ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

ΕΝΑ ΛΕΠΤΟΝ ΤΟΥ π.ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ




Ἕν λεπτόν! 
Δὲν πρόκειται ἐδῶ περὶ χρήματος, αλλὰ περὶ κάτι ἄλλου, τοῦ ὁποῖου ἡ ἀξία εἶνε ἀπείρως μεγαλυτέρα τοῦ χρήματος. 
Πρόκειται περὶ τοῦ χρόνου, 
περὶ τῆς ἐλαχίστης ἐκείνης ὑποδιαιρέσεως τῆς ὥρας, ἡ ὁποία, ὡς γνωστόν, ὑποδιαιρεῖται εἰς 60 πρῶτα λεπτά, καὶ ἕκαστον πρῶτον εἰς 60 δεύτερα. 
Λεπτὸν καὶ λεπτόν!


του π. Αυγουστίνου Καντιώτη


Λεπτὸν τοῦ χρήματος καὶ λεπτὸν τῆς ὥρας. Ποῖον ἀπὸ τὰ δύο προτιμᾶτε; Ἕν πρῶτον λεπτὸν τῆς ὥρας! Αὐτὸ τὸ ἐλάχιστον μόριον τοῦ χρόνου ποίαν ἀξίαν ἔχει; Ὤ! ἀγαπητέ μου ἀναγνῶστα, ἐὰν μποροῦσες νὰ ἐννοήσης καὶ αἰσθανθῆς καὶ κάμης καλὴν χρῆσιν τοῦ ἑνὸς λεπτοῦ, τότε δὲν θὰ ὡμιλοῦσες μετὰ τόσης περιφρονήσεως περὶ τοὺ ἑνὸς αὐτοῦ λεπτοῦ τῆς ὥρας. Θέλεις νὰ ἴδης τὴν ἀξίαν του; Πήγαινε, μὴ τρομάξης, πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦν εἰς «τὸν κάτω κόσμον», εἰς τὸν Ἄδην. Ἐπισκέψου μὲ τὸν ποιητὴν Δάντην διὰ τῆς φαντασίας τὰς ψυχὰς τῶν κολασμένων ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν. 


Μὴ εἴπης˙ δὲν ὑπάρχει κόλασις. Κόλασις αἰώνιος θὰ ἤθελον καὶ ἐγὼ – λέγει ἕνας διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας – νὰ μὴ ὑπῆρχε, διότι εἶμαι ἁμαρτωλὸς καὶ φοβοῦμαι, ἀλλʼ ὑπάρχει. Ποίαν ἄλλην μεγαλυτέραν ἀπόδειξιν θέλετε περὶ τῆς κολάσεως ὑπὸ τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ τοῦ Θεανθρώπου Κυρίου, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι οἱ ἁμαρτωλοὶ πορεύσονται εἰς κόλασιν αἰώνιον; Εἰς τὴν κόλασιν λοιπόν! Νὰ περιγράψωμεν τὴν κατάστασιν τῶν κολασμένων; Ἐὰν ἧτο δυνατὸν νʼ ἀπευθύνης πρὸς ὅλας αὐτὰς τὰς ψυχὰς τὸ ἐρώτημα: Τὶ θὰ ἠθέλατε ἀπὸ τὸν «ἐπάνω κόσμον»; 


πὸ ὅλας τὰς ψυχὰς μία θὰ ἤρχετο ἀπάντησις ὡς βοὴ μεγάλη: – Ἕν λεπτὸν θὰ ἠθέλομεν νὰ μᾶς δοθῆ διὰ νὰ ἐπιστρέψωμεν εἰς τὴν προηγουμένην μας κατοικίαν. – Ἕν λεπτόν; Καὶ τὶ ἠμπορεῖτε, ὤ ψυχαί, νὰ κάμετε μέσα εἰς ἕνα λεπτόν; – Ἔργον μέγα ποὺ δὲν ἠμπορεῖ νὰ φθείρη ὁ χρόνος ὁσοιδήποτε αἰῶνες καὶ ἄν διέλθουν. Νʼ ἀναστενάξωμεν ἐκ βάθους ψυχῆς διὰ τὰ ἁμαρτήματα καὶ τὰ ἐγκλήματά μας, νὰ χύσωμεν διʼ αὐτὰ ἕνα δάκρυ εἰλικρινοῦς μετανοίας, νὰ εἴπωμεν τὸ «ἥμαρτον» τοῦ Ἀσώτου, τὸ «ἰλάσθητί μοι» τοῦ Τελώνου καὶ τὸ «μνήσθητί μου» τοῦ Ληστοῦ, καὶ νὰ σωθῶμεν. Δώσατέ μας ἕνα λεπτὸν τῆς ὥρας καὶ κρατήσατε σεῖς ὅλα τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς, ὅλους τοὺς θησαυροὺς τοῦ κόσμου. 


λλὰ τὸ λεπτόν, παρʼ ὅλας τὰς παρακλήσεις, δὲν τοῖς δίδεται. Ἡ θύρα εἶνε κεκλεισμένη διὰ παντός. Καὶ ὅμως τὰ τόσον ἀνεκτιμήτου ἀξίας λεπτὰ τοῦ χρόνου πόσον ἀσκόπως διαρρέουν, χωρὶς νὰ καταβάλλωμεν οὐδεμίαν προσπάθειαν διὰ τὴν ἀξιοποίησίν των, ἵνα μεταχειρισθῶμεν φράσιν τοῦ καιροῦ μας. Ἕκαστον λεπτὸν δύναται νὰ γίνη τσέκ, γραμμάτιον, ποὺ θὰ ἔλθη καιρὸς νὰ ἐξαργυρωθῆ εἰς τὴν Τράπεζαν τοῦ οὐρανοῦ. Μʼ ἕνα λεπτὸν δυνάμεθα νʼ ἀγοράσωμεν τὴν Αἰωνιότητα. 70 ἔτη περικλείουν 25550 ἡμέρας, 613.200 ὥρας καὶ 36.792.000 πρῶτα λεπτά! Ἄνθρωπε! Εἶσαι πολυεκατομμυριοῦχος! Ἀγαπητοὶ ἀναγνῶσται! Ἄς μὴ σπαταλήσωμεν εἰς μάταια πράγματα τὸ νέον ἔτος. 


Ἐὰν πιστεύωμεν εἰς τὴν Αἰωνιότητα, πόσα καλὰ ἔργα δυνάμεθα νὰ πράξωμεν κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο! Ἄς μὴ λησμονῶμεν τὸ τοῦ Παύλου «ἐξαγοραζόμενοι τὸν καιρόν, ὅτι αἱ ἡμέραι πονηραὶ εἰσιν».



«ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΣΠΙΘΑ»
Ἰανουάριος 1960, αρ. φύλ. 223
Αναδημοσίευση εκ του Ιστολογίου ''π. Αυγουστίνος Καντιώτης''
Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


Η ΓΙΑΓΙΑ ΤΥΛΙΓΜΕΝΗ ΣΤΟ ΠΥΡ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ




Ο χειμώνας βαρύς. 

Το χιόνι πολύ, και το κρύο τσουχτερό. 

Τα περισσότερα σπίτια ήσαν παγωμένα από την έλλειψη φωτιάς 

– και αυτό το έζησα παιδί. 

Στο σπίτι για το οποίο μιλάμε είχε πέσει μεγάλη αρρώστια. 

Αφ'ενός μεν από δυσεντερία, αφετέρου δε από ελονοσία. 

Μικροί και μεγάλοι στρωματσάδα, οι μόνοι όρθιοι που είχαν μείνει ήταν ο παππούς και η γιαγιά.

 Ένα πρωί λέγει ο παππούς: 

- Θα πάω να φέρω ξύλα από το απέναντι δάσος. 

- Που θα πας ευλογημένε, του λέει η γιαγιά, γέρος άνθρωπος; 

Το δάσος απέχει δύο ώρες, εσύ θα κάνεις τρείς.


Και πόσα ξύλα μπορείς να φέρεις εσύ, γέρος άνθρωπος; Ύστερα θα σε πιάσουν και οι Βούλγαροι.. Πού πάς; - Όχι, θα πάω. Έκανε την προσευχή του, αφού την είχε κάνει και όλη τη νύχτα. Έκανε το σταυρό του, και ξεκίνησε. Πέρασε το μεσημέρι, κόντευε έτσι απόγευμα, τρείς – τέσσερεις, και δεν είχε φανεί. Έβγαινε η γιαγιά κάθε τόσο και κοίταζε στο βάθος του χωραφόδρομου. Σε λίγο περνάει ένας γείτονας φορτωμένος στην πλάτη με λίγα ξύλα. - Έρχεται, της λέγει, ο μπάρμπα Μήτσος. Τον βοήθησε πολύ και ένας ξένος. Τελικά βλέπει η γιαγιά τον παππού μαζί με τον ξένο, να σέρνουν με σχοινιά δυο μεγάλα δένδρα. Πώς τα είχαν κόψει; Μάλλον ο ξένος θα τά'κοψε. Πλησίασαν, τα έβαλαν εκεί έξω από την αυλή, τους καλωσόρισε η γιαγιά και τους κάλεσε μέσα. Εκείνη θα έκοβε μερικά κλαδιά και θα άναβε την σόμπα, για να ζεσταθούν, και οι άρρωστοι, και ο ξένος, και ο κατάκοπος παππούς. 


Μπήκε μέσα ο παππούς, έκατσε σε ένα σκαμνί και λέγει: - Άντε βρε γυναίκα κάνε λίγο τσάι ζεστό και φέρε λίγο ψωμί. -Περίμενε, του λέει, ώσπου νάρθει ο ξένος. - Ποιος ξένος; - Να, αυτός που έσερνε μαζί σου τα δένδρα. - Κανένας ξένος δεν ήταν μαζί μου. Μόνος μου έσερνα τα δένδρα. - Πώς δεν ήταν, του λέει. Αφού σε είδε ο γείτονας. Και μάλιστα να κόβει τα δένδρα. Να τα φορτώνεται μαζί σου, να τα σέρνετε μαζί. Μα σε είδα και γω. Και τον καλωσόρισα και έξω απ’ την αυλή. - Τι λές βρέ γυναίκα. Μόνος μου ήμουνα. Και στάθηκε για λίγο. Ξαφνικά φωτίστηκε το πρόσωπό του και φωνάζει: - Άγγελος θα ήταν γυναίκα! Άγγελος θα ήταν! Γι’ αυτό λοιπόν τόσο γρήγορα τα τελείωσα και τάσερνα λές και ήταν πούπουλα. Άγγελος θα ήταν! Δόξα Σοι ο Θεός! Δόξα Σοι ο Θεός! Δόξα Σοι ο Θεός! Έλα τώρα γυναίκα να κάνουμε και εκατό μετάνοιες για να ευχαριστήσουμε τον Θεόν. Και εκατό μετάνοιες, για να πουν ευχαριστώ στο Θεό. Μάλιστα!


Η Γιαγιά Τυλιγμένη στο Πυρ του Αγίου Πνεύματος


Μια κυρία μου διηγείτο, όταν ήτο επτά χρονών περίπου, συνέβη κάτι το συνταρακτικό την παραμονή των Χριστουγέννων. Σε μια επαρχιακή πόλη της Μακεδονίας, στη μαύρη και φοβερή Κατοχή του ’41 με ’42, όπου οι εκτελέσεις και οι σφαγές των αθώων ανθρώπων ήσαν ανελέητες και αθρόες, οι φυλακίσεις και οι εξορίες φοβερές, το ξύλο και τα βασανιστήρια τρομακτικά, και η πείνα ως γνωστόν θέριζε τους πάντες. Σε όλα αυτά δυστυχώς έχω και γω προσωπική πείρα διότι πολλά είδαν τότε τα παιδικά μου μάτια. Η οικογένεια της κυρίας αυτής όταν ήτο παιδούλα, ήτο πολύ ευσεβής και ακόμα ευσεβέστεροι ο παππούς και η γιαγιά. Άνθρωποι της πολλής προσευχής και της πολλής ελεημοσύνης. Το βράδυ που ξημέρωνε Χριστούγεννα, η πεντάχρονη αδελφή της ξύπνησε και της ζήτησε να βγουν έξω στην αυλή, για να πάει στην τουαλέτα. 


Δυστυχώς εκείνη την εποχή οι τουαλέτες ήσαν έξω στις αυλές. Έξι παιδιά κοιμόντουσαν όλα κάτω στο πάτωμα, στρωματσάδα, – δεν υπήρχαν κρεβάτια και πούπουλα και παπλώματα σαν τα σημερινά. Σιγά σιγά βγήκαν έξω στο μικρό διάδρομο. Απέναντί τους ήταν το δωμάτιο του παππού και της γιαγιάς. Ξαφνιάστηκαν όμως γιατί είδαν, έντονο φως να βγαίνει από τις χαραμάδες και από τα πολλά ανοίγματα της σαραβαλιασμένης πόρτας. Πλησίασαν πιο κοντά και είδαν έντρομοι τη γιαγιά τους τυλιγμένη στις φλόγες. Άρχισαν να τσιρίζουν δυνατά, και η μεγάλη να φωνάζει: - Φωτιά, φωτιά, η γιαγιά καίγεται! Ξύπνησαν βέβαια όπως ήταν επόμενο όλοι, και πρώτοι έτρεξαν οι γονείς, οι οποίοι άνοιξαν την πόρτα, κοίταξαν μέσα, και ύστερα την έκλεισαν απαλά και σιγά σιγά. Γύρισαν στα παιδιά και τους είπαν: - Μη φοβάστε, δεν είναι φωτιά. Και με σιγανή φωνή είπε ο πατέρας στα παιδιά του: - Αυτό που είδατε παιδιά μου, δεν είναι φωτιές. Είναι οι φλόγες του Αγίου Πνεύματος που μοιάζουν με φωτιές. Για κοιτάξτε τώρα… Σιγά σιγά σβήνουν. 


Έτσι γίνεται πάντοτε. Όταν η γιαγιά και ο παππούς προσεύχονται και μάλιστα τις πιο πολλές φορές όλη τη νύχτα. Διότι αν δεν προσηύχονταν τόσο πολύ, ο παππούς και η γιαγιά, όπως και ποιος ξέρει, πόσοι άλλοι άγνωστοι χριστιανοί, δεν θα μας είχαν πετσοκόψει όλους τα Βουλγαρικά τότε στρατεύματα κατοχής. Από τέτοιες προσευχές και αγρυπνίες δεν θα αφήσει να χαθεί ποτέ η Ελλάδα η πατρίδα μας, ούτε και η Ορθοδοξία. «Αυτά ήσαν τα λόγια του πατέρα μας, την αξέχαστη εκείνη νύχτα των Χριστουγέννων», μου είπε η κυρία και συνέχισε λέγοντας: «Πολλές φορές από τότε, είδα τον παππού και τη γιαγιά να προσεύχονται όλη την νύχτα. Και όσες φορές επέτρεψε ο Θεός, στην παιδική μου τότε αθωότητα, έβλεπα να καίγονται σαν λαμπάδες από τις φλόγες της Πεντηκοστής. Έτσι μας έμαθαν να γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα οι γονείς μας. Με προσευχή και με Δοξολογία. Με εκκλησιασμό και Θεία Κοινωνία». 


Και η κυρία αναλύθηκε σε λυγμούς. Και τώρα να σας ρωτήσω χριστιανοί μου. Ποιος άραγε από μας τους σημερινούς χριστιανούς, περιμένει τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά το βράδυ με προσευχή; Πόσοι και πόσοι από τους σημερινούς παππούδες και γιαγιάδες, σηκώνονται για να προσευχηθούν κατά την διάρκειαν της νύχτας; Να ανάψουν το καντήλι και να θυμιατίσουν; Πόσοι γονείς και πόσοι πατέρες και μητέρες αγρυπνούν την νύχτα για να κάνουν μετάνοιες, σταυρωτά κομποσχοίνια, να κλάψουν, να συντριβούν και να προσευχηθούν πολύ; Αλήθεια, πόσοι από τους σημερινούς Νεοέλληνες Ορθοδόξους Χριστιανούς που έχουν άλλοι παιδιά, και άλλοι παιδιά και εγγόνια, πονάνε, κλαίνε και αγρυπνούν, έστω για μια ώρα, για το ηθικό κατρακύλισμα των παιδιών μας, για την διαφθορά και τις εκτρώσεις, για την αναρχία και τα ναρκωτικά, για τα εύκολα διαζύγια, και τα νόθα παιδιά, για τις αιρέσεις και τα σκάνδαλα, που κλονίζουν κάθε τόσο χιλιάδες αδύνατες ψυχούλες; Πόσοι αλήθεια χριστιανοί αγρυπνούν σήμερα; 


Όχι αδελφοί μου. Δυστυχώς σήμερα οι Νεοέλληνες Ορθόδοξοι Χριστιανοί δεν προσεύχονται. Καιόμως περνούν ατέλειωτες ώρες μπροστά στην τηλεόραση. Άντρες, γυναίκες και παιδιά, παππούδες και γιαγιάδες, όλοι χαζεύουν και αποβλακώνονται και διαστρέφονται μπροστά σ’ αυτό το διαβολοκούτι. Έτσι όχι μόνον δεν προσεύχονται και δεν αγρυπνούν οι Νεοέλληνες σήμερα Ορθόδοξοι χριστιανοί, αλλά ούτε και εγκρατεύονται. Δεν νηστεύουν! Και αν δεν μπορούν λόγω υγείας, δεν νηστεύουν τουλάχιστον στις αισθήσεις τους. Δε νηστεύουν με τη γλώσσα τους. Δε θυμιατίζουν το σπίτι πρωί και βράδυ, δεν μελετάνε Αγία Γραφή, δεν κάνουν προσευχή στο τραπέζι, δεν εκκλησιάζονται κάθε Κυριακή τουλάχιστον ένας από κάθε οικογένεια. Δεν εξομολογούνται. Δε συμμετέχουν στην Θεία Κοινωνία. Δεν σέβονται τις παραδόσεις. Δεν τηρούν τις Ευαγγελικές εντολές και δεν πολεμούν τα πάθη και τόσα άλλα.



Και επειδή ακριβώς δεν σηκώνουμε τα χέρια μας κάθε βράδυ στο Χριστό με καθαρή καρδιά, 

γι’ αυτό και βλέπουμε τόσα ερείπια και τόσα ηθικά ναυάγια να συσσωρεύονται γύρω μας. 

Πάμε δυστυχώς κάθε μέρα απ’ το κακό στο χειρότερο… 

Ο Θεός να μας λυπηθεί...



Αντιγραφή από το Ιστολόγιο ''Πενταπόσταγμα''
Τίτλος,επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΟ ΜΕΤΩΠΟ




Προφυλακές Ὀλύτσικα Ἠπείρου, 


24 Δεκεμβρίου 1912



Ὅλοι ὑπερήφανοι


Ξαστεριά· κλαράκι δὲν κουνιέται. 

Τὸ φεγγάρι φωτίζει καθαρά, κατακάθαρα τὰ βουνὰ τῆς Μανωλιάσας καὶ τοῦ Ὀλύτσικα, 

ποὺ τέτοια ὥρα μᾶς φαίνονται διπλὰ στὸν ὄγκο καὶ στὸ ὕψος. 

Μπορεῖ κανεὶς νὰ διακρίνη τὶς προφυλακές μας ἐπάνω σ’ αὐτά, σωροὺς ἀπὸ φαντάρους ριγμένους 

τὸν ἕνα ἐπάνω στὸν ἄλλο, νὰ ξεκουράζωνται στὴν ἀστροφεγγιά, ποὺ εἰναι γι’ αὐτοὺς πολύτιμη·


γιατὶ δὲν ἀφήνει τοὺς Ἀρβανίτες νὰ μεταχειριστοῦν ἕναν ἀπὸ τοὺς φοβεροὺς τρόπους ποὺ ξέρουν, τὸν αἰφνιδιασμό, γιὰ νὰ φτάσουν στὴ γραμμὴ καὶ νὰ τοὺς ἐπιτεθοῦν. Θ’ ἀναπαυτοῦν ἀπόψε. Ποῦ καὶ ποῦ κανένας ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες μας πετιέται ξαφνικὰ καὶ δός του ἐπάνω κάτω νὰ ζεστάνη λίγο τὸ παγωμένο του κορμί. Τὸ δυνατὸ κρύο μᾶς περονιάζει τὰ κόκκαλα καὶ κάνει τὴ μέση μας καὶ τὶς πλάτες νὰ πονοῦν. ―Μιὰ βραδυὰ εἶναι καὶ αὐτὴ καὶ θὰ περάση, βρὲ παιδιά· ὅλοι ὑποφέρουν σήμερα γιὰ τὴν πατρίδα· ὅλα θὰ περάσουν, εἶπα. Οὔτε κουβέντα πιά… Γύριζα καὶ δὲν μποροῦσα νὰ βγάλω ἀπὸ τὸ μυαλό μου, ὅτι ἡ βραδυὰ ἐκείνη ἡταν Χριστουγεννιάτικη. Ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες μου κανένας δὲν τὸ εἶχε σκεφτῆ. Ἤμουν νευρικὸς καὶ προσπαθοῦσα νὰ συνηθίσω τὸν ἐαυτό μου στὴ συγκίνηση ποὺ θὰ δοκίμαζα μὲ τὴ χαρὰ τῶν στρατιωτῶν μου γιὰ κάτι ἔκτακτο ποὺ τοὺς προετοίμαζα. Βρισκόμουν ἀπέξω ἀπὸ τὸ καλυβάκι μας, όταν ἄκουσα τὸ στρατιώτη, ποὺ ἔγραφε ἕνα γράμμα, νὰ ρωτᾶ πόσες τοῦ μηνὸς εἴχαμε. ―Ρώτα τὸν κὺρ λοχία, τοῦ εἶπε ἕνας.


Εἴκοσι τέσσερες, τοῦ φώναξα κι ἀποτραβήχτηκα βιαστικός. ―Βρὲ παιδιά, εἴκοσι τέσσερες! Παραμονὴ Χριστούγεννα σήμερα καὶ δὲν τὸ σκεφτήκαμε… Γιὰ σκεφτῆτε, βρὲ παιδιά…Ἔφτασαν στ’ αὐτιά μου τὰ λόγια αὐτὰ ἀπὸ δέκα στόματα. Εἶχα ἀρκετὰ τραβηχτῆ ἀπὸ τὸ φυλάκιο, ὅταν εἶδα τοὺς φαντάρους μου ἕνα ἕνα νὰ βγαίνουν ἀπὸ τὸ καλυβάκι καὶ νὰ μὲ πλησιάζουν· σὲ λίγο ἦταν ὅλοι γύρω μου. ―Ἀκοῦς, Χριστούγεννα, κὺρ λοχία, καὶ νὰ μὴν τὸ καταλάβωμε καθόλου. Πῶς θὰ τὴν περάσουν τὴν αὐριανὴ μέρα τὰ καημένα τὰ σπίτια μας… Ἄχ! δόλια μάνα! Καὶ κοίταζαν ὁ ἕνας τὸν ἄλλο καὶ ὅλοι μαζὶ ἐμένα. Τὶ ζητοῦσαν ἀπὸ μένα; Κι ἐγὼ εἶχα σπίτι καὶ μάνα· ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἐγὼ ἤμουν ὁ μόνος ἀνώτερός τους ἐκεῖ. Ἤμαστε ὅλοι περισσότερο περήφανοι, γιατὶ μιὰ τέτοια μέρα τόσο ὑποφέραμε· ἤμουν ἀκόμη πιὸ εὐτυχὴς ἐγώ, γιατὶ περίμενα ἔπειτα ἀπὸ λίγο κάτι νὰ παρουσιάσω στοὺς στρατιῶτες μου, ποὺ ἀπὸ μέρες τώρα ζοῦσαν μόνο μὲ ψωμί, καὶ αὐτὸ σὰν ἀντίδωρο. Σὲ λίγο ἕνας ἕνας τραβήχτηκαν στὸ καλυβάκι, κι ἔμεινα μόνος. Παραμονὴ Χριστούγεννα! Πῶς περνούσαμε ἄλλες χρονιὲς μὲ τὸν πατέρα, τὴ μητέρα καὶ τ’ ἀδερφάκια μας! 


πὸ νωρὶς ψώνια καὶ ψώνια, Τὰ μικρὰ τί χαρές! Γέμιζε τὸ σπίτι ἀπὸ γέλια κι ἀπαιτήσεις. —Μαμά, τὸ βράδυ νὰ μὲ σηκώσης νὰ πάω στὴν ἐκκλησία. —Καλά, κοιμήσου τώρα, ἂν θέλης νὰ σηκωθῆς. Πῶς πεταγόμαστε τὴ νύχτα ἀπὸ τὸν ὕπνο, όταν ἀκούγαμε τὸ γλυκό, χαρμόσυνο ἦχο τῆς καμπάνας. Στὸ δρόμο ἐκεῖνο τὸ βράδυ κανένας φόβος· ἕνας ἕνας, νέοι, γέροι, γριές, παιδιά, χωμένοι στὰ παλτά τους, τραβοῦσαν γιὰ τὴν ἐκκλησία· ἀλήθεια, πῶς μᾶς ἄρεσε κι ἐμᾶς τῶν παιδιῶν ἡ ἐκκλησία ἐκεῖνο τὸ βράδυ. Καὶ τὴν ἄλλη μέρα τί χαρά! Χριστόψωμα, γαλοποῦλες, φροῦτα· παντοῦ ἑορτάσιμα ροῦχα, στὰ σπίτια, στοὺς δρόμους, παντοῦ. Οὔτε σχολεῖο ἐκεῖνες τὶς ἡμέρες οὔτε τίποτε. Καὶ τώρα, ἐπάνω στὸν ᾽Ολύτσικα, ἔχομε τὸ κανόνι γιὰ καμπάνα καὶ τὸ ὕπαιθρο γιὰ ἐκκλησία· κάτι εἴμαστε κι ἐμεῖς τώρα. Πολλὲς φορὲς ὁ στρατηγὸς θὰ σκέφτηκε: «καὶ ἀπὸ κεῖ καλὰ εἴμαστε ἀσφαλισμένοι». Καὶ οἱ στρατιῶτες ἐπάνω στὴ Μανωλιάσα, ποὺ τοὺς φυλάγαμε τὰ πλευρά, πάντα πιὸ ῆσυχα θὰ κοιμόνταν, ὅταν μᾶς ἔνιωθαν πλάϊ τους. Τί τιμὴ ἀλήθεια! Καλὰ ἧταν τὰ περασμένα Χριστούγεννα, ἀλλὰ τὰ τωρινὰ εἶναι ἐκεῖνα ποὺ δὲ θὰ ξεχάσωμε ποτέ. 


Οἱ στρατιῶτες μου κοιμοῦνται· τί ὄνειρα νὰ βλέπουν; Ἀσφαλῶς οἱ περισσότεροι θὰ εἶναι στὰ σπίτια τους, μερικοὶ καὶ στὴν ἐκκλησία τοῦ χωριοῦ τους. Ἑτοιμασίες. Βήματα ἀπὸ τὸ μονοπάτι, ποὺ εἶχα προσδιορίσει γιὰ τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ Δεναξᾶ καὶ τοῦ Πράγια, μὲ ἔκαναν νὰ τρέξω πρὸς τὰ ἐκεῖ. —Καλῶς ὥρισες, Δεναξᾶ· τί γίνεται, βρὲ παιδί; ποῦ εἷναι ὁ Πράγιας; —Γειά σου, κὺρ λοχία· χρόνια πολλά· μὲ τὸ καλὸ στὰ σπίτια μας, καὶ τοῦ λόγου σου μὲ μακρὺ σπαθί. Μὲ μακρὺ σπαθί· ὥστε τὸ καταλάβαιναν οἱ στρατιῶτες μου, ὅτι κάτι μπορoῦσε νὰ βγῆ καὶ γιὰ μένα ἀπὸ τὴ νίκη, σκέφτηκα. —Ὁ Πράγιας, κὺρ λοχία, ἐξακολούθησε ὁ Δεναξᾶς, ψήνει τὸ κρέας κάτω στὴ ρεματιά· σὲ μιὰ ὥρα θὰ εἶναι ἕτοιμο· ἕξη ὀκάδες χοιρινὸ πρώτης γραμμῆς· ἔχομε κι ἁλάτι καὶ πιπέρι· ἕνα παγούρι κονιάκ, τρία κουτιὰ λουκούμια καὶ δυὸ ψωμιὰ χωριάτικα, φίνα· μοῦ εἶπε ὁ ὑποσιτιστής, ότι θά μᾶς στείλουν καὶ χριστόψωμα, ἀλλὰ αὐτά, νὰ σοῦ πῶ, κὺρ λοχία, δὲν τὰ περιμένω· εἶδα νὰ δουλεύουν δυὸ τρεῖς στοὺς φούρνους, ἀπὸ ἐκείνους, ποὺ δὲν ἔλεγαν καλημέρα σὲ φούρναρη στὴν πατρίδα. —Ἄφησε τὰ σακκίδια, Δεναξᾶ, ἀπέξω ἀπὸ τὸ καλύβι καὶ πήγαινε, παιδί μου, νὰ βοηθήσης τὸν Πράγια. Πραγματική λειτουργία. 


φυγε κι ἐγὼ τράβηξα στὸ καλύβι. Τοὺς βρῆκα ὅλους νὰ κοιμοῦνται. —Ἔ, παιδιά, σηκωθῆτε, τοὺς εἶπα ἐπιτακτικά· δὲ σεβάστηκα ἐκείνη τὴ στιγμὴ τὸν ὕπνο τους. Ξαφνιασμένοι πετάχτηκαν ὅλοι ἐπάνω καὶ ἅπλωσαν τὰ χέρια στὰ τουφέκια. —Τί εἶναι; τί τρέχει, κὺρ λοχία; Εἶχαν συνηθίσει τόσον καιρὸ σὲ τέτοια ξυπνήματα. —Καθίστε κάτω, τοὺς εἶπα· ἀφῆστε τὰ ὅπλα δὲν εἶναι τίποτε· κάτι ἤθελα νὰ σᾶς πῶ. Κάθισαν ὁ ἕνας δίπλα στὸν ἄλλο, τακτοποιώντας τοὺς μανδύες καὶ τὶς παλάσκες τους, ποὺ τόσον καιρὸ τώρα ἔγιναν ἀναπόσπαστες ἀπὸ τὴν τουαλέττα τοῦ ὕπνου τους. —Ἀκοῦστε, παιδιά, νὰ σᾶς πῶ. Τέτοια μέρα καὶ ὥρα -ἦταν περασμένα μεσάνυχτα- οί καμπάνες στὰ χωριὰ καὶ στὶς πόλεις χτυποῦν καὶ οἱ Χριστιανοὶ πηγαίνουν στὴν ἐκκλησία, νὰ γιορτάσουν τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ μας καὶ νὰ τοῦ ζητήσουν τὴν εὐλογία του. 


Κι ἐμεῖς ἐδῶ ἐπάνω, ποὺ εἴμαστε, δὲν πάψαμε νὰ εἴμαστε Χριστιανοὶ καὶ νὰ ἔχωμε ἀκόμη περισσότερη ἀνάγκη ἀπὸ τὴ βοήθειά του. Γι’ αὐτὸ κι ἐγὼ σᾶς ξύπνησα, νὰ κάνωμε τὴν προσευχή μας καὶ νὰ ποῦμε κανένα χριστουγεννιάτικο τροπάριο· ἐγὼ ξέρω μερικά, καί, ἂν ξέρη καὶ κανένας ἀπὸ σᾶς, τὸ λέει· δὲν ἔκανα καλά, παιδιά; —Καλὰ ἔκανες, κὺρ λοχία. Γονάτισα καὶ γονάτισαν καὶ οἱ στρατιῶτες μου· ἔκανα τὸ σταυρό μου, τὸν ἔκαναν κι αὐτοὶ μὲ τὸ κεφάλι κάτω. —«Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε…», ἀκούστηκε σιγανή, ραγισμένη ἀπὸ τὴ συγκίνηση, ἡ φωνή μου. Μερικοὶ στρατιῶτες μου σταυροκοποῦνται διαρκῶς καὶ ἄλλοι σταματοῦν γιὰ λίγο, γιὰ νὰ ξαναρχίσουν πάλι· ὅλοι μουρμουρίζουν καὶ βοηθοῦν. Τὰ δάκρυά μας κατρακυλοῦν στὶς ἄπλυτες γενειάδες μας· ἡ συγκίνηση μᾶς παραλύει τὰ σαγόνια καὶ μᾶς κόβει τὴ φωνὴ στὸ λαρύγγι. Δὲν ξέρω πῶς τελείωσε ἐκεῖνο τὸ τροπάρι· ἕνας στρατιώτης ἀρχίζει τώρα δυνατώτερα: — «Ἡ Παρθένος σήμερον τὸν ὑπερούσιον τίκτει…». Βοηθοῦμε ὅλοι, κρατοῦμε τὸ ἴσο. Ἡ πρώτη συγκίνηση πέρασε καὶ ἡ ψαλμωδία μας τώρα ἀκούγεται πιὸ ἁρμονική. Δυὸ στρατιῶτες μου κρυφομιλοῦν καὶ πιάνοντας τὰ τουφέκια τους ἑτοιμάζονται νὰ βγοῦν. 


Τοὺς κοίταξα στὰ μάτια. ―Νὰ ἔρθουν κι ἐκεῖνοι οἱ καημένοι, ν’ ἀκούσουν λίγη λειτουργία, μοῦ εἶπαν καὶ ὑπονοοῦσαν τοὺς διπλοσκοπούς. Κι ἔφυγαν. Τὰ λόγια αὐτὰ μὲ συγκίνησαν τόσο πολύ, ποὺ νόμισα γιὰ μιὰ στιγμή, ότι θὰ σταματήση ἡ καρδιἀ μου. Τὸ στῆθος μου στένευε, τὰ μάτια μου ἔτρεχαν, τὁ σῶμα μου ἔτρεμε. Λειτουργία! Πραγματικὴ λειτουργία ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ εἶχε ἐξαγνίσει ὁ πόλεμος καὶ ποὺ τὴν καρδιά τους πλημμύριζαν τὰ πιὸ εὐγενικὰ αἰσθήματα. Ἠταν πραγματικὴ προσευχὴ ἐκείνη. «Ἡ γέννησίς Σου, Χριστέ, ὁ Θεὸς ἡμῶν», ψάλλαμε τώρα. Τὴ στιγμὴ ἐκείνη οἱ διπλοσκοποί, ποὺ τοὺς ἄλλαξαν οἱ ἄλλοι δυό, ποὺ βγῆκαν πρωτύτερα, πρόβαλαν τὸ κεφάλι τους στὸ καλύβι. Ἔκαναν τὸ σταυρό τους καὶ γονάτισαν κι αὐτοί. Δὲν ξέραμε τίποτε ἄλλο νὰ ποῦμε κι ἡ λειτουργία τελείωσε. Ἡ συγκίνησή μας. Οἱ στρατιῶτες μου σταυροκοπιόνταν ἀκόμη, ὅταν γύρισα μὲ τὸ σακκίδιο, ποὺ εἶχε ἀφήσει ἔξω ἀπὸ τὸ καλύβι ὁ Δεναξᾶς. 


νοιξα ἕνα κουτὶ λουκούμια καὶ τὸ πρότεινα στοὺς στρατιῶτες μου νὰ πάρουν ἀπὸ ἕνα· τὸ πῆραν. Τοὺς ἔδωσα καὶ τὸ παγούρι μὲ τὸ κονιάκ. ―Πιέτε λιγάκι, παιδιά, νὰ ζεσταθῆτε καὶ νὰ εὐχηθῆτε γιὰ τὴ σημερινὴ ἡμέρα. Ἥπιαν ὁλοι καὶ τελευταῖος ἐγώ. Ἐτρέμαμε ὁλοι· μερικοὶ δὲν μπορούσαμε οὔτε νὰ εὐχηθοῦμε· σηκώναμε μόνο τὸ παγούρι στὴν ὑγειὰ τῶν ἄλλων, χωρὶς νὰ μιλοῦμε καθόλου. Νὰ καὶ ὁ Δεναξᾶς μὲ τὸν Πράγια μὲ τὸ ψημένο κρέας τεμαχισμένο σ’ ἕνα ἀντίσκηνο· οἱ στρατιῶτες τὰ ἔχασαν. ―Ἄ! κὺρ λοχία, ποιός τὸ περίμενε! Κι ἔνιωθα τὰ χέρια τους νὰ μοῦ χαϊδεύουν τὰ γένεια, τὰ μαλλιά, τὶς πλάτες· ἡ εὐγνωμοσύνη τους γιὰ τὴ μικρή μου φροντίδα γι’ αὐτοὺς μιὰ τέτοια μέρα ξέσπασε στὰ χάδια ἐκεῖνα. Πόσο ἤμουν εὐχαριστημένος γιὰ τὴ δική τους εὐχαρίστηση. 



―Ἐμπρός, παιδιά·

 τρῶτε καὶ ὁ Θεὸς νὰ δώση τὸ Πάσχα νὰ τὸ κἀνωμε στὰ σπίτια μας νικητές. 

Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι ὅλοι ψαχουλεύαμε, χωρὶς νὰ τρώη κανείς.

 Ἡ συγκίνηση μᾶς εἶχε κόψει τελείως τὴν ὄρεξη.

 Ὅποτε τὰ θυμήθηκα τὰ Χριστούγεννα ἐκεῖνα, ποτὲ δὲν μπόρεσα νὰ συγκρατήσω τὴν καρδιά μου

 νὰ μὴν τρέμη καὶ τὰ μάτια μου νὰ μὴν τρέχουν…



Ανθολόγιον Στ' Δημοτικού 1952



Χαράλαμπος Βασιλογιώργης


ΚΑΝΕΙΣ ΑΓΙΟΣ ΔΕΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗΘΗΚΕ ΜΕ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ




προσευχή εἶναι πράξη Ἱερά καί Ἁγία πού ἀπευθύνεται στόν Τριαδικό Θεό καί δέν ἐπιτρέπεται ὁ πιστός νά ἔρχεται διά τῆς συμπροσευχῆς σέ κοινωνία μέ τήν αἵρεση, πού βλασφημεῖ... τόν Χριστό καί πολεμᾶ τήν Ἐκκλησία Του. Οἱ οἰκουμενιστές ἐκμεταλλεύονται κάθε εὐκαιρία γιά νά συμπροσευχηθοῦν μέ ὅλο τό φάσμα τῶν αἱρετικῶν καί κακοδόξων, ἀλλά καί τῶν ἀλλοθρήσκων. Αὐτό ὅμως γιά κάθε ὀρθόδοξο εἶναι ἐντελῶς ἀπαράδεκτον, διότι ἡ συμπροσευχή προϋποθέτει τήν κοινή πίστη καί τήν λειτουργική κοινωνία. Ἕνας Ὀρθόδοξος δέν μπορεῖ παρά νά συμπροσεύχεται μόνον μέ Ὀρθοδόξους. Ἀνέκαθεν αὐτή ἦταν ἡ θέση τῆς Ἐκκλησίας μας καί αὐτό τό ἐκφράζουν ἐξ ἀρχῆς οἱ 45ος καί 65ος Ἀποστολικοί Κανόνες. 

ναφέρονται μάλιστα καί οἱ κυρώσεις ὅσων ἐνεργοῦν ἀντίθετα ἀπό αὐτά πού διδάσκει τό Πνεῦμα τό Ἅγιον. Ἐπειδή ὁρισμένοι ὑποστηρίζουν ὅτι οἱ κανόνες πού ἀπαγορεύουν, ἀλλά καί καταδικάζουν, τήν συμπροσευχή, ἐννοοῦν μόνο τήν τέλεση τῆς λατρείας μέ τούς αἱρετικούς, δηλαδή τό "συλλείτουργο", ἐπιβάλλεται νά τονισθεῖ (καί αὐτό τό βλέπουμε στήν ἴδια τήν πράξη τῆς Ἐκκλησίας), ὅτι οἱ Ἱεροί Κανόνες καταδικάζουν καί αὐτή τήν λεγομένη "ἁπλῆ συμπροσευχή". Ἡ συμπροσευχή δέν ἐπιτρέπεται οὔτε "κατ᾽ οἰκονομίαν" ἀπό τούς ὑψηλά ἱσταμένους στήν Ἐκκλησία, διότι αὐτό, ἐκτός τῶν ἄλλων, δημιουργεῖ (κακῶς βεβαίως) προηγούμενο καί οἱ οἰκουμενιστές τό προβάλλουν ὡς πράξη πού δύναται κατ᾽ αὐτούς νά ἐπαναλαμβάνεται, ἐνῶ ἐπί τῆς οὐσίας εἶναι παράδειγμα πρός ἀποφυγήν.


προσευχή εἶναι πράξη Ἱερά καί Ἁγία πού ἀπευθύνεται στόν Τριαδικό Θεό καί δέν ἐπιτρέπεται ὁ πιστός νά ἔρχεται διά τῆς συμπροσευχῆς σέ κοινωνία μέ τήν αἵρεση, πού βλασφημεῖ... τόν Χριστό καί πολεμᾶ τήν Ἐκκλησία Του. Ἀλλά, αὐτή ἡ εὐλογημένη ἀπαγόρευση βοηθᾶ καί τόν ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας νά ἐννοήσει ὅτι εὑρίσκεται στήν πλάνη καί στήν αἵρεση καί κυρίως ὅτι εἶναι ἀνάγκη νά ἐπιστρέψει στήν Ἐκκλησία, πού φυσικά εἶναι μία καί ὄχι πολλές. Ἀλλά καί στό θέμα αὐτό μᾶς καθοδηγοῦν οἱ ἴδιοι οἱ Ἅγιοι: α) Οὐδείς Ἅγιος εἶχε καί ἔχει συμπροσευχές μέ αἱρετικούς. β) Οἱ φωτισμένοι καί θεούμενοι εἶναι αὐτοί πού μᾶς καθοδηγοῦν στό "τί εἶναι καί πῶς πρέπει νά γίνεται ἡ προσευχή"! Οἱ οἰκουμενιστές, μέ τίς συμπροσευχές τους, τό μόνο πού ἀποδεικνύουν εἶναι ὅτι οὐδεμία σχέση ἔχουν μέ τούς Ἁγίους καί ὅτι, παρά τίς "ἀγαπολογίες" καί "προσευχοβατολογίες", οὐδεμία γνώση ἔχουν περί τῆς αὐθεντικῆς, σώζουσας καί ἁγίας προσευχῆς πού στήν κάθε γενεά παραδίδουν οἱ Ἅγιοι.


πομένως, ἤ ὁ πιστός (κληρικός, μοναχός, λαϊκός) γνωρίζει τί ἐστί προσευχή καί ἐφαρμόζει τούς Ἱερούς Κανόνες κάνοντας ὑπακοή στούς Ἁγίους, ἤ συμμετέχει στά "συμπροσευχητικά θέατρα" καί στά "φαιδρά συλλείτουργα" καί ἀποδεικνύεται παντελῶς ἄσχετος, τό ὀλιγώτερον, μέ τό πνεῦμα καί τό βίωμα τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὅσοι διδάσκουν τά ἀντίθετα, ἄς μᾶς φέρουν ἔστω καί ἕναν Ἅγιο πού τά ἐδίδασκε καί ἔκανε συμπροσευχές μέ αἱρετικούς, ἤ ἄς μᾶς δείξουν ἕναν αἱρετικό ὁ ὁποῖος, μέσῳ τῶν "συμπροσευχῶν", νά ἔχει ἐπιστρέψει στήν Ὀρθοδοξία.


Αντιγραφή από το Ιστολόγιο ''Ομολογία Πίστεως''
Επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


(Χριστοΰφαντος)


ΤΗΝ ΠΑΡΘΕΝΙΑΝ ΤΩΝ ΛΟΓΙΣΜΩΝ ΣΟΥ ΠΡΟΣΕΞΕ




Δια να έλθει το δάκρυ,
πρέπει να είναι καθαρή η καρδία, ο νους,
χωρίς ξένους διαλογισμούς.
Είμαι 80 ετών Γέρων,
και ούτε μικρό παιδί δεν έχω φιλήσει.
Αγαπήστε την καθαρότητα «και πας ο έχων την ελπίδα ταύτην επ' αυτώ αγνίζει εαυτόν,
καθώς Εκείνος αγνός εστί».



Πρόσεξε ν' αποκτήσεις την παρθενία των λογισμών σου.
Μη σκέπτεσαι τίποτα πού θα σου αποσπά τον νουν από τον θεόν.
Την παρθενία των λογισμών σου πρόσεξε.
Το παν ξεκινά από τους λογισμούς και την καρδίαν.
Πρέπει να κάμει το παν ο άνθρωπος, να τους κατευθύνει εκεί που πρέπει.
Να παρακαλούμε τον Θεόν και Εκείνος θα βοηθήσει.
Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησέ μας. Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησέ μας να λέγωμεν
και ό Θεός θα βοηθήσει.
Διάκρισης και «τέχνη» δι' όλα χρειάζεται.



Η σάρκα δεν σε φταίει Εσύ φταις! θέλεις και γίνεται, δεν θέλεις, δεν γίνεται. Θέλω πρώτα και έπειτα λαμβάνω όργανο την σάρκα. Θέλατε και ήλθατε. Αν δεν θέλατε, δεν θα ερχόσαστε. Δεν ημπορούσε να ελθη ή σάρκα μόνη της. Το πάν ή θέλησις! Ο νους σου, που μένει; τι μελετάει; ηδυνήθη να καθαρίσεις τον νουν από τα κοσμικά; Τα μάτια σου, τ' αυτιά σου να τα προσεχής. Άσχημα να μη βλέπουν, άσχημα να μη ακούν. Απολαύσετε την πνευματική ζωή. Δεν υπάρχει τίποτε γλυκύτερο απ' αυτήν. Ό άγων είναι σκληρός, είναι γλυκείς Όπως οί στέφανοι. Δριμύς ό χειμών, γλυκύς ό παράδεισος. Στα πνευματικά, είναι ανοιχτή ή καρδία: αγάπη, χαρά. 


Την χαρά πού παίρνουμε εμείς από τα πνευματικά, δε την νοιώθει ό διάβολος, γι' αυτό μας ζηλεύει, μας φθονεί και μας στήνει παγίδες και λυπούμεθα και πέφτουμε. Πρέπει να αγωνισθούμε, γιατί χωρίς αγώνα δεν αποκτούμαι αρετή. Και να ξέρετε, αν εύκολα αποκτήσετε, εύκολα θα χάσετε. Ενώ αν με δυσκολία, με κόπο και αγώνα αποκτήσετε, δύσκολα θα χάσετε. Να προσπαθείς και να προοδεύεις εις τα Πνευματικά. Το Πνεύμα να ύψωθή. Ό νους από όλα τα άλλα, απαρηγόρητος είναι. Τα πνευματικά δίδουν χαρά και δύναμιν. Και να γνωρίζεις, όλα, απόφασης και ζήλος είναι. Αγάπησε πολύ τον Χριστό μας. Αγάπα και τους ανθρώπους, αλλά με προσοχή, ώστε ή αγάπη αύτη να μη θίξει, να μη λιγοστεύει την αγάπη σου προς τον Θεόν. Είναι όμορφη ή πνευματική ζωή. 


Όταν λίγο την γευθείς, θα σ' αρέσει πολύ και τότε δεν βρίσκεις ευχαρίστηση σε άλλα, όπως πριν. Να έχετε χαρά. Ή χαρά και ή λύπη ας σας είναι φιλοξενούμενες, όχι όμως ή απελπισία. Της απελπισίας να της κλείνετε την πόρτα! Ό Χριστιανός δεν πρέπει ούτε δειλός να είναι, ούτε απελπισία να έχη. Στην έργασίαν ή στο καθήκον σου, με χαρά να πηγαίνεις, με χαρά να φεύγεις! Προσπάθησε να είσαι απαθής. Κανένα μη λύπησης, για τίποτα μη λυπηθείς. Νουν να έχεις και νουν να μη έχεις. Γλώσσα να έχεις και γλώσσα να μη έχεις. Μάτια να έχεις και μάτια να μη έχεις. Αυτιά να έχεις και αυτιά να μη έχεις. Με καταλαβαίνεις; Το σπίτι, έχει παράθυρα, πόρτες κλπ. Δια ν' ασφαλισθώμεν, τα κλείνωμεν. Έτσι λοιπόν, δια ν' ασφαλισθώμεν, δια να διατηρήσωμεν την υγεία της ψυχής, πρέπει να προσέχωμεν τας αισθήσεις. Η κάθε ημέρα να προσέχετε πως θα περάση. Το μέλλον σας, αναθέσατέ το εις την θεία Πρόνοια! θα βοηθήσει ο Θεός! Ότι είναι θέλημα Θεού και δια την σωτηρίαν μας θα γίνη. 


Μη σκέπτεστε δηλαδή και βάζετε εις τον νουν σας βάρος δια το μέλλον. Είναι σοφός ο άνθρωπος ο οποίος πιστεύει, αγαπά τον Θεόν και υπομένει. Μην ανησυχείτε δια το μέλλον σας. Αναθέσατέ το εις την Θείον Πρόνοια. Μη σκέπτεστε και βάζετε βάρος στο κεφάλι σας. Δεσμεύετε την διάνοια σας με την αγάπην του Θεού. Τον Θεόν να θεωρείται πως είναι εμπρός σας και να του λέτε τα παράπονά σας. Και οι δοκιμασίες κάνουν καλό. Μη φοβηθής. Ο Χριστός μας σαράντα μέρες αγωνίσθηκε στην έρημον, αλλά έπειτα Άγγελοι τον υπηρετούσαν. Είναι πολύ στοργικός ο Χριστός μας. Συχνά, για ωφέλεια μας, επιτρέπει και δυνατή λύπην. Για λίγο νοιώθουμε πως μας εγκατέλειψε, αλλά μετά επειδή λυπάται, μας αγαπά, μας πνίγει το ελεός Του, η στοργή Του. Μη φοβηθής ποτέ, μόνον αγάπα τον Χριστό μας. Όταν σου προσφέρουν κάτι, να το παίρνεις γιατι αν αρνείσαι, εμποδίζεις την χάριν από τον δίδοντα και όταν το παίρνεις, ταπείνωσιν δείχνεις. Εκείνος που δίδει παίρνει χάριν. Μη λες όχι. Και αν σου δίδουν κάτι που εσύ δεν έχεις, το κρατάς. 


Αν σου δίδουν κάτι που το έχεις, δίδεις εις τον μη έχοντα. Μη λέτε πολλά. Κρατήστε την γλώσσαν. Αγαπήστε την σιωπή. Αν την συνηθίσετε, μετά δεν θα θέλετε να ομιλείτε. Τόσον είναι όμορφη ή σιωπή. Να είσθε επιμελείς σε ό,τι κάνετε. Εγώ αγαπούσα και έδιδα επιμέλεια από μικρός σε όλα. Από ένδεκα χρονών, ακόμα θυμούμαι το μάθημα. Ο «πόλεμος» δεν άρχεται μόνος του, δηλαδή εάν δεν δώσουμε εμείς αιτία. Φταίνε τα πάθη μας που τα αφήνουμε και δεν τα πολεμάμε. Αφού δεν αποφεύγουμε τις αιτίες, δεν μπορεί, θά'ρθη πόλεμος. Πρόσεχε πολύ τον νου σου. Μη τον βαρύνεις με λύπην ή άσκοπα προβλήματα και άλλα πολλά Το νερό, όταν είναι καθαρό και ήσυχο, βλέπεις μέσα εις τον βυθόν του και την καρφίτσα. Έτσι είναι και ο νους. Πρέπει να μαθαίνεις τις πανουργίες του πειρασμού, δια να γλιτώσεις, δια να μη δύναται να σε βλάψει. Και προσοχή: Όταν δεν μπορεί να μας ρίξει στις πράξεις, μας ρίχνει με τους λογισμούς. Προσπαθεί να ρίχνει τον άνθρωπον και μετά του φέρνει ελεγκτικούς λογισμούς, δια να τον ρίξει στην απελπισία. 


Να τα γνωρίζεις αυτά, - ποτέ - το τονίζω, να μη δεχθείς απελπισίαν και δια τίποτε. Και εις τους λογισμούς που από τον πειρασμόν έρχονται, να λέγεις: «Και στη κόλασιν να πάω, σε καλύτερη θέση από σένα θα είμαι! Δεν φοβάμαι, διότι εγώ δύναμαι να μετανοήσω και ο Θεός είναι όλος Αγάπη. Ποτέ, και δια τίποτα απελπισία». Μη δέχεσαι θλίψεις. Μη σκέπτεσαι με λύπην και βαρύνεις τον νουν σου. Να λέγεις μόνον: Χριστέ μου, σε παρακαλώ, μη με εγκατάλειψης. Ό,τι και να σου συμβεί, μη λυπηθείς πολύ, μόνον αυτό να λέγεις: Χριστέ μου, Σύ μη με εγκαταλείψης. Και νά' χης ηρεμία, γαλήνη εις την ψυχήν σου. Ο Σολομών ζήτησε από τον Θεόν σοφία και όμως έπεσε. Εσύ μη ζηλέψεις ούτε την σοφία, αλλά ζήλεψε και ζήτησε από τον Χριστό μας, Πίστιν και αγάπην σε εκείνον. 


Πρόσεχε μην αποκτήσης συνήθειαν κακήν, διότι η συνήθεια γίνεται δευτέρα φύσις. Το πείσμα είναι ελάττωμα, αλλά συχνά είναι και άγιο. Είναι και το καλό πείσμα. Αν δεν έχει κανείς πείσμα, αι δυσκολίαι που θα συναντήση θα τον κάμψουν, θα του φέρουν φόβον και δειλία. Το πείσμα το καλό, την δυνατή θέλησιν προσπάθησε ν' αποκτήσης.



Από την ζωήν μη περιμένεις όλο χαρές.
Είναι περισσότερον ακανθόσπαρτος, παρά ανθόσπαρτος ο βίος του άνθρωπου.
Να είμαστε πρόθυμοι να υποφέρουμε.
Να αγαπούμε και την κακοπέραση:
λίγο φαγητό, λίγο ύπνο κλπ.
Εγώ πολλά πέρασα.
Και πείνασα και έξω στα δέντρα κοιμήθηκα.
Δόξα τω θεώ για όλα αυτά, λύπη δεν είχα.



Από έκδοση του 
''Ιερού Ησυχαστηρίου Ευαγγελισμού της Θεοτόκου'' 
Κυψέλη Αίγινας.
Τίτλος,επιμέλεια κειμένου
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Η εικόνα της ανάρτησης ανήκει στον ζωγράφο-αγιογράφο 
Μιχαήλ Χατζηγεωργίου
τον οποίο ευχαριστούμε



Όσιος Ιερώνυμος Αιγίνης


ΤΟ ΑΛΟΓΟ, ΤΟΥ ΖΑΧΑΡΙΑ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ




Ένα κάρο ἀνέβαινε ἀπ’ τὸν Πειραιᾶ στὴν Ἀθήνα.

 Ἔφερνε τρία βαρέλια λάδι.

 Ἐπάνω στὸ φόρτωμα ἦταν ὁ καροτσέρης, ἕνας ἄνθρωπος μελαχροινός, μὲ ψαρὰ γένια, καὶ τὸ παιδί του.

 Τὸ κάρο κυλιόταν ἀργά, νωθρὰ στὸν ἀνήφορο.

 Ἦταν Ἀπρίλης· εἶχε νυχτώσει κι ἄναβαν τὰ φῶτα. 

Ἀπ᾽ τὸ καμουτσίκι, ἕνα μαδημένο σχοινί, μποροῦσε νὰ καταλάβη κανείς, πὼς ὁ καροτσέρης ἀγαποῦσε τ’ ἄλογο. 

Τὸ καμουτσίκι ἔπεφτε στὰ καπούλια του πολὺ ἐλαφρά, σὰν παιγνίδι. 

Καὶ σ᾽ ὅλο τὸν ἀνήφορο αὐτό, τ’ ἄλογο δὲν ἄκουσε βρισιά, μήτε προσταγή, παρὰ μόνο φωνή: 

―Ἔλα, Κύρκο, ἄϊντε, Κύρκο!



τσι, μ’ αὐτὸ τὸ χάδι, ἀνέβαινε, σέρνοντας τὸ κάρο, τρία βαρέλια καὶ δυὸ ἀνθρώπους. ―Ποὺ λές, εἶπε ὁ γέρος στὸ παιδί του, ὁ Κύρκος ἔχει φιλότιμο. Νὰ τ’ ἀκοῦς ἐσύ, ποὺ κάποτε τὸν χτυπᾶς. Δὲν τὰ δέρνουν τὰ ζῶα. Καὶ τέτοιο ἄλογο ποῦ τὸ βρίσκεις, σὰν τοῦτο; Μᾶς τρέφει ὅλους, ποὺ λές. Δίνει ψωμὶ ἐμένα, ἐσένα, τῆς μάνας σου, τῶν ἀδερφιῶν σου, τοῦ σπιτιοῦ. Ἕνα ζῶο νὰ τρέφη ὀχτὼ ἀνθρώπους!... Θὰ πῆς: Ἐγὼ δουλεύω. Ἄμ’ αὐτὸ δουλεύει πρῶτα καὶ ὕστερα ἐγώ. Γιατὶ αὐτὸ εἶναι δουλευτής, ποὺ δὲ βρίσκεται. Εἶναι ἀπὸ τὴ Σερβία. Χρεωθήκαμε νὰ τὸ πάρωμε, δὲν τὰ ξέρεις ἐσύ. Ἐπέρασε κάμποση ὥρα μὲ σιωπή. Ἔπειτα ξανάρχισε: ―Ποὺ λές, πόσες ἀραμπαδιὲς ἔφερνε ὁ Κύρκος ἀπ’ τὰ νταμάρια; Κανένα ἄλογο δὲν κουβάλησε τόση πέτρα, τόσο λιθάρι. Πέντε χιλιάδες δραχμὲς τὴν ἡμέρα. Μᾶς ἔσωσε. Τὸ κάρο πήγαινε βαριά. Οἱ ρόδες βροντοῦσαν, κι ὁ γέρος ξανάρχισε: ―Ἄκου, παιδί μου. Αὔριο τὸ ἄλογο καὶ τὸ κάρο καὶ τὴ δουλειὰ θὰ τὴν πάρης ἐσύ. Ἐγὼ δὲν μιπορῶ. Ξέρεις ποὺ ἡ μέση μου πονεῖ. Μοὖπε ὁ γιατρὸς νὰ μὴ δουλεύω. Νὰ πάρης τὸν Κύρκο, νὰ τὸν ξαναπᾶς στὰ νταμάρια, νὰ βγάλωμε ψωμί. Νὰ γιατρευτῶ κι ἐγώ. Κι ἡ μάνα σου νὰ μὴν ξενοπλένη κι ἡ ἄρρωστη ἡ ἀδερφή σου ἡ Βγενιὼ νὰ κάνη χρῶμα, ποὺ βήχει. Νά, τὸ λοιπόν. 


Πιάσε τὰ λουριά. Κατέβα κάτω καὶ πιάσε τὸν Κύρκο. Νὰ τὸν βγάλης ἐδῶ, τὸν ἀνήφορο! Ἔλα, σιγά! Χάϊδευέ τον στὸ λαιμό. Ἄϊντε, Κύρκο! Τὸ παιδὶ πήδησε κάτω, ἔπιασε τ’ ἄλογο κι ἐτραβοῦσε. Ὁ γέρος ἔβλεπε μὲ ἀνάπαυση τὴ λιγερὴ σκιὰ τοῦ παιδιοῦ, τὸ τολμηρό του χέρι, ποὺ κρατοῦσε τὰ λουριά. Αὐτὸ τὸ παιδὶ θὰ γίνη καλὸς καροτσέρης! Πέρασαν μπροστὰ ἀπὸ κάποιο εἰκόνισμα τοῦ δρόμου. Ὁ γέρος ἔβγαλε τὴν ψάθα του κι ἐσταυροκοπήθηκε μέσα στὸ σκοτάδι. Ἦταν ἄρρωστος, σακατεμένος, ὅμως δὲ σταυροκοπήθηκε γιὰ τὸν ἑαυτό του. Εἶπε: «Θεέ μου, κάνε νὰ μὴ βήχη τὸ κορίτσι, ἡ Βγενιώ. Κάνε τοῦτο τὸ παιδὶ νὰ πάρη στὰ χέρια του τὸ κάρο μὲ τὸν Κύρκο. Καὶ γιὰ μένα ― ὅ,τι πῆς». Κι ἔπιασε μὲ τὰ δύο χέρια τὴ μέση του, ποὺ τὸν πονοῦσε δυνατά. Τὸ κάρο εἶχε προχωρήσει πολὺ μέσα στὴν πόλη, ὅταν ἄκουσε μιὰ φωνή: ―Ἄλτ! Τὸ κάρο σταμάτησε. Τρεῖς στρατιῶτες τοῦ πυροβολικοῦ κι ἕνας δεκανέας, μὲ τὰ ὅπλα στὸν ὦμο, πλησίασαν. ―Ἔλα, κατέβα κάτω, εἶπε ὁ δεκανέας. ―Σ’ ἐμένα τὸ λές; ―Ἄϊντε, γειά σου, κατέβα, νὰ μὴ χάνωμε καιρό. ―Καὶ γιατί; ―Κουβέντα θέλεις, πατριώτη; Τὸ κάρο θὰ τὸ πάμε στὸ στρατώνα. Ἐπιστρατεία ἔχουμε. Τώρα τὸ μαθαίνεις; ―Ἐπιστρατεία!... ―Ναί, γειά σου, πιάσε ἀπὸ κεῖ νὰ ξεφορτώσωμε. ―Ἔτσι, μὲς στὸ δρόμο; Γιὰ στάσου, βρὲ παιδί, τ’ εἶναι τοῦτα; 


χω δουλειά, ἔχω μεροκάματο. ―Τὸ μεροκάματο κοιτᾶς, καημένε, ἢ ποὺ φεύγει ἀπόψε τὸ Σύνταγμα; Χωρατεύεις; Κόπιασε κοντά, πατριώτη, νὰ πάρης τὸν ἀριθμό σου. Κι ὕστερα ἀπὸ τὸν πόλεμο, ἂν γίνη πόλεμος, νἄρθης νὰ πάρης τ’ ἄλογό σου καὶ τὸ κάρο, ἢ νὰ πληρωθῆς ἀπ’ τὸ Δημόσιο, ἂν σκοτωθῆ τὸ ζῶο. Ὁ γέρος γύρισε καὶ κοίταξε τὰ βαρέλια ποὖταν πεσμένα στὸ δρόμο. Εἶπε στὸ παιδί του: «Κάτσε αὐτοῦ ὡς νἀρθῶ» κι ἀκολούθησε τὸ κάρο. Δὲν ἔλεγε τίποτε. Ἕνας στρατιώτης, ἐκεῖ ποὺ πήγαιναν χωρὶς καμιὰ κουβέντα, γύρισε καὶ τοῦ εἶπε: ―Ἄμ’ ὅ,τι ἔχομε καὶ δὲν ἔχομε, πατριώτη, θὰ τὸ δώσουμε γιὰ τὴν Πατρίδα. Ὁ γέρος, μετὰ κάμποση ὥρα, τοῦ ἀπάντησε. ―Ποιός λέει ὄχι; Γιὰ τὴν Πατρίδα εἶναι ὅλα. Μὰ ὁ Θεὸς δίνει σὲ κάποιους, βλέπεις, ἕξη παιδιά. Καὶ τούτ’ ἡ δόλια καρδιὰ ποὺ ἔχουμε, σάμπως μπορεῖς, ὅποτε θέλεις, νὰ τὴν κάνης πέτρα γιὰ νὰ μὴν ἀκούη; Πάντα καρδιὰ εἶναι. Ἔφτασαν στὸ στρατώνα κι ἔμπασαν τὸ κάρο στὴν αὐλή. Τὸ Σύνταγμα ἑτοιμαζόταν, Θἄφευγε τὰ μεσάνυχτα. Ὁ γέρος στάθηκε κι ἄκουγε τὸ θόρυβο τῆς αὐλῆς. Οἱ ἔφεδροι χόρευαν, πηδοῦσαν, τάραζαν τὸν κόσμο μὲ τὶς φωνές. Πολίτες ἔμπαιναν μέσα ψάχνοντας γιὰ τοὺς δικούς τους, φωνάζοντας ὀνόματα στὸ σωρό. Κάποιοι κρατοῦσαν ἐκεῖ κάτω μιὰ σημαία. 


νας παπὰς ἀπὸ κάτω, φορώντας φισεκλίκια σταυρωτὰ στὸ στῆθος, μιλοῦσε στοὺς ἄλλους γιὰ τὴν Ἐλευθερία καὶ τὸ Χριστό. Ἕνας ἔφεδρος στὸ φανάρι διάβαζε ἐφημερίδα. Κι ἄλλος ἔγραφε στὸ γόνατο μὲ τὸ μολύβι. Πιὸ πέρα οἱ ἔφεδροι ἀποχαιρετοῦσαν τοὺς δικούς τους μὲ συγκίνηση. Χέρια ζαρωμένα ἔσφιγγαν τὰ ζωντανὰ κορμιὰ τῶν ἐφέδρων. Τὰ δάκρυα ἔτρεχαν καὶ τὰ μαντήλια ἔπιναν. Ὁ γέρος ἦταν μόνος σ’ αὐτὸ τὸ πανηγύρι. Κανένα δὲν ἤξερε καὶ κανένας δὲν τὸν ἤξερε. Ὅμως προχώρησε στὸ βάθος, ἐκεῖ ποὺ ἦταν ἀραδιασμένα κάμποσα κάρα καὶ τὸ δικό του μαζί. Ὁ Κύρκος, σὰν τὸν εἶδε, σήκωσε τὸ κεφάλι καὶ φύσηξε μὲ τὰ πλατιὰ ρουθούνια του. Ὁ γέρος ἅπλωσε τὰ χέρια του καὶ τὸν ἔπιασε ἀπ’ τὸ λαιμό. Κι ἐκεῖ στὴ γωνιὰ παράμερα, μιλοῦσε ἕνας ἄνθρωπος μ’ ἕνα ἄλογο: ―Δὲ θὰ σὲ ξαναδῶ... Ἔ, δουλευτή... Ἔ, παλληκάρι... Καὶ στὸ σπίτι δὲν ξέρουν τίποτε... Μήτε ἡ κυρά σου, μήτε ἡ Βγενιώ, κατάλαβες... Ποιός ξέρει ποῦ θὰ πεθάνης καὶ πῶς... Κι ὅμως γιὰ τὴν Πατρίδα χαλάλι. Ἄϊντε στὸ καλό... Καὶ τὸν φιλοῦσε ἀδιάκοπα.



Ἕνας στρατιώτης πλησίαζε ψάχνοντας στὸ σκοτάδι. 

―Ἄϊντε, καημένε γέρο!

 Τὴ δουλειά σου θἄχωμε;

 Ἄϊντε νὰ παρης τὸν ἀριθμό. 

Ὁ γέρος μπῆκε σ’ ἕνα γραφεῖο, πῆρε κάποιο χαρτὶ καὶ τὄβαλε στὸν κόρφο. 

Ἔπειτα βρέθηκε στὸ δρόμο. 

Πήγαινε ἀργά, μὲ τὸ κεφάλι κάτω, πρὸς τὸ μέρος, ποὺ ἄφησε τὰ βαρέλια μὲ τὸ παιδί. 

ΙΙολλοὶ γύριζαν ἀπ’ τὸ στρατώνα, μοναχοί, καὶ μέσα σ’ αὐτοὺς ὁ καροτσέρης, ὁ πεζός,

 ὁ γέρος, ὁ πιὸ μοναχός...



Από το Αναγνωστικόν της ΣΤ' Δημοτικού του 1952

Επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


Ζαχαρίας Παπαντωνίου


Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

ΘΥΜΙΣΕΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΜΙΑΣ ΑΛΛΗΣ ΕΠΟΧΗΣ




Τα πρώτα μου χρόνια τα αξέχαστα, τα έζησα κοντά στο ακρογιάλι - που λέει και ο ποιητής. Στα μικρά παιδικά μου χρόνια στην Στυλίδα, η καλή μου μητέρα έφερνε με την αγάπη της και την νοικοκυροσύνη της όλες τις χριστουγεννιάτικες ομορφιές στο σπίτι. 


Αγόραζε πολύχρωμα χρυσά, μπλέ, πράσινα και κόκκινα χρυσόχαρτα, σχεδίαζε αστεράκια, αγγελάκια και δεντράκια και γέμιζε τα παράθυρα. Τότε δεν υπήρχαν οι τόσες επιλογές που έχουμε σήμερα, μιλώ για πενήντα πέντε χρόνια πίσω. Ήθελε πάντα ένα κλαδάκι από δέντρο και ένα φρέσκο λουλουδάκι στο βάζο.Κοντά στην ξυλόσομπα που μπουμπούνιζε από την ζέστη, φρυγανιστό ψωμί με βούτυρο πρόβειο σε στρογγυλό σχήμα και μέλι είχαν την τιμητική τους. Και τις μέρες κοντά στα Χριστούγεννα υποχρεωτική νηστεία και στο φρυγανιστό, ζεστό ψωμάκι αλειφόταν με ελίτσες. Τα απογεύματα,μια χήρα μεγάλης ηλικίας γυναίκα έφερνε στο σπίτι χόρτα άγρια και όστρακα, καβούρια πυκνά - συχνά και πληρωνόταν από την μητέρα μου. 


Δεν υπάρχει πιο νόστιμη σαλάτα από ζεστά ζωχιά, ραδίκια με μπόλικο λεμονάκι και παρθένο ελαιόλαδο, όπως τα έφτιαχνε η μαννούλα μου τόσο σχολαστικά και καθαρά. Και ύστερα ερχόταν με το τραίνο η γιαγιά απο την Θεσσαλονίκη φορτωμένη στολίδια για το δένδρο, παιχνίδια, γλυκά και αγάπη. Τα δώρα, τα έφερνε ο Χριστούλης πάντα κοντά στο μαξιλάρι μας την ημέρα των Χριστουγέννων. Προπαραμονές η μαννούλα μου έφτιαχνε μικρά χριστόψωμα νηστίσημα με αρώματα ανατολής, μαχλέπι και κακουλέ και μαστιχούλα χιώτικη. Η παραμονή ήταν ανάλαδη και τα χριστόψωμα, το ωραιότερο γλυκό που μοιραζόταν μαζἰ με χρήματα στα παιδιά, που ερχόντουσαν για τα κάλαντα. Μετά ζύμωνε κουλουράκια με μαγιά σαν μικρά τσουρέκια και βασιλόπιτες, τις στόλιζε με περίτεχνα ζυμαρένια στολίδια και ξεφλουδισμένα αμύγδαλα.

Τό σπίτι μοσχομύριζε γλυκά από τα χειροποίητα καλούδια και την αγάπη της. Τα καλά μας ρούχα μοσχομύριζαν και, εάν μας είχαν πάρει καινούρια παπούτσια, τα πρωτοφορούσαμε στην εκκλησία, όταν με την καθαρότητα του παιδιού κοινωνούσαμε των Αχράντων Μυστηρίων. Όλο το διάστημα των Χριστουγέννων μας μιλούσε για την Γέννηση του Χριστού, για την άκρα ταπείνωσή Του να γεννηθεί σε ένα φτωχικό σπήλαιο και να τον ζεσταίνουν τα χνώτα των ζώων. Δάκρυζαν τα μάτια μας στην αφήγησή της και τότε αυτή, η πελώρια μαμαδίστικη αγκαλιά, που δεν συγκρίνεται με καμμιά άλλη, τα στέγνωνε και άφηνε γλυκά χαμόγελα. Μιά Χριστουγεννιάτικη ανάμνηση μιάς άλλης εποχής!


Παρασκευή Αρβανίτη


ΒΡΕΦΟΣ ΣΠΑΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΛΕΧΩΝΑ ΠΑΡΘΕΝΑ




Κατάπληξη με γεμίζει το θαύμα στη Βηθλεέμ! Βλέπω εκείνη που γέννησε. Βλέπω κι Εκείνον που γεννήθηκε. Αλλά τον τρόπο της γεννήσεως δεν μπορώ να τον καταλάβω. Όπου θέλει, βλέπετε, ο Θεός, νικώνται οι φυσικοί νόμοι. Έτσι έγινε κι εδώ: Παραμερίστηκε η φυσική τάξη και ενέργησε η θεία θέληση. Πόσο ανέκφραστη είναι η ευσπλαχνία του Θεού! Ο προαιώνιος Υιός του Θεού, ο άφθαρτος και αόρατος και ασώματος, κατοίκησε μέσα στο φθαρτό και ορατό σώμα μας. Για ποιο λόγο; Να, όπως ξέρετε, εμείς οι άνθρωποι πιστεύουμε περισσότερο σ’ ό,τι βλέπουμε παρά σ’ ό,τι ακούμε. Στα ορατά πιστεύουμε. Στ’ αόρατα όχι. Έτσι δεν πιστεύαμε στον αόρατο αληθινό Θεό, αλλά λατρεύαμε ορατά είδωλα με μορφή ανθρώπων. 


Δέχτηκε λοιπόν ο Θεός να παρουσιαστεί μπροστά μας με ορατή μορφή ανθρώπου, για να διαλύσει μ’ αυτόν τον τρόπο κάθε αμφιβολία για την ύπαρξη Του. Κι ύστερα, αφού μας διδάξει με την αισθητή και αναμφισβήτητη παρουσία Του, να μας οδηγήσει εύκολα στην αληθινή πίστη, στ’ αόρατα και υπερφυσικά. Κατάπληξη με γεμίζει το θαύμα! Τι άλλο μένει να πω; Δημιουργό και φάτνη βλέπω...Βρέφος και σπάργανα...Λεχώνα παρθένα, περιφρονημένη. Φτώχεια πολλή...Ανέχεια πολλή... Είδες όμως; Τι πλούτος μέσα στη μεγάλη φτώχεια; Ο Πλούσιος έγινε φτωχός για χάρη μας. Δεν έχει ούτε κρεβάτι ούτε στρώμα. Μέσα σε ταπεινό παχνί Τον έχουν αποθέσει...Ω, φτώχεια, πλούτου πηγή! 


Ω, πλούτε αμέτρητε, κρυμμένε μες στη φτώχεια! Μέσα στη φάτνη κείτεσαι και την οικουμένη σαλεύεις. Μέσα σε σπάργανα τυλίγεσαι και σπας τα δεσμά της αμαρτίας. Λέξη ακόμα δεν άρθρωσες και δίδαξες στους μάγους τη θεογνωσία. Τι να πω και τι να λαλήσω; Να Βρέφος σπαργανωμένο! Να η Μαρία, Μητέρα και Παρθένος μαζί! Να ο Ιωσήφ, πατέρας τάχα του Παιδιού! Εκείνη η γυναίκα, αυτός ο άνδρας. Νόμιμες οι ονομασίες, αλλά χωρίς περιεχόμενο. ...Και ήρθαν οι βασιλιάδες να προσκυνήσουν τον επουράνιο Βασιλιά της δόξας. Ήρθαν οι στρατιώτες να υπηρετήσουν τον Αρχιστράτηγο των ουράνιων Δυνάμεων. Ήρθαν οι γυναίκες να προσκυνήσουν Εκείνον που μετέβαλε τις λύπες της γυναίκας σε χαρά. Ήρθαν οι παρθένες να προσκυνήσουν Εκείνον που δημιούργησε τους μαστούς και το γάλα, και τώρα θηλάζει από Μητέρα Παρθένο. 


Ήρθαν τα νήπια να προσκυνήσουν Εκείνον που έγινε νήπιο, για να συνθέσει δοξολογικό ύμνο «από τα στόματα των νηπίων» (Ψαλμ. 8:3). Ήρθαν τα παιδιά να προσκυνήσουν Εκείνον που η μανία του Ηρώδη τα ανέδειξε σε πρωτομάρτυρες. Ήρθαν οι ποιμένες να προσκυνήσουν τον καλό Ποιμένα, που θυσίασε τη ζωή Του για χάρη των προβάτων. Ήρθαν οι ιερείς να προσκυνήσουν Εκείνον που έγινε αρχιερέας όπως ο Μελχισεδέκ (Έβρ. 5:10). Ήρθαν οι δούλοι να προσκυνήσουν Εκείνον που πήρε μορφή δούλου, για να μετατρέψει τη δουλεία μας σ’ ελευθερία.

Ήρθαν οι ψαράδες να προσκυνήσουν Εκείνον που τους μετέβαλε σε «ψαράδες ανθρώπων» (Ματθ. 4:19). Ήρθαν οι τελώνες να προσκυνήσουν Εκείνον που από τους τελώνες ανέδειξε ευαγγελιστή. Ήρθαν οι πόρνες να προσκυνήσουν Εκείνον που παρέδωσε τα πόδια του στα δάκρυα μιας πόρνης. Κοντολογίς, ήρθαν όλοι οι αμαρτωλοί να δουν τον Αμνό του Θεού, που σηκώνει στους ώμους Του την αμαρτία του κόσμου: Οι μάγοι για να Τον προσκυνήσουν, οι ποιμένες για να Τον δοξολογήσουν, οι τελώνες για να Τον κηρύξουν, οι πόρνες για να Του προσφέρουν μύρα, η Σαμαρείτισσα για να ξεδιψάσει, η Χαναναία για να ευεργετηθεί.




Αντιγραφή από το Ιστολόγιο ''Αγιορείτικο Βήμα''
Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ



Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος


ΑΓΙΟΣ ΜΟΔΕΣΤΟΣ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ




Ο Άγιος Μόδεστος γεννήθηκε στις αρχές του 4ου αιώνα μ.Χ στη Σεβάστεια πόλη της Μικράς Ασίας. 

Οι γονείς του ήταν Χριστιανοί και κατά την διάρκεια των διωγμών του Διοκλητιανού 

φυλακίστηκαν μέχρι που και οι δυο παρέδωσαν 

το πνεύμα τους στον Κύριο.


Ο Άγιος Μόδεστος βρέφος τότε, παραδόθηκε σε ένα άρχοντα ο οποίος ανέλαβε να τον αναθρέψει και επειδή ήταν ειδωλολάτρης τα πρώτα χρόνια της ζωής του ο Άγιος τα έζησε σε ένα ειδωλολατρικό περιβάλλον. Όταν ο Άγιος Μόδεστος έμαθε σε παιδική ηλικία ακόμα, για τη φυλάκιση και τον θάνατο των βιολογικών γονιών του, έγινε χριστιανός κρυφά από τον άρχοντα που τον μεγάλωνε. Με τη βοήθεια του Θεού την κηδεμονία του ανέλαβε ένας ευσεβής χρυσοχόος από την Αθήνα. Οι νέοι θετοί γονείς του Αγίου ήταν Χριστιανοί. Καθώς περνούσαν τα χρόνια ο Άγιος Μόδεστος ανέπτυξε μεγάλο φιλανθρωπικό έργο βοηθώντας ηθικά και υλικά όποιον είχε ανάγκη. Όταν ο ευσεβής χρυσοχόος πέθανε, τα παιδιά του ταξίδεψαν με τον Άγιο Μόδεστο στην Αίγυπτο όπου και τον πούλησαν ως σκλάβο μιας και το μίσος τους γι αυτόν όλο και μεγάλωνε. 


Με τη βοήθεια του Θεού και πάλι ο Άγιος κατάφερε να εκχριστιανίσει τον αφέντη του, ο οποίος τελικά του χάρισε την ελευθερία του. Αμέσως μετά την ελευθερία του ο Άγιος πήγε να προσκυνήσει τους Αγίους Τόπους στην Ιερουσαλήμ. Προσευχόμενος στον Πανάγιο Τάφο, άνοιξαν με θαυμαστό τρόπο οι Πύλες του Τάφου. Το θαύμα αυτό ήταν και η αιτία να εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων. Βρισκόταν πάντα στο πλευρό των ανθρώπων αλλά και των ζώων τους. Εν ζωή ακόμα έκανε πολλά θαύματα θεραπεύοντας τόσο τους ανθρώπους όσο και τα ζώα τους τα οπία ήταν υψίστης σημασίας για την επιβίωση τους. Έζησε πολλά χρόνια ο Άγιος Μόδεστος βοηθώντας το ποίμνιο του και σύμφωνα με μια παράδοση, ο Άγιος Μόδεστος αποκεφαλίστηκε από τους Εβραίους, οι οποίοι πριν τον αποκεφαλίσουν τον υπέβαλαν σε φρικτά βασανιστήρια. 


Ο Άγιος Μόδεστος θεωρείται από την Εκκλησία μας προστάτης των ζώων και την μνήμη του τιμούμε στις 18 Δεκεμβρίου. Την ημέρα αυτή συνηθίζουν οι χριστιανοί να ραντίζουν τα σπίτια τους και όσο και τους στάβλους των ζώων. Μια γυναίκα χήρα και φτωχή, είχε πέντε ζεύγη βοδιών, ως μοναδικό πόρο για την συντήρησή της, που όμως τα βρήκε κακή και μεγάλη ασθένεια, και η γυναίκα λυπήθηκε θρηνώντας απαρηγόρητα, καταφεύγοντας στις Εκκλησίας και παρακαλώντας όλους τους Αγίους να την βοηθήσουν στην συμφορά της. Αφού δεν έβρισκε βοήθεια, παρεκάλεσε τους Αγίους Αναργύρους, Κοσμά και Δαμιανό, να ελεήσουν την αμαρτωλή, διότι δια τις αμαρτίες της κινδύνευαν τα βόδια της να χαθούν. Φανερώθηκε τότε στον ύπνο της ο Άγιος Κοσμάς και της είπε ότι σε εκείνους δεν δόθηκε το χάρισμα να ιατρεύουν τα ζώα, διότι αυτή η Χάρις δωρίθηκε από τον Θεό στον μεγάλο Αρχιερέα των Ιεροσολύμων Μόδεστο, καί αν πάει σ’ αυτόν θα ιατρεύσει τα βόδια της. 


Εκείνη ξύπνησε και έτρεξε ευθύς αναζητώντας τον Άγιο Μόδεστο χωρίς να τον βρίσκει, διότι κατοικούσε μακριά από τα Ιεροσόλυμα, προσευχόμενη με θερμή πίστη να της φανερωθεί ο Θαυματουργός ιατρός. Μία νύκτα, η γυναίκα είδε σε όραμα τον Άγιο που την ρώτησε γιατί θρηνεί πολύ και της απεκάλυψε ότι εκείνος είναι ο Μόδεστος που ζητεί και ακούγοντας την προσευχή της ήρθε για να θεραπεύσει τα βόδια της! Την συμβούλευσε τότε να κόψει ένα μέρος από τα σιδερένια εργαλεία που είχε και τα τεμάχια αυτά να τα πάει σε έναν τόπο που τον έλεγαν «Λαγήνας» όπου βρισκόταν ένας Ναός του Αρχιστρατήγου Μιχαήλ και εκεί μπροστά στην κόγχη του Ναού διέμενε ένας καλός τεχνίτης που ονομαζόταν Ευστάθιος και με τα σιδερικά αυτά να της κατασκευάσει έναν Σταυρό, που θα τον φέρει στο σπίτι της και το πρωί ας λειτουργήσουν οι Ιερείς αλείφοντας τον Σταυρό με λάδι και μ’ αυτό το λάδι ας ραντίσουν τα βόδια και ευθύς δια του ονόματος του Χριστού και της επικλήσεώς τους θα θεραπευθούν από την ασθένεια. 


Αυτά η γυναίκα έκαμε καθώς διετάχθη από τον Άγιο και ιατρεύτηκαν τα βόδια της και τα είχε πάλι στη δούλεψή της χωρίς κανένα πρόβλημα δοξάζοντας όλοι τον Θεό, που έδωσε τέτοια Θαυματουργή εξουσία στον δούλο του Μόδεστο. Από τότε εξαφανίστηκε η τέχνη των απίστων και των μάγων, και δεν μπορούσαν να βλάψουν τα σπίτια των πιστών Χριστιανών, οι οποίοι προσέτρεχαν στη δύναμη του θαυμαστού εκείνου Σταυρού.



Αλλά καί τώρα, 

όποιος με πίστη εορτάσει την μνήμην του Αγίου Μοδέστου, κατασκευάζοντας Σταυρό

 και κάνει κάθε έτος τα προαναφερθέντα φυλάσσεται το σπίτι του και όλα τα ζώα του αβλαβή,

 με την Χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, από κάθε διαβολική ενέργεια και ανθρώπινη βλάβη!




Η εικόνα της ανάρτησης ανήκει στην αγιογράφο Φανή Καλαμάρη
την οποία και ευχαριστούμε.


Άγιος Μόδεστος Αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων


ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΜΑΓΟΙ ΤΟΥ ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ




Κατὰ τὴν ἁγία Γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἑνωθήκανε τὰ οὐράνια μὲ τὰ ἐπίγεια.

 Ὁ οὐρανὸς ἔδωσε τὸν Ἀστέρα καὶ τοὺς Ἀγγέλους ποὺ δοξολογούσανε ψέλνοντας, καὶ 

ἡ γῆ ἔδωσε τὴν Παναγία, τὸν Ἰωσήφ, τοὺς τσομπάνηδες καὶ τοὺς μάγους.
Αὐτοὶ οἱ μάγοι 

εἶναι μυστήριο πὼς βρεθήκανε σὲ κεῖνο τὸ ἔρημο μέρος, ξεκινημένοι ἀπὸ τὴ μακρινὴ Χαλδαία. 

«Τοῦ δὲ Ἰησοῦ γεννηθέντος ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας ἐν ἡμέραις Ἡρώδου τοῦ βασιλέως, 

ἰδοὺ μάγοι ἀπὸ ἀνατολῶν παρεγένοντο εἰς Ἱεροσόλυμα λέγοντες· ποῦ ἐστιν ὁ τεχθεὶς βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων;

 εἴδομεν γὰρ αὐτοῦ τὸν ἀστέρα ἐν τῇ ἀνατολῇ καὶ ἤλθομεν προσκυνῆσαι αὐτῷ.»


 

Αὐτὰ λέγει τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιο. Καὶ πὼς σὰν ἄκουσε ὁ Ἡρώδης πὼς γεννήθηκε ὁ Χριστός, ὁ βασιλέας τῶν Ἰουδαίων, νόμισε πὼς εἶναι ἐπίγειος βασιλιὰς κι ἐπειδὴ φοβήθηκε μήπως τοῦ πάρει τὴν βασιλεία, σύναξε ὅλους τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς, καὶ τοὺς ρωτοῦσε ποῦ γεννήθηκε ὁ Χριστός. Καὶ ἐκεῖνοι τοῦ εἴπανε: Στὴ Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας, γιατὶ ἔτσι εἶναι γραμμένο ἀπὸ τὸν προφήτη Ἡσαΐα, ποὺ εἶπε: «Καὶ ἐσύ, Βηθλεέμ, γῆ Ἰούδα, δὲν εἶσαι καθόλου μικρὴ ἀνάμεσα στοὺς ἡγεμόνες τοῦ Ἰούδα. Γιατὶ ἀπὸ σένα θὰ βγεῖ ἕνας ἄρχοντας, ποὺ θὰ κυβερνήσει τὸν λαό μου τὸν Ἰσραήλ». Καὶ παρακάτω γράφει ὁ εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος: «Τότε ὁ Ἡρώδης φώναξε κρυφὰ τοὺς μάγους καὶ πληροφορήθηκε ἀπὸ πότε φανερώθηκε τὸ ἄστρο, καὶ τοὺς ἔστειλε στὴ Βηθλεέμ, λέγοντάς τους: ῾Πηγαίνετε καὶ ἐξετάσετε καλὰ γιὰ τὸ παιδί, καὶ σὰν τὸ βρεῖτε, εἰδοποιῆστε με γιὰ νὰ ἔρθω κι ἐγὼ νὰ τὸ προσκυνήσω᾿. 


Καὶ ἐκεῖνοι τὸν ἀκούσανε καὶ τραβήξανε. Καὶ νά, τὸ ἄστρο ποὺ εἴδανε στὴν Ἀνατολὴ τοὺς ὁδηγοῦσε, πηγαίνοντας μπροστά τους, ὡς ποὺ πῆγε καὶ στάθηκε ἀπάνω ἀπὸ τὸ μέρος ποὺ ἤτανε τὸ παιδί. Καὶ σὰν εἴδανε τὸ ἄστρο, πήρανε πολὺ μεγάλη χαρά, καὶ πηγαίνοντας στὸ μέρος ποὺ γεννήθηκε, εἴδανε τὸ παιδὶ μαζὶ μὲ τὴ μητέρα του τὴ Μαρία, καὶ πέσανε καὶ τὸ προσκυνήσανε, κι ἀνοίξανε τὰ θησαυροφυλάκια τους καὶ τοῦ προσφέρανε γιὰ δῶρα, χρυσάφι καὶ λιβάνι καὶ σμύρνα. Κι ἐπειδὴ εἴδανε κάποιο σημεῖο στὸ ὄνειρό τους νὰ μὴν ξαναγυρίσουνε στὸν Ἡρώδη, ἀπὸ ἄλλον δρόμο μισέψανε στὴ χώρα τους». Ποιοί, λοιπόν, ἤτανε τοῦτοι οἱ Μάγοι κι ἀπὸ ποῦ κινήσανε, καὶ γιατί καταλάβανε τί λογῆς ἄστρο ἤτανε ἐκεῖνο, καὶ πῶς γνωρίζανε πῶς γεννήθηκε ὁ Χριστός, ἀφοῦ δὲν τὸ ἤξερε μήτε ὁ βασιλιὰς τῆς Ἰουδαίας; Αὐτὴ ἡ παράξενη ἱστορία ἀρχίζει ἀπὸ χρόνια πολὺ παλιά, χίλια τρακόσια χρόνια, ἀπάνω-κάτω, πρὶν ἀπὸ τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ. Τέτοιες ἱστορίες ποὺ βαστᾶνε χίλια χρόνια ὡς νὰ φανεῖ τὸ τέλος τους, μονάχα στὴν Ἀνατολὴ γίνουνται. Σὲ ἐκεῖνον τὸν παμπάλαιο καιρό, ζοῦσε στὴ Φαθουρὰ τῆς Μεσοποταμίας ἕνας Βαλαάμ, γιὸς κάποιου Βεώρ, μάγος φημισμένος. 


Οἱ Ἑβραῖοι, φεύγοντας ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, μὲ τὸν Μωυσῆ ἀρχηγό τους, εἴχανε φτάξει, ὕστερα ἀπὸ πολλὰ βάσανα, στὴ Γῆ τῆς Ἐπαγγελίας, καὶ πολεμούσανε μὲ τὶς διάφορες φυλὲς ποὺ τοὺς φράζανε τὸ δρόμο. Μία ἀπὸ αὐτὲς τὶς φυλὲς ἤτανε καὶ οἱ Μωαβίτες, ποὺ κατοικούσανε στὰ ἀνατολικὰ τῆς Νεκρῆς Θάλασσας, ἄνθρωποι πολεμικοὶ ἀφοῦ λέγανε πὼς βαστούσανε ἀπὸ τοὺς γείτονες Ὀμμίν. Αὐτοί, λοιπόν, εἴχανε τότες βασιλέα τὸν Βαλάκ. Βλέποντας ὁ Βαλὰκ πὼς οἱ Ἰσραηλίτες νικήσανε τοὺς Ἀμορραίους καὶ τὸν Ὤρ, τὸν βασιλέα τοῦ Βασάν, φοβήθηκε πὼς δὲν θὰ τὰ βγάλει πέρα μὲ τοὺς Ἑβραίους, κι ἔστειλε κάποιους ἄρχοντες στὸν Βαλαάμ, νὰ τοῦ ποῦνε πὼς οἱ Ἰσραηλίτες φτάξανε στὰ σύνορά του καὶ πὼς εἶναι πολὺς στρατός, καὶ νὰ τὸν παρακαλέσουνε νὰ πάγει νὰ τοὺς καταραστεῖ, ὥστε νὰ νικηθοῦνε. Ἐπειδὴ πίστευε ὁ Βαλὰκ πὼς ὅποιον θὰ βλογοῦσε ὁ Βαλαάμ, θὰ νικοῦσε, κι ὅποιον καταριότανε θὰ νικιότανε. 


Οἱ ἀποστελλάμενοι φτάξανε τὸ βράδυ στὸ χωριὸ τοῦ Βαλαὰμ καὶ τοῦ εἴπανε γιατί τοὺς ἔστειλε ὁ Βασιλιάς τους. Κι ἐκεῖνος τοὺς εἶπε νὰ καταλύσουνε τὴ νύχτα στὸ χωριό, καὶ πὼς τὴν ἄλλη μέρα θὰ τοὺς πεῖ ὅτι τοῦ λαλήσει ὁ Θεός. Καὶ τὸ πρωί, σὰν σηκωθήκανε, τοὺς εἶπε ὁ Βαλαὰμ πὼς ὁ Θεὸς τὸν πρόσταξε νὰ μὴν πάγει νὰ καταραστεῖ τοὺς Ἰσραηλίτες, γιατὶ εἶναι βλογημένοι. Κι οἱ Μωαβίτες φύγανε, καὶ γυρίσανε στὸν τόπο τους καὶ εἴπανε στὸν βασιλιὰ ὅτι τοὺς εἶχε πεῖ ὁ Βαλαάμ. Τότες ὁ Βαλὰκ τοὺς ξανάστειλε στὸν μάγο, παρακαλώντας τὸν νὰ πάγει, καὶ τάζοντάς του μεγάλες τιμὲς καὶ πολλὰ πλούτη. Μὰ ὁ Βαλαὰμ ἀποκρίθηκε πὼς δὲν θὰ πάγει, κι ἂν τοῦ δώσει ὁ βασιλιὰς ἀκόμα καὶ τὸ παλάτι του γεμάτο χρυσάφι, γιατὶ δὲν μπορεῖ νὰ παρακούσει στὸν λόγο τοῦ Θεοῦ. Πλὴν φανερώθηκε ὁ Θεὸς τὴ νύχτα στὸν Βαλαάμ, καὶ τοῦ εἶπε νὰ πάγει στὸν Βαλάκ, μὰ νὰ κάνει ὅτι θὰ τοῦ πεῖ αὐτός. Τὸ πρωί, λοιπόν, καβαλίκεψε τὴ γαϊδάρα του, καὶ τράβηξε, μαζὶ μὲ τοὺς Μωαβίτες καὶ μὲ τοὺς δυὸ γιούς του. 


λλά, ἐκεῖ ποὺ περπατούσανε, ἡ γαϊδάρα ξεστράτισε ἀπὸ τὸν δρόμο, κι ὁ Βαλαὰμ τὴν ἔδερνε μὲ τὸ ραβδὶ ποὺ βαστοῦσε, ὡς ποὺ φτάξανε σὲ ἕνα μέρος ποὺ περνοῦσε ὁ δρόμος ἀνάμεσα στ᾿ ἀμπέλια, μεταξὺ σὲ δύο ξεροτρόχαλους (ξερολιθιές), κι ἐκεῖ ἡ γαϊδάρα κόλλησε ἀπάνω στὸν τοῖχο καὶ ζούληξε τὸ ποδάρι τοῦ Βαλαάμ, κι ἐκεῖνος ἔπιασε καὶ τὴ χτυποῦσε μὲ τὸ ραβδί. Μὰ ἡ γαϊδάρα δὲν σάλευε ἀπὸ τὸν τόπο της, ἀλλὰ κώλωνε καὶ πίσω, κι ὁ γέρος τὴν ἔδερνε θυμωμένος. Τότες, ἄνοιξε ἡ γαϊδάρα τὸ στόμα της καὶ μίλησε μὲ ἀνθρώπινη φωνὴ καὶ εἶπε στὸν Βαλαάμ: «Τί ἔκανα καὶ μὲ δέρνεις;» Κι εἶπε ὁ Βαλαάμ: «Μὲ περιπαίζεις ἄτιμο ζωντόβολο! Ἂν εἶχα μαχαίρι, θὰ σὲ ἔσφαζα». Κι εἶπε ἡ γαϊδάρα: «Μὲ καβαλικεύεις ἀπὸ τὰ νιάτα σου, καὶ δὲν σὲ στεναχώρησα ὡς τὰ σήμερα. Λοιπὸν δὲν φταίγω ἐγώ, ποὺ δὲν πηγαίνω μπροστά». Καὶ τότες ξεσκέπασε ὁ Θεὸς τὰ μάτια τοῦ Βαλαάμ, κι εἶδε ἕναν Ἄγγελο μὲ τὸ σπαθὶ στὸ χέρι, ποὺ μπόδιζε τὴ γαϊδάρα νὰ περπατήξει. Κι ὁ Βαλαὰμ ἔσκυψε καὶ τὸν προσκύνησε. Καὶ τοῦ εἶπε ὁ Ἄγγελος: «Μὲ ἔστειλε ὁ Θεὸς νὰ σὲ μποδίσω. Τώρα πήγαινε μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους. Μὰ ἐγὼ θὰ σοῦ πῶ τί λόγο θὰ λαλήσεις». 


Φτάνοντας λοιπὸν στὴ χώρα τοῦ Μωάβ, τὸν ὑποδέχτηκε μὲ τιμὴ ὁ Βαλάκ, κι ἀνεβήκανε μαζὶ σὲ ἕνα βουνὸ Φαγιώρ. Κι εἶπε ὁ Βαλαάμ: «Ὅτι μοῦ πεῖ ὁ Κύριος, αὐτὸ θὰ κάνω». Καὶ σὰν εἶδε ἀπὸ μακριὰ τὸ στράτευμα τῶν Ἑβραίων, ἄκουσε φωνὴ Κυρίου ποὺ τοῦ ἔλεγε: «Εὐλογημένος εἶναι ὁ λαός μου ὁ Ἰσραήλ. Ἀπὸ τὸ σπέρμα του θὰ βγεῖ ἕνας ἄνθρωπος ποὺ θὰ βασιλέψει ἀπάνω σὲ πολλὰ ἔθνη. Ὅποιος τὸν βλογήσει, θὰ εἶναι βλογημένος κι ὅποιος τὸν καταραστεῖ, θὰ εἶναι καταραμένος». Καὶ βλόγησε, λοιπόν, ὁ Βαλαὰμ τοὺς Ἰσραηλίτες. Κι ὁ Βαλὰκ θύμωσε, μὰ ὁ Βαλαὰμ τοῦ εἶπε πὼς δὲν μπορεῖ νὰ μὴν κάνει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ». Ὅπως βλέπει κανένας, ὁ Βαλαὰμ εἶναι ὁ δεύτερος, ὕστερα ἀπὸ τὸν Ἰακώβ, ποὺ προφήτεψε πὼς ὁ Χριστὸς θὰ γεννηθεῖ ἀπὸ τὸ γένος τῶν Ἑβραίων, κατὰ τὰ λόγια του Θεοῦ ποὺ τοῦ εἶπε πὼς ἀπὸ αὐτὸ τὸ γένος θὰ γεννηθεῖ ἕνας ἄρχοντας ποὺ θὰ βασιλέψει πάνω στὰ ἔθνη. Ἡ προφητεία του μοιάζει μὲ τὴν προφητεία ποὺ εἶπε γιὰ τὸν Χριστὸ ὁ πατριάρχης Ἰακώβ, γιατὶ παρομοίασε, καὶ κεῖνος, τὸν Χριστὸ μὲ λιοντάρι, λέγοντας: «Ἀναπεσὼν ἐκοιμήθη ὡς λέων καὶ ὡς σκύμνος. 


Τίς ἐγείρει αὐτόν;» Κ᾿ ἡ προφητεία τοῦ Βαλαὰμ λέγει:«Κατακλιθεὶς ἀνεπαύσατο ὡς λέων καὶ ὡς σκύμνος. Τίς ἀναστήσει αὐτόν;» (Ἀριθ. κγ´ 9). Αὐτός, λοιπόν, εἶναι ὁ μάντις Βαλαάμ, ὁ προπάτορας τῶν μάγων ποὺ πήγανε ἀπὸ τὴ Χαλδαία νὰ προσκυνήσουνε τὸν Χριστὸ στὸ σπήλαιο ποὺ γεννήθηκε. Ὁ Βαλαὰμ εἶπε στοὺς μαθητάδες του πὼς θὰ γεννηθεῖ ἀπὸ τὴ φυλὴ τοῦ Ἰούδα ὁ μέγας Βασιλιάς, καὶ τοὺς προανάγγειλε νὰ κοιτάξουνε τὸν οὐρανὸ ὡς νὰ δοῦνε ἕνα καινούργιο ἄστρο, κι ἅμα τὸ δοῦνε, νὰ τρέξουνε νὰ τὸ ἀκολουθήσουνε, καὶ κεῖνο θὰ τοὺς ὁδηγήσει στὸν τόπο ποὺ θὰ γεννηθεῖ ὁ Χριστός. 


Αὐτὸν τὸν λόγο τὸν φυλάξανε οἱ μαθητάδες τοῦ Βαλαὰμ καὶ τὸν μεταδώσανε στοὺς μαθητάδες τους, καὶ περιμένανε χίλια τρακόσια χρόνια, ὡς ποὺ νὰ δοῦνε ἐκεῖνον τὸν ἐξαίσιον Ἀστέρα. Καὶ δὲν ἐβγῆκε ψεύτικη ἡ προφητεία τοῦ γέρο Βαλαάμ, ἀλλὰ ἀληθινή, καὶ σὰν εἴδανε τὸ παράξενο ἄστρο, σκιρτήσανε ἀπὸ χαρά, καὶ τρέξανε νὰ προσκυνήσουνε τὸν Κύριο, ποὺ δὲν βαρεθήκανε νὰ τὸν περιμένουν χίλια τρακόσια χρόνια, νύχτα μὲ νύχτα.



Ὤ! Πόση ὑπομονὴ ἔχει ἡ πίστη! 

Ἀνάμεσα στὰ εὐωδιασμένα ἄνθη τῆς ὑμνωδίας, μὲ τὰ ὁποῖα στολίζει ἡ Ἐκκλησία μας

 τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ, εἶναι καὶ τοῦτο τὸ ὡραῖο τροπάρι ποὺ εἶναι ἐμπνευσμένο ἀπὸ τὴν ἱστορία τοῦ Βαλαάμ: 

«Τοῦ Μάντεως πάλαι Βαλαάμ, τῶν λόγων μυητᾶς σοφούς, ἀστεροσκόπους χαρᾶς ἔπλησας,

 ἀστὴρ ἐκ τοῦ Ἰακώβ, ἀνατείλας Δέσποτα, Ἐθνῶν ἀπαρχὴν εἰσαγομένους· 

ἐδέξω δὲ προφανῶς, δῶρά σοι δεκτὰ προσκομίζοντας».



Φώτης Κόντογλου


Print Friendly and PDF