ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Σάββατο 4 Μαρτίου 2023

ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ - ΚΑΤΗΧΗΣΕΙΣ - ΛΟΓΟΣ 18ος: ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΑΝΟΥΡΓΙΕΣ ΤΟΥ ΠΟΝΗΡΟΥ, ΛΟΓΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΠΟΙΜΕΝΑ




Για τις πανουργίες του πονηρού, που τις υπαγορεύει στους μάταιους και φιλόπρωτους, όταν ο ποιμένας φύγει από τη ζωή. Και ότι πρέπει από τη μία να εμποδίζουμε με κάθε τρόπο αυτούς, που ανάξια εφορμούν στην εξουσία, από την άλλη να παροτρύνουμε και να βοηθούμε σ’ αυτό τους πνευματικούς και αγίους. Και προς το τέλος, λόγος προς τον ποιμένα.


Αδελφέ, αν ορίσθηκες να είσαι ηγούμενος λαού και ποίμνης, σκέψου καλά και εξέτασε τον εαυτό σου με ποιο λογισμό και με ποιο τρόπο ορίσθηκες σ’ αυτή την εξουσία.


Αν λοιπόν βρεις στον εαυτό σου ότι σου πέρασε από τον νου, έστω και ως απλός λογισμός, ότι έσπευσες στην εξουσία για την τιμή των ανθρώπων, ή για την πρωτοκαθεδρία, ή για τη δόξα, ή διότι δεν καταδέχθηκες να εξουσιάζεσαι από άλλον αδελφό, επειδή νομίζεις ότι δεν υπάρχει άλλος πιο ευλαβής ή πιο πολυμαθής από σένα, ή διότι θέλεις να έχεις τις σωματικές ευκολίες και την εξυπηρέτηση και την ανάπαυση περισσότερο από όλους τους άλλους,


ή διότι θέλεις να ευεργετήσεις κάποιους από τους δικούς σου και τους συγγενείς σου, και να κάνεις φίλους αυτούς που ζουν κοσμικά, ή διότι θέλεις να γίνεις με την ηγουμενία ονομαστός και γνώριμος στους βασιλείς του κόσμου και στους άρχοντες, ή και από φθόνο, ότι τάχα δεν ήθελες, αλλά φρόντισες να γίνεις εσύ, για να μη γίνει ο τάδε αδελφός,


ή και από την ντροπή των ανθρώπων, για να μην ακούσουν δηλαδή όλοι, ή έρθουν κάποιοι και δουν ότι προτιμήθηκε άλλος αντί για σένα και σε κατηγορήσουν ότι τάχα δεν είσαι ενάρετος, να γνωρίζεις καλά ότι η ανάδειξή σου δεν έγινε σύμφωνα με το θέλημα του Θεού. 


Και για να σου το κάνω σαφέστερο απ’ αυτά που υποβάλλει ο Πονηρός στον καθένα απ’ αυτούς που μένουν στο κοινόβιο, άκου από τώρα τις επιβουλές και τις υποδείξεις του Σατανά.


Αρχίζει δηλαδή ο εχθρός, όταν ο ποιμένας εκδημήσει προς τον Κύριο και η αδελφότητα πρέπει να εκλέξει άλλον, να υπαγορεύει και να μιλά στον καθένα ανάλογα με το πάθος του και το θέλημά του και την πνευματική του κατάσταση. Αν λοιπόν σ’ εκείνη την ποίμνη είναι κάποιοι ευλαβείς, υπαγορεύει στον καθένα απ’ αυτούς και λέει αυτά τα λόγια:


«Αν γινόσουν εδώ εσύ ποιμένας και ηγούμενος, θα μπορούσες οπωσδήποτε να ωφελήσεις και να σώσεις και να μεταδώσεις σ’ αυτούς από τις αρετές σου, επειδή ο τάδε και ο τάδε αδελφός δεν έχει τα προσόντα γι’ αυτό το έργο». Αν μάλιστα κάποιος είναι και γνώριμος στους κοσμικούς, υπαγορεύει σ’ αυτόν λέγοντας: «Και θα μπορούσες να ελκύσεις πολλούς στη μοναχική πολιτεία και να τους βγάλεις από τον κόσμο˙ και θα γινόσουν στόμα Χριστού, διότι ¨εκείνος που βγάζει¨, λέει, ¨κάτι πολύτιμο από κάτι άχρηστο, θα είναι σαν το στόμα μου¨.1


Θα μπορούσαν μάλιστα να φέρουν αυτοί και τα πολλά πράγματα που απαρνήθηκαν και να παραχωρήσουν στο μοναστήρι τις περιουσίες τους˙ και θα μπορούσε να αυξηθεί το μοναστήρι και να γίνει όπως των αγίων Ευθυμίου του Μεγάλου, Σάββα και Παχωμίου. Αλλά βέβαια θα μπορούσες επιπλέον και ο ίδιος να αποκτήσεις περισσότερη ταπείνωση, για να σε βλέπουν και να σε μιμούνται οι αδελφοί, διότι θα ζούσες στο μοναστήρι ως τελευταίος από όλους˙ και θα μπορούσες να σηκώνεις όλων τα βάρη, όλων τα ελαττώματα. Και έτσι, όχι μόνο θα ωφελούσες τους πολλούς, αλλά και εσύ ο ίδιος θα είχες ωφεληθεί ψυχικά και θα έβρισκες σωματικά μεγάλη ανάπαυση».


Αυτά βέβαια τα υπαγορεύει σ’ αυτούς, που έχουν τάχα την ιδέα ότι αγωνίζονται στο μοναστήρι. Αρχίζει λοιπόν ο καθένας απ’ αυτούς να αποκαλύπτει το λογισμό του στον αδελφό που εμπιστεύεται, και κάνοντας σαν τάχα να αστειεύεται και να μιλά με μετριοφροσύνη, για να μην κατηγορηθεί σαν φιλόδοξος, λέει: «Αυτή τη στιγμή, πάτερ τάδε, αν οι αδελφοί σκέφτονταν καλά, δεν θα με έκαναν ηγούμενο;»


Και ίσως ο αδελφός απαντά και λέει: «Πίστεψέ με, πάτερ, εσύ βέβαια γνωρίζω ότι μιλάς με μετριοφροσύνη, επειδή αυτό σκεφτόμουν πριν από πολύ καιρό και εγώ, αλλά ντρεπόμουν να σου μιλήσω γι’ αυτό το πράγμα, για να μη με κατηγορήσεις ότι τάχα σου λέω πράγματα αντίθετα από τη γνώμη σου». Στη συνέχεια επίσης αυτός λέει: «Καλά μίλησες, αδελφέ. Πίστεψε ότι εγώ δεν έχω ανάγκη να γίνω ηγούμενος αλλά, για να μη γίνει κάποιος αδιάφορος και βλάψει το μοναστήρι και λυπήσει τους αδελφούς˙


αν ήθελαν οι αδελφοί να γίνω ηγούμενος, θα μπορούσα οπωσδήποτε να κάνω εσένα οικονόμο, τον τάδε και τον τάδε να τους κάνω κελλαρίτη και αποθηκάριο, ενώ εγώ θα αφοσιωνόμουν οπωσδήποτε μόνο στα πνευματικά, για να είμαι ελεύθερος από τις υλικές μέριμνες». Ο αδελφός ακούει αυτά, και ότι πρόκειται να τον κάνει οικονόμο, και αφού αναχωρήσει εμπιστεύεται αυτά στους αδελφούς, που είπε ότι θα τους κάνει διακονητές.


Αυτά λοιπόν τα κάνουν ίσως δύο τρεις από τους ευλαβέστερους, επειδή αγνοούν τις πανουργίες του πονηρού˙ αλλά σ’ αυτούς, που είναι σαρκικότεροι και ζουν με αμέλεια, ο εχθρός υπαγορεύει και υποδεικνύει αυτά˙ δηλαδή την απόλαυση, τη δόξα και την τιμή από όλους. «Και για να μη γίνει», λέει, «ηγούμενος κάποιος απ’ αυτούς τους υποκριτές και τους ψευτοευλαβείς, φρόντισε να γίνεις εσύ. Διότι, αν δεν θα το κάνεις αυτό, θα παρουσιάζεται οπωσδήποτε σ’ αυτόν που θα γίνει ηγούμενος με σταυρωμένα χέρια2 και θα περιφρονείσαι απ’ αυτόν.


Εκείνος μάλιστα επιπλέον θα μετακινείται επάνω σε πανάκριβα μουλάρια, ενώ εσύ θα πεζοπορείς και θα κοπιάζεις. Για εκείνον θα ετοιμάζεται διαφορετική τράπεζα, και διαφορετικό ψωμί και κρασί, ενώ για σένα θα ετοιμάζεται τράπεζα με λάχανα και όσπρια, και κοινή για όλους. Εκείνος θα κάθεται σε θρόνο και πρώτος, ενώ εσύ θα κάθεσαι ανάμεσα στους άλλους, ή και τελευταίος από τους άλλους˙ αγαπά μάλιστα ιδιαίτερα τον τάδε, και αν γίνει ηγούμενος, θα τον τιμήσει περισσότερο από σένα και θα τον βάλει να καθίσει πιο μπροστά από σένα˙ και τότε πώς θα αντέξεις την ντροπή των αδελφών;


Και όχι μόνο αυτό˙ αλλά ακόμη και ο τάδε είναι ευλαβέστερος από σένα, και ίσως εκείνος να τον προτιμήσει. Και ακόμη ίσως και να σκοπεύει να κάνει μοναχούς κάποιους από τους ονομαστούς και τους ένδοξους, και αυτοί θα τον τιμούν ως ηγούμενο, και εκείνος επίσης θα τους τιμά ως ανθρώπους αξιωματούχους, και ως μοναχούς, που ο ίδιος έκανε την κουρά τους. Και θα του βάλει να καθίσουν ψηλότερα από σένα, ενώ εσένα θα σε αφήσει να κάθεσαι στον πάγκο, ή και θα σε προστάξει να είσαι συνεχώς όρθιος και να υπηρετείς τους αδελφούς. Και σε όλα αυτά, τί άραγε θα κάνεις; Να μιλήσεις δεν τολμάς, διότι υπάρχουν εκείνοι που τον αγαπούν και αμέσως θα σου κλείσουν το στόμα.


Αλλά ίσως και θα σε χτυπήσουν, αν εσύ αντιμιλήσεις, και θα είναι τότε η προσβολή σου χειρότερη. Θα είναι μομφή για σένα να αποχωρήσεις από το μοναστήρι, και θα σε περιγελάσει καθένας, και θα σε καταφρονήσει, και δεν θα βρεις αλλού ανάπαυση˙ διότι, όπου και αν πας, θα πρέπει ως ξενοκουρίτης3 να είσαι τελευταίος από όλους. Να τα υπομένεις αυτά και να είσαι στο μοναστήρι σου, δεν έχεις τη δύναμη. Γι’ αυτό λοιπόν αγωνίσου με όλη σου τη δύναμη να μη σε υπερτερήσει κανείς από τους ευλαβέστερους». Στη συνέχεια σκέφτεται και λέει μέσα του:


«Όλοι γνωρίζουν τον τάδε και τον τάδε αδελφό, ότι είναι ευλαβέστεροι και πρόκειται να προτιμήσουν εκείνους και να παραβλέψουν εμένα. Αλλά εγώ θα πάω και θα συναντήσω τον τάδε και τον τάδε αδελφό˙ διότι αυτοί αγαπούν να ζουν με άνεση, αγαπούν να διασκεδάζουν και να χαίρονται και να βγαίνουν συνεχώς από το μοναστήρι και να ζουν όπως θέλουν. Μ’ αυτούς λοιπόν και θα συμφωνήσω. Άλλωστε και όσα θα μου πουν, θα τα δεχθώ, και αυτοί θα αγωνισθούν με ζήλο, ώστε να γίνω ηγούμενος». Γι’ αυτό λοιπόν και πηγαίνει, και κάνει έτσι, όπως δηλαδή ήταν το ματαιόδοξο σχέδιό του.


Λέει μάλιστα στον εαυτό του και αυτά: «Ο τάδε αδελφός είναι ευλαβής και δεν έχει ανάγκη από τη θέση αυτή˙ έχει όμως συγγενείς και φίλους, και θέλει να τους βοηθήσει από τα πράγματα του μοναστηριού. Θα πάω και θα μιλήσω και σ’ εκείνον και θα συμφωνήσω παρόμοια». Τριγυρίζει λοιπόν συνεχώς στο μοναστήρι, και παρακαλώντας τον καθένα χωριστά, αλλά και συμφωνώντας μαζί τους να εκπληρώσει τις επιθυμίες όλων, είναι σε πολλή ανησυχία και ταραχή από φόβο μήπως αποτύχει στο σκοπό του.


Απ’ αυτά λοιπόν και από πολλά άλλα δημιουργούνται στο μοναστήρι σχίσματα, διχόνοιες και πολλές φιλονεικίες, επειδή, οι ευλαβέστεροι, από τη μία, αγωνίζονται, ώστε να ωφελήσουν και τους εαυτούς τους και τους άλλους, οι σαρκικότεροι, από την άλλη, επιδιώκουν μόνο τη δική τους δόξα, το προσωρινό κέρδος και τις σωματικές απολαύσεις˙ οι πολλοί άλλοι, ωστόσο, ζητούν τον ηγούμενό τους σύμφωνα με τις επιθυμίες τους, και προστρέχουν στον όμοιό τους. Εσύ όμως, πνευματικέ αδελφέ, άκουσε, παρακαλώ, με προσοχή τα λόγια μου˙ διότι δεν θα μιλήσω αντλώντας από τον εαυτό μου, αλλά θα πω αυτά, που θα θελήσει να σου πει ο μόνος σοφός και εύσπλαχνος Θεός.


Αν βρίσκεσαι σε κοινόβιο αδελφών, μη θελήσεις ποτέ να στραφείς ενάντια στον πατέρα, που σε έκανε μοναχό, και αν ακόμη τον βλέπεις να πορνεύει ή να μεθά και να διαχειρίζεται, κατά τη γνώμη σου, με κακό τρόπο τις υποθέσεις του μοναστηριού, ή αν ελέγχεσαι και εξευτελίζεσαι απ’ αυτόν και αναγκάζεσαι να υποστείς πολλές άλλες θλίψεις, μην καθίσεις μαζί μ’ αυτούς που τον χλευάζουν, ούτε να βαδίσεις μαζί μ’ αυτούς που σκέφθηκαν κακά εναντίον του.


Να τον υποφέρεις μάλιστα με υπομονή ως το τέλος, χωρίς να ασχολείσαι διόλου με τα ελαττώματά του. Όσα καλά λοιπόν βλέπεις να κάνει αυτός, να τα βάλεις μέσα στην καρδιά σου και να βιάζεις τον εαυτό σου, ώστε να έχεις στο νου σου μόνο αυτά˙ όσα όμως άπρεπα και κακά δεις ή να κάνει αυτός ή να λέει, αυτά να τα αποδίδεις στον εαυτό σου, και να τα λογαριάζεις, σαν δικά σου αμαρτήματα, και να μετανοείς γι’ αυτά με δάκρυα, έχοντας εκείνον σαν άγιο και επικαλούμενος την ευχή του.





Υποσημειώσεις:


1. Ιερ. 15, 19
2. Σταυρωμένα χέρια˙ συνεκδοχικά, εννοεί τον τρόπο ένδειξης σεβασμού.
3. Ξενοκουρίτης˙ ο μοναχός που η κουρά του έγινε σε άλλο μοναστήρι.




*Από το βιβλίο: <<Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου – Έργα>> (Νεοελληνική απόδοση). Εκδόσεις: <<Περιβόλι της Παναγίας>>. Μάιος 2017. Η/Υ επιμέλεια Σοφίας Μερκούρη. *Αναδημοσίευση εκ του ιστολογίου <<Ορθόδοξη Πορεία>> της 3.1.2023. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Πέμπτη 2 Μαρτίου 2023

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΟΡΤΑΣΜΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ (2023)



 

«ΠΑΤΡΙΔΟ-ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ»: ΑΛΕΞ. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ: «ΦΩΝΗ ΑΥΡΑΣ ΛΕΠΤΗΣ»




«ΠΑΤΡΙΔΟ-ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ»


Χρονικά του Ελληνοϊστορείν, μιας Ελλάδας που αποσυντίθεται φύρδιν - μίγδιν, συνήθειες, ιστορίες, ήθη, έθιμα, Πίστη και αξίες που στις μέρες μας εαλώθηκαν από τους  «νεοδιαφωτισμούς» του δαιμονόπληκτου Δυτικού «πολιτισμού» και τις αφιονισμένες διαδράσεις του Οικουμενισμού και της Παγκοσμιοποίησης. Μνήμες, αναμνήσεις και υπομνήσεις για το γένος των Ελλήνων, που από την ίδρυση του νέου Ελληνικού Κράτους και εντεύθεν αγωνίζεται να βρει την «ταυτότητά» του ανάμεσα στη «σκύλλα» του αποστατούντος δυτικοευρωπαϊσμού  και τη «χάρυβδη» του έκπτωτου και καταχθόνιου «αμερικανισμού». Γιατί η Ιστορία εκδικείται, όταν την αγνοείς, πολλώ δε μάλλω, όταν δεν την γνωρίζεις!


Έρευνα - επιμέλεια - δημοσίευση


Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος



 «ΦΩΝΗ ΑΥΡΑΣ ΛΕΠΤΗΣ» (1901)*


Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 1901



<<Αύρα πραεία υπέδειξε. και λεπτοτάτη Κύριον, σοι Ηλιού, Θεώ, ζηλούντι παντοκράτορι, ουχί πνεύμα βίαιον, ου συσσεισμός, ουδέ πυρ εκδειματούν· διό Ιησού τω πράω ψάλλομεν...>>.


Επειδή <<ουδείς δύναται θείναι άλλον θεμέλιον λίθον, παρά τον κείμενον, ος έστιν ο Χριστός>>, κ' επειδή οι άνθρωποι, με το λογικόν των, αδυνατούσι να βάλωσι θεμελιώδη ιδέα, εις τον εγκέφαλόν των, επάνω εις την οποίαν να κτίσωσι το οικοδόμημα των σκέψεών των, ο Θεός άρα έμελλε να φανερωθή εις τούς ανθρώπους, καί εφανερώθη.


Αλλ' ως τί, και υπό ποίον σχήμα θα εφανερώνετο; Μήπως με ανθρώπινα μεγαλεία και ματαιότητας, μήπως ος εγκόμιος δυνάστης και κατακτητής, ως Ταμερλάνος και ως Ναπολέων, η ως μυριόπλουτος Κροίσος, ή ως επιστήμων και σοφός Αρχιμήδης;


Όλα ταύτα είνε ως μηδέν ενώπιον της θείας μεγαλειότητος, ο δε Θεός ηυδόκησε να φανερωθή κ' εφανεροώθη ςς πράος ταπεινός Ιησούς. Τούτο προεσήμαινεν η θεοφάνεια η γενομένη εις τον Θεσβίτην Ηλίαν επί του όρους Χωρήβ.


Ο Θεός εφανερώθη εις τον Προφήτην όχι εν τω πνεύματι τω βιαίω, όχι εν τω συσσεισμώ, όχι εν πυρί, αλλ'  εν φωνή αύρας λεπτής. Και η φωνή της αύρας της λεπτής είνε η φωνή του πράου Ιησού, είνε η φωνή του Ευαγγελίου.


Διά τούτο, λέγει ο μελωδός <<Ιησού τω πράω ψάλλομεν>>. Και διά τούτο, θαρρούντες επιφέρομεν ημείς, οφείλομεν να ψάλλωμεν εν Έκκλησία με πρααείας φωνάς, με φωνήν αύρας λεπτής, και όχι με πολυφωνίας και παραφωνίας, αίτινες ομοιάζουν με το πνεύμα του ανέμου το βίαιον και με τον συσσεισμόν, μέσω των οποίων δεν εφανερώθη ο Θεός.


<<Ουκ εν τω συσσεισμώ, Κύριος... ουκ εν τω πυρί Κύριος· και μετά το πυρ, φωνή αύρας λεπτής· και εκεί Κύριος>>. <<Αναξιφόργιγγες ύμνοι, τίνα Θεόν, τίν' ήοωα, τίν' άνδρα κελαδήσομεν;>>.


Τους ύμνους, τους ανάσσοντας της Φόρμιγγος, επικαλείται ως ανωτέρω ο υψιπέτης Πίνδαρος, προσωποποιών θεσπεσίως τούτους, και ερωτών τίνα θεόν, ήρωα ή άνδρα πρέπει ομού να ψάλλωσι.


Ίσως θα ηδύνατο τις να είπη ότι μέγιστος λυρικός της αρχαιότητος, δια της ανωτέρω επικλήσεως, οιονεί προφητεύει. Η δε πρόρρησίς του πληρούται εις τους ύμνους της Ορθοδόξου ημών Εκκλησίας.


Διότι τις άλλος είνε αληθής Θεός, τον οποίον έπρεπε να κελαδώσιν οι ύμνοι, ειμή ο Χριστός: Και τις ήρως είνε μεγαλείτερος του Χριστού, του πατάξαντος τον αρχέκακον εχθρόν, και νικήσαντος διά του Σταυρού τον θάνατον;


Και τις είνε ανήρ, τις άνθρωπος, αληθέστερος από τον Υιόν τού Ανθρώπου, <<ος εν μορφή Θεοϋ ύπάρχων... εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος>>:


Διά της εκκλησιαστικής άρα μουσικής, οι ύμνοι, οι αναξιφόρμιγγες του ΙΙινδάοου, υμνούσι τον αληθή Θεόν, ήοωα και άνδρα, τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν. Θεραπεύεται δε και η αμηχανία του Πινδάρου, ως και παντός βάλτου ή ποιητού, ευρίσκοντος, εις εν και το αυτό πρόσωπον, ηνωμένας τας τρεις ιδιότητας του Θεού. του ήρωος και του ανθρώπου.


Τοιούτος βίος, ήρως και άνθρωπος ουδείς άλλος ύπάρχει, είμή ο Ιησούς Χριστός..


Α. Παπαδιαμάντης



*Εκ της 15ήμερης μουσικής εφημερίδας των Αθηνών «ΦΟΡΜΙΓΞ»
της 1ης Οκτωβρίου 1901, έτος 1ον, αρ. φ. 1, σελ. 2.
Τη επιμελεία των κ.κ.  Γερμανού Κυργιαζίδη, Ιωάννου Θ. Τσώκλη και Παν. Τζαννέα.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, έρευνα, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


ΛΑΤΕΡΝΑ, ΦΤΩΧΕΙΑ «ΤΣΙΠΑ» ΚΑΙ ΦΙΛΟΤΙΜΟ





Ελπίζω να βρούμε τις χαμένες μας αξίες...




Δρ. Γιώργος Πιπερόπουλος, Αρθρογράφος

Δρ Κοινωνιολογίας - Ψυχολογίας - Επίτιμος Καθηγητής Μάνατζμεντ και Μάρκετινγκ στο Βρετανικό Πανεπιστήμιο Durham



Ήταν το 1955, ήμουν μαθητής στο «πρότυπο» τμήμα του Γυμνασίου Αρρένων στη γενέτειρά μου Κατερίνη, ξεκινούσε η έξοδος ανέργων Ελλήνων σε Ευρώπη, Δυτική Γερμανία και Αυστραλία και η ΦΙΝΟΣ ΦΙΛΜ έστελνε στις Κινηματογραφικές αίθουσες μια κωμωδία (με μπόλικες σταγόνες συναισθήματος και λυρισμού) με τίτλο: «Λατέρνα, Φτώχεια και Φιλότιμο».


Η ταινία είχε απρόσμενη επιτυχία και ήταν η πρώτη στην Ελλάδα κινηματογραφική ταινία που έκανε και sequel καθώς η ΦΙΝΟΣ ΦΙΛΜ την επανάφερε μετά από δύο χρόνια στις κινηματογραφικές αίθουσες με τίτλο:


Στο μεσοδιάστημα η πατρική μου οικογένεια εγκατέλειψε την Κατερίνη, μετακομίσαμε στη Θεσσαλονίκη, που έγινε από τότε η δεύτερη πατρίδα μου, και την ταινία την είδα με τους τότε «κολλητούς» μου όντας μαθητής πλέον του Β΄ Γυμνασίου Αρρένων Θεσσαλονίκης.


Ε
λπίζω να μην «αναστατωθούν» οι ψυχές του Φίνου, του Σακελλάριου, του Φωτόπουλου του Αυλωνίτη, της Καρέζη, του Αλεξανδράκη και άλλων αστέρων που συμμετείχαν στην ταινία καθώς στο σημερινό μου άρθρο υποκαθιστώ εκείνους τους δύο τίτλους με το δικό μου τίτλο:


«Λατέρνα, Τσίπα και Φιλότιμο!..»


Ήμασταν τότε, πολλοί Έλληνες όπως και τώρα εποχές Μνημονίων και Πανδημίας, οικονομικά «αδύναμοι» αλλά φροντίζαμε ως «κόρην οφθαλμού» σε Πανελλαδικό επίπεδο, μια έννοια πολύτιμη, τώρα πια δυσεύρετη στην Ελλάδα των δυσβάστακτων Μνημονίων αρχικά της τρόικα και τώρα πια των Θεσμών: την «Τσίπα» μας!...


Η «Τσίπα» αναφερόταν στην αίσθηση που είχαμε όλοι οι Έλληνας μεγάλοι και μικροί στην ηλικία ότι οι άλλοι θα μας σέβονται εφόσον και εμείς φροντίζουμε με την συμπεριφορά μας να μην... «Ξετσιπωθούμε!…».


Είχαμε τότε στην Πατρίδα μας, την αγαπημένη μας Ελλάδα, πέρα από τα αιώνια θαλασσόβρεχτα ακρογιάλια, τον καταγάλανο ουρανό, τα ρομαντικά ηλιοβασιλέματα, και το μοναδικό στην υφήλιο γνώρισμα που δεν μεταφράζεται σε άλλη γλώσσα όσες προσπάθειες και εάν έγιναν το «Φιλότιμο...»


Γενιές ολάκερες ντόπιων Ελλήνων και προσφύγων από Πόντο και Μικρά Ασία είχαμε γαλουχηθεί με τούτη τη μοναδική στον κόσμο έννοια, την πλέον δυσνόητη σε κάθε άλλη γλώσσα που μιλιέται στον πλανήτη μας το «Φιλότιμο».


Από τον Απρίλιο του 2010 και μετά, υπόδουλοι στον Δράκουλα που, πριν την Κυβέρνηση «Πρώτη φορά Αριστερά», άκουγε στο όνομα «τρόικα» και στη συνέχεια μετονομάστηκε και έκτοτε λέγεται «θεσμοί», με τέτοιες «μίζες, διαφθορά και απληστία» φοβάμαι ότι απαξιώνουμε καθημερινά ό,τι υπόλοιπο μας έχει απομείνει από «Τσίπα» και «Φιλότιμο».


Εδώ και κάποια χρόνια κάπου τα μπερδέψαμε με τους χρόνους και το συντακτικό, με τις σύγχρονες κοσμοθεωρίες, ντόπιες ή εισαγόμενες, από Εσπερία και αλλού εμπλουτισμένες και με κάποια περίεργα συστήματα αξιών και, εύλογα αναρωτιούνται πολλοί:


Φιλότιμο έχουμε; Φιλότιμο είχαμε; Μήπως, τελικά, νομίζουμε ότι είχαμε «την ανάγκη φιλοτιμίαν ποιούμενοι;» Τσίπα έχουμε; Τσίπα είχαμε; Μήπως νομίζουμε ότι είχαμε καθώς η «ξετσιπωσιά» έχει κάνει πολλές και πολλούς διάσημους, ανανωρίσημους και πλούσιους;


Φίλες και φίλοι αναγνώστες μου εδώ στον φιλόξενο χώρο, συμπατριώτες και ομογενείς όλων των ηλικιών, οι δύο έννοιες δεν είναι μόνο δυσνόητες για τους ξένους, είναι πασιφανώς πλέον «αγαθά σε ανεπάρκεια» δυστυχώς και για εμάς τους ντόπιους εν Ελλάδι κατοικούντες.


Μπήκαμε στη Σαρακοστή, οδεύουμε προς πρόωρες Εθνικές εκλογές και επιτρέψτε μου να καταθέσω δημοσίως σήμερα ότι κάθε φορά που ακούω, διαβάζω ή βλέπω σε τηλεοπτικά πάνελ και Συνεδριάσεις της Βουλής τους σημερινούς πρωταγωνιστές της πολιτικής μας ζωής να παρουσιάζουν τις αντικρουόμενες προσπάθειές τους να μας σώσουν από την «πτώχευση» (αποφεύγοντας το «GREXIT»), από περαιτέρω οικονομική εξαθλίωση και πείνα, σκέφτομαι ότι ίσως μας βοηθούνε έτσι να χωνέψουμε «όσα μαζί φάγαμε», (κατά Πάγκαλο) και έρχονται στα δικά μου, και υποθέτω και στα δικά σας, ποτάμια τα δάκρυα...


Κάθε φορά που συνειδητοποιώ με ποια χρηματικά ποσά αμείβονται οι άνδρες και οι γυναίκες των Ενόπλων μας Δυνάμεων, των Σωμάτων Ασφαλείας και του Πυροσβεστικού Σώματος αναρωτιέμαι γιατί κορυφαία στελέχη της ελληνικής δημοσιογραφίας με τα παχυλά, μερικοί με αστρονομικά εισοδήματα ΔΕΝ μας λένε τίποτε σχετικό;


Μας είπανε ποτέ ποιος ήταν ο μισθός των «πεσόντων» της Πολεμικής Αεροπορίας, του Πυροσβεστικού Σώματος ή το μηνιάτικο που παίρνουν οι χήρες και τα ορφανά τους για να το συγκρίνουμε με τις αμοιβές των Βουλευτών και τις Συντάξεις τους που συνεχίζουν να κινούνται με κρατικά αυτοκίνητα και αστυνομική φρουρά, την ώρα που τους δικούς μας μισθούς και τις δικές μας συντάξεις τις ρήμαξαν κυριολεκτικά;


Την ατομική και συλλογική Εθνική «Τσίπα» των Ελλήνων και το ελληνοπρεπές, το μοναδικό φιλότιμο, βρε παιδιά, αφήνετε και τα τσαλακώνουν, τα ξεσκίζουν σαν μια σελίδα χαρτιού και τα ποδοπατούν καθημερινά στα κάθε λογής «Euro-Working Groups» σαν σκουπίδια οι Δανειστές μας!


Από τότε που μας σάρωσε η πανδημία covid-19 και έριξε μπρούμητα τη γονατισμένη μας Οικονομία ακούμε για «Ανάκαμψη», ζούνε αμέτρητοι εργαζόμενοι με μηνιαίο επίδομα που θυμίζει χαρτζιλίκι και όχι μισθό και καλλιεργείται από Συστημικά Ρ/Τ και έντυπα ΜΜΕ η ψευδαίσθηση ότι οσονούπω θα δούμε «φως στο τέλος του απρόσμενου τούνελ» που έχει σαρώσει κάθε έκφραση και έκφανση σε κάθε επίπεδο του ψυχό-κοινωνικό-οικονομικού και πολιτικού γίγνεσθαι της Πατρίδας μας και της Υφηλίου…


Συνεχίζονται με αυξημένη ένταση λόγω επικείμενων εκλογών οι «κοκορομαχίες» εντός Βουλής και σε ραδιοτηλεοπτικά μπαλκόνια και παράθυρα, ακούμε προτροπές τύπου «παραιτήσου» ή τετριμμένες και χιλιοειπωμένες μεγαλοστομίες τύπου «θα φτάσει το μαχαίρι στο κόκαλο» ή ακόμη «θα χυθεί άπλετο φως» και βαρβαρότητες όπως «θα πέσουν κεφάλια», ενώ το «γάντζωμα σε καρέκλες εξουσίας» αγγίζει πρωτόγνωρα επίπεδα στο πολιτικό στερέωμα…


Κλείνω πριν σας κουράσω δηλώνοντας ότι παραμένω αθεράπευτα ρομαντικός και «Dum Spiro Spero» (Όσο αναπνέω ελπίζω…).


Ελπίζω, και μη με παρεξηγήσετε φίλες και φίλοι αναγνώστες, ότι κάποια μέρα θα ξυπνήσει και πάλι στις ψυχές των Πολιτικών, των Μεγαλοεπιχειρηματιών, των Ιδιοκτητών & Στελεχών ΜΜΕ, των Διανοουμένων και άλλων «Παραγόντων» το ελληνικό φίλοτιμο και θα θυμηθούν την πατροπαράδοτη ελληνική «Τσίπα»!…


Εάν συμβει να συναντηθούμε πρόσωπο-με-πρόσωπο εσείς και εγώ, σας παρακαλώ να μου πείτε χωρίς δισταγμό με ειλικρίνεια:


Μάταια ελπίζω;



*Αναδημοσίευση εκ του ιστολογίου <<Huffpost>> της 1.3.2023.
Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


ΤΟ ΔΙΑ ΤΩΝ ΚΟΛΛΥΒΩΝ ΘΑΥΜΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΤΗΡΩΝΟΣ



 Το Σάββατο της Α΄ εβδομάδας των Νηστειών, εορτάζουμε το διά των κολλύβων
παράδοξο θαύμα

του αγίου και ενδόξου μεγαλομάρτυρα Θεοδώρου του Τήρωνος



Μετά τον Κωνστάντιο, το γιο του Μεγάλου Κωνσταντί­νου, ανήλθε στον αυτοκρατορικό θρόνο της Κωνσταντι­νουπόλεως ο Ιουλιανός ο Παραβάτης. Αυτός, από χριστιανός που ήταν, έγινε ειδωλολάτρης και κίνησε σκληρό διωγ­μό εναντίον των χριστιανών, και στα φανερά και στα κρυφά.


Λοιπόν, ο ασεβής εκείνος αυτοκράτορας, αφοί απόκαμε τι­μωρώντας στα φανερά τους Χριστιανούς με ωμότητα και απερίγραπτη απανθρωπιά, αισθανόμενος ντροπή και έχο­ντας την υποψία μήπως πληθυνθούν ακόμη περισσότερο, σκέφτηκε ο δόλιος αυτός και ανόσιος πώς να τους μιάνει χω­ρίς να το πάρουν είδηση.


Και ιδού τι έπραξε: Ξέροντας ότι οι χριστιανοί κατά την πρώτη εβδομάδα των Νηστειών εξαγνίζονται περισσότερο διά της νηστείας και αφοσιώνονται στον Θεό, κάλεσε τον έπαρχο της πόλεως και τον πρόσταξε να αποσύρει από την αγορά τα πωλούμενα τρόφιμα και ποτά και να εκθέσει προς πώληση άλλα, αφού προηγουμένως τα αναμείξει με αίμα από τις θυσίες και τα μιάνει, ώστε, αγοράζοντάς τα και χρησιμοποιώντας τα οι νηστεύοντες χριστιανοί, να μιανθούν από τα ειδωλόθυτα. Ο έπαρχος έκαμε αμέ­σως πράξη την εντολή: εφοδίασε όλη την αγορά με τροφές και ποτά μιασμένα από τις μυσαρές θυσίες των ειδώλων.


Αλλά ο οφθαλμός του Θεού που βλέπει τα πάντα και αρπάζει εκείνους που κάνουν τον σοφό και τους ταπεινώνει με την ίδια τους την πανουργία, λαμβάνοντας πάντοτε πρόνοια για μάς, διέλυσε τις εναντίον μας μυσαρές επινοήσεις του Παραβάτη.


Και να πώς: έστειλε στον πατριάρχη Ευδόξιο -ο οποίος βέβαια δεν τύχαινε να είναι και απόλυτα ορθόδοξος περί την Πίστη- τον μέγα Του αθλοφόρο Θεόδωρο, τον επονομαζόμενο Τήρωνα, εκ του τάγματος των Τηρώνων (=νεοσυλλέκτων) στο οποίο ανήκε.


Ο άγιος Θεόδωρος, λοι­πόν, εμφανίστηκε στον πατριάρχη σε ώρα που ήταν ξύπνιος, και όχι σε όνειρο, και του είπε κάπως έτσι: Σήκω αμέσως και σύναξε το ποίμνιο του Χριστού και δώσε αυστηρή εντολή κα­νένας να μην αγοράσει τίποτε απολύτως από τα τρόφιμα που υπάρχουν στην αγορά, διότι είναι μιασμένα από τον άσεβή αυτοκράτορα, τον Ιουλιανό, με αίμα από τις θυσίες.


Ο πα­τριάρχης βρέθηκε σε μεγάλη αμηχανία και διερωτάτο πώς θα ήταν δυνατόν για εκείνους τους χριστιανούς που δεν είχαν στις αποθήκες τους τρόφιμα δικής τους παραγωγής να μην αγοράσουν από τα εκτεθειμένα στην αγορά προς πώλη­ση.


Ο Άγιος όμως του είπε να προσφέρει σ’ αυτούς κόλλυ­βα, και έτσι με τον τρόπο αυτό θα θεραπεύσει τις ανάγκες τους σε τρόφιμα. Αλλά ο Ευδόξιος βρέθηκε και πάλι σε αμηχανία, γιατί δεν ήξερε τί ήταν τα κόλλυβα, και ρώτησε να μά­θει. Αμέσως δε ο Άγιος του είπε: 


«Κόλλυβα εμείς στα Ευχάιτα συνηθίζουμε να ονομάζουμε το βρασμένο σιτάρι». Αλλά ο πατριάρχης ήθελε να εξακριβώσει και ποιός ήταν άραγε αυτός που ενδιαφερόταν τόσο πολύ για τον χριστώνυμο λαό.


Στην επιθυμία αυτή του Ευδοξίου ο Άγιος απάντησε: «Αυτός που αυτή τη στιγμή εστάλη να σας βοηθήσει είναι ο μάρτυς του Θεού Θεόδωρος». Αμέσως λοιπόν τότε ο πα­τριάρχης σηκώθηκε και συγκέντρωσε το χριστεπώνυμο πλή­ρωμα και, αφού ανάγγειλε σ’ αυτό τα όσα είδε, έπραξε αυτά που του είπε ο Μάρτυς. Τοιουτοτρόπως διατήρησε το ποί­μνιο του Χριστού αμόλυντο από τη μυσαρή επινόηση του εχθρού και παραβάτη της Πίστεώς μας.


Ο Ιουλιανός, βλέποντας ότι το σατανικό του σχέδιο μαται­ώθηκε και δεν είχε κανένα αποτέλεσμα, ντροπιάστηκε πολύ και πρόσταξε να εκτεθούν στην αγορά προς πώληση και πάλι τα συνηθισμένα τρόφιμα και ποτά.


Ο δε λαός του Χριστού, αφού έφτασε πλέον στο τέλος της η πρώτη εβδομάδα των Νη­στειών, εκδηλώνοντας την ευχαριστία του προς τον Μάρτυρα, τον ευεργέτη του, τίμησε κατά το Σάββατο εκείνο με κόλλυβα και με χαρά μεγάλη τη μνήμη του.


Έκτοτε οι πιστοί και μέχρι σήμερα, ανανεώνοντας τρόπον τινά το θαύμα εκείνο, για να μην εξαλειφτεί από τον χρόνο ένα τόσο μεγάλο έργο του Μάρτυρος, τιμάμε και γεραίρουμε διά κολλύβων τον μεγαλομάρ­τυρα Θεόδωρο.


Αυτόν, τον μέγα Θεόδωρο, τον κάλεσε ο ασεβής Βρίγγας, αρχηγός του τάγματος των Τηρώνων, και του συνέστησε να αρνηθεί την πίστη του, δίνοντάς του μάλιστα και κάποιο χρό­νο να το σκεφτεί.


Ο Θεόδωρος όμως δεν ανέχτηκε καθόλου τη σύσταση αυτή. Και όχι μόνο δεν ανέχτηκε να αρνηθεί την πίστη του, αλλά και έκαψε το ναό και το άγαλμα της μητέρας των θεών, της Ρέας, αφού πρώτα μοίρασε στους φτωχούς τα διάφορα κοσμήματα και αφιερώματα. Ύστερα από την ενέργειά του αυτή υποβλήθηκε σε πολλά και φριχτά βασανιστήρια.


Τελικά τον εξακόντισαν σε μια πυρακτωμένη κάμινο, όπου ο Άγιος, χωρίς να πάθει ούτε το παραμικρό από τη φωτιά, παρέδωσε το πνεύμα του στον Θεό και κοσμήθηκε με τον στέφα­νο του μαρτυρίου.



*Γεωργίου Δ. Παπαδημητρόπουλου, Θεολόγου - Φιλολόγου - Λυκειάρχου, Με τους Αγίους μας – Συναξάρια Τριωδίου και Πεντηκοσταρίου, εκδ. Αποστ. Διακονία, σ. 68-71. *Εκ του ιστολογίου <<rodopinews.gr>>. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΥ: Η ΕΙΚΟΝΑ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ




Η Εικόνα είναι μία έκφραση της θείας οικονομίας, η οποία συνοψίζεται στη διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας που λέει: «Ο Θεός έγινε άνθρωπος, για να γίνει ο άνθρωπος Θεός». Η Εκκλησία έδωσε τόσο μεγάλη σημασία στην Εικόνα, ώστε κήρυξε και κηρύττει ότι η νίκη κατά των Εικονομάχων υπήρξε θρίαμβος της Ορθοδοξίας, τον οποίο εορτάζουμε κατά την πρώτη εβδομάδα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.


Ακόμη, για την Ορθόδοξη Εκκλησία, η Εικόνα είναι μία γλώσσα που μέσω αυτής εκφράζει τα δόγματά της και τις εντολές της τόσο καλά, όσο και με τον λόγο. Είναι θεολογία που εκφράζεται με σχήματα και χρώματα που τα βλέπει το μάτι. Είναι δηλαδή σαν ένας καθρέφτης που αντανακλά την πνευματική ζωή της Εκκλησίας, και που μέσα σ’ αυτόν μπορεί να κρίνει κανείς για τους δογματικούς αγώνες κάθε εποχής.


Εικόνες δογματικές υπάρχουν σε πολλές Εκκλησίες μας και προπάντων στα χωριά και τα Μοναστήρια μας. Μόνο κατά το τέλος του ΙΘ’ αιώνα οι ειδικοί ανακάλυψαν ότι υπάρχει η Εικόνα, η Βυζαντινή δηλαδή, διότι μόνο αυτή είναι εικόνα, “εικόνισμα”. Οι άλλες είναι ζωγραφιές.


Οι παλαιοί αγιογράφοι δεν ήταν μονάχα σπουδαίοι ζωγράφοι, αλλά και διδάσκαλοι της πνευματικής ζωής, που γνώριζαν να δώσουν μορφή στους λόγους του Κυρίου μας που λένε: «Η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου».


Το να μην εννοούμε πια την ουσία αυτής της τέχνης δεν προέρχεται από τη δήθεν πρόοδό μας, ούτε από το ότι έχασε η Εικόνα τη δύναμή της ή τη σημασία της, αλλά από τη βαθιά πνευματική παρακμή μας που το πνεύμα μας είναι εγκόσμιο και υλιστικό, και γι’ αυτό μέσα μας παραμορφώθηκε η ιδέα της Εκκλησίας και της Λειτουργίας.


Το δογματικό βάθος της Εικόνας, της Εκκλησίας και της Λειτουργίας κατάντησε απασχόληση αποκλειστική μερικών και θεωρείται σήμερα ως αφηρημένη Επιστήμη που δεν έχει καμία σχέση με την καθημερινή ζωή μας.


Όσο δε για τη Λειτουργία, που θα πρέπει να είναι ο αλάνθαστος οδηγός μας στον πνευματικό μας δρόμο και η ομολογία της πίστεώς μας, δεν είναι πια, τις περισσότερες φορές, παρά μονάχα μία τυπική τελετή, ένα έθιμο, μία συνήθεια ευλαβική και συγκινητική ίσως.


Η οργανική ενότητα του δόγματος και του ηθικού νόμου μέσα στη Λειτουργία κόπηκε, απογυμνώθηκε. Αυτή η απουσία της εσωτερικής ενότητας καταστρέφει τη λειτουργική πληρότητα της θείας λατρείας μας.


Τα στοιχεία που τη συγκροτούν και που δεν μπορούμε πια να νιώσουμε πως όλα συντελούν σε ένα πράγμα, ο λόγος ο ορθόδοξος, η Βυζαντινή υμνωδία, η Βυζαντινή εικόνα, η Βυζαντινή αρχιτεκτονική, ο φωτισμός κλπ., τραβούν τον καθένα δυστυχώς σε δικό του τρόπο του θρησκεύειν, γι’ αυτό χρειάζεται επιστροφή στην αγία Παράδοση.


Σήμερα, την πρώτη Κυριακή των Νηστειών που εορτάζεται ο θρίαμβος των εικόνων μας, πρέπει ιδιαιτέρως να προσέξουμε τους ομολογητές της πίστεως, διότι αυτοί μας οδηγούν στην αναζωπύρωση και ανάπτυξη του αισθήματος της Ορθής Πίστεως, στην Ορθόδοξη Εκκλησία, και να μην ακούμε τους Προτεστάντες (σε εμάς λεγομένους Ευαγγελικούς) ή τους Μάρτυρες του Ιεχωβά, που μας λένε ειδωλολάτρες, επειδή προσέχουμε και σεβόμαστε και προσκυνούμε τις άγιες Εικόνες του Κυρίου μας, των Αγίων Του ή της Παναγίας Μητέρας Του.


Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός λέει: «Ζωγραφίζουμε λοιπόν τον Χριστό, τον βασιλέα και Κύριο, χωρίς να τον απογυμνώνουμε από το στράτευμά του. Διότι στρατός του Κυρίου είναι οι άγιοι… Αν δηλαδή θα είναι κληρονόμοι του Θεού και συγκληρονόμοι του Χριστού και κοινωνοί της θείας δόξας και βασιλείας, καθώς έγιναν κοινωνοί των παθημάτων του Χριστού, πώς δεν θα γίνουν και της επί γης δόξας συμμέτοχοι οι φίλοι του Χριστού;… Αυτών τα κατορθώματα και τα πάθη ζωγραφίζω, επειδή με αυτά αγιάζομαι και καλλιεργείται ο ζήλος μου να τα μιμηθώ» (Πατρολογία 94, 1252).


Και προσθέτει: «Έτσι πρέπει να σκεπτόμαστε και για τις εικόνες των αγίων, ότι ζωγραφίστηκαν και στις Εκκλησίες και στα βιβλία για να τους θυμόμαστε και να τους αγαπούμε και να διορθώνουμε τη ζωή μας, και συγχρόνως για να δείχνουμε την καλή τους μαρτυρία στους ειδωλολάτρες που έρχονται και πιστεύουν στον Ιησού Χριστό. Διότι έτσι παραλάβαμε αυτήν (την Εκκλησία) από τους αγίους Πατέρες όπως μας διδάσκουν και οι άγιες Γραφές» (Πατρολογία 95, 313).


Θέλοντας δε να καταδείξει τη ζωηρή εντύπωση και διδασκαλία που προξενείται από τις ιερές εικόνες, λέει: «Αν κάποιος από τους ειδωλολάτρες έρθει και σου πει· “Δείξε μου την πίστη σου για να πιστέψω”, τον φέρνεις στην Εκκλησία και του δείχνεις τον στολισμό που την περιβάλλει. Του παρουσιάζεις τις μορφές των αγίων εικόνων, βλέπει ο άπιστος και λέει· 


Ποιος είναι αυτός που σταυρώνεται; Ποιος είναι αυτός που ανασταίνεται και καταπατά την κεφαλή αυτού του γέρου (του Άδη);”. Δεν τον διδάσκεις από την εικόνα λέγοντας· “Αυτός ο εσταυρωμένος είναι ο Υιός του Θεού…”;» (Ιωάννης Δαμασκηνός, Πατρολογία 95, 325).


Τέλος ο ιερός αυτός Πατέρας τους αγιογράφους της Εκκλησίας τους θεωρεί ίσους στην αξία προς τους Ευαγγελιστές που συνέγραψαν τα Ευαγγέλια. Λέει: «Αυτά που το Ευαγγέλιο περιγράφει με τον λόγο, αυτός (ο αγιογράφος) τα δείχνει με το έργο» (Πατρολογία 95, 316).
Συμπέρασμα λοιπόν: Ο λογογράφος έγραψε το Ευαγγέλιο, το οποίο δέχονται οι αιρετικοί και κόπτονται δήθεν γι’ αυτό. Τι έγραψε στο Ευαγγέλιο; Ολόκληρη την ένσαρκη οικονομία του Χριστού και το παρέδωσε στην Εκκλησία.


Τι έκανε ο ζωγράφος; Το ίδιο. Ζωγράφισε στον πίνακα την ευπρέπεια της Εκκλησίας, από τον πρώτο Αδάμ έως τη γέννηση του Χριστού και ολόκληρη την ένσαρκη οικονομία του Χριστού και τα μαρτύρια των Αγίων, και τα παρέδωσε και αυτός στην Εκκλησία. Δηλαδή και οι δύο μία εξήγηση έγραψαν, ο ένας στο χαρτί, ο άλλος στο σανίδι, και διδάσκουν εμάς.
Και ερωτάται τώρα ο αιρετικός, ο Ευαγγελικός ή ο Ιεχωβίτης: Γιατί την Βίβλο την προσκυνάτε και τη δέχεστε, ενώ την Εικόνα τη φτύνετε και τη βδελύσσεσθε;


Πες μου, αιρετικέ, ποια η διαφορά των δύο, αφού και τα δύο τα ίδια διδάσκουν; Πώς το ένα προσκυνείται και το άλλο φτύνεται; Γιατί τον ευαγγελιστή που με τον λόγο εξηγεί τον δέχεσαι και τον ζωγράφο που με το έργο δείχνει τον απορρίπτεις;


Πες μου, αιρετικέ· τι προσκυνάς στο Ευαγγέλιο, την ύλη ή την εξήγηση; Θα μου απαντήσεις, την εξήγηση της οικονομίας του Χριστού, όχι την ύλη. Και εγώ θα σου απαντήσω το ίδιο, ότι δεν τιμώ την σανίδα, ούτε τον τοίχο, ούτε τα χρώματα, αλλά τον χαρακτήρα του σώματος και την οικονομία του Κυρίου, κατά το λόγιο του Μ. Βασιλείου: «Η γαρ της εικόνος τιμή προς το πρωτότυπον διαβαίνει».


Τιμή λοιπόν και προσκύνηση στις άγιες Εικόνες μας και προσοχή στην απόκτησή τους· βυζαντινές εικόνες, όχι “ζωγραφιές θρησκευτικές”. Εικόνες άγιες, σοβαρές από χέρια άγια, προσευχόμενα μπροστά από την Θεοτόκο την Οδηγήτρια, με τα οποία πραγματώνουν το «θείον έργον» με φόβο Θεού και ευλάβεια.


(Μάρτιος 1969)



*Εκ του περιοδικού <<Όσιος Φιλόθεος της Πάρου>> τ. 16, εκδόσεις <<Ορθόδοξος Κυψέλη>>, σελ. 29. *Αναδημοσίευση εκ του ιστολογίου <<koinoniaorthodoxias.org>>. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Τετάρτη 1 Μαρτίου 2023

ΜΕΓΑΛΟΥ ΦΩΤΙΟΥ: Η ΚΑΘΑΡΟΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ




29. Αὐτὴ εἶναι ἡ καθαρὴ καὶ γνήσια ὁμολογία τῆς πίστεως ἡμῶν τῶν Χριστιανῶν· αὐτὴ εἶναι ἡ θεόσοφη μυσταγωγία τῆς ἄχραντης καὶ ἀληθινῆς θρησκείας μας καὶ τῶν σεπτῶν μυστηρίων της· ἔχοντας φρόνημα,


πίστι καὶ διαγωγὴ σύμφωνα μὲ αὐτὴν τὴν ὁμολογία ἕως τὴν δύσι τοῦ βίου, βαδίζομε γρήγορα πρὸς τὴν ἀνατολὴ τοῦ νοητοῦ ἡλίου, γιὰ ν’ ἀπολαύσωμε δυνατώτερα καὶ τελειότερα τὴν ἀπὸ ἐκεῖ ἐρχόμενη ἀνέσπερη αὐγὴ καὶ λαμπρότητα.


Αὐτὴν ταιριάζει ν’ ἀποδέχεται καὶ νὰ τιμᾶ καὶ ἡ θεοφρούρητη σύνεσίς σας, ποὺ ἤδη ἀτενίζει πρὸς τὴν ἰδική μας θρησκευτικὴ κληρονομιά, μὲ εἰλικρινῆ διάθεσι, εὐθύτητα γνώσεως καὶ ἀδίστακτη πίστι, καὶ νὰ μὴ ἀποκλίνη ἀπ’ αὐτὴν οὔτε στὸ ἐλάχιστο οὔτε πρὸς τὰ δεξιὰ οὔτε πρὸς τ’ ἀριστερά· διότι τοῦτο εἶναι τῶν ἀποστόλων τὸ κήρυγμα, τοῦτο εἶναι τὸ δίδαγμα τῶν πατέρων, τοῦτο εἶναι τὸ φρόνημα, τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων.


Γι’ αὐτὸ ὄχι μόνο ἐσὺ ὁ ἴδιος πρέπει νὰ φρονῆς καὶ νὰ πιστεύης κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἀλλὰ νὰ καθοδηγῆς στὸ ἲδιο φρόνημα τῆς ἀληθείας καὶ τοὺς ὑπηκόους σου καὶ νὰ τοὺς καταρτίζης στὴν ἴδια πίστι, καὶ τίποτε ἄλλο νὰ μὴ θεωρῆς πολυτιμότερο ἀπὸ τέτοια σπουδὴ καὶ ἐπιμέλεια.


Διότι τοῦ ἀληθινοῦ ἄρχοντος καθῆκον εἶναι νὰ μὴ φροντίζη μόνο γιὰ τὴ δική του σωτηρία, ἀλλὰ ν’ ἀξιώνη παρόμοιας προνοίας καὶ τὸν λαὸ ποὺ τοῦ ἔχει ἀνατεθῆ, νὰ τὸν χειραγωγῆ καὶ νὰ τὸν προσκαλῆ στὴν ἴδια τελειότητα τῆς θεογνωσίας.


Μὴ λοιπὸν κάμης νὰ διαψευσθοῦν οἱ ἐλπίδες μας, τὶς ὁποῖες ἐπέτρεψε νὰ σχηματίσωμε ἡ πρὸς τὰ καλὰ ροπὴ καὶ προσοχή σου, μήτε νὰ καταστήσης ματαίους τοὺς κόπους καὶ ἀγῶνες, ποὺ μὲ χαρὰ ἀναλάβαμε χάριν τῆς σωτηρίας σας, μήτε νὰ δεχθῆς ὅτι ἄρχισες μὲν μὲ προθυμία νὰ δέχεσαι τοῦ θείου κηρύγματος τοὺς λόγους, μετέβαλες δὲ τὴν προθυμία σὲ ραθυμία·


λλὰ διατήρει ἀνεξάλειπτη τὴν χαρὰ κι εὐφροσύνη μου γιὰ σένα, παρέχοντας ὅμοιο μὲ τὴν ἀρχὴ τὸ τέλος, σύμφωνο τὸν βίο μὲ τὴν πίστι, καὶ τὴν ἐξουσία σου νὰ φαίνεται καὶ νὰ ὀνομάζεται κοινὸ ἀγαθό τοῦ γένους καὶ τῆς πατρίδος.


30. Ἀλλὰ τώρα πρόσεξε, σὲ παρακαλῶ, φιλόχριστε καὶ πνευματικὲ υἱέ μας, καὶ ὅ,τι ἄλλο ἔνδοξο καὶ καλὸ καὶ ἄξιο στοργῆς ὄνομα ὑπάρχει γιὰ σένα· πρόσεξε, πόσες ἐπιθέσεις ὠργάνωσε ὁ Πονηρὸς ἐναντίον τῆς εὐσεβοῦς καὶ μόνης ἀληθινῆς θρησκείας τῶν Χριστιανῶν, ἐπινοώντας διάφορες αἱρέσεις καὶ στάσεις, μάχες καὶ πολέμους. Πρόσεξε ἐπίσης καὶ τοῦτο, πῶς αὐτὴ τὶς ἀντέκρουσε ὅλες καὶ ἔστησε λαμπρὰ τρόπαια ἐναντίον ὅλων τῶν ἀντιπάλων.


Καὶ μὴ ἀπορήσης, καθὼς θ’ ἀναλογίζεσαι τὶς ἐναντίον της ἐπινοήσεις καὶ ἐπιβουλές. Διότι, πρῶτα, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ γίνη τόσο περίοπτη καὶ δυνατὴ καὶ ἐπίσημη διὰ τῆς νίκης, ἂν δὲν συγκρουόταν μαζί της κανένας ἐχθρός· κι’ ἔπειτα εἶναι εὔκολο νὰ ἀντιληφθοῦμε κι ἐκεῖνο, ὅτι ὅπου ὁ Πονηρὸς πολεμεῖται σφοδρότερα, ἐκεῖ στέλλει κι αὐτὸς μεθοδικώτερα τὰ βέλη τῆς κακίας του καὶ στήνει τὰ πολεμικὰ μηχανήματά του.


Πράγματι στὰ ἄλλα γένη, ἐπειδὴ δὲν ὑφίσταται ἐναντίον του κανένας δυνατὸς πόλεμος, γι’ αὐτὸ δὲν ἐξοπλίζεται οὔτε αὐτὸς ἐναντίον ἐκείνων στὸ Χριστώνυμο ὅμως λαὸ τοῦ Θεοῦ, τὸ ἅγιο ἔθνος, τὸ βασίλειο ἱεράτευμα, ἐπειδὴ ξεσηκώνονται ἀνδρείως καθημερινὰ δυναμωμένοι μὲ τὴν πίστι κατὰ τῶν πονηρῶν πράξεων καὶ μηχανευμάτων του,


γι’ αὐτὸ κι ἐκεῖνος καταφέρνει μὲ μύριες ἐπιβουλὲς καὶ μὲ ὅλες τὶς μεθόδους νὰ ὑποτάξη μερικοὺς ἀπ’ αὐτοὺς καὶ ἀγωνίζεται νὰ θλίψη τὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἂν καὶ οἱ ἀγῶνες καὶ τὰ πονηρεύματά του καταλήγουν σὲ καταισχύνη.


31. Ἄλλωστε τὰ ἄλλα ἔθνη ἔχουν ἀδιάκριτα καὶ συγκεχυμένα τὰ δογματικὰ φρονήματα, δὲν ἔχουν τίποτε καθαρὸ καὶ δοκιμασμένο σὲ ἀκρίβεια· γι’ αὐτὸ δὲν φαίνεται σ’ ἐκεῖνα οὔτε ἡ ὀρθοδοξία οὔτε ἡ διαστροφή.


Στὴν καθαρώτατη ὅμως καὶ ἁγιώτατη πίστι τῶν Χριστιανῶν ποὺ ἔχει μεγάλη ἀκρίβεια, λόγω τῆς εἰλικρίνειας καὶ τῆς εὐθύτητος, τῆς ἐξάρσεως καὶ τῆς ἀκεραιότητος, ὅταν ἐπιχειρήση κανεὶς νὰ εἰσφέρη καὶ μικρὸ δεῖγμα διαστροφῆς ἢ καινοτομίας, ἀμέσως καταφαίνεται καὶ διακρίνεται ἡ διαστροφὴ


καὶ νοθεία μὲ τὴν παράθεσι τῆς ἀληθείας καὶ τοῦ ὀρθοῦ λόγου, καὶ ἡ εὐγένεια τῶν εὐσεβῶν δογμάτων δὲν ἀνέχεται καθόλου οὔτε γιὰ λίγο τὸ νόθο γέννημα, οὔτε κάτω ἀπὸ τὴν ἴδια ὀνομασία μάλιστα.


Πράγματι, ὅπως στὴν περίπτωσι τῶν διακρινομένων γιὰ τὴν ὠμορφιά τους σωμάτων καὶ μία μικρὴ κηλίδα ποὺ θὰ σχηματισθῆ διακρίνεται καὶ παρατηρεῖται γρήγορα κατόπιν τῆς συγκρίσεως μὲ τὴν ἄλλη ὠμορφιά τοῦ σώματος, ἐνῶ στὴν περίπτωσι τῶν ἀσχημοπροσώπων ἀνθρώπων δὲν μποροῦν νὰ διακριθοῦν εὔκολα τὰ ἐπισυναπτόμενα σημεῖα τῆς ἀσχημοσύνης (διότι κρύβονται στὰ συγγενῆ καὶ ὅμοια στοιχεῖα τῆς ἀμορφίας),


τσι καὶ στὴν περίπτωσι τῆς πραγματικὰ ὡραιοτάτης καὶ ὑπέρλαμπρης θρησκείας καὶ πίστεως τῶν Χριστιανῶν, ἀκόμα καὶ τὸ μικρότερο στοιχεῖο της ἂν ἐκτρέψη κανείς, προκαλεῖ μεγάλη ἀσχημοσύνη κι’ αὐτὸ δέχεται ἀμέσως τὸν ἔλεγχο·τὰ ἄλλα δὲ δόγματα τῶν ἐθνῶν, ἐπειδὴ εἶναι γεμάτα ἀκοσμία καὶ ἀσχήμια, δὲν ἐπιτρέπουν στοὺς ὀπαδοὺς των νὰ λάβουν καμμιὰ συναίσθησι τῆς πρόσθετης ἄσχημοσυνης.


32. Ὄχι δὲ σ’ αὐτὰ μόνο, ἀλλὰ καὶ στὴν περίπτωσι ὅλων τῶν ἄλλων τεχνῶν καὶ ἐπιστημῶν εἶναι δυνατὸ νὰ παρατηρήσωμε τὸ ἲδιο. Στὶς ἀκριβέστατες, εὔκολα γίνεται φανερὸ καὶ τὸ μικρότερο ψεγάδι· στὶς προστυχότερες ὅμως, πολλὰ παραβλέπονται καὶ δὲν θεωροῦνται κἂν ἐλάττωμα.


Κι’ ἂν θέλης, στοὺς ἄρχοντες καὶ γενικὰ τοὺς εὑρισκομένους σὲ κάποια ἐξουσία, καὶ μάλιστα σ’ ἐκείνους ποὺ ἀσκοῦν σὲ περισσοτέρους τὴν ἐξουσία τους, καὶ τὸ παραμικρότερο ἐλάττωμα ἐξογκώνεται, διαδίδεται παντοῦ καὶ γίνεται περιβόητο σὲ ὅλους· ἐνῶ στοὺς ἀρχομένους καὶ ταπεινοτέρους πολλὰ παρόμοια πταίσματα δὲν γίνεται γνωστὸ οὔτε ὅτι ἐπράχθηκαν, κρύβονται καὶ διαφεύγουν, ἀφοῦ σβήνονται ἀπὸ τὴν μικρότητα καὶ εὐτέλεια τοῦ ἁμαρτήσαντος.


33. Ὅσο λοιπὸν ἡ πίστις καὶ λατρεία τῶν Χριστιανῶν, κατὰ τὸ μέγεθος καὶ τὴ δύναμι, τὸ κάλλος καὶ τὴν ἀκρίβειά της, τὴν καθαρότητα καὶ κάθε ἄλλη τελειότητα εἶναι ὑψηλότερα ἀπὸ τὰ θρησκεύματα τῶν ἐθνῶν, τόσο ἐρεθίζεται ὁ Πονηρὸς στὸν ἐναντίον της πόλεμο καὶ τόσο ἐπίσης καταφαίνονται ἀμέσως τὰ ἁμαρτήματα τῶν ἀφρόνων καὶ κακοβούλων ἀνθρώπων καὶ οὔτε μποροῦν ν’ ἀποκρυβοῦν ἔστω καὶ γιὰ λίγον καιρὸ οὔτε νὰ εὕρουν ὑπεκφυγή.


λλ’ ὅμως ἡ καθολικὴ καὶ ἀποστολικὴ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, ὅπως εἴπαμε πρὸ ὀλίγου, καθιστᾶ σαθρὰ καὶ ἄπρακτα ὅλα τὰ μηχανήματα τοῦ Πονηροῦ, ἢ μᾶλλον τὰ ἐπαναφέρει ἐναντίον ἐκείνου ποὺ τὰ κατασκευάζει καὶ εὔκολα καταρρίπτει τὴν βλασφημία καὶ καταισχύνει τὴν ἀναισχυντία τῶν αἱρεσιαρχῶν· διατηρεῖ ἀκαταμάχητη καὶ ἀήττητη τὴν δύναμί της καὶ στολίζεται διαπαντὸς μὲ θριάμβους καλοὺς καὶ σωστικοὺς γιὰ τὸν κόσμο.



*Από την <<Επιστολὴ προς Βούλγαρον Ηγεμόνα>> σε μετάφραση: Παν. Κ. Χρήστου. Εκ του περιοδικού <<Εποπτεία>>, Φεβρουάριος 1992, Αθήνα. *Εκ του ιστολογίου <<imaik.gr>>. Επιμέλεια, περίπτωση ημετέρα.


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟΥΣ Α' ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΥΣ (1997)




Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλής Αττικής


ΟΣΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ: ΕΡΓΑ Γ', «Η ΒΑΣΙΛΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ Ο ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟΣ» ΜΕΡΟΝ 8ον

 



Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο του Οσίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ «Η Βασιλεία του Θεού και ο αντίχριστος»,
σε μετάφραση και επιμέλεια του συγγραφέα Πέτρου Μπότση, «Έργα Γ'»,
Αθήνα 2011, σελ. 78-82.
<<Όλη αυτή η σύγχυση και ο θόρυβος για τα παραπάνω, όπως και γι΄άλλα συναφή θέματα που αναφέρονται στον αντίχριστο, μας ώθησαν να συμπεριλάβουμε ως βασικό κείμενο στον τρίτο τόμο των έργων του οσίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ μια πατερική και αγιογραφική πραγματεία του για το θέμα αυτό.
Τίτλος της εργασίας αυτής είναι <<Η Βασιλεία του Θεού και ο Αντίχριστος>>.
Ο όσιος Ιγνάτιος πραγματεύεται με μοναδική ερμηνευτική ικανότητα και πληρότητα τα λόγια του ίδιου του Κυρίου για το θέμα της Δεύτερης Παρουσίας Του, της Βασιλείας του Θεού και του αντιχρίστου, ώστε να μην αφήνει κανένα κενό ή δυνατότητα παρερμηνείας των αγιογραφικών κειμένων.
Το θεωρήσαμε απαραίτητο λοιπόν να συμβάλλουμε με τη γνώμη ενός αγίου της Εκκλησίας μας στη διάλυση όλων των σχετικών παρερμηνειών και πλανών, ώστε κάθε καλοπροαίρετος χριστιανός να ερμηνεύσει ναι ν' ασχοληθεί με το βασικό θέμα <<ου έστι χρεία>>, και που δεν είναι άλλο από το να προετοιμαστούμε, να είμαστε έτοιμοι για το <<πώς>> και όχι για το <<πότε>> θα συναντήσουμε το Χριστό.
Εκτός από βασικό αυτό έργο όμως, στον τρίτο τόμο συμπεριλάβαμε κι άλλα εποικοδομητικά κείμενα, απαραίτητα στον κάθε χριστιανό που θέλει ν' αγωνιστεί με συνέπεια στον αμπελώνα του Κυρίου.
Ο όσιος Ιγνάτιος ήταν πάρα πολύ εγκρατής της πατερικής θεολογίας κι ασχολήθηκε με την ερμηνεία αρκετών αγιογραφικών κειμένων με μοναδική ικανότητα και θείο φωτισμό.
Εκτός από τα ερμηνευτικά του κείμενα (όπως για παράδειγμα τις ερμηνείες του 1ου ψαλμού του Δαβίδ, των ευαγγελικών περικοπών που αναφέρονται στη Μάρθα και τη Μαρία, στις Μυροφόρες γυναίκες κλπ), ο όσιος Ιγνάτιος έγραψε και κάποιες πραγματείες που αφορούν στην καθημερινή ζωή και στην πνευματική πρόοδο των χριστιανών, όπως για παράδειγμα την αξία που έχουν στην πνευματική ζωή η νηστεία, η εγρήγορση, η ταπεινοφροσύνη, η σωματική και πνευματική άσκηση, η νέκρωση του κοσμικού πνεύματος κ. α.
Τα κείμενα του οσίου Ιγνατίου είναι αυθεντικά, πατερικά, στηρίζονται στην παράδοση και την ορθή διδασκαλία της Εκκλησίας μας.
Κατά συνέπεια είναι μια πηγή ζώντος ύδατος, που ξεδιψάει κι αναπαύει τον ταλαιπωρημένο από αμφιβόλου προέλευσης σύγχρονες ετεροδιδασκαλίες και πλάνες>>.
Πέτρος ΜπότσηςΙανουάριος 2008
(Απόσπασμα εκ του Προλόγου)
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ».













Η ΝΕΚΡΩΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ



<<Τίς αποκυλίσει ημίν τον λίθον>> (Μάρκ. ιστ' 3)



Κήρυγμα στην Κυριακή των Μυροφόρων



(συνέχεια εκ του προηγούμενου)


Ο τάφος υποδηλώνει την καρδιά μας. Η καρδιά μας ήταν ναός, αλλά έγινε τάφος. Ο Χριστός εισέρχεται εκεί με το βάπτισμα και κατοικεί μέσα μας. Τότε η καρδιά εξαγιάζεται και καθιερώνεται ως ναός του Θεού.


Από τον Χριστό αποκτούμε τη δυνατότητα να ενεργούμε, να αναγεννήσουμε τον παλαιό άνθρωπο. Ο Χριστός, που Τον δεχτήκαμε  με το άγιο βάπτισμα, συνεχίζει να κατοικεί μέσα μας, αλλά πολλές φορές πληγώνεται και νεκρώνεται με τη συμπεριφορά μας.


Μια βαριά πέτρα, <<λίθος μέγας>>, καλύπτει την είσοδο του τάφου. Οι εχθροί του Θεού τοποθετούν φρουρό στην είσοδο του τάφου και τον σφραγίζουν καλά. Δεν αφήνουν κανένα κενό και καταβάλλουν κάθε προσπάθεια για να εμποδιστεί έστω και η αφή της.


Οι πολέμιοι του Θεού φροντίζουν οι ίδιοι να συντηρήσουν αυτήν τη νέκρωση. Σκέφτηκαν κι επινόησαν κάθε είδους εμπόδιο, ώστε να ειδοποιηθούν σε περίπτωση ανάστασης. Ήθελαν να την εμποδίσουν με κάθε τρόπο, να την κάνουν αδύνατη.


Πέτρα είναι το ψυχικό πάθος που οι άγιοι πατέρες ονομάζουν <<αναισθησία>> (Βλ. την Κλίμακα του οσίου Ιωάννη του Σιναϊτη, Λόγος ιζ'). Ποιά είναι η αμαρτία αυτή, σε τί συνίσταται; Κάποιοι θα πουν πως ούτε άκουσαν γι' αυτήν.


Σύμφωνα με ορισμό που δίνουν οι πατέρες, <<αναισθησία>> είναι η νέκρωση των πνευματικών αισθήσεων. Είναι ο αόρατος θάνατος της ψυχής του ανθρώπου για τα πνευματικά θέματα κι η αναζωογόνησή του για τα υλικά.


Τυχαίνει καμμιά φορά ν' αρρωστήσει ο άνθρωπος κι η αρρώστιά του να κρατήσει πολύ καιρό. Έτσι η αρρώστια δεν βρίσκει ικανή <<τροφή>> και σταματάει να τον βασανίζει. Τον εγκαταλείπει έτσι αποκαμωμένο, νεκρωμένο κατά κάποιο τρόπο, ανίκανο για οποιαδήποτε δραστηριότητα, γιατί οι πόνοι κι οι ταλαιπωρίες τον έχουν φθείρει.


Το ίδιο μπορεί να συμβεί και στην ανθρώπινη ψυχή. Όταν η ψυχή χρονοτριβεί στην αμέλεια και σε αδιάκοπους περισπασμούς, όταν ξεχνά και δεν ασχολείται καθόλου με το Θεό και την αιωνιότητα, όταν λειτουργεί κι αδιαφορεί για τις ευαγγελικές εντολές και διδαχές, τότε νεκρώνεται και παύει το ενδιαφέρον της για τα πνευματικά θέματα.


Τα πνευματικά αυτά θέματα όμως υπάρχουν. Μόνο για την ψυχή αυτή δεν υφίστανται, επειδή η ίδια έχει νεκρωθεί και το ενδιαφέρον της γι' αυτά έχει ατονήσει. Γιατί όλη η δύναμη κι η θέλησή της στρέφονται προς ό,τι είναι υλικό, πρόσκαιρο, μάταιο κι αμαρτωλό. 


Όποιος ερευνά την κατάσταση της ψυχής του εμπεριστατωμένα και αμερόληπτα, θα δει μέσα της το πάθος της αναισθησίας. Θα δει σε τί έκταση έχει φτάσει η επιρροή της. Θα διακρίνει την αγριότητά της, τη σοβαρότητά της.


Και τότε θ' αναγνωρίσει πως όλ' αυτά μαρτυρούν τη νέκρωση της ψυχής. Με το που θα ξεκινήσουμε να διαβάζουμε το λόγο του Θεού τί πλήξη και τί ανία μας πιάνει αμέσως! Ό,τι κι αν διαβάσουμε μας φαίνεται ασήμαντο, περίεργο, που δεν αξίζει την προσοχή μας.


Πόσο θα θέλαμε να σταματήσουμε αμέσως αυτό το διάβασμα! Πού οφείλεται αυτό; Στο γεγονός ότι δεν έχουμε ζήλο για το λόγο του Θεού. Πόσο στεγνή νιώθουμε την ψυχή μας, όταν στεκόμαστε στην προσευχή, πόσο ψυχρή!


Πόσο βιαζόμαστε να τελειώσουμε τις τυπικές αιτήσεις και ικεσίες μας, πόσες φορές ο νους μας περισπάται από δω κι από κει! Γιατί; Επειδή έχουμε αποξενωθεί από το Θεό. Πιστεύουμε στην ύπαρξή Του, μα η πίστη μας είναι νεκρή!


Δεν ζει μέσα στις καρδιές μας. Γιατί ξεχάσαμε την αιωνιότητα; Δεν κινδυνεύουμε ν' αποκλειστούμε από τον αριθμό εκείνων που θα εισέλθουν στον τόπο της αιώνιας μακαριότητας; Ο θάνατος στέκεται μπροστά μας, όπως και σε κάθε άλλον άνθρωπο.


Γιατί το ξεχνάμε αυτό; Επειδή έχουμε προσκολληθεί μ' όλη μας την ψυχή στα εγκόσμια. Δεν μας απασχολεί η αιωνιότητα, ποτέ δε θέλουμε να σκεφτόμαστε γι' αυτήν. Έχουμε χάσει την πολύτιμη αυτή αίσθηση κι έχουμε ενστερνιστεί μιαν απατηλή αντίληψη για την επίγεια διαδρομή μας.


Η απατηλή αυτή αντίληψη μας κάνει να φανταζόμαστε την επίγεια ζωή μας ατέλειωτη, αιώνια. Έχουμε τόσο απατηθεί κι αιχμαλωτισθεί από την ψεύτικη αυτή αντίληψη, ώστε ενεργούμε σ' όλα τα πράγματα σύμφωνα μ' αυτήν.


Θυσιάζουμε όλες τις ψυχικές και σωματικές μας δυνάμεις σ' αυτό που είναι φθαρτό. Δεν έχουμε καμιά φροντίδα για τον άλλο κόσμο που μας περιμένει, αν και είναι σίγουρο πως κάποτε θα γίνουμε κάτοικοί του.


Γιατί επιδιδόμαστε τόσο πολύ στην αργολογία, στους αστεϊσμούς, στην κατάκριση και στους εμπαιγμούς των συνανθρώπων μας; Γιατί δαπανάμε χρόνο πολύ και μάλιστα αβασάνιστα σε διασκεδάσεις ταπεινές, που δε μας δίνουν καμιά ψυχική ικανοποίηση, προσπαθώντας με το ένα κενό της ζωής μας ν' αντικαταστήσουμε το άλλο;


Γιατί δε θέλουμε ν' αφιερώσουμε ούτε τον ελάχιστο χρόνο στις αμαρτίες μας και στη μετάνοιά μας γι' αυτές; Είναι επειδή έχουμε ροπή προς την αμαρτία, προς οτιδήποτε ρηχό, προς οτιδήποτε μας συνδέει με την αμαρτία, συντηρεί μέσα μας την αμαρτία.



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ».
Αποσπασματικές αναρτήσεις από το βιβλίο του Οσίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ «Η Βασιλεία του Χριστού και ο αντίχριστος»,
σε μετάφραση και επιμέλεια του συγγραφέα Πέτρου Μπότση, «Έργα Γ'»,
Αθήνα 2011, σελ. 78-82.


Print Friendly and PDF