini-diathiki/
Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016.
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm *Εκ του ιστολογίου «Ακτίνες» της 6.1.2023. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.

Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2022

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΥΜΝΟΣ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟΝ ΠΡΟΔΡΟΜΟ ΚΑΙ ΒΑΠΤΙΣΤΗ





Ὕμνος στόν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Πρόδρομο καὶ Βαπτιστὴ



Τριάντα χρόνια νηστείας καὶ σιωπῆς!
Αὐτό, οὔτε τὰ θηρία τοῦ δρυμοῦ δέν μποροῦν νά τὸ ἀντέξουν.
Τὸ λιοντάρι ξεγελάει τὴν πεῖνα του μέ τοὺς ἤχους τοῦ βρυχηθμοῦ του,
Καὶ τὸ δέντρο θροΐζει, ὅταν πλησιάζει ὁ ἄνεμος
Ἐσὺ ὅμως οὔτε θροΐζεις οὔτε βρυχᾶσαι οὔτε βογγᾶς,
Οὔτε θρηνεῖς, οὔτε τὸ τραγούδι σου ἠχεῖ μέσα στήν ἐρημιά!
Πές μου, εἶσαι ἄνθρωπος; Ποιό εἶναι τὸ ὄνομά σου;
Θὰ θελήσεις ποτέ μέ κάποιον νά μιλήσεις;
Ἡ Φωνή, ἡ φωνή, ἡ φωνή:
Ἐγὼ εἶμαι ἡ φωνὴ· ὅμως Ἐκεῖνος εἶναι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ.
Ἀπεστάλμένος εἶμαι στά παιδιὰ τοῦ Ἰσραήλ, γιά νά τοὺς φωνάξω:
Μετανοεῖτε, ὢ ἄνθρωποι, δεῖτε, ἔρχεται Ἐκεῖνος!
Καλοὺς καρποὺς ποιεῖτε, ὁ καθένας κατὰ τήν δύναμή του.
Ἰδού, ἰδοὺ ἔρχεται Αὐτὸς-ὢ Θαῦμα Θαυμάτων,
καταμεσής τῶν ὑδάτων κρύβεται τὸ πῦρ ἐξ οὐρανοῦ!
Ἰδού, ὁ Ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, βαδίζει ἐν μέσῳ λύκων.
Λύκοι, καθαρίστε στό νερὸ τήν θηριώδη φύσῃ σας!
Τριάντα χρόνια σιωπῆς καὶ νηστείας,
τὶ ἀπομένει ἀπὸ τὸ σῶμά σου, ἐκτὸς ἀπὸ τήν φωνῇ σου;
Τὸ ξεραμένο σῶμα σου δέν εἶναι παρὰ
Μιά σκιά τῆς φωνῆς σου,
ἡ ὁποία κηρύσσει τὸ νέο: Ἰδού, ὁ Θεὸς ἔρχεται σὲ ἐμᾶς!
Τὸ ξεραμένο σῶμά σου, ἦταν ἕνα καλάμι, πού ὁ Ἡρῴδης τὸ ἔσπασε
Ἀλλὰ ἡ φωνὴ συνεχίζεται, συνεχίζεται. Κανεὶς δέν μπορεῖ νά τήν φιμώσει.
Τίνος φωνὴ εἶναι αὐτή, πού στό ἄκουσμά της ἀκόμη καὶ οἱ αἰῶνες τρέμουν;
Ἑνὸς πεινασμένου λιονταριοῦ; Ὄχι, Ὄχι· ἑνὸς ἀνθρώπου τῆς πίστεως.




«Γενηθήτω τὸ θέλημά σου, ὡς ἐν οὐρανῷ, καὶ ἐπὶ τῆς γῆς·», (Ματθ. 6:10).



Δόξα στόν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Βαπτιστή, διότι ἐκπλήρωσε τὸ Εὐαγγέλιο πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευση τοῦ Εὐαγγελίου! Εἰσερχόμενος στήν ἔρημο, παρέδωσε τὸν ἑαυτὸ του τελείως στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ψυχή τε καὶ σώματι. Τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἐνήργησε στό ἴδιο του τό σῶμα στήν γῆ, καθὼς καὶ στόν οὐρανό, τῆς ψυχῆς του.


Οὔτε πεῖνα, οὔτε ἄγρια θηρία ἔβλαψαν τὸ σῶμα του κατὰ τήν διάρκεια τόσων ἐτῶν πού ἔζησε στήν ἔρημο. Ἡ ψυχὴ του δέν τρώθηκε ἀπὸ τὴν ἀπελπισία λόγῳ τῆς μοναξιᾶς, οὔτε ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια στήν θέα οὐρανίων ὁραμάτων. Δέν ἀναζητοῦσε οὔτε ψωμὶ οὔτε γνώση ἀπὸ ἄνθρωπο. Ὁ Θεὸς τοῦ ἔδινε ὅλα ὅσα τοῦ χρειάζονταν, γιατὶ ὁ ἴδιος παρέδωσε τελείως τὸν ἑαυτὸ του στό θέλημα τοῦ Θεοῦ.


Δέν ὁδήγησε ὁ ἴδιος τὰ βήματά του στήν ἔρημο, οὔτε μακριὰ ἀπὸ αὐτήν. Ἕνα ἀόρατο πηδάλιο ἄνωθεν κατεύθυνε τὴν ζωὴ του. Διότι ὅταν ἦταν ἀπαραίτητο γι’ αὐτὸν νά βγεῖ ἀπὸ τὴν ἔρημο καὶ νά πάει νά συναντήσει τὸν Κύριο, τότε, ὅπως ῥητὰ ἀναφέρεται: «ἐγένετο ῥῆμα Θεοῦ ἐπὶ Ἰωάννην» (Λουκ. 3: 2). Σὰν ἀθῶος νέος, ὁ Ἰωάννης, μίλησε ἁπλᾶ γιά τὴν ἐπικοινωνία του μέ τίς δυνάμεις τοῦ Οὐρανοῦ: «κἀγὼ οὐκ ᾔδειν Αὐτόν, ἀλλ’ ὁ πέμψας με βαπτίζειν ἐν ὕδατι, Ἐκεῖνός μοι εἶπεν·


φ’ ὃν ἂν ἴδῃς τὸ Πνεῦμα καταβαῖνον καὶ μένον ἐπ’ αὐτόν, οὗτός ἐστιν ὁ βαπτίζων ἐν Πνεύματι ῾Αγίῳ. Κἀγὼ ἑώρακα καὶ μεμαρτύρηκα ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ» (Ἰωάν. 1: 33-34). Πόσο τρυφερὰ καὶ ἁπλὰ μιλάει γιά πράγματα οὐράνια! Ἀλλὰ πόσο τρομακτικὸς εἶναι σὰν λιοντάρι, ὅταν μιλάει ἐναντίον τῆς ἀδικίας τῶν ἀνθρώπων, ἐναντίον τοῦ Ἡρῴδη καὶ τῆς Ἡρῳδιάδος! Τὸ ἀρνί καὶ τὸ λιοντάρι συγκατοικοῦν ἐντός του. Ὁ παράδεισος εἶναι τόσο κοντά του, ὅπως ἡ μητέρα στό παιδὶ της. Τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ τοῦ εἶναι προσιτὸ καὶ ξεκάθαρο, ὅπως εἶναι καὶ γιά τοὺς ἀγγέλους στόν οὐρανό.




Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς




Προσκυνητής


Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΠΟΚΕΦΑΛΙΣΜΟ ΤΟΥ ΤΙΜΙΟΥ ΠΡΟΔΡΟΜΟΥ






[Μέρος πρώτο: υπομνηματισμός των εδαφίων Ματθ.14,1-9]


«ν ἐκείνῳ τῷ καιρῷ ἤκουσεν Ἡρῴδης ὁ τετράρχης τὴν ἀκοὴν Ἰησοῦ (: εκείνον τον καιρό άκουσε ο Ηρώδης Αντίπας, ο τετράρχης της Γαλιλαίας και της Περαίας, τη φήμη του Ιησού)»[Ματθ.14,1]· διότι ο βασιλιάς Ηρώδης, ο πατέρας του, που είχε φονεύσει τα νήπια της Βηθλεέμ και των περιχώρων της, είχε πεθάνει. Ο ευαγγελιστής δεν σημειώνει απλώς και χωρίς αιτία τον καιρό, αλλά για να πληροφορηθείς την αλαζονεία και την αδιαφορία του τυράννου· διότι δεν πληροφορήθηκε από νωρίς τα σχετικά με Αυτόν, αλλά μετά από πολύ χρόνο. Τέτοιοι δηλαδή είναι αυτοί που κυβερνούν και περιβάλλονται από πολύ μεγάλη υλική δύναμη. Τα πληροφορούνται αυτά πολύ αργά, επειδή δεν ασχολούνται και πολύ με αυτά.


Εσύ όμως, σε παρακαλώ, πρόσεξε πόσο σπουδαίο πράγμα είναι η αρετή· διότι μολονότι είχε πλέον πεθάνει ο ενάρετος Ιωάννης, τον φοβάται, και από τον φόβο φιλοσοφεί και για την ανάσταση· διότι λέγει ο ευαγγελιστής παρακάτω: «καὶ εἶπε τοῖς παισὶν αὐτοῦ· οὗτός ἐστιν Ἰωάννης ὁ βαπτιστής· αὐτὸς ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν, καὶ διὰ τοῦτο αἱ δυνάμεις ἐνεργοῦσιν ἐν αὐτῷ(:και είπε στους αυλικούς του: “Αυτός είναι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής˙ αυτός αναστήθηκε από τους νεκρούς με νέα αποστολή από τον Θεό. Και γι’ αυτό οι υπερφυσικές δυνάμεις ενεργούν μέσα απ’ αυτόν”)». Είδες την έκταση που έλαβε ο φόβος; Διότι ούτε και τότε τόλμησε να πει κάτι στον έξω κόσμο, αλλά και τότε το λέγει μόνο στους αυλικούς του. Και αυτή όμως η σκέψη του είναι στρατιωτική και παράλογη. Καθόσον και πολλοί άλλοι αναστήθηκαν από τους νεκρούς και κανείς δεν έκανε κανένα παρόμοιο θαυματουργικό σημείο. Εγώ νομίζω ότι τα λόγια αυτά περιέχουν και φιλοτιμία και φόβο· διότι παρόμοιο πράγμα παθαίνουν οι παράλογοι άνθρωποι, οι οποίοι δέχονται πολλές φορές μέσα τους αντίθετα πάθη.


Ο Λουκάς όμως λέγει ότι το πλήθος έλεγε για τον Ιησού: «Ἤκουσε δὲ Ἡρῴδης ὁ τετράρχης τὰ γινόμενα ὑπ᾿ αὐτοῦ πάντα, καὶ διηπόρει διὰ τὸ λέγεσθαι ὑπό τινων ὅτι Ἰωάννης ἐγήγερται ἐκ τῶν νεκρῶν, ὑπό τινων δὲ ὅτι Ἠλίας ἐφάνη, ἄλλων δὲ ὅτι προφήτης τις τῶν ἀρχαίων ἀνέστη(:όταν άκουσε όμως ο τετράρχης Ηρώδης όλα τα θαυμαστά που γίνονταν από τον Ιησού, βρισκόταν σε μεγάλη απορία· διότι μερικοί έλεγαν ότι ο Ιωάννης αναστήθηκε απ’ τους νεκρούς και ότι αυτός έκανε τα θαύματα. Μερικοί άλλοι πάλι ταύτιζαν τον Ιησού με κάποιον απ’ τους άλλους προφήτες και έλεγαν ότι εμφανίστηκε πάλι ο Ηλίας, ο οποίος δεν είχε πεθάνει αλλά είχε αναληφθεί. Κι άλλοι πάλι έλεγαν ότι αναστήθηκε κάποιος από τους αρχαίους προφήτες)» [Λουκά 9,7-8]. Ο Ηρώδης όμως σαν να έλεγε κάτι πιο σοφό από τους άλλους είπε αυτό. 


Καταρχήν λοιπόν αυτός κατά πολύ φυσικό λόγο, όταν οι άλλοι έλεγαν ότι ο Ιησούς είναι ο Ιωάννης(διότι πολλοί το ισχυρίζονταν και αυτό), το αρνιόταν και έλεγε με υπερηφάνεια και αλαζονεία ότι «εγώ τον φόνευσα τον Ιωάννη» [ βλ. Μάρκ.6,16: «ἀκούσας δὲ ὁ Ἡρῴδης εἶπεν ὅτι ὃν ἐγὼ ἀπεκεφάλισα Ἰωάννην, οὗτός ἐστιν· αὐτὸς ἠγέρθη ἐκ νεκρῶν(:όταν λοιπόν άκουσε ο Ηρώδης αυτά που έλεγαν όλοι αυτοί για τον Ιησού, είπε ότι αυτός είναι ο Ιωάννης που εγώ τον αποκεφάλισα. Αυτός αναστήθηκε από τους νεκρούς)» και Λουκά 9,9: «Ἰωάννην ἐγὼ ἀπεκεφάλισα· τίς δέ ἐστιν οὗτος περὶ οὗ ἐγὼ ἀκούω τοιαῦτα;(:Εγώ τον Ιωάννη τον αποκεφάλισα και απαλλάχθηκα οριστικά απ’ αυτόν. Ποιος όμως να είναι αυτός για τον οποίο εγώ ακούω ότι ενεργεί τέτοια παράδοξα έργα; Και ζητούσε να δει τον Ιησού)»]. Όταν όμως η φήμη αυτή έπαψε, τότε πλέον και αυτός στο εξής λέγει τα ίδια με τον πολύ κόσμο. Ακολούθως ο ευαγγελιστής μάς διηγείται και την ιστορία.


Και γιατί λοιπόν δεν την ανέφερε προηγουμένως; Επειδή όλη η συγγραφική δράση των ευαγγελιστών απέβλεπε στο να εκθέσει την ιστορία του Χριστού· και δεν έκαναν τίποτε άλλο που ήταν άσχετο με αυτό, εκτός βέβαια εάν και αυτό επρόκειτο να συμβάλλει στον σκοπό τους αυτό. Συνεπώς ούτε τώρα θα μνημόνευαν την ιστορία του Ιωάννη, εάν δεν επρόκειτο για τον Χριστό, αλλά και επειδή έλεγε ο Ηρώδης ότι αναστήθηκε ο Ιωάννης. Ο Μάρκος πάλι λέγει ότι ο Ηρώδης τιμούσε πάρα πολύ τον άνδρα, παρά το γεγονός ότι ελεγχόταν από αυτόν [Μάρκ. 6,20: «ὁ γὰρ Ἡρῴδης ἐφοβεῖτο τὸν Ἰωάννην, εἰδὼς αὐτὸν ἄνδρα δίκαιον καὶ ἅγιον, καὶ συνετήρει αὐτόν, καὶ ἀκούσας αὐτοῦ πολλὰ ἐποίει καὶ ἡδέως αὐτοῦ ἤκουε(:και δεν μπορούσε η Ηρωδιάδα να σκοτώσει τον Ιωάννη, διότι ο Ηρώδης τον φοβόταν επειδή τον σεβόταν ο λαός, αλλά και επιπλέον επειδή ήξερε ότι είναι άνθρωπος δίκαιος και άγιος. Και γι’ αυτό τον κρατούσε στη ζωή. Και όταν κάποτε τον άκουσε στη φυλακή, έκανε πολλά από εκείνα που τον συμβούλευσε ο Ιωάννης. Και κάθε φορά που τον συναντούσε, τον άκουγε με ευχαρίστηση)»].Τόσο μεγάλο πράγμα είναι η αρετή.


Στη συνέχεια, προχωρώντας στη διήγηση ο Ματθαίος λέγει τα εξής: «ὁ γὰρ Ἡρῴδης κρατήσας τὸν Ἰωάννην ἔδησεν αὐτὸν καὶ ἔθετο ἐν φυλακῇ διὰ Ἡρῳδιάδα τὴν γυναῖκα Φιλίππου τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ. ἔλεγε γὰρ αὐτῷ ὁ Ἰωάννης· οὐκ ἔξεστί σοι ἔχειν αὐτήν. καὶ θέλων αὐτὸν ἀποκτεῖναι ἐφοβήθη τὸν ὄχλον, ὅτι ὡς προφήτην αὐτὸν εἶχον (:και το είπε αυτό ο Ηρώδης για τον Ιωάννη, ότι αναστήθηκε από τους νεκρούς, διότι ο Ηρώδης τον είχε θανατώσει. Αφού δηλαδή συνέλαβε τον Ιωάννη, τον έδεσε και τον έβαλε στη φυλακή εξαιτίας της Ηρωδιάδας, η οποία ήταν σύζυγος του Φιλίππου, του αδελφού του, και συζούσε τώρα με τον Ηρώδη· διότι του έλεγε ο Ιωάννης: “Δεν σου επιτρέπεται από τον νόμο του Θεού να την έχεις σύζυγο”. Και ενώ αρχικά, παρακινούμενος από την Ηρωδιάδα, ήθελε να τον σκοτώσει, φοβήθηκε τα πλήθη του λαού, διότι τον θεωρούσαν και τον σέβονταν ως προφήτη)»[Ματθ.14,3-5].


Και γιατί δεν λέγει τίποτε στην Ηρωδιάδα, αλλά απευθύνεται στον άνδρα; Επειδή αυτός ήταν πιο κατάλληλος. Και πρόσεξε πόσο προσεκτικά εκθέτει την κατηγορία, ώστε να διηγείται ιστορία μάλλον, παρά να περιγράφει κατηγορία. Λέγει: «Γενεσίων δὲ ἀγομένων τοῦ Ἡρῴδου ὠρχήσατο ἡ θυγάτηρ τῆς Ἡρῳδιάδος ἐν τῷ μέσῳ καὶ ἤρεσε τῷ Ἡρῴδη(:την ημέρα όμως που ο Ηρώδης γιόρταζε τα γενέθλιά του, η κόρη της Ηρωδιάδας χόρεψε στο μέσο αυτών που ήταν καλεσμένοι στο τραπέζι· και ο χορός της άρεσε στον Ηρώδη)»[Ματθ.14,6]. Ω διαβολικό συμπόσιο· ω θέατρο σατανικό· ω παράνομος χορός και ακόμη πιο παράνομη η αμοιβή του χορού· διότι επιχειρείτο ο πιο βδελυρός φόνος απ΄όλους τους φόνους, και αυτός που ήταν άξιος να στεφανωθεί και να ανακηρυχθεί η αρετή του κατασφαζόταν παρουσία όλων, ενώ το τρόπαιο των δαιμόνων ήταν τοποθετημένο επάνω στην τράπεζα.


Άξιος επίσης ήταν και ο τρόπος της νίκης αυτών που συνέβησαν· διότι λέγει: «ὠρχήσατο ἡ θυγάτηρ τῆς Ἡρῳδιάδος ἐν τῷ μέσῳ καὶ ἤρεσε τῷ Ἡρῴδη· ὅθεν μεθ᾿ ὅρκου ὡμολόγησεν αὐτῇ δοῦναι ὃ ἐὰν αἰτήσηται. ἡ δέ, προβιβασθεῖσα ὑπὸ τῆς μητρὸς αὐτῆς, δός μοι, φησίν, ὧδε επὶ πίνακι τὴν κεφαλὴν Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ (:η κόρη της Ηρωδιάδας χόρεψε στο μέσο αυτών που ήταν καλεσμένοι στο τραπέζι· και ο χορός της άρεσε στον Ηρώδη. Γι’ αυτό της υποσχέθηκε με όρκο να της δώσει οτιδήποτε θα ζητούσε. Αυτή όμως, καθοδηγημένη από τη μητέρα της, είπε: “Δώσε μου εδώ πάνω στο πιάτο το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή”)»[Ματθ.14,6-8].


Το έγκλημα είναι διπλό· και επειδή χόρεψε και επειδή άρεσε και μάλιστα άρεσε τόσο πολύ ώστε να λάβει ως μισθό έναν φόνο. Είδες πόσο ωμός ήταν; Πόσο αναίσθητος; Πόσο ανόητος; Καθόσον τον μεν εαυτό του τον καθιστά υπεύθυνο να κρατήσει τον όρκο του, ενώ σε εκείνη παρέχει το δικαίωμα να ζητήσει ό,τι θέλει. Επειδή όμως είδε ότι διαπράχθηκε το κακό, λυπήθηκε, λέγει· μολονότι βέβαια από την πρώτη στιγμή τον φυλάκισε. Για ποιο λόγο όμως λυπάται; Τέτοια είναι η αρετή· θαυμάζεται και επαινείται και από τους κακούς ακόμη. Αλλά ω την μανιακή Ηρωδιάδα! Ενώ έπρεπε και αυτή να τον θαυμάζει τον Ιωάννη, ενώ έπρεπε να τον προσκυνεί, επειδή την υπερασπιζόταν που την ατίμαζε ο Ηρώδης, αυτή όμως αντιθέτως βοηθεί στο δράμα και τοποθετεί παγίδα και ζητεί χάρη σατανική.


«Καὶ ἐλυπήθη ὁ βασιλεύς, διὰ δὲ τοὺς ὅρκους καὶ τοὺς συνανακειμένους ἐκέλευσε δοθῆναι(:και ο βασιλιάς λυπήθηκε˙ για τους όρκους όμως και για εκείνους που κάθονταν μαζί εκεί στο τραπέζι, στους οποίους ήταν εκτεθειμένος, δεν ήθελε να δείξει ότι αθετούσε τον λόγο του και τον όρκο του. Γι’ αυτό έδωσε διαταγή να της δοθεί το κεφάλι του Ιωάννη)»[Ματθ.14,9]. Και πώς δεν φοβήθηκες το φοβερότερο, Ηρώδη; Διότι εάν φοβήθηκες επειδή θα είχες μάρτυρες της επιορκίας σου, έπρεπε πολύ περισσότερο να φοβηθείς που θα είχες τόσους μάρτυρες για μια τόσο παράνομη σφαγή. Αλλά επειδή έχω την εντύπωση, ότι πολλοί δεν γνωρίζουν την υπόθεση του εγκλήματος, εξαιτίας της οποίας διαπράχθηκε ο φόνος, για τον λόγο αυτόν πρέπει να την αναφέρουμε και αυτήν για να κατανοήσετε τη σύνεση του νομοθέτη.


Ποιος λοιπόν ήταν ο παλαιός νόμος, τον οποίο ο μεν Ηρώδης τον καταπάτησε, ο δε Ιωάννης τον υπερασπίστηκε; Ο νόμος αυτός έλεγε ότι έπρεπε η γυναίκα αυτού που πέθαινε χωρίς παιδιά να δοθεί στον αδελφό του[Δευτ.25,5-6: «Ἐὰν δὲ κατοικῶσιν ἀδελφοὶ ἐπὶ τὸ αὐτὸ καὶ ἀποθάνῃ εἷς ἐξ αὐτῶν, σπέρμα δὲ μὴ ᾖ αὐτῷ, οὐκ ἔσται ἡ γυνὴ τοῦ τεθνηκότος ἔξω ἀνδρὶ μὴ ἐγγίζοντι· ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἀνδρὸς αὐτῆς εἰσελεύσεται πρὸς αὐτὴν καὶ λήψεται αὐτὴν ἑαυτῷ γυναῖκα καὶ συνοικήσει αὐτῇ. καὶ ἔσται τὸ παιδίον, ὃ ἐὰν τέκῃ, κατασταθήσεται ἐκ τοῦ ὀνόματος τοῦ τετελευτηκότος, καὶ οὐκ ἐξαλειφθήσεται τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐξ Ἰσραήλ(:εάν δύο αδελφοί κατοικούν μαζί και συμβεί να πεθάνει ο ένας από αυτούς, χωρίς να αφήσει παιδί, η χήρα του αποθανόντος δεν θα παντρευτεί άλλον άνδρα έξω από την συγγένεια του ανδρός της, αλλά ο αδελφός του άντρα της θα εισέλθει προς αυτήν, θα την λάβει σύζυγο και θα συγκατοικήσει μαζί της. Το δε πρώτο παιδί, το οποίο αυτή θα γεννήσει, θα λάβει την θέση και το όνομα του αποθανόντος και έτσι δεν θα εξαλειφθεί εκ μέσου των Ισραηλιτών το όνομα του αποθανόντος)»].


Επειδή δηλαδή ο θάνατος ήταν κακό απαρηγόρητο και επιδεικνυόταν πολύ μεγάλη φροντίδα για τη ζωή, θέσπισε ο νομοθέτης νόμο ο εν ζωή αδελφός να την παίρνει ως γυναίκα του τη σύζυγο του αποθανόντος και να δίνει όνομα στο παιδί που θα γεννιόταν το όνομα του αποθανόντος, ώστε να μη διαλυθεί η οικία εκείνου· διότι εάν ο αποθανών δεν άφηνε παιδιά, πράγμα που είναι η μέγιστη παρηγορία για τον θάνατο, θα καθίστατο το πένθος αθεράπευτο. Για τον λόγο αυτόν λοιπόν ο νομοθέτης επινόησε αυτήν την παρηγορία για εκείνους που η φύση τούς στέρησε τα παιδιά, και έδωσε εντολή το νεογέννητο να θεωρείται τέκνο του αποθανόντος. Εφόσον όμως υπήρχε παιδί δεν επιτρεπόταν αυτός ο γάμος. «Και για ποιο λόγο;» θα ρωτούσε κάποιος· διότι εάν με άλλον επιτρεπόταν να συνάψει γάμο, πολύ περισσότερο με τον αδελφό του. Κάθε άλλο· διότι ο νομοθέτης επιθυμεί να συνεχιστεί η συγγένεια και να υπάρχουν πολλές αφορμές στις μεταξύ τους σχέσεις.


Γιατί λοιπόν και όταν κανείς πέθαινε χωρίς παιδί, δεν έπαιρνε άλλος τη χήρα ως γυναίκα του;


Επειδή έτσι δεν θα ήταν δυνατό να θεωρηθεί το παιδί ότι ήταν του αποθανόντος. Ενώ τώρα που το έσπερνε ο αδελφός, γινόταν πειστικό το σόφισμα. Εξάλλου δεν ήταν υποχρεωμένος κανείς άλλος να αναστήσει την οικογένεια του αποθανόντος· ενώ αυτός αποκτούσε το δικαίωμα αυτό λόγω της συγγένειάς του με αυτόν. Επειδή λοιπόν ο Ηρώδης έλαβε ως γυναίκα του τη γυναίκα του αποθανόντος αδελφού του, μολονότι αυτή είχε παιδί, για τον λόγο αυτόν ο Ιωάννης τον κατηγορεί, η κατηγορία του όμως γίνεται κατά πολύ ήπιο τρόπο, δείχνοντας μαζί με την αυστηρότητά του και την επιείκειά του.


Εσύ, όμως, σε παρακαλώ, πρόσεξε ότι ήταν η όλη σκηνοθεσία σατανική· διότι κατά πρώτον τη σύστασή της την οφείλει στη μέθη και την απόλαυση, από όπου δεν ήταν δυνατόν να προέλθει κανένα καλό. Δεύτερο, οι θεατές ήσαν διεφθαρμένοι και αυτός που τους προσκάλεσε προς συνεστίαση ήταν ο πιο παράνομος από όλους. Τρίτον η παράλογη ευχαρίστηση. Τέταρτο, η κοπέλα για την οποία ήταν παράνομος ο γάμος και η οποία έπρεπε να κρύβεται επειδή διασυρόταν η τιμή της μητέρας της εισέρχεται με πολλή αδιαντροπιά στο χώρο της διασκεδάσεως και ξεπερνά, μολονότι ήταν παρθένα, όλες τις πόρνες. Και ο καιρός επίσης συντελεί τα μέγιστα προς κατηγορία αυτής της παρανομίας· διότι κατά τον χρόνο κατά τον οποίο ο Ηρώδης έπρεπε να ευχαριστεί τον Θεό, επειδή κατά την ημέρα εκείνη τον έφερε στο φως, τότε επιχειρεί εκείνα τα παράνομα. Τότε που έπρεπε να τον βγάλει από τη φυλακή, τότε προσθέτει στα δεσμά και τη σφαγή.


Ακούστε όσες από τις παρθένους, πολύ περισσότερο μάλιστα και από τις παντρεμένες γυναίκες όσες καταδέχεστε να διαπράττετε παρόμοιες ασχημίες στους γάμους άλλων, που με τους χορούς και τα σκιρτήματα καταντροπιάζετε την ανθρώπινη φύση. Ακούστε και οι άντρες, όσοι επιδιώκετε τα πολυτελή συμπόσια που είναι γεμάτα από μέθη, και φοβηθείτε το βάραθρο του διαβόλου. Καθόσον κατά τέτοιο τρόπο τότε κατανίκησε η Σαλώμη τον άθλιο εκείνον Ηρώδη, ώστε να ορκιστεί ότι θα έδινε και τα μισά της βασιλείας του· διότι αυτό το επιβεβαιώνει ο ευαγγελιστής Μάρκος, λέγοντας: «καὶ ὤμοσεν αὐτῇ ὅτι ὅ ἐάν με αἰτήσῃς δώσω σοι, ἕως ἡμίσους τῆς βασιλείας μου(:και της ορκίστηκε ότι “θα σου δώσω ό,τι κι αν μου ζητήσεις, μέχρι και το μισό βασίλειό μου”)» [Μάρκ.6,23]. Τόσο πολύ αγαπούσε την εξουσία του, ώστε να την παραχωρήσει, έχοντας αιχμαλωτιστεί από το πάθος του, για έναν και μόνο χορό της.


Και γιατί θαυμάζεις, αν τότε συνέβαιναν αυτά, κατά τη στιγμή που και τώρα ακόμη, μετά από τόσο ανώτερη διδασκαλία, πολλοί από αυτούς τους αποχαυνωμένους νέους και τις ψυχές τους προσφέρουν χάριν του χορού, μην έχοντας ούτε καν ανάγκη από όρκο; Διότι έχοντας καταστεί αιχμάλωτοι της ηδονής, οδηγούνται όπου ήθελε να τους σύρει ο λύκος. Και ακριβώς αυτό έπαθε εκείνος ο παράφρονας ο Ηρώδης, ο οποίος επέδειξε παραφροσύνη για δύο περιπτώσεις από τις πλέον χειρότερες· και με το ότι έδωσε εξουσία σε εκείνη που είχε κυριευτεί από τόση τρέλα και μέθη εξαιτίας του πάθους της να θανατωθεί ο Ιωάννης και δεν έκανε καμία υποχώρηση, και με το να κατοχυρώσει την υπόσχεση που έδωσε εξαναγκασμένος από τον όρκο του. Αν όμως εκείνος πράγματι υπήρξε τόσο παράνομος, πιο παράνομη από όλους υπήρξε η άθλια εκείνη γυναίκα, η Ηρωδιάδα, και από την κόρη και από τον τύραννο· καθόσον αυτή ήταν η αρχιτεκτόνας όλων των κακών και αυτή εξύφανε ολόκληρο το δράμα, η οποία μάλιστα έπρεπε να χρωστά χάρη στον προφήτη· διότι πράγματι η θυγατέρα της από αυτήν πείστηκε και διέπραξε αυτές τις ασχημίες και χόρεψε και ζήτησε τον φόνο, αλλά και ο Ηρώδης από αυτήν σαγηνεύτηκε.


Βλέπεις ότι ο Χριστός είχε δίκιο όταν έλεγε: «Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος(:εκείνος που αγαπά τον πατέρα του ή την μητέρα του περισσότερο από Εμένα, και με αρνείται για να μη χωριστεί από τους γονείς του, δεν αξίζει για μένα. και εκείνος που αγαπά τον γιο του ή την κόρη του περισσότερο από Εμένα, δεν είναι άξιος να λέγεται μαθητής μου)» [Ματθ.10,37]; Διότι αν αυτή τηρούσε αυτόν τον νόμο δεν θα παρέβαινε τόσους άλλους νόμους, δεν θα διέπραττε αυτόν τον μιαρό φόνο· διότι πράγματι, τι θα μπορούσε να υπάρξει χειρότερο από αυτήν τη θηριωδία; Φόνο που τον ζητεί στη θέση της χάριτος, φόνο παράνομο, φόνο σε ώρα δείπνου, φόνο που διαπράττεται δημόσια και κατά τρόπο αναίσχυντο· διότι δεν πήγε στον Ηρώδη για να συζητήσει για αυτά μαζί του ιδιαιτέρως, αλλά ενώπιον όλων, και αφού απέβαλε το προσωπείο και έμεινε με γυμνή την κεφαλή, λαμβάνοντας ως συνήγορο τον διάβολο, λέγει κατ’ αυτόν τον τρόπο αυτά που λέγει.


Καθόσον ο διάβολος είναι εκείνος που και αυτήν έκανε να επιτύχει στον χορό και τον Ηρώδη να τον αιχμαλωτίσει τότε· διότι όπου υπάρχει χορός, εκεί είναι και ο διάβολος. Ούτε βέβαια ο Θεός μάς έδωσε τα πόδια για τον σκοπό αυτόν, αλλά για να βαδίζουμε όπως και όπου πρέπει· όχι για να διαπράττουμε ασχημίες, όχι για να πηδούμε σαν τις καμήλες(καθόσον και εκείνες όταν χορεύουν προκαλούν αηδία, χωρίς βέβαια να είναι γυναίκες), αλλά για να χορεύουμε μαζί με τους αγγέλους. Εάν λοιπόν το σώμα είναι αισχρό όταν διαπράττει παρόμοιες ασχημίες, πολύ περισσότερο είναι η ψυχή. Τέτοιους χορούς κάνουν οι δαίμονες, παρόμοιες ασχημοσύνες διαπράττουν οι υπηρέτες των δαιμόνων.



[Συνεχίζεται]



ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ

επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος




ΠΗΓΕΣ:



· http://khazarzar.skeptik.net/pgm/PG_Migne/John%20Chrysostom_PG%2047-64/In%20Matthaeum.pdf
· Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία ΜΗ΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1978, τόμος 10, σελίδες 860-870.
· Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 66, σελ. 158– 163.
· Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
· Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
· Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
· Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016
· http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
· http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
· http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm





ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ


Print Friendly and PDF