ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2014

Η ΑΥΤΟΜΕΜΨΙΑ ΩΣ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΑΓΩΓΗ




 

Οι θλίψεις και οι πειρασμοί είναι συνηφασμένοι με την ζωή του ευσεβούς χριστιανού. Αυτό είναι η εκπλήρωσις του λόγου του Σωτήρος μας: ''Εν το κόσμω θλίψιν έξετε''. Εκείνο όμως, το οποίο επιτείνει την θλίψη,  την μεταβάλλει σε διαρκή λύπη και ακηδία και τελικά οδηγεί τον άνθρωπο σε απόγνωση και του προκαλεί ψυχολογικά προβλήματα αθεράπευτα είναι η αυτοδικαίωσις και η έλλειψις βαθειάς Πίστεως, ότι όλα γίνονται με την πρόνοια του φιλανθρώπου Θεού.


Στο σημείο αυτό, ίσως εντοπίζεται η αιτία της πνευματικής καχεξίας πολλών συγχρόνων μας Χριστιανών. Το να δικαιολογούμε τον εαυτόν μας συνεχώς,να αποφεύγουμε την παραδοχή των σφαλμάτων μας και να φοβούμεθα μήπως πέσουμε στα μάτια των άλλων,όλα αυτά αποδεικνύουν έλλειψη ταπεινού φρονήματος και καταστάσεως μετανοίας. Η προσπάθεια,όμως της συνεχούς αυτοδικαίωσής μας,μας απωθεί την Χάρι του Αγίου Πνεύματος και η ψυχή στερείται της ειρήνης και της αναπαύσεως.


Αλλά, γιατι αδελφέ μου αποδιώχνεις το έλεος του Θεού; Γιατι ταράσσεσαι αποκρούοντας κάθε κατηγορία, κάθε τι που σε θίγει; Αν δεν έσφαλες σήμερα, λησμονείς, ότι είχες σφάλλει στο παρελθόν και είχες λυπήσει τον Κύριόν μας; Γιατι λοιπόν επαναστατείς, δυσανασχετείς και καταθλίβεσαι; Ο Αββάς Ζωσιμάς, ο θεόπνευστος αυτός πνευματικός ιατρός, μας συμβουλεύει και μας υπενθυμίζει τα εξής: ''Αυτός, που σε ζημιώνει ή σε υβρίζει είναι ''καυτήρ του Ιησού'',ο οποίος σε απαλλάσει από την πλεονεξία ή την υπερηφάνεια...

Εάν,όμως δεν ανέχεσαι αυτά,όχι μόνο δεν ευχαριστείς, αλλά και πλέκεις λογισμούς εναντίον αυτού που σε έθλιψε, είναι σαν να λέγεις στον Ιησού: ''Δεν θέλω να με ιατρεύσεις, δεν δέχομαι τα τα φάρμακά Σου, επιθυμώ να σαπίσω στα τραύματά μου''... Τί λοιπόν να σου κάνει ο αγαθός Κύριος;... Γνώριζε αδελφέ, ότι αυτός, που αποφεύγει ωφέλιμο πειρασμό, αποφεύγει την αιώνια ζωή. ''Να μην λησμονούμε λοιπόν, ότι τα πάντα επιτρέπει η φιλανθρωπία του Σωτήρος μας προς το συμφέρον μας, για λόγους καθαρά θεραπευτικούς: ''Ούτως ακριβώς θέλει σωθήναι'' λέγει ο Όσιος Μάξιμος ο Ομολογητής,''ο τοις ιατρικοίς φαρμάκοις μη ανθιστάμενος.


Αύται δε είσιν οδύναι και λύπαι δια ποικίλων επιφορών απαγόμεναι''. Επομένως, όλα πρέπει να τα αναφέρουμε στον Θεό,ακόμη και τα απλούστερα και ευτελέστερα. Αφού, έτσι θέλει ο Θεός, οφείλουμε να υποτασσώμεθα γαλήνια, πλήρεις εμπιστοσύνης στην πατρική Του Πρόνοια. Οι Άγιοι Πατέρες μας λέγουν, ότι αυτή ακριβώς είναι η μεγάλη εργασία του ανθρώπου: να έχει πάντοτε ενώπιόν του τις αμαρτίες του,να κατακρίνει τον εαυτόν του και να προσδοκά πειρασμό και δοκιμασία μέχρι τελευταίας αναπνοής. ''Είπεν ο Αββάς Αντώνιος τω Αββά Ποιμένι: ''Αύτη έστιν η μεγάλη εργασία του ανθρώπου, ίνα το σφάλμα εαυτού επάνω εαυτού βάλη ενώπιον του Θεού, και προσδοκήση έως εσχάτης αναπνοής''.


Μη λοιπόν αδελφέ μου μεταθέτεις συνεχώς τις ευθύνες στους άλλους, μη δικαιολογήσαι, μη βλέπεις τόσο ανθρώπινα τα πράγματα, τα οποία σου συμβαίνουν, διότι με την τακτική αυτή πάντοτε θα έχεις εσωτερική ταραχή και θλίψη. Ας μάθεις να αυτομέμφεσαι, να μετανοείς, να ταπεινώνεσαι και να τα βλέπεις όλα μέσα από το πρίσμα του θελήματος του Θεού. Και να μην λησμονείς ποτέ, ότι η παραδοχή της ενοχής μας, είτε είμεθα πράγματι υπεύθυνοι, είτε όχι, έχει αποτελέσματα θεραπευτικά.

Να ενθυμήσαι τον Προφήτη Δαυίδ, ο οποίος είπε εκείνον τον αξιομνημόνευτο λόγο, όταν ο Σεμεί τον καταριόταν: ''Άφετε αυτόν καταράσθαι, ότι είπεν αυτώ Κύριος. είπως (μήπως) ίδοι Κύριος εν τη ταπεινώσει μου και επιστρέψει μοι αγαθά αντί της κατάρας αυτού τη ημέρα ταύτη''. (Β΄Βασιλ.ις΄11-12). Αυτή η μεγαλειώδης αυτομεμψία του Προφητάνακτος Δαβίδ, ας είναι ο ασφαλής οδηγός σου, κατά τις ακούσιες ιδίως δοκιμασίες και θλίψεις, ώστε να διατηρείς την ειρήνη σου και να θεραπεύεται η καρδιά σου... 



Άρθρο του Μακαριστού Μητροπολίτη και πνευματικού πατρός ημών κ. Κυπριανού
Εισαγωγή, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Πηγή: Περιοδικό ''ΑΓΙΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ''
αριθμός τεύχους 366
Αύγουστος 2012



Μακαριστός Μητροπολίτης Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανός Α'

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014

Η ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗ


 


Εἶναι ἄξιον προσοχῆς καί πρέπει νά ἀναφερθῆ
ὅτι ὅλη σχεδόν ἡ ζωή τοῦ ὁσίου Μαξίμου τοῦ ὁμολογητοῦ ἦτο ἕνας συνεχής ἀγῶνας ἐναντίον τῆς αἱρέσεως τοῦ Μονοθελητισμοῦ
 καί μία διαρκής ἀποτείχισις ἀπό τούς αἱρετικούς Ἐπισκόπους τῆς ἐποχῆς του. 
Ἀπέθανε δέ στήν ἐξορία ἀπό τίς κακουχίες καί τά μαρτύρια, 
ἐνῶ τοῦ εἶχαν κόψει τό δεξί χέρι καί τήν θεολόγον γλῶσσαν καί ἐνῶ τόν εἶχαν καθαιρέσει καί ἀναθεματίσει λόγῳ τῆς ἀδιαλλαξίας του 
νά μή δεχθῆ νά ὑπογράψη τόν λεγόμενον «Τύπον»,
 ὁ ὁποῖος ἦτο μία ἔκθεσις πίστεως ἡ ὁποία εὐνοοῦσε καί ὑπέθαλπε τήν αἵρεσι τοῦ Μονοθελητισμοῦ. 
Ἡ ἀποτείχισις τοῦ ὁσίου
 καί τό ὅτι δέν ἤθελε καμμία ἐκκλησιαστική κοινωνία μέ τόν Πατριάρχη καί τή Σύνοδο ἦτο κάτι πού ἐξόργιζε 
τούς ἐκκλησιαστικούς καί πολιτικούς ἄρχοντες,
 διότι μέ τήν στάσι του αὐτή παρέσυρε πολλούς νά τόν μιμηθοῦν καί νά μήν ὑποταχθοῦν στήν αἵρεσι 
καί τοιουτοτρόπως ἐγίνετο ὁδηγός τῶν Ὀρθοδόξων ἐν λόγοις καί ἔργοις.


Αὐτό εἰπώθηκε καθαρά ἀπό τούς ἄρχοντες στή συζήτησί των μέ τόν ὅσιο προσπαθῶντας νά τόν πείσουν νά ἀλλάξη γνώμη: «Ὁ δέ κῦρις Σέργιος εἶπεν αὐτῷ ὅτι πολλάκις ἦλθον εἰς τό κελλίον σου εἰς Βέββας καί ἠκροασάμην τῆς διδασκαλίας σου, καί ὁ Χριστός ἔχει βοηθῆσαί σοι καί μή ἀγωνιάσῃς. Εἰς ἕν δέ μόνον λυπεῖς πάντας, ὅτι πολλούς ποιεῖς χωρισθῆναι τῆς κοινωνίας τῆς ἐνταῦθα Ἐκκλησίας. »Ἔστι τις ὁ λέγων, εἶπεν ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ, ὅτι εἶπον, Μή κοινωνήσῃ τῇ Ἐκκλησίᾳ τῶν Βυζαντίων; »Ἀπεκρίθη ὁ κῦρις Σέργιος · αὐτό τοῦτο, τό σε μή κοινωνεῖν, μεγάλη πρός πάντας ἐστί φωνή, μή κοινωνῆσαι. »Καί εἶπεν ὁ τοῦ Θεοῦ δοῦλος · Οὐδέν βιαιότερον συνειδότος κατηγοροῦντος, καί οὐδέν τούτου συνηγοροῦντος παρρησιαστικώτερον» (ΕΠΕ Φιλοκαλία τῶν Νηπτικῶν καί Ἀσκητικῶν 15Γ, 96). Βλέπουμε ἐδῶ ὅτι μόνη ἡ ἀποτείχισις τοῦ ὁσίου ἦτο παράδειγμα πρός μίμησι καί χαλινός τῆς αἱρέσεως, παρ’ ὅτι ὁ ἴδιος, ὅπως ἀναφέρει, δέν τό ἔλεγε μέ τά λόγια.Σέ ἄλλη συζήτησι προσπαθῶντας οἱ ἄρχοντες νά τόν μεταπείσουν κάνουν μέ τόν ὅσιο τήν ἑξῆς συζήτησι: «Τότε λέγει πρός αὐτόν ὁ ἔπαρχος · Κοινωνεῖς τῇ Ἐκκλησίᾳ τῶν ὧδε, ἤ οὐ κοινωνεῖς;»Ἀπεκρίθη καί εἶπεν · Οὐ κοινωνῶ. »Λέγει αὐτῷ · Διά τί;»Ἀπεκρίθη ·Ὅτι ἔξω ἔβαλε τάς συνόδους.»Καί εἶπεν · Ἐάν ἔξω ἔβαλε τάς συνόδους, πῶς εἰς τά δίπτυχα ἀναφέρονται;»Καί λέγει · Καί τίς ὄνησις ὀνομάτων, τῶν δογμάτων ἐκβεβλημένων; »Καί δύνασαι, ἔφη, τοῦτο δεῖξαι;»Καί εἶπεν · Ἐάν λάβω ἄδεια καί κελεύετε, δειχθῆναι ἔχω τοῦτο πάνυ εὐχερῶς.»Καί σιωπησάντων αὐτῶν, λέγει αὐτῷ ὁ σακελλάριος · Διατί ἀγαπᾷς τούς Ρωμαίους, καί τούς Γραικούς μισεῖς;»Ἀποκριθείς ὁ τοῦ Θεοῦ δοῦλος, εἶπε · Παραγγελίαν ἔχομεν, τοῦ μή μισῆσαί τινα. Ἀγαπῶ τούς Ρωμαίους ὡς ὁμοπίστους, τούς δέ Γραικούς ὡς ὁμογλώσσους.»Καί πάλιν λέγει αὐτῷ ὁ σακελλάριος · Πόσων ἐτῶν λέγεις ἑαυτόν;»Ἀπεκρίθη: Ἑβδομήκοντα πέντε»(Φιλοκαλία 15Γ, 102).Οἱ συζητήσεις αὐτές μέ τούς αἱρετικούς πού προαναφέραμε ἐγίνοντο εἰς τά ἀνάκτορα εἰς τά ὁποῖα μετέφερον κάθε τόσο τόν ὅσιο ἀπό τήν φυλακή, μετά δηλαδή τήν πρώτη ἐπάνοδό του ἀπό τήν ἐξορία. Ἀπό τήν ἐξορία τόν μετέφεραν διά νά ἰδοῦν ἄν ἐπείσθη νά ὑπακούση στίς βασιλικές καί πατριαρχικές ἐντολές. Θά μεταφέρωμε μία ἀκόμη πολύ χαρακτηριστική συζήτησι τοῦ ὁσίου ἀπό αὐτήν τήν περίοδο, ἡ ὁποία θά μποροῦσε νά χαρακτηρισθῆ «ὡς δρόσος Ἀερμών» γιά τίς ἡμέρες μας, ἄν βεβαίως εἴχαμε κάτι ἐλάχιστο ἀπό τό φρόνημα τοῦ ἁγίου: «Kαί τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ περί τήν αὐτήν ἀφήν τοῦ λύχνου, Τρώϊλος ὁ πατρίκιος καί Σέργιος ὁ Εὐκρατᾶς, ὁ ἐπί τῆς τραπέζης τῆς βασιλικῆς, παρεγένοντο πρός τόν δοῦλον Θεοῦ τόν γέροντα, καί καθίσαντες ἐκέλευσαν καί αὐτόν καθίσαι, καί εἶπον πρός αὐτόν · Εἰπέ ἡμῖν, κῦρι ἀββᾶ, τήν μεταξύ σοῦ καί Πύρρου γενομένην ἐν Ἀφρικῇ καί Ρώμῃ περί τῶν δογμάτων κίνησιν, καί ποίοις αὐτόν ἔπεισας ἀναθεματίσαι τό δόγμα τό ἴδιον, καί τῷ σῷ συνθέσθαι. Καί ἀφηγήσατο αὐτοῖς πάντα καθεξῆς, ὅσα ἡ μνήμη ἀνέσωσε.»Καί τοῦτο εἶπεν, ὅτι Ἐγώ δόγμα ἴδιον οὐκ ἔχω, ἀλλά τό κοινόν τῆς Ἐκκλησίας τῆς καθολικῆς. Οὐ γάρ ἐκίνησα φωνήν τήν οἱανοῦν, ἵνα ἴδιόν μου λέγηται δόγμα.»Καί μετά τήν ἀφήγησιν λέγουσιν αὐτῷ · Οὐ κοινωνεῖς τῷ θρόνῳ Κωνσταντινουπόλεως;»Καί εἶπεν · Οὐ κοινωνῶ.»Διά ποίαν οὐ κοινωνεῖς αἰτίαν; εἶπον.Ἀπεκρίθη:Ὅτι τάς ἁγίας τέσσαρας συνόδους ἐξέβαλον διά τῶν ἐν Ἀλεξανδρείᾳ γενομένων ἐννέα κεφαλαίων, καί διά τῆς ἐν ταύτῃ τῇ πόλει γενομένης παρά Σεργίου Ἐκθέσεως, καί διά τοῦτο προσεχῶς ἐπί τῆς ἕκτης ἰνδικτιῶνος ἐκτεθέντος Τύπου, καί ὅτι, ἅπερ ἐδογμάτισαν διά τῶν κεφαλαίων, διά τῆς Ἐκθέσεως κατέκριναν · καί ἅπερ ἐδογμάτισαν διά τῆς Ἐκθέσεως, διά τοῦ Τύπου ἠκύρωσαν, καί καθεῖλαν ἑαυτούς τοσαυτάκις. Οἱ τοίνυν ὑφ’ ἑαυτῶν κατακριθέντες καί ὑπό τῶν Ρωμαίων, καί τῆς μετά ταῦτα ἐπί τῆς ὀγδόης ἰνδικτιῶνος γενομένης συνόδου καθαιρεθέντες, ποίαν ἐπιτελέσουσι μυσταγωγίαν · ἤ ποῖον πνεῦμα τοῖς παρά τῶν τοιούτων ἐπιτελουμένοις ἐπιφοιτᾷ;»Καί λέγουσιν αὐτῷ · Σύ μόνος σώζῃ καί πάντες ἀπόλλυνται;»Καί εἶπεν · Οὐδένα κατέκριναν οἱ τρεῖς παῖδες μή προσκυνήσαντες τῇ εἰκόνι, πάντων ἀνθρώπων προσκυνούντων. Οὐ γάρ ἐσκόπουν τά τῶν ἄλλων, ἀλλ’ ἐσκόπων ὅπως ἄν αὐτοί μή ἐκπέσωσι τῆς ἀληθοῦς εὐσεβείας. Οὕτω καί Δανιήλ βληθείς εἰς τόν λάκκον τῶν λεόντων, οὐ κατέκρινέ τινα τῶν μή προσευξαμένων τῷ Θεῷ κατά τό θέσπισμα Δαρείου, ἀλλά τό ἴδιον ἐσκόπησε · καί εἵλετο ἀποθανεῖν καί μή παραπεσεῖν τῷ Θεῷ καί ὑπό τῆς ἰδίας μαστιγωθῆναι συνειδήσεως, ἐπί τῇ παραβάσει τῶν φύσει νομίμων. Κἀμοί οὖν μή δῷ ὁ Θεός κατακρῖναι τινα, ἤ εἰπεῖν, ὅτι ἐγώ μόνος σώζομαι. Αἱροῦμαι δέ ἀποθανεῖν, ἤ θρόησιν ἔχειν κατά τό συνειδός ὅτι περί τήν εἰς Θεόν πίστιν παρεσφάλην καθ’ οἱονδήποτε τρόπον.»Λέγουσιν αὐτῷ · Καί τί ἔχεις ποιῆσαι, τῶν Ρωμαίων ἑνουμένων τοῖς Βυζαντίοις; Ἰδού γάρ χθές ἦλθον οἱ ἀποκρισιάριοι Ρώμης, καί αὔριον τῇ Κυριακῇ κοινωνοῦσι τῷ πατριάρχῃ, καί πᾶσι δῆλον γίνεται, ὅτι σύ διέστρεφες τούς Ρωμαίους · ἀμέλει, σοῦ ἀπαρθέντος ἐκεῖθεν, συνέθεντο τοῖς ἐνταῦθα.»Καί εἶπε πρός αὐτούς · Οἱ ἐλθόντες, οἱονδήποτε πρόκριμα τῷ θρόνῳ Ρώμης, κἄν κοινωνήσωσιν, ἐπάν οὐκ ἤγαγον πρός τόν πατριάρχην ἐπιστολήν, οὐ ποιοῦσι · καί οὐ πείθομαι πάντως ὅτι οἱ Ρωμαῖοι ἑνοῦνται τοῖς ἐνταῦθα, εἰ μή ὁμολογήσωσι τόν Κύριον ἡμῶν καί Θεόν, καθ’ ἑκατέραν τῶν ἐξ ὧν, ἐν οἷς τε καί ἅπερ ἐστίν, εἶναι φύσει θελητικόν τε καί ἐνεργητικόν τῆς ἡμῶν σωτηρίας.»Καί λέγουσιν · Εἰ δέ συμβιβασθῶσι τοῖς ἐνταῦθα οἱ Ρωμαῖοι, τί ποιεῖς;»Καί εἶπε · Τό Πνεῦμα τό ἅγιον διά τοῦ Ἀποστόλου, καί ἀγγέλους ἀναθεματίζει παρά τό κήρυγμα τι νομοθετοῦντας» (ΕΠΕ Φιλοκαλία 15Γ, σελ. 88).Ἐδῶ ἄξιο παρατηρήσεως εἶναι ὅτι μετά τήν ἐμμονή τοῦ ὁσίου νά μήν ἔχη ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μέ τούς Πατριαρχικούς τῆς Κωνσταντινουπόλεως, οἱ ἄρχοντες τοῦ ὑποβάλλουν τήν ἐρώτησι: «Σύ μόνος σώζῃ καί πάντες ἀπόλλυνται;». Εἶναι ὄντως πολύ ὕπουλη ἡ ἐρώτησις καί τίθεται κατά κόρον καί σήμερα. Ὁ ὅσιος ἀπαντᾶ ὅτι ἡ κρίσις δέν εἶναι ἰδική του ὑπόθεσις ἀλλά τοῦ Θεοῦ. Ἰδική του εὐθύνη εἶναι νά ἀποθάνη χάριν τῆς ἀληθοῦς πίστεως καί νά μήν προδώση. Στήν ἐρώτησι, ἐπίσης, διά τό τί θά κάνη ὁ ὅσιος ἐάν ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης συμβιβασθῆ μέ τόν λεγόμενο «Τύπο» καί προσχωρήση εἰς τόν Μονοθελητισμό, ὁ ὅσιος δίδει μεγαλοπρεπῆ ἀπάντησι, χωρίς νά ἀναφέρη τίποτε ἰδικό του: «Τό Πνεῦμα τό ἅγιον διά τοῦ Ἀποστόλου, καί ἀγγέλους ἀναθεματίζει παρά τό κήρυγμά τι νομοθετοῦντας». Δηλαδή καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης μέ τήν ἀποδοχή τῆς αἱρέσεως θά εἶναι ἀναθεματισμένη καί ὁ ἴδιος φυσικά δέν θά ἔχη καμμία ἐκκλησιαστική ἐπικοινωνία μαζί της.Στήν ἀναφορά μας στόν ἅγ. Μάξιμο τόν ὁμολογητή εἶναι ἀναγκαῖο νά μεταφέρωμε καί κάποιες συζητήσεις πού ἐγίνοντο ἀπό τόν ὅσιο στήν ἐξορία τῆς Βιζύης, ἀπό τούς ἀπεσταλμένους τοῦ Πατριάρχη καί τοῦ αυτοκράτορος: «ΘΕΟΔ. Παρακαλεῖ ὁ βασιλεύς καί ὁ Πατριάρχης δι’ ἡμῶν, μαθεῖν παρά σοῦ, διά ποίαν αἰτίαν οὐ κοινωνεῖς τῷ θρόνῳ Κωνσταντινουπόλεως... ΜΑΞ. Οἱῳδήποτε τρόπῳ ἤλθατε πρός τόν δοῦλον ἡμῶν, ἐγώ χωρίς πάσης ὑποστολῆς λέγω τήν αἰτίαν δι’ ἥν οὐ κοινωνῶ τῷ θρόνῳ Κωνσταντινουπόλεως. Πλήν κἄν ἄλλων ἦν τό ἐρωτᾷν με διά ποίαν αἰτίαν, ὑμῶν οὐκ ἔστι, τῶν γινωσκόντων ἀσφαλῶς πλεῖον ἐμοῦ τήν αἰτίαν. Γινώσκετε τάς γενομένας καινοτομίας ἀπό τῆς ἕκτης ἐπινεμήσεως τοῦ διελθόντος κύκλου ἀρξαμένας ἀπό Ἀλεξανδρείας διά τῶν ἐκτεθέντων ἐννέα κεφαλαίων παρά Κύρου, τοῦ οὐκ οἶδα πῶς γεγονότος ἐκεῖσε προέδρου, τῶν βεβαιωθέντων ὑπό τοῦ θρόνου Κωνσταντινουπόλεως · καί τάς ἄλλας ἀλλοιώσεις, προσθήκας τε καί μειώσεις, τάς γενομένας συνοδικῶς ὑπό τῶν προεδρευσάντων τῆς τῶν Βυζαντίων Ἐκκλησίας, Σεργίου λέγω καί Πύρρου καί Παύλου, ἅτινας καινοτομίας πᾶσα γινώσκει ἡ οἰκουμένη. Διά ταύτην τήν αἰτίαν οὐ κοινωνῶ, ὁ δοῦλος ὑμῶν, τῇ Ἐκκλησίᾳ Κωνσταντινουπόλεως. Ἀρθῶσι τά προσκόμματα τά τεθέντα ὑπό τῶν εἰρημένων ἀνδρῶν, μετ’ αὐτῶν ἐκείνων τῶν θεμένων αὐτά, καθώς εἶπεν ὁ Θεός· “Καί τούς λίθους ἐκ τῆς ὁδοῦ διαρρίψατε”, καί τήν λείαν καί τετριμμένην καί πάσης ἀκανθώδους αἱρετικῆς κακίας ἐλευθέραν ὁδόν τοῦ Εὐαγγελίου, καθάπερ καί ἦν εὑρίσκων, ὁδεύω πάσης δίχα προτροπῆς ἀνθρωπίνης. Ἕως δέ ἄν τοῖς τεθεῖσι προσκόμμασι καί τοῖς τεθεικόσιν αὐτά σεμνύνωνται οἱ πρόεδροι Κωνσταντινουπόλεως, οὐδείς ἐστιν ὁ πείθων με λόγος ἤ τρόπος κοινωνεῖν αὐτοῖς. »ΘΕΟΔ. Τί κακόν ὁμολογοῦμεν, ἵνα χωρισθῇς τῆς κοινωνίας ἡμῶν; »ΜΑΞ. Ὅτι, μίαν ἐνέργειαν λέγοντες θεότητος καί ἀνθρωπότητος τοῦ Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, συγχέετε τόν τε τῆς θεολογίας καί τῆς οἰκονομίας λόγον. Εἰ γάρ πεισθῆναι δεῖ τοῖς ἁγίοις Πατράσι λέγουσιν, Ὧν ἡ ἐνέργεια μία, τούτων καί ἡ οὐσία μία · τετράδα ποιεῖτε τήν ἁγίαν Τριάδα, ὡς ὁμοφυοῦς τῷ Λόγῳ γενομένης τῆς αὐτοῦ σαρκός, καί ἐκστάσης τῆς πρός ἡμᾶς καί τῆς αὐτόν τεκούσης συγγενοῦς κατά φύσιν ταυτότητος» (ΕΠΕ 15Γ, 18).Ὁ ἅγιος λοιπόν διαβεβαιώνει τούς ἀπεσταλμένους ὅτι ὁ μόνος τρόπος διά νά ἐπικοινωνήση μέ τήν Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἐκκλησιαστικῶς εἶναι ἡ ἄρσις τῶν προσκομμάτων, δηλαδή τῶν αἱρετικῶν διδασκαλιῶν. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει ἀναφέρει «οὐδείς ἐστίν ὁ πείθων με λόγος ἤ τρόπος κοινωνεῖν αὐτοῖς». Εἶναι ἀξιοθαύμαστη ἡ ἀκρίβεια καί ἡ ἐμμονή τοῦ ὁσίου στήν ὀρθόδοξο πίστι. Στή συνέχεια αὐτῆς τῆς συζητήσεως θέτουν οἱ ἀντιπρόσωποι στόν ὅσιο τόν ἑξῆς προβληματισμό: «Τό δι’ οἰκονομίαν γενόμενον μή λάβῃς ὡς κύριον δόγμα»(Φιλοκαλία ΕΠΕ 15Γ, σελ. 22). Δηλαδή ἀναφέρουν ὅτι ὁ λεγόμενος «Τύπος» ἔγινε διά νά συναντηθοῦν καί ἑνωθοῦν τά ἀντιμαχόμενα μέρη, οἱ Ὀρθόδοξοι καί οἱ Μονοθελῆται καί ὡς ἐκ τούτου ἐχρησιμοποιήθη ἡ οἰκονομία, ἡ ὁποία δέν ἀναιρεῖ οὔτε ἐπηρεάζει τό δόγμα. Ὁ ὅσιος ὅμως ἀνυποχώρητος, δέν τό δέχεται αὐτό καί διδάσκει ὅτι εἰς τά τῆς πίστεως δέν χωρεῖ συγκατάβασις καί οἰκονομία. «Καί ποῖος πιστός δέχεται οἰκονομίαν κατασιγάζουσαν φωνάς, ἅσπερ λαλεῖσθαι δι’ Ἀποστόλων καί Προφητῶν καί Διδασκάλων ὁ τῶν ὅλων Θεός ᾠκονόμησε;» (ΕΠΕ 15Γ, 24). Ἐπεκτείνει δέ τήν διδασκαλία του ἀναφέροντας τά ἑξῆς: «Καί ἄλλο δέ σκοπήσωμεν · ὁ Θεός ἐκλεξάμενος ἐξήγειρεν Ἀποστόλους καί Προφήτας καί Διδασκάλους πρός τόν καταρτισμόν τῶν ἁγίων, ὁ δέ διάβολος ψευδαποστόλους καί ψευδοπροφήτας καί ψευδοδιδασκάλους κατά τῆς εὐσεβείας ἐκλεξάμενος ἐξήγειρε, ὥστε καί τόν παλαιόν πολεμηθῆναι νόμον καί τόν εὐαγγελικόν. Ψευδαποστόλους δέ καί ψευδοπροφήτας καί ψευδοδιδασκάλους μόνους νοῶ τούς αἱρετικούς, ὧν οἱ λόγοι καί οἱ λογισμοί διεστραμμένοι εἰσίν. Ὥσπερ οὖν ὁ τούς ἀληθεῖς Ἀποστόλους καί Προφήτας καί Διδασκάλους δεχόμενος Θεόν δέχεται, οὕτω καί ὁ τούς ψευδαποστόλους καί ψευδοπροφήτας καί ψευδοδιδασκάλους δεχόμενος τόν διάβολον δέχεται»(ΕΠΕ 15Γ, 24).

Εἶναι φοβερό τό σημεῖο αὐτό καί πρέπει νά προβληματίση κάθε ὀρθόδοξο. 
Ἀναφέρει ὁ ὅσιος ὅτι,ὅπως ὁ Θεός ἐξέλεξε καί ἔθεσε εἰς τήν Ἐκκλησία Ἀποστόλους, Προφήτας καί διδασκάλους,
 ἔτσι καί ὁ διάβολος ἐξέλεξε καί ἔθεσε «κατά τῆς εὐσεβείας ψευδαποστόλους, ψευδοπροφήτας καί ψευδοδιδασκάλους».
Πλέον συγκεκριμένα 
καί μέ ἀπαράμιλλη διαύγεια ἀναφέρει, 
ποῖοι εἶναι αὐτοί:
«Ψευδαποστόλους δέ καί ψευδοπροφήτας καί ψευδοδιδασκάλους μόνους νοῶ τούς αἱρετικούς, 
ὧν οἱ λόγοι καί οἱ λογισμοί διεστραμμένοι εἰσί».



Πηγή: ''Η Αγκαλιά της Παναγίας''
Τίτλος,επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


ΤΟ ΑΣΚΗΤΙΚΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΠΑΤΕΡΙΚΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ





 Προσφιλέστατα εν Κυρίω τέκνα!

 

 Θα ερωτήσετε τώρα δια τας συνεπείας εκ της απομακρύνσεως από το ασκητικόν πνεύμα της Ορθοδοξίας μας

 αι οποίαι καθίστανται τρομακτικαί, 

διότι νοθεύεται ολόκληρος η διδασκαλία της ασκητικής αγιωτάτης Πίστης μας. 

Χάρις εις τον ασκητισμόν η Εκκλησία διετηρήθη ανά τους αιώνας Ορθόδοξος.

 Διατί; 

Διότι, ως είπον προηγουμένως, η αγιότης συνδέεται με την άσκησιν αρρήκτως 

και πάσα η διδασκαλία της Εκκλησίας διεμορφώθη υπό των ασκητικών αγίων Πατέρων. 

Εν άλλοις λόγοις, 

οι άγιοι Πατέρες αν υπήρξαν Διδάσκαλοι της Εκκλησίας απλανείς, τούτο το ώφειλον εις την ασκητικήν ζωή των.

 Ο Χριστοκεντρισμός των, η εν Αγίω Πνεύματι ζωή των, 

υπήρξε καρπός της αγίας ασκήσεώς των.

Εάν λοιπόν παύση να καλλιεργήται υπό της Εκκλησίας ο ασκητισμός, 

κατ’ ανάγκην νοθεύεται το περιεχόμενό της. 

Νέαι διδασκαλίαι ανακύπτουν,

 αι φωναί του Αγίου Πνεύματος υποκαθίστανται υπό φωνών ανθρωπίνων, εστερημένων κύρους.



Έκαστος εισφέρει κατά το δοκούν εις την Εκκλησίαν, προκαλείται σύγχυσις και έριδες, αι ετεροδιδασκαλίαι λυμαίνονται την ζωήν της αγίας Εκκλησίας μας, το πλήρωμα της Εκκλησίας εντεύθεν συγχέεται και απόλλυνται ψυχαί, «δι’ ας Χριστός απέθανεν». Αυτό ακριβώς συνέβη εις τον Ρωμαιοκαθολικισμόν και εις μείζονα βαθμόν εις τον Προτεσταντισμόν. Από τι νομίζετε ότι η τέως «προκαθημένη της αγάπης», η Τοπική Ρωμαϊκή Εκκλησία, κατέπεσεν εις τόσας αιρέσεις και τόσας κακοδοξίας; Από την εγκατάλειψιν της καλλιεργείας της αγιότητος δια της ασκήσεως. Ωσαύτως διατί ο προτεσταντισμός, πιστόν τέκνον της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, πλειοδοτήσας εις Ουμανισμόν, εις Ορθολογισμόν, ήδη διατελεί κατατετμημένος εις πλείονας των τεσσάρων εκατοντάδων ομολογίας, αδυνατών να επιτύχη μίαν έστω και πλασματικήν συμβίωσιν και μεταξύ αυτών μίαν συμφιλίωσιν; Ουχί διότι θεωρήσας τον Μοναχισμόν ως άχρηστον και συνεπώς αυτήν την αγιάζουσαν άσκησιν και στερηθείς ούτως κοινής πνευματικής πείρας, παρεδόθη εις τον εκ των έσω προσδιοριζόμενον λόγον, όστις εξ αυτής της φύσεώς του, ούτε να υποταχθή εις τον θείον λόγον δύναται, αλλ’ ούτε και προϋποθέσεις συμφωνίας να δημιουργήση; Το κοντάκιον της Αγίας Πεντηκοστής λέγει: «Ότε καταβάς τας γλώσσας συνέχεε, διεμέριζεν Έθνη ο Ύψιστος, ότε του πυρός τας γλώσσας διένειμεν, εις ενότητα πάντας εκάλεσεν…». Τούτο σημαίνει, ότι η ενότης είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος, όπερ ενεργεί εις τας καρδίας εκείνας, αίτινες παρέχουν εαυτάς εις κατοίκησίν του. Αλλά πώς να λάμψη εις καρδίας μη κεκαθαρμένας το Άγιον Πνεύμα και εις εκείνους οι οποίοι δεν δίδουν σημασίαν εις την δια της ασκήσεως καθαρότητα; Αυτόν τον κίνδυνον διατρέχει η Αγία Εκκλησία μας, εάν στερηθή της εμμόνου αισθήσεως της αληθείας, την οποίαν παρέχει η εν Χριστώ πνευματική πείρα, και παραδώση εαυτήν έκθετον εις τας επιδράσεις του, εξ ακαθάρτου πηγής, αντλουμένου ανθρωπίνου λόγου, όστις είναι τόσον διάφορος του λόγου του Ευαγγελίου. Η αγία Εκκλησία μας ταλαιπωρείται από της απελευθερώσεως του Γένους εκ των επιδράσεων του προτεσταντισμού και συγκεκριμένως από της εποχής της αντιβασιλείας του Όθωνος. Αλλά πρέπει να είμεθα αντικειμενικοί. Εάν η Προτεσταντική αντιβασιλεία και κυρίως του Μάουρερ, συνήντων αντίδρασιν από την Πατερικώς ζώσαν Εκκλησίαν, ασφαλώς η κατάλυσις των Μοναστηρίων δεν θα είχε τας τρομακτικάς συνεπείας της. Θα υπήρχε το Πατερικόν πνεύμα, το οποίον άλλα Μοναστήρια θα ανήγειρεν και η πνευματική παράδοσις θα συνεχίζετο. Δυστυχώς ο Προτεσταντισμός είχεν επιφέρει βαθυτάτην φθοράν εντός του χώρου της Εκκλησίας μας, εκφραστικόν σύμπτωμα της οποίας ήτο ο περιβόητος Αρχιμανδρίτης Θεόκλητος Φαρμακίδης, ανήρ γυμνός πάσης πνευματικής γνώσεως, φορεύς της Προτεσταντικής νοοτροπίας, εχθρός των Ορθοδόξων παραδόσεων και πολέμιος του ασκητικού Μοναστικού πνεύματος. Ήτο, θα έλεγον, εις άνθρωπος σκοτεινός, δια τον πρόσθετον λόγον, ότι εγεννήθη εντός του κλίματος της Ορθοδοξίας μας. Και προκειμένου να οικειωθή την προτεσταντικήν σκέψιν, εχρειάσθη, βεβαίως, δια ν’ απαλλαγή από τον φωτεινόν χιτώνα της Ορθοδοξίας μας, κάποια προσπάθεια. Αλλά και μετά τον Φαρμακίδην τα πράγματα δεν υπήρξαν ευτυχέστερα. Ετρυγώμεν τας συνεπείας της δουλείας του Γένους, χωρίς βιβλία πατερικά, με την μειονεκτικότητα των πρώην υποδούλων και αγραμμάτων, κατευθυνώμεθα εις την αφεγγή εσπερίαν δια να μάθωμεν επιστήμας και θεολογικά γράμματα. Και το αποτέλεσμα; Να μεταφέρεται εις τους κόλπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας ο ορθολογισμός αμφοτέρων των εκδόσεων. Και ο προτεσταντικός και ο ρωμαιοκαθολικός. Και εντεύθεν να διδάσκεται εις τα τέκνα της Εκκλησίας, εις τα τέκνα του Θεού, μία Θεολογία ξένη και πολέμιος της Εκκλησίας. Και αυτή η συνήθεια, δυστυχώς, να καταφεύγωμεν εις την εσπερίαν δια Θεολογικάς σπουδάς, έφθασε μέχρι των ημερών μας. Aλλά εάν τότε υπήρξε τι το ελαφρυντικόν, σήμερον όμως με τα μέσα άτινα διαθέτομεν, είναι αδικαιολόγητος η προσφυγή εις ανορθόδοξα κλίματα δια να μάθωμεν τι; Ορθόδοξον Θεολογίαν; Αλλ’ ερωτάται: Πως μας διαφεύγη ότι η Θεολογία αποτελεί το θεμέλιον της Εκκλησίας μας και εάν δεν έχωμεν ορθόδοξον Θεολογίαν, η Εκκλησία δεν είναι δυνατόν να ζη ορθοδόξως; Πως επί θεμελίω Ρωμαιοκαθολικώ ή Προτεσταντικώ δύναται να στηριχθή η Εκκλησία χωρίς να αρνηθή εαυτήν; Αλλ’ ερωτώ πάλιν. Ποιος ο λόγος να διακινδυνεύση τις την Ορθοδοξίαν του, με το ενδεχόμενον να αποτελέση εξαίρεσιν εις τον κανόνα; Και διατί, άλλωστε, αντί της μεταβάσεώς μας εις Πανεπιστήμια Ρωμαιοκαθολικά ή προτεσταντικά, να μη ανέλθωμεν εις τον Άγιον Όρος ή εις την Μονήν του Σινά, όπου δι’ ησυχίας και περισυλλογής, δια προσευχής και νηστείας, να μελετήσωμεν τους αγίους Πατέρας, να καθαρθώμεν εκ των της ψυχής παθών, να εθισθώμεν εις την αγίαν προσευχήν, να ελλαμφθώμεν εις τον νουν, να δημιουργήσωμεν προϋποθέσεις εναρμονίσεως με την διδασκαλίαν των αγίων Πατέρων; Η Ορθοδοξία διαφέρει βασικώς, μεταξύ των άλλων, από τον ρωμαιοκαθολικισμόν και τον προτεσταντισμόν και εις το ότι, η Ορθόδοξος Εκκλησία είναι μοναστική και ασκητική, ο δε Δυτικός Χριστιανισμός είναι Ουμανιστικός. Αλλά τι είναι εν αναλύσει Ουμανισμός; Είναι η πίστις εις τον άνθρωπον, η απιστία προς τον Θεόν. Αλλά ο Ουμανισμός ο Προτεσταντικός είναι διάφορος του Ρωμαιοκαθολικού κατά τούτο: Ότι ο μεν Ρωμαιοκαθολικός Ουμανισμός υπερετίμησε τας ανθρωπίνους δυνατότητας, αίτινες προσωποποιούνται εις ένα πρόσωπον, εις τον Πάπαν, ο δε Προτεσταντικός, πλανώμενος και φρονών, ότι η σωτηρία χορηγείται μόνον δια της πίστεως, εγκατέλειψε πάσαν εξ ανθρώπου προσπάθειαν, εβασίσθη ουσιαστικώς εις τας ιδίας του δυνάμεις και παρεδόθη εις την ακάθαρτον διάνοιάν του και εις τας φαντασιώσεις του. Αλλά η ζωή της αγίας μας Εκκλησίας είναι ασκητική, είναι αγών δια την διόδευσιν της στενής και τεθλιμμένης οδού, είναι εγρήγορσις και υπωπιασμός, είναι αγνισμός «από παντός μολυσμού σαρκός και πνεύματος», είναι ταπείνωσις. Ούτω πως καθαιρώμενοι, εφελκύομεν την χάριν, ζώμεν εν Χριστώ, ανώτεροι «σαρκός και αίματος» και ηγιασμένοι μετέχωμεν εις το θεωθέν σώμα του Χριστού και εντεύθεν εξανθούν πάσαι αι θείαι αρεταί. Πρέπει ενταύθα να προλάβω μίαν ένστασιν τινών θεολόγων μας, οίτινες θέλουν να βλέπουν εις τον ασκητισμόν μίαν καθαράν ανθρωπίνην προσπάθειαν, η οποία, μη βοηθουμένη υπό του Αγίου Πνεύματος, δεν είναι δυνατόν να καρποφορήση πνευματικούς καρπούς. Βεβαίως εάν εμπιστευθώμεν εις εαυτούς το έργον της καθάρσεώς μας, της ενεργείας των θείων εντολών, ασφαλώς ουδένα πνευματικόν αποτέλεσμα είναι δυνατόν να έχωμεν. Πρέπει να γνωρίζομεν εκ των προτέρων, ότι ουδέν καλόν υπάρχει άνευ Χριστού. Χρειάζονται δύο στοιχεία δια την μετουσίωσίν μας: Το ένα είναι η εν ταπεινότητι και προσευχή αγωνιστική ανθρωπίνη βία και το έτερον, η διαγείρουσα εις εργασίαν και τελειούσα το έργον θεία χάρις. Ούτω εις αυτά τα έργα, εις την βίαν την Ευαγγελικήν, εις τα αθλήματα προς υπέρβασιν των ανθρωπίνων ατελειών, εις την προσπάθειαν προς θεραπείαν εκ των ολεθρίων παθών, εις την εργασίαν όλων των εντολών, συνυπάρχει και η θεία χάρις. Ώστε, ούτε η χάρις μόνη, δια τον κίνδυνον της ανελευθερίας, ούτε οι αγώνες μόνοι, δια να μη περιπέσωμεν εις τον ανθρωπισμόν του αιρετικού Πελαγίου. Εις την πρώτην περίπτωσιν, καθ’ ην πιστεύομεν, ότι η χάρις αποτελεί το άπαντον δια την τελειότητά μας, οδηγούμεθα εις αδράνειαν και εις τον αντιασκητισμόν. Εις την δευτέραν, ότι ο άνθρωπος σώζεται δια των έργων του, ενεργών ασκητικώς τας αγίας αρετάς, πλανάται δια βίου παντός, ως αυτάρκης. Θα ήθελα λοιπόν, να ερωτήσω, πως είναι δυνατόν να επιλάμψη ο ήλιος της χάριτος εις τας ψυχάς, αίτινες δεν εκαθάρθησαν δια προσευχής και πένθους πνευματικού και θείων δακρύων; Πολύ, φοβούμαι, αδελφοί, ότι έχει εισδύσει εν τη Ορθοδόξω Θεολογία μας ένας ορθολογισμός, ως λογοκρατία και Ουμανισμός. Η αγία Ορθοδοξία μας αποδίδει ιδιαιτέραν σημασίαν εις καλλιέργειαν της αγιότητος. Μόνον ως άγιοι έχομεν νόημα, όσοι ελεηθέντες ανήκομεν εις το σώμα του Χριστού. Και η αγιότης αυτή δεν αποτελεί ένα γεγονός αναιτιολόγητον, μίαν πνευματικότητα νομοτελή. Είναι αποτέλεσμα μιας αθλήσεως νομίμου, είναι άνθος του Αγίου Πνεύματος, το οποίον εξήνθησεν εις καρδίας ερήμους εμπαθείας και πεπληρωμένας θείας εν Χριστώ αγάπης. Αλλά δια να φθάσωμεν εις τούτο το αποτέλεσμα χρειάζονται πνευματικοί αγώνες, όπως τους βλέπομεν εις τας ιστορίας των αγίων Πατέρων μας.



Μόνον με την βαθείαν και έντονον εσωτερικήν πείραν δυνάμεθα να μάθωμεν την αλήθειαν, 

να προσεγγίσωμεν τον Θεόν, να μυηθώμεν εις τα μυστήρια της αγίας Εκκλησίας μας, 

να αξιολογήσωμεν το μεγαλείον της πίστεώς μας, 

να ελλαμφθώμεν υπό του Αγίου Πνεύματος, 

να ίδωμεν τα πράγματα καθαρά, δια να διακρίνωμεν τας τόσον εξηπλωμένας πλάνας 

εις τον αγαθόν λαόν μας, να θωρακίσωμεν εαυτούς από την γοητείαν των τόσον παραδόξων θεωριών, 

αίτινες πλανούν τα τέκνα του Θεού.

 Μόνον, τέκνα μου,

 με εμπειρίας πνευματικάς θα αποκτήσωμεν διάκρισιν του θείου πνεύματος της Ορθοδοξίας, 

θα το αγαπήσωμεν, θα πεισθώμεν, ότι έξω της Εκκλησίας μας δεν υπάρχει,

 ειμή σκότος και έρεβος, πλάνη, σατανικαί μαγγανείαι, παράδοξοι θεωρίαι, 

όσον και αν παρουσιάζωνται υπό μορφήν υψηλής θεολογίας ή τερπούσης τας διανοίας φιλοσοφίας.



Αθωνικά Άνθη
Πηγή: ''Γνήσια Ορθόδοξη Φωνή''
Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2014

Η ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗΣ ΣΤΟΝ ΙΟ ΤΗΣ ΑΙΡΕΣΗΣ





  Αν γίνονταν χρήση του όπλου αυτού της Αποτείχισης,

η Εκκλησία δεν θα έφτανε ποτέ στο σημερινό κατάντημά της. 

Σήμερα, 

οι πιστοί παραπληροφορούνται από εκκλησιαστικούς ηγέτες, από «γεροντάδες», 

θεολόγους και λοιπούς ανόητους θεολογούντες, 

ότι όποιος αποτειχίζεται από τους αιρετικούς ποιμένες του, τους Οικουμενιστές και Λατινόφρονες, 

αποκόπτεται δήθεν από την Εκκλησία!

Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψέμα απ΄ αυτό! 

Τους διαψεύδουν και τους αποστομώνουν οι Πατέρες της Πρωτοδευτέρας Συνόδου,

 οι οποίοι ορίζουν ότι όσοι αποτειχίζονται από τέτοιους αιρετικούς επισκόπους, 

όχι μόνο δεν αποκόπτονται από την Εκκλησία, 

αλλά είναι άξιοι τιμής και επαίνου, γιατί αποκόπηκαν από ψευδεπισκόπους, όπως τους ονομάζουν!

Λένε, λοιπόν, οι άγιοι Πατέρες της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, 

ότι όσοι απομακρύνονται από την «κοινωνία» με τον αιρετικό επίσκοπό τους,

 «αυτοί όχι μόνο δεν θα υποβληθούν στην προβλεπόμενη από τους κανόνες ποινή,

 επειδή απέχουν από την «κοινωνία» με τον ονομαζόμενο επίσκοπο πριν από τη συνοδική απόφαση, 

αλλά και θα θεωρηθούν από τους Ορθοδόξους άξιοι τιμής που τους αρμόζει.

Γιατί δεν καταδίκασαν επισκόπους, αλλά ψευτοεπισκόπους και ψευτοδασκάλους 

και δεν κατατεμάχισαν την ένωση της Εκκλησίας με σχίσμα, αλλά φρόντισαν με ζήλο 

να σωθεί η Εκκλησία από σχίσματα και διαιρέσεις! 



 Ο Κύριος είπε κάποτε στους μαθητές Του κάτι το ιδιαίτερα ανησυχητικό! 

Τους είπε: «άρα ελθών ο υιός ανθρώπου ευρήσει την πίστιν επί της γης;».

Αυτά τα λόγια του Κυρίου τι σημαίνουν; 

Σημαίνουν, ότι όταν θα ξαναέλθει ο Κύριος να κρίνει τον κόσμο, μπορεί να εύρει την Πίστη, 

μπορεί όμως και να μην την εύρει! 

Και αν δεν την εύρει, δεν θα εύρει ούτε την Εκκλησία!

Φθάσαμε άραγε σε μια τέτοια εποχή;

 Και αν ναι, ποια είναι τότε η δική μας ευθύνη, που με τη δειλία και αδιαφορία μας αφήσαμε στις μέρες μας να προδίδεται η Πίστη! 

Δεν θα είμαστε τότε ανάξιοι απόγονοι, ενδόξων και αγίων προγόνων, που μας παρέδωσαν ακέραιη και ανόθευτη την Πίστη, 

κι’ εμείς την προδώσαμε στους εχθρούς της;

Λέγουν μερικοί, 

ότι η Εκκλησία ποτέ δεν θα εκλείψει, γιατί ο Κύριος είπε στον Πέτρο, 

ότι «πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής».

Τι εννοεί με τα λόγια Του αυτά ο Κύριος;



Εννοεί ότι αυτό που συνέβη με την Εκκλησία της Παλαιάς Διαθήκης, που τα μέλη της, οι άγιοι της Παλαιάς Διαθήκης, όταν πέθαιναν, αιχμαλωτίζονταν προσωρινά από τον διάβολο στο βασίλειό του στον Άδη, δεν θα ξανασυμβεί! Όλους τους κρατουμένους αγίους στον Άδη, τους απελευθέρωσε ο Κύριος, κατά την κάθοδο Του σ΄ αυτόν, μετά το σταυρικό Του θάνατο!Αυτό δεν πρόκειται να ξανασυμβεί. Δεν πρόκειται δηλαδή η Εκκλησία της Καινής Διαθήκης, που θα ίδρυε ο Κύριος κατά την Πεντηκοστή, να ξανααιχμαλωτισθεί από τον διάβολο στον Άδη!Οι επίσκοποι έχουν υπερέχουσα θέση στην Εκκλησία. Είναι εις «τόπον και τύπον Χριστού»! Είναι ταγμένοι από το Θεό να περιφρουρούν την Ορθή Πίστη και την Ορθή Ζωή, χωρίς τα οποία, κανένας δεν σώζεται. Και μαζί με τους επισκόπους, κάθε πιστός οφείλει να περιφρουρεί την Πίστη.Ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος, τονίζοντας την ευθύνη όλων μας για την περιφρούρηση της Πίστης, λέει σχετικά:«Ουδείς γαρ υμών κρίνεται διατί δαιμόνια ουκ εξέβαλεν, ει διατί ουκ έσχε πρόγνωσιν, αλλ’ έκαστος κριθήσεται, ει την πίστιν τετήρηκε και τας εντολάς και παραδόσεις γνησίως εφύλαξεν».Ποιοι επίσκοποι όμως είναι εις «τόπον και τύπον Χριστού»; Είναι όσοι διαθέτουν Ορθή Πίστη και Ορθή ζωή! Είναι οι καλοί επίσκοποι! Οι καλοί ποιμένες! Υπάρχουν στις μέρες μας τέτοιοι ποιμένες; Και τι κάνουν τώρα, που κινδυνεύει η Πίστη;Ο άγιος Συμεών, ο νέος Θεολόγος επισημαίνει ότι οι καλοί επίσκοποι είναι σπάνιοι! Λέει:«Σπάνιοι γαρ ως αληθώς και μάλιστα άρτι σε καλώς ποιμαίνειν και λατρεύειν ψυχάς λογικάς επιστάμενοι».Οι Αποστολικές Διαταγές σημειώνουν ότι πρέπει οι πιστοί να φεύγουν μακριά από τους κακούς ποιμένες, τους «φθορείς», όπως τους αποκαλούν! Γράφουν: «Ώσπερ γαρ τω καλώ ποιμένι το μη ακολουθούν πρόβατον λύκοις έκκειται εις διαφθοράν, ούτω τω πονηρώ ποιμένι το ακολουθούν πρόδηλον έχει τον θάνατον ότι κατατρώξεται αυτό. Διό φευκτέον από των φθορέων ποιμένων».Και κάτι το πολύ σπουδαίο, που τονίζει ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Λέει:«… και μη θαυμάσεις εάν οι ποιμένες λύκοι γίνωνται. Προς γαρ επισκόπους και πρεσβυτέρους διαλεγόμενος Παύλος ο απόστολος έλεγεν. “ότι εξ υμών αυτών αναστήσονται άνδρες λαλούντες διεστραμμένα”. Ώστε μηδείς πλανάτω υμάς έχων έξωθεν σχήμα αγγελικόν, και έσωθεν διαβολικόν. Δια τούτο ο Ιησούς έλεγε. “Βλέπετε μη τις υμάς πλανήση”, εγώ δε πάλιν τα όμοια ερώ.Βλέπετε μη τις υμάς πλανήση, μήτε από των έσωθεν μήτε από των έξωθεν, μη επίσκοπος, μη πρεσβύτερος, μη διάκονος, μη αναγνώστης, ή τις εάν ή, λαλών διεστραμμένα. Οίτινες έρχονται προς υμάς εν ενδύμασι προβάτων, έσωθεν δε είναι λύκοι άρπαγες, οίτινες έχουσι μόρφωσιν ευσεβείας, την δε δύναμιν αυτής ηρνημένοι. Υμείς δε, αγαπητοί, μη πλανηθήτε, αλλ’ ως παρελάβετε τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, εν Αυτώ περιπατείτε και ο Θεός της ειρήνης έσται μεθ’ υμών».Άνευ του επισκόπου, που είναι πράγματι «εις τόπον και εις τύπον Χριστού» (και όχι κάθε επίσκοπος!) δεν πρέπει τίποτε να πράττουν οι πιστοί, λέει ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος.Ο άγιος Κυπριανός συμπληρώνει, ότι όποιος δεν είναι με τον καλό επίσκοπο, αυτός δεν είναι στην Εκκλησία! Γράφει:«ο επίσκοπος εν τη Εκκλησία εστί και όσοι μετά του επισκόπου ουκ εισίν, ουδέ εν τη Εκκλησία εισίν».Ο Απόστολος Παύλος προτρέπει τους πιστούς:, λέγοντας:«πείθεσθε τοις Ηγουμένοις υμών και υπείκετε, αυτοί γαρ αγρυπνούσιν υπέρ των ψυχών υμών ως λόγον αποδώσοντες»,αφού προηγουμένως έγραψε για τους ποιμένες της Εκκλησίας «ων αναθεωρούντες την έκβασιν της αναστροφής μιμείσθε την πίστιν».Απαιτεί δηλ. ο Απόστολος Παύλος πειθαρχία και υπακοή μόνο στον επίσκοπο εκείνο που «αγρυπνεί» υπέρ των ψυχών του ποιμνίου του, που έχει δηλ. αγία ζωή. Μόνο ένας τέτοιος επίσκοπος αποτελεί για το ποίμνιό του παράδειγμα προς μίμηση. Με τέτοιες προϋποθέσεις, ο επίσκοπος είναι όντως «εις τόπον και τύπον Χριστού»! Χωρίς τη γνώμη ενός τέτοιου επισκόπου δεν πρέπει να κάνουν τίποτε οι πιστοί! Μόνο σε τέτοιους επισκόπους επιβάλλουν οι Πατέρες να κάνουν υπακοή οι πιστοί.Γι’ αυτό ο Μέγας Βασίλειος γράφει, ότι εάν οι ποιμένες λέγουν κάτι σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου, πρέπει να υπακούομε. Αν όμως λέγουν κάτι αντίθετο απ’ τις εντολές του Ευαγγελίου, κι’ αν ακόμη αυτός που προστάζει είναι άγγελος εξ ουρανού, ή κάποιος Απόστολος, δεν πρέπει να υπακούομε.Όταν όμως οι επίσκοποι δεν είναι Ορθόδοξοι, όταν οι επίσκοποι γίνονται διδάσκαλοι της κακοδοξίας, τότε δημιουργείται σοβαρότατο πρόβλημα για τους πιστούς και την Εκκλησία. Αυτό, που είπε ο Κύριος για τους Γραμματείς και Φαρισαίους, που θεωρούνταν διάδοχοι του Μωϋσή, ισχύει για τους με αιρετικά φρονήματα επισκόπους, οι οποίοι είναι διάδοχοι των Αποστόλων! Είπε ο Κύριος:«Επί της Μωσέως καθέδρας εκάθισαν οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι» οι οποίοι ούτε οι ίδιοι εσώζοντο, αλλά δεν άφηναν και τους άλλους να σωθούν.Η αίρεση αποξενώνει τον άνθρωπο από το Θεό. Στερεί τη σωτηρία από κάθε πιστό. Για το λόγο αυτό η αίρεση έχει ορισμένες βαρύτατες συνέπειες τόσο για τον ίδιο τον αιρετικό, όσο και για τους άλλους πιστούς, αλλά και για την Εκκλησία.Θα δούμε τις συνέπειες αυτές και στις τρεις αυτές περιπτώσεις.Τι σημαίνει για τον ίδιο τον αιρετικό, το ότι είναι αιρετικός;Από τη στιγμή που ένας πιστός, λαϊκός, μοναχός ή κληρικός, δεχθεί κάποια αίρεση, ακόμα κι’ αν δεν την έχει διακηρύξει σε κανέναν, αλλά την κρατάει κρυφή για τον εαυτό του, γίνεται εχθρός του Θεού, κατά τον άγιο Ιωάννη Χρυσόστομο.Αυτό εξηγείται από το γεγονός, ότι ένας πιστός με την αποδοχή κακοδοξιών χάνει την Ορθή Πίστη, που είναι η Αποστολική Παράδοση. Σημαίνει ότι διακόπτεται γι’ αυτόν η Αποστολική Διαδοχή. Σημαίνει ότι ο αιρετικός αυτός παύει πλέον ν’ αποτελεί μέλος της Εκκλησίας του Χριστού!Ο ίδιος τότε μόνος του εξέρχεται από το σώμα της Εκκλησίας. Αυτοαποκόπτεται μόνος του από την Εκκλησία, έστω κι’ αν τυπικά λέει ότι παραμένει! Αυτοκαταδικάζεται, δηλ. ο ίδιος μόνος του καταδικάζει τον εαυτό του! Το λέει αυτό και ο Απόστολος Παύλος, όταν γράφει για κάθε αιρετικό ότι: «αμαρτάνει ων αυτοκατάκριτος».δηλαδή είναι πλέον αυτοκαταδικασμένος!Ο Δοσίθεος Ιεροσολύμων γράφει:«Ο δε αιρετικός γενόμενος, ούτε Πατριάρχης εστίν, ούτε επίσκοπος, ούτε καν μέλος της Εκκλησίας». Ο Ανδρούτσος παρατηρεί σχετικά:«Οι αιρετικοί διακόπτουν την Αποστολική διαδοχή δια της ετεροδιδασκαλίας».Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς επίσης είναι ξεκάθαρος στο ζήτημα αυτό. Οι αιρετικοί, κατ’ αυτόν, από τη στιγμή που θα εγκολπωθούν μιά κακοδοξία, παύουν να ανήκουν στην Εκκλησία.Λέει:«Ουδέ της του Χριστού Εκκλησίας εισί, ως μη της αληθείας όντες»!Ιδιαίτερες όμως συνέπειες έχει η προσχώρηση κάποιου κληρικού, και μάλιστα επισκόπου, σε μια αίρεση.Οι κληρικοί τελούν τα μυστήρια της Εκκλησίας. Δημιουργείται όμως ένα πρόβλημα. Κληρικοί, που ουσιαστικά αυτοαποκόπηκαν από το σώμα της Εκκλησίας, λόγω κακοδοξιών τους, παρέμειναν όμως τυπικά σ’ αυτή, εφόσον ακόμα δεν έχουν καθαιρεθεί, μπορούν να παρέχουν αγιασμό στα μυστήριά τους;Η Σύνοδος της Καρθαγένης αποφαίνεται:«πώς μπορεί να εξαγιάσει και να αγιάσει το νερό (για το βάπτισμα) αυτός που είναι ο ίδιος μολυσμένος και ο οποίος δεν έχει το άγιο Πνεύμα;…Πώς μπορεί βαφτίζοντας να δώσει συγχώρεση αμαρτιών σε άλλον, αυτός που δεν μπόρεσε να αποβάλλει τις δικές του αμαρτίες;…Ποιος μπορεί να δώσει αυτό που ο ίδιος δεν έχει;Ή, πώς μπορεί να ασκεί έργα πνευματικά, αυτός που απέβαλε το άγιο Πνεύμα;Γιατί δεν μπορεί να δέχεται και να επιδοκιμάζει ο Θεός κάτι από αυτά που κάνουν εκείνοι τους οποίους ο Κύριος στα Ευαγγέλια τους λέει εχθρούς και αντιπάλους του;»Ο άγιος Λέων, πάπας Ρώμης, λέει:«Ουδείς αιρετικός αγιασμόν παρέχει δια των μυστηρίων».Ο Νικόδημος Αγιορείτης προσθέτει ότι:«οι αιρετικοί ιερωσύνη δεν έχουν, άρα και τα παρ’ αυτών ιερουργούμενα κοινά εισί και χάριτος και αγιασμού άμοιρα».Εάν κάποιος επίσκοπος, λοιπόν, έχει αποδεχθεί κάποια αίρεση, έστω και αν το ξέρει μόνο αυτός, χάνει τη χάρη να τελεί μυστήρια; Και οι πιστοί, που δεν ξέρουν ότι ο επίσκοπός τους κατέστη αιρετικός και ότι δεν έχει χάρη να τελεί μυστήρια;Σ’ αυτές τις περιπτώσεις λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ότι τα πράγματα οικονομεί ο Θεός. Λέει, ότι ο Θεός:«ου πάντας χειροτονεί, αλλά δια πάντων ενεργεί, δια το σωθήναι τον λαόν»!Αυτό σημαίνει, ότι για να μπορεί ένα άτομο να τελεί μυστήρια, πρέπει να είναι «χειροτονημένος» από το Θεό! Να έχει την «άνωθεν χειροτονία» πρώτα, για να μπορεί να έχει και την χειροτονία από τους ανθρώπους, τους επισκόπους. Αν κάποιος κληρικός, δεν έχει τη «χειροτονία» από το Θεό, δεν είναι πραγματικός κληρικός! Όμως, τα μυστήρια που τελεί ο κληρικός που δεν είναι χειροτονημένος από το Θεό, τα «ενεργεί» ο Θεός! Και αυτό το κάνει ο Θεός για τη σωτηρία του λαού, που δεν μπορεί να γνωρίζει ότι ο κληρικός αυτός είναι «αχειροτόνητος» από το Θεό!Είναι όντως φοβερό, το να παριστάνει κάποιος τον επίσκοπο και να μην είναι χειροτονημένος! Να τον έχουν χειροτονήσει άνθρωποι, αλλά ο Θεός να μην τον «χειροτόνησε» ποτέ! Τέτοιοι είναι οι σημερινοί επίσκοποι, που είναι ανάξιοι ή αιρετικοί!Τέτοιοι είναι οι επίσκοποι που δεν περιφρουρούν την Ορθοδοξία, αλλά την εγκαταλείπουν βορά στους αιρετικούς!«Αποτείχηση»: η ενδεδειγμένη στάση των πιστών έναντι των αιρετικών επισκόπων.Η «αποτείχηση» είναι η επιβαλλόμενη από την Αγία Γραφή και τους Πατέρες στάση στους πιστούς στην περίπτωση, που ο επίσκοπός τους είναι αιρετικός. Ένας αιρετικός επίσκοπος υπάρχει κίνδυνος να μεταδώσει την «λοιμική» νόσο της κακοδοξίας του και στα λοιπά μέλη της Εκκλησίας.Σήμερα αποφεύγεται η χρήση της «αποτείχισης», αυτού του τόσο αποτελεσματικού και δοκιμασμένου όπλου στη ζωή της Εκκλησίας. Αν γίνονταν χρήση του όπλου αυτού, η Εκκλησία δεν θα έφτανε ποτέ στο σημερινό κατάντημά της. Σήμερα, οι πιστοί παραπληροφορούνται από εκκλησιαστικούς ηγέτες, από «γεροντάδες», θεολόγους και λοιπούς ανόητους θεολογούντες, ότι όποιος αποτειχίζεται από τους αιρετικούς ποιμένες του, τους Οικουμενιστές και Λατινόφρονες, αποκόπτεται δήθεν από την Εκκλησία!Δεν υπάρχει μεγαλύτερο ψέμα απ΄ αυτό! Τους διαψεύδουν και τους αποστομώνουν οι Πατέρες της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, οι οποίοι ορίζουν ότι όσοι αποτειχίζονται από τέτοιους αιρετικούς επισκόπους, όχι μόνο δεν αποκόπτονται από την Εκκλησία, αλλά είναι άξιοι τιμής και επαίνου, γιατί αποκόπηκαν από ψευδεπισκόπους, όπως τους ονομάζουν!Λένε, λοιπόν, οι άγιοι Πατέρες της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, ότι όσοι απομακρύνονται από την «κοινωνία» με τον αιρετικό επίσκοπό τους, «αυτοί όχι μόνο δεν θα υποβληθούν στην προβλεπόμενη από τους κανόνες ποινή, επειδή απέχουν από την «κοινωνία» με τον ονομαζόμενο επίσκοπο πριν από τη συνοδική απόφαση, αλλά και θα θεωρηθούν από τους Ορθοδόξους άξιοι τιμής που τους αρμόζει. Γιατί δεν καταδίκασαν επισκόπους, αλλά ψευτοεπισκόπους και ψευτοδασκάλους και δεν κατατεμάχισαν την ένωση της Εκκλησίας με σχίσμα, αλλά φρόντισαν με ζήλο να σωθεί η Εκκλησία από σχίσματα και διαιρέσεις».     Οι πιστοί έχουν υποχρέωση να έχουν «κοινωνία» με τον επίσκοπός τους, εφόσον ο επίσκοπός τους είναι Ορθόδοξος, δηλ. έχει Ορθή Πίστη και Ορθό βίο. Σε αντίθετη περίπτωση είναι υποχρεωμένοι να μην έχουν «κοινωνία» με τον επίσκοπό τους αυτόν, για να μη θεωρηθεί ότι ταυτίζονται μαζί του.Πρακτική εκδήλωση της «κοινωνίας» των πιστών με τον επίσκοπό τους είναι τρία τινά:Πρώτον, οι πιστοί να εκκλησιάζονται σε ναούς, που δέχονται τον επίσκοπο αυτό. Δεύτερο, να συμμετέχουν οι πιστοί στα μυστήρια και ιδιαίτερα της θείας Ευχαριστίας, που τελεί είτε ο ίδιος ο επίσκοπος, είτε οι υπαγόμενοι σ΄ αυτόν κληρικοί.Και τρίτον, στις λατρευτικές συνάξεις των πιστών να μνημονεύεται το όνομα του επισκόπου, αλλά και άλλων επισκόπων, που βρίσκεται σε «κοινωνία» ο επίσκοπος αυτός.


 

Ποια σχέση πρέπει να υπάρχει μεταξύ πιστών και αιρετικών; 

Δεν μπορεί να υπάρχει καμιά σχέση μεταξύ τους!

Το ορίζει η Αγία Γραφή, όταν λέει:

«Μη γίνεσθε ετεροζυγούντες απίστοις. 

Τις γαρ μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; 

Τις δε κοινωνία φωτί προς σκότος; 

Τις δε συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαρ;»

Το γράφει ο Ιωάννης ο Θεολόγος,

 ο ευαγγελιστής της αγάπης:

«πας ο παραβαίνων και μη μένων εν τη διδαχή του Χριστού, Θεόν ουκ έχει. 

Ο μένων εν τη διδαχή του Χριστού, ούτος και τον πατέρα μια τον υιόν έχει. 

Ει τις έρχεται προς υμάς και ταύτην την διδαχήν ου φέρει, μη λαμβάνετε 

αυτόν εις την οικίαν,

 και χαίρειν αυτώ μη λέγετε»!




Απόσπασμα άρθρου με τίτλο
 ''Η αποτείχιση των πιστών από τους αιρετικούς επισκόπους''
Μέρος Β'
Πηγή: ''Η Αγκαλιά της Παναγίας''
Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
                                                                                     


Αθανάσιος Σακαρέλλος 
                                                                   

Θεολόγος – Επίτιμος Δικηγόρος


ΤΟ ΒΛΟΓΗΜΕΝΟ ΜΑΝΤΡΙ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΤΟΥ ΑΠΛΟΥ




O Ἅγιος Βασίλης, σὰν περάσανε τὰ Χριστούγεννα, πῆρε τὸ ραβδί του καὶ γύρισε σ᾿ ὅλα τὰ χωριά, νὰ δεῖ ποιὸς θὰ τόνε γιορτάσει μὲ καθαρὴ καρδιά.
 Πέρασε 
ἀπὸ λογιῶν-λογιῶν πολιτεῖες κι ἀπὸ κεφαλοχώρια, μὰ σ᾿ ὅποια πόρτα κι ἂν χτύπησε δὲν τ᾿ ἀνοίξανε, ἐπειδὴ τὸν πήρανε γιὰ διακονιάρη.
 Κ᾿ ἔφευγε πικραμένος,
 γιατὶ ὁ ἴδιος δὲν εἶχε ἀνάγκη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, μὰ ἔνοιωθε τὸ πόσο θὰ πονοῦσε ἡ καρδιὰ κανενὸς φτωχοῦ ἀπὸ τὴν ἀπονιὰ ποὺ τοῦ δείξανε κεῖνοι οἱ ἄνθρωποι.
Μιὰ μέρα ἔφευγε ἀπὸ ἕνα τέτοιο ἄσπλαχνο χωριό,
 καὶ πέρασε ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο, κ᾿ εἶδε τὰ κιβούρια πὼς ἤτανε ρημαγμένα, οἱ ταφόπετρες σπασμένες κι ἀναποδογυρισμένες,καὶ τὰ νιόσκαφτα μνήματα εἴτανε σκαλισμένα
 ἀπὸ τὰ τσακάλια. 
Σὰν ἅγιος ποὺ εἴτανε ἄκουσε πὼς μιλούσανε οἱ πεθαμένοι καὶ λέγανε:
 «Τὸν καιρὸ ποὺ εἴμαστε στὸν ἀπάνω κόσμο, δουλέψαμε, βασανιστήκαμε, κι ἀφήσαμε πίσω μας παιδιὰ κ᾿ ἐγγόνια 
νὰ μᾶς ἀνάβουνε κανένα κερί, νὰ μᾶς καίγουνε λίγο λιβάνι μὰ δὲν βλέπουμε τίποτα, μήτε παπᾶ στὸ κεφάλι μας 
νὰ μᾶς διαβάσει παραστάσιμο, μήτε κόλλυβα, παρὰ σὰν νὰ μὴν ἀφήσαμε πίσω μας κανέναν».



 

Κι ὁ ἅγιος Βασίλης πάλι στενοχωρήθηκε κ᾿ εἶπε: «Τοῦτοι οἱ χωριάτες οὔτε σὲ ζωντανὸ δὲ δίνουνε βοήθεια, οὔτε σὲ πεθαμένον», καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ νεκροταφεῖο, καὶ περπατοῦσε ὁλομόναχος μέσα στὰ παγωμένα χιόνια.Παραμονὴ τῆς πρωτοχρονιᾶς ἔφταξε σὲ κάτι χωριὰ ποὺ εἴτανε τὰ πιὸ φτωχὰ ἀνάμεσα στὰ φτωχοχώρια, στὰ μέρη τῆς Ἑλλάδας.


παγωμένος ἀγέρας βογκοῦσε ἀνάμεσα στὰ χαμόδεντρα καὶ στὰ βράχια, ψυχὴ ζωντανὴ δὲν φαινότανε, νύχτα πίσσα! Εἶδε μπροστά του μιὰ ραχούλα, κι ἀπὸ κάτω της εἴτανε μιὰ στρούγκα τρυπωμένη. Ὁ ἅγιος Βασίλης μπῆκε στὴ στάνη καὶ χτύπησε μὲ τὸ ραβδί του τὴν πόρτα τῆς καλύβας καὶ φώναξε: «Ἐλεῆστε με, τὸν φτωχό, γιὰ τὴν ψυχὴ τῶν ἀποθαμένων σας κι ὁ Χριστός μας διακόνεψε σὲ τοῦτον τὸν κόσμο!».


Τὰ σκυλιὰ ξυπνήσανε καὶ χυθήκανε ἀπάνω του, μὰ σὰν πήγανε κοντά του καὶ τὸν μυριστήκανε, πιάσανε καὶ κουνούσανε τὶς οὐρές τους καὶ πλαγιάζανε στὰ ποδάρια του καὶ γρούζανε παρακαλεστικὰ καὶ χαρούμενα. Ἀπάνω σ᾿ αὐτά, ἄνοιξε ἡ πόρτα καὶ βγῆκε ἕνας τσοπάνης, ὡς εἰκοσιπέντε χρονῶν παλληκάρι, μὲ μαῦρα στριφτὰ γένεια, ὁ Γιάννης ὁ Μπαρμπάκος, ἄνθρωπος ἀθῶος κι ἀπελέκητος, προβατάνθρωπος, καὶ πρὶν νὰ καλοϊδεῖ ποιὸς χτύπησε, εἶπε: «Ἔλα, ἔλα μέσα. Καλὴ μέρα, καλὴ χρονιά!».


Μέσα στὸ καλύβι ἔφεγγε ἕνα λυχνάρι, κρεμασμένο ἀπὸ πάνω ἀπὸ μία κούνια, ποὺ εἴτανε δεμένη σὲ δυὸ παλούκια. Δίπλα στὸ τζάκι εἴτανε τὰ στρωσίδια τους καὶ κοιμότανε ἡ γυναίκα τοῦ Γιάννη. αὐτός, σὰν ἐμπῆκε μέσα ὁ ἅγιος Βασίλης, κ᾿ εἶδε πὼς εἴτανε γέρος σεβάσμιος, πῆρε τὸ χέρι του καὶ τ᾿ ἀνεσπάσθηκε κ᾿ εἶπε: «Νά ῾χω τὴν εὐχή σου, γέροντα», καὶ τό ῾λεγε σὰν νὰ τὸν γνώριζε κι ἀπὸ πρωτύτερα, σὰ νά ῾τανε πατέρας του.


Καὶ κεῖνος τοῦ εἶπε: «Βλογημένος νά ῾σαι, ἐσὺ κι ὅλο τὸ σπιτικό σου, καὶ τὰ πρόβατά σου ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ νά ῾ναι ἀπάνω σας!». Σηκώθηκε κ᾿ ἡ γυναίκα καὶ πῆγε καὶ προσκύνησε καὶ κείνη τὸν γέροντα καὶ φίλησε τὸ χέρι του καὶ τὴ βλόγησε. Κι ὁ ἅγιος Βασίλης εἴτανε σὰν καλόγερος ζητιάνος, μὲ μιὰ σκούφια παλιὰ στὸ κεφάλί του, καὶ τὰ ράσα του εἴτανε τριμμένα καὶ μπαλωμένα καὶ τὰ τσαρούχια του τρύπια, κ᾿ εἶχε κ᾿ ἕνα παλιοτάγαρο ἀδειανό. Ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος ἔβαλε ξύλα στὸ τζάκι.


Καὶ παρευθύς, φεγγοβόλησε τὸ καλύβι καὶ φάνηκε σὰν παλάτι. Καὶ φανήκανε τὰ δοκάρια, σὰ νά ῾τανε μαλαμοκαπνισμένα, κ᾿ οἱ πητιὲς ποὺ εἴτανε κρεμασμένες φανήκανε σὰν καντήλια, κ᾿ οἱ καρδάρες καὶ τὰ τυροβόλια καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ σύνεργα ποὺ τυροκομοῦσε ὁ Γιάννης, γινήκανε σὰν ἀσημένια, καὶ σὰν πλουμισμένα μὲ διαμαντόπετρες φανήκανε, καὶ τ᾿ ἄλλα, τὰ φτωχὰ τὰ πράγματα πού ῾χε μέσα στὸ καλύβι του ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος.


Καὶ τὰ ξύλα ποὺ καιγόντανε στὸ τζάκι τρίζανε καὶ λαλούσανε σὰν τὰ πουλιὰ ποὺ λαλοῦνε στὸν παράδεισο, καὶ βγάζανε κάποια εὐωδιὰ πάντερπνη. Τὸν ἅγιο Βασίλη τὸν βάλανε κ᾿ ἔκατσε κοντὰ στὴ φωτιὰ κ᾿ ἡ γυναίκα τοῦ ῾θεσε μαξιλάρια νὰ ἀκουμπήσει. Κι ὁ γέροντας ξεπέρασε τὸ ταγάρι του ἀπὸ τὸ λαιμό του καὶ τό ῾βαλε κοντά του, κ᾿ ἔβγαλε καὶ τὸ παλιόρασό του κι ἀπόμεινε μὲ τὸ ζωστικό του.


Κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος πῆγε κι ἄρμεξε τὰ πρόβατα μαζὶ μὲ τὸν παραγυιό του, κ᾿ ἔβαλε μέσα στὴν κοφινέδα τὰ νιογέννητα τ᾿ ἀρνιά, κι ὕστερα χώρισε τὶς ἑτοιμόγεννες προβατίνες καὶ τὶς κράτησε στὸ μαντρί, κι ὁ παραγυιὸς τά ῾βγαλε τ᾿ ἄλλα στὴ βοσκή. Λιγοστὰ εἴτανε τὰ ζωντανά του, φτωχὸς εἴτανε ὁ Γιάννης, μὰ εἴτανε Βλογημένος. Κ᾿ εἶχε μία χαρὰ μεγάλη, σὲ κάθε ὥρα, μέρα καὶ νύχτα, γιατὶ εἴτανε καλὸς ἄνθρωπος κ᾿ εἶχε καὶ καλὴ γυναίκα, κι ὅποιος λάχαινε νὰ περάσει ἀπὸ τὴν καλύβα τους, σὰν νά ῾τανε ἀδελφός τους, τὸν περιποιόντανε.


Γιὰ τοῦτο κι ὁ ἅγιος Βασίλης κόνεψε στὸ σπίτι τους, καὶ κάθησε μέσα, σὰ νά ῾τανε δικό του σπίτι, καὶ βλογηθήκανε τὰ θεμέλιά του. Κείνη τὴ νύχτα τὸν περιμένανε ὅλες οἱ πολιτεῖες καὶ τὰ χωριὰ τῆς Οἰκουμένης, οἱ ἀρχόντοι, οἱ δεσποτάδες κ᾿ οἱ ἐπίσημοι ἀνθρῶποι μὰ ἐκεῖνος δὲν πῆγε σὲ κανέναν, παρὰ πῆγε καὶ κόνεψε στὸ καλύβι τοῦ Γιάννη τοῦ Βλογημένου.Τὸ λοιπόν, σὰν σκαρίσανε τὰ πρόβατα, μπῆκε μέσα ὁ Γιάννης καὶ λέγει στὸν ἅγιο: 


«Γέροντα, ἔχω χαρὰ μεγάλη. Θέλω νὰ μᾶς διαβάσεις τὰ γράμματα τ᾿ Ἅη-Βασίλη. Ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος ἀγράμματος, μὰ ἀγαπῶ τὰ γράμματα τῆς θρησκείας μας.


χω καὶ μία φυλλάδα ἀπὸ ἕναν γούμενο ἁγιονορίτη, κι ὅποτε τύχει νὰ περάσει κανένας γραμματιζούμενος, τὸν βάζω καὶ μοῦ διαβάζει ἀπὸ μέσα τὴν φυλλάδα, γιατὶ δὲν ἔχουμε κοντά μας ἐκκλησία».Ἔπιασε καὶ θαμπόφεγγε κατὰ τὸ μέρος τῆς ἀνατολῆς. Ὁ ἅγιος Βασίλης σηκώθηκε καὶ στάθηκε κατὰ τὴν ἀνατολὴ κ᾿ ἔκανε τὸ σταυρό του, ὕστερα ἔσκυψε καὶ πῆρε μία φυλλάδα ἀπὸ τὸ ταγάρι του, κ᾿ εἶπε: «Εὐλογητὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν πάντοτε,νῦν καὶ ἀεὶ καὶ εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων».


Κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος πῆγε καὶ στάθηκε ἀπὸ πίσω του, κ᾿ ἡ γυναίκα βύζαξε τὸ μωρὸ καὶ πῆγε καὶ κείνη καὶ στάθηκε κοντά του, μὲ σταυρωμένα χέρια. Κι ὁ ἅγιος Βασίλης εἶπε τὸ «Θεὸς Κύριος» καὶ τ᾿ ἀπολυτίκιο τῆς Περιτομῆς «Μορφὴν ἀναλλοιώτως ἀνθρωπίνην προσέλαβες», δίχως νὰ πεῖ καὶ τὸ δικό του τὸ ἀπολυτίκιο ποὺ λέγει «Εἰς πάσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου».


φωνή του εἴτανε γλυκειὰ καὶ ταπεινή, κι ὁ Γιάννης κ᾿ ἡ γυναίκα του νοιώθανε μεγάλη κατάνυξη, κι ἂς μὴν καταλαβαίνανε τὰ γράμματα. Κ᾿ εἶπε ὁ ἅγιος Βασίλης ὅλον τὸν Ὄρθρο καὶ τὸν Κανόνα τῆς Ἑορτῆς: «Δεῦτε λαοὶ ἄσωμεν ἄσμα Χριστῷ τῷ Θεῷ, χωρὶς νὰ πεῖ τὸ δικό του τὸν Κανόνα, ποὺ λέγει «Σοῦ τὴν φωνὴν ἔδει παρεῖναι, Βασίλειε». Κ᾿ ὕστερα εἶπε ὅλη τὴ λειτουργία κ᾿ ἔκανε ἀπόλυση καὶ τοὺς βλόγησε.


Καὶ σὰν καθήσανε στὸ τραπέζι καὶ φάγανε κι ἀποφάγανε, ἔφερε ἡ γυναίκα τὴ βασιλόπητα καὶ τὴν ἔβαλε ἀπάνω στὸ σοφρᾶ. Κι ὁ ἅγιος Βασίλης πῆρε τὸ μαχαίρι καὶ σταύρωσε τὴ βασιλόπητα, κ᾿ εἶπε: «Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κ᾿ ἔκοψε τὸ πρῶτο τὸ κομμάτι κ᾿ εἶπε «τοῦ Χριστοῦ» κ᾿ ὕστερα εἶπε «τῆς Παναγίας», κ᾿ ὕστερα εἶπε «τοῦ νοικοκύρη Γιάννη τοῦ Βλογημένου».


Τοῦ λέγει ὁ Γιάννης: «Γέροντα, ξέχασες τὸν ἅη- Βασίλη!». Τοῦ λέγει ὁ ἅγιος: «Ναί, καλά! κ᾿ ὕστερα λέγει: «Τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ Βασιλείου». Κ᾿ ὕστερα λέγει πάλι: «Τοῦ νοικοκύρη, «τῆς νοικοκυρᾶς», «τοῦ παιδιοῦ», «τοῦ παραγυιοῦ», «τῶν ζωντανῶν», «τῶν φτωχῶν».


 

Τότε λέγει στὸν ἅγιο ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος:
 «Γέροντα, γιατί δὲν ἔκοψες γιὰ τὴν ἁγιωσύνη σου; 
Τοῦ λέγει ὁ ἅγιος: «Ἔκοψα, Βλογημένε!»
 μά, ὁ Γιάννης δὲν κατάλαβε τίποτα, ὁ μακάριος. 
Κ᾿ ὕστερα, σηκώθηκε ὄρθιος ὁ ἅγιος Βασίλειος κ᾿ εἶπε τὴν εὐχή του
 «Κύριε ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι οὐκ εἰμὶ ἄξιος, οὐδὲ ἱκανός, ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς τοῦ οἴκου τῆς ψυχῆς μου».
Κ᾿ εἶπε ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος: 
«Πές μου, γέροντα, ποῦ ξέρεις τὰ γράμματα, σὲ ποιὰ παλάτια ἄραγες
 πῆγε σὰν ἀπόψε ὁ ἅγιος Βασίλης; 
οἱ ἀρχόντοι κ᾿ οἱ βασιληάδες τί ἁμαρτίες νά ῾χουνε; 
Ἐμεῖς οἱ φτωχοὶ εἴμαστε ἁμαρτωλοί, ἐπειδὴς ἡ φτώχεια μᾶς κάνει νὰ κολαζόμαστε». 
Κι ὁ ἅγιος Βασίλης δάκρυσε κ᾿ εἶπε πάλι τὴν εὐχή, ἀλλοιώτικα: 
«Κύριε, ὁ Θεός μου, οἶδα ὅτι ὁ δοῦλος σου Ἰωάννης ὁ ἁπλοῦς ἐστὶν ἄξιος καὶ ἱκανὸς ἵνα ὑπὸ τὴν στέγην του εἰσέλθῃς. 
Ὅτι νήπιος ὑπάρχει καὶ τὰ μυστήριά Σου τοῖς νηπίοις ἀποκαλύπτεται». 
Καὶ πάλι δὲν κατάλαβε τίποτα ὁ Γιάννης ὁ μακάριος, ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος...



Φώτης Κόντογλου


Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2014

ΜΗ ΣΙΩΠΑΝ ΕΝ ΚΑΙΡΩ ΚΙΝΔΥΝΕΥΟΥΣΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ




 

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος έκπληκτος διερωτάται:

πως γίνεται να μη κολασθή αυτός που κάνει ότι δεν βλέπει και σιωπά, όταν οι θεϊκοί νόμοι υβρίζονται; 

Λέει: «των θείων νόμων υβριζομένων, ο σιγήσας και παριδών, ουκ έστιν κολάσεως άξιος;»

Ο δε άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης προσθέτει:

«Εντολή γαρ Κυρίου μη σιωπάν εν καιρώ κινδυνευούσης Πίστεως. 

Λάλει γαρ, φησί, και μη σιώπα... 

Δια τούτο καγώ ο τάλας, δεδοικώς το Κριτήριον, λαλώ».

Ο μοναχός Ιωσήφ Βρυέννιος, γράφει:

«Πας ο δυνάμενος λέγων την αλήθειαν και μη λέγων κατακριθήσεται υπό του Θεού. 

Και ταύτα ένθα πίστις εστί το κινδυνευόμενον και της όλης Εκκλησίας των Ορθοδόξων η κρηπίς. 

Το γαρ εφησυχάζειν εν τοις τοιούτοις αρνήσεως ίδιον, το δε λέγειν, ομολογίας ειλικρινούς.

Μένουν βέβαια μερικοί, ελάχιστοι, «εκλεκτοί» κατά Θεόν, «γραφικοί», 

ή «ψυχοπαθείς» κατά κόσμον, 

που ανθίστανται με φωνές και διαμαρτυρίες στη προδοσία των πάσης απόχρωσης 

Οικουμενιστών και Λατινοφρόνων θεολόγων, μεγαλόσχημων «γεροντάδων»,

 επισκόπων και Πατριαρχών!

Είναι όμως οι φωνές και διαμαρτυρίες αυτές η καθορισμένη από τους Πατέρες υποχρεωτική στάση των πιστών;

Τι σημαίνει η ύπαρξη αιρετικών επισκόπων στην Εκκλησία.

Η Εκκλησία είναι το «σώμα Χριστού».

Είναι «στύλος και εδραίωμα της αληθείας».

«Σώμα Χριστού» δεν αποτελούν αυτοδικαίως όλοι οι άνθρωποι, ή όλοι οι χριστιανοί, ούτε καν όλοι οι λεγόμενοι Ορθόδοξοι. 

Το αποτελούν μόνο όλοι οι «εις Χριστόν πιστοί», που μετέχουν στην «πρώτη ανάσταση»

 και έχουν αποκτήσει τον «αρραβώνα του αγίου Πνεύματος»,ή ακόμα προγεύονται την θέωση, 

που είναι ο προορισμός όλων των ανθρώπων.

Ως εκ τούτου, 

«σώμα Χριστού» αποτελούν, όσοι κατέστησαν τον εαυτό τους «ναό» και «κατοικητήριο» του αγίου Πνεύματος. 

Αυτό το κατορθώνουν

 μόνο όσοι πιστοί καθάρισαν τον εαυτό τους από τα πάθη και τις αμαρτίες κι΄ αξιώθηκαν

 να φτάσουν στη «θεωρία του Θεού», 

που είναι ο «φωτισμός» και η «θέωση», ή «ένωση» με το Θεό! 


 

Η λέξη «αποτείχιση» έχει εκκλησιαστική σημασία.

Σημαίνει την έξοδο, ή βγάλσιμο κάποιου από ένα «χώρο», που είναι περιχαρακωμένος κατά κάποιο τρόπο με «τείχη».

Το νόημα της λέξης «αποτείχιση» προέρχεται από τις οχυρωμένες με τείχη πόλεις της αρχαιότητας,

αλλά και μεταγενέστερων εποχών, για να είναι προφυλαγμένες από τους επιδρομείς τους.

Τα τείχη θα είχαν προφυλάξει την Κωνσταντινούπολη το 1453, 

αν δεν άνοιγε κάποιος την κερκόπορτα!

Στην ελληνική επανάσταση οι πολιορκημένοι από τους Τουρκοαιγύπτιους κάτοικοι του Μεσολογγίου,

που ήταν οχυρωμένο με τείχη και τάφρους, 

θα άντεχαν, αν υπήρχε η αναγκαία τροφοδοσία τους.

Η έλλειψή της ανάγκασε τους τρεις χιλιάδες πολεμιστές του να επιχειρήσουν στις 10 Απριλίου 1826

 τη γνωστή έξοδο,από την οποία σώθηκαν μόνο χίλια τριακόσια άτομα. 

Η έξοδος αυτή απηχεί την έννοια της λέξης «αποτείχιση».



Αν την πιο πάνω εικόνα των οχυρωμένων πόλεων μεταφέρουμε σε πνευματικό επίπεδο, η Εκκλησία μπορεί να θεωρηθεί οχυρωμένη πόλη με ψηλά τείχη. Η Εκκλησία είναι «η πόλη του Θεού». Είναι φρούριο και κάστρο, μέσα στο οποίο υπάρχει ο μοναδικός θησαυρός της Ορθοδοξίας. Αυτός ο ατίμητος θησαυρός είναι η «άπαξ παραδοθείσα τοις αγίοις πίστις».Το φρούριο της Εκκλησίας υπερασπίζεται ο λαός της, που είναι όλα τα μέλη της, οι κληρικοί, οι μοναχοί και οι λαϊκοί. Την αλήθεια αυτή διατύπωσαν ξεκάθαρα οι Ορθόδοξοι Πατριάρχες της Ανατολής το 1848, στην απάντησή τους στον πάπα Πίο Θ΄. Έγραψαν:«Παρ’ ημίν, ούτε Πατριάρχαι, ούτε Σύνοδοι εδυνήθησαν ποτέ εισαγαγείν νέα, διότι ο υπερασπιστής της θρησκείας εστίν αυτό το σώμα της Εκκλησίας, ήτοι αυτός ο λαός, όστις εθέλει το θρήσκευμα αυτού αιωνίως αμετάβλητον και ομοειδές τω των Πατέρων αυτού…»!Το απόρθητο, υπό άλλες συνθήκες, αυτό φρούριο της Εκκλησίας σήμερα έχει αλωθεί. Κάποιοι άφησαν ανοικτή την «κερκόπορτά» του. Μπήκαν ήδη σ’ αυτό οι εχθροί του, για να συλήσουν τον θησαυρό της Πίστης μας.Εχθροί της Εκκλησίας είναι οι αιρετικοί. Κάθε αιρετικός, και ο πιο μικρός, είναι επικίνδυνος για την Εκκλησία.Η Αγία Γραφή επισημαίνοντας τον κίνδυνο, που θα αντιμετώπιζε η Εκκλησία, από την εμφάνιση των αιρέσεων και των αιρετικών, γράφει:«Το πνεύμα το άγιον έθετο επισκόπους ποιμαίνειν την Εκκλησίαν του Κυρίου και Θεού, ην περιεποιήσατο δια του ιδίου αίματος. Εγώ γαρ οίδα και τούτο, ότι εισελεύσονται μετά την άφιξίν μου λύκοι βαρείς εις υμάς, μη φειδόμενοι του ποιμνίου. Και εξ υμών αυτών αναστήσονται άνδρες λαλούντες διεστραμμένα του αποσπάν τους μαθητάς οπίσω αυτών. Διό γρηγορείτε…»Ο Μέγας Βασίλειος επισημαίνει:«ίση εστίν η ζημία, ή άμοιρόν τινα του Βαπτίσματος απελθείν, ή εν τι των έκτης Παραδόσεως ελλείπον δέξασθαι».Ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός λέει ότι «αιρετικός έστι ο και μικρόν γουν τι παρεκκλίνων της ορθής πίστεως».Τα ίδια λέει και ο Μέγας Φώτιος: ότι «εν τοις περί πίστεως και το παρεκκλίναι μικρόν, αμαρτείν εστιν αμαρτίαν την προς θάνατον».Επίσης, και ο άγιος Ταράσιος, Πρόεδρος της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, τονίζει: « Το γαρ επί δόγμασιν είτε μικροίς είτε μεγάλοις αμαρτάνειν ταυτόν εστίν. Εξ αμφοτέρων γαρ ο νόμος του Θεού αθετείται».Οι αιρέσεις, που έχουν εισχωρήσει στο φρούριο της Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι ο «οικουμενισμός» και ο «παπισμός»! Το πώς έγινε αυτό, δεν είναι δυνατό να αναπτύξουμε εδώ. Είναι γνωστά αυτά τα πράγματα. Άλλωστε, όλα αυτά έχουν ιδεί το φως της δημοσιότητας, όπως η λεγόμενη «Ένωση των Εκκλησιών»,που υπόγραψε το 1965 ο Αθηναγόρας με τον πάπα Παύλο ΣΤ΄.Η διείσδυση του «οικουμενισμού» και «παπισμού» στο χώρο της Ορθόδοξης Εκκλησίας παρέλυσε τα «αντανακλαστικά» των Ορθοδόξων. Αυτό είναι το μεγαλύτερο, κακό που θα μπορούσε να συμβεί ποτέ στην Ορθοδοξία! Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, φθάσαμε στο σημερινό ελεεινό κατάντημα. Και άλλοτε η Ορθοδοξία είχε φτάσει σε ελεεινό κατάντημα, αλλά ποτέ τόσο μεγάλο.Ένα τέτοιο θλιβερό κατάντημα που θα έφτανε σε λίγο η Εκκλησία, περιγράφει ο Μέγας Αντώνιος, όταν, την εποχή του αρειανισμού, είδε σε όραμά του, ημίονοι να κυκλώνουν την αγία Τράπεζα! Είδε δηλ. πέριξ της αγίας Τράπεζας να στέκονται μουλάρια, αντί των λειτουργών ιερέων και αρχιερέων, πράγμα το οποίο κατ’ εξοχήν συμβαίνει και σήμερα.Να, πως διηγείται ο ίδιος ο άγιος Αντώνιος το όραμα αυτό:«Πρόκειται, λέγει, να καταλάβει την Εκκλησία οργή και να παραδοθεί εις ανθρώπους ομοίους με τα άλογα κτήνη! Είδα, λέγει, την αγία Τράπεζα του ναού και γύρω από αυτή να στέκονται κυκλικά από παντού ημίονοι, δηλ. μουλάρια! Άκουσα κάποια φωνή που έλεγε: Θα γίνει βδέλυγμα το θυσιαστήριό μου».Την ίδια κατάσταση της Εκκλησίας, λόγω του αρειανισμού, περιγράφει και ο Μέγας Βασίλειος. Η σημερινή κατάσταση είναι πολύ χειρότερη. Τότε μπορεί να υπήρχαν μερικοί σκάρτοι και ανάξιοι κληρικοί. Υπήρχαν όμως οι πολλοί, που πίστευαν και αγωνίζονταν για την Ορθοδοξία! Υπήρχαν οι Πατέρες! Υπήρχαν οι άγιοι! Υπήρχαν ακόμα μοναχοί και λαϊκοί, που πάντα προμαχούσαν για την Πίστη! Σήμερα, πού είναι όλοι αυτοί; Πού υπάρχουν; Πουθενά!Γράφει, λοιπόν ο Μέγας Βασίλειος:«“Τις δώσει τη κεφαλή μου ύδωρ και τοις βλεφάροις μου πηγήν δακρύων;”Και θα κλαύσω τον λαόν ημέρας πολλάς! (Θα κλαύσω) τον λαόν που συνωθείται προς την απώλειαν από τας πονηράς αυτάς διδασκαλίας. Παρασύρονται τα αυτιά των απλοϊκοτέρων. Τώρα πλέον συνήθισαν την αιρετικήν δυσσέβειαν! Τα νήπια της Εκκλησίας ανατρέφονται με τους λόγους της ασέβειας. Τι μπορούν τάχα να κάνουν; Όλα είναι εις τα ιδικά των χέρια. Βαπτίσματα, προπομπαί των αποθνησκόντων, επισκέψεις των ασθενών, παρακλήσεις των θλιβομένων, βοήθειαι προς τους ταλαιπωρημένους, ενισχύσεις κάθε είδους, κοινωνία μυστηρίων. Αυτά, καθώς επιτελούνται όλα από τους αιρετικούς, γίνονται σύνδεσμος ομοφροσύνης, μεταξύ του λαού και αυτών. Ώστε, έπειτα από ολίγον ακόμη καιρόν, και αν ακόμη εκλείψει η φοβία, δεν θα υπάρχει ελπίς ν’ ανακληθούν πάλιν εις την επίγνωσιν της αληθείας αυτοί που καταλήφθησαν από την πολυχρόνιον απάντων»!Σήμερα λέγονται τόσα κακόδοξα πράγματα από θεολόγους, επισκόπους και Πατριάρχες! Δεν σημειώνεται όμως καμιά ενδεδειγμένη αντίδραση του «λαού της Εκκλησίας»!Απεναντίας, οι μεγάλες μάζες των λεγομένων Ορθοδόξων, αν δεν συμφρονούν με τα όσα κακόδοξα κηρύττουν οι σύγχρονοι Οικουμενιστές και Λατινόφρονες, τουλάχιστον αδιαφορούν προκλητικά για την Πίστη! Οι ελάχιστοι, που εναπέμειναν πιστοί στην Ορθοδοξία, βλέπουν την Πίστη πρόθυμα να προδίδεται, και μάλιστα από τους επισκόπους, οι οποίοι είναι ταγμένοι από το Θεό να την υπερασπίζονται και όχι να την προδίδουν!Το επίτευγμα αυτό προϋποθέτει Ορθή Πίστη και ενδελεχή άσκηση στη προσωπική ζωή του καθένα. Χωρίς αυτά δεν σώζεται ο άνθρωπος.«Στύλος και εδραίωμα της αληθείας» είναι η Εκκλησία του Χριστού, γιατί η αλήθεια είναι η κολόνα και το θεμέλιό της, που τη στηρίζουν. Αλήθεια είναι η «υγιαίνουσα διδασκαλία».Είναι η «άπαξ παραδοθείσα πίστις τοις αγίοις» από το Θεό. Είναι η Ορθή Πίστη, η Ορθοδοξία, που στην πραγματικότητα είναι ο ορθός τρόπος θεραπείας της ψυχής του ανθρώπου, ώστε να μπορέσει να επανέλθει στην προπτωτική κατάσταση των πρωτόπλαστων.Αυτό σημαίνει ότι η Εκκλησία δεν είναι δυνατόν ποτέ να πλανηθεί!Η Εκκλησία δεν πλανάται, γιατί μέλη της δεν είναι μόνο οι Ορθόδοξοι πιστοί, που ζουν στις μέρες μας. Είναι και όλοι οι απ’ αιώνος άγιοι,ακόμα και οι άγγελοι!Αλλά, και από τους ζώντες σήμερα πιστούς, κατά την Αγία Γραφή,όπως τονίζει και ο κορυφαίος θεολόγος μακαριστός π. Ιωάννης Ρωμανίδης, πραγματικά μέλη της Εκκλησίας είναι όσοι έφτασαν στην πνευματική κατάσταση της «θεωρίας του Θεού», η οποία είναι ο «φωτισμός» και η «θέωση»!Μόνο οι άγιοι και από τους ζώντες όσοι απόκτησαν την «θεωρία του Θεού» είναι απλανείς!Αυτός άλλωστε ήταν και ο λόγος, που οι χριστιανοί τους πέντε πρώτους αιώνες βαπτίζονταν σε μεγάλη ηλικία.Προηγουμένως κατηχούνταν όχι μόνο στην Ορθή Πίστη, αλλά και στο Ορθό Βίο, για να μπορέσουν ν' αποκτήσουν τη «θεωρία του Θεού». «Καθαρίζονταν» δηλαδή από τις αμαρτίες και τα πάθη τους, καθάριζαν την καρδιά τους, για να έρθει το Άγιο Πνεύμα να κατασκηνώσει σ’ αυτή και να προσεύχεται «στεναγμοίς αλαλήτοις»,«κράζον, αββά ο πατήρ».΄Ετσι αποκτούσαν τη λεγόμενη «νοερά προσευχή», που είναι το πρώτο σκαλοπάτι για να είναι κάποιος πραγματικό μέλος της Εκκλησίας, κατά τον Απόστολο Παύλο, που απαριθμεί τις βαθμίδες των μελών της.Με τον τρόπο αυτό οι κατηχούμενοι περνούσαν επιτυχώς το πρώτο στάδιο της πνευματικής ζωής, που είναι ή «κάθαρση».Τότε, έτοιμοι για το δεύτερο στάδιο, που είναι ο «φωτισμός», λάβαιναν το βάπτισμα, που ήταν «βάπτισμα πνεύματος»,ή «βάπτισμα πυρός».Το βάπτισμα αυτό είναι η επίσκεψη του Αγίου Πνεύματος, όπως ήταν για τους αποστόλους η μέρα της Πεντηκοστής. Το βάπτισμα αυτό λέγονταν τους πρώτους αιώνες και «φώτισμα».Η ζωή του πραγματικού χριστιανού, του πραγματικού μέλους της Εκκλησίας, πρέπει να είναι μια διαρκής Πεντηκοστή! Αυτός είναι ο λόγος, για τον οποίο πιστεύουμε ότι με το χριστιανικό βάπτισμα γίνεται κάποιος μέλος της Εκκλησίας.Όσοι πιστοί αποκτούν τη θεία εμπειρία του «φωτισμού» και της «θέωσης», «βλέπουν» και «γνωρίζουν» «τα μυστήρια της βασιλείας των ουρανών».Τα «μυστήρια» αυτά συνιστούν «την άπαξ παραδοθείσα τοις αγίοις πίστιν»!Επομένως, αυτοί που είναι «κοινωνία αγίων», δεν μπορεί να πλανηθούν. Αυτοί όμως είναι η Εκκλησία. Αν κάποιος δεν έφτασε στην κατάσταση αυτή, ή εξέπεσε απ’ αυτή, τότε μπορεί να πλανηθεί! Αν πλανηθεί ένα μέλος της Εκκλησίας, ή περισσότερα, ή και όλα, όσα ζουν κάποια στιγμή εδώ στη γη, αυτό σημαίνει ότι δεν πλανάται και η Εκκλησία! Όσα μέλη της τυχόν πλανήθηκαν, οσαδήποτε και αν είναι, αυτά αμέσως αποκόπτονται μόνα τους, από το σώμα της και παύουν αυτοδικαίως ν’ αποτελούν μέλη της.


Όσοι λοιπόν, επενδύουν τις κακόδοξες δηλώσεις των Οικουμενιστών και Λατινοφρόνων ηγετών τους

 ως φωνή της Εκκλησίας, κάνουν μεγάλο λάθος! 

Είναι πλάνη δική τους και όχι φωνή της Εκκλησίας, 

η οποία ποτέ δεν πλανάται!

Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει, 

ότι και τρία μόνο άτομα να κρατήσουν ακέραιη την Ορθή Πίστη, 

αυτά μόνο θ’ αποτελούν την Εκκλησία του Χριστού.

Ο άγιος Νικηφόρος ο ομολογητής προσθέτει:

«Ει δε και πάνυ ολίγοι εν τη ευσεβεία και Ορθοδοξία διαμείνωσιν, ούτοι εισίν Εκκλησία

 και το κύρος και η προστασία των εκκλησιαστικών θεσμών εν αυτοίς κείται,

 καν αυτοίς υπέρ της ευσεβείας κακοπαθήσαι δεήσοι».

Το ίδιο λέει κι’ ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης.

Μόνο, 

αν εκλείψει από τον κόσμο αυτό κι’ ο τελευταίος πιστός, τότε θα εκλείψει και η Εκκλησία!

Μπορεί να συμβεί όμως αυτό; 

Ο Θεός να μη το επιτρέψει!


Απόσπασμα άρθρου με τίτλο

 ''Η αποτείχιση των πιστών από τους αιρετικούς επισκόπους''
Μέρος Α΄
Πηγή: ''Η Αγκαλιά της Παναγίας''
Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
                                                      

 


Αθανάσιος Σακαρέλλος 

Θεολόγος – Επίτιμος Δικηγόρος 


Print Friendly and PDF