ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Σάββατο 2 Μαΐου 2026

Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ ΤΗΣ ΒΗΘΕΣΔΑ




Κάτω ἀπὸ τὶς πέντε στοὲς τῆς κολυμβήθρας Βηθεσδά, στὴν πόλη τῆς Ἱερουσαλήμ, κατέκειτο πλῆθος ἀσθενῶν, τυφλῶν, χωλῶν καὶ παραλύτων. Στὸν χῶρο αὐτό, παρὰ τὸν πόνο καὶ τὴ θλίψη, ὅπως χαρακτηριστικὰ ἐπισημαίνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ὑπῆρχε ὑπομονὴ καὶ πολλὴ καρτερία. 


νομάζει μάλιστα «ἔκπληκτη», δηλαδὴ ἐντυπωσιακὴ καὶ ἐκπλήσσουσα, τὴν καρτερία τοῦ παράλυτου, διότι γιὰ τριάντα ὀκτὼ ἔτη παρέμενε καὶ ὑπέμενε στὸν χῶρο τῆς κολυμβήθρας, χωρὶς φίλους, μόνος καὶ ἀβοήθητος.


Τὸ ἴδιο ἄγρυπνοι καὶ καρτερικοὶ ἦταν καὶ οἱ ἄλλοι ἀσθενεῖς, ἀφοῦ ἦταν ἄδηλος ὁ καιρός «καθ᾽ ὃν ἐτινάσσετο τὸ ὕδωρ». Ἑρμηνεύοντας ὁ Εὐθύμιος Ζιγαβηνὸς τό: «ἄγγελος γὰρ κατὰ καιρὸν κατέβαινεν ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ, καὶ ἐταράσσετο τὸ ὕδωρ», λέει πὼς τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας δὲν γινόταν συνεχῶς, ἀλλὰ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρό.


χρόνος τέλεσής του ἦταν ἄγνωστος στοὺς ἀνθρώπους. Ἐπειδή, ὅμως, αὐτὸ λάμβανε χώρα πολλὲς φορὲς κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ ἔτους, οἱ ἀσθενεῖς βρισκόντουσαν συνεχῶς στὸν χῶρο τῆς κολυμβήθρας ἕτοιμοι νὰ εἰσέλθουν σὲ αὐτή.


λοι δὲ οἱ ἀσθενεῖς εἶχαν καὶ κάποιο δικό τους, ὥστε νὰ τοὺς ὑπηρετεῖ καὶ νὰ τοὺς βάλει στὸ νερό. Μόνο ὁ παραλυτικὸς τῆς διήγησης ἦταν μόνος ἐκεῖ. Ὅμως, δὲν φαίνεται νὰ δυσανασχετοῦσε. Στὸν διάλογό του μὲ τὸν Κύριο, ἐπιδεικνύει τὴν ἐσωτερική του ποιότητα.


ταν ὁ Χριστὸς τὸν ρώτησε ἐὰν θέλει νὰ γίνει καλὰ δὲν ἀντέδρασε μὲ κακότητα καὶ ἀπελπισία. Ἀντ᾽ αὐτοῦ ἀπαντᾶ μὲ πραότητα καὶ μὲ μεγάλη μετριοπάθεια: «Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν˙ ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγώ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει».


πολυετὴς ἀσθένεια τοῦ παραλυτικοῦ συνδέεται μὲ τὶς ἁμαρτίες του. Ὁ Κύριος, ἀφοῦ τὸν θεράπευσε τοῦ εἶπε: «ἴδε ὑγιὴς γέγονας˙ μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται», πρᾶγμα ποὺ ὅπως ἑρμηνεύει ὁ Ἀμφιλόχιος Ἰκονίου, σημαίνει πὼς ἡ ἁμαρτία του ἦταν ὑπεύθυνη γιὰ τὴ μακροχρόνια ἀσθένειά του.


Πάντως, ἐπισημαίνει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, οἱ μακροὶ καὶ ὀδυνηροὶ χρόνοι τῆς ἀσθένειας καὶ τῆς δοκιμασίας ἔσβησαν τὶς ἁμαρτίες. Γι᾽ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς δὲν τοῦ λέει τὰ ἴδια ποὺ εἶπε στὸν παραλυτικὸ τῆς Καπερναούμ, δηλαδὴ τό: «ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου».


συνομιλία τοῦ παραλυτικοῦ μὲ τὸν Κύριο ἀποδεικνύει καὶ ἀναδεικνύει τὴν πίστη καὶ τὴν ἀνδρεία του˙ ἡ πίστη του φαίνεται στὸν τρόπο ποὺ μιλᾶ στὸν Κύριο, τὴν ἐμπιστοσύνη ποὺ τοῦ δείχνει, ἀλλὰ καὶ στὴν εὐπείθεια, μὲ τὴν ὁποία δέχθηκε τὴν προσταγή: «ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει».


δὲ ἀνδρεία του ἀποκαλύπτεται ἀμέσως μετὰ τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας, ὅταν, παρὰ τὶς κατηγορίες τῶν Ἑβραίων γιὰ καταπάτηση τῆς ἀργίας τοῦ Σαββάτου: «ἔλεγον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ˙σάββατόν ἐστιν˙ οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράβαττον», ὄχι μόνο δὲν ἀρνήθηκε τὸν εὐεργέτη του, ἀλλὰ τὸν ἀνακήρυξε καὶ τὸν ὁμολόγησε.


Πόνο καὶ δοκιμασία ἔχουν βέβαια καὶ ἄλλοι ἄνθρωποι, ἄλλοι λίγο καὶ ἄλλοι περισσότερο, ἄλλοι ἠπιώτερα καὶ ἄλλοι ἐντονώτερα. Δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἄνθρωπος ποὺ νὰ περάσει ὅλη του τὴ ζωὴ χωρὶς θλίψη. Ἐφόσον κάποιος ζεῖ ἐπὶ τῆς γῆς θὰ συνυφαίνει τὴ ζωή του μὲ τὸν πόνο καὶ τὴ θλίψη καὶ τὴ δυστυχία. Καὶ αὐτὸ ἰσχύει ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ ἐὰν εἶναι εὐσεβὴς ἢ ἀσεβής, πιστὸς ἢ ἄπιστος.


τρόπος, ὅμως, ἀντιμετώπισης τῶν θλίψεων, τῆς ἀσθένειας καὶ τῆς δοκιμασίας, χαρακτηρίζει πλέον τὴν πνευματικὴ κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἀποδεικνύει τὴν πίστη του.  ἄνθρωπος, εἴτε θὰ ἐπιδεικνύει ἀπελπισία εἴτε καρτερία καὶ ὑπομονή. Γιὰ ἐμᾶς τοὺς Χριστιανοὺς ἡ καρτερία, ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ πίστη εἶναι τὸ ζητούμενο.

Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΑΙΝΕΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΤΑΒΙΘΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΠΟΣΤΟΛΟ ΠΕΤΡΟ




«γένετο δὲ Πέτρον διερχόμενον διὰ πάντων κατελθεῖν καὶ πρὸς τοὺς ἁγίους τοὺς κατοικοῦντας Λύδδαν(:καθώς ο Πέτρος περιόδευε σε όλα αυτά τα μέρη, κάποια μέρα κατέβηκε και στους Χριστιανούς που κατοικούσαν στην Λύδδα)»[Πράξ.9,32]. Σαν κάποιος στρατηγός που περιερχόταν τις τάξεις του στρατεύματος επιθεωρώντας, ποιο μέρος ήταν συγκροτημένο, ποιο ήταν σε τάξη πορείας, ποιο χρειαζόταν την παρουσία του.


Πρόσεχε ότι αυτός παντού περιτρέχει, και παντού πρώτος βρίσκεται. Όταν επρόκειτο να εκλεγεί ο απόστολος, αυτός ήταν πρωτοστάτησε· όταν έπρεπε να μιλήσουν στους Ιουδαίους, ανάλαβε τον λόγο για να τους δείξει ότι δεν ήταν μεθυσμένοι όταν έπρεπε να θεραπεύσουν τον χωλό[Πράξ.3, 2-8], όταν έπρεπε να μιλήσουν[Πράξ.3, 12-26] αυτός πρωτοστατεί των άλλων· όταν έπρεπε να μιλήσουν προς τους άρχοντες[ Πράξ.4, 8-20.5, 29-32], αυτός μιλάει· όταν προς τον Ανανία [Πράξ.5, 1-11], όταν και από την σκιά του ακόμη γινόταν θεραπείες[Πράξ.5,14-15:«Μᾶλλον δὲ προσετίθεντο πιστεύοντες τῷ Κυρίῳ πλήθη ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν, ὥστε κατὰ τὰς πλατείας ἐκφέρειν τοὺς ἀσθενεῖς καὶ τιθέναι ἐπὶ κλινῶν καὶ κραβάττων, ἵνα ἐρχομένου Πέτρου κἂν ἡ σκιὰ ἐπισκιάσῃ τινὶ αὐτῶν (:έτσι ολοένα και περισσότερο προσελκύονταν πλήθη ανδρών και γυναικών, οι οποίοι πίστευαν στον Κύριο και γίνονταν μέλη της Εκκλησίας, αυξάνοντας κατά πολύ τον αριθμό των πιστών.


Τόσο πολύ μάλιστα τους σεβόταν ο λαός, ώστε έβγαζαν τους αρρώστους από τα σπίτια τους στις πλατείες και τους έβαζαν πάνω σε πολυτελή κρεβάτια οι πλουσιότεροι, και σε φτωχικά και πρόχειρα φορεία οι φτωχότεροι, έτσι ώστε, όταν θα περνούσε από το πλήθος εκείνο ο Πέτρος, να πέσει έστω και η σκιά του σε κάποιον από τους αρρώστους αυτούς για να τον θεραπεύσει)»], αυτός επίσης πάντοτε πρωτοστατούσε. Και όπου μεν υπήρχε κίνδυνος, αυτός ήταν παρών, καθώς και όπου έπρεπε να διευθετηθούν προβλήματα, ενώ όπου υπήρχε γαλήνη, βρίσκονται όλοι μαζί· τόσο πολύ δεν απαιτούσε τιμή μεγαλύτερη από τους άλλους. Πάλι όταν έπρεπε να γίνει θαύμα, αυτός τρέχει πρώτος· και σε αυτή πάλι την περίπτωση αυτός πάλι υποφέρει και οδοιπορεί.


«Εὗρε δὲ ἐκεῖ ἄνθρωπόν τινα Αἰνέαν ὀνόματι, ἐξ ἐτῶν ὀκτὼ κατακείμενον ἐπὶ κραβάττῳ, ὃς ἦν παραλελυμένος(:εκεί συνάντησε κάποιον άνθρωπο που λεγόταν Αινέας και ήταν οκτώ χρόνια κατάκοιτος πάνω σε ένα κρεβάτι, διότι ήταν παράλυτος). καὶ εἶπεν αὐτῷ ὁ Πέτρος· Αἰνέα, ἰᾶταί σε ᾿Ιησοῦς ὁ Χριστός· ἀνάστηθι καὶ στρῶσον σεαυτῷ(:και ο Πέτρος του είπε: ‘’Αινέα, ο Ιησούς, που είναι ο χρισμένος από τον Θεό Μεσσίας, σε γιατρεύει από την παραλυσία σου. Σήκω και στρώσε μόνος σου το κρεβάτι σου’’)»[Πράξ.9,33-34].Ο λόγος αυτός δεν είναι ανθρώπου που επιδεικνύεται, αλλά που έχει την βεβαιότητα ότι θα γίνει αυτό που λέει. Εγώ πάλι πιστεύω ότι ο ασθενής πίστεψε πάρα πολύ σε αυτόν τον λόγο και έγινε υγιής: «καὶ εὐθέως ἀνέστη(:και αυτός αμέσως σηκώθηκε)».


Και γιατί δεν περίμενε να εκδηλώσει πρώτα την πίστη του ο άνθρωπος, ούτε τον ρώτησε αν ήθελε να θεραπευτεί; Το θαύμα λοιπόν αυτό έγινε προπάντων και για την παρηγοριά πολλών. Άκουσε λοιπόν και πόσο ήταν το κέρδος· διότι προσθέτει τα εξής: «καὶ εἶδον αὐτὸν πάντες οἱ κατοικοῦντες Λύδδαν καὶ τὸν Σάρωνα, οἵτινες ἐπέστρεψαν ἐπὶ τὸν Κύριον(:και τον είδαν όλοι όσοι κατοικούσαν στη Λύδδα και στην πεδιάδα του Σάρωνα. Και έτσι, καθοδηγημένοι από το θαύμα αυτό, επέστρεψαν στον Κύριο Ιησού, αφού Τον πίστεψαν και Τον αναγνώρισαν Θεό και Σωτήρα τους)». Άρα δεν έλεγαν μάταια οι απόστολοι ότι τα θαύματα γίνονταν για να πιστέψουν οι άνθρωποι και να παρηγορηθούν.


Καλώς λοιπόν μίλησε έτσι ο Πέτρος· διότι ο άνδρας ήταν σε πολλούς γνωστός· γι΄αυτό και σαν απόδειξη του θαύματος, παρουσιάζει την δυνατότητά του να σηκώσει το κρεβάτι· διότι οι απόστολοι δεν απάλλασσαν μόνο από την ασθένεια τους ασθενείς, αλλά και μαζί με την υγεία παρείχαν σε αυτούς πλέον και την σωματική δύναμη. Εξάλλου επίσης και τότε δεν υπήρχαν ακόμα αποδείξεις της θαυματουργικής δύναμης που διέθεταν οι Απόστολοι, ώστε δικαιολογημένα δεν ζητήθηκε η πίστη από τον άνθρωπο, αφού ούτε από τον χωλό ζήτησαν. Όπως ακριβώς λοιπόν ο Χριστός όταν άρχισε τα θαύματα, δεν ζητούσε πίστη, έτσι ούτε και αυτοί· διότι στα μεν Ιεροσόλυμα δικαιολογημένα ζητούνταν προηγουμένως η πίστη των ασθενών, γι’ αυτό και από πίστη, όσοι κατέχονταν από ασθένειες, ξάπλωναν στους δρόμους, έτσι ώστε όταν περνούσε ο Πέτρος, να πέσει ακόμα και η σκιά του σε κάποιον από αυτούς: «ὥστε κατὰ τὰς πλατείας ἐκφέρειν τοὺς ἀσθενεῖς καὶ τιθέναι ἐπὶ κλινῶν καὶ κραβάττων, ἵνα ἐρχομένου Πέτρου κἂν ἡ σκιὰ ἐπισκιάσῃ τινὶ αὐτῶν (:τόσο πολύ μάλιστα σεβόταν τους αποστόλους ο λαός, ώστε έβγαζαν τους αρρώστους από τα σπίτια τους στις πλατείες και τους έβαζαν πάνω σε πολυτελή κρεβάτια οι πλουσιότεροι, και σε φτωχικά και πρόχειρα φορεία οι φτωχότεροι, έτσι ώστε, όταν θα περνούσε από το πλήθος εκείνο ο Πέτρος, να πέσει έστω και η σκιά του σε κάποιον από τους αρρώστους αυτούς για να τον θεραπεύσει)»[Πράξ. 5,15]· καθόσον στα Ιεροσόλυμα πολλά θαύματα γινόταν, εδώ όμως[:στη Λύδδα και στην πεδιάδα του Σάρωνα], αυτό είναι το πρώτο θαύμα που συμβαίνει· διότι άλλα από τα θαύματα γίνονταν για να προσελκύσουν τους άλλους και άλλα επιτελούνταν για παρηγοριά εκείνων που πίστευαν.


«᾿Εν ᾿Ιόππῃ δέ τις ἦν μαθήτρια ὀνόματι Ταβιθά, ἣ διερμηνευομένη λέγεται Δορκάς· αὕτη ἦν πλήρης ἀγαθῶν ἔργων καὶ ἐλεημοσυνῶν ὧν ἐποίει(:στην Ιόππη πάλι υπήρχε κάποια μαθήτρια του Κυρίου, που λεγόταν Ταβιθά. Το όνομα αυτό μεταφράζεται με τη λέξη Δορκάδα, δηλαδή ζαρκάδι. Αυτή ήταν γεμάτη από αγαθοεργίες και ελεημοσύνες που έκανε συνεχώς)· ἐγένετο δὲ ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις ἀσθενήσασαν αὐτὴν ἀποθανεῖν· λούσαντες δὲ αὐτὴν ἔθηκαν ἐν ὑπερῴῳ(:τις ημέρες εκείνες όμως συνέβη να αρρωστήσει και να πεθάνει. Και αφού την έλουσαν και την ετοίμασαν, την έβαλαν στο πάνω διαμέρισμα της οικίας)»[Πράξ.9,36].


«γγὺς δὲ οὔσης Λύδδης τῇ ᾿Ιόππῃ οἱ μαθηταὶ ἀκούσαντες ὅτι Πέτρος ἐστὶν ἐν αὐτῇ, ἀπέστειλαν δύο ἄνδρας πρὸς αὐτὸν παρακαλοῦντες μὴ ὀκνῆσαι διελθεῖν ἕως αὐτῶν (:καθώς λοιπόν η πόλη Λύδδα ήταν κοντά στην Ιόππη, σαν άκουσαν οι μαθητές ότι ο Πέτρος είναι στην πόλη αυτή, του έστειλαν δύο άνδρες και τον παρακαλούσαν να πάει σε αυτούς όσο γίνεται πιο γρήγορα)»[Πράξ.9,38]. Πρόσεχε ότι άλλους στέλνουν και τον καλούν. Και αυτός πείθεται και έρχεται, χωρίς να θεωρεί το πράγμα προσβλητικό, ότι δηλαδή προσκλήθηκε· τόσο μεγάλο αγαθό είναι η θλίψη· αυτό σφυρηλατεί τις δικές μας ψυχές. Πουθενά εκεί επίσης δεν ακούγεται κοπετός, πουθενά θρήνος· «λούσαντες δὲ αὐτὴν ἔθηκαν ἐν ὑπερῴῳ(:και αφού έλουσαν τη νεκρή Ταβιθά και την ετοίμασαν, την έβαλαν στο πάνω διαμέρισμα της οικίας)», δηλαδή πρόσφεραν όλη την απαραίτητη φροντίδα για ένα νεκρό σώμα.


Και γιατί περίμεναν να πεθάνει η Ταβιθά και δεν τον κάλεσαν νωρίτερα; Γιατί να μην είχε προσκληθεί ο Πέτρος και πριν από τον θάνατο της Ταβιθά, όσο αυτή ήταν ακόμη βαριά άρρωστη, ώστε να τη θεραπεύσει; Διότι σκεπτόμενοι πλέον, θεωρούσαν ανάξιο να ενοχλούν τους μαθητές για τέτοια θέματα, και να τους αποσπούν από το κήρυγμα· καθόσον και γι΄ αυτό τον λόγο λέει ότι η Λύδδα ήταν κοντά στην Ιόππη, ώστε να δείξει ότι ζητούσαν αυτό σχεδόν ευκαιριακά (διότι ήταν μαθήτρια), ενώ προηγουμένως όχι. «Ἀναστὰς δὲ Πέτρος συνῆλθεν αὐτοῖς· ὃν παραγενόμενον ἀνήγαγον εἰς τὸ ὑπερῷον(:Πράγματι ο Πέτρος σηκώθηκε και πήγε μαζί με τους δύο αυτούς απεσταλμένους. Μόλις έφτασε στην Ιόππη, τον ανέβασαν στο ανώγειο)· καί παρέστησαν αὐτῶ πᾶσαι αἱ χῆραι κλαίουσαι καὶ ἐπιδεικνύμεναι χιτῶνας καὶ ἱμάτια ὅσα ἐποίει μετ᾿ αὐτῶν οὖσα ἡ Δορκάς(:και εκεί παρουσιάστηκαν μπροστά του όλες οι χήρες κλαίγοντας για τον θάνατο αυτής που τις προστάτευε. Και ως δείγματα της προστασίας της έδειχναν στον Πέτρο τους χιτώνες και τα πανωφόρια που είχε φτιάξει γι’ αυτές η Δορκάδα όσο ζούσε μαζί τους)»[Πράξ.9,40]:δεν τον παρακαλούν να την αναστήσει, αλλά αφήνουν σε αυτόν να χαρίσει με τη δική του πρωτοβουλία τη ζωή σε αυτήν· έτσι εδώ πραγματοποιείται το: «ἐλεημοσύνη γὰρ ἐκ θανάτου ῥύεται, καὶ αὐτὴ ἀποκαθαριεῖ πᾶσαν ἁμαρτίαν· οἱ ποιοῦντες ἐλεημοσύνας καὶ δικαιοσύνας πλησθήσονται ζωῆς(:η ελεημοσύνη γλιτώνει τον άνθρωπο από τον θάνατο)»[Τωβίτ 12,9].

ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': «Ο ΚΥΡΙΟΣ ΜΑΣ, Ο ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟΣ ΕΥΓΕΝΗΣ» (2017)





Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης,
Φυλή Αττικής


ΟΜΙΛΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ ΣΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ





Μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού ὑπομένει ὅλα τὰ λυπηρὰ αὐτῆς τῆς ζωῆς μὲ καρτερία κι ἐλπίδα στό Θεό. Γι αὐτὸν ἡ κάθε μέρα θὰ εἶναι μῆνας στόν οὐρανό, ἐνῶ στόν ἄπιστο θὰ μοιάζει μὲ χρόνο ὁλόκληρο. Γιατὶ ὁ ἄπιστος χαίρεται μόνο ὅταν δέν ὑποφέρει· κι ὅταν ὑποφέρει, τὸ κάνει χωρὶς ὑπομονὴ κι ἐλπίδα στό Θεὸ καὶ δυσανασχετεῖ… Ὁ συνειδητὸς ἄνθρωπος εἶναι λογικὸ ν’ ἀναζητήσει τίς αἰτίες πού τὸν βασανίζουν μέσα του, ἐνῶ ὁ ἀνόητος κατηγορεῖ πάντα τοὺς ἄλλους. Ὁ συνειδητὸς ἄνθρωπος θυμᾶται ὅλες τίς ἁμαρτίες πού ἔκανε ἀπὸ παιδί. Τὶς θυμᾶται μὲ φόβο Θεοῦ καὶ περιμένει νά πληρώσει γι’ αὐτές...


Μακάριος εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού ἐπωφελεῖται ἀπ’ ὅλα τὰ βάσανα του, γνωρίζοντας πώς ὅλ’ αὐτὰ τὰ ἐπιτρέπει ὁ Θεὸς μὲ τὴν ἀγάπη Του γιά τὸν ἄνθρωπο, γιά τή δική του ὠφέλεια. Μὲ τὸ ἔλεός του ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει νά ἐπισκεφτοῦν τὸν ἄνθρωπο βάσανα γιά τὶς ἁμαρτίες του. Μὲ τὸ ἔλεός Του τὸ κάνει αὐτό, ὄχι μὲ τή δικαιοσύνη Του. Ἂν ἐνεργοῦσε μὲ τή δικαιοσύνη Του, τότε κάθε ἁμαρτία ἀναπόφευκτα θὰ ‘φερνε θάνατο, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος: «Ἡ δὲ ἁμαρτία ἀποτελεσθεῖσα ἀποκυεῖ θάνατον» (Ἰάκ. Α΄ 15). Κι ὁ Θεὸς ἀντὶ γιά θάνατο χαρίζει θεραπεία μέσ’ ἀπὸ τὰ βάσανα. Τὰ βάσανα εἶναι ὁ τρόπος πού χρησιμοποιεῖ ὁ Θεὸς γιά νά θεραπεύσει τή λέπρα τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ θανάτου.


Μόνο ὁ ἀνόητος ἄνθρωπος σκέφτεται πώς τὰ βάσανα εἶναι κακό. Ὁ συνειδητὸς ἄνθρωπος γνωρίζει πώς τὰ βάσανα δέν εἶναι κάτι κακὸ ἀλλὰ ἡ φανέρωση τοῦ κακοῦ, ἡ θεραπεία του. Πραγματικὸ κακὸ γιά τὸν ἄνθρωπο εἶναι μόνο ἡ ἁμαρτία. Ἐκτὸς ἁμαρτίας δέν ὑπάρχει τίποτα κακό. Ὅλα τ’ ἄλλα πού οἱ ἄνθρωποι ἀποκαλοῦν κακὰ δέν εἶναι τίποτ’ ἄλλο, παρὰ τὸ πικρὸ φάρμακο πού θεραπεύει τὸ κακό. Ὄσο πιὸ ἄρρωστος πνευματικὰ εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τόσο πικρότερο εἶναι τὸ φάρμακο πού τοῦ δίνει ὁ γιατρός.


Μερικὲς φορὲς ὁ ἄρρωστος νομίζει πώς τὸ φάρμακο εἶναι χειρότερο καὶ πιὸ πικρὸ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ἀρρώστια. Τὸ ἴδιο γίνεται καὶ μὲ τὸν ἁμαρτωλό. Τὰ βάσανα εἶναι βαρυτέρα καὶ πιὸ πικρὰ ἀπὸ τὴν ἁμαρτία πού ἔκανε. Αὐτὸ ὅμως εἶναι ἀπάτη, μία πολὺ μεγάλη αὐταπάτη. Δέν ὑπάρχει στόν κόσμο βάσανο τόσο σκληρὸ καὶ τόσο ὀλέθριο ὅσο ἡ ἁμαρτία. Ὅλα τὰ βάσανα πού ὑποφέρουν ἄνθρωποι καὶ λαοὶ δέν εἶναι τίποτ’ ἄλλο, παρὰ ἡ πλούσια θεραπεία πού παρέχει σὲ ἀνθρώπους καὶ ἔθνη τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ, γιά νά τοὺς σώσει ἀπὸ τὸν αἰώνιο θάνατο. Κάθε ἁμαρτία, ἑπομένως, ὅσο μικρὴ κι ἂν εἶναι, ἀναπόφευκτα τὴν ἀκολουθεῖ θάνατος, ἂν τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ δέν ἐπιτρέψει τὴν ἐπίσκεψη τῆς ἀρρώστιας, γιά νά συνεφέρει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τή μέθη τῆς ἁμαρτίας. Γιατὶ ἡ θεραπεία πού ἀκολουθεῖ τὸν πειρασμό, προέρχεται ἀπὸ τὴν εὐεργετικὴ δύναμη τοῦ Ἁγίου καὶ Ζωοποιοῦ Πνεύματος.


Ισως ἰσχυριστεῖς: «Ὁ ἄνθρωπος φοβᾶται τὰ βάσανα ἐπειδὴ φοβᾶται τὸ θάνατο. Μποροῦν τὰ βάσανα ν’ ἀπομακρύνουν τὸ θάνατο;» Τὶ εἶναι αὐτὸ πού ὁδηγεῖ τὸ σῶμα στό θάνατο; Ἡ ἀρρώστια ἢ τὸ φάρμακο; Σίγουρα ἡ ἀρρώστια, ὄχι τὸ φάρμακο. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο λοιπὸν δέν εἶναι τὰ βάσανα πού ὁδηγοῦν τὴν ψυχὴ στό θάνατο ἀλλὰ ἡ ἁμαρτία, ποὺ φέρνει τὴν ἀρρώστια στόν ἄνθρωπο καὶ τὸ θάνατο στήν ψυχή. Ἡ ἁμαρτία εἶναι ὁ σπόρος τοῦ θανάτου, ἕνας φριχτὸς σπόρος, ποὺ ἂν δέν ξερριζωθεῖ ἔγκαιρα μὲ τὰ βάσανα καὶ δέν καεῖ μὲ τὸ πῦρ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, θ’ ἀναπτυχθεῖ καὶ θὰ καλύψει ὁλόκληρη τὴν ψυχὴ καὶ θὰ τὴν κάνει δοχεῖο θανάτου, ὄχι ζωῆς.


Εἶναι σαφὲς λοιπόν πώς τὸν πόνο πρέπει νά τὸν ἀντιμετωπίσεις μὲ ὑπομονὴ κι ἐλπίδα στόν Θεό, μὲ εὐχαριστία, μὲ χαρά. «Ὅσας ἔδειξάς μοι θλίψεις πολλὰς καὶ κακάς», λέει ὁ προφήτης Δαβὶδ στό Θεό, «καὶ ἐπιστρέψας ἐζωοποίησάς με… ψαλῶ σοι ἐν κιθάρᾳ, ὁ ἅγιος τοῦ Ἰσραήλ. Ἀγαλλιάσονται τὰ χείλη μου, ὅταν ψάλω σοι, καὶ ἡ ψυχή μου, ἥν ἐλυτρώσω» (Ψαλμ. Ο΄ 20-23). Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος συμβουλεύει τοὺς πιστούς: «ἀλλὰ καθ’ ὃ κοινωνεῖτε τοῖς τοῦ Χριστοῦ παθήμασι, χαίρετε» (Α΄ Πέτρ. δ΄ 13 ). Αὐτὸ σημαίνει πώς πρέπει νά χαιρόμαστε συνειδητά, ταπεινά, μὲ ὑπομονὴ καὶ πραότητα. Κι αὐτὸ γιά τὴν κάθαρση τῶν ἁμαρτιῶν μας, γιά καινὴ ζωή, γιά νά κατοικήσει μέσα καὶ γύρω μας ὁ Χριστός. Ὅταν ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος πέθαινε στήν ἐξορία, βασανισμένος καὶ περιφρονημένος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους, τὰ τελευταῖα λόγια πού ψέλλισε, ἦταν: «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν».


Η Ἁγία Γραφὴ κι ἡ Ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία μας προσφέρουν τὰ μεγαλύτερα παραδείγματα ὑπομονῆς σὲ βάσανα πρωτάκουστα στούς ἀνθρώπους. Τὸ σημερινὸ Εὐαγγέλιο περιγράφει ἕνα τέτοιο παράδειγμα μεγάλης καὶ μακρόχρονης ὑπομονῆς στόν πόνο. Καὶ ὄχι μόνο αὐτό. Κάνοντας τὴν περιγραφὴ τοῦ δύστυχου ἀνθρώπου πού ἦταν παράλυτος γιά τριάντα ὀκτὼ χρόνια, μὲ ὑπομονὴ κι ἐλπίδα, τὸ Εὐαγγέλιο μᾶς ἀποκαλύπτει ταυτόχρονα ἢ μᾶλλον μᾶς διαβεβαιώνει γιά δύο μεγάλα μυστήρια. Τὸ πρῶτο εἶναι πώς ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ποὺ ἦταν τόσα χρόνια ἄρρωστος, χρωστοῦσε τὴν αἰτία τῆς ἀρρώστιας του στόν ἴδιο, στήν ἁμαρτία του.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ: Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ ΤΗΣ ΒΗΘΕΣΔΑ





«Μετὰ ταῦτα ἦν ἡ ἑορτὴ τῶν Ἰουδαίων, καὶ ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα (:Έπειτα από αυτά ήταν η εορτή των Ιουδαίων, που έπεφτε περίπου ένα μήνα πριν το Πάσχα. Κατά την εορτή αυτή ανέβηκε ο Ιησούς στα Ιεροσόλυμα)»[Ιω.5,1].Σε ποια εορτή αναφέρεται ο Ευαγγελιστής; Κατά την άποψή μου, στην εορτή της πεντηκοστής [:μεγάλη ετήσια εορτή των Ιουδαίων η οποία στην Παλαιά Διαθήκη αποκαλείται Γιορτή του Θερισμού ή Γιορτή των Εβδομάδων (Έξοδος 23,16 και 34,22) η οποία ήταν καθαρά γεωργική εορτή.


Η τήρησή της λάβαινε χώρα την πεντηκοστή ημέρα μετά τις 16 Νισάν του Ιουδαϊκού ημερολογίου, την ημέρα κατά την οποία κάθε οικογένεια προσέφερε στον Θεό ένα δεμάτι κριθάρι, που υποδήλωνε την επιθυμία για ειρηνική σχέση μαζί Του (Λευιτικό 23,15-16). Οι προσφορές για αυτή τη γεωργική γιορτή γίνονταν μέσω του ιερατείου αρχικά στην Σκηνή του Μαρτυρίου, ενώ αργότερα στον Ναό στην Ιερουσαλήμ]. Κατά τις εορτές ο Ιησούς έμενε συνήθως στην πόλη, αφενός για να φαίνεται ότι εορτάζει μαζί τους, και αφετέρου για να προσελκύει στην πίστη τον απλό λαό. Και μάλιστα κατά τη διάρκεια εκείνων των ημερών συνέρρεαν στην πόλη οι πιο αγαθοί, καλοπροαίρετοι, απλοϊκοί άνθρωποι.


«στι δὲ ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐπὶ τῇ προβατικῇ κολυμβήθρα, ἡ ἐπιλεγομένη ἑβραϊστὶ Βηθεσδά, πέντε στοὰς ἔχουσα. ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆθος πολὺ τῶν ἀσθενούντων, τυφλῶν, χωλῶν, ξηρῶν, ἐκδεχομένων τὴν τοῦ ὕδατος κίνησιν. ἄγγελος γὰρ κατὰ καιρὸν κατέβαινεν ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ, καὶ ἐταράσσετο τὸ ὕδωρ· ὁ οὖν πρῶτος ἐμβὰς μετὰ τὴν ταραχὴν τοῦ ὕδατος ὑγιὴς ἐγίνετο ᾧ δήποτε κατείχετο νοσήματι(:εκεί, στα Ιεροσόλυμα, κοντά στην προβατική πύλη του τείχους της πόλεως υπάρχει κάποια λίμνη στην οποία κολυμπούσαν, και η οποία στην εβραϊκή γλώσσα ονομαζόταν Βηθεσδά.


Η κολυμβήθρα αυτή είχε τριγύρω της πέντε στοές, πέντε θολωτά υπόστεγα. Σε αυτά τα θολωτά υπόστεγα βρίσκονταν ξαπλωμένοι πάρα πολλοί άρρωστοι, τυφλοί, κουτσοί, άνθρωποι με κάποιο μέλος πιασμένο και αναίσθητο ή ατροφικό˙ και όλοι αυτοί περίμεναν να κινηθεί το νερό της κολυμβήθρας· διότι από καιρό σε καιρό ένας άγγελος κατέβαινε στην κολυμβήθρα και ανατάραζε τα νερά της. Και όποιος έμπαινε πρώτο σε αυτή μετά την ανατάραξη του νερού, γινόταν υγιής, οποιαδήποτε και αν ήταν η αρρώστια που είχε)». Ποιος τρόπος θεραπείας είναι αυτός; Ποιο μυστήριο υπαινίσσεται; Διότι αυτά δεν γράφτηκαν χωρίς αιτία και τυχαία, αλλά περιγράφει τα μέλλοντα σαν μια προτύπωση και αναπαράσταση, για να μην κλονίσει τη δύναμη της πίστεως των πολλών αυτό το πολύ παράδοξο και απροσδόκητο που συνέβαινε.


Τι είναι λοιπόν αυτό που προτυπώνεται εδώ; Επρόκειτο να δοθεί στο μέλλον το Άγιο Βάπτισμα, το οποίο θα είχε πολλή δύναμη και θα ήταν μεγίστη δωρεά, βάπτισμα το οποίο θα καθάριζε όλες τις αμαρτίες και από πνευματικά νεκρούς θα τους έδινε ζωή. Αυτά περιγράφονται όπως σε μία απεικόνιση και για τη δεξαμενή της Βηθεσδά και για άλλα πολλά. Και κατά πρώτον έδωσε το νερό, το οποίο καθαρίζει τις κηλίδες των σωμάτων και τους μολυσμούς που στην ουσία δεν υφίσταντο, αλλά τους θεωρούσαν πραγματικούς οι Ιουδαίοι, όπως εκείνους που προέρχονται από την κηδεία, από τη λέπρα και από άλλα παρόμοια. Και θα μπορούσε να δει κανείς στην Παλαιά Διαθήκη ότι έχουν γίνει με νερό πολλές τέτοιες καθαρτικές ενέργειες, εξαιτίας της ιδέας ότι μολύνονταν από την επαφή με διάφορα απαγορευμένα πρόσωπα ή αντικείμενα.


Ας προχωρήσουμε όμως τώρα στο θέμα μας. Κατά πρώτον, λοιπόν, όπως προανέφερα, παραχωρεί να πραγματοποιούνται με το νερό καθαρισμοί σωματικών μολυσμών, και έπειτα να θεραπεύονται και διάφορες ασθένειες. Ο Θεός δηλαδή, επειδή ήθελε να μας φέρει πλησιέστερα προς τη δωρεά του βαπτίσματος, όχι μόνο μολυσμούς απλώς καθαρίζει πλέον, αλλά και ασθένειες θεραπεύει. Διότι οι εικόνες που προσεγγίζουν περισσότερο την αλήθεια, και αυτές που αναφέρονται στο Βάπτισμα και αυτές που σχετίζονται με το Πάθος και όσες ανάγονται σε άλλα γεγονότα, είναι πιο ευδιάκριτες πλέον, εντονότερες και παραστατικότερες από τις παλαιότερες. Όπως δηλαδή οι σωματοφύλακες του βασιλέως, οι οποίοι στέκονται δίπλα του είναι εμφανέστεροι σε μας και μεγαλοπρεπέστεροι από αυτούς που στέκονται και τον φρουρούν από μακριά, κατά όμοιο τρόπο συνέβη και με τις προτυπώσεις της αλήθειας.


Κατέβαινε λοιπόν άγγελος και τάρασσε το νερό και του μετέδιδε θεραπευτική δύναμη, για να μάθουν οι Ιουδαίοι ότι πολύ περισσότερο δύναται να θεραπεύσει όλα τα νοσήματα της ψυχής ο Κύριος των αγγέλων. Αλλά όπως στην προκειμένη περίπτωση δεν θεράπευε απλώς η ίδια η φύση του νερού (διότι αυτό τότε θα συνέβαινε συνεχώς), αλλά αποκτούσε θεραπευτικές ιδιότητες μόνο μετά την παρέμβαση του αγγέλου που το ανατάραζε, έτσι και σε μας δεν επιτελεί τον καθαρισμό από μόνο του το νερό του βαπτίσματος, αλλά τότε συγχωρεί όλα μας τα αμαρτήματα ανεξαιρέτως, όταν δεχθεί τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.


Γύρω λοιπόν από αυτή τη δεξαμενή «βρισκόταν πολύ πλήθος από αρρώστους, τυφλοί, κουτσοί, άνθρωποι με ακίνητο και σαν ξερό, κάποιο μέλος του σώματός τους και οι οποίοι όλοι περίμεναν να κινηθεί το νερό της». Τότε όμως η ασθένεια εμπόδιζε όποιον ήθελε να θεραπευθεί, ενώ σήμερα ο καθένας έχει τη δυνατότητα να προσέλθει· διότι δεν είναι άγγελος εκείνος που ταράσσει το νερό, αλλά ο Κύριος των αγγέλων είναι που εργάζεται και επιτυγχάνει τα πάντα. Και δεν μπορεί να πει τώρα ο άρρωστος «Άνθρωπο δεν έχω», δεν μπορεί να ισχυριστεί: ενώ προσπαθώ να πλησιάσω εγώ μόνος μου, προλαβαίνει άλλος και κατεβαίνει στο νερό πριν από μένα». Αλλά και αν ακόμη η οικουμένη ολόκληρη προσέλθει, η χάρη δεν λιγοστεύει, ούτε η θεϊκή ενέργεια δαπανάται, παρά διατηρείται η ίδια και μάλιστα σε τέτοια κατάσταση, στην οποία ήταν πριν από το βάπτισμα.

ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': ''ΟΙ ΑΙΤΙΕΣ ΤΩΝ ΑΝΙΑΤΩΝ ΑΣΘΕΝΕΙΩΝ''




Ηχητική Ομιλία την Κυριακή του Παραλύτου 1987

εκ της ιστοσελίδας της Ιεράς Μονής Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλής Αττικής εδώ.


ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: ΔΕΥΤΕΡΑ, ΤΡΙΤΗ ΚΑΙ ΤΕΤΑΡΤΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ



Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου
του Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου:
«Ο ΣΩΣΤΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ»,
Μετάφραση - Επιμέλεια Πέτρου Μπότση, 1η έκδοση, Αθήνα 1989, σελ 159-162.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»



Ο σωστικός χώρος της εκκλησίας (καθημερινές σκέψεις και σχόλια στα ευαγγελικά και αποστολικά αναγνώσματα για τις 365 μέρες του χρόνου) είναι ένα θαυμάσιο βιβλίο που περιέχει το καθημερινό σχόλιο του οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου για κάθε μέρα του έτους.
Η χρονιά που κυκλοφόρησε το βιβλίο αυτό, είχε προγραμματιστεί ώστε το κείμενο να ενταχθεί στη δομή του Ημερολογίου της Εκκλησίας εκείνου του έτους.
Καθώς κάθε χρόνο η ύλη δομείται διαφορετικά, λόγω της κινητής εορτής του Πάσχα, ο όσιος συγγραφέας συνιστά στον αναγνώστη να καταφεύγει για τα Γραφικά αναγνώσματα στον πασχάλιο κύκλο κάθε χρόνου.
Έτσι μπορεί να προσανατολιστεί καλύτερα παρακολουθώντας το ορθόδοξο ημερολόγιο, για να διαπιστώσει ποια Κυριακή μετά την Πεντηκοστή διανύουμε και να καταφεύγει στην αντίστοιχη εβδομάδα του έτους, για να βρει το σχόλιο της ημέρας.
Σκοπός του Οσίου ήταν πάντα να παρέχει υγιή τροφή στην ψυχή. Θεωρώντας τα λόγια του σε καθημερινή βάση, ο αναγνώστης δέχεται διαρκή ενθάρρυνση για ν' αγωνίζεται με επιμέλεια ώστε ν' απορρίψει την απιστία και την αμαρτία, ν' αναπτύξει την πίστη και την αρετή και να πλησιάσει περισσότερο τον Κύριο και Σωτήρα μας.
(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)





ΔΕΥΤΕΡΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ


Πράξ, ι' 11-16, Ιωάν. στ' 56-69


Όταν ο Κύριος παρουσίασε στους μαθητές του τη διδασκαλία Του για το μυστήριο της θείας ευχαριστίας και το έθεσε ως απαραίτητη προϋπόθεση για την κοινωνία τους μαζί Του και ως πηγή αληθινής ζωής, «τότε πολλοί απήλθον εκ των μαθητών αυτού εις τα οπίσω και ουκέτι μετ' αυτού περιεπάτουν» (Ιωάν. στ' 66).


Τέτοια πράξη του απεριόριστου ελέους του Θεού προς εμάς τους φάνηκε πολύ θαυματουργή και η απροθυμία τους προς το θαύμα τους απέκοψε από τον Κύριο. Ο Κύριος το είδε αυτό και παρά το γεγονός ότι ήταν προετοιμασμένος να σταυρωθεί για τη σωτηρία όλων μας, δεν το θεώρησε σωστό να μειώσει ή να ακυρώσει το θαύμα. Γιατί αυτό είναι τόσο κρίσιμο για την οικονομία της σωτηρίας μας!


Έστω και με λύπη, τους άφησε να φύγουν από κοντά Του και να οδηγηθούν στο σκοτάδι της απιστίας και της απώλειας. Τους είπε, όμως, όπως και στους δώδεκα εκλεκτούς Του: «μη και υμείς θέλετε υπάγειν»; (Ιωάν. στ' 67). Είναι φανερό πως ήταν έτοιμος ν' αφήσει εκείνους να φύγουν, αν δεν μπορούσαν ν' αποδεχτούν το θαύμα.


Αυτό σημαίνει πως το ν' απομακρυνθείς από το θαύμα είναι σα να εγκαταλείπεις τον Κύριο και Σωτήρα μας' κι αυτός που απομακρύνεται από τον Κύριο, οδηγείται στην απώλεια. Ας το προσέξουν αυτό εκείνοι που νιώθουν αποτροπιασμό και μόνο στο άκουσμα του θαύματος.


Κάποτε θα βρεθούν μπροστά σ' ένα θαύμα που δεν θα κατορθώσουν να το ακυρώσουν: το θάνατο και μετά το θάνατο την κρίση. Κατά πόσο όμως η αδυναμία τους να το ακυρώσουν θα τους βοηθήσει στη σωτηρία τους, μόνο ο Θεός γνωρίζει.




ΤΡΙΤΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ


Πράξ. ι' 21-33, Ιωάν. ζ' 1-13


«Ου δύναται ο κόσμος μισείν υμάς' εμέ, δε μισεί, ότι εγώ μαρτυρώ περί αυτού ότι τα έργα αυτού πονηρά έστιν» (Ιωάν. ζ' 7). Ο Κύριος δεν το είπε στους μαθητές Του αυτό' στους μαθητές Του προείπε αργότερα πως ο κόσμος θα μισήσει και θα κατδιώξει κι αυτούς, επειδή ο Κύριος τους είχε πάρει από τον κόσμο.


Επομένως προσέξτε τι μισεί ο κόσμος και θα μάθετε έτσι που είναι η μερίδα του Χριστού. Ο κόσμος επαναστατεί πιο έντονα και πιο δυνατά ενάντια σε ό,τι ανήκει στο Χριστό, σ' αυτό που είναι πιο κοντά σ' Αυτόν και σ' ό,τι είναι πιο σύμφωνο στο Πνεύμα Του. Αυτή είναι μια εξωτερική ένειξη, αλλά γι' αυτούς που ζουν επιφανειακά είναι αρκετή. Ο κόσμος δεν ενεργεί από μόνος του.


Στα έργα του ενισχύεται από τον αρχηγό του, το Σατανά, του οποίου τα έργα κατέστρεψε και συνεχίζει να καταστρέφει ο Χριστός στους πιστούς και μέσω των πιστών. Ο Σατανάς δεν μπορεί να κάνει κάτι άμεσα στο Χριστό' γι' αυτό και κατευθύνει την οργή του σ' εκείνους που τον πιστεύουν, ώστε ακυρώνοντας αυτούς ν' ακυρώσει και το Χριστό.


Κι εδώ δεν ενεργεί άμεσα ο ίδιος, αλλά μέσω των οργάνων του, που συνιστούν τον κόσμο. Αυτό δεν σημαίνει πως είναι δυνατός' μη τον φοβάστε, αλλά μάλλον θαρσείτε, γιατί ο Κύριος νίκησε τον κόσμο και τον άρχοντα του κόσμου. Ο Σατανάς δεν μπορεί να κάνει κακό σε κάποιον που δεν παραδίδεται ο ίδιος. 

Print Friendly and PDF
Εικόνες θέματος από A330Pilot. Από το Blogger.