«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Δευτέρα 13 Απριλίου 2026
Σάββατο 11 Απριλίου 2026
ΤΗ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ
Τη Αγία και μεγάλη Κυριακή του Πάσχα
Αι εις τον ενταφιασμόν του Σωτήρος, κατά την εσπέραν της Παρασκευής, παρευρεθείσαι γυναίκες. Μαρία η Μαγδαληνή μετά των λοιπών, υποστρέψασαι υπό του Γολγοθά εις την πόλιν, ητοίμασαν αρώματα και μύρα, ίνα ελθούσαι μετά ταύτα αλείψωσι το σώμα του Ιησού' και τη μεν επαύριον, διά την περί της αργίας του Σαββάτου εντολήν ησύχαζον δι' όλης της ημέρας. Κατά δε τον βαθύν όρθρον της εφεξής Κυριακής, ήτις υπό των Ευαγγελιστών ονομάζεται πρώτη Σαββάτου και μία Σαββάτων, ήγουν πρώτη της εβδομάδος ημέρα, Μαρτίου τότε κε', μετά τριάκοντα εξ' ώρας σχεδόν από της του ζωοδότου Λυτρωτού νεκρώσεως, έρχονται μετά των νεκρωσίμων αρωμάτων εις το μνημείον. Και ενώ διελογίζονται την δυσκολίαν της του λίθου αποκυλίσεως εκ της θύρας της μνημείου, γίνεται σεισμός φοβερός' και Άγγελος αστραπηφόρος την όψιν, χινόφωτος την στολήν, αποκυλίσας τον λίθον και καθεσθείς επ' αυτού απονέκρωσεν από του φόβου τους φύλακας, και έτρεψεν αυτούς εις φυγήν. Αι δε γυναίκες εισελθούσαι εις το μνημείον και μη ευρούσαι το Σώμα του Ιησού, βλέπουσιν άλλους δύο Αγγέλους λευκοφορούντας, εν σχήματι ανδρικώ, οι και μηνύσαντες την έγερσιν του Σωτήρος, αποστέλλουσιν αυτάς, ίνα δραμούσαι ταχέως, απαγγείλωσιν εις τους μαθητάς τα φαιδρά Ευαγγέλια. Εν τοσούτω φθάνει και ο Πέτρος μετά του Ιωάννου, μαθόντες τα γενόμενα παρά της Μαγδαληνής, ως είρηται, και εισελθόντες εις τον τάφον ευρίσκουσι μόνον τα σάβανα. Διό επανέρχονται πάντες εις την πόλιν μετά χαράς, κήρυκες της υπερφυούς Αναστάσεως του Χριστού, ον και είδον ζώντα πραγματικώς πεντάκις κατά την σήμερον Εορτήν. Ταύτην ουν την χαρμόσυνον Ανάστασιν εορτάζοντες σήμερον, ασπαζόμεθα αλλήλοις τον εν Χριστώ ασπασμόν, δεικνύοντες διά τούτου την κατάλυσιν της πρώτης έχθρας μεταξύ ημών και του Θεού, και την προς ημάς πάλιν Αυτού διαλλαγήν διά του πάθους του Σωτήρος. Και η μεν εορτή ονομάζεται Πάσχα, ομονύμως το Πάσχα των Εβραίων, όπερ κατά την γλώσσαν αυτών, σημαίνει διάβασιν' διότι ο παθών και αναστάς Ιησούς διεβίβασεν ημάς εκ της κατάρας του Αδάμ και της δουλείας του διαβόλου εις την αρχαίαν ελευθερίαν και μακαριότητα. Η δε παρούσα της εβδομάδος ημέρα, ήτις εστίν η πρώτη των λοιπών, αφιερωθείσα εις την τιμήν του Κυρίου, επωνομάσθη εκ του ονόματος αυτού Κυριακή, και εις αυτήν μετετέθη από των Αποστόλων η αργία και η ανάπαυσις της εορτής του Σαββάτου του παλαιού νόμου. (Ωρολόγιον το Μέγαν υπό Βαρθολομαίου του Κουτλουμουσιανού, 1851, σελ. 355-356).
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΤΑ ΟΘΟΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΟΥΔΑΡΙΟ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ
Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΜΗ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ, ΦΥΛΗΣ (2026)
Ο ΚΡΥΦΟΣ ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑ
ΠΑΣΧΑ ΣΤΟ ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΟ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ (2023)
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΟΙ ΑΠΙΣΤΟΙ ΦΡΙΤΤΟΥΝ ΚΙ ΟΙ ΠΙΣΤΟΙ ΔΙΑΚΗΡΥΤΤΟΥΝ
ΑΓΙΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ: Η ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ
ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ: ΟΨΩΜΕΘΑ ΤΩ ΑΠΡΟΣΙΤΩ ΦΩΤΙ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ
ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ: ΜΕΤΑ ΦΟΒΟΥ ΗΛΘΟΝ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΕΠΙ ΤΟ ΜΝΗΜΑ
Ο ΑΛΙΒΑΝΙΣΤΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ
ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΝΥΣΣΗΣ: ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΘΑΝΑΤΕ Η ΝΙΚΗ ΣΟΥ; ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΔΥΝΑΜΗ ΣΟΥ;
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ: ΠΑΣΧΑ ΡΩΜΕΙΚΟ
ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ: ΚΑΘΙΕΡΩΣΕ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΣΟΥ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ
Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΠΑΣΧΑΛΙΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ
ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ: ΔΕΥΤΕ ΙΔΕΤΕ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΟΠΟΥ ΕΚΕΙΤΟ Ο ΚΥΡΙΟΣ
ΑΓΙΟΥ ΕΠΙΦΑΝΙΟΥ ΚΥΠΡΟΥ: ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΓΙΑΝ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΙΝ
ΑΓΙΟΥ ΑΜΦΙΛΟΧΙΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΙΚΟΝΙΟΥ: ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΛΑΜΠΡΥΝΘΩΜΕΝ ΤΗ ΠΑΝΗΓΥΡΕΙ
ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΚΕΡΑΜΕΩΣ: Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ, Ο ΛΑΜΠΡΟΦΟΡΕΜΕΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ
ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ: ΠΑΙΔΙΚΗ ΠΑΣΧΑΛΙΑ
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΥ: ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΟΥ ΠΑΣΧΑ
ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ: ΑΝΕΣΤΗ ΧΡΙΣΤΟΣ! Η ΔΟΚΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΛΟΓΙΚΟΥ
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ - ΨΑΛΛΕΙ Ο ΧΟΡΟΣ ΤΩΝ ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ
Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλή Αττικής
ΚΑΘΙΕΡΩΣΕ ΣΤΗΝ ΖΩΗ ΣΟΥ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ
Αν είσαι Σίμων Κυρηναϊος, σήκωσε το σταυρό και ακολούθησέ Τον.
Αν σταυρωθείς μαζί Του ως ληστής,
γνώρισε το Θεό σαν ευγνώμων δούλος.
Αν κι Εκείνος λογιάσθηκε με τους ανόμους για χάρη σου και την αμαρτία σου, γίνε συ έννομος για χάρη Εκείνου.
Προσκύνησε αυτόν που κρεμάσθηκε στο σταυρό για σένα, έστω κι αν κρέμεσαι κι εσύ.
Κέρδισε κάτι κι απ' την κακία.
Αγόρασε τη σωτηρία με το θάνατο.
Μπες με τον Ιησού στον Παράδεισο, ώστε να μάθεις από τι έχεις ξεπέσει. Δες τις εκεί ομορφιές. Άσε το ληστή που γογγύζει, να πεθάνει έξω μαζί με τη βλασφημία του. Κι αν είσαι Ιωσήφ ο από Αριμαθαίας, ζήτησε το σώμα απ' το σταυρωτή. Ας γίνει δικό σου αυτό που καθάρισε τον κόσμο. Κι αν είσαι Νικόδημος, ο νυκτερινός θεοσεβής, ενταφίασέ τον με μύρα.
Κι αν είσαι κάποια Μαρία ή η άλλη Μαρία ή η Σαλώμη ή η Ιωάννα, δάκρυσε πρωί-πρωί. Δες πρώτη την πέτρα σηκωμένη, ίσως δε και τους αγγέλους κι αυτόν τον ίδιο τον Ιησού. Πες κάτι, άκουσε τη φωνή. Αν ακούσεις «Μη μ' αγγίζεις», στάσου μακριά, σεβάσου το Λόγο, αλλά μη λυπηθείς. Γιατί ξέρει σε ποιους θα φανερωθεί πρώτα.
Καθιέρωσε την Ανάσταση. Βοήθησε την Εύα, πού 'πεσε πρώτη, και πρώτη να χαιρετήσει το Χριστό και να το ανακοινώσει στους μαθητές. Γίνε Πέτρος ή Ιωάννης. Σπεύσε στον τάφο, τρέχοντας μαζί ή προπορευόμενος, συναγωνιζόμενος τον καλό συναγωνισμό. Κι αν σε προλάβει στην ταχύτητα, νίκησε με το ζήλο σου, όχι παρασκύβοντας στο μνημείο, αλλά μπαίνοντας μέσα. Κι αν σαν Θωμάς χωρισθείς απ' τους συγκεντρωμένους μαθητές, στους οποίους εμφανίζεται ο Χριστός, όταν τον δεις, μην απιστήσεις.
Κι αν απιστήσεις, πίστεψε σ' αυτούς που στο λένε. Κι αν ούτε και σ' αυτούς πιστέψεις, δείξε εμπιστοσύνη στα σημάδια των καρφιών. Αν κατεβαίνει στον Άδη, κατέβα μαζί Του. Γνώρισε και τα εκεί μυστήρια του Χριστού, ποιο είναι το σχέδιο της διπλής καταβάσεως, ποιος είναι ο λόγος της: απλώς σώζει τους πάντες με την εμφάνιση Του ή κι εκεί ακόμα αυτούς που τον πιστεύουν;
Τώρα δε είμαστε αναγκασμένοι ν' ανακεφαλαιώσουμε το λόγο ως εξής: Δημιουργηθήκαμε, για να ευεργετηθούμε. Ευεργετηθήκαμε, επειδή δημιουργηθήκαμε. Μας δόθηκε ο Παράδεισος, για να ευτυχήσουμε. Λάβαμε εντολή, για να ευδοκιμήσουμε με τη διαφύλαξή της, όχι γιατί ο Θεός αγνοούσε αυτό που θα γινόταν, αλλά γιατί νομοθετούσε το αυτεξούσιο. Απατηθήκαμε, γιατί μας φθόνησαν.
Ξεπέσαμε, γιατί παραβήκαμε την εντολή. Είμαστε αναγκασμένοι σε νηστεία, γιατί δε νηστεύσαμε, καθώς εξουσιασθήκαμε απ' το δένδρο της γνώσης. Γιατί ήταν παλιά η εντολή και σύγχρονη με μας, σαν κάποια διαπαιδαγώγηση της ψυχής και σωφρονισμό απ' τις απολαύσεις. Τη λάβαμε εύλογα, για να απολαύσουμε με την τήρησή της αυτό που χάσαμε με τη μη διαφύλαξή της.
Χρειασθήκαμε Θεό που σαρκώθηκε και πέθανε, για να ζήσουμε. Νεκρωθήκαμε μαζί Του, για να καθαρισθούμε. Αναστηθήκαμε μαζί Του, επειδή μαζί Του και νεκρωθήκαμε. Συνδοξασθήκαμε, επειδή συναναστηθήκαμε. Είναι πολλά μεν λοιπόν τα θαύματα της τότε εποχής: Θεός που σταυρώνεται, ήλιος που σκοτίζεται και πάλι ανατέλλει (γιατί έπρεπε και τα κτίσματα να συμπάσχουν με τον Κτίστη).
Καταπέτασμα που σχίζεται, αίμα και νερό που χύνεται απ' την πλευρά (το μεν αίμα, γιατί ήταν άνθρωπος, το δε νερό γιατί ήταν πάνω απ' τον άνθρωπο). Γη, που σείεται, πέτρες που σχίζονται για χάρη της πέτρας (που είναι ο Χριστός), νεκροί που ανασταίνονται, ως επιβεβαίωση της τελευταίας και κοινής αναστάσεως.
Τα σημεία δε στον τάφο, τα μετά τον τάφο, ποιος θα μπορούσε επάξια να τα υμνήσει; Τίποτε δε δεν υπάρχει σαν το θαύμα της σωτηρίας μου: λίγες σταγόνες αίματος αναπλάθουν τον κόσμο όλο και γίνονται σαν χυμός γάλακτος για όλους τους ανθρώπους, που συνδέουν και συνάγουν εμάς σε μια ενότητα.
Αλλ' ω Πάσχα, το μέγα και ιερό, που καθαρίζεις τον κόσμο όλο! Γιατί θα σου μιλήσω σαν κάτι έμψυχο. Ω Λόγε Θεού και φως και ζωή και σοφία και δύναμη! Γιατί χαίρομαι μ' όλα σου τα ονόματα! Ω γέννημα κι ορμή και σφραγίδα του μεγάλου νου! Ω Λόγε που νοείσαι κι άνθρωπε που φαίνεσαι, ο οποίος φέρεις τα πάντα προσδεδεμένα στο λόγο της δυνάμεώς σου!
Τώρα μεν ας δεχθείς το λόγο αυτό, όχι ως απαρχή, αλλ' ως συμπλήρωση ίσως της δικιάς μας καρποφορίας, ευχαριστία το ίδιο κι ικεσία, για να μην κακοπάθουμε εμείς τίποτε περισσότερο πέρα απ' τους αναγκαίους κόπους κι ιερούς πόνους για τις εντολές σου, με τους οποίους ζήσαμε μέχρι τώρα.
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΑΓΡΥΠΝΙΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ (2024)
Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλή Αττικής
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΥ: ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΟΥ ΠΑΣΧΑ
Aγαπητοί μου,
Aυτές τις ημέρες ξαναγυρίζω πάντα στα παιδικά μου χρόνια.
Kαι θυμάμαι τις θαυμάσιες εκείνες γιορτές
που χαιρόμουν στην πατρίδα μου,
όταν ήμουν μικρό αμέριμνο παιδί κι είχα τους καλούς μου γονείς να με φροντίζουν και να μ’ οδηγούν σε όλα.
Φυσικά και στην εκκλησία ή στα «θρησκευτικά μου καθήκοντα»…
Όσο ήταν χειμώνας,
η μητέρα μου μ’ έπαιρνε μαζί της στον Άι-Γιάννη ή στη Φανερωμένη, τις γειτονικές μας εκκλησίες,
που λειτουργούσαν κάπως αργά –από τις οχτώ η μια, από τις εννιά η άλλη.
Mα όταν έμπαινε η άνοιξη, που μπορούσα να ξυπνώ και να βγαίνω πιο πρωί,
ο πατέρας μου μ’ έπαιρνε στην Eπισκοπιανή ή στον Άγιο Xαράλαμπο,
εξοχικές εκκλησίτσες αυτές,
σ’ ένα ωραίο παραθαλάσσιο προάστιο,
που λειτουργούσαν από τις επτά.
Mετά τη λειτουργία, κάναμε κι έναν ωραίο περίπατο στους Kήπους και γυρίζαμε λιγάκι κουρασμένοι μα πολύ ευχαριστημένοι κι οι δυο.Ω, ήταν τόσο όμορφα! H άνοιξη είχε στολισμένες τις πρασινάδες με μαργαρίτες άσπρες και κίτρινες, με ολοκόκκινες παπαρούνες και μ’ άλλα γαλάζια ή μαβιά αγριολούλουδα. Tι πολύχρωμο το χαλί που απλωνόταν στα χωράφια! Tο έβλεπα κι από την ανοιχτή πόρτα της εκκλησιάς, καθώς άκουγα τα ψαλσίματα, τις ευχές και τα ευαγγέλια.
Tα ευαγγέλια προπάντων μ’ άρεσαν πολύ. Eίναι τόσο ποιητικά αυτά που λένε πριν και μετά το Πάσχα. Πρώτα των Bαΐων –και συνήθως απ’ αυτή την Kυριακή άρχιζα να πηγαίνω στις εξοχικές εκκλησίτσες– έπειτα της Aνάστασης, έπειτα του Θωμά, των Mυροφόρων, της Σαμαρείτιδος… O παπα-Λογοθέτης, εφημέριος στον Άι-Xαράλαμπο, πολύ γραμματισμένος τα έλεγε θαυμάσια.
Kι όχι ψαλτά με μπάσα και σικόντα, όπως σ’ άλλες εκκλησιές· αλλά διαβαστά, καθαρά, σταράτα, λέξη προς λέξη, και μ’ έκφραση, με τόνο ώστε να καταλαβαίνει το νόημα κι ο αγράμματος. Kι αλήθεια, στις εκκλησίτσες εκείνες το περισσότερο πήγαιναν απλοί, ταπεινοί άνθρωποι του λαού –ψαράδες, βαρκάρηδες, κηπουροί, μυλωνάδες.
Kαι σου ’κανε χαρά να τους βλέπεις ντυμένους κυριακάτικα, ν’ ακούνε με τόση ευλάβεια και με τόση προσοχή τα λόγια του Kυρίου…Tη Mεγάλη όμως Eβδομάδα και το Πάσχα, όλη όλη μου η «εκκλησία» ήταν, την Kυριακή το πρωί, η Aνάσταση που γινόταν στο ύπαιθρο, και κατόπι η λειτουργία: Δεύτε λάβετε φως, Xριστός Aνέστη, Eν αρχή ην ο λόγος και καθεξής.
Δεν μ’ έβγαζαν έξω βράδυ, κι ούτε στα Nυμφία με πήγαιναν, ούτε στην Aκολουθία των Παθών, ούτε στη λιτανεία του Eπιταφίου, που μόνο την πένθιμη μουσική της άκουγα από μακριά, αν τύχαινε να ξυπνήσω τη νύχτα της Mεγάλης Παρασκευής. Έτσι δεν ήξερα καλά τι προηγήθηκε απ’ την Aνάσταση. Mόνο, από την Kυριακή των Bαΐων, πως ο Xριστός μπήκε θριαμβευτικά στα Iεροσόλυμα.
Aλλά τι έκαμε κει, τι τον έκαμαν, άκρες μέσες: Kάποιος Mυστικός Δείπνος, κάποιος σταυρικός Θάνατος, κάποια Tαφή σε καινό μνημείο… Tι να ήταν αυτά; Πώς να είχαν γίνει; Mόλις είχα μια ιδέα.Kι άξαφνα… τα έμαθα όλα! Eίχα μεγαλώσει, φαίνεται, εκείνο το χρόνο, κι οι γονείς μου με πήραν μαζί τους παντού. Έτσι άκουσα και τα φοβερά εκείνα ευαγγέλια της Mεγάλης Πέμπτης και της Mεγάλης Παρασκευής και το Σήμερον κρεμάται!…
Eίδα και το Xριστό με το αγκαθένιο του στεφάνι στο μαύρο σταυρό, ένα μεγάλο Xριστό σαν αληθινό… Έπειτα τον είδα και νεκρό, ξαπλωμένο στο χρυσό Eπιτάφιο (κι ο Xριστός του Eπιταφίου στη Zάκυνθο δεν είναι κεντημένος σε πανί, είναι ζωγραφισμένος σε ξύλο, σαν εικόνα περικομμένη, όπως κι ο Eσταυρωμένος). Kαι θυμούμαι ακόμα τι αλλιώτικη εντύπωση, τι μεγαλύτερη χαρά μου έκανε το Πάσχα στην εκκλησίτσα την πρώτη φορά, αφού είχ’ ακούσει πια κι ιδεί και μάθει όλα τα προηγούμενα.
Mπορώ να πω πως αυτό ήταν το πρώτο μου Πάσχα.Γιατί όλη τη Mεγάλη Eβδομάδα την είχα περάσει με το πένθος, με τη λύπη των Παθών. Eίχα παρακολουθήσει το Xριστό στο μαρτύριό του, στην αγωνία του, στο θάνατό του· είχ’ ακούσει και τη Διαθήκη του, είχα παρακαθίσει και στο Mυστικό Δείπνο, είχ’ ακολουθήσει και την εκφορά του, κλαίγοντας μαζί με τη Θλιμμένη Mητέρα, που κι αυτή ακολουθούσε ζωγραφιστή σε μια μεγάλη εικόνα σαν αληθινή: ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον …
Γι’ αυτό το Xριστός Aνέστη μου έκαμε ύστερα τόση χαρά, τόση αγαλλίαση· γι’ αυτό μου φάνηκε σα μιαν υπέρτατη ικανοποίηση, σα μια νίκη, σαν ένας θρίαμβος. Eκείνος που φόρεσε για εμπαιγμό ψεύτικη πορφύρα. Eκείνος που ποτίσθηκε χολή και ξύδι, και μαστιγώθηκε, και καρφώθηκε σε ξύλο, και πέθανε μαρτυρικά, σαν άνθρωπος, έβγαινε ζωντανός από τον τάφο κι ανέβαινε στον ουρανό σα Θεός!
ΠΡΟΣΔΟΚΩ ΑΝΑΣΤΑΣΙΝ ΝΕΚΡΩΝ - ΔΥΟ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΝΕΚΡΑΝΑΣΤΑΣΕΙΣ
Το ναύδριον προς τιμήν του Αγίου Πνεύματος, της Ιεράς Μονής Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλής Αττικής.
Στο σημείο αυτό κατά θεία επέμβαση του Αγίου Πνεύματος, εφάνη η η θεία βούληση για την ίδρυση της Μονής!
Αφηγείται ο πρώην Επίσκοπος Χριστιανουπόλεως, Θεοφιλέστατος κ. Χρυσόστομος
Ηχητική Ομιλία από το ομότιτλο βιβλίο του αειμνήστου Μητροπολίτη Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανού Α' (+2013),
εκ της ιστοσελίδας της Ιεράς Ανδρώας Μονής των Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλής Αττικής
στον ακόλουθο σύνδεσμο: http://www.agioskyprianos.org.
Ο ΚΡΥΦΟΣ ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑ
ΤΑ ΞΥΛΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑ
Πέμπτη τοῦ Πάσχα κι ὁ πάπα-Λευτέρης πρωΐ-πρωῒ φόρτωνε τὸ ζῶο του κι ἑτοιμαζόταν νὰ κατεβεῖ στὴν Τραπεζούντα. Τὴν ἴδια ὥρα ἀκούστηκαν οἱ πρῶτοι χτύποι τῆς καμπάνας. Ὁ συνεφημέριός του ὁ πάπα-Γαβριὴλ φαίνεται πὼς εἶχε ἀϋπνίες. Χθὲς ἦταν ἡ σειρά του νὰ λειτουργήσει. Μετὰ πῆρε τὰ βουνὰ καὶ τὰ λαγκάδια νὰ μαζέψει ξύλα. Καὶ σήμερα νά τον ξημερώματα, ἕτοιμος νὰ κάνει τὸν πραματευτή. Κανονικὰ ὄφειλε νὰ πάει στὴν ἐκκλησιά. Τέτοια μέρα, ἀκόμη Πασχαλιά, ποὺ ξανακούστηκε νὰ λείπει ἀπ᾿ τὴ Λειτουργία!
Ἂς ὄψονται, ὅμως, τὰ τόσα στόματα ποὺ περιμένουν στὸ σπίτι. Κάποιος ἔπρεπε νὰ νοιαστεῖ γιὰ τὸ καθημερινό τους... Ὀκτὼ τοῦ ἔδωσε ὁ Θεὸς κι ἄλλα τρία ὁ Ἀναστάσης ὁ κουμπάρος του: Τὴ γυναῖκα του, τὴν πεθερά του, τὴν «κυρὰντουλάπα», καὶ τὸν κουνιάδο του, ποὺ δὲν φτουρᾶ σὲ δουλειά… Ἔκανε τὸ σταυρό του καὶ ξεκίνησε… Εἶχε μπροστά του πολὺ δρόμο. Ὑπολόγιζε πρὶν τὸ μεσημέρι νὰ φτάσει στὴν πόλη κι ἂν ὅλα πᾶν καλά, ἀργὰ τὸ βράδυ νὰ εἶναι πάλι πίσω. «Βαστᾶτε ποδαράκια μου», ἀναστέναξε καθὼς ἀναλογίστηκε τὸ δρόμο ποὺ ᾿χε νὰ κάνει. Κατὰ πὼς τὸ εἶχε συνήθειο ἄρχισε τὸ ψάλσιμο, νὰ σπάει κι ἡ μονοτονία. Νὰ κάνει ὅμως καὶ τὸ κέφι του.
Μέσα στὴν ἐρημιὰ ποιός τὸν ἀκούει; Μόνο ὁ Θεός. Ἀποφεύγει καὶ τὰ κοροϊδευτικὰ χαμόγελα τοῦ πάπα-Γαβριὴλ ἢ τὶς εἰρωνίες τοῦ Ἰορδάνη, τοῦ ψάλτη: «Ἐξαιρετικὰ τὰ λὲς παπᾶ. Σὰν μανάβης!». Τὸ ξέρει. Ἡ φωνή του ἀκούγεται ἄσχημα. Μὰ ὅτι λέει, τὸ ψέλνει μὲ τὴν καρδιά του κι αὐτὸ θέλει ὁ Θεός. Ὅπως τότε ποὺ ἦταν μικρός. Καὶ φλεγότανε ἀπ᾿ τὸ μεράκι τῶν ὕμνων... Ἀκόμη κι ὁ δεσπότης τὴ μοναδικὴ φορὰ ποὺ λειτούργησε μαζί του τοῦ εἶπε: «Σούς, μπρέ. Δὲν τὸ λέγεις καλά». Ἦταν ἕνα ὅριο ποὺ τοῦ ἔβαλε ὁ Θεὸς καὶ δὲν μποροῦσε νὰ τὸ ξεπεράσει. Τί κι ἂν πάλαιψε; Τί κι ἂν προσευχήθηκε; Τί κι ἂν ἔκλαψε; Τὸ μόνο ποὺ κατόρθωσε εἶναι, ὅσα λέει, νὰ τὰ λέει μέσα ἀπ᾿ τὴν καρδιά του. Κι αὐτὸ εἶναι ποὺ θέλει ὁ Θεός. Τὴν καρδιά, ὄχι τὸ λαρύγγι!
Ἡ παρηγοριά του γιὰ τὴν σιωπὴ ποὺ ἔχει ἐπιβάλλει στὸν ἑαυτό του. Σιωπὴ γιὰ νὰ μὴν ἐνοχλεῖ, ὅπως ἐνοχλοῦσε τότες ποὺ μικρὸς στεκόταν παράμερα στὸ ψαλτήρι. Ὅπως ἐνοχλοῦσε ἀργότερα τοὺς φίλους του ποὺ προχώρησαν στὴν ψαλτικὴ κι ἂς πίστευε πὼς θὰ τὸν θέλουν κοντά τους. Ὅπως ἐνοχλοῦσε τὸ φίλο του τὸν Ἀποστόλη, ποὺ ἔγινε δεξιὸς ψάλτης στὸ διπλανὸ χωριό. Σταμάτησε, ἔτσι, νὰ ψέλνει μπροστὰ στὸν κόσμο καὶ προτιμοῦσε τὶς ἐρημιές. Μὲ τὰ τροπάρια μετροῦσε τὶς ἀποστάσεις. Ξεκίναγε μὲ τὸν Ὄρθρο, ἔλεγε καὶ λίγα ἀπ᾿ τὸν Ἑσπερινὸ κι ἂν εἶχε κι ἄλλο δρόμο πρόσθετε καὶ μερικὰ σκόρπια τροπάρια. Αὐτὸ θὰ ἔκανε καὶ τώρα, μέρες τῆς Πασχαλιᾶς. «Μπρός, λοιπόν, παπᾶ, δῶσε του νὰ καταλάβει» μονολόγησε. Ἔκανε τὸ σταυρό του κι ἄρχισε:
«Ἀναστάσεως ἡμέρα λαμπρυνθῶμεν λαοί…». Ἀφοῦ ἔψαλε ὅλον τὸν Κανόνα, προχώρησε καὶ στοὺς Αἴνους κι ἐκεῖ κατὰ τὸ δοξαστικὸ ἔμπαινε πιὰ στὰ πρῶτα σπίτια τῆς Τραπεζούντας. Μὲ τὸ ψάλσιμο κάπου εἶχε ἀφαιρεθεῖ. Ὅταν κατάλαβε πὼς ἦταν στὸν τουρκομαχαλὰ σκέφτηκε νὰ γυρίσει πίσω. Στάθηκε λίγο νὰ προσανατολιστεῖ κι ὕστερα πῆρε ἕνα σοκάκι ἐκεῖ στ᾿ ἀριστερά. Περίμενε νὰ τὸν βγάλει ἔξω ἀπὸ τὸ Κάστρο, μ᾿ αὐτὸ φιδογύριζε ἀνάμεσα στὰ τουρκόσπιτα. Σὲ κάποια στροφὴ φάνηκε ἕνας καφενὲς κι ἀπόξω δύο τρεῖς τοῦρκοι ἀραχτοί, ἀπολάμβαναν τὸ ναργιλέ τους. Καθὼς περνοῦσε μπροστά του ὁ ἕνας τοῦ φώναξε: «Πόσο τὰ ξύλα, παπᾶ;». «Πέντε γρόσια, ἐφέντη μ’». «Πολλὰ δὲν εἶναι, βρὲ καραμπὰς (μαυροκέφαλε);». «Ὄχι, ἐφέντη μ’, ὄχι. Ἔρχουμαι ἀπὸ μακριά», ὁ πάπα-Λευτέρης ἤξερε ν’ ἀντιστέκεται στὰ παζάρια τῶν τούρκων. «Κι ὑστέρα τί παίρνεις μὲ πέντε γρόσια;». «Ἄντε νὰ σοῦ δώσω τρία νὰ τὰ φέρεις καὶ στὸ σπίτι».
«Νὰ χαρεῖς τὰ νειάτα σου, ἐφέντη μ’. Κάμε 3 τα τουλάχιστο τέσσερα. Εἶμαι φτωχὸς κι ἔχω τόσα στόματα νὰ θρέψω». «Καλά. Ἂς εἶναι. Θὰ σοῦ δώσω τέσσερα». Σηκώθηκε ἀπ᾿ τὸ σκαμνί του, τεντώθηκε καὶ πλησίασε τὸν παπᾶ. Χάϊδεψε λίγο τὸ ζῶο καὶ μετὰ στράφηκε ἄγριος στὸ παπᾶ.
«Δὲν λυπᾶσαι τὸ ζῶο, βρὲ Γκιαούρ; Πῶς τὸ φόρτωσες τὸ καημένο; Κοντεύει νὰ ψοφήσει! Δὲν φοβᾶσαι τὸ Θεό, βρὲ καραμπάς;». «Ἀντέχει, ἐφέντη μ’», τόλμησε ν᾿ ἀπαντήσει ὁ πάπα-Λευτέρης. «Σούς, μπρέ», ἔβαλε τὶς φωνὲς ὁ τοῦρκος καὶ σήκωσε τὸ χέρι του ἀπειλητικά.
«Πᾶμε σπίτι νὰ τὸ ταΐσεις λίγο καὶ νὰ τὸ ποτίσεις. Γκιαούρ. Διαβόλου γενιά!». Γιόμισε ὁ μαχαλᾶς ἀπ᾿ τὶς φωνές του. Ὁ παπᾶς, τὸν ἀκολούθησε φοβισμένος. «Τρελὸς θάναι», σκέφτηκε κι ἀπὸ μέσα του ἔλεγε ὅσες εὐχὲς τοῦ ἐρχόντουσαν στὸ μυαλό. Μπροστὰ στὴν αὐλόπορτα τοῦ σπιτιοῦ φώναξε ἕνα ὄνομα.
Ὕστερα καὶ μὲ μία κλωτσιὰ τὴν ἄνοιξε διάπλατα. «Μπὲς μέσα, μπρὲ γκιαούρ. Δὲν φοβᾶσαι τὸ Θεὸ εἶσαι καὶ παπᾶς». Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ἔκλεισε τὴν πόρτα κι ἀμέσως δύο νεαροὶ ξεφόρτωσαν τὸ ζῶο. Ὁ τοῦρκος, μὲ φωνές, τράβηξε σχεδὸν τὸν παπᾶ-Λευτέρη μέσα στὸ σπίτι, ποὺ ἀπ᾿ τὸ φόβο του ἔχασε κάθε δύναμη ν᾿ ἀντισταθεῖ. Μόνο ἔτσι σὰν ἀστραπὴ τοῦ πέρασε ἡ σκέψη: «Εἶδες τί ἔπαθες γιὰ νὰ μὴν πᾶς στὴ Λειτουργία;». Μέχρι τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ χαλοῦσε τὸν κόσμο μὲ τὶς φωνές του. Μόλις πέρασαν τὸ κατώφλι τὴν ἔκλεισε μὲ τόση δύναμη λὲς κι ἤθελε νὰ τὴν γκρεμίσει. Καὶ τότε ἔγινε ἡ μεταμόρφωση. Ὁ ἄγριος τοῦρκος, αὐτὸς ποὺ χωρὶς αἰτία ἦταν ἕτοιμος νὰ κακοπαιδέψει τὸ φτωχὸ παπᾶ, ἔπεσε στὰ γόνατα καὶ φίλησε τὸ χέρι του μὲ σεβασμό.
Ἡ φωνή του μόλις ἀκουγόταν. «Σχώραμε, παπούλη μου, σχώραμε», τοῦ εἶπε ἑλληνικά. «Δὲν εἶχα κακὸ σκοπό. Γι᾿ αὐτὰ τὰ σκυλιὰ φώναζα, ποὺ μᾶς ἔβλεπαν. Μὴν καταλάβουν τίποτα καὶ χαθοῦμε. Χριστιανοὶ εἴμαστε κι ἐμεῖς κι ἂς φαινόμαστε τοῦρκοι». Κατάλαβε. Εἶχε μπροστά του ἕναν ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ οἱ ρωμιοὶ ὀνόμαζαν κλωστούς. Ἕναν ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ ἀντιστάθηκαν τόσα χρόνια στὴν ὑποδούλωση τῆς ψυχῆς. Στὴ φαντασία του ὁ ἡρωϊσμὸς κι ἡ πίστη τους ἔπαιρναν μυθικὲς διαστάσεις. Πᾶνε μερικὰ χρόνια ποὺ ἄκουσε γι᾿ αὐτούς. Τότε θυμᾶται θέλησε νὰ τοὺς συναντήσει, νὰ ἔρθει σ᾿ ἐπαφὴ μαζί τους. Τὸν συγκράτησαν οἱ πιὸ φρόνιμοι. Θάρθει ἡ στιγμή, 4 τοῦ εἶπαν, καλύτερα νὰ μὴ βιάζεσαι. Πέρασαν τὰ χρόνια κι ἡ στιγμὴ δὲν ἦρθε. Στὴν ἀρχὴ μάθαινε πὼς κάποιος παπᾶς βρέθηκε στὴ δίνη τῆς ἱστορίας τους, μὰ κι αὐτὸ σταμάτησε μὲ τὰ χρόνια.
Ἔτσι, κάπου μέσα του, ἄρχισε νὰ μὴν πολυπιστεύει στὴν ύπαρξή τους. Ἄρχισε νὰ ἀμφιβάλλει γιὰ πολλά, ἢ νὰ τὰ δέχεται σὰν μιὰ χαριτωμένη ὑπερβολή. Καὶ νὰ τώρα ποὺ εἶχε μπροστά του ἕναν δικό τους. Τὸν ἔπιασε ἀπὸ τὰ χέρια καὶ τὸν σήκωσε. Ἐκείνη τὴ στιγμὴ φάνηκαν δύο γυναῖκες, ἡ μία νέα ἡ ἄλλη ἡλικιωμένη, καὶ τὸν περιτριγύρισαν ἕνα τσοῦρμο παιδιά! «Ἡ φαμίλια μου παπούλη μου», τοῦ εἶπε ὁ κρυφὸς Χριστιανός. Σὲ λίγο καθισμένοι στὸ σαλόνι ἀντάλασσαν τὶς ἱστορίες τους. Αἰσθάνονταν γνωστοὶ ἀπὸ χρόνια. Ἦταν κι αὐτοὶ ὅπως ὅλοι οἱ δικοί τους. Χρόνια τώρα, ἀπὸ πατέρα σὲ παιδί, κράταγαν μυστικὴ τὴν πίστη τους καὶ συνέχιζαν φανερὰ νὰ κάνουν τὴ ζωὴ τοῦ μουσουλμάνου. Πρῶτα κοντά τους ἔμενε ἕνας χότζας ποὺ ἦταν κρυφὸς παπᾶς. Αὐτὸς τοὺς βάφτισε, αὐτὸς τοὺς πάντρεψε, αὐτὸς κήδευε τοὺς πατεράδες τους. Ὅλα στὰ κρυφά.
Νύχτα πάνω στὴ νύχτα. Τὴ μέρα τοὺς πάντρευε τούρκικα. Τὴ νύχτα χριστιανικά. Γεννιόταν ἕνα παιδί; Τὴ μέρα ἔκανε σουνέτι. Τὴ νύχτα βαφτίσια. Στὸ θάνατο ὁ πρῶτος ποὺ ἔμπαινε στὸ σπίτι ἦταν αὐτός. Μόνος μὲ τὴν οἰκογένεια τοῦ νεκροῦ διάβαζε τρισάγιο. Τὴ νύχτα ἔκανε τὴν κηδεία καὶ τὸ πρωῒ ὅλα τὰ ἔθιμα τῶν μουσουλμάνων. Διπλὴ ζωή, διπλὸ ξόδι. Ἀπὸ τότε ὅμως ποὺ πέθανε, ἔμειναν ὀρφανοί. Ἀλειτούργητοι. Ἀβάφτιστοι. Δύο χρόνια ἔχουν νὰ κάνουν Ἀνάσταση. Τὴ νύχτα τὸ Μεγάλο Σάββατο ἄκουσαν τὶς καμπάνες ἀπ᾿ τὸ χριστιανικὸ μαχαλᾶ. Ἄναψαν κερὶ καὶ ἔψαλαν σιγανὰ τρεῖς φορὲς τὸ «Χριστὸς Ἀνέστη». «Νὰ κάνουμε τώρα τὴν Ἀνάσταση», ἡ ἰδέα ἄστραψε στὸ μυαλὸ τοῦ πάπα-Λευτέρη. «Τί πειράζει; Πασχαλιὰ εἶναι ἀκόμη. Ἑτοιμαστεῖτε κι ἐδῶ εἶμ᾿ ἐγώ». Ἀπ᾿ τὴ στιγμὴ ἐκείνη ἕνας ὁλάκερος μηχανισμὸς μπῆκε σὲ λειτουργία. Μέχρι τὸ βράδυ βρέθηκαν ἄμφια, σκεύη, πρόσφορα, ἐνῶ ἕνα νιὸ παληκάρι, μὲ γρήγορο ἄλογο, ἔτρεξε στὸ χωριὸ νὰ καθησυχάσει τὴν παπαδιά, ποὺ δὲν θὰ γύριζε ὁ παπᾶς ἐκεῖνο τὸ βράδυ.
Ο ΑΛΙΒΑΝΙΣΤΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ
Αφού εβάδισαν επί τινά ώραν,ανά την βαθείαν σύνδενδρον κοιλάδα,
η θειά Μολώτα,
κ' η Φωλιώ της Πέρδικας, κ' η Αφέντρα της Σταματηρίζενας, τέλος έφθασαν εις το Δασκαλειό.
Αι τελευταίαι ακτίνες του ηλίου εχρύσωναν ακόμη τας δύο ράχεις, ένθεν και ένθεν της κοιλάδος.
Κάτω, εις το δάσος το πυκνόν, βαθεία σκιά ηπλούτο.
Κορμοί κισσοστεφείς και κλώνες χιαστοί εσχημάτιζον ανήλια συμπλέγματα,
όπου μεταξύ των φύλλων ηκούοντο ατελείωτοι ψιθυρισμοί ερώτων.
Ευτυχώς το δάσος ενομίζετο κοινώς ως στοιχειωμένον, άλλως θα το είχε καταστρέψει κι' αυτό προ πολλού ο πέλεκυς του υλοτόμου.
Αι τρεις γυναίκες επάτουν πότε επί βρύων μαλακών,
πότε επί λίθων και χαλίκων του ανωμάλου εδάφους.
Η ψυχή κ' η καρδούλα των εδροσίσθη, όταν έφθασαν εις την βρύσιν του Δασκαλειού.
Το δροσερόν νάμα εξέρχεται από μίαν σπηλιάν, περνά από μίαν κουφάλαν χιλιετούς δένδρου,
εις την ρίζαν του οποίου βαθεία γούρνα σχηματίζεται.
Όλος ο βράχος άνωθεν στάζει ωσάν από ρευστούς μαργαρίτας,
και το γλυκύ κελάρυσμα του νερού αναμιγνύεται με το λάλον μινύρισμα των κοσσύφων.
Η θεία Μολώτα, αφού έπιεν άφθονον νερόν, αφήσασα ευφρόσυνον στεναγμόν αναψυχής, εκάθισεν επί χθαμαλού βράχου διά να ξαποστάση. Αι δύο άλλαι έβαλαν εις την βρύσιν, παρά την ρίζαν του δένδρου, τις στάμνες και τα κανάτια, τα οποία έφεραν μαζύ των,διά να τα γεμίσουν. Είτα, αφού έπιαν και αυταί νερόν, εκάθισαν η μία παραπλεύρως της γραίας, η άλλη κατέναντι,κι' άρχισαν να ομιλούν. – Πώς αλγεί 'παπάς; είπεν η Θεία Μολώτα. Η γραία ήτο ιδιόρρυθμος εις την γλώσσαν της.
Ετραύλιζε και απέκοπτεν, όχι μόνον συλλαβάς, αλλά τα άρθρα και άλλα μόρια. – Νύχτωσε, θα 'πω! προσέθηκεν η Φωλιώ. – Τα, τι λογάτε; επέφερεν η Αφέντρα. Ευρίσκοντο κ' αι τρεις, από της ημέρας εκείνης του Μεγάλου Σαββάτου,εις τον Αϊ-Γιάννη,στον Ασέληνο. Ήτον έρημον παλαιόν μοναστηράκι. Είχε γνωσθή, ότι ο παπα-Γαρόφαλος ο Σωσμένος, εις εκ των ιερέων της πόλεως, θα ήρχετο εις τον Αϊ-Γιάννην, στον Ασέληνον, διά να κάμη Πάσχα εις τους αιγοβοσκούς των αγρίων εκείνων μερών.
Αι τρεις αυταί, και τινά άλλα πρόσωπα από την πόλιν, αγαπώντα την εξοχήν, είχον έλθη, χάριν του Πάσχα, πριν να ξεκινήση ο παπάς. Αλλ' όμως ενύκτωνεν ήδη,και ο παπα-Γαρόφαλος δεν είχε φανή ακόμη. – Είνε αργοστόλιστος, θα 'πω,επέφερεν η Φωλιώ η Πέρδικα. – Ναι, είδες,πώς αργεί να 'ντυθή; υπέλαβεν ερμηνεύουσα κατά γράμμα τον λόγον η Αφέντρα της Σταματηρίζενας. Και καμμιά φορά βάζει και στραβά την «αλλαή» του. Ωνόμαζεν ούτω το φελόνιον.
Αι τρεις γυναίκες είχον έλθη από τον Αϊ-Γιάννην, απέχοντα ως τετάρτου της ώρας δρόμον, διά να γεμίσουν τα σταμνιά στο Δασκαλειό, επειδή η μικρά βρύσις του παλαιού ησυχαστηρίου,κάτω από τον ναΐσκον, είχε χαλάσει, και σχεδόν είχε χαθή το νερόν. Έμελλον δε να επιστρέψουν αμέσως εις τον Αϊ-Γιάννην. Αλλά, με την ομιλίαν, αργοπορούσαν. Τέλος, αι δύο εσηκώθησαν, έκυψαν διά να φορτωθούν τ' αγγεία, και ήσαν έτοιμαι προς αναχώρησιν.
Αλλά την στιγμήν εκείνην, ζωηρά φωνή ηκούσθη από το κάτω μέρος, ανάμεσ' από τα δένδρα. – Σ' έσκιαξα,θεια Μολώτα! είπεν η φωνή. Είτα καγχασμός ήχησε, κ' ευθύς επαρουσιάσθη εις νέος υψηλός,αμύστακος,ως δεκαέξ ετών, κρατών κάτω του στέρνου του κάτι,ως διπλωμένον και τυλιγμένον πράγμα. – Α! κακό να μην έχης! έκραξεν η Φωλιώ.
Εσύ 'σαι, αρέ Σταμάτη; Δεν είχε νυκτώσει ακόμη καλά,κ' αι γυναίκες είδαν τα χαρακτηριστικά του, αφού πρώτον είχαν γνωρίσει την φωνήν του. Ήτον ο Σταμάτης το Τρυγονάκι, μάγκας ορφανός παιδιόθεν, καλόκαρδος, βολικός, όστις έζη εκτελών θελήματα ανά την πόλιν. Όταν όμως ήτο πουθενά εξοχικόν πανηγύρι, άφηνεν όλες τις δουλειές του, κ' έτρεχε πρώτος μεταξύ όλων των πανηγυριστών. – Να, απ' τον Ασέληνο έρχομαι, είπεν ο νέος... φορτωμένος πράμματα,θάμματα... κυττάξετε!
Έθεσε την δεξιάν χείρα εντός του τυλιγμένου πανίου, το οποίον εκράτει, έλαβεν ένα μαύρον πράγμα, και, θέλων να παίξη, το έρριψεν εις την ποδιάν της Μολώτας, ήτις εκάθητο ακόμη επί της πέτρας. – Ά! φωτιά που σ' ε!... έκαμεν αύτη, αναπηδήσασα ορθή, και τινάζουσα την ποδιάν της. Το πράγμα, το οποίον της είχε ρίψει ο Σταμάτης, ήτο τεράστιος ζωντανός κάβουρας. Ο νέος είχε κατέλθη προ δύο ωρών εις τον Μικρόν Ασέληνον. Ούτως ωνομάζετο ο δυτικός αιγιαλός,μικρά αγκάλη, αντικρύζουσα το Πήλιον. Εκεί είχε γεμίσει το προσόψιον, το οποίον είχε περιζωσμένον εις την μέσην του, από κοχύλια, πεταλίδες και καβούρια. – Α ρέ, ζουρλάθηκες; είπεν αυστηρώς η Αφέντρα.
Να κάμης την οικοκυρά να κόψη το αίμα της! Ο Σταμάτης και πάλιν εκάγχασε.– Να με συμπαθάς, θεια Μολώτα, είπε. Σα χωριάτης πούμαι, έσφαλα. Θέλησα να σου χαρίσω αυτό το καβούρι, για να κάμης μεζέ απόψε, και με τον τρόπο που σου τώρριξα στην ποδιά σου,σ' ετρόμαξα. – Δεν τλώου καβούλγια, είπεν η Μολώτα. Θα μεταλάβου! – Αλήθεια;
Τότε,το χαρίζω της Πέρδικας. – Μεγαλοσαββατιάτικα, καβούρια θα φάω; είπεν η Φωλιώ. – Τότε, ας το παρ' η Σταματρίζενα, είπεν ο Σταμάτης. – Να καβουρώσης και κάβουρας να γένης! απήντησεν η Αφέντρα. – Μωρέ, ευχή που μου δίνεις! είπεν ο Σταμάτης. Ακούς! να ήμουν κάβουρας! Πώς θα περπατούσα τάχα; –Και άμα είπεν, έκυψε και άρχισε να κάμνη λοξά πατήματα, μεταξύ των τριών γυναικών.
Η ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ, Ο ΛΑΜΠΡΟΦΟΡΕΜΕΝΟΣ ΑΓΓΕΛΟΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΓΓΕΛΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ (ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΚΕΡΑΜΕΩΣ)
Ομιλία στο β΄ Εωθινό Ευαγγέλιο
Η επίσκεψη των Μυροφόρων στον Τάφο (Μάρκ. ις’ 2-4)
Η επίσκεψη των Μυροφόρων στον Τάφο (Μάρκ. ις’ 2-4)
Όταν πλέον πέρασε η λύπη του Σαββάτου και ενεργήθηκε το μυστήριο της αναστάσεως και ο Ήλιος της δικαιοσύνης σαν από κάποιο ορίζοντα ανέτειλε, τότε η τριάδα των ιερών γυναικών που μετέφεραν τα αρώματα έφθασε στο ζωηφόρο μνήμα. «Και πολύ πρωί, την πρώτη ημέρα της εβδομάδας, έρχονται στο μνήμα, μόλις ανέτειλε ο ήλιος».
Γιατί η Εύα, επειδή απατήθηκε κατά το δειλινό, εξορίζεται από τον τόπο της απολαύσεως (παράδεισο). Αντίθετα όμως, οι απόγονοί της σπεύδουν πολύ πρωί να μάθουν την αποκατάσταση της πρώτης μητέρας του ανθρώπινου γένους (Εύας), που έγινε μέσω της αναστάσεως.
Σπεύδουν λοιπόν, καθώς ανέτειλε ο ήλιος. Γιατί ο ήλιος σαν να ανέτειλε από τα κατώτερα μέρη της γης, δημιούργησε μια καινούργια ημέρα για τους ζωντανούς και τους νεκρούς. Και επειδή το αρχικό φως, που δημιουργήθηκε την πρώτη ημέρα της εβδομάδας, η αμαρτία το αμαύρωσε, την ίδια ακριβώς ημέρα αφού αναστήθηκε ο Κύριος, δημιούργησε μια παρατεταμένη πρωία.
Πράγμα το οποίο, όπως εγώ νομίζω, ο ευαγγελιστής έχει φανερώσει με την έκφραση· «και πολύ πρωί». Γιατί με την ανάσταση του Χριστού οι ψυχές δεν βρίσκονται πλέον φυλακισμένες στις σκοτεινές κρυψώνες του άδη. Και έλεγαν μεταξύ τους· «Ποιός θα μας κυλίσει την πέτρα από την είσοδο του μνήματος»;
Η Μαρία λοιπόν η Μαγδαληνή και η άλλη Μαρία, η οποία πιστεύουμε ότι είναι η υπέραγνη Δέσποινα (αυτήν δηλαδή ονομάζουν τα Ευαγγέλια μητέρα Ιακώβου και του Ιωσήφ), είχαν πάει από πριν στον τάφο, και δεν ήταν εντελώς άπειρες από το γεγονός της αναστάσεως, και μάλιστα, επειδή ήταν με πάρα πολύ φλογερό πόθο ενισχυμένες, έτρεχαν να πάρουν μεγαλύτερη επιβεβαίωση.
Η Σαλώμη δε, επειδή ήλθε στον τάφο για πρώτη φορά πριν από λίγο χρόνο, γνώριζε ότι μια μεγάλη πέτρα εμπόδιζε την είσοδο του μνήματος. Γιατί ήταν και αυτή μαζί με τον κύκλο των γυναικών που ακολουθούσαν τη Θεοτόκο την ώρα που τοποθετούσαν το Δεσποτικό σώμα στον τάφο και έβλεπε που έχει τοποθετηθεί, όπως ο Ματθαίος και ο Μάρκος μάς ανέφεραν.
Ο μεν Ματθαίος τη γνώριζε από τα παιδιά της, ο δε Μάρκος από το όνομά της. Επειδή αγνοούσε τί επακολούθησε, απορεί σχετικά με την πέτρα· γιατί δικός της ήταν ο λόγος· «Ποιός θα μας κυλίσει την πέτρα». Γι’ αυτό και οι Μαρίες, επειδή πράγματι γνώριζαν ότι η πέτρα είχε αποκυλιστεί, λύνουν την απορία της με το γνέψιμο των ματιών· «Και όταν σήκωσαν τα μάτια τους, βλέπουν ότι η πέτρα είχε κυλιστεί»· γιατί με το «όταν σήκωσαν τα μάτια τους», δήλωσε το δείξιμο με το γνέψιμο (νεύμα) των οφθαλμών.
Φανερώνεται επίσης και το μέγεθος της πέτρας, όταν λέει· «ήταν δε (η πέτρα) πάρα πολύ μεγάλη», και αποδεικνύοντας ότι την πέτρα δεν την κύλισαν τυμβωρύχοι και κλέφτες, προσπαθώντας να κλέψουν το νεκρό, σύμφωνα με τους συκοφάντες αρχιερείς, οι οποίοι έλεγαν στον Πιλάτο· « Μήπως αφού έλθουν οι μαθητές του κατά τη διάρκεια της νύχτας, τον κλέψουν».
Πρέπει δε να γνωρίζουμε ότι ο τάφος εκείνος ήταν σπηλιά κατασκευασμένη με ανθρώπινα χέρια, της οποίας την είσοδο ο Ιωσήφ είχε κλείσει με τη μεγάλη εκείνη πέτρα, που την έσυρε με τη βοήθεια πολλών ανθρώπων, ούτως ώστε να μην είναι δυνατόν από πολλούς εύκολα να μετακινηθεί. Επιπλέον ήταν σημαδεμένος και με τις σφραγίδες. Αλλά ήταν αληθινά πάρα πολύ μεγάλος αυτός που είχε μετακινήσει την πέτρα· γιατί τίποτε δεν μπορεί να εμποδίσει το «Ήταν πάρα πολύ μεγάλη» και έτσι να το εκλαμβάνεις.
«Οι Μυροφόρες αντικρύζουν τον λαμπροφορεμένο άγγελο»
(Μάρκ. ιϛ´ 5)
«Ο άγγελος αναγγέλλει την ανάσταση του Χριστού»
(Μάρκ. ιϛ´ 6-7)
«Η αποκατάσταση του Πέτρου» (Μάρκ. ιϛ´ 7)
«Γιατί οι μυροφόρες αποσιωπούν την αποκάλυψη της αναστάσεως του Χριστού;»
(Μάρκ. ιϛ´ 7-8)
«Οι μυροφόρες πρότυπα μιμήσεως των πιστών»
(Μάρκ. ιϛ´ 2. 5. 8.)
(Μάρκ. ιϛ´ 5)
«Ο άγγελος αναγγέλλει την ανάσταση του Χριστού»
(Μάρκ. ιϛ´ 6-7)
«Η αποκατάσταση του Πέτρου» (Μάρκ. ιϛ´ 7)
«Γιατί οι μυροφόρες αποσιωπούν την αποκάλυψη της αναστάσεως του Χριστού;»
(Μάρκ. ιϛ´ 7-8)
«Οι μυροφόρες πρότυπα μιμήσεως των πιστών»
(Μάρκ. ιϛ´ 2. 5. 8.)
ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΥ: ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΟΥ ΠΑΣΧΑ
Aυτές τις ημέρες ξαναγυρίζω πάντα στα παιδικά μου χρόνια.
Kαι θυμάμαι τις θαυμάσιες εκείνες γιορτές που χαιρόμουν στην πατρίδα μου,
όταν ήμουν μικρό αμέριμνο παιδί κι είχα τους καλούς μου γονείς να με φροντίζουν και να μ’ οδηγούν σε όλα.
Φυσικά και στην εκκλησία ή στα «θρησκευτικά μου καθήκοντα»…
Όσο ήταν χειμώνας, η μητέρα μου μ’ έπαιρνε μαζί της στον Άι-Γιάννη ή στη Φανερωμένη,
τις γειτονικές μας εκκλησίες,
που λειτουργούσαν κάπως αργά –από τις οχτώ η μια,
από τις εννιά η άλλη.
Mα όταν έμπαινε η άνοιξη,
που μπορούσα να ξυπνώ και να βγαίνω πιο πρωί,
ο πατέρας μου μ’ έπαιρνε στην Eπισκοπιανή ή στον Άγιο Xαράλαμπο,
εξοχικές εκκλησίτσες αυτές,
σ’ ένα ωραίο παραθαλάσσιο προάστιο,
που λειτουργούσαν από τις επτά.
Mετά τη λειτουργία, κάναμε κι έναν ωραίο περίπατο στους Kήπους
και γυρίζαμε λιγάκι κουρασμένοι μα πολύ ευχαριστημένοι κι οι δυο.
Ω, ήταν τόσο όμορφα! H άνοιξη είχε στολισμένες τις πρασινάδες με μαργαρίτες άσπρες και κίτρινες, με ολοκόκκινες παπαρούνες και μ’ άλλα γαλάζια ή μαβιά αγριολούλουδα. Tι πολύχρωμο το χαλί που απλωνόταν στα χωράφια! Tο έβλεπα κι από την ανοιχτή πόρτα της εκκλησιάς, καθώς άκουγα τα ψαλσίματα, τις ευχές και τα ευαγγέλια. Tα ευαγγέλια προπάντων μ’ άρεσαν πολύ. Eίναι τόσο ποιητικά αυτά που λένε πριν και μετά το Πάσχα. Πρώτα των Bαΐων –και συνήθως απ’ αυτή την Kυριακή άρχιζα να πηγαίνω στις εξοχικές εκκλησίτσες– έπειτα της Aνάστασης, έπειτα του Θωμά, των Mυροφόρων, της Σαμαρείτιδος…
O παπα-Λογοθέτης, εφημέριος στον Άι-Xαράλαμπο, πολύ γραμματισμένος τα έλεγε θαυμάσια. Kι όχι ψαλτά με μπάσα και σικόντα, όπως σ’ άλλες εκκλησιές· αλλά διαβαστά, καθαρά, σταράτα, λέξη προς λέξη, και μ’ έκφραση, με τόνο ώστε να καταλαβαίνει το νόημα κι ο αγράμματος. Kι αλήθεια, στις εκκλησίτσες εκείνες το περισσότερο πήγαιναν απλοί, ταπεινοί άνθρωποι του λαού –ψαράδες, βαρκάρηδες, κηπουροί, μυλωνάδες. Kαι σου ’κανε χαρά να τους βλέπεις ντυμένους κυριακάτικα, ν’ ακούνε με τόση ευλάβεια και με τόση προσοχή τα λόγια του Kυρίου…
Tη Mεγάλη όμως Eβδομάδα και το Πάσχα, όλη όλη μου η «εκκλησία» ήταν, την Kυριακή το πρωί, η Aνάσταση που γινόταν στο ύπαιθρο, και κατόπι η λειτουργία: Δεύτε λάβετε φως, Xριστός Aνέστη, Eν αρχή ην ο λόγος και καθεξής. Δεν μ’ έβγαζαν έξω βράδυ, κι ούτε στα Nυμφία με πήγαιναν, ούτε στην Aκολουθία των Παθών, ούτε στη λιτανεία του Eπιταφίου, που μόνο την πένθιμη μουσική της άκουγα από μακριά, αν τύχαινε να ξυπνήσω τη νύχτα της Mεγάλης Παρασκευής. Έτσι δεν ήξερα καλά τι προηγήθηκε απ’ την Aνάσταση. Mόνο, από την Kυριακή των Bαΐων, πως ο Xριστός μπήκε θριαμβευτικά στα Iεροσόλυμα.
Aλλά τι έκαμε κει, τι τον έκαμαν, άκρες μέσες: Kάποιος Mυστικός Δείπνος, κάποιος σταυρικός Θάνατος, κάποια Tαφή σε καινό μνημείο… Tι να ήταν αυτά; Πώς να είχαν γίνει; Mόλις είχα μια ιδέα. Kι άξαφνα… τα έμαθα όλα! Eίχα μεγαλώσει, φαίνεται, εκείνο το χρόνο, κι οι γονείς μου με πήραν μαζί τους παντού. Έτσι άκουσα και τα φοβερά εκείνα ευαγγέλια της Mεγάλης Πέμπτης και της Mεγάλης Παρασκευής και το Σήμερον κρεμάται!…
Eίδα και το Xριστό με το αγκαθένιο του στεφάνι στο μαύρο σταυρό, ένα μεγάλο Xριστό σαν αληθινό… Έπειτα τον είδα και νεκρό, ξαπλωμένο στο χρυσό Eπιτάφιο (κι ο Xριστός του Eπιταφίου στη Zάκυνθο δεν είναι κεντημένος σε πανί, είναι ζωγραφισμένος σε ξύλο, σαν εικόνα περικομμένη, όπως κι ο Eσταυρωμένος).
Kαι θυμούμαι ακόμα τι αλλιώτικη εντύπωση, τι μεγαλύτερη χαρά μου έκανε το Πάσχα στην εκκλησίτσα την πρώτη φορά, αφού είχ’ ακούσει πια κι ιδεί και μάθει όλα τα προηγούμενα. Mπορώ να πω πως αυτό ήταν το πρώτο μου Πάσχα. Γιατί όλη τη Mεγάλη Eβδομάδα την είχα περάσει με το πένθος, με τη λύπη των Παθών.
Eίχα παρακολουθήσει το Xριστό στο μαρτύριό του, στην αγωνία του, στο θάνατό του· είχ’ ακούσει και τη Διαθήκη του, είχα παρακαθίσει και στο Mυστικό Δείπνο, είχ’ ακολουθήσει και την εκφορά του, κλαίγοντας μαζί με τη Θλιμμένη Mητέρα, που κι αυτή ακολουθούσε ζωγραφιστή σε μια μεγάλη εικόνα σαν αληθινή: ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον.
Γι’ αυτό το Xριστός Aνέστη μου έκαμε ύστερα τόση χαρά, τόση αγαλλίαση· γι’ αυτό μου φάνηκε σα μιαν υπέρτατη ικανοποίηση, σα μια νίκη, σαν ένας θρίαμβος. Eκείνος που φόρεσε για εμπαιγμό ψεύτικη πορφύρα. Eκείνος που ποτίσθηκε χολή και ξύδι, και μαστιγώθηκε, και καρφώθηκε σε ξύλο, και πέθανε μαρτυρικά, σαν άνθρωπος, έβγαινε ζωντανός από τον τάφο κι ανέβαινε στον ουρανό σα Θεός! Έτσι έπρεπε να είναι.
Για να μου δώσει τόση χαρά η Aνάσταση, έπρεπε να προηγηθεί το Πάθος· για να μου κάμει τόση εντύπωση το Πάσχα, έπρεπε να γνωρίσω τη Mεγάλη Eβδομάδα. Mαθαίνοντας όσα έμαθα εκείνο το χρόνο, μάθαινα τη ζωή, που ώς τότε ήμουν πολύ μικρός για να την ξέρω, αφού οι γονείς που με φρόντιζαν και μ’ οδηγούσαν, δεν με πήγαιναν παρά στις χαρούμενες κυριακάτικες λειτουργίες και με προφύλαγαν απ’ τα λυπητερά, που δεν ήταν ακόμα για μένα.
Παρασκευή 10 Απριλίου 2026
Η ΕΙΣ ΑΔΟΥ ΚΑΘΟΔΟΣ
«ὅτι καὶ Χριστός ἅπαξ περὶ ἁμαρτιῶν ἔπαθε, δίκαιος ὑπὲρ ἀδίκων, ἵνα ἡμᾶς προσαγάγῃ τῷ Θεῷ, θανατωθεὶς μὲν σαρκί, ζωοποιηθείς δὲ πνεύματι· ἐν ᾧ καὶ τοῖς ἐν φυλακῇ πνεύμασι πορευθεὶς ἐκήρυξεν»
(Α´ Πέτρ. γ´ 18-19).
Κατά τό ῞Αγιο καί Μέγα Σάββατο, ἡ ᾿Εκκλησία μνημονεύει τήν εἰς ῞ᾼδου κάθοδον τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. ῞Οτι δηλαδή, κατά τίς τρεῖς ἡμέρες μετά τόν θάνατό Του καί μέχρι τῆς ἀναστάσεώς Του, ὁ Κύριος κατῆλθε στόν ῞ᾼδη, στόν τόπο, ὅπου εὑρίσκονταν φυλακισμένες οἱ ψυχές τῶν ἀνθρώπων, κήρυξε καί, στή συνέχεια, μέ θεϊκή ἐξουσία ἀνέστησε καί ἐλευθέρωσε τίς ψυχές καί κυριολεκτικά «ἐκένωσε» τά ταμεῖα τοῦ ζοφεροῦ αὐτοῦ τόπου. 1. ῾Η προσδοκία τοῦ διαβόλου ἦταν, ὅτι τελικά θά μποροῦσε νά κρατήσει ἕνα μέρος τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ ὑπό τήν ἐξουσία του. Αὐτός ἦταν ὁ ῞ᾼδης.
Ο ῞ᾼδης δέν εἶναι τόπος, ἀλλά τρόπος ζωῆς τῶν πνευμάτων. Εἶναι δέ ὡς τρόπος καί κατάστασις ζωῆς ἀντίθετος τοῦ Παραδείσου. ᾿Εάν στόν Παράδεισο ὁ ἄνθρωπος εἶναι εὐτυχισμένος ἐπειδή ζεῖ μέ τόν Θεό, στόν ῞ᾼδη ζεῖ δυστυχισμένος ἐπειδή ζεῖ μέ τούς διαβόλους. Στόν ῞ᾼδη κατέρχονταν ὅλοι οἱ ζῶντες. ᾿Εκεῖ δέν μποροῦσαν νά αἰνοῦν πιά τόν Θεό, νά ἐλπίζουν στήν δικαιοσύνη Του, στήν πιστότητά Του. Πρόκειται γιά μία ὁλοκληρωτική ἐγκατάλειψι. Σ᾿ αὐτόν τόν τραγικό χῶρο τῆς δυστυχίας καὶ ἀπελπισίας, κατέβηκε ὁ Χριστός γιά νά ἐλευθερώσει τούς αἰωνίους αἰχμαλώτους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονταν ἐκεῖ παρά τήν θέλησί τους. Αὐτό δέ ἀποτελοῦσε τήν δύναμι καί τήν χαρά τοῦ διαβόλου, ὅτι εἶχε τήν δύναμι, μποροῦσε, νά ἐμποδίσει τούς δικαίους νά ζήσουν μέ τόν Θεό. Αὐτή τήν ἀδικία ἐπισημαίνει ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος ὅταν γράφει· «᾿Αλλ᾿ ἐβασίλευσεν ὁ θάνατος ἀπὸ ᾿Αδὰμ μέχρι Μωσέως καὶ ἐπὶ τοὺς μὴ ἁμαρτήσαντας» (Ρωμ. ε´ 14).
Ο ῞ᾼδης δέν ταυτίζεται μέ τήν κόλασι. ῾Ο ᾿Ιησοῦς Χριστός κατέβηκε στόν ῞ᾼδη, ὁ καταδικασμένος πηγαίνει στήν κόλασι. Οἱ θύρες τοῦ ῞ᾼδη, ὅπου κατέβηκε ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός, ἄνοιξαν, γιά νά μπορέσουν νά διαφύγουν οἱ αἰχμάλωτοί του, ἐνῶ, ὅταν ὁ κολασμένος κατεβαίνει στήν κόλασι, ἡ πόρτα της κλείνει πίσω του αἰωνίως καί δέν θά ἀνοίξει ποτέ. ῾Ο ῞ᾼδης καί ἡ κόλασις εἶναι τό βασίλειο τοῦ θανάτου καί, χωρίς τόν ᾿Ιησοῦ Χριστό, δέν θά ὑπῆρχε στόν κόσμο παρά μιά μόνο κόλασις καί ἕνας μόνο θάνατος, ὁ θάνατος μέ τήν ἀπεριόριστη δύναμί του. ᾿Εάν ὑπάρχει «δεύτερος θάνατος» (᾿Αποκ. κα´ 8), ξεχωριστός ἀπό τόν πρῶτο, εἶναι ἐπειδή ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός συνέτριψε μέ τό θάνατό Του «τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ᾿ ἔστι τὸν διάβολον, καὶ ἀπαλλάξῃ τούτους, ὅσοι φόβῳ θανάτου διὰ παντὸς τοῦ ζῆν ἔνοχοι ἦσαν δουλείας» (῾Εβρ. β´ 14-15).
Τήν κάθοδο τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ στόν ῞ᾼδη ἑορτάζει καί πανηγυρίζει ἡ ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ κατά τό ῞Αγιο καί Μέγα Σάββατο. «Τοῦτό ἐστι τὸ ὑπερευλογημένον Σάββατον». ῾Η θεολογία τῆς ᾿Εκκλησίας μας φωτίζει ἐπαρκῶς τό θέμα αὐτό, τό ὁποῖο ἀφορᾶ ὅλους μας. 2. ῾Η κάθοδος τοῦ Χριστοῦ στόν ῞ᾼδη εἶναι ἕνα ἄρθρο πίστεως, καί εἶναι πράγματι ἕνα βέβαιο δεδομένο τῆς Καινῆς Διαθήκης. ῾Ο χριστολογικός κανόνας τοῦ ῎Ορθρου τοῦ Μεγάλου Σαββάτου εἶναι ὕμνος, τραγούδι γιὰ τόν νεκρωμένο Θεό. ᾿Εάν «ὁ Θεὸς ἀνέστησε τὸν ᾿Ιησοῦν λύσας τὰς ὠδῖνας τοῦ θανάτου» (Πράξ. β´ 24), εἶναι ἐπειδή τόν βύθισε ἀρχικά στόν ῞ᾼδη, ἀλλά χωρίς ποτέ νά τόν ἐγκαταλείψει ἐκεῖ (πρβλ. Πράξ. β´ 31). ᾿Εάν ὁ Χριστός, στό μυστήριο τῆς ᾿Αναλήψεως, «ἀνέβη ὑπεράνω πάντων τῶν οὐρανῶν», εἶναι ἐπειδή «κατέβη πρῶτον εἰς τὰ κατώτερα μέρη τῆς γῆς». ῎Επρεπε νά γίνει αὐτή ἡ φοβερή κάθοδος, γιά νά μπορέσει ὁ Χριστός νά «πληρώσῃ τὰ πάντα» καί νά βασιλεύσει ὡς Κύριος στό Σύμπαν (πρβλ. ᾿Εφεσ. δ´ 6).
Η χριστιανική πίστις ὁμολογεῖ, ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστὸς εἶναι Κύριος στόν οὐρανό μετά τήν ἀνάβασί Του ἀπό τούς νεκρούς (Ρωμ. ι´ 6-10). «῞Ινα σου τῆς δόξης, τὰ πάντα πληρώσῃς, καταπεφοίτηκας, ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆςϜ », ψάλλουμε τήν λαμπρά καί φωταυγῆ νύκτα τοῦ Μ. Σαββάτου. Τό τίμημα τῆς ταφῆς τοῦ Κυρίου γιά τόν ἄνθρωπο ἦταν ἡ ἀφθαρσία καί ἡ καινοποίησι τῆς φύσεώς του.
῞Οπως ἡ φθορά ὑπῆρξε τό τίμημα τῆς ἁμαρτίας, ὡς νέκρωσις καί χωρισμός ἀπό τόν Θεό, ἔτσι ἡ ἀνακαίνισις καί ἡ ἀφθαρσία ὑπῆρξαν ὁ εἰδικός καρπός τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως.
Ο Χριστός μέ τόν θάνατο καί τήν ταφή Του ἀφαίρεσε τά ράκη τῆς φθορᾶς, τά ὁποῖα εἶχαν στοιβαχθεῖ σ᾿ αὐτήν ἀπό τήν παράβασι τοῦ ᾿Αδάμ καί ἔσβηναν τήν ὀμορφιά της· καί μέ τό αἷμα Του ἔπλυνε τό πλάσμα Του ἀπό τό μίασμα τῆς ἀρχαίας παρακοῆς, ἀφάνισε τήν δυσωδία τοῦ θανάτου, τήν ὁποία ἀπέπνεε τό πτῶμα τῆς ἁμαρτίας, ἐκούφισε τό γένος τῶν ἀνθρώπων, ἀπό τό βάρος τῆς ἀποστασίας του καί ἔκαμε ν᾿ ἀστράψει καί πάλι ἡ φύσις, νά ζωντανέψουν οἱ θεοειδεῖς χαρακτῆρες, νά λάμψει καί πάλι ἡ ἀρχέγονος ὀμορφιά της, ἐνδεδυμένη τήν ἄφθαρτη δόξα τοῦ Θεοῦ. Αὐτό τό ὑπέρτατο λυτρωτικό ἀγαθό, τήν ἀφθαρσία δηλαδή καὶ τήν ἀθανασία, τό ὁποῖο κορυφοῦται στήν ἔνδοξη ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ, ψάλλει μέ ρίγη ἱερᾶς συγκινήσεως καί ἀνεκλάλητης χαρᾶς ἡ ᾿Ορθοδοξία. 3. ῾Η κάθοδος τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ στόν ῞ᾼδη ὑπῆρξε θεοπρεπής καί ἔνδοξος. ῾Ο Κύριος πραγματοποίησε δύο καθόδους. Κατῆλθε ἀπό ψηλά ἀπό τόν οὐρανό στήν γῆ, τό πρῶτον.
Καί κατῆλθε μέ ταπείνωσι καί πτωχεία. Δεύτερον, κατῆλθε ἀπό τήν γῆ στά βασίλεια τοῦ ῞ᾼδη. ᾿Εκεῖ ὅμως κατέβηκε παντοκρατορικά, μέ ὅλη τήν «ἄστεκτη» δυναστεία Του, ἐξουσιαστικῶς. Τόν εἶδαν οἱ δαίμονες καί τρόμαξαν. Τόν εἶδαν οἱ δίκαιοι καί ἀναπήδησαν μέ χαρά καί ἀγαλλίασι. ῾Ο ἅγιος ᾿Επιφάνιος, ᾿Επίσκοπος Κωνσταντίας τῆς Κύπρου, στόν θεολογικώτατο λόγο του «Τῶ ἁγίῳ καί μεγάλῳ Σαββάτῳ» περιγράφει αὐτόν τόν θεοπρεπέστατο τρόπο τῆς καθόδου τοῦ Χριστοῦ στόν ῞Αδη· «Χθὲς (ἐννοεῖ τήν Μεγ. Παρασκευή) συνέβαινον τὰ τῆς οἰκονομίας, σήμερον τὰ τῆς ἐξουσίας. Χθὲς τὰ τῆς ἀσθενείας, σήμερον τὰ τῆς αὐθεντίας. Χθὲς τὰ τῆς ἀνθρωπότητος, σήμερον τὰ τῆς θεότητος ἐνδείκνυται. Χθὲς ἐρραπίζετο, σήμερον τῇ ἀστραπῇ τῆς θεότητος τὸ τοῦ ῞ᾼδου ραπίζει οἰκητήριον.
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ: ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΡΙΧΝΟΥΝ ΤΟΥΦΕΚΙΑ ΤΗΝ ΛΑΜΠΡΗ
Τώρα λοιπόν, αδελφοί μου Χριστιανοί, σας βαστά η ψυχή σας, αντί να ευχαριστήτε και να δοξάζετε τον γλυκύτατο Ιησού Χριστό, τον Θεό και Πατέρα και Πλάστη σας, εσείς να τον ατιμάζετε και να τον υβρίζετε με τα διαβολικά έργα που κάνετε τις ημέρες της Ανάστασής Του; Αυτός να πάθη τόσα και τόσα, για να θανατώση την αμαρτία, και εσείς πάλι να την ζωντανεύετε; Αυτός να αναστηθή, για να σας αναστήση από τα κακά, και εσείς πάλι να γκρεμίζεσθε σε αυτά;
Και πότε; Σε εκείνες τις ίδιες ημέρες που αυτός σας ανέστησε. Ω μεγάλη αχαριστία! Ω ανήκουστη σκληροκαρδία των Χριστιανών! Εσείς που όλη την αγία Τεσσαρακοστή και την Μεγάλη Εβδομάδα σηκώνετε τα χέρια σας και προσεύχεσθε και τον σταυρό σας κάνετε, και όταν έλθη το Πάσχα, τολμάτε πλέον τα χέρια αυτά να τα κάνετε όργανα της αμαρτίας και να παίζετε λύρες και ντέφια και άλλα διαβολικά παιχνίδια; Εσείς που με την γλώσσα αυτή και τα χείλη σας κοινωνείτε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού και ψάλλετε τόσα πνευματικά και θεϊκά άσματα την ημέρα του Πάσχα, και έπειτα με αυτήν την ίδια την γλώσσα και χείλη να τραγουδάτε και να λέτε πορνικά και διαβολικά τραγούδια;
Εσείς που με τα πόδια σας στέκεσθε στον Ναό του Θεού και κάνετε μετάνοιες και κλίνοντας τα γόνατα σας προσκυνείτε τον παντοκράτορα Θεό, και όταν έρχεται η Λαμπρή, σας βαστά η καρδιά να κτυπάτε τα ίδια τα πόδια σας; Να πηδάτε σαν τους τράγους; Να χορεύετε σαν τρελλοί και δαιμονισμένοι; Και με τις άτακτες αυτές κινήσεις σας να προσκυνήτε τον διάβολο; Εσείς τέλος πάντων γίνεσθε ναός του Θεού και του Αγίου Πνεύματος στις άγιες ημέρες της Τεσσαρακοστής και του Πάσχα και εσείς οι ίδιοι πάλι να γίνεστε ναός του διαβόλου και των πονηρών πνευμάτων με τα σατανικά παιχνίδια και με τους χορούς και τα τραγούδια; Αυτά είναι πράγματα, που δεν ταιριάζουν· είναι πράξεις, που δεν σμίγουν, διότι ποιά ένωσι έχει το φως με το σκοτάδι; Ο διάβολος με τον Χριστό;
Ο ναός του Θεού με τον ναό των ειδώλων; Καθώς λέει ο Παύλος· «Μην κάνετε αταίριαστους δεσμούς με απίστους. Γιατί ποιά σχέσι μπορεί να έχη η δικαιοσύνη με την ανομία; Ή τί κοινό υπάρχει ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι;» (Β’ Κορ. 6, 14). Καθώς λοιπόν λέμε ότι κατά το Πάσχα και τις ημέρες της Λαμπρής δεν πρέπει οι Χριστιανοί να παίζουν παιχνίδια και να χορεύουν και να τραγουδούν, έτσι παρομοίως λέμε ότι δεν πρέπει τις ημέρες του Πάσχα να ρίχνουν οι Χριστιανοί τουφέκια ή πιστόλια ή μάσκουλα και άλλα όμοια πυροβόλα.
Διότι ο αναστημένος Χριστός, όχι μόνο δεν τα χρειάζεται αυτά, αλλά απεναντίας τα μισεί και τα αποστρέφεται· α) διότι από αυτά τραυματίζονται πολλοί άνθρωποι, πολλές φορές μάλιστα και σκοτώνονται· β) διότι αυτά με τον θόρυβό τους δεν αφήνουν τους Χριστιανούς να ακούσουν την ακολουθία και τα πνευματικά τροπάρια και τα άσματα της αναστάσεως. Και αν κατά τα παλιά χρόνια υπήρχε το μπαρούτι και αυτά τα πυροβόλα όπλα και τα έριχναν οι Χριστιανοί κατά το Πάσχα, είναι βέβαιο πως όλοι οι άγιοι και θείοι Πατέρες θα έγραφαν σχετικά με αυτά και θα αγωνίζονταν να σταματήσουν μία τέτοια κακή και εθνική συνήθεια.
Διότι των εθνικών είναι αυτή η συνήθεια να ρίχνουν με αυτά κατά τις γιορτές τους και όχι των Χριστιανών· διότι των Χριστιανών συνήθεια είναι να κτυπούν μόνο τις ιερές καμπάνες και τα σήμαντρα και να ψάλλουν το Χριστός Ανέστη και τα άλλα χαροποιά άσματα της αγίας Αναστάσεως.
Πηγή: «Χρηστοήθεια των Χριστιανών», Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Λόγος Β’,
Μεταφραστής: Βενέδικτος Ιερομόναχος Αγιορείτης,
Εκδότης: Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου Νέα Σκήτη Αγίου Όρους, Έτος έκδοσης: 2010.
Πηγή: https://alopsis.gr
Εγγραφή σε:
Σχόλια (Atom)

.jpg)
.jpg)
.jpg)
.jpg)


%20(500%20x%20705).jpg)



