ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Τρίτη 11 Μαρτίου 2014

Η ΜΑΚΑΡΙΑ ΑΡΕΤΗ ΤΗΣ ΑΔΕΛΦΙΚΗΣ ΣΥΓΧΩΡΕΣΗΣ



Αν, μετά τη συγχώρεση,
 κάνεις και φίλο τον εχθρό σου, 
έτσι θα διάκειται και ο Θεός απέναντί σου.




Αν δεν συγχωρέσουμε, δεν θα συγχωρεθούμε. 

Ο αείμνηστος γέροντάς μας, Μητροπολίτης κ. Κυπριανός μας έλεγε συχνά την ακόλουθη, πραγματική ιστορία. 

Στο Αϊβαλί της Μ. Ασίας, λίγο πριν τις διώξεις, 

ζούσε ένας καλλίφωνος ιερέας, που από την πολλή του έπαρση, παρεχώρησε ο Θεός κι έχασε την φωνή του. 

Μετά από λίγο καιρό 

ήρθε στην εκκλησία ένας νέος ιερέας, τον οποίο όμως, φθόνησε τόσο πολύ η πρεσβυτέρα του πρώτου, 

που τον καταράστηκε από μέσα της... την ώρα της Θ.Λειτουργίας. 

Πέθανε μετά από λίγο ο ιερέας και τον έθαψαν. 

Πέρασαν αρκετά χρόνια και έπρεπε να τον ξεθάψουν. 

Έκπληκτοι τότε είδαν,πως το σώμα του ήταν αναλλοίωτο, τυμπανιαίο και βρωμούσε αφόρητα. 

Κάποιες κοπέλες αποφάσισαν να γυρίσουν όλα τα σπίτια και να ζητήσουν από τον καθένα, 

να συγχωρέσει τον πεθαμένο ιερέα.

Η πρεσβυτέρα-παραδόξως -ζούσε ακόμη- ήταν η μεγαλύτερη σε ηλικία της πόλης, άρρωστη και ψυχορραγούσε.

 Όταν της είπαν τα νέα οι κοπέλες, σχεδόν λιποθύμισε, 

θυμήθηκε τις κατάρες της και ζήτησε λίγο νερό. 

Μέχρι να έρθουν οι κοπέλες... πέθανε... χωρίς να προλάβει, να συγχωρέσει... 

Οι κοπέλες έφυγαν και φτάνοντας στην πλατείας του Άιβαλιού, 

όπου είχαν τον τυμπανιαίο ιερέα, έκπληκτες αντίκρυσαν έναν... σωρό κόκκαλα σωριασμένα στο έδαφος... 

Η πρεσβυτέρα, 

με το ίδιο τρόπο που τον καταράστηκε,

 με τον ίδιο τρόπο τον συγχώρεσε... 

Από μέσα της...!



Στην Αντιόχεια της Ανατολής, στα χρόνια του αυτοκράτορα Ουαλεριανού, ζούσαν ο ιερέας Σαπρίκιος και ένας φίλος του, ο Νικηφόρος. Ο Νικηφόρος είχε για πνευματικό οδηγό τον ιερέα Σαπρίκιο. Όμως ο διάβολος μίσησε την φιλία των δύο αυτών πνευματικών αδελφών. Κάποια συκοφαντία που έφτασε στα αυτιά του ιερέα Σαπρικίου ήταν ικανή να διαλύσει τον χριστιανικό τους σύνδεσμο. Κύριος φταίχτης της συκοφαντίας θεωρήθηκε ο Νικηφόρος και γι’ αυτό ο Σαπρίκιος τον μίσησε θανάσιμα.Πολλές φορές ο Νικηφόρος προσπάθησε να τον πλησιάσει, αλλά μάταια. Ο Σαπρίκιος δεν άκουγε κουβέντα. Κι όσο περνούσε ο καιρός, τόσο πείσμωνε ο ιερέας.Τότε ξέσπασε στα μέρη της Ανατολής ένας τρομερός διωγμός σε βάρος των Χριστιανών. Ανάμεσα στους Χριστιανούς που έπιασαν ήταν και ο ιερέας Σαπρίκιος. Τον βασάνισαν για ν’ αρνηθεί την πίστη του. Τον έφεραν μπροστά στο χρυσό είδωλο του Δία, μα εκείνος αρνήθηκε να θυσιάσει. Και τον έριξαν στην φυλακή, όπου συνέχισαν να τον βασανίζουν περισσότερο.Ο Νικηφόρος βλέποντας τα μαρτύρια του ιερέα, με αρκετά χρήματα έπεισε τον φύλακα να τον αφήσει να μπει στο κελλί της φυλακής για να ζητήσει συγχώρεση και πάλι από τον Σαπρίκιο. Κλαίγοντας ο Νικηφόρος τον παρακαλούσε, αλλά εκείνος δεν τον συγχωρούσε με τίποτα.Την άλλη μέρα ο δήμιος διάβαζε τη θανατική καταδίκη του ιερέα και ετοίμαζε το ξίφος του για να τον αποκεφαλίσει. Ανάμεσα στο πλήθος που είχε μαζευτεί ήταν κι ο Νικηφόρος, που φώναζε δυνατά στον Σαπρίκιο ζητώντας του συγχώρεση την τελευταία εκείνη στιγμή. Ο Σαπρίκιος και πάλι αρνιόταν. Αλλά ο Θεός, που δεν θέλει τέτοιους μάρτυρες, πήρε τη χάρη Του από τον Σαπρίκιο κι ο ιερέας μπροστά στον δήμιο αρνήθηκε ότι ήταν Χριστιανός και θυσίασε στα είδωλα.Το πλήθος έμεινε στη θέση του παγωμένο. Ο Νικηφόρος σάστισε. Γύρισε το βλέμμα του στον ουρανό και είδε έναν Άγγελο έτοιμο να στεφανώσει τον μάρτυρα. Μα όταν ο Σαπρίκιος αρνήθηκε τον Χριστό, το στεφάνι παρέμεινε εκεί, περιμένοντας κάποιο μάρτυρα καινούριο.Τότε ο Νικηφόρος πετάχτηκε από το πλήθος και φώναξε στο δήμιο:-Ο Χριστός θέλει σήμερα ένα μάρτυρα. Είμαι Χριστιανός! Εμπρός, τι περιμένεις; Αποκεφάλισέ με!Κι έτσι τη θέση του Σαπρικίου πήρε ο Άγιος Νικηφόρος.Ένας άλλος ευσεβής οικογενειάρχης από την Ανατολή, ο Γεώργιος, επισκέφθηκε τον αββά Σιλουανό, για να τον συμβουλευτεί σχετικά με κάτι που τον απασχολούσε. Τον τελευταίο καιρό είχε προβλήματα με έναν γείτονά του, που του έκανε ζημιές στο κτήμα του. Για όλες τις ταλαιπωρίες ο Γεώργιος έκανε υπομονή και τις ξεπερνούσε με την προσευχή του στο Θεό. Όσο περνούσαν όμως οι μέρες ο γείτονας γινόταν όλο και χειρότερος. Η υπομονή του Γεωργίου στο τέλος εξαντλήθηκε και πήρε την απόφαση να πάει το γείτονά του στα δικαστήρια.Θέλησε να ρωτήσει γι’ αυτό τον αββά Σιλουανό. Στην εξομολόγησή του ο Γεώργιος αποκάλυψε στο Γέροντα το πρόβλημά του και την απόφασή του να πάει τον σκληρόκαρδο γείτονα στα δικαστήρια.Ο γέροντας, σιωπηλός και ατάραχος, του λέει:- Κάνε όπως θέλεις, παιδί μου.- Δεν νομίζεις όμως, Γέροντα, ότι αν τιμωρηθεί αυστηρά θα ‘ναι πιο δίκαιο; - Κάνε ό,τι σε αναπαύει, απάντησε ο Γέροντας με αδιαφορία.- Θα ‘ναι καλύτερα και για την ψυχή του, ε Αββά; Ρώτησε ο Γεώργιος, μα ο Γέροντας δεν απάντησε.- Τότε λοιπόν να πηγαίνω σιγά-σιγά, είπε ο Γεώργιος, να μην κουράζω άλλο την αγάπη σου. Θα φύγω για το δικαστή κατευθείαν.- Στάσου λίγο, παιδί μου. Μη βιάζεσαι τόσο, είπε ο Γέροντας. Έλα να προσευχηθούμε πρώτα, να ευλογήσει ο Θεός την πράξη σου.- Σηκώθηκε ο Γέροντας και πήρε τον Γεώργιο και στάθηκαν μπροστά στην εικόνα του Παντοκράτορα.Αφού έκανε τον σταυρό του ο Αββάς, άρχισε να λέει:«Πάτερ ημών, ο εν τοις ουρανοίς, αγιασθήτω το όνομά σου• ελθέτω η βασιλεία σου• γενηθήτω το θέλημά σου ως εν ουρανώ και επί της γης. Τον άρτον ημών τον επιούσιον δός ημίν σήμερον και μη αφίης ημίν τα οφειλήματα ημών, ως ουδέ ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών».Στα τελευταία αυτά λόγια της προσευχής του αββά Σιλουανού ο Γεώργιος φώναξε:-Μα, γέροντα, δε λέει έτσι η Κυριακή Προσευχή. Μήπως κάνετε κάποιο λάθος;-Πραγματικά, παιδί μου, δεν λέει έτσι η Κυριακή Προσευχή, είπε με σταθερή φωνή ο Αββάς. Έτσι όμως είναι η πραγματικότητα. Αφού εσύ αποφάσισες να παραδώσεις τον αδελφό στη δικαιοσύνη, εγώ δεν μπορώ να κάνω άλλη προσευχή για σένα.Ο Γεώργιος έμεινε άφωνος! Πήρε ευχή και επέστρεψε στο σπίτι του. Τα λόγια του Αββά χαράκτηκαν βαθιά στην ψυχή του. Ο Γεώργιος συνέχισε την ενάρετη ζωή του επαναλαμβάνοντας το δίδαγμα του Αββά Σιλουανού: «Άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών...!

                                                                               

Αν αφαιρέσουμε από το οικοδόμημα της Ορθοδοξίας την έννοια της συγχώρεσης, τότε αυτό αυτόματα καταρρέει. 

Ο λόγος είναι προφανής, καθώς, μέσα από την οδό της συγχώρεσης, αντιμετωπίζεται το κεντρικό πρόβλημα της ζωής, η αμαρτία. 

Το πέμπτο αίτημα της Κυριακής Προσευχής 

ξεκαθαρίζει,ότι η συγχώρεση που διδάσκει ο Χριστός μας αξιολογείται πάνω στη βάση μιας αμφίδρομης σχέσης. 

Αυτό σημαίνει,ότι η συγχώρεση έχει νόημα, μόνο όταν ο άνθρωπος, που την ποθεί τόσο πολύ από τον Θεό,

 είναι πρόθυμος και ο ίδιος να τη δώσει στους συνανθρώπους του. 

Ο Νυμφίος μας,

μας καλεί,να κατανοήσουμε,πως δεν μπορούμε,να λάβουμε συγχώρεση, 

αν θεωρούμε,ότι δεν αξίζουν,να συγχωρεθούν από εμάς,αυτοί που μας έχουν πληγώσει,

 ακριβώς,γιατί αυτή η σκληρή ακαμψία του πνεύματός μας δεν επιτρέπει 

στο Άγιο Πνεύμα να εργαστεί το θαύμα της αναγέννησης στην ίδια την καρδιά μας.

 Συνεπώς, η έννοια της συγχώρεσης αναδεικνύεται σε θέμα κεφαλαιώδους σημασίας 

για την ακλόνητη σχέση μας με τον ίδιο τον Θεό μας, 

για τις θεραπευμένες ανθρώπινες σχέσεις, αλλά και για την προσωπική,

ψυχική και συναισθηματική μας ισορροπία.

Ο Άγιος Διονύσιος,

τί έκανε;

Μια μερα έρχεται στο μοναστήρι ένας ξένος έντρομος.

 Πέφτει στα πόδια του Αγίου και τον καθικετεύει:- Λυπήσου με, άνθρωπε του Θεού!

 Κρύψε με.

 Ψάχνουν να με βρουν! 

Και αν με βρουν, θα με σφάξουν σαν αρνί! 

Σώσε με!...- Γιατί, παιδί μου, τι κακό έκαμες;

- Σκότωσα άνθρωπο! Λυπήσου με! Κρύψε με! 

Από στιγμή σε στιγμή φθάνουν! Με κυνηγούν!....

- Ποιοι, παιδί μου; Ποιοι;- Οι Σιγούροι!

 Σκότωσα τον αδελφό τους!... 

Τρέμει ο άγιος από τον πόνο. Δάκρυα τρέχουν στα μάπα του. Και με φωνή σβησμένη ψελλίζει:

- Και τι σου έφταιξε ο καλός αυτός άνθρωπος;

Μα δεν προχωρεί. Θυμάται τον λόγο του Χριστού: Αγαπάτε τους εχθρούς σας. 

Συγχωρείτε και ευεργετείτε τους εχθρούς σας, 

αν θέλετε να είσθε τέκνα του επουρανίου Πατέρα.

Και αγκάλιασε τον φονιά του ίδιου του, του αδελφού...! 

 



 

Γιώργος  Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος

Σάββατο 8 Μαρτίου 2014

ΒΑΛΤΕ ΣΤΑΥΡΟ ΚΑΙ ΠΟΡΕΥΘΕΙΤΕ ΕΝ ΧΡΙΣΤΩ



Οὔτε τὰ μάγια, οὔτε ἡ γλωσσοφαγιὰ καὶ ἡ βασκανία, ἔχουν δύναμη ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζεῖ κοντὰ στὸν Χριστό, τὴν Παναγία καὶ τοὺς Ἁγίους. Ἐπειδὴ σὲ ἐξομολογήσεις ποὺ ἄκουσα, ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ γεύθηκαν τὸν πόλεμο τοῦ Σατανᾶ, ἀντιλήφθηκα ὅτι δὲν γνωρίζουν οἱ ἄνθρωποι ἀκριβῶς, μὲ ποιὸ τρόπο θὰ ἀπαλλαχτοῦν ἀπὸ τὸν διάβολο καὶ τὰ ὄργανά του, ἀναφέρω τὶς πιὸ σημαντικὲς πράξεις ποὺ πρέπει νὰ κάνει ὁ κάθε παθῶν. Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι ἀκατανόητη. Δὲν μπορεῖ νὰ συλλάβει ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου αὐτὴ τὴν ἄπειρη ἀγάπη ποὺ ἔχει ὁ Θεὸς γιὰ ὅλους μας.


Μπορεῖ ὅμως, νὰ ἀρχίσει νὰ κατανοεῖ ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἴδιος στρέφει τὸ βλέμμα του, τὸ μυαλό του στὸν Χριστό. Τότε τὰ δαιμόνια καὶ τὰ ἔργα τους χάνουν τὴ δύναμή τους. Θεωρῶ ὑποχρέωσή μου καὶ καθῆκον μου στὸν Θεό, νὰ μπορέσω μὲ τὴ βοήθειά Του, ἡ πράξη ἐτούτη νὰ γίνει καλό σε πολλοὺς συνανθρώπους μας, ποὺ χτυπήθηκαν καὶ πόνεσαν στὴ ζωή τους, στενοχωρήθηκαν καὶ γνώρισαν θλίψεις, νὰ γλιτώσουν ἀπὸ ὅλα αὐτὰ τὰ κακὰ τοῦ διαβόλου ποὺ κάνουν οἱ μάγοι, οἱ ἀστρολόγοι, οἱ χαρτορίχτρες καὶ τὰ μέντιουμ καὶ νὰ γνωρίσουν τὸν Θεό, ποὺ ἴσως πολλοὶ νὰ τὸν ξέχασαν, καὶ νὰ τὸν περιφρόνησαν καὶ ἔτσι ὁ διάβολος τοὺς βρῆκε ἐκτεθειμένους.Οὔτε τὰ μάγια, οὔτε ἡ γλωσσοφαγιὰ καὶ ἡ βασκανία, ἔχουν δύναμη ὅταν ὁ ἄνθρωπος ζεῖ κοντὰ στὸν Χριστό, τὴν Παναγία καὶ τοὺς Ἁγίους. 


πειδὴ σὲ ἐξομολογήσεις ποὺ ἄκουσα, ἀπὸ ἀνθρώπους ποὺ γεύθηκαν τὸν πόλεμο τοῦ Σατανᾶ, ἀντιλήφθηκα ὅτι δὲν γνωρίζουν οἱ ἄνθρωποι ἀκριβῶς, μὲ ποιὸ τρόπο θὰ ἀπαλλαχτοῦν ἀπὸ τὸν διάβολο καὶ τὰ ὄργανά του, ἀναφέρω τὶς πιὸ σημαντικὲς πράξεις ποὺ πρέπει νὰ κάνει ὁ κάθε παθῶν.Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι ἀκατανόητη. Δὲν μπορεῖ νὰ συλλάβει ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου αὐτὴ τὴν ἄπειρη ἀγάπη ποὺ ἔχει ὁ Θεὸς γιὰ ὅλους μας. Μπορεῖ ὅμως, νὰ ἀρχίσει νὰ κατανοεῖ ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἴδιος στρέφει τὸ βλέμμα του, τὸ μυαλό του στὸν Χριστό.


Τότε τὰ δαιμόνια καὶ τὰ ἔργα τους χάνουν τὴ δύναμή τους. Ὁ διάβολος παίρνει δύναμη ἀπὸ τὴν ἀποστασία μας στὸν Θεό, ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες μας. Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἐμεῖς μετανοοῦμε, τοῦ κόβουμε τὰ δικαιώματα καὶ τὶς πονηρὲς ἐνέργειές του πάνω μας. Τὰ μάγια καὶ ὅλα τὰ κακὰ τοῦ διαβόλου χαλᾶνε ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἐξομολογεῖται. Ὅταν ὑπάρχουν αἰτίες τοῦ διαβόλου ποὺ μᾶς θλίβουν, ἂς καταφύγουμε στὴν ἐκκλησία. Πρέπει νὰ ἐξομολογηθοῦμε σὲ Ἱερέα τὶς ἁμαρτίες μας. Δὲν πρέπει νὰ ντρεπόμαστε τὴν ὥρα τῆς ἐξομολόγησης, ἔτσι ὥστε ὁ πονηρὸς νὰ μᾶς φέρει σὲ δύσκολη θέση γιὰ νὰ ἔχει μαζί μας κρατούμενα.


Καλὸ εἶναι νὰ σκεφτοῦμε ὅτι ὁ Ἱερέας, ἔγινε λειτουργός του Ὑψίστου ὄχι μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό του, ἀλλὰ δώρησε τὸν ἑαυτό του γιὰ τὴν Ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ σὲ μᾶς.Εἶναι ὁ δικός μας ἄνθρωπος. Νοσταλγεῖ τὸ καλό μας. Μὴν διστάζετε. Ὁ πόλεμος κατὰ τοῦ διαβόλου καὶ τὶς μεθοδεῖες του, θέλει ἀποφασιστικότητα. «Ὁ Θεὸς θέλει πάντας σωθῆναι» «Δὲν θέλω τὸν θάνατο τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἕως ἐπιστρέψει καὶ ξαναζήσει», μᾶς λέει ὁ Κύριος. Καὶ ἀκόμη, μᾶς καλεῖ ὁ ἴδιος «Δεῦτε πρός με πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς».



τσι τὸ πρῶτο πράγμα εἶναι ἡ σωστὴ ἐξομολόγηση. Ἂς ἀποβάλετε τὴν φιλαυτία, τὶς σαρκικὲς ἁμαρτίες ἔγγαμοι καὶ ἄγαμοι, τοὺς θυμούς, τὶς ἀδικίες μας καὶ τόσα ἄλλα. Τὸ δεύτερο κύριο πράγμα ποὺ πρέπει κανεὶς νὰ κάνει εἶναι νὰ συγχωρήσει τοὺς ἐχθροὺς «ἐκ καρδίας». Τὸ προστάζει ὁ ἴδιος ὁ Κύριος «Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν, ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν, εὐλογεῖτε τοὺς καταρωμένους ὑμᾶς, καλῶς ποιεῖτε τοῖς μισοῦσιν ὑμᾶς καὶ προσεύχεσθαι ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς καὶ διωκόντων ὑμᾶς». Αὐτὰ δὲν τὰ ἀντέχει ὁ διάβολος. Θέλετε νὰ νικᾶτε ὅλα τὰ πονηρὰ ἔργα; «ἀγαπεῖστε καὶ ταπεινωθεῖτε».


Τίποτε δὲν θὰ μπορεῖ νὰ σᾶς βλάψει. Μὲ τὴν ἐξομολόγηση ὁ ἄνθρωπος νιώθει ἀμέσως νὰ τὸν σκεπάζει ὁ Θεός. Ἔτσι χωρὶς νὰ μπορεῖ νὰ τὸ ἐξηγήσει πῶς συμβαίνει, γεμίζει μὲ εἰρήνη, εὐτυχία, μακαριότητα, σιγουριά. Νιώθει τὴ ζωή του νὰ ξαναρχίζει, νιώθει τὸ σῶμα του πανάλαφρο. Ἐξομολογηθεῖτε τὴν ψυχική σας κατάσταση. Μὴν λέτε τὶς ἐμπειρίες σας, τὰ γεγονότα. Τὴν ψυχική σας κατάσταση νὰ λέτε. Ἔτσι θὰ ἀξιωθεῖτε νὰ κοινωνήσετε μὲ τὴν ἄδεια τοῦ ἐξομολόγου, καὶ τότε ὁ Θεὸς θὰ σᾶς δωρήσει ὑγεία ψυχῆς τε καὶ σώματος. Ἔτσι θὰ πέσουν ὁλοκληρωτικὰ τὰ δεσμὰ τῆς μαγείας καὶ τοῦ Σατανᾶ. Μιὰ ἄλλη περίπτωση ἄμυνάς σας εἶναι ἡ ἑξῆς. Δέχεσθε κακιὰ ἐπήρεια εἴτε πνευματική, εἴτε ψυχική, εἴτε σωματική; Τότε βάλτε ἕναν σταυρὸ πάνω στὸ κεφάλι σας καὶ προσευχηθεῖτε. Κάντε μία παράκληση ἢ χαιρετισμοὺς στὴν Παναγία μας, ἢ σὲ κάποιον Ἅγιο ποὺ ἔχετε στὴν καρδιά σας. Ἀμέσως θὰ ἀνακουφισθεῖτε. 


ν θέλετε ἀκόμη προσευχηθεῖτε μ᾿ ἕνα κομποσχοίνι «Κύριε Ἰησοῦ Χριστὲ ἐλέησόν με καὶ συγχώρησε Κύριε ὁρατοὺςκαὶ ἀόρατους ἐχθροὺς ἡμῶν» ἢ καὶ «Δόξα σοὶ ὁ Θεὸς ἡμῶν πάντων ἕνεκεν».Ἕνας γέροντας ἐδῶ στὸ Ἅγιον Ὄρος ἔλεγε, τὸ Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ... ἀξίζει 100 δραχμές, τὸ Δόξα τῷ Θεῷ 1.000 δραχμὲς σὲ καιροὺς πειρασμῶν. Ζῆστε τὴν μυστηριακὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Μὴν παραπονεῖσθε. Εὐχαριστεῖτε τὸν Θεὸ ποὺ σᾶς κάλεσε «ἐν μέσῳ πειρασμῶν».Νιώθετε ὅτι σᾶς γλωσσοτρῶνε ἢ σᾶς βασκαίνουν; προσευχηθεῖτε λέγοντας ὅσο μπορεῖτε τὸ Πάτερ ἡμῶν..., τὸ Χαῖρε Κεχαριτωμένη..., συγχωρέστε τους. Ζητεῖσθε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ φωτίσει τοὺς ἐχθρούς.


Νὰ θεραπεύσει τὶς ψυχικές τους ἀσθένειες. Δεηθεῖτε στὴν ἐκκλησία γιὰ ὅλους. Δὲν μπορεῖ ὁ πειρασμὸς νὰ σταθεῖ μ᾿ ὅλα αὐτά. Γκρεμίζεται. Συνηθεῖστε νὰ κάνετε ἐλεημοσύνες. Συνηθεῖστε νὰ διαβάζετε κάθε μέρα λίγο ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο, θὰ δεῖτε πόση ἀνακούφιση θὰ νιώθετε. Ζητεῖσθε ἀπὸ ἕναν ἱερέα νὰ σᾶς διαβάσει ἐξορκισμούς, διαβάσθε καὶ ἐσεῖς τὴν εὐχὴ τοῦ Ἁγίου Κυπριανοῦ καὶ τὴν εὐχὴ στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο ποὺ ἐμπεριέχεται στὸ τέλος αὐτοῦ τοῦ βιβλίου. Μεγάλο καλὸ θὰ δεῖτε, κάνοντας λειτουργίες ἢ καὶ σαρανταλείτουργο ἀκόμη.


Μάθετε μὲ τὸν καιρό, νὰ περιφρονεῖτε τὸν διάβολο καὶ τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ἐπιβουλεύονται τὸ κακό. Ὄχι ὅμως μειώνοντας τὸ πρόσωπο, ἀλλὰ τὸν πειρασμό τους ποὺ σᾶς βαραίνουν.Μὴν ἀπελπίζεσθε, ὁ Χριστὸς γιὰ μᾶς «Αὐτὸς τὰς ἀσθενείας ἡμῶν ἔλαβε καὶ τὰς νόσους ἐβάστασεν». Ἐκεῖνος μᾶς εἶπε στὸ Ἱερὸ Εὐαγγέλιο τὸ «Αἰτεῖτε καὶ δοθήσεται ὑμῖν ζητεῖτε, καὶ εὑρήσετε· κρούετε, καὶ ἀνοιγήσεται ὑμῖν». Ἐφαρμόσθε καὶ τὶς μετάνοιες. Πολὺ τὶς μισεῖ ὁ πονηρός. Μὴν κρίνετε καὶ κατακρίνετε. Στὴν θέση τῆς κατάκρισης, βάλτε τὴν κατανόηση. Δεῖτε τὸ φῶς στὰ παράθυρα ποὺ ἀνοίγει στὴν ψυχή σας ὁ Θεός, καὶ πράξτε μὲ ἀνιδιοτέλεια. Τότε ὅλα ἀλλάζουν.


ἄνθρωπος γνωρίζει σιγὰ σιγὰ τὸν Θεό. Τέλος, συνηθεῖστε νὰ ἔχετε πάντοτε μόνο καλοὺς λογισμούς, γιὰ ὅλα καὶ γιὰ ὅλους. Ὁ διάβολος πλέον, θὰ ξέρει ὅτι ὅποια παγίδα καὶ νὰ χρησιμοποιήσει, θὰ χάνει. Περπατῆσθε στὴν ζωή σας μὲ τὰ δυὸ πόδια τῆς ὑπομονῆς καὶ ἐπιμονῆς, τῆς πίστης καὶ τῶν ἔργων τοῦ Θεοῦ, τῆς ἐλπίδας καὶ τῆς Ἀγάπης. Μετὰ ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ θὰ δεῖτε ὅτι, μὲ τὸ φτυάρι νὰ σᾶς ρίχνουν τὰ μάγια νὰ τὰ τρῶτε, νὰ τὰ πατᾶτε δὲν θἄχουν καμμία ἀπολύτως ἐξουσία πάνω σας. Οἱ Ἅγιοι ὅλα αὐτὰ καὶ ἄλλα ἔκαναν μέσα ἀπὸ τὴν πίστη καὶ τὴν Ἀγάπη τους στὸν Θεὸ καὶ τίποτε δὲν πάθαιναν. 



Τοὐναντίον πολλοὶ μάγοι, μετάνιωσαν καὶ ἔγιναν χριστιανοὶ καὶ πολλοὶ μάλιστα, ἅγιασαν καὶ μαρτύρησαν, γιατὶ γνώρισαν τὴν ἀληθινὴ δύναμη. Γιὰ νὰ γράψει κανείς, ὅλα αὐτὰ ποὺ ἔζησαν οἱ Ἅγιοι ἀπὸ τοὺς πονηροὺς ἀνθρώπους ποὺ συνεργοῦσαν μὲ τὰ δαιμόνια, ὅπως ἐπίσης καὶ τὸν ἀριθμὸ ὅλων τῶν Ἁγίων εἶναι μᾶλλον ἀδύνατο, γιατὶ θὰ χρειάζονταν πολλοὶ τόμοι. Ὡστόσο ὅμως, ἀναφέρονται ἐνδεικτικὰ πολλὲς περιπτώσεις ἀπὸ ἀνθρώπους πονηρούς, ποὺ ἔδρασαν μὲ μίσος καὶ λύσσα ἔναντι τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἐφαρμόσθε καὶ τὶς μετάνοιες. Πολὺ τὶς μισεῖ ὁ πονηρός.


Μὴν κρίνετε καὶ κατακρίνετε. Στὴν θέση τῆς κατάκρισης, βάλτε τὴν κατανόηση. Δεῖτε τὸ φῶς στὰ παράθυρα ποὺ ἀνοίγει στὴν ψυχή σας ὁ Θεός, καὶ πράξτε μὲ ἀνιδιοτέλεια. Τότε ὅλα ἀλλάζουν. Ὁ ἄνθρωπος γνωρίζει σιγὰ σιγὰ τὸν Θεό. Τέλος, συνηθεῖστε νὰ ἔχετε πάντοτε μόνο καλοὺς λογισμούς, γιὰ ὅλα καὶ γιὰ ὅλους. Ὁ διάβολος πλέον, θὰ ξέρει ὅτι ὅποια παγίδα καὶ νὰ χρησιμοποιήσει, θὰ χάνει. Περπατῆσθε στὴν ζωή σας μὲ τὰ δυὸ πόδια τῆς ὑπομονῆς καὶ ἐπιμονῆς, τῆς πίστης καὶ τῶν ἔργων τοῦ Θεοῦ, τῆς ἐλπίδας καὶ τῆς Ἀγάπης. Μετὰ ἀπ᾿ ὅλα αὐτὰ θὰ δεῖτε ὅτι, μὲ τὸ φτυάρι νὰ σᾶς ρίχνουν τὰ μάγια νὰ τὰ τρῶτε, νὰ τὰ πατᾶτε δὲν θἄχουν καμμία ἀπολύτως ἐξουσία πάνω σας. Οἱ Ἅγιοι ὅλα αὐτὰ καὶ ἄλλα ἔκαναν μέσα ἀπὸ τὴν πίστη καὶ τὴν Ἀγάπη τους στὸν Θεὸ καὶ τίποτε δὲν πάθαιναν.




Μοναχός Κυπριανός Αγιορείτης


Ο ΥΠΟΜΕΙΝΑΣ ΕΙΣ ΤΕΛΟΣ ΟΥΤΟΣ ΣΩΘΗΣΕΤΑΙ





Ο Όσιος πατέρας μας Βαρλαάμ καταγόταν από επιφανή γενιά βογιάρων.

Ήταν γιος του πιο φημισμένου στρατηγού του μεγάλου ηγεμόνα 

Ιζιασλάβου, 

του βογιάρου Ιωάννου.

Ο Κύριος είχε προικίσει πλούσια το Βαρλαάμ με πολλά χαρίσματα — 

σωματική ομορφιά, ρώμη και ευφυΐα.

 Από τη μητέρα του Μαρία ο νεαρός βογιάρος πήρε χριστιανική 

αγωγή και γρήγορα ξεχώρισε για την ψυχική του καθαρότητα.

Όταν ήταν ακόμη παιδί, σ' όλη την περιοχή του Κιέβου είχε απλωθεί 

η φήμη της θεάρεστης ασκητικής ζωής 

και των μεγάλων θαυμάτων των οσίων πατέρων Αντωνίου και 

Θεοδοσίου των σπηλαιωτών. 

Κι όταν έγινε έφηβος, 

συχνά επισκεπτόταν τους αγίους ασκητές μαζί με πολλούς άλλους 

συμπολίτες του και δεν χόρταινε ν' ακούει

 τις ψυχωφελείς νουθεσίες και τις γλυκύτατες διδαχές τους.


Αποφασισμένος πια ν' αλλάξει τον κοσμικό πλούτο με τη μοναχική πτώχεια και τις πριγκιπικές τιμές με τον ονειδισμό του Χριστού, ο Βαρλαάμ, αν και ήταν ήδη αρραβωνιασμένος με μια πλούσια πριγκίπισσα, πήγε στο μακάριο Αντώνιο, ακούμπησε στα πόδια του τους καρδιακούς του πόθους και τον παρακάλεσε να δεχτή κι εκείνον σαν μαθητή και υποτακτικό του.- Αγαθή πρόθεση έχεις παιδί μου, του είπε ο όσιος. Πρόσεξε όμως, γιατί πολλοί ξεκίνησαν με το δικό σου ενθουσιασμό, αλλά δεν «υπέμειναν εις τέλος». 


Τα πλούτη, οι ηδονές και η δόξα του κόσμου είναι τα μεγαλύτερα όπλα του δολερού διαβόλου. Μ' αυτά θα προσπαθήσει να σε νικήσει. Να θυμάσαι όμως αυτό πού είπε ο Κύριος: «Ουδείς επιβολών την χείρα αυτού επ' αρότρων και βλέπων εις τα οπίσω εύθετος εστίν εις την βασιλείαν του Θεού». Τα λόγια του γέροντα φλόγισαν ακόμη περισσότερο την καρδιά του Βαρλαάμ με τον πόθο της μοναχικής ζωής και την αποφασιστικότητα γι' αναμέτρηση με το φθονερό διάβολο.


Μια μέρα φόρεσε την επίσημη χρυσοποίκιλτη φορεσιά του, ανέβηκε σ' ένα καταστόλιστο, μεγαλόπρεπο άλογο και με συνοδεία πολλών στρατιωτών και υπηρετών έφτασε στο σπήλαιο των οσίων.Οι μοναχοί βγήκαν να προϋπαντήσουν τον άρχοντα και να του αποδώσουν τις πρέπουσες τιμές. Ο Βαρλαάμ κατέβηκε τότε από το άλογο του, έβαλε στρωτή μετάνοια στον όσιο Αντώνιο κι έπειτα έβγαλε τα φανταχτερά ρούχα του βογιάρου και τ' ακούμπησε κάτω, στα πόδια του οσίου. Μετά οδήγησε μπροστά στον όσιο το άλογό του, καθώς και ολόκληρη τη συνοδεία των υπηρετών του και είπε- Να η γοητεία της κοσμικής ζωής! Την απαρνούμαι! 


Ό,τι θέλεις κάνε μαζί τους... Για μένα όλ' αυτά δεν αξίζουν τίποτα. Θέλω να ζήσω στο σπήλαιο, για να κερδίσω το Χριστό. Και σου υπόσχομαι ότι ποτέ δεν θα γυρίσω πίσω! Να θυμάσαι, παιδί μου, είπε ο όσιος, σε Ποιόν δίνεις τις υποσχέσεις και Ποιος είναι ο Βασιλιάς που θέλεις να γίνεις στρατιώτης Του. Εδώ βρίσκονται αόρατος άγγελοι του Θεού και καταγράφουν τα λόγια σου. Πρόσεξε όμως! Αν έρθει εδώ ο πατέρας σου και σε πάρει με τη βία, τι θα γίνει; Εμείς δεν είμαστε σε θέση να σε βοηθήσουμε κι εσύ θ' αθετήσεις τις υποσχέσεις που έδωσες στο Θεό.-Και να με βασανίσει ακόμη ο πατέρας μου, δεν θα γυρίσω πίσω στον κόσμο. 


Μόνο σε παρακαλώ πάτερ, το συντομότερο να με κάνης μοναχό. Βλέποντας την επιμονή του Βαρλαάμ και διαβλέποντας τη μελλοντική του πορεία, ο όσιος Αντώνιος έδωσε εντολή στο μακάριο Νίκωνα να του δώσει το άγιο μοναχικό σχήμα. Σαν πληροφορήθηκε ο βογιάρος Ιωάννης την κούρα του αγαπημένου του γιου, κεραυνοβολήθηκε κι έπεσε κάτω λιπόθυμος. Λύπη θανάσιμη τον κυρίευσε. Γρήγορα όμως η λύπη μεταβλήθηκε σε οργή, σε θηριώδη μανία κατά των μοναχών της μονής. Πιστεύοντας ότι εκείνοι παρέσυραν το γιο του, ήρθε με στρατό στα σπήλαια και σκόρπισε με τις λόγχες τους μοναχούς. Άρπαξε μετά το Βαρλαάμ, του ξέσκισε τα μοναχικά ενδύματα, του φόρεσε τη λαμπρή βογιάρικη φορεσιά και τον πήρε με τη βία στο παλάτι του.


Στο δρόμο ο Βαρλαάμ πέταξε πολλές φορές από πάνω του με αηδία τη φανταχτερή στολή και την ποδοπατούσε μέσα στη λάσπη. Ο Ιωάννης όμως, για να τιμωρήσει το γιο του, έδινε εντολή στους στρατιώτες να του φορούν κάθε φορά τα λασπωμένα ρούχα με βάναυσα χτυπήματα και προπηλακισμούς.Στο σπίτι ο Βαρλαάμ έμενε μακριά από τους γονείς και την πρώην μνηστή του. Δεν ήθελε ούτε στο τραπέζι να καθίσει μαζί τους. Τον έφερναν σέρνοντας οι υπηρέτες, εκείνος όμως καθόταν σιωπηλός και με κατεβασμένα μάτια, χωρίς να τρώει μπουκιά και χωρίς να πτοείται από τις απειλές του πατέρα, από τις ικεσίες της μητέρας, από τα δάκρυα της μνηστής...


Ο βογιάρος Ιωάννης έδωσε εντολή να τον κλείσουν στο διαμέρισμά του και να τον επιτηρούν αυστηρά, για να μη δραπετεύσει. Έπειτα κάλεσε μια νεαρή και όμορφη υπηρέτρια και της υποσχέθηκε μεγάλη αμοιβή αν κατόρθωνε να ξεμυαλίσει το Βαρλαάμ και αν τον κατάφερνε να μείνει στο σπίτι. Από κείνη την ώρα η ξεδιάντροπη γυναίκα δεν σταμάτησε να προκαλεί και να σκανδαλίζει το δούλο του Θεού, μ' όλα τα πονηρά τεχνάσματα που τη δίδαξε ο φίλος της ο διάβολος. Ντύθηκε με προκλητικά φορέματα, αλείφτηκε μ' ερεθιστικά αρώματα, στολίστηκε με φανταχτερά στολίδια κι έβαλε σκοπό να πιάσει με κάθε μέσο τον αγνό νέο στα σατανικά δίχτυα της.


Ο σώφρων Βαρλαάμ πάλι, παραδομένος σταθερά στη διακονία της δόξης του Θεού, κουλουριάστηκε σε μια γωνιά του δωματίου του, ντυμένος μόνο μ' ένα τρίχινο πουκάμισο. Για τρεις ήμερες, ούτε τροφή, ούτε νερό έβαλε στο στόμα του. Αδιάλειπτα προσευχόταν στον Κύριο να του δώσει δύναμη για να ξεπεράσει την ασθένεια της φύσεως, ν' αντισταθεί στο σαρκικό πειρασμό και να βγει νικητής με τη συνεργεία της θείας χάριτος από τη φοβερή εκείνη δοκιμασία, για να δοξαστεί το όνομα του Θεού και να ντροπιαστεί ο πανούργος και μισόκαλος διάβολος.


Η υπηρέτρια, με την πρόφαση πως είχε εντολή να τον φροντίζει και να τον εξυπηρετεί, ήταν αδιάκοπα σχεδόν κοντά του. Και χωρίς ντροπή τον χάιδευε, τον φιλούσε, του έλεγε ερωτόλογα και προτροπές για ν' αμαρτήσει μαζί της. Ο όσιος αντιστεκόταν μ' όλες του τις δυνάμεις, όχι τόσο στη γυναίκα, όσο στη δική του αμαρτητική ροπή. Αλλά δυστυχώς, όσο εκείνος αντιστεκόταν, τόσο η γυναίκα πείσμωνε και γινόταν προκλητικότερη και επιθετικότερη.


Στο μεταξύ ο όσιος Αντώνιος μαζί με όλους τους αδελφούς, προσευχόταν με δάκρυα στο Σωτήρα να λυπηθεί το γνήσιο τέκνο Του και να το ελεήσει. Πράγματι, ο φιλάνθρωπος Κύριος, εισάκουσε τις προσευχές των εκλεκτών Του και προκάλεσε μιαν απροσδόκητη αλλοίωση στην καρδιά του Ιωάννη. Η πατρική αγάπη νίκησε την εμπάθεια και τη φιλοκοσμία. Σαν πληροφορήθηκε ο βογιάρος ότι ο γιος του είχε τρεις ημέρες να φάει και να πιει, φοβήθηκε μήπως πεθάνει από πείνα και δίψα. Η σκληρότητά του τότε μεταβλήθηκε σε ευσπλαχνία και η οργή του σε συμπάθεια. Τον φώτισε ο Θεός και κατάλαβε ότι μάταια προσπαθούσε να μεταπείσει το παιδί του. 


Δέχτηκε λοιπόν σαν θέλημα Θεού την απόφαση του Βαρλαάμ, τον κάλεσε αμέσως κοντά του, του ζήτησε δακρυσμένος συγγνώμη και τον άφησε να επιστρέψει ανεμπόδιστα στο σπήλαιο.Συγκινητική ήταν η στιγμή του αποχωρισμού: Στο κατώφλι του σπιτιού ο πατέρας και η μητέρα του νεαρού μοναχού, πικρά θρηνούσαν για το παιδί τους σαν να ήταν πλέον νεκρό. Η πρώην μνηστή του Βαρλαάμ έπεσε λιπόθυμη στα σκαλιά. 


Κι αυτή ακόμα η αναίσχυντη υπηρέτρια είχε σωριαστή παράμερα, κλαίγοντας βουβά για την απώλεια του εραστή και των χρημάτων που θα κέρδιζε. Μόνο ο όσιος έλαμπε από χαρά. Σαν πουλί πού βγήκε από το κλουβί, βιαζόταν να φύγει για το ποθητό σπήλαιο της ασκήσεώς του.Μ' ευχαριστίες και δοξολογίες προς τον Κύριο, που άκουσε τις προσευχές τους, δέχτηκαν οι μοναχοί των Σπηλαίων τον αγαπημένο τους πνευματικό αδελφό.



Πράγματι,

 πήγε στα μέρη της Παλαιστίνης, στα χώματα που αγίασε ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, 

με την ενσώματη λυτρωτική παρουσία Του και επισκέφθηκε όλα τα πανάγια προσκυνήματα, 

αποκομίζοντας μεγάλη χάρη, ωφέλεια πνευματική και ψυχική ευφροσύνη.

Επιστρέφοντας πέρασε από την Κωνσταντινούπολη και περιόδευσε στα εκεί μοναστήρια, 

όπου του πρόσφεραν πολλά εκκλησιαστικά σκεύη, εικόνες και άμφια.

 Μετά πήρε το δρόμο για την πατρίδα του.

Φτάνοντας όμως στο Βλαντιμίρ, ο όσιος Βαρλαάμ ασθένησε Βαριά. 

Μόλις που πρόλαβε να πει πως επιθυμούσε να μεταφέρουν το σώμα του στη Λαύρα του Κιέβου 

και να παραδώσουν τα εκκλησιαστικά είδη στον όσιο Θεοδόσιο. Αμέσως μετά εκοιμήθη εν Κυρίω.

Η επιθυμία του μακαρίου δούλου του Θεού εκπληρώθηκε.


 Πηγή: ''Πηγή Ζωής''
                                                   
Όσιος Βαρλαάμ,

Καθηγούμενος της Λαύρας των Σπηλαίων

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2014

π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΜΕΜΑΝ: Η ΧΑΡΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ

 

 


Ας τονίσουμε ἀκόμα μιὰ φορά, ὅτι ὁ σκοπὸς τὴς Μεγάλης Σαρακοστῆς δὲν εἶναι νὰ μᾶς ἐπιβάλει πιεστικὰ μερικὲς τυπικὲς ὑποχρεώσεις, ἀλλὰ νὰ μαλακώσει τὴν καρδιά μας τόσο, ὥστε νὰ μπορεῖ νὰ ἀνοιχτεῖ στὶς πραγματικότητες τοῦ πνεύματος, ν᾿ ἀποκτήσει τὴν ἐμπειρία τῆς κρυμμένης «δίψας καὶ πείνας» γιὰ ἐπικοινωνία μὲ τὸν Θεό. Αὐτὴ ἡ «ἀτμόσφαιρα» τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, αὐτὴ ἡ ἀνεπανάληπτη «κατάσταση τοῦ νοῦ», δημιουργεῖται βασικὰ μὲ τὴν λατρεία, μὲ τὶς ποικίλες ἐναλλαγὲς ποὺ παρουσιάζονται στὴν λειτουργικὴ ζωὴ αὐτῆς τῆς περιόδου.


Θεωρούμενες κάθε μιὰ χωριστὰ αὐτὲς οἱ ἐναλλαγὲς μπορεῖ νὰ μᾶς φανοῦν σὰν ἀκατανόητες ρουμπρίκες (τυπικὲς διατάξεις), σὰν ἐπίσημοι κανονισμοί, ποὺ ἐξωτερικὰ φαίνονται προσκολλημένοι στὸν τύπο, ἀλλὰ ἄν τὶς ἐξετάσουμε σὰν σύνολο μᾶς ἀποκαλύπτουν καὶ μᾶς μεταδίδουν τὸ πνεῦμα τὴς Μεγάλης Σαρακοστῆς: μᾶς κάνουν νὰ δοῦμε, νὰ νιώσουμε καὶ νὰ βιώσουμε τὴν «χαρμολύπη» ποὺ εἶναι τὸ πραγματικὸ μήνυμα καὶ τὸ δῶρο τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς.


Μπορεῖ κανεὶς νὰ πεῖ, χωρὶς νὰ ὑπερβάλλει, ὅτι οἱ πνευματικοὶ πατέρες καὶ οἱ ἱεροὶ ὑμνογράφοι, ποὺ σύνθεσαν τοὺς ὕμνους τοῦ Τριωδίου καὶ οἱ ὁποῖοι λίγο λίγο ὀργάνωσαν τὴν γενικὴ δομὴ γιὰ ὅλες τὶς ᾿Ακολουθίες τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, οἱ ὁποῖοι στόλισαν τὴν λειτουργία τῶν Προηγιασμένων Δώρων μὲ μιὰ εἰδι- κὴ ὀμορφιὰ ποὺ τόσο τῆς ταιριάζει, διαθέτουν μιὰ θαυμαστὴ κατανόηση τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς.


Αὐτοὶ πραγματικὰ ἤξεραν τὴν τέχνη τῆς μετάνοιας καί, κάθε χρόνο στὴν διάρκεια τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, κάνουν αὐτὴ τὴν τέχνη προσιτὴ σὲ ὅποιον ἀπὸ μᾶς ἔχει αὐτιὰ γιὰ νὰ ἀκούει καὶ μάτια γιὰ νὰ βλέπει.Είπαμε, ὅτι ἡ γενικὴ ἐντύπωση εἶναι αὐτὸ ποὺ λέμε «χαρμολύπη». ῞Οταν κάποιος, ἔστω καὶ ἄν ἔχει περιορισμένες γνώσεις γιὰ τὴν λατρεία, μπεῖ στὴν ᾿Εκκλησία ὅσο διαρκοῦν οἱ ᾿Ακολουθίες τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, σχεδὸν ἀμέσως —εἶμαι βέβαιος— θὰ καταλάβει αὐτὴ τὴν κάπως ἀντιφατικὴ ἔκφραση.Απὸ τὴν μιὰ μεριά, μιὰ κάποια ἤρεμη θλίψη διαποτίζει τὴν ᾿Ακολουθία: τὰ ἄμφια εἶναι σκοῦρα, οἱ ᾿Ακολουθίες διαρκοῦν περισσότερο ἀπ᾿ ὅ,τι συνήθως καὶ εἶναι πιὸ μονότονες, σχεδὸν δὲν ὑπάρχει κίνηση.


Τὰ ἀναγνώσματα καὶ οἱ ψαλμοὶ ἐναλλάσσονται, ἀλλὰ παρ᾿ ὅλα αὐτὰ φαίνεται σὰν νὰ μὴ «συμβαίνει» τίποτα: σὲ τακτὰ διαστήματα ὁ ἱερέας βγαίνει ἀπὸ τὸ ἱερὸ καὶ λέει πάντοτε τὴν ἴδια σύντομη εὐχὴ καὶ ὅλο τὸ ἐκκλησίασμα συνοδεύει κάθε αἴτηση αὐτῆς τῆς προσευχῆς μὲ μετάνοιες.


῎Ετσι γιὰ ἀρκετὴ ὥρα στεκόμαστε σ᾿ αὐτὴ τὴν μονοτονία, σ᾿ αὐτὴ τὴν ἤρεμη θλίψη.᾿Αλλὰ κατόπιν ἀρχίζουμε νὰ νιώθουμε ὅτι ἀκριβῶς αὐτὴ ἡ παράσταση καὶ ἡ μονοτονία μᾶς χρειάζεται ἄν θέλουμε ν᾿ ἀποκτήσουμε ἐμπειρία ἀπὸ τὴν κρυμμένη, καὶ κατ᾿ ἀρχὴν ἀπαρατήρητη ἐπίδραση τῆς ᾿Ακολουθίας.Σιγὰ σιγὰ ἀρχίζουμε νὰ καταλαβαίνουμε ἤ μᾶλλον νὰ αἰσθα- νόμαστε ὅτι αὐτὴ ἡ θλίψη στὴν πραγματικότητα εἶναι «εὐθυμία» ὅτι μιὰ μυστηριώδης μεταμόρφωση πρόκειται νὰ συμβεῖ μέσα μας.


Εἶναι σὰν νὰ φτάνουμε σ᾿ ἕνα μέρος ὅπου οἱ θόρυβοι καὶ οἱ ἀναστατώσεις τῆς ζωῆς τοῦ δρόμου καὶ ὅλων ὅσων συνήθως γεμίζουν τὶς ἡμέρες, ἀκόμα καὶ τὶς νύχτες μας, δὲν ἔχουν δικαίωμα εἰσόδου, σ᾿ ἕνα μέρος ὅπου αὐτὰ δὲν ἔχουν καμιὰ δύναμη.Ολα ὅσα μᾶς φαίνονται ὑπερβολικὰ σημαντικά, ὥστε νὰ γεμί-ζουν τὸ μυαλό μας, ὅλη αὐτὴ ἡ κατάσταση ἀγωνίας ποὺ μᾶς ἔγινε οὐσιαστικὰ δεύτερη φύση, ἐξαφανίζονται καὶ ἀρχίζουμε νὰ νιώ- θουμε ἐλεύθεροι, ἀνάλαφροι καὶ εὐτυχισμένοι.


Δὲν εἶναι ἡ θορυβώδης καὶ ἐπιφανειακὴ εὐτυχία ποὺ πηγαινοέρχεται εἴκοσι φορὲς τὴν ἡμέρα καὶ εἶναι πολύ εὔθραυστη καὶ φευγαλέα, ἀλλὰ εἶναι ἡ βαθιὰ εὐτυχία ποὺ ἔρχεται ὄχι ὑπὸ μιὰ συγκεκριμένη καὶ εἰδικὴ αἰτία, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ψυχή μας ποὺ ἔχει, σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ Ντοστογιέφσκυ, «ἀγγίξει ἕναν ἄλλο κόσμο». Καὶ αὐτὸ ποὺ ἄγγιξε εἶναι καμωμένο ἀπὸ φῶς, εἰρήνη καὶ χαρά, ἀπὸ μιὰ ἀνέκφραστη ἐμπιστοσύνη.


Καταλαβαίνουμε λοιπὸν γιατί οἱ ᾿Ακολουθίες πρέπει νὰ ἔχουν μεγάλη χρονικὴ διάρκεια καὶ νὰ εἶναι κάπως μονότονες, καταλαβαίνουμε ὅτι, ἁπλούστατα, εἶναι ἀδύνατο νὰ περάσουμε ἀπὸ μιὰ συνηθισμένη κατάσταση τοῦ νοῦ, καμωμένη σχεδὸν ἀποκλειστικὰ ἀπὸ ἀναστατώσεις, συνωστισμὸ καὶ φροντίδες, καὶ νὰ φτάσουμε σ᾿ αὐτὴ τὴν νέα κατάσταση, χωρὶς πρῶτα νὰ ἠρεμήσουμε καὶ χωρὶς νὰ ἀποκαταστήσουμε μέσα μας ἕνα βαθμὸ ἐσωτερικῆς σταθερότητας.


Νὰ γιατί, ἐκεῖνοι ποὺ βλέπουν τὶς ᾿Ακολουθίες τῆς ᾿Εκκλησίας μόνο στὰ πλαίσια τῶν «ὑποχρεώσεων» καὶ ποὺ πάντοτε ρωτοῦν γιὰ τὸ λιγότερο δυνατὸ («πόσο συχνὰ πρέπει νὰ πᾶμε στὴν ἐκκλησία, κάθε πότε πρέπει νὰ προσευχόμαστε;»), δὲν μποροῦν ποτὲ νὰ καταλάβουν τὴν ἀληθινὴ φύση τῆς λατρείας, ἡ ὁποία ἔχει σκοπὸ νὰ μᾶς μεταφέρει σ᾿ ἕνα διαφορετικὸ κόσμο —στὸν κόσμο τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ!


Εκεῖ ὅμως μᾶς μεταφέρει σιγὰ σιγά, γιατὶ ἡ πεσμένη μας φύση ἔχει χάσει τὴν ἱκανότητα νὰ μπαίνει στὸν κόσμο αὐτὸ φυσικά.Ετσι, ὅσο βιώνουμε αὐτὴ τὴν μυστηριώδη ἐλευθερία, ὅσο γινόμαστε «ἀνάλαφροι καὶ εἰρηνικοί», ἡ μονοτονία καὶ ἡ θλίψη τῶν ᾿Ακολουθιῶν ἀποκτοῦν μιὰ καινούργια σημασία, μεταμορφώνονται. Μιὰ ἐσωτερικὴ ὀμορφιὰ τὶς φωτίζει σὰν τὴν πρωινὴ ἡλιαχτίδα πού, ἐνῷ ἀκόμα στὴν κοιλάδα εἶναι σκοτάδι, στὶς βουνοκορφὲς ἀρχίζει νὰ φωτίζει· αὐτὸ τὸ «Φῶς» καὶ ἡ κρυφὴ χαρὰ ἔρχονται ἀπὸ τὰ ἐπαναλαμβανόμενα «ἀλληλούϊα», ἀπὸ ὁλόκληρη τὴν μουσικὴ ἀπόχρωση τῆς λατρείας τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς.


Αὐτό πού στήν ἀρχήπαρουσιάστηκε σὰν μονοτονία, τώρα ἀποκαλύπτεται σὰν εἰρήνη· ὅ,τι ἀκουγόταν σὰν θλίψη, βιώνεται τώρα σὰν τὴν ἐντελῶς πρώτη κίνηση τῆς ψυχῆς νὰ ξαναβρεῖ τὸ χαμένο βάθος της. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ πρῶτος στίχος τοῦ «ἀλληλούϊα» διακηρύττει κάθε πρωῒ στὴν διάρκεια τῆς Σαρακοστῆς: «ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζει τὸ πνεῦμά μου πρὸς Σέ, ὁ Θεός, διότι Φῶς τὰ προστάγματά Σου ἐπὶ τῆς γῆς». «Χαρμολύπη» λοιπὸν εἶναι: ἡ θλίψη γιὰ τὴν ἐξορία μου, γιὰ τὴν καταστροφὴ ποὺ ἔχω κάνει στὴν ζωή μου· εἶναι ἡ χαρὰ γιὰ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν συγγνώμη Του, ἡ χαρὰ γιὰ τὴν ξαναγεννημένη ἐπιθυμία γιὰ τὸ Θεό, ἡ εἰρήνη ἀπὸ τὴν ἐπιστροφὴ στὸ σπίτι. Αὐτὴ ἀκριβῶς εἶναι ἡ ἀτμόσφαιρα τῆς λατρείας στὴν περίοδο τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς.


Τέτοια εἶναι ἡ πρώτη καὶ γενικὴ ἐπίδρασή της στὴν ψυχή μου. Για πολλούς, ἄν ὄχι γιὰ τοὺς περισσοτέρους ἀπὸ τοὺς ὀρθόδοξους Χριστιανούς, ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕναν περιορισμένο ἀριθμὸ ἀπὸ τυπικοὺς κανόνες καὶ διατάξεις, ὅπου κυρίως ἐπικρατεῖ τὸ ἀρνητικὸ στοιχεῖο, ὅπως εἶναι: ἀποχὴ ἀπὸ ὁρισμένα φαγητά, ἀπαγόρευση τῆς ψυχαγωγίας, τοῦ χοροῦ καὶ ἴσως κάθε θεάματος.


Σὲ τέτοιο δὲ βαθμὸ εἶναι ἡ ἀποξένωσή μας ἀπὸ τὸ πραγματικὸ πνεῦμα τῆς ᾿Εκκλησίας, ὥστε μᾶς εἶναι σχεδὸν ἀδύνατο νὰ καταλάβουμε ὅτι ὑπάρχει «κάτι ἄλλο» στὴν Μεγάλη Σαρακοστή, κάτι χωρὶς τὸ ὁποῖο ὅλες αὐτὲς οἱ διατάξεις χάνουν πολὺ ἀπὸ τὸ νόημά τους.Αυτό τὸ «κάτι ἄλλο» μποροῦμε θαυμάσια νὰ τὸ περιγρά- ψουμε σὰν μιὰ «ἀτμόσφαιρα», σὰν ἕνα «κλίμα», μέσα στὸ ὁποῖο μπαίνει κανείς, καὶ πάνω ἀπ᾿ ὅλα σὰν μιὰ κατάσταση τοῦ νοῦ, τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ πνεύματος, ἡ ὁποία γιὰ ἑπτὰ ἑβδομάδες διαπερνᾶ ὁλόκληρη τὴν ζωή μας.




Πρωτοπρεσβυτέρου ᾿Αλεξάνδρου Σμέμαν,
''Μεγάλη Σαρακοστή — Πορεία πρός τό Πάσχα'',
σελ. 36-39, ἐκδόσεις «᾿Ακρίτας»,
᾿Αθήνα 1987
Περιοδικό ''Άγιος Κυπριανός''




π. Αλέξανδρος Σμέμαν


ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΖΕΡΒΑΚΟΥ, Ο ΠΑΠΑΣ ΕΙΝΑΙ ΨΕΥΔΟΧΡΙΣΤΟΣ




Κατακρίνονται οἱ Συναντήσεις πατριάρχου ᾿Αθηναγόρου — πάπα Παύλου Ϛʹ
καὶ ὁ ἀρξάμενος Διάλογος τῆς ᾿Αγάπης μὲ σκοπὸ τὴν ῞Ενωσι, 
κατὰ τὴν δεκαετία τοῦ ᾿60. 
Στὸν αἱρετικὸ πάπα ἐφαρμόζονται οἱ προφητεῖες τοῦ Κυρίου μας περὶ τῶν ψευδοπροφητῶν.
Πατριάρχης καὶ πάπας πάσχουν ἀπὸ ἑωσφορικὴ ὑπερηφάνεια, 
ὁ μὲν διότι δέχεται νὰ καλῆται παναγιώτατος, 
ὁ δὲ διότι πιστεύει 
ὅτι εἶναι ἀλάθητος. 
Νὰ μὴ γίνη δεκτὴ ἡ φιλία καὶ ἕνωσις μὲ τὸν πάπα, 
διότι παραμένει ἀμετανόητος.
῾Ο πάπας ὀφείλει νὰ ἐπιστρέψη ἐν μετανοίᾳ στὴν Μία Πίστι, 
στὸ ῝Εν Βάπτισμα καὶ στὰ Δόγματα καὶ τὶς Παραδόσεις τῆς ᾿Ορθοδοξίας. 
Τρόπος διενεργείας τῶν Διαλόγων βάσει τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως.

π. Φιλόθεος Ζερβάκος 


᾿Εν Πάρῳ, 24η Φεβρουαρίου 1968

 

 

«...Εἰς τὴν ἐπιστολήν σας μοὶ γράφετε, ὅτι ἱερεύς τις εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ χωριοῦ σας ὡμίλησε, παρόντων καὶ ἄλλων τεσσάρων ἱερέων, καὶ ὅτι εἰς τὴν ὁμιλίαν ἀνεφέρθη εἰς τὸ θέμα τῶν Διαλόγων καὶ Συναντήσεων Πατριάρχου καὶ Πάπα καὶ παρώτρυνε τὸν λαὸν νὰ δεχθοῦν μετὰ χαρᾶς τὰς προσπαθείας των· καὶ ὅτι αἱ παλαιαὶ ἀντιλήψεις τῶν ἀνθρώπων πρέπει νὰ ἐκλείψουν, διότι τὸ ἀπαιτεῖ ἡ ἀγάπη καὶ πρέπει νὰ γίνη ἡ ἕνωσις· καὶ ἐν συνεχείᾳ, ὁ ἐν λόγῳ ἱερεύς, ἀνεκοίνωσε δημοσίᾳ, ὅτι πρό τινωνμηνῶν εἶχε μεταβῆ εἰς τὴν Βενετίαν καὶ συλλειτούργησε μὲ καθολικὸν ἱερέα.῾Ο Κύριος ἡμῶν ᾿Ιησοῦς Χριστός, ὁ Θεάνθρωπος, ὅτε εὑρίσκετο ἐπὶ τῆς γῆς, εἶπεν εἰς τοὺς μαθητὰς καὶ ἀκροατάς Του: ῾῾Προσέχετε ἀπὸ τῶν ψευδοπροφητῶν, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται ἐν σχήματι προβάτου, ἀλλ᾿ ἔσωθεν εἰσὶ λύκοι ἅρπαγες· ἐκ τῶν καρπῶν ἐπιγνώσεσθε αὐτούς᾿᾿.Καὶ ἀλλοῦ λέγει: ῾῾Προσέχετε, ὅτι πολλοὶ πλάνοι καὶ ψευδόχριστοι καὶ ψευδοπροφῆται θὰ φανοῦν εἰς τὸν κόσμον καὶ πολλοὺς θὰ πλανήσουν, ἀκόμη καὶ ἀπὸ τοὺς ἐκλεκτούς᾿᾿.Ψευδόχριστος εἶναι ὁ Πάπας, διότι νομίζεται καὶ πιστεύεται ὅτι εἶναι ἀλάθητος, δηλαδὴ ἀναμάρτητος· πολλοὺς ἐπλάνεσε καὶ πλανᾶ, ὅσους δηλαδὴ τὸν πιστεύουν.Αλλὰ καὶ ὁ Πατριάρχης νὰ ὀνομάζεται καὶ νὰ θέλη νὰ τὸν ὀνομά- ζουν ῾῾παναγιώτατον᾿᾿ εἶναι μεγάλη πλάνη.῾Ο Κύριος ἡμῶν ᾿Ιησοῦς Χριστός, ποὺ ἦτο τέλειος ἄνθρωπος ἀναμάρτητος καὶ τέλειος Θεός, ὅταν νομικός τις τῷ εἶπεν: ῾῾Διδάσκαλε ἀγαθέ...,᾿᾿ δὲν ἐδέχθη, ἀλλ᾿ εἶπεν εἰς τὸν νομικόν: ῾῾Τί μὲ λέγεις ἀγαθόν; οὐδεὶς ἀγαθὸς εἰμὴ εἷς ὁ Θεός᾿᾿.Ο Πατριάρχης δέχεται νὰ τὸν λέγουν ῾῾Παναγιώτατον᾿᾿, καὶ ἐνῷ τὸν Θεὸν τὸν λέγουν οἱ ἄνθρωποι ῞Αγιον, ῞Αγιος ὁ Θεός, ὁ Πατριάρχης δὲν καταδέχεται νὰ λέγεται ῾῾ ῞Αγιος᾿᾿, ἀλλὰ παρὰ πάνω καὶ ἀπὸ τὸν Θεόν, ῾῾Παναγιώτατος᾿᾿. Μὴ χειρότερα!Καὶ οἱ δύο πάσχουν ἀπὸ ἑωσφορικὴν ὑπερηφάνειαν· ἡ δὲ ὑπερηφάνεια εἶναι τὸ ταμεῖον καὶ θησαυροφυλάκιον ὅλων τῶν κακῶν, τῶν ἁμαρτιῶν, τῶν πλανῶν καὶ αἱρέσεων.Ο Χριστὸς εἶπε: ῾῾Μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ, καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν᾿᾿Ο Πάπας καὶ ὁ Πατριάρχης δὲν ἐδέχθησαν μαθήματα ἀπὸ τὸν Χριστόν. ᾿Επῆραν μαθήματα ἀπὸ τὸν ῾Εωσφόρον. ῾῾Μάθετε ἀπ᾿ ἐμοῦ, ὅτι εἶμαι ὑπερήφανος, ὅτι ἔσομαι ὅμοιος τῷ ῾Υψίστῳ᾿᾿Ο Χριστὸς εἶπεν εἰς τοὺς Μαθητάς του: ῾῾ὅταν πάντα ποιήσετε, νὰ λέγετε ὅτι εἶσθε ἀχρεῖοι δοῦλοι, ἁμαρτωλοί᾿᾿῾Ο Χριστὸς εἶπεν: ῾῾ὁ θέλων πρῶτος εἶναι, ἔστω πάντων ἔσχατος᾿᾿.Ο Πατριάρχης ᾿Αθηναγόρας λέγει εἰς τὸν Πάπαν· ῾῾Σὺ εἶσαι ὁ πρῶτος, ἐγώ εἶμαι ὁ δεύτερος, ἄνοιξε τὰς ἀγκάλας σου καὶ δέξαι με. ᾿Ιδοὺ ὅπου σὲ ἀναγνωρίζω πρῶτον, καὶ ἐγὼ θὰ εἴπω εἰς τὸ ποίμνιόν μου, τὸ ὁποῖον θὰ σοῦ παραδώσω, νὰ δεχθοῦν τὴν ἕνωσιν, τὴν ἀγάπην᾿᾿.Αλλ᾿ ἡ ἀγάπη αὐτὴ δὲν εἶναι ἀληθής, εἶναι δολία, ὑποκριτική, βλαβερά· εἶναι ὁμοία μὲ ἐκείνην ποὺ ἀναφέρει ὁ μύθος..., ὅτι ὁ λύκος ἐὰν γεράσῃ καὶ τὴν τρίχαν του ἀλλάξῃ, τὴν γνώμην του δὲν ἀλλάσσει.Ως γέρων Πνευματικός, λέγω εἰς τὰ πρόβατα τοῦ Χριστοῦ: ῾῾προσέξατε, μὴ δεχθῆτε φιλίαν, ἕνωσιν μὲ τὸν Πάπαν, διότι ὁ Πάπας, ἐὰν καὶ τὴν ὄψιν τοῦ προσώπου του ἤλλαξε ἐναντίον τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, ἐὰν καὶ ἤλλαξε τὴν μορφὴν τοῦ σώματος καὶ μεταμορφώθη εἰς γυναῖκα, τὴν γνώμην του δὲν τὴν ἤλλαξε᾿᾿.Διὰ νὰ γίνη ἕνωσις μὲ τοὺς παπιστὰς καὶ τὸν Πάπα, πρέπει ὁ Πάπας νὰ μετανοήσῃ καὶ νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν Μίαν ῾Αγίαν Καθολικὴν καὶ ᾿Αποστολικὴν ᾿Εκκλησίαν, τὴν ὁποίαν μᾶς παρέδωκεν ὁ Χριστός, διὰ τῶν ῾Αγίων ᾿Αποστόλων καὶ τῶν ῾Αγίων Πατέρων τῶν ἑπτὰ Οἰκουμενικῶν ῾Αγίων Συνόδων.Ο Πάπας ἀπεσχίσθη καὶ ὀφείλει νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν Μίαν Πίστιν, τὴν ὁποίαν παρεχάραξαν· εἰς τὸ ῝Εν Βάπτισμα, τὸ ὁποῖον κατήργησαν καὶ τὸ ἀντικατέστησαν μὲ ράντισμα καὶ ἐπίχυσιν ὕδατος· καὶ εἰς τὰ Δόγματα καὶ ῾Ιερὰς Παραδόσεις, τὰς ὁποίας τελείως κατεφρόνησαν.Καὶ ἐὰν θέλουν Διαλόγους καὶ συζητήσεις, αὐτὰ πρέπει νὰ γίνουν ἐπάνω εἰς τὸ Σύμβολον τῆς Πίστεως εἰς δέκα λεπτὰ τῆς ὥρας:Συμφωνεῖτε; ἀποπτύετε τὴν πλάνην καὶ τὰς αἱρέσεις σας; ἐπι- στρέφετε εἰς τὸν Θεὸν καὶ τὴν ῾Αγίαν ᾿Εκκλησίαν; Σᾶς δεχόμεθα. Δὲν δέχεσθε; πηγαίνετε ἐκεῖ ποὺ σᾶς στέλλουν οἱ ῞Αγιοι ᾿Απόστολοι, οἱ ῞Αγιοι Πατέρες καὶ αἱ ἑπτὰ Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι, εἰς τὸ ἀνάθεμα᾿᾿.Λοιπόν, ἀγαπητέ μοι, ὁ ἱερεὺς ποὺ σᾶς ὡμίλησε διὰ τὴν ἕνωσιν καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι συνελειτούργησε μὲ τὸν καθολικὸν ἱερέα, δὲν εἶναι ᾿Ορθόδοξος ἱερεύς· ἀπὸ τὴν στιγμὴν ποὺ ἐδέχθη καὶ συνελει- τούργησε μὲ αἱρετικόν, εἶναι ψευδοϊερεύς, προδότης τῆς πίστεώς του.Προσέχετε ἀπὸ τοὺς τοιούτους, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται μὲ δέρμα προβάτου, ἀλλὰ ἔσωθεν εἶναι λύκοι ἅρπαγες...Μετὰ πατρικῆς ἀγάπης καὶ εὐχών!


Πηγή: Περιοδικό «῾Ο ῞Οσιος Φιλόθεος τῆς Πάρου», 
ἀριθ. 13/᾿Ιανουάριος-᾿Απρίλιος 2005, σελ. 179-181, 
Θεσσαλονίκη

 † ᾿Αρχιμανδρίτης Φιλόθεος Ζερβάκος

              

Η ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ


 

 


 Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. 

Ἀμήν!

Σήμερα, ἀδελφοί καί ἀδελφές, εἶναι ἡ ἁγία Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, μία ἀπό τίς πενήντα δύο Κυριακές τοῦ ἔτους πού ὀνομάζεται Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας.

Μεγάλη καί ἁγία Κυριακή. 

Κυριακή, κατά τήν ὁποία ἑορτάζεται ἡ νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας ἐναντίον κάθε ψεύδους, ἐναντίον κάθε ἀναλήθειας, ἐναντίον κάθε αἱρέσεως, ἐναντίον κάθε ψευδοθεοῦ· 

νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας ἐναντίον κάθε ψευδοῦς διδασκαλίας, ἐναντίον κάθε ψευδοῦς φιλοσοφίας, ἐπιστήμης, πολιτισμοῦ, εἰκόνος. Ἁγία νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας.

 Καί αὐτό σημαίνει ἁγία νίκη τῆς Παναληθείας.

 
 

 

Ποιός ὅμως εἶναι ἡ Παναλήθεια σέ αὐτόν τόν κόσμο; Ποιός εἶναι ἡ Ἀλήθεια σέ αὐτόν τόν κόσμο; Αὐτός πού εἶπε γιά τόν ἑαυτό Του: Ἐγώ εἰμί ἡ ἀλήθεια! Ὁ Ἰησοῦς Χριστός.Ὁ Θεός ἐν σαρκί. Νά, αὐτή εἶναι ἡ Ἀλήθεια στόν γήινο κόσμο μας, αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια γιά τόν ἄνθρωπο. «Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί».Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ἔλαβε σῶμα, ὥστε μέ τό σῶμα μας νά εἰπῇ σέ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους τί εἶναι ἀλήθεια, πῶς ζῆ κανείς ἐν ἀληθείᾳ, πῶς πεθαίνει γι’ αὐτήν, καί πῶς δι’ αὐτῆς ζῆ αἰωνίως. Ὁ Χριστός συνεκέντρωσε ὅλες τίς ἀλήθειες καί μᾶς ἔδωσε τήν Παναλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας. [σελ. 81-82]Ὅταν ὁ Θεός κατέβηκε σέ αὐτόν τόν κόσμο, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, Αὐτός ἔγινε ὁρατός γιά μᾶς τούς ἀνθρώπους. Ὁ Θεός ἔγινε ὁρατός. Καί ἐμεῖς βλέποντάς Τον, στήν πραγματικότητα βλέπουμε τόν Ζῶντα Θεό. Αὐτός εἶναι ἡ ζῶσα Εἰκών τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο.Διαφυλάσσοντας τήν ζῶσα Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ σέ αὐτόν τόν κόσμο, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διεφύλαξε τόν ἄνθρωπο, διεφύλαξε τόν Χριστό ὡς ἄνθρωπο. Ὁ ἴδιος ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά βρῆ σ’ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους τήν θεία Εἰκόνα, τήν ζῶσα θεία Εἰκόνα, τήν ὁποία ἐμεῖς ἀμαυρώσαμε μέ τίς ἁμαρτίες καί τά πάθη, τήν παραμορφώσαμε, τήν καταξέσαμε ὅλη μέ τήν ἁμαρτωλή ζωή μας.Ὅπως λέγεται στούς θαυμάσιους ἐκκλησιαστικούς ὕμνους, ὁ Κύριος κατέβηκε σέ αὐτόν τόν κόσμο, ἔγινε ἄνθρωπος, «ἵνα τήν ἑαυτοῦ ἀναπλάσῃ Εἰκόνα», νά ἀνακαινίσῃ τήν Ἰδική Του Εἰκόνα στόν ἄνθρωπο· «φθαρεῖσαν τοῖς πάθεσι», πού ἐφθάρη δηλαδή μέ τά ἐλαττώματά μας καί μέ τίς ἁμαρτίες μας, καί ὁ ἄνθρωπος ἔγινε μία παραμορφωμένη, μία δύσμορφη, εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Καί ὁ Θεός, κατεβαίνοντας σέ αὐτόν τόν κόσμο σάν καθαρή, ὁλοκάθαρη Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὡς Θεός, ἔδειξε τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τί εἶναι ὁ τέλειος ἄνθρωπος, πῶς πρέπει νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος σέ αὐτόν τόν κόσμο. [σελ. 83]Πῶς πρέπει νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος σέ αὐτόν τόν κόσμο;Ἐμεῖς σέ αὐτόν τόν κόσμο πραγματικά πολεμᾶμε, συνέχεια πολεμᾶμε γι’ αὐτήν τήν θεία Εἰκόνα πού εἶναι μέσα στήν ψυχή μας.Ποιός μᾶς τήν κλέβει;Ὅλοι οἱ εἰκονομάχοι.Πρῶτος εἰκονομάχος εἶναι ἡ ἁμαρτία. Ἡ ἁμαρτία δέν θέλει τόν Θεό. Δέν θέλει τόν Θεό οὔτε μέσα στόν ἄνθρωπο, οὔτε μέσα στόν κόσμο γύρω ἀπό τόν ἄνθρωπο. Καί διά τῆς ἁμαρτίας κατεξοχήν εἰκονομάχος εἶναι ὁ Σατανᾶς καί οἱ ἄγγελοί του, οἱ ἀπαίσιοι δαίμονες. Ἐκεῖνοι εἶναι πού κλέβουν τήν ψυχή μας, πού σωρεύουν ἁμαρτίες στήν ψυχή μας καί κατακαλύπτουν τήν θεία Εἰκόνα πού εἶναι μέσα μας. Μέ τό μαῦρο κατράμι τῆς ἁμαρτίας ἀλοίφουν τήν θεία Εἰκόνα πού εἶναι μέσα στήν ψυχή μας. Καί ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ζῆ ἀμετανόητος μέσα στήν ἁμαρτία, ὅταν δέν πολεμᾶ κατά τῶν ἁμαρτιῶν του, ὅταν μένει σέ αὐτές, ὅταν δέν τίς ἐξομολογῆται, τί ἀπομένει ἀπό τήν ψυχή του; Ἀπομένει ἡ θεία Εἰκόνα πασαλειμένη μέ τό μαῦρο πῦον τῆς ἁμαρτίας, τῶν παθῶν, τοῦ θανάτου. Φρικτό θέαμα, φοβερή ντροπή!Τί σημαίνει λοιπόν νά εἶσαι Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ;Σημαίνει, ἀδελφοί, τό ἑξῆς:Ἐμεῖς ἔχουμε νοῦ, ἀλλά ὁ νοῦς μας εἶναι εἰκόνα τοῦ νοῦ τοῦ Θεοῦ μέσα μας.Ἐμεῖς ἔχουμε θέλησι, ἀλλά ἡ θέλησις εἶναι εἰκόνα τῆς θελήσεως τοῦ Θεοῦ μέσα μας.Ἐμεῖς ἔχουμε αἴσθησι, ἔχουμε καρδιά, ἀλλά αὐτά εἶναι εἰκόνα θείων αἰσθήσεων μέσα μας.Ἐμεῖς ζοῦμε σέ αὐτόν τόν κόσμο, ἀλλά αὐτό εἶναι εἰκόνα τῆς ζωῆς τοῦ Θεοῦ.Ἐμεῖς εἴμαστε ὡσάν εἰκόνες τοῦ Θεοῦ ἀθάνατες, ἀλλά αὐτό εἶναι εἰκόνα τῆς ἀθανασίας τοῦ Θεοού.Ὁ Θεός μᾶς ἔπλασε θεοειδεῖς, γιά νά ζοῦμε μέσα σέ αὐτόν τόν κόσμο δι’ Αὐτοῦ, γιά νά σκέπτεται πάντοτε ὁ νοῦς μας: πρόσεχε ἀπό Ποιόν εἶσαι, εἶσαι ἀπό τόν Θεό, νά κάνῃς καθαρές σκέψεις, σκέψεις θεϊκές.Τότε τό θέλημά μας εἶναι τέλειο καί ὑγιές, ὅταν εὐθυγραμμίζεται πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, πρός τό πρωτότυπό του. Ἡ αἴσθησίς μας τότε εἶναι καθαρή, ὑγιής, θεϊκή, ὅταν εὐθυγραμμίζεται πρός τήν αἴσθησι τοῦ Θεοῦ.[σελ. 87]Ἄς μᾶς καθαρίσῃ Αὐτός ἀπό κάθε ἁμαρτία, ἀπό κάθε πάθος, ἀπό κάθε θάνατο. Ἄς μᾶς ἐλευθερώσῃ ἀπό κάθε διάβολο, γιά νά μποροῦμε νά εἴμαστε πραγματικά ζῶσες εἰκόνες τοῦ Θεοῦ, γιά νά μπορῇ ὁ ἄνθρωπος νά εἶναι ἐπί τῆς γῆς ἕνα θεῖο μεγαλεῖο.Ἄνθρωπε! Ἀδελφέ! Ποτέ μήν ξεχνᾶς ὅτι εἶσαι μικρός Θεός μέσα στήν λάσπη! Μέσα στήν λάσπη τοῦ σώματός σου ἐσύ ἔχεις τήν ζῶσα Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Πρόσεχε πῶς ζῆς. Πρόσεχε τί κάνεις μέ τήν Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ πού εἶναι μέσα σου. Πρόσεχε, –ἄνθρωπε! ἄνθρωπε! ἄνθρωπε! Διότι ἡ ζωή μας ξεκινᾶ ἀπό τήν γῆ καί καταλήγει στό πάμφωτο πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, γιά νά δώσουμε ἐκεῖ ἀπολογία τί κάναμε μέ τήν Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ὅσο ἤμασταν σέ αὐτόν τόν κόσμο.Εὔχομαι ὁ Ἀγαθός Κύριος νά χαρίσῃ στήν καρδιά τοῦ καθενός μας ὅλα τά οὐράνια δῶρα, ὅλες τίς εὐαγγελικές ἀρετές: τήν πίστι καί τήν ἀγάπη καί τήν ἐλπίδα καί τήν προσευχή καί τήν νηστεία καί τήν ὑπομονή καί τήν πραότητα καί τήν ταπείνωσι, ὥστε νά μπορέσουμε νά ἀντέξουμε ὅλο αὐτόν τό φοβερό ἐπίγειο ἀγῶνα, νά διαφυλάξουμε στήν ψυχή μας τήν θεία μορφή καί νά μετατεθοῦμε ἀπό τόν κόσμο αὐτό πρός τόν Ἀναστάντα Κύριο σέ ἐκεῖνο τόν κόσμο.

 

 

 

 Ἀλλά μέχρι τότε ἡ ἁγία νηστεία ἄς μᾶς ὁδηγῇ πρός τό Ἅγιον Πάσχα, 

τήν Ἁγία Ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ, 

γιά νά προσκυνήσουμε, ὅσο εἴμαστε ἀκόμη μέ τό σῶμα μας, 

Αὐτόν, τόν Ἀναστάντα Κύριο, τόν Νικητή τῆς ἁμαρτίας, τοῦ θανάτου καί τοῦ διαβόλου,

 Αὐτόν πού ἐξασφάλισε τήν Αἰώνιο Ζωή γιά τό σῶμα μας καί γιά τήν ψυχή μας.Σέ Αὐτόν, 

μόνο σέ Αὐτόν, ἀποκλειστικά σέ Αὐτόν, ἀνήκει αἰώνιος δόξα καί τιμή, 

νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. 

Ἀμήν!

 


 Πηγή. anavaseis 

                                                                                               

 π. Ιουστίνος Πόποβιτς


Δευτέρα 3 Μαρτίου 2014

ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ ΕΚΠΟΙΗΣΗΣ ΑΞΙΩΝ




Κύριε τῶν Δυνάμεων, μεθ᾿ ἡμῶν γενοῦ,
ἄλλον γὰρ ἐκτός Σου βοηθόν, ἐν θλίψεσιν οὐκ ἔχομεν



Η Τηλεόραση πλέον είναι ο απόλυτος κυβερνοχώρος των ποιούμενων συνειδήσεων, ερτζιανές τελετές μαγείας στον τράχηλο του αποστασιοποιημένου Έλληνα, ο επίβουλος οφθαλμίσκος του big damned brother. Τα τηλεοπτικά σκουπίδια εναποτίθενται επιμελώς σε διακοσμημένο κάδο εκπομπών, με πλουμιστό περιτύλιγμα και κόκκινο, αστραφτερό φιόγκο, προσφέροντας αφιδώς άρτον και θεάματα για την καρμποναρισμένη μάζα, που περιλαμβάνει αριθμόγραμμους, άβουλους ανθρώπους. Πιστοποιείται με ακρίβεια, πως στον ολοκληρωτισμό ενός άτυπου, εκφασισμένου καθεστώτος, τα χαμηλά, ως και ανύπαρκτα ποιότητας, τηλεοπτικά προγράμματα προκαλούν πνευματική, λοιμώδη σηψαιμία και συνειδησιακή, ψυχική αρτηριοσκλήρωση. Η επέλαση του λαοφιλούς, μιλιταριστικού νεοκεμαλισμού στα ελληνικά ερτζιανά δεν είναι περισσότερο ανησυχητική, από την εξ'ολοκλήρου αποδοχή της, μετά βαίων και κλάδων από το φιλοθεάμον, ενχώριο κοινό.

 

Μια τηλεοπτική παρένθεση βέβαια είναι αυτή. Δεκαετίες ολόκληρες, η τηλεόραση ήταν η Ηνωμένη, Πολιτειακή, Αμερικανίς, που σουλάτσαρε με μια αρωματική μαστίχα στο μάτι του ακόρεστου, βουλιμικά συνέλληνα. Σήμερα, ως παγκοσμιοποιημένη θεραπενίδα έχει αναλάβει με ανέκφραστο ζήλο, το συνειδησιακό μασάζ του καναπεδάτου, προδομένου Έλληνα. Κι αυτή είναι η μεγαλόπνοη επιτυχία... Μια κατάσταση nirvana είναι πολύ πιο αποτελεσματική από έναν de facto προσδιορισμό. Η υπνηλία γενικώς είναι δηλωτική φαρμακευτικών παρενεργειών ή κατασταλτικών μέσων επιθυμητής συμπεριφοράς. Ως εκ τούτου, τα συνεχή ποδόσφαιρα της Χούντας, ωχριούν σήμερα, μπροστά σε αρσενικοθύλυκες εκπομπές, σε θηλυπρεπέστατες παρουσίες και σε τριτόφυλες αναγωγές. Το ελληνικό προτεκτοράτο, ως αυτοφυές μέλος της ευρωπαικής παγκοσμιοποίησης συμμετέχει ενεργά στον καθορισμό, την καθυπόσταση και την εν δυνάμει οριστικοποίηση του νεοποχίτικου ανθρώπου, ο οποίος πλέον θα λογίζεται, ως άφυλος, σεξιστικός,άθεος, αδυσώπητα σκληρός και κατευθυνόμενα άβουλος. Η αβουλία και η μαζικοποίηση είναι ολόκληρη βιομηχανία εκποίησης αξιών και ευτελισμένων ηθών. Η ελληνική τηλεόραση, ως μικρογραφία αυτού του διακυβερνητικού inteligence service, τί παράγει; Άφυλους ανθρώπους, πλαστικά προγράμματα και επιχορηγούμενες, ΚΥΠίστικες ειδήσεις. Λειτουργεί πλέον, ως το Α2 γραφείο πληροφοριών του Μανιαδάκη και ως παράρτημα των κεντρικών γραφείων της οδού Κατεχάκη. Πόσα κανάλια προβάλλουν σήμερα, Χριστό, Ορθοδοξία, Ιστορία και Πολιτισμό; Ελάχιστα. Η κατασκευή ειδήσεων είναι μια περίπλοκη χειροτεχνία εκούσιων αυτοσχεδιασμών. Παλιότερα το Κόμμμα τις καθόριζε, σήμερα η νεοταξική νομενκλατούρα τις εξυφαίνει. Πώς; Με την μέθοδο της τεκτονικής πυραμίδας, όπου δεν γνωρίζει ποτέ ο αναβαθμιζόμενος μασόνος, ποιός είναι ο προϊστάμενός του, κι εκείνος πάλι, δεν γνωρίζει τον δικό του... Στα Megάλα κανάλια υπάρχουν άνθρωποι τέτοιοι, που δίνουν τις κατευθυντήριες γραμμές. Κι όπως υπάρχουν δημοσιογράφοι - μαριονέτες δια πάσαν νόσον,έτσι υπάρχουν -δυστηχώς- και στημένοι, κυβερνητικοί γραφιάδες δια πάσαν μαλακίαν, όπου βεβαίως μαλακία λογίζεται η πνευματική αρρώστεια. Τρανταχτά ονόματα της ελληνικής δημοσιογραφίας, που φιγουράρουν ανελιπώς από τις οικογενειακές οθόνες έχουν βίο, εκ διαμέτρου αντίθετο από αυτό που δείχνουν... Πολλοί εξ' αυτών, επιχορηγούνται μηνιαίως, ως δημόσιοι υπάλληλοι υπουργίων, έχουν τις δικές τους άκρες με κυβερνητικούς αξιωματούχους και βεβαίως μια καλή, διαβαθμισμένη θέση ανάμεσα στους τέκτονες... Οι αποφάσεις της στοάς, μέσω αυτών, των κατ' ευφημισμόν, μεγάλων συντακτών, περνάει ανώδυνα στα δελτία ειδήσεων των 8.00 ή των 12.00. Κι αν νομίζει κανείς, πως το ενδιαφέρον των νεοταξικών εντολέων είναι αποκλειστικά οι κατευθυνόμενες ειδήσεις, δυστηχώς πλανάται οικτρώς. Στις βασικότερες επιδιώξεις τους είναι η αναγόρευση του λεγόμενου, τρίτου φύλου, ως μια καθ' όλα φυσιολογική κατάσταση στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Η τηλεόραση έχει -από χρόνια- γεμίσει ασφυκτικά, από άσχετους δημοσιογραφικά, ομοφυλόφιλους, που έτσι απλά, απλούστατα, δημιουργούν τα δικά τους γλυκανάλατα σκετσάκια, στα γνωστά σοροπιαστά ''μεσημεράδικα'. Υπάρχει το γνωστό γκέτο των ομοφυλόφιλων, που κι αυτοί προωωθούν με την σειρά τους δικούς τους, επίδοξους συντάκτες. Δημιουργούν λοιπόν τεχνιέντως, ανώμαλους ανθρώπους, χωρίς ηθικούς φραγμούς και συνειδησιακές αναστολές. Αυτά τα πρότυπα λανσάρονται, ως ο άνθρωπος του κοντινού μέλλοντος, ένας κατ' ουσίαν μεταλλαγμένος χοικός, που ρομποτοποιείται ακριβώς, όπως τον θέλει ο διακυβερνητικός κατασκευαστής του. Τα αποτελέσματα αυτών των χειρουργικών επεμβάσεων στο ανενεργό μυαλό των άβουλων ανθρώπων έχουν ήδη άρχίσει, να εκφαίνονται. Άνθρωποι - τέρατα, που αποστασιοποιούνται δια παντός από την Πίστη, που αγνοούν παντελώς την Ιστορία τους και που κομπάζουν περισσώς για τον προγονικό Πολιτισμό τους. Παιδεία χειρουργικά ανάπηρη, Ιστορία που πάσχει βαρέως από γεροντική άνοια ή και ολοκληρωτική παράνοια, Πολιτισμός σαλαμοποιημένος και ταριχευμένος και μια Οικογένεια που έχασε πλέον το Μαζί και πορεύεται ησύχως με τα Εγώ των συνυπαρχόμενων μελών της. Αυτή είναι δυστηχώς η αδυσώπητα σκληρή πραγματικότητα... Όπως, υπάρχει και η άλλη... του Θεού μας! Που για λίγη μετάνοια των κατ' εικόνα ανθρώπων, ο Χριστός μας μπορεί σε μια στιγμή, ν' ανατρέψει αυτήν την ταινία θρίλερ που ζούμε, ένα film Noir, που οι πρωταγωνιστές τους ζουν επικινδύνως την ζωή που ετοίμασαν για αυτούς, τους εαυτούς τους. Αν δεν καταλάβουμε, πως η προοπτική του Παραδείσου περνάει μέσα από την επιμελή διακονία του συναμαρτούντος αδελφού μας, Χριστό δεν θα δούμε στα μάτια μας.

 


Κι αυτή η διακονία στον αδελφό μας περιλαμβάνει τον Έλαιον και Οίνον της Αναστάσιμης Αγάπης μας. Η αξιόφρονη όμως διακονία προυποθέτει την πνευματική μας πληρότητα. Χριστιανούς στα λόγια βρίσκεις πολλούς. Χριστιανούς όμως, που ζουν την μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας λίγους. Η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή που ξεδιπλώνεται μπροστά μας είναι μια τέτοια ευκαιρία προσέγγισης στα μυστήρια της Τρισηλίου Θεότητας. Χωρίς μυστήρια ο άνθρωπος δεν σώζεται. Ανοξομολόγητοι, ακοινωνούντες, μα προπαντώς αμετανόητοι, καθεύδουμε σε βέβαιο θάνατο, που κατευθύνεται με εκπληκτική βουλιμία πάνω μας. Ο Χριστός μας να δώσει, να διέλθουμε την Σαρρακοστή του Πάσχα, ως ανυπόκριτοι πρωταγωνιστές και ως αυθεντικοί εραστές της Εσταυρωμένης Αγάπης μας. Να καθίσουμε κάποτε στο Γαμήλιο Τραπέζι της Άνω Ιερουσαλήμ, ως μετανοημένοι πόρνοι, ως αλλαγμένοι Χριστοκτόνοι, ως συγχωρούντες χριστιανοί!

Γιώργος  Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος

ΙΚΕΤΗΣ ΣΤΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟ ΤΗΣ ΣΥΓΧΩΡΗΣΕΩΣ




ΣΤΟΝ ΕΣΠΕΡΙΝΟ ΤΗΣ ΣΥΓΧΩΡΗΣΕΩΣ


 ῾Ο ᾿Αντώνης ὁ Μητσάκος ἦταν σκληρός ἄνθρωπος. 

Αὐτό τό ἄκουσα πολλές φορές ἀπό πολλούς. 

Κακός ὅμως δέν ἦταν. 

Κι αὐτό τό ἄκουσα. Κανέναν ποτέ δέν ἀδίκησε καί ἦταν καί φιλάνθρωπος. 

῞Ενα σωρό ἄνθρωποι, κατά πώς λέγανε, εὐεργετήθηκαν ἀπό τόν ᾿Αντώνη καί τοῦ χρωστοῦσαν μεγάλη χάρη.

Κι ὅμως, ὁ ᾿Αντώνης ὁ Μητσάκος ἦταν σκληρός, πολύ σκληρός σ᾿ ὅποιον τοῦ ἔφταιγε.

«Δέν μπαίνω στά χωράφια κανενός», ἔλεγε στρίβοντας τό μουστάκι του, «καί δέ θέλω νά μπαίνει κανείς στά δικά μου». 

Κι ὅταν ἔλεγε «χωράφια» ἐννοοῦσε καθετί πού τόν ἀφοροῦσε.

Μέ τόν πατέρα μου παλιότερα ἦταν πολύ καλοί φίλοι, μά κάποτε ψυχράθηκαν. 

Δηλαδή ὁ κυρ-᾿Αντώνης ψυχράθηκε, ἐπειδή ὁ πατέρας μου τόλμησε σάν φίλος νά τόν συμβουλεύσει νά ἀφήσει τόν Μιχάλη, τόν γιό του, νά σπουδάσει δάσκαλος, πού ἦταν τό ὄνειρό του καί ὄχι πολιτικός μηχανικός, πού τόν ἤθελε ὁ πατέρας του.



Τέλος πάντων, αὐτός ὁ καλός -κατά τά ἄλλα- ἄνθρωπος βρέθηκε νά εἶναι κακιωμένος μέ τό μισό χωριό. ῎Οχι πού δέν τόν στενοχωροῦσε αὐτό, ὄχι πού δέν ἤθελε νά τά ἔχει μέ ὅλους καλά, μά νά, τό θεωροῦσε θέμα ἀξιοπρέπειας νά κρατᾶ πόζα καί τουπέ σ᾿ ὅποιον θεληματικά ἤ ἀθέλητα τοῦ ἔφταιξε.Στό χωριό μου ἐκεῖνα τά χρόνια δικό μας παπά δέν εἴχαμε. Μᾶς ἔστελναν ὅμως τίς Κυριακές καί τίς μεγάλες γιορτές ἱερέα καί μᾶς λειτουργοῦσε. Καί εἶναι ἀλήθεια πώς ὁ κόσμος τοῦ χωριοῦ μου τήν ἀγαποῦσε τήν ἐκκλησία καί κάθε φορά πού τελείωνε ἡ Λειτουργία, ἐκεῖ στήν αὐλή, οἱ μεγάλοι ἔκαναν πάντα τήν ἴδια συζήτηση. «Νά ᾿χαμε ἕναν δικό μας παπά! Νά ᾿χαμε ἕναν μόνιμο ἱερέα στό χωριό μας!»Καί ἐπειδή τίς ὄμορφες καί εὐσεβεῖς ἐπιθυμίες τίς ἀκούει ὁ Θεός, μᾶς ἔδωσε νά ἔχουμε τόν δικό μας παπά. Τόν θυμᾶμαι τήν πρώτη μέρα πού ἔφτασε μέ τή γυναίκα του καί τά τρία του παιδιά. Τόσο νέο ἱερέα μέ τόσο μαύρη γενειάδα πρώτη φορά ἔβλεπα. ῞Οταν πρωτολειτούργησε στήν ἐκκλησιά μας, ἦταν -τό θυμᾶμαι πολύ καλά- ἀρχή τοῦ Τριωδίου. Κάτι μᾶς εἶπε στό κήρυγμα γιά τόν Τελώνη καί τόν Φαρισαῖο μά, γιά νά εἶμαι εἰλικρινής, δέν θυμᾶμαι οὔτε λέξη. ᾿Εκεῖνο γιά τό ὁποῖο μπορῶ νά μιλήσω μέ σιγουριά εἶναι ὅτι κάθε φορά ἔβγαζε λόγο, πράγμα πρωτόγνωρο γιά τό χωριό μου, καί ὅτι μετά στήν αὐλή ὅλοι μιλοῦσαν μέ θαυμασμό καί εὐχαρίστηση γιά τόν νέο παπά.῾Ο π. Πέτρος σέ λιγότερο ἀπό ἔνα μήνα μᾶς εἶχε ἀγαπήσει καί εἶχε ἀγαπηθεῖ ἀπό μᾶς. Τήν τελευταία Κυριακή πρίν ἀπό τήν Καθαρά Δευτέρα, μόλις τελείωσε τό κήρυγμά του, μᾶς παρακάλεσε νά ξαναμαζευτοῦμε τό ἀπόγευμα στίς 5.00 ἡ ὥρα, γιά νά κάνουμε ὅλοι μαζί τόν ῾Εσπερινό τῆς Συγχωρήσεως. Οἱ χωριανοί μου κοιτάχτηκαν μέ ἀπορία. Πρώτη φορά ἄκουγαν γιά τήν ὕπαρξη ἑνός τέτοιου ῾Εσπερινοῦ. Θέλω νά σᾶς παρακαλέσω, ἀδελφοί μου, ἱκέτευσε μέ τή θερμή νεανική φωνή του ὁ π. Πέτρος, νά ᾿ρθεῖτε ὅλοι, ἀπό τόν πιό μικρό μέχρι τόν πιό μεγάλο. Δέ θά ἤθελα νά λείπει κανείς.Θές ἡ περιέργεια γιά τήν καινούργια ἀκολουθία πού δέν ξέραμε, θές ἡ ἐπιθυμία νά μή λυπήσουμε μέ τήν ἀπουσία μας τόν νέο μας παπά, μᾶς ἔφεραν ὅλους ἀνεξαιρέτως στόν ῾Εσπερινό.Πολλά πράγματα ἀπό τόν ῾Εσπερινό δέν καταλάβαινα, οὔτε καί τίς εὐχές πού διάβαζε μέ τόση κατάνυξη ὁ ἱερέας καταλάβαινα, ἀφοῦ ἤμουν ἀκόμη παιδί. ῎Ενιωσα ὅμως μέσα σέ κείνη τή γεμάτη θεϊκό θάμπος ἀτμόσφαιρα πώς κάτι ξέχωρο, κάτι συγκλονιστικό ζοῦσαν οἱ μεγάλοι. Μίλησε καί πάλι ὁ π. Πέτρος, κι ἐγώ κρεμάστηκα ἀπό τά χείλη του. Μᾶς διηγήθηκε, θυμᾶμαι, τήν ἱστορία τοῦ ἁγίου Διονυσίου, πού συγχώρεσε τόν φονιά τοῦ ἀδελφοῦ του, καί εἶδα γιά πρώτη φορά δάκρυα ἱερέα νά βρέχουν τά γένια του.- Δέν σᾶς γνωρίζω ἀκόμη καλά, ἀδελφοί μου, κατέληξε ὁ ἱερέας, μά κι ἄν μιά μέρα ἦταν ἡ ζωή μας σέ τούτη τή γῆ σέ κάποιον θά φταίγαμε, κάποιον θά λυπούσαμε. Γι᾿ αὐτό ἀπόψε, σᾶς παρακαλῶ, νά συγχωρεθοῦμε ὅλοι, νά μποῦμε καθαροί, πεντακάθαροι, στήν ἁγία Σαρακοστή.Γύρισα αὐθόρμητα καί κοίταξα τόν κυρ-᾿Αντώνη. Τά δάκρυά του εἶχαν φτάσει ὥς τά μουστάκια του.- Λοιπόν, ἐξακολούθησε ὁ παπάς, θά περάσετε ὅλοι πρῶτα ἀπό μένα κι ὕστερα ἀπ᾿ ὅλους τούς συγχωριανούς σας γιά νά συγχωρεθοῦμε.- Πρῶτος ἐγώ, πάτερ μου, πρῶτος ἐγώ, γιατί ἐγώ ἔχω νά συγχωρεθῶ μέ τούς περισσότερους.Γυρίσαμε ὅλοι ξαφνιασμένοι καί κοιτάξαμε τόν πιό σκληρό ἄνθρωπο τοῦ χωριοῦ, τόν ᾿Αντώνη τόν Μητσάκο, πού ἤδη προχωροῦσε κι ἔφτανε μπροστά στήν ῾Ωραία Πύλη ὅπου στεκόταν ὁ ἱερέας. ῎Εκανε μιά ἐδαφιαία μετάνοια μπροστά στόν παπά καί τοῦ φίλησε τό χέρι. ῞Υστερα γύρισε καί μᾶς κοίταξε ὅλους μέ μάτια δακρυσμένα.- Χωριανοί, συγχωρέστε με γιά ὅλα ὅσα σᾶς ἔφταιξα, μά πιό πολύ γιατί δέν ἤθελα νά συγχωρῶ.Ενας ψίθυρος χαρούμενος ἀκούστηκε καί τότε ἄνοιξαν οἱ ἀγκαλιές. Εἶδα τόν κυρ-᾿Αντώνη στήν ἀγκαλιά τοῦ πατέρα μου κι ὕστερα στήν ἀγκαλιά τοῦ ἀδελφοῦ του. Πέρασε ἀπό ἀγκαλιά σέ ἀγκαλιά, ἔσφιξε χέρια, φίλησε παιδιά καί στό τέλος πῆγε καί στάθηκε μπροστά στή γυναίκα του.- Πολύ σέ παίδεψα, γυναίκα, τῆς εἶπε, συγχώρα με κι ἄς μέ συγχωρέσει κι ὁ Θεός.


  
Από κείνη τή χρονιά κι ἀπό κεῖνον τόν ῾Εσπερινό τῆς Συγχωρήσεως, μικροί μεγάλοι ξέραμε πιά πώς στό χωριό μας κάθε ἔχθρα, σοβαρή ἤ ἀσήμαντη, θά ἔσβηνε τό πολύ σ᾿ ἕνα χρόνο. 
῾Η ἀλήθεια βέβαια εἶναι πώς ὁ π. Πέτρος, ἄγρυπνος πάντα πάνω στό ποίμνιό του, δέν ἄφηνε τίς καταστάσεις νά χρονίσουν.
 Μά ἦταν κι ὁ ᾿Αντώνης ὁ Μητσάκος πού πλάι στόν παπά ἔτρεχε νά φιλοτιμήσει, νά παροτρύνει, νά συμβουλεύσει. 
Κι ἄν κάπου ἔβρισκε ἀντίσταση, δέν τά ἔχανε οὔτε τά παρατοῦσε. 
«Σκληρότερη πέτρα ἀπ᾿ τήν καρδιά μου», ἔλεγε, «δέν ὑπῆρχε· κι ὅμως ὁ Χριστός τήν ἔσπασε καί τήν ἔκανε πηλό.»
Κι ἄκουγα πολλούς νά λένε ἀπό τότε πώς «ὁ ᾿Αντώνης ὁ Μητσάκος μέ φίλιωσε μέ τόν τάδε», κι ὅλο τό χωριό τόν σεβόταν καί τόν ἀγαποῦσε. 
Μά πιό πολύ, θαρρῶ, πώς τόν ἀγαποῦσε ὁ παπάς.


Πηγή: Απολύτρωσις.
                                               

                                                        Ε.Β.

                                                                         

Print Friendly and PDF