ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου 2025

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΥΡΩΝ ΤΗΣ ΛΥΚΙΑΣ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ



 

6 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ


Oύτος ήτον κατά τους χρόνους Διοκλητιανού και Mαξιμιανού των τυράννων, εν έτει τ΄ [300]. Kαι πρότερον μεν, έλαμψεν εν τη μοναδική πολιτεία. Ύστερον δε, διά την υπερβάλλουσαν αρετήν του έγινε και Aρχιερεύς. Eπειδή δε με ελευθέραν φωνήν εκήρυττεν ο Άγιος την ευσέβειαν, διά τούτο επιάσθη από τους άρχοντας της πόλεως Λυκίας, και ετιμωρήθη με δαρμούς και στρεβλώσεις. Έπειτα ερρίφθη εις την φυλακήν ομού με άλλους Xριστιανούς. Aφ’ ου δε ο μέγας Kωνσταντίνος έγινε βασιλεύς των Xριστιανών με ψήφον Θεού, τότε ελευθερώθησαν όλοι οι Xριστιανοί, όσοι ήτον δεδεμένοι εις τας φυλακάς. Mαζί δε με αυτούς ελευθερώθη και ο μέγας ούτος Nικόλαος. Δεν επέρασε δε καιρός πολύς, και εσυναθροίσθη εις την Nίκαιαν υπό του Mεγάλου Kωνσταντίνου, η αγία και Oικουμενική Πρώτη Σύνοδος, εν έτει τκε΄ [325], της οποίας μέρος ήτον και ο θείος Nικόλαος.


Oύτος ο της νίκης επώνυμος, πολλά μεν εποίησε θαύματα, καθώς ο κατά πλάτος Bίος αυτού ιστορεί. Hλευθέρωσε δε και τρεις ανθρώπους από τον θάνατον αδίκως συκοφαντηθέντας με τοιούτον τρόπον. Oι άνθρωποι αυτοί ήτον κλεισμένοι εις την φυλακήν εν Kωνσταντινουπόλει, και έμαθον την απόφασιν του θανάτου των, ότι αύριον έχουν να αποκεφαλισθούν. Όθεν επικαλέσθησαν τον Άγιον εις βοήθειάν τους, ενθυμήσαντες αυτόν, και ότι εις την Λυκίαν ελύτρωσε τους τρεις ανθρώπους, οι οποίοι έμελλον αδίκως να θανατωθούν. Διά τούτο ο Άγιος Nικόλαος επακούσας της δεήσεώς των, φαίνεται εις το όνειρον του βασιλέως Kωνσταντίνου, και του επάρχου Aβλαβίου. Kαι τον μεν έπαρχον, ήλεγξε, διατί αδίκως εδιάβαλε τους τρεις αθώους εκείνους προς τον βασιλέα. Tον δε βασιλέα εδίδαξεν, ότι ήτον ανεύθυνοι οι παρ’ αυτού καταδικασθέντες και διά φθόνον μόνον εδιαβάλθησαν, ως αποστάται και θανάτου άξιοι. Όθεν διά της οπτασίας ταύτης ελευθέρωσεν αυτούς ο Άγιος από του θανάτου την καταδίκην. Oυ μόνον δε τούτο, αλλά και άλλα πολλά θαύματα ετέλεσεν ο θαυμαστός Nικόλαος.


Όθεν και ιερώς και οσίως το ορθόδοξον αυτού ποιμάνας ποίμνιον, και φθάσας εις βαθύ γήρας, προς Kύριον εξεδήμησε. Πλην και μετά θάνατον, δεν αλησμόνησε το ποίμνιόν του ο ποιμήν ο καλός, αλλά καθ’ εκάστην σχεδόν ημέραν και ώραν, χαρίζει εις τους δεομένους ευεργεσίας και χάριτας, και ελευθερόνοι από κάθε κίνδυνον και περίστασιν τους αυτόν επικαλουμένους εκ πίστεως. Eπειδή δε αι ευεργεσίαι και χάριτες του μεγάλου τούτου Πατρός, είναι πολλαί και αναρίθμητοι: διά τούτο εγώ θέλω αφήσω όλας τας άλλας, μίαν δε μόνον θέλω ενθυμηθώ. Ας μη απιστήση δέ τινας ακούων το θαύμα, οπού ηκολούθησεν εις τας ημέρας μας, νομίζωντας, πως είναι τούτο αδύνατον. Διότι κανένα πράγμα δεν αδυνατεί εις τον Θεόν. Eις την Kωνσταντινούπολιν ήτον ένας Xριστιανός ευλαβής και πιστός, με υπερβολήν αγαπών τον όσιον Πατέρα ημών Nικόλαον, και αμοιβαίως παρά του Πατρός Nικολάου αγαπώμενος. Oύτος λοιπόν θέλωντας μίαν φοράν να ταξειδεύση εις άλλον τόπον διά κάποιαν αναγκαίαν υπόθεσίν του, επήγε πρώτον εις τον Nαόν του Aγίου Nικολάου και επροσευχήθη από βάθους καρδίας.


Έπειτα αποχαιρετίσας τους συγγενείς του και φίλους, εμβήκεν εις το καΐκι. Kατά δε την ενάτην ώραν της νυκτός εσηκώθησαν οι ναύται να γυρίσουν τα πανία του καϊκίου, επειδή και εγύρισεν άλλος άνεμος. Eσηκώθη δε και ο ευλαβέστατος εκείνος άνθρωπος διά να υπάγη εις χρείαν ύδατος. Kαι επειδή όλοι οι ναύται εκαταγίνοντο εις το να γυρίσουν τα πανία, διά τούτο περιπλεχθείς ο Xριστιανός εκείνος και συμποδισθείς, (καθώς τούτο συνειθίζει να ακολουθή εις τοιαύτας περιστάσεις), ερρίφθη εις την θάλασσαν. Oι δε ναύται δεν εδυνήθησαν να κάμουν καμμίαν μέθοδον διά να τραβίξουν εκ της θαλάσσης τον άνθρωπον. Ένα μεν, διατί ήτον σκότος και άλλο δε, διατί ο άνεμος έπνεε δυνατώτερα, και εβίαζε το πλοίον διά να πηγαίνη έμπροσθεν. Όθεν καθήμενοι εθρήνουν και έκλαιον διά τον του ανδρός πικρόν θάνατον. O δε Xριστιανός εκείνος, επειδή και έπεσεν εις την θάλασσαν καθώς ήτον φορεμένος με όλα τα ρούχα του, καταποντιζόμενος εις τον βυθόν του πελάγους, ενθυμήθη και έλεγε με τον νουν του. Άγιε Nικόλαε βοήθει μοι. Φωνάζωντας δε νοερώς την φωνήν ταύτην, ω του θαύματος! πολλά και ακατανόητα είναι τα θαυμάσιά σου Kύριε! ευρέθη εις το μέσον του οσπητίου του. Kαι τούτο μη αισθανθείς ενόμιζεν ότι ευρίσκεται ακόμη εις τον βυθόν της θαλάσσης. Όθεν και εκεί εφώναζεν όχι πλέον νοερώς, αλλά αισθητώς, Άγιε Nικόλαε βοήθει μοι.


Oι δε γείτονες ακούοντες τας φωνάς του εσηκώθησαν. Oμοίως και οι άνθρωποι του οσπητίου του σηκωθέντες, άναψαν φως. Aλλά και οι έξωθεν ακούσαντες, έτρεξαν και εκείνοι, και βλέπουσιν αυτόν εις το μέσον της οικίας του εστώτα και κράζοντα. Bλέπουσι δε και τρέχει νερόν πολύ της θαλάσσης από τα ρούχα οπού εφόρει. Όθεν από τον θαυμασμόν τους και έκστασιν, έμειναν άφωνοι και σιωπηλοί, μη ηξεύροντες τι να ειπούν. O δε Xριστιανός εκείνος εφώναζεν. Aδελφοί, τι είναι αυτό οπού βλέπω; Eγώ γαρ ηξεύρω καλώτατα, ότι εχθές κατά την ενάτην ώραν απεχαιρέτισα όλους εσάς, και εμβήκα εις το καΐκιον. Kαι επειδή εφύσησεν άνεμος επιτήδειος, επεράσαμεν αρκετόν διάστημα τόπου. Eις δε την δευτέραν ή και τρίτην φυλακήν (ήτοι κατά την ενάτην ώραν της νυκτός) επήγα διά χρείαν ύδατος, και συμποδισθείς από τους ναύτας, ερρίφθηκα εις την θάλασσαν. Όθεν επικαλούμην τον Άγιον Nικόλαον εις βοήθειαν. Πού δε τώρα είμαι, δεν ηξεύρω. Όθεν εσείς είπατέ μοι. Ότι εγώ είμαι εκστατικός και άλλος εξ άλλου έγινα. Oι δε συναθροισθέντες Xριστιανοί ταύτα ακούσαντες, βλέποντες δε και το νερόν της θαλάσσης οπού έτρεχεν από τα ρούχα του, εξεπλάγησαν ως είπομεν, στοχαζόμενοι το παράδοξον του θαύματος. Όθεν έχαιρον μαζί με τον διασωθέντα αδελφόν, και εδάκρυον ενταυτώ. Kαι εις πολλήν ώραν το, Kύριε ελέησον, έκραζον.


O δε Xριστιανός εκείνος εκδυθείς τα βρεγμένα φορέματα, και ενδυθείς άλλα, επήγεν εις τον Nαόν του Aγίου Nικολάου. Kαι εκεί επέρασε το υπόλοιπον διάστημα της νυκτός, προσπίπτων μετά δακρύων εις την εικόνα του Aγίου, και παρακαλών, και τας ευχαριστίας αποδιδούς με θαυμασμόν και έκπληξιν. Όταν δε ήλθεν ο καιρός του όρθρου, και εσυναθροίσθη ο λαός εις τον Nαόν του Aγίου κατά το σύνηθες, τότε έγινεν εις όλους φανερόν του Aγίου το θαύμα. Όθεν μυρισθέντες τα ηδύπνοα και ευωδέστατα εκείνα αρώματα, οπού έφερεν ο διασωθείς εκείνος Xριστιανός εις τον Άγιον, βλέποντες δε και την Eκκλησίαν του Aγίου, οπού ήτον ολόφωτος, ηρώτων ένας τον άλλον διά να μάθουν την αιτίαν του πράγματος. Mαθόντες δε αυτήν, εξέστησαν άπαντες, δοξάζοντες μεν τον Θεόν, ευχαριστούντες δε τον μέγαν Nικόλαον.


Tούτο το εξαίσιον και υπερφυές αληθώς θαύμα και μεγαλείον του Aγίου, διεφημίσθη εις όλην την Mεγαλόπολιν του Kωνσταντίνου. Έφθασε δε και εις τας ακοάς τόσον του τότε βασιλέως, όσον και του Πατριάρχου. Όθεν αυτοί εκάλεσαν τον διασωθέντα εκείνον Xριστιανόν επί Συνόδου. Όστις παρασταθείς έμπροσθεν πάντων, εδιηγήθη παρρησία, πώς, και με τι τρόπον, και πότε ηκολούθησεν εις αυτόν το τοιούτον φρικτόν και εξαίσιον τερατούργημα. Tο οποίον ακούσαντες όλοι, εβόησαν. «Mέγας εί Kύριε, και θαυμαστά τα έργα σου, και ουδείς λόγος εξαρκέσει προς ύμνον των θαυμασίων σου!» Όθεν διαλαλήσαντες πανταχού, εσυνάχθησαν οι Xριστιανοί εις τον Nαόν του Aγίου Nικολάου, και εποίησαν λιτανείαν και αγρυπνίαν, δοξάζοντες μεν και ευλογούντες τον Θεόν, απονέμοντες δε και την ευχαριστίαν εις τον τούτου πιστόν θεράποντα Nικόλαον.




ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΠΡΟΣΤΑΤΗΣ ΤΩΝ ΑΔΥΝΑΤΩΝ


Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΧΑΣΤΟΥΚΙ ΣΤΟΝ ΑΡΕΙΟ


ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ: Ο ΓΝΗΣΙΟΣ ΕΚΦΡΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΙΔΕΩΔΟΥΣ


ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΤΗΝ ΑΣΕΒΗ ΖΩΗ


ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΣ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ


ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ: ΑΓΡΥΠΝΟΣ ΠΟΙΜΕΝΑΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ!


Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΥΡΩΝ ΤΗΣ ΛΥΚΙΑΣ


Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΣΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ ΣΕ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ ΕΤΕΙ 1965


ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ''Ο ΓΑΛΗΝΕΜΕΝΟΣ ΟΡΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ''


ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΥΡΩΝ ΤΗΣ ΛΥΚΙΑΣ ΤΟΥ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΟΥ


Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΣΕ ΣΥΝΔΙΑΣΜΟ ΜΕ ΔΥΟ ΙΣΤΟΡΙΕΣ


ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΓΑΡΔΙΚΙΟΥ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΔΕΣΙΜΟ ΤΟΥ ΣΑΤΑΝΑ


ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΥΡΩΝ ΤΗΣ ΛΥΚΙΑΣ


Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΥΡΩΝ ΤΗΣ ΛΥΚΙΑΣ

 



Ο Άγιος Νικόλαος είναι από τους πιο γνωστούς αγίους της χριστιανοσύνης. Το όνομά του βρίσκεται στο στόμα αναρίθμητων πιστών που ζητούν τη βοήθειά του. Το όνομά του το φέρουν εκατομμύρια Χριστιανοί και πολλοί είναι οι Ναοί που είναι αφιερωμένοι σ' αυτόν. Είναι μετά την Παναγία και τον Άγιο Γεώργιο, ο περισσότερο γνωστός σε όλο τον Ορθόδοξο κόσμο. Σ΄ όλη δε την Κύπρο υπάρχουν ενενήντα (90) και πλέον Ναοί αφιερωμένοι στο μεγάλο αυτό Ιεράρχη. Είναι αυτός που προστατεύει τους θαλασσινούς και όλους εκείνους που συναντούν τρικυμίες στη ζωή τους. Γι' αυτό έχουν κτιστεί πολλές Εκκλησίες προς τιμή του. Όλη του η ζωή ήταν μια θαυμαστή ενσάρκωση της αγάπης και της φιλανθρωπίας.


Το φωτεινό του παράδειγμα ας προσπαθήσουμε να το μιμηθούμε. Ό Άγιος Νικόλαος γεννήθηκε στα Πάταρα της Λυκίας της Μικράς Ασίας γύρω στα 230 με 250 μ.Χ. Πότε ακριβώς γεννήθηκε δεν είναι γνωστό. Πάντως κατά το έτος 300 μ.Χ. την εποχή των ασεβών αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού ήταν Αρχιερέας των Μυραίων. Έζησε δε και μέχρι τα χρόνια του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Οι γονείς του ήταν ευσεβείς χριστιανοί και η οικονομική τους κατάσταση ήταν πολύ καλή. Γι' αυτό οι φωτισμένοι γονείς του, μόρφωσαν πρώτα την απαλή ψυχή του παιδιού τους με τη θρησκεία του Χριστού μας και ύστερα τον έστειλαν στο σχολείο για να μάθει γράμματα. Από μικρός ο Άγιος Νικόλαος έδειχνε την αφοσίωσή του και την αγάπη του στο Θεό, περνώντας την ημέρα του με προσευχές και νήστευε την Τετάρτη και την Παρασκευή. Ακόμα και όταν ήταν βρέφος σύμφωνα με μια παράδοση δεν ήθελε να θηλάσει Τετάρτη και Παρασκευή, παραμόνο μετά τη δύση του ηλίου.


Όταν μεγάλωσε μισούσε τις απρεπείς και τις κακές συνομιλίες και συναναστροφές των νέων. Αγαπούσε να πηγαίνει τακτικά στην Εκκλησία και να συναναστρέφεται με ήσυχους, ήρεμους και καλούς ανθρώπους. Άκουε τις συμβουλές των μεγαλύτερων του και προσπαθούσε να τις εφαρμόζει, όπου ήταν αναγκαίες. Έμεινε ορφανός στο άνθος της ηλικίας του και απροστάτευτος μέσα στους πολλούς κινδύνους του ειδωλολατρικού περιβάλλοντός του. Εδώ είναι η πρώτη του νίκη. Τίποτε δεν τον παρασύρει. Την περιουσία του τη χρησιμοποιεί για έργα αγάπης και φιλανθρωπίας. Τον θαυμάζουν οι Χριστιανοί για τη σταθερότητά του και προσεύχονται στο Θεό να τον αξιώσει να υπηρετήσει την Εκκλησία. Εκείνο τον καιρό Αρχιεπίσκοπος της Λυκίας ήταν ο θείος του. Αφού εκτίμησε τις αρετές και τη μεγάλη του πίστη τον κάλεσε στην υπηρεσία του Κυρίου και τον χειροτόνησε ιερέα της Επισκοπής.


Όταν έγινε ιερέας μοίρασε όλη την περιουσία του, που του άφησαν οι γονείς του, στους φτωχούς. Έντυσε γυμνούς και δυστυχισμένους. Δεν σπατάλησε την περιουσία στις διασκεδάσεις, ούτε στα πολυτελή ενδύματα, όπως κάνουν πολλοί νέοι της σημερινής εποχής, γιατί άκουε τον Προφητάνακτα Δαβίδ, ο οποίος οποίος λέγει. "Πλούτος εάν ρέει, μη προστίθεσθε καρδίαν" (ψαλμός ξα΄ΙΙ). Έτσι έκανε και ο Άγιος. Δεν έδωσε προσοχή στον ρέοντα και φθαρτό πλούτο, αλλά σκόρπισε αυτό, όπως έπρεπε, για να κερδίσει άφθαρτο και αιώνια ζωή. Η απλοχεριά του έσωσε πολλούς χριστιανούς από τον κατήφορο της αμαρτίας. Ο 'Αγιος Νικόλαος ήταν άνθρωπος των έργων και όχι των λόγων.


Οι μέρες του Αγίου περνούσαν με νηστεία, προσευχή και πολλές ελεημοσύνες. Άγρυπνα γονάτιζε και παρακαλούσε τον Χριστό να του δίνει δύναμη, υπομονή και θάρρος για να μη λυγίσει στους πειρασμούς του σατανά. Από τις πολλές ελεημοσύνες που έκαμε ο Άγιος ακούστε μια θαυμαστή και παράδοξη. Τον καιρό εκείνο ζούσε ένας πολύ πλούσιος άνθρωπος, ο οποίος είχε τρείς πολύ όμορφες θυγατέρες. Από φθόνο των εχθρών του ο πλούσιος έχασε όλη του την περιουσία και έφτασε σε μεγάλη φτώχεια. Βρέθηκε σε τέτοια θλιβερή και δύσκολη κατάσταση που δεν μπορούσε να ζήσει μαζί με τις τρείς του θυγατέρες.


Αποφάσισε να βάλει τις θυγατέρες του σε πορνείο, για να έχουν κάποιο εισόδημα και να μπορούν να ζήσουν. Ο δε Πανάγαθος Θεός, ο γινώσκων τα κρύφια των καρδιών, θέλησε να ελευθερώσει τις τρείς εκείνες ψυχές από την κόλαση και την αμαρτία. Κατά την ίδια εκείνη μέρα, κατά την οποία φανέρωσε ο πατέρας των κοριτσιών τη βούλησή του, το έμαθε και ο Άγιος Νικόλαος. Αμέσως έβαλε σε ένα μανδύλι τριακόσια φλωριά, πήγε κρυφά και το έριξε στο σπίτι του πτωχεύσαντος πλουσίου από μια θυρίδα και έφυγε αμέσως χωρίς να γίνει αντιληπτός. Δεν ήθελε να φανερωθεί σε κανένα, γιατί απέφευγε τον έπαινο των ανθρώπων και μόνον επιθυμούσε να αρέσει στο Θεό. Άκουε το Ιερό Ευαγγέλιο που έλεγε. "Σου δε ποιούντος ελεημοσύνην, μη γνώτω η αριστερά σου τι ποιεί η δεξιά σου" (Ματθ. ΣΤ. Στίχ. 3) δηλαδή όταν κάμνεις την ελεημοσύνη, να μη το γνωρίζει κανένας.


Ο πατέρας των τριών κοριτσιών ξύπνησε το πρωϊ και είδε στο σπίτι ένα μανδήλι δεμένο και το άνοιξε αμέσως. Μόλις είδε τόσα πολλά φλωριά έμεινε εκστατικός και έτριβε τα μάτια του από χαρά, μη πιστεύοντας το γεγονός.


Μέτρησε αμέσως τα φλωριά και τα βρήκε ακριβώς τριακόσια. Μεγάλη περιουσία είχε στα χέρια του, γι΄αυτό ήταν πολύ ενθουσιασμένος και χαρούμενος, αλλά ήθελε να μάθει ποίος έκαμε αυτή την καλή πράξη. Αφού δεν γνώριζε τον ευεργέτη του ευχαριστούσε και δοξολογούσε συνέχεια τον Θεό. 


Αμέσως φρόντισε και ενύμφευσε την μεγαλύτερη του θυγατέρα με κάποιο πλούσιο της πόλης εκείνης και της έδωσε και τα τρακόσια φλωριά σαν προίκα. Ήλπιζε δε ότι εκείνος που τον βοήθησε θα φρόντιζε να τον βοηθήσει για την προίκα και των άλλων δυο κοριτσιών.


Αφού ο Άγιος Νικόλαος είδε ότι ο πατέρας χρησιμοποίησε τα χρήματα για καλό σκοπό, αμέσως τη δεύτερη νύκτα δένει σε άλλο μανδήλι άλλα τριακόσια φλωριά και το βράδυ πήγε και τα έριξε πάλι από τη θυρίδα. Όταν ξύπνησε το πρωϊ ο πατέρας των κοριτσιών, βλέπει ένα άλλο μανδήλι με άλλα τριακόσια φλωριά. Θαύμασε για το γεγονός και παρακαλούσε τον Θεό να του φανερώσει τον άνθρωπο που του έκαμε αυτό το μεγάλο καλό και σώθηκαν τα κορίτσια του από την αμαρτία. Ήθελε να του φανερώσει τον ευεργέτη του που με την ελεημοσύνη του άρπαξε από τα χέρια του διαβόλου τις τρείς θυγατέρες του και τις έσωσε. Έτσι ενύμφευσε και τη δεύτερή του θυγατέρα δίνοντάς της σαν προίκα τα τριακόσια φλωριά, ελπίζοντας στον Θεό, ότι ο ευεργέτης θα βοηθήσει και την τρίτη του θυγατέρα.


Την τρίτη φορά όμως ήταν πολύ προσεχτικός και ήθελε να τρέξει και να δει τον ευεργέτη του. Ο δε Άγιος Νικόλαος βλέποντας ότι ενύμφευσε και τη δεύτερή του θυγατέρα αποφάσισε να τελειώσει το καλό. Οπότε έδεσε πάλι σε άλλο μανδήλι άλλα τρακόσια φλωριά και πήγε να τα ρίξει κρυφά τη νύχτα από τη θυρίδα. Μόλις τα έριξε ο Άγιος, ο πατέρας των κοριτσιών ήταν ξύπνιος δεν κοιμήθηκε, άνοιξε την πόρτα, έτρεξε και είδε κάποιο να φεύγει τρέχοντας. Ύστερα για λίγη ώρα έτρεχε ο ένας τον άλλο. Ο πατέρας των κοριτσιών τον έφτασε και είδε ότι ήταν ο Άγιος Νικόλαος, ο πασίγνωστος και δημοφιλέστατος άγιος, ο μεγάλος ευεργέτης των φτωχών και των δυστυχισμένων. Αμέσως έπεσε στα πόδια του και με δάκρυα στα μάτια του έλεγε. "Σε ευχαριστώ, δούλε του Θεού, που με λυπήθηκες εμένα τον ταλαίπωρο και άθλιο και μου έκαμες τέτοια μεγάλη ελεημοσύνη. Ευτυχώς που με πρόλαβες γιατί διαφορετικά θα χανόμουν ψυχικά και σωματικά". Όταν είδε ο Άγιος Νικόλαος ότι φανερώθηκε η αρετή του, είπε σ΄αυτόν. "Δεν θέλω να πεις σε κανένα τίποτε, ενόσω ζω, για την καλοσύνη που σου έκανα".


Την επόμενη μέρα ο πατέρας νύμφευσε και την Τρίτη θυγατέρα του και πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του ειρηνικά και δοξάζοντας το όνομα του Θεού. Ύστερα από καιρό θέλησε να πάει στα Ιεροσόλυμα, να δει τους Αγίους Τόπους εκεί που μαρτύρησε ο Θεάνθρωπος. Έτσι μπήκε σ΄ ένα πλοίο μαζί με άλλους χριστιανούς για να πάει στην Παλαιστίνη. Αφού προσκύνησε τον Άγιο Τάφο του Κυρίου, τον Γολγοθά, τον Τίμιο Σταυρό και είδε όλα τα μέρη που δίδαξε και μαρτύρησε ο Χριστός θέλησε να μείνει εκεί να ησυχάσει. Άγγελος Κυρίου τον διέταξε τη νύχτα να επιστρέψει στην πατρίδα του.


Την άλλη μέρα ο Άγιος πιστός στην προσταγή του Αγγέλου κατέβηκε στο λιμάνι και ρωτούσε αν κανένα πλοίο θα ξεκινούσε για τα Πάταρα. Κανένα όμως πλοίο δεν ξεκινούσε. Τότε μερικοί ναύτες του είπαν. "Όπου βρούμε ναύλο, εκεί θα πάμε". Αμέσως ο Άγιος τους είπε. "Να σας δώσω το ναύλο και να με πάρετε στα Πάταρα της Λυκίας". Ο πλοίαρχος και οι ναύτες βλέποντας ότι ο άνεμος ήταν ούριος ύψωσαν τα πανιά και αναχώρησαν. Θέλοντας να περάσουν πρώτα από την πατρίδα τους έστρεψαν το πλοίο προς την κατεύθυνση της, αλλά ο Θεός για να μην λυπήσει τον Άγιο, σήκωσε μεγάλη τρικυμία, ώστε έσπασε το πηδάλιο-τιμόνι του πλοίου και οι ναύτες απελπισθέντες ανέμεναν το θάνατο. Ο Άγιος όμως διά της προσευχής του καταπράϋνε τη θάλασσα. Ο πλοίαρχος μαζί με τους ναύτες του είδαν ότι έφθασαν στα Πάταρα και αφού έπεσαν στα πόδια του Αγίου του ζητούσαν συγχώρεση. Ο Άγιος τους φανέρωσε τη σκέψη τους και τους συμβούλευσε να μην επαναλάβουν τέτοιο πράγμα στη ζωή τους, τους ευχήθηκε και τους κατευόδωσε.


Επιτέλους ύστερα από μια μεγάλη θαλασσοταραχή ο Άγιος επέστρεψε από τα Ιεροσόλυμα στα Πάταρα. Ο κόσμος του επεφύλαξε μεγάλη υποδοχή, γιατί τον αγαπούσε πάρα πολύ. Νέοι και γέροντες, άνδρες και γυναίκες, ακόμα και οι Μοναχοί του Μοναστηριού στο οποίο τον είχε αφήσει ο θείος του επίτροπο, όλοι εξήλθαν να τον καλωσορίσουν και να τον υποδεχτούν. Κοντά στα Πάταρα, σε απόσταση τεσσάρων χιλιομέτρων, ήταν μια μικρή πόλη που την έλεγαν Μύρα. Η πόλη Μύρα είναι στην Μικρά Ασία, αργότερα έγινε πρωτεύουσα της Λυκίας. Σήμερα τη λένε Ντεμπρέ. Εκεί πέθανε ο Μητροπολίτης της πόλης και ήθελαν να βρουν κάποιο άξιο για να τον αντικαταστήσει.


Τότε μαζεύτηκαν οι Επίσκοποι και οι κληρικοί της επαρχίας των Μύρων για να εκλέξουν Αρχιερέα. Εκεί που συνεδρίαζαν, σηκώθηκε ένας από τους επισκόπους και είπε στους άλλους, να παρακαλέσουν τον Θεό να τους φωτίσει, για να κάνουν καλή επιλογή. Τη νύκτα, όλοι οι επίσκοποι είδαν τον ύπνο τους ένα άγγελο, που τους είπε να πάνε το πρωϊ στην Εκκλησία και όποιος μπει πρώτος μέσα, αυτόν να κάμουν επίσκοπο. Πράγματι έτσι έγινε. Ο πρώτος που μπήκε στο Ναό ήταν ο Νικόλαος. Έτσι χειροτονήθηκε ο Νικόλαος Αρχιεπίσκοπος Μύρων. Η φιλανθρωπική του δράση μεγάλωσε πολύ όταν έγινε Αρχιερέας. Ίδρυσε φτωχοκομείο, ξενώνα, νοσοκομείο και άλλα ιδρύματα.


Την εποχή εκείνη, γύρω στο 300μ.Χ., ο Αυτοκράτορας της Ρώμης Διοκλητιανός (230-313 μ.Χ.) πίστευε πως η αρχαία θρησκεία ήταν απαραίτητη για την ενότητα του κράτους, γι΄αυτό καταδίωξε σκληρά τους χριστιανούς. Ευτυχώς παραιτήθηκε από την εξουσία του το 305 και έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του με μεγάλη απλότητα στα κτήματα του στη Δαλματία. Επίσης ένας άλλος Ρωμαίος αυτοκράτορας ο Μαξιμιανός (245-310μ.Χ) έκανε μεγάλο διωγμό εναντίον των χριστιανών. Αυτός είχε στην κυριαρχία του την Ισπανία, την Αφρική και την Ιταλία με έδρα το Μεδιόλανο, το σημερινό Μιλάνο. Ο Διοκλητιανός και ο Μάξιμος έστειλαν αγγελιαφόρους σ' όλους τους επάρχους και τους διέταξαν να τιμωρούν τους εχθρούς των αρχαίων Θεών, τους χριστιανούς, αν όμως αρνηθούν το Χριστό, τότε να τους τιμούν. Πολλοί χριστιανοί από το φόβο των σκληρών βασανιστηρίων προσκύνησαν τα είδωλα και πήραν λεφτά, κτήματα ή και κάτι άλλο.


Άλλοι πάλι ομολόγησαν ότι είναι χριστιανοί και πέθαναν με φρικτά βασανιστήρια. Σ΄ αυτό τον διωγμό, ο έπαρχος της Λυκίας, έπιασε πολλούς χριστιανούς και μαζί μ' αυτούς και τον Άγιο Νικόλαο, τους έδιωξε από τα Μύρα και τους έριξε στη φυλακή για έξι ολόκληρα χρόνια Ο Άγιος Νικόλαος ακόμα και μέσα στη φυλακή δίδασκε τους χριστιανούς και τους ενθάρρυνε. Από τους πολλούς ραβδισμούς που του έδωσαν, το σώμα του έγινε κατάμαυρο και έτρεχε αίμα από τις πολλές πληγές του. Δεμένος με βαριές αλυσίδες τον έριξαν στη φυλακή για να συνεχίσει τα μαρτύριά του, είδε τότε με τα μάτια του το Χριστό, να του γιατρεύει τις πληγές, να τον ενθαρρύνει και να τον πλημμυρίζει με ανέκφραστη αγαλλίαση. Και να πως. Κόντευε να ξημερώσει. Ο Άγιος φορτωμένος με αλυσίδες, διάβαζε την ορθινή προσευχή του. Ευχαριστούσε τον Πανάγαθο που τον αξίωνε να φέρει τα "στίγματα του Κυρίου" στο σώμα του, σαν τον Παύλο. Η χαρά του κορυφώθηκε, όταν σε λίγο άκουσε μέσα στη σκοτεινιά της φυλακής του αγγελικές φωνές να ψάλλουν μαζί του και μυρίστηκε την ευωδία ουράνιου μοσχολίβανου.


Μόλις πρόβαλε η αυγή, οι πρώτες ακτίνες του ήλιου απλώνονταν στη γη, όταν έξω ακούστηκαν πολλές φωνές, σωστός αλαλαγμός. Σείεται η φυλακή και άγριοι κτύποι συνταράζουν τη σιδερένια πόρτα της ζητώντας να την εκβιάσουν. Ο Άγιος σκέπτεται. "Φαίνεται ότι ήρθε η ευλογημένη ώρα! Ή ήλθαν για να συνεχίσουν πιο άγρια τα μαρτύρια! Ενίσχησέ με Κύριε, να τ' αντικρύσω με το ίδιο χαμόγελο και δέξε το πνεύμα μου στους κόλπους σου!". Δεν πρόφτασε να τελειώσει τη σκέψη του και η σιδερένια πόρτα κλονίζεται, υποχωρεί, ανοίγει διάπλατα, τρελός από χαρά ο δεσμοφύλακας ορμά μέσα, αρπάζει τον Άγιο στα χέρια του κλαίοντας και προσκυνώντας τα δεσμά του, που δέχτηκε για την αγάπη του Χριστού, τον βγάζει έξω απ' την φυλακή και τον φέρνει θριαμβευτικά στη Μητρόπολή του. Οι θερμές προσευχές του λαού για τον ποιμενάρχη τους εισακούστηκαν. Όταν ο Διοκλητιανός και ο Μαξιμιανός πέθαναν ανέβηκε στο θρόνο ο Κωνσταντίνος, ο γιΟς του Κωνσταντίνου του Χλωρού και της Αγίας Ελένης, ο οποίος ονομάστηκε μετά Μέγας Κωνσταντίνος, από τα μεγάλα έργα που έκανε και τον τρόπο που αναδιοργάνωσε την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.


Ο Κωνσταντίνος διέταξε όλους τους επάρχους, να λευτερώσουν όλους τους χριστιανούς από τις φυλακές και να γκρεμίσουν τους βωμούς των ειδωλολατρών. Ποιός μπορεί να περιγράψει τι έγινε τότε; Η γλώσσα του ανθρώπου είναι αδύνατη να εκφράσει τα συναισθήματα που πλημμύριζαν το λαό και η πέννα ακόμα πιο πολύ αδύνατη να παραστήσει το παραλήρημα, που κατέλαβε τους χριστιανούς. Ο Άγιος Νικόλαος αδύνατος στο σώμα από τα πολλά βάσανα, ακμαίος όμως στη ψυχή, συνεχίζει τα υψηλά του καθήκοντα. Πέρασε πια η τρυκυμία και ήρθε η γαλήνη. Ο Άγιος είναι πάλι στο θρόνο του ελεύθερος να φωτίζει το δρόμο των χριστιανών του, ελεύθερος να σπογγίσει τα δάκρυά τους, να λατρεύει τον Θεό, ν' ανυψώνει το ποίμνιό του στα ύψη του ιερού και μεγάλου προορισμού του. Δεν φοβάται πια τους εχθρούς της πίστης.


Στα άγιά του χέρια ο Πανάγαθος εμπιστεύτηκε θεϊκή δύναμη κι' εκείνος τη χρησιμοποιούσε με αγαθότητα, με πραότητα, μα και με ορμή συνταρακτική, όταν αντίκρυζε τους αγώνες εναντίον του Σατανά και των οργάνων του. Έτσι πέρασε όλη του η ζωή. Έφτασε παντού, κι' όταν δεν μπορούσε να φτάσει με τα άθλια μέσα της συγκοινωνίας της εποχής εκείνης, έφτανε με το πνεύμα του. Παρηγορούσε τους πονεμένους και συμβούλευε τους πλανημένους, ενίσχυε τους φτωχούς. Φρόντιζε ιδιαίτερα για τα νιάτα. Ήταν ένας φωτεινός οδηγός, που με τα λόγια του και το παράδειγμα του φώτιζε, καθοδηγούσε, ενέπνεε. Τις ελεημοσύνες, τις αγρυπνίες και τις νηστείες του μόνο ο Θεός τις ξέρει. Απέφευγε τον έπαινο των ανθρώπων και ζητούσε μόνο τη δόξα του Θεού. Αλλ' όσο κρυβόταν ο Άγιος, τόσο ο Πανάγαθος τον τιμούσε, γιατί ο Άγιος τιμούσε με τα έργα του τον Θεό.


Δεν πέρασε πολύς καιρός και στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου παρουσιάστηκε πάλι ο σατανάς, με μορφή ανθρώπου, κι' αυτός ήταν ο Άρειος. Ο Άρειος ήταν διάκος και αρκετά μορφωμένος. Έλεγε ότι ο Χριστός δεν είναι Θεός, αλλά τον έφτιαξε ο Θεός, δηλαδή ήταν δημιούργημα του Θεού. Ο Αρχιερέας Αλεξανδρείας Πέτρος, τον έδιωξε από την Επισκοπή. Ο Άρειος κατόρθωσε να πάρει με το μέρος του τον Μητροπολίτη Νικομήδειας και πολλούς άλλους αρχιερείς. Τότε ο Μέγας Κωνσταντίνος για να σταματήσει η σύγχυση μέσα στη χριστιανοσύνη, έδωσε εντολή, να μαζευτούν όλοι οι Μητροπολίτες και οι κληρικοί στην πόλη Νίκαια της Βιθυνίας το 325μ.Χ., και να βρουν τη λύση, να λάμψει η αλήθεια. Στην Α΄αυτή Οικουμενική Σύνοδο, πήραν μέρος 318 Πατέρες και ο ίδιος ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος.


Μεταξύ αυτών ήταν και ο Άγιος Σπυρίδωνας, ο Μέγας Αθανάσιος και άλλοι. Όταν σε κάποια στιγμή ο 'Αρειος έφερε σε αδιέξοδο τους Αγίους Πατέρες, ο Άγιος Σπυρίδωνας έκανε το θαύμα με το κεραμίδι. Δηλαδή έβαλε ένα κομμάτι κεραμίδι στη χούφτα του, το έσφιξε και αυτό χωρίστηκε στα τρία: σε χώμα, νερό και φωτιά. Με αυτό τον θαύμα απέδειξε τον Τριαδικό Θεό (Πατέρας - Υιός - Άγιο Πνεύμα). Ο Άρειος όμως λόγω του εγωισμού του δεν πείστηκε και με την ρητορική του ικανότητα, γιατί ήταν πολύ μορφωμένος και μιλούσε με θάρρος και παρρησία, είπε ότι το θαύμα αυτό είναι δαιμονικό. Τότε, ο Άγιος Νικόλαος αγανακτισμένος, δεν κρατήθηκε, σηκώθηκε από τη θέση του και έδωσε ένα δυνατό χαστούκι στον Άρειο. -Βασιλιά, είπε ο Άρειος, είναι σωστό μπροστά σου, ένας από τους Πατέρες να με χτυπήσει; Αν είναι αμαθής, ας μη μιλάει, όπως κάνουν και οι άλλοι, αν πάλι ξέρει, ας πει τη γνώμη του. -Σωστά μιλάς, Άρειε, του λέει ο Βασιλιάς. Ο Νικόλαος θα φυλακιστεί μέχρι να τελειώσει η Σύνοδος.


Φυλακίστηκε γιατί δεν επιτρεπόταν κανείς να κτυπήσει κάποιο, μπροστά στα μάτια του Αυτοκράτορα και η ποινή ήταν ο θάνατος. Ο Αυτοκράτορας αμέσως έδωσε εντολή να πιάσουν τον επίσκοπο Πατάρων Νικόλαο. Τον έδεσαν και τον έβαλαν φυλακή, γιατί τον σεβόταν και δεν ήθελε τον θάνατό του. Την νύκτα παρουσιάστηκε μέσα σε άσπρο σύννεφο ο Χριστός και η Παναγία και τον ρώτησαν γιατί τον έβαλαν φυλακή. -Για τη δικιά σας αγάπη και πίστη μου απάντησε ο Νικόλαος. Τότε ο Χριστός τον ελευθέρωσε από τα δεσμά και του έδωσε ένα Ευαγγέλιο και η Παναγία μας το ωμοφόριο του Αρχιερέα. Από τότε καθιερώθηκε όλοι οι Αρχιερείς να φορούν ωμοφόριο. Την άλλη μέρα όταν του πήγαν φαγητό και νερό στη φυλακή, τον είδαν να διαβάζει το Ευαγγέλιο και τους είπε την οπτασία που είδε και τι του συνέβηκε. Όλοι δόξασαν τον Θεό. Η Σύνοδος, καταδίκασε τον Άρειο σαν αιρετικό κι οι Πατέρες γύρισαν στις επαρχίες τους. Έτσι ο Άγιος Νικόλαος επέστρεψε στα Μύρα.


Σε ηλικία 100 χρόνων περίπου, αρρώστησε και σε λίγο κοιμήθηκε περί το έτος 333μ.Χ. για να πάει να βρει τον Κύριο που τόσο πολύ αγάπησε. Προτού πεθάνει, την ώρα που προσευχόταν, σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό και είδε αγγέλους που έρχονταν, για να παραλάβουν την αγιασμένη ψυχή του. Το ιερό λείψανό του τάφηκε στην αυλή της Επισκοπής Λυκίας. Ύστερα από πολλά χρόνια, στην πρώτη Σταυροφορία των Φράγκων κι' όταν ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου ήταν ο Αλέξιος ο Α΄, το μετέφερε στο Μπάρι της Ιταλίας. Η μνήμη αυτή της μεταφοράς γιοράζεται στις 20 Μαϊου. Η εκκλησία μας τιμά τη μνήμη του Αγίου στις 6 Δεκεμβρίου, ημέρα που πέθανε, και τον κατέταξε μεταξύ των μεγαλυτέρων και επισημοτέρων Αγίων. Η Πέμπτη μέρα της εβδομάδας είναι αφιερωμένη σ΄αυτόν. Επίσης χαρακτηρίζει τον Άγιο και ως ισαπόστολο, για το μεγάλο του έργο.


Θεωρείται και σαν ένας από τους μεγάλους προστάτες του Ελληνικού Έθνους, γιατί ο μεγάλος αυτός ιεράρχης, με τα άπειρα θαύματά του, αναδείχθηκε ο προστάτης άγιος των θαλασσινών και των ναυτιλομένων. Επειδή η Ελλάδα είναι κατ' εξοχήν ναυτική χώρα, τόσο στο Εμπορικό, όσο και στο Πολεμικό Ναυτικό γιορτάζει πανηγυρικά τον Άγιο, και στους Ναυστάθμους, και όπου υπάρχει ναυτική μονάδα, τελούνται λειτουργίες και δοξολογίες στη μνήμη του. Τον Άγιο Νικόλαο δεν τον τιμούν μόνο οι άνθρωποι της θάλασσας, αλλά και το σύνολο του Ορθόδοξου Χριστιανικού κόσμου. *Εκ του ιστοτόπου «agiosnikolaos-eretrias.gr». Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου 2025

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ''Ο ΓΑΛΗΝΕΜΕΝΟΣ ΟΡΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΣΩΤΗΡΙΑΣ''





Ο άγιος Νικόλαος, η ήμερη πρεσβυτική μορφή μέσα στη χορεία των αγίων Ιεραρχών της Εκκλησίας, είναι ο τύπος και ο κανόνας της ιερατικής ταπεινοφροσύνης και πραότητας. «Εικόνα πραότητος» τον ονομάζει η Εκκλησία, γιατί πρώτος καρπός της ταπεινοφροσύνης είναι η πραότητα.


Ο άγιος Νικόλαος είναι ο λειτουργός της Εκκλησίας, που με την ταπεινοφροσύνη και την πραότητά του, με το φρόνημα της στερήσεως μάλλον και της εκούσιας φτώχειας, έφτασε στην πνευματική πληρότητα και απόκτησε τον ουρανό. Κανόνας και πρότυπο είναι ο άγιος Ιεράρχης, καθώς το ψάλλει η Εκκλησία στο γνωστό σε όλους τροπάριο. «Κανόνα πίστεως και εικόνα πραότητος εγκρατείας διδάσκαλον ανέδειξέ σε τη ποίμνη σου η των πραγμάτων αλήθεια· διά τούτο εκτήσω τη ταπεινώσει τα υψηλά τη πτωχεία τα πλούσια…».


Η υμνολογία κάθε εορτής είναι πάντα η καλύτερη γλώσσα, με την οποία η Εκκλησία εκφράζει το φρόνημά της απέναντι στα πρόσωπα και τα γεγονότα της πίστεως. Γιατί η Ορθόδοξη Εκκλησία πρόσωπα και γεγονότα πάντα εορτάζει· τα πρόσωπα του Ιησού Χριστού και όλων των αγίων και τα γεγονότα της θείας οικονομίας, όσα έπραξε ο Λόγος του Θεού κατά το διάστημα της ενσάρκου επιδημίας του εδώ στη γη.


Και η υμνολογία λοιπόν της σημερινής εορτής κατά τον καλύτερο τρόπο και πολύ παραστατικά εκφράζει την τιμή και τα ιερά αισθήματα της Εκκλησίας προς τον άγιο Νικόλαο. Και πρέπει να προλάβουμε να πούμε πως τα εγκώμια προς τον άγιο δεν είναι απλώς ποιητικές εκφράσεις και δεν είναι καν εγκώμια, αλλά ιστορία πραγματικών γεγονότων, «η των πραγμάτων αλήθεια» από τη ζωή και την επισκοπική διακονία του αγίου Νικολάου, κι όταν ήταν εδώ στη γη κι όταν έφυγε στους ουρανούς και τελεί τώρα τη θεία Λειτουργία στο ουράνιο θυσιαστήριο.


Οι άγιοι είναι οι φίλοι του Θεού και οι ευεργέτες των ανθρώπων και στη ζωή εδώ και «μετά θάνα¬τον», όταν οι μάρτυρες με το αίμα τους και οι ιεράρχες με την ιερωσύνη τους και όλοι με την αγιωσύνη τους πρεσβεύουν για μας στο Θεό. Έτσι η Εκκλησία είναι Εκκλησία αγγέλων και ανθρώπων, ανθρώπων των «εν ουρανοίς απογεγραμμένων» και των «επί γης περιλειπομένων».


Ανεξάντλητη είναι η έμπνευση των ιερών υμνογράφων, παίρνοντας αφορμή από την αγιωσύνη και το ιερατικό του έργο, για να υμνήσει τον άγιο Νικόλαο. Είναι εκείνος που, «πανταχού καλούμενος», προφταίνει να δείξει σε όλους την ευεργετική του προστασία. Είναι ο «μέγας αντιλήπτωρ και θερμός τοις εν κινδύνοις τελούσιν…», σε κείνους που κινδυνεύουν είτε στη στεριά είτε στη θάλασσα, «τοις εν γη και τοις πλέουσι».


Στην εορτή του σήμερα η Εκκλησία εγκωμιάζει «της ευσέβειας τον πύργον των πιστών τον πρόμαχον», και ο ιερός υμνογράφος βάζει στο στόμα των πιστών αυτά τα λόγια και τους χαρακτηρισμούς για τον άγιο ιεράρχη, που ιδιαίτερα είναι προστάτης των θαλασσινών «όρμος ο γαληνότατος εν ω καταφεύγοντες οι τρικυμίαις του βίου περιστατούμενοι σώζονται…».


Οι τρικυμίες δεν είναι μόνο στη θάλασσα, αλλά όλος ο βίος των ανθρώπων είναι τρικυμισμένο πέλαγος, που για να το διαπλεύσουν χρειάζονται πλοηγό, που θα τους οδηγήσει να φτάσουν στο γαληνεμένο όρμο και το λιμάνι της σωτηρίας. Και ο άγιος Νικόλαος, όπως τον βλέπει στη συνείδησή της και τον εγκωμιάζει η Εκκλησία, είναι ο μέγας και θερμός προστάτης και βοηθός εκείνων που κινδυνεύουν και στη γη και στη θάλασσα· «μέγας αντιλήπτωρ και θερμός τοις εν τοις κινδύνοις τελούσι… τοις εν γη και τοις πλέουσιν».


Αλλά ακόμα πιο πολύ, στο ιερό πρόσωπο του αγίου Νικολάου, η Εκκλησία εγκωμιάζει τον ιερέα και το λειτουργό των θείων μυστηρίων, τον καλό ποιμένα και τον Ιεράρχη, «της ευσέβειας τον πύργο των πιστών τον πρόμαχον». Γιατί ο επίσκοπος των Μύρων της Λυκίας, μέσα σε όλη του την ταπεινοφροσύνη και την πραότητα, υπήρξε ο ισχυρός προστάτης της ορθοδοξίας, καθώς το έδειξε στην πρώτη Οικουμενική Σύνοδο, που με ένα δικό του πρακτικό τρόπο υπεράσπισε την αληθινή πίστη.


Γι’ αυτό η Εκκλησία στο πρόσωπο του υμνεί «Ιεραρχών την καλλονήν και των Πατέρων κλέος», και τον ονομάζει «Ιεραρχών ωραιότατον κλέος και δόξαν». Απευθύνεται προς τον άγιο με βαθειά ευλάβεια και προσευχητική οικειότητα, για να του πει λόγια αληθινής πνευματικής ωραιότητας• «άνθρωπε του Θεού και πιστέ θεράπον και οικονόμε των αυτού μυστηρίων…».


Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το ιδιόμελο της εορτής της Πεντηκοστής «Πάντα χορηγεί το Πνεύμα το Άγιον», ψάλλεται κατά την εκλογή των Επισκόπων, και τονίζεται σ’ αυτό η φράση ότι το Άγιο Πνεύμα «όλον συγκροτεί τον θεσμόν της Εκκλησίας», που ακριβώς είναι θεσμός ιερωσύνης.


Αυτού του Αγίου Πνεύματος ο άγιος Νικόλαος, «ο θείος της θειοτάτης ιερωσύνης κανών», είναι η μυροθήκη, καθώς σε ένα ιδιόμελο ποιητικότατα ψάλλει η Εκκλησία· «Πάτερ Νικόλαε του Παναγίου Πνεύματος μυροθήκη υπάρ¬χων ως έαρ μυρίζεις ευφρόσυνον των θείων αρωμάτων Χριστού». Το όνομα Ιησούς στη θεία Γραφή λέγεται «μύρον εκκενωθέν», το μύρο που χύθηκε σαν από αλαβάστρινο δοχείο και «επλήρωσε τα σύμπαντα ευωδίας», μοσκοβόλησε ο κόσμος.


Το ίδιο, σαν ανοιξιάτικα μυρόπνοα άνθη, άνθη του Παραδείσου, καθώς στην εορτή των αγίων Πατέρων ψάλλει η Εκκλησία, το ίδιο όλοι οι άγιοι, σαν μυροθήκες του Αγίου Πνεύματος, αρωματίζουν τη ζωή του κόσμου. Όχι μόνο με τα λόγια τους, όχι μόνο με τα έργα τους, αλλά και με την αγιασμένη τους μορφή, καθώς σε μια ομιλία του λέει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ότι «των αγίων ουχί τα ρήματα, αλλά και αυτά τα πρόσωπα πνευματικής γέμει χάριτος».


Το αισθανόμαστε και το ζούμε αυτό, όταν βλέπουμε και την εικόνα του αγίου Νικολάου· στα ιερό πρόσωπο του αγίου, έτσι όπως η μορφή του σώζεται στην παράδοση της ορθόδοξης εικονογραφίας, διαλάμπει μια πνευματική χάρη, μια ψυχική γαλήνη και μια εσωτερική ομορφιά, που όλα αυτά είναι καρπός του πνεύματος της ταπεινοφροσύνης και της πραότητας.


Αυτές οι αρετές πρώτες είναι που ανεβάζουν και υψώνουν τους αγίους και τους κάνουν σαν αγγέλους στη γη, ώστε να τους εγκωμιάζει η Εκκλησία και να μην κινδυνεύει να κατηγορηθώ για υπερβολή όταν ψάλλει, καθώς τώρα στον άγιο Νικόλαο «Βροτός υπάρχων ουράνιος ισάγγελος εν γη πεφανέρωσαι».


Αλλά καιρός είναι να συναγάγουμε τα πρακτικά συμπεράσματα από την υμνολογία της εορτής του αγίου Νικολάου και να συγκροτήσουμε την ευαγγελική διδαχή της ταπεινοφροσύνης και της πραότητας, που είναι τα κύρια γνωρίσματα της ιερής προσωπικότητας, που εορτάζει και τιμά σήμερα η Εκκλησία. Δεν είναι λοιπόν ο εξωτερικός θόρυβος και η κοσμική επίδειξη, που επιβάλλουν και καθιερώνουν τον ιερό ποιμένα στη συνείδηση του εκκλησιαστικού ποιμνίου του· δεν είναι η κοινωνική λαμπρότητα και επιβολή, που τον αναδεικνύουν.


Είναι «η των πραγμάτων αλήθεια». Τούτο πάντα το ξεχνάμε και οι εκκλησιαστικοί ποιμένες και ο λαός, γιατί μας ξεγελά η επιφάνεια και δεν προσέχουμε στο βάθος των πραγμάτων. Εκεί στο βάθος είναι η αλήθεια, μα για να τη βρει κανείς και να την αγαπήσει πρέπει να έχει ταπεινό φρόνημα. Να μην τον ξεγελά ό,τι λάμπει κι ό,τι κάνει θόρυβο, κι αλλοίμονο, αν πιστέψουμε και οι ποιμένες και ο λαός πως η ιερατική μας διακονία είναι ζήτημα κοσμικών συνθηκών και προσωπικών μας μόνο ικανοτήτων. Τότε θα μας αφήσει η θεία Χάρη και θα μείνουμε κενοί και άχρηστοι, γιατί ο Θεός «υπερηφάνοις αντιτάσσε¬ται, ταπεινοίς δε δίδωσι χάριν».


Η πρώτη ευαγγελική αρετή είναι η ταπεινοφροσύνη. Όχι το συναίσθημα της μειονεξίας, για το οποίο κάνουν λόγο η σύγχρονη παιδαγωγική και η ψυχολογία. Ούτε πολύ περισσότερο η ταπεινολογία, που είναι υποκρισία και ψεύδος. Αλλά η ταπεινοφροσύνη, που είναι η βαθειά και άγια αρετή στον πιστό άνθρωπο, να θέλει να γνωρίζει καλά τον εαυτό του.


Ένα τέτοιο φρόνημα είναι η βάση και η αρχή της προκοπής· της πνευματικής προκοπής, γιατί αυτό μας ενδιαφέρει πάντα. Κανένας δεν πηγαίνει πιο πάνω στη σκάλα της αγιωσύνης, αν δεν ομολογήσει στον εαυτό του πως είναι χαμηλά, πως του λείπουν ακόμα πολλά, πως δεν είναι εκείνος που έπρεπε και μπορούσε να είναι. Ο Ιησούς Χριστός το είπε επιγραμματικά· «πας ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται»· υψοποιός αρετή είναι η ταπεινοφροσύνη.


Επάνω στην ταπεινοφροσύνη στηρίζεται όλο το οικοδόμημα του χριστιανικού βίου. Γι’ αυτό ο Ιησούς Χριστός άρχισε την «επί του όρους» ομιλία με το μακαρισμό των ταπεινοφρόνων ανθρώπων «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι…». Χαρά σε κείνους που έχουν ταπεινό φρόνημα, μικρή γνώμη για τον εαυτό τους· που δεν βλέπουν τους άλλους ανθρώπους παρακάτω απ’ αυτούς, που δεν έχουν την αξίωση όλος ο κόσμος να τους προσκυνά και να τους υπηρετεί· αντίθετα αισθάνονται χρέος τους αυτοί να διακονήσουν τούς άλλους· «ουκ ήλθον διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι…», είπε ο Ιησούς Χριστός.


Κι όχι μόνο το είπε, αλλά και το έπραξε. Το ίδιο ο μεγάλος Απόστολος το έγραψε με αυτά τα λόγια· «Μηδείς το εαυτού ζητήτω, αλλά το ετέρου έκαστος». Αυτό είναι η ταπεινοφροσύνη σε μια θετική και ευεργετική της έκφραση, συνδυασμένη με την αγάπη· και δεν υπάρχει αμφιβολία πως από τούτο εδώ το σημείο αρχίζει η λύση όλων των προβλημάτων, που απασχολούν πάντα την κοινωνική ζωή των ανθρώπων, και ίσως περισσότερα σήμερα.


Λίγοι κέρδισαν τόση αγάπη και τόση συμπάθεια στις συνειδήσεις των ανθρώπων, όσο ο άγιος Νικόλαος, του οποίου σήμερα η Εκκλησία εορτάζει και τιμά τη μνήμη. Στον άγιο Νικόλαο πραγματοποιήθηκε κατά λέξη ο λόγος του Κυρίου Ιησού Χριστού· «Μακάριοι οι πραείς, ότι αυτοί κληρονομήσουσι την γην». «Πράος και ταπεινός τη καρδία», καθώς ο Ιησούς Χριστός, ο άγιος Νικόλαος είναι γνωστός και τιμάται σε κάθε τόπο. Το όνομά του είναι γνωστό σ’ όλο τον κόσμο, και σχεδόν δεν υπάρχει χριστιανική οικογένεια, που να μην το τιμά σ’ ένα της πρόσωπο.


Η Εκκλησία, καθώς το ακούσαμε, τον ονομάζει «μυροθήκην του Αγίου Πνεύματος», «κανόνα πίστεως» και «εικόνα πραότητος». Η υμνολογία της εορτής του αγίου είναι πλούσια σε πνευματικά άνθη και ιερό ποιητικό λυρισμό, που φανερώνει ακριβώς την ευλάβεια της Εκκλησίας προς τον «κατ’ εξοχήν» οικογενειακό, προστάτη και πατέρα άγιο. «Μνήμη δικαίου μετ’ εγκωμίων», λέει η θεία Γραφή, και πραγματικά η μνήμη του αγίου επισκόπου των Μύρων με πολλά εγκώμια διατηρείται και σώζεται στο πέρασμα του χρόνου μέσα στις συνειδήσεις των χριστιανών.



(+Διονυσίου Λ. Ψαριανού, Μητρ. Σερβίων και Κοζάνης, Ο Λόγος του Θεού, τ. Α΄, εκδ. Αποστ. Διακονία, σ.549-555, αποσπάσματα)



ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΓΝΩΣΕΩΝ ΚΑΙ ΕΥΣΕΒΕΙΑΣ-ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΘΗΣΑΥΡΙΣΜΑΤΑ


Πέμπτη 7 Δεκεμβρίου 2023

ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΜΥΡΩΝ ΤΗΣ ΛΥΚΙΑΣ




Σε ένα χωριό, κοντά στο Vologda, ζούσε ένας καλός Χριστιανός. Πήγαινε τακτικά στην Εκκλησία. Όπου και αν τύχαινε να είναι, ακούγοντας την καμπάνα έπαιρνε τα παιδιά του και πήγαινε, όσο πιο νωρίς μπορούσε. Και συμβούλευε τη γυναίκα του να μην αργεί, να μην αφήνει να την απορροφούν οι δουλειές του σπιτιού.


Έτσι έτυχε μια μέρα και εκείνη βγαίνοντας βιαστική, για να μην αργήσει, ξέχασε να κλείσει την πόρτα του σπιτιού πίσω της. Ήταν η μνήμη του αγίου Νικολάου, και το είχε και δική της φιλοτιμία, να πάει έγκαιρα. Σε λίγο όμως, πέρασε έξω από το σπίτι της ένας κλέφτης. Είδε την πόρτα ανοιχτή. Και μπήκε κι άρχισε να μαζεύει τα τιμαλφή, τα πράγματα με αξία. Και αφού πήρε ό,τι ήθελε, τα έκανε κόμπο, δέμα, τα σήκωσε και ετοιμάστηκε να βγει!


Αλλά δεν πρόφθασε! Είδε ένα όραμα τρομακτικό. Εκείνη τη στιγμή, απ' την πόρτα την οποία είχε φροντίσει και την είχε κλείσει πίσω του, είδε να μπαίνει στο σπίτι ο άγιος Νικόλαος, ντυμένος με ολόκληρη την αρχιερατική του στολή! Και ρίχνοντας ένα βλέμμα άγριο στον κλέπτη, του είπε: – Ώστε έτσι! Οι άνθρωποι που αγαπούν το Θεό, στην Εκκλησία! Και στο σπίτι τους εσύ, για να τους κλέψεις; Αμ δεν θα σου περάσει!


Και με τα λόγια αυτά ο άγιος άστραψε ένα δυνατό χαστούκι στον κλέπτη, που αυτοστιγμεί τυφλώθηκε. Κι ο άγιος εξαφανίστηκε. Ο κλέπτης άρχισε να ψάχνει να βρει την πόρτα να φύγει. Αλλά δεν το κατόρθωσε. Και γύρισε ο Ιβάν από την Εκκλησία και τον βρήκε μέσα. Έτσι ο κλέφτης συνελήφθη, παραπέμφθηκε σε δίκη, δικάστηκε και καταδικάστηκε σε εκτόπιση στη Σιβηρία.


Αλλά όλο αυτό το διάστημα, η συνείδησή του δούλευε μέσα του. Κατάλαβε, ότι το λάθος δεν ήταν δικό του. Αυτός καλά και έξυπνα την έκανε τη δουλειά του. Κατάλαβε, ότι για το «πάθημά» του «έφταιγε» ο άγιος Νικόλαος· ότι η εμφάνισή του δεν ήταν φαντασία. Και θυμήθηκε, ότι οι άγιοι δεν είναι μισάνθρωποι. Και ζήτησε να του επιτρέψουν, να πάει στο χωριό του να προσκυνήσει τον άγιο και να του ζητήσει έλεος και συγγνώμη.


Και τον πήγαν. Και γονάτισε μπροστά στην εικόνα του. Και με δάκρυα τού ζήτησε συγχώρηση για την αμαρτία του. Προσευχήθηκε ώρα πολλή, με το κεφάλι στη γη. Κι ευχαρίστησε τον άγιο, που του έκλεισε τα μάτια του σώματος και του άνοιξε τα μάτια της ψυχής. Και σηκώθηκε και ασπάστηκε την ιερή εικόνα του αγίου. Και φιλώντας την άνοιξαν και τα μάτια του σώματός του”. («Αγιολογία», αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ σελ. 234-236).


Προς το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, κάπου στο Ρωσικό μέτωπο, μια μικρή ομάδα από έξι ή οκτώ στρατιώτες κατόρθωσε να διασπάσει τις γραμμές του εχθρού, που τους είχε περικυκλώσει, και να αναζητήσει το δρόμο της επιστροφής στα χωριά τους.


Κατευθύνονταν ανατολικά, πότε μέσα από έρημους δρόμους, πότε διασχίζοντας δάση και χωράφια για να αποφύγουν τη σύλληψη από τους Γερμανούς. Ένα βράδυ εξαντλημένοι και ταλαίπωροι, βουτηγμένοι ως τα γόνατα στο χιόνι, βρέθηκαν εκτεθειμένοι στην άκρη ενός αγρού. «Εδώ θαρρώ πως ήρθε το τέλος μας…» μουρμούρισε ένας από αυτούς.


Εκείνη τη στιγμή διέκριναν ένα φως, όχι πολύ μακριά τους. Προχώρησαν προς τα εκεί, ώσπου βρέθηκαν μπροστά σε μια μοναχική καλύβα, στημένη πάνω σε μια κορφούλα στη μέση του αγρού. Ένας από όλους χτύπησε και μπήκε μέσα, όπου βρήκε ένα γέρο καθισμένο να μερεμετίζει τα σανδάλια του από φελλό. Δεν χρειάστηκε να του ζητήσουν καταφύγιο. Ο γέροντας τους κάλεσε να μπουν και να διανυκτερεύσουν κοντά του.


Η καλύβα ήταν ζεστή. Σωριάστηκαν στο πάτωμα και, κατάκοποι όπως ήταν, τους πήρε αμέσως ο ύπνος. Όταν ξύπνησαν, είχε ήδη φέξει. Τότε διαπίστωσαν πως ήταν κουλουριασμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο, όχι στο πάτωμα μιας καλύβας, αλλά έξω στο χωράφι, πασπαλισμένοι με νιφάδες χιονιού. Δεν υπήρχε στέγη πάνω από τα κεφάλια τους, μόνο ο ανοικτός ουρανός.


Στην πρωινή σιωπή, μπόρεσαν να ακούσουν την μακρινή καμπάνα μίας εκκλησίας. Όλα αυτά έγιναν στη Δυτική Ουκρανία. Οι στρατιώτες πετάχτηκαν όρθιοι, κι ακολουθώντας τους ήχους της καμπάνας, βρήκαν την εκκλησία. Μπαίνοντας μέσα, ένας από αυτούς πρόσεξε την εικόνα του αγίου Νικολάου. «Να» φώναξε, «αυτός ήταν ο γέρος που μας φιλοξένησε». (αρχιμ. Ιωάννου Κωστώφ, Τα θαυμάσια του Θεού, σελ. 189-190).


Η διήγηση που ακολουθεί είναι απόσπασμα από την εισαγωγή του βιβλίου «Αγιορείται Πατέρες και Αγιορείτικα» που συνέγραψε ο Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης. Στην Σκήτη των Ιβήρων, ο Γέρο-Νικόλαος από τη συνοδεία των Μαρκιανών μού διηγήθηκε για έναν Πατέρα, που είχε και αυτός παιδική απλότητα, ότι κάποτε, όταν είχε στερέψει το πηγάδι τους, είχε κατεβάσει την εικόνα του Αγίου Νικολάου στο ξεροπήγαδο, με το σχοινί δεμένη από τον χαλκά, και είπε:


Άγιε Νικόλαε, να ανέβης μαζί με το νερό, εάν θέλης να σου ανάβω το καντήλι, αφού μπορείς να το κάνεις αυτό. Βλέπεις, έρχονται τόσοι άνθρωποι, και δεν έχουμε λίγο κρύο νερό να τους δώσουμε. Ω του θαύματος! το νερό ανέβαινε σιγά-σιγά, και η εικόνα του Αγίου έπλεε επάνω, μέχρι που την έπιασε με τα χέρια του, την ασπάσθηκε με ευλάβεια και την πήγε στον Ναό. *Εκ του ιστολογίου «iconandlight.wordpress.com» της 5.12.2017. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου 2023

ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ: Ο ΓΝΗΣΙΟΣ ΕΚΦΡΑΣΤΗΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΙΔΕΩΔΟΥΣ




Η αγία μας Ορθόδοξη Εκκλησία έχει να επιδείξει ατέλειωτους καταλόγους επισκόπων Της οι οποίοι τίμησαν την υψηλή αποστολή τους και έγιναν ζωντανά πρότυπα για μίμηση. Μια από τις αντιπροσωπευτικότερες μορφές ιδανικών επισκόπων Της είναι και ο λαοφιλής άγιος Νικόλαος, επίσκοπος Μύρων της Λυκίας (Μ. Ασίας), του οποίου την ιερή μνήμη τιμά εξόχως η Εκκλησία μας στις 6 Δεκεμβρίου.

 

του Λάμπρου Σκόντζου, Θεολόγου - Καθηγητού


Το ιερό του συναξάρι είναι στ' αλήθεια μια λεπτομερής θεώρηση του γνησίου τύπου του ορθοδόξου επισκόπου, ο άγιος Νικόλαος υπήρξε πράγματι αντιπροσωπευτικός τύπος γνησίου επισκόπου της Εκκλησίας του Χριστού. Η ζωή του ολόκληρη υπήρξε προσαρμοσμένη στη ζωή του Χριστού που τόσο αγάπησε με όλη τη δύναμη της ψυχής του και τάχθηκε να τον υπηρετήσει πιστά. Σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας μας τη μεγάλη απόφαση να υπηρετήσει το Χριστό και το λαό του Θεού την πήρε ενώ ήταν ακόμα παιδί!


Γεννήθηκε στην πόλη Πάταρα της Λυκίας γύρω στα 265 μ.Χ. σε μια εποχή κρίσιμη, κατά την οποία η ειδωλολατρία έδινε τις τελευταίες και σκληρότερες μάχες της κατά του Χριστιανισμού. Είναι γνωστοί οι σκληροί διωγμοί των τελευταίων ειδωλολατρών αυτοκρατόρων.


Τα σκοταδιστικά ειδωλολατρικά «ιερά», με προεξάρχοντα στην Ασία τα διαβόητα μαντεία του Κλαρίου και Διδυμαίου Απόλλωνα, είχαν αναγάγει ως κύρια αποστολή τους να συκοφαντούν τους Χριστιανούς στους τοπικούς άρχοντες ως ασεβείς και ως εκ τούτου να τους καταδεικνύουν υπεύθυνους για τις δυστυχίες που έστελναν (υποτίθεται) οι «θεοί» στους ανθρώπους. Τρανταχτή περίπτωση ο φοβερότερος όλων των διωγμών που κίνησε ο Διοκλητιανός καθ’ υπόδειξη και υποκίνηση των ως άνω μαντείων! Ο άγιος Νικόλαος είδε το φως της ζωής διωκόμενος για την πίστη του.


Οι ευσεβείς γονείς του τον ανάθρεψαν με παιδεία και νουθεσία Κυρίου. Φρόντισαν επίσης να του δώσουν και την κατά κόσμον μόρφωση ώστε ο νεαρός Νικόλαος να καταστεί μια υπέροχη πνευματική προσωπικότητα, του οποίου η φήμη απλώθηκε νωρίς στη γύρω περιοχή. Οι αρετές και τα προσόντα του εκτιμήθηκαν από την τοπική εκκλησία των Πατάρων, η οποία τον κάλεσε να την υπηρετήσει, τον χειροτόνησε πρεσβύτερο και αργότερα όταν χήρεψε η επισκοπή της πόλεως των Μύρων χειροτονήθηκε αυτός επίσκοπός της. Κλήρος και λαός δέχτηκαν με ενθουσιασμό την εκλογή του Νικολάου, προαισθανόμενοι την υποδειγματική για όλη την Εκκλησία ποιμαντική δράση του.


Αφότου εισήλθε στις τάξεις του ιερού κλήρου έπαψε πλέον να ζει για τον εαυτό του, αλλά ζούσε μόνο για να υπηρετεί την Εκκλησία του Χριστού και όλους τους ανθρώπους χωρίς καμιά διάκριση. Μετά το θάνατο των γονέων του μοίρασε ολόκληρη την περιουσία του στους φτωχούς της επισκοπής του, ώστε πλέον ανεπηρέαστος από προσωπικές βιοτικές μέριμνες να αφοσιωθεί στο πολυποίκιλο ποιμαντικό του έργο.


Η επισκοπή των Μύρων έγινε το κέντρο της πνευματικής και φιλανθρωπικής διακονίας των κατοίκων όλης της ευρύτερης περιοχής της Λυκίας. Ο επίσκοπος Νικόλαος έγινε ο πατέρας, ο φροντιστής, ο παρήγορος και το καταφύγιο κάθε φτωχού, κατατρεγμένου και πονεμένου ανθρώπου. Αυτός με την απέραντη αγάπη και ανεκτικότητα που έτρεφε στα στήθη του δεν άφηνε κανέναν χωρίς να τον ευεργετήσει και να μην τον στηρίξει πνευματικά και ηθικά και υλικά. Κανένας δε μπόρεσε να εξηγήσει που έβρισκε τους υλικούς πόρους με τους οποίου κάλυπτε τις ανάγκες πλήθους ενδεών ανθρώπων.


Παράλληλα έγινε ο διαπρύσιος στηλιτευτής των εκμεταλλευτών κατά των αδυνάτων και των φτωχών. Με τη σπάνια παρρησία και το θάρρος που διέθετε ασκούσε έλεγχο σε όλους όσοι ευθύνονταν για την κακοδαιμονία του λαού, όσο ψηλά και αν βρίσκονταν. Το συναξάρι αναφέρει πως κάποτε στις μέρες του ο λαός της ευρύτερης περιοχής της επισκοπής του λιμοκτονούσε.


Γεμάτος αγωνία ο Νικόλαος κατέβηκε σε κάποιο λιμάνι όπου συνάντησε πλοίο γεμάτο σιτάρι που ήταν έτοιμο να αποπλεύσει για τη Γαλλία έπεισε τον πλοιοκτήτη να μείνει το φορτίο στη Λυκία, πλήρωσε, άγνωστο πως, το σιτάρι και το μοίρασε στους λιμοκτονούντες κατοίκους τους οποίους έσωσε από βέβαιο θάνατο.


Ο κάθε αδύναμος άνθρωπος είχε τον προστάτη του. Ο άγιος βρισκόταν κοντά σε κάθε έναν και σε κάθε δύσκολη περίσταση ευεργετούσε ακόμα και θαυματουργικά. Ο βιογράφος του αναφέρει πλήθος τέτοιων περιστατικών. Ο απόλυτα φτωχός άγιος προικοδοτούσε τα φτωχά κορίτσια, προστάτευε τη σοδιά των φτωχών γεωργών, γινόταν ο αρωγός των ναυτικών. Μέχρι σήμερα παραμένει ο προστάτης των ναυτιλλομένων χάρη στις πάμπολλες θαυματουργικές επεμβάσεις του προς αυτούς.


Η πολιτική εξουσία κατά τον άγιο Νικόλαο υπάρχει από το Θεό να υπηρετεί το λαό. Όταν αυτή αντιστρατεύεται το πραγματικό συμφέρον και το θέλημα του λαού πρέπει να ελέγχεται. Έτσι ο άγιος δεν άργησε να γίνει ο ελεγκτής των διωκτών αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού, οι οποίοι έστειλαν στο θάνατο χιλιάδες χριστιανούς μάρτυρες. Με αφόρητες προσωπικές απαγορεύσεις, διώξεις και βασανιστήρια, υπερασπίζονταν όσους διώκονταν για την πίστη τους.


Τους στήριζε, τους ενθάρρυνε να μη δειλιάσουν και γίνουν αρνητές του Χριστού. Παράλληλα είχε γίνει ο παρηγορητής των συγγενών των μαρτύρων, πείθοντάς τους ότι το μαρτύριο για το Χριστό είναι ύψιστη τιμή! Ο άγιος επίσκοπος υπήρξε επίσης εκφραστής και της γνήσιας και ανόθευτης πίστης της Εκκλησίας. Η αίρεση ήταν γι' αυτόν ύβρις κατά του Θεού και της αλήθειας. Ως μέλος της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (325) έδωσε σκληρή μάχη για να απομονωθεί ο αιρετικός και βλάσφημος του Χριστού Άρειος. Για την παρρησία του αυτή κλείστηκε στη φυλακή, διότι οι περιστάσεις τον ανάγκασαν να φερθεί σκληρά στο φοβερό αιρεσιάρχη.


Τα πράγματα του κόσμου τα θεωρούσε όπως και ο απόστολος Παύλος φτηνά, εφήμερα, ανούσια, πραγματικά «σκύβαλα» (Φιλιπ.3,8). Τη δόξα, το χρήμα, τη δύναμη, την κοινωνική καταξίωση τα θεωρούσε υποδεέστερα από τη διακονία του Χριστού. Γι' αυτό, τα παραμέρισε όλα, και με θέρμη τάχθηκε στην υπηρεσία της Εκκλησίας του Θεού. Ολόκληρη η ζωή του υπήρξε υπόδειγμα πραγματικού χριστιανού ηγέτη ταγμένου στη διακονία του λαού του Θεού. Ο άγιος Νικόλαος αποτελεί πράγματι πρότυπο για όλους τους κατοπινούς κληρικούς, γιατί υπήρξε ο ίδιος πιστός μιμητής του Χριστού, πραγματικός «Κανόνας πίστεως, εικόνα πραότητος, (και) εγκρατείας διδάσκαλος» σύμφωνα με το απολυτίκιο της εορτής του!


Το 330 μ.Χ. κοιμήθηκε ειρηνικά, γέρος και κατάκοπος, από τον αγώνα και τη συνεχή διακονία ολόκληρης της ζωής του. Το σεπτό αποστεωμένο σκήνωμά του έγινε αντικείμενο τιμής όχι μόνο από τους πιστούς της επισκοπής του, αλλά και από αλλόθρησκους και ειδωλολάτρες οι οποίοι είχαν ευεργετηθεί ποικιλότροπα από αυτόν. Ο τάφος του μέχρι σήμερα στα Μύρα είναι τόπος προσκύνησης των απανταχού της γης χριστιανών, αλλά και πολλών αλλοθρήσκων, οι οποίοι συρρέουν για να τιμήσουν αυτή τη μεγάλη προσωπικότητα.


Δεν είναι υπερβολή να ισχυριστούμε ότι ο άγιος Νικόλαος υπήρξε γνήσιος εκφραστής του χριστιανικού και του ελληνικού ιδεώδους. Ως επίσκοπος υπήρξε ο αντιπροσωπευτικός τύπος του χριστιανού επισκόπου, «εις τύπον και τόπον Χριστού», σύμφωνα με τη θεολογία του Ιγνατίου του θεοφόρου. Φύλακας της ορθής πίστεως και πνευματικός αρωγός των πιστών. Επί πλέον υπήρξε αντιπροσωπευτικός ενσαρκωτής της ελληνικής παράδοσης.


Το ανθρωπιστικό ιδεώδες του ελληνισμού σε συνδυασμό με τον υπέροχο χριστιανικό ανθρωπισμό συναντήθηκαν στο ιερό πρόσωπο του Νικολάου, εφαρμόσθηκαν και έγιναν πράξη. Η δημοκρατική του τακτική και η συλλογικότητα στις ενέργειές του είναι η βίωση της μακραίωνης ελληνικής παράδοσης, η οποία διασώθηκε και βελτιώθηκε από τη χριστιανική διδασκαλία και πράξη. Γι' αυτό ο μεγάλος αυτός εκκλησιαστικός άνδρας έγινε τόσο διάσημος, τόσο λαοφιλής, ώστε να τιμάται ιδιαζόντως σε όλο τον χριστιανικό κόσμο. Γι' αυτό τιμάται ιδιαίτερα από όλους τους ορθοδόξους και περισσότερο από τους Έλληνες, γι' αυτό υπάρχουν τόσοι πολλοί ναοί προς τιμήν του, γι' αυτό πλήθος ανθρώπων φέρουν με καμάρι το σεπτό του όνομα.


Εμείς οι ορθόδοξοι νεοέλληνες έχουμε χρέος να τιμάμε και να μιμούμαστε υπέροχες προσωπικότητες του ενδόξου παρελθόντος μας, σαν αυτή του αγίου Νικολάου. Σε εποχές ζοφερές, σαν και την εποχή μας, έχουμε ανάγκη από φωτεινά πνευματικά ορόσημα, αντάξιες του αγίου Νικολάου.


Στις δύστηνες μέρες μας, όπου βιώνουμε ως Έθνος μια από τις χειρότερες περιόδους της εθνικής μας υπόστασης, όπου μας κυκλώνει το φάσμα της οικονομικής κατάρρευσης και αυτού ακόμα του αφανισμού μας, έχουμε ανάγκη από την αρωγή του αγίου Νικολάου, ο οποίος έσωσε το λαό σε παρόμοιες συνθήκες στον καιρό του, φτάνει να τον επικαλεστούμε. Άγιε του Θεού σπεύσε να μας βοηθήσεις γιατί χανόμαστε... *Εκ του ιστολογίου  «Ακτίνες» της 5.12.2022. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Κυριακή 3 Δεκεμβρίου 2023

Ο ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΧΑΣΤΟΥΚΙ ΣΤΟΝ ΑΡΕΙΟ

 



Υπάρχει μια τάση από νεοπαγανιστές να σπιλωθεί ο Άγιος Νικόλαος επειδή χαστούκισε τον αιρετικό Άρειο εις την Α΄ Σύνοδο της Νίκαιας το 325 μ.Χ. αντιβαίνοντας το Κατά Ματθαίον, Κεφ Ε΄ «38 Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη, Ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ καὶ ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος. 39 ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ· ἀλλ' ὅστις σε ῥαπίζει εἰς τὴν δεξιὰν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην·». Επίσης θεωρούν υποκριτικό το ότι ο Θεός ενώ εις το Ευαγγέλιο δίδει την εντολή να μην κάνεις ποτέ κακό εις επιστροφή στους κάνοντας κακό εις εσέ, επισκέπτεται τον Άγιο Νικόλαο στην φυλακή του και τον συγχωρούν.


Την εποχή του Μ. Κωνσταντίνου εμφανίζεται και ο αιρετικός Άρειος. Ό Άρειος πρέσβευε και διαλαλούσε περίτρανα ότι ό Χριστός δεν είναι Θεός αλλά κτίσμα και ποίημα του Θεού. Αν και καθαιρείται, εξακολουθεί να υποστηρίζει σθεναρά την άποψη του με συνέπεια να πα­ρασύρονται αρκετοί από τα κηρύγματα του και να επικρατεί στις τάξεις της Εκκλησίας μεγάλη σύγχυση. Βλέποντας ο Μ. Κωνσταντίνος το πρόβλημα που είχε δη­μιουργηθεί συγκαλεί σε σύσκεψη όλους τους Αρχιερείς και τους πρώτους των Μοναχών στη Νίκαια, για να αποδειχθεί ποιος τελικά έχει δίκαιο.


Επιφανείς αρχιε­ρείς και Μοναχοί, ανάμεσα στους οποίους και ο Άγιος Νικόλαος συγκεντρώνονται στη Νίκαια το 325 μ.Χ. στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο και τίθενται αντιμέτωποι του Αρείου. Η συζήτηση είχε ξεκινήσει και η αγωνία ήταν μεγάλη. Βλέποντας σε κάποιο χρονικό σημείο ο Άγιος Νικόλαος ότι ο Άρειος προσπαθεί να αποστομώσει τους Αρχιερείς, κινούμενος από Ιερή αγανάκτηση σηκώθηκε και κατάφερε δυνατό ράπισμα στον Άρειο.


Ο Άρειος με περισσή ψυχραιμία διαμαρτυρήθηκε στο βασιλιά, ανα­φέροντας ότι η εν λόγω συμπεριφορά, αν μη τι άλλο, ήταν προσβλητική και για τον ίδιο. Ο Μ. Κωνσταντίνος απευθυνόμενος στους αρχιερείς θύμισε ότι ο νόμος προ­βλέπει να κόβεται το χέρι εκείνου που τόλμησε μπροστά στο βασιλιά να χτυπήσει τον οποιοδήποτε. Ωστόσο έδω­σε την πρωτοβουλία ν’ αποφασίσουν οι ίδιοι οι Αρχιερείς για την τύχη του παραβάτη.


Στην πρόκληση αυτή οι αρχιερείς παραδέχθηκαν το λάθος της συμπεριφοράς αλλά παρακάλεσαν το βασιλιά, για να μην διαταραχθεί η σπουδαία Σύνοδος που διεξαγόταν την ώρα εκείνη, να φυλακίσει τον Άγιο αφήνοντας την τιμωρία του για το πέρας των εργασιών της Συνόδου. Πράγματι ο Άγιος φυλακίζεται, αλλά και πάλι θαυμαστό γεγονός λαμβά­νει χώρα στη φυλακή. Το βράδυ παρουσιάζεται σε όραμα οΧριστός και ή Θεοτόκος ρωτώντας τον Άγιο το λόγο για τον όποιο αυτός βρισκόταν στη φυλακή. Όταν οΆγιος αποκρίθηκε ότι φυλακίστηκε για τη δική τους αγάπη ο Χριστός του έδωσε το Άγιο Ευαγγέλιο ενώ η Θεοτόκος το αρχιερατικό ωμοφόριο.


Την επόμενη μέρα γνωστοί του Αγίου, που τον επισκέφθηκαν, για να του προσφέρουν λίγο άρτο, βρίσκουν τον Άγιο απαλλαγμένο από τα δεσμά να φορά το ωμοφόριο και να διαβάζει από το Ευαγγέλιο. Όταν ο βασιλιάς πληροφορήθηκε τα γε­γονότα που διαδραματίσθηκαν στη φυλακή ελευθέρωσε τον Άγιο και μαζί με τους άλλους αρχιερείς ζήτησε συ­γνώμη από τον Άγιο για τη συμπεριφορά που επέδειξαν απέναντι του. Μετά το πέρας της Συνόδου ο Άγιος επέ­στρεψε στην επαρχία του.


«Ποίοις μελωδικοῖς ἄσμασιν ἐπαινέσωμεν τόν Ἱεράρχην, τόν τῆς ἀσεβείας ἀντίπαλον, καί τῆς εὐσεβείας ὑπέρμαχον· τόν τῆς Ἐκκλησίας πρωτοστάτην· τόν μέγαν, προασπιστήν τε καί διδάσκαλον· τόν πάντας, τούς κακοδόξους καταισχύνοντα· τόν ὀλετῆρα Ἀρείου, καί θερμόν ἀντίμαχον· τόν δι’ οὗ τήν τούτου ὀφρύν, Χριστός καταβέβληκεν, ὁ ἔχων τό μέγα ἔλεος» (Πηγή: Κατακόμβη, Εξαμηνιαία έκδοση Μητροπολιτικού - Καθεδρικού Ι. Ν. Αγ. Νικολάου Βόλου, Αφιέρωμα στον Άγιο Νικόλαο, Βίος του Αγίου Νικολάου, Αποστόλου Ακριβόπουλου, Φιλόλογου, Δεκέμβριος 1998, σσ. 31 – 32).


1. Αν και στην Σύνοδο της Νίκαιας υπάρχουν και πολλοί οπαδοί του Άρειου, εντούτοις κανείς δεν ζητά την αυστηρή τιμωρία του Αγίου Νικολάου, πράγμα που φανερώνει την εκτίμηση του από όλους, Ορθοδόξους και μη.


2. Το ότι ο Άγιος πλησιάζεται από τον Χριστό και την Παναγία σε όραμα, δεν σημαίνει πως επιβραβεύονται οι πράξεις του, διότι αν ο Θεός ήθελε να επιβραβεύσει τις πράξεις του [χαστούκι προς Άρειο], θα τον είχε υπερασπίσει θαυματουργικά [λύσιμο δεσμών] από την στιγμή που προσπάθησαν να τον φυλακίσουν. Όμως ο Χριστός είχε σκοπό διδακτικό και επέτρεψε ο Άγιος να φυλακιστεί, ώστε να μπει σε συλλογισμούς και να μετανοήσει και να ταπεινωθεί ακόμη και μπρος εις αιρετικούς


3. Ο Χριστός ερωτά τον Άγιο γιατί είναι στην φυλακή και για να τον ελέγξει αλλά και για να φανερώσει τον πραγματικό λόγο που ο Άγιος χαστούκισε. Ποιος είναι αυτός ο λόγος; Ο λόγος δεν ήταν το μίσος και η αποβολή της αγάπης κατά ενός φυσικού προσώπου (Άρειος), αλλά η εμμονή την αγάπη του Αγίου προς τον Θεό. Μαρτυρεί αυτή η παραδοχή του Αγίου Νικολάου πως ο ίδιος, αν και λανθασμένα χαστούκισε τον Άρειο, δεν το έπραξε από μίσος προς τον τελευταίο αλλά θεώρησε τα λόγια του, πως ο Χριστός δεν είναι Θεός αλλά άνθρωπος, μεγάλη βλαστήμια κατ’ εξακολούθηση (αιρετική εμμονή) προς το άγιο Πνεύμα (Κατά Ματθαίον Κεφ. Ιβ΄ «31 Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, πᾶσα ἁμαρτία καὶ βλασφημία ἀφεθήσεται τοῖς ἀνθρώποις, ἡ δὲ τοῦ Πνεύματος βλασφημία οὐκ ἀφεθήσεται τοῖς ἀνθρώποις· 32 καὶ ὃς ἐὰν εἴπῃ λόγον κατὰ τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ἀφεθήσεται αὐτῷ· ὃς δ' ἂν εἴπῃ κατὰ τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγίου, οὐκ ἀφεθήσεται αὐτῷ οὔτε ἐν τῷ νῦν αἰῶνι οὔτε ἐν τῷ μέλλοντι.»).


4. Ο Χριστός και η Παναγία δίδουν ευαγγέλιο και ωμοφόριο (και όχι ΟΠΛΑ) στον Άγιο Νικόλαο, ταυτόχρονα με το λύσιμο των δεσμών του, ακριβώς για να τον διδάξουν πώς αν και η Αγάπη προς τον Θεό είναι πάντοτε θεμιτή ως πρώτη εντολή θεώσεως (Κατά Μάρκον, Κεφ. Ιβ΄ «29 ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀπεκρίθη αὐτῷ ὅτι Πρώτη πάντων ἐντολὴ· ἄκουε, Ἰσραήλ, Κύριος ὁ Θεὸς ἡμῶν Κύριος εἷς ἐστι· 30 καὶ ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου. αὕτη πρώτη ἐντολὴ·») εντούτοις θα πρέπει να συνοδεύεται από ειρήνη (Προς Εφεσίους Στ΄, «καὶ ὑποδησάμενοι τοὺς πόδας ἐν ἑτοιμασίᾳ τοῦ εὐαγγελίου τῆς εἰρήνης») και ιεροσύνη εις την ζωή.


5. Ο Χριστός δεν σταυρώθηκε για να διδάξει τέλειους αλλά ατελείς (Κατά Λουκά, Κεφ. Ε΄ «31 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Ἰησοῦς εἶπε πρὸς αὐτούς· Οὐ χρείαν ἔχουσιν οἱ ὑγιαίνοντες ἰατροῦ, ἀλλ' οἱ κακῶς ἔχοντες· 32 οὐκ ἐλήλυθα καλέσαι δικαίους, ἀλλὰ ἁμαρτωλοὺς εἰς μετάνοιαν») και η μετάνοια είναι ο καλύτερος δρόμος της τελειότητας (Κατά Λουκά, Κεφ. Κγ΄ «39 Εἷς δὲ τῶν κρεμασθέντων κακούργων ἐβλασφήμει αὐτὸν λέγων· Εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστός, σῶσον σεαυτὸν καὶ ἡμᾶς.40 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ ἕτερος ἐπετίμα αὐτῷ λέγων· Οὐδὲ φοβῇ σὺ τὸν Θεόν, ὅτι ἐν τῷ αὐτῷ κρίματι εἶ; 41 καὶ ἡμεῖς μὲν δικαίως· ἄξια γὰρ ὧν ἐπράξαμεν ἀπολαμβάνομεν· οὗτος δὲ οὐδὲν ἄτοπον ἔπραξε. 42 καὶ ἔλεγε τῷ Ἰησοῦ· Μνήσθητί μου, Κύριε, ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου. 43 καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Ἀμήν λέγω σοι, σήμερον μετ' ἐμοῦ ἔσῃ ἐν τῷ παραδείσῳ.».


6. Το γεγονός είχε διδασκαλικό περιεχόμενο τόσο για τον Άγιο Νικόλαο που επιτράπηκε από τον Θεό να φυλακισθεί, τόσο και προς τους αιρετικούς, πως ο Άγιος Νικόλαος είχε δογματικά δίκιο. Η ιστορία απέδειξε πως η διδασκαλία του Χριστού και της Παναγίας απέδωσε, διότι και ο Άγιος Νικόλαος συνέχισε μια πολύ ενάρετη και θαυματουργική (υποστήριξη Θεού) ζωή και οι αιρέσεις του Αρείου έσβησαν. Πηγή: http://www.apologitis.com.


ΤΟ ΧΑΣΤΟΥΚΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΙ ΟΙ «ΑΓΑΠΕΣ» ΤΩΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΩΝ


Έψαχνα πολύ καιρό μια «λογική» απάντηση στο επιχείρημα των οικουμενιστών να έχουμε αγάπη για τους ετερόδοξους και να μην τους στενοχωρούμε. Άκουσα επίσης να λένε «καλύτερα μια ειρήνη στραβή παρά ένας σωστός πόλεμος». Και προσπαθούσα να καταλάβω τι είναι ανώτερο, η αγάπη ή η αλήθεια. Την απάντηση μου την έδωσε ο Αγιος Νικόλαος. Παρότι δεν έχει γράψει τίποτα, μια χειρονομία του έχει «φυτευθεί» στο υποσυνείδητο των χριστιανών ’’Αγαπώ τον Άρειο ως μέλος της Εκκλησίας... αλλά παρόλα αυτά του δίνω ένα χαστούκι επειδή αρνήθηκε την ΑΛΗΘΕΙΑ’’.


Ένα χαρακτηριστικό της εικόνας του Αγίου Νικολάου είναι ότι μας κοιτάει προσεχτικά, με μάτια ορθάνοιχτα, με μία περίσκεψη που πηγάζει από κάποια παλιά ανάμνηση που δεν θέλει και δεν μπορεί να την ξεχάσει. Την ανάμνηση ενός ΧΑΣΤΟΥΚΙΟΥ. Χριστιανικά η χειρονομία του παραμένει απαράδεκτη.


Η εικονογραφική μορφή του Αγίου μας εξηγεί ότι δεν πρόκειται για μια εμπαθής χειρονομία, αλλά για αποτέλεσμα της θεολογικής ακρίβειας, συνοδευόμενης όμως από ένα ΕΣΩΤΕΡΙΚΌ ΒΙΩΜΑ, αντίστοιχο του οποίου μπορούμε να βρούμε μόνο στην αγιογραφική διήγηση της απομάκρυνσης των εμπόρων από τον ναό, από τον Υιό του Θεού.


Το πόσο σημαντικό ήταν αυτό που έγινε το 325 στη Νίκαια, φάνηκε δυο αιώνες αργότερα όταν οι βησιτγόθοι αρειανοί΄΄υιοθετήθηκαν’’ από τη δυτική εκκλησία, αρχίζοντας τους δογματικούς συμβιβασμούς που ως αποτέλεσμα είχαν το σχίσμα.


Η εικονογραφική απεικόνιση του Αγίου Νικολάου λοιπόν, με το μέτωπο χαρακωμένο από τις ρυτίδες, μας μιλάει για την βαρύτητα όσων έγιναν τότε και όσων ακολούθησαν. Το τεράστιο μέτωπο του, φωλιά πνευματικής δύναμης και σοφίας, αχώριστα από την αγάπη και ρυτιδωμένο από τις έγνοιες του πράου επισκόπου από τα Μύρα της Λυκίας, μας λέει ότι και η πραότητα έχει τα όρια της και ότι οι εκτροπές από την ορθή πίστη ξεπληρώνονται και με άλλον τρόπο, εκτός απ΄αυτά τα γλυκανάλατα που βλέπουμε και ακούμε στις μέρες μας.


Ο Άγιος Νικόλαος σφραγίζει την ακεραιότητα του μυστηρίου της ενανθρωπήσεως του Κύριου ημών Ιησού Χριστού, τον Υιόν του Θεού, τον Μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων. Φως εκ Φωτός, Θεόν αληθινόν εκ Θεού αληθινού, γεννηθέντα ου ποιηθέντα, ομοούσιον τω Πατρί , δι' ου τα πάντα εγένετο. *Εκ του ιστολογίου «Προσκυνητής». Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Print Friendly and PDF