ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2015

ΔΩΡΟ ΣΤΟ ΧΡΙΣΤΟ ΤΗΣ ΕΛΕΝΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΠΟΥΛΟΥ




Εδώ και πολλά χρόνια ο κόσμος γιόρταζε τα Χριστούγεννα με περισσότερη κατάνυξη.

Σ’ ένα μακρινό χωριό,λοιπόν,ο παπάς έκανε κάθε χρόνο μια φάτνη στη μέση της εκκλησίας,

την παραμονή των Χριστουγέννων. 

Οι κάτοικοι πήγαιναν πρώτα πρώτα στην εκκλησία, για ν’ ακούσουν τη θεία λειτουργία,

γονάτιζαν κι άναβαν το κεράκι τους μπροστά στη φάτνη.

Κάθε κεράκι έπρεπε να σβήσει από μόνο του, λιώνοντας σιγά σιγά,γι’ αυτό 

γύρω από τη φάτνη ήταν αμέτρητα κεράκια,

όσα και οι πιστοί,

κι η εκκλησία λαμποκοπούσε κι έφεγγε σαν να ήταν ο ήλιος μέσα της.


Όταν η λειτουργία τελείωνε, ο κόσμος πήγαινε στα γύρω κεντράκια, για να φάει και να πιει, να γλεντήσει τη χαρά του για τη γέννηση του Χριστού. Οι χωριανοί άρχιζαν τις προετοιμασίες για τα Χριστούγεννα εβδομάδες πριν. Οι νοικοκυρές έψηναν κουλούρια,πίτες και γλυκά κι οι άντρες έβαφαν την πλατεία του χωριού, την εκκλησία και τα σπίτια τους. Ο παπάς με τα παιδιά του σχολείου και τους δασκάλους σκάλιζε τα ζώα της φάτνης στο ξύλο,τους τρεις μάγους,τους βοσκούς,το αστέρι, την Παναγία και το Χριστό. Το βράδυ της παραμονής όλα ήταν έτοιμα κι οι άνθρωποι ντυμένοι τα καλά τους πήγαιναν στην εκκλησιά κι άφηναν μπροστά στη φάτνη ένα δώρο για το Χριστό, ό,τι μπορούσε ο καθένας.


Η Μαρία, που ήταν έξι χρονών, πήγαινε κι αυτή κάθε χρόνο με τους γονείς της στην εκκλησία κρατώντας το καλαθάκι με τα κουλούρια που είχε φτιάξει για το νεογέννητο Χριστό. Εκείνο το χρόνο, όμως, η μητέρα της αρρώστησε, κι ο πατέρας της ταξίδεψε σε μια μεγάλη πόλη για να βρει δουλειά και να τα βγάλει πέρα με τα φάρμακα και τα άλλα έξοδα. Ούτε δραχμή δεν τους περίσσευε, για ν’ αγοράσουν δώρο στο Χριστό. Πώς να πάει στην εκκλησία η Μαρία με άδεια χέρια; Την ώρα που χτύπησαν οι καμπάνες, η Μαρία μπήκε δειλά δειλά στην εκκλησία και κρύφτηκε πίσω από μια κολόνα. Δεν ήθελε να τη δει κανείς με τα χέρια αδειανά. Οι άλλοι προσκυνούσαν το Χριστό,άναβαν το κεράκι τους και του πρόσφεραν το δώρο τους. Εκείνη γονάτισε κοιτάζοντας τη φάτνη από μακριά και ψιθύρισε:-


Αχ, Παναγίτσα μου, φέτος δε θα έρθω στη λειτουργία. Δεν έχω να χαρίσω τίποτε στο παιδί σου που γεννήθηκε. Η μητέρα μου αρρώστησε. Δεν έχουμε καθόλου χρήματα. Θα το εξηγήσεις στο Χριστό γιατί δεν του έφερα δώρο; Ο κόσμος είχε αρχίσει να ψάλλει μαζί με τον παπά το «Χριστός γεννάται σήμερον». Τα μάτια της Μαρίας θόλωσαν από τα δάκρυα, βγήκε από την κρυψώνα της κι έτρεξε προς το σπίτι της. Δεν είχε κάνει ούτε τρία βήματα, όταν άκουσε πίσω της μια φωνή να τη ρωτάει: -Γιατί κλαις, κοριτσάκι μου, μια τέτοια χαρούμενη μέρα; Ήταν μια γριούλα με γλυκό πρόσωπο και μάτια γεμάτα καλοσύνη. -Κλαίω, γιαγιάκα, γιατί δε μου περισσεύει ούτε μια δεκάρα, για ν’ αγοράσω ένα δώρο στο Χριστό. -Γι’ αυτό κλαις, Μαρία; Ο Χριστός ευχαριστιέται και μόνο που τον σκέφτεσαι. Και μόνο που τον αγαπάς.


Να, κοίταξε εκείνον το θάμνο με τα πράσινα φύλλα. Γιατί δεν κόβεις ένα μπουκέτο να του το πας; Το κορίτσι σταμάτησε τα κλάματα, έσκυψε, κι άρχισε να κόβει ένα μπουκέτο από κλαδιά. Έκοψε αρκετά, ώσπου η αγκαλιά της δε χωρούσε πια άλλα. -Φτάνουν αυτά, γιαγιάκα; ρώτησε τη γριούλα κοιτάζοντας πίσω της, αλλά εκείνη είχε εξαφανιστεί. Η Μαρία με τα κλαδιά στην αγκαλιά της προχώρησε θαρρετά και μπήκε στην εκκλησία μ’ ένα χαμόγελο αγαλλίασης. Όλα έλαμπαν στο φως των κεριών. Ο κόσμος έψελνε με κατάνυξη. Περπάτησε πάνω στο κόκκινο χαλί που απλωνόταν μπροστά στη φάτνη κι απόθεσε το δώρο της. -Κοιτάτε αυτό το κοριτσάκι, είπε χαμηλόφωνα μια γυναίκα. Φέρνει κλαδιά από θάμνους στο Χριστό. Και μη χειρότερα. Όταν τελείωσε το τροπάριο ακούστηκαν ψίθυροι στην εκκλησία. -Κοιτάξτε, κοιτάξτε τα κλαδιά των θάμνων!


Η Μαρία ήταν ακόμα γονατιστή με σταυρωμένα τα χέρια της. Ακούγοντας τις φωνές,σήκωσε το κεφάλι της τρομοκρατημένη και είδε τα κλαδιά, τα δικά της κλαδιά, να έχουν ανθίσει και να έχουν βγάλει κάτι όμορφα κόκκινα λουλούδια που έμοιαζαν με αστέρια.-Μα τι έγινε; -Θαύμα!- Ήτανε θάμνοι κι έβγαλαν λουλούδια! Ο παπάς και το πλήθος γονάτισαν μπροστά στη φάτνη, δοξολογώντας το Χριστό γι’ αυτό το ανεξήγητο φαινόμενο. Η γριούλα – ποια νά ‘ταν άραγε; –είχε δίκιο. Το δώρο που δίνεται από την καρδιά είναι το πιο αξιόλογο δώρο.



Τα φτωχά κλαδάκια ήταν το πιο σημαντικό δώρο που είχε πάρει ο Χριστός εκείνη τη μέρα…

Από τότε,

κάθε χρόνο, τις μέρες των Χριστουγέννων, αυτοί οι θάμνοι ανθίζουν με τα 

αμέτρητα κόκκινα αστράκια τους,

κι ο κόσμος τα ονομάζει «λουλούδια των Χριστουγέννων».

Από το μακρινό εκείνο χωριό έφτασαν και στην πατρίδα μας κι ο κόσμος τα ονόμασε 

«Άστρα του Χριστού».



Το λουλούδι λέγεται αλεξανδρινό.
Ανθίζει Δεκέμβριο με Ιανουάριο και 
η ανθοφορία του διαρκεί 6 – 8 εβδομάδες.
Η εικόνα ανήκει στον ζωγράφο,αγιογράφο Μιχαήλ Χατζηγεωργίου
τον οποίο και ευχαριστούμε.
Αναδημοσίευση από το Ιστολόγιο ''Ταξιδεύοντας''
Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


 

Ελένη Χουκ – Αποστολοπούλου


Τετάρτη 23 Δεκεμβρίου 2015

Η ΑΔΟΞΗ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΝΙΚΗΜΕΝΟΥ ΔΑΙΜΟΝΑ




«Οὔτε νὰ τῆς κάνει κακὸ μπορεῖ,μὰ οὔτε ἀκόμη καὶ νὰ τὴν πλησιάσει...».



«Ψηλὰ στὴν Κωστελάτα,

τὰ κρύα τὰ νερά»,

ἐκεῖ στὶς νοτιοδυτικὲς πλευρὲς τῶν ὑπερήφανων Τζουμέρκων,

στοὺς πρόποδες τῶν κορυφῶν Καταφίδι καὶ Πάνω Κωστελάτας,

σὲ ὑψόμετρο 900 μέτρα περίπου,

εἶναι σκαρφαλωμένα τὰ Τζουμερκοχώρια καὶ τὰ Κατσανοχώρια.




Ἐκεῖ στὸ χωριὸ Μονολίθι Ἰωαννίνων, ζοῦσε γύρω στὰ 1960 μιὰ οἰκογένεια εὐλογημένη,

ἡ κυρὰ Σταυρούλα Μάνθου μὲ τὸν ἄντρα καὶ τὰ δυὸ παιδιά τους.

Ὁλημερὶς στὰ χωράφια μὲ τὰ φουντωμένα καλαμπόκια καὶ τὰ καταπράσινα τριφύλλια,

πότιζε,

σκάλιζε,

φρόντιζε τὰ ζωντανά τους.


Μὰ οἱ Κυριακὲς καὶ οἱ μεγάλες σχόλες ἦταν γι᾿ αὐτὴν μέρες ξέχωρες, εὐλογημένες. Ἑτοίμαζε τὸ καλοζυμωμένο της πρόσφορο, ἔγραφε τὰ ὀνόματα γιὰ ζωντανοὺς καὶ πεθαμένους δικούς της, τὸ τύλιγε εὐλαβικὰ στὴν ἄσπρη ὑφαντὴ πετσέτα μὲ τὸ κοφτὸ ἀνεβατὸ καὶ τὶς δαντέλες, ἔκανε τὸ σταυρό της καὶ χαράματα ξεκίναγε γιὰ τὴν ἐκκλησία. Ἔπαιρνε τὸ μονοπάτι μὲ τὴν ἀπότομη κατηφοριά,μίας ὥρας δρόμο ἀπὸ τοῦ Ἅϊ-Γιώργη τὸν συνοικισμό,γιὰ τὴν ἐκκλησία τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἄνοιξη καὶ χειμώνα, μὲ τὶς νεροποντὲς καὶ τοὺς ἀγέρηδες, δυσκόλευαν πολὺ τὰ πράγματα στὴν λασπωμένη κατηφόρα. Καὶ στὸν γυρισμὸ λαχάνιαζε στὸν κοφτὸ ἀνήφορο. Μὰ ἡ κυρὰ Σταυρούλα τ᾿ ἀψηφοῦσε ὅλα. Γοργοχτυποῦσε ἀπὸ λαχτάρα ἡ καρδιά της. Νὰ λειτουργηθεῖ,νὰ πάρει μέσα της τὸν ἀφέντη Χριστὸ μὲ τὴν ἁγία Κοινωνία! Κι ἦταν καὶ ἄλλες μέρες γιορτινές, ποὺ ἡ ἴδια μὲ λειτουργίες, «ἄνοιγε» κοντινά τους ἐξωκκλήσια.


κεῖνα τὰ χρόνια στὸ χωριὸ τῆς Ἄρτας Κάτω Γρεκικὸ ζοῦσε ὁ ξακουστὸς μάγος Γεώργιος Τριαντάφυλλος, γνωστὸς γιὰ τὸ διαβολικό του ἔργο ὄχι μόνο στὰ γειτονικὰ Τζουμερκοχώρια, ἀλλὰ καὶ στὴν κοντινὴ Μακεδονία, ἀκόμη καὶ στὴν Ἰταλία. Εἶχε προμηθευτεῖ τὰ σχετικὰ βιβλία μὲ τὶς προσευχὲς καὶ ἐπικλήσεις τῶν δαιμόνων καὶ ἦταν ὁ φόβος καὶ ὁ τρόμος σὲ ὅλη τὴν περιοχή. Στὸ σπίτι τῆς Κυρὰ Σταυρούλας ὅλα κυλοῦσαν ἥσυχα. Βασίλευε γλυκιὰ εἰρήνη καὶ ἀγάπη ζηλευτή. Κάποτε ὅμως οἱ συγγενεῖς τοῦ ἀνδρός της πῆραν μία ἀπόφαση γιὰ ἕνα θέμα γενικότερο στὸ σόϊ τους. Μὰ ἡ κυρὰ Σταυρούλα δὲν συμφωνοῦσε καὶ μὲ τὸν τρόπο της τὸν καλὸ ἔλεγε ὅτι δὲν ἦταν συμφέρον γιὰ τὸ σπίτι της. Ἐκεῖνοι ἐπέμεναν, τὸ ἴδιο καὶ ἡ κυρὰ Σταυρούλα.Κι ἐκεῖνοι γιὰ νὰ πετύχουν τὸν παράνομο σκοπό τους, ξεκίνησαν μία καὶ δυὸ γιὰ τὸν Τριαντάφυλλο.


Θὰ τὴν κανονίσουμε μεῖς... Ἀκοῦς ἐκεῖ..., ἔλεγαν πεισματωμένοι. Τοὺς ἄκουσε ὁ μάγος μὲ προσοχή. - Μὴν ἀνησυχεῖτε καθόλου... Θὰ γίνει ὅπως τὸ θέλετε καὶ μὲ τὸ παραπάνω... Θὰ τὴν δέσω ἐγὼ ὅπως ξέρω καὶ δὲν θὰ τολμήσει νὰ ξανασηκώσει ποτὲ πιὰ κεφάλι... Ξέρω ἐγώ… Ἀφοῦ τὸν πλήρωσαν γερά, ἔφυγαν περιχαρεῖς γιὰ τὸ χωριό. Καὶ περίμεναν… Πέρασαν μέρες, πέρασαν μῆνες, μὰ τίποτα. Ὅλα στὸ σπίτι της πήγαιναν καλά, κι ἀπὸ τὸ καλὸ στὸ καλύτερο. Ἥσυχα κι ἀγαπημένα. Κι ὅλοι γεροὶ καὶ δυνατοὶ καὶ πιότερο ἡ κυρὰ Σταυρούλα. Δὲν εἶχαν ἄλλη ὑπομονή. - Τὸν ἀπατεώνα... Μᾶς γέλασε... Πῆρε τόσα λεφτὰ καὶ τίποτα… Καὶ ἀνήσυχοι καὶ θυμωμένοι ἔτρεξαν στὸ μάγο. Ἀπαιτητικοὶ καὶ αὐστηροί. 


Μπάρμπα Γιώργη, τί γίνεται;... Καλὰ τὰ πῆρες τὰ λεφτά, μὰ ἀποτέλεσμα κανένα... Μὴ μᾶς γέλασε ἡ ἀφεντιά σου;... Ὁ Τριαντάφυλλος τοὺς δέχτηκε σοβαρὸς καὶ προβληματισμένος. Ἤτανε σίγουρος γιὰ τὴν τέχνη του. Μὰ τώρα;... - Ἀκοῦστε..., τοὺς λέγει. Οὔτε σᾶς γέλασα, οὔτε ἄδικα τὰ πῆρα τὰ λεφτά... Τόσα καὶ τόσα χρόνια ξέρω νὰ κάνω τὴν δουλειά μου καὶ τὴν κάνω... Μὰ μὲ δαύτη τὴν γυναίκα δὲν μπορῶ...



Στέλνω, ξαναστέλνω τὸ δαίμονα ἐναντίον της, μὰ τίποτα...

Γυρίζει ὀπίσω ἄπρακτος...

Οὔτε νὰ τῆς κάνει κακὸ μπορεῖ,

μὰ οὔτε ἀκόμη καὶ νὰ τὴν πλησιάσει...

Καὶ τοῦτο φταίει: Δὲν χάνει λειτουργία τὴν Κυριακή...

Καὶ κοινωνεῖ...

Κι ἔφυγαν ἐκεῖνοι μὲ ντροπὴ καὶ σκεπτικοί…



Περιοδικό «Ἡ Δράσις μας»
ἀριθμός τεύχους 480,Ἰούνιος-Ἰούλιος 2010
Αναδημοσίευση από την Ιστοσελίδα 
της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής 
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών
Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


ΟΓΔΟΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΤΡΕΙΣ ΜΗΝΕΣ ΑΓΙΟΤΗΤΑΣ


 


Γνωρίζοντας ο βασιλιάς την αρετή του Οσίου Δανιήλ, και φωτιζόμενος από το Πανάγιο Πνεύμα,

ζήτησε από τον τότε Πατριάρχη Γεννάδιο,

να τον χειροτονήσει ιερέα.

Ο Πατριάρχης χάρηκε και παίρνοντας μαζί του πολλούς εκκλησιαστικούς, έφτασε στο στύλο.

Ο Όσιος όμως σαν προορατικός που ήταν γνώριζε τα όσα ο βασιλιάς και ο αρχιερέας είπαν για την ιερωσύνη του.

Στεκόμενος ο Πατριάρχης κάτω από τον στύλο, φώναξε στον ταπεινό Δανιήλ:

«Από πολλού καιρού ήθελα να απολαύσω την αγιωσύνη σου.

Αλλά οι πολλές φροντίδες της Εκκλησίας δε με άφηναν. Τώρα βρήκα λίγο καιρό και ήλθα.

Γι' αυτό σε παρακαλώ βάλε τη σκάλα ν' ανεβώ για να συνομιλήσουμε».

Ο Άγιος γνωρίζοντας την πρόθεσή του, του είπε: «Μάταια σ' έβαλε σε κόπο εκείνος που σε έστειλε».

Όταν άκουσε τα λόγια αυτά ο Πατριάρχης, έμεινε άφωνος γιατί ο Όσιος προγνώριζε τα πάντα.

Μετά προσπάθησε να τον πείσει, για πολλή ώρα για να βάλει τη σκάλα ν' ανεβεί. 

Εκείνος όμως, που από ταπείνωση δεν ήθελε να ιερωθεί, δε δεχόταν.

Τότε ο Πατριάρχης πρόσταξε τον αρχιδιάκονο να πει τα ειρηνικά.

Αυτός είπε τις ευχές και έτσι με τον ασυνήθιστο αυτό τρόπο, χειροτόνησαν τον Όσιο σε ιερέα, χωρίς να το θέλει.

Όταν φώναξε ο λαός «άξιος, άξιος!!», και τέλειωσε τη λειτουργία ο Γεννάδιος,

φώναξε στον Όσιο:

«Να, πήρες τα σύμβολα της ιερωσύνης.

Αφού ο λαός φώναξε «άξιος», ο Θεός σε χειροτόνησε και όχι εγώ.

Λοιπόν μη φανείς παρήκοος στο Θείο Θέλημα.

Βάλε τη σκάλα να σε κοινωνήσω τα Άχραντα Μυστήρια».

Τότε ο Όσιος γνωρίζοντας ότι δεν έγινε η πράξη αυτή χωρίς τη Θεία βούληση,

δέχτηκε να ανεβεί ο Πατριάρχης να τον κοινωνήσει.

Έπειτα αφού ευχήθηκε το λαό, τους απέλυσε ειρηνικά.


Όταν έμαθε ο βασιλιάς το πώς χειροτονήθηκε ο όσιος Δανιήλ θαύμασε την ταπείνωσή του. Ύστερα έτρεξε κοντά του και έπεσε στα καταπληγωμένα πόδια του για να τον ευλογήσει. Αργότερα διάταξε και του έκτισαν και άλλο στύλο. Τον θεμελίωσε πάνω σε δύο κολώνες και τον ονόμασε ο βασιλιάς, Διχθάδιο. Ανέβαινε σ' αυτόν ο μακάριος Δανιήλ και επιδιδόταν σε μεγαλύτερη άσκηση. Το καλοκαίρι ο καυτερός ήλιος τον κατάφλεγε. Οι άνεμοι και οι θύελλες το χειμώνα κατάδερναν τη σάρκα του και τον βασάνιζαν. Αλλ' αυτός ο αδαμάντινος, υπέμενε σαν ανδριάντας και στήλη μάλλον παρά σαν άνθρωπος. Ένα χρόνο μάλιστα ο χειμώνας ήταν φοβερός. Οι άνεμοι δυνατοί και τα χιόνια σφοδρότατα.


Ο ουρανοπολίτης Δανιήλ υπέμενε όλη εκείνη την κακοκαιρία ολόγυμνος και άστεγος. Γιατί και το δερμάτινο κουκούλιο που είχε, το πήραν οι άνεμοι και το έριξαν στα φαράγγια. Όλη τη νύχτα δεχόταν στη σάρκα του το χαλάζι και το φοβερό κρύο. Το πρωί πλήθυνε η βροχή και μετά το χιόνι, ώστε οι μαθητές του δεν μπορούσαν να βγουν έξω για τρεις μέρες. Την τρίτη μέρα σταμάτησε λίγο η κακοκαιρία και έβαλαν τη σκάλα οι μαθητές του στη κολώνα για να ανεβούν. Αλλά, όταν έφτασαν στην κορυφή, είδαν τον Όσιο παγωμένο και κρυσταλλωμένο. Όλο το κορμί του ήταν απονεκρωμένο και ασάλευτο, σαν να ήταν κρύσταλλο ή πάγος. Ζέσταναν τότε νερό και τον ράντισαν. Σε λίγη ώρα συνήλθε ο Όσιος και τους λέγει: «Γιατί με ενοχλήσατε ενώ κοιμόμουν γλυκύτατα; Επικαλέστηκα τον Κύριο σε βοήθεια και αποκοιμήθηκα».


Αγάπησε το Θεό ο μακάριος με όλη την καρδιά, την ισχύ και τη διάνοιά του. Γι' αυτόν υπέφερε. Για να καθυποτάξει τα πάθη, ώστε ο νους κυρίαρχος πια, να βρίσκεται αδιάλειπτα ενωμένος με τον Τριαδικό Θεό. Γι' αυτό και αξιώθηκε από τον Κύριο να τελέσει μεγάλα σημεία και τέρατα που προκαλούν το θαυμασμό και τη δοξολογία στο Δημιουργό των πάντων. Ζώντας με την αδιάλειπτη επικοινωνία με το Θεό,την άχρονη αιωνιότητα, γνώριζε ο Όσιος τα μέλλοντα. Πρόβλεψε ο μακάριος μια καταστροφή που θα επέτρεπε ο Θεός για να παιδαγωγήσει τους δούλους του στο Βυζάντιο. Θέλοντας ο φιλάνθρωπος να προλάβει την καταστροφή ειδοποίησε τον βασιλιά και τον Πατριάρχη. Τους παράγγειλε να κάμουν δύο λιτανείες τη βδομάδα με όλο το λαό για να προκαλέσουν το έλεος του Θεού. Αμέλησαν όμως στη φωνή του ερημίτη και δοκίμασαν την παιδαγωγία του Θεού. Ήταν 2 Σεπτεμβρίου,γιορτή του Αγίου Μάμα. Ξαφνικά κάπου πήρε φωτιά και καιγόταν το Βυζάντιο.


Τόσο αυξανόταν η φλόγα,ώστε περικύκλωσε όλη την πόλη. Κάηκαν πολλοί άνθρωποι,από τους οποίους αρκετοί πέθαναν. Πολλά σπίτια και εκκλησίες έπαθαν ζημιές. Ήταν φοβερό το θέαμα να βλέπει κανένας τη βασιλίδα των πόλεων να πυρπολείται όπως άλλοτε τα Σόδομα. Τότε πολλοί άνθρωποι της πόλης θυμήθηκαν την πρόρρηση του Οσίου και πιστεύοντας στη δύναμη της προσευχής του, έστειλαν μεσίτες να τον παρακαλέσουν να τους βοηθήσει. Όταν άκουσε ο Όσιος τη συμφορά δάκρυσε. Με λύπη του τους παρατήρησε, επειδή αμέλησαν να κάνουν τις δεήσεις που τους παράγγειλε. Έπειτα τους πρόσταξε να προσεύχονται και να νηστεύουν. Αφού και ο ίδιος προσευχήθηκε για τη σωτηρία του λαού, φώναξε τους μεσίτες και τους είπε: «Πηγαίνετε και μη φοβάστε. Σε επτά μέρες σβήνει η φωτιά». Και ο λόγος του έγινε πραγματικότης. Τότε όλοι θαύμασαν την παρρησία του στο Θεό.Ιδιαίτερα το βασιλικό ζεύγος που τον επισκέφτηκε και ζήτησε συγχώρεση για την αμέλεια που έδειξαν. Τον καιρό εκείνο,ακούστηκε φήμη,ότι ο Γιζέριχος, ο βασιλιάς των Βανδάλων, ετοιμαζόταν να πολεμήσει την Αντιόχεια. Έχοντας ο βασιλιάς από τη φήμη αυτή,αγωνία έτρεξε στο φίλο του Δανιήλ και του είπε την υπόθεση. Ο Όσιος, που είχε το χάρισμα να προφητεύει, του είπε τα εξής: «Δεν πρόκειται να πάει καθόλου στην Αντιόχεια ο Γιζέριχος, αλλά θα γυρίσει πίσω άπραχτος και ντροπιασμένος».


Και έγινε όπως ακριβώς ο όσιος Δανιήλ προφήτευσε. Ευχαριστημένος ο βασιλιάς θέλησε κάτι να προσφέρει στον Άγιο. Σκέφτηκε να κτίσει κελλιά κάτω από το στύλο για την ανάπαυση των μαθητών του. Ο Όσιος όμως δεν δέχτηκε. Τον παρακάλεσε μόνο να στείλει ανθρώπους να φέρουν το λείψανο του Αγίου Συμεών του Στυλίτη. Ο βασιλιάς, έχοντας πόθο να ευαρεστήσει τον Όσιο, έστειλε αμέσως ανθρώπους στην Αντιόχεια και έφεραν το Άγιο λείψανο. Στη βόρεια πλευρά του στύλου έκτισε μια εκκλησία, όπου τοποθετήθηκε το λείψανο του αγίου Συμεών. Έκτισε ακόμα και κελλιά για την ανάπαυση των προσκυνητών. Ο Όσιος χάρηκε πολύ. Κάλεσε το βασιλιά και αυτούς όλους που κοπίασαν και τους ευχαρίστησε. Ύστερα τους πρόσφερε λόγια θεοδίδαχτα για την φιλαδελφία και την αγάπη. Και ήταν τόσο γλυκός ο λόγος του, ώστε όλοι συγκινήθηκαν κι έκλαιαν. Ο βασιλιάς Λέων, είχε γαμπρό από τη θυγατέρα του Αριάδνη, τον Ίσαυρο Ζήνωνα. Τον έκαμε ύπατο και τον έστειλε ύστερα εναντίον των βαρβάρων στη Θράκη. Ο Ζήνωνας πριν πάει στον πόλεμο, πέρασε από τον Όσιο Δανιήλ, να πάρει την ευχή του.


Ο Όσιος του προφήτευσε όλα όσα επρόκειτο να πάθει μέχρι τέλους: ότι θα γυρίσει νικητής από τον πόλεμο και ότι θα τον επιβουλευτούν οι δικοί του,αλλά δε θα τον κακοποιήσουν. Όταν πέθανε ο βασιλιάς, άφησε διάδοχό του τον εγγονό που γέννησε η θυγατέρα του με την πρόρρηση του Οσίου. Η σύγκλητος όμως έκαμε βασιλιά το Ζήνωνα, γιατί ο διάδοχος ήταν ακόμα παιδί. Όταν ύστερα από καιρό πέθανε το παιδί, οι συγγενείς του Ζήνωνα,Αρμάτος και Βασιλίσκος τον φθόνησαν και τον μισούσαν άδικα. Ο Ζήνωνας που γνώριζε την επιβουλή, κατέφευγε στον Όσιο. Και αυτός του προέλεγε όσα θα ακολουθούσαν: ότι θα φύγει από το θρόνο, σε έρημο όπου από την πείνα του θα φάει ωμά χόρτα. Έπειτα θα απολαύσει το βασίλειο και θα πεθάνει στο θρόνο με καλό θάνατο, όπως και έγινε. Βλέποντας ο βασιλιάς Ζήνων ότι πληθύνονταν οι επιβουλές, έφυγε κρυφά με τη βασίλισσα και πήγε στην Ισαυρία. Τότε ο βασιλίσκος άρπαξε τα σκήπτρα της βασιλείας. Από τα πρώτα έργα του, ήταν ο πόλεμος εναντίον της Εκκλησίας. Παντού έλεγε λόγια βλάσφημα για την ένσαρκη οικονομία του Θεού. Μελετούσε ακόμα να θανατώσει τον Πατριάρχη Ακάκιο, γιατί εναντιωνόταν στην αίρεσή του, φυλάγοντας το ποίμνιό του. Οι προθέσεις του έγιναν γνωστές και μαζεύτηκε πλήθος πολύ από μοναχούς και λαϊκούς για να τον προστατεύσουν.


Έστειλαν και επιστολές στον Όσιο έγραψε και ο βασιλίσκος, ψευδόμενος ότι ο Πατριάρχης ήταν ο αίτιος της ταραχής γιατί διέστρεφε το λαό και το στρατό. Ο Όσιος όμως σαν διακριτικός και σοφός, γνώρισε την πανουργία του βασιλιά. Του ανταπάντησε ελέγχοντάς τον δριμύτατα και προλέγοντας ότι ο Θεός θα του αφαιρέσει το βασίλειο, για την ασέβειά του. Ο Πατριάρχης, επειδή η κατάσταση χειροτέρευε συνεχώς, έστειλε στον Όσιο ορισμένους αρχιερείς. Τους είπε να τον παρακαλέσουν να κατεβεί από το στύλο για τον Κύριο και να βοηθήσει την Εκκλησία, γιατί άλλο στήριγμα δεν είχαν. Έφθασαν οι αρχιερείς στον Όσιο και τον παρακάλεσαν. Όμως ο Θεόκλητος Στυλίτης αρνήθηκε να κατεβεί. Η ανάβασή του στο στύλο ήταν από Θεία κλήση. Έτσι το να κατεβεί ισοδυναμούσε με άρνηση του Θείου Θελήματος. Επέμεναν όμως οι αρχιερείς και με δάκρυα, γονατιστοί, προσεύχονταν κάτω από το στύλο. Βλέποντάς τους ο Όσιος, δεν άντεξε. Ράγισε η καρδιά του στον πόνο των συνανθρώπων του. Γι' αυτό δεήθηκε θερμά στον Κύριό του, να του φανερώσει αν ήταν Θέλημά του να κατεβεί. Ο Θεός τού έλεγε να κατεβεί, αλλά μετά να επιστρέψει. Κατέβηκε λοιπόν ο Όσιος.


Οι επίσκοποι τον ασπάστηκαν με ευγνωμοσύνη και τον έφεραν στον Πατριάρχη. Είναι απερίγραπτη η τιμή με την οποία τον υποδέχτηκαν στο Βυζάντιο και η ευφροσύνη που προξένησε η παρουσία του. Ο Όσιος δεν άργησε να ελέγξει τις πλάνες και τις κακοδοξίες του βασιλιά. Για τις διώξεις του, τον ονόμασε νέο Διοκλητιανό και τον προειδοποίησε ότι θα δεχτεί την οργή του Θεού. Ο βασιλιάς γνωρίζοντας ότι ο Όσιος Δανιήλ ήταν αγαπητός, τόσο στο Θεό όσο και στο λαό, φοβούμενος απομακρύνθηκε. Ο Όσιος όμως δε το δέχτηκε αυτό. Έτρεχε από πίσω του, για να τον ελέγξει κατά πρόσωπο. Τα πόδια του ήταν εξασθενημένα από την άσκηση και δεν μπορούσε να περπατεί. Γι' αυτό κάθε τόσο τον σήκωναν στα χέρια τους οι άνθρωποι που ήταν κοντά του. Στο δρόμο τους προς τα ανάκτορα συνάντησαν ένα λεπρό που τους φώναξε: «Ελέησέ με δούλε του Θεού,και θεράπευσέ με τον ταλαίπωρο». Του απαντά ο Όσιος: «Γιατί άφησες τον Παντοδύναμο Θεό και ζητάς από άνθρωπο αμαρτωλό θεραπεία; Όμως αν έχεις πίστη και ο δούλος του μπορεί να σε βοηθήσει». Και τον πρόσταξε να λουσθεί στη θάλασσα. Υπακούοντας ο λεπρός, θεραπεύτηκε τελείως. Καθώς προχωρούσαν, είδε ένας Γότθος τον Όσιο να βαστάζεται από τους ανθρώπους, και είπε με ειρωνεία: «Να,ο νέος ύπατος!».


Λέγοντας αυτό έπεσε καταγής και ξεψύχησε. Οι παρευρισκόμενοι, είδαν με δέος το συμβάν. Αλλά και ο βασιλιάς φοβήθηκε σαν το έμαθε, και όταν έφτασε ο Όσιος στα ανάκτορα δεν τον άφησε να εισέλθει. Τότε αυτός αποτινάσσοντας το χώμα των ποδιών του, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, έφυγε. Όταν αργότερα μεταμελήθηκε,από φόβο,ο βασιλιάς και τον κάλεσε να επιστρέψει, ο όσιος Δανιήλ αρνήθηκε. Μάλιστα του μήνυσε ότι θα είναι κακοθάνατος,γιατί υβρίζει το Θεό. Όταν οι απεσταλμένοι ανάγγελλαν την απάντηση στο βασιλιά,συνέβηκε κάτι που προμήνυε την αλήθεια των λεγομένων του Οσίου: Ένας πύργος των ανακτόρων, σωριάστηκε χωρίς αιτία καταγής. Αλλά και πολλά άλλα είναι τα θαύματα που έγιναν από τον ισάγγελο Δανιήλ ενώ βρισκόταν στην Πόλη. Μια μέρα ενώ βρισκόταν ο Όσιος στο Πατριαρχείο όπου τον υποδέχτηκαν με τιμή και ευλάβεια, βρέθηκε μπροστά του, άγνωστο πως, ένα φοβερό φίδι. Όταν το είδε ο πραότατος Δανιήλ το πρόσταξε να βγει έξω χωρίς να βλάψει κανένα. Το φίδι στην προσταγή του Οσίου, στράφηκε προς τον τοίχο και αμέσως εξέπνευσε. Εκεί βρισκόταν και μια επιφανής γυναίκα, η Ραίς. Μόλις είδε τον Όσιο, έτρεξε κλαίοντας και έπεσε στα πόδια του, παρακαλώντας τον να την ευλογήσει για να γεννήσει ένα παιδί. Βλέποντας ότι τα πόδια του ήταν πληγωμένα από την άσκηση, θαύμασε την υπομονή και τη θέλησή του. Μετά έβγαλε ένα από τα λαμπρά φορέματά της και του το έδωσε να τυλίξει τα πόδια του και αργότερα το επέστρεψε μαζί με μια προφητεία: «Θα γεννήσεις γιό και να τον ονομάσεις Ζήνωνα». Όπως και έγινε. Ακούοντας τα όσα θαυμάσια ο βασιλιάς φοβήθηκε μήπως επαληθεύσουν και γι' αυτόν οι προρρήσεις του Οσίου. Έστειλε ανθρώπους του και τον κάλεσε στα ανάκτορα, όμως ο σώφρονας Δανιήλ αρνήθηκε. Οι προσκλήσεις επαναλήφθησαν πολλές φορές. Πάντα όμως κατέληγαν στην αποτυχία. Τότε αποφάσισε και ήλθε ο ίδιος στον Όσιο.


Για να τον δεχτεί ο Όσιος, υποκρίθηκε τον ταπεινωμένο και μετανιωμένο και ντυμένος σαν δούλος του ζητούσε συγχώρεση των αμαρτιών. Όμως ο προορατικός Δανιήλ γνώριζε τη σκέψη του και ελέγχοντας την παρανομία και την κακοδοξία του τον άφησε να φύγει. Μετά φανέρωσε στους παρευρισκομένους την πραγματική πρόθεση του βασιλιά λέγοντας: «Πρέπει να γνωρίζετε ότι η ταπείνωση που έδειξε ο Βασιλίσκος δεν ήταν πραγματική. Ήταν υποκρισία και πονηρία, και όχι μετάνοια. Γρήγορα όμως θα δείτε ότι διαλέγοντας τον κακό δρόμο διάλεξε και την τιμωρία του». Σε λίγες μέρες όπως ο Όσιος προφήτευσε, διώχτηκε ο Βασιλίσκος από το θρόνο και επέστρεψε στα ανάκτορα ο Ζήνων. Έτσι αφού ο θειοειδής Δανιήλ με τη ζωντανή ειρήνη του Παράκλητου, αποκατάστησε την τάξη στην Πολιτεία και τη γαλήνη στην εκκλησία, εγύρισε πίσω στην άσκησή του. Ανέβηκε ξανά στο στύλο και επιδόθηκε στον αγώνα του με προθυμία. Τρεις μέρες πριν από την προς Κύριο εκδημία τού οσιότατου συνέβη το παρακάτω θαυμάσιο. Ήλθαν από τον ουρανό επισκέπτες, πάντες οι Άγιοι: Απόστολοι, Μάρτυρες και Προφήτες, Ιεράρχες, Όσιοι και Δίκαιοι, καθώς και Άγγελοι Κυρίου. Τον ασπάζονταν με φιλοφροσύνη και τον πρόσταξαν να λειτουργήσει. Υπακούοντας ο Όσιος τέλεσε τη λειτουργία και κοινώνησε τα Θεία Μυστήρια.



Όταν ο οσιότατος Δανιήλ έφθασε στα έσχατα, βρίσκονταν δίπλα του οι μαθητές του,

ο Πατριάρχης και πολλοί από εκείνους που είχαν ευεργετηθεί. Ένας δαιμονισμένος που ήταν κοντά,

έβλεπε τους Αγίους και τους Αγγέλους που έρχονταν να συμπαρασταθούν 

στο θάνατο του οσίου και τους καλούσε τον καθένα ονομαστικά. Ενώ φώναζε είπε και αυτό:

«Την τρίτη ώρα της ημέρας, πηγαίνει ο Δανιήλ στον Κύριο και τότε εξέρχεται 

από μένα το ακάθαρτο πνεύμα με θεία βούληση».

Πράγματι την τρίτη ώρα της ημέρας ο θείος Δανιήλ απήλθε προς τον Κύριο και ο δαιμονισμένος ελευθερώθηκε.

Τότε οι κληρικοί και οι θλιμμένοι μαθητές του, ανέβηκαν πάνω σε εξέδρα 

που κατασκευάστηκε γι' αυτό και έψαλλαν τα εξόδια κρατώντας στα χέρια τους λαμπάδες.

Ακολούθως κατέβασαν το άγιο λείψανο, και το τοποθέτησαν σε μολύβδινη θήκη.

Έγιναν την ώρα εκείνη πολλά θαυμάσια που μαρτυρούσαν τη δόξα που απολάμβανε ο Όσιος

 στους ουρανούς:

ενώ ήταν μέρα και ο ήλιος έλαμπε,φάνηκαν από το άγιο λείψανο τρεις σταυροί αποτελούμενοι από αστέρια.

Ένα κατάλευκο περιστέρι που πετούσε πάνω του, φανέρωνε την επισκιάζουσα το λείψανο χάρη του Αγίου Πνεύματος.

Ενταφίασε ο Πατριάρχης το ιερό σώμα του Δανιήλ και έβαλε πάνω στον τάφο του

 τα ιερά λείψανα των Αγίων Τριών Παίδων της Βαβυλώνας. Αυτό έγινε κατά την προσταγή του Αγίου,

για να προσκυνήσουν οι προσερχόμενοι τους Αγίους αυτούς αντί τον ίδιο.

Έτσι απέφευγε την ανθρώπινη δόξα και μετά θάνατο ο ταπεινότατος.

Αυτός ήταν ο θαυμαστός βίος του Οσίου Δανιήλ Στυλίτη και τα μέχρι του θανάτου του κατορθώματα.

Έζησε ο μακάριος ογδόντα χρόνια και τρεις μήνες και κοιμήθηκε το 490.

Η αγία μας Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 11 Δεκεμβρίου!



Αντιγραφή από το Ιστολόγιο
 ''Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου''
Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Μέρος 2ον, τελευταίο
Η αγιογραφία ανήκει στον ζωγράφο,αγιογράφο
 Μιχαήλ Χατζηγεωργίου



Όσιος Δανιήλ ο Στυλίτης


ΤΟΥ ΕΝ ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΔΑΝΙΗΛ ΤΟΥ ΣΤΥΛΙΤΗ


   


Ο Όσιος Πατήρ ημών Δανιήλ,έζησε κατά τους χρόνους του βασιλιά Λέοντος Α΄του Μεγάλου (457-474),

του επικαλουμένου Μακέλλη.

Καταγόταν από τη Μεσοποταμία της Συρίας, από την περιφέρεια των Σαμοσάτων.

Ο πατέρας του Ηλίας και η μητέρα του Μάρθα ήταν προηγουμένως άτεκνοι και είχαν γι' αυτό μεγάλη θλίψη. 

Μη μπορώντας η Μάρθα να υποφέρει άλλο από την πολύχρονη στείρωση,

βγήκε τα μεσάνυχτα κρυφά από την οικία της.

Ύψωσε τα χέρια της στον ουρανό, και προσευχόμενη με δάκρυα πολλά έλεγε στον πολυεύσπλαχνο Θεό:

 «Δέσποτα και βασιλιά όλης της κτίσης, Εσύ έπλασες τον άνθρωπο,

αρσενικό και θηλυκό,

προστάζοντας τους ν' αυξάνονται και να πληθύνονται. Παρακαλώ την ευσπλαχνία σου, 

παντοδύναμε,

λυπήσου με την ανάξια.

Λύσε τη στείρωση της κοιλίας μου, δίνοντας και σε μένα τεκνογονία.

Χάρισέ μου ένα παιδί, όπως χάρισες στη Σάρρα, στα γηρατειά της,

τον Ισαάκ,

στην Άννα το Σαμουήλ και στην Ελισάβετ τον Ιωάννη τον Πρόδρομο.

Και σου υπόσχομαι να σου αφιερώσω το παιδί που θα γεννήσω, όπως έκαμε και η Άννα».


Αφού τέλειωσε την προσευχή της, μπήκε μέσα στην οικία της και ξάπλωσε να κοιμηθεί. Μόλις αποκοιμήθηκε, βλέπει σε όραμα ότι κατέβηκαν από τον ουρανό κάτι φωτεινά σημεία σαν δίσκοι στρογγυλοί και στάθηκαν πάνω από την κεφαλή της. Ίσως αυτό να σήμαινε την αγιότητα του παιδιού που επρόκειτο να γεννηθεί. Γιατί μετά το όραμα συνέλαβε και γέννησε το μακάριο Δανιήλ. Όταν έφθασε το παιδί στα πέντε του χρόνια, το πήγαν οι γονείς του σε μοναστήρι και το αφιέρωσαν στο Θεό, όπως υποσχέθηκαν. Ο ηγούμενος όμως δεν το δέχτηκε στη μονή μέχρι που να μεγαλώσει και να αναχωρήσει από τον κόσμο με την θέληση του. Όταν μεγάλωσε λοιπόν ο Δανιήλ, καταφρόνησε συγγενείς και φίλους, πλούτο και δόξα και κοσμικές απολαύσεις για την αγάπη του Δημιουργού του. Πήγε σ' ένα κοινόβιο και πέφτοντας στα πόδια του Γέροντα τον παρακαλούσε να τον κουρεύσει μοναχό. Ο ηγούμενος όμως βλέποντας τον πολύ νεαρό δίσταζε. Φοβόταν μήπως δεν μπορέσει να υποφέρει την κακοπάθεια και προσπαθούσε να τον εμποδίσει γιατί ήταν μόλις δώδεκα χρονών. Τον συμβούλευε να περιμένει ακόμα λίγο καιρό για να μπορέσει να αντέχει στην άσκηση,τη νηστεία και την αγρυπνία.


Αλλά ο Δανιήλ του απάντησε: «Και εγώ πάτερ μου, για τους λόγους αυτούς θέλω να γίνω μοναχός. Για να απαρνηθώ τα του κόσμου, και να ζήσω με το Χριστό». Προσπάθησε ο ηγούμενος ξανά με διάφορα λόγια να τον εμποδίσει, αλλά δεν μπόρεσε. Τότε συμβουλεύτηκε τους αδελφούς της μονής, που όταν είδαν την τόση προθυμία του παιδιού, συγκατατέθηκαν και έμεινε ο Δανιήλ στη συνοδεία τους. Ήταν από την αρχή ο μακάριος, ασκητικότατος, και μέρα με τη μέρα προόδευε στην αρετή. Όταν έμαθαν την ενάρετη ζωή του οι γονείς του χάρηκαν πολύ. Πήγαν στο μαναστήρι και παρακάλεσαν τον ηγούμενο να τον κάμει μοναχό μπροστά τους. Δεν τους αρνήθηκε ο ηγούμενος. Τον κούρεψε μοναχό, αλλά τους παράγγειλε να μην έρχονται συχνά στο μοναστήρι. Ύστερα από πολλά χρόνια κοινοβιακής ζωής πεθύμησε ο θειότατος να πάει στα Ιεροσόλυμα για να προσκυνήσει στους Αγίους Τόπους. Ήθελε ακόμα να δει και τον περίφημο Συμεών το Στυλίτη, να πάρει την ευλογία του. Γι' αυτό ζήτησε από τον Γέροντα άδεια να φύγει, αλλά εκείνος δεν ήθελε με κανένα τρόπο να τον αφήσει. Ύστερα όμως δέχτηκε, γιατί ήταν ανάγκη να πάει για κάτι εκκλησιαστικές υποθέσεις στην Αντιόχεια, και πήρε με τους άλλους αδελφούς, και τον Δανιήλ στη συνοδεία του. Αφού άφησαν πίσω τους πολλούς τόπους έφτασαν και στο χωριό Τελλαδάν, όπου ασκήτευε ο Όσιος Συμεών ο Στυλίτης.


Όταν πλησίασαν στο στύλο εντυπωσιάστηκαν από το πώς αυτός ο άνθρωπος ζούσε μέσα σε τόση στέρηση, σε τόσο ύψος. Και υπέμενε ο γενναίος αυτός ασκητής τη ψύχρα του χειμώνα, τον καύσωνα του καλοκαιριού, τη μανία των ανέμων και τη δριμύτητα των βροχών. Βλέποντας τον ο Δανιήλ όχι μόνο θαύμαζε αλλά «θείω ζήλω» κινούμενος ήθελε να τον μιμηθεί. Όταν μετά οι αδελφοί φώναξαν προς τον Όσιο και τον χαιρέτισαν, έσκυψε ο ευλογημένος το κεφάλι του, από το ύψος του στύλου και τους είπε να βάλλουν μια σκάλα που είχε εκεί κοντά, για ν' ανέβουν. Ο Δανιήλ μόλις άκουσε την πρόσκληση, έτρεξε πρόθυμα. Ανέβηκε τη σκάλα και όταν έφτασε στον Όσιο, τον ασπάστηκε με ευλάβεια. Ο Μέγας Συμεών τον ευλόγησε και του προφήτευσε τη μέλλουσα αρετή του λέγοντας: «Πολέμα γενναία παιδί μου, γιατί πολλούς πόνους πρόκειται να υπομείνεις για τον Κύριο. Ο Θεός θέλει να σου δώσει δύναμη και βοήθεια να νικήσεις το ψυχοφθόρο δαίμονα μέχρι τέλους». Παίρνοντας λοιπόν την ευχή του οσίου Συμεών, έφυγε ο Δανιήλ με τους άλλους αδελφούς. Σε λίγο καιρό, ο ηγούμενος κοιμήθηκε και μη έχοντας Γέροντα, διάλεξαν σαν τον πιο ενάρετο, τον Δανιήλ. Αυτός όμως έχοντας το νου του αδιάλειπτα ενωμένο με την προσευχή, αρνήθηκε το αξίωμα του ηγουμένου. Αλλά οι μοναχοί, που τον γνώριζαν σαν ασφαλή οδηγό τον πίεζαν να δεχτεί. Αυτός όμως έφυγε κρυφά και πήγε στον αγαπημένο του Συμεών.


Αφού έμεινε μαζί του λίγες μέρες, του ζήτησε ευλογία να πάει στα Ιεροσόλυμα πρώτα να προσκυνήσει και μετά να κατοικήσει μέσα στην έρημο. Ο Όσιος Συμεών τον εμπόδιζε, λέγοντας ότι υπήρχε κίνδυνος από τις επιδρομές των βαρβάρων. Ο νέος όμως εμπυρωμένος από το Θείο έρωτα, δεν υπάκουσε. Αλλά ξεκίνησε αμέσως την πεζοπορία έχοντας τις ελπίδες του στο Θεό. Ενώ περπατούσε συνάντησε ένα μοναχό με κάτασπρα γένια που έμοιαζε πολύ με τον Όσιο Συμεών. Τον ρώτησε ο μοναχός προς τα πού πήγαινε και ο Δανιήλ του απάντησε: «Εάν θέλει ο Θεός στα Ιεροσόλυμα». Τότε του λέγει ο κατάλευκος Γέροντας: «Καλά είπες, αν θέλει ο Θεός. Μάθε όμως ότι δεν είναι θέλημα Θεού να θέσεις τη ζωή σου σε κίνδυνο. Δεν άκουσες την ταραχή και τη σύγχιση που επικρατούν εκεί;». Και ο Δανιήλ του απάντησε: «Το άκουσα, αλλά έχω την ελπίδα μου στο Θεό, και ελπίζω ότι δε θα μου τύχει κανένα κακό». Όταν είδε ο Γέροντας την επιμονή του, του είπε με σοβαρότερο ύφος: «Άκουσε τα λόγια μου και είναι για το συμφέρον σου παιδί μου. Προς το παρόν μην πας εκεί. Πήγαινε στο Βυζάντιο να προσκυνήσεις τις πολλές εκκλησίες και να δεις ιερά και άξια πράγματα. Εάν έχεις πόθο να ησυχάσεις, πήγαινε στη Θράκη ή στον Πόντο. Μη νομίζεις ότι μόνο στα Ιεροσόλυμα βρίσκεται ο απεριόριστος Θεός. Είναι πανταχού παρών». Και ενώ συνομιλούσαν ο δρόμος τούς έβγαλε σ' ένα μοναστήρι.


Ο νέος ρώτησε τον Γέροντα εάν ήθελε να παραμείνουν εκεί μέχρι την επομένη. Του λέγει ο Γέροντας: «Πήγαινε πρώτα εσύ και έρχομαι μετά εγώ». Μπήκε ο Δανιήλ,περίμενε τον παράδοξο Γέροντα, αλλά δε φάνηκε καθόλου. Αφού δείπνησε με τους αδελφούς, τη νύχτα φάνηκε πάλι στον ύπνο του ο Γέροντας και του είπε να πάει γρήγορα στο Βυζάντιο. Ο Δανιήλ σηκώθηκε, όταν αυτός έφυγε, και διαλογιζόταν ποιος νά' ταν: Άνθρωπος άραγε ή άγγελος; Τότε με τη χάρη του Θεού, γνώρισε ότι ήταν ο μέγας Συμεών, ο φίλος του. Κατάλαβε τότε ο Όσιος ότι ήταν θέλημα Θεού να πάει στο Βυζάντιο. Πήρε λοιπόν ευλογία από τον ηγούμενο του μοναστηριού και αναχώρησε. Όταν έφτασε, έμεινε στο ναό του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, που είναι στα μέρη της Προποντίδας. Εκεί άκουσε ότι σ' ένα τόπο ψηλό, καλούμενο Ανάπλουν, ήταν κτισμένος ναός ειδωλολατρικός. Ήταν κατοικητήριο πονηρών πνευμάτων που άφηναν στην πλάνη τους ανθρώπους και προξενούσαν καταστροφές. Γι' αυτό μιμούμενος τον Άγιο Αντώνιο, ανέβηκε στο ναό με το σταυρό στο χέρι ψάλλοντας: «Κύριος φωτισμός μου και σωτήρ μου, τίνα φοβηθήσομαι;» (Ψαλμ.κστ' , 1). Μετά αφού σφράγισε τις τέσσερις γωνίες του ναού με το σημείο του σταυρού, έκαμε όσες μετάνοιες μπορούσε. Τη νύχτα ήλθαν οι δαίμονες και κάμνοντας θόρυβο πολύ, του έριχναν πέτρες για να τον σκοτώσουν. 


Ο Άγιος όμως άφοβος προσευχόταν χωρίς να τους δώσει σημασία. Πέρασαν η πρώτη και η δεύτερη νύχτα πολεμούμενος απ' αυτούς αοράτως. Την τρίτη νύχτα είδε κάτι γιγαντιαίους ανθρώπους, μαύρους και φοβερούς στην όψη, να τον απειλούν και να του λέγουν: «Ποιος σ' έβαλε, άθλιε να έλθεις εδώ να μας διώχνεις από τον οίκο μας;». Λέγοντας αυτά οι δαίμονες, φώναξαν ότι ήθελαν να τον πνίξουν στη θάλασσα και του πετούσαν πέτρες. Κανένας όμως δεν τολμούσε να τον πλησιάσει. Ο οσιότατος Δανιήλ πρώτα τους απείλησε κι' αυτός, αλλά βλέποντας ότι έτσι τον ενοχλούσαν περισσότερο, έκλεισε όλες τις πόρτες του ναού, κι άφησε μόνο μια ανοιχτή για να μιλά με εκείνους που θα έρχονταν να του δουν και να του δώσουν λίγη τροφή. Έτσι με τη νηστεία και την προσευχή νίκησε τους δαίμονες και κατάργησε όλες τις μηχανουργίες τους στον τόπο εκείνο.


Τα κατορθώματά του ακούστηκαν παντού και η φήμη του ξαπλώθηκε τόσο, που πλήθη ανθρώπων έρχονταν να πάρουν την ευχή του. Ο φθονερός όμως και μισάνθρωπος όταν είδε την ωφέλεια του λαού εξαγριώθηκε. Μη μπορώντας να διώξει αυτός τον Όσιο, έσπειρε ζιζάνια και κακούς λογισμούς στους εξουσιαστές του ναού και των περιχώρων, για να τον διώξουν από τον τόπο.


Ένας άνθρωπος, που ονομαζόταν Κύρος και ήταν έπαρχος στο αξίωμα, 

ήλθε μια μέρα στον Όσιο Δανιήλ.

Μαζί του έφερε και την θυγατέρα του που ονομαζόταν Αλεξάνδρα.

Η δυστυχισμένη Αλεξάνδρα είχε δαιμόνιο μέσα της που την βασάνιζε πολύ.

Ζήτησε ο πατέρας της από τον Όσιο να την λυτρώσει.

Και ο φιλάνθρωπος Δανιήλ προσευχήθηκε στο Θεό και τη θεράπευσε.

Τότε ο Κύρος ευχαριστώντας τον Όσιο, σαν εγγράμματος που ήταν,

συνέθεσε ένα επίγραμμα που το χάραξε στην κολώνα και έλεγε:

«Μεσσηγύς γαίης τε και ουρανού,ίσταται ανήρ, πάντοθεν ορνύμενος και ού τρομέων ανέμους.

Τροφή δ' αμβροσίη τρέφεται και ανέμονι δίψη...»

Δηλαδή: ανάμεσα στη γή και τον ουρανό, στέκεται άνθρωπος, που σείεται και πολεμάται από τους ανέμους,

μη φοβούμενος αυτούς καθόλου. 

Τρέφεται με τροφή ουράνια και πίνει άνεμο στη δίψα του...

(Συνεχίζεται...)...



Αντιγραφή από το Ιστολόγιο
 ''Ιερά Μονή Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου''
Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Μέρος 1ον


Όσιος Δανιήλ ο Στυλίτης


ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΗΣ ΕΙΡΗΝΗΣ




1. Χριστούγεννα στην Αθήνα

(Ακούγονται κάλαντα jinble bells, χαρούμενη ατμόσφαιρα, μπαίνουν τα παιδιά με τριγωνάκια ντυμένα με γιορτινά ρούχα. 

Η μουσική χαμήλωνε και δυναμώνει ανάμεσα στα λόγια των παιδιών).


ΠΑΙΔΙ 1

Παιδιά, τι είναι Χριστούγεννα;
Για πέστε.

Η δασκάλα
μας έβαλε να γράψουμε
γιατί τα αγαπώ



ΠΑΙΔΙ 2

Χριστούγεννα είναι τα γλυκά,
σοκολατάκια πρώτα
μελομακάρονα βουνά
και άσπροι κουραμπιέδες



ΠΑΙΔΙ 3

Χριστούγεννα είναι κάλαντα,
λεφτά στους κουμπαράδες,
δώρα πολλά, σε όλους μας,
παιχνίδια ένα σωρό.



ΠΑΙΔΙ 4

Χριστούγεννα είναι μαγαζιά

με όμορφα λαμπιόνια
Αϊ-Βασίληδες πολλοί,
χοντροί και γελαστοί.



ΠΑΙΔΙ 5

Ερμού, μπαλόνια και φωνές
Σύνταγμα με αλογάκια
το παγοδρόμιο πιο κει
να και ο Γκάμι μπέαρ



ΠΑΙΔΙ 6

Χριστούγεννα είναι καθισιό

χωρίς μελέτη και σχολειό.

Χωρίς ξυπνήματα νωρίς
με μπόλικο χουζούρι.
( η μουσική αλλάζει, γίνεται λυπητερή)



ΠΑΙΔΙ  7

Για δέστε, κάποιοι έρχονται,
φτωχά είναι ντυμένοι
γιατί, χριστουγεννιάτικα,
τι πάθαν οι καημένοι;



Αντιγραφή από το Ιστολόγιο  ''Α΄ Σύλλογος Αθηνών Εκπαιδευτικών Π.Ε''
Επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


Ελένη Παπαποστόλου


Δευτέρα 21 Δεκεμβρίου 2015

Ο ΟΣΙΟΣ ΗΜΩΝ ΠΑΤΗΡ ΠΑΤΑΠΙΟΣ ΕΞ ΑΙΓΥΠΤΟΥ




Ο μεγάλος ασκητής, ο χαριτόβρυτος και θεοφόρος Πατάπιος, 

το σέμνωμα των θεοειδών πατέρων και καύχημα των Γερανείων ορέων,

γεννήθηκε στην χώρα που διαβρέχει ο Νείλος ποταμός και μάλιστα στην πόλη Θήβα τής Άνω Αιγύπτου.

Οι γονείς του πλούσιοι,

αλλά και πιστοί χριστιανοί,

ανέτρεψαν το τέκνο που ο καλός Θεός τους εμπιστεύθηκε με χριστιανικές αρχές,

σύνεση και σοφία.


Ενωρίς, όμως, ο Πατάπιος αναχώρησε για την έρημο, για το φιλοσοφικό πανεπιστήμιο της μοναχικής και μοναδικής πολιτείας και αγωγής, που παρέχει το πτυχίο της ατελεύτητης χαράς και αγαλλιάσεως της Βασιλείας των ουρανών. Εκεί, απερίσπαστος από τις βιοτικές μέριμνες και φροντίδες ο Πατάπιος επιδόθηκε ολοκληρωτικά στην αδιάλειπτη προσευχή,την νυχθήμερη άσκηση, την σκληραγωγία και την αύξηση των αρετών με την νέκρωση των σαρκικών επιθυμιών. Ενώθηκε με τον Θεό με την αδιάλειπτη προσευχή του.Έγινε θεοείκελος, άνθρωπος που ζούσε μόνο, για να ευαρεστεί τον Θεό. Ζούσε την ολοκλήρωση, που προϋποθέτει νέκρωση του χοϊκού φρονήματος και ζώωση της ψυχής, για να πετάξει σε σφαίρες υψηλές και να ενωθεί με το ακρότατο των εφετών, το οποίο για τον όσιό μας ήταν ο ίδιος μας ο Κύριος.


Με αείρρυτα δάκρυα και ποταμούς ιδρώτων ο Πατάπιος καλλιέργησε το γεώργιο της ψυχής του κι έφερε πλούσια καρποφορία ταπεινώσεως,υπακοής,ακτημοσύνης και παρθενίας, καρπούς δηλαδή αρετών θεαρέστων και ψυχοτρόφων. Ο καλός μας Θεός δείχνοντας την ευχαρίστησή Του στον αγώνα του Παταπίου, τον χαρίτωσε και του παραχώρησε την δωρεά των ιάσεων. Η φήμη της αγιότητος του Παταπίου σύντομα ξεπέρασε τα όρια της ερήμου και πλήθη πιστών συνέρρεαν, για να τον συμβουλευθούν, να ξεδιψάσουν στις πηγές των γάργαρων νουθεσιών του, να πάρουν την ευχή του και να ακούσουν τα θεόσοφα λόγια του,αφού είχε καταφέρει να κάνει την ένθεη σοφία σύνοικο της ζωής του ακόμη να τον παρακαλέσουν, να μεσιτεύσει στον εύσπλαγχνο και φιλάνθρωπο Κύριο, για να θεραπευθούν από τα αλγεινά της σαρκός τους ασθενήματα. Αυτός,όμως, που πράγματι σαν φιλέρημο στρουθίο, ποθούσε την ησυχία και την κατά Χριστόν μόνωση και απέφευγε την δόξα και την τιμή των ανθρώπων,κρυφά έφυγε για την Κωνσταντινούπολη, για να κτίσει εκεί την ασκητική φωλιά του και να συνεχίσει, άγνωστος μεταξύ άγνωστων, την ισάγγελη βιοτή του.


Μέ δύο συνασκητές του ήταν αχώριστος. Δύο ασκητικές πατερικές οντότητες, που ζούσαν,όπως και εκείνος, μόνο για τον Χριστό,αφού είχαν γευθεί το γλυκύτατο μέλι της με Αυτόν επικοινωνίας και αναστροφής: Με το θειο Βάρα και τον θεόφρονα Ραβουλά, που αμιλλώμενοι στην πνευματική πρόοδο και την αρετή κατέλαβαν την περιοχή έξω από τα τείχη της Βασιλίδος των Πόλεων. Ο θεοφόρος Πατάπιος επέλεξε την βορειότερη περιοχή, κοντά στις Βλαχέρνες, για κτίσει την ασκητική του παλαίστρα. Ο όσιος Βάρας έκτισε την μονή του Προδρόμου της Πέτρας στο ενδιάμεσο των μονών του οσίου Παταπίου και του οσίου Ραβουλά, που εγκατεστάθη κοντά στην πύλη του Ρωμανού. Ως ησυχαστής ο Πατάπιος ήθελε μόνος μόνο στο Χριστό να ομιλεί, αλλά και για λόγους παρηγορίας δεν ήθελε να απομακρυνθεί πολύ από τους δύο συνασκητές και φίλους του «έν Χριστώ». Επειδή, όμως, ''ου καίουσι τον λύχνον και τιθέασιν αυτόν υπό τον μόδιον, αλλά επί τήν λυχνίαν» (Ματθ. ε' 15)'', ο Κύριός μας τον ταπεινό ασκητή Πατάπιο, που έλαμπε από αρετές, τον κατέστησε γνωστό στους ευσεβείς της πρωτεύουσας του Βυζαντίου.


Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα πλήθος μοναχών να συγκεντρωθεί δίπλα του και να συσταθεί η περίφημη μονή των Αιγυπτίων, της οποίας ο όσιος Πατάπιος υπήρξε όχι μόνο δομήτορας, αλλά και αλάνθαστος πνευματικός καθοδηγητής. Εδώ ο πράος και ταπεινός ασκητής έκανε τόσα θαύματα με την χάρη του Θεού,που όλοι οι νοσούντες και δεινώς πάσχοντες της Κωνσταντινουπόλεως έτρεχαν σε αυτόν και εύρισκαν θεραπεία. Σε αυτή την μονή, ο όσιος Πατάπιος κοιμήθηκε τον ύπνο των δικαίων και παρέδωσε την άγια του ψυχή στα χέρια του αγαπημένου του Ιησού,που του αφθάρτισε το σκήνωμα και το κατέστησε πηγή αστείρευτη θαυμάτων. Λίγο αργότερα επέτρεψε ο Θεός να καταστραφεί η μονή των Αιγυπτίων και το ιερό λείψανο του οσίου Παταπίου μεταφέρθηκε για ασφάλεια από τον συνασκητή του όσιο Βάρα στην μονή του άγιου Ιωάννου της Πέτρας, που ο ίδιος είχε συστήσει. Η μονή αύτη βρισκόταν υπό την υψηλή προστασία των Παλαιολόγων και μάλιστα της αγίας Υπομονής, της μητέρας του τελευταίου αυτοκράτορος Κωνσταντίνου, του ηρωικού και θρυλικού εθνομάρτυρος της αλώσεως.


Μετά την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως ο Αγγελίας Νοταράς, συγγενής των Παλαιολόγων, για να γλυτώσει το ιερό του οσίου Παταπίου σκήνωμα από την μανία των απογόνων της 'Αγαρ, το μετέφερε στα Γεράνεια όρη, τα οποία την εποχή εκείνη παρείχαν ασφάλεια για την φύλαξη του άγιου σκηνώματος. Εκεί το έκρυψε σε δυσπρόσιτο σπήλαιο,όπου βρέθηκε τυχαίως στις αρχές του περασμένου αιώνος μας,το 1904.



Ο αρχικός βίος και τα πρώτα θαύματα του οσίου Παταπίου γράφηκαν από

 δύο αγίους της Εκκλησίας μας,

τον όσιο Συμεών τον Μεταφραστή,

και τον άγιο Ανδρέα, Αρχιεπίσκοπο Κρήτης,

τον ποιητή του Μεγάλου Κανόνος.

Και στους δύο αυτούς αγίους είμαστε ευγνώμονες, γιατι μας διέσωσαν 

την μνήμη του μεγάλου ασκητού, του θαυματουργού 

Οσίου Παταπίου!



Αντιγραφή από το Ιστολόγιο ''Αναβάσεις''
Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


Όσιος Πατάπιος


Η ΔΕΗΣΗ ΤΟΥ ΣΤΕΛΙΟΥ ΣΠΕΡΑΤΖΑ





Μὲς στὸ βαθύ σου νόημα τὴ σκέψη μου ὅλη ἐβύθισα.

Ἐσύ, Ὑπερούσια Δύναμη, τὸ θεῖο σπινθῆρα δός μου.
Μίσους ἀνήμερος σεισμὸς ξεσάλεψε τὰ θέμελα τοῦ κόσμου.
Φυγάδεψε ἀπ᾿ τὰ χείλη ὁ χαλασμὸς τὸ χαμογέλιο τῶν ἀνθρώπων
κι ὅλα τὰ μάτια μὲ ἄμετρη κακία ἔχει γεμίσει.


Πρὸς Σέ, Ὑπερούσια Δύναμη, νικώντας τὴ χυδαία βοὴ
τοῦ πλήθους ποὺ ἀλαλάζει,
τούτη τὴ δέηση ψηλώνω κυπαρίσσι.
Τὰ χέρια μου,λευκὰ σὰν τὸ χαλάζι,τ᾿ ἁπλώνω,

ν᾿ ἀπιθώσῃς μία φωτιά, τὴ θεία φωτιά,

ποὺ φλόγες μὲς στὶς φοῦχτες μου τρανὲς ἂς ἀναδώσῃ
κι ἀκατάλυτες, τοῦ κόσμου τὴν καρδιὰ
μ᾿ ἀποκοτιά,σὰν σὲ καμίνι μέταλλο σκληρό, νὰ λειώσω
κι ἀμόλυντη, καθάρια ἕναν καιρὸ
στὸν ἄνθρωπο ξανὰ νὰ τήνε δώσω.


, ἂς ἦταν σάρκα νἄπαιρνε τὸ τέτοιο παρακάλι,
τὰ μάγια ποὺ ἔσπειρε τὸ Πνεῦμα τοῦ Κακοῦ,
νὰ ξαναλύσουν, καμπάνες γιορτινὲς νὰ διαλαλήσουν
τ᾿ ὁλόφωτο ἀναγάλλιασμα τῆς πλάσης ὅλης πάλι.


Κι ἂς ἤτανε στὴν ἄχραντη καρδιά,
ποὺ θἄδινα στὸν ἄνθρωπο,
θρόνο γιὰ πάντα νἅστηνεν
ἡ ρήγισσα ἡ Ἀγάπη,
μ᾿ ἀνασασμὸ κάποια γαλάζια χαραυγὴ
νὰ σκύψῃ πάλι ὁ ἄνθρωπος στὴ γῆ,
ξανὰ γιὰ νὰ φυλλώσουν τὰ κλαδιὰ
νὰ πάρῃ ἡ χτίση νέα ζωή,
ποὺ ἀπὸ τὸ βοῦρκο ἐσάπη.


Καὶ τὰ σκυφτὰ καματερά, ὀργώνοντας μὲ νέα χαρὰ
τὸ χῶμα, ποὺ αἷμα ἀνθρώπινο τὸ πότισε
καὶ σαρκοφάγα τὄσκαψαν ὀρνίθια,
νὰ κάνουν νὰ φουσκώσῃ σὰν τὰ στήθια
τῆς ὥριμης κοπέλας,
νὰ καρπίσῃ ἀπ᾿ τ᾿ ἀγαθά,
ποὺ ἁπλόχερα χαρίζει ἡ μάννα ἡ φύση,
γιὰ νὰ ψηλώσουν πάλι οἱ θημωνιὲς
καὶ νὰ χορέψουνε κρινόποδες οἱ νιὲς
γοργοπατοῦσες μὲς στ᾿ ἁλώνια,
μὲ τῆς φωνῆς τους τ᾿ ἀργυρόηχο τὸ κρουστάλλι
στὶς φυλλωσιὲς
ταράζοντας τὰ κλώνια.


, ἂς ἦταν σάρκα νάπαιρνε τ᾿ ἀθῷο μου παρακάλι,
τόσα πουλιά, ποὺ κρύφτηκαν μὲ τρόμο σὲ τρῦπες μέσα,
ὅπου τὸ φῶς ποτὲ δὲν ἔχει φτάσει,
νὰ ξαναβροῦνε τὸ γαλάζιον οὐρανό,
νὰ τραγουδήσουν πάλι μὲς στὰ δάση,
μὲς στὸ λαγκάδι, στὸ βουνό.

Κι ἐγὼ ἄγνωρος, μὰ στὴ χαρὰ μὲ στῆθος ἀνοιχτό,
μακάριος πιά, γεμάτος ἀγαθότητα, νὰ πάω
καὶ ν᾿ ἀποτραβηχτῶ σὲ μία ἀμμουδιά,
σ᾿ ἕνα ἀκρογιάλι χαρωπό, ν᾿ ἀκούω, ν᾿ ἀκούω
ἀναγυρτὸς βράδυ, πρωὶ καὶ δείλι
τὸ μυστικὸ τῆς ἄσωστης δημιουργίας σκοπό,
ποὺ ρόδινος θὰ βγαίνῃ ἀπ᾿ τὸ κοχύλι.


Στέλιος Σπεράντζας


Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2015

Η ΤΡΟΦΗ ΚΑΙ Η ΤΡΥΦΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ




῾Η Τροφή καί ἡ Τρυφή τῆς ᾿Εκκλησίας


Τό ῎Εργο τοῦ Θεοῦ καί ἡ Διακονία τῆς Θεοτόκου



᾿Αγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί μου·


Τὸ ῎Εργο, τὸ ὁποῖο ἔδωσε ὁ Θεὸς Πατέρας στὸν Υἱό Του, ἀρχίζει σήμερα, μὲ τὴν συνεργία τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος καὶ τὴν Διακονία τῆς Θεοτόκου. Σήμερα, ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ γίνεται ῎Ανθρωπος, προκειμένου νὰ μᾶς λυτρώση ἀπὸ τὴν «ἐξουσίαν τοῦ σκότους» καὶ νὰ μᾶς «μεταστήσῃ εἰς τὴν Βασιλείαν» Αὐτοῦ· νὰ μᾶς μεταβιβάση «ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν Ζωήν»· νὰ μᾶς χαρίση τὴν «᾿Απολύτρωσιν διὰ τοῦ Αἵματος Αὐτοῦ». Ως Μέγας Προφήτης, ὡς Μέγας ᾿Αρχιερεὺς καὶ ὡς Μέγας Βασιλεύς, ὁ Χριστός μας «ἐτελείωσε» τὸ ἕνα καὶ ἑνιαῖο καὶ ἀδιαίρετο «῎Εργον, ὅ δέδωκεν Αὐτῷ, ἵνα ποιήσῃ» ὁ Θεὸς Πατέρας· ὡς Προφήτης μᾶς ἐφώτισε μὲ τὰ «ρήματα», τὰ ὁποῖα Τοῦ «ἔδωσεν» ὁ Πατέρας γιὰ νὰ μᾶς «δώση»· ὡς ᾿Αρχιερεύς, προσέφερε τὴν Μεγάλη Θυσία ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ, ἀντὶ ἡμῶν καὶ ὑπὲρ ἡμῶν, ὡς Αἰώνιος δὲ ᾿Αρχιερεὺς ἐξακολουθεῖ νὰ μεσιτεύη πρὸς τὸν Πατέρα «ὑπὲρ ἡμῶν»· καὶ τέλος, ὡς Βασιλεύς, καθυπέταξε τὴν ἁμαρτία, τὸν διάβολο καὶ τὸν θάνατο στὴν χαριτωμένη καὶ ἁγιασμένη θέλησι τοῦ ᾿Ανθρώπου.


᾿Αδελφοί μου Φιλόχριστοι·


Σήμερα, ἑορτάζομε τὴν «Αὐγὴν τῆς Μυστικῆς ῾Ημέρας», δηλαδὴ τῆς αἰώνιας Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, διὰ μέσου τῆς ῾Υπερευλογημένης Θεοτόκου.῾Ο Κύριός μας ἀρχίζει τὸ ῎Εργο Του γιὰ τὴν ἀνακαίνισι τοῦ κόσμου, εὑρισκόμενος στὶς ἀγκάλες τῆς Μητρός Του... ῾Η Εἰκόνα αὐτὴ δὲν ὑπογραμμίζει μόνο τί μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός, δηλαδὴ τὸν Μονογενῆ Υἱό Του, ἀλλὰ καὶ τί ἐμεῖς,ὡς ἄνθρωποι εὐγνώμονες, προσφέραμε στὸν Κύριό μας γιὰ νὰ ἐπιτελέση τὸ ῎Εργο Του. Πολὺ χαρακτηριστικὰ ἔχει γραφῆ, ὅτι στὸ «οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν Υἱὸν Αὐτοῦ τὸν Μονογενῆ ἔδωκεν...», ἡ ᾿Εκκλησία δίδει μία ἀντίστοιχη ἀπάντησι: «῾Ο κόσμος τόσο πολὺ ἀγάπησε τὸν Θεό, ὥστε Τοῦ ἔδωσε Αὐτὴν ποὺ ἡ ὀμορφιὰ καὶ ἡ καθαρότητά Της ἀποκαλύπτει τὸ βαθύτερο νόημα καὶ περιεχόμενο τοῦ κόσμου». ῾Η Εἰκόνα αὐτή, τῆς Μητέρας καὶ τοῦ Παιδίου, μᾶς δίνει μιὰν αὐθεντικὴ Εἰκόνα τοῦ ᾿Αληθινοῦ Κόσμου, τῆς ᾿Αληθινῆς Ζωῆς, τοῦ ᾿Αληθινοῦ ᾿Ανθρώπου· μᾶς εὐαγγελίζεται τὸ μοναδικὸ ἱστορικὸ Γεγονός: ἡ Αἰώνια ᾿Αγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν Κόσμο καὶ ἡ Αἰώνια ᾿Αγάπη τοῦ Κόσμου γιὰ τὸν Θεὸ ἑνώνονται καὶ ἀποκορυφώνονται σὲ ἕναν ὑπερφυσικὸ ᾿Εναγκαλισμό. ῎Ετσι, στὸ Πρόσωπο τῆς Παρθένου μᾶς ἀποκαλύπτεται τὸ θεϊκὸ βάθος, ἡ ὀμορφιά, ἡ σοφία καὶ τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ὅταν αὐτὰ ἐπανενώνονται ἀγαπητικὰ μὲ τὸν Κτίστη τους.  


᾿Αγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί μου·


Οἱ ῞Αγιοι μᾶς λέγουν, ὅτι ὁ Θεὸς «καθὼς ἐφύτευσεν εἰς τὸν ἐπίγειον Παράδεισον τὸ Δένδρον τῆς Ζωῆς, ἔτσι ἐφύτευσε καὶ εἰς τὸν Παράδεισον τῆς ᾿Εκκλησίας ἄλλο ἕνα Δένδρον Ζωῆς, ἀσυγκρίτως τιμιώτερον, τὸ ῾Οποῖον εἶναι τὸ Μυστήριον τῆς Θείας Εὐχαριστίας». Η Θεόνυμφος Δέσποινα ἔφερε ἐντὸς Αὐτῆς τὸν «῎Αρτον τῆς Ζωῆς», τὸ Καινὸν Δένδρον τῆς Ζωῆς, τὸν Κύριό μας ᾿Ιησοῦ Χριστό, τὴν Τροφὴ καὶ Τρυφὴ τῶν εὐσεβῶν. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό,ἡ ᾿Εκκλησία μας χαιρετίζει καθημερινῶς τὴν Θεοτόκο καὶ Μητέρα τοῦ Φωτός: «Χαῖρε Τρυφῆς ῾Αγίας Διάκονε!», Χαῖρε, Διάκονε τῆς ῾Αγίας Τρυφῆς, τοῦ ῾Ιεροῦ Εὐχαριστιακοῦ – Συμποσίου, τῆς θεοποιοῦ Κοινωνίας μας μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα, διὰ τοῦ Υἱοῦ, ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι. Τὸ ῎Εργο τοῦ Σωτῆρος μας συνεχίζεται διὰ μέσου τῆς ᾿Εκκλησίας, ἡ ῾Οποία ποιμαίνει Προφητεύουσα, ῾Ιερατεύουσα καὶ Βασιλεύουσα... Καὶ ἡ ῎Αχραντος Δέσποινα συνεχίζει νὰ διακονῆ στὸ ῎Εργο αὐτό, φέρουσα στὴν μητρική Της ᾿Αγκάλη τὴν ᾿Εκκλησία, τὸν Κόσμο, τὴν Κτίσι, στὴν προοπτικὴ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως ἐν τῇ ἀκτίστῳ ᾿Αγάπῃ τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, Αμήν! † 




Μητροπολίτης Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανός Β'

της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών

Print Friendly and PDF