ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2014

Η ΠΑΝΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ


 


Τό ἀψευδές στόμα τοῦ Κυρίου μᾶς διαβεβαιώνει ὅτι «εἰ ἐμέ ἐδίωξαν, καί ὑμᾶς διώξουσιν» (Ἰω. 15:20)·
«ἐπιβαλοῦσιν ἐφ' ὑμᾶς τάς χεῖρας αὐτῶν καί διώξουσι,παραδιδόντες εἰς συναγωγάς καί φυλακάς,
ἀγομένους ἐπί βασιλεῖς καί ηγεμόνας ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου» (Λκ. 21:12)
«παραδοθήσεσθε δέ καί ὑπό γονέων καί συγγενῶν καί φίλων καί ἀδελφῶν
καί θανατώσουσιν ἐξ ὑμῶν,
καί ἔσεσθε μισούμενοι ὑπό πάντων διά τό ὄνομά μου» (Λκ. 21:16-17).
Τό δέ «στόμα Χριστοῦ», ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, προσθέτει:
«οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται».



Η παναίρεσις τοῦ Οἰκουμενισμοῦ,ἡ ὁποία ἔχει λάβει τρομακτικάς διαστάσεις,ἀποσκοπεῖ εἰς τήν κατεδάφισιν τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως,

 ἐφόσον παραδέχεται ὅλας τάς Χριστιανικάς αἱρέσεις καί ὅλας τάς θρησκείαςὡς 

«διαφορετικούς δρόμους»

 διά νά φθάσῃ ὁ ἄνθρωπος εἰς τόν Θεόν.Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι πιστεύουν εἰς τόν ἴδιον Θεόν, ὁ καθείς μέ τόν τρόπον του,λέγουν 

ψευδῶς οἱ Οἰκουμενισταί,ὅπως οἱ «πατριάρχαι» Ἀθηναγόρας καί Βαρθολομαῖος.Νά καταργήσωμεν, λοιπόν, 

τά δόγματα τῆς Τριαδικότητος τοῦ Θεοῦ, τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του κ.λπ.καί νά κατασκευάσωμεν νέα,οὕτως ὥστε 

αὐτά νά εἶναι ἀποδεκτά ἀπό τόν σύγχρονον ἄνθρωπον,ἐπρότεινεν ὁ «ἀρχιεπίσκοπος Ἀμερικῆς» Ἰάκωβος εἰς συνέντευξίν του εἰς τήν παγκοσμίου

 κυκλοφορίας ἐφημερίδα New York Times (25-9-1967, σ. 40).

Παρομοίας αἱρέσεις, 

διαστροφάς καί βλασφημίας κηρύσσουν καί σύγχρονοι «πατριάρχαι»,«ἀρχιεπίσκοποι», 

«ἐπίσκοποι» καί ἄλλοι, καί ὄχι μόνον οὐδένα κίνδυνον καθαιρέσεως διατρέχουν,ἀλλά

 τοὐναντίον τιμῶνται καί ὑπό πάντων!



σχάτως δέ ἀρκετοί ἐξ αὐτῶν, ὅπως ὁ «πατριάρχης» Βαρθολομαῖος, μοιράζουν τό «ἅγιον Κοράνιον», ὅπως τό ἀποκαλοῦν, ἀντί τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου! Διά νά μήν μακρυγορῶμεν, ἁπλῶς λέγομεν ὅτι εἶναι τόσα πολλά τά ἄνομα ἔργα καί κηρύγματα τῶν Οἰκουμενιστῶν, ὥστε θἀ ἐχρειάζετο μία πολύωρος ὁμιλία διά νά παρουσιασθοῦν καί νά σχολιασθοῦν. Δέν νομίζω ὅτι χρειάζεται, ὅμως, διότι τά γεγονότα αὐτά εἶναι πλέον γνωστά εἰς ὅλους ὅσους ἐνδιαφέρονται διά τήν Ἐκκλησίαν. Πλανῶνται οἰκτρῶς ὅσοι ἔχουν μέν Ὀρθόδοξον Πίστιν, ἀλλά ἐν γνώσει των κοινωνοῦν ἐκκλησιαστικῶς μέ τούς Οἰκουμενιστάς, παρά τό γεγονός ὅτι ἡ στάσις των αὐτή εἶναι ἀντορθόδοξος. 


Τόσον ἡ Ἁγία Γραφή ὅσον καί οἱ ἅγιοι Πατέρες, προκειμένου νά καταστήσουν ἀπολύτως σαφές ὅτι ἡ ἐν γνώσει κοινωνία μέ τήν αἵρεσιν ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπον εἰς τήν Κόλασιν, ἀπηγόρευσαν αὐστηρῶς καί μέ ἐντόνους χαρακτηρισμούς καί προτροπάς τήν τοιαύτην κοινωνίαν. Πρός ἀπόδειξιν αὐτοῦ τοῦ ἰσχυρισμοῦ, παραθέτομεν ἀμέσως κατωτέρω πολλά ἁγιογραφικά καί ἁγιοπατερικά χωρία.Λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος: «Ἐκκλίνατε ἀπ’ αὐτῶν» (Ρωμ. 16:17-18)·«ἀφίστασο ἀπό τῶν τοιούτων ... τήν παρακαταθήκην φύλαξον, ἐκτρεπόμενος τάς βεβήλους κενοφωνίας καί ἀντιθέσεις τῆς ψευδωνύμου γνώσεως, ἥν τινες ἐπαγγελλόμενοι περί τήν πίστιν ἠστόχησαν» (Α´ Τιμ. 6:5, 6:20-21)·«μή οὖν γίνεσθε συμμέτοχοι αὐτῶν ... καί μή συγκοινωνεῖτε τοῖς ἔργοις τοῖς ἀκάρποις τοῦ σκότους» (Ἐφ. 5:6-11)·«ἀπό παντός εἴδους πονηροῦ ἀπέχεσθε» (Α´ Θεσσ. 5:22)·«στήκετε καί κρατεῖτε τάς παραδόσεις ... στέλλεσθαι ὑμᾶς ἀπό παντός ἀδελφοῦ ἀτάκτως περιπατοῦντος καί μή κατά τήν παράδοσιν» (Β´ Θεσσ. 2:15 καί 3:6)· «σύ δέ μένε ἐν οἷς ἔμαθες καί ἐπιστώθης» (Β´ Τιμ. 3:14)·


«Εἴ τις ὑμᾶς εὐαγγελίζεται παρ’ ὅ παρελάβετε, ἀνάθεμα ἔστω» (Γαλ. 1:8-9)·«τίς δέ κοινωνία φωτί πρός σκότος; τίς δέ συμφώνησις Χριστῷ πρός Βελίαλ; ἤ τίς μερίς πιστῷ μετά ἀπίστου; ... διό ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καί ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καί ἀκαθάρτου μή ἅπτεσθε» (Β´ Κορ. 6:14-18, ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος). Ὁ Μέγας Βασίλειος λέγει: «οἵτινες τήν ὑγιῆ πίστιν προσποιοῦνται ὁμολογεῖν, κοινωνοῦσι δέ τοῖς ἑτερόφροσι, τούς τοιούτους, εἰ μετά παραγγελίαν μή ἀποστῶσι, μή μόνον ἀκοινωνήτους ἔχειν, ἀλλά μηδέ ἀδελφούς ὀνομάζειν» (P.G. 160, σ. 101). Ο Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος λέγει: «Πᾶς ὁ λέγων, φησί, παρά τά διατεταγμένα, κἄν ἀξιόπιστος ᾖ, κἄν νηστεύῃ, κἄν παρθενεύῃ, κἄν σημεῖα ποιῇ, κἄν προφητεύῃ, λύκος σοί φαινέσθω ἐν προβάτου δορᾷ προβάτων φθοράν κατεργαζόμενος» (P.G. 160, σ. 101, ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος). 


Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, λέγει τά ἑξῆς σημαντικά διά τήν ὑπακοήν εἰς ἡγουμένους πού εἴτε εἶναι αἱρετικοί εἴτε εἶναι μέν ὀρθόδοξοι, ἀλλά κοινωνοῦν μέ αἱρετικούς: «παραγγελίαν γάρ ἔχομεν ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἀποστόλου [Γαλ. 1:8], παρ’ ὅ παρελάβομεν, παρ’ ὅ οἱ κανόνες τῶν κατά καιρούς συνόδων καθολικῶν τε καί τοπικῶν, ἐάν τις δογματίζῃ ἤ προστάσσῃ ποιεῖν ἡμᾶς, ἀπαράδεκτον αὐτόν ἔχειν, μηδέ λογίζεσθαι αὐτόν ἐν κλήρῳ ἁγίων» «οὐ δι’ ἕνα ἄνθρωπον ἀποσχίζομεν τῆς Ἐκκλησίας τῆς ἀπό Βορρᾶ καί δυσμῶν καί θαλάσσης∙ καί μέντοι καί τῆς ἐνταῦθα, δηλονότι πλήν τῶν μοιχοκυρωτῶν. Οὐ γάρ οὗτοι Ἐκκλησία Κυρίου» (Ἐπιστολαί, ἔ.ἀ., σελ. 178, ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος). 


φόσον ὁ ἅγιος ἔλεγεν ὅτι οἱ «μοιχοκυρωταί», ἤτοι οἱ ἐγκρίνοντες τόν παράνομον γάμον τοῦ Αὐτοκράτορος, δέν ἀνήκουν εἰς τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ, φαντασθεῖτε τί θά ἔλεγεν διά τούς Οἰκουμενιστάς ἄν ἔζη σήμερον· εἰκάζω ὅτι θά τούς ἐχαρακτήριζε «συναγωγήν τοῦ Σατανᾶ»! Σκληρά ἡ κρίσις, ἀλλά σύμφωνος μέ τήν διδασκαλίαν τῆς Ἐκκλησίας.«Οὐδ’ ἄν ὅλα τά χρήματα τοῦ κόσμου παρέξει τις καί κοινωνῶν εἴη τῇ αἱρέσει φίλος Θεοῦ καθίσταται, ἀλλ’ ἐχθρός. Καί τί λέγω κοινωνίας; Κἄν ἐν βρώματι, καί πόματι, καί φιλίᾳ συγκάτεισι τοῖς αἱρετικοῖς ὑπεύθυνος» (Ἐπιστολαί, ἔ.ἀ., σελ. 298)· «φυλάξοιτε ἔτι ἑαυτάς, παρακαλῶ, τῆς ψυχοφθόρου αἱρέσεως∙ ἧς ἡ κοινωνία ἀλλοτρίωσις Χριστοῦ» (Ἐπιστολαί, ἔ.ἀ., σελ. 354, ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος)·«τοῦ τε ἁγίου Ἀθανασίου προστάσσοντος, μηδεμίαν κοινωνίαν ἔχειν ἡμᾶς πρός τούς αἱρετικούς, ἀλλά μήν μηδέ πρός τούς κοινωνοῦντας μετά τῶν ἀσεβῶν» (Ἐπιστολαί, ἔ.ἀ., σ. 448, ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος)· 


«χθρούς γάρ Θεοῦ ὁ Χρυσόστομος, οὐ μόνον τούς αἱρετικούς, ἀλλά καί τούς τοῖς τοιούτοις κοινωνοῦντας, μεγάλῃ καί πολλῇ τῇ φωνῇ ἀπεφήνατο» (P.G. 99, σ. 1049, ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος)· «οἱ μέν τέλεον περί τήν πίστιν ἐναυάγησαν· οἱ δέ, εἰ καί τοῖς λογισμοῖς οὐ κατεποντίσθησαν, ὅμως τῇ κοινωνίᾳ τῆς αἱρέσεως συνόλλυνται» (P.G. 99, σ. 1164 Α, ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος). Δηλαδή, ὅσοι ἔχουν μέν Ὀρθόδοξον Πίστιν, ἀλλά κοινωνοῦν μέ τήν αἵρεσιν τοῦ Οἰκουμενισμοῦ, ὅπως πράττουν σήμερον οἱ ἁγιορεῖται μνημονευταί καί οἱ «συντηρητικοί» νεοημερολογῖται, θά συναπολεσθοῦν μέ τούς Οἰκουμενιστάς. Ὁ Ἅγιος Μάρκος Εὐγενικός, συνοψίζων ἄριστα τήν ’Ορθόδοξον διδασκαλίαν τῆς ἀποτειχίσεως, λέγει: «Ἅπαντες οἱ τῆς Ἐκκλησίας διδάσκαλοι, πᾶσαι αἱ Σύνοδοι καί πᾶσαι αἱ θεῖαι Γραφαί φεύγειν τούς ἑτερόφρονας παραινοῦσι καί τῆς αὐτῶν κοινωνίας διΐστασθαι» (P.G. 160, σ. 101, ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος). Ἀναφερόμενος δέ εἰς τόν λατινόφρονα μητροπολίτην Ἀθηνῶν, γράφει ὁ Ἅγιος τά ἑξῆς σημαντικά εἰς μίαν ἐπιστολήν του πρός τόν ἱερομόναχον Θεοφάνην: 


ξιῶ οὖν τήν ἁγιωσύνην σου, ἵνα τόν ὑπέρ Θεοῦ ζῆλον ἀναλαβών, ... παραινέσῃς τοῖς τοῦ Θεοῦ ἱερεῦσιν, ἐκφεύγειν ἅπασι τρόποις τήν κοινωνίαν αὐτοῦ καί μήτε συλλειτουργεῖν αὐτῷ μήτε μνημονεύειν ὅλως αὐτοῦ, μήτε ἀρχιερέα τοῦτον, ἀλλά λύκον καί μισθωτόν ἡγεῖσθαι ... Φεύγετε οὖν καί ὑμεῖς, ἀδελφοί, τήν πρός τούς ἀκοινωνήτους κοινωνίαν καί τό μνημόσυνον τῶν ἀμνημονεύτων. Ἴδε ἐγώ Μάρκος ὁ ἁμαρτωλός λέγω ὑμῖν, ὅτι ὁ μνημονεύων τοῦ πάπα ὡς ὀρθοδόξου ἀρχιερέως ἔνοχός ἐστι πάντα τά τῶν Λατίνων ἐκπληρῶσαι μέχρι καί αὐτῆς τῆς κουρᾶς τῶν γενείων, καί ὁ λατινοφρονῶν μετά τῶν Λατίνων κριθήσεται καί ὡς παραβάτης τῆς πίστεως λογισθήσεται (P.G. 160, σ. 1097, 1100, ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος). Συνεπῶς, εἶναι παραβάται τῆς πίστεως ὅσοι μνημονεύουν τόν λατινόφρονα «πατριάρχην» Βαρθολομαῖον, ὁ ὁποῖος ψάλλει τήν φήμην καί τό «εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος» διά τόν «πάπαν». 


πως δέ κατήγγειλε τό ἔτος 1969 ὁ Μητροπολίτης Φιλάρετος τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας τῆς Διασπορᾶς εἰς μίαν ἀνοικτήν του ἐπιστολήν πρός τόν «ἀρχιεπίσκοπον Ἀμερικῆς» Ἰάκωβον, ὁ «πατριάρχης» Ἀθηναγόρας εἶχε συμπεριλάβῃ τό ὄνομα του «πάπα Ρώμης», καθώς καί «ὅλας τάς ὁμολογίας τῆς Ἀνατολῆς καί τῆς Δύσεως», εἰς τά Δίπτυχα, πού σημαίνει ὅτι ἐθεώρει ὡς ὀρθοδόξους ὅλους αὐτούς τούς αἱρετικούς. Εἰς τό Ἅγιον Ὄρος σήμερον, ὀρθόδοξον στάσιν κρατοῦν μόνον οἱ παραδοσιακοί, δηλαδή οἱ γνήσιοι Ἐσφιγμενῖται καί οἱ Ζηλωταί Πατέρες, πού δέν μνημονεύουν τόν κ. Βαρθολομαῖον διό καί διώκονται. 


Ἅγιος Μάρκος Εὐγενικός τονίζει ὅτι «εἰς τά τῆς Πίστεως οὐκ ἐγχωρεῖ συγκατάβασις· ἡ γάρ συγκατάβασις ἐλάττωσιν ἐργάζεται τῆς πίστεως» καί ὅτι «μέσον ἀληθείας καί ψεύδους οὐδέν ἐστιν» (ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος). Οἱ ἐπί «πατριάρχου» Βέκκου ἀγωνισθέντες καί θεαρέστως μαρτυρήσαντες Ἁγιορεῖται Πατέρες, εἰς τήν γνωστήν ἐπιστολήν, τήν ὁποίαν ἔγραψαν τό ἔτος 1275 πρός τόν Βασιλέα Μιχαήλ Παλαιολόγον, ἀντιδρῶντες εἰς τάς πιέσεις πού ἐδέχοντο νά μνημονεύσουν τόν «πάπαν», μετά ἀπό τήν ψευδο-σύνοδον τῆς Λυῶνος, ἐπεκαλέσθησαν, μεταξύ ἄλλων, καί τό ἀκόλουθον χωρίον τῆς Καινῆς Διαθήκης: «Εἴ τις ἔρχεται πρός ὑμᾶς καί ταύτην τήν διδαχήν οὐ φέρει, μή λαμβάνετε αὐτόν εἰς οἰκίαν, καί χαίρειν αὐτῷ μή λέγετε· ὁ γάρ λέγων αὐτῷ χαίρειν κοινωνεῖ τοῖς ἔργοις αὐτοῦ τοῖς πονηροῖς» (Ἰω. Β΄, 10-11). 


Τό χωρίον τοῦτο ἀνέλυσαν ὡς ἑξῆς (εἰς ἐλευθέραν μετάφρασιν τοῦ γράφοντος).Ἄν ἐμποδιζώμεθα ἁπλῶς νά τόν χαιρετίσωμεν [τόν «πάπαν»] καθ’ ὁδόν καί νά τόν εἰσαγάγωμεν εἰς μίαν συνήθη οἰκίαν, τότε πῶς θά τόν εἰσαγάγωμεν, ὄχι εἰς οἰκίαν, ἀλλά εἰς τόν ναόν τοῦ Θεοῦ; ... Καί ἄν ὁ ἁπλοῦς χαιρετισμός του ἰσοδυναμεῖ μέ κοινωνίαν μέ τά πονηρά του ἔργα, πόσον μᾶλλον ἡ μνημόνευσίς του ἐκφώνως ἔμπροσθεν τῶν θείων καί φρικτῶν μυστηρίων; Ἄν δέ Αὐτός πού κεῖται ἔμπροσθεν ἡμῶν εἶναι ἡ Αὐτοαλήθεια, τότε πῶς εἶναι δυνατόν νά ἀνεχθῇ τοῦτο τό μέγα ψεῦδος, τό νά κατατάσσηται δηλαδή αὐτός μεταξύ τῶν λοιπῶν Ὀρθοδόξων Πατριαρχῶν; Θέατρον θά παίξωμεν ἐνώπιον τῶν φρικτῶν μυστηρίων; Πῶς εἶναι δυνατόν ν’ ἀνεχθῇ τοιοῦτόν τι ἡ ὀρθόδοξος ψυχή, χωρίς ν’ ἀπομακρυνθῇ ἀμέσως ἀπό τούς μνημονευτάς, θεωρῶντας αὐτούς ἱεροκαπήλους; 


Διότι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θεωρεῖ τήν ἀναφοράν τοῦ ὀνόματος τοῦ ἀρχιερέως ἐνώπιον τῶν ἀδύτων μυστηρίων ὡς τελείαν συγκοινωνίαν. Εἰς τήν ἑρμηνείαν τῆς θείας λειτουργίας ἔχει γραφῇ ὅτι ὁ ἱερουργῶν ἀναφέρει τό ὄνομα τοῦ ἀρχιερέως, διά νά δείξῃ ὅτι ὑποτάσσεται εἰς αὐτόν καί ὅτι εἶναι κοινωνός τῆς πίστεώς του... Καί ὁ μέγας πατήρ ἡμῶν καί ὁμολογητής Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ταῦτα λέγει: μολυσμόν ἔχει ἡ κοινωνία ἐκ μόνου τοῦ ἀναφέρειν τόν αἱρετικόν, ἀκόμη καί ὅταν ὁ ἀναφέρων εἶναι ὀρθόδοξος ... Ἀλλά θά δεχθῶμεν τό μνημόσυνον κατ’ οἰκονομίαν; Καί πῶς εἶναι δυνατόν νά εἶναι ἀποδεκτή μία οἰκονομία πού βεβηλώνει τά θεῖα μυστήρια καί διώκει ἀπό αὐτά τό Ἅγιον Πνεῦμα, στερῶντας ἔτσι τούς πιστούς ἀπό τήν ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν των καί τήν χάριν τῆς υἱοθεσίας; Ὑπάρχει τι ζημιωδέστερον τούτου;



Ἡ κοινωνία μετ’ αὐτῶν εἶναι προφανής ἔκπτωσις καί ἀνατροπή τῆς Ὀρθοδοξίας.Διότι 

ὁ αἱρετικόν δεχόμενος τοῖς αὐτοῦ ἐγκλήμασιν ὑπόκειται καί ὁ ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν ἀκοινώνητός ἐστιν, ὡς συγχέων 

τόν κανόνα τῆς Ἐκκλησίας (ἡ ἔμφασις τοῦ γράφοντος).Ὥστε, λοιπόν, 

κατά τούς Ἁγιορείτας Πατέρας τοῦ 1275, «ἱεροκάπηλοι» εἶναι οἱ μνημονευταί τῶν αἱρετικῶν! Ὡς γνωστόν, οἱ τότε Οἰκουμενισταί τοῦ Βέκκου 

ἄλλους ἀπό αὐτούς τούς Ἁγιορείτας Πατέρας ἀπεκεφάλισαν,ἄλλους ἐκρέμασαν, 

ἄλλους ἔκαψαν ζωντανούς και ἄλλους ἔπνιξαν. Εἶναι, βλέπετε, στενός,ἀκανθώδης καί μαρτυρικός ὁ δρόμος τῆς Ὀρθοδόξου ὁμολογίας, τόν ὁποῖον

 ἀκολουθοῦν ὀλίγοι, ἐνῶ ὁ δρόμος τῆς ἀπωλείας εἶναι πλατύς, 

τόν ὁποῖον δυστυχῶς ἀκολουθοῦν οἱ πολλοί.Ἕτερον παράδειγμα ὀρθοδόξου ὁμολογίας ἀποτελεῖ ἡ στάσις πού 

ἐτήρησαν οἱ ὀρθόδοξοι ἔναντι τῶν λατινοφρόνων μετά τήν ψευδοσύνοδον τῆς Φερράρας-Φλωρεντίας: «δέν συνελειτούργουν μετά τῶν λατινοφρόνων, δέν ἐπεκοινώνουν 

μετ’ αὐτῶν καί δέν ἐμνημόνευον τῶν ἐπισκόπων,τῶν ὑπογραψάντων τήν

 ψευδῆ ἕνωσιν τῆς Φλωρεντίας.Τό ὀρθόδοξον πλήρωμα μόνον τήν φωνήν τοῦ Μάρκου [τοῦ Εὐγενικοῦ] ἀνεγνώριζεν

 ὡς φωνήν καλοῦ ποιμένος. 




Επιμέλεια κειμένου ''ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ''
                   

Δημήτριος Χατζηνικολάου

Αναπληρωτής Καθηγητής Οικονομικών Πανεπιστημίου Ιωαννίνων

Πέμπτη 20 Μαρτίου 2014

ΤΟ '21 ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΤΟΥ




Ψηλά στα μπαϊράκια, συκώστε τον Σταυρόν, και σαν αστροπελέκια, κτυπάτε τον εχθρόν.

Ποτέ μη στοχασθήτε, πως είναι δυνατός,

Kαρδιοκτυπά και τρέμει, σαν τον λαγώ κι' αυτός.

Τρακόσιοι γκιρτζιαλίδες, τον έκαμαν να διή, πως δεν 'μπορεί με τόπια, μπροστά τους να ευγή.

Λοιπόν γιατί αργήτε, τι στέκεσθε νεκροί;

Ξυπνήσατε μην είσθε, ενάντιοι κ' εχθροί.

Πώς οι Προπάτορές μας, ορμούσαν σα θεριά,Για την ελευθερίαν, πηδούσαν στη φωτιά.

Έτζι κ' ημείς, αδέλφια, ν' αρπάξωμεν για μια, τ' άρματα και να βγούμεν, απ' την πικρή σκλαβιά.

Να σφάξωμεν τους λύκους, που στον ζυγόν βαστούν, και Χριστιανούς, και Τούρκους, 

σκληρά τους τυραννούν.

Στεργιάς, και του πελάγου, να λάμψη ο Σταυρός, και στην δικαιοσύνην, να σκύψη ο εχθρός.

O Kόσμος να γλυτώση, απ' αύτην την πληγή, κ' ελεύθεροι να ζώμεν, αδέλφια εις την Γη.

Πέρας μεν ώδε, η δε αυ πράξις τέρας.

                                                                         

  Ρήγας Φεραίος



Το Ράσο θυσίασε τα πάντα για την Ελλάδα και την εθνική αποκατάστασή της. 

Η συμμετοχή του Ράσου στους εθνικούς μας αγώνες δεν είναι ασφαλώς, 

ο μοναδικός λόγος της παρουσίας του Κλήρου στην κοινωνία μας. 

Κύρια αποστολή του Ράσου είναι το έργο του ιατρού στο "Πνευματικόν Ιατρείον" της Εκκλησίας

 για την πνευματική και υπαρκτική αποκατάσταση του ανθρώπου μέσα στο Σώμα του Χριστού.

 Η Εκκλησία δεν μπορεί ποτέ να θεωρείται ως ένας συμβατικός θεσμός,

 κοινωνικού χαρακτήρα, μέσα στον υπόλοιπο κρατικό και εθνικό βίο, μέ σκοπό να σώζει

 απλώς την ιστορική διάσταση.

Εν τούτοις η Ορθόδοξη Εκκλησία, και μάλιστα η Ελλαδική, πρωτοστατεί σ'όλους τους απελευθερωτικούς μας αγώνες.

 Γιατί; 

Διότι τούτο απορρέει από την πίστη της γιά τον κόσμο και τόν άνθρωπο. 

Η Ορθοδοξία βλέπει την ελευθερία ως το φυσικό κλίμα αναπτύξεως και πραγματώσεως ,

 του ανθρωπίνου προσώπου. 

Πραγματική δε ελευθερία είναι η δυνατότητα κοινωνίας του ανθρώπου 

με το Θεό καί τους συνανθρώπους του, σε βαθμό γνησιότητας, πληρότητας 

και αυθεντικότητας, έξω δηλαδή από κάθε αναγκαστικότητα.


να από τα επισημότερα θύματα της παρατεινόμενης αυτής ιδεολογικής αδιαλλαξίας είναι ο Μέγας Οικουμενικός Πατριάρχης του Αγώνα, ΄Αγιος Γρηγόριος Ε'. Η ερμηνεία της στάσης του στον Αγώνα απαιτεί επαρκή γνώση της εποχής (ιστορικά, κοινωνιολογικά, πολιτικά, διπλωματικά) και τη χρήση ορθών κριτηρίων, συγχρόνων δηλαδή και όχι σημερινών (ιστορικός αναχρονισμός). Ο σοφός εκείνος Γενάρχης, πώς ήταν δυνατό να παραβλέψει τους αρνητικούς παράγοντες, που απειλούσαν κάθε επαναστατική σκέψη (Ιερά Συμμαχία, Τσάρος, προηγούμενες οικτρές αποτυχίες, π. χ. 1790); 


Γιατί να άπαιτεί κανείς λιγότερη σύνεση από εκείνη τον Κοραή και του Καποδίστρια, που ήσαν τελείως αρνητικοί στα σχέδια εξεγέρσεως; Και όμως, σε καμία παρακωλυτική ή αποτρεπτική ενέργεια δεν προέβη, η δε αλληλογραφία του είναι σαφώς θετική και φανερώνει την εσωτερική συμμετοχή του στα σχέδια της ΦιλικήςΘα ερωτήσει, βέβαια, κανείς: και ο περιβόητος αφορισμός του κινήματος Υψηλάντου-Σούτσου; Δεν είναι σαφής αντίδραση του Γρηγορίου; Ετσι, άλλωστε, ερμηνεύεται ως σήμερα από την αρνητική κριτική. Μπορεί όμως να "έρμηνευθεί" ο αφορισμός χωρίς να ληφθεί υπόψη το κλίμα, μέσα στο οποίο έγινε; Καί ποιο ήταν το κλίμα αυτό; -΄Εκρηξη της οργής του Σουλτάνου (απόλυτου κυρίου πάνω σε κάθε υπήκοο)- ΄Αμεσος κίνδυνος γενικής σφαγής των Ρωμηων (ομολογία εκθέσεων τών Ξένων της Κων/πόλεως(27)) 


Απερίγραπτες θηριωδίες, πού προοιώνιζαν τη συνέχεια-Παύση από τον Σουλτάνο δύο Μ. Βεζίρηδων, με την κατηγορία της επιεικούς στάσεως έναντι των Ρωμηών -Απαγχονισμός του Σεϊχουλισλάμη (Θρησκευτικού αρχηγού), κατηγορουμένου για απείθεια (δεν εξέδωσε φετφά για την σφαγή και εξόντωση των Ρωμηών.Εκτελέσεις Φαναριωτών (Μουζούρηδων και Μητροπολιτών) κ.λπ.Ποιος μπορεί μετά από όλα αυτά να αρνηθεί, ότι ο αφορισμός ήταν πράξη ανάγκης και "στάχτη στα μάτια του Σουλτάνου"; Αυτή ακριβώς ήταν και η ερμηνεία του άμεσα θιγομένου από τον αφορισμό, Αλ.Υψηλάντη: "Ο Πατριάρχης, βιαζόμενος υπό της Πόρτας, σας στέλλει αφοριστικά και Εξάρχους, παρακινώντας σας να ενωθήτε με την Πόρταν. Εσείς όμως να τα θεωρήτε αυτά ως άκυρα, καθότι γίνονται με βίαν και δυναστείαν και άνευ της θελήσεως του Πατριάρχου".


Μόνο, λοιπόν, μετά από τήν γνώση όλων αυτών μπορεί να εκτιμηθεί σωστά και ο απαγχονισμός του Γρηγορίου. Ο πρώτος Πατριάρχης της Ρωμηοσύνης εκτελέσθηκε ως "προδότης" του Σουλτάνου και όχι των Ρωμηών(31). Και εύλογα, αφού τυπικά ήταν ο δεύτερος μετά τον Σουλτάνο αξιωματούχος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ενώ δε ο αφορισμός δεν είχε καμιά αρνητική απήχηση στον Εθνικό Αγώνα, αφού ήταν γνωστή η προέλευσή του, το "σχοινί του Πατριάρχη" ανέπτυξε μιαν ευεργετική δυναμική, διότι έγινε κινητήρια δύναμη στο αγωνιζόμενο ΄Εθνος. Η ιδεολογικοποιημένη ερμηνεία δεν αφήνει όμως άθικτους και τους άλλους Αρχιερείς. Θέλοντας να μειώσουν τη διακεκριμένη συμμετοχή αρχιερέων, όπως λ.χ. ο Παλαιών Πατρών Γερμανός ή ο Σαλώνων Ησαϊας, μιλούν για "εκατοντάδες αρχιερέων" (Σκαρίμπας), η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων (δήθεν) απέσχε και υπονόμευσε τον Αγώνα(32). 


΄Εχουν όμως έτσι τα πράγματα;Oι Αρχιερείς του Οικουμενικού Θρόνου δεν ξεπερνούσαν τους 200, στίς 171 συνολικά επαρχίες του. Ο αριθμός δε αυτός περιλαμβάνει και τους Αρχιερείς των άλλων ρωμαίικων Πατριαρχείων, που ήταν στα όρια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Σπ.Τρικούπης, Θ. Φαρμακίδης κ.α, δέχονται τον αριθμό 180, οι δε τιτουλάριοι Αρχιερείς δεν υπερέβαιυαν τους 20(34). Ποια ήταν, λοιπόν, η συμμετοχή αυτών των Αρχιερέων στη Φιλική Εταιρεία.Παρά τον αστικό χαρακτήρα της Φιλικής, oι πρωτεργάτες της δεν είχαν δυτική αντιφεουδαρχική συνείδηση, διότι στην "καθ' ημάς Ανατολήν" δεν υπήρχε φεουδαρχία φραγκικού τύπου (φυσική αριστοκρατία). 


Γι' αυτό ενώ στη Δύση ο Κλήρος, και μάλιστα οι Επίσκοποι, εθεωρούντο προέκταση της τάξεως των Ευγενών, η Φιλική στράφηκε εδώ στον Κλήρο και μάλιστα στις κεφαλές του. Αυτό επιβεβαιώνει και ο Κορδάτος: "0ί Φιλικοί [...] επεδίωξαν να δώσουν χαρακτήρα πανεθνικόν εις την ωργανωμένην επανάστασιν και δι' αυτό προσηλύτισαν και μερικούς Φαναριώτας και ανωτέρους Κληρικούς"(36). Το επίθετο ("μερικούς") απορρέει από το ιδεολογικό πρίσμα του Κορδάτου και δεν ανταποκρίνεται στο ελάχιστο στα πράγματα.Από το 1818 μυήθησαν στην Φ. Ε. όλοι σχεδόν oι αρχιερείς της Πελοποννήσου, κάτι που αναγκάζεται να το παραδεχθεί ο αγαθότερος Σκαρίμπας: " Η Φ. Ε. [...] στο κόλπο είχε μυήσει όλους σχεδόν τους Παλαιοελλαδίτες κοτσαμπάσηδες και προπαντός τούς δεσποτάδες". 


Η αλήθεια είναι, ότι ως Ρωμηοί oι ηγέτες της Φιλικής γνώριζαν την επιρροή των Αρχιερέων στο λαό. Μέσα στα έτη 1918-21 όλοι σχεδόν oι Αρχιερείς έγιναν μέλη της Φιλικής. Μαρτυρίες αδιαμφισβήτητες καλύπτουν 81 περιπτώσεις. Για έναν αριθμό απουσιάζουν μαρτυρίες, χωρίς όμως να μπορεί να υποστηριχθεί, ότι δεν είχαν μυηθεί και εκείνοι. Απουσιάζει όμως και κάθε μαρτυρία για προβολή αρνήσεως ή για υπονόμευση του έργου της Εταιρείας. Oι περισσότεροι ιστορικοί δέχονται, ότι oι Αρχιερείς υπήρξαν η σπονδυλική στήλη της Φιλικής και ο κύριος παράγων του έργου της λόγω του υψηλού κύρους τους στον Λαό. Αν οι Αρχιερείς εξ άλλου δεν περιέβαλλαν με την αγάπη τους τo έργο της Φιλικής, πολλά πράγματα μπορούσαν να ανατραπούν. Μια αναφορά, τέλος, στην ποσοστιαία σύνθεση της Φιλικής δίνει τα στοιχεία: Κληρικοί 9,5%, Αγρότες 6% καί Πρόκριτοι 11,7%.


Ιδιαίτερα από την περιοχή της Ελλάδος αναφέρονται επώνυμα στις πηγές 73 αρχιερείς, που έλαβαν ενεργό μέρος στον Αγώνα. Σαρανταδύο Αρχιερείς υπέστησαν ταπεινώσεις, εξευτελισμούς, φυλακίσεις, διώξεις κάθε είδους, βασανιστήρια, εξορίες κ.λπ. Δύο Οικουμενικοί Πατριάρχες (Γρηγόριος Ε', Κύριλλος ΣΤ') και 45 Αρχιερείς (Μητροπολίτες) εκτελέσθηκαν ή έπεσαν σε μάχες. Κατά τον Γάλλο Πρόξενο Πουκεβίλ οι κληρικοί-θύματα του Αγώνα ανέρχονται συνολικά σε 6.000. Υπάρχει όμως και το "εξ αντιθέτου" επιχείρημα. H μαρτυρία των Τούρκων Ιστορικών για τη δράση του ελληνορθοδόξου Κλήρου στον Αγώνα του '21(42). 'Ετσι, ο Μώραλη Μελίκ Μπέη δέχεται ότι "τον λαόν (της Πελοποννήσου) υπεκίνησαν oι έχοντες συμφέροντα και σχέσεις μετά τούτων, oι έμποροι, οι πρόκριτοι, και κυρίως oι μητροπολίται και γενικως oι ανήκοντες εις τον κλήρον, δηλαδή oι πραγματικοί ηγέται του Εθνους"(43). 


Ο δε Ζανί Ζαντέ σημειώνει: "Τα σχέδια ετηρούντο μυστικά μεταξύ του Πατριάρχου, των Μητροπολιτών, των Παπάδων, των Δημογερόντων. "Διά να κλείσουμε το θέμα αυτό, θα προσθέσουμε, ότι ενίοτε τον 19ο αιώνα εγείρονταν αντιδράσεις όχι για την μη συμμετοχή των Κληρικών μας στον απελευθερωτικό Αγώνα, αλλά αντίθετα για τη συμμετοχή τους σ' αυτόν. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Κεφαλλονίτη κοσμοκαλόγηρου και ησυχαστή Κοσμά Φλαμιάτου (1786- 1852)(45). Κατά τον Φλαμιάτο η Αγγλία εκμεταλλεύθηκε τον Αγώνα του '21. Με την εμπλοκή του Κλήρου σ' αυτόν επεδίωξε "ίνα διεγείρη την παγκόσμιον, ει δυνατόν, περιφρόνησιν, μίσος, αποστροφήν και συνωμοσίαν κατά του Κλήρου, τόσον την εκ των Αρχών, όσον και την εκ του λαού.  


Δι' αυτόν τον σκοπόν προς τοις άλλοις εκίνησεν εμμέσως εις τους αρχηγούς της Φιλικής Εταιρείας και εισήχθησαν εν αυτω ο Οικουμενικός Πατριάρχης, πολλοί Επίσκοποι και άλλοι εκ του Κλήρου της Ανατολής, και εφάνησαν τινες εξ αυτών οπλοφορούντες εις το στάδιον του κατά των Οθωμανών πολέμου, φαινόμενον όλως μοναδικόν, αλλόκοτον και αποτρόπαιον, εις την Ορθόδοξον Εκκλησίαν..."Δεν θα ασχοληθούμε με την ορθότητα ή όχι των κρίσεων του Φλαμιάτου, που έχει το δικό του πρίσμα θεωρήσεως. Το σκανδαλιστικό για ησυχαστές σαν τον Φλαμιάτο ειναι η συμμετοχή του Κλήρου στις πολεμικές επιχειρήσεις ("οπλοφορία") και σε μια συνωμοτική Εταιρεία, όπως η Φιλική. Την τελευταία θεωρεί κατευθυνόμενη "εμμέσως" από την Αγγλία. Μάλλον, συνεπώς, αυτό προσκρούει στη συνείδησή του, ότι δηλαδή η Επανάσταση εξυπηρετούσε τους σκοπούς της Δύσεως. Σ' αυτό ακριβώς, πιστεύουμε, έγκειται η αντίθεσή του. 'Οτι ο Κλήρος της Ελλάδος, εν αγνοία του, εξυπηρέτησε σκοπούς αλλοτρίους και όχι τα όνειρα της Ρωμηοσύνης. 


Ο Φλαμιάτος γράφει στη δεκαετία του 1840, όταν πολλά πια έχουν αποσαφηνισθεί. Σημαντικό όμως είναι, ότι θεωρεί τον Οικουμενικό Πατριάρχη μέλος της Φιλικής Εταιρείας, σ' αντίθεση με τους σημεριυούς επικριτές του. Για τους παραδοσιακούς ορθοδόξους όμως αυτό ήταν το σκάνδαλο και όχι το αντίθετο. O Γενάρχης της Ρωμηοσύνης να υποθάλπει κινήσεις, που στρέφονταν εναντίον της... Γι' αυτό μιλήσαμε παραπάνω για "θυσία" και "αυθυπέρβαση" του Ράσου. Η εθναρχική πολιτική εγκαταλείφθηκε για χάρη της ελευθερίας της Ελλάδος(47). Η Ρωμαίικη Εθναρχία θυσιάσθηκε, εκούσια, για την ελευθερία της Ελλάδος. Ο ΄Οθωνας στα 1833 θα πάρει για τους ΄Ελληνες, πολιτικά και εκκλησιαστικά, τη θέση του Εθνάρχη Οικουμενικού Πατριάρχη.


Η αγανάκτηση του Φλαμιάτου εστιάζεται, ακριβώς, στην αντίθετη κατεύθυνση από τις αιτιάσεις των επικριτών του Κλήρου. Το Ράσο θυσίασε τα πάντα για την Ελλάδα και την εθνική αποκατάστασή της. Η συμμετοχή του Ράσου στους εθνικούς μας αγώνες δεν είναι ασφαλώς, ο μοναδικός λόγος της παρουσίας του Κλήρου στην κοινωνία μας. Κύρια αποστολή του Ράσου είναι το έργο του ιατρού στο "Πνευματικόν Ιατρείον" της Εκκλησίας για την πνευματική και υπαρκτική αποκατάσταση του ανθρώπου μέσα στο Σώμα του Χριστού. Η Εκκλησία δεν μπορεί ποτέ να θεωρείται ως ένας συμβατικός θεσμός, κοινωνικού χαρακτήρα, μέσα στον υπόλοιπο κρατικό και εθνικό βίο, μέ σκοπό να σώζει απλώς την ιστορική διάσταση. Εν τούτοις η Ορθόδοξη Εκκλησία, και μάλιστα η Ελλαδική, πρωτοστατεί σ'όλους τους απελευθερωτικούς μας αγώνες. Γιατί; Διότι τούτο απορρέει από την πίστη της γιά τον κόσμο και τόν άνθρωπο. 


Η Ορθοδοξία βλέπει την ελευθερία ως το φυσικό κλίμα αναπτύξεως και πραγματώσεως , του ανθρωπίνου προσώπου. Πραγματική δε ελευθερία είναι η δυνατότητα κοινωνίας του ανθρώπου με το Θεό καί τους συνανθρώπους του, σε βαθμό γνησιότητας, πληρότητας και αυθεντικότητας, έξω δηλαδή από κάθε αναγκαστικότητα. Η ανθρώπινη ελευθερία εντάσσεται στα πλαίσια του θελήματος του Θεού και είναι (και ως εθνική-κοινωνική) έννοια καθαρά θεολογική- εκκλησιαστική.



   Ο Ορθόδοξος Κλήρος δεν μπορεί να μη συμμετάσχει στους εθνικούς-απελευθερωτικούς αγώνες, 

διότι το έργο του και στην περίοδο της ειρήνης είναι απελευθερωτικό. 

Αγώνας για την καταξίωση του Ρωμηού, ως απελευθέρωση από τα δεσμά της εσωτερικής δουλείας, της αμαρτίας.

H εσωτερική δε δουλεία κατά κύριο λόγο επιφέρει και την εξωτερική. 

Διότι δουλεία δεν είναι, κυρίως, 

η αναγκαστική υποταγή, αλλά η εσωτερική υποταγή και ταύτιση με τον κατακτητή, 

η νέκρωση του πνεύματος αντιστάσεως και του ψυχικού δυναμισμού. 

Γι' αυτό και πιστεύουμε, 

ότι η σημαντικότερη προσφορά του Ράσου στο ΄Εθνος μας δεν ήταν τόσο η συμμετοχή του Κλήρου 

στις ένοπλες εξεγέρσεις και συγκρούσεις, 

όσο η συμβολή του Ράσου στη συντήρηση του ελληνορθοδόξου φρονήματος του Γένους

 και της αγάπης του προς την ελευθερία. Χωρίς αυτές τις προϋποθέσεις 

δεν θά μπορούσε να υπάρξει Εικοσιένα.


Πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Μεταλληνός


ΑΡΑΤΕ ΠΥΛΑΣ ΚΑΙ ΕΠΑΡΘΗΤΕ ΠΥΛΑΙ ΑΙΩΝΙΟΙ




 Μετά ήρθαν όσοι έγιναν για την αγάπη του Χριστού «πτωχοί τω πνεύματι». 

Τώρα υψώθηκαν πάρα πολύ. 

Τους δόθηκε απ’ το χέρι του Κυρίου στεφάνι περίλαμπρο και κληρονόμησαν τη βασιλεία των ουρανών.

Έπειτα «οι πενθούντες» τις αμαρτίες τους, έλαβαν τη μεγάλη παρηγορία της Αγίας Τριάδος.

Έπειτα «οι πραείς» και άκακοι, που κληρονόμησαν την ουράνια γη, όπου αποστάζει γλυκασμό και ευωδία το Πνεύμα του Θεού. 

Και αυτοί δοκίμασαν ανέκφραστη τέρψη και ηδονή βλέποντας να τους χαρίζεται η μακαρία γη. 

Τα στεφάνια τους ροδόμορφα σκόρπιζαν μαρμαρυγές.

Ακολούθησαν οι «πεινώντες και διψώντες την δικαιοσύνην». 

Τους δόθηκε ο μισθός της δικαιοσύνης, για να χορτάσουν. 

Και η αγαθή τους πρόθεση ευφράνθηκε βλέποντας τον Βασιλέα Χριστό να υψώνεται

 και να υπερδοξάζεται απ’ τους αγίους αγγέλους.

Έπειτα «οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης». 

Τους χαρίσθηκε θεία δοξολογία και πολυθαύμαστη ζωή.


  

Τότε με δυνατή κι επίσημη φωνή λέει στους «εκ δεξιών» Του.-«Δεύτε οι ευλογημένοι του πατρός μου, κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασίλειαν από καταβολής κόσμου. Επείνασα γαρ, και εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα, και εποτίσατέ με, ξένος ήμην, και συνηγάγετέ με, γυμνός και περιεβάλετέ με, ησθένησα, και επεσκέψασθέ με, εν φυλακή ήμην και ήλθετε προς με».


Παραξενεύτηκαν εκείνοι και ρώτησαν: «Κύριε, πότε σε είδομεν πεινώντα και εθρέψαμεν, η διψώντα και εποτίσαμεν; πότε δε σε είδομεν ξένον και συνηγάγομεν, η γυμνόν και περιεβάλομεν; πότε δε σε είδομεν ασθενή η εν φυλακή και ήλθομεν προς σε;».


Αμήν λέγω υμίν, εφ’ όσον εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων, εμοί εποιήσατε». Στρέφεται τότε και προς τους «εξ ευωνύμων» και τους λέει με δριμύτητα: «Πορεύεσθε απ’ εμού οι κατηραμένοι εις το πυρ το αιώνιον το ητοιμασμένον τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού.


Επείνασα γαρ, και ουκ εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα και ουκ εποτισατέ με, ξένος ήμην και ου συνηγάγετέ με, γυμνός, και ου περιεβάλετέ με, ασθενής και εν φυλακή και ουκ επεσκέψασθέ με». «Κύριε», τον ρώτησαν κι αυτοί απορημένοι, «πότε σε είδομεν ασθενή εν φυλακή και ου διηκονήσαμέν σοι;». -Αμήν λέγω υμίν», τους απάντησε ο Κύριος, «εφ’ όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των ελαχίστων, ουδέ εμοί εποιήσατε».


Χαθήτε απ’ τα μάτια μου, κατηραμένοι της γης! Στον τάρταρο! Στον βρυγμό των οδόντων! Εκεί θά' ναι ο θρήνος κι ο οδυρμός ο ατελείωτος. Μόλις έβγαλε αυτή την απόφαση ο Κριτής, αμέσως ξεχύθηκε απ’ την ανατολή ένας τεράστιος πύρινος ποταμός, που κυλούσε ορμητικά προς τη δύση. Ήταν πλατύς σαν μεγάλη θάλασσα.


Οι αμαρτωλοί απ’ τ’ αριστερά βλέποντάς τον κατατρόμαξαν κι άρχισαν να τρέμουν φρικτά απ’ την απελπισία τους. Μα ο αδέκαστος Κριτής πρόσταξε να περάσουν όλοι -δίκαιο και άδικοι- μεσ’ απ’ το φλεγόμενο ποταμό, για να τους δοκιμάση το πυρ. Άρχισαν πρώτα οι «εκ δεξιών», που πέρασαν όλοι και βγήκαν λαμπεροί σαν ατόφιο χρυσάφι. Τα έργα τους δεν κάηκαν, αλλ’ αποδείχθηκαν πιο φωτεινά και διαυγή με τη δοκιμασία.


Γι’ αυτό γέμισαν αγγαλίαση. Έπειτα απ’ αυτούς ήρθαν και οι «εξ ευωνύμων» να περάσουν μέσα απ’ τη φωτιά, για να δοκιμασθούν τα έργα τους. Αλλά, επειδή ήταν αμαρτωλοί, η φλόγα άρχισε να τους καίη και τους κράτησε μέσ’ στη μέση του ποταμού. Και τα μεν έργα τους κατακάηκαν σαν άχυρα, ενώ τα σώματα τους έμειναν σώα να φλέγονται επί χρόνια και αιώνες ατελείωτους μαζί με τον διάβολο και τους δαίμονες.


Κανένας δεν κατώρθωσε να βγη από ’κείνο το πύρινο ποτάμι! Όλους τους αιχμαλώτισε η φωτιά, γιατί ήταν άξιοι καταδίκης και τιμωρίας. Αφού παραδόθηκαν στην κόλαση οι αμαρτωλοί, σηκώθηκε απ’ το θρόνο του ο φοβερός Κριτής και ξεκίνησε για το θεϊκό ανάκτορο με όλους τους αγίους του. Τον περικύκλωναν, πάντα με πολύ φόβο και τρόμο, όλες οι ουράνιες δυνάμεις ψάλλοντας:


«Άρατε πύλας οι άρχοντες ημών και επάρθητε πύλαι αιώνιοι και εισελεύσεται ο Βασιλεύς της δόξης», ο Κύριος και Θεός των θεών μαζί με όλους τους αγίους του, που θα απολαύσουν αιώνια κληρονομιά. Άλλο τάγμα απαντούσε και έλεγε: -«Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου» με όσους αξίωσε η χάρη του να ονομασθούν υιοί Θεού, «Θεός Κύριος» μαζί με τους υιούς της Νέας Σιών, «και επέφανεν ημίν».


Και οι αρχάγγελοι, που προπορεύονταν απ’ τον Κυριο, τον δοξολογούσαν ψάλλοντας ένα ουράνιο μέλος αντιφωνικά: «Δεύτε αγαλλιασώμεθα τω Κυρίω, αλαλάξωμεν τω Θεώ τω Σωτήρι ημών. Προφθάσωμεν το πρόσωπον αυτού εν εξομολογήσει και εν ψαλμοίς αλαλάξωμεν αυτώ». Ενώ άλλο τάγμα αντιφωνούσε μελωδικά: «Ότι Θεός μέγας Κύριος και Βασιλεύς μέγας επί πάσαν την γην. Ότι εν τη χειρί αυτού τα πέρατα της γης και τα ύψη των ορέων αυτού εισιν»!


Αυτά και αλλά πολλά παναρμόνια μέλη έψαλλαν οι άγιοι άγγελοι, ώστε να ευφραίνωνται απερίγραπτα όσοι τ’ άκουγαν. Έτσι ψάλλοντας μπήκαν οι άγιοι με τον Κυριο Ιησού Χριστό στον επουράνιο θάλαμο του θεϊκού παλατιού με καρδιές που σκιρτούσαν από χαρά. Και αμέσως κλείσθηκαν οι πύλες του νυμφώνα.


Τότε κάλεσε ο ουράνιος Βασιλεύς τους κορυφαίους αγγέλους. Πρώτοι παρουσιάσθηκαν ο Μιχαήλ, ο Γαβριήλ, ο Ραφαήλ, ο Ουριήλ και οι άρχοντες των ταγμάτων. Ακολούθησαν οι δώδεκα φωστήρες του κόσμου, οι απόστολοι. Τους έδωσε ο Κύριος δόξα αστραφτερή και δώδεκα πυρίμορφους θρόνους για να καθίσουν κοντά στον διδάσκαλο τους Χριστό με μεγαλειώδεις τιμές. Η όψη τους ακτινοβολούσε ένα απερίγραπτο αιώνιο φως και τα ενδύματά τους ήταν λαμπερά και διάφανα σαν το κεχριμπάρι.


Ακόμη κι οι άρχοντες των αγγέλων τους θαύμαζαν. Τέλος τους έδωσε και δώδεκα υπέροχα κρυστάλλινα στεφάνια διακοσμημένα με πολυτίμους λίθους, που έλαμπαν εκτυφλωτικά, καθώς τα κρατούσαν πάνω από τα κεφάλια τους ένδοξοι άγγελοι. Έπειτα ωδηγήθηκαν ενώπιον του Κυρίου οι 70 απόστολοι. Έλαβαν κι αυτοί όμοιες τιμές και δόξες, μόνο που τα στεφάνια των 12 ήταν πιο θαυμαστά.


Και τώρα ήρθε η σειρά των μαρτύρων. Αυτοί πήραν τη θέση και τη δόξα της μεγάλης αγγελικής στρατιάς, που γκρεμίσθηκε απ’ τον ουρανό μαζί με τον Εωσφόρο. Έγιναν δηλαδή οι μάρτυρες άγγελοι και άρχοντες των ουρανίων ταγμάτων. Τους έφεραν αμέσως πλήθος στεφάνια και τα τοποθέτησαν στα αγιασμένα κεφάλια τους. Όσο λάμπει ο ήλιος, τόσο έλαμπαν κι αυτά. Έτσι οι άγιοι μάρτυρες θεώμενοι ευφραίνονταν και αγάλλονταν ανέκφραστα.


Μετά μπήκε ο θείος χορός των ιεραρχών, ιερέων, διακόνων και λοιπών κληρικών. Στεφανώθηκαν και αυτοί μ’ αιώνια και αμαράντινα στεφάνια, ανάλογα με το ζήλο, την υπομονή και την ποιμαντική τους δράση. Στεφάνι από στεφάνι ήταν διαφορετικό κατά τη δόξα, όπως αστέρι από αστέρι. Έτσι πολλοί ιερείς και διάκονοι ήταν ενδοξότεροι και λαμπρότεροι από πολλούς αρχιερείς.


Τους έδωσαν ακόμη και από ένα ναό, για να προσφέρουν στο νοερό θυσιαστήριο αγία θυσία και τελεία, ευάρεστη στον Θεό. Έπειτα μπήκε ο όσιος χορός των μοναχών. Η όψη τους ξέχυνε μυστικήν ευωδία και σαν ήλιοι σκόρπιζαν θείες μαρμαρυγές. Ο Κύριος τους στόλισε με έξι φτερούγες και έγιναν με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος σαν τα φρικτά Χερουβείμ και Σεραφείμ.


Άρχισαν τότε να βροντοφωνούν: «Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πάσα η γη της δόξης αυτού». Ήταν η δόξα τους μεγάλη, αφάνταστη και το στεφάνι τους ποικιλοστόλιστο και λαμπερό. Ανάλογα με τους αγώνες και τους ιδρώτες τους απολάμβαναν και τις τιμές. Ακολούθησε ο χορός των προφητών. Τους δώρισε ο Βασιλεύς το άσμα των ασμάτων, το ψαλτήρι του Δαβίδ, τύμπανα και χορούς, άϋλο φως αστραφτερό, άφραστη αγαλλίαση και τη δοξολογία του Αγίου Πνεύματος.


Τότε τους ζήτησε ο Δεσπότης του θεϊκού νυμφώνα να ψάλλουν κάτι. Και έψαλλαν ένα τόσο μελωδικό ύμνο, ώστε σκίρτησαν όλοι από ευφροσύνη. Αφού έλαβαν αυτά τα δώρα οι άγιοι απ’ τα άχραντα χέρια του Σωτήρος, περίμεναν ακόμη εκείνα, «α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη».


Τότε μπήκε όλος ο χορός των ανθρώπων, που σώθηκαν μέσα στον κόσμο: Φτωχοί και άρχοντες, βασιλείς και ιδιώτες, δούλοι και ελεύθεροι. Στάθηκαν όλοι ενώπιον του Κυρίου κι εκείνος ξεχώρισε από ανάμεσά τους τους ελεήμονες και τους αγνούς και τους έδωσε την τρυφή του παραδείσου της Εδέμ, παλάτια ουράνια και φωτεινά, στεφάνια πολυτελή, αγιασμό και αγαλλίαση, θρόνους και σκήπτρα και αγγέλους να τους υπηρετούν.


 

Ύστερα από όλα αυτά βλέπει ο Νήφων 

να έρχεται μπροστά στον Νυμφίο μια θεόφωτη Νύμφη. 

Γύρω της σκόρπιζε ουράνιες ευωδίες και θεϊκά μύρα. 

Στο πανέμορφο κεφάλι της φορούσε ασύγκριτο βασιλικό στέμμα, που ακτινοβολούσε. 

Οι άγγελοι την ατένιζαν κατάπληκτοι κι οι άγιοι θαμπωμένοι. 

Η χάρη του Αγίου Πνεύματος συγκρατούσε πάνω στην άχραντη κορυφή το ουράνιο εκείνο διάδημα.

Μπαίνοντας στον θείο νυμφώνα την ακολουθούσε αναρίθμητο πλήθος παρθένων που υμνούσαν με δοξολογίες και άσματα τα μεγαλεία του Θεού.

Όταν έφτασε κοντά στον Νυμφίο 

η μεγάλη βασίλισσα προσκύνησε τρεις φορές μαζί με όλες τις άγιες παρθένες.

 Τότε ο «ωραίος κάλλει» την είδε και ευφράνθηκε. 

Έσκυψε το κεφάλι του και την τίμησε σαν άχραντη Μητέρα του. 

Εκείνη πλησίασε 

με πολλήν ευλάβεια και χάρη και ασπάσθηκε τα αθάνατα και ακοίμητα μάτια του, καθώς και τα σπλαγχνικά του χέρια.

Μετά το θείο φίλημα 

ο Κύριος χάρισε στις παρθένες αστραφτερά φορέματα και πάμφωτα στεφάνια. 

Κι έπειτα 

ήρθαν όλες οι νοερές δυνάμεις υμνώντας, μακαρίζοντας και δοξάζοντάς την.

 


Άγιος Νήφων Επίσκοπος Κων/λεως


Δευτέρα 17 Μαρτίου 2014

ΚΙ ΕΔΩΣΕ ΣΤΟΝ ΜΙΧΑΗΛ ΤΟ ΣΥΝΘΗΜΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ




Έπεσαν όλοι γονατιστοί μπροστά στον Κριτή και πάλι σηκώθηκαν.
Είχε πια καθίσει στον «θρόνο της ετοιμασίας» ο φοβερός Κριτής και μαζεύθηκαν γύρω του όλες οι δυνάμεις των ουρανών με φόβο και τρόμο. 
Όσοι είχαν αρπαχθή από τα σύννεφα προς απάντησή του, τοποθετήθηκαν στα δεξιά του.
 Οι υπόλοιποι ωδηγήθηκαν στ’ αριστερά του Κριτού.
 Οι πιο πολλοί τους ήταν Ιουδαίοι, άρχοντες, αρχιερείς, ιερείς, βασιλείς και πολύ πλήθος μοναχών και λαϊκών. 
Στεκόνταν καταντροπιασμένοι, ελεεινολογώντας τον εαυτό τους και θρηνώντας την απωλειά τους.
 Τα πρόσωπά τους ήταν εξαθλιωμένα και αναστέναζαν βαθιά συντετριμμένοι. Σ’ όλους είχε απλωθή νεκρικό πένθος.
 Και πουθενά δεν φαινόταν καμμιά παρηγοριά.
Όσοι όμως στεκόταν στα δεξιά του Κριτού ήταν όλοι φαιδροί, φωτεινοί σαν ήλιοι, σεμνοί, δοξασμένοι, λευκοί σαν το φως, πυρπολημένοι λες, από μια θεόφωτη αστραπή.
 'Εμοιαζαν -αν δεν είναι τολμηρό να το πη κανείς- σαν τον Κυριο και Θεό τους.
Παρευθύς έρριξε το βλέμμα του και απ’ τη μια κι από την άλλη μεριά ο φοβερός Κριτής. 
Στα δεξιά κοίταξε ευχαριστημένος και χαμογέλασε.
Όταν όμως γύρισε στ’ αριστερά, ταράχθηκε, ωργίσθηκε πολύ και απέστρεψε αμέσως το πρόσωπό του.

 

 

Πιο κάτω ήταν γραμμένες όλες οι αμαρτίες των ανθρώπων όσες βρήκε ο θάνατος να μην έχουν ξεπλυθή στη μετάνοια. Κι ήταν τόσο πολλές, σαν την άμμο της θάλασσας!… Τις διάβαζε ο Κύριος δυσαρεστημένος και κουνούσε το κεφάλι του αναστενάζοντας. Το αμέτρητο πλήθος των αγγέλων στεκόταν περίτρομο από τον φόβο της δίκαιης οργής του Κριτού. Όταν ο Κύριος έφτασε στη μέση του Αιώνα αυτού, παρατήρησε:


Τούτο το έσχατο είναι γεμάτο από τη δυσωδία των αμαρτιών, από τ’ ανθρώπινα έργα, που είναι όλα ψεύτικα και βρωμερά: Φθόνοι, φόνοι, ψεύδη, έχθρες, μνησικακίες. Φτάνει πια! Θα το σταματήσω στη μέση. Να πάψη η κυριαρχία της αμαρτίας! Και λέγοντας αυτά τα ωργισμένα λόγια ο Κύριος έδωσε στον αρχιστράτηγο Μιχαήλ το σύνθημα για την Κρίση. 


Αυτοστιγμεί εκείνος με το τάγμα του πήραν τον υπέρλαμπρο και απερίγραπτο θρόνο κι έφυγαν. Ήταν το τάγμα τόσο πολυπληθές, ώστε η γη δεν το χωρούσε. Φεύγοντας βροντοφωνούσαν:-Άγιος, άγιος, άγιος, φοβερός και μέγας, υψηλός, θαυμαστός και δοξασμένος ο Κύριος στους αιώνες των αιώνων. Έπειτα αποχώρησε ο Γαβριήλ με το τάγμα του ψάλλοντας: -«Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πάσα η γη της δόξης αυτού»!Και από ’κείνη τη φοβερή κραυγή συγκλονίζονταν ο ουρανός και η γη.


Ακολούθησε ο τρίτος μέγας αρχιστράτηγος, ο Ραφαήλ, με το τάγμα του αναπέμποντας τον ύμνο: «Εις άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός. Αμήν». Τέλος ξεκίνησε και η τέταρτη παράταξη. Ο άρχοντάς της ήταν λευκός και λαμπερός σαν το χιόνι, με όψη γλυκειά. Φεύγοντας άρχισε κι αυτός να ψάλλη δυνατά: -«Θεός θεών Κύριος ελάλησε και εκάλεσε την γην από ανατολών ηλίου μέχρι δυσμών. Εκ Σιών η ευπρέπεια της ωραιότητος αυτού. Ο Θεός εμφανώς ήξει, ο Θεός ημών και ου παρασιωπήσεται.


Πυρ ενώπιον αυτού προπορεύσεται και κύκλω αυτού καταιγίς σφοδρά». Και συνέχεια τον υπόλοιπο ψαλμο. Ενώ οι αξιωματούχοι του αποκρίνονταν:«Ανάστα ο Θεός κρίνων την γην ότι συ κατακληρονομήσεις εν πάσι τοις έθνεσι». Ο αρχηγός αυτού του τάγματος ωνομαζόταν Ουριήλ. Σε λίγο έφεραν ενώπιον του Κυρίου τον δοξασμένο Σταυρό του, που έλαμπε σαν φοβερή αστραπή και σκόρπιζε άρρητη ευωδία. Τον συνώδευαν με εξαιρετικές τιμές δύο τάγματα Εξουσιών και Δυνάμεων. Το θέαμα ήταν συγκλονιστικά μεγαλόπρεπο. 


Οι πολυάριθμες δυνάμεις έψαλλαν παναρμόνια. Άλλοι έλεγαν με μεγάλο δέος:-«Υψώσω σε ο Θεός μου ο Βασιλεύς μου και ευλογήσω το όνομά σου εις τον αιώνα». Άλλοι έλεγαν: -«Υψούτε Κύριον τον Θεόν ημών και προσκυνείν τω υποποδίω των ποδών αυτού, ότι άγιός εστι». Αλληλούϊα, αλληλούϊα, αλληλούϊα! Έπειτα δόθηκε θεία διαταγή να έρθη πάλι ο κραταιός άρχοντας Μιχαήλ για να παρασταθή διπλά στον θρόνο του Κυρίου.


Εκείνη τη στιγμή παρουσιάσθηκε άγγελος που κρατούσε μια βροντερή σάλπιγγα. Την πήρε ο Κριτής στα χέρια του, σάλπισε τρεις φορές κι είπε τρεις λόγους. Μετά την παρέδωσε στον Μιχαήλ: -Πήγαινε στον Γολγοθά όπου άπλωσα τα άχραντα χέρια μου να σαλπίσης κι εκεί τρεις φορές. Μόλις αποχώρησε ο Μιχαήλ, κάλεσε ο Κύριος το τάγμα των Αρχών και είπε απευθυνόμενος στον αρχηγό του:


-Σε προστάζω να πάρης το θείο σου τάγμα και να σκορπισθήτε σ’ όλο τον κόσμο, για να μεταφέρετε πάνω σε νεφέλες τους αγίους, απ’ την ανατολή και τη δύση, τον βορρά και τον νότο. Θα τους συγκεντρώσης όλους για να υποδεχθούν την παρουσία μου, μόλις ηχήση η σάλπιγγα. 'Υστερ’ απ’ όλα αυτά έρριξε ένα βλέμμα στη γη ο δίκαιος Κριτής και είδε… Ομίχλη και σκοτεινιά, θρήνος και ουαί και κοπετός πολύς απ’ τη φοβερή τυραννία του σατανά. Μάνιαζε και φρύαττε ο δράκοντας.


Κατέστρεψε τα πάντα συντρίβοντάς τα σαν χορτάρι. Γιατί έβλεπε τους αγγέλους του Θεού να του ετοιμάζουν το αιώνιο πυρ. Μόλις τα είδε όλα αυτά ο Κύριος, κάλεσε ένα πύρινο άγγελο με αυστηρή και φοβερή όψη, χωρίς λύπηση -ήταν αρχηγός των αγγέλων που επιβλέπουν το πυρ της κολάσεως- και του είπε: -Πάρε μαζί σου τη ράβδο μου που δένει και συντρίβει. Πάρε κι αμέτρητους αγγέλους απ’ το τάγμα σου, τους πιο φοβερούς, που τάχθηκαν τιμωροί των κολασμένων.


Θα πάτε στη νοητή θάλασσα, για να βρήτε τα ίχνη του ζοφερού άρχοντα. Άρπαξέ τον με ισχύ και κραταιότητα και χτύπα τον αλύπητα με τη ράβδο, ώσπου να παραδώση το τάγμα των πονηρών πνευμάτων. Κι αφού τους δέσης όλους γέρα με την ισχύ της ράβδου μου, κατά τη διαταγή μου, θα τους ρίξης στις πιο άσπλαχνες και άγριες κολάσεις!…Και τότε πια, όταν όλα ήταν έτοιμα, έγινε νεύμα στον αρχάγγελο που κρατούσε τη σάλπιγγα να σαλπίση ηχηρά. Αμέσως απλώθηκε απότομα νεκρική σιγή, σαν να ηρέμησαν τα σύμπαντα.


Με το πρώτο σάλπισμα συναρμολογήθηκαν όλα τα σώματα των νεκρών. Με το δεύτερο, Πνεύμα Κυρίου επανέφερε τις ψυχές μέσα στα νεκρά σώματα. Δέος και φρίκη κατέλαβε τα σύμπαντα. Τα ουράνια και τα επίγεια έτρεμαν. Και τότε αντήχησε το τρίτο και φοβερώτερο σάλπισμα, που συγκλόνισε όλο τον κόσμο. Οι νεκροί αναστήθηκαν από τα μνήματα «εν ριπή οφθαλμού». Φοβερό θέαμα! Ξεπερνούσαν σε αριθμό την άμμο της θάλασσας. 


Συγχρόνως σαν πυκνή βροχή κατέβαιναν απ’ τα ουράνια προς τον θρόνο της ετοιμασίας τ’ αγγελικά τάγματα βροντοφωνώντας: -«Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πάσα η γη φόβου και τρόμου». Στεκόταν όλος ο λαός και το αναρίθμητο σύνταγμα των αγγέλων περιμένοντας. Έτρεμαν και φρικιούσαν μπροστά στη φοβερή θεία εξουσία που κατέβαινε στη γη. Ενώ όμως όλοι κοίταζαν ψηλά, ξαφνικά άρχισαν να γίνωνται σεισμοί, βροντές κι αστραπές στην κοιλάδα της Δίκης και στον αιθέρα, ώστε κατατρόμαξαν όλοι.


Τότε αποσύρθηκε σαν βιβλίο το στερέωμα του ουρανού και φάνηκε ο Τίμιος Σταυρός να λάμπη σαν τον ήλιο και να σκορπίζη θείες μαρμαρυγές. Τον κρατούσαν άγγελοι μπροστά από τον Κύριό μας Ιησού Χριστό και Κριτή της οικουμένης, που ερχόταν. Σε λίγο ακούγεται ένας ύμνος, ένα τραγούδι πρωτάκουστο: «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου· Θεός Κύριος», κριτής, εξουσιαστής, άρχων ειρήνης.


Μόλις τελείωσε η βροντερή τούτη δοξολογία, εμφανίζεται ο Κριτής επί των νεφελών, καθισμένος σε θρόνο πύρινο. Με την πολλή του καθάρια λαμπρότητα πυρπολούσε τον ουρανό και τη γη. Έξαφνα μεσ’ απ’ το πλήθος των αναστημένων νεκρών άρχισαν μερικοί ν’ αστράφτουν σαν τον ήλιο! Αμέσως αρπάζονταν από τις νεφέλες στον αέρα για να συναντήσουν τον Κυριό τους. Οι περισσότεροι όμως απόμειναν κάτω. Κανείς δεν τους πήρε στον ουρανό!…θρηνούσαν πικρά που δεν αξιώθηκαν ν’ αρπαχτούν κι αυτοί από τις νεφέλες κι ήταν φαρμάκι η λύπη και η οδύνη στις ψυχές τους.



Μόλις έβγαλε αυτή την απόφαση ο Κριτής,
 αμέσως ξεχύθηκε απ’ την ανατολή ένας τεράστιος πύρινος ποταμός, που κυλούσε ορμητικά προς τη δύση. 
Ήταν πλατύς σαν μεγάλη θάλασσα. 
Οι αμαρτωλοί απ’ τ’ αριστερά βλέποντάς τον κατατρόμαξαν κι άρχισαν να τρέμουν φρικτά απ’ την απελπισία τους. 
Μα ο αδέκαστος Κριτής πρόσταξε να περάσουν όλοι
 -δίκαιο και άδικοι- 
μεσ’ απ’ το φλεγόμενο ποταμό, για να τους δοκιμάση το πυρ.
Άρχισαν πρώτα οι «εκ δεξιών», 
που πέρασαν όλοι και βγήκαν λαμπεροί σαν ατόφιο χρυσάφι. 
Τα έργα τους δεν κάηκαν, αλλ’ αποδείχθηκαν πιο φωτεινά και διαυγή με τη δοκιμασία. 
Γι’ αυτό γέμισαν αγγαλίαση.
Έπειτα απ’ αυτούς ήρθαν και οι «εξ ευωνύμων» να περάσουν μέσα απ’ τη φωτιά, για να δοκιμασθούν τα έργα τους. 
Αλλά, επειδή ήταν αμαρτωλοί, η φλόγα άρχισε να τους καίη και τους κράτησε μεσ’ στη μέση του ποταμού. 
Και τα μεν έργα τους κατακάηκαν σαν άχυρα, ενώ τα σώματα τους έμειναν σώα να φλέγονται επί χρόνια και αιώνες ατελείωτους μαζί με τον διάβολο και τους δαίμονες. Κανένας δεν κατώρθωσε 
να βγη από ’κείνο το πύρινο ποτάμι! 
Όλους τους αιχμαλώτισε η φωτιά, γιατί ήταν άξιοι καταδίκης και τιμωρίας.
Αφού παραδόθηκαν στην κόλαση 
οι αμαρτωλοί, σηκώθηκε απ’ το θρόνο του
 ο φοβερός Κριτής και ξεκίνησε για το θεϊκό ανάκτορο 
με όλους τους αγίους του.




Άγιος Νήφων 

Επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως


Σάββατο 15 Μαρτίου 2014

ΟΥΑΙ ΣΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ! ΤΙ ΚΟΛΑΣΗ ΤΟΥΣ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ!




Μια βραδιά, ο Άγιος Νήφων, 

αφού τελείωσε την καθιερωμένη νυχτερινή του προσευχή, 

ξάπλωσε να κοιμηθή πάνω στις πέτρες, όπως πάντα.

 Ήταν μεσάνυχτα και αγρυπνούσε ακόμη κοιτάζοντας το φεγγάρι και τα αστέρια στον ουρανό.

Μόνος καθώς ήταν, αναλογίστηκε τις αμαρτίες του και θρηνούσε γοερά, 

γιατί έφερνε στον νου του την φοβερή ώρα της Κρίσεως.

Έξαφνα βλέπει ν’ αποτραβιέται το στερέωμα του ουρανού σαν σεντόνι.

 Και παρουσιάζεται ο Κύριος Ιησούς Χριστός σε πελώριες διαστάσεις. 

Στεκόταν στους αιθέρες περικυκλωμένος απ’ όλες τις ουράνιες στρατιές·

 άγγελοι, αρχάγγελοι, τάγματα φοβερά και εξαίσια,

 παραταγμένα με κάθε συστολή.

Ο Κύριος ένευσε στον στρατηγό του ενός τάγματος και εκείνος πλησίασε λαμπρός, 

φοβερός, μα και συνεσταλμένος.

-Μιχαήλ, Μιχαήλ, άρχοντα της διαθήκης, 

παράλαβε με το τάγμα σου τον πυρίμορφο θρόνο της δόξας μου και πήγαινε στην κοιλάδα του Ιωσαφάτ.



Εκεί θα τον εγκαταστήσης σαν πρώτο σημάδι της παρουσίας μου. Γιατί πλησιάζει η ώρα που θα λάβη καθένας κατά τα έργα του. Κάνε γρήγορα, έφτασε η στιγμή. Θα δικάσω αυτούς που προσκύνησαν τα είδωλα κι αρνήθηκαν Εμένα τον δημιουργό τους. Αυτούς που λάτρεψαν τις πέτρες και τα ξύλα που τους έδωσα για τις ανάγκες τους. 


Όλοι τους θα συντριβούν «ως σκεύη κεραμέως». Καθώς και οι εχθροί μου οι αιρετικοί που τόλμησαν να με χωρίσουν από τον Πατέρα μου. Που τόλμησαν να υποβιβάσουν σε κτίσμα το Παράκλητον Πνεύμα. Αλλοίμονό τους, ποια κόλαση τους περιμένει!


Τώρα θα εμφανισθώ και στους Ιουδαίους που με σταύρωσαν και δεν πίστεψαν στη θεότητά μου. Μου δόθηκε κάθε εξουσία, τιμή και δύναμη. Είμαι δικαιοκρίτης. Τότε που ήμουνα πάνω στον Σταυρό έλεγαν: «Ουαί! ο καταλύων τον ναόν…σώσον σεαυτόν». Τώρα, «εμοί εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω».


Εγώ θα κρίνω, θα ελέγξω και θα τιμωρήσω σκληρά το πονηρό και διεστραμμένο γένος, γιατί δεν μετάνοιωσε. Τους έδωσα ευκαιρίες να μετανοήσουν, αλλά τις περιφρόνησαν. Θα λάβω λοιπόν τώρα την εκδίκηση. Το ίδιο θα κάνω και στούς Σοδομίτες, που βρώμισαν τη γη και τον αέρα με τη δυσωδία τους. Τους έκαψα τότε.


Και πάλι θα τους ξανακάψω, γιατί μίσησαν την ηδονή του Αγίου Πνεύματος και αγάπησαν την ηδονή του διαβόλου. Θα τιμωρήσω και τους μοιχούς, τους άφρονες και σκοτισμένους, που μοιάζουν σαν θηλυμανή άλογα.


Δεν αρκέσθηκαν στη νόμιμη συζυγία τους, αλλά στράφηκαν ανόητα στην ανηθικότητα και ο σατανάς τους έρριξε δεμένους στην άβυσσο του πυρός. Δεν άκουσαν ότι «φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος»; Δεν φοβούνται το «εγώ το εμβρίμημά μου απολέσω αυτούς»; 


Τους κάλεσα να μετανοιώσουν κι όμως δεν μετάνοιωσαν. Θα καταδικάσω και τους κλέφτες που έκαναν ένα σωρό κακά, ακόμη και φόνους! Και όλους όσοι έπραξαν πλήθος αμαρτιών. Εγώ τους χάρισα ευκαιρίες για να αλλάξουν αλλά δεν έδωσαν καμμία σημασία. Που είναι τα καλά τους έργα;


Τους έδειξα τον άσωτο σαν τύπο και υπογραμμό –και πολλούς άλλους- για να μην αποθαρρύνωνται στις αμαρτίες τους. Αλλ’ αυτοί καταφρόνησαν τις εντολές μου και με αρνήθηκαν. Αποστράφηκαν Εμένα κι αγάπησαν την ασωτία. Σιχάθηκαν Εμένα και υποδουλώθηκαν στην αμαρτία. Ας πορευθούνε λοιπόν στη φλόγα που οι ίδιοι άναψαν.


Αλλά κι όσους πέθαναν μνησίκακοι, θα τους παραδώσω σε φοβερό κλύδωνα. Γιατί δεν πόθησαν την ειρήνη μου, αλλά στάθηκαν στη ζωή τους θυμώδεις, πικρόχολοι και οργίλοι. Τους πλεονέκτες, τους τοκογλύφους κι όσους δουλεύουν στη φιλαργυρία –που είναι δεύτερη ειδωλολατρεία- θα τους εξολοθρεύσω και θα ξεθυμάνω πάνω τους όλη μου την οργή, γιατί στήριξαν την ελπίδα τους στο χρυσάφι κι Εμένα με αγνόησαν σαν να μη φρόντιζα γι’ αυτούς.


Κι εκείνους τους ψευτοχριστιανούς, που ισχυρίζονταν ότι δεν υπάρχει ανάσταση νεκρών η ότι γίνεται μετεμψύχωση, θα τους λειώσω στη γέενα σαν το κερί. Τότε θα πεισθούν για την ανάσταση των νεκρών. Οι μάγοι οι δηλητηριαστές κι όσοι γενικά ασχολούνται με τις μαντείες θα συντριβούν.


Αλλοίμονο και σ’ αυτούς που μεθάνε, γλεντοκοπάνε με κιθάρες και τύμπανα και τραγουδάνε, χορεύουν, αισχρολογούν και φαντάζονται πονηρά. Τους κάλεσα και δεν με άκουσαν, αλλά με καταγελούσαν. Τώρα το σκουλήκι θα τους κατατρώη την καρδιά. Σ’ όλους χάρισα έλεος και μετάνοια, μα κανένας δεν έδινε τότε προσοχή.


Θα βυθίσω στο σκοτάδι κι όσους περιφρόνησαν τις Άγιες Γραφές, που τις έγραψε το Πνεύμα μου δια μέσου των αγίων. Θα κρίνω ακόμη κι αυτούς που ασχολούνται με προλήψεις και δεισιδαιμονίες και στηρίζουν τις ελπίδες τους σε μαχαίρια, αξίνες, δρεπάνια κι άλλα παρόμοια.


Τότε θα μάθουν ότι έπρεπε να ελπίζουν στο Θεό κι όχι στα δημιουργήματά του. Θα ταράζωνται και θ’ αντιλέγουν τότε, μα δεν θα έχουν πια καμμία δύναμη, γιατί «εμοί εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω». Θα τιμωρήσω και τους βασιλείς και τους άρχοντες που με πίκραιναν αδιάκοπα με τις αδικίες τους. Έκριναν άδικα και περήφανα περιφρονώντας τους ανθρώπους.


Κι αυτοί μεν πληρώνονταν. Η δική μου όμως εξουσία δεν δέχεται δωροδοκίες. Σύμφωνα με την αδικία τους θα τους αφανίσω. Τότε θα καταλάβουν ότι εγώ είμαι ο φοβερός που αφαιρώ τις εξουσίες των αρχόντων. Θα καταλάβουν ότι είμαι φοβερώτερος απ’ όλους τους βασιλείς της γης. Ουαί σ’ αυτούς! Τι κολάση τους περιμένει.


Γιατί έτριξαν τα δόντια τους κι έχυσαν αθώο αίμα, το αίμα των παιδίων τους και των θυγατέρων τους. Αλλά σε ποιάν οργή θα παραδώσω τους μισθωτούς, που δεν ήταν γνήσιοι ποιμένες; που ρήμαξαν τον αμπελώνα μου και σκόρπισαν τα πρόβατά μου; που ποίμαιναν χρυσάφι κι ασήμι –όχι ψυχές- και ζήτησαν την ιερωσύνη από συμφέρον; Πόση θα είναι η τιμωρία τους;


Πόσος ο οδυρμός; Θα ξεχύσω πάνω τους όλο τον θυμό και την οργή μου και θα τους συντρίψω. Πρόβατα και βόδια φθαρτά φρόντισαν ν’ αποκτήσουν, μα τα δικά μου λογικά πρόβατα δεν τα νοιάσθηκαν. Θα τιμωρήσω με ράβδο τις ανομίες τους και με μαστίγιο τις αδικίες τους.


Αλλά και τους ιερείς που γελούν η φιλονικούν μέσα στις αγίες εκκλησίες μου, τι θα τους κάνω; Θα τους συμμορφώσω στο πυρ και στον τάρταρο. Ήρθα κι έρχομαι. Όποιος έχει τη δύναμη ας με αντιμετωπίση. Αλλά ουαί κι αλλοίμονο σ’ αυτόν που όντας αμαρτωλός θα πέση στα χέρια μου!


Γιατί καθένας θα εμφανισθή ενώπιόν μου «γυμνός και τετραχηλισμένος». Πού θα τολμήση να φενερωθή τότε η αναίδεια των αμαρτωλών; Πώς θ’ αντικρύσουν το πρόσωπό μου; Πού θα βάλουν τη ντροπή τους; Θα καταισχυνθούν μπροστά στις άχραντες Δυνάμεις μου. Θα κατακρίνω όμως κι όσους μοναχούς αμέλησαν τα καθήκοντά τους και πρόδωσαν τις υποσχέσεις που έδωσαν ενώπιον Θεού, αγγέλλων κι ανθρώπων.


Άλλα υποσχέθηκαν κι άλλα έπραξαν. Απ’ το ύψος των νεφελών θα τους γκρεμίσω στην άβυσσο. Δεν τους έφτανε η δική τους απώλεια, αλλά προξένησαν ολέθριο σκάνδαλο και σ’ άλλους. Ήταν καλύτερα γι’ αυτούς να μην απαρνηθούν τον κόσμο, παρά που τον απαρνήθηκαν κι έζησαν αισχρά, ανακατεμένοι με την ασωτία. «Εμοί εκδίκησις, εγώ ανταποδώσω» σ’ όσους δεν θέλησαν να μετανοιώσουν.


Εγώ θα τους κρίνω σαν δίκαιος Κριτής!.. Τα λόγια αυτά που βροντοφώνησε ο Κύριος στον αρχιστράτηγο Μιχαήλ, γέμισαν δέος τις αναρίθμητες Δυνάμεις των αγγέλων. Έπειτα πρόσταξε να του φέρουν τους Επτά Αιώνες της συστάσεως του κόσμου. Ο Μιχαήλ ανέλαβε την εκτέλεση κι αυτής της προσταγής. Γι’ αυτό πήγε αμέσως στον οίκο της διαθήκης και τους έφερε.


Ήταν σαν μεγάλα βιβλία και τα τοποθέτησε μπροστά στον Κριτή. Έπειτα στάθηκε παράμερα παρατηρώντας με ευλάβεια πως ξεφυλλίζει ο Κύριος την ιστορία των αιώνων. Πήρε εκείνος τον πρώτο Αιώνα, τον άνοιξε και είπε: -Εδώ γράφει πρώτα-πρώτα: Ο Πατήρ, ο Υιός και το Αγιο Πνεύμα, ένας Θεός σε τρία πρόσωπα. Από τον Πατέρα γεννήθηκε ο Υιός και δημιουργός των αιώνων.


Διότι με τον Λόγο του Πατρός, τον Υιό, έγιναν οι Αιώνες, δημιουργήθηκαν οι ασώματες Δυνάμεις, στερεώθηκαν οι ουρανοί, η γη, τα καταχθόνια, η θάλασσα, οι ποταμοί «και πάντα τα εν αυτοίς». Έπειτα αφού διάβασε λίγο παρακάτω, είπε:


-Εδώ λέει: Εικόνα του αοράτου Θεού είναι ο πρώτος άνθρωπος, ο Αδάμ, με τη γυναίκα του, την Εύα. Στον Αδάμ δόθηκε μια εντολή από τον παντοκράτορα Θεό και δημιουργό όλων των ορατών και αοράτων. Είναι ένας νόμος που πρέπει να τηρηθή με κάθε ασφάλεια και ακρίβεια, ώστε να θυμάται τον δημιουργό του, και να μην ξεχνάει ότι υπάρχει Θεός από πάνω του.


Πάλι προχώρησε λίγο:-Παράβαση, στην οποία υπέπεσε η εικόνα του Θεού από απάτη η μάλλον από απροσεξία και αμέλεια.


 

Έπεσε ο άνθρωπος και διώχθηκε από τον παράδεισο με δίκαιη κρίση και απόφαση του Θεού.

 Δεν μπορεί να βρίσκεται σε τόσα αγαθά ο αχρείος παραβάτης!

Πιο κάτω διάβασε:

-Ο Κάϊν ρίχθηκε στον Άβελ και τον σκότωσε, κατά τη βουλή του διαβόλου. 

Οφείλει να καή στη φωτιά της γέενας, γιατί έμεινε αμετανόητος. 

Ενώ o  Άβελ θα ζήση αιώνια.

Κατά τον ίδιο τρόπο ξεφύλλισε τα έξι βιβλία των Αιώνων.

Πήρε τέλος το έβδομο και διάβασε:

-Η αρχή του εβδόμου Αιώνα σημαίνει το τέλος των αιώνων. 

Αρχίζει να γενικεύεται η κακία, η πονηρία κι η ασπλαγχνία. 

Οι άνθρωποι του εβδόμου Αιώνα είναι πονηροί,

 φθονεροί, ψεύτες, με υποκριτικήν αγάπη, 

φίλαρχοι, υποδουλωμένοι στις σοδομικές αμαρτίες.




  Άγιος Νήφων Επίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως


Print Friendly and PDF