ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2020

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΑ ΧΙΟΝΙΑ

 


''...Εις το χωριό μου επήγα μετά δέκα έτη. Μόλις έφθασα,
ηρώτησα για το γέρω Τρέσσα. Είχε πεθάνη΄ η γρηά τον
ακολούθησε γρήγορα στον άλλο κόσμο΄ η Ρηνώ... - Η Ρηνιώ;
 εφώναξεν ο προπετής και ανυπόμονος σύντροφός μας, ενώ ο
κ. Περικλής άφινε να ανοιχθούν τα χείλη εις ένα ελαφρόν
 αναστεναγμόν. - Ευρέθηκε μια μέρα νεκρή στο χανδάκι, εκεί
ακριβώς που είχα πέση την βραδυά των Χριστουγέννων. Στο
σπήτι μου δεν ήξευραν καλά να μου ειπούν αν εφονεύθη
 τυχαίως, αν ηυτοκτόνησεν ή αν συνέβη κανέν έγκλημα.
Και έτσι η οικογένεια του Τρέσσα εξέλιπεν εντελώς...''.



Χριστουγεννιάτικο διήγημα του δημοσιογράφου και λογοτέχνη 
Δημητρίου Καλογεροπούλου (1899 - 1954)
έτσι, όπως πρωτοδημοσιεύθηκε στο φιλολογικό - καλλιτεχνικό περιοδικό της 
Κωνσταντινούπολης 
''Νέον Πνεύμα'', έτος Α', φύλ. 10, 
Κωνσταντινούπολη 28 Δεκεμβρίου 1908, σελ. 147 - 150.
Δημοσιεύεται σε δύο μέρη. Σήμερα το δεύτερο μέρος.


Τρέχει κοντά μου. Εγώ είχα κλείση τα βλέφαρα για να ανακουφισθώ... - Παναγία μου! Χριστέ μου! Βοήθεια!


Εφώναξε, μόλις με είδεν ακίνητον, με κλειστά μάτια. - Δεν είνε τίποτε΄ μη φοβάσαι... μόλις ημπόρεσα να ειπώ, ανοίγων τα μάτια μου.


Την είδα τότε γονατιστή, εμπρός μου σκυμένη να με κυττάζη. [...]. Έπρεπε να μεταφερθώ εις το χάνι. Αλλά το πέσιμό μου ήταν άσχημο.


- Πατέρα! έβγαλεν έξαφνα μια φωνή η Ρηνιώ φέρουσα τας παλάμας γύρω στα χείλη της, διά να μη σκορπισθή η φωνή της.


Πού να ακουσθή όμως! Απηλπίσθη και κατανικώσα την αιδημοσύνην της, μου είπε με μίαν αποφασιστικότητα:


- Σηκωθήτε... Εδώ θα παγώσετε... Θα σας βαστάξω στα χέρια... δεν είναι και πολύ μακρυά...


Η πρότασις ήτο τολμηρά΄ αλλ΄ αυτή ήτο τόσω σωματώδης και γερή, εγώ δε τόσον ισχνός και ελαφρός!


Εσκέφθην να εξακολουθήσω τον δρόμον προς το χωριό. Αλλά δεν ήτο δυνατόν: οι πόνοι ηύξαναν΄ τα χιόνια μετεβάλλοντο εις πάγον΄


η Ρηνιώ δεν ήτο δυνατόν να με αφήση εκεί μόνον ούτε στιγμήν'  ο πατέρας της δεν ήκουε. Έπρεπε λοιπόν να δεχθώ την πρότασίν της.


Και με επήρε σχεδόν στην αγκαλιά της. [...] Όταν αντικρύσαμεν από μακρυά το χάνι, έβαλεν η Ρηνιώ μία φωνή τόσω δυνατή -συνεκέντρωσεν όση δύναμιν είχε- ώστε μετ' ολίγον ηκούσαμεν την φωνή του πατέρα της:


Εδώ΄ μαι, Ρηνιώ, έρχομαι! Όλοι επεδόθησαν ευθύς εις την περιποίησιν των τραυμάτων μου, τα οποία ήσαν ελαφρά.


Όλη νύχτα είχα πλάϊ μου την Ρηνιώ, πάντοτε ανήσυχη, αλλά και πάντοτε γλυκειά. [...] Ευτυχώς κατά την μίαν μετά τα μεσάνυχτα επέρασεν από το χάνι ένας γνωστός χωριανός, ο οποίος ανέλαβε να ειδοποιήση στο σπήτι μου.


Άμα ξημέρωσε, μου έστειλαν μια σούστα΄ ξεκίνησα σιγά - σιγά για το χωριό μου. Εις αρκετήν απόστασιν με συνώδευσαν οι γέροι΄


δίπλα εβάδιζε μελαγχολική η Ρηνιώ. Αυτά ήσαν τα Χριστούγεννα που εώρτασα όταν ήμην είκοσι χρόνων...''.


Εδώ εσταμάτησεν ο κύριος Περικλής. Επί τόσην ώραν αφωσιωμένος αυτός εις την αφήγησιν και ημείς εις την περιπέτειάν του δεν είχομεν βρέξη με τίποτε τα χείλη.


Εκείνος εζήτησε λίγο κονιάκ με νερό΄ όχι διότι εδιψούσεν΄ αλλά διότι τον είχε κουράσει η εκ της αφηγήσεως συγκίνησις.


Κανείς δεν είχε πλέον διάθεσιν να ομιλήση. Αλλ' ως εξ ενστίκτου ησθάνθημεν όλοι εν κενόν εις την διήγησιν του αγαθού οικοδεσπότου, μίαν λεπτομέρειαν, την οποίαν ίσως απεσιώπησεν επίτηδες.


Τί απέγινεν η ώμορφη χωριατοπούλα, η οποία εφάνη δι' αυτόν τόσο καλή. 


Ο φίλος μας, ο οποίος εις την αρχήν έδωκεν αφορμήν εις τον ομιλητήν να αφηγηθή, ανέλαβε να τον παρορμήση, όπως μας συμπληρώση το τέλος.


- Δεν αμφιβάλλω, κύριε Περικλή, του είπεν, ότι από τότε δεν θα επεράσατε από εκείνα τα μέρη τα τόσον απότομα...


- Εννοώ την ερώτησίν σου. Το τέλος δεν είναι ευχάριστον. Το επόμενον έτος ήλθα ήλθα εις τας Αθήνας διά τας Πανεπιστημιακάς μου εξετάσεις.


Ευθύς κατόπιν μετέβην εις Αίγυπτον. Εις το χωριό μου επήγα μετά δέκα έτη. Μόλις έφθασα, ηρώτησα για το γέρω Τρέσσα.


Είχε πεθάνη΄ η γρηά τον ακολούθησε γρήγορα στον άλλο κόσμο΄ η Ρηνώ... 


- Η Ρηνιώ; εφώναξεν ο προπετής και ανυπόμονος σύντροφός μας, ενώ ο κ. Περικλής άφινε να ανοιχθούν τα χείλη εις ένα ελαφρόν αναστεναγμόν.


- Ευρέθηκε μια μέρα νεκρή στο χανδάκι, εκεί ακριβώς που είχα πέση την βραδυά των Χριστουγέννων.


Στο σπήτι μου δεν ήξευραν καλά να μου ειπούν αν εφονεύθη τυχαίως, αν ηυτοκτόνησεν ή αν συνέβη κανέν έγκλημα. Και έτσι η οικογένεια του Τρέσσα εξέλιπεν εντελώς.


Το χάνι εκλείσθη. Εσκέφθην να υπάγω να το ίδω΄ αλλά δεν είχα την δύναμιν.


Μία άλλη μέρα μου είπαν ότι το χάνι ηρειπώθη΄ ότι ούτε ο τάφος της Ρηνιώς καν υπάρχει΄


μόνον το μέρος που ευρέθη νεκρά η Ρηνιώ το λένε οι διαβάτες και οι χωριανοί ''Το μνήμα της Ρηνιώς'' και σήμερον ακόμη έτσι το ονομάζει και η παράδοσις...


Ε αυτά έχει ο παληόκοσμος... Είπε και εδάκρυσε...


Πριν τελειώση την διήγησίν του ο κ. Περικλής, είχεν εισέλθη η γραία υπηρέτριά του, ήτις αντιληφθείσα το πένθιμον της αφηγήσεως, εφώναξε:


- Ε, για να σου πω, αφέντη. Χρονιάρα μέρα δεν κάνουν τέτοιες κουβέντες... Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς. Βάλε εσύ που είσαι πιο νέος από τους άλλους λίγο εδώ, είπεν εις εμέ τείνουσα εν ποτήριον.


Της το εγέμισα κρασί΄ εκείνη δε υψώνουσα το ποτήρι είπε:


-Και του χρόνου, παιδιά... Καλά Χριστούγεννα... Χτυπάει μεσάνυκτα...


Νάμαστε καλά του χρόνου και να σας πω κι' εγώ πως παντρεύθηκα τον μακαρίτη τον άνδρα μου... θα λιγωθήτε στα γέλοια...


Ηκούσαμεν να κτυπούν την θύραν. Ο κύριος που είχε συστήσει η κυρία του να γυρίση ενωρίς, απορροφημένος από την αφήγησιν, ούτε το είχε σκεφθή. 


Αλλά τώρα ενόησεν ότι ήτο η υπηρέτρια, ανεμέτρησε τον κίνδυνον, όστις τον ανέμενε και εγερθείς έδωκε το σύνθημα της αναχωρήσεως όλων μας.



Αθήναι, 28 Δεκεμβρίου 1908



Δ. Ι. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ



Τ έ λ ο ς



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου 
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Χριστουγεννιάτικο διήγημα του δημοσιογράφου και λογοτέχνη 
Δημητρίου Καλογεροπούλου (1899 - 1954)
έτσι, όπως πρωτοδημοσιεύθηκε στο φιλολογικό - καλλιτεχνικό περιοδικό της Κωνσταντινούπολης 
''Νέον Πνεύμα'', έτος Α', φύλ. 10, 
Κωνσταντινούπολη 28 Δεκεμβρίου 1908, σελ. 147 - 150.

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΓΕΙΑ ΤΟΥ ΣΕΒ. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΚΑΙ ΣΑΛΑΜΙΝΟΣ κ. ΓΕΟΝΤΙΟΥ

 




Λόγῳ ἠπίων συμπτωμάτων πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, τὰ ὁποῖα παρουσίασε ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Πειραιῶς καὶ Σαλαμῖνος κ. Γερόντιος, εἰσήχθη κατόπιν προτροπῆς τῶν θεραπόντων ἰατρῶν του τὴν Τρίτη, 18-11/1-12-2020, στὸ τμῆμα «covid» τοῦ Τζάνειου Νοσοκομείου στὸν Πειραιᾶ, ὅπου καὶ ἀνταποκρίνεται θετικὰ στὴν θεραπεία ποὺ ὑποβάλλεται.


Οἱ εὐχὲς τῆς Ἱεραρχίας τῆς Ἐκκλησίας μας, τοῦ Πληρώματος τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως ποὺ διαποιμαίνει, ὅπως καὶ τοῦ Κλήρου καὶ Λαοῦ τῆς Ἐκκλησίας μας σὲ Ἑλλάδα καὶ ἐξωτερικό, τὸν συνοδεύουν γιὰ ταχεῖα ἀνάρρωση μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Φιλανθρώπου Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.



Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου

Ἀθῆναι, 19-11/2-12-2020

Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2020

ΑΓΙΟΥ ΦΙΛΑΡΕΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ Ν. ΥΟΡΚΗΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙΑΣ




Ἐπὶ τῇ μεγάλῃ Θεομητορικῇ Ἑορτῇ τῆς 21ης Νοεμβρίου 



Τὰ Εἰσόδια τῆς Παναγίας Παρθένου Μαρίας




Ὁμιλία τοῦ Ἁγίου Φιλαρέτου Μητροπολίτου Νέας Ὑόρκης τοῦ Νέου Ὁμολογητοῦ, † 1985 


«Σήμερον ὁ θεοχώρητος ναός, ἡ Θεοτόκος ἐν Ναῷ Κυρίου προσάγεται, καὶ Ζαχαρίας ταύτην ὑποδέχεται. Σήμερον τὰ τῶν Ἁγίων Ἅγια ἀγάλλονται». 


μεῖς μόλις ἀκούσαμε νὰ ψάλλωνται αὐτὰ τὰ λόγια, μὲ τὰ ὁποῖα ἡ Ἐκκλησία ἐξεικονίζει τὸ ἑορταστικὸ γεγονός, τοῦ ὁποίου τὴν μνήμη ἐπιτελοῦμε κατὰ τὴν σημερινὴ Μεγάλη Ἑορτή.


«Σήμερον τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων ἀγάλλονται», ψάλλει ἡ Ἐκκλησία. Καὶ ἐμεῖς γνωρίζουμε, ὅτι στὸν Ἀκάθιστο Ὕμνο τῆς Θεοτόκου, σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς χαιρετισμούς Της, ἐπίσης λέγουμε: «Χαῖρε Ἁγία, Ἁγίων μείζων», αὐτὸ σημαίνει: Νὰ χαίρεσαι Ἐσύ, ἡ ὁποία Εἶσαι μεγαλυτέρα ἀπὸ τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων!


ἱστορία τῆς Ἑορτῆς μᾶς διηγεῖται, πὼς οἱ εὐλαβεῖς γονεῖς, Ἰωακεὶμ καὶ Ἄννα, ἔφεραν τὸ τριετὲς παιδί τους, τὴν μικρὰ παρθένο Μαρία στὸν Ναὸ τοῦ Θεοῦ, ὅπως εἶχαν ὑποσχεθῆ, σύμφωνα μὲ τὸ τάμα τους, ὅτι θὰ τὴν ἀφιέρωναν στὸν Θεό. Πὼς οἱ παρθένοι νεάνιδες τὴν συνόδευαν μὲ λαμπάδες καὶ πὼς τελικά, ὅταν εἰσῆλθαν στὸν Ναό τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἀρχιερέας Ζαχαρίας ἐξῆλθε νὰ τὴν ὑποδεχθῆ.


Καὶ ἡ Παράδοσις μᾶς πληροφορεῖ ὅτι Αὐτή, ἄν καὶ τόσο μικρή, μόλις τριῶν ἐτῶν, ἀπὸ μόνη Της ἀνέβηκε τά σκαλοπάτια κατευθεῖαν πρὸς ἐκεῖνον, καὶ αὐτός, καθοδηγούμενος ἀπὸ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, ἔπραξε αὐτό, τὸ ὁποῖο δὲν εἶχε ξαναγίνει ποτὲ στὰ χρονικά, καὶ τὴν ὡδήγησε στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, στὸ μέρος, στὸ μυστικό σκοτάδι τοῦ ὁποίου, μόνον Αὐτὸς ὁ Κύριος ἐσκήνωνε·


καὶ ποὺ ποτὲ δὲν εἶχε πατήσει πόδι ἀνθρώπου, καὶ μόνον ὁ Ἀρχιερεὺς μόνος του, εἰσερχόταν στόν ἐνδιάτακτο καιρό, μὲ προσευχὴ καὶ θυμίαμα μία ἡμέρα τὸν χρόνο. Μία ἡμέρα τὸν χρόνο! Καὶ αὐτὴ δὲν ἦταν ἐκείνη ἡ ἡμέρα.


Παρ᾽ ὅλα αὐτά, ὑπὸ τὴν καθοδήγησι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὁ δίκαιος Ζαχαρίας «ὡδήγησε τὴν τρίχρονη Νεάνιδα στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ἔτσι ὥστε νὰ ἀνα­ 2 τραφῆ ἐκεῖ. Σὲ ἄλλον ἐκκλησιαστικό ὕμνο λέγει: «ὡς ἡγιασμένη». Καὶ ἡ ἐκκλησιαστικὴ Παράδοσις μᾶς ἀναφέρει πὼς ἦταν συχνὰ στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων· πὼς Ἅγιοι Ἄγγελοι τῆς ἐμφανίζονταν ἐκεῖ·


πὼς ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριὴλ τῆς ἐμφανιζόταν καὶ τῆς ἔφερνε τροφή. Καὶ ὄντως ἔτσι εἶναι διότι, ὅταν ἀναγινώσκουμε τὴν ἱερὰ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία πῆγε, στὸν Εὐαγγελισμό, νὰ τῆς ἀναγγείλη τὸ χαρμόσυνο μήνυμα, τὸ Εὐαγγέλιο καθιστᾶ σαφές, ὅτι ὅταν ἡ Ὑπερευλογημένη Παρθένος Μαρία εἶδε τὸν Ἀρχάγγελο Γαβριήλ, δὲν ταράχθηκε ἀπὸ τὴν παρουσία του, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ μήνυμά του·


πειδὴ τῆς ἦταν παλαιὸς γνώριμος καὶ τῆς εἶχε ἐμφανισθῆ πολλὲς φορὲς στὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων. Ἀλλά, παρ᾽ ὅλα αὐτά, ὅταν ἄκουσε τὸν ἀσυνήθιστο χαιρετισμό, «Χαῖρε κεχαριτωμένη Μαρία, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ, εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί», ἦταν αὐτὸς ὁ ἀσυνήθιστος χαιρετισμός, ὁ ὁποῖος τὴν ἐτάραξε, καὶ ἀναρωτήθηκε τὶ νὰ ἐσήμαινε ἕνας τέτοιος χαιρετισμός.


Σύμφωνα μὲ τὴν Παράδοσι, μετὰ τὴν Εἴσοδό Της στὸν Ναό, ζοῦσε μονίμως ἐκεῖ. Ἐκεῖ προσευχόταν, ἐκεῖ ἐργαζόταν, καὶ ἐκεῖ, ὅπως ἔχει ἤδη εἰπωθῆ, Ἅγιοι Ἄγγελοι τῆς ἐκόμιζαν τροφή. Ἀλλά, πῶς ἐμεῖς σχετιζόμεθα μὲ τὸν Ναὸ τοῦ Θεοῦ;


Γιὰ τὸν Χριστιανὸ ὁ Οἶκος τοῦ Θεοῦ θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἀκριβῶς ὅπως στὰ ἀρχαῖα χρόνια γιὰ τὸν Ψαλμωδό, ὁ ὁποῖος ἔγραψε: «Εὐφράνθην ἐπὶ τοῖς εἰρηκόσι μοι· εἰς οἶκον Κυρίου πορευσόμεθα» (Ψαλμ. ρκα΄ 1). Αὐτὸ σημαίνει ὅτι, χάρηκα ὅταν κάποιοι μοῦ εἶπαν: «Ἄς πορευθοῦμε εἰς τὸν Ναὸν τοῦ Κυρίου»! Συμβαίνει αὐτὸ μὲ μᾶς;


Τιμοῦμε τὸν Οἶκο τοῦ Θεοῦ; Ἀγαποῦμε τὸν Οἶκο τοῦ Θεοῦ; Προσπαθοῦμε νὰ εἴμεθα ἐκεῖ ὅσο τὸ δυνατὸν πιὸ συχνὰ μποροῦμε; Ἆρά γε, ὑπερπηδοῦμε τὰ τυχὸν ἐμπόδια ποὺ παρουσιάζονται; Ἐσεῖς οἱ ἴδιοι γνωρίζετε, ὅτι εἶναι μακρὺς ὁ δρόμος, ἄν καὶ αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ πάντοτε πρόφασι!


Σὲ αὐτὴν εἰδικῶς τὴν περίπτωσι, ἔφεραν τὴν Πάναγνο καὶ Παρθένο Μαρία, ἔφεραν τὴν νεαρὴ Παρθένο μέσα στὸν Ναό· ὁ Ναὸς ἔγινε γι᾽ αὐτὴν δικιά Της κατοικία. Ἔμενε πάντα ἐκεῖ. Ἀλλά, δυστυχῶς τώρα συμβαίνει καὶ τὰ δικά μας τὰ παιδιὰ νὰ πηγαίνουν πολὺ σπάνια στὸν Οἶκο τοῦ Θεοῦ. Εὐλογημένα εἶναι ἐκεῖνα τὰ παιδιά, τῶν ὁποίων οἱ εὐλαβεῖς γονεῖς τους πάντοτε τὰ φέρνουν στὴν Ἐκκλησία!


Δὲν ὑπάρχει τίποτε ἰσάξιο μὲ ὅ,τι λαμβάνει ἕνα νεαρὸ παιδὶ στὴν Ἐκκλησία, στὴν γεμάτη χάρη, λαμπρότητα, ἱερὴ καὶ πνευματικὴ ἀτμόσφαιρα τῆς 3 Ἐκκλησίας! Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖο ἡ νεανικὴ ψυχὴ ἀπορροφᾶ σὲ αὐτὰ τὰ τρυφερὰ χρόνια τῆς νεαρᾶς ἡλικίας, θὰ ἀποδειχθῆ θησαυρὸς καὶ πνευματικὸ κεφάλαιο γι᾽ αὐτήν, καὶ τὸ καλύτερο ἀντίδοτο στὴν ματαιότητα καὶ ἀκολασία τῆς ζωῆς, στὴν ὁποία πολὺ γρήγορα θὰ ἐκτεθῆ.


Μακάρι νὰ μποροῦσαν οἱ ἅγιες Ἐκκλησίες μας νὰ γεμίζουν πάντα ἀπὸ παιδιά! Ἀλλά, συνεχῶς βλέπουμε ὅτι αὐτὸ δὲν γίνεται, ἀκόμη καὶ στὶς μεγάλες Ἑορτές. Γιὰ παράδειγμα, σήμερα ἡ Ἐκκλησία μπορεῖ νὰ ἔχη ἕναν ἀρκετὰ μεγάλο ἀριθμὸ πιστῶν, ἀλλὰ μὲ δυσκολία μερικὰ παιδιά.


Αὐτὸ εἶναι κάτι, τὸ ὁποῖο θὰ πρέπει ὅλους νὰ μᾶς προβληματίζη, ὄχι μόνον τοὺς γονεῖς, ἀλλὰ τοὺς παιδαγωγούς, τοὺς διδασκάλους, τοὺς Χριστιανούς, τὸν καθένα μας, ἔτσι ὥστε νὰ μπορῆ νὰ δίδεται ἔστω καὶ μία πενιχρὰ εὐκαιρία στοὺς νέους, νὰ ἀπορροφήσουν στὴν πνευματικῶς ἀναπτυσσόμενη καὶ ἀνθηφοροῦσα ψυχή τους, τὸ πνευματικὸ κεφάλαιο καὶ τὴν πνευματικὴ γνῶσι ποὺ προσφέρεται στὸν Οἶκο τοῦ Θεοῦ.


τσι, αὐτὰ μπορεῖ νὰ ὠφεληθοῦν καὶ νὰ ἀποβῆ γι᾽ αὐτὰ πνευματικὸς πλοῦτος, ὄχι μόνον στὴν πορεία τους σ᾽ αὐτὴ τὴν ζωή, ἀλλὰ καὶ στὴν μέλλουσα. Σκεφθῆτε αὐτὸ καὶ προσπαθῆστε νὰ φέρνετε τὰ παιδιά μας στὴν Ἐκκλησία πιὸ συχνά. Οὕτως ὥστε, νὰ μάθουν νὰ ἀγαποῦν τὴν Ἐκκλησία καὶ σταθερὰ νὰ ἐπιδιώκουν νὰ βρίσκωνται ἐκεῖ.


Πάντοτε ὑπῆρχαν, καὶ πράγματι ὑπάρχουν καὶ τώρα κάποιες οἰκογένειες, τῶν ὁποίων τὰ μικρὰ παιδιὰ ἀγαποῦν τὸν Οἶκο τοῦ Θεοῦ σὲ τέτοιο βαθμό, καὶ δὲν πλήττουν στὶς Ἀκολουθίες, οὕτως ὥστε νὰ μὴ εἶναι οἱ γονεῖς αὐτοὶ ποὺ φέρνουν τὰ παιδιὰ στὴν Ἐκκλησία, ἀλλὰ τὰ παιδιὰ τοὺς γονεῖς! 


«Γρήγορα, γρήγορα!». Εὐλογημένη εἶναι ἡ οἰκογένεια αὐτή, στὴν ὁποία ἐπικρατεῖ αὐτὴ ἡ κατάστασις. Σκεφθῆτε το αὐτό, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί. Νὰ φροντίσετε, ὥστε τὰ παιδιά μας νὰ μεγαλώνουν Χριστιανικά, σὰν γνήσια, πιστὰ τέκνα τῆς Ἐκκλησίας, καὶ νὰ ἀγαποῦν τὸν Οἶκο τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ταπεινὴ καὶ προσευχητικὴ ἀτμόσφαιρά του. Ἀμήν!




Περιοδικό «The Shepherd», Volume XXXIII, Number 3 / November 2012, pp. 2-4. Μετάφρασις ἀπό τά ἀγγλικά ἀπό Ἀδελφό τῆς 
Ἱερᾶς Μονῆς Ἁγίων Κυπριανοῦ καί Ἰουστίνης Φυλῆς Ἀττικῆς.



Εκ της Ιστοσελίδας της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

Η ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ





«Πολλὰ ἰσχύει δέησις Μητρὸς πρὸς εὐμένειαν Δεσπότου» 



α. «῾Ημεῖς ὅλοι καυχώμεθα νὰ ὀνομαζώμεθα τέκνα Της»


Δεῦτε πάντες οἱ εὐσεβεῖς θεοτοκόφιλοι!... Καὶ πάλι, ἄς πανηγυρίσουμε ἐνθέως... ῎Ας ἀνάψουμε τὶς λαμπάδες τῆς ἐν Χριστῷ σωφροσύνης· ἄς θυμιάσουμε μὲ τὸ εὐωδιαστὸ λιβάνι τῆς θεϊκῆς ἀγάπης· ἄς ὑψώσουμε τὶς διάνοιές μας μὲ οὐράνιους λογισμούς· ἄς εἰρηνεύσουμε τὶς καρδιές μας μὲ τὴν χάρι τῆς Θεομήτορος, ἀποδίδοντες τὰ ἴσα μὲ δικαιοσύνη στὰ τρία μέρη τῆς ψυχῆς μας.


Καὶ ἔτσι, ὅλοι φῶς καὶ εὐωδία καὶ νηφαλιότητα, ἄς προϋπαντήσουμε τὴν Θεοτόκο, «ἐν τῷ Ναῷ Κυρίου, λαμπρῶς προσερχομένην»1, γιὰ νὰ ἑτοιμασθῆ καὶ νὰ εὐπρεπισθῆ θεοπρεπῶς καὶ νὰ γίνη «Σκηνὴ ᾿Επουράνιος»2.


Στὴν θεομητορικὴ αὐτὴ Πανήγυρι ἄς συνεισφέρη ὁ καθ᾿ ἕνας «κατὰ τὸ δοθὲν αὐτῷ χάρισμα, ἐπάξιον δῶρον»3, διότι σήμερα καὶ πάλι ἑορτάζει ἡ Θεοτόκος Μαρία, «τὸ κοινὸν ἁπάντων τῶν Χριστιανῶν καταφύγιον»4, «τὸ μέγα καὶ σεβάσμιον ὄντως καὶ πρᾶγμα καὶ ὄνομα», τὸ Δαβιδικὸ βλαστάρι, «ἐξ ῟Ης ὁ τοῦ Θεοῦ Παῖς, ὁ ὑπερκόσμιος, ὁ προκόσμιος, συναΐδιος τῷ γεννήσαντι, σαρκικῶς ἐξεβλάστησε»5.


Καὶ πῶς ἆρά γε εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμελήσουν τὰ τέκνα Της καὶ νὰ ραθυμήσουν τώρα ποὺ Αὐτὴ συνεισάγει τὸ Φῶς τῆς Χάριτος; τώρα ποὺ ἡ σκιὰ τῶν νομικῶν συμβόλων ὑποχωρεῖ; καὶ ἐνῶ σύντομα θὰ ἀνατείλη ὁ ῞Ηλιος τῆς Δικαιοσύνης Χριστός;


Η ῎Αχραντος Μητέρα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἄξιον καὶ δίκαιον νὰ μακαρίζεται καὶ νὰ μεγαλύνεται συνεχῶς, διότι ᾿Εκείνη πρώτη ἐμεγάλυνε τὸν Κύριό μας «πρῶτον, μὲ νοήματα μεγάλα καὶ ὑψηλὰ καὶ ἄξια τῆς τοῦ Θεοῦ μεγαλειότητος»·


«δεύτερον, μὲ λόγια μεγάλα, μὲ λόγια ὑψηλά, καὶ μὲ λόγια τῇ θείᾳ Μεγαλειότητι πρέποντα»· καὶ «τρίτον, μὲ ἔργα μεγάλα, μὲ ἔργα ὑψηλά, καὶ μὲ ἔργα τῆς θείας Μεγαλειότητος ἄξια»6.


Εἰσάγεται λοιπὸν ἡ ῾Υπερευλογημένη στὰ ῞Αγια τῶν ῾Αγίων, γιὰ νὰ γίνη ἱερὸς Ναὸς καὶ ἄμωμο Θυσιαστήριο, ὅπου Αὐτὸς ὁ πρῶτος καὶ μόνος ᾿Αρχιερεὺς καὶ Βασιλεύς, «οἰκονομικῶς τὴν καθ᾿ ἡμᾶς ἱερουργήσας πρὸς τὸν ἑαυτοῦ Πατέρα καταλλαγήν, ὅλην τὴν οὐσίαν ὑπερουσίως, καὶ κατ᾿ οὐσίαν ἐκ τῆς ἀνθρώπου οὐσίας ἀνέλαβεν»7.


᾿Εκεῖ, στὰ ἱερὰ ἄδυτα τοῦ Ναοῦ, ὅπως ὑψηγόρως καὶ μεγαλυγόρως θεολογοῦν οἱ ῞Αγιοι Πατέρες, ἡ Μητροπάρθενος Δέσποινα ἐζήτησε τὸ «Θεῷ συντυγχάνειν»8 διὰ μέσου τῆς ῾Ιερᾶς ῾Ησυχίας, ἡ ὁποία εἶναι ἐπίβασις τῆς Θεωρίας ἤ Θεοπτίας·


κεῖ ἐβίωσε τὴν ἡσυχαστικὴ μέθοδο, δηλαδὴ ἀκολούθησε τὴν «καινὴν καὶ ἀπόρρητον ὁδὸν εἰς οὐρανούς», τὴν «νοητὴν σιγήν»8, διότι «εἰς ἄλλο δὲν ἐκαταγίνετο καὶ ἐσχόλαζε, πάρεξ εἰς τὴν θεωρίαν, ἤ μᾶλλον εἰπεῖν, θεοπτίαν τοῦ Θεοῦ»6 .


῾Η Πάναγνος Μαριάμ, ἑρμηνεύουν οἱ ῞Αγιοι, κατὰ τὸ διάστημα ἐκεῖνο τῶν δώδεκα χρόνων, «ἐπενόησε μίαν πρᾶξιν νοεράν», διότι «διὰ μέσου τῆς τοῦ νοὸς εἰς ἑαυτὸν ἐπιστροφῆς καὶ προσοχῆς καὶ θείας καὶ παντοτεινῆς προσευχῆς, ἑνωθεῖσα ὅλη δι᾿ ὅλου μὲ τὸν ἑαυτόν Της, ὑψώθη ἐπάνω ἀπὸ κάθε εἶδος καὶ σχῆμα·


καὶ ἔτσι κατεσκεύασε μίαν καινούργιαν στράταν εἰς τοὺς οὐρανούς, δηλαδὴ τὴν “νοητὴν σιωπήν”· εἰς ταύτην γὰρ προσκολλήσασα τὸν νοῦν Της, ἀναβαίνει ἐπάνω ἀπὸ ὅλα τὰ κτίσματα καὶ βλέπει δόξαν Θεοῦ τελειοτέραν ἀπὸ τὸν Μωϋσῆν·


καὶ ὁρᾷ θείαν Χάριν, ἥτις δὲν καταλαμβάνεται τελείως ἀπὸ τὴν αἴσθησιν, ἀλλὰ εἶναι ἕνα ἱερὸν καὶ χαριέστατον θέαμα μοναχῶν τῶν καθαρῶν ψυχῶν καὶ ᾿Αγγέλων. Ταύτην δὲ τὴν νοερὰν πρᾶξιν καὶ θεωρίαν ἡ Θεοτόκος ἐφεῦρεν ἀπὸ λόγου Της καὶ εἰργάσθη καὶ εἰς τοὺς μετὰ ταῦτα παρέδωκεν», γενομένη τῆς «Νοερᾶς Προσευχῆς Διδάσκαλος»9.


Μεγαλύνοντες λοιπὸν τὴν Κυρίαν ἡμῶν Θεοτόκον, ἄς δεώμεθα Αὐτῆς ἀδιαλείπτως καὶ ἄς θυμίζουμε εἰς Αὐτήν, ὅτι «ὅλοι ἡμεῖς οἱ Χριστιανοὶ κυρίως αὐτὴν μόνην ἔχομεν Μητέρα ἐν Οὐρανοῖς καὶ ἡμεῖς ὅλοι καυχώμεθα νὰ ὀνομαζώμεθα τέκνα Της» καὶ ὅτι «χωρὶς τὴν μεσιτείαν Αὐτῆς, κανένας, 


οὔτε ῎Αγγελος, οὔτε ἄνθρωπος, δύναται νὰ πλησιάσῃ εἰς τὸν Θεόν, ἐπειδὴ καὶ αὐτὴ μοναχὴ εὑρίσκεται μεθόριον ἀναμεταξὺ τῆς ἀκτίστου καὶ κτιστῆς φύσεως» καὶ τέλος, ὅτι «δὲν εἶναι τινὰς ὅπου νὰ Τὴν ἐπεκαλέσθη μὲ πίστιν καὶ νὰ μὴ τοῦ ὑπήκουσε μὲ εὐσπλαγχνίαν»10.


῾Η ἀκόλουθη ἰδιαίτερα ἐντυπωσιακὴ διήγησις τὴν ἀλήθεια αὐτὴ τονίζει καὶ μᾶς ἐνισχύει νὰ καταφεύγουμε μὲ πίστι καὶ ἐλπίδα στὴν φιλανθρωπία τῆς Παναγίας Θεοτόκου.



β. «Δέσποινά μου, εἶδον αὐτὸν ἐν κακοῖς...»


῾Ο μακάριος ᾿Αββᾶς Παῦλος ὁ ἁπλοῦς διηγήθηκε τὸ ἑξῆς γεγονός. Εἶχα ἕναν μαθητή, ὁ ὁποῖος χωρὶς ἐγὼ νὰ τὸ γνωρίζω ἔπεφτε σὲ διάφορες ἁμαρτίες. Συνέβη λοιπὸν καὶ αὐτὸς ἀπέθανε.


Καὶ προσευχήθηκα στὸν Θεὸ ἐκτενῶς, παρεκάλεσα καὶ τὴν ῾Αγίαν Θεοτόκο, νὰ μοῦ φανερωθῆ μὲ ποιούς εὑρίσκεται ἡ ψυχή του μετὰ τὴν ἔξοδο ἀπὸ τὸ σῶμα. Πέρασα ἀρκετὲς ἡμέρες στὴν προσευχὴ καὶ τότε ἦλθα σὲ ἔκστασι.


Καὶ βλέπω τὸν μαθητή μου νὰ βαστάζεται ἀπὸ δύο ἀγνώστους καὶ νὰ μὴν ἔχη καμμιὰ ἐνέργεια οὔτε ψυχικὴ οὔτε σωματική, οὔτε ὡμιλοῦσε καθόλου, ἀλλὰ ἦταν ὡσὰν ἀπολιθωμένος. ᾿Εγὼ ἤμουν σὲ μεγάλη ἀγωνία...


Τότε, σὰν νὰ μοῦ ἦλθε θεϊκὴ ἔμπνευσι, θυμήθηκα αὐτὸ ποὺ εἶπε ὁ Κύριος: «Τὸν μὴ ἐνδεδυμένον ἔνδυμα γάμου, δήσαντες αὐτοῦ χεῖρας καὶ πόδας, ἐμβάλετε εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων»... ῞Οταν συνῆλθα ἀπὸ τὴν ἔκστασι, ἄρχισα νὰ λυποῦμαι ὑπερβολικὰ καὶ νὰ ἀδημονῶ.


῎Εκανα ἐλεημοσύνες τὸ κατὰ δύναμιν ὑπὲρ τῆς ψυχῆς του καὶ Θεῖες Λειτουργίες. Παρακαλοῦσα τὴν ῾Αγίαν Θεοτόκο νὰ ἐλεηθῆ αὐτός. Παρακαλοῦσα ἐπίσης ὑπὲρ αὐτοῦ τὸν φιλάνθρωπο Θεό. Καὶ ἄρχισα νὰ κοπιάζω στὴν ἄσκησι καὶ νὰ ξηροφαγῶ, ἐνῶ εἶχα φθάσει σὲ τόσο βαθὺ γῆρας. Μετὰ λοιπὸν ἀπὸ ὀλίγες ἡμέρες, βλέπω τὴν Παναγία Θεοτόκο, ἡ ὁποία μοῦ εἶπε:


«Γιατί λυπεῖσαι καὶ ἀδημονεῖς, παππούλη;». ᾿Εγὼ ἀπάντησα: «Γιὰ τὸν ἀδελφό, Δέσποινά μου, διότι τὸν εἶδα σὲ κακὴ κατάστασι...». Αὐτὴ ἀπεκρίθη καὶ εἶπε: «᾿Εσὺ δὲν ἤσουν ποὺ παρεκάλεσες, ἐπειδὴ ἤθελες νὰ τὸν ἰδῆς; Νὰ λοιπόν, πληροφορήθηκες...».


Καὶ ἐγὼ εἶπα: «Ναί, σὲ ἱκετεύω, ἐγὼ παρεκάλεσα, ἀλλὰ δὲν ἤθελα νὰ τὸν ἰδῶ στὴν κατάστασι αὐτή. Διότι σὲ τί μοῦ χρησιμεύει νὰ τὸν ἰδῶ καὶ νὰ κλαίω καὶ νὰ πονῶ;...». Καὶ μοῦ λέγει ἡ ῾Αγία Θεοτόκος: «Πήγαινε...


Γιὰ τὴν ταπείνωσι καὶ τὸν μόχθο καὶ τὴν ἀγάπη σου, ἐγὼ θὰ σοῦ τὸν δείξω ἔτσι, ὥστε νὰ μὴν λυπῆσαι...». Τὴν ἄλλη ἡμέρα εἶδα (σὲ ἔκστασι) πάλι τὸν ἀδελφὸ νὰ ἔρχεται πρὸς ἐμένα περιχαρής, νὰ προχωρῆ μόνος του, νὰ γελάη... Καὶ μοῦ λέγει: «Οἱ πρεσβεῖες σου, πάτερ, ἔκαμψαν τὴν Παναγία Θεοτόκο, διότι σὲ ἀγαπάει ὑπερβολικά...


Καὶ παρεκάλεσε τὸν Σωτῆρα νὰ λυθῶ ἀπὸ τὰ δεσμά, διότι ἤμουν περιεσφιγμένος μὲ τὰ σχοινιὰ τῶν ἁμαρτιῶν μου...». ῞Οταν ὁ ἀδελφὸς εἶπε αὐτὰ τὰ λόγια, ἐγὼ γέμισα ἀπὸ χαρά. Καὶ ἀμέσως εἶδα τὴν Παναγία Θεοτόκο καὶ μοῦ λέγει: «῎Ελαβες πληροφορία, Γέροντα, ἔστω καὶ τώρα;...».


᾿Εγὼ ἀποκρίθηκα: «Ναί, Δέσποινά μου, καὶ χάρηκα πάρα πολύ, διότι εἶδα αὐτὸν νὰ εἶναι σὲ ἄνεσι...». ᾿Εκείνη μοῦ ἀπάντησε: «Πήγαινε λοιπὸν καὶ νὰ θυμᾶσαι πάντοτε τὸν ἀδελφὸ μὲ προσευχές, μὲ ἐλεημοσύνες καὶ μὲ Θεῖες Λειτουργίες... Διότι βοηθάει ὑπερβολικὰ τοὺς κοιμηθέντας ἡ ἐλεημοσύνη καὶ ἡ Λειτουργία»11




1. Μεγαλυνάριον, 20 Νοεμβρίου.

2. Κοντάκιον Εἰσοδίων Θεοτόκου.

3. ῾Αγίου ᾿Ανδρέου Κρήτης, PG τ. 97, στλ. 817D.

4. Αὐτόθι, στλ. 880C.

5. Αὐτόθι, στλ. 832Β.

6. ῾Οσίου Νικοδήμου ῾Αγιορείτου, Κῆπος Χαρίτων, σελ. 195α, 196α, ἐκδόσεις Β. Ρηγοπούλου, Θεσσαλονίκη 1979.

7. ῾Αγίου ᾿Ανδρέου Κρήτης, ἔνθ᾿ ἀνωτ., στλ. 876Α.

8. ῾Αγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, ΕΠΕ τ. 11, ῾Ομιλία ΝΓ᾿, §§ 51 καί 59, Θεσσαλονίκη 1986.

9. ῾Οσίου Νικοδήμου ῾Αγιορείτου, ἔνθ᾿ ἀνωτ., σελ. 195β-196α καί σελ. 215β.

10. ῾Οσίου Νικοδήμου ῾Αγιορείτου, ᾿Αόρατος Πόλεμος, σελ. 176, Μέρος Α᾿, § ΜΘ᾿, ἐκδόσεις «ΦΩΣ», ᾿Αθῆναι 1977.

11. Τό Μέγα Γεροντικόν - Θεματική Συλλογή, τ. Δ᾿, σελ. 348-351, Κεφάλαιον ΙΗ᾿, § 32, νεοελλην. ἀπόδ. ἡμετ., ἔκδοσις ῾Ιεροῦ ῾Ησυχαστηρίου Τὸ Γενέσιον τῆς Θεοτόκου, Πανόραμα Θεσσαλονίκης, 1999.



Εκ της Ιστοσελίδας της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ ΚΑΙ ΚΟΝΤΑΚΙΟΝ ΤΩΝ ΕΙΣΟΔΙΩΝ




Αρχιμανδρίτης π. Ευθύμιος Μπαρδάκας


Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2020

ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗ ΙΩΑΚΕΙΜ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΟΥ ΤΟΥ ΧΙΟΥ: ''Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ Ο ΧΙΟΣ'' (1815-1883) ΜΕΡΟΣ 12ον


''Αγαπήσετε λοιπόν και Σεις τον Χριστό και την Παναγία
 μας και δεν υπάρχει γλυκύτερο πράγμα στον κόσμο. Αλλά
να ήλθε η ώρα να φύγω! Καλώς ήλθαν οι κύριοί μου να με
 παραλάβουν! Καλώς ήλθατε Όσιοι και άγιοι άγγελοι!
Παράλαβε ''εις τας χείρας Σου το πνεύμα μου Ιησού''.
Εσένα αγάπησα όταν με εδίδαξε ο Τάφος. Εσένα ελάτρευσα.
 Εσένα επόθησα και προς Σε έρχομαι. Τώρα πια εγώ ''προσδοκώ
Ανάστασι νεκρών''. Αυτά είπε και έκλεισε τα μάτια Του για
να τα ανοίξη ''όπου η ανέκφραστος ευφροσύνη και αγαλλίασις
 των καθωρώντων Χριστού το κάλλος το άρρητον''.



Στα 1993 έπεσε στα χέρια μας το -αφηγηματικά- συγκλονιστικό βιβλίο του μακαριστού πλέον Αρχιμανδρίτη Ιωακείμ Ιεροσολυμίτη ''Ο Όσιος Παρθένιος ο Χίος (1815-1883)'', Ιεροσόλυμα 1975. Πρόκειται για ένα εκπληκτικής συγγραφής ''Συναξάρι'' ενός πολύ μεγάλου Αγίου, που η πνευματική του ψυχοφέλεια ''αναδύεται'' -κατά κυριολεξία- από την αρχή της ανάγνωσης, έως το τέλος. Παρουσιάζεται συντριπτικά φοβερή η μεταστροφή του Οσίου στον Μοναχισμό, με αφορμή τον πρόωρο θάνατο μιας νέας κοπέλας, που ως λαικός ακόμη, μετά από κάποιο ταξίδι επέστρεφε στο νησί προκειμένου να την νυμφευθεί. Εκεί συγκλονισμένος από την πληροφορία του θανάτου της αποφασίζει μία νύχτα να την επισκεφθεί στο νεκροταφείο, όπου λίγες -μόλις- ημέρες πριν είχε ταφεί. Ανοίγει τον τάφο της προκειμένου να την ''αποχαιρετήσει'' για ύστατη φορά και βλέποντας το σώμα της σε προχωρημένη σήψη, να το τρώνε τα σκουλήκια της γης και να αναδύεται μια ανυπόφορη δυσοσμία, κάθεται όλη την νύχτα και κλαίγοντας φιλοσοφούσε την ύπαρξη, αλλά -πολύ περισσότερο- τον μετά θάνατον προορισμό του ανθρώπου! Το τροπάριο από τους Μακαρισμούς της Νεκρώσιμης ακολουθίας ''εξέλθωμεν και ίδωμεν εν τοις τάφοις, ότι γυμνά οστέα ο άνθρωπος, σκωλήκων βρώμα και δυσωδία και γνώμεν τις ο πλούτος, το κάλλος, η ισχύς και η ευπρέπεια...'' ταίριαζε εκείνη την ώρα. Έτσι -αν και πολύ πιστός εκ παιδιόθεν- αποφασίζει την επομένη ημέρα να προσέλθει ως Μοναχός στην Νέα Μονή Χίου και αργότερα στην Ιερά Μονή του Αγίου Μάρκου, την οποία έχτισε εξ αρχής. Τα θαύματα που επιτέλεσε στο όνομα του Χριστού μας ήταν πολλά και θαυμαστά, όπως και η καθημερινή Χριστολογική του βιοτή, εντρυφώντας με ταπείνωση και αυταπάρνηση στην άσκηση και τον πνευματικό αγώνα. Προς πνευματική ωφέλεια ημών και των αναγνωστών μας προβαίνουμε στην ηλεκτρονική μεταφορά του συγκεκριμένου βιβλίου σε συνέχειες, επικαλούμενοι τις ευχές και ευλογίες του Οσίου, με την ελπίδα να διαβασθεί από τους περισσοτέρους προς δόξαν Θεού, κατά το του Παύλου: ''Είτε ουν εσθίετε είτε πίνετε είτε τι ποιείτε, πάντα εις δόξαν Θεού ποιείτε''. Προς Κορινθίους Α, Ι' (10) 28-33. Εύχεσθε! 




Γιώργος  Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος




ΜΕΡΟΣ 11ον



(Σ υ ν έ χ ε ι α  α π ό  τ ο  π ρ ο η γ ο ύ μ ε ν ο)

Πολλοί άρρωστοι έγιναν καλά στην κηδεία του - όταν ασπάσθηκαν το λείψανο του θαυματουργού μοναχού. Σε λίγο με λαμπάδες στα χέρια οι Μοναχοί συνοδεύουν το Ιερό Λείψανο στον ενταφιασμό.


Ο Όσιος αναπαύεται πλέον τον ύπνον των Δικαίων. Ετάφη μέσα στο νάρθηκα του καθολικού της Μονής. Ένας ακόμη άγιος στον ουρανό!


Μία προσθήκη στο χορό των οσίων: Ο Όσιος Παρθένιος ο Χίος. Το ιερό Του λείψανο ευωδίαζε - απόδειξι της αγιότητος. Η ψυχή χαιρόταν στον θρόνο του Παντοκράτορος.


Η Κυρία Θεοτόκος εδέχετο τον μύστη Της και οι άγιοι τον ισότιμό τους. Οι άγιοι μάρτυρες εδέχοντο τον μάρτυρα τη προαιρέσει και οι Όσιοι των Οσίων την δόξα και την ανακαιφαλαίωσι.


Οι άγιοι άγγελοι εδέχοντο τον ισάγγελο, τον επίγειο άγγελο, τον Όσιο Παρθένιο. Εκεί στα δεξιά του θρόνου μεγαλωσύνης θα πρεσβεύη αιώνια για όλους.


Την μέρα που ο άγιος εκοιμήθη, όταν νύκτωσε ένας μοναχός από τη Νέα Μονή είδε έναν φωτεινό δρόμο στον ουρανό που άρχιζε από τον Άγιο Μάρκο, και χανόταν στις ουράνιες αψίδες.


Από την μια και από την άλλη πλευρά του φωτεινού δρόμου ήσαν άγγελοι γονατισμένοι. Περνάει ο Όσιος Παρθένιος. Βαστά στο ένα χέρι τον Σταυρό και στο άλλο το κομποσκοίνι Του.


Κάτω από το μοναχικό Του κουκούλι η ασκητική του μορφή λάμπει από γαλήνη, από πραότητα, από ταπείνωσι. Λίγο πιο πίσω ακολουθεί ο χορός των οσίων. Μέσα σ' αυτούς ο Άγιος Αντώνιος ο Μέγας, ο Όσιος Παχώμιος, ο Άγ. Ευθύμιος, ο Άγ. Σάββας, ο Άγιος Μακάριος ο Κορίνθου και τόσοι άλλοι. 


Όλοι ήλθαν να συνοδεύσουν το νέο Όσιο στην κατοικία των ευφραινομένων. Ο μοναχός εκείνος που έβλεπε το όραμα, ανεφώνισε εκστατικός: ''Μεγάλη η δόξα Σου Κύριε και μεγάλη η δόξα με την οποία αντοδοξάζης τους εκλεκτούς Σου''.


Και αμέσως σηκώθηκε να πάη στην κηδεία του νέου Οσίου, και διηγήθηκε σε όλους την ουράνια οπτασία, μόλις έφθασε.


Ο τάφος του Οσίου Πατρός ημών Παρθενίου ευρίσκεται στο νάρθηκα του καθολικού της Ιεράς Σκήτης του Αγίου Μάρκου. Η επί του Τιμίου Τάφου του Αγίου μαρμάρινη πλάκα γράφει:


''Παρθένιος μοναχός, καθηγούμενος, ο κτήτωρ της Αγίας Μονής ταύτης του Αγίου Μάρκου Πενθόδου, το εικοστόν τρίτον έτος της ηλικίας Του ήλθε, το εξηκοστόν όγδοον απεβίωσε τη 8η Νοεμβρίου 1883''.


''Ουκ έσται εν εμοί πνεύμα φιλόϋλον, αλλ' ύδωρ ζων λέγον μοι: δεύρο προς τον Πατέρα''. Άγ. Ιγνάντιος ο Θεοφόρος.


ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΥΠΟΘΗΚΕΣ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΜΟΝΑΧΟΥΣ ΤΟΥ


Πριν ο Άγιος κοιμηθή τον ύπνον των δικαίων, κάλεσε τους μοναχούς της Μονής Του και τους είπε:


Αδελφοί εν Χριστώ, σε λίγα λεπτά δεν θα βρίσκομαι ανάμεσά Σας. Αν σε κάτι σας έθλιψα, για την πνευματική σαν άνοδο αγωνίσθηκα.


Αν σε κάτι σας ωφέλησα, ''του Θεού ήτο το έργον''. Τώρα απέρχομαι και δύο λόγια μόνο, θα σας πω. Αυτά να τα διαδώσετε παντού.


Σκεφθήτε αδελφοί και Πατέρες ποιαν χαρά θα είχατε εάν είχατε φίλον τον Βασιλέα. Σκεφθήτε ποιαν αγαλλίασιν θα είχατε εάν εγνωρίζατε την Βασίλισσα, ή εάν είχατε φίλους, εμπίστους φίλους του Βασιλέως.


Ε! είσθε σε πολύ καλύτερη θέσι. Φροντίσετε έως θανάτου να έχετε φίλον τον Χριστόν, τον Βασιλέα των Βασιλευόντων. Επιδιώξατε να γνωρίσετε διά της καθαρότητος την Παντάνασσα και Βασίλισσα των αγγέλων.


Οικειωθείτε με τους φίλους του Βασιλέως Χριστού τους αγίους. Μεγαλύτερη από αυτή την χαρά πουθενά δεν θα βρήτε ούτε εάν με κοσμικούς βασιλείς οικιωθήτε διότι και οι ευσεβείς Βασιλείς, τον Βασιλέα του Κόσμου Χριστόν προσκυνούσαν και μπροστά Του εγονάτισαν σαν θνητοί. 


Αγαπήσετε λοιπόν και Σεις τον Χριστό και την Παναγία μας και δεν υπάρχει γλυκύτερο πράγμα στον κόσμο. Αλλά να ήλθε η ώρα να φύγω! 


Καλώς ήλθαν οι κύριοί μου να με παραλάβουν! Καλώς ήλθατε Όσιοι και άγιοι άγγελοι! Παράλαβε ''εις τας χείρας Σου το πνεύμα μου Ιησού''.


Εσένα αγάπησα όταν με εδίδαξε ο Τάφος. Εσένα ελάτρευσα. Εσένα επόθησα και προς Σε έρχομαι. Τώρα πια εγώ ''προσδοκώ Ανάστασι νεκρών''. 


Αυτά είπε και έκλεισε τα μάτια Του για να τα ανοίξη ''όπου η ανέκφραστος ευφροσύνη και αγαλλίασις των καθωρώντων Χριστού το κάλλος το άρρητον''.


Οι άγγελοι και οι Όσιοι τον συνώδευσαν στην μακαρία οδό που επορεύθη. Τους είδε όταν ήλθαν πριν κοιμηθή και τους χαιρέτησε ''Καλώς ήλθαν οι κύριοί μου''.


Οι λόγοι του Αγίου προ της αγίας του κοιμήσεως ας γίνουν εγκόλπιο κάθε πιστού, που τιμά την μνήμη Του.


''...ΚΑΝ ΑΠΟΘΑΝΗ ΖΗΣΕΤΑΙ''


Πέρασαν μέρες μετά την Ταφή του Οσίου. Ο Πατήρ Γαβριήλ, ηγούμενος της Μονής, βλέπει στον ύπνο Του τον Όσιο Παρθένιο.


- Πάτερ Γαβριήλ, του λέει, να ελαττώσης τον κανόνα των μοναχών και γι' αυτό με ήλεγξε ο Κύριος. Έτσι φανέρωσε το ενδιαφέρον του από τον ουρανό και για το Μοναστήρι Του και τους μοναχούς Του.


Όταν έπειτα ο Πατήρ Γαβριήλ παρήγγειλε σ' έναν μαρμαροτεχνίτη να κατασκευάση μία μαρμάρινη πλάκα για να τοποθετηθή πάνω στον τάφο του Οσίου, ο Όσιος ενεμφανίσθη στον μαρμαροτεχνίτη και του είπε όπως τον βλέπει έτσι να τον χαράξη στο μάρμαρο - που μέχρι σήμερα φαίνεται.


Μια γυναίκα κάθισε στον τάφο του Οσίου και ο τάφος σείστηκε. Άλλη κάθισε και άρπαξαν τα ρούχα της φωτιά.


Μέσα στο ναό της Μονής δεν υπήρχαν στασίδια και ο τάφος δεν είχε μεγάλο ύψος αλλά όταν κάθισαν οι γυναίκες αυτές, είδαν τα νέα θαύματα του Οσίου.


Άλλοτε ανέβλυσαν μύρα από τον τάφο Του, και με τα μύρα αυτά και με το λάδι από το καντήλι του τάφου εθεραπεύοντο πάσχοντες από ανίατες ασθένειες.


''Θαυμαστός ο Θεός εν τοις αγίοις Αυτού''.


''ΟΙ ΔΙΚΑΙΟΙ ΖΩΣΙ ΚΑΙ ΤΕΘΝΗΚΟΤΕΣ'' 


Όταν κάποιος ξεκίνησε για να γίνη μοναχός - στον δρόμο Του καθώς πήγαινε από το Χαλκειός στον Άγιο Μάρκο, τον συνώδευε η σκιά του Οσίου Παρθενίου, την οποία έβλεπε πολύ καθαρά να τον οδηγή.


Ο ίδιος μοναχός αισθάνθηκε ζεστό αέρα να βγαίνη από τον τάφο του Οσίου Παρθενίου, και άλλοτε ευωδία λουλουδιών.


Έψαχνε να βρη τα λουλούδια, αλλά λουλούδια εκεί δεν υπήρχαν παρά μόνον ο μυροβλήτης Τάφος του Οσίου Παρθενίου.


Ένα μικρό παιδί είδε τον Άγιο ξαπλωμένο πάνω στον Τάφο Του. Όταν πήγε να τον ασπασθή ο Άγιος είχε εξαφανισθή. Πολλές φορές οι μοναχοί ακούουν από τον Ιερό Τάφο παράξενους ήχους σαν να κτυπά κάποιος με μπαστούνι.


Αυτό συνήθως γίνεται όταν κλείνει η πόρτα της Εκκλησίας που επικοινωνεί με τον νάρθηκα όπου βρίσκεται ο Τάφος. ''Θέλει να είναι λέει πάντα ανοικτή η πόρτα της Εκκλησίας για να συμμετέχει στις ακολουθίες''.


Αλλά και μέσα στην σπηλιά που ασκήτευε, πολλοί είδαν ένα εκτυφλωτικό φως, παράξενο να βγαίνη που μοιάζει με φωτιά - με πυρκαγιά του δάσους. 


Πολλές φορές οι κάτοικοι των Καρυών φοβήθηκαν μήπως άναψε φωτιά στο ''αγιομαρκάκι''. Άλλοι ετοιμάζονταν για να πάνε να σβήσουν την φωτιά. Όταν έφθαναν, η φωτιά χανόταν.


Γιατι τίποτα άλλο δεν ήταν η φωτιά, εκτός από θείο φως που φωτίζει από τον ουρανό την Ιερή σπηλιά του Αγίου - που ο Άγιος ηγίασε με τους αγώνες Του τους ασκητικούς.


Εκεί βρίσκεται ένας σιδερένιος Σταυρός για να θυμίζη, ότι ο Ιερός Παρθένιος ''Εσταύρωται τω κόσμω''.



Σημ. ημετέρα: Η εικόνα της ανάρτησης του Αγίου Ευαγγελιστή Μάρκου από την Ι. Μ. Αγίου Μάρκου Χίου είναι εκ του ιστολογίου ''Βήμα Ορθοδοξίας''.


 (Σ υ ν ε χ ί ζ ε τ α ι)

       

Εισαγωγή στο διαδίκτυο, στο μονοτονικό σύστημα, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου 
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Εκ του βιβλίου 
του μακαριστού Αρχιμανδρίτη Ιωακείμ Ιεροσολυμίτου του Χίου 
''Ο ΟΣΙΟΣ ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ Ο ΧΙΟΣ'' (1815-1883) 
ΒΙΟΣ-ΘΑΥΜΑΤΑ-ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ
Ιερουσαλήμ 1975, σελ. 64-69.


Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2020

ΜΝΗΜΗ ΟΣΙΩΝ ΖΑΧΑΡΙΟΥ ΤΟΥ ΣΚΥΤΟΤΟΜΟΥ Κ' ΙΩΑΝΝΟΥ΄ ΚΑΙ ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΩΦΕΛΙΜΟΣ



''Όλα μου τα χρήματα δεν ξεπερνάνε, μα την αλήθεια,
το ένα τριμήσιο. Μ' αυτό αγοράζω δέρματα
και κοπιάζω στη δουλειά. Κι ό,τι κερδίζω, το
 μοιράζω στα δυο. Το πρώτο και καλύτερο το
αφιερώνω στο Χριστό. Το άλλο το κρατάω για
 τις ανάγκες μας. Έτσι ζω πάντα. Κι έχω στο νου μου
 καθημερινά τον Κριτή και τις επιθέσεις, που θα μου
κάνουν οι φορολόγοι δαίμονες''.



 Τη 17η του μηνός Νοεμβρίου

Μνήμη των οσίων Ζαχαρίου του σκυτοτόμου και Ιωάννου΄ και διήγησις ωφέλιμος


Κάποιος άνθρωπος με υψηλή κοινωνική θέση, που λεγόταν Ιωάννης, αφού τα περιφρόνησε όλα και ζούσε φτωχικά, αγωνίστηκε κι έγινε μέτοχος των αρετών, αγρυπνώντας με προσευχές και προσέχοντας να μη χάνει ό,τι κατόρθωνε.

Ανάμεσα στ' άλλα, δεν παρέλειπε ν' αγρυπνεί ολονυχτίς στους ναούς του Κυρίου.

Μια νύχτα λοιπόν πήγε στην εκκλησιά της Σοφίας του Θεού Λόγου, στην Κωνσταντινούπολη.

Μα βρήκε κλειστές τις θύρες και, καθώς ήταν κουρασμένος, κάθισε σ' ένα παγκάκι, εκεί κοντά, διαβάζοντας χαμηλόφωνα την πρέπουσα ακολουθία. 

Καθώς διάβαζε όμως, βλέπει να πλησιάζει απ' έξω μια φωτεινή λάμψη. 

Κοίταξε πιο προσεκτικά, και είδε έναν άνθρωπο σεμνό ν' ακολουθεί εκείνο το φως. Μπροστά στο θέαμα ο Ιωάννης σκίρτησε από χαρά.

Μαζεύτηκε πιο πολύ στη γωνιά του, θέλοντας να δει τι θα γινόταν με τον άνθρωπο που ερχόταν. Εκείνος λοιπόν, ενώ το φως προχωρούσε, έφτασε μπροστά στις κλειστές πύλες και γονάτισε πάνω στο κατώφλι. 

Προσευχήθηκε πολύ με τα χέρια σηκωμένα ψηλά. Ύστερα σχημάτισε το σημείο του σταυρού στις πύλες, και πέρασε αμέσως ελεύθερα μέσα μαζί με το φως!

Έπεσε και πάλι χάμω, στο σημείο όπου ήταν ζωγραφισμένη ψηλά η εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Σηκώθηκε.

Άνοιξε με τον ίδιο τρόπο και αυτές τις πύλες. Προχώρησε στο νάρθηκα. 

Μπροστά στις αργυρές πύλες προσευχήθηκε, καθώς φάνηκε στον Ιωάννη,  γι' αρκετή ώρα.

Τον βλέπει να τις ανοίγει και τούτες με το σημείο του σταυρού, και λουσμένο ολόκληρο στο φως, να μπαίνει στον ιερό ναό, να στέκεται καταμεσίς, να σηκώνει ψηλά τα χέρια και να ζητάει το έλεος του Κυρίου.

Κι όταν τελείωσε τις προσευχές του στο Θεό, γύρισε πάλι πίσω, ως το τελευταίο προαύλιο του ναού, ενώ οι πύλες κλείστηκαν με θεία επέμβαση. 

Στεκόταν λοιπόν ο ευλαβέστατος Ιωάννης και παρακολουθούσε προσεκτικά για να δει, καθώς ο ίδιος έλεγε αργότερα, που θα πήγαινε ο άνθρωπος που βγήκε από το ναό.

Πήρε ίσια το δρόμο. Δεν το βάζει κάτω ο αβραμιαίος Ιωάννης: Τον παίρνει από πίσω, θέλοντας να μάθει οπωσδήποτε που κρύβεται αυτός ο ιερός μαργαρίτης του Θεού.

Ο άγνωστος έστριψε λίγο και πήρε τον κατήφορο, που οδηγούσε στην κλίμακα του αγίου μάρτυρα Ιουλιανού.

Στάθηκε μπροστά σ' ένα πολύ μικρό σπιτάκι και χτύπησε με το χέρι του την πόρτα.

- Μαρία, είπε, καλώντας με σιγανή φωνή τη γυναίκα που ήταν μέσα. Μπήκε, και το φως που τον έλουζε σ' όλο τον δρόμο αμέσως εξαφανίστηκε. 

Το σκοτάδι της νύχτας κάλυψε και τους δυο. Αλλά η γυναίκα έφερε ένα αναμμένο λυχνάρι στον άντρα της.

Κι εκείνος, χωρίς να ξαπλώσει στο κρεβάτι ούτε μ' άλλο τρόπο να ξεκουράσει το σώμα του, στρώθηκε στη δουλειά - ήταν παπουτσής και ράφτης δερμάτων.

Τότε πια ο Ιωάννης παραμέρισε τη ντροπή, όρμησε μέσα στο σπιτάκι, κι έπεσε στα πόδια του άγνωστου ανθρώπου, βρέχοντάς τα με τα δάκρυά του. 

- Μη μου κρύψεις, έλεγε, ποιος είσαι και ποια είναι η μεγάλη πνευματική εργασία σου απέναντι στο Θεό, που με τη δύναμή Του έκανες όσα εξαίσια θαύματα είδα.

Ο άλλος όμως, ταπεινός καθώς ήταν, έλεγε: - Συγχώρα με, γέροντα, για τον Κύριο. Αμαρτωλός άνθρωπος είμαι και κανένα καλό δεν έχω πάνω μου. 

Ποιός θέλεις νά' μαι, παρά ένας τιποτένιος; Κι από που έχω μάθει να παραδειγματίζω τους άλλους και να τους κάνω το δάσκαλο, αφού είμαι πάμφτωχος και κάνω ένα ταπεινό επάγγελμα;

Πλανήθηκες, άνθρωπέ μου. Πλανήθηκες. Μάλλον φαντασία ήταν αυτό που λες πως είδες, κι όχι πραγματικότητα.

Τότε ο γερο - Ιωάννης άρχισε να χύνει δάκρυα πάνω στα δάκρυα, και δεν έπαυε να τον ορκίζει στον Θεό για να του φανερώσει τη μεγάλη του αρετή. 

- Αν αυτό, έλεγε, δεν ήταν έργο της θείας πρόνοιας, για να φανερωθεί η πολιτεία σου, ασφαλώς δε θ' αξιωνόμουν εγώ, ο ελεεινός, να δω με τα μάτια μου τέτοια μυστήρια!

Ο άλλος τότε φάνηκε να στεναχωρέθηκε από τους όρκους. Σηκώθηκε λοιπόν από τη θέση του, έβαλε πρώτα μετάνοια στο γερο - Ιωάννη, κι άρχισε μετά να διηγείται:

- Συγχώρεσέ με, αδελφέ μου. Κανένα άλλο κατόρθωμα δεν έχω κάνει, μα την αλήθεια, πάνω στη γη, εκτός απ' το να κυλιέμαι στις αμαρτίες μου και να πολυδίνω σημασία στο σαρκίο μου.

Αλλά κάποτε η αγαθότητα του Θεού έσπειρε μέσα μου το φόβο της κολάσεως.

Κι ενώ παντρεύτηκα αυτήν εδώ την αδελφή, που βλέπεις, δε μόλυνα την αρχική καθαρότητα του σώματος.

Συμφωνήσαμε κι οι δυο να ζήσουμε αγνή ζωή,  κρύβοντάς το όμως απ' τους γνωστούς μας και λέγοντας πως η γυναίκα είναι στείρα.

Και μέχρι τώρα, για την αγάπη του Πλάστη μας, μένουμε καθαροί από σαρκική μίξη. Αλλά επειδή με όρκισες, θα προσθέσω και τούτο:

Όλα μου τα χρήματα δεν ξεπερνάνε, μα την αλήθεια, το ένα τριμήσιο. Μ' αυτό αγοράζω δέρματα και κοπιάζω στη δουλειά.

Κι ό,τι κερδίζω, το μοιράζω στα δυο. Το πρώτο και καλύτερο το αφιερώνω στο Χριστό.

Το άλλο το κρατάω για τις ανάγκες μας. Έτσι ζω πάντα. Κι έχω στο νου μου καθημερινά τον Κριτή και τις επιθέσεις, που θα μου κάνουν οι φορολόγοι δαίμονες.

Εδώ σταμάτησε το λόγο του ο Ζαχαρίας - αυτό ήταν τ' όνομά του. Έπεσαν τότε ο ένας στα πόδια του άλλου και καταφιλήθηκαν.

Και ο μεν Ιωάννης βγήκε γαληνεμένος έξω και πήρε το δρόμο για το σπίτι, όπου έμενε, ευχαριστώντας το Θεό για τα μεγαλεία που τον αξίωσε να δει.

Ενώ ο αξιοθαύμαστος εκείνος παπουτσής, ο γνήσια ταπεινός, αποφεύγοντας το δόλωμα της ανθρώπινης δόξας, άφησε το σπιτάκι του κι έγινε άφαντος, μένοντας εντελώς άγνωστος σε όλους.


Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου 
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Εκ του βιβλίου ''Διηγήσεις Φοβερές και Ωφέλιμες'',
Από τα Μηναία της Εκκλησίας μας, 
έκδοση δεύτερη της Ι. Μ. Παρακλήτου
Μήλεσι Ωρωπού, 1995, σελ. 55-59.


ΟΜΙΛΙΑ ΣΕΒ. ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ Θ' ΛΟΥΚΑ (2020)




Μητροπολίτης Αττικής και Βοιωτίας κ. Χρυσόστομος

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών


ΜΟΣΧΟΣ ΜΑΚΑΡΙΚΑΣ (ΕΩΘΙΝΑ) ΠΡΩΤΟΨΑΛΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΕΩΣ Γ.Ο.Χ. ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ (1995)




Ιεροψάλτης Μόσχος Μακαρίκας


Print Friendly and PDF