ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026

ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ, ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, «ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΡΑΒΟΛΗΝ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ»





Πάντοτε μεν, αδελφοί, οφείλουμε να διακηρύττουμε τη φιλανθρωπία του Θεού (διότι μέσω αυτής «ζῶμεν καὶ κινούμεθα καὶ ἐσμέν(:ζούμε και κινούμαστε και υπάρχουμε)» [Πράξ.17,28])· και μάλιστα σε τούτον τον καιρό έχουμε χρέος να το κάνουμε αυτό, για να υπάρξει κοινή ωφέλεια και για να ευεργετηθούν οι αστέρες που πρόκειται να ανατείλουν από την κολυμβήθρα[: όσοι κατηχούμενοι επρόκειτο σε λίγο να βαπτιστούν]. Καθώς και αυτοί μέσω αυτής θα λάμψουν και εμείς μέσω αυτής σωθήκαμε και σωζόμαστε· αυτή δόθηκε από τον Δημιουργό Θεό και Πατέρα μας σε μας αντί κληρονομίας.


Ας πούμε, λοιπόν, περί της μετανοίας, αυτά ακριβώς που είπε ο Χριστός, ο Δεσπότης και φιλάνθρωπος Υιός του φιλάνθρωπου Πατρός, ο μόνος γνήσιος ερμηνευτής της πατρικής Ουσίας. Ας αναπτύξουμε όλη την παραβολή για τον Άσωτο, για να μάθουμε από αυτήν πώς πρέπει να προσεγγίζουμε τον Απροσπέλαστο και πώς να ζητούμε συγχώρηση των αμαρτιών μας.


«Ἄνθρωπός τις(:ένας άνθρωπος)», λέγει , «εἶχε δύο υἱούς(:είχε δύο γιους)». Ο Σωτήρας εδώ ομιλεί όχι με τρόπο που να παρουσιάζει ευδιάκριτα τα δόγματα της χριστιανικής πίστης, αλλά με παραβολές. Γι’ αυτό και για τον Πατέρα Του ομιλεί σαν για κάποιον άνθρωπο, όπως και για τους δούλους, ομιλεί σαν να είναι τέκνα, για να δείξει την στοργή του Θεού προς τους ανθρώπους. «Κάποιος άνθρωπος», λέγει, «είχε δύο υιούς». Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος; Είναι ο Πατήρ των οικτιρμών και Θεός κάθε παρηγοριάς. Ποιοι γνωρίσματα είχαν αυτοί οι δύο υιοί; Αντιπροσωπεύουν ο ένας τους δικαίους και ο άλλος τους αμαρτωλούς. Ο ένας γιος αντιπροσωπεύει αυτούς που τηρούσαν τα θεία προστάγματα και ο άλλος γιος, ο άσωτος, αυτούς που παρέβαιναν τις δεσποτικές εντολές.


«Καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί(:Και είπε ο νεότερος από αυτούς στον πατέρα του)». Και ποιος είναι αυτός ο νεότερος υιός; Αυτός που έχει αστάθεια γνώμης και παρασύρεται εδώ και εκεί από τους φρέσκους πρωινούς ανέμους της νεότητας. Και εκ φύσεως μεν αναγνώρισε Αυτόν που τον έπλασε ως Πατέρα, αλλά από την κακή του προαίρεση δεν απέδωσε την πρέπουσα τιμή σε Αυτόν που τον δημιούργησε.


Και λέγει: «Πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας(:Πατέρα, δώσε μου το ανάλογο μερίδιο της περιουσίας που μου ανήκει)». Καλώς ζήτησε από τον Θεό τον θεϊκό πλούτο, αλλά κακώς δαπάνησε όσα έλαβε. «Καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον(:και ο πατέρας μοίρασε και στους δύο του γιους την περιουσία)». Και έδωσε σε αυτούς, ως Κτίστης, όλη την κτίση. Παρείχε σε αυτούς σώματα και λογικές ψυχές, ώστε από τον ορθό λόγο καθοδηγούμενοι να μη διαπράττουν τίποτε παράλογο. Όρισε σε αυτούς τον νόμο Του, τον φυσικό και τον γραπτό, σαν ένα θείο παιδαγωγό, ώστε από τον νόμο παιδαγωγούμενοι, να εφαρμόσουν τη βούληση του Νομοθέτου.


«Καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν(:ύστερα από λίγες μέρες ο νεότερος γιος μάζεψε όλα όσα του έδωσε ο πατέρας του και ταξίδεψε σε χώρα μακρινή)»· ο νεότερος λοιπόν υιός, ωσάν νεότερος ενήργησε, και έφυγε σε χώρα μακρινή. Απομακρύνθηκε από τον Θεό και στάθηκε σε απόσταση και ο Θεός απ’ αυτόν· ο Θεός δεν εξαναγκάζει με τη βία εκείνον που δεν θέλει να υποταχθεί σε Αυτόν. Γιατί όλες οι αρετές είναι καρπός ελεύθερης προαίρεσης και όχι εξαναγκασμού. «Καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως(:εκεί διασκόρπισε την περιουσία του κάνοντας μια ζωή άσωτη και ακόλαστη)». Εκεί όλο τον πλούτο της ψυχής του τον έχασε. Εκεί με σαρκικές τέρψεις ναυάγησε. Εκεί παίζοντας και εμπαιζόμενος κατάντησε πένης. Εκεί αγοράζοντας ψυχοφθόρες ηδονές και παζαρευόμενος γέλωτες, κέρδισε αιτίες δακρύων. Και τις μεν αρετές που είχε, τις έχασε. Τις δε κακίες, που δεν είχε, τις απέκτησε.


«Δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην(:όταν ο νεότερος γιος ξόδεψε όλα όσα είχε, έπεσε μεγάλη πείνα στη χώρα εκείνη, κι αυτός άρχισε να στερείται)». Αφού δαπάνησε λοιπόν όλο τον πλούτο του (γιατί είναι εκ φύσεως αδύνατον να παραμείνει ο πλούτος της χάριτος σ’ αυτούς που περνούν τον βίο τους με αισχρό τρόπο), έτυχε να πέσει μεγάλη πείνα στη χώρα εκείνη.


Γιατί όπου δεν καλλιεργείται το σιτάρι της σωφροσύνης, εκεί «λιμός ἰσχυρός», πείνα φοβερή. Όπου δεν έχει φυτευτεί η άμπελος της εγκρατείας, εκεί «λιμός ἰσχυρός», πείνα φοβερή. Όπου το σταφύλι της αγνότητας δεν ληνοπατείται, εκεί «λιμός ἰσχυρός», πείνα φοβερή. Όπου ο ουράνιος μούστος δεν ξεχειλίζει, εκεί «λιμός ἰσχυρός», πείνα φοβερή. Όπου υπάρχει ευφορία κακών, εκεί σε κάθε περίπτωση υπάρχει και ακαρπία αγαθών. Όπου υπάρχει αφθονία πράξεων πονηρών, εκεί σε κάθε περίπτωση θα υπάρχει έλλειψη των αρετών. Όπου δεν πηγάζει το έλαιο της φιλανθρωπίας, εκεί «λιμός ἰσχυρός».


«Καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι(:τότε, λοιπόν, αυτός άρχισε να στερείται τροφής και να πεινάει)». Γιατί δεν απέμειναν σε αυτόν, παρά μόνο τα κακά της ακράτειάς του, επειδή έπραξε τα κακά της ηθικής έκλυσης. «Καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης (:και ο άσωτος γιος εξαιτίας των στερήσεων και της πείνας του πήγε και προσκολλήθηκε ως δούλος σε έναν από τους πολίτες εκείνης της χώρας)». Και πολίτες εκείνης της χώρας όπου είχε μεταναστεύσει ήσαν οι δαίμονες. «Καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους(:και τον έστειλε στα χωράφια του να βόσκει χοίρους, ζώα δηλαδή ακάθαρτα, που προκαλούσαν την αηδία και την αποστροφή σ’ έναν Ιουδαίο, όπως ήταν ο νεότερος γιος)». Γιατί με τέτοιον τρόπο τιμούν οι δαίμονες αυτούς που τους τιμούν. Με τέτοιον τρόπο αγαπούν αυτούς που τους αγαπούν· τέτοιες δωρεές χαρίζουν σε αυτούς που τους υπακούουν.


«Καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι(:και επιθυμούσε ο νεότερος γιος να γεμίσει την κοιλιά του με τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι)». Με τα ξυλοκέρατα; Η γεύση των ξυλοκεράτων είναι γλυκιά, αλλά συγχρόνως και σκληρή και τραχιά. Γιατί τέτοια είναι και η γεύση της αμαρτίας. Ευφραίνει μεν για λίγο καιρό, κολάζει όμως για πολύ. Τέρπει πρόσκαιρα και μαστίζει αιώνια.


«εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν (:σε κάποια όμως στιγμή αυτός ήλθε στον εαυτό του από τη μέθη και την τρέλα της αμαρτίας)» και αφού συλλογίστηκε την προηγούμενη μακαριότητά του στο πατρικό σπίτι και την τωρινή του αθλιότητα και αφού έβαλε καλά στον νου του αφενός ποιος ήταν όταν ήταν υποτασσόμενος στον Θεό και Πατέρα και αφετέρου τι έχει γίνει όταν υποτάχθηκε στους δαίμονες, «εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι! (:είπε: “Πόσοι μισθωτοί εργάτες του πατέρα μου έχουν άφθονο και περίσσιο ψωμί, ενώ εγώ κινδυνεύω να πεθάνω από την πείνα…”)».


«Πόσοι τώρα κατηχούμενοι ευφραίνονται από τις Άγιες Γραφές, ενώ εγώ συνθλίβομαι λιμοκτονώντας για τα θεία λόγια; Ω, από πόσα αγαθά στέρησα τον εαυτό μου! Ω, με πόσα κακά περιέβαλα τον εαυτό μου! Γιατί απομακρύνθηκα από τον μακάριο εκείνο τρόπο ζωής; Γιατί να εισέλθω στον χώρο αυτής, της θανατηφόρου ζωής; Τώρα έμαθα από αυτά που έπαθα, ότι δεν πρέπει να εγκαταλείπει κανείς τον Θεό. Τώρα έμαθα ότι πρέπει να παραμένω κοντά σε Αυτόν που πάντοτε προστατεύει αυτούς που είναι πλησίον Του και δεν απομακρύνονται από Αυτόν. Τώρα έμαθα ότι δεν πρέπει να εμπιστεύεται κανείς τους ακάθαρτους δαίμονες, που διδάσκουν κάθε ακαθαρσία και φθορά».


Τι λέγει λοιπόν; «Ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου(:Θα σηκωθώ και θα πάω στον πατέρα μου)». «Θα επιστρέψω καλώς απ’ όπου έφυγα κακώς. Θα πάω προς τον δικό μου τον Πατέρα και Ποιητή και Δεσπότη και κηδεμόνα και προνοητή. Θα φθάσω στον Πατέρα μου, που με περιμένει από χρόνια και υποδέχεται με αγάπη αυτούς που επιστρέφουν σε Αυτόν. Λοιπόν, θα σηκωθώ να πάω στον Πατέρα μου και θα του πω: «Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου (:Πατέρα, αμάρτησα στον ουρανό. (Διότι εκεί οι άγγελοι εκτελούν με ευλάβεια το θείο θέλημα, και όπως υπακούουν αυτοί, έτσι αξιώνουν και όλα τα κτίσματα να υπακούουν σε αυτό, και λυπούνται για την αποστασία κάθε ανθρώπου).


Αμάρτησα και σε σένα διότι περιφρόνησα τη στοργή σου και δεν λογάριασα τη λύπη που δοκίμαζες όταν έφευγα μακριά σου. Δεν είμαι πλέον άξιος να ονομάζομαι γιος σου. Δεν ζητώ να προσληφθώ ούτε ως μόνιμος δούλος σου παραμένοντας διαρκώς στο σπίτι σου. Κάνε με σαν έναν από τους μισθωτούς εργάτες σου)». «Είναι αρκετά τα λόγια αυτά, για να σωθώ. Είναι αρκετό που «πατέρα» θα τον αποκαλέσω, για να Τον συγκινήσει. Γιατί δεν μπορεί ο πατέρας μου, ακούγοντάς με να Τον επικαλούμαι ως πατέρα μου, να μη φανεί και στα έργα πατέρας.


Δεν μπορεί να μη σπλαχνιστεί, αφού είναι εύσπλαχνος. Δεν δύναται να μη μου δώσει άφεση για τα ολισθήματά μου, μόλις ακούσει το "αμάρτησα" και δεν μπορεί να μη λησμονήσει την δίκαια οργή Του, μόλις ακούσει τη δική μου φωνή. Γνωρίζω πόση δύναμη έχει η μετάνοια απέναντι στον Θεό. Γνωρίζω πόσο ισχυρά είναι τα δάκρυα απέναντι στον Θεό· γνωρίζω ότι κάθε αμαρτωλός, που προσφεύγει στον Θεό με θερμά δάκρυα, σαν τον Πέτρο, λαμβάνει άφεση των αμαρτιών του. Γνωρίζω την αγαθότητα του Θεού μου, γνωρίζω την πραότητα του Πατρός μου. Θα με ελεήσει αφού μετανόησα, εμένα που δεν με τιμώρησε αμέσως όταν αμάρτησα».


«Καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ(:και η σωτηριώδης απόφαση άρχισε να ενεργοποιείται. Ο άσωτος σηκώθηκε και ξεκίνησε να πάει στον πατέρα του)», προσθέτοντας έτσι στην καλή απόφαση την αγαθή πράξη. Γιατί δεν πρέπει μονάχα να αποφασίζουμε τα συμφέροντα, αλλά να δείχνουμε και με τις πράξεις τις αγαθές μας ροπές. Ευρισκόμενος ακόμη σε μεγάλη απόσταση από τον τόπο, που ήταν ο πατέρας του, αλλά πλησίον όμως στον πρέποντα τρόπο προσέγγισής του, και σηκώνοντας συνεχώς τα χέρια του και χτυπώντας το στήθος του, που υπήρξε εργαστήριο πονηρών λογισμών, το δε πρόσωπό του προσηλώνοντάς το στη γη, τα δε δάκρυα των οφθαλμών του προβάλλοντας σαν πρεσβευτές και προμελετώντας την απολογία του, μόλις έφτασε, αναβόησε με δυνατή φωνή και με δάκρυα λέγοντας:


«Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου(:Πατέρα, αμάρτησα στον ουρανό και σε σένα)». «Αμάρτησα, το γνωρίζω Χριστέ Δέσποτα και Θεέ. Τις αμαρτίες μου Εσύ μόνο γνωρίζεις. Αμάρτησα, ελέησέ με ως Θεός και Δεσπότης. Δεν είμαι άξιος να βλέπω τον ουρανό και να παρακαλώ Εσένα τον αγαθό μου Δεσπότη, όπως είμαι γεμάτος από μεγάλα και απαίσια εγκλήματα. Δεν υπάρχει αριθμός για τις αμέτρητες αμαρτίες μου. Ελέησέ με ως Αγαθός Θεός, που είσαι πάντοτε, επειδή δεν είμαι άξιος να λέγομαι υιός Σου. Δέξε με σαν ένα από τους μισθωτούς δούλους Σου».


Έτσι, ικετεύοντας από το βάθος της καρδιάς του, τον είδε Εκείνος, που βλέπει όσους διαπράττουν πλημμελήματα, αλλά και που παραβλέπει υπομονετικά όσους αμαρτάνουν, αναμένοντας τη μετάνοιά τους. Τον είδε ο πατέρας του και τον ευσπλαγχνίσθηκε. Γιατί Πατέρας ήταν στην αγαθότητα, αν και υπήρχε Θεός στη φύση. «Ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν(:και ενώ βρισκόταν ακόμη μακριά, τον είδε ο πατέρας του και τον σπλαχνίσθηκε.


Έτρεξε τότε για να τον προϋπαντήσει, έπεσε στον τράχηλό του, τον αγκάλιασε σφιχτά και τον καταφιλούσε με στοργή)». Δεν περίμενε τον αμαρτήσαντα να έλθει πλησίον Του, αλλά ο ίδιος ο Πατέρας έσπευσε και προϋπάντησε τον υιό. Και δεν σιχάθηκε τον τράχηλό του, που ήταν γεμάτος από κηλίδες της ασωτίας και ακαθαρσίας. Αλλά αφού τον αγκάλιασε με τα άχραντα χέρια Του, τον καταφιλούσε αχόρταγα, αυτόν που πάντοτε ποθούσε να επιστρέψει. Ω της αφάτου και φοβερής ευσπλαχνίας! Ω παράδοξης φιλανθρωπίας! Ω ασυνήθιστη συμφιλίωση! Έπεισε αμέσως τον Θεό σε μια μόνο κρίσιμη μεταστροφή, ώστε να συγκαταβεί στα δάκρυα και να παραβλέψει πλήθος αμέτρητο αμαρτημάτων.


Θαύμασες, βλέποντας τον Θεό να κολακεύει αμαρτωλό; Ω της στοργής των σπλάχνων των πατρικών! Ο αμαρτωλός επί της γης δάκρυσε και ο μόνος αναμάρτητος από τον ουρανό έστρεψε τον εαυτό Του από φιλανθρωπία προς την γη. Ποιος είδε ποτέ τον Θεό να κολακεύει αμαρτωλό; Ποιος είδε τον δικαστή να περιποιείται τον κατάδικο; Ποιος είδε ποτέ τον κατάδικο να τον κολακεύουν; Αλλά ο Θεός, όμως, παρηγορεί, όπως κάποτε τον Ισραήλ: «Λαός μου(:Λαέ μου)», λέγει, «τί ἐποίησά σοι ἢ τί ἐλύπησά σε ἢ τί παρηνώχλησά σοι;(:τι σου έκανα ή σε τι σε λύπησα ή σε τι σε ενόχλησα;)»[Μιχ.6,3]. Και τώρα τα ίδια γίνονται, και έγιναν, επειδή έτσι συνηθίζει να νικιέται από τον εαυτό Του ο Πατέρας των οικτιρμών και Θεός κάθε παρηγορίας.


Και δεν αρκέστηκε βέβαια σε αυτά ο άσωτος αυτός υιός· αλλά και στα αγαθά της μετανοίας όντας άσωτος, δεν νόμισε ότι είναι επαρκής η τόση φιλανθρωπία για την ολοκληρωτική σωτηρία σε σύγκριση προς τα πλήθη των αμαρτημάτων του. Αλλά εκείνα, που σκέφτηκε να πει στον Πατέρα, αυτά έλεγε ενώπιόν Του με το κατάλληλο ταπεινό σχήμα : «Πατέρα, αν βέβαια έχω τη δυνατότητα να Σε ονομάζω ‘’Πατέρα’’· γιατί, μήπως και αυτό συγκαταλέγεται στα άλλα μου αμαρτήματα φοβάμαι, ονομάζοντάς Σε «Πατέρα»· ή μήπως διαπράττω ύβρη ενώπιόν Σου με το να αποκαλώ έτσι το άσπιλο και ανύβριστό Σου όνομα· ακόμη, μήπως αμαρτάνω φοβάμαι, αν η συνείδησή μου δεν μου κλείνει τα χείλη μου, αν οι κακές μου πράξεις δεν μου δένουν την γλώσσα, αν η αμαρτωλή ζωή μου δεν εμποδίζει τον λόγο. Πατέρα Άγιε, ας δεχτείς δέηση ρυπαρή από στόμα ρυπαρό.


Πατέρα κατά χάριν, και Δημιουργέ κατά φύσιν, αμάρτησα στον ουρανό και ενώπιόν Σου και δεν είμαι άξιος να λέγομαι υιός Σου. Αμάρτησα, ομολογώ τα παραπτώματά μου, δεν κρύβω αυτά που βλέπεις, δεν αρνούμαι αυτά που καλά γνωρίζεις. Ως υπεύθυνος είμαι εδώ ενώπιόν Σου, ως παράνομος κατακρίνομαι, Εσύ ως κριτής ελέησέ με. Αμάρτησα στον ουρανό και ενώπιόν Σου. Φοβάμαι να ανατείνω τους οφθαλμούς μου στον ουρανό· γιατί φοβούμαι ως ενός κατηγόρου φωνή την μορφή του στερεώματος· ευλαβούμαι να ατενίσω στο φως της Θεότητος, έχοντας ρυπαρούς τους οφθαλμούς της διανοίας μου. Αμάρτησα στον ουρανό και ενώπιόν Σου και δεν είμαι άξιος να ονομάζομαι υιός Σου. Ιδού ανακηρύττω τον εαυτό μου άξιο κάθε καταδίκης, τον εαυτό μου κατακρίνω, κατά του εαυτού μου βγάζω απόφαση.


Δεν χρειάζομαι δικαστή να με καταδικάσει με την απόφασή του, δεν χρειάζονται κατήγοροι να με ελέγξουν, δεν έχω ανάγκη μαρτύρων για έγγραφες αποδείξεις. Μέσα μου έχω την συνείδηση, σαν ένα δικαστή αδέκαστο, στην ψυχή μου υπάρχει το φοβερό δικαστήριο, μέσα στην συνείδησή μου βρίσκονται οι μάρτυρες, βλέπω με τα μάτια μου τους κατηγόρους μου. Οι θεατρικές παραστάσεις που παρακολούθησα με κατηγορούν, οι ιπποδρομίες στις οποίες πήγα και στοιχημάτιζα με κατακρίνουν, όσα έβλεπα στις θηριομαχίες με ελέγχουν. Η ασωτία μου με κάνει να αισθάνομαι βαθύτατη αισχύνη, οι πράξεις μου με στηλιτεύουν, η τωρινή γυμνότητά μου με αποκαλύπτει, αυτά τα κουρέλια της ντροπής, που φορώ, με καταντροπιάζουν και δεν είμαι άξιος υιός Σου να λέγομαι.


«Ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου». Μήτε από την αυλή Σου να με διώξεις, Δέσποτα, για να μη με βρει πάλι ο πολέμιος περιπλανώμενο και με συλλάβει σαν αιχμάλωτο. Αλλά ούτε πλησίον της φοβερής Σου και μυστικής Τραπέζης να με ελκύσεις· γιατί δεν τολμώ να βλέπω με μάτια ακάθαρτα τα Άγια των Αγίων. Άφησέ με να στέκομαι μαζί με τους κατηχουμένους, μέσα από τις θύρες της Εκκλησίας, ώστε, θεωρώντας τα τελούμενα μυστήρια σε αυτήν, να ποθήσω, με τον καιρό, να μετάσχω πάλι σε αυτά· και λουόμενος με τα θεία νάματα, να καθαρίσω από την αισχύνη των αισχρών ασμάτων τον ρύπο, που παραμένει ακόμη στ’ αυτιά μου. Και βλέποντας τους μαργαρίτες (:το Σώμα Σου) να τους παίρνουν ευσεβείς πιστοί, να επιθυμήσω και εγώ ν’ αποκτήσω χέρια άξια να τους υποδεχθώ».


Αυτά καθώς έλεγε ο Άσωτος Υιός, και καθώς έκλαιγε γοερά, «εἶπεν ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ(:είπε ο πατέρας στους δούλους Του)». Σε ποιους «δούλους»; Άκου: στους ιερείς και λειτουργούς των προσταγμάτων Του: «Ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην, καὶ ἐνδύσατε αὐτόν(:βγάλτε έξω την πιο καλή φορεσιά απ’ όσες έχουμε, σαν αυτή που φορούσε πριν φύγει απ’ το σπίτι μου). Φέρετε αυτήν που έχει υφανθεί στους ουρανούς, αυτήν που αποκατέστησε το πνευματικό πυρ. Φέρετε την στολή, που υφαίνεται στα ύδατα της κολυμβήθρας. Φέρετε την στολή, που παρασκευάζεται από την πνευματική φωτιά και ενδύστε τον. Ενδύσατε αυτόν, που απογυμνώθηκε, ενδύσατε τον νέο Αδάμ, τον οποίο γύμνωσε ο διάβολος. Ενδύσατε τον βασιλέα της κτίσεως· κοσμήστε αυτόν, για τον οποίον κόσμησα τον κόσμο· καλλωπίστε του υιού μου τα φίλτατα μέλη.


Δεν ανέχομαι να τον βλέπω ακαλλώπιστο. Δεν ανέχομαι να αφεθεί η δική μου εικόνα απογυμνωμένη. Θεωρώ ντροπή δική μου την ντροπή του δικού μου παιδιού. Θεωρώ δική μου δόξα τη δόξα του παιδιού μου. Δώστε και δακτυλίδι στο χέρι του, για να φορεί τον αρραβώνα του Αγίου Πνεύματος και φορώντας αυτό, να φρουρείται από αυτό το Άγιο Πνεύμα. Κι έτσι, περιφέροντας την σφραγίδα μου, θα είναι φοβερός σ’ όλους τους πολεμίους και εναντίους. Και γινόμενος αντιληπτός από μακριά, να δείχνει ποιου Πατέρα είναι αυτός υιός. Δώστε του και υποδήματα στα πόδια του, για να μη βρει πάλι ο όφις γυμνή την πτέρνα του και τον κτυπήσει με το κεντρί του, αλλά μάλλον για να καταπατεί αυτός την κεφαλή του δράκοντος και να συντρίψει του πολεμίου τα κέντρα, καθώς και για να τρέχει στο δρόμο του Θεού. Και στη συνέχεια, αφού φέρετε τον σιτευτό μόσχο, θυσιάστε τον».


Ποιον «μόσχον τόν σιτευτόν » λέγει; Ποιον; Αυτόν που γέννησε η δάμαλις Παρθένος Μαρία. «Φέρετε τον μόσχο τον αδάμαστο, που δεν δέχθηκε ζυγό αμαρτίας, τον Παρθένο και εκ Παρθένου, Αυτόν που ακολουθεί αυτούς που Τον ακολουθούν, όχι εξ ανάγκης, αλλά εκουσίως. Αυτόν, που δεν κάνει χρήση της δυνάμεώς Του, ούτε των κεράτων Του, αλλά που πρόθυμα παραδίδει τον αυχένα Του και σφαγιάζεται από τους ιερείς. Θυσιάστε, λοιπόν, τον θεληματικώς θυσιαζόμενο, θυσιάστε Αυτόν που ζωοποιεί όσους επιτελούν τη θυσία, θυσιάστε τον θυσιαζόμενο, που όμως δεν πεθαίνει. Θυσιάστε τον μελιζόμενο, που αγιάζει αυτούς, που τον μελίζουν. Θυσιάστε τον εσθιόμενο από τους πιστούς, που όμως ποτέ δεν δαπανάται. Θυσιάστε τον Αυτόν, που κάνει μακαρίους εκείνους που Τον τρώγουν. Και αφού φάγουμε όλοι ας ευφρανθούμε. Γιατί ο υιός μου αυτός ήταν νεκρός και ξαναέζησε· ήταν χαμένος και βρέθηκε».«Καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι(:Και άρχισαν να ευφραίνονται)»[Λουκ.15,27].


Εσείς που γευτήκατε από αυτήν την θυσία, γνωρίζετε την πνευματική ευφροσύνη, και θυμάστε τα φρικτά μυστήρια, τους λειτουργούς της θείας ιερουργίας, που μιμούνται με τα λεπτά λινά ενδύματα, τα φτερά των Αγγέλων, όπως απλώνονται στους αριστερούς τους ώμους, και περιφερόμενοι στην εκκλησία, φωνάζουν: «Μή τις τῶν κατηχουμένων, μή τις τῶν μὴ ἐσθιόντων, μή τις τῶν κατασκόπων, μή τις τῶν μὴ δυναμένων θεάσασθαι τὸν Μόσχον ἐσθιόμενον, μή τις τῶν μὴ δυναμένων θεάσασθαι τὸ οὐράνιον αἷμα τὸ ἐκχυνόμενον εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, μή τις ἀνάξιος τῆς ζώσης θυσίας, μή τις ἀμύητος, μή τις μὴ δυνάμενος ἀκαθάρτοις χείλεσι προσψαύσασθαι τῶν φρικτῶν μυστηρίων(:μην τυχόν κανείς από τους κατηχουμένους και όχι ακόμη βαπτισμένους, μην τυχόν κανείς από τους μη εσθίοντες, μην τυχόν κανείς κατάσκοπος, μην τυχόν κανείς από εκείνους που δεν δύνανται να δουν το ουράνιο αίμα εκχυνόμενο " εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν’’, μην τυχόν κανείς ανάξιος της ζωντανής θυσίας, μην τυχόν κανείς αμύητος, μην τυχόν κανένας, που δεν δύναται, λόγω των ακαθάρτων χειλέων του, να προσψαύσει τα φρικτά μυστήρια)».


Ύστερα οι Άγγελοι από τον ουρανό, δοξολογούντες και λέγοντες: Άγιος ο Πατέρας, που θέλησε να θυσιασθεί ο μόσχος ο σιτευτός, που δεν γνώρισε αμαρτία, καθώς λέγει ο προφήτης Ησαΐας: «Ὃς ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδὲ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ(:αυτός καμία αμαρτία δε διέπραξε, ούτε βρέθηκε ποτέ δόλος και ψεύδος στο στόμα του)» [Ησ.53,9]. Άγιος ο Υιός, μαζί και μόσχος, ο πάντοτε εκουσίως θυόμενος και πάντοτε ζωντανός. Άγιος ο Παράκλητος, το Πνεύμα το Άγιο, που τελεσιούργησε την θυσία.


Όταν, λοιπόν, συνέβαιναν αυτά στο εσωτερικό του οίκου, ο πρεσβύτερος υιός, που έφθασε από μακριά, άκουσε τις συγχορδίες και τους χορούς· και προσκαλώντας ένα δούλο, ρωτούσε να μάθει τι τάχα σημαίνουν αυτά, γιατί ακούνε τα αυτιά του αυτούς τους δυνατούς ήχους. Ο δούλος του είπε: «Ο Δαβίδ ο Προφήτης ψάλλει μελωδικά μέσα στο σπίτι τον στίχο: «Τότε ἀνοίσουσιν ἐπὶ τὸ θυσιαστήριόν σου μόσχους(:τότε θα ανεβάσουν επάνω στο θυσιαστήριό σου μόσχους, για να τους προσφέρουν ως θυσία σε Σένα, Κύριε)»[Ψαλμ.50,21]. Και προτρέπει τους παρόντες να φάγουν, λέγοντας: «Γεύσασθε, καὶ ἴδετε, ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος(: δοκιμάστε με την πείρα σας και διαπιστώστε έμπρακτα ότι ο Κύριος είναι καλός και ευεργετικός και προστάτης όσων Τον επικαλούνται)» [Ψαλμ.33,9]. Ο δε Παύλος, ο ερμηνευτής των θείων μυστηρίων, φωνάζει δυνατά: «Τὸ πάσχα ἡμῶν ὑπὲρ ἡμῶν ἐτύθη Χριστός(:ο δικός μας πασχαλινός αμνός είναι ο Χριστός, που θυσιάστηκε για χάρη μας)»[Α΄Κορ. 5,7]. Η Εκκλησία πανηγυρίζει, ευφραίνεται και χορεύει.


Ο πρεσβύτερος υιός λέγει τότε στον δούλο: «Καλά, χωρίς να είμαι εγώ παρών, άλλοι τα δικά μου μυστήρια, παρά την δική μου απουσία, απολαμβάνουν στη δική μου την αυλή;». «Ναι», απαντά, «γιατί ήλθε ο αδελφός σου και ο Πατέρας σου θυσίασε τον σιτευτό μόσχο, επειδή χάρηκε που τον δέχθηκε υγιή». Και ο δίκαιος αδελφός οργίστηκε και δεν θέλησε να εισέλθει στο σπίτι του. Ο δίκαιος, λοιπόν, οργίστηκε και υποδουλώθηκε στον φθόνο. Αυτός που καταπάτησε τα τερπνά της ζωής, κυριεύτηκε από τον φθόνο. Και πώς ο Παύλος λέγει: «Ἐβουλόμην αὐτὸς ἐγὼ ἀνάθεμα εἶναι ἀπὸ Χριστοῦ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν μου, τῶν συγγενῶν μου κατὰ σάρκα(:και θα ευχόμουν εγώ, που τίποτε δεν θα μπορούσε να με χωρίσει από τον Χριστό, να χωριστώ από Αυτόν για πάντα, εάν ήταν δυνατόν να γίνει αυτό, για χάρη των αδελφών μου των Ιουδαίων, οι οποίοι είναι συγγενείς μου από σαρκική καταγωγή)»;[Ρωμ.9,3]. Ο Σωτήρας, όμως, δεν σχημάτισε την παραβολή έτσι, ώστε να δείξει τον δίκαιο κακόβουλο, αλλά για να διακηρύξει τον υπερβάλλοντα πλούτο της χρηστότητας του Πατρός Του.


Και αυτό φανερώνεται από τα ακόλουθα. Η παραβολή λέγει ότι ο Πατέρας του εξήλθε από τον οίκο και παρηγορούσε τον υιό του. Ω, ανέκφραστης σοφίας! Ω θεοφιλούς προνοίας! Και τον αμαρτωλό ελέησε και τον δίκαιο επαίνεσε. Και τον όρθιο δεν άφησε να πέσει και τον πεσόντα σήκωσε. Και τον πένητα πλούτισε και τον πλούσιο δεν άφησε να φτωχύνει με τον φθόνο. Ο μεγαλύτερος γιος είπε στον Πατέρα του: «Τόσα χρόνια εγώ σου δουλεύω και ουδέποτε παρέβλεψα εντολή Σου και σε εμένα ποτέ δεν έδωσες ένα ερίφιο, για να ευφρανθώ με τους φίλους μου. Αλλά «περιέρχομαι ἐν μηλωταῖς, ἐν αἰγείοις δέρμασιν, ὑστερούμενος, θλιβόμενος, κακουχούμενος(:περιπλανιέμαι φορώντας για ρούχα προβιές και γιδοδέρματα, ζώντας μέσα σε στερήσεις, θλίψεις και κακοπάθειες)»[Εβρ.11,37].


Όταν όμως ο υιός Σου αυτός ήλθε, που σε καταφρόνησε και σου κατέφαγε τον πλούτο με τις πόρνες, αμέσως θυσίασες για χάρη του τον μόσχο τον σιτευτό. Και ούτε με λόγους τον κατηγόρησες, ούτε το Πρόσωπό Σου απέστρεψες από την αθλιότητά του. Αλλά αμέσως τον περιποιήθηκες, και με λαμπρή στολή τον κατεκόσμησες, και το αστραφτερό χρυσό δακτυλίδι τού φόρεσες, και με υποδήματα τον ασφάλισες και την Εκκλησία άνοιξες και την τράπεζα ευτρέπισες και τα ποτήρια γέμισες. Αλλά και τον μόσχο τον σιτευτό θυσίασες και προσκάλεσες τους πιστούς στην ευωχία αυτήν και έκανες τους Αγγέλους να χορεύουν και παρασκεύασες ένα παράξενο συμπόσιο με συμμετοχή της γης και του ουρανού. Και όλα αυτά και τις τόσες δωρεές προσέφερες σε αυτόν, που καταφρόνησε την αγαθότητά Σου και ύβρισε την ευγένειά Σου». Τι να πω για το βάθος και το πέλαγος των οικτιρμών Σου, πώς να θαυμάσω την θάλασσα της ειρήνης και γαληνότητάς Σου; Ελεείς, Κύριε, τους πάντες, γιατί τα πάντα δύνασαι και παραβλέπεις τα αμαρτήματα των ανθρώπων, που προσέρχονται μετανοούντες.


Και ο Πατέρας τού είπε: «Τέκνο μου, εσύ είσαι πάντοτε μαζί μου. Εσύ δεν χωρίστηκες ποτέ από τους δικούς μου κόλπους. Εσύ από την Εκκλησία τη δική μου δεν απομακρύνθηκες. Εσύ προσέχεις πάντοτε στους ψαλμούς και στους ύμνους. Εσύ συμπροσεύχεσαι πάντοτε μαζί με τους Αγγέλους. Εσύ στο Θυσιαστήριο παριστάμενος με παρρησία βοάς: "Πάτερ ἡμῶν ὁ ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ἁγιασθήτω τὸ ὄνομά Σου". Αυτός όμως προσήλθε σε εμένα κατάκριτος, κατησχυμένος, στρέφοντας το πρόσωπό του στη γη και με συντετριμμένη και μελαγχολική φωνή, φώναξε: "Πατέρα μου, αμάρτησα στον ουρανό και ενώπιόν Σου και δεν είμαι άξιος να λέγομαι υιός Σου. Πάρε με ως ένα μισθωτό δούλο Σου".


Εγώ, παιδί μου, τι έπρεπε να κάμω ακούγοντας αυτά τα συγκλονιστικά λόγια; Μπορούσα να μην ελεήσω τον δικό μου υιό, που επέστρεψε σε εμένα; Εσύ που θυμώνεις, δίκασε. Αλλά εγώ ως φιλάνθρωπος που είμαι εκ φύσεως, δεν μπορούσα να κάνω κάτι απάνθρωπο. Δεν μπορώ να μην ελεήσω αυτόν, που εγώ δημιούργησα. Δεν δύναμαι να μη λυπηθώ αυτόν που γέννησα από τα σπλάγχνα μου. Παιδί μου, εσύ είσαι πάντοτε μαζί μου και όσα έχω, όλα δικά σου είναι. Ο ουρανός δικός σου, το στερέωμα δικό σου, ο ήλιος δικός σου φωστήρας, η σελήνη δική σου υπηρέτρια, τα αστέρια δικά σου πολύφωτα, ο αέρας δικός σου τροφέας και όλα τα εναέρια δικά σου.


Η γη και όσα εκεί φυτρώνουν, δικά σου, η θάλασσα και όσα είναι σε αυτή, δικά σου. Ο κόσμος όλος, δικός σου. Η Εκκλησία, δική σου. Το Θυσιαστήριο, δικό σου. Ο μόσχος ο σιτευτός, δικός σου. Η θυσία, δική σου. Οι Άγγελοι, δικοί σου. Οι Απόστολοι, δικοί σου. Οι Μάρτυρες, δικοί σου. Τα παρόντα, δικά σου. Τα μέλλοντα, δικά σου. Η Ανάσταση, δική σου. Η αθανασία, δική σου. Η αφθαρσία, δική σου. Η βασιλεία των ουρανών, δική σου. Όλα τα φαινόμενα και νοούμενα, δικά σου.


Μήπως πήρα όσα έχεις και τα έδωσα σε εκείνον; Μήπως γύμνωσα εσένα και εκείνον έντυσα; Μήπως από τα δικά μου πράγματα δεν χάρισα το έλεος; Μήπως εξίσου δεν είμαι Πατέρας δικός σου και εκείνου; Και εσένα τιμώ για την αρετή σου και εκείνον ελεώ για την πολύ καλή επιστροφή του. Και εσένα ποθώ για τον ενάρετο βίο σου, και εκείνον ποθώ για την μετάνοιά του. Και εσένα αγαπώ για την μακροθυμία σου, και εκείνον αγαπώ, που επέστρεψε σ’ εμένα. Και εσένα αγαπώ για την αρετή σου, και εκείνον αγαπώ για τη μετάνοιά του.


Έπρεπε να ευφρανθείς και να χαρείς, που ο αδελφός σου αυτός ήταν νεκρός και ζωντάνεψε, ήταν χαμένος και βρέθηκε. Ποιος βλέποντας νεκρό να ανασταίνεται, δεν ευφραίνεται; Και ποιος βρίσκει εκείνα που έχασε και δεν αγάλλεται; Έλα και εσύ, υιέ μου, να συνευφρανθείς μαζί μας και σκίρτησε μαζί με τους Αγγέλους και αγκάλιασε τον αδελφό σου με μας και ψάλλε με τον Δαυίδ εκείνο το πνευματικό μέλος, που ταιριάζει στο τωρινό πανηγύρι μας. «Μακάριοι ὧν ἀφέθησαν αἱ ἀνομίαι, καὶ ὧν ἐπεκαλύφθησαν αἱ ἁμαρτίαι· μακάριος ἀνὴρ, ᾧ οὐ μὴ λογίσηται Κύριος ἁμαρτίαν (:Τρισευτυχισμένοι είναι εκείνοι, των οποίων έχουν συγχωρηθεί από τον Θεό οι ανομίες και του έχουν σκεπασθεί, ώστε να μη φαίνονται καθόλου, οι αμαρτίες. Τρισευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που ο Κύριος δε θα του λογαριάσει και δε θα του ζητήσει ευθύνη για κάποια αμαρτία, ούτε υπάρχει στο στόμα του δόλος και υποκρισία, αλλά οι δεήσεις του προς τον Θεό για την άφεση των αμαρτιών του είναι ειλικρινείς και άδολες)»[Ψαλμ.31,1-2].


Ακούσατε την θεία παραβολή και μάθατε το περιεχόμενό της και τη σημασία της εννοήσατε. Μάθατε ότι έχουμε Κύριο φιλάνθρωπο και ανεξίκακο. Προς Αυτόν λοιπόν ας καταφύγουμε με καθαρή καρδιά. Ελάτε να βοήσουμε όλοι προς Αυτόν: « Δέσποτα, Κύριε, φιλάνθρωπε, μονογενή Υιέ του Θεού, αμαρτήσαμε στον ουρανό και ενώπιόν Σου και δεν είμαστε άξιοι να αποκαλούμαστε υιοί Σου· έχουμε, ωστόσο, το θάρρος στους δικούς Σου οικτιρμούς. Έχουμε ενέχυρο της δικής Σου φιλανθρωπίας τον Τίμιο Σταυρό, που υπέμεινες για μας.


Έχουμε εγγυητές της δικής Σου ευσπλαχνίας την άλλοτε πόρνη και τον άλλοτε ληστή. Εξ αφορμής αυτών, όλοι εμείς οι αμαρτωλοί, προτρεπόμαστε να καταφεύγουμε στη δική Σου φιλανθρωπία. Όπως εκείνους τους μετέβαλες σε αξιοσέβαστους και μακαρίους, Κύριε, και εμάς, που προσπίπτουμε σε Σένα, ελέησέ μας. Και όπως ανέστησες νεκρούς με την Σταύρωσή σου και εμάς, που νεκρωθήκαμε από τις αμαρτίες, από την πολλή Σου φιλανθρωπία ανάστησέ μας, για να απολαύσουμε την δική Σου Ανάσταση μαζί με όσους απολυτρώθηκαν» Και με αυτά τα λόγια, να επιμείνουμε στη δέηση αυτή, για να ειπεί και σε μας ο Δεσπότης μας Χριστός: «Κατὰ τὴν πίστιν ὑμῶν γενηθήτω ὑμῖν»


Και εσείς που πρόκειται να λάβετε τη δωρεά του Βαπτίσματος, αφού απορρίψετε κάθε αλλότριο λογισμό και κατευθύνετε τις ψυχές σας στον ουράνιο Νυμφίο, θα δεχτείτε την Χάρη του Αγίου Πνεύματος. «Ὁ Κύριος ἐγγὺς, μηδὲν μεριμνᾶτε(:ο Κύριος πλησιάζει να έλθει και Αυτός θα αποδώσει στον καθένα ό,τι του ανήκει. Μην κυριεύεστε από αγωνιώδη φροντίδα για τίποτε)»[Φιλιπ.4,5-6].


Ο Λυτρωτής στέκεται στην θύρα, ο ιατρός είναι εδώ, το ιατρείο άνοιξε, τα φάρμακα υπάρχουν, η κολυμβήθρα όλους τους δέχεται, η Χάρις έχει απλωθεί, η στολή υφαίνεται από τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Μακάριοι αυτοί που αξιώνονται να φορέσουν την στολή. Μόνον εσείς ανάψτε τις λαμπάδες της πίστεως, έχοντας και άφθονο λάδι, ώστε, όταν ακουσθεί η φωνή τη νύκτα να λέει: «Ἰδοὺ ὁ νυμφίος ἔρχεται», να εξέλθετε σε απάντησή Του με φαιδρές τις λαμπάδες, χορεύοντας και σκιρτώντας και βοώντας, «Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου». Σε Αυτόν να είναι η δόξα και η δύναμη, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες. Αμήν.




ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

επιμέλεια κειμένου(ερμηνευτική εξομάλυνση της υπάρχουσας μεταφράσεως σε ορισμένα σημεία-προσθήκες αγιογραφικών παραπομπών):

Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος










ΠΗΓΕΣ:


http://khazarzar.skeptik.net/pgm/PG_Migne/John%20Chrysostom_PG%2047-64/In%20parabolam%20de%20filio%20prodigo.pdf
Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, «Εἰς τὴν παραβολὴν περὶ τοῦ ἀσώτου», απόδοση στη νέα ελληνική: Μοναχός Θεόκλητος Διονυσιάτης, Εκδόσεις «Ορθόδοξος Κυψέλη»
Παν. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη μετά συντόμου ερμηνείας, εκδ. Ο Σωτήρ, Αθήνα 1997
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
Παν. Τρεμπέλα,Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», Αθήνα 2016
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm *Εκ του ιστολογίου <<Ακτίνες>> της 10.2.2023. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΓΑΜΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ




Ὁ Μυστικὸς Γάμος του Θεοῦ*



Τὸ νόημα τῆς Μετάνοιας


Μὲ τὴν Κυριακὴ αὐτὴ τοῦ Ἀσώτου Υἱοῦ (Λουκ. ιε΄11-32) συνεχίζεται ἡ προετοιμασία γιὰ τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ποὺ ἄρχισε τὴν προηγούμενη ἑβδομάδα μὲ τὴν Κυριακὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου.


Ἡ Eὐαγγελικὴ περικοπὴ τοῦ Ἀσώτου Υἱοῦ εἶναι πολὺ σημαντική, ἐπειδὴ μᾶς ἀποκαλύπτει ὅλο τὸ νόημα τῆς προσπάθειας ποὺ θὰ καταβάλουμε τὴν Σαρακοστή, μᾶς ἀποκαλύπτει ὅτι καὶ ἐμεῖς εἴμαστε ἄσωτοι υἱοί, ποὺ ἔχουν φύγει μακριὰ ἀπὸ τὸν Πατέρα, καὶ ὁ Πατέρας προσδοκᾶ τὴν ἐπιστροφή μας μὲ ὅλη Του τὴν ἀγάπη.


Τὸ Eὐαγγέλιο αὐτὸ μᾶς ἀποκαλύπτει τὸ νόημα τῆς μετάνοιας, ἡ ὁποία μᾶς κάνει νὰ μιμούμαστε τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ Ἀσώτου. Κυρίως ὅμως, μᾶς φανερώνει τὸ ἄπειρο ἔλεος τοῦ Πατέρα μας. Μᾶς δείχνει ποιὰ εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Πατέρα, ποὺ περιμένει τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ ἄσωτου παιδιοῦ Του μὲ πολλὴ στοργή.


Ἤδη, τὴν περασμένη Κυριακὴ τὸ Eὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου μᾶς παρουσίαζε καὶ πάλι ἕνα, θὰ ἔλεγα, ὁδοιπορικό· ὁδοιπορικὸ ποὺ ἀποκαλύφθηκε μὲ ἕνα Τροπάριο τῆς δ΄ ᾠδῆς τοῦ Κανόνα τοῦ Ὄρθρου καὶ ἔλεγε: «Ἀρίστην ἔδειξεν ὁδὸν ὑψώσεως τὴν ταπείνωσιν Λόγος, ταπεινωθεὶς μέχρι καὶ μορφῆς δουλικῆς, ἣν ἐκμιμούμενος ἅπας, ἀνυψοῦται ταπεινούμενος».


Μὲ ἄλλα λόγια, μὲ τὴν στάση τοῦ Τελώνη μᾶς ἀποκαλύφθηκε ἡ σημασία τῆς ταπεινοφροσύνης, τῆς μόνης ὁδοῦ ποὺ ὁδηγεῖ στὴν δικαίωση. Τὸ κατ᾿ ἐξοχὴν ὅμως παράδειγμα αὐτῆς τῆς ταπεινοφροσύνης εἶναι ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, καὶ μᾶς τὸ ἔδωσε μὲ τὴν Ἐνσάρκωσή Του, ὅταν ἦλθε νὰ σηκώσει στοὺς ὤμους Του τὴν ἁμαρτωλὴ φύση στὴν ἁμαρτωλή της κατάσταση, τὴν γεμάτη πόνο καὶ θάνατο, γιὰ νὰ τὴν ὁδηγήσει ἔτσι, μὲ τὴν δική Του ταπείνωση καὶ ὑπακοή, στὸν Πατέρα.


Ὅπως ἔγραφε στὶς Ἐπιστολές του ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «διὸ καὶ ὁ Θεὸς Αὐτὸν ὑπερύψωσε καὶ ἐχαρίσατο Αὐτῷ Ὄνομα τὸ ὑπὲρ πᾶν Ὄνομα» (Φιλιπ. β΄ 8)· «καὶ ὄντας ἡμᾶς νεκροὺς τοῖς παραπτώμασι συνεζωοποίησε τῷ Χριστῷ· χάριτί ἐστε σεσωσμένοι· καὶ συνήγειρε καὶ συνεκάθισεν ἐν τοῖς ἐπουρανίοις ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Ἐφ. β΄ 5-6)· «εἰ δὲ τέκνα, καὶ κληρονόμοι, κληρονόμοι μὲν Θεοῦ, συγκληρονόμοι δὲ Χριστοῦ, εἴπερ συμπάσχομεν ἵνα καὶ συνδοξασθῶμεν.


Λογίζομαι γὰρ ὅτι οὐκ ἄξια τὰ παθήματα τοῦ νῦν καιροῦ πρὸς τὴν μέλλουσαν δόξαν ἀποκαλυφθῆναι εἰς ἡμᾶς» (Ρωμ. η΄17-18). Αὐτὸ εἶναι τὸ ὁδοιπορικὸ ποὺ πρέπει νὰ διατρέξουμε καὶ αὐτὴ τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἀλλὰ καὶ στὴν διάρκεια τῆς ζωῆς μας, τὴν ὁποίαν ἀπεικονίζει ἡ Τεσσαρακοστή: νὰ ταπεινωθοῦμε μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, νὰ σηκώσουμε μαζί Του τὶς συνέπειες τῶν ἁμαρτιῶν μας, γιὰ νὰ φθάσουμε μαζί Του στὴν ἄληκτη χαρὰ τῆς ἐνδόξου Ἀναστάσεώς Του. Καὶ σήμερα, ἡ Παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου μᾶς ἀποκάλυψε ὁρισμένες καινούργιες, συμπληρωματικὲς πτυχὲς τοῦ ἴδιου αὐτοῦ ὁδοιπορικοῦ.


Θὰ ἤθελα ὅμως νὰ προσεγγίσω τὴν παραβολὴ αὐτὴ μέσα ἀπὸ ἕνα ἄλλο Βιβλικὸ κείμενο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ποὺ δὲν τὸ γνωρίζουμε ἀρκετά, ἐπειδὴ δὲν χρησιμοποιεῖται στὴν λατρευτικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Στὴν διάρκεια τῶν ἱερῶν Ἀκολουθιῶν τοῦ ἔτους ἔχουμε μερικὰ λίγα Παλαιοδιαθηκικὰ ἀναγνώσματα, ἐκτὸς ἀπὸ τὶς ἡμέρες τῶν μεγάλων Ἑορτῶν καὶ τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστή.


Πρέπει ὅμως νὰ τὸ διαβάσετε μόνοι σας. Τὸ Βιβλίο αὐτὸ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, γιὰ τὸ ὁποῖο μιλᾶμε, εἶναι τὸ Βιβλίο τοῦ Τωβίτ. Ὑπέροχο Βιβλίο! Δὲν ἀνήκει στὸν ἀρχικὸ Ἑβραϊκὸ Κανόνα, πιθανὸν νὰ γράφτηκε πρῶτα στὰ ἑβραϊκά, τὸ ἑβραϊκὸ ὅμως κείμενο δὲν σώθηκε, καὶ εἰσήχθη, μεταφρασμένο στὰ ἑλληνικά, στὸν Βιβλικὸ Κανόνα τῆς Ἀλεξάνδρειας.


Στὴν Ἰουδαϊκὴ κοινότητα τῆς Ἀλεξάνδρειας πραγματοποιήθηκε, ἂν μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε, τὸ τελευταῖο στάδιο διαμόρφωσης τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Τὰ τελευταῖα βιβλία της δὲν γράφθηκαν στὰ ἑβραϊκὰ καὶ στὴν Παλαιστίνη, ἀλλὰ στὰ ἑλληνικὰ καὶ στὴν Ἀλεξάνδρεια. Ἡ ἰουδαϊκὴ αὐτὴ κοινότητα τῆς διασπορᾶς ἦταν τόσο σημαντική, ὥστε θεωρεῖται ὡς πολυαριθμότερη ἀκόμη καὶ ἀπὸ τὸν ἑβραϊκὸ πληθυσμὸ ποὺ εἶχε μείνει στὴν Παλαιστίνη. 


Καὶ σ᾿ αὐτὴν ἀκριβῶς τὴν Ἰουδαϊκὴ κοινότητα τῆς Ἀλεξάνδρειας, ἡ ὁποία βρισκόταν στὴν καρδιὰ τῆς εἰδωλολατρίας καὶ συναναστρεφόταν μὲ τὸν ἑλληνιστικὸ κόσμο καὶ τὴν Ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία, ποὺ συμβόλιζε κατὰ κάποιο τρόπο ὁλόκληρο τὸν εἰδωλολατρικὸ κόσμο, ἡ Παλαιὰ Διαθήκη γνώρισε τὰ τελευταῖα στάδιά της.


Ξεκίνησε ἔτσι νὰ πραγματώνει τὴν συνάντηση τοῦ Βιβλικοῦ Λαοῦ μὲ τοὺς ἐθνικούς, ὅπως εἶχαν προαναγγείλει οἱ Προφῆτες, καὶ νὰ προετοιμάσει τὴν εἴσοδο τῶν πρώτων στὴν Ἐκκλησία χάρη στὸ κήρυγμα τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καὶ τῶν ἄλλων Ἀποστόλων. Τὸ Βιβλίο τοῦ Τωβὶτ μᾶς διηγεῖται, ὅτι ἕνας Ἰουδαῖος ἀπὸ τὴν Φυλὴ τοῦ Νεφθαλεὶμ εἶχε ἐξορισθεῖ στὴν χώρα τῶν Ἀσσυρίων (τὸ σημερινὸ βόρειο Ἰράκ), τὴν ἐποχὴ τοῦ βασιλιᾶ Σαχερδόνα (Σαργὼν Β΄, 734 π. Χ.).


Αὐτὸς ὁ Ἰουδαῖος ὀνομαζόταν Τωβίτ, ἦταν πολὺ εὐσεβὴς καὶ εἶχε ἕναν υἱό, τὸν Τωβία. Εἶχε ἐμπιστευθεῖ ἕνα χρηματικὸ ποσὸν σὲ ἕναν γονέα ποὺ κατοικοῦσε σὲ τόπο πολὺ μακρινό. Θέλοντας νὰ πάρει πίσω τὰ χρήματά του προτοῦ πεθάνει, ζήτησε ἀπὸ τὸν υἱό του νὰ φύγει καὶ ἐκεῖνος γιὰ τὸν μακρινὸ αὐτὸ τόπο, ὄχι γιὰ νὰ ζήσει ἄσωτη ζωή, ὅπως ὁ νέος τῆς παραβολῆς, ἀλλὰ ἀντιθέτως γιὰ νὰ ἀναζητήσει αὐτὰ τὰ χρήματα.


Ἡ συνέχεια τοῦ Βιβλίου μᾶς διηγεῖται ὅλη τὴν ἱστορία τοῦ ταξιδιοῦ. Βλέπουμε τὸν νεαρὸ Τωβία νὰ φεύγει, ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ Ἀρχαγγέλου Ραφαὴλ ποὺ εἶχε πάρει τὴν μορφὴ συνταξιδιώτη. Σὲ μιά τους στάση, ὁ Τωβίας πιάνει ἕνα μεγάλο ψάρι, καὶ ὁ συνοδοιπόρος του, ὁ Ραφαήλ, τοῦ ἀποκαλύπτει ὅτι ἡ καρδιὰ καὶ τὸ συκώτι τοῦ ψαριοῦ αὐτού, ὅταν ψηθεῖ, μπορεῖ νὰ ἐκδιώξει τοὺς δαίμονες, ἡ δὲ χολή του ἦταν ἰσχυρὸ κολλύριο γιὰ τὰ μάτια. 


Διαβάζοντας τὴν διήγηση αὐτή, οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ ἔπρεπε νὰ δοῦν στὸ ψάρι τὸν συμβολισμὸ τοῦ Χριστοῦ, διότι γι᾿ αὐτούς, ἡ λέξι ΙΧΘΥΣ ἀντιστοιχοῦσε στὸ ἀρκτικόλεξο Ἰησοῦς Χριστὸς Θεοῦ Υἱὸς Σωτήρ. Ὅταν ἔφθασε στὰ Ἐκβάτανα, στὸ Ἰράν, ὁ Τωβίας σταμάτησε σὲ μία συγγενικὴ οἰκογένεια ἐξορίστων.


Αὐτοὶ εἶχαν μία κόρη, τὴν Σάρα, τὴν ὁποία ζητᾶ σὲ γάμο. Ὁ πατέρας της ὅμως τοῦ ἀποκαλύπτει, ὅτι μέσα της κατοικεῖ ἕνα δαιμόνιο και σκοτώνει στοὺς μνηστῆρες τὴν ἴδια τὴν ἡμέρα τοῦ γάμου. Ὁ Τωβίας τὴν ἐλευθερώνει ἀπὸ τὸ δαιμόνιο καίγοντας τὴν καρδιὰ καὶ τὸ συκώτι τοῦ ψαριοῦ ποὺ τὰ εἶχε φυλάξει, καὶ μετὰ τὴν παντρεύεται.


Ἀφοῦ πῆρε πίσω τὸ χρηματικὸ ποσὸν ποὺ ὁ πατέρας του εἶχε ἐμπιστευθεῖ στὴν φύλαξη τοῦ πεθεροῦ του, ἐπιστρέφει στὴν πατρίδα του μὲ τὴν σύζυγό του τὴν Σάρα. Καὶ τὸ Κείμενο μᾶς δείχνει τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα του ποὺ τὸν περιμένουν μὲ ὅλη τὴν ἀγάπη καὶ τὴν στοργή τους, μὲ πολλὴ ἀνησυχία μάλιστα, καθὼς ἔβλεπαν ὅτι εἶχε ἀργήσει νὰ ἐπιστρέψει –βλέπετε τὸν εἶχε καθυστερήσει ὁ ἑορτασμὸς τῶν γάμων του στὰ μακρινὰ Ἐκβάτανα.


Ὅλη αὐτὴ ἡ χαριτωμένη διήγηση, ποὺ ἀποπνέει τὴν ἀτμόσφαιρα τῆς ἐποχῆς τῶν Πατριαρχῶν, ἔχει τυπολογικὴ καὶ πνευματικὴ σημασία, διότι μόνο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα μπορεῖ νὰ μᾶς ὁδηγήσει νὰ ἀνακαλύψουμε καὶ να γευθοῦμε βαθιὰ τὴν παρουσία τοῦ Χριστοῦ ἀνάμεσα στὶς γραμμὲς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.


Ὁ γερο-Τωβὶτ καὶ ἡ γυναίκα του εἰκονίζουν τὸν οὐράνιο Πατέρα, ὁ ὁποῖος εἶναι ὅλος ἀγάπη, ὅλος στοργή, καὶ πατρικὴ καὶ μητρική. Ὁ νεαρὸς Τωβίας εἰκονίζει τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἔφυγε στὴν μακρινὴ χώρα, τὸν δικό μας πεσμένο κόσμο, γιὰ νὰ ἀναζητήσει ἐκεῖ τὴν σύζυγό του, τὴν Σάρα, δηλαδὴ τὴν ἀνθρωπότητα ποὺ ἦταν ὑποταγμένη στὸν ζυγὸ τοῦ διαβόλου, καὶ νὰ τὴν ὁδηγήσει, ἐλεύθερη πιά, πρὸς τὸν Πατέρα Του.


Δὲν βρισκόμαστε ἐνώπιον μιᾶς ἀλληγορίας, ἀλλὰ ἐνώπιον μιᾶς παραβολῆς· ἡ διήγηση δὲν ἔχει τίποτε τὸ τεχνητό, καὶ δὲν χρειάζεται νὰ προσπαθοῦμε νὰ ταυτίσουμε ὅλες τὶς λεπτομέρειες μὲ τὶς διάφορες στιγμὲς τοῦ Μυστηρίου τῆς Ἀπολυτρώσεως. Μιὰ «χριστιανικὴ ἀνάγνωση» ὅμως τοῦ Βιβλικοῦ αὐτοῦ κειμένου θὰ μᾶς βοηθήσει νὰ ἀνακαλύψουμε πολλὲς ἀναφορὲς στὸ Μυστήριο τοῦ Χριστοῦ.


Ἡ ἱστορία τοῦ Τωβία συμπληρώνει, θὰ ἔλεγα, τὴν Παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου Υἱοῦ. Στὴν πραγματικότητα αὐτὸς δὲν ἐπιστρέφει μόνος στὴν πατρικὴ οἰκία. Ὁδηγεῖται ἀπὸ τὸν Χριστό, φέρεται ἀοράτως στοὺς ὤμους Του, ὅπως τὸ ἀπολωλὸς πρόβατο. Ἡ Σάρα, ὁ ἄσωτος υἱός, τὸ ἀπολωλὸς πρόβατο, εἶναι εἰκόνες τῆς σωσμένης ἀνθρωπότητας, τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἀληθινὴ Σάρα, τὴν ὁποία νυμφεύθηκε ὁ Χριστὸς πάνω στὸν Σταυρό.


Πόσο ὡραῖα εἰκονίζει ἡ ἁγνή, λεπτὴ ἀγάπη τοῦ Τωβία γιὰ τὴν Σάρα τὴν νυμφικὴ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὴν Ἐκκλκησία! Καὶ στὴν ἀγάπη τοῦ γέρου Τωβὶτ καὶ τῆς γυναίκας του γιὰ τὸ παιδί τους, πῶς νὰ μὴ διακρίνουμε τὴν ἀγάπη τοῦ οὐράνιου Πατέρα, ποὺ εἶναι καὶ μητέρα καὶ πατέρας γιὰ τὸν Υἱό Του τὸν Ἀγαπητὸ καὶ γιὰ τοὺς ἐξ υἱοθεσίας υἱούς Του, ποὺ εἶναι ἑνωμένοι μὲ τὸν Υἱὸ ὡς μέλη τοῦ Σώματός Του;


Τὸ Βιβλίο αὐτὸ τοῦ Τωβία θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἕνα θαυμάσιο ἀνάγνωσμα ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη γιὰ τὴν περίοδο αὐτὴ ποὺ μᾶς προετοιμάζει γιὰ τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Θὰ ξαναβροῦμε σ᾿ αὐτὸ τὴν ἴδια διδασκαλία μὲ τὰ λειτουργικὰ κείμενα τῶν ἑβδομάδων Τελώνου καὶ Φαρισαίου, καὶ Ἀσώτου Υἱοῦ. Εἶναι βιβλίο ποὺ μᾶς ἀποκαλύπτει τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος μᾶς ἀγαπᾶ ὡς τρυφερὸς σύζυγος, καὶ τὸ πρόσωπο τοῦ Πατρός, ποὺ μᾶς ἀγαπᾶ ταυτόχρονα καὶ ὡς πατέρας καὶ ὡς μητέρα, ποὺ περιμένουν μὲ ἀγωνία τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ παιδιοῦ τους.


Μᾶς ἀποκαλύπτεται ἔτσι ὁλόκληρη ἡ ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας: ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ τὸν ἀγαπᾶ. Καὶ ὁ Θεὸς βλέπει τὰ πάντα μέσα στὴν στιγμὴ αὐτὴ ποὺ εἶναι ἡ αἰωνιότητα (αἰωνιότητα δὲν εἶναι ἀτέρμονος χρόνος, εἶναι μία στιγμὴ ποὺ δὲν ἔχει οὔτε ἀρχὴ οὔτε τέλος, θὰ λέγαμε, δὲν μποροῦμε ὅμως νὰ συλλάβουμε τὴν ἔννοια τῆς αἰωνιότητας, ἐπειδὴ δὲν ἔχουμε παρὰ μόνο τὴν ἐμπειρία τοῦ χρόνου).


Ἤθελε, πρὸ πάντων τῶν αἰώνων, νὰ δημιουργήσει τὸν ἄνθρωπο, καθέναν ἀπὸ μᾶς ξεχωριστά, γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ τὸν ἀγαπᾶ καὶ νὰ ἀγαπᾶται ἀπὸ αὐτόν. Ὁ Θεὸς διψᾶ ὄχι μόνο γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Υἱοῦ Του στοὺς κόλπους τῆς μακαρίας Τριάδος, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν δική μας ἀγάπη, τὴν ἀγάπη καθενὸς ἀπὸ μᾶς ποὺ εἴμαστε ἑνωμένοι μὲ τὸν Υἱό Του τὸν ἀγαπητό. 


Ἤδη μέσα στὴν Παλαιὰ Διαθήκη μᾶς ἀποκαλύπτει: «Ὅτε ἐνευφραίνετο τὴν οἰκουμένην συντελέσας, καὶ ἐνευφραίνετο ἐν υἱοῖς ἀνθρώπων»· τότε ποὺ ὁ Θεὸς εὐφραινόταν ἔχοντας δημιουργήσει τὴν οἰκουμένη, καὶ μάλιστα εὐφραινόταν βλέποντας τοὺς ἀνθρώπους (Παροιμ. η΄ 31). Ταυτόχρονα ὅμως, ὁ Θεὸς δὲν ἦταν δυνατὸν νὰ μὴν ἔβλεπε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖο δημιούργησε ἐλεύθερο, γιὰ νὰ Τὸν ἀγαπᾶ ἐλεύθερα, θὰ χρησιμοποιοῦσε κακῶς τὴν ἐλευθερία του αὐτή.


Εἶχε ὅμως ἐπίσης προβλέψει, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, χάρη στὴν θυσία τοῦ Υἱοῦ Του, θὰ μποροῦσε νὰ ἐπιστρέψει πρὸς Αὐτόν, καὶ ὅτι κάθε ἁμαρτωλὸς θὰ μποροῦσε νὰ ξαναπάρει τὸν δρόμο αὐτὸ διὰ τῆς μετανοίας. Ὑπάρχει ἐδῶ κάτι τὸ θαυμαστό, τὸ ἐκπληκτικό. Ἐπειδὴ ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀγάπη ποὺ προσφέρεται δωρεάν, φανερώνεται ἀκόμη καλύτερα, ὅταν ἐκφράζεται ὡς ἔλεος, ὡς ἀγάπη ποὺ συγχωρεῖ.


Ὁ Θεὸς δὲν ἔχει ἰδιοτελῆ ἀγάπη, γι᾿ αὐτὸ καὶ πρὸ πάντων ἀγαπᾶ νὰ ἐλεεῖ, ἡ μεγαλύτερη χαρά Του εἶναι νὰ συγχωρεῖ. Στὴν Παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου, βλέπουμε τὸν Πατέρα νὰ δείχνει περισσότερη στοργὴ γιὰ τὸν υἱό του ποὺ ἐπέστρεψε ἀπὸ τὴν ἁμαρτία παρὰ γιὰ τὸν πρωτότοκο ποὺ εἶχε παραμείνει πιστός, σὲ βαθμὸ ποὺ ὁ πρωτότοκος ἐκπλήσσεται, σκανδαλίζεται, ἐπαναστατεῖ.


Δὲν πιστεύω, ὅτι ὁ μεγάλος υἱὸς εἰκονίζει τὸν ἑβραϊκὸ λαὸ καὶ ὁ ἄσωτος τοὺς ἐθνικούς, ὅπως λέγεται μερικὲς φορές. Ὁ μεγάλος θυμίζει μᾶλλον τοὺς ἀγγέλους, ἴσως τοὺς στασιαστὲς ἀγγέλους ποὺ ἔγιναν δαίμονες, ἐπειδὴ σκανδαλίστηκαν γιὰ τὸ θεῖο ἔλεος. Στὴν παραβολὴ τοῦ ἀπολωλότος προβάτου (Ματθ. ιη΄ 12-14 καὶ Λουκ. ιε΄4-7), ὁ Χριστὸς μᾶς λέει ὅτι στὸν οὐρανὸ γίνεται μεγαλύτερη χαρὰ γιὰ ἕναν καὶ μόνο ἁμαρτωλὸ ποὺ μετανοεῖ παρὰ γιὰ τοὺς ἐνενήντα ἐννέα δικαίους, ποὺ ἴσως δὲν ἔχουν ἀνάγκη μετανοίας.


Κατὰ μία ἑρμηνεία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Πατὴρ χαίρεται περισσότερο γιὰ τὴν ἀπωλεσθεῖσα καὶ ἀνευρεθεῖσα ἀνθρωπότητα παρὰ γιὰ ὅλους τοὺς ἀγγέλους ποὺ παρέμειναν πιστοί. Τὸ κλειδὶ ὅλης τῆς ἱστορίας τῆς Δημιουργίας εἶναι ἡ ἐπιθυμία ποὺ εἶχε ὁ Θεὸς νὰ μπορεῖ νὰ ἀγαπᾶ ὄχι μόνον τὸν Υἱό Του τὸν Ἀγαπητὸ καὶ νὰ ἀγαπᾶται ἀπὸ Αὐτὸν ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ στοὺς κόλπους τῆς Τριάδος, μέσα στὴν θεία ζωὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος ποὺ ἀποτελεῖται ἀπὸ ἄπειρη ἀμοιβαία ἀγάπη τῶν θείων Προσώπων, μέσα σὲ μία πληρότητα εὐδαιμονίας καὶ χαρᾶς ποὺ θὰ μποροῦσε καὶ νὰ τοὺς ἀρκεῖ, ἀλλὰ νὰ ἀγαπᾶ καὶ νὰ ἀγαπᾶται ἐλεύθερα ἀπὸ κτίσματα, ποὺ γνώριζε ὅτι θὰ ἁμαρτήσουν, ἀλλὰ στὰ ὁποῖα θὰ μποροῦσε νὰ φανερώσει τὸ ἔλεος καὶ τὴν συγγνώμη Του.


Ὁ Θεὸς δημιούργησε τὸν κόσμο γι᾿ αὐτό: γιὰ νὰ μπορέσει νὰ συγχωρήσει τοὺς ἁμαρτωλούς, ποὺ ὁ Υἱός Του θὰ πηγαίνει νὰ ἀναζητήσει, καὶ τοὺς ὁποίους ὁ Υἱός Του θὰ ἀγαποῦσε ὡς Νυμφίος. Τὴν ἁμαρτωλὴ αὐτὴ ἀνθρωπότητα ὁ Χριστὸς τὴν ἀγαπᾶ ὡς νύμφη Του ποὺ ἦλθε νὰ τὴν ἐλευθερώσει ἀπὸ τὸν διάβολο, ὅπως ὁ νεαρὸς Τωβίας εἶχε ἐλευθερώσει τὴν Σάρα.


Καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ὁδήγησε τὴν ἀνθρωπότητα στὸν οὐρανό, ἑνωμένη μαζί Του, ὁ δὲ Πατὴρ μπορεῖ ἔτσι νὰ ἀγαπᾶ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἐπέστρεψαν σ᾿ Αὐτόν, ὡς ἐξ υἱοθεσίας τέκνα Του. Εἶναι τὸ μυστήριο αὐτῆς τῆς ἐλεήμονος ἀγάπης, ἀγάπης ποὺ συγχωρεῖ τὴν ἀχαριστία, ποὺ ἀποκαλύπτει πράγματι, στὸν ὑπέρτατο βαθμὸ θὰ λέγαμε, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι τὸ κλειδὶ ὅλης τῆς κτίσεως, κλειδὶ τῆς δημιουργίας ὅλου αὐτοῦ τοῦ πελώριου κόσμου.


Ὅπως ἔλεγε ὁ Πασκάλ, «τί εἶναι ἡ ἀπεραντοσύνη αὐτὴ τοῦ ὑλικοῦ κόσμου μπροστὰ στὸ μέγεθος τῆς ἀγάπης, τῆς φιλανθρωπίας ποὺ εἶναι ἀπείρως ἀνώτερη ἀπὸ τὸ μέγεθος τοῦ ὑλικοῦ κόσμου»! Ποτὲ δὲν θὰ συνειδητοποιήσουμε ἀρκετὰ πόσο μᾶς ἀγαπᾶ ὁ Πατήρ· μᾶς ἀγαπᾶ ὡς παιδιά Του, παιδιὰ ἀχάριστα, μᾶς ἀγαπᾶ ὡς πατέρας καὶ ὡς μητέρα..., πόσο μᾶς ἀγαπᾶ ὁ Χριστὸς σὰν νύμφη πολυαγαπημένη ἂν καὶ ἄπιστη.


Ἡ Ἁγία Γραφὴ δὲν κάνει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ διηγεῖται τὴν τεράστια αὐτὴ περιπέτεια τῆς σχέσης τῆς δημιουργίας μὲ τὸν Δημιουργό.


Μὲ πολὺ θαυμασμό, μία μέρα, τὸ ἄκουσα αὐτὸ ἀπὸ τὰ χείλη ἑνὸς ὁδηγοῦ ταξὶ ποὺ συνάντησα στὸ Παρίσι. Ὑπῆρχε τότε στὸ Παρίσι ἕνα προτεσταντικὸ βιβλιοπωλεῖο πολὺ ἐνημερωμένο σὲ καθολικὰ καὶ προτεσταντικὰ βιβλία σχετικὰ μὲ τὴν Βίβλο. Περιμένοντας νὰ βρῶ ταξὶ γιὰ ἕναν ἀρκετὰ μακρινὸ προορισμό, κοίταζα μὲ ἐνδιαφέρον τὴν πρόσοψη τοῦ βιβλιοπωλείου.


Ξαφνικά, ἕνα ταξὶ σταμάτησε στὴν ἄκρη τοῦ πεζοδρομίου, ἀκριβῶς πίσω μου, καὶ ὁ ὁδηγὸς κορνάρισε διακριτικὰ γιὰ νὰ τραβήξει τὴν προσοχή μου. Γύρισα καὶ εἶδα ὅτι μοῦ ἔκανε νόημα νὰ πλησιάσω. Μοῦ εἶπε: «Βλέπω ἀπὸ τὴν ἐνδυμασία σας ὅτι εἶσθε Κληρικός. Θὰ ἤθελα τὴν γνώμη σας γιὰ κάτι πολὺ σημαντικό. Θὰ μπορούσατε νὰ μοῦ δώσετε λίγο ἀπὸ τὸν χρόνο σας; Μετά, θὰ σᾶς πάω δωρεὰν ὅπου θέλετε».


Δέχθηκα καὶ κάθισα στὸ διπλανὸ κάθισμα. Μοῦ ἐξήγησε ὅτι, ἐνῶ δὲν εἶχε καμία θρησκευτικὴ παιδεία, ὁδηγήθηκε τυχαία στὴν Βίβλο, μία Βίβλο ποὺ κάποιος ἄγνωστος πελάτης, σκόπιμα ἢ ὄχι, εἶχε ἀφήσει στὸ πίσω κάθισμα τοῦ αὐτοκινήτου του. Εἶχε ἀφιερώσει πολὺ χρόνο στὴν ἀνάγνωση, ὧρες κατὰ τὶς ὁποῖες περίμενε πελάτη, παρακινημένος ἀρχικὰ μὲν ἀπὸ περιέργεια, ἀργότερα ὅμως ἀπὸ ἐνδιαφέρον ποὺ γινόταν ὅλο καὶ πιὸ ζωηρό.


Τοῦ εἶχε κάνει ἐντύπωση ὅτι, ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα, μέχρι τὶς παραβολὲς τοῦ Ἰησοῦ γιὰ τὸ γαμήλιο δεῖπνο, τὸ θέμα ἄνδρας-γυναίκα ἐπανέρχεται ἐντυπωσιακὰ συχνὰ στὴν Βίβλο· εἶχε λοιπὸν καταλάβει ὅτι ὁλόκληρη ἡ Γραφὴ μιλᾶ γιὰ ἕναν γάμο, γιὰ τὴν ἕνωση ἐν τέλει τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ἀνθρωπότητα.


Πίστευε ὅτι εἶχε καταλάβει ὅτι ἡ Βίβλος, ἀπὸ τὴν Γένεση ὡς τὴν Ἀποκάλυψη, παρὰ τὴν ποικολομορφία τῶν Βιβλίων ποὺ περιέχει, διηγεῖται μία καὶ μοναδικὴ ἱστορία: πῶς ἐκπληρώθηκε τὸ σχέδιο ποὺ εἶχε συλλάβει ὁ Θεὸς νὰ δημιουργήσει τὸν ἄνθρωπο γιὰ νὰ τὸν ἀγαπᾶ καὶ νὰ ἀγαπᾶται ἀπὸ αὐτόν, ὥστε νὰ ἀγαπᾶ τὸν Υἱό Του ὄχι πιὰ μόνον ἐντὸς τῶν κόλπων τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἀλλὰ σαρκωμένο, ἑνωμένο μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ποὺ θὰ δέχονταν ὅτι τοὺς ἔχει συγχωρήσει, ὅτι χάρη στὴν θυσία Του τοὺς ἔχει ἐλευθερώσει ἀπὸ τὴν κυριαρχία τοῦ Σατανᾶ, ὅτι γίνονται ἔτσι ἡ νύμφη Του, ἑνωμένη μὲ τὸ ἀναστημένο καὶ δοξασμένο Σῶμα Του, ἕνα πλέον μὲ Αὐτόν.


«Ἀλλά», μοῦ ἐμπιστεύθηκε ὁ ὁδηγὸς τοῦ ταξί, «τὸ ἔχω καταλάβει σωστά; Μήπως εἶμαι θύμα τῆς φαντασίας μου; Καὶ ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ πίστεψα ὅτι ἔχω καταλάβει τὸ θαυμαστὸ αὐτὸσχέδιο τοῦ Θεοῦ, κατάλαβα καὶ ὅτι ἐγὼ καὶ ἡ γυναίκα μου δὲν μποροῦμε πιὰ νὰ ζοῦμε ὅπως πρίν...».


Καὶ ἐμεῖς, λοιπόν, ἂν κατανοοῦμε σωστὰ τὴν Παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου, ἂν ἀντιλαμβανόμαστε τὶς τεράστιες προοπτικὲς ποὺ μᾶς ἀνοίγει, ἂν συνειδητοποιοῦμε τὴν ἀπειρία τῆς εὔσπλαγχνης ἀγάπης τοῦ οὐράνιου Πατέρα μας, δὲν μποροῦμε πλέον, ἐμεῖς ὄχι πλέον, νὰ ζοῦμε ὅπως πρίν!


Σὲ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἂς τρεφόμαστε μὲ ὅλα τὰ κείμενα τῶν Ἀκολουθιῶν, μὲ τὰ Τροπάρια καὶ τοὺς Κανόνες ποὺ περιέχουν ὅλη τὴν διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας γύρω ἀπὸ τὸ Μυστήριο τῆς Σωτηρίας. Ἂς γεμίσει ἡ καρδιά μας μὲ εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν Κύριο, γιὰ τὴν τόση εὐσπλαγχνία ποὺ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν μᾶς ἀποκάλυψε.



Δόξα τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς αἰῶνας αἰώνων. Ἀμήν!



(*) Γ π. Πλακίδα Deseille, «Μυστικὴ Ἄνοδος», σελ. 43-57, ἐκδόσεις «Ἔαρ», Φεβρουάριος 2022. Ἐπιμέλ. ἡμετ. *Αναδημοσίευση εκ της ιστοσελίδας της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής της 12.2.2023. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ (2021)




Μητροπολίτης Αττικής και Βοιωτίας κ. Χρυσόστομος

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών


ΙΔΙΟΜΕΛΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ (2023)




Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλή Αττικής


Η ΑΠΟΔΗΜΙΑ ΣΕ ΜΑΚΡΙΝΗ ΧΩΡΑ




Η παραβολή του Ασώτου παρουσιάζει το Θεό σαν άνθρωπο, τον αληθινά φιλάνθρωπο και τους δύο γιούς, καθώς και τις δύο κατηγορίες των ανθρώπων, τους δίκαιους και τους αμαρτωλούς. Ο μικρός είπε· δώσε μου το μερίδιό μου από την περιουσία μας. Η δικαιοσύνη είναι αρχική κατάσταση του ανθρώπου, γι’ αυτό κι ο μεγάλος δεν παρεκκλίνει· υστερογέννητο κακό η αμαρτία, γι’ αυτό και παρεκκλίνει ο μικρός, αυτός, δηλαδή που συναυξήθηκε με την αμαρτία που μπήκε στον κόσμο έπειτα. Και με άλλο νόημα λέγεται ο αμαρτωλός άνθρωπος «νεώτερος γιός», σαν νεωτεριστής κι αποστάτης στο πατρικό θέλημα.


«Πατέρα, δώσε μου το μερίδιό μου από την περιουσία μας». Περιουσία του ανθρώπου είναι το λογικό, με επακολούθημα την αυτεξουσιότητα γιατί κάθε λογικό είναι αυτεξούσιο. Μας παραχωρεί ο Κύριος το λόγο, για να τον χρησιμοποιούμε κατά το θέλημά μας, σαν δικό μας κτήμα. Και τον παραχωρεί σ’ όλους εξίσου, γιατί όλοι είμαστε εξίσου λογικοί, εξίσου αυτεξούσιοι. Άλλοι όμως κάνουμε λογική χρήση της τιμητικής παραχώρησης κι άλλοι εξευτελίζουμε το θείο δώρο.


Και όλα γενικά όσα μας έχει δώσει Θεός, ας τα θεωρήσουμε περιουσία μας, τον ουρανό, τη γη, την πλάση όλη, το νόμο, τους προφήτες. Αλλά ο μικρός γιός ενώ είδε τον ουρανό, και τον θεοποίησε, τη γη και την προσκύνησε, δεν θέλησε να πορευτεί στις γραμμές του νόμου, δολιεύτηκε τους λόγους των προφητών. Ο μεγαλύτερος όμως γιός τα χρησιμοποίησε όλα για τη δόξα του Θεού.


Στο ίδιο μέτρο τους τα παραχώρησε και τους άφησε να πορευτούν κατά το θέλημά τους· δεν υποχρεώνει κανένα που δεν θέλει να τον υπηρετεί. Αν ήθελε να μας υποχρεώσει, ούτε λογικούς θα μας δημιουργούσε ούτε αυτεξούσιους. Όλα αυτά ο μικρός τα σπατάλησε αμέσως. Και ο λόγος, η αποδημία του στα μακρινά. Όταν, δηλαδή, ο άνθρωπος απομακρυνθεί από το Θεό και θέσει τον εαυτό του πέρα από το θείο φόβο εξαντλεί όλα τα θεία δώρα. Όταν μένουμε κοντά στο Θεό, τίποτα τέτοιο δεν κάνουμε που οδηγεί στην απώλεια κατά το λόγο «απ’ την αρχή έβλεπα τον Κύριο δίπλα μου, στα δεξιά μου παντοτινά για να μην ταραχτώ».


Όταν όμως απομακρυνθούμε απ’ αυτόν κι αποστρατήσουμε από το θέλημά του, πράττουμε και πάσχουμε τα χειρότερα, πάλι κατά το λόγο «όσοι απομακρύνονται από σένα θα χαθούν». «Σκόρπισε» λοιπόν την περιουσία του κι ήταν φυσικό. Γιατί η αρετή έχει ένα όνομα και είναι κάτι απλό. Η κακία όμως είναι ποικίλη και προκαλεί πολλές πλάνες.


Και αρχίζει να στερείται, γιατί δεν φοβόταν τον Κύριο παρά ήταν μακριά του -επειδή για όσους φοβούνται τον Κύριο δεν υπάρχει στέρηση. Και πώς δεν υπάρχει στέρηση για όσους φοβούνται; Γιατί όποιος φοβάται τον Κύριο θα θέσει την ικανοποίησή του μέσα στον κύκλο των εντολών του. Γι’ αυτό και βασιλεύει στο σπίτι του τιμή και πλούτος και αντίθετα, σκορπίζει αυτός και μοιράζει στους φτωχούς· τόσο πολύ απέχει ο ίδιος από τη στέρηση.


Αυτός λοιπόν που αποδήμησε μακριά από το Θεό και δεν έχει μπροστά στα μάτια του το φοβερό του πρόσωπο, στερείται κατά φυσικό λόγο, αφού καμιά θεϊκή καταβολή δεν ενεργεί μέσα του. Και αφού πήγε, δηλαδή αφού προόδευσε και πρόκοψε στην κακία, έγινε, μισθωτός, σ’ ένα πολίτη της χώρας εκείνης. Ο μισθωτός του Κυρίου γίνεται ένα πνεύμα μαζί του· ο μισθωτός της πορνικής φύσεως των δαιμόνων γίνεται ένα σώμα μ’ αυτούς, όλος σάρκα, χωρίς να γίνεται μέσα του καμιά εισχώρηση του πνεύματος, όπως στους ανθρώπους πριν από τον κατακλυσμό.


«Κι αφού ήρθε στον εαυτό του· είπε· πόσοι μισθωτοί του πατέρα μου πετούν τα τρόφιμά τους κι εγώ πεθαίνω της πείνας…» Ήρθε στον εαυτό του ο ως τότε άσωτος. Ώσπου έπραττε τις αισχρότητες ήταν έξω από τον εαυτό του, λέγεται ότι κατασπατάλησε την περιουσία του, και είναι φυσικό. Γι’ αυτό είναι έξω από τον εαυτό του. Γιατί αυτός που δεν καθοδηγείται από το λόγο αλλά ζει σαν άλογος και γίνεται οδηγός της αλογίας των άλλων, είναι έξω από τον εαυτό του και δεν μένει πάνω στην ουσία του, το λόγο.


Και όταν αναλογιστεί ποιός ήταν και σε ποιά αθλιότητα κατάντησε, τότε έρχεται στον εαυτό του με τον αναλογισμό και τη μετάνοια από την περιπλάνησή του. Μισθωτούς πάλι εννοεί τους κατηχουμένους που δεν έφτασαν ακόμα να γίνουνε γιοί, επειδή ακόμα δεν φωτίστηκαν. Όμως οι κατηχούμενοι έχουν περισσεύματα από λογικές τροφές, ακούοντας τα αναγνώσματα καθημερινά. Άκουσε τα εξής για να μάθεις τη διαφορά γιου και μισθωτού.


Αλλά θα σηκωθώ, από την πτώση δηλαδή της αμαρτίας, και θα πάω στον Πατέρα μου και θα του πω Πατέρα, αμάρτησα μπροστά στον ουρανό, επειδή τον εγκατέλειψα και προτίμησα τη σιχαμερή ηδονή κι από την πατρίδα μου τον ουρανό πρόκρινα τη χώρα του λιμού. Αμαρτάνει απέναντι του χρυσού κατά κάποιο τρόπο όποιος προτιμά το μολύβι κι αμαρτάνει στον ουρανό, όποιος προτιμήσει τη γη. Αστοχεί πάντως από το δρόμο που οδηγεί στον ουρανό. Σημείωσε ότι όταν έκανε την αμαρτία, δεν ένιωθε ότι βρισκόταν μπροστά στο Θεό, όταν όμως κάνει την εξομολόγησή του, αισθάνεται ότι έχει αμαρτήσει μπροστά του.


Σηκώθηκε και ήρθε στον Πατέρα του. Δεν πρέπει μόνο να επιθυμούμε, ό,τι αρέσει στο Θεό αλλά και να το πράττουμε. Και καθώς είδες τη θερμή μετάνοια, κοίταξε και την ευσπλαχνία του Πατέρα του. Δεν περίμενε το γιό να έρθει κοντά του. Τρέχει και τον αγκαλιάζει. Έχοντας το πατρικό φίλτρο, αν και Θεός, με όλο του το είναι, ολόκληρο τον αγκαλιάζει, για να τον σφιχτοπεριπλέξει από παντού με τον εαυτό του, όπως έχει λεχθεί· 


«Και θα σε περιντύσει, η δόξα του Θεού». Και πρώτα, όταν ο γιός απομακρύνθηκε, ήταν καιρός ν’ απομακρυνθεί κι ο Πατέρας από το σφιχταγκάλιασμα. Όταν τον πλησίασε με την προσευχή και την επιστροφή του, ήρθε η ώρα να τον αγκαλιάσει. Πέφτει λοιπόν στον τράχηλό του, δείχνοντας στον παλαιό αποστάτη να γίνει υπάκουος. Και για να επιβεβαιώσει τη συμφιλίωση τον καταφιλεί, εξαγνίζοντας πρώτα το στόμα του ακάθαρτου, καθώς το πρόθυρο του σπιτιού κι έπειτα προχωρεί τον εξαγνισμό και στον εσωτερικό του κόσμο. «Και είπε στους δούλους του ο Πατέρας.


Φέρτε την πρώτη στολή του και ντύστε τον και βάλτε του δαχτυλίδι στο χέρι και στα πόδια του παπούτσια. Φέρτε και το μοσχάρι το σιτευτό και θυσιάστε το κι ας φάμε κι ας ευχαριστηθούμε, γιατί αυτός ο γιός μου ήταν νεκρός και ξαναέζησε και είχε χαθεί και βρέθηκε. Κι άρχισαν να διασκεδάζουν». Δούλους μπορείς να θεωρήσεις τους αγγέλους, τα λειτουργικά πνεύματα που αποστέλλονται στη διακονία της σωτηρίας των άξιων. Γιατί αυτοί στολίζουν όποιον επιστρέφει από την κακία με την πρώτη στολή, που φορούσαμε πριν αμαρτήσουμε, το ρούχο της αφθαρσίας ή την πολυτιμότερη απ’ όλες τις άλλες, που είναι η στολή του βαπτίσματος.


Δεν είναι άγνωστο ποιό είναι το μοσχάρι το σιτευτό, που θυσιάζεται και τρώγεται. Χωρίς αμφιβολία είναι ο αληθινός γιός του Θεού, αφού έγινε άνθρωπος κι έλαβε σάρκα που είναι άλογη και κτηνώδης, μ’ όλο που την έχει γεμίσει με τις δικές τους ιδιότητες. Απ’ αυτή την άποψη θεωρείται μοσχάρι, άπειρος από το ζυγό της αμαρτίας και σιτευτό, επειδή είχε από την αρχή του κόσμου οριστεί γι’ αυτό το μυστήριο. Και θα φανεί ίσως ακόμα πιο παράδοξο αυτό που θα πω αλλά θα το πω. Ο άρτος της κοινωνίας, επειδή κατά το φαινόμενο αποτελείται από σιτάρι, μπορεί να λεχθεί σιτευτός. Κατ’ άλλο νόημά του όμως επειδή είναι σάρκα θα μπορούσε να λεχθεί μοσχάρι.


Οπότε μόσχος και σιτευτός είναι το ίδιο. Καθένας λοιπόν που βαπτίζεται και γίνεται γιός του Θεού ή καλύτερα αποκαθίσταται στη θέση του γιού και γενικά καθένας που καθαρίζεται από την αμαρτία κοινωνεί αυτό το σιτευτό μοσχάρι και γίνεται αιτία χαράς και στον Πατέρα και στους δούλους του, αγγέλους και ιερείς, επειδή επέστρεψε από το θάνατο στη ζωή και από την απώλεια βρέθηκε. Όσο βρισκόταν μέσα στη κακία, ήταν νεκρός, δεν υπήρχε γι’ αυτόν ελπίδα. Όσον είχε ανθρώπινη φύση τη μεταβλητή, που μπορεί από την κακία να μεταπέσει στην αρετή, λέγεται ότι είχε χαθεί. Αυτή είναι μετριότερη έκφραση από την πρώτη.





Άγιος Θεοφύλακτος Αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας


Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2026

ΤΟ ΣΤΑΔΙΟ ΤΩΝ ΑΡΕΤΩΝ ΗΝΕΩΚΤΑΙ




Τὸ στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέωκται, οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε, ἀναζωσάμενοι τὸν καλὸν τῆς Νηστείας ἀγῶνα, οἱ γὰρ νομίμως ἀθλοῦντες, δικαίως στεφανοῦνται, καὶ ἀναλαβόντες τὴν πανοπλίαν τοῦ Σταυροῦ, τῷ ἐχθρῷ ἀντιμαχησώμεθα, ὡς τεῖχος ἄῤῥηκτον κατέχοντες τὴν Πίστιν, καὶ ὡς θώρακα τὴν προσευχήν, καὶ περικεφαλαίαν τὴν ἐλεημοσύνην, ἀντὶ μαχαίρας τὴν νηστείαν, ἥτις ἐκτέμνει ἀπὸ καρδίας πᾶσαν κακίαν. Ὁ ποιῶν ταῦτα, τὸν ἀληθινὸν κομίζεται στέφανον, παρὰ τοῦ Παμβασιλέως Χριστοῦ, ἐν τῇ ἡμέρᾳ τῆς Κρίσεως.



Από τους Αίνους της Κυριακής της Τυρινής


«ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ» (2023) ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ, ΦΥΛΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ




Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2023 εκκλ. ημ.


Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2026

ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΜΕΤΑ ΤΑ ΦΩΤΑ (1993)




Πνευματικό Κέντρο Ι. Ν. Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, Κολωνού (1993)


Η ΟΣΙΑ ΓΚΡΙΓΚΟΡΙΕΒΝΑ Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ



Α
υτόν τον πρώτο Μακαρισμό της επί του Όρους ομιλίας του Κυρίου μας (“Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι ότι αυτών εστιν η βασιλεία των ουρανών”) μπορούμε να τον αποδώσουμε πλήρως στην ευλογημένη δούλη του Θεού Ξένη, την κατά Χριστόν σαλή. 


Ανήκε σ’ αυτούς που είναι “πτωχοί τω πνεύματι” και τα σαράντα πέντε χρόνια της ασκητικής της ζωής δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μια απόκτηση του Αγίου Πνεύματος και μία καθίδρυση της Βασιλείας των ουρανών στην καρδιά της.


“Εις το όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος”. Εδώ αναπαύεται το σώμα της δούλης του Θεού, Ξένης Γκριγκόριεβνα, γυναικός του αυτοκρατορικού πρωτοψάλτου, συνταγματάρχου Ανδρέα Φεοντόροβιτς Πετρώφ. Χήρα σε ηλικία 26 ετών, μία προσκυνήτρια για 45 χρόνια, έζησε 71 χρόνια. Ήταν γνωστή με το όνομα Ανδρέα Φεοντόροβιτς”.


Αυτά γράφονται στο λακωνικό επιτύμβιο πάνω στον τάφο της μακαρίας Ξένης, γραμμένα από ένα άγνωστο πρόσωπο. Καμμιά λαϊκή διήγηση, καμμιά ανάμνηση ανθρώπων, ούτε γραπτές πηγές δεν μας προμηθεύουν πληροφορίες σχετικά με τους γονείς της, την ανατροφή της, την παιδεία της ή άλλη κοινωνική δραστηριότητα.


Όμως μπορούμε να υποθέσουμε ότι η Ξένη Γκριγκόριεβνα δεν ήταν από χαμηλή οικογένεια. Ο σύζυγός της Ανδρέας Φεοντόροβιτς είχε τον βαθμό του συνταγματάρχου και ήταν πρωτοψάλτης στην βασιλική αυλή. Η θέση αυτή ήταν μια πολύ υψηλή κοινωνική θέση και έδινε δόξα και υλική απολαβή.


Ήταν νέοι. Είχαν αγάπη μεταξύ τους. Υπηρέτησαν και οι δύο στην βασιλική αυλή, έκαναν το γάμο τους, καλούσαν φιλοξενουμένους στο σπίτι τους και αυτοί οι ίδιοι πήγαιναν ως φιλοξενούμενοι σε άλλα σπίτια.


Αυτά οι άνθρωποι τα ονομάζουν “καλή τύχη” και φαινόταν ότι τίποτε στο ανδρόγυνο αυτό, τον Ανδρέα και την Ξένη, δεν θα έδινε τέλος σ’ αυτή τους τη χαρά. Αλλά ξαφνικά ένα φοβερό χτύπημα, σαν κεραυνός εν αιθρία, ο αναπάντεχος θάνατος του αγαπημένου συζύγου, κεραυνοβόλησε την Ξένη Γκριγκόριεβνα.


Τόσο πολύ καταβλήθηκε αυτή από θλίψη για τον θάνατο του συζύγου της, ώστε στους πολλούς φαινόταν ότι έχασε τα λογικά της. Έτσι νόμισαν οι συγγενείς της, οι φίλοι της και οι γνωστοί της.


Πραγματικά η συμπεριφορά της Ξένης μετά το θάνατο του συζύγου της ήταν πολύ περίεργη. Κατά πρώτον άρχισε να βεβαιώνη όλους όσους την περιτριγύριζαν ότι ο σύζυγός της δεν πέθανε, αλλά ότι πέθανε αυτή. Φόρεσε τα ρούχα του νεκρού συζύγου της και άρχισε να ονομάζη τον εαυτό της Ανδρέα Φεοντόροβιτς.


Οι συγγενείς της την θεώρησαν περισσότερο για παράφρονα , όταν αυτή άρχισε να μοιράζη την περιουσία της στους φτωχούς και όταν έδωσε το σπίτι της στην Παρασκεύα Ατόνοβα. Οι ενδιαφερόμενοι για την περιουσία της συγγενείς της στράφηκαν στις αρχές και ζήτησαν από αυτές να λάβουν μέτρα εναντίον μιας τέτοιας διάθεσης της κληρονομιάς της από αυτήν. 


Μετά από αυτήν την αναφορά των συγγενών οι αρχές την κάλεσαν και αφού συζήτησαν μαζί της, συμπέραναν ότι ήταν πολύ καλά στα λογικά της και είχε επομένως κάθε δικαίωμα να κάνη ό,τι ήθελε την περιουσία της.


Τί συνέβηκε πράγματι με την Ξένη Γκριγκόριεβνα; Ασφαλώς συνέβηκε μέσα της μια πλήρης πνευματική αντιστροφή, πού, κατά τα ίδια της τα λόγια, η Ξένη Γκριγκόριεβνα Πέτροβα είχε πεθάνει!...


Βάζοντας τα ρούχα του συζύγου της και παίρνοντας το όνομά του ήταν , κατά τη γνώμη της, σαν να παρατεινόταν η δική του ζωή στο πρόσωπό της για να συγχωρηθούν οι αμαρτίες του με τη δική της αφιερωμένη στο Θεό ζωή. Τώρα αυτή παρουσίαζε τον εαυτό της στον κόσμο με την πιο δύσκολη υπηρεσία του Θεού ως “κατά Χριστόν τρελλή”.


Ο άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης λέγει: “Υπάρχει μια αληθινή, πραγματική ζωή και μια φαινομενική, ψεύτικη ζωή. Το να ζης για να τρως, να πίνης, να ντύνεσαι, για να απολαμβάνης και να γίνεσαι πλούσιος, το να ζης γενικά για εγκόσμιες χαρές και φροντίδες, αυτό είναι μια φαντασία.


Το να ζης όμως για να ευχαριστής τον Θεό και τους άλλους, για να προσεύχεσαι και να εργάζεσαι με κάθε τρόπο για την σωτηρία των ψυχών τους, αυτή είναι πραγματική ζωή. Ο πρώτος τρόπος ζωής είναι ακατάπαυστος πνευματικός θάνατος.


Ο δεύτερος είναι ακατάπαυστη ζωή του πνεύματος.”(Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης, Περί της εγκοσμίου ζωής) . Από αυτό βλέπουμε ότι το “χτύπημα” που “χτύπησε” την δούλη του Θεού Ξένη ήταν μια ώθηση από την μη πραγματική ζωή στην ζωή του Πνεύματος.


Η μακαρία Ξένη, που ήταν πλούσια πρώτα έζησε τώρα μια φτωχική, πολύ φτωχική ζωή. Δεν είχε πραγματικά που να κλίνη την κεφαλή της. Για σκέπη της είχε τον μελαγχολικό βροχερό ουρανό της αγίας Πετρούπολης, ενώ για κρεβάτι της είχε το υγρό γυμνό έδαφος. Περνούσε τις νύχτες της προσευχόμενη γονατισμένη στο γυμνό έδαφος των χωραφιών. 


Αυτό το μαρτυρούσαν η αστυνομία και οι κάτοικοι, που την ανακάλυψαν, γιατί είχαν την περιέργεια να μάθουν που εξαφανιζόταν τις νύχτες. Κάποτε κάποιος αστυνομικός την παρακολούθησε και την είδε να κλίνη τα γόνατά της σ’ ένα ανοιχτό χωράφι και να προσεύχεται. Άρχισε να προσεύχεται από το βράδυ και δεν σηκώθηκε μέχρι το πρωΐ.


Κατά τη διάρκεια των προσευχών της έκανε μετάνοιες σε όλες τις διευθύνσεις προσευχόμενη για όλους τους ορθόδοξους χριστιανούς. Κατά την ημέρα συνήθως γύριζε γύρω στους δρόμους της αγίας Πετρούπολης. Τα κουρελιασμένα ρούχα της δύσκολα την σκέπαζαν- μια κόκκινη φούστα και μια πράσινη ζακέτα.


Στα πόδια της είχε χαλασμένα παπούτσια και γύρω από το κεφάλι της είχε δεμένο ένα παλιό μαντήλι. Ακόμα και κατά τον βαρύ χειμώνα δεν φορούσε ζεστά ρούχα και παπούτσια, αν και η καλωσύνη του λαού της πρόσφερε πολλά απ’ αυτά. Σε όλες τις περιόδους του έτους την έβλεπαν ντυμένη στα ίδια κουρέλια.


Το κρύο στην αγία Πετρούπολη ήταν δυνατό και διαπερνούσε τα κόκκαλα. Αλλά η Χάρη του Αγίου Πνεύματος, που χύνεται με αφθονία στους αγίους του Θεού, τους έκανε να νικούν τους νόμους της φύσεως. Αυτή η Χάρη του Αγίου Πνεύματος έδινε ζεστασιά και δύναμη στη μακαρία Ξένη.


Όλοι αγαπούσαν αυτήν την ήσυχη, την ήρεμη, την ταπεινή και την ευγενική δούλη του Θεού Ξένη. Πολλοί την λυπούνταν και της έδιναν ελεημοσύνη, αλλά αυτή δεν την έπαιρνε. Εάν δεχόταν κανένα μικρό κέρμα, αμέσως το έδινε σε κάποιον φτωχό ζητιάνο.


Όταν κτιζόταν μια Εκκλησία στο νεκροταφείο Σμόλενσκ, τη νύχτα η μακαρία Ξένη έσερνε λίθους με τα αδύνατα χέρια της ως την κορυφή των τοίχων του οικοδομήματος. Με αυτό που έκανε έγραφε το όνομά της για πάντα στο βιβλίο των μνημοσύνων με την δέηση “υπέρ των μακαρίων και αειμνήστων κτητόρων του αγίου οίκου τούτου”.


Οι κτίστες παραξενεύονταν βλέποντας τους λίθους στην κορυφή. “Από που βρίσκονται αυτοί οι σωροί των λίθων κάθε πρωΐ;” έλεγαν. Αλλά κατάλαβαν έπειτα ότι βοηθός τους ήταν η μακαρία Ξένη.


Αυτά που γράψαμε μέχρι τώρα γι’ αυτούς τους κόπους και τους αγώνες της μακαρίας Ξένης τα γνωρίζουμε από το συναξάριο του λαού. Πόσα όμως άλλα άγνωστα για μας θα υπάρχουν γι’ αυτή τη θαυμαστή οσία, που είναι όμως γνωστά μόνο στο Θεό;


Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός είπε: “Όστις θέλει οπίσω μου ακολουθείν, απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι” (Μάρκ.8,34). Με ταπείνωση, με υπομονή και χαρά η μακαρία Ξένη σήκωσε με προθυμία και αυταπάρνηση τον σταυρό της πνευματικής πενίας


και αντί να σκέπτεται το δικό της συμφέρον έκλεισε στην καρδιά της όλους τους “γείτονές” της με τις δυστυχίες τους, τις ανάγκες τους, τις φροντίδες και τις λύπες τους. “Γείτονές” της, εικονικώς ομιλούντες, ήταν όλοι οι κάτοικοι της αγίας Πετρούπολης.


Η μακαρία Ξένη, όταν περπατούσε στον δρόμο, από όλες τις μεριές, από όλα τα αμάξια που περνούσαν άκουγε να φωνάζουν: “Ανδρέα Φεοντόροβιτς, σταμάτα. Θέλω να σε πάρω στο αμάξι μου έστω και για λίγα βήματα”.


Και όταν έμπαινε σε κάποιο αυτοκίνητο, το εισόδημα του αυτοκινήτου αυτού την ημέρα εκείνη ήταν πολύ μεγάλο. Η μακαρία Ξένη προτιμούσε να κάθεται σε αυτοκίνητα ανθρώπων που είχαν ανάγκη βοηθείας. Εάν μιλούσε με κανέναν που ήταν στενοχωρημένος, αμέσως αυτός καταπραϋνόταν και του ερχόταν μια θαυματουργική βοήθεια.


Όταν θώπευε ένα άρρωστο παιδάκι, αμέσως αυτό γινόταν καλά. Οι έμποροι την παρακαλούσαν να πάρη κάτι ως δώρο ή τουλάχιστον να μπη στο κατάστημά τους. Ήξεραν ότι εκείνη τη μέρα οι δουλειές τους θα πήγαιναν πολύ καλά και τα κέρδη τους θα ήταν πολλά.


Η μακαρία Ξένη έλαβε από τον Θεό και το προορατικό χάρισμα. Κάποτε, το έτος 1764, ταράχτηκε πολύ και ξέσπαγε κάθε μέρα σε δάκρυα. Οι άνθρωποι την ρωτούσαν την αιτία που κλαίει και αυτή απαντούσε: “Αίμα, αίμα, αυλάκι από αίμα!”. Τότε όλοι ήταν ανήσυχοι για το τί άραγε θα συνέβαινε.


Αλλά τρεις εβδομάδες αργότερα οι πολίτες της αγίας Πετρούπολης έμαθαν τί εσήμαιναν τα λόγια της. Από την ρωσική ιστορία γνωρίζουμε ότι η προσπάθεια του αξιωματικού Μίροβιτς να ελευθερώση τον αιχμάλωτο βασιλέα Ιβάν Αντώνοβιτς, που ήταν φυλακισμένος στο φρούριο Schlusselburg, απέτυχε και ο Ιβάν Αντώνοβιτς φονεύθηκε.


Στις 24 Δεκεμβρίου 1761, την παραμονή της Γεννήσεως του Χριστού, η μακαρία Ξένη περιερχόταν τους δρόμους της πρωτεύουσας και έλεγε στον καθένα να κάνη τηγανίτες. Την επομένη μέρα ακούστηκε το φοβερό νέο:


η αυτοκράτειρα Ελισάβετ Πέτροβα πέθανε ξαφνικά. Οι τηγανίτες θα ήταν για την αγρυπνία, που η προικισμένη με το προορατικό χάρισμα οσία Ξένη προφήτευσε. Τέτοιες περιπτώσεις που εκδηλωνόταν το προορατικό χάρισμά της και περιπτώσεις βοηθειών που πρόσφερε στον λαό με το χάρισμά της αυτό, έχουμε πολλές.


Ο αγώνας των δια Χριστόν σαλών ήταν δύσκολος. Οι άγιοι μοναστικοί πατέρες και ασκητές έφυγαν από τους πειρασμούς αυτού του κόσμου στην έρημο και στα δάση και έλαβαν την αμοιβή των κόπων τους στους ουρανούς και το φωτοστέφανο της αγιότητάς τους στη γή. Όμως οι μακάριοι δια Χριστόν σαλοί δεν άφησαν τον κόσμο και με την εμφάνιση της σαλότητας έκρυβαν τους πνευματικούς αγώνες, μη θέλοντες να παρουσιάσουν τους εαυτούς τους ως δίκαιους ανθρώπους, αλλά ως τρελλούς.


Η δούλη του Θεού Ξένη είδε καθαρά την δυσκολία αυτού του αγώνα των κατά Χριστόν σαλών και για να προετοιμάση πνευματικώς την ψυχή της, εξαφανίστηκε από την αγία Πετρούπολη για οκτώ χρόνια. Πρέπει να υποθέσουμε ότι αυτό ήταν το πρώτο στάδιο της επί σαράντα πέντε χρόνια αφιερώσεώς της.


Ο πρώην Αρχιεπίσκοπος Ανδρέας είχε αξιόπιστη πληροφορία ότι η μακαρία Ξένη για την πνευματική της τελείωση εδαπάνησε αυτά τα χρόνια μεταξύ των Στάρετς προετοιμάζοντας τον εαυτό της για τον δύσκολο αγώνα των δια Χριστόν σαλών και ήταν κάτω από την πνευματική τους καθοδήγηση.


Πού ήταν οι Στάρετς; Ίσως ήταν στο Hermitage ή σ’ ένα από τα μοναστήρια που αυτόν τον καιρό είχαν Στάρετς, μαθητές του Παϊσίου Βελιτσκόφσκυ. Ύστερα από οχτώ χρόνια πάλι ξαναγύρισε στην πατρίδα της, την αγία Πετρούπολη, και δεν την ξανάφησε στα άλλα τριάντα επτά χρόνια της ζωής της σ’ αυτόν τον κόσμο.


Ήρθε τέλος η στιγμή που έληξαν οι αγώνες της. Η μακαρία Ξένη εγκατέλειψε τον πρόσκαιρο κόσμο και εισήλθε στον αιώνιο. Υποθέτουν ότι αναπαύθηκε μεταξύ των ετών 1806 και 1814. Δεν υπάρχει ακριβής πληροφορία σχετικά με αυτόν τον χρόνο και είναι αδύνατο να καθορίσουμε ακριβώς την χρονολογία του θανάτου της.


Γνωρίζοντας την αγάπη και τον σεβασμό με τον οποίο την περιέβαλε ο κόσμος μπορούμε να υποθέσουμε με βεβαιότητα ότι η κηδεία της είχε μεγάλη επισημότητα και ότι πολύς κόσμος θα συγκεντρώθηκε, για να της δώση τον τελευταίο χαιρετισμό.


Αμέσως μετά την κηδεία της οι θαυμαστές άρχισαν να παίρνουν χούφτες χώμα από τον τάφο της. Ο αριθμός των προσκυνητών αύξανε κάθε μέρα. Ο σωρός του χώματος στον τάφο της συνέχεια ελαττωνόταν. Τελικά τοποθετήθηκε στον τάφο της μια πέτρινη πλάκα, αλλά και αυτήν την έσπαζαν κομμάτια και την αφαιρούσαν.


Τελικά τοποθετήθηκε πάνω στον τάφο της μια πλάκα από γρανίτη με την επιγραφή που είπαμε στην αρχή και έπειτα χτίστηκε στον τάφο της ένα εκκλησάκι με τις προσφορές των πιστών. Πολλοί πιστοί άρχισαν να γράφουν στους τοίχους του ναϋδρίου διάφορα αιτήματα, ώστε αναγκάστηκαν να τον χρωματίσουν. Οι ιερείς έκαναν παννυχίδες στο ναό από νωρίς το βράδυ μέχρι αργά το πρωΐ.


Τα χέρια των αθεϊστών δεν σεβάστηκαν τον τόπο της αναπαύσεως της αγίας. Γι’ αυτό τα παράθυρα ήταν κλειστά με σανίδες και η είσοδος ήταν κλειστή, αλλά ο δρόμος προς το νεκροταφείο Σμόλενσκ ήταν πάντοτε ανοιχτός. Νέοι και γέροι πήγαιναν στο παρεκκλήσιο, ψιθύριζαν τα αιτήματά τους για βοήθεια και έσκυβαν στο έδαφος κοντά στον τάφο. Και η μακαρία Ξένη τους βοηθούσε όλους.



*Αναδημοσίευση από το περιοδικό "Ορθόδοξη Ζωή", Μάρτιος 1981. Αναδημοσίευση εκ του ιστολογίου <<zoiforos.gr>>.

Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': «Η ΟΣΙΑ ΞΕΝΗ Η ΡΩΣΙΔΑ» (1993)




24 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ


Εισαγωγή στο διαδίκτυο, στο μονοτονικό σύστημα, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Εκ του βιβλίου του αειμνήστου Μητροπολίτη Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανού Α'
«Η Οσία Ξένη η Ρωσίδα, η διά Χριστόν Σαλή»,
έκδοση Ιεράς Μονής Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλής Αττικής,
Αθήνα 1993.




«Μη αγαπάτε τον κόσμον μηδέ τα εν τω κόσμω»



Πάνω στην μαρμάρινη πλάκα του τάφου της οσίας Ξένης, στο Κοιμητήριο του Σμολένσκ, στην Αγία Πετρούπολι, υπήρχε η εξής επιγραφή:




«ΕΙΣ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ.
ΕΝΘΑΔΕ ΚΕΙΤΑΙ ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΔΟΥΛΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΞΕΝΗΣ ΓΡΗΓΟΡΙΕΒΝΑΣ, ΣΥΖΥΓΟΥ ΤΟΥ ΨΑΛΤΟΥ ΤΗΣ ΑΥΛΗΣ, ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΟΥ ΑΝΔΡΕΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΒΙΤΣ ΠΕΤΡΩΦ.
ΕΧΗΡΕΥΣΕΝ 26 ΕΤΩΝ, ΜΙΑ ΠΡΟΣΚΥΝΗΤΡΙΑ ΕΠΙ 45 ΕΤΗ, ΕΖΗΣΕ ΣΥΝΟΛΙΚΩΣ 71 ΕΤΗ.
ΗΤΟ ΓΝΩΣΤΗ ΥΠΟ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΑΝΔΡΕΑΣ ΘΕΟΔΩΡΟΒΙΤΣ.
ΟΠΟΙΟΣΔΗΠΟΤΕ ΜΕ ΕΓΝΩΡΙΣΕ ΑΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗΘΗ ΔΙΑ ΤΗΝ ΨΥΧΗΝ ΜΟΥ, ΩΣΤΕ ΝΑ ΣΩΘΗ Η ΙΔΙΚΗ ΤΟΥ.
ΑΜΗΝ»


Αυτό το απλό κείμενο αποτελεί το λιτό Συναξάρι της πλούσιας σε χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος ζωής της οσίας Ξένης της Ρωσίδος. Δυστυχώς είναι πολύ ολίγες οι πληροφορίες για την ένθεη ζωή της μεγάλης αυτής δούλης του Θεού, η οποία έζησε στην Πετρούπολι τον δέκατο όγδοο αιώνα, στην εποχή της Αυτοκρατορίσσης Ελισάβετ Πετρόβνα και της Αικατερίνης Β'. Είχε υπανδρευθή τον ψάλτη της αυλής, Συνταγματάρχη Ανδρέα Θεοδώροβιτς Πετρώφ και ζούσε μαζί του ευτυχισμένα. Εκείνο το γεγονός, το οποίο αποτέλεσε την αφετηρία μιας νέας υψηλής πνευματικής ζωής για την Ξένη, ήταν ο αιφνίδιος θάνατος του συζύγου της. Ο νεαρός Συνταγματάρχης Ανδρέας ξαφνικά άφησε τον κόσμο αυτό μια βραδυά ενώ ευρισκόταν σε μια διασέδασι οινοποσίας, ανέτοιμος πνευματικά και χωρίς να προλάβη να μεταλάβη τα άγια Μυστήρια. Η νεαρή χήρα συγκλονίστηκε. Σε ηλικία εικοσιέξι (26) χρόνων, χάνοντας τον σύντροφό της που υπεραγαπούσε και μένοντας χωρίς παιδιά, έχασε και τον προσανατολισμό της, όσον αφορά τον κόσμο τούτο. Ένοιωσε βαθειά την ματαιότητα της πρόσκαιρης αυτής ζωής, με την οποία συνδεόταν μέχρι τότε διά μέσου του συζύγου της. Τα δεσμά όμως τώρα ελύθησαν και το πέρασμα του αγαπητού της Ανδρέα στην αιωνιότητα την συνέδεσε άρρηκτα με την όντως ζωή, την ζωή που απολαμβάνουν οι δίκαιοι, οι οποίοι είναι ενωμένοι με την πηγή της ζωής, τον Μακάριο και μόνο Δυνάστη Κύριο και Θεό μας. Η έναρξις της νέας ζωής της έγινε με μία πράξι που γέμισε έκπληξι τους φίλους και συγγενείς της. Η Ξένη άρχισε να μοιράζη όλα τα περιουσιακά στοιχεία της ελεημοσύνη στους φτωχούς. Έδωσε ακόμη και το σπίτι της στην αγαπητή φίλη της Παρασκευή Αντώνοβα. Οι συγγενείς της ενόμισαν ότι η νεαρή χήρα είχε χάσει τα λογικά της και απευθύνθηκαν στους Επιτρόπους επί της κληρονομίας του συζύγου της, για να την εμποδίσουν από την διάθεσι του πλούτου. Οι Επίτροποι, μετά από μακρά και προσεκτική εξέτασι, απεφάνθησαν ότι η Ξένη ήταν διανοητικώς εξαιρετικά υγιής και συνεπώς είχε το δικαίωμα να διαθέτη την περιουσία της όπως της άρεσε. Θεωρούμε σκόπιμο να κάνουμε μια μικρή παρέκβασι, για να εννοήσουμε κάπως πληρέστερα το πνευματικό κλίμα της εποχής της οσίας Ξένης.




ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ: ''Η ΟΣΙΑ ΞΕΝΗ Η ΡΩΣΙΔΑ, Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ'' (ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ) 


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ: ''Η ΟΣΙΑ ΞΕΝΗ Η ΡΩΣΙΔΑ, Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ'' (ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ)


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ: ''Η ΟΣΙΑ ΞΕΝΗ Η ΡΩΣΙΔΑ, Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ'' (ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟΝ)


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ: ''Η ΟΣΙΑ ΞΕΝΗ Η ΡΩΣΙΔΑ, Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ'' (ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΝ))


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ: ''Η ΟΣΙΑ ΞΕΝΗ Η ΡΩΣΙΔΑ, Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ'' (ΜΕΡΟΣ ΠΕΜΠΤΟΝ)


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ: ''Η ΟΣΙΑ ΞΕΝΗ Η ΡΩΣΙΔΑ, Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ'' (ΜΕΡΟΣ ΕΚΤΟΝ)


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ: ''Η ΟΣΙΑ ΞΕΝΗ Η ΡΩΣΙΔΑ, Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ'' (ΜΕΡΟΣ ΕΒΔΟΜΟΝ)


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ: ''Η ΟΣΙΑ ΞΕΝΗ Η ΡΩΣΙΔΑ, Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ'' (ΜΕΡΟΣ ΟΓΔΟΟΝ)


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ: ''Η ΟΣΙΑ ΞΕΝΗ Η ΡΩΣΙΔΑ, Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ'' (ΜΕΡΟΣ ΕΝΑΤΟΝ)


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ: ''Η ΟΣΙΑ ΞΕΝΗ Η ΡΩΣΙΔΑ, Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ'' (ΜΕΡΟΣ ΔΕΚΑΤΟΝ)


ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ: ''Η ΟΣΙΑ ΞΕΝΗ Η ΡΩΣΙΔΑ, Η ΔΙΑ ΧΡΙΣΤΟΝ ΣΑΛΗ'' (ΜΕΡΟΣ ΕΝΔΕΚΑΤΟΝ)


▲ ▼
Print Friendly and PDF