Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Υπάρχουν στιγμές στην εκκλησιαστική ιστορία όπου η αλήθεια λάμπει μέσα από σύγκρουση, αίμα και ομολογία. Και υπάρχουν και άλλες στιγμές, πιο σύγχρονες, όπου η αλήθεια καλύπτεται κάτω από ευγενικές χειραψίες και καλοφωτισμένες τελετές. Η πρόσφατη συνάντηση του Πατριάρχη με τον Πάπα στο Φανάρι ανήκει δυστυχώς στη δεύτερη κατηγορία — λαμπρή προς τα έξω, αλλά βαθιά προβληματική για όσους γνωρίζουν τι υπερασπίστηκαν οι Άγιοι Πατέρες επί αιώνες. Γιατί η Ορθοδοξία δεν έφτασε ως εδώ μέσα από χαμόγελα, αλλά μέσα από ομολογητές, από συνόδους που στάθηκαν σαν τείχη φωτιάς απέναντι σε πλάνες. Και καμία πλάνη δεν απασχόλησε περισσότερο την Εκκλησία όσο αυτή του Παπισμού: το Φιλιόκβε, η παπική αλαθήτου εξουσία, το πρωτείο εξουσίας που υποκαθιστά την καθολικότητα της Εκκλησίας, τα τεχνητά δόγματα, η Ουνία που μέχρι σήμερα χρησιμοποιεί μεθόδους θρησκευτικού προσηλυτισμού. Όλα αυτά δεν είναι ιστορικές λεπτομέρειες. Είναι οι αιτίες για τις οποίες οι Πατέρες από την Νίκαια μέχρι τον Μάρκο τον Ευγενικό στάθηκαν σαν βράχοι. Είναι οι λόγοι που στην Φλωρεντία, παρά την πίεση της ανάγκης, οι περισσότεροι Ορθόδοξοι είπαν «όχι» στη νοθεία της πίστεως. Και είναι οι λόγοι που ο Άγιος Ιουστίνος Πόποβιτς ονόμασε τον Οικουμενισμό «παναίρεση» — γιατί προσπαθεί να κάνει την αλήθεια διαχειρίσιμη, τόσο όσο χρειάζεται για να χωρέσει σε κοινές δηλώσεις. Γι’ αυτό η εικόνα της κοινής ανάγνωσης του «Πάτερ ημών» στη λατινική δεν είναι «συγκινητική». Είναι οδυνηρή. Όχι επειδή ειπώθηκε μια ξένη γλώσσα, αλλά επειδή η ίδια αυτή Εκκλησία παραμένει σε ακοινωνησία εξαιτίας δογματικών καινοτομιών που αρνείται να αποσύρει. Οι ιεροί κανόνες δεν γράφτηκαν για να τους θυμόμαστε στις επετείους· γράφτηκαν για να μας προστατεύουν από τέτοιες συγχύσεις. Και η μεγαλύτερη σύγχυση είναι να πανηγυρίζεται η «ενότητα» όταν η αλήθεια παραμένει τραυματισμένη. Ποια Νίκαια επικαλούμαστε όταν η Ρώμη εξακολουθεί να αλλοιώνει το ίδιο το Σύμβολο της Πίστεως της Νίκαιας; Ποια κοινή μαρτυρία επιδιώκουμε όταν ο Παπισμός διατηρεί το πρωτείο εξουσίας, ακριβώς αυτό που οι Πατέρες απέρριψαν; Και ποια «γεφύρωση» γίνεται όταν τα θεμέλια των δύο πλευρών είναι εκ των πραγμάτων ασύμβατα; Αυτό που ακούστηκε στο Φανάρι ήταν λόγια γλυκά, λόγια περί ειρήνης και συμπόρευσης. Αλλά οι Άγιοι Πατέρες δεν μίλησαν ποτέ έτσι. Είπαν ότι η ενότητα είναι καρπός ορθής πίστης· ότι δεν υπάρχει αγάπη χωρίς αλήθεια· και ότι η Εκκλησία δεν χτίζεται με δημόσιες σχέσεις αλλά με ομολογία. Και κάπου μέσα σε όλη αυτή την τελετουργική λαμπρότητα, το Φανάρι έμοιασε να ξεχνά ότι ο θρόνος του δεν στηρίζεται στη διπλωματία, αλλά στην πιστότητα προς την Παράδοση. Γιατί αν χαθεί αυτό, τότε θα μείνει μόνο μια φωτογραφία, μια δήλωση και μια μεγάλη σιωπή — η σιωπή των Πατέρων που περιμένουν από εμάς να φανούμε αντάξιοι της φωνής τους. Και τίποτα δεν είναι πιο δηλητηριώδες για την Ορθοδοξία από το να χειροκροτεί τον Παπισμό την ώρα που οι ίδιοι οι άγιοί της θεμελίωσαν την πίστη τους ακριβώς απέναντι σε αυτόν.
Ο απόστολος ενώπιον του Αιγεάτου Απολέσας ο Αιγεάτης πάσαν ελπίδα περί του ότι η Μαξιμίλλα θα μετεπείθετο, κατ' αυτής μεν δεν ετόλμα να ενεργήση τι, φοβηθείς «τους γονείς αυτής, δυνατούς όντας» να υπερασπισθώσι την θυγατέρα αυτών κατά της οργής του47.
Ολόκληρος διά τούτο η λύσσα εξέσπασε κατά του αποστόλου Ανδρέου, τον οποίον εθεώρει υπαίτιον της οικογενειακής δυστυχίας αυτού. Διέταξε λοιπόν να προσαχθή ο απόστολος ενώπιόν του και χωρίς να θίξη την κυρίαν αιτίαν, δια την οποίαν είχε φυλακίσει και επρόκειτο ήδη να δικάση αυτόν, διετύπωσε κατ' αυτού την κατηγορίαν ότι διέδιδε θρησκείαν, την οποίαν «οι Ρωμαίοι βασιλείς εξαφανίσαι εκέλευσαν».
Ο Ιησούς, τον οποίον συ τολμάς να κηρύττης, είπεν στον απόστολον ο Αιγεάτης, απεδοκιμάσθη και απο αυτούς τους συμπατριώτας αυτού και όταν εδίδασκεν αυτά, τα οποία και συ τώρα επαναλαμβάνεις, «τω ξύλω του σταυρού προσήλωσαν» αυτόν οι Ιουδαίοι48.
Ω, εάν ήξευρες, ποίον μυστήριον εγκρύπτεται εις τον σταυρικόν θάνατον του Κυρίου μου και από ποίαν αγάπην δι' όλον το ανθρώπινον γένος εδέχθη με όλην την θέλησίν Του, εκουσίως και όχι ακουσίως να παραδώση τον εαυτόν Του εις τον σταυρικόν θάνατον! Απεκρίθη ο Ανδρέας49.
Τι λέγεις! απήντησεν ο Αιγεάτης. Όταν «παρά του εαυτού μαθητού προδοθείς και υπό των Ιουδαίων συλληφθείς Πιλάτω τω ηγεμόνι προσήχθη» και σύμφωνα με την αίτησιν των Ιουδαίων «υπό των του ηγεμόνος στρατιωτών προσηλώθη επί του σταυρού», πώς συ διϊσχυρίζεσαι ότι «εκουσίως του σταυρού το ξύλον» απεδέχθη και μόνος του παρέδωκε τον εαυτόν του να σταυρωθή;50.
Αλλ' εγώ ήμην μαζί Του εξ αρχής, απήντησεν ο απόστολος. Και δύναμαι να βεβαιώσω εξ αμέσου αντιλήψεως, ότι εκουσίως παρεδόθη εις τον θάνατον. Διότι πολύ προτού να συλληφθή, μας προανήγγειλεν ότι θα εσταυρώνετο διά την σωτηρίαν των ανθρώπων, εγνώριζε δε ποίος από τους μαθητάς Του θα επρόδιδεν αυτόν και επί πλέον είχε καιρόν και ηδύνατο να αποδράση και μη συλληφθή από τους Ιουδαίους.
Μολονότι δε ήξευρε καλά, ότι ο προδότης μαθητής επρόκειτο μετ' ολίγον να οδηγήση τους Ιουδαίους διά να τον συλλάβουν, όχι μόνον δεν απεκρύβη, αλλά μετέβη εις τον τόπον, εις τον οποίον συνήθιζε να πηγαίνη και τον οποίον εγνώριζε καλά και ο Ιούδας51.
Επί τέλους, ανέκραξεν ο Αιγεάτης. είτε εκουσίως είτε ακουσίως, ομολογείς και συ ο ίδιος ότι εσταυρώθη και εθανατώθη ως κακούργος με θάνατον ατιμωτικόν. Αλλ' είπον, αντιπαρετήρησεν ο απόστολος, ότι «μέγα εστί το μυστήριον του σταυρού» και αν έχης την διάθεσιν να ακούσης, λίαν ευχαρίστως θα σου ωμίλουν περί τούτου.
Ο σταυρικός θάνατος, απήντησεν ο Αιγεάτης, δεν δύναται να αποκληθή μυστήριον. Είναι κόλασις και τιμωρία σκληρά. Εν τούτοις εγώ με υπομονήν πολλήν θα σε ακούσω. Εάν όμως δεν με πείσης, τότε οφείλεις να υπακούσης και να πειθαρχήσης εις εμέ, διότι άλλως «αυτό το του σταυρού μυστήριον εν σεαυτώ αναδέξει»52 και ωρισμένως θα σταυρωθής και συ, όπως ο διδάσκαλός σου.
Εάν εφοβούμην το ξύλον του σταυρού, απεκρίθη ο Πρωτόκλητος, δεν θα εκήρυττα «την δόξαν του σταυρού». Λόγω δε της πίστεώς μου εις τον επί του ξύλου του σταυρού αποθανόντα Κύριόν μου, δεν φοβούμαι «του θανάτου την τιμωρίαν. Ο γαρ των αμαρτωλών θάνατος πονηρός»53.
Ακριβώς δε δι'αυτό θέλω να ακούσης «το του σταυρού μυστήριον», μήπως πιστεύσης και σύ και δεν απολέσης την ψυχήν σου. Προχωρών δε ο απόστολος ήρχισε να ομιλή προς τον Αιγεάτην περί παραβάσεως του Αδάμ και του επακολουθήσαντος εις ολόκληρον το ανθρώπινον γένος θανάτου, προς απελευθέρωσιν από του οποίου «αναγκαίον υπήρχεν, ίνα εκ της αμωμήτου παρθένου ο του Θεού νέος τέλειος άνθρωπος γεννηθή και διά ξύλου του σταυρού το ξύλον της επιθυμίας αποκλείση»54.
Μη δυνάμενος ο Αιγεάτης να παρακολουθήση, λόγω της παχυλότητας της διανοίας αυτού, τας αληθείας ταύτας, διέκοψεν αποτόμως τον απόστολον και μετά φωνής τραχείας είπε προς αυτόν: Τους λόγους αυτούς φύλαξέ τους να τους είπης εις εκείνους, οι οποίοι σε πιστεύουν.
Εγώ εν απαιτώ από σε: «όπως τοις παντοδυνάμοις θεοίς τας θυσίας προσενέγκης». Διότι αν δεν προσφέρης θυσίας εις τους θεούς μου, «εν αυτώ τω σταυρώ όνπερ επαινείς ραβδισθέντα σε προσπαγήναι προστάξω»55. Θα σε σταυρώσω όπως εσταυρώθη και ο διδάσκαλός σου.
Και διέταξε να οδηγηθή και πάλιν ο Πρωτόκλητος εις την φυλακήν παρέχων εις αυτόν προθεσμίαν μέχρι της επομένης, ίνα ωριμώτερον σκεφθή56. Ούτως ενεργών ο Αιγεάτης, ετήρει μεν τα προσχήματα φαινομενικής τινός αμεροληψίας και ψυχραίμου κρίσεως, εξήντλει δε και την τελευταίαν ελπίδα μεταστροφής του Πρωτοκλήτου και της Μαξιμίλλης.
Η εν φυλακή τελευταία νύξ του αποστόλου Εν τω μεταξύ, καθ'ον χρόνον ο Πρωτόκλητος ευρίσκετο εγκάθειρκτος, λαός πολύς εκ των καθ' όλην την επαρχίαν πιστών αλλά και άλλων τινών θαυμαστών απλώς του αποστόλου συρρεύσας προ του δεσμωτηρίου, εξεδήλωσε την διάθεσιν να βιαιοπραγήση μεν κατά του Αιγεάτου, να απελευθερώση δε τον απόστολον διαρρηγνύων τας θύρας της φυλακής. Πλην «ο μακάριος Ανδρέας τοιούτοις ρήμασιν ενουθέτησε λέγων»:
Μη θελήσετε να διαταράξητε την ειρήνην της πόλεως και «στασιώδη και διαβολικήν ταραχήν» να εξεγείρετε. Διότι και «ο Κύριός μου, όταν παρεδόθη, μετά πάσης μακροθυμίας» συμπεριεφέρθη. «Ουκ εφιλονίκησεν, ουκ εκραύγασεν, ουδέν εν ταις πλατείαις ήκουσέ τις αυτού κραυγάζοντος. Έχετε ουν και υμείς ησυχίαν και ειρήνην και μη το εμόν μαρτύριον εμποδίσητε».
Τουναντίον, όσοι από σας είσθε πιστοί, ετοιμασθήτε ίνα αναδειχθήτε αθληταί του Κυρίου και κατανικήσητε με ανδρειότητα ψυχής τας απειλάς των ειδωλολατρών, εις τας τυχόν δε κακοποιήσεις επιδείξητε ακατάβλητον υπομονήν. Οτιδήποτε και αν πάθωμεν εις τον παρόντα βίον, είναι πρόσκαιρον και παροδικόν και δεν πρέπει να φοβούμεθα αυτό. Την τιμωρίαν εκείνην πρέπει να φοβούμεθα, η οποία είναι ατελείωτος και αιωνία. Των ανθρώπων ο φόβος ομοιάζει προς καπνόν, ο οποίος όσον γρήγορα διεγείρεται, τόσον γρήγορα και εξαφανίζεται.
Ωσαύτως και οι σωματικοί πόνοι, τους οποίους ενδέχεται να υποφέρωμεν από τους βασανιστάς μας. Άλλοι από αυτούς είναι ελαφροί και εύκολα κανείς δύναται να τους υποφέρη. Άλλοι είναι βέβαια βαρύτεροι, αλλά πολύ γρήγορα επιφέρουν τον θάνατον και συμπαρέρχονται μετ' αυτού. Εκείνοι οι πόνοι και εκείναι αι οδύναι είναι αιώνιοι και ατελεύτητοι.
Και εκεί υπάρχουν οι συνεχείς «κλαυθμοί και οιμωγαί και ατελεύτητος βάσανος», τας οποίας ο Αιγεάτης δεν φοβείται, διότι δεν τας γνωρίζει ούτε τας φαντάζεται. «Γίνεσθε λοιπόν μάλλον έτοιμοι προς τούτο, όπως διά των προσκαίρων θλίψεων προς τας αιωνίους αναπαύσεις καταντήσητε και Χριστώ συμβασιλεύσητε»57.
Διά τούτων και άλλων τοιούτων λόγων ο θείος Απόστολος επέβαλε την τάξιν και αποκαταστήσας την ειρήνην, εξηκολούθησεν είτα ηρέμως και μετά πολλής γαλήνης να απευθύνη εις τους πλημμυρούντας το δεσμωτήριον και τους περί αυτού χώρους πιστούς τας τελευταίας του υποθήκας. Η σκοτεινή εκείνη φυλακή με τα συνεχόμενα προς αυτήν διαμερίσματα, μετεβλήθη τότε εις ναόν και εις κλίμακα μετάρσιον, αναβιβάζουσα τους πάντας εις αυτόν τον ουρανόν.
Μετά των νουθεσιών του αποστόλου συνεδέθησαν και ύμνοι ιεροί, επηκολούθησε δε καθ' ώρας νυκτερινάς και η τέλεσις θείας Ευχαριστίας, κατά την οποίαν ο απόστολος ιδίαις χερσί καθαγιάσας τον άγιον άρτον και το καινόν ποτήριον, «μετέδωκεν εις τους παρόντας των αχράντων και αθανάτων του Χριστού Μυστηρίων».
Και το σημαντικώτερον διά την εκκλησίν των Πατρών, «τον Στρατοκλή τη των χειρών επιθέσει της αρχιερωσύνης ηξίωσε, χειροτονήσας υπ' αυτόν ιερείς και λευΐτας»58. Συγκροτήσας ούτω και συμπληρώσας τον οργανισμόν της εν Πάτραις εκκλησίας ο θείος απόστολος «και ασπασάμενος άπαντας εν αγίω φιλημάτι, απέλυσεν αυτούς εν ειρήνη».
Καταδίκη του αποστόλου εις τον διά σταυρού θάνατον Εν τω μεταξύ ο Αιγεάτης, πληροφορηθείς τα συμβάντα της νυκτός, ηρεθίσθη περισσότερον και λίαν πρωΐ διέταξε να αχθή ο θείος απόστολος ενώπιόν του. Και «καθίσας επί του βήματος είπεν»: Ενόμιζα, ότι κατά την νύκτα θα εκυριάρχουν παρά σοι ωριμώτεραι και φρονιμώτεραι σκέψεις, ώστε να αποβάλης την μωρίαν του κηρύγματος περί του εσταυρωμένου Θεού σου και να μη στερηθής της ζωής.
Σύ όμως εξακολουθείς να επιμένης ανοήτως και βλακωδώς. Διότι πράγματι βλακεία και ανοησία είναι να θεωρής ως Θεόν έναν άνθρωπον, ο οποίος εδείχθη τόσον ασθενής εις τους εχθρούς του, ώστε δεν ημπόρεσεν ουδ' επ' ελάχιστον να αντισταθή εις αυτούς και να προτιμάς χάριν αυτού να έλθης και συ «προς το του σταυρού πάθημα» και να παραπέμψης «εαυτόν ποιναίς και πυραίς αισχίσταις».
Διά τελευταίαν λοιπόν φοράν σε καλώ να προσφέρης σπονδήν εις τους θεούς, «όπως ούτοι οι υπό σου απατηθέντες λαοί εγκαταλείψωσι την ματαιότητα της σης διδασκαλίας και προσκομίσωσι και αυτοί σπονδάς τοις θεοίς59. Διότι «ουδεμία πόλις απέμεινεν εν τη Αχαΐα», εις την οποίαν να μη εγκατελείφθησαν και να μη ηρημώθησαν τα ιερά των θεών.
Πρέπει λοιπόν τώρα «διά σου και πάλιν» να ανανεωθή το προς τους θεούς σέβας. Εάν όμως δεν συμμορφωθής προς εκείνο, το οποίον αξιώ παρά σου, θα υποστής «διάφορα κολαστήρια και μετά ταύτα», αφού αναρτηθής επί του ξύλου του σταυρού, το οποίον τόσο επαινείς, θα εκλείψης διαπαντός60.
Σου ωμίλησα έως τώρα μειλιχίως, απήντησεν ο απόστολος Ανδρέας, ελπίζων ότι θα ήτο δυνατόν να μεταπεισθής και να ελκυσθής εις την αλήθειαν. Βλέπων όμως ήδη, ότι επιμένεις εις την πλάνην και ότι εξακολουθείς να νομίζης, ότι θα με εκφοβίσης δια των απειλών σου, σου λέγω καθαρά. παν ό,τι θεωρείς ως χειρότερον από τα κολαστήρια και βασανιστήριά σου, είσαι ελεύθερος να το μεταχειριθής κατ' εμού.
Θα υπομείνω τούτο καρτερικώς, διότι έχω την πεποίθησιν, ότι όσον χειρότερα υποστώ υπέρ της ομολογίας του ονόματος του Κυρίου μου και του Βασιλέως μου, τόσον περισσότερον θα ευαρεστήσω αυτόν. Τότε οργισθείς ο ανθύπατος Αιγεάτης, διέταξε να κακοποιηθή ο απόστολος του Χριστού διά βασανιστηρίων και να δαρή σκληρώς.
Τούτου γενομένου, προσήχθη και πάλιν προ του Αιγεάτου, όστις και πάλιν προέτρεψεν αυτόν, ίνα θυσιάση εις τα είδωλα. Άκουσόν μου Ανδρέα, είπεν ο ανθύπατος. και μεταπείσθητι από την τρελλήν απόφασίν σου, η οποία σε ωθεί εις την έκχυσιν του αίματός σου. Σου επαναλαμβάνω διά τελευταίαν φοράν, εάν δεν θελήσης να με υπακούσης, θα σε κρεμάσω εις το ξύλον του σταυρού και θα αποθάνης εκεί οικτρώς.
Ο άγιος Ανδρέας τότε απήντησεν ως εξής: «Εγώ δούλος του Χριστού τυγχάνω και συνεπώς όχι μόνον δεν δειλιώ, αλλά και επιθυμώ το τρόπαιον του σταυρού. Πρόσεξε όμως συ, μήπως εμπέσης εις την αιώνιαν βάσανον και τιμωρίαν, την οποίαν μόνον εάν πιστεύσης εις τον Χριστόν, θα δυνηθής να διαφύγης.
«Εγώ περί της σης απωλείας θλίβομαι και περί της εμής παθήσεως ου συνταράσσομαι». Διότι το πάθημα και βασανιστήριον, το οποίον μου ετοιμάζεις, «μιας ημέρας διάστημα καταλαμβάνει ή δύο το πολύ. Ο δε σος βασανισμός εις ατελευτήτους αιώνας» θέλει διαρκέσει61.
Τότε ο Αιγεάτης διέταξε να αναρτηθή ο απόστολος επι του σταυρού. Προς τον σκοπόν δε του να παραταθή το μαρτύριόν του, παρήγγειλεν ίνα μη καρφωθή, αλλά να τεντωθή πολύ το σώμα του και να προσδεθούν σφιγκτά αι χείρες και οι πόδες του επί του σταυρού, ώστε να παραμείνη κρεμάμενος επ' αυτού όσον το δυνατόν περισσοτέρας ημέρας.
Επί την οδόν την άγουσαν εις τον τόπον του μαρτυρίου Επί τω ακούσματι της αποφάσεως και των παραγγελιών τούτων του Αιγεάτου, ανεσκίρτησεν ο απόστολος και χαίρων ήρχισε να βαδίζη κατεσπευσμένως, υπό συνοδείαν στρατιωτών, προς τον τόπον του μαρτυρίου. Καθ' οδόν όμως αρκετοί εκ των εις Χριστόν επιστραφέντων και άλλων συμπαθούντων τον απόστολον, έχοντες μεθ' εαυτών και τον Στρατοκλή, εσταμάτησαν το στρατιωτικόν απόσπασμα και οι ζωηρότεροι εξ αυτών απεπειράθησαν να μετέλθωσι βίαν και να απελευθερώσωσι τον απόστολον.
Αλλ' ο εν πάσι μιμητής του Κυρίου του Πρωτόκλητος απευθυνόμενος προς τούτους και ιδιαιτέρως προς τον Στρατοκλή, είπε. «Μη τέκνον μου Στρατοκλή. Ου βούλομαί σε τοιούτον είναι πώποτε, αλλ' επιεική, πράον, ταπεινόφρονα, μη αποδίδοντα κακόν αντί κακού, ενθυμούμενον τον λόγον του Κυρίου του ειπόντος. Εάν τις σε ραπίση εις την δεξιάν σιαγόνα, στρέψον αυτώ και την αριστεράν. Και ημείς, αδελφοί, επακολουθήσωμεν»62 άνευ αντιστάσεώς τινος εις αυτούς, οι οποίοι μας σύρουν εις το μαρτύριον διά τον Κύριον.
Ας νεκρώσωμεν τον εξωτερικόν μας άνθρωπον και ας σπουδάσωμεν να ανανεώσωμεν τον εσωτερικόν μας άνθρωπον και να αναπτερώσωμεν αυτόν προς τον Θεόν, προς τον οποίον υπάρχει. ολόκληρος η αγάπη μας. Ταύτα και άλλα περισσότερα τούτων έλεγε προς τον Στρατοκλή και τους μετ' αυτού προχωρών και σπεύδων προς τον τόπον του μαρτυρίου του.
Ο Πρωτόκλητος προ του σταυρού Όταν ο απόστολος έφθασεν εις τον τόπον, όπου ήτο εμπεπηγμένος «ο σταυρός προς το χείλος της θαλάσσιας ψάμμου», αφήσας οπίσω του όλους, επλησίασε προς τον σταυρόν και λέγει αυτώ ως εμψύχω μετά φωνής ισχυράς: «Χαίροις, ω σταυρέ, ότι συ χαράς και αγαλλιάσεως παντί τω γένει των ανθρώπων εγένου πρόξενος διά του εν σοι σαρκικώς παγέντος Θεού Λόγου»63.
«Χαίροις, ω σταυρέ, ο εκ των μελών του Χριστού ωσεί μαργαρίταις κοσμηθείς»64.«Χαίροις, ω σταυρέ, το ζωηφόρον και τρισόλβιον όπλον του επί του τανυθέντος Χριστού και σώσαντος εμέ τον άνθρωπον. Χαίροις, σταυρέ, δι' ου ο ληστής παράδεισον ώκησεν και τα χερουβείμ» τα φυλάττοντα την είσοδον αυτού, υπεχώρησαν απ' αυτής και αφήκαν ταύτην ελευθέραν. «Χαίροις, σταυρέ, δι ού το γένος των ανθρώπων το πρώτον απολαμβάνει και αρχαίον αξίωμα»65.
«Ω αγαθέ σταυρέ, ο ευπρέπειαν και ωραιότητα εκ των μελών του Κυρίου δεξάμενος, επί πολύ επιπόθητε και σπουδαίως επιθυμητέ και εκτενώς επιζητούμενε, λάβε με από των ανθρώπων και απόδος με τω διδασκάλω μου»66. Αν και είμαι «ανάξιος του Δεσπότου δούλος, υψούμαι» επί σου διά να γίνω κοινωνός εις το πάθος αυτού και διά να συμμετέχω «της αυτού αϊδιότητος»67. «Και ταύτα ειπών ο μακάριος Ανδρέας εστώς επί της γης» και με το βλέμμα προσηλωμένον επί του σταυρού «εξέδυσεν εαυτόν» και παρέδωκε «τα ιμάτια αυτού» εις τους δημίους. Προτρέψας δε και πάλιν τα παριστάμενα πλήθη να μη αντιτάξουν αντίστασίν τινά, εκάλεσε τους δημίους να συμμορφωθούν προς τας διαταγάς του Αιγεάτου.
Ο Πρωτόκλητος προσδεδεμένος επί του ξύλου Όταν ο Πρωτόκλητος προσεκάλεσε τους δημίους, προσήλθον ούτοι και περιωρίσθησαν εις το να προσδέσουν σφιγκτά επί του σταυρού τας μασχάλας και τούς πόδας του, χωρίς να διατρυπήσουν αυτούς, ούτε και τας χείρας, αλλ' ούτε και να κατακόψουν τας κλειδώσεις των αγκώνων και των γονάτων. Διά της τοιαύτης προσδέσεως ο Αιγεάτης ήθελεν, ως είπομεν, περισσότερον να βασανίση τον απόστολον, ανέμενε δε, ότι κατά την διάρκειαν της νυκτός θα κατετρώγετο ζωντανός από τους κύνας68.
Όταν δε το παριστάμενον πλήθος είδεν, ότι δεν εκαρφώθη, άλλά μόνον προσεδέθη επί του σταυρού, ευθύς ως απεμακρύνθησαν οι δήμιοι, επλησίασαν προς τον σταυρόν περιμένοντες, ότι θα ήκουον παρά του αποστόλου ωφέλιμόν τι. Πράγματι δε ούτος, όταν είδε τα πλήθη να πλησιάζουν, εσήκωσε προς αυτά την κεφαλήν μετά μειδιάματος εις τα χείλη. Οπότε ο Στρατοκλής αποτεινόμενος προς αυτόν, είπε:
«Τι μειδιάς, δούλε του Θεού Ανδρέα; Ο γέλως σου» προκαλεί εις ημάς δάκρυα και κλαυθμούς, «ότι σου στερούμεθα»69. «Και ο μακάριος Ανδρέας αυτώ απεκρίνατο: Να μη γελάσω, «τέκνον μου Στρατοκλή» διά την κενήν και ματαίαν «ενέδραν του Αιγεάτου», με την οποίαν εφαντάσθη προσδένων με εις τον σταυρόν και επιβραδύνων τον θάνατόν μου, ότι θα με βασανίση περισσότερον; Δεν ημπορεί ο ταλαίπωρος να εννοήση, ότι η αγάπη μου προς τον Χριστόν μου καθιστά ευπρόσδεκτον οποιανδήποτε τιμωρίαν και μεταβάλλει οιανδήποτε βάσανον εις τρυφήν και αγαλλίασιν.
Και απευθυνόμενος εν συνεχεία προς τον λαόν είπε: «Άνδρες οι ενταύθα παρεστώτες, γυναίκες και παίδες, πρεσβύται και νέοι, δούλοι και ελεύθεροι, ακούσατέ μου»70. Μη παρασύρεσθε από την απάτην του παρόντος βίου, αλλά παρακινούμενοι από το παράδειγμα εμού, ο οποίος πρόκειται μετ' ολίγον να χωρισθώ από το σώμα τούτο, όπερ κρέμαται ήδη διά τον Χριστόν, καταφρονήσατε τα βδελυκτά είδωλα, «προσδράμετε τη αληθεί λατρεία του αψευδούς Θεού ημών και ποιήσατε εαυτούς ναόν άγιον», όπως κατοικήση εις τας καρδίας σας ο Χριστός «συν τω Πατρί και τω Αγίω Πνεύματι και μονήν παρ' υμίν ποιήση».
«Αποτάξασθε πάσας τας κοσμικάς επιθυμίας, αποτινάξασθε την ραθυμίαν και τον ζόφον από των καρδιών υμών και γίνεσθε καθαροί και τέλειοι, άμεμπτοι και ανεπίληπτοι τω καθαρώ Θεώ ημών. Αγνίσατε εαυτούς» ίνα κληρονομήσητε τα ουράνια αγαθά, των οποίων το κάλλος και την δόξαν ουδεμία φαντασία δύναται να συλλάβη71. «Και προετρέπετο πάντας διδάσκων ότι ουκ άξια τα παθήματα της προσκαίρου ταύτης ζωής προς την μέλλουσαν ανταμοιβήν της αιωνίου ζωής»72.
Εξέγερσις του πλήθους και θάνατος του αποστόλου Επί τρία ολόκληρα ημερονύκτια παρέμεινεν ο θείος απόστολος κρεμάμενος επί του Σταυρού, χωρίς να μεταβληθή και χωρίς να παύση νουθετών και προτρέπων τα συρρέοντα προς αυτόν πλήθη. Όταν δε είδον, ότι και κατά την τέταρτην ημέραν εξηκολούθει να ζή ο απόστολος και την αυτήν να δεικνύει αντοχήν, ώρμησαν πάντες από συμφώνου προς τον Αιγεάτην και ευρόντες αυτόν καθήμενον επί του βήματος, ήρχισαν να φωνάζουν κατ' αυτού λέγοντες:
«Κακή η κρίσις σου, ανθύπατε κακώς εδίκασας. Παράνομα τα δικαστήριά σου. αδίκως διοικείς την πάσαν Αχαΐαν. Τι ηδίκησεν ο ανήρ; Τι κακόν εποίησεν; Πάσα η πόλις θορυβείται. Πας ο δήμος ταράττεται. Πάντας ημάς λυπείς. Χάρισαι ημίν άνδρα θεοσεβή και ένθεον. Τέσσαρας ημέρας κρεμάμενος ζη». Χωρίς αυτός να φάγη τίποτε, με τους λόγους του μας εχόρτασεν όλους. Λύσε τον άνδρα από του σταυρού «και όλαι αι Πάτραι ειρηνεύομεν.Απόλυσον τον απόστολον και πάσα η Αχαΐα ελεηθήσεται»73.
Και κατ' αρχάς μεν ο Αιγεάτης μετ' αγερωχίας πολλής προσέβλεψε προς τον συρρεύσαντα λαόν και ένευσε εις αυτόν περιφρονητικώς να απομακρυνθή. Αλλ' όταν το πλήθος ήρχισε να εξανίσταται και να δεικνύει απειλητικάς διαθέσεις, εξηναγκάσθη υπό το κράτος του φόβου του να σηκωθή από το βήμα του και να συναπέλθη μετ' αυτού εις τον τόπον του μαρτυρίου, υποσχόμενος, ότι θα απέλυε τον μακάριον απόστολον.
Εν τω μεταξύ προέτρεξαν τινές περιχαρείς φέροντες την χαρμόσυνον είδησιν άλλοι μεν προς την Μαξιμίλλαν και τον Στρατοκλή, οίτινες και έσπευσαν εκεί μετά της Ιφιδάμας, άλλοι δε προς τον απόστολον. Ενώ δε οι συρρεύσαντες χριστιανοί εξεδήλουν θορυβωδώς την χαράν των διά την επικειμένην απελευθέρωσιν του Πρωτοκλήτου, ούτος κατηφής ήρχισε να διαμαρτύρεται διά τας τοιαύτας εκδηλώσεις, παραπονούμενος, ότι οι υπ' αυτού μαθητευθέντες παρά τα τόσα, άτινα ήκουσαν παρ' αυτού, δεν είχον κατορθώσει ακόμη να αποσπασθούν από τα γήϊνα, αλλ' ήσαν προσδεδεμένοι εις αυτά. «Έως τίνος, έλεγε, τοις κοσμικοίς και προσκαίροις προσανέχετε;
Έως πότε ου κατανοείτε τα υπέρ ημάς; Άφετέ με» να αποθάνω επί του σταυρού και ας μη με λύσει κανείς, διότι μου έχει δοθή ήδη ως κλήρος να εκδημήσω από του σώματος και να ενδημήσω προς τον Κύριον, μετά του οποίου έχω συσταυρωθή74. Όταν δε κατέφθασεν ο Αιγεάτης απευθυνθείς και προς αυτόν ο Ανδρέας, είπεν: Ω ανθύπατε, διατί ήλθες εδώ και τι σκοπεύεις δι' εμέ να κάμης; Ήλθες διά να με λύσης από τα δεσμά ταύτα περιμένων ίσως να με παρασύρης εις την πλάνην σου; Αλλ' όχι. δεν θα με καταβιβάσης απ' εδώ. Διότι και αν μου υποσχεθής όλα όσα έχεις, εγώ δεν θα πεισθώ εις σε. Διότι πάντα ταύτα είναι πρόσκαιρα και συντόμως μαζύ με σε θα εξαφανισθούν.
Αλλ' ούτε και αι απειλαί σου θα με μεταπείσουν. Εγώ απέρχομαι προς τον Κύριόν μου, μετά του οποίου θα συζήσω εις αιώνας ατελευτήτους. Προς εκείνον πηγαίνω. προς αυτόν επείγομαι. «Ήδη γαρ τον Βασιλέα μου ορώ και προσκυνώ. Και λοιπόν ενώπιον αυτού παρίσταμαι, ένθα εισίν αι των αγγέλων ομόνοιαι, ένθα αυτός ο μόνος αυτοκράτωρ βασιλεύει, ένθα το φως άνευ νυκτός υπάρχει, ένθα τα άνθη ουδέποτε μαραίνονται, ένθα οδύνη ουδέποτε γινώσκεται ουδέ ηκούσθη όνομα λύπης, ένθα ευφροσύνη και αγαλλίασις τέλος ουκ έχουσα»75.
Εν τω μεταξύ ο ανθύπατος ίστατο «εννεός και τρόπον τινά εξεστηκώς». Επειδή όμως ολόκληρον το συρρεύσαν πλήθος εθορύβει και εκραύγαζεν αξιούν την αποδέσμευσιν και απελευθέρωσιν του αποστόλου, επροχώρησεν ούτος προς τον σταυρόν με την πρόθεσιν να λύση τον επ' αυτού κρεμάμενον. Αλλ' ο απόστολος «μετά φωνής μεγάλης ατενίσας εις τον ουρανόν, είπε: Μη επιτρέψης, Δέσποτα, εμέ τον επί ξύλου αναρτηθέντα πάλιν λυθήναι76.
«Μη παραχωρήσης, Κύριε, τον σον θεράποντα από σου χωρισθήναι. καιρός γάρ εστιν, ίνα αποδοθή τη γη το σώμα μου» και ίνα προστάξης, όπως έλθω εις σε. «Συ ο ζωήν αιώνιον διδούς, ο διδάσκαλός μου ον αγάπησα, ον εν τούτω τω σταυρώ καθομολογώ, δέξαι με, Δέσποτα. και καθώς εγώ ομολογών υπήκουσά σοι, ούτως άρτι επάκουσόν μου και πριν ή το σώμα μου από του σταυρού καταβή, προσλαβού με προς σε»77. «Ιησού Χριστέ, ον είδον, ον φιλώ, εν τω οποίω ειμί και έσομαι, δέξαι με εν ειρήνη εις τας αιωνίους σου σκηνάς. Και ταύτα ειπών και πλείον δοξάσας παρέδωκε το πνεύμα»78.
Τα μετά τον θάνατον του αποστόλου και τα κατά την οικτράν αυτοκτονίαν του Αιγεάτου «Μετά την έξοδον του μακαριωτάτου Ανδρέου του αποστόλου η Μαξιμίλλα», αδιαφορήσασα όλως προς τους τυχόν δυσμενώς έχοντας και προς τον Αιγεάτην επιδιώκοντας να αρέσωσι κόλακας, συνοδευομένη και υπό του Στρατοκλέους «έλυσε το λείψανον και μετ' ευλαβείας καθείλεν από του σταυρού το σώμα του μακαρίου πρωτοκλήτου». Περί την εσπέραν δε, αφού προηγουμένως ηυτρέπισε και μετά αρωμάτων πολυτίμων ήλειψεν αυτό, έθαψε τούτο «εν τω ιδίω αυτής μνημείω»79 «πλησίον του αιγιαλού»80.
Και ήλπισε μεν ο Αιγεάτης, ότι η προσφιλής του Μαξιμίλλα θα εκάμπτετο από την συμπάθειαν, την οποίαν ο ίδιος εξεδήλωσε προς τον απόστολον κατά τας τελευταίας του στιγμάς και από την διάθεσιν, την οποίαν επέδειξε να καταβιβάση αυτόν από τον σταυρόν. Αλλ' η Μαξιμίλλα, αφού επετέλεσε το ύστατον προς το σεπτόν λείψανον του αποστόλου καθήκον, παρέμεινε «κατάκλειστος»81 εν οικίσκω τινί εγγύτατα του τόπου, όπου ο τάφος του πανενδόξου Πρωτοκλήτου και εις ουδεμίαν εδέχθη να έλθη προς τον Αιγεάτην επικοινωνίαν.
«Ως δε ουκ ίσχυσεν αυτήν ο ανθύπατος πειθήνιον αυτώ καταστήσαι82, καταληφθείς υπό μανίας και εις «απόγνωσιν παντελή περιπεσών»83, καθ' ον χρόνον βαθείαν και ήσυχος εφηπλούτο η νύξ, αναστάς και διαφυγών την προσοχήν πάντων των εν τω πραιτωρίω «έρριψεν εαυτόν αφ' ύψους μεγάλου»84 και «εν μέση αγορά της πόλεως κυλιόμενος εξέπνευσε»85. Τοιούτον επεφυλάσσετο τέλος εις τον οικτρόν ανθύπατον, όστις μη αποκτήσας απόγονον εκ της Μαξιμίλλης, αφήκε μόνον κληρονόμον της μεγάλης περιουσίας αυτού τον αδελφόν του Στρατοκλή, επίσκοπον Πατρών υπό του ενδόξου αποστόλου κατασταθέντα.
Και έλαβε μεν πρόνοιαν ο Στρατοκλής, ίνα ταφή το πτώμα του οικτρώς τελευτήσαντος τον βίον αδελφού του, αποστείλας «τους παίδας αυτού και ειρηκώς αυτοίς όπως μεταξύ των βιαίως αποθανόντων θάψωσιν αυτόν»86. Αλλ' εκ της καταληφθείσης αυτώ κληρονομίας «ουδέν εζήτησε, λέγων: Ο Κύριός μου Ιησούς Χριστός ω πεπίστευκα», ας μη παραχωρήση να λάβω από τα αγαθά του αδελφού μου, «ίνα μη μολύνη με το κατάκριμα αυτού, όστις τον απόστολον του Κυρίου ετόλμησε»87 να φονεύση. Εις εμέ δε είθε να είναι «εις μόνος φίλος και μερίς και κλήρος αναφαίρετος», «ο Χριστός και Σωτήρ, εις ον και πεπίστευκα και εύχομαι συμμέτοχος αυτού αναδειχθήναι εν τη αγήρω και ατελευτήτω βασιλεία»88.
Χρονολογικοί καθορισμοί και εικασίαι Πάσαι αι πηγαί ημών89, καθώς και πάντα τα Μαρτυρολόγια της τε Ανατολικής και Δυτικής εκκλησίας ομοφώνως ορίζουν ημέραν του θανάτου του αποστόλου και εορτασμόν της μνήμης του την τριακοστήν Νοεμβρίου. Παραμένει όμως άγνωστον το έτος, κατά το οποίον έλαβε χώραν το μαρτύριον. Και αναγράφεται μεν εις τας Περιόδους90, ότι αυτοκράτωρ, προς τον οποίον επρόκειτο να εμφανισθή ο Αιγεάτης κατά την μετάβασίν του εις Ρώμην, ήτο ο Νέρων, εφ' όσον όμως εις τας αυτάς Περιόδους παρέχεται η είδησις, ότι ο απόστολος Ανδρέας διελθών εξ Εφέσου, συνήντησεν εκεί τον Ιωάννην, το έτος του μαρτυρίου του Πρωτοκλήτου δέον να τοποθετηθή βραδύτερον.
Διότι ο Ιωάννης εγκατεστάθη εις την Έφεσον πιθανώτατα επί Δομετιανού. Πάντως εάν δεχθώμεν, ότι επί Νέρωνος συνέβη το μαρτύριον του Πρωτοκλήτου, πρέπει να τοποθετήσωμεν αυτό μετά το μαρτύριον των δύο κορυφαίων αποστόλων, Πέτρου και Παύλου, και κατά τους τελευταίους μήνας της αυτοκρατορίας του Νέρωνος. Εξ άλλου η παράδοσις περί χρησιμοποιήσεως χιαστού σταυρού (Χ). Κατά την εκτέλεσιν της επιβληθείσης εις τον Πρωτόκλητον ποινής, είναι πολύ μεταγενεστέρα, προερχομένη εκ της Δύσεως και μόλις αναγομένη εις τον ΙΒ' ή ΙΓ' αιώνα91.
Εις παλαιοτέρας εικόνας ο απόστολος παρίσταται, όπως και οι λοιποί απόστολοι, άνευ σταυρού, μετά επιβλητικής φυσιογνωμίας, ενίοτε φέρων στέφανον, όπως εις το αναγόμενον εις τον Ε' αιώνα μωσαϊκόν το εν τω Ναώ του Αγίου Ιωάννου της Ραβέννης, και άλλοτε κρατών ελιτάριον, ως εν μωσαϊκώ από του Θ' αιώνος χρονολογουμένω, όπου συγκαταλέγεται εις τον όμιλον των τριών ηγαπημένων μαθητών, του Πέτρου, του Ιακώβου και του Ιωάννου92. *Εκ του ιστολογίου <<Μυριόβιβλος>>. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
'Ονομα καταγωγή και επάγγελμα του Ανδρέου Καθαρώς ελληνικόν το όνομα Ανδρέας (ή Ανδρεύς ή Ανδρείας) παραγόμενον εκ της λέξεως ανδρεία και παρ’ Ηροδότω, Πλουτάρχω, ΙΙαυσανία και Δίωνι Κασσίω απαντώμενον, υπήρξεν έν εκ των ονομάτων εκείνων, όπως και τα ονόματα Φίλιππος και Νικόδημος, τα οποία υπό την ελληνικήν επίδρασιν κατέστησαν από του δευτέρου προ Xpιστού αιώνος λίαν συνήθη παρ’ Ιουδαίοις.
Απ’ αυτών δε των πρώτων ημερών της νέας περιόδου, τήν οποίαν ανεκαίνησεv ο ενανθρωπήσας Κύριος ημών, εγένετο το όνομα τούτο περίδοξον και λαμπρόν, διότι υπήρξεν όνομα του πρωτοκλήτου των αποστόλων του.
Υιός του Ιωνά και αδελφός του ΙΙέτρου, καταγόμενος εκ της κωμοπόλεως Βηθσαϊδά, η οποία έκειτο επί της δυτικής όχθης της Τιβεριάδος και. εις το βορειοανατολικόν άκρον αυτής, συμπατριώτης και του αποστόλου Φιλίππου (Ιωαν. α' 45), ήσκει μετά του πατρός του Ιωνά και του αδελφού του Ιlέτρου το επάγγελμα του αλιέως μέχρι της στιγμής, κατά την οποίαν οριστικώς εκλήθη υπό του Κυρίου, ίνα γίνη απόστολός του.
Δεν φαίνεται λοιπόν ούτε αυτός ούτε ο αδελφός του Ιlέτρος να έμαθον πολλά γράμματα και να έτυχον ευρυτέρας τινός παιδείας. Πλην όμως, ούτε η περιωρισμένη παίδευσις αυτών, ούτε το επίπονον και ταπεινόν επάγγελμά των ημπόδισαν αυτούς από του να έχουν ιδιαίτερα θρησκευτικά ενδιαφέροντα και ως ευσεβείς Ισραηλίται να προσελκυσθούν κατ’ αρχάς υπό του κηρύγματος του Βαπτιστού και να προσκολληθούν εις τον κύκλον των στενωτέρων μαθητών του.
Η πρώτη γνωριμία μετά του Ιησού Ήτο, ως φαίνεται, νεώτερος του Πέτρου και δεν είχε έλθει εις γάμον ως εκείνος, όπως δυνάμεθα να συναγάγωμεν εκ του ότι κατέλειπε και αυτός την Βηθσαϊδά και συγκατώκησε μετά του Πέτρου εις την εν Καπερναούμ οικίαν της πενθεράς τούτου.
Ολιγώτερον λοιπόν από τον Πέτρον εμπεπλεγμένος εις οικογενειακάς φροντίδας, συνδιατρίβει πυκνότερον πλησίον του Βαπτιστού και καταξιούται ούτω του προνομίου μαζύ με τον ηγαπημένον Ιωάννην, πρώτοι αυτοί από τους άλλους, τους κατόπιν συμμαθητάς και συναποστόλους των, να γνωρίσουν τον Κύριον, όταν επέδειξεν εις αυτούς τούτον ο Πρόδρομος και Βαπτιστής.
Όταν δηλαδή ο Κύριος μετά την βάπτισιν αυτού εν τω Ιορδάνη και μετά την εν ερήμω επί τεσσαράκοντα ημέρας αποχώρησιν και την εκεί εν νηστεία και πυκναίς προσευχαίς περισυλλογήν αυτού, επανήλθε και πάλιν εις την περίχωρον του Ιορδάνου, επέδειξεν αυτόν ο Πρόδρομος εις δύο εκ των μαθητών του λέγων:
«΄Ιδε ο αμνός του Θεού, ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου » (Ιωαν. α' 36).Εις εκ των δύο τούτων μαθητών υπήρξεν ο Ανδρέας, ενώ ο άλλος ήτο ο Ιωάννης, ο μετέπειτα ευαγγελιστής και ηγαπημένος του Κυρίου απόστολος.
Λόγος βαθύς ο λόγος ούτος του Προδρόμου, θα επερίμενε πας τις, ότι μάλιστα εις μη φοιτήσαντες εις ραββινικάς σχολάς αλιείς θα παρέμενεν ακατανόητος. Αλλ’ οι αλιείς αυτοί ήσαν ευσεβείς και πιστοί. Δεν ήτο ξένη προς αυτούς η Γραφή και το βοβλίον του Ησαΐου. Μολονότι δε αγράμματοι, εγνώριζον καλώς την ελπίδα και την προσδοκίαν του Ισραήλ.
Και αντελήφθησαν αμέσως, ότι ο υποδειχθείς εις αυτούς από τον διδάσκαλόν των νεαρός ραββί, ήτο το έκτακτον πρόσωπον, εις το οποίον ανεφέροντο αι προρρήσεις των προφητών και διά τον οποίον άλλωστε και αυτός ο Βαπτιστής τους είχε και προηγουμένως ομιλήσει (Ιωαν. α' 29). Ήρκεσε λοιπόν η φράσις αύτη του Προδρόμου, να κεντρίση τον πόθον των δύο αλιέων, όπως γνωρίσουν και εκ του πλησίον τον Ιησούν.
Και επετάχυναν τα βήματά των διά να τον πλησιάσουν. Δεν είχον εν τούτοις το θάρρος να ομιλήσουν προς αυτόν και συνιστώντες αυτοί εαυτούς να γνωρισθούν μαζύ του και εκφράζοντες προς αυτόν τους πόθους και τας ελπίδας των να ακούσουν τους επ’αυτών χαρμοσύνους λόγους του. Ηκολούθησαν λοιπόν σιωπηλοί, κανονίζοντες τα δειλά βήματά των προς τα βήματα του προπορευομένου Διδασκάλου.
Αλλ’ ο ήχος του βηματισμού των δεν εβράδυνε να φθάση μέχρι των ώτων αυτού. Και ο Ιησούς αντιληφθείς περί τίνος επρόκειτο και θέλων να δώση θάρρος εις τους δύο ευλαβείς αλιείς στρέφεται προς αυτούς και τους απευθύνει πρώτος το ερώτημα: «Τί ζητείτε; Και τί θέλετε από εμέ;»
Και αυτοί τότε του απαντούν: «Ραββί, τουτέστι Διδάσκαλε, πού μένεις»; Με άλλας λέξεις εκφράζουν προς αυτόν την επιθυμίαν να τον επισκεφθούν εις το κατάλυμά του και να συνομιλήσουν ιδιαιτέρως μετ’ αυτού. Και ο Κύριος ικανοποιών παρευθύς την επιθυμίαν των ταύτην, τους λέγει: «Έρχεσθε και ίδετε».
Ούτε εις ανάκτορον μεγαλοπρεπές, αλλ’ ούτε και εις εξοχικήν τινα έπαυλιν ευρίσκετο το απλούν, ήσυχον και απέριττον δωμάτιον, εις το οποίον ο μη έχων πού την κεφαλήν κλίναι Υιός του ανθρώπου εφιλοξενείτο κατά τας ημέρας αυτάς. Εις έρημον και μη πολυσύχναστον τόπον δεν ήτο πιθανόν να εύρισκέ τις τοιαύτα κτίσματα.
Πιθανώς εις προσωρινόν τι παράπηγμα εξ εκείνων, τα οποία ανεγείροντο προχείρως εις τοιαύτας περιστάσεις. Ισως εις καλύβην τινά ή σκηνήν ή και ολιγώτερον πιθανώς εις πανδοχείον τι από εκείνα, τα οποία εις έρημα μέρη ανεγείροντο προς διανυκτέρευσιν διαβαινόντων ταξιδιωτών, ιδού που θα ωδηγήθησαν οι δύο αλιείς από τον Κύριον.
Τι σημαίνει όμως; Όταν είναι παρών ο Κύριος, τα πάντα μεταβάλλονται εις παράδεισον και όλα καθίστανται θελκτικά και ουράνια. Δι’ αυτό η συνάντησις εκείνη έμεινε αλησμόνητος και ζωηρότατα εγκεχαραγμένη εις την μνήμην των δύο αλιέων.
Ο έτερος τούτων, ο Ιωάννης, αναγράφει εις το Ευαγγέλιόν του και την ώραν ακριβώς της συναντήσεως αλλά και τον χρόνον, κατά τον οποίον παρετάθη η πρώτη αύτη μετά του Χριστού αναστροφή.
«Ώρα ην ως δεκάτη», τετάρτη απογευματινή δηλαδή, ότε οι δύο αλιείς συνηντήθησαν μετά του Κυρίου. «Και παρ’ αυτώ έμειναν όλην την ημέραν» (Ιωαν. α' 49). Δηλαδή η επίσκεψις εκείνη παρετάθη επί δύο τουλάχιστον ώρας, περίπτωσις δηλαδή σπανιωτάτη διά πρώτην επίσκεψιν παρά προσώπω μετά του οποίου μόλις προ ολίγων στιγμών είχον γνωρισθή οι δύο μαθηταί.
Ο Ανδρέας οδηγεί εις τον Ιησούν και άλλους μαθητάς Αλλ’ όταν ο Ανδρέας κατέλιπε το κατάλυμα, εις το οποίον διέμενεν ο Κύριος, δεν ηδύνατο να περιορίση εις τα στήθη του τον ευλαβή ενθουσιασμόν και την βαθείαν εντύπωσιν, την οποίαν είχον προκαλέσει εις αυτόν η φυσιογνωμία και οι λόγοι του Κυρίου. «Ου κατέσχε παρ’εαυτώ τον θησαυρόν», λέγει ο θείος Χρυσόστομος, αλλά τρέχει ταχέως ίνα μεταδώση αυτόν και εις τον αδελφόν του Πέτρον. Και όταν τον εύρε, λέγει εις αυτόν «ευρήκαμεν τον Μεσσίαν».
Ευρήκαμεν τον πολύτιμον μαργαρίτην, τον ατίμητον θησαυρόν, εκείνον τον οποίον αι Γραφαί προανήγγειλαν και τον οποίον με τόσον πόθον επερίμεναν όλοι. Και άνευ χρονοτριβής γίνεται αυτός νυμφαγωγός του μετέπειτα κορυφαίου και προσάγει τούτον κατά την αυτήν εκείνην εσπέραν εις τον Ιησούν.
Η Καινή Διαθήκη λέγει, όπως είπομεν, ολίγα περί του Ανδρέου. Λέγει όμως πολλά περί του Πέτρου, τον οποίον ο Ανδρέας ωδήγησεν εις τον Χριστόν. Ποίος θα ηδύνατο να είπη, ότι ο Πέτρος έκαμε διά τον Χριστόν περισσότερα παρ’ όσα έκαμεν ο Ανδρέας, όστις έφερε τον Πέτρον εις τον Χριστόν;
Αλλ’ ο Ανδρέας δεν περιωρίσθη μόνον εις το να προσαγάγη τον αδελφόν του Πέτρον εις τον ευρεθέντα Μεσίαν. Συνδεόμενος διά φιλίας προς τον συμπατριώτην αυτού Φίλιππον, εγνωστοποίησεν είτε μόνος είτε και μετά του Πέτρου, το χαρμόσυνον μήνυμα και εις αυτόν. Ούτως εξηγείται το πώς ο Φίλιππος την επομένην ημέραν, κληθείς υπό του Ιησού, μεταβαίνοντος εις Γαλιλαίαν διά του «ακολούθει μοι» (Ιωαν. α' 44), αδιστάκτως και χωρίς αναβολήν ή επιβράδυνσίν τινα ακολουθεί τον Ιησούν.
Η φιλία, ήτις συνέδεεν αυτόν με τον Πρωτόκλητον Ανδρέαν, γίνεται ήδη ιερωτέρα και περισσότερον αδιάσπαστος. Αφ’ ότου μάλιστα ο Πέτρος με τους δύο υιούς του Ζεβεδαίου, τον Ιωάννην δηλαδή και τον Ιάκωβον, απετέλεσαν την τριάδα των μαθητών, των ιδιαιτέρως πεφιλημένων υπό του Κυρίου, ο Ανδρέας και ο Φίλιππος, καθώς θα ίδωμεν γίνονται αχώριστοι. Από την Κανά πάλιν εις την Τιβεριάδα
Ο Ανδρέας μαζύ με τον αδελφόν του Πέτρον, τους δύο υιούς του Ζεβεδαίου, τον Φίλιππον και τον προστεθέντα εις τον πρώτον εκείνον όμιλον των μαθητών Ναθαναήλ ή Βαρθολομαίον, ακολουθεί τον Ιησούν εις την Γαλιλαίαν και συμπαρίσταται εις το πρώτον εν Κανά θαύμα του Ιησού, το οποίον εγένετο εν τω εκεί τελεσθέντι γάμω.
Δεν είχεν έλθει όμως ακόμη ο καιρός, κατά τον οποίον ο Κύριος θα τους εκάλει οριστικώς, ίνα αφήσουν τα πάντα και ακολουθήσουν αυτόν. Εντεύθεν οι ακολουθήσαντες τον Κύριον αλιείς επέστρεψαν πάλιν εις την λίμνην και επανεύρον πάλιν τα δίκτυά των. Και εξηκολούθησαν να εξασκούν το ταπεινόν των επάγγελμα. Διότι εφ’όσον ο Πρόδρομος δεν είχε περατώσει το έργον αυτού, ο Κύριος δεν είχεν ακόμη αναλάβει έντονον και συστηματικήν δράσιν.
Αλλ’ όταν ο Βαπτιστής συνελήφθη και ενεκλείσθη εις την φυλακήν, τότε ο Κύριος κατέλιπε την Ναζαρέτ, όπου είχε διέλθει ολόκληρον σχεδόν την μέχρι του βαπτίσματος αυτού ζωήν, και εγκατεστάθη εις την Καπερναούμ την παραθαλασσίαν, την παρά την λίμνη Γενησαρέτ κειμένην, την οποίαν κατέστησε κέντρον και ορμητήριον των ανά την Γαλιλαίαν περιοδειών του.
Εκεί εις την Καπερναούμ, ως ήδη είπομεν, ευρίσκετο και η οικία του Πέτρου, εν τη οποία εθεράπευσεν ολίγον έπειτα ο Κύριος την πενθεράν τούτου πυρέσσουσαν. Και εις την οικίαν αυτήν συγκατώκει και ο κατά πάσαν πιθανότητα νεώτερος την ηλικίαν Ανδρέας. Ακριβώς δε δι’αυτό και ο μετέπειτα ερμηνευτής και ακόλουθος του Πέτρου Μάρκος καλεί εν τω Ευαγγελίω αυτού την οικίαν ταύτην «οικίαν Σίμωνος και Ανδρέου», (Μάρκ.α' 29).
Δεύτε οπίσω μου Ο Κύριος εις την Καπερναούμ. Φυσικόν λοιπόν ήτο πολύ γρήγορα, επειγόμενος ήδη να σχηματίση περί εαυτόν μόνιμον κύκλον μαθητών, να επανεύρη τους ευσεβείς εκείνους αλιείς, μετα των οποίων είχε ήδη γνωρισθή. Και «περιπατών περί την θάλασσαν της Γαλιλαίας» εκεί κάπου πλησίον της Καπερναούμ, είδε τον Σίμωνα Πέτρον και τον αδελφόν του Ανδρέαν να ρίπτουν το δίκτυον των εις την θάλασσαν (Ματθ.δ'18). Και τους προσκαλεί τώρα οριστικώς.
«Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων» είπε προς αυτούς. Και αυτοί αφήκαν αμέσως τα πάντα και τον ηκολούθησαν. Από της στιγμής αυτής ο Ανδρέας κατετάγη οριστικώς εις τον κύκλον των μονίμων μαθητών και αποστόλων του Χριστού. Και καθώς δυναταί τις να συναγάγη από την σειράν εις την οποίαν τοποθετεί αυτόν ο Μάρκος (κεφ.γ' 18) εν τω καταλόγω των αποστόλων, ο Ανδρέας, ο Φίλιππος και ο Βαρθολομαίος ή Ναθαναήλ, συνδέονται μεταξύ των δι’ιδιαιτέρας φιλίας, η οποία οφείλεται όχι μόνον εις το ότι ήσαν συμπατριώται, αλλά και προ παντός εις το ότι ο Ανδρέας υπήρξεν ο πρώτος ανακοινώσας εις αυτούς το χαρμόσυνον μήνυμα της ευρέσεως του Μεσσίου.
Ο Ανδρέας μετά του Φιλίππου μέχρι της Πεντηκοστής Ο Φίλιππος και ο Ανδρέας παρουσιάζονται μαζύ και εις την περίπτωσιν της διατροφής των πεντακισχιλίων διά του πολλαπλασιασμού των πέντε άρτων. Ο Κύριος τότε απηυθύνθη πρώτον εις τον Φίλιππον και, δοκιμάζων την πίστιν αυτού, ερωτά: Από πού θα αγοράσωμεν άρτους διά να φάγουν τα πλήθη ταύτα;
Και ο Φίλιππος ευρίσκει αδύνατον να χορτασθούν αι χιλιάδες εκείναι των ευλαβών ακροατών, έστω και αν διετίθετο το ογκώδες δια την εποχήν εκείνην, αλλά και διά το πτωχότατον ταμείον των δώδεκα ποσόν των διακοσίων δηναρίων (επτά χρυσών λιρών). Παρεμβαίνων τότε ο Ανδρέας λέγει ότι υπήρχεν εκεί παιδάριον, το οποίον είχε πέντε άρτους κριθίνους και δύο οψάρια. Αλλά ταύτα, προσθέτει ο Ανδρέας, «τι εστίν εις τοσούτους;» Τί είναι αυτά τα ολίγα διά να χορτασθή το πεινασμένον αυτό πλήθος;
Εις άλλην μίαν περίπτωσιν μας παρουσιάζει τον Φίλιππον και τον Ανδρέαν, μαζύ πάλιν ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Και η περίπτωσις αύτη είναι, όταν Έλληνές τινες εξ εκείνων, οι οποίοι είχαν προσελκυσθή εις τη Ιουδαϊκήν θρησκείαν και οι οποίοι συνήθως ανέβαινον με τους Ιουδαίους της διασποράς εις τα Ιεροσόλυμα κατά την εορτήν του Πάσχα, ηθέλησαν να γνωρίσουν και εκ του πλησίον τον Ιησούν.
Απηυθύνθησαν ούτοι εις τον Φίλιππον, είτε διότι έφερεν όνομα ελληνικώτατον, είτε και διότι προήρχοντο από τη ελληνικήν Δεκάπολιν, την γειτνιάζουσαν εις την Γαλιλαίαν, εκ της οποίας κατήγετο και ο Φίλιππος. Αλλ’ ο Φίλιππος διστάζει να απευθυνθή μόνος προς τον Ιησούν. Και προσφεύγει διά τούτο εις τον συμμαθητήν και φίλον του Ανδρέαν. Ίσως διότι ο Ανδρέας ήτο θαρραλεώτερος αυτού και ευκολώτερον ανελάμβανε τοιαύτας πρωτοβουλίας. Ίσως και διότι ως πρωτόκλητος είχε περισσοτέραν οικειότητα προς τον Κύριον.
Δι’ αυτό και ο Φίλιππος εν προκειμένω ζητεί την βοήθειάν του. Πράγματι δε, ως αναφέρει ο Ευαγγελιστής, «Ανδρέας και Φίλιππος» απευθύνονται ομού προς τον Κύριον. Η πρόταξις του ονόματος του Ανδρέου είναι αρκούντως χαρακτηριστική και υποδηλοί ότι την πρωτοβουλίαν της εισηγήσεως έλαβεν ήδη ο Ανδρέας.
Κατά την ανάληψιν του Κυρίου ευρίσκεται και αυτός αυτόπτης ταύτης μετά των λοιπών αποστόλων του και συγκαταριθμείται ρητώς υπό του Λουκά, του συγγραφέως των Πράξεων, εις τους εν τω υπερώω εγκαταμένοντας, οίτινες «ήσαν προσκαρτερούντες ομοθυμαδόν τη προσευχή» μαζύ με τας πιστάς εις τον Κύριον γυναίκας και με την Μαριάμ την μητέρα του Κυρίου και με τους εκ της πρώτης γυναικός του Ιωσήφ αδελφούς αυτού (Πραξ. α',13,14).
Αναμφιβόλως ο Πρωτόκλητος παρίστατο εν τω υπερώω και κατά την ημέραν της Πεντηκοστής και ήτο και αυτός εις εξ εκείνων, επί τους οποίους κατήλθε το Πνεύμα το Άγιον εν είδει πυρίνων γλωσσών και οι οποίοι «ήρξαντο λαλείν ετέραις γλώσσαις, καθώς το Πνεύμα εδίδου αυτοίς αποφθέγγεσθαι» (Πραξ. β’3-4). Ουδέν έτερον εκ της Καινής Διαθήκης πληροφορούμεθα περί της μετέπειτα αποστολικής δράσεως του αποστόλου Ανδρέου. *Εκ του ιστολογίου <<Μυριόβιβλος>>. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.