ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Κυριακή 23 Αυγούστου 2015

ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΣ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΣ Ο ΚΡΗΣ





Τον παρελθόντα Σεπτέμβριο,
μετὰ τὴν τέλεσι τῆς Θείας Λειτουργίας στὴν ῾Ιερὰ Μονὴ Αγίας Παρασκευῆς ᾿Αχαρνῶν ᾿Αττικῆς
 καὶ τοῦ Τρισαγίου 
στὸν τάφο τοῦ μακαριστοῦ Κτίτορος καὶ Πνευματικοῦ αὐτῆς Γέροντος ῾Ιερωνύμου ἀπὸ τὸν Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη μας κ. Κυπριανό,
ἔγινε ἡ ἀνακομιδὴ τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ φημισμένου αὐτοῦ Πνευματικοῦ ῾Αγιορείτου, ὁ ὁποῖος ἀνεπαύετο στὸν περίβολο τῆς Μονῆς,
δίπλα στὸ Καθολικό,ἀπὸ τῆς ὁσιακῆς Κοιμήσεώς του τὴν 15.1.1943.
Παρευρέθησαν μαζὶ μὲ τὴν μικρὴ ᾿Αδελφότητα τῆς Μονῆς ὑπὸ τὴν Γερόντισσα Μακρῖνα καὶ ἀρκετοὶ πιστοί,
στὴν εὐλαβικὴ συνείδησι τῶν ὁποίων ὁ Γέρων ῾Ιερώνυμος εἶναι μία σύγχρονη ἁγία Μορφή.
Μὲ κατάνυξι καὶ δέος ἀπεκαλύφθησαν τὰ ὠχροκίτρινα ἱερὰ ὀστᾶ τοῦ Γέροντος,ἀποπνέοντα ὁσιότητα καὶ παρηγορία...
῞Ομως,
ποιός ἦταν ὁ Γέρων ῾Ιερώνυμος;
Γεννήθηκε στὴν Κρήτη, στὸ χωριὸ Βλάτος τῆς ἐπαρχίας Κισάμου τοῦ νομοῦ Χανίων τὸ 1867 
ἀπὸ εὐσεβεῖς γονεῖς 
καὶ ἐγαλουχήθη μὲ τὰ νάματα τῆς πίστεως καὶ εὐλαβείας.

Σὲ νεαρὰ ἡλικία ὁ πόθος τῶν θείων,ὁ ὁποῖος κατέφλεγε τὴν ἁγνὴ καὶ φιλόθεη καρδιά του, ὤθησε αὐτὸν νὰ ἐγκαταλείψη τὸν κόσμο καὶ νὰ καταφύγη στὸ ῞Αγιον ῎Ορος, ὅπου ἐκοινοβίασε στὴν ῾Ιερὰ Μονὴ τοῦ ῾Αγίου Παύλου καὶ ἐπιδόθηκε μὲ μεγάλο ζῆλο στοὺς πνευματικοὺς ἀγῶνας τῆς ᾿Αγγελικῆς Πολιτείας. Σύντομα,γιὰ τὴν καλή του ὑπακοὴ καὶ τὴν ὁλοκληρωτική του ἀφοσίωσι στὴν ἐκπλήρωσι τῶν θείων ἐντολῶν,στολίσθηκε μὲ ἀρετὲς καὶ χαρίσματα. Σὲ κατάλληλη ἡλικία ἐχειροτονήθη Διάκονος καὶ Πρεσβύτερος καὶ προεχειρίσθη Πνευματικός. Παραλλήλως αὔξησε τοὺς κόπους τῆς ἐγκρατείας, τῆς νηστείας καὶ προσευχῆς, τῆς ἀγρυπνίας καὶ τῆς κακοπαθείας,ἀλλὰ καὶ τὴν ταπείνωσι καὶ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸν καὶ πρὸς πάντας.῎Ετρωγε ἐλάχιστα καὶ ἐλειτουργοῦσε καθημερινῶς. Ο ῾Ηγούμενος τῆς Μονῆς,βλέποντας τὸν θεῖο του ζῆλο καὶ τὴν πνευματική του πρόοδο,τοῦ ἔδωσε εὐλογία νὰ ἡσυχάση σὲ ἀσκητήριο τῆς Μονῆς ἐπ᾿ ὀνόματι τῆς ῾Αγίας Τριάδος καὶ νὰ κατέρχεται στὸ Μοναστήρι μόνον ὅταν θὰ ὑπῆρχε ἀνάγκη ἐφημερίας. ᾿Εκεῖ,ἡ ἐπίδοσίς του στὴν νηπτικὴ ἐργασία τὸν ἀξίωσε πλουσιωτέρων χαρισμάτων καὶ ἰδίως τῆς διοράσεως καὶ προοράσεως,τὰ ὁποῖα μάλιστα ἐξεδηλώθησαν ἀργότερα, διὰ τῆς ἐμφανείας τῆς Κυρίας Θεοτόκου. Μετὰ ἀπὸ ἀρκετὸ διάστημα χρόνου ἐκοινοβίασε ἐπ᾿ ὀλίγον στὴν ῾Ιερὰ Μονὴ Σίμωνος Πέτρας καὶ κατέληξε στὴν ῾Ιερὰ Σκήτη τοῦ ῾Αγίου Παντελεήμονος τῆς ῾Ιερᾶς Μονῆς Κουτλουμουσίου.

Εκεῖ συνέρρεαν Πατέρες ἀπὸ ὅλο τὸ ῞Αγιον ῎Ορος,γιὰ πνευματικὴ καθοδήγησι καὶ συμβουλὴ ἰδίως περὶ νοερᾶς προσευχῆς καὶ ἀπαθείας. Τὸ 1920 ὁ Γέροντας ἐστάλη ἀπὸ τὴν ῾Ιερὰ ᾿Επιστασία τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους στὴν γενέτειρά του νῆσο τῆς Κρήτης μαζὶ μὲ τὰ Τίμια Δῶρα τῶν Μάγων, τὰ ὁποῖα φυλάσσονται στὴν ῾Ιερὰ Μονὴ τοῦ ῾Αγίου Παύλου,γιὰ τὴν ἀντιμετώπισι λοιμικῆς νόσου.Κατὰ τὴν ἐπιστροφή του διῆλθε ἀπὸ τὴν ᾿Αθήνα,ὅπου καὶ ἐξωμολόγησε μέγα πλῆθος πιστῶν. ῎Ηδη ὅμως ἀπὸ ἐτῶν εἶχε σοβαρὸ ὀφθαλμολογικὸ πρόβλημα, τὸ ὁποῖο ἐξανάγκασε αὐτόν,ἀφοῦ ἔχασε μάλιστα καὶ τὸ φῶς του, νὰ κατέλθη καὶ πάλι στὴν ᾿Αθήνα,ὅπου καὶ παρέμεινε ἕως τέλους τῆς ἐπιγείου ζωῆς του,μετὰ ἀπὸ 35 περίπου ἔτη ἀσκητικῆς διαμονῆς στὸ Περιβόλι τῆς Παναγίας. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι,ἐπειδὴ ἀνέκτησε ἔστω καὶ ἐλλιπῶς τὴν ὅρασί του,μετὰ ἀπὸ θεραπεία,προσπαθοῦσε νὰ ἐπιστρέψη στὸ ῞Αγιον ῎Ορος,ἀλλὰ κάθε φορὰ ποὺ ξεκινοῦσε,ἡ ὅρασίς του σχεδὸν ἐχάνετο καὶ ἔτσι,παρὰ τὴν θέλησί του, ἐπέστρεφε στὴν ᾿Αθήνα! Τοῦτο συνέβη κατὰ τὶς παραμονὲς τῆς ῾Ημερολογιακῆς Καινοτομίας τοῦ 1924 καί,ὅπως φαίνεται,ἡ Θεία Πρόνοια εἶχε τὸ σχέδιό Της... ῞Οταν τελικῶς ἐπεβλήθη ἡ Καινοτομία,ὁ Γέρων ῾Ιερώνυμος ἀντιτάχθηκε σθεναρῶς εἰς αὐτὴν καὶ ἀφιερώθηκε πλέον στὴν πνευματικὴ στήριξι καὶ ἐνθάρρυνσι τοῦ διωκομένου Ποιμνίου τῶν εὐλαβῶν τοῦ Πατρίου,τῶν ἐραστῶν τῆς Πίστεως καὶ Παραδόσεως τῆς ᾿Ορθοδοξίας μας,ὡς θεόπεμπτος προφήτης καὶ παρηγορητής, ἰδίως μέσῳ τῆς ᾿Εξομολογήσεως καὶ τῆς πνευματικῆς καθοδηγήσεως. ᾿Αρχικὰ στοὺς ᾿Αμπελοκήπους καὶ ἐν συνεχείᾳ στὸ Παλαιὸ Φάληρο,ἐδέχετο ἀναρίθμητα πλήθη πιστῶν καὶ τὰ ὡδηγοῦσε εἰς ἐπίγνωσιν Θεοῦ, διὰ τῆς μετανοίας καὶ τῆς ὁμολογίας τῆς ὀρθῆς Πίστεως!


Κατὰ τὸ ἔτος 1930,μαζὶ μὲ τὴν πνευματική του θυγατέρα ᾿Ανδρομάχη ῾Ηλιοπούλου, τὴν μετέπειτα Χριστονύμφη Μοναχὴ καὶ Καθηγουμένη, καὶ ἄλλες ἀφιερωμένες ψυχές, ἄρχισαν νὰ ἀνεγείρουν τὴν ῾Ιερὰ Μονὴ τῆς ῾Αγίας ῾Οσιοπαρθενομάρτυρος Παρασκευῆς στὶς ᾿Αχαρνὲς ᾿Αττικῆς,στοὺς ΝΑ πρόποδες τῆς Πάρνηθος. Στὸν πνευματικὸ αὐτὸν μελισσῶνα τῆς γνησίας ᾿Ορθοδοξίας ὁ Γέροντας διῆλθε πλέον τὰ τελευταῖα ἔτη τῆς ζωῆς του,φωτιζόμενος καὶ φωτίζων. ᾿Αξιώθηκε μάλιστα νὰ ἴδη κάποτε τὴν ῾Αγία Παρασκευὴ ἐντὸς τοῦ δυτικοῦ περιβόλου τῆς Μονῆς,ἐκεῖ ὅπου σήμερα ὑπάρχει Προσκυνητάρι πρὸς τιμήν Της. ῾Η δὲ ῾Ιερὰ Μονὴ ἐδέχετο τακτικά, καὶ ζῶντος τοῦ Γέροντος καὶ μετὰ τὴν Κοίμησί του,τὴν εὐλογία τῆς ἐπισκέψεως τοῦ ῾Ομολογητοῦ ῾Ιεράρχου πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου († 1955), ὁ ὁποῖος πολὺ ἀνεπαύετο εἰς Αὐτήν. ῾Ο Γέρων ῾Ιερώνυμος ἦταν φύσις εὐαίσθητος καὶ ποιητικὴ καὶ κατέλιπε φυλλάδια καὶ χειρόγραφα,στὰ ὁποῖα ἀφήνει μὲ χαριτωμένους στίχους νὰ ἐκφρασθῆ ὁ πόνος καὶ ἡ ἀγάπη ποὺ ξεχειλίζει τὴν ὕπαρξί του γιὰ τὸν λατρευτὸ Κύριό μας,ἀλλὰ καὶ ἡ ἀγωνία του γιὰ τὴν καθοδήγησι τῶν ψυχῶν,οἱ ὁποῖες ζητοῦσαν τὴν πνευματικὴ βοήθειά του. 'Ομως, ὅπως ὅλοι οἱ δίκαιοι,ἐπρόκειτο νὰ δοκιμασθῆ μὲ θλίψεις,στενοχωρίες, συκοφαντίες καὶ διωγμούς.᾿Ιδίως μάλιστα ὅταν οἱ Καινοτόμοι προσπαθοῦσαν νὰ τὸν συλλάβουν γιὰ νὰ τὸν ἀπελάσουν στὸ ῞Αγιον ῎Ορος,ὥστε νὰ παύση τὸ ὁμολογιακὸ καὶ θεάρεστο ἔργο του,ἡ θεία σκέπη καὶ ἀντίληψις πάντοτε διεφύλασσε καὶ διέσωζε αὐτὸν θαυμαστῶς,αὐτὸς δὲ ὡς παράδειγμα ὑπομονῆς καὶ ἀνεξικακίας ηὔχετο ὑπὲρ τῶν διωκτῶν του,πλήρης εὐαγγελικῆς ἀγάπης. ᾿Αρχὰς τοῦ 1943,προαισθανόμενος τὴν ἔξοδό του ἀπὸ τὸν μάταιο τοῦτο κόσμο,ἐκάλεσε τὸν ᾿Αρχιμανδρίτη π. Χρυσόστομο Νασλίμη γιὰ νὰ λειτουργήση στὴν Μονὴ καὶ νὰ τὸν κοινωνήση τῶν ᾿Αχράντων Μυστηρίων. ῎Ετσι, προετοιμασμένος γιὰ τὸ μεγάλο ταξίδι,παρέδωσε τὴν ὁσία ψυχή του στὸν Πλάστη του,ποὺ τόσο θερμὰ καὶ πιστὰ ἀγάπησε καὶ ὑπηρέτησε... Εἴθε οἱ εὐχές του νὰ μᾶς στερεώνουν καὶ ἐνισχύουν!

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΓΟΝΕΙΣ ΤΟΥ ΕΤΕΙ 1894

ΣΕΒΑΣΤΟΙ ΜΟΥ ΓΟΝΕΙΣ

γιαίνω ἄχρι τῆς παρούσης,δόξα τῷ Φιλανθρώπῳ καί Παναγάθῳ Κυρίῳ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστῷ,τῷ δοτῆρι καί χορηγῷ παντός ἀγαθοῦ,Οὗ καί δεόμενος ὅπως διά τῶν εὐπροσδέκτων ἱκεσιῶν τῆς Παναγίας καί Παναμωμήτου Αὐτοῦ Μητρός, Κυρίας ἡμῶν Δεσποίνης Θεοτόκου,διαφυλάττῃ καί περισκέπῃ ὑμᾶς ἐν ἀκυμάντῳ καί εἰρηναῖᾳ καταστάσει,μέχρι τοῦ τῆς ζωῆς σας τέλους,χαρισάμενος ὑμῖν σύν τοῖς αὐταδέλφοις μου καί λοιποῖς συγγενέσιν,ὑγείαν καί σωτηρίαν ψυχῆς τε καί σώματος.Πολυσέβαστοι καί ἀγαπητοί μου γονεῖς, οὐκ ἀρνοῦμαι ὅτι ἔχετε δίκαιον νά ἐκφέρητε μικρά τινά παράπονα κατ’ ἐμοῦ τοῦ ταπεινοῦ τέκνου σας.Ναί ἔχετε δίκαιον,τά τέκνα ὠφείλουσι νά ἀγαπῶσι, νά τιμῶσι, νά βοηθῶσι,σέβωνται καί περιθάλπωσι τούς γονεῖς των,διότι μετά Θεόν,αὐτοί εἶναι αἴτιοι τῆς ὑπάρξεως, ἀνατροφῆς καί παιδείας αὐτῶν.Ἔχετε δίκαιον καί πάλιν καί πολλάκις, ἐπαναλαμβάνω,τά τέκνα ἔχουσι καθῆκον ἱερόν καί ἀπαραίτητον νά βοηθῶσι καί ἀγαπῶσι τούς γεννήτορας αὐτῶν,τοῦτο γάρ καιί ὁ Κύριος διά τῆς πέμπτης ἐντολῆς τοῦ Δεκαλόγου μᾶς προστάζει.Ἔχετε δίκαιον νά ζητῆτε παρ’ ἐμοῦ ὑλικήν βοήθειαν,διότι οὐδέν γνωρίζετε περί μοναχικῆς πολιτείας,οὐδέ ποῖος εἶναι ὁ σκοπός τοῦ μοναχοῦ,οὐδέ ποῖα ἔργα ἐργάζεται,τί ἐπιζητεῖ καί περί τίνων ἀγωνίζεται καί διατί ἐγκαταλείπει γονεῖς,πατρίδα,γένος,κτήματα,χρήματα,δόξας καί τιμάς ματαίας καί τά λοιπά τοῦ ἐφήμερου τούτου καί ματαίου κόσμου.


θεν, δότε μοι παρακαλῶ ὀλίγην προσοχήν καί ἀκρόασιν,ἵνα ἐν συντόμῳ πληροφορήσω ὑμᾶς περί πάντων τούτων καί συγχρόνως ἐξαλείψω ἐκ τοῦ νοός ὑμῶν τήν ἰδέαν ἥν ἔχετε περί ἐμοῦ,τοῦ μηδέν ἔχοντος.Ἀγαπητοί μου γονεῖς,ψυχή και κόσμος εἶναι δύο πράγματα ἐπίσης ἀγαπητά,ὡραῖα και περισπούδαστα εἰς τους ἀνθρώπους. Ἀγαπητή εἶναι ἡ ψυχή, διότι ἐκ κοιλίας μητρός εἶναι συνδεδεμένη μετά τοῦ σώματος, διά δεσμοῦ πάνυ σφιγκτοτάτου.Ἀγαπητός καί ὁ κόσμος,διότι εἰς αὐτόν γεννόμεθα καί ζῶμεν καί κινούμεθα καί διανοούμεθα καί τέχνας καί ἐπιστήμας ἐφευρίσκομεν διαφόρους.Τίς δύναται ἄνευ ψυχῆς νά ἐφεύρῃ ἤ νά κατασκευάσῃ τί;Τίς δύναται νά ζήσῃ ἤ πράξῃ τί ἄνευ ψυχῆς;Τίς δέν βλέπει, ὅτι ἀφοῦ ἡ ψυχή ἐξέλθη τοῦ σώματος, ἀμέσως τό σῶμα καθίσταται ἄχρηστον,ἄπνουν,ἀναίσθητον, ἀνενέργητον,νεκρόν καί τέλος σαπίζει,φθείρεται καί γίνεται χοῦς καί δυσωδία;Ἀγαπητός,ναί,καί ὁ κόσμος, διότι δι’ αὐτοῦ μᾶς προμηθεύει ὁ Θεός τά πρός τό ζῆν ἀναγκαῖα καί διότι εἰς τούς κόλπους αὐτοῦ καί γονεῖς καί ἀδελφούς καί φίλους καί συγγενεῖς ἔχομεν ἀγαπητούς.Ἀγαπητός δέ καί καλός ὁ κόσμος, διότι εἶναι ποίημα Θεοῦ τοῦ Παντοδυνάμου καί ὅσα ἐποίησεν ὁ Θεός εἶναι καλά λίαν καί ὁ λογικός ἄνθρωπος πρέπει νά τά ὁρᾷ μετά προσοχῆς καί διά τῆς καλλονῆς καί θεωρίας καί εὐταξίας καί ποικιλότητος αὐτῶν,νά θαυμάζῃ τήν ἄπειρον τοῦ Θεοῦ σοφίαν,πρόνοιαν,παντοδυναμίαν καί ἀγαθότητα καί ὑμνῆ καί δοξάζῃ καί εὐχαριστῆ ἀεί Αὐτόν,ὅστις οὕτως πανσόφως ἐποίησε καί κυβερνᾶ πᾶσαν τήν κτίσιν.


ληθῶς ἐξίσταται καί θαυμάζει,ὅστις μετά προσοχῆς καί εὐσεβείας ὁρᾶ τήν λαμπρότητα τοῦ ἡλίου,τό φέγγος τῆς σελήνης,τήν πληθύν τῶν ἀστέρων,τάς ἀπεράντους θαλάσσας,τά ὑψηλά ὄρη τῆς γῆς,τά διάφορα εἴδη τῶν ζώων,τῶν ἰχθύων,τῶν πετεινῶν,τῶν δένδρων,τῶν φυτῶν καί τῶν λίθων.Ἀλλά,τί εἶναι ταῦτα,ἀγαπητοί μου,συγκρινόμενα μέ μίαν ψυχήν Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ; Τοσούτον ὑπάρχει ὡραιοτέρα καί τιμιωτέρα ἡ λογική ψυχή τοῦ ἀνθρώπου τῶν τοῦ κόσμου ὡραιοτήτων καί ἀγαθῶν,ὅσον ὡραιότερον καί λαμπρότερον εἶναι τό φῶς τῆς ἡμέρας,ἀπό τῆς νυκτός τό ἀφεγγές σκότος.Καί πρός βεβαίωσιν τοῦ λόγου ἀκούσατε:Ὁ Θεός, ἀγαπητοί μου,εἰς τήν δημιουργίαν τοῦ σύμπαντος,μόνον ψιλόν λόγον εἶπε («γεννηθήτω») καί μέ μόνον τοῦτον τόν λόγον,παρήγαγεν ἐκ τοῦ μη ὄντος εἰς τό εἶναι, πᾶσαν τήν ὁρατήν φύσιν.


Εἰς τήν δημιουργίαν ὅμως τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου, ὁ Παντοδύναμος Θεός ποιεῖ παράδοξον σπουδήν καί δεικνύει ἰδιαιτέραν ἐπιμέλειαν. Φαίνεται, ἵνα οὕτως εἴπω, πῶς σκέπτεται καί συμβουλεύεται πρός Ἑαυτόν ὁ Τρισυπόστατος Θεός («ποιήσωμεν-λέγει-ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καί καθ’ ὁμοίωσιν»). Πλάττει,ἔπειτα, τόν ἄνθρωπον, ἐμφυσᾶ εἰς τό πρόσωπον αὐτοῦ πνοήν ζωῆς καί τό θεῖον τοῦτο ἐμφύσημα ἀποβαίνει εἰς ψυχήν ζῶσαν, λογικήν, ἀθάνατον, αὐτεξούσιον, σκεῦος τίμιον καί ἅγιον, πεπληρωμένον πάσης σοφίας, ἀγαθότητος καί ἁγιασμοῦ. Ὁρᾶτε,ἀγαπητοί μου, τί εἶναι ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου;Τιμιωτέρα οὖν εἶναι παντός τοῦ κόσμου.Ἵνα τήν αλήθειαν εἴπω,οὐδέν ἀξίζουσι πάντα τοῦ κόσμου τ’ ἀγαθά,ἀπέναντι τῆς ψυχῆς τοῦ ἀνθρώπου,βεβαιοῖ μου δέ αῶν λεγομένων τήν ἀλήθειαν,αὐτό τό ἀψευδές στόμα τοῦ Σωτῆρος καί Θεοῦ ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ λέγων:«Τί ὠφελήσῃ ἄνθρωπον,ἐάν κερδίσῃ τόν κόσμον ὅλον καί ζημιωθῇ τήν ψυχήν αὐτοῦ;».Πάντα γάρ τά ἀγαθά τοῦ ματαίου τούτου κόσμου,ταχέως φθείρονται καί ἀφανίζονται καί πρό τῆς θύρας τοῦ σκοτεινοῦ τάφου σταματοῦσι καί οὐδέν ἐξ αὐτῶν δύναται νά προχωρήσῃ περισσότερον καί συνοδεύσῃ ἡμᾶς εἰς τήν ἄλλην ζωήν.Μόνον τά εὐσεβῆ καλά ἔργα καί οἱ διά Χριστόν πόνοι καί ἀγῶνες,ὑπερπηδῶσι τά τῆς παρούσης ζωῆς στενά ὅρια καί συνοδεύουσι τόν ἄνθρωπον καί πέραν τοῦ τάφου καί δοξάζουσιν αὐτόν αἰωνίως.


Διά νά ἐπιτύχωμεν ταύτην τήν αληθῆ αἰώνιον δόξαν καί μακαριότητα, ὁ φιλάνθρωπος Κύριος μᾶς ἔδειξε δύο ὁδούς. Μίαν μετριωτέραν, βιωτικήν λεγομένην, φέρουσαν καρπόν ἕν τριάκοντα καί ἑτέραν, Ἀγγελικήν καί ὑπερκόσμιον, φέρουσα τόν τέλειον καρπόν, ἕνα ἑκατόν. Ἀμφότεραι αἱ ζωαί ἔχουσιν βάσιν τό Ἅγιον Βάπτισμα καί ὑπόκεινται εἰς τήν νέκρωσιν τῶν παθῶν καί εἰς τήν τήρησιν τῶν θείων ἐντολῶν.Ὅσοι ἐκ τῶν Χριστιανῶν, διά τό εὐόλισθον τῆς σαρκός, δέν δύνανται νά φυλάξωσιν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ κόσμου ἀμόλυντον τήν χάριν τοῦ θείου Βαπτίσματος ἤ ὅσοι ἐμολύνθησαν ἀπό τόν ρύπον τῶν θανασίμων ἁμαρτιῶν (καί ἕνεκα τούτου καί τήν χάριν ἀπώλεσαν τοῦ θείου Βαπτίσματος), ἐπιθυμοῦσιν νά ἀποκτήσωσιν πάλιν αὐτήν, διά τῶν τῆς μετανοίας σωτηρίων ἔργων ἤ καί ἀπό θεῖον ἔρωτα κινούμενοι, προτιμῶντες τήν δευτέραν ὁδόν (τήν Ἀγγελικήν δηλαδή), (οἱ τοιοῦτοι) ἀναχωροῦσιν ἀπό τόν κόσμον καί ἐγκαταλείπουσιν αὐτόν καί πάντα τά ἐν αὐτῷ - γονεῖς (δηλαδή), ἀδελφούς, συγγενεῖς, φίλους, κτήματα, χρήματα, δόξας, τιμάς, τρυφάς καί ἀναπαύσεις ματαίας καί ἐν ἐνί λόγῳ πᾶσαν γήϊνον σχέσιν καί μέριμναν) καί μεταβαίνουν εἰς τά ἱερά καταγώγια, ἔνθα ἐνδύονται τό τῆς μετανοίας πένθιμον ἔνδυμα καί μετά τήν κεκανονισμένην τριετῆ δοκιμασίαν, κείρονται Μοναχοί καί ζῶσι εἰς τό ἑξῆς κατά τούς Κανόνας, οὕς οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἡμῶν ἐθέσπισαν.


Αὐτό, λοιπόν, τό Σχῆμα ὅπερ λαμβάνομεν ὅταν γινώμεθα Μοναχοί, εἶναι - ἀγαπητοί μου - ἕνα Μυστήριον ἀπό τά ἑπτά ἅγια Μυστήρια τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν Ἐκκλησίας (τοῦτ’ ἔστιν τό Μυστήριον τῆς Μετανοίας) καί ὁ λαμβάνων αὐτό δίδει φρικτάς καί ἐνόρκους ὑποσχέσεις πρός τόν Θεόν καί πρός τόν Πνευματικόν του Πατέρα, ἐνώπιον τοῦ Ἁγίου Θυσιαστηρίου καί πάντων τῶν κατά πνεῦμα αὐτοῦ ἀδελφῶν. Καί πρῶτον μέν λέγει,ἀποτάσσομαι τῷ κόσμῳ καί πᾶσι τοῖς ἐν αὐτῷ καί παραμενῶ τῇ ἀσκήσει,ἕως ἐσχάτης μου ἀναπνοῆς.Δεύτερον ὑπόσχεται,ὅτι θά ὑπομένῃ εὐχαρίστως πεῖναν,δίψαν,γυμνότητα καί πᾶσαν θλίψιν,κακουχίαν τε καί στενοχωρίαν τοῦ Μοναχικοῦ Βίου,διά τήν ἀπόλαυσιν τῆς Οὐρανίου Βασιλείας. Τρίτον ὑπόσχεται,ὅτι θά φυλάττῃ σωφροσύνην καί παρθενίαν,ὑπακοήν καί ἀγάπην πρός τόν Πνευματικόν αὐτοῦ Πατέρα καί πρός πάντας τούς πνευματικούς αὐτοῦ ἀδελφούς.Τέταρτον ὑπόσχεται ἀγῶνας πνευματικούς, νηστείας δηλαδή, προσευχάς,γονυκλισίας,δάκρυα καί ἐργασίαν τό κατά δύναμιν.Πέμπτον ὑπόσχεται,ὅτι δέν θά ἔχει εἰς τό ἑξῆς οὐδέν ἴδιον πράγμα (οὔτε κτήματα, οὔτε χρήματα,οὔτε βιωτικάς μέριμνας,οὐδέ συναναστροφάς μετά λαϊκῶν.Ἐν ἑνί λόγῳ ὑπόσχεται,ὅτι θά ζῇ εἰς τό ἑξῆς ζωήν Ἀγγελικήν καί ὑπερκόσμιον καί θά εἶναι ὡς ὤν καί μή ὤν ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ.


στις, λοιπόν,ταύτας φυλάξει τάς σωτηρίους ὑποσχέσεις,θά λάβῃ μεγάλα πνευματικά χαρίσματα ἐν τῇ παρούσῃ ζωῆ παρά τοῦ δοτήρος τῶν ἀγαθῶν Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ,ἐν δέ τῇ μελλούσῃ θά συνταχθῇ μέ τούς χορούς τῶν ἐκλεκτῶν καί θά συγχαίρῃ καί ἀγάλλεται αἰωνίως μετ’ αὐτῶν καί μέ τά τάγματα τῶν Ἀγγελικῶν Δυνάμεων,ὁρῶν πρόσωπον πρός πρόσωπον αὐτόν τόν ἴδιον αὐτοῦ Ποιητήν καί Θεόν.Ὁ δέ παραβαίνων ταύτας τάς ὑποσχέσεις καί ζῶν ἀμελῶς, θεωρεῖται ἀρνητής τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ,θύτης τοῖς δαίμοσι καί ὑπόδικος τῆς αἰωνίου φρικτῆς κολάσεως.Διά νά μή ἐμποδίζηται, λοιπόν,ἡ ἐλευθερία τοῦ Μοναχοῦ καί διά νά ἐνεργῇ ἀπερισπάστως καί ὡς δεῖ τά ἱερά καθήκοντα τοῦ ὑψηλοῦ πολιτεύματός του,ἀπομακρύνεται εἰς τάς ἐρήμους, ὄρη καί σπήλαια τῆς γῆς.Διά τοῦτον δέ τόν σκοπόν ἔγιναν καί τά ἱερά καταγώγια εἰς ἀπόκεντρα καί ἀκατοίκητα μέρη.Ἵνα μακράν πάσης ἀνθρωπίνης κοινωνίας καί μερίμνης ὤν ὁ Μοναχός καί ἐν ἄκρᾳ ἡσυχίᾳ καί εὐλαβείᾳ καί ἀμεριμνίᾳ εὑρισκόμενος πάντοτε, νά μή παύῃ ἀπό τό πρωΐ ἕως ἑσπέρας καί ἀπό ἑσπέρας ἕως πρωΐας, ὡς ἀηδών εὔλαλος ἐν ἀκορέστῳ πόθῳ, νά ἀλαλάζῃ καί βοᾷ, ἀεί εὐλογῶν, ὑμνῶν, δοξάζων, προσκυνῶν, εὐχαριστῶν καί παρακαλῶν τόν Θεόν.  Καί ἐνῶ τό πᾶν σιγᾷ καί ὑπνώττει,αὐτός οὐ σιγᾶ,οὐδέ ὑπνώττει,ἀλλά ἐν τῇ βαθυτάτῃ ἐκείνη σιγῆ καί ἐν τῷ ψηλαφητῶ ἐκείνῳ σκότει,γονυπετής ὤν ἐνώπιον τῆς εἰκόνος τοῦ ἐνανθρωπήσαντος ὑπέρ ἡμῶν (ἧς ἐνώπιον καί κανδήλα μέ ἀμυδρόν φῶς ἀνάπτει), μετά ἀλαλήτων θερμῶν δεήσεων, δακρύων τε καί στεναγμῶν καί ταπεινώσεως πνεύματος, δέεται ὑπέρ τῆς αὐτοῦ σωτηρίας καί ὑπέρ ὑγείας, σωτηρίας καί διαφυλάξεως τοῦ σύμπαντος κόσμου καί ἐπιστροφῆς εἰς τό ἀληθινόν φῶς, τῶν ἐν τῷ σκότει τῆς ἁμαρτίας καί ἀπιστίας ὄντων.


Αὐτή εἶναι, ἀγαπητοί μου,ἡ διηνεκής ἐργασία τοῦ γνησίου Μοναχοῦ,οὗτος εἶναι ὁ πλούτος του καί ὁ σκοπός του,καθώς ἠκούσατε.Ὅθεν κἀγώ ὁ ἐλάχιστος καί ἁμαρτωλός,ἐπειδή θείᾳ χάριτι ἠξιώθην νά συναριθμηθῶ εἰς τό ἐκλεκτόν τοῦτο τάγμα τῶν Μεγαλοσχήμων Μοναχῶν καί νά γίνω στρατιώτης τοῦ ἐπουρανίου Βασιλέως Ἰησοῦ Χριστοῦ,δέν πρέπει νά ἐμπλέκωμαι εἰς τάς τοῦ κόσμου ματαίας πραγματείας,οὐδέ νά ζητῶ ἀργύριον καί χρυσίον νά ἀπολαύσω,ἅτινα εἶναι πράγματα μάταια καί φθαρτά,ἀλλά πρέπει νά ἀγωνισθῶ γενναίως καί μέ αὐταπάρνησιν ὑπέρ τῆς βασιλείας καί δόξης τοῦ Βασιλέως μου καί ὑπέρ τῆς ἐμῆς σωτηρίας.Πρέπει νά ὑπομείνω μικράν κακουχίαν,ἵνα ἀπολαύσω αἰώνιον χαράν καί εὐφροσύνην.Πρέπει νά φανῶ τολμηρός,ἀνδρεῖος,πιστός, μεγαλόψυχός τε καί ὑπομονετικός εἰς τήν μάχην ταύτην,διότι ὁ πόλεμος οὗτος δέν ἀποβλέπει εἰς πράγματα φθειρόμενά τε καί πρόσκαιρα,οὐδέ ὑπέρ βασιλέως θνητοῦ ὁ ἀγών οὗτος εἶναι.Λοιπόν,μάθετε σεβαστοί μου γονεῖς καί πάντες οἱ οἰκεῖοι μου,ὅτι οἱ πόθοι μου,αἱ ἐπιθυμίαι μου, οἱ κόποι μου,αἱ μέριμναι καί οἱ διαλογισμοί μου,οὐκ ἀποβλέπουσιν,οὐδέ περιορίζονται εἰς τό ἑξῆς ἐπί τοῦ κόσμου τούτου τοῦ φθαρτοῦ,ἐν ὧ οὐδέν σταθερόν,οὐδέν βέβαιον ἤ ἀξιαγάπητον καί προσοχῆς ἄξιον εὑρίσκω.Τά πλούτη, αἱ δόξαι,αἱ τιμαί,αἱ τρυφαί καί ἀναπαύσεις καί ὅλαι ἐκεῖναι οἱ πολυώνυμοι καί πολυποίκιλλαι φροντίδες,οἵτινες ἀδιακόπως ἀνησυχοῦσι καί ταράττουσι τόν ἐν τῷ κόσμῳ δυστυχῆ ἄνθρωπον,ἐν μιᾷ ριπῇ ὀφθαλμοῦ πάντα ἀφανίζονται,ἐκλείπουσιν, διαλύονται καί εἰς τό μηδέν λήγουσι.Περί τῶν ἐν οὐρανῷ,λοιπόν,ἀγαθῶν πρέπει νά φροντίσωμεν,ἅτινα οὔτε φθείρονται,οὔτε ἀφανίζονται,οὐδέ κλέπτονται,ἀλλά διαμένουσιν εἰς ἅπαντας τούς αἰῶνας.


ρνήθην,λοιπόν,ἀρνοῦμαι καί ἔτι ἀρνηθήσομαι,τῇ τοῦ Θεοῦ μου χάριτι καί βοηθείᾳ, τόν ψευδῆ τοῦτον καί μάταιον κόσμον καί πᾶσι τοῖς ἐν αὐτῷ. Ἐγνώρισα γάρ καλῶς,ὅτι τά ἐν αὐτῷ καλά οὐδέν εἶναι,εἰ μή μία παρεπηδιμίᾳ ἐν ξένῃ πατρίδι,εἰς ἥν μέ ἔστειλε ὁ πλάσας με,ἵνα ἐμπορευθῶ καί προετοιμασθῶ διά τήν ἀληθῆ καί αἰώνιον,εἰς ἥν ἄργά ἤ καί ταχέως διά θανάτου μεταβήσομαι.Λοιπόν,τό μόνον μου ἔργον,ἡ μόνη μου φροντίς εἰς τό ἑξῆς θά εἶναι ἡ τοῦ Πλάστου μου δοξολογία. Ἡ μόνη μου ἡδονή θά εἶναι ἡ μελέτη τῶν Θείων Γραφῶν καί οἱ ἐν κρυπτῷ ἱεροί ἀγῶνες.Ἡ μόνη μου τροφή θά εἶναι ἡ ἀδιάκοπος προσευχή,ἡ κοινωνία τῶν Θείων Μυστηρίων,ἡ νηστεία καί ἡ πνευματική πρός πάντας ἀγάπη.Τό μόνον μου εὐφρόσυνον ποτόν,θά εἶναι τά δάκρυα.Ἡ μόνη μου στολή θά εἶναι ἡ σωφροσύνη,ἡ σεμνότης,ἡ σπιωπή,ἡ ἀκτημοσύνη, ἡ ἁπλότης, ἡ ἀνεξικακία καί ἡ κακουχία. Ὁ πατήρ μου θά εἶναι ὁ Χριστός,μήτηρ μου ἡ Παναγία καί ἀδελφοί,φίλοι καί συγγενεῖς μου οἱ Ἅγιοι Πάντες.Ἰδού, ἀγαπητοί μου,ἐφανέρωσα εἰς ὑμᾶς τί ἐπιδιώκω,τί ἐκζητῶ,τί ἐπιθυμῶ,τί ἐργάζομαι,ὑπέρ τίνος ἀγωνίζομαι καί διατί μακράν ὑμῶν εὑρίσκομαι. Χαίρετε,λοιπόν,ἀγαπητοί μου γονεῖς,πάλιν καί πολλάκις ἐρῶ χαίρετε.Χαίρετε ἀδελφοί μου,συγγενεῖς,φίλοι,γνωστοί καί μαθηταί μου καί δότε μοι πάντες,μικροί τε καί μεγάλοι,παρακαλῶ τήν εὐχή σας,ἀπό τά βάθη τῶν καρδιῶν σας, ἵνα τῇ τοῦ Θεοῦ χάριτι καί τῇ αὐτῶν ἰσχύι,δυνηθῶ νά τελειώσω καλῶς καί θεαρέστως τόν ἀγῶνα τοῦ μοναδικοῦ ἐπαγγέλματος καί τῶν ἐλπιζομένων ἀγαθῶν ἀξιωθῶ.Ὑμεῖς δέ ἀγαπητοί μου,μή λυπεῖσθε,μηδέ ἀγανακτεῖτε κατά τοῦ Κυρίου,ἐάν ποτέ,εἴτε ἀπό καιρικάς ἀνωμαλίας καί περιστάσεις,εἴτε ἀπό ἄλλην τινά αἰτίαν,ὑστερεῖσθε τῶν πρός τό ζῆν ἀναγκαίων,μᾶλλον δέ τότε εὐλογεῖτε τό ὄνομα Αὐτοῦ καί ὁλοψύχως Αὐτόν εὐχαριστεῖτε.


Αὐτός γάρ οἶδε μόνον, ὁποῖα εἶναι ὠφέλιμα,ἅτινα ἐν καιρῷ τῷ δέοντι τοῖς δούλοις Του ὠφελείας χάριν ἐξαποστελεῖ. Ἡ γάρ πτωχεία,αἱ ἀσθένειαι, θλίψεις καί πειρασμοί,εἶναι δῶρα πολύτιμα,ἅτινα μόνον εἰς ἐκεῖνους ὅπου ἀγαπᾶ ὁ Κύριος δίδει...Τῷ ὄντι μακάριοι εἶσθε ἀγαπητοί μου,διότι διά μικράν πρόσκαιρον θλίψιν,τήν πέραν τοῦ τάφου κληρονομίαν αἰώνιον τῶν δικαίων κληρονομήσετε. Μακάριοι ἐστέ δ’ οὕς ὑποφέρετε ὀνειδισμούς καί διωγμούς καί λοιπάς κακοποιήσεις παρά τῶν ἀπίστων Ἀγαρηνῶν,διότι μέγαν μισθόν ὁ Κύριος δι’ Ὅν πάσχετε, θά σᾶς δώσῃ εἰς τήν βασιλείαν Του, εἰς ἥν, ὡς νομίζω,ταχέως θά σᾶς προσκαλέσῃ.Λοιπόν,ἑτοιμασθῆτε διά τῆς ἐξομολογήσεως, προσευχῆς καί τῆς μεταλήψεως τοῦ Παναγίου Δεσποτικοῦ Σώματος καί Αἵματος. Χαίρετε, λοιπόν, ὅτι ταχέως ἐλευθερώσῃ σας ὁ Κύριος, ἀπό τά τῆς ἐφημέρου ζωῆς βάσανα καί ἐν κόλποις Δικαίων ἀναπαύσῃ ὑμᾶς. Χαίρετε, ὅτι τό κέρας τῶν ἀσεβῶν ταχέως συντριβήσεται καί ὁ λαός ὑψωθήσετε τοῦ Θεοῦ καί ὑπό τούς πόδας ἡμῶν ὁ τύραννος πεσεῖται.


Χαίρετε, ὅτι ὁ ζυγός τῆς δουλείας ταχέως ἀρθήσεται ἀφ’ ἡμῶν τῶν πιστῶν καί τό φῶς τῆς ἐλευθερίας καί ἡ μετά τῆς Μητρός ἡμῶν ἕνωσις,
ταχέως φωτίσει καί χαροποιήσει ἡμᾶς,τούς ἐπί τόσα ἔτη-διά τάς ἁμαρτίας ἡμῶν-ὄντας ὑπό τόν ζυγόν τῶν φαύλων καί ἀπίστων τέκνων τῆς Ἄγαρ.
 Χαίρετε, ὅτι αἰωνίως χαρά καί εὐφροσύνη, δόξα καί τιμή καί διηνεκής ἀνάπαυσις σᾶς περιμένει πέραν τοῦ τάφου,
δι’ ἅ ὑπέρ ἀγάπης Θεοῦ ὑπέστητε δεινά,ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ τῷ ματαίῳ.
Ἐκεῖθεν δέ ἐλπίζω, 
τῆ τοῦ Θεοῦ χάριτι,νά συναντηθῶμεν καί εἰς τό διηνεκές νά εἴμεθα ἀχώριστοι,συγχαίροντες ἀεί καί συνδοξολογοῦντες 
τόν Ὑπερύμνητον Κύριόν μας καί Θεόν Ἰησοῦν Χριστόν,
ἐν ἀγαλλιάσει ψυχῆς ἀρρήτου καί ἀκορέστῳ καί ζέοντι πόθῳ, μέ πάντας τούς χορούς τῶν Δικαίων καί Ἁγίων Πατέρων ἡμῶν.
Ἐκεῖθεν καί ἐλπίζω οἱ γονεῖς θά ἴδωσιν ὅν ἠγάπησαν υἱόν καί ὁ υἱός οὕς ἀγαπᾶ καί σέβεται καί τιμᾶ γονεῖς 
θά ἴδῃ,
ὡς εὔχεται καί ἐπιθυμεῖ ἀεί ἐν νυκτί καί ἡμέρᾳ.
Ἀμήν, ἀμήν, γένοιτο.
Ὁ μετά βαθυτάτου σεβασμοῦ ἀσπαζόμενος τάς δεξιάς σας καί τάς εὐχάς ὑμῶν ἐν ταπεινώσει αἰτῶν ταπεινός υἱός σας,

  

Μαΐου 8η 1894

Ἅγιον Ὄρος Ἄθω

Εκ του περιοδικού ''ΑΓΙΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ''


Πνευματικός Ιερομόναχος Ιερώνυμος ο Κρης

ΟΙ ΑΘΕΟΙ ΕΚΛΕΨΑΝ ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΤΑ ΑΓΙΑ ΛΕΙΨΑΝΑ




Τα χάσαμε όλοι,όταν είδαμε τόν Ιάκωβο Λντωφ στόν εσπερινό.

Δεκαπέντε χρόνια ζούσε στο συνοριακό χωριό μας. 

Πρόσφυγας κι αυτός απ' την Ρωσία.

Μετά τον εμφύλιο πόλεμο, άφησε την πατρίδα κι ήρθε εδώ.

Αγόρασε γη,έχτισε μεγάλο σπίτι, πήρε γυναίκα μία ξενόφερτη και πάντα αμίλητη κυρά,

κι άρχισε ν' ασχολείται με την γεωργία.

Ποιός ήταν κι από που κράταγε η σκούφια του, κανένας δεν τό 'ξερε,

μα και κανένας δεν αποφάσιζε να τον ρωτήσει.

Ο Ιάκωβος ήταν μελαχρινός και μαλλιαρός, με το πρόσωπο πάντα σκοτεινό, σκυθρωπό.

Τα λόγια του μετρημένα.

Το βλέμμα του διαπεραστικό και απωθητικό. 

Με τ' όνομά του φοβέριζαν τα σκανταλιάρικα παιδιά.

Όλοι ήταν βέβαιοι,

πως,

αν δεν ήταν φονιάς, θα είχε κάνει πάντως κάποιο μεγάλο κακό...

Είχε πολλά λεφτά, αυτό ήταν φανερό.

Κι έπινε πολύ, προπαντός τις νύχτες, κλεισμένος μέσα στο σπίτι του.
Ήταν στιγματισμένος σαν άθεος,

αντίχριστος.

Ούτε ν' ακούσει δεν ήθελε για Εκκλησία.

Δεν πατούσε το πόδι του στον ναό, ούτε τις μεγάλες γιορτές.

Για ό,τι είχε σχέση με την πίστη και τον Θεό, εκφραζόταν με βρισιές και περιφρόνηση.

Να γιατι,

όταν τον είδαμε να έρχεται στον εσπερινό, δεν πιστεύαμε στα μάτια μας. 

Οι πιστοί άρχισαν να τον λοξοκοιτάνε και να ψιθυρίζουν μεταξύ τους.


Ο Ιάκωβος στάθηκε σε μίαν άκρη όρθιος,ακίνητος, με κρεμασμένα κάτω τα μακριά κι άγρια χέρια του. Έκανε τον σταυρό του ή δεν τον έκανε; Αυτό αναρωτιόντουσαν όλοι. Στεκόταν σαν άγαλμα, με το βλέμμα στυλωμένο σε μία σκοτεινή γωνιά. Δεν γονάτισε μαζί με τους άλλους στον όρθρο, όταν έψαλλαν το «Αινείτε...». Στους ρωσικούς ενοριακούς ναούς ο όρθρος τελείται μαζί με τον εσπερινό. Για πρώτη φορά παρατήρησαν,πως είχε ασπρίσει κι αδυνατίσει. Λες κι είχε μόλις σηκωθεί από το κρεβάτι,μετά από πολύχρονη αρρώστια. Η ακολουθία πλησίαζε στο τέλος της. Έξω βούιζε ο δυνατός αυγουστιάτικος αέρας, κάνοντας τα δέντρα να χορεύουν. Έψαλλαν το «Τη υπερμάχῳ...» και πήραν την ευλογία του π. Κυρίλλου. Η εκκλησία άδειασε. Μόνο ο νεωκόρος έμεινε κι έσβηνε τα κεριά. 



Τότε ο Ιάκωβος Λντώφ πλησίασε τον ιερέα. —Τι θέλεις, Ιάκωβε;... —Εσένα, παππούλη, θέλω να εξομολογηθώ! Η φωνή του ήταν ταραγμένη, μα ο τόνος της θερμός. Τα λόγια του ήταν χρωματισμένα μ' ένα παράξενο πόνο. Ο π. Κύριλλος διαισθάνθηκε, πως θ' άκουγε μίαν εξομολόγηση σοβαρή, ουσιαστική, φοβερή ίσως!... Στην μισοσκότεινη εκκλησία, που την φώτιζαν μόνο τα καντήλια του τέμπλου,άρχισε το μυστήριο. Μπροστά στο προσκυνητάρι με τον Σταυρό και το Ευαγγέλιο, ο Ιάκωβος μιλούσε κοφτά, πονεμένα και βαριά. Συχνά σκούπιζε το μέτωπό του και, σωπαίνοντας, βυθιζόταν σε σκέψεις. Κάπου-κάπου έριχνε μία ματιά ολόγυρα και πιανόταν με δύναμη απ΄ το προσκυνητάρι. Έτσι γίνεται η εξομολόγηση στην Ρωσική Εκκλησία. —Εμεῖς υποχωρούσαμε, έλεγε.Οι κόκκινοι είχαν κυριαρχήσει στην χώρα. Το τέλος του λευκού στρατού μας είχε φτάσει... Πέντε είμασταν, που αποφασίσαμε να κάνουμε κάτι πρωτάκουστο -θέλαμε, βλέπεις, να εξασφαλίσουμε χρήματα για την προσφυγιά... Και τί σκεφτήκαμε;...


Να κλέψουμε από την μητρόπολη την ασημένια λάρνακα με τα πολύτιμα πετράδια... που είχε μέσα τ'άγια λείψανα!... Καταστρώσαμε το σχέδιο. Βρήκαμε άλογα... Ήταν χειμώνας,κρύο πολύ... Πήγαμε στον ναό και ζητήσαμε τον φύλακα —οι εφημέριοι είχαν ήδη περάσει τα σύνορα,είχαν φύγει στο εξωτερικό για να γλιτώσουν απ' τους κόκκινους... Ήρθε ο φύλακας. «Τα κλειδιά!...», απαιτήσαμε. Με κάποιο φόβο μας ρώτησε: «Τί σας χρειάζονται;». Του είπαμε πως εκείνη την νύχτα θά 'μπαιναν τάχα στην πόλη οι κόκκινοι, και γι'αυτό ο διοικητής, μας είχε δώσει εντολή να πάρουμε τ' άγια λείψανα και να τα φυγαδεύσουμε στο εξωτερικό... Για να μην τα βεβηλώσουν... «Κι αν δεν μας πιστεύεις», του λέμε, «να η διαταγή, με την σφραγίδα και την υπογραφή του στρατηγού»... Μας πίστεψε. Άνοιξε την εκκλησία... Σκοτείνιαζε και το χιόνι έπεφτε πυκνό. Ψυχή δεν κυκλοφορούσε έξω. Όλοι κλεισμένοι στα σπίτια τους. Μακριά ακούγονταν πυροβολισμοί. Ριγούσαν οι ψυχές μας —η ψυχή μου...


Με πολύ κόπο βγάλαμε την λάρνακα έξω. Την φορτώσαμε στο έλκηθρο, την σκεπάσαμε με πανιά και σανό, κεντρίσαμε τ' άλογα και κινήσαμε για τα σύνορα. Όλη την νύχτα ταξιδεύαμε, βουλιάζοντας στο χιόνι... Δεν είχαμε ξεμακρύνει πολύ, όταν ο δρόμος μας φωτίστηκε από την ανταύγεια μιας μεγάλης πυρκαγιάς —καιγόταν η πόλη... Φτάσαμε στα σύνορα χωρίς προβλήματα. Πριν τα περάσουμε κι έρθουμε εδώ,σταματήσαμε. Το δάσος ήταν πολύ πυκνό... Α!... Εδώ πέρα έγινε κάτι πολύ δυσάρεστο —σάλεψε το μυαλό ενός συντρόφου μας! Έπεσε ξαφνικά πάνω στην λάρνακα κι έσυρε μια φοβερή, ανατριχιαστικὴ κραυγή. Όλοι παγώσαμε, χλομιάσαμε... Ύστερα άρχισε μια να γελάει και μια να κλαίει... Να ξεστομίζει ακατονόμαστες βλαστήμιες... Τέλος πάντων, για να μην πολυλογώ, ένας μας τον ξέκανε με το πιστόλι... Ο π. Κύριλλος έπιασε νευρικά τον επιστήθιο σταυρό του. Το χέρι του έτρεμε. Ο Ιάκωβος σώπασε κι έπεσε σε συλλογή. Το πρόσωπό του έκανε αινιγματικούς μορφασμούς.


Το βλέμμα του έπεφτε πότε στην μια παλάμη και πότε στην άλλη. Σε μια στιγμή έβγαλε ένα μαντήλι από την τσέπη του, το ξεδίπλωσε, μα δεν ήξερε τι να το κάνει... Ο ιερέας τον έβγαλε από την δύσκολη θέση, ρωτώντας τον μαλακά και ήσυχα: —Πες μου, τι έγινε στην συνέχεια; —Στην συνέχεια, παππούλη, έγινε το πιο φοβερό... Ανάψαμε φωτιά. Και αρχίσαμε να τή μοιράζουμε στα τέσσερα... —Την λάρνακα; —Ναι,την λάρνακα. Πρώτα-πρώτα βγάλαμε τα πολύτιμα πετράδια, τα χρυσά αφιερώματα, τους σταυρούς... και μετά χωρίσαμε την λάρνακα σε κομμάτια... με το τσεκοῦρι. —Και τα λείψανα; Τί κάνατε με τ' άγια λείψανα; ψέλλισε συγκλονισμένος π. Κύριλλος. —Τα βγάλαμε, ανοίξαμε ένα λάκκο και τα θάψαμε... —Αυτό σημαίνει ότι βρίσκονται εδῶ, στην γη μας; —Μάλιστα... όχι πολύ μακριά... αλλά, που ακριβώς, δεν θυμάμαι. Πάνε τόσα χρόνια... Τα παράθυρα του π. Κυρίλλου ήταν φωτισμένα σχεδόν ως τα ξημερώματα.


Οι λιγοστοί αργοπορημένοι διαβάτες βλέπανε τον ιερέα να βηματίζει μέσα σκεφτικός, απ' την μιαν άκρη ως την άλλη, και μόνο κάπου-κάπου να σταματάει μπροστά στις εικόνες. Μα το φως δεν έσβηνε ούτε στο σπίτι του Ιάκωβου Λντώφ... Στο βάθος του μεγάλου δάσους ηχούσαν καμπάνες! Ο ήχος τους ήταν καθαρός, δροσερός, σαν απόμακρο κελάρυσμα πηγής. Έδενε τόσο αρμονικά με το θρόισμα των φύλλων, που σάλευαν ακατάπαυστα απ' τον απριλιάτικο άνεμο! Άνοιξη, καταχνιά, μισολιωμένα χιόνια, λιμνούλες, λάσπες... Προχώρησα με οδηγό τον ήχο. Περιπλανήθηκα αρκετή ώρα. Τελικά, μέσα σ' ένα λευκό κύκλο από λυγερόκορμες σημύδες, αντίκρισα το φτωχικό μοναστηράκι. Οι τελευταίες ηλιαχτίδες χρύσωναν τον ξύλινο ναίσκο. Στο καμπαναριό ξεχώρισα το ψαρόμαλλο κεφάλι του καμπανάρη, με το μαύρο σκουφάκι.


Μπήκα στην αυλή από την κεντρική πύλη και κάθισα σ' έναν πάγκο. Οι καμπανοκρουσίες σταμάτησαν. Ο καμπανάρης ήρθε κοντά μου. —Μοναχός Αντώνιος, είπε, και μου έβαλε μετάνοια. Σπάνια φτάνει κανένας ως εδώ... Βλέπετε τι εγκατάλειψη!... —Είσαστε πολλοί αδελφοί; —Κανένας, εκτός από μένα. Άδειασε το μοναστήρι... Άλλοι δεν άντεξαν τις σκληρές συνθήκες της ζωής μέσα στο δάσος, και γύρισαν στον κόσμο.



Άλλοι πάλι βρήκαν μαρτυρικό θάνατο... ήρθαν πριν τρία χρόνια,

νύχτα,

στην γιορτή της Κοιμήσεως...

Μας κακοποίησαν πολύ... Μας χλεύασαν... Τρύπησαν τις εικόνες με τις ξιφολόγχες...

Την νύχτα εκείνη τουφέκισαν τον μοναχό Θεόκτιστο, τους ιερομονάχους Γρηγόριο και Μακεδόνιο,

τον διάκονο Σέργιο, τον δόκιμο Βενιαμίν...

Γύρισε κι έριξε ένα βλέμμα στους τάφους του κοντινού κοιμητηρίου της μονής.

—Τώρα είμαι μόνος εδώ!

Χτυπάω τις καμπάνες, προσεύχομαι, καταγίνομαι με τον κήπο,

πηγαίνω στο δάσος για ξύλα...

Όπως και πρώτα...

—Και δεν φοβάσαι, μήπως, ακούγοντας τις καμπάνες, έρθουν πάλι εδώ;

— Ας έρθουν!

Το τυπικό μας εγώ δεν το παραβαίνω... Μόνο για ένα πράγμα είμαι καταπικραμένος 

—που τόσα χρόνια μένει κλειστή η ωραία πύλη του ναού... κλειστό το ιερό...

χωρίς λειτουργία...

Κατέβασε το κεφάλι κι έμεινε για λίγο σκεφτικός.

Ύστερα έριξε πάνω μου τα μάτια του, που χρύσιζαν μες στο αδύναμο φως του σύθαμπου,

και είπε:

— Μεγάλη Δευτέρα είν᾿ αύριο! Αν μπορείς, πάμε μαζί να ψάλλουμε τον όρθρο…

Συνεχίζεται...


Σημείωση: Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο ''ΤΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΡΑΒΔΙ'' του Βασιλείου Νικηφόρωφ-Βόλγιν. Από το 1921 ο νεαρός εμιγκρές άρχισε να δημοσιεύει άρθρα και δοκίμια σε περιοδικά και εφημερίδες με το ψευδώνυμο Βόλγιν (επειδή ο μεγάλος ρωσικός ποταμός Βόλγας σχετιζόταν με τις παιδικές του αναμνήσεις). Το 1937 κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Τα ονομαστήρια της γης» και τὸ 1938 «Το οδοιπορικό ραβδί». Η επιβολή του κομμουνιστικού καθεστῶτος και στην Εσθονία, μετά την κατάληψή της από τα σοβιετικά στρατεύματα (1940), τον αναγκάζει να σταματήσει την δημοσιογραφική-συγγραφική δραστηριότητά του. Ένα τρίτο βιβλίο του με τον τίτλο «Αρχαία πόλη», που από το 1939 ετοιμαζόταν να εκδοθεί, δεν θα δει τελικά το φως της δημοσιότητας.

Τον Μάιο του 1941, ενώ δουλεύει σε ναυπηγείο,συλλαμβάνεται από την μυστική αστυνομία και φυλακίζεται με την κατηγορία της αντισοβιετικής προπαγάνδας. Λίγο αργότερα μεταφέρεται στο Κύρωφ (Βιάτκα), όπου δικάζεται και καταδικάζεται σε θάνατο. Εκτελέστηκε με τουφεκισμό στις 14 Δεκεμβρίου του 1941 σαν εχθρός του λαού...! Το πρώτο μέρος του βιβλίου περιλαμβάνει το αυτοτελές έργο του συγγραφέα «Το οδοιπορικό ραβδί». Πρόκειται για άτακτες ημερολογιακές σημειώσεις ενός αγνώστου ρώσου ιερέα, που ἔζησε στο πρώτο μισό τοῦ 20ού αιώνα,και που αποτύπωσε στο χαρτί βιώματα και γεγονότα της ζωής του,λίγο πρίν και μετά την οκτωβριανή επανάσταση!...Το δεύτερο μέρος περιέχει τέσσερα κείμενα-μαρτυρίες, όπου ο συγγραφέας περιγράφει, είτε προσωπικές μετεπαναστατικές εμπειρίες του, είτε άλλα περιστατικά,που πληροφορήθηκε από τους πρωταγωνιστές τους ή από αυτόπτες μάρτυρες -το τελευταίο μάλιστα, έχει γίνει πλατιά γνωστό εδώ και δεκαετίες, όχι μόνο μέσα στην Ρωσία, αλλά κι έξω από τα σύνορά της. Γ.Δ.


Βασιλείου Νικηφόρωφ-Βόλγιν 


ΤΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΡΑΒΔΙ


Σάββατο 25 Ιουλίου 2015

ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ ΕΙΡΗΝΑΙΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΗ ΕΣΦΙΓΜΕΝΟΥ





Η νέα τάξις πραγμάτων και νέα εποχή βαδίζει εις την πανθρησκείαν του αντιχρίστου.

Δύο θεσμοί αντιστέκονται έχοντες βοήθειαν ει μη μόνον από τον Θεόν 

και ολίγους πιστούς, που τους συμπαρίστανται.

Θέλουν να τους εξαναγκάσουν να υποκύψουν ή να τους εκδιώξουν,

τον μεν Πατριάρχην Ειρηναίον από το Πατριαρχείον,

την δε αδελφότητα των Εσφιγμενιτών από το Άγιον Όρος.

Έχουν αναθέσει οι σκοτειναί δυνάμεις,

που κατευθύνουν το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως 

(όπως το εδήλωσε ο Πατριάρχης Δημήτριος εις τον εκπρόσωπον του ''Ορθοδόξου Τύπου'' κ. Σωτήρχον εις την Κωνσταντινούπολιν) 

εις τον Βαρθολομαίον να αφανίσει τας δύο αυτάς αντιστάσεις καθ΄οιονδήποτε τρόπον.


Επειδή ο Ειρηναίος δεν θα συγκατατίθετο εις την υπογραφήν των αποφάσεων της Μεγάλης Συνόδου του 2016 και δεν θα συμμετείχεν εις τους διαλόγους με το Π.Σ.Ε. παπικούς και λοιπούς αιρετικούς, δι΄αυτό έπρεπε οπωσδήποτε να απομακρυνθεί από τον Πατριαρχικόν θρόνον. Προέβησαν εις χαλκευμένας κατηγορίας και εν συνεργασία με μερίδα Αγιοταφιτών και την ενεργόν συμπαράστασιν του Βαρθολομαίου αποφάσισαν την εκθρόνισήν του. Αι ''κατηγορίαι'' κατά του Ειρηναίου εκδικάσθησαν από δικαστήρια και αθωώθη. Παρά ταύτα δεν επανήλθεν εις την θέσιν του! Κατανοούν οι Αγιοταφίται την μεγάλην αδικίαν και τον φοβούνται. Τον έχουν κλειδώσει εις το διαμέρισμά του,δεν του δίδουν φαγητό. Δεν επιτρέπουν να τον επισκεφθούν. Ούτε επιτρέπουν εις ιατρούς να εξετάσει την υγείαν του. Είναι τελείως εγκαταλελειμένος.


Ο Ειρηναίος έχει διακονήσει από νέος εις το Πατριαρχείον και οφείλουν να του δίδουν την διατροφήν του! Έχει υποχρέωση το Πατριαρχείον. Του σφράγισαν ένα εκκλησάκι που είχε δια να προσεύχεται. Αν ευρεθεί κανένας χριστιανός και κατεβάσει με σχοινί το καλαθάκι θα έχει τροφή προς συντήρησήν του! Μόνον ο μητροπολίτης Καλαβρύτων ενδιαφέρθη επανειλημένως και τους έψεξε, τόσον τον πατριάρχην Ιεροσολύμων Θεόφιλον, όσο και τους Συνοδικούς Ιεράρχας. Δέκα χρόνια φυλακισμένος και εγκαταλελειμένος είναι μια μεγάλη αδικία και να είναι βέβαιον, ότι θα λογοδοτήσουν εις το φοβερόν κριτήριον, τόσο ο Βαρθολομαίος, όσο και ο Θεόφιλος με την σύνοδόν του. Δεδομένου, ότι εις το παράνομο δικαστήριο του Βαρθολομαίου εις το Φανάρι, δεν συνεφώνησαν όλοι οι Πατριάρχαι. Μόνον οι οικουμενισταί συνετάχθησαν με την οριακήν πλειοψηφία του Βαρθολομαίου.


Το ίδιο έτος που απεμάκρυναν τον Ειρηναίον από το Πατριαρχικόν αξίωμα,επενέβησαν και εις την Ι. Μ. Εσφιγμένου. Κατήργησαν το αυτοδιοίκητον της Ι.Μ.Ε. και εκδίκασαν πρωτοδίκως όλην την αδελφότητα της Μονής. Δεν εσεβάσθησαν, ούτε Ιερούς Κανόνας, ούτε τον Καταστατικόν Χάρτην του Αγίου Όρους και την αγιορείτικην Παράδοσιν. Επλήρωσαν τρεις νομικούς να γνωμοδοτήσουν (με εκατομμύρια δραχμάς), δια να αποφανθούν ότι πρέπει να εγκαταλείψουν την μετάνοιάν των και το άγιον Όρος!Χωρίς να στοιχειοθετείται κατηγορία προς εκδίωξιν ολοκλήρου Αδελφότητος. Τούτο συνέβη κατά πρώτην φοράν εις το άγιον Όρος.Το δε τραγικόν και τελείως ανήθικον και άδικον είναι η αντικατάστασις της Αδελφότητας και της νομικής υπάρξεως της Μονής (ώστε να μην υπάρχει Μονή Εσφιγμένου), ονόμασαν ''ηγούμενο της μονής Εσφιγμένου'', τους 3-4 μοναχούς του Κελλίου, 2 ''επιτρόπους'', έναν αντιπρόσωπον και όλοι μαζί ''σύναξις Γεροντική της Ι. Μ. Εσφιγμένου''.


Αυτά είναι έργα του Βαρθολομαίου με συνεγασία ορισμένων ηγουμένων και αντιπροσώπων της Ιεράς Κοινότητος και οι υπόλοιποι διαφωνούντες υπεχώρησαν προ απειλών καθαιρέσεως. Όλες οι εισπράξεις της Μονής από αγιορείτικα μισθώματα, από το 2001 μέχρι σήμερον, τα λαμβάνουν, ως οι άνω αποκαλούμενοι, Κατσουλιέρηδες. Από το 2005 και εντεύθεν εισπράττουν, ό,τι ενοίκια είχε η Μονή. Ο Βαρθολομαίος με την Ιερά Κοινότητα έχει εφοδιάσει την Κελιωτικήν αδελφότητα των Κατσουλιέρηδων με πλαστά χαρτιά και σφραγίδα, τα οποία επικυρώνει η Επιστασία, ως γνήσια και διεκδικούν την Ι. Μ. Εσφιγμένου και ολόκληρον την περιουσίαν που ανήκει εις την Μονήν. Διώκουν τους Πατέρας που ευρίσκονται εις το εν Καρυές,Αντιπροσωπείον. Έχουν επιχειρήσει τρεις φορές εξ αυτών με βαριοπούλες, λοστούς και μηχανήματα,κατά των Πατέρων που διαμένουν εις το Αντιπροσωπείον. Εσχάτως, τους έχουν εγκλωβίσει εντός του Αντιπροσωπείου μη ανεχόμενοι να κυκλοφορούν εντός των Καρυών, δια να διαθέσουν το εργόχειρόν των και να προμηθεύονται των αναγκαίων. Απαγορεύοντες τους προμηθευτάς να τους εξυπηρετούν. Ενάγουν συνεχώς εις τα πολιτικά δικαστήρια τους Πατέρας της Ι. Μ. Εσφιγμένου προκειμένου να τους καταπονήσουν δια να φύγουν από την μετάνοιάν των!


Εσχάτως έχει συμμαχήσει ο Βαρθολομαίος,ο Βατοπαιδινός π.Εφραίμ και Κατσουλιέρηδες κατά της Ι. Μ. Ε. Επιθυμεί ο π. Εφραίμ, ως επιχειρηματίας περί τα οικονομικά να αναπτύξει και την τοιαύτην με κατάληψιν και δευτέρας Μονής. Δι΄αυτό και συμπαρίσταται τους Κατσουλιέρηδες και τους προσκαλεί εις τας πανηγύρεις αναγνωρίζοντας μάλιστα και ως ''ηγούμενον της Ι. Μ. Ε. τον διάδοχον του Κατσουλιέρη! Στόχος ο Πατριάρχης Ειρηναίος και η Αδελφότης της Ι. Μ. Εσφιγμένου. Η αδικία αυτή οπωσδήποτε θα πληρωθεί. Αναμένει ο Θεός την μετάνοιαν των διωκτών και την αποκατάστασιν της αδικίας. Μάλιστα οι αδικήσαντες είναι και ιερωμένοι και προς τούτο εμποδίζονται από τους Ιερούς Κανόνας να λειτουργούν, εάν δεν αποκαταστατήσουν την αδικία. Δικαιοσύνη μάθετε οι ενοικούντες επί της γης. Οι αδικούμενοι υπομένοντες έχουν τον μισθόν παρά Κυρίου. Εν προκειμένω αδικούνται με τον σκοπόν να διαφυλάξουν την Ορθόδοξον Πίστιν, οπότε είναι μακάριοι!Αλλοίμονον εις τους ενεργούντας και μη αποδίδοντας το δίκαιον και μάλιστα ιερωμένους! Είναι μια μαύρη σελίδα τόσον εις το πατριαρχείον Ιεροσολύμων,όσον και εις τον άγιον Όρος.



Όσοι καθοιονδήποτε τρόπον εμπλέκονται εις την αδικίαν, οφείλουν να μετανοήσουν 

να απεκδυθούν των ευθυνών, καθότι ο Θεός δεν μυκτηρίζεται.

Ας μην γίνονται συνεργοί της νέας αντιχρίστου εποχής.

Έχει εκπονηθεί αντίχριστον πρόγραμμα δια το άγιον Όρος.

Εξ΄αυτού υπάρχει μεταξύ των άλλων η κατάργησις του αυτοδιοικήτου,

του αβάτου και εν όψει της πανθρησκείας,

εγκαταστάσεως αιρετικών εν αυτώ.

Ο διωγμός των Εσφιγμενιτών θα συμβάλλει εις την ολοκλήρωσιν του αντιχρίστου προγράμματος.



Αντιγραφή κειμένου από το περιοδικό της Ιεράς Μονής Εσφιγμένου
 ''ΑΓΙΟΣ ΑΓΑΘΑΓΓΕΛΟΣ''
τεύχος 28
Μάρτιος-Απρίλιος 2015
σελίδες 13-14
Επιμέλεια ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ



Περιοδικό ''Άγιος Αγαθάγγελος''


ΟΙ ΑΘΕΟΙ ΚΟΙΝΩΝΗΣΑΝ ΤΟΥΣ ΧΩΡΙΚΟΥΣ ΜΕ ΒΟΤΚΑ




Στο χωριό Γορέλοβο είχα οργανώσει πνευματικές συναντήσεις και συζητήσεις μέσα στο δάσος.

Δεν ήταν δύσκολο να το μυριστούν.

Μ΄έπιασαν και μ' έκλεισαν στην φυλακή.

Αργά την νύχτα έρχεται ο κομισάριος.

Γεροδεμένος άντρας, γίγαντας!

Ήταν στουπί στο μεθύσι. Μόλις που κρατιόταν στα πόδια του. 

Τραυλίζοντας με πρόσταξε:

— Βήμα... εμπρός, μαρς!

Πίσω μου!... Μ' έφερε σε μία μεγάλη παράγκα. Ήταν γεμάτη από «συντρόφους».

Όλοι μεθυσμένοι.

Σ΄ένα σκαμνί καθόταν κάποιος ακορντεονίστας. Μόλις με είδε  — ήταν,

φαίνεται, ειδοποιημένος 

— άρχισε να παίζει ένα χορευτικό σκοπό.

Ο κομισάριος μ΄άρπαξε απ΄τα μαλλιά, μ΄έστησε στη μέση και φώναξε προστακτικά:

— Χόρευε!

Δεν έφερα καμμία αντίρρηση.

Χόρεψα.

Κι όταν σταμάτησα, κάθησα σ΄ένα πάγκο και γέλασα.

Γέλασα ξερά, μεταλλικά...

Ύστερα ξέσπασα σ΄ένα αυθόρμητο,ασυγκράτητο κλάμμα, ανακατεμένο κι αυτό

 πάλι μ΄ένα γέλιο αλλόκοτο και μ΄επιφωνήματα ψυχικού πόνου.



Είχα χάσει κάθε αυτοέλεγχο... Όταν ηρέμησα λίγο, έριξα την ματιά μου ολόγυρα. Καί τους βλέπω όλους σιωπηλούς, με κατεβασμένα τα κεφάλια... Στην σιωπή του Ρώσου υπάρχει πάντα κάτι το ιερό... Ο πρώτος που έσπασε την σιγή,ήταν ο κομισάριος. Αναστέναξε. Ένα βογγητό του ξέφυγε... Τον βλέπω... να πέφτει στα πόδια μου! — Συγχώρεσέ με, άνθρωπε του Θεού! Τον σήκωσα. Καθίσαμε στο τραπέζι. Σέρβιραν τσάι. Μέ φίλεψαν ό,τι εἶχαν. Ένας μου λέει: — Πες μας κάτι πνευματικό, ωφέλιμο, μόνο να μην είναι για την δική μας ζωή και για την δική μας χώρα... Αν δεν είμαστε άξιοι για λόγο Θεού, τότε διηγήσου μας ένα παραμύθι!... Μέχρι που λάλησαν τα κοκόρια, συζητούσα μαζί τους. Άκουγαν τον κάθε μου λόγο με κατεβασμένα τα κεφάλια και μ΄αναστεναγμούς... Την ώρα του αποχαιρετισμού, μου είπαν: —Τράβα στον δρόμο σου,παππούλη!


Μη μας κρατήσεις κακία... Εμείς αυτό... ε... με λίγα λόγια... Καλά! Τί να πούμε πιά!... Βαρύς ο σταυρός της αμαρτίας, που έχει φορτωθεῖ ο Ρώσος... Κάποια νύχτα, σ᾿ένα καλύβι, έγινα μάρτυρας μιας άγριας ρώσικης κραιπάλης. Πέντε άνδρες του κόκκινου στρατού, μαζί με το σπιτονοικοκύρη,τον ψαρά Συμεών, και τον καμπούρη γυιο του Πέτρο, έφτιαχναν παράνομο πιοτό. Το ξέρω πως έπρεπε να είχα φύγει από κει, αλλά έμεινα σκόπιμα: Γιατι απ' το μεθύσι και την αμαρτία του Ρώσου, που έχει πάντα κάτι το μελαγχολικό, μπορεί να βγάλει κανείς πολλά χρήσιμα συμπεράσματα. Τότε η ψυχή αποκαλύπτεται!... Και σ΄αὐτές τις «θανάσιμες ώρες», της χρειάζεται ένας παρηγορητής... Οι στρατιώτες ήταν γεροδεμένοι, στρογγυλοπρόσωποι, με πλακουτσωτές μύτες. Όσο τους έβλεπα ξεμέθυστους και νηφάλιους, τους καμάρωνα. Συλλογιζόμουν: «Τί καλά που θά΄ταν,αν δούλευαν παραγωγικά για την πατρίδα μας και τον λαό μας... αν καλλιεργούσαν τα χωράφια, αν θέριζαν το σιτάρι...».


Τα λόγια τους είναι σκληρά. Φτύνουν καί βλαστημάνε. Με πήρε το μάτι τους —ήμουνα μαζεμένος σε μία γωνιά. —Ποιός είν΄αυτός; ρωτάει ένας τους φτύνοντας αηδιαστικά. —Περιπλανώμενος τσαγκάρης! αποκρίνεται ο Συμεών. —Ε, τότε φτιάξε μου τις μπότες!πετάχτηκε ένας ἄλλος.  Έβγαλε αμέσως τις μισοδιαλυμένες μπότες του και μου τις πέταξε. —Θα σε πληρώσω! Μην φοβάσαι! πρόσθεσε. Καταπιάστηκα με την δουλειά. Εκεῖνοι κάθισαν στο τραπέζι και άρχισαν να πίνουν,θέλησαν να με κεράσουν. Ήπια ένα ποτήρι, αλλά μου πρόσφεραν και δεύτερο. Για να τ΄αποφύγω, δικαιολογήθηκα: —Όχι άλλο,παιδιά. Η καρδιά μου είναι αδύνατη... Παραήπιανε. Το λαθραίο οινόπνευμα τους μέθυσε για τα καλά. Άρχισαν να παινεύονται σαν μικρά παιδιά και να περιγράφουν τους ηρωισμούς τους. Πολλές και φοβερές ιστορίες διηγήθηκαν,αλλά μία απ΄όλες με συνετάραξε «έως θανάτου». —Ε, και τι ν΄ αυτά που είπαμε ως τώρα; τίποτα! Εμεῖς κάναμε πιο παστρικές δουλειές, που ούτε στον ύπνο σας δεν τις έχετε δει! Μιλούσε ένας μικρόσωμος νεαρός με κόκκινα, στρογγυλά φρύδια. Η φωνή του ήταν τσιριχτή, διαπεραστική. Με τα μάτια έκανε νόημα στον αντικρινό του —ένα παλληκάρι με πλατύ, μαλλιαρό μέτωπο καί λιπαρές, βρώμικες ρυτίδες.


Θυμάσαι πως κοινωνήσαμε με σαμογόν; (Βότκα οικιακής κατασκευής, πολύ δυνατή και με βαρειά μυρωδιά. —Σώπα, καλύτερα..., κατσούφιασε ο άλλος. —Δεν μπορώ!... Πω, πω, τι νταβαντούρι έγινε!... —Σκάσε!...φώναξε βραχνά ο μαλλιαρός. Αυτός όμως εέχε πάρει φόρα. —Δεν είναι πολύς καιρός που ἔγινε... Είχαμε φτάσει σ΄ ένα κεφαλοχώρι. Η εκκλησία ήταν ήδη κλειστή καί σφραγισμένη. Τον παππὰ τον καψαλίσανε, λέει, σαν γουρουνόπουλο πάνω στην φωτιά... κι έπειτα του χώσανε στο λαρύγγι έναν αναμμένο δαυλό... Ναί... Λοιπόν, ακούστε παρακάτω... Είμαστε ακόμα στον πρόλογο... Αρχηγός μας ήταν ο Παύλος Νικοντήμοβιτς Βοζνεσένσκυ... Κεφάλας καὶ φαφλατάς —τέλος πάντων!... Σπούδαζε κάποτε σε ιερατική σχολή... Ακοῦς εκεί, παππάς ήθελε να γίνει!... Χα!... Σε μια στιγμή λοιπόν, εκεῖ που το γλεντούσαμε, σηκώνεται ο Βοζνεσένσκυ και λέει με την βροντερή του φωνή: «Σύντροφοι! Θέλετε να κάνω μία φάρσα στους βλάκες χωρικούς;». Έδειχνε τα δόντια του σαν πεινασμένος λύκος... και τα φλογισμένα μάτια του, ω, πόσο φοβερά ήταν...


Μα, γιατι τα λες τώρα; τον έκοψε πάλι με οργή ο μαλλιαρός. -Πάψε!...Λοιπόν...«θέλετε», λέει, «να κάνω την φάρσα;». Εμεῖς φυσικά ρωτήσαμε, τι είδους φάρσα εννοοῦσε. «Ναι», βρόντηξε ο Βοζνεσένσκυ την γροθιά του στο τραπέζι.«Αύριο θα λειτουργήσω στην εκκλησία και θα κοινωνήσω το λαό...με σαμογόν!...». Εμείς χλωμιάσαμε απ' την ταραχή και το φόβο... Αλλά μετά το γλέντι, αφοῦ σκορπίσαμε, το είχαμε ξεχάσει —ή μάλλον αδιαφορήσαμε. Αφού «η θρησκεία είναι το ὄπιο», κ.λ.π., κ.λπ. Την άλλη μέρα, γύρω στις δέκα, ένας δικός μας χτύπησε την καμπάνα. Όλο το χωριό σηκώθηκε στο πόδι. Καμπάνα; ...αποροῦν. Τί συμβαίνει; Τους ἀνακοινώνουμε ότι η κρατική εξουσία, δείχνοντας κατανόηση στα λαικά αιτήματα, αποφάσισε να επιτρέψει την ελεύθερη τέλεση της δημόσιας λατρείας. Γι΄αυτό έστειλε ακόμα και Ιερέα... Οι χωρικοί άρχισαν να πανηγυρίζουν. Κίνησαν ομαδικά για την εκκλησία... 


Ήταν δακρυσμένοι από χαρά... Πέσανε πάνω στις εικόνες και τις φιλούσανε με μiα λαχτάρα... τ;iς στολίζανε με λουλούδια, τις ξεσκονίζανε... Ο Παῦλος Νικοντήμοβιτς φόρεσε τ΄ άμφια, όλα όπως πρέπει... Έγινε μια αυτοσχέδια χορωδία... Βρέθηκε κι ένας γέρος νεωκόρος... Τέτοια λειτουργία έγινε, που όλοι μέσα στην εκκλησία κλαίγανε μ;e λυγμούς... Όσο διηγιόταν ο νεαρός, το μαλλιαρό παλικάρι του έριχνε οργισμένες ματιές. Τελικά δεν άντεξε. —Πάψε, κάθαρμα! Ούρλιαξε. Και μ΄ αυτά τα λόγια, έχασε την ισορροπία του, έπεσε απ΄ το σκαμνί καί σωριάστηκε κατάχαμα. Όπως ήταν μεθυσμένος, αποκοιμήθηκε αμέσως. Άρχισε να ροχαλίζει δυνατά. Πότε-πότε ταραζόταν από ακούσια αναφιλητά... -Μεσολάβησε μικρή σιωπή. —Καί λοιπόν; τι έγινε; Κοινώνησε τους χωριάτες; ρώτησε ψιθυριστά ο καμπούρης γυιος του Συμεών, ρίχνοντας μία κλεφτή ματιά στον κοιμισμένο. —Ναί, τους κοινώνησε... είπε, και συνέχισε πιο χαμηλόφωνα, με φανερή ψυχική ταραχή, που ήταν ζωγραφισμένη στο φοβισμένο του βλέμμα. Τους κοινώνησε... κι ύστερα βγήκε να κάνει κήρυγμα!... Τί έγινε τότε!... Άρχισε να βλαστημάει και να βρίζει τον Χριστό, την Παναγία, τους Αγίους... Εγώ απ΄ την τρομάρα μου είχα κολλήσει στο πάτωμα, είχα κοκκαλώσει... 



Κι ο λαός...

Τί έγινε με τον λαό!...

Στο σημείο αυτό ο νεαρός αφηγητής έκλεισε τα μάτια,

ζάρωσε το μέτωπο και σκούπισε τον ιδρώτα του με το μανίκι της χλαίνης του.

Το πρόσωπό του συσπάστηκε.

Τα δόντια του χτυπούσαν.

Και τα χέρια του δεν ήξερε που να τα βάλει... 

— Αν δεν μπορείς, μη συνεχίσεις..., του είπε ο ψαράς, τρέμοντας κι αυτός απ΄ την ταραχή.

Ναι, ο λαός...

Έχετε δει πως η θύελλα σηκώνει τις σκεπές, πως ξεριζώνει τα βράχια και τα συντρίβει;

Ε, έτσι έκαναν κι αυτοί με τον Βοζνεσένσκυ!

Τον σήκωσαν,

τον πέταξαν κάτω,

κι άρχισαν να τον χτυπάνε κραυγάζοντας αγανακτισμένα... να τον χτυπάνε με τις μπότες,

με τις γροθιές, με τα κηροπήγια...

να τον χτυπάνε στο κεφάλι, στο στήθος, στ΄αχαμνά...

Χύθηκαν τα μυαλά του... τα σωθικά του... τα έντερά του!!!

...Οι εικόνες ολόγυρα πιτσιλίστηκαν με το αίμα του!»

Συνεχίζεται...



Σημείωση: Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο ''ΤΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΡΑΒΔΙ'' του Βασιλείου Νικηφόρωφ-Βόλγιν. Από το 1921 ο νεαρός εμιγκρές άρχισε να δημοσιεύει άρθρα και δοκίμια σε περιοδικά και εφημερίδες με το ψευδώνυμο Βόλγιν (επειδή ο μεγάλος ρωσικός ποταμός Βόλγας σχετιζόταν με τις παιδικές του αναμνήσεις). Το 1937 κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Τα ονομαστήρια της γης» και τὸ 1938 «Το οδοιπορικό ραβδί». Η επιβολή του κομμουνιστικού καθεστῶτος και στην Εσθονία, μετά την κατάληψή της από τα σοβιετικά στρατεύματα (1940), τον αναγκάζει να σταματήσει την δημοσιογραφική-συγγραφική δραστηριότητά του. Ένα τρίτο βιβλίο του με τον τίτλο «Αρχαία πόλη», που από το 1939 ετοιμαζόταν να εκδοθεί, δεν θα δει τελικά το φως της δημοσιότητας.

Τον Μάιο του 1941, ενώ δουλεύει σε ναυπηγείο,συλλαμβάνεται από την μυστική αστυνομία και φυλακίζεται με την κατηγορία της αντισοβιετικής προπαγάνδας. Λίγο αργότερα μεταφέρεται στο Κύρωφ (Βιάτκα), όπου δικάζεται και καταδικάζεται σε θάνατο. Εκτελέστηκε με τουφεκισμό στις 14 Δεκεμβρίου του 1941 σαν εχθρός του λαού...! Το πρώτο μέρος του βιβλίου περιλαμβάνει το αυτοτελές έργο του συγγραφέα «Το οδοιπορικό ραβδί». Πρόκειται για άτακτες ημερολογιακές σημειώσεις ενός αγνώστου ρώσου ιερέα, που ἔζησε στο πρώτο μισό τοῦ 20ού αιώνα,και που αποτύπωσε στο χαρτί βιώματα και γεγονότα της ζωής του,λίγο πρίν και μετά την οκτωβριανή επανάσταση!...Το δεύτερο μέρος περιέχει τέσσερα κείμενα-μαρτυρίες, όπου ο συγγραφέας περιγράφει, είτε προσωπικές μετεπαναστατικές εμπειρίες του, είτε άλλα περιστατικά,που πληροφορήθηκε από τους πρωταγωνιστές τους ή από αυτόπτες μάρτυρες -το τελευταίο μάλιστα, έχει γίνει πλατιά γνωστό εδώ και δεκαετίες, όχι μόνο μέσα στην Ρωσία, αλλά κι έξω από τα σύνορά της. 



Βασιλείου Νικηφόρωφ-Βόλγιν 

ΤΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΡΑΒΔΙ


Πέμπτη 23 Ιουλίου 2015

ΟΙ ΘΛΙΨΕΙΣ ΚΑΙ ΟΙ ΔΙΩΓΜΟΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΛΥΚΕΡΙΟΥ




Ο σύγχρονος Άγος Γλυκέριος ο Ομολογητής της Ρουμανίας ανήκει στον χορό των Αγίων,

που αντιστάθηκαν στην Ημερολογιακή Καινοτομία,

φυλακίστηκε και βασανίστηκε άγρια από τα πολιτικά καθεστώτα της χώρας,

συνεργούσης και αυτής της επισήμου Ρουμανικής εκκλησίας.

Επί τη ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου

 ''Οι κατά Θεόν αγώνες και τα θαυμαστά παλαίσματα του Ομολογητού Ιεράρχου Αγίου Γλυκερίου εν Ρουμανία (1891-1985) 

από τον θεοφιλέστατο Επίσκοπο Γαρδικίου κ. Κλήμεντα της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών,

προβαίνουμε σε συνεχείς,αποσπασματικές αναρτήσεις 

από το εν λόγω βιβλίο.

Μέσα από αυτό αναδύεται η εικόνα ενός επίκαιρου Ομολογητή της Πατερικής Παράδοσης,

που εκδιωγμένος επί χρόνια στις οπές της γης και στις φυλακές ενός ''Καίσαρα,'' 

κατέστησε σ' εμάς εμφανές,

πως οι καρποί των πνευματικών αθλήσεων ''κόποις και βασάνοις κτώνται.'' 

Και,

όπως γράφει και ο συγγραφέας του βιβλίου:

 ''Ουσιαστικά προβαίνουμε σε μια διακριτική ''ξενάγηση'' στον ανθώνα μιας εκπληκτικής μαρτυρίας,

η οποία περιέχει πληθύν οδυνηρών,αλλά και ενδόξων θαυμαστών στοιχείων και περιστατικών.''

 Η ευχή και ευλογία του εν Αγίοις Πατρός ημών Γλυκερίου εκ Ρουμανίας του Ομολογητή

 είη μετά πάντων ημών!


 Γ. Δ. Δ.


Στὴν νέα Καλύβη τους,στὸ δάσος τῆς Ρίσκας (περιοχὴ Μάγκουρα),παρέμειναν μέχρι τὸ τέλος τοῦ Β’ Παγκοσμίου Πολέμου τὸ 1945.Ζοῦσαν ἐντελῶς στερημένοι μία σκληρὴ ἀσκητικὴ ζωή,ἔχοντες μόνον τὰ Λειτουργικὰ βιβλία γιὰ τὶς Ἀκολουθίες τους καὶ τὸν Ἐσταυρωμένο στὰ φλογερὰ στήθη τους.


τρέφοντο μὲ μανιτάρια καὶ χόρτα,σπάνια δὲ μὲ ψωμί,τὸ ὁποῖο θὰ τοὺς ἔφερε κάποιος ἀπὸ τοὺς ὀλίγους ἡρωϊκοὺς βοηθοὺς-συμπαραστάτες τους,ποὺ θὰ ἔπρεπε νὰ βαδίση βράδυ, γιὰ νὰ μὴ ἀφήση ἴχνη στὰ χιόνια,ἐπὶ 20 τουλάχιστον χιλιόμετρα,ἀπὸ τὴν πιὸ κοντινὴ κατοικημένη περιοχή!


Οἱ Ἐρημῖται Πατέρες παρέμεναν κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἡμέρας στὸν παγετό,διότι ἐφοβοῦντο ὅτι τὸ ἄναμμα φωτιᾶς θὰ τοὺς ἐπρόδιδε. Γι’ αὐτὸ καὶ ἠδύναντο νὰ ἀνάβουν φωτιὰ μόνο τὴν νύκτα. Ἡ ἀντοχή τους στὶς ἀντίξοες συνθῆκες ἰδίως τὸν χειμῶνα,ὅταν ἡ θερμοκρασία κατήρχετο μέχρι καὶ 20 βαθμοὺς ὑπὸ τὸ μηδέν,μόνον ὡς Θαῦμα τῆς Χάριτος δύναται νὰ ἐξηγηθῆ. 


Διότι,πράγματι, ὁ Κύριος τηροῦσε τοὺς δούλους Του γιὰ τὴν συνέχισι τῆς ἱερᾶς ἀποστολῆς τους.Τοὺς ἀνέμενε ἀκόμη μεγάλο ἔργο νὰ ἐπιτελέσουν αὐτοὶ οἱ εὐγνώμονες,πιστοὶ καὶ ἐργατικοὶ δοῦλοι Του!


δίως ὁ εὐλαβὴς Γλυκέριος,ἔπρεπε νὰ ἀνοικοδομήση τὰ κατεστραμμένα, ἀλλὰ καὶ νὰ δοκιμασθῆ καὶ ἄλλο καὶ νὰ ὁμολογήση τὴν «καλὴν ὁμολογίαν» καὶ μαρτυρίαν ἐνώπιον ὄχι μόνο τῶν Καινοτόμων, ἀλλὰ καὶ τῶν Ἀθέων!


Διότι,τὴν Ρουμανία ἀνέμενε ἡ μεγάλη δοκιμασία τοῦ κομμουνιστικοῦ ζυγοῦ... Ἕνα προφητικὸ ὅραμα ἄλλωστε, τὸ ὁποῖο εἶδε ὁ Ἅγιος κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἐρημικῆς του ἀποκρύψεως,ἐδείκνυε τὴν ἐξέλιξι τῶν γεγονότων: Τοῦ φάνηκε ὅτι ἦταν νύκτα καὶ εἶδε ἐνώπιόν του ἕναν ὡραῖο Ναό. Τότε ἐμφανίσθηκε ὁ Ἐπίσκοπος Γαλακτίων (Κορντούν), Ἀρχιερεὺς τοῦ Πατριαρχείου Ρουμανίας, ὁ ὁποῖος μετὰ δεκαετίαν ἐπρόκειτο νὰ προσχωρήση στὸ Πάτριο καὶ νὰ ἀποτελέση τὸν πρῶτο Πρωθιεράρχη τῆς Γνησίας Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν Ρουμανίᾳ!


Ἐπίσκοπος Γαλακτίων κρατοῦσε Εἰκόνες καὶ ἕναν Σταυρό. Στοὺς πιστοὺς ποὺ ὑπῆρχαν στὸν Ναὸ ὁ Ἀρχιερεὺς ἔδιδε ἀπὸ μία Εἰκόνα. Ὅταν ὅμως τὸν πλησίασε ὁ ἴδιος ὁ ἱερὸς Γλυκέριος, σὲ αὐτὸν παρέδωσε τὸν Σταυρό... Μεταξύ τῶν ἐτῶν 1946-1950, ἡ Ἐκκλησία τοῦ Πατρίου Ἡμερολογίου στὴν Ρουμανία ἠδύνατο, Χάριτι θείᾳ, νὰ «ἀναπνεύση» κατόπιν μιᾶς περιόδου δέκα περίπου ἐτῶν ἀπεριγράπτων διωγμῶν,βασάνων καὶ ταλαιπωριῶν.


Τὰ προβλήματα τῆς χώρας, μετὰ τὸν πόλεμο καὶ τὴν ἐπικρατοῦσα ἀσταθῆ πολιτικὴ κατάστασι, ἦταν μεγάλα καὶ δὲν ὑπῆρχε περιθώριο γιὰ νέες διώξεις τῶν «Παλαιοημερολογιτῶν». Ἡ προκομμουνιστικὴ κυβέρνησις τῆς χώρας ἐπέδειξε σχετικὴ ἀνοχὴ καὶ παρασχέθηκαν κάποιες διευκολύνσεις στὴν ὀργάνωσι, ἀκόμη καὶ τὴν νομικὴ κάλυψι, τοῦ Ἀκαινοτομήτου Πληρώματος. Αὐτὸ εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα τὴν ἐργώδη προσπάθεια ἀνακτήσεως τοῦ χαμένου ἐδάφους.


πὸ τὴν ἐνθουσιώδη καθοδήγησι τοῦ Καλοῦ Ποιμένος π. Γλυκερίου,ὁ ὁποῖος ἐπέστρεψε μεταξὺ τοῦ ἀγαπητοῦ Ποιμνίου του, παρατηρήθηκε θαυμαστὴ προσπάθεια ἀνακάμψεως καὶ ἀνασυγκροτήσεως. Οἱ πιστοί, μὲ περίσσειο ζῆλο, ἀποδύθηκαν στὴν ἐκ νέου ἀνέγερσι ὅλων τῶν καταστραφέντων Ναῶν τῆς περιόδου τοῦ προπολεμικοῦ διωγμοῦ, ὡς καὶ τῶν Μονῶν, καὶ μάλιστα ἀνεγέρθηκαν καὶ νέες Ἐκκλησίες.


ἀκατάβλητος π. Γλυκέριος, ὡς ὁ μόνος ἐναπομείνας Κληρικὸς τοῦ Πατρίου Ἡμερολογίου σὲ ὁλόκληρη τὴν Ρουμανία (!), τουλάχιστον τὸν πρῶτο καιρὸ μέχρι προσχωρήσεως δύο ἑτέρων Κληρικῶν ἐκ τῆς Καινοτομίας, ἔπρεπε νὰ σηκώση τὸ ἀπίστευτο βάρος καλύψεως τῶν πνευματικῶν ἀναγκῶν χιλιάδων Ὀρθοδόξων πιστῶν, οἱ ὁποῖοι ἀνῆκαν στὴν «ἐκλεκτὴν Ποίμνην» καὶ ἀνέμεναν μὲ ἀνυπομονησία τὴν ποθητὴ εὐλογία του!


οἰκοδόμησις τῶν ἀχειροποιήτων ναῶν,δηλαδὴ τῶν πολυτίμων ψυχῶν τοῦ λείμματος τῆς Χάριτος καὶ Ὁμολογίας,ἦταν τὸ πιὸ σημαντικὸ καὶ θεάρεστο ἔργο, τὸ ὁποῖο ἀπαιτοῦσε θεία ἐνίσχυσι καὶ ἔμπνευσι. Ὁ ἀκούραστος π. Γλυκέριος ἤλπιζε ἐπὶ τὸν Ζῶντα Θεὸν καὶ ἐθυσιάζετο στὴν διακονία τῶν κατὰ Χριστὸν ἀδελφῶν του, ἐμφορούμενος ἀπὸ τὸ ἀποστολικὸ ὑπόδειγμα: «καθὼς κἀγὼ πάντα πᾶσιν ἀρέσκω, μὴ ζητῶν τὸ ἐμαυτοῦ συμφέρον, ἀλλὰ τὸ τῶν πολλῶν, ἵνα σωθῶσι» (Α’ Κορ. ι’ 33).


Ο Ομολογητής Ποιμένας τῶν προβάτων τοῦ Χριστοῦ εὐλογημένος Γλυκέριος ἦταν πρωτίστως Μοναχὸς καὶ παρέμεινε αὐστηρὸς Μοναχὸς μέχρι τὸ τέλος τοῦ μακροῦ καὶ πολυπαθοῦς βίου του. Ἡ φροντίδα γιὰ τὴν ἐξασφάλισι τόπου Μετανοίας καὶ διαβιώσεως ἀσφαλοῦς τόσο γιὰ τὸν ἴδιο, ὅσο καὶ γιὰ τὶς ψυχὲς ὅσων ἐπιθυμοῦσαν νὰ ἀφιερωθοῦν στὸν Κύριο, τὸν ὡδήγησε στὴν σκέψι γιὰ τὴν ἵδρυσι Μοναστικοῦ Κέντρου, τὸ ὁποῖο ἐκ τῶν πραγμάτων θὰ ἀποτελοῦσε καὶ τὸ Διοικητικὸ Κέντρο τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Πατρίου Ἡμερολογίου τῆς χώρας.


φ’ ὅσον ἐκείνη τὴν περίοδο ἡ πολιτικὴ κατάστασις τὸ εὐνοοῦσε καὶ τὸ μέλλον ἦταν ἄδηλον,ἔπρεπε τὸ ἱερὸ αὐτὸ ἐγχείρημα νὰ τεθῆ σὲ ἄμεση ἐφαρμογή.


τσι,μὲ προσευχὴ καὶ ἐπαινετὴ σπουδὴ καὶ ἀποφασιστικότητα, ὁ π. Γλυκέριος μὲ τοὺς συνεργοὺς καὶ τὰ ἐν Κυρίῳ τέκνα του, ἄρχισαν τὴν ἀνοικοδόμησι Μονῆς στὴν Σλατιοάρα τῆς Μολδαβίας τὸ ἔτος 1947. Ἡ Μονὴ ἀφιερώθηκε στὴν Μεταμόρφωσι τοῦ Σωτῆρος μας Χριστοῦ, δεῖγμα τῆς φωταυγοῦς ψυχῆς τοῦ εὐλογημένου Γλυκερίου, ὁ ὁποῖος ἐπιθυμοῦσε τὴν ἐντρύφησι στὴν Δόξα τοῦ Θεοῦ, παρὰ στὴν ἄδοξη δόξα τῶν ἀνθρώπων, καὶ προσδοκοῦσε διακαῶς τὴν ἐσχατολογικὴ Δόξα ἐν τοῖς Οὐρανοῖς, στὴν ἀτελεύτητη Βασιλεία τῆς Ἀκτίστου Χάριτος τοῦ Τρισυποστάτου Θεοῦ ἡμῶν.


Μονὴ ἀνηγέρθη ἀρχικῶς ἁπλὰ καὶ ταπεινά,μὲ πενιχρὰ μέσα καὶ πολλὲς θυσίες τῶν ὑπομονετικῶν ἐργατῶν της· ὁ δὲ Μεταμορφωθεὶς Κύριος ἐδείκνυε τὴν θεία εὐαρέσκεια καὶ προστασία Του μὲ σημεῖα τῆς θείας Παντοδυνάμου Φιλανθρωπίας Του.


Γιὰ παράδειγμα,μία ἡμέρα ποὺ ὁ Ἅγιος ἀνῆλθε σὲ παρακείμενο λόφο μαζὶ μὲ ἄλλους Ἀδελφοὺς γιὰ κοπὴ ἐλάτων πρὸς χρῆσιν στὴν οἰκοδόμησι τῆς Μονῆς καὶ πράγματι συγκεντρώθηκε ἡ ἀπαραίτητη ποσότητα κορμῶν στὸ μέγεθος ποὺ ἤθελαν,ἀνακάλυψαν στὴν μέτρησι πρὶν νὰ ἀναχωρήσουν,ὅτι ἕνας κορμὸς ἦταν πιὸ κοντὸς ὡς πρὸς τὸ ὕψος του ἀπὸ τοὺς ἄλλους.


μέτρησις ἐπαναλήφθηκε γιὰ νὰ βεβαιωθοῦν καλύτερα, ἀλλὰ τὸ ἀποτέλεσμα ἦταν τὸ ἴδιο ἀπογοητευτικό. Τότε ὁ Ἅγιος ἐζήτησε νὰ μεταβοῦν γιὰ νὰ κόψουν ἕνα ἄλλο δένδρο εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἐλλειποῦς. Ὅμως, λόγῳ κοπώσεως καὶ τοῦ περασμένου τῆς ὥρας, οἱ λοιποὶ δὲν δέχθηκαν.... Ἐνώπιον τούτου ὁ Ἅγιος,ὕψωσε τὰς χεῖρας καὶ παρεκάλεσε μετὰ ἀκραδάντου πίστεως: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ,Σὺ ποὺ ἐμάκρυνες τὸ ξῦλο στὸν πατρικὸ οἶκο, Σὲ παρακαλῶ,νὰ μακρύνης καὶ αὐτὸ τὸ ξῦλο, διότι δὲν μποροῦμε πλέον καὶ πλησιάζει ἡ νύκτα»!


Κατόπιν, μέτρησαν καὶ πάλι τὸν κορμό,ἀλλὰ αὐτὴ τὴν φορὰ βρέθηκε πλέον λίγο πιὸ μακρὺς ἀπὸ τοὺς λοιπούς!... Πράγματι, ἐπιβεβαιώθηκε καὶ πάλι τὸ Ψαλμικόν: «ἐπέβλεψεν ἐπὶ τὴν προσευχὴν τῶν ταπεινῶν καὶ οὐκ ἐξουδένωσε τὴν δέησιν αὐτῶν» (Ψαλμ. ρα’ 18)... Παρόμοια θαύματα ἦσαν συνηθισμένα καὶ συχνά, ὥστε πολλοὶ ἐξ αἰτίας των ἐγκατέλειπαν τὰ ἐγκόσμια καὶ ἤρχοντο νὰ μονάσουν στὴν νεοσύστατη Μονή, πλησίον τοῦ ἁγίου Γέροντος.


Μονὴ ἀρχικῶς περιελάμβανε Παρεκκλήσιο γιὰ τὶς ἱ. Ἀκολουθίες, ἕναν κεντρικὸ διάδρομο καὶ ταπεινὰ κελλιὰ στὶς δύο πλευρές του. Ἀνακαινίσθηκε μόλις τὸ 1978 καὶ προκειμένου νὰ διευρυνθῆ ὁ Ναός, κατεδαφίσθηκαν τὰ παλαιὰ κελλιὰ καὶ ἐκτίσθησαν νέα. Ἡ περίοδος ἐκείνη ὅμως τῆς ἀνακαινίσεως,δὲν ἦταν ἀπαλλαγμένη ἐντελῶς διώξεων.


Στὸ χωριὸ Καμπούρι εἶχαν ἐγκατασταθῆ τρεῖς Μοναχοί, οἱ ὁποῖοι εἶχαν φύγει γιὰ λόγους Πίστεως ἀπὸ τὴν Μονὴ τοῦ Νεάμτς. Ἐκεῖ ἔζησαν εἰρηνικὰ ἐπ’ ἀρκετὸ διάστημα χρόνου στὴν οἰκία τῆς ἀδελφῆς ἑνὸς ἐκ τῶν Μοναχῶν. Ὅταν ὅμως ἀνακαλύφθηκαν, τὸ ἔτος 1948, ὑπέστησαν ξυλοδαρμοὺς καὶ παρέμειναν κατάκοιτοι.



Τότε,

 ὁ πρόεδρος τοῦ χωριοῦ,

μὲ τὴν ἔμπνευσι βεβαίως τοῦ πονηροῦ, ἔβαλε φωτιὰ στὴν οἰκία ποὺ διέμεναν, μὲ τραγικὸ ἀποτέλεσμα 

οἱ κατάκοιτοι Πατέρες νὰ καοῦν ζωντανοὶ ἐντὸς αὐτοῦ!...

Ἀπὸ τὴν καμμένη οἰκία ἀπέμεινε μόνον μία κολώνα μὲ μία κανδήλα κρεμασμένη ἐπ’ αὐτῆς,

ἡ ὁποία παρέμεινε ἀναμμένη! 

Οἱ δὲ ἱερὲς Εἰκόνες τῶν καέντων Μοναχῶν,μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ μία μεγάλη τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου,

εὑρέθησαν παραδόξως δίπλα στὴν οἰκία, ἄθικτες, σὰν κάποιος νὰ τὶς εἶχε τοποθετήσει μὲ τάξι καὶ προσοχή!

Ὅσοι ὅμως ἐπιχείρησαν νὰ τὶς ἀνασηκώσουν, γιὰ νὰ τὶς μετακινήσουν ἀπὸ ἐκεῖ,

δὲν τὰ κατάφερναν,

διότι οἱ Εἰκόνες εἶχαν γίνει «ἀσήκωτες»!...

Τότε εἰδοποιήθηκε ὁ Ἅγιος Γλυκέριος, ὁ ὁποῖος ἦλθε μετὰ πάροδον ὀλίγων ἡμερῶν.

Κατόπιν προσευχῆς, ὁ Ἅγιος ἀνασήκωσε τὶς Εἰκόνες χωρὶς δυσκολία καὶ τὶς ἔφερε στὴν Μονὴ στὴν Σλατιοάρα,

 ἡ δὲ Εἰκόνα τῆς Θεοτόκου 

παραμένει μέχρι σήμερα ἡ κυρίως Θεομητορικὴ Εἰκόνα τοῦ Καθολικοῦ τῆς Μονῆς... 



Επίσκοπος Γαρδικίου κ. Κλήμης

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών 

Print Friendly and PDF