ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 12ο (2013 - 2025)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Σάββατο 30 Αυγούστου 2014

ΑΓΙΟΤΗΣ ΑΓΙΟΣ ΚΑΙ Ο ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΘΕΩΣΗΣ


 


Η αγιότητα είναι βασική ιδιότητα της ενέργειας και της φύσε­ως του Θεού.
 Σημαίνει απουσία κάθε ίχνους κακίας, στην οποιαδήποτε μορφή της, από την πανακήρατη φύση.
 Ο Θεός είναι οντολογικά άγιος, διότι η ουσία του είναι «φύσει αγα­θή». 
Η κακία αφ’ έτερου είναι οντολογικά ανύπαρκτη. 
Δεν ανήκει στην κλίμακα των υπαρκτών όντων, αλλά είναι επιφαινόμενο. 
Φαίνεται, δεν είναι,
 και λαμβάνει την υπόστασή της εκεί, όπου τα λογικά όντα απομακρύνονται ελεύθερα από το Θεό. 
Όπου απουσιάζει το αγαθό, εκεί εμφανίζεται η αμαρτία, η όποια εξαφανίζεται, όταν εμφανιστεί πάλιν εκείνο (το αγαθό). 
Έτσι και το φως, όταν αναχωρεί, παραχωρεί τη θέση του στο σκοτάδι, το οποίο με τη σειρά του αφανίζεται, όταν επανεμφανιστεί ε­κείνο.
Στο στάδιο της θείας οικονομίας, η αγιότητα του Θεού είναι η θεία του ενέργεια στην πολλαπλή σχέση της προς τις ελεύθερες πράξεις των λογικών κτισμάτων. 
Από τη θεία ενέργεια απορρέει και προς αυ­τήν αναφέρεται κάθε ιδέα κτιστής αγιότητας. 
Ο Θεός, ως δημιουργός, 
έθεσε στα όντα την ηθική τάξη και τους ηθικούς νόμους του την τήρη­ση των οποίων απαιτεί, τιμωρώντας 
τις όποιες παραβάσεις τους.


 


Από την άποψη αυτή ο Θεός είναι δίκαιος, και κατ’ επέκταση κριτής των ηθικών ενεργειών των πλασμάτων του.Στο μυαλό μας η αγιότητα του Θεού νοείται σε συνδυασμό με την ηθική ποιότητα των ενεργειών του ανθρώπου. Ό,τι κακό παρατηρείται σ’ αυτόν, το απομακρύνουμε από την καθαρή και αμόλυντη θεία φύ­ση.Ως γνωστόν, με τον τρόπο αυτό δουλεύει η άποφατική θεολογία, η όποια αφαιρεί από την ουσία του Θεού κάθε τι το κακό, ατελές και άναγνο, που παρατηρείται στην ηθική περιοχή του όντος.Διά των α­φαιρέσεων φθάνουμε στην απόλυτη τελειότητα του Θεού. Η αγιότη­τα είναι έκφραση της τελειότητας αυτής.Ο Θεός είναι άγιος. Έτσι τον είδαν και τον έψαλλαν οι άγγελοι σύμ­φωνα με το όραμα του Ησαΐα: «Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πάσα η γη της δόξης αυτού». Και επειδή ο Θεός δεν αρέσκεται σε υπερβολές (προς τί άλλωστε;), η αγιότητα του είναι εκφρασμένη απλά σε θετικό βαθμό. Όπως είναι εκφρασμένη και η α­γιότητα του Χριστού: «άγιοι γίνεσθε, ότι εγώ άγιος ειμί» (Α΄ Πέτρου α’, 16 [για τις παραπομπές στην Καινή Διαθήκη, μπορείς να μπεις εδώ]), και όπως και του Πνεύματος του Θεού, το οποίο προσωνυμείται απλά «άγιον» («Πνεύμα άγιον»), τόσο στη σειρά της Αγ. Τριάδος, όσο και στις πολλές μαρτυρίες της θείας Γραφής. Βέβαια υπάρχουν και προ­σωνυμίες σε βαθμό υπερθετικό: την Τριάδα αποκαλούμε «Παναγίαν» («Παναγία Τριάς ελέησον ήμας…»), όπως «Παναγία» προσαγορεύεται και η Μητέρα του Χριστού.Τα επισημαίνω αυτά, γιατί εδώ στη γη συμ­βαίνουν άλλα πράγματα…Το ιερό Σύμβολο της Πίστεως αποκαλεί την Εκκλησία «αγίαν»: «Εις μίαν, αγίαν, καθολικήν και αποστολικήν Εκκλησίαν». Την αγιότητά της η Εκκλησία αντλεί από την αόρατη και μυστική της κεφαλή, το Χριστό: «καθώς και ο Χριστός ηγάπησε την εκκλησίαν και εαυτόν παρέδωκεν υπέρ αυτής, ίνα αυτήν αγιάση…, ίνα παραστήση αυτήν εαυτώ ένδοξον την εκκλησίαν, μη εχουσαν σπίλον ή ρυτίδα ή τι των τοιού­των, αλλ’ ίνα η αγία και άμωμος» (Εφεσίους ε’ 26, 27). Περαιτέρω είναι αγία η Εκκλησία, γιατί και η χάρη του Αγ. Πνεύματος, που την εμπνέ­ει και την οδηγεί είναι αγία, όπως άγιος είναι και ο σκοπός της, δηλα­δή η αγιοποίηση των αμαρτωλών μελών της. Τη μεταφυσική αγιότητα της Εκκλησίας δεν μειώνει το γεγονός, ότι τα μέλη της, άνθρωποι α­τελείς και έμπερίστατοι, είναι αμαρτωλά. Γι’ αυτό ακριβώς υπάρχει η Εκ­κλησία, για ν’ αγιάζει τα ασθενή μέλη της και να τα οδηγεί στην ηθική και πνευματική τους τελειοποίηση.Άγια, τέλος, είναι και άλλα μεγέθη πνευματικά και υλικά. Άγιος είναι ο Νόμος του Θεού (Ρωμαίους ζ’, 12), ως συγκεκριμένη έκφραση του αγίου του θελήματος, η τήρηση του οποίου δεσμεύει κάθε άνθρωπο. Άγιες είναι οι θείες Γραφές (Ρωμ. α’ 2), στις οποίες είναι καταχωριμένη η αλήθεια, την οποία φανέρωσε στον κόσμο ο σαρκωθείς Λό­γος του Θεού. Άγιος είναι και ο χριστιανικός ναός μαζί με όσα υπάρ­χουν σ’ αυτόν, τα αφιερωμένα στη λατρεία του Θεού. Άγια είναι και τα ιερά μυστήρια, και προ πάντων η θεία Ευχαριστία, διά των οποίων αναγεννάται και τρέφεται πνευματικά ο άνθρωπος, και άλλα πολλά.Στο ηθικοπνευματικό πεδίο η αγιότητα εκφράζεται ως κατάσταση, στην οποία φτάνει ο άγιος, ως τέλειος και ολοκληρωμένος χριστια­νός. Είναι αγιότητα σχετική, συγκρινόμενη με την απόλυτη αγιότητα του Χριστού, τον οποίο δεν εσπίλωσε κανένα ίχνος αμαρτίας (Α΄ Πέτρ, β’ 22), και ο οποίος δεν είχε καν τη δυνατότητα ν’ αμαρτήσει, λόγω της συνθέσεως του θεανδρικού προσώπου του.Όπως εύκολα νοείται, η αγιότητα δεν είναι τέλεια από την αρχή και στατική, φυτευμένη στη φύση του ανθρώπου, αλλά κατάσταση δυνα­μική και εξιλεωτική. Δεν γεννιέται κανείς άγιος, αλλά γίνεται.Το πρώ­το αποτελεί αντίφαση.Αρετή και στάση είναι πράγματα αντιφατικά Για να γίνεις άγιος πρέπει να διανύσεις πολύ δρόμο να δουλέψεις ε­πίμονα κι εντατικά, φυσικά πάντοτε με τα όπλα του φωτός (Ρωμ. ιγ’ 12) και με τη χάρη του Θεού να πολεμήσεις την ευπερίστατη αμαρτία (Εβραίους ιβ’ 1) και τις μεθοδείες του διαβόλου (Εφεσίους ζ’ 11)· να καθαρί­σεις επιμελώς το σώμα και τη ψυχή σου από πάθη αμαρτωλά (Α’ Κορινθίους ζ’ 1), από επιθυμίες και σκέψεις και λογισμούς πονηρούς, από τη φι­ληδονία της σάρκας και την κακία στην όποια μορφή της, που κουβα­λάει μέσα του κάθε άνθρωπος, για να φθάσεις «εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού» (Εφεσίους δ’ 13). Παράλληλα πρέπει να κοσμή­σεις τη ψυχή σου με τις ουρανοδρόμες αρετές, την ταπείνωση, την πίστη και την αγάπη. Όταν φτάσει κανείς ν’ αγαπά σωστά το Θεό (Ματθ. κβ’ 37), τότε αγγίζει τα όρια της σχετικής αγιότητας.Με άλλα λόγια, η θεία «εικών», που υπάρχει στην πλάση κάθε ανθρώπου (Γένεσις, α’ 27) και εντοπίζεται στο λογικό, το νοερό και το αυτεξούσιο της ψυχής του στη θετική της φορά στο αγαθό και το Θεό, πρέ­πει να γίνει «ομοίωσις», που σημαίνει να μοιάσει κανείς, σε μια πορεία εξελικτική, μ’ εκείνο που είναι ο Θεός, το οποίο απηχείται στη ψυχή του και δημιουργεί πνευματική συγγένεια με τον πλαστουργό του. Αυτό ισοδυναμεί με τη χαρισματική θέωση του πιστού. Ο άγιος είναι ο θεωμένος άνθρωπος, ο θείας φύσεως κοινωνός (Β΄ Πέτρ. α’ 4), ο οικείος Θεού (Εφεσίους β’ 20). Η θέωση είναι το όριο στο οποίο εξαντλεί­ται, και με το οποίο ταυτίζεται η αγιότητα του ηθικού όντος. Το μέγε­θος αυτό, αρχόμενο από την παρούσα ζωή, θα ολοκληρωθεί μελλον­τικά στην αιώνια θεία βασιλεία.Στο ζήτημα της θεώσεως των αγίων είναι πολύ ευαίσθητη η ορθό­δοξη ψυχή. Πώς όμως νοούμε τη θέωση; Εδώ πρέπει να κάνουμε μια πολύ σημαντική διασάφηση. Η θέωση δεν σημαίνει αφομοίωση της ουσίας του ανθρώπου με την ουσία του Θεού, πράγμα που πολλοί νομίζουν, ότι διαβλέπουν στο ορθόδοξο δόγμα. Η κτιστή ανθρώπι­νη φύση σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί ν’ αφομοιωθεί με την άκτιστη θεία. Δεν μπορούν να χαθούν οι κτιστοί χαρακτήρες της, που την προσδιορίζουν ως πεπερασμένο δημιούργημα. Η μετάπτωση της αν­θρώπινης φύσεως στη θεία είναι αδύνατο να γίνει, δεδομένης της α­πειρίας και της απόλυτης υπερβατικότητος της ουσίας του Θεού, η όποια είναι απρόσιτη, ακοινώνητη και αμέθεκτη. Η θέωση δεν ση­μαίνει πανθεϊστική ανάχυση και απορρόφηση του κτιστού από το άκτιστο (παράδειγμα: μια σταγόνα ξύδι στον απέραντο ωκεανό), ένα εί­δος μονοφυσιτικής ουσιώσεως στο πέλαγος της θείας απειρίας. Ο άν­θρωπος σ’ αυτήν παραμένει άνθρωπος και ο Θεός, Θεός. Το πράγμα είναι τόσο σαφές, ώστε να μην επιδέχεται αμφισβήτηση. Κι όμως η θέωση, για την οποία μιλάμε, δεν είναι απλό σχήμα λόγου, ιδέα διά­κενη ή ψιλός συμβολισμός της ηθικής τελειώσεως του ανθρώπου, αλ­λά θέωση πραγματική, μεταφέρουσα όλο το σημαινόμενο της λέξεως. Ο άνθρωπος γίνεται θεός (με μικρό βέβαια θ). Και φυσικά δεν πρό­κειται περί παραδοξολογήματος, ούτε περί αντιφάσεως προς όσα ση­μειώσαμε πιο πάνω. Κατά την ορθόδοξη πίστη, η θέωση είναι ουσιώ­δης μετοχή στη θεότητα, όχι βέβαια στην υπερβατική και αμέθεκτη ου­σία του Θεού, αλλά στην άκτιστη θεία του ενέργεια, η οποία πηγάζει αϊδίως από τη θεία ουσία, ως ο άφθαρτος και εγγενής πλούτος της, εί­ναι θεοπρεπής διάκριση, όπως είναι και οι τριαδικές υποστάσεις στη θεότητα, χωρίς να επιφέρει σύνθεση στην απλότητα εκείνης. Η θεία ενέργεια είναι αληθινός Θεός, εκφράζει την απρόσιτη και ανέκφραστη θεία φύση και είναι εξωτερικά κοινωνητή και μεταδότη. Δι’ αυτής φα­νερώνεται ο Θεός στον κόσμο, αγιάζονται οι λογικές φύσεις και συ­νάπτεται ο άνθρωπος με το Θεό. Άκτιστη χάρη και άκτιστη θεία ε­νέργεια είναι ταυτόσημες. Ο άνθρωπος, μετά από μακρά κάθαρση από την αμαρτία και την κόσμηση της ψυχής του διά των ουρανοδρόμων αρετών, ενούται με τη φωτεινή ακτίνα της θείας ενέργειας, με τη χάρη δηλαδή, λαμπρύνεται και θεοποιείται. Η ένωση αυτή του κτιστού με το άκτιστο δεν είναι απλή ηθική επαφή (αυτό στη χριστολογία έλεγε ο Νεστοριανισμός), αλλ’ ανάκραση πραγματική, περιχώρηση της αν­θρώπινης ουσίας από τη φωτεινή ενέργεια του Θεού. Με αυτή την έν­νοια θα λάμψουν οι δίκαιοι στη βασιλεία των ουρανών, όπως ο ήλιος (Ματθ. ιγ’ 43). Είναι θέωση κυριολεκτική, χωρίς αυτό να σημαίνει και πανθεϊστική ανάχυση των φύσεων. Έχουμε και παράδειγμα διασαφητικό, το οποίο χρησιμοποιούμε και στο πεδίο της χριστολογίας. Όπως στον πυρακτωμένο σίδηρο η φύση του μετάλλου με τη φύση της φωτιάς ενώνονται τόσο στενά μεταξύ τους, ώστε να μη μπορείς να τα διαχωρίσεις, και ωστόσο παραμένουν καθ’ εαυτές αλώβητες (ο σίδηρος παραμένει σίδηρος και η φωτιά, φωτιά), έτσι κι εδώ το κτιστό πλάσμα ενώνεται βαθιά με την άκτιστη θεία ενέργεια, χωρίς να αποβάλει τη φύση του, προσλαμβάνοντας τη φωτιά του Θεού, στην οποία και θεοποιείται. Ο άνθρωπος γίνεται «χάριτι» θεός, αποκτά «κα­τά χάριν» εκείνο, που είναι «φύσει» ο Θεός.Η θέωση είναι το τέρμα της πνευματικής εξελίξεως και τελειώσε­ως του άνθρωπου. 



Η Θέωση αρχομένη από την παρούσα ζωή, 
θα τελειωθεί στα έσχατα, στο χώρο της θείας βασιλείας, στον οποίο ολόλαμπρες κι 
ασ­τραφτερές στήλες θεώσεως 
θα είναι οι καταξιωμένες μορφές των αγίων.
 Όχι βέβαια κι οι φύσεις των αγγέλων, γιατί η θέωση άφορα μόνο τους ανθρώπους, για τους οποίους ο Χριστός απέθανε (Ρωμ. ε’ 8).
 Οι άγγελοι βρίσκονται ήδη στο στάδιο της αφθορης θείας δόξας.Οι άνθρωποι, θείας φύσεως κοινωνοί (Β΄ Πετρ. α’ 4), και οι άγγε­λοι, τα λειτουργικά πνεύματα του Θεού (Εβρ. α’ 14), είναι το πνευ­ματικό επιτελείο της θείας βασιλείας.
 Οι πρώτοι, οι άγιοι, είναι σεπτά σκηνώματα της χάριτος. 
Τα λείψανα τους είναι ιερά, άξια ευλαβικής προσκυνήσεως και τιμής από μέρους των πιστών.
 Σ’ αυτά παραμένει η χάρη (=ενέργεια) του Θεού, η οποία τα κάνει άφθαρτα και θαυματουρ­γά. 
Το ίδιο συμβαίνει και με τις ιερές εικόνες των αγίων, που κοσμούν τους χώρους της θείας λατρείας. 
Οι άγιοι είναι αποδέκτες της προ­σευχής της Εκκλησίας,
 που μεταφέρουν τα αιτήματα των πιστών στο Θεό, προσευχόμενοι συγχρόνως και οι ίδιοι για τους επί γης αδελφούς τους, 
που αποτελούν τα μέλη της στρατευόμενης του Χριστού Εκκλη­σίας.




                                   

   Ανδρέας Θεοδώρου

                                                      

ΓΕΡΟΝΤΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΘΗΒΑΙΔΑ ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ


 


Το ωμοφόριο Ορθοδόξου επισκόπου, που θαυματουργικά μένει ανέπαφο από τη φωτιά, 

επιστρέφει πρώην Σεβηριανό μοναχό.

Μας διηγήθηκε κάποιος από τους πατέρες για το μακάριο Εφραίμιο, πατριάρχη Αντιοχείας, 

ότι είχε πολύ ζήλο και θέρμη για την ορθόδοξη πίστη. 

Όταν λοιπόν άκουσε κάποτε για κάποιο στυλίτη στα μέρη της Ιεραπόλεως 

ότι ανήκει στους αιρετικούς Σεβηριανούς και Ακεφάλους,

 οι οποίοι είχαν αποκοπεί από την Εκκλησία, πήγε προς αυτόν με σκοπό να τον μεταστρέψει. 

Μόλις λοιπόν έφτασε κοντά του, άρχισε ο θείος Εφραίμιος να παρακαλεί και να νουθετεί το στυλίτη

 να προστρέξει στον αποστολικό θρόνο και να έρθει 

σε μυστηριακή κοινωνία με την αγία καθολική και αποστολική Εκκλησία. 

Του αποκρίθηκε ο στυλίτης και είπε: 

«Εγώ δεν θα δεχτώ τη σύνοδο στην τύχη». Του λέει ο θείος Εφραίμιος: 

«Και με τί τρόπο θέλεις να σε θεραπεύσω πλήρως και να σου αποδείξω ότι, 

με τη χάρη του Χριστού Ιησού και Κυρίου Θεού μας, είναι ελεύθερη η αγία Εκκλησία 

από κάθε ακαθαρσία αιρετικής διδασκαλίας;»


 

Του λέει ο στυλίτης: «Ν’ ανάψουμε φωτιά, κύριε πατριάρχη, και να μπούμε μέσα εγώ και σεις κι όποιος βγει αβλαβής, αυτός είναι ορθόδοξος κι αυτόν οφείλουμε να ακολουθήσουμε». Το είπε αυτό, για να τρομάξει τον πατριάρχη. Τότε ο θείος Εφραίμιος αποκρίνεται στο στυλίτη: «Έπρεπε, παιδί μου, να μ’ ακούσεις σαν πατέρα και τίποτε περισσότερο να μη ζητήσεις από μας. Επειδή όμως ζήτησες πράγμα που ξεπερνά την αθλιότητά μου, θαρρώ στους οικτιρμούς του Υιού του Θεού ότι για τη σωτηρία της ψυχής σου κάνω κι αυτό». Τότε λέει ο θείος Εφραίμιος στους παρευρισκομένους: «Ευλογητός Κύριος, φέρτε εδώ μερικά ξύλα». Κι ήρθαν τα ξύλα. Τα άναψε λοιπόν ο πατριάρχης μπροστά στο στύλο και λέει στο στυλί¬τη: «Κατέβα κι ας μπούμε κι οι δυο, κατά την απόφασή σου». Επειδή όμως ο στυλίτης έμεινε έκπληκτος από την πίστη του πατριάρχη στο Θεό και δεν ήθελε να κατεβεί, του λέει ο πατριάρχης: «Δεν πρότεινες εσύ να γίνει αυτό; και πώς τώρα δεν θέλεις να το κάνεις;» Τότε έβγαλε ο αρχιεπίσκοπος το ωμοφόριο που φορούσε, ήρθε κοντά στη φωτιά και προσευχήθηκε και είπε: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός μας, ο οποίος καταξίωσες να σαρκωθείς αληθινά για μας από τη Δέσποινά μας, την αγία Θεοτόκο και αειπάρθενο Μαρία, δείξε μας την αλήθεια». Κι όταν τελείωσε την ευχή, τίναξε το ωμοφόριό του στη μέση της φωτιάς. Αφού λοιπόν η φωτιά κράτησε τρεις ώρες και κατάφαγε τα ξύλα, πήραν το ωμοφόριο σώο, αβλαβές και ακέραιο, χωρίς να βρεθεί σ’ αυτό ίχνος καψίματος.Τότε ο στυλίτης, είδε το γεγονός, πληροφορήθηκε, αναθεμάτισε το Σεβήρο και την αίρεσή του, προσήλθε στην αγία Εκκλησία, κοινώνησε από τα χέρια του μακαρίου Εφραιμίου και δόξασε το Θεό.Κάποτε στη Θηβαΐδα κάποιος που τον έλεγαν Παύλο και ήταν ευλαβής και φιλακόλουθος. Μέρα και νύκτα παρακολουθούσε την εκκλησία κι έκανε με προθυμία και τις υπόλοιπες διατεταγμένες ακολουθίες. Βλέποντας τον έτσι οι γνωστοί του ευλαβείς και φιλακόλουθοι του λένε: «Κυρ-Παύλε, αφού ούτε γονείς έχεις ούτε γυναίκα θέλεις να πάρεις, γιατί δεν γίνεσαι μοναχός;» Κι αυτός τους απάντησε: «Καλά λέτε. Θα πάω να γίνω μοναχός». Έφυγε λοιπόν και ησύχασε σε κελλί μόνος του και δόθηκε στην άσκηση και τους λοιπούς κόπους και ήταν στο φρόνημα ακμαιότερος.Βλέποντας τον ο πονηρός δαίμονας έτσι αγωνιστή, άρχισε να του παρουσιάζεται κατά φαντασίαν ως άγγελος, να του προλέγει κάποια πράγματα και να τον εμπαίζει. Κι όταν ο δαίμονας κατάλαβε ότι τον έχει υποχείριο, του λέει: «Ο Χριστός αγάπησε υπερβολικά την αγία βιοτή σου και αύριο θα σε επισκεφθεί για να σου δώσει ένα χάρισμα ασκητικής διαγωγής. Εσύ λοιπόν βγες από το κελλί σου και προσκύνησε τον και, αφού λάβης το χάρισμα, μπαίνεις πάλι στο κελλί σου.Την επομένη λοιπόν βγαίνει από το κελλί του και βλέπει μία παράταξη, τάχα, από αγγέλους λαμπαδηφόρους και ένα πύρινο τροχό και στο μέσον του τροχού να φαίνεται το σχήμα κάποιου, τον οποίο υπέθεσε ότι είναι ο Χριστός. Και μόλις επρόκειτο να κλίνη τον αυχένα για να τον προσκύνησει, τότε ένα χέρι, που φάνηκε μέχρι τον καρπό, τούδωσε ένα ράπισμα και τον έσπρωξε προς τα πίσω, για να μη προσκύνησει. Και πέφτοντας στη γη κοιτάζει προσεκτικά και δεν βλέπει ούτε τους λαμπαδηφόρους αγγέλους ούτε τον πύρινο τροχό. Κατάλαβε τότε τον εμπαιγμό του δαίμονος και έμεινε σ' εκείνη την θέσι κλαίγοντας επί δύο μερόνυχτα και λέγοντας ενώπιον του Θεού: «Αλλοίμονο σε μένα τον αμαρτωλό, αμάρτησα και έχασα όλους τους κόπους της ζωής μου και τι να κάμω δεν ξέρω».Είχε ακούσει λοιπόν ότι στην ανώτερη (νοτιώτερη) Θηβαΐδα ζούσε από πολλά χρόνια μόνος σ' ένα αγρό ένας γέροντας αναχωρητής. Σκέφθηκε λοιπόν να πάει σ' αυτόν και να του εμπιστευθεί αυτά που του συνέβησαν. Όταν λοιπόν έφτασε κοντά στον τόπο του αγίου έπεσε με το πρόσωπο στη γη και έκλαιγε λέγοντας: «Αμάρτησα, συγχώρεσε με και προσευχήσου για μένα». Ο γέροντας όμως του φώναζε: «Δεν μπορείς να έλθης εδώ, χλεύη των δαιμόνων. Μη πλησίασης προς τα 'δω». Και τον επέπληττε. Αυτός όμως παρέμενε πεσμένος στο έδαφος κλαίγοντας. Τον συμπάθησε λοιπόν ο άγιος και του λέει: «Αν είχες ξεκινήσει να μάθεις μια οποιαδήποτε τέχνη, δεν θα έπρεπε πρώτα να βρεις ένα τεχνίτη και να μάθεις από αυτόν τα μυστικά της; Εσύ όμως έφυγες και κατοίκησες μόνος σου χωρίς να εμπιστευθής τους λογισμούς σου σε κανέναν. Κι αν δεν σε βοηθούσε ο Θεός και η δεξιά του αγίου αγγέλου, θα προσκυνούσες τον δαίμονα και θάχανες τα λογικά σου και θα τριγύριζες στις πόλεις σαν τους δαιμονισμένους. Αλλά από 'δω και στο εξής ευχαρίστησε τον Θεό που σε βοήθησε και έλα να μπεις μέσα στο κοινόβιο».Και τον πήρε ο γέροντας σ' ένα απ’ τα κοινόβια της Θηβαΐδος και τον παρέδωσε στον Ηγούμενο λέγοντας: «Δος του το μαγειρείο για επτά χρόνια, για να δουλεύσει στην εντολή του Χριστού και να υπηρετήση τους αδελφούς». Στον δε Παύλο είπε: «Μετά από επτά χρόνια έρχομαι και σου λέω τι να κάνεις». Κι όταν συμπλήρωσε τα επτά χρόνια, έρχεται ο γέροντας και λέγει στον αββά: «Δος του ένα κελλί έξω από το κοινόβιο». (Γιατί τα μοναστήρια της Θηβαΐδος έχουν μικρά αναχωρητικά κελλιά, ώστε όταν γεράσουν κάποιοι στην άσκηση, να περνούν σ' αυτά τις πέντε μέρες της εβδομάδος· το Σαββατοκύριακο όμως έρχονται μέσα στο κοινόβιο με τους αδελφούς). Και του λέει ο γέροντας: «Κάθισε επτά χρόνια στο αναχωρητικό κελλί και μετά έρχομαι και σου λέω τι να κάνεις». Κι όταν εξεπλήρωσε κι αυτή την εντολή, ήλθε ο γέροντας και του λέει ο αββάς Παύλος: «Τι ορίζεις να κάμω»; Τότε του λέει ο γέροντας: «Δεν με χρειάζεσαι πια· το άγιο Πνεύμα που κατοικεί μέσα σου θα σου τα διδάξει όλα».Επειδή λοιπόν τον τίμησαν πολύ εξ αιτίας αυτού του λόγου, έφυγε στη Σκήτη. Και ήλθαν εκεί οι πατέρες του κοινοβίου και τον παρεκάλεσαν και τον πήραν πίσω. Και αφού επέστρεψε και είδε ότι αυξάνεται πολύ η τιμή που του γίνεται από την αδελφότητα, έφυγε πάλι στη Σκήτη.


Αφού λοιπόν έμεινε στην έρημο της Σκήτεως,

 συνέβη να τον επισκεφθούμε εγώ κι άλλοι τρεις πατέρες,

 μεταξύ των οποίων ήταν κι ο Γέροντάς μου που ήταν σε προχωρημένη ηλικία.

 Δεν είχε ούτε ψωμί ούτε χύτρα ούτε τίποτε άλλο για τις ανάγκες του σώματος, 

αλλά καθώς μας επληροφόρησε ο γείτονας του ασκητής 

(γιατί σ' εκείνον διανυκτερεύσαμε λόγω του κόπου της οδοιπορίας), 

ο αββάς Παύλος, όπου πήγαινε, 

δεν είχε τίποτε από αυτόν εδώ τον κόσμο, ούτε εργόχειρο 

ούτε βιβλίο ούτε γευόταν τίποτε τις πέντε μέρες της εβδομάδος 

—και ήταν και μεγαλόσωμος.

 Είπαμε λοιπόν στον αδελφό: 

«Κάνε εσύ αγάπη και πάρε από το κελλί σου ό,τι χρειαζόμαστε για να έχουμε κάτι

 να βάλουμε στο στόμα μας, όταν φθάσουμε στο κελλί του καλόγηρου». 

Πήρε λοιπόν 

τα αναγκαία και ήλθε μαζί μας προς αυτόν. 

Μας έλεγε δε ότι ούτε νερό δεν είχε ποτέ στο κελλί του.

 Κι όταν κάποτε τον επισκέφθηκαν σε καιρό καύσωνος κάποιοι που είχαν διασχίσει την πανέρημο και διψούσαν πολύ, 

μη έχοντας νερό τους σπλαχνίσθηκε και σηκώθηκε και προσευχήθηκε- και, ω του θαύματος, 

ο Θεός έδωσε νερό εκεί όπου προσευχόταν και ήπιαν και ξεδίψασαν.

Πήγαμε λοιπόν και τον χαιρετήσαμε και χαρήκαμε με τις συμβουλές του και τα κατορθώματά του, 

κι αφού πήραμε την ευχή του, επιστρέψαμε ευχαριστώντας τον Θεό, που δοξάζει όσους 

Τον λατρεύουν με καθαρότητα. 

Αυτός ας αξιώση

 και μας να κερδίσουμε την αιώνια ζωή ακολουθώντας στα ίχνη εκείνων που τον ευηρέστησαν.

 

 


 

Ιωάννου Μόσχου,
Λειμωνάριον και ''Αγιορείτικη Μαρτυρία'',
Τριμηνιαία έκδοση της Μονής Ξηροποτάμου,
τεύχη 11-13

 

Πέμπτη 28 Αυγούστου 2014

ΤΑ ΔΙΠΛΟΚΑΜΠΑΝΑ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΗΣ ΕΟΡΤΑΖΑΝ


 


Άκουσα τα διπλοκάμπανα της Κοίμησης που γιόρταζε.

 Μαζί με τις καμπάνες χτυπούσε και η καρδία μου.

 Α, πουθενά δε χτυπάνε έτσι γλύκα οι καμπάνες. 

Γιατ’ είναι ρούσικες και κρατάν τον ήχο. 

Δε σβει αμέσως όπως σ΄άλλες εκκλησίες. 

Σαν χτίζανε την εκκλησιά λέει ο πατέρας μου, τις φέρανε παραγγελία απ΄τη Ρωσία!

Κοίταζα αχόρταγα το πανύψηλο μαρμάρινο καμπαναριό με τον γαλάζιο του τον τρούλο που έσμιγε με τα ουράνια. 

Έλεγες πως ο σταυρός του, που ακτινοβολούσε από το χέρι του ίδιου του θεού.

Με αληθινή ευσέβεια μα και συγκίνηση,

 έβγαλα απ΄το κεφάλι το κόκκινο φεσάκι μου και έκανα το σταυρό μου. Αυτή τη στιγμή, σας λέω, δεν ήμουνα το διαολόπαιδο.

 Ήμουν σωστός άγγελος. 

Αν είχα δυο φτερούγες, θα πέταγα να πάω στον ουρανό...

Ο πατέρας μου στο σημείο αυτό έριξε μία διπλή ματιά στη μάνα μου, που τυλιγμένη 

στον πράσινο κρουστό μποξά της, έμοιαζε το ξανθό κεφάλι της κι η χλομορόδινη μορφή της

 σαν ένα γιγάντιο χρυσό τριαντάφυλλο προφυλαγμένη από τον άνεμο μ΄ένα πυκνό δροσερό φύλλωμα.


Την είδε τρομερά συγκινημένη απ΄τη διήγηση του και ικανοποιήθηκε. Την τύλιξε με βλέμμα ερωτικό που το δέχτηκε και το ΄νιωσε να διατρέχει σαν ζέφυρος όλο της το σώμα. Ω, αν δεν ήταν ο καπετάν Λεούσης, οι ναύτες της Αργώς σίγουρα η Χρυσώ θα σηκωνόταν απ΄τη θέση της, θα τον πλησίαζε με εμπιστοσύνη και θα άπλωνε το κοριτσίστικο άσπρο χέρι της ως τα μαλλιά του.


Μα κι έτσι του δείξε την έκπληξη της και το θαυμασμό της με κείνα τα μεγάλα στοχαστικά της μάτια, που ΄χαν τα χρώματα και τους ίσκιους όλων των νερών του κόσμου. Γαλάζια, πράσινα, μαβιά. Πια, με ζεστή οικειότητα τον ρώτησε:


- Η Κοίμησης της Θεοτόκου είναι ενορία σας;- Ναι, είπε χαρούμενος εκείνος, και από δω και πέρα και η δική σου. Η νιόνυφη Χρυσώ χαμογέλασε στον άντρα της που ακτινοβολούσε με την αρσενική του χάρη, το λέγειν του, και, λες για να τον ευχαριστήσει, τον τύλιξε ολόκληρο, πρώτη φορά με βλέμματα βελούδινης αγάπης.


Της ανταπόδωσε αμέσως και βλέμμα και χαμόγελο, συνεπαρμένος από τη δύναμη της, και για μια στιγμή, γοργή σαν αστραπή, αρμένισε στο πέλαγος εκείνο των ματιών της. Άφησα τη βαλίτσα με τα ρούχα μου στο καράβι, πετάχτηκα έξω στο μουράγιο και ίσα τον ανήφορο. Τρία τρία δρασκελούσα τα πέτρινα σκαλιά που βγάζουν μπρος στο Δημοτικό Νοσοκομείο. Κολλητά πλάι την εκκλησία μας.


Ολάνθιστο σαν να ΄ταν Μάης. Έχωσα το μουσούδι μου στα κάγκελα και πήρα τρείς βαθιές ανάσες. Θε , μου, πώς μύριζαν κείνα τα γιασεμιά τα΄αράπικα, άσπρα σαν χιόνι! Η Κοίμηση. Η μια της πόρτα στον αμαξιτό. Η άλλη, η απάνω, στο δρόμο με το καλντερίμι, αντίκρυ από την πόρτα του σπιτιού μας. Όλη στολισμένη μέσα κι όξω με κισοκλώναρα, μυρτιές και δάφνες.


Και να μοσκοβολάει ο πρωινός αέρας από τα γιασεμιά, τα μοσχολίβανα, τα μύρια που ΄καιγαν στις μυροδόχες, άλλα κι απ΄την αρμύρα του γιαλού. Δυο τρεις διαβάτες πρωινοί σταμάτησαν και με κοίταξαν ξαφνιασμένοι. Ένας μάλιστα γέλασε. Μας βρήκε αποκριά Αύγουστο μήνα; Εγώ έκανα πως δεν άκουσα.


Πριν μπω βόλεψα το φεσάκι μου, έσιαξα την κελεμπία και μπήκα στην λαμπροστόλιστη εκκλησία που μ΄είχανε βαφτίση. Παράστανα τον ξενοφερμένο. Κοίταζα εδώ, κοίταζα κει, απάνω στους γυνεκονίτες, και προσποιόμουνα τον ξαφνιασμένο με όσα βλέπανε τα μάτια μου. Ενώ εγώ τα ΄ξερα όλα, επειδή μ΄άρεσε η εκκλησία και πήγαινα να ακούσω χωροδία, ν΄ακούσω λειτουργεία ή σπερινό.


Τι πολυέλαιοι, τι τοιχογραφίες, τι θόλοι γαλανοί, με αμ΄τρητα χρυσά αστέρια! Τι μανουάλια αστραφτερά, καντήλια από ασήμια και μαλάματα. Σπαρμένη η εκκλησιά με λεμονόφυλλα, στη μέση το μακρύ βελούδινο κόκκινο χαλί, που άρχιζε απ΄την αυλή και έφτανε μέχρι το Ιερό και ως το θρόνο του Δεσπότη, που όπου και ΄να τανε θα ΄ρχότα με τα΄ αμαξι του και θα τον υποδεχόταν τα διπλοκάμπανα και μπρος στην πόρτα διάκοι, παπάδες με χρυσοκεντημένες φορεσιές, τρικέρια και θυμιατά στα χέρια…


Ήταν πρωί. Δεν είχε ακόμα πολύ κόσμο και οι ψαλτούδες τερετίζανε κείνα τα ορθρινά, που τα βαριόμουνα παιδί, γιατί δεν καταλάβαινα τι λέγαν. Πόσες εικόνες! Φτιαγμένες από ζωγράφους Ιταλούς και Ρώσους.


Ύστερα απ΄την Ισμαηλία, την Αραπία και τα΄αναχώματα, η Κοίμηση στα παίδικα μου μάτια, μου φαίνονταν ένας παράδεισος. Πετούσαν μέσα άγγελοι, άκουγα των φτεών τους το φουρφούρισμα κι απ΄τα χρωματιστά παράθυρα κάθε υπερρώου κάθε υπερώου χυνόταν μες στην εκκλησία χρωματιστές οι ηλιαχτίδες, στα χρώματα του ουράνιου τόξου. Σαν μαγεμένος προχωρούσα προς την ωραία πύλη.


Τότε ο πατέρας που που ήταν επίτροπος και πήγαινε στην εκκλησία πριν απ΄τους άλλους, γιατί το σπίτι μας ήτανε, πες, μέσα στην εκκλησιά, κάλεσε τον καντηλανάφτη. Τον πήρε το μάτι μου. Το αραιό εκκλησίασμα είχε κιόλας αναταραχτεί. Όλοι κοιτούσαν αυστηρά, περίεργα αλλά και με απέχθεια το ‘’τουρκόπουλο’’.


Σταμάτησε κι ο αριστερός ψάλτης. Τότε ένας παπάς, ο πάτερ Άνθιμος, θεός ΄σχορέστον, πρόβαλε στην ωραία Πύλη και φώναξε με θυμό.- Προς θεού! Βγάλτε το αμέσως έξω! Τρέξαν ακόμα δυο καντηλανάφτες, μ΄αρπάξανε και μ΄έσερναν έξω από τον ναό.



Περνώντας μπρος απ΄το παγκάρι, και βλέποντας να με κοιτάζει καρφωτά ο πατέρας μου,

 τινάχτικα, ξέφυγα απ΄τους καντηλανάφτες και με ένα σάλτο βρέθικα στα επιτροπικά επίσιμα στασίδια και μες στην πατρική αγκαλιά.

- Εσύ ΄σαι, βρε μασκαρά; 

Μου ΄βγαλε ευθύς το φέσι και με καταφιλούσε. 

Για να μηγίνει ολωσδιόλου θέατρο η εκκλησία ανήμερα της Παναγίας, 

με πήρε απ΄το χέρι και έτρεξε στη μάνα μου κατουρημένος απ΄τη χαρα του.

Αυτή πάλι σαν μ΄είδε, έβγαλε μια φωνή, και τι θαρρείτε έκανε; Μ΄αγκάλιασε και με σκέπασε μ΄ένα σωρό γλυκόλογα αραβανίτικα:- Γιαλίμ, γιαλίμ, Νικολάκη μου, καρδία μου "...

Το αρχοντικό μας, που το'χτισε ο πατέρας μου πριν γεννηθώ, είναι μεγάλο.

Απέναντι ακριβώς είναι η Κοίμηση, μια μεγαλόπρεπη εκκλησία, χτισμένη στα 1832 απ'τους Υδραίους και τους Ψαριανούς, 

μόλις πατήσανε στη Σύρα πρόσφυγες,

 ύστερα απ'τις σφαγές της Χίου, των Ψαρών, της Σμύρνης.

Μία εκκλησιά ζωγραφισμένη ολόκληρη από σπουδαίους ζωγράφους.

Περίλαμπρη.

Γεμάτη ασήμι και χρυσάφι.

Στη λειτουργία, οι ψαλμωδίες ακούγονται μέσα στο σπίτι μας."




                     

Ρίτα Μπούμη-Παππά


Τετάρτη 27 Αυγούστου 2014

Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΑΣΠΑΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΘΕΟΜΗΤΟΡΑ




Έπειτα ασπάσθηκε τον Πέτρο και τους άλλους Αποστόλους, "χαίρετε", 

λέγουσα, 

"τέκνα και φίλοι και μαθηταί του Υιού και Θεού μου και θεω­ρείτε εαυτούς μακάριους,

όπου ηξιώθητε τοιούτου διδασκάλου και Δεσπότου και διακονίας τοιούτων μυστηρίων 

και της κοινωνίας των διωγμών και παθημάτων Του, 

διά να γίνετε κοινωνοί της δόξης και Βασιλείας Του".

Αφού τους ανήγγειλε περί των τελευταίων γεγονότων, τους εζήτησε να ψάλλουν τους επιταφίους ύμνους, 

ενώ Εκείνη άρχισε τις προς τον Θεόν ευχαριστίες της.

Η προσευχή της Θεοτόκου.

«Ευλογώ σε", έλεγε, "Δέσποτα και Θεέ και Υιέ του Θεού του προανάρχου Σου Πατρός και υιέ ιδικέ μου, της δούλης Σου,

 χάρις εις την φιλανθρωπίαν Σου.

 Ευλογώ σε, οπού μας λύτρωσες εκ της κατάρας και αντ' αυτής μάς έδωσες την ευλογίαν. 

Ευλογώ σε τον αίτιον όλων των αγαθών μας, της ζωής, του φωτός, της ειρήνης, 

της δυνατότητος να γνωρίσωμε τον Πατέρα Σου και το συνάναρχόν Σου και ζωοποιόν Πνεύμα. 

Ευλογώ σε Λόγε,

 όπου ευλόγησες την γαστέρα μου κατοίκων εν αυτή δι' ανεκφράστου τρόπου. 

Ευλογώ σε, όπου τοιουτοτρόπως μας αγάπησες ώστε και υπέρ ημών να σταυρωθείς και να αποθάνεις.

 


Ευλογώ σε, όπου κατέστησες μακαρία την κοιλία μου και πι­στεύω ότι θα εκπληρωθούν και όλα τα άλλα, περί των οποίων μου έχεις μιλήσει. Εις τούτα τα λόγια ακολούθησε ευθύς η παράδοξος κάθοδος του Υιού της συνοδευομένου υπό των Προφητών, των Πατριαρχών και όλων των Δικαίων, προπορευόμενων των Αγγέλων και Αρχάγγελων και των λοιπών Αγγελικών δυνάμεων.


Τότε ο αέρας και ολόκληρο το σπίτι γέμισε. Όλα εκείνα όπου η Παρθένος προεγνώριζε, τότε τα έβλεπε οφθαλμοφανώς, ενώ οι άλλοι έβλεπαν μέρος αυτών των θαυμασίων, ο καθείς αναλόγως της αγιότητός του. Έτσι η δευτέρα κατάβασις έγινε ενδοξοτέρα και φρικωδεστέρα της πρώτης, και προφανεστέρα δι' όσους διέθεταν όραση πνευματική.


Δεν ήσαν μόνον παρόντα τα κατώτερα αγγελικά τάγματα και δυνάμεις, αλλά και αυτά ακόμη τα Σεραφείμ και τα Χερουβείμ και οι Θρόνοι παρίσταντο μετά φόβου, ιεραρχικώς κατά τάξιν. Θεωρούσαν μετά φόβου όχι μικροτέρου (ίσως μεγαλυτέρου εκείνου θα έλεγα, αν επετρέπετο), εκπληττόμενοι διά την δευτέρα Αυτού κένωση και συγκατάβαση.


Ό,τι έγινε άλλοτε προς χάριν ολοκλήρου του γένους των ανθρώπων, τώρα για μία μόνον ψυχή, για μία μόνον γυναίκα συντελείτο ένα τοιούτο θαύμα.


Η συνοδεία ήταν λαμπρά και πολυάριθμος, όπως άρμοζε διά την άφιξη του Δεσπότου και την αναχώρηση της Δεσποίνης, αλλά η θέασις των συντελουμένων, ως είπα ήδη, εγίνετο μόνον από τους καθαρθέντας, αν και η παρουσία του Δεσπότου ήταν ακατανόητος και εις αυτούς τους Μαθητάς και Αποστόλους που ήσαν πεπληρωμένοι από την δύναμη της κατοικούσης εις αυτούς χάριτος του Αγίου Πνεύματος.


Παρίστατο εκεί ο Χριστός με σώμα και μορφή πλήρως τεθεωμένη, λαμπροτέρα της αστραπής και της λάμψεώς της εις το Θαβώρ, αλλά μικροτέρα της φυσικής της λαμπρότητος ενώ οι Απόστολοι ήσαν ωσάν νεκροί.


Ο Κύριος ευθύς τους λέγει "ειρήνη υμίν", όπως άλλοτε όταν εισήλθε των θυρών κεκλεισμένων, εις τον ίδιον αυτόν οίκον όπου συνήχθησαν και τότε και τώρα, τον οίκον του Ιωάννου, όπου τότε τους συγκέντρωσε διά τον φόβον των Ιουδαίων και σήμερον τους συνήγαγε διά την γεννήσασα τον Κύριον, η οποία και κατοικούσε εις αυτόν μετά του ηγαπημένου και παρθένου μαθητού, του δευτέρου και θετού υιού της.


Ακούοντες οι Μαθηταί αυτήν την γλυκεία, την πραεία και γνώριμο φωνή, ανέλαβαν θάρρος εις το σώμα και εις την ψυχή και, όσο τους ήτο δυνατόν, ύψωσαν τα μάτια τους ως προς τον δίσκον του ηλίου, την ώρα όπου Εκείνος χαμήλωνε ολίγο την λαμπρότητα της ανατολής Του και τους περιέλαμπε μετά φωτισμού μετριοτέρου.


Αλλά ας σταθούμε ολίγον εις τα επιθανάτια Αυτής. Η ψυχή της ευρίσκεται σε μία συγκίνηση πελώρια και σχεδόν σκιρτά και προφθάνει ασυγκράτητος και σπεύδει να απομακρυνθεί από του σώματος ώστε το γρηγορότερον να ευρεθεί μετά του Υιού της και να προσπέσει εις τας χείρας Του και να αναχωρήσει μετ' Αυτού.


Πώς ήτο δυνατόν να υπομείνει την χαράν αυτήν, όπως την λύπην τον καιρόν του Πάθους, και πώς εμείς να μην επιθυμούμε να ειπούμε πως αυτή δεν πέθανε, αν και δεν το λέγομεν αυτό για να μην πούμε καινοφανή διδάγματα.


Εδάκρυσε, και πάλι έγινε ανωτέρα των δακρύων από την μεγάλη ευτυχία και το παράδοξο θέαμα, βλέπουσα μετά σώματος Εκείνον, όπου ολίγο παλαιότερον τον είδε να σύρεται, να καθυβρίζεται και να κτυπάται, και ενώ περιεβάλλετο υπό τόσων μυριάδων Αγγέλων, υπό τόσης λαμπρότητος και τόσης δόξης.


Έβλεπε το πρόσωπον και την μορφήν Εκείνου, του άλλοτε εμπαιζομένου και καταπτυομένου, του περιβαλλομένου την πορφυράν χλαίναν της εντροπής, να περιβάλλεται τώρα με τόσην αξία και λαμπρότητα. Αυτόν όπου δεν είχεν είδος ουδέ κάλλος, τώρα να αστράπτει από το κάλλος της καλλοποιού θεότητός Του, τον άλλοτε νεκρόν όπου κατεδικάσθη ως αντίθεος, τον έβλεπε Θεόν και Βασιλέα και Κριτήν των πάντων, αθάνατον και ανίκητον.


Ω, πώς διεμοιράζετο και πάλι μεταξύ των αντιθέτων, όπως και εν τω καιρώ της Σταυρώσεως. Το δράμα την εγέμιζεν ευφροσύνη, υπερέχαιρεν η ψυχή της, αλλά συνεστέλλετο αναχωρούσα προς εκείνη την δόξα και λαμπρότητα. Τώρα πλέον δοξολογούσε περισσότερο από πριν Εκείνον όπου την εδόξασε.


Προσηύχετο διά τους Αποστόλους και για όλους τους παρόντας, ικέτευε για τους απανταχού πιστούς ή μάλλον υπέρ παντός του κόσμου και αυτών ακόμη των εχθρών και των σταυρωτών.


Ζητούσε να λάβει από τον Δεσπότην κάποιο λόγον ή κάποιο σημείον ως εγγύηση της σωτηρίας τους, απλώνουσα ικετευτικώς τα χέρια εκείνα με τα οποία Τον ενηγκαλίζετο, κινούσα την γλώσσαν εκείνη και τα χείλη με τα οποία Τον ησπάζετο, υπενθυμίζουσα τον θηλασμόν Του, και κλαίουσα από ευτυχία, έκαμε το παν, μιγνύουσα αποχαιρετιστήριους λόγους και προσευχές.



Τότε αρχίζουν την υμνωδία οι Άγγελοι και όλοι μένουν ακίνητοι και εκστατικοί, 

όχι από φόβο αλλά από χαρά,

 οι Απόστολοι αντιφωνούν με την δική τους ψαλμωδία, και έτσι, περνώντας από το πανάγιον στόμα η υπεραγία ψυχή της, 

ωσάν σε ύπνο, παραδίδεται εις τον Υιόν της, 

διαφεύγουσα τις ωδίνες του θανάτου, 

όπως τις διέφυγε και κατά την γέννηση ή μάλλον με την ίδια και μεγαλυτέρα χαρά και όπως τότε,

 όταν ανεκφράστως προήρχετο εξ αυτής ο Υιός και Θεός της, και τώρα όπου αυτή εξήρχετο 

προς τον Θεόν ο οποίος παρίστατο όχι μόνο νοερώς αλλά και αισθητώς.

Ευθύς, 

όλοι οι Άγγελοι και μερικές άλλες αγγελικές δυνάμεις άρχισαν να ψάλλουν, και μετά του πνεύματος 

μεν εξήρχετο κάποια άφθονος και ανεξήγητος ευωδία, ενώ το σώμα περιεβάλλετο από πλούσιο και απλησίαστο φως, 

ώστε και ο αέρας γέμισε από ήχους και άσματα, περισσότερο όμως από την ευχάριστον ευωδία, 

το δε σώμα ακτινοβολούσε από παντού, ώστε να γίνεται κάπως αθέατο.

 Έτσι λοιπόν διαμοιράζονται την Παρθένον, 

οι μαθηταί και ο Διδάσκαλος, 

τα επίγεια και τα ουράνια, όπως και μετ' ολίγον ο ουρανός και ο παράδεισος!

 

 

Ιωάννης Γεωμέτρης ή Κυργιώτης 

                                

                  


Σημείωση Ιστολογίου:
Ο Ιωάννης Γεωμέτρης ή Κυργιώτης ήταν βυζαντινός λόγιος και μαθηματικός.
Σπούδασε μαθηματικά κοντά στον πατρίκιο Νικηφόρο.
Διακρίθηκε,ως λόγιος στις ημέρες των Βυζαντινών αυτοκρατόρων Νικηφόρου Φωκά, Ιωάννη Τσιμισκή και Βασίλειου του Βουλγαροκτόνου.
Αρχικά είχε το αξίωμα του πρωτοσπαθάριου,
έπειτα χειροτονήθηκε ιερέας σε γεροντική ηλικία και μετά επίσκοπος, ίσως στην Καππαδοκία.
Κατά το τέλος της ζωής του αποσύρθηκε ως μοναχός στην περίφημη μονή Στουδίου, όπου και πέθανε.
Το φιλολογικό του έργο είναι ποικίλο.
Τα ποιήματά του παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον.
Τα πεζά του συγγράμματα, που μόνο μέρος τους έχει εκδοθεί, είναι κυρίως θεολογικά και αναφέρονται στη ρητορική και στην ερμηνευτική.
Έργα του είναι ένας ύμνος στον Νικηφόρο Φωκά, τέσσερις ελεγείες στην Παρθένο Μαρία, μία συλλογή επιγραμμάτων σε τρίμετρο και εξάμετρο, ένας αλφαβητικός ύμνος στην Παρθένο (παράθεση διαφόρων επιθέτων με αλφαβητική σειρά),
μία μετάφραση σε ιαμβικούς στίχους των Ψαλμών,
μία συλλογή 99 τετράστιχων ελεγειών με τίτλο Παράδεισος, καθώς επίσης σχόλια στα έργα διαφόρων συγγραφέων
και κυρίως των Ιωάννη Δαμασκηνού και Γρηγορίου Ναζιανζηνού.
Κοιμήθηκε το περί 989 μ.Χ.




Πηγή: ''Άγια Μετέωρα''
επιμέλεια, διασκευή ''ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ''

Κυριακή 24 Αυγούστου 2014

Η ΕΠΟΧΗ ΜΑΣ





Τά χρόνια στά ὁποῖα ζοῦμε, χρόνια δύσκολα καί γεμᾶτα ἂγχη, προβληματισμούς καί φοβίες, 
τόν ἂνθρωπο πού θέλει 
νά σκέπτεται καί ὂχι ἁπλῶς νά παρατηρῆ, 
τόν ὁδηγοῦν πολύ κοντά στό νά ξαναβρῆ μέσα του τήν ἀλήθεια καί νά ἀντιληφθῆ πώς ὁ δρόμος τόν ὁποῖον ἠκολούθησε 
καί συνεχίζει νά ἀκολουθῆ μέχρι σήμερον ἡ ἀνθρωπότης, 
εἶναι ὁ δρόμος ὁ ἀντίθετος ἀπό αὐτόν τόν ὁποῖον, στόν γνωστό μῦθο, ἐπέλεξε ὁ Ἡρακλῆς, ὃταν εὑρέθη στό σταυροδρόμι τῆς ἀρετῆς καί τῆς κακίας.
Ἡ ἀέναη πάλη μεταξύ σκότους καί φωτός, ἒχει λάβει μεγάλες διαστάσεις.Ὑπάρχει γύρω μας ἓνα τεράστιο πλῆθος ἀνθρώπων,
 σέ ὃλες τίς χῶρες τῆς γῆς, οἱ ὁποῖοι κυκλοφοροῦν χωρίς χαμόγελο, χωρίς ἐλπίδα καί μέ τό κεφάλι σκυφτό, θύματα τῆς «κρίσεως» 
ὃπως συνηθίζομε νά λέμε, ἐννοῶντας κυρίως τήν πολύ μεγάλη οἰκονομική στενότητα τήν ὁποίαν αἰσθανόμεθα ὃλοι.
Ἡ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ, ὁμως, κρίση, 
ἡ πλέον ἐπικίνδυνη καί ἐφιαλτική εἶναι ἡ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ἀπογύμνωση τῶν ἀνθρωπίνων ψυχῶν.
Οἱ πραγματικά σκεπτόμενοι ἂνθρωποι, 
καί κυρίως οἱ πιό μεγάλοι στήν ἡλικία, ἒχοντας περάσει καί ἀπό περιόδους μέ ἀκόμα πιό μεγάλες δυσκολίες ἀπό τίς σημερινές,
 θυμοῦνται πώς τότε, στά μαῦρα χρόνια πού ἀκολούθησαν τήν τραγική γιά τήν Πατρίδα μας περίοδο 1940-1949, 
ὁ Λαός μας, Λαός ἐργατικός, φιλότιμος καί γεμᾶτος ἀγωνιστικότητα, πάλεψε σκληρά καί κατώρθωσε νά ὀρθοπατήση καί πάλι.

 

Τότε, ὃμως, ὑπῆρχαν καί κάποιες ἂλλες παράμετροι πού, δυστυχῶς, στά χρόνια πού πέρασαν,κάτω ἀπό ξενόφερτες ὓπουλες ἐπιρροές, λησμονήθηκαν καί ξέφτισαν.Ἡ Πίστη μας, ἡ Οἰκογένεια, καί τά ἱδανικά μας ὡς Λαοῦ, εἶχαν ὡς ἀποτέλεσμα τήν ψυχική στήριξη στήν σκληρή προσπάθεια τοῦ ΠΑΝΑΞΙΟΥ Λαοῦ μας. Καί αὐτά τά πολύ σημαντικά «ὃπλα», λείπουν σήμερα.Καί τότε ὑπῆρχε μετανάστευσις (πολύ μεγαλύτερη τῆς σημερινῆς) καί τότε ὑπῆρχε ἒλλειψις βασικῶν μέσων έπιβιώσεως,καί τότε τό μέλλον τῶν νέων ἀνθρώπων φάνταζε ΑΝΥΠΑΡΚΤΟ,ὃμως,μέ στήριγμα τήν Ὀρθοδοξία, τήν Οἰκογένεια καί τά Ἰδανικά μας, δέν περνοῦσε κἂν ἀπό τό μυαλό τοῦ Ἓλληνος ἡ λέξις «αὐτοκτονία», ἢ «ναρκωτικά».Καί τοῦτο διότι, μή ἒχοντες «μπολιασθεῖ» ἀπό τόν ξενόφερτο τρόπο ζωῆς,τόν γεμᾶτο ΠΛΑΣΤΗ εὐδαιμονία, ὁ Λαός μας ἀγνοοῦσε τήν…«μόδα», καί τόν ὑπερκαταναλωτισμό, καί ἐστράφη στόν ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ πού τοῦ χάρισε ὁ Πανάγαθος, δηλαδή στήν γῆ του, τήν θάλασσά του καί τά μαντριά του καί κάνοντας κάθε πρωΐ τόν Σταυρό του, ριχνόταν στήν μάχη τῆς ἐπιβιώσεως καί τῆς προκοπῆς, ἒξω, ἐκεῖ στήν ὓπαιθρο Χώρα, πού σήμερα μέ ὓπουλους τρόπους κατώρθωσαν νά τήν ἐρημώσουν οἱ παντεῖες σκοτεινές δυνάμεις.Ὁ Ἑλύττης, ὁ γνωστός ποιητής, ἒχει γράψει πώς «Ἂν κάποιος διαλύση τήν Ἑλλάδα, θά μείνουν, μιά ἑλιά, ἓνα ἀμπέλι καί ἓνα καράβι, πρᾶγμα πού σημαίνει πώς μέ μιά ἑλιά,ἓνα ἀμπέλι καί ἓνα καράβι τήν ξαναφτιάχνεις»Ὡραία, πράγματι, ἡ εἰκόνα πού μᾶς δίνει. Ὃμως, μαζί μέ τήν Ἑλιά, τό Ἀμπέλι καί τό Καράβι, πού ἀποτελοῦν τήν ὑλική ὑπόσταση, θά ἒπρεπε νά συμπεριλάβη καί ἓνα ΞΩΚΚΛΗΣΙ,μιά ἀνυπέρβλητη Ἱστορία καί μιά τέλεια γλῶσσα, στοιχεῖα ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ γιά τήν ξαναδημιουργία τῆς ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗΣ Ἑλλάδος,διότι αὐτά ἀποτελοῦν τό σταθερό ὑπόβαθρο γιά νά στηριχθῆ ἡ ὃποια ὑλική ἀναγέννησις τῆς Ἑλλάδος.Γίναμε ἂπληστοι,ἂκρως καταναλωτικοί,φιλάργυροι,ὑλισταί καί λάτρεις τοῦ «μαμωνᾶ», καί ξεκοπήκαμε ἀπό τήν Ὀρθοδοξία, τήν Παράδοσή μας καί χάσαμε τό «ΓΝΩΘΙ Σ'ΑΥΤΟΝ»Ζηλέψαμε ξένα πρότυπα, κενά, λαμπερά μέν ἀλλά «τενεκεδένια» εἲδωλα καί θελήσαμε νά ἀντιγράψωμε «μαϊμουδίζοντας» ἓναν τρόπο καί ἓναν ρυθμό ζωῆς ἐντελῶς ξένον πρός τίς καταβολές μας, ἀφήνοντας τήν γῆ,τό μαντρί καί τήν ψαρόβαρκα,ἀλλά καί τό ἂναμμα ἑνός κεριοῦ μπρός στήν Εἰκόνα τῆς Παναγίας μας….!Ἀκούσαμε τίς ὓπουλες φωνές τῶν «σειρήνων» καί ρίξαμε τό καράβι μας στά βράχια…!Καί τό πιό κακό ὃλων,δέν δὠσαμε στά νεαρά παιδιά τά «ἀντισώματα» πού ἦταν ἀπαραίτητα γιά νά ἀντιμετωπίσουν τήν εἰσβολή τῶν ὓπουλων,ξενόφερτων ιδεολογημάτων,πού εἰσέβαλαν βιαίως συνοδευόμενα ἀπό «οὐσίες», σαρκολατρεία, παγανιστικές θεωρίες, ἒλλειψη ἰδανικῶν καί λατρεία τῆς…«μόδας»…!Αὐτά ἒρχονται στό μυαλό τοῦ πραγματικά σκεπτομένου ἀνθρώπου καί μένει στά χείλη του ἡ πικρή γεύση τῆς ἀποτυχίας στόν τομέα τῆς παροχῆς τοῦ καλοῦ παραδείγματος στά βλαστάρια τοῦ Λαοῦ μας…!Ἡ «οικονομική κρίση»,φτιαχτή καί κατευθυνόμενη ἀπό οἰκουμενιστικά καί παγκοσμιοποιητικά κέντρα ἐξουσίας, ἀργά ἢ γρήγορα θά περάση.Φθάνει, ὃμως, αὐτό;Ποία Κοινωνία θά δημιουργηθῆ;Μέ νομιμοποιημένη τήν παιδεραστεία, μέ «γάμους» ὁμοφυλοφίλων, μέ ἀθεΐα, χωρίς παραδόσεις, χωρίς ἱστορία,χωρίς ἰδανικά, κάποιοι προσπαθοῦν νά δημιουργήσουν μία «γκρίζα» μᾶζα ἀνθρώπων χωρίς ἐσωτερικότητα, ἰσοπεδωμένη καί λουσμένη στό σκοτάδι τῶν δυνάμεων τοῦ κακοῦ.Καί ὃμως…!Ὃλες τους οἱ προσπάθειες θά πέσουν στό κενό. Δέν εἶναι, ἐξ ἂλλου, ἡ πρώτη φορά πού φθάσαμε σ’ αύτό τό σημεῖο. Καί ΠΑΝΤΟΤΕ,παρά τίς «φιλότιμες» προσπάθειες τῶν ἐπιβούλων, «φίλων» καί «συμμάχων» μας, ἡ Ἑλλάδα μας, κατώρθωνε, ὂχι μόνον νά ἐπιβιώνη ἀλά καί νά προοδεύη.Ὃλη ἡ Ἑλλάδα εἶναι σπαρμένη ἀπό Ἐκκλησίες μέχρι ξωκκλήσια, πού ἒγιναν πάντοτε,σέ ΠΟΛΥ δύσκολα χρόνια πού ὁ Λαός μας,μετά τήν,κατά καιρούς, ΟΛΙΚΗ του καταστροφή,πάλευε γιά προκοπή.Καί οἱ καμπάνες, ἀργυρόηχη λαλιά πού σήμερα κάποιους…ἐνωχλεῖ καί καταργρήθηκε, καλοῦσαν τούς Ἓλληνες γιά μιά προσευχή,γιά μιά ἱκεσία, γιά μιά ἐπικοιωνία μέ τήν «τῆς Ἑλλάδος ἁπάσης πρόμαχο».Καί ἐκεῖ,εὓρισκε ὁ κατάκοπος, σκληρά ἐργαζομενος Λαός μας, τήν νέα δύναμη νά συνεχίση, εὓρισκε τήν ΕΛΠΙΔΑ, εὓρισκε τόν τρόπο νά ἀνανεώση τίς δυνάμεις του καί νά αὐξήση τήν άγωνιστικότητά του.Καί τότε ὑπῆρχαν ἡγεσίες πού δέν κοίταζαν πάντοτε τό καλό τῆς Πατρίδος μας,καί τότε ὑπῆρχαν οἱ «μαυραγορίτες» («λαμόγια» στἠν σημερινή ἒκφραση) καί τότε ὑπῆρχαν οἱ ἀδικίες, τά ἐμπόδια καί οἱ διάφορες προπαγάνδες, ἀλλά ὂλα ξεπερνιῶνταν μέ μία Προσευχή πού ἒβγαινε ἀπό τήν καρδιά τοῦ καταϊδρωμένου ἀπό τόν ἀγώνα τῆς βιοπάλης Ἓλληνος.Τά νέα παιδιά,πού δέν ἒζησαν τίς δυσκολίες ἐκεῖνες,δέν μποροῦν νά κατανοήσουν,ἲσως,αὐτά πού λέμε.Ὃμως, γιά τό φαινόμενο αὐτό, φταῖμε ΕΜΕΙΣ,οἱ πιό μεγάλοι,πού δέν μπορέσαμε νά σταθοῦμε ἀπέναντί τους ἂξια παραδείγματα,ἀλλά, παρασυρμένοι ἀπό ξενόφερτα ἰδεολογήματα, τά ἀφήσαμε χωρίς ἠθικές παρακαταθῆκες.Οἱ «γονεῖς», μέ τόν τρόπο ζωῆς πού, σταδιακά,ἀκολούθησαν, ἒδωσαν παραδείγματα ΜΟΝΟΝ γιά τό πῶς θά ἀποκτηθοῦν χρήματα,γιά τό πῶς θά πλουτήσουν ἀδικῶντας τούς ἂλλους, γιά τό πῶς θά θέσουν τό συμφέρον τους πάνω ἀπό τό συμφέρον τῶν ἂλλων, γιά τό πῶς ΔΕΝ θά σέβωνται τά ἂσπρα μαλλιά, γιά τό πῶς ΔΕΝ θά λογαριάζουν Ἰδανικά καί Παραδόσεις καί ἒτσι, «κατώρθωσαν» νά τούς ἀπορρίψουν οἱ νέες γενιές καί νά μή θεωροῦν τίς συμβουλές τους (ὃταν ΠΟΛΥ ἀργά ἀποφάσιζαν νά τίς προσφέρουν) ὡς ἂξιες νά ἀκολουθηθοῦν.Τοῦτες οἱ γραμμές,γράφονται μέ ΠΛΗΡΗ γνώση τοῦ τί γίνεται σήμερα,τοῦ ποῖες δυσκολίες ἀντωμετωπίζονται ἀπό τίς οἰκογένειες,καί τοῦ ὃ,τι εὑρισκόμεθα στό κέντρο μιᾶς ΟΛΟΜΕΤΩΠΗΣ ἐπιθέσεως τῶν ἐχθρῶν τῆς Ἑλληνορθοδοξίας, μέ σκοπό τήν ἀπώλεια τῆς ΕΛΠΙΔΟΣ.Καί αὐτός εἶναι ὁ ΜΕΓΙΣΤΟΣ κίνδυνος.Ἡ ἀπώλεια τῆς ΕΛΠΙΔΟΣ.Ἐκεῖ «στοχεύουν» οἱ παγκοσμιοποιηταί, δηλαδή στόν ΑΝΥΠΕΡΒΛΗΤΟ ἐσωτερικό κόσμο τοῦ Ἒλληνος, προσπαθῶντας νά «ξερριζώσουν» κάθε τί τό καλό.Καί τό μήνυμα πού ἐπιδιώκουν αὐτές οἱ γραμμές νά μεταφέρουν εἶναι πώς, ἐπ’ οὐδενί λόγω ῀ρεπει νά χαθῆ ἡ Ἐλπίδα.Καί πρέπει πάντοτε νά ἒχωμε κατά νοῦν, πώς ἡ ΘΕΡΜΗ καί ΕΙΛΙΚΡΙΝΗΣ Προσευχή, μαζί μέ τήν ἂοκνη προσπάθεια,ΑΝΑΤΡΕΠΕΙ ΠΑΝΤΟΤΕ τά σχέδια τῶν ἀνόμων.Ὁ Δημιουργός μας,μᾶς ἂφησε ἐλευθέρους νά ἐπιλέξωμε τόν δρόμο μας.Ὃμως, πρέπει νά ΓΝΩΡΙΖΩΜΕ, πώς ΟΥΔΕΠΟΤΕ ἐγκαταλείπη τούς Πιστεύοντας εἰς Αὐτόν (ἀλλά καί αύτούς πού «ξεστράτισαν») καί πώς ἒχει συνεχῶς τό χέρι Του πρός ἐμᾶς,ὣστε,ἂν τό θελήσωμε νά τό πιάσωμε καί νά μᾶς σηκώση ἀπό τήν πτώση μας.Ἡ δοκιμασία τῆς φωτιᾶς ξεχωρίζει στό καμίνι τόν χρυσό ἀπό τήν σκουριά.Καί ἡ δοκιμασία πού περνᾶμε, ἀπότοκος τῆς ὀλιγοπιστίας μας καί τῆς ἀπομακρύνσεώς μας ἀπό κοντά Του,εἶναι ἡ εὐκαιρία νά ΑΠΟΔΕΙΞΩΜΕ πώς εἲμεθα ἂξιοι τῆς βοηθείας Του.


 

 

Ἡ τεχνολογία, 
πού ἀπό εὐλογία πού θά μποροῦσε νά εἶναι, ἒγινε στά χέρια τῶν φαύλων ὁ πρόδρομος τοῦ ἀντιχρίστου,
 ἀπειλεῖ νά μετατρέψη τόν ἂνθρωπο σέ «εὐκολοδιαχείριστο ἀντικείμενο χωρίς ὑποκειμενικότητα καί συνείδηση», 
(καί σ’ αὐτήν ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΩΣ στηρίζονται οἱ δυνᾶσται τοῦ κόσμου προκειμένου νά ὑποδουλώσουν
 ΟΛΟΥΣ τούς ἀνθρώπους σέ μία «παγκόσμια κυβέρνηση»), δέν εἶναι δυνατόν νά ἀντιμετωπίση τό Θεῖο θέλημα
 καί τίς θερμές Προσευχές ἀνθρώπων πού ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ πραγματικά.
Πίστις, 
Προσευχή ἀπό τήν καρδιά μας καί Ἐλπίδα εἶναι τό τρίπτυχο, πού μαζί μέ τήν σκληρή μας προσπάθεια, 
θά ΑΝΑΤΡΕΨΗ τούς σχεδιασμούς τῶν ἐχθρῶν τῆς άνθρωπότητος.
Μή τό ξεχνᾶμε αὐτό.
Ἂς άνοίγωμε καί ἂς κλείνωμε (τοὐλάχιστον) τήν κάθε ἡμέρα μας μέ μία Προσευχή πού θά βγαίνη ἀπό τήν καρδιά μας,
 ὁπότε οἱ Ἂγγελοι δέν θά πηγαίνουν μέ ἂδεια χέρια στό πόδια Του, ἀλλά θά μεταφέρουν τίς Προσευχές ΟΛΩΝ μας,μέ ΠΙΣΤΗ καί ΕΛΠΙΔΑ καί θά δοῦμε νά ξεπερνιῶνται σιγά 
ἀλλά σταθερά ΤΑ ΠΑΝΤΑ!






Πηγή: ''ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ'' 

              


Αρχιμανδρίτης π. Ευθύμιος Μπαρδάκας

Πέμπτη 21 Αυγούστου 2014

ΕΙΣΤΕ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ; ΕΙΠΕ ΜΕ ΔΕΟΣ Ο ΜΟΥΧΤΑΡΗΣ


 


Η μπόρα έχει περάσει, αλλά θυμωμένα κυλούν τα θολά νερά του ποταμού, 

δίπλα από το μεγάλο χωριό που απλώνεται στον εύφορο κάμπο. 

Είναι Τουρκικό το χωριό. 

Φρεσκοπλυμένο από το χορταστικό λουτρό, χαίρεται τώρα την ευλογία του ήλιου και στεγνώνει γοργά, 

βυθισμένο στη μακαριότητα της ευτυχίας του.

Δεν ήταν όμως πάντα Τουρκικό. 

Σε παλαιότερη εποχή, τότε που το σημερινό Ερζερούμ λεγόταν Θεοδοσιούπολις, 

είχε χτισθεί δίπλα στον Άκαμψι ποταμό, στην άκρη του εύφορου εκείνου οροπεδίου, λίγα σπίτια από οικογένειες ακριτών του Βυζαντινού Κράτους.

 Τούρκοι ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στο Ελληνικό χωριό κι ανάγκασαν τους κατοίκους του ν’ αλλαξοπιστήσουν 

και να δεχθούν με τη βία τον μωαμεθανισμό.



Από ’κείνη την ημέρα σίγησε κι η καμπάνα της μικρής εκκλησούλας, και στους τέσσερις αιώνες και περισσότερο που πέρασαν από τότε, δεν απέμεινε πια, ούτε σα θολή ανάμνηση, η χριστιανική καταγωγή των πρώτων κατοίκων.


Στεγνώνει λοιπόν το τουρκικό χωριό ύστερα από τη μπόρα, ενώ στο καφενείο οι ηλικιωμένοι Τούρκοι, καθισμένοι σταυροπόδι σε μαλακά στρωσίδια και διηγούνται εύθυμες ιστορίες. Έξαφνα, σπαρακτικές φωνές ακούγονται από το μέρος του ποταμού· δυο μικρά Τουρκόπουλα, παίζοντας στην όχθη, έπεσαν στο ποτάμι και τα πήρε το ορμητικό ρεύμα.


Μια γυναίκα, που είδε το ατύχημα, έβαλε τότε τις φωνές και ξεσήκωσε τον κόσμο. Το καφενείο, άδειασε στη στιγμή. Όλοι οι θαμώνες έτρεξαν κατά το ποτάμι και, μαζί με όλους, κι ο μουχτάρης του χωριού, ο «πρόεδρος της κοινότητος», όπως θα λέγαμε εμείς. Μάταιος κόπος!


Το ένα από τα δύο παιδιά, ένα αγόρι πέντε χρονών, είχε ήδη πνιγεί όταν έφτασε η βοήθεια· και, τ’ άλλο, συνομήλικό του, δεν είχε πια ανάγκη από βοήθεια· αυτό τα κατάφερε να φτάσει μόνο του στην όχθη, λίγο παρακάτω από το σημείο του φρικτού ατυχήματος.


Ήταν βρεγμένο ως το κόκκαλο, αλλά έβλεπε το μαζεμένο πλήθος χαμογελαστό, σα να μην είχε γίνει τίποτε το σπουδαίο. Ο μουχτάρης, το πήρε στην αγκαλιά του κι άρχισε να το χαϊδεύει. –Πώς τα κατάφερες, παιδί μου, να γλυτώσεις; Έλεγε και ξανάλεγε. Μπράβο! Εσύ, θα γίνεις σωστός άνδρας! Θα φοβήθηκες όμως πολύ, έτσι δεν είναι; –Καθόλου! αποκρίθηκε ο μικρός αθώα.


Δεν φοβήθηκα καθόλου. Με κρατούσε η Μητέρα του Θεού στην αγκαλιά της και μ’ έσπρωχνε σιγά–σιγά στην ακροποταμιά. Ο μουχτάρης έμεινε περίεργος. –Η «μητέρα του Θεού», είπες; Και, πού την ξέρεις εσύ την «μητέρα του Θεού»; –Την ξέρω!


Την έχουμε στο σπίτι μας, ζωγραφισμένη σ’ ένα σανιδάκι! Μια υποψία γεννήθηκε από την απάντηση του μικρού παιδιού στη σκέψη του μουχτάρη. –Πάμε να μου την δείξεις κι εμένα! λέει στο Τουρκόπουλο ο μουχτάρης. Πάμε!


Σε λίγο έφτασαν στο σπίτι, όπου βρισκόταν μόνο η γιαγιά κι η μητέρα του παιδιού· ο πατέρας του, έλειπε. Οι δύο γυναίκες, δεν είχαν ιδέα από το ατύχημα και, με έκπληξη και με απορία, παρατηρούσαν τον επίσημο επισκέπτη. Η έκπληξή τους όμως έγινε τρόμος μεγάλος, όταν είδαν το παιδί τους να του δείχνει μια μικρή πόρτα στον τοίχο του εσώτερου διαμερίσματος του σπιτιού και να του λέει:


«Να! Εδώ μέσα, είναι! Άνοιξε να δεις!». Έκαμαν τότε μια απελπισμένη κίνηση προς τα εκεί, για να εμποδίσουν τον μουχτάρη, μα εκείνος είχε κιόλας ανοίξει την πορτούλα. Και, τότε, ένα θέαμα καταπληκτικό παρουσιάσθηκε στα μάτια του:


Σ’ ένα μικρό και σκοτεινό δωμάτιο, δίχως κανένα παράθυρο, ένα καντήλι έκαιγε μπροστά στο εικόνισμα της Παναγίας. Ευωδία από θυμίαμα ξεχύθηκε την ίδια στιγμή από τον κρυψώνα και γέμισε τα ρουθούνια του Τούρκου, που ρούφηξε ηδονικά το άγνωστο γι’ αυτόν άρωμα.


Οι γυναίκες, παγωμένες απ’ τον τρόμο, δεν είχαν τη δύναμη ν’ αρθρώσουν λέξη, και μόνο τα μάτια τους, στυλωμένα προς την εικόνα, έστελναν θερμή, σιωπηλή ικεσία προς τη Θεομήτορα, να τις βοηθήσει στη δύσκολη εκείνη περίσταση.


Άφωνος, όμως, κι ακίνητος στεκόταν μπροστά στο εικόνισμα και ο μουχτάρης, ο φανατικός Τούρκος, που ποτέ δε θα μπορούσε να φαντασθεί ότι θά ’καμνε στο χωριό του μια τέτοια ανακάλυψη. Το γλυκύτατο βλέμμα της Παναγίας με το θείο βρέφος στην αγκάλη Της, του είχε κάμει ανέκφραστη εντύπωση.


  
Αυτή είναι η Μητέρα του Θεού, που με κρατούσε στα χέρια Της. 
Την είδες; 
είπε ο μικρός με φωνή χαρούμενη, λες και είχε κάνει κατόρθωμα.
Οι γυναίκες, έπεσαν τότε στα πόδια του μουχτάρη κι άρχισαν να τον παρακαλούν.
–Μη μας κάνεις κακό, εφέντη πολυχρονεμένε, κι εμείς θα παρακαλούμε την Παναγία να σε φυλάγει καλά!
–Ώστε είστε Χριστιανοί;!… πρόφερε αργά.
–Ναι!Δεν πειράζουμε όμως κανέναν. 
Ακολουθούμε την πίστη των πατέρων μας, όπως την πήραν κι εκείνοι απ’ τους δικούς τους πατέρες. 
Μη μας κάνεις κακό, εφέντη!
Ο μουχτάρης, στάθηκε μερικές στιγμές ακόμη σιωπηλός. 
Έπειτα με φωνή σιγανή, σα να ήθελε ν’ ανακοινώσει κάποιο μυστικό, λέει στις γυναίκες:
–Μη φοβάστε! 
Προσέξτε όμως, μη πείτε κι εσείς σε κανέναν ότι ήρθα εδώ στο σπίτι σας και είδα αυτό που είδα. 
Κάπου–κάπου, 
θα σας στέλνω και λίγο λάδι να βάζετε στο καντήλι, πρόσθεσε, ενώ προχωρούσε προς την έξοδο…



Το κείμενο, του Δάσκαλου–Συγγραφέα–Δημοσιογράφου
Ευριπίδη Φιλ. Χειμωνίδη (1903–1982)· 
κατ’ αφήγηση του παππού του, ιερέως στην Σάντα, 
του παπα–Αποστόλου Χειμωνίδη,
χειροτονηθέντος στην Θεοδοσιούπολη και θανόντος σε βαθύ γήρας (το 1915)· 
παρμένο από τον αφιερωματικό τόμο του Νικολάου Π. Ανδριώτη (1906–1976): 
«Κρυπτοχριστιανικά Κείμενα», 
σελ. 121–123,
σειρά: «Εθνική
Βιβλιοθήκη Νο36 
Δημοσιεύματα της ''Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών''
Θεσ/νίκη 1974
Πηγή: ''Άγια Μετέωρα''

Print Friendly and PDF
Εικόνες θέματος από A330Pilot. Από το Blogger.