ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Τρίτη 29 Απριλίου 2025

ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ: ΤΕΤΑΡΤΗ, ΠΕΜΠΤΗ ΚΑΙ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ

 




Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου
του Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου:
«Ο ΣΩΣΤΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ»,
Μετάφραση - Επιμέλεια Πέτρου Μπότση, 1η έκδοση, Αθήνα 1989, σελ 142-146.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»



Ο σωστικός χώρος της εκκλησίας (καθημερινές σκέψεις και σχόλια στα ευαγγελικά και αποστολικά αναγνώσματα για τις 365 μέρες του χρόνου) είναι ένα θαυμάσιο βιβλίο που περιέχει το καθημερινό σχόλιο του οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου για κάθε μέρα του έτους.
Η χρονιά που κυκλοφόρησε το βιβλίο αυτό, είχε προγραμματιστεί ώστε το κείμενο να ενταχθεί στη δομή του Ημερολογίου της Εκκλησίας εκείνου του έτους.
Καθώς κάθε χρόνο η ύλη δομείται διαφορετικά, λόγω της κινητής εορτής του Πάσχα, ο όσιος συγγραφέας συνιστά στον αναγνώστη να καταφεύγει για τα Γραφικά αναγνώσματα στον πασχάλιο κύκλο κάθε χρόνου.
Έτσι μπορεί να προσανατολιστεί καλύτερα παρακολουθώντας το ορθόδοξο ημερολόγιο, για να διαπιστώσει ποια Κυριακή μετά την Πεντηκοστή διανύουμε και να καταφεύγει στην αντίστοιχη εβδομάδα του έτους, για να βρει το σχόλιο της ημέρας.
Σκοπός του Οσίου ήταν πάντα να παρέχει υγιή τροφή στην ψυχή. Θεωρώντας τα λόγια του σε καθημερινή βάση, ο αναγνώστης δέχεται διαρκή ενθάρρυνση για ν' αγωνίζεται με επιμέλεια ώστε ν' απορρίψει την απιστία και την αμαρτία, ν' αναπτύξει την πίστη και την αρετή και να πλησιάσει περισσότερο τον Κύριο και Σωτήρα μας.
(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)





ΤΕΤΑΡΤΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ


Πράξ, δ' 13-22, Ιωάν. ε' 17-24 


«Ει δίκαιόν έστιν ενώπιον Θεού υμών ακούειν μάλλον ή του Θεού, κρίνατε. Ου δυνάμεθα γαρ ημείς α ελιδομεν και ηκούσαμεν μη λαλείν» (Πράξ. δ' 19-20). Αυτά είπαν οι απόστολοι Πέτρος και Ιωάννης στις αρχές όταν αυτές του απαγόρευσαν να μιλήσουν για τον αναστημένο Κύριο Ιησού, μετά τη θεραπεία που έκαναν στον εκ γενετής χωλό άνθρωπο, επικαλούμενοι το όνομά Του.


Δε φοβήθηκαν τις απειλές τους, επειδή η προφανής αλήθεια δεν τους επέτρεπε να σωπάσουν. «Εωράκαμεν και είδομεν», είπαν, «και αι χείρες ημών εψηλάφησαν», όπως πρόσθεσε αργότερα ο απόστολος Ιωάννης (βλ. Α' Ιωάν. α΄1). Ήταν αυτόπτες μάρτυρες. Σύμφωνα με τις αρχές της ανθρώπινης γνώσης, οι αυτόπτες είναι οι πιο αξιόπιστοι μάρτυρες της αλήθειας.


Απ' αυτήν την άποψη δεν υπάρχει ούτε ένας μοναδικός χώρος της ανθρώπινης γνώσης που έχει παρόμοια μαρτυρία. Δεκαοτώμισυ αιώνες έχουν περάσει από τότε κι η ισχύς της μαρτυρίας τους δεν έχει μειωθεί καθόλου. Επομένως δεν έχει μειωθεί καθόλου το προφανές της αλήθειας που μαρτυρούν. Αν οι άνθρωποι απομακρύνονται από την πίστη - και είναι πολλοί αυτοί σήμερα - το κάνουν μόνο επειδή τους λείπει η καλή λαι ορθή αίσθηση και κρίση.


Δεν θέλουν να ερευνήσουν υα πράγματα και παρασύρονται από φαντομάδες. Ταλαίπωρες ψυχές! Οδηγούνται στην απώλεια με την ψευδαίσθηση πως προσγειώνονται τελικά στο σωστό δρόμο. Χαίρονται ιδιαίτερα που μπήκαν στο δρόμο αυτό και γίνονται οδηγοί των άλλων. Δεν είναι μακάριοι όμως όσοι πορεύονται «εν βουλή ασεβών» (Ψαλμ. α' 1).



ΠΕΜΠΤΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ


Πράξ. δ' 23-31, Ιωάν. ε' 24-30


«Και εκπορεύσονται οι τα αγαθά ποιήσαντες εις ανάστασιν ζωής, οι δε τα φαύλα πράξαντες εις ανάστασιν κρίσεως» (Ιωάν. ε' 29). Έτσι τελειώνουν όλα! Όπως κάθε ποτάμι εκβάλει στη δική του θάλασσα, έτσι κι η πορεία ζωής του καθένα μας έρχονται τελικά στον τόπο που αρμόζει στη φύση του.


Στην Κρίση θα παραστούν κι εκείνοι που θ' αναστηθούν στη ζωή' η Κρίση όμως θα σφραγίσει απλά τη δικαίωσή τους και το γεγονός ότι είναι προορισμένοι για τη ζωή, ενώ οι άλλοι θ' αναστηθούν μόνο για ν' ακούσουν την καταδίκη τους στον αιώνιο θάνατο. Η ζωή κι ο θάνατός τους διακρίνονται ακόμα και σήμερα - επειδή μερικοί εκτελούν έργα ζωής, ενώ άλλοι εκτελούν νεκρά και θανατηφόρα έργα.


Ζωντανά έργα είναι εκείνοι που εκτελούνται σύμφωνα με τις εντολές, με πνευματική χαρά για τη δόξα του Θεού. Νεκρά έργα είναι αυτά που εκτελούνται από τα πάθη του ανθρώπου. Νεκρά έργα είναι όλα εκείνα που, που αν και δε φαίνονται ότι αντιτίθενται στις εντολές, γίνονται χωρίς καμιά σκέψη στο Θεό και την αιώνια σωτηρία, με μια κατά κάποιο τρόπο φιλαυτία.


Ο Θεός είναι ζωή. Μόνο ό,τι περιέχει κάτι απ' Αυτόν είναι ζωντανό. Έτσι όποιος έχει μόνο νεκρά και θανατηφόρα έργα προορίζεται για τον θάνατο και στην τελική Κρίση θα έχει θανατική καταδίκη. Όποιος όμως έχει ζωντανά έργα προορίζεται για την αιώνια ζωή και στην τελική Κρίση θα την λάβει.


ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ


Πράξ. ε' 1-11, Ιωάν. ε' 30, στ' 2


Γιατί ο Ανανίας και η Σαπφείρα αμάρτησαν τόσο άσχημα; Επειδή ξέχασαν ότι ο Θεός βλέπει τις πράξεις και τις σκέψεις τους. Αν είχαν κρατήσει στο νου τους πως ο Θεός βλέπει τα πάντα, τόσο τις εξωτερικές πράξεις όσο και τις ενδόμυχες σκέψεις του πιο καθαρά απ' όσο βλέπει οπιοσδήποτε άνθρωπος, δε θα είχαν σκεφτεί να πουν τέτοια ψέματα μπροστά στους αποστόλους. Αυτή είναι η αιτία για όλες τις αμαρτίες και τ' αμαρτωλά σχέδια. 


Προσπαθούμε πολύ να κρύψουμε τα πάντα από τα μάτια των ανθρώπων και νομίζουμε πως όλα είναι εντάξει. Είναι φανερό πως οι άνθρωποι δεν τα βλέπουν όλα και γι' αυτό εμείς συμπεραίνουμε πως βρισκόμαστε σε καλή κατάσταση. Αυτό όμως δεν αλλοιώνει την ουσιαστική μηδαμινότητά μας. Όταν το γνωρίζουμε αυτό, ας επαναλάβει ο καθένας μας μέσα του: «Διατί επλήρωσεν ο σατανάς την καρδίαν σου, ψεύσασθαί σε εις το Πνεύμα το Άγιον;» (Πράξ. ε' 3).


Ο οφθαλμός του Θεού, που είναι λαμπρότερος από τον ήλιο, βλέπει τα μύχια της καρδιάς σου. Ούτε η νύχτα ούτε η θάλασσα ούτε και κάποια σπηλιά δεν μπορούν να σε κρύψουν απ' Αυτόν. Να το θυμάσαι αυτό και να ρυθμίσεις τόσο την εσωτερική όσο και την εξωτερική συμπεριφορά σου, ακόμα κι αν δε σε βλέπει κανένας.


Αν ο Παντεπόπτης Θεός μας ήταν ξένος, ίσως να μπορούσαμε να λογαριάσουμε την παντογνωσία Του αδιάφορα. Αλλά είναι Κριτής και Τον περιμένουμε. Θα μπορούσε να είχε ανακοινωθεί η κρίση Του σε μας την ίδια στιγμή που νομίζουμε ότι κρύβουμε τον εαυτό μας και τις αμαρτίες μας από Εκείνον μ' ένα μαύρο ψέμα, λέγοντας: «Ο Θεός δε βλέπει!»



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου
του Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου:
«Ο ΣΩΣΤΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ»,
Μετάφραση - Επιμέλεια Πέτρου Μπότση, 1η έκδοση, Αθήνα 1989, σελ 142-146.


Δευτέρα 28 Απριλίου 2025

ΑΓΙΟΥ ΦΙΛΑΡΕΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΟΣΧΑΣ: ΣΤΑΥΡΟΣ & ΑΝΑΣΤΑΣΗ 12ο ΜΕΡΟΣ

 



Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου του
Πέτρου Μπότση:
«Αγίου Φιλαρέτου Μητροπολίτη Μόσχας (+1867): Σταυρός και ανάσταση»,
Αθήνα 2020, σελ. 95-99.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»



Ο άγιος μητροπολίτης Μόσχας Φιλάρετος Ντροζντώφ ήταν σύγχρονος του οσίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ και συνέπεσε ν' αναπαυτεί την ίδια με κείνον χρονιά. Υπηρέτησε ως προκαθήμενος τη Ρωσική Εκκλησία για μισόν αιώνα σχεδόν, από το 1821 ως τις 1867 Νοεμβρίου του 1867, σε μια περίοδο πνευματικής αναγέννησης στη Ρωσία. Χρημάτισε Διευθυντής της Εκκλησιαστικής Ακαδημίας και έγραψε σπουδαία θεολογικά έργα για την εποχή του. Το σημαντικότερο από τα έργα του ήταν η Κατήχηση της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας, που κυκλοφόρησε σε σύντομη και σε εκτενή μορφή και επηρέασε βαθύτατα την ορθόδοξη δογματική θεολογία. Ήταν γόνιμος και χαρισματικός συγγραφέας. Οι κατηχήσεις του είναι ακόμα κλασσικές στη Ρωσία κι οι ομιλίες του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Συμμετέσχε επίσης ως μέλος της Βιβλικής Εταιρίας στη μετάφραση της Αγίας Γραφής στη Ρωσική και κατά τη διάρκεια της πατριαρχείας του στη Μόσχα αντιμετωπίστηκαν σοβαρά εκκλησιαστικά ζητήματα, οι δε αποφάσεις για τα ζητήματα αυτά εκδόθηκαν σε τρεις τόμους (1903-1906).


Εκ του προλόγου







ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'




ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ



Αγίου Ιωάννη της Κροστάνδης



Χριστός Ανέστη! Αγαπητοί αδελφοί, πέρασε η διακαινίσιμη Εβδομάδα και μαζί της πήρε τις πράξεις μας, για να τις παρουσιάσει ενώπιον του θρόνου του Ουράνιου Κυρίου και Κριτή: Εκεί, αδελφοί, βρίσκονται τώρα οι πράξεις μας. Τα λέω αυτά για να φοβίσω με την ουράνια κρίση εκείνους που δεν έζησαν τη λαμπρή εορτή της Ανάστασης του Χριστού με χριστιανικό τρόπο, αλλά και να παρηγορήσω εκείνους που τη γιόρτασαν με εγκράτεια και πνευματική χαρά. Πώς έζησαν πολλοί τη λαμπρή γιορτή της Ανάστασης; Δεν θα ήθελα να θυμίσω τις άνομες ανθρώπινες πράξεις τους, αλλ' αυτοί, μαζί μ' εκείνους που τις διέπραξαν, πρέπει να γνωρίζουν ότι θα κριθούν από το Θεό. Μετά την ακολουθία της Ανάστασης, την πανευφρόσυνη εορτή ακολούθησαν σκοτεινές πράξεις, όπως: αδιαφορία, μέθη, διαμάχες, κατάρες και κάθε είδους αμαρτία. Πριν από την εορτή νηστέψαμε, για να επιδοθούμε μετά ανεπιφύλακτα και επιπόλαια σε κάθε αμαρτωλή σαρκική πράξη και να απολαύσουμε κάθε ανομία. Αλίμονο! Αλίμονό μας! Όταν εκείνοι που αντιμετώπισαν τη γιορτή με αδιαφορία και μέθη, με μοιχείες, βλασφημίες και άλλες παρόμοιες σαρκικές πράξεις, έχασαν κάθε ωφέλεια που ενδεχομένως έλαβαν από τη χάρη της εορτής, έχασαν την ωφέλεια της μετάνοιας και της θεικής Κοινωνίας των Αγίων Μυστηρίων, τα ποδοπάτησαν όλα σαν ζώα κάτω από τα πόδια τους, έχασαν τον αποδεκτό χρόνο που τους δόθηκε από το έλεος του Κυρίου για τη σωτηρία τους, έχασαν τον αποδεκτό χρόνο που τους δόθηκε από το έλεος του Κυρίου για τη σωτηρία τους, το χρόνο που δεν ξαναγυρίζει. Θα ήταν σκόπιμο να σας πω κατά τη διάρκεια της νηστείας, πως τώρα είναι ο αποδεκτός χρόνος: Ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος, νυν ημέρα σωτηρίας (Β' Κορ. στ' 2). Τότε ακριβώς ήταν που πλησιάσατε τη σωτήρια πηγή της μετάνοιας και τα άχραντα μυστήρια του σώματος και του αίματος του Χριστού. Τώρα η εξομολόγηση κι η θεία κοινωνία σας αναβάλλεται μέχρι την επόμενη νηστεία, αλλά ποιος ξέρει αν ο Κύριος θα σας αξιώσει να εξομολογηθείτε και να κοινωνήσετε ξανά; Ποιός γνωρίζει αν δεν πεθάνετε στις αμαρτίες σας, με τις οποίες μολύνατε ξανά τον εαυτό σας μετά την εξομολόγηση και τη θεία κοινωνία; Πόσο οδυνηρό, πόσο λυπηρό είναι αγαπητοί αδελφοί το γεγονός ότι τόσο σύντομα γίνατε προδότες του Χριστού και δοθήκατε στην υπηρεσία του διαβόλου, του αρχικού δολοφόνου, εκείνου που είναι δάσκαλος κάθε αμαρτίας! Χρησιμοποιώ τα λόγια του Σωτήρα μας εδώ, εγώ ο αμαρτωλός, και λέω ότι «υμείς εκ του πατρός του διαβόλου εστέ, και τας επιθυμίας του πατρός υμών θέλετε ποιείν» (Ιωάν. η' 44). Τί μένει σε μας να κάνουμε τότε, αγαπημένοι μου αδελφοί; Να προσευχηθούμε και να κλάψουμε για τις αμαρτίες μας. Να θρηνήσουμε επειδή πολλοί από μας προσεγγίσαμε τη μεγάλη εορτή όχι σαν χριστιανοί, αλλ' ούτε καν ως άνθρωποι, αλλά σαν άθλιοι ειδωλολάτρες, σαν τα άγρια ζώα που έχουν μείνει χωρίς τροφή για μεγάλο διάστημα. Να θρηνήσουμε πρέπει, επειδή αγνοήσαμε τα μεγάλα και σωστικά μυστήρια της μετάνοιας και της θείας κοινωνίας, τα περιφρονήσαμε. Να κλάψουμε, επειδή δαπανήσαμε τον πολύτιμο χρόνο που μας δόθηκε για τη σωτηρία μας. Να πενθήσουμε και να προσευχηθούμε στον Κύριο «να μην εξοργιστεί εναντίον μας ούτε και να μας απολέσει για τις ανομίες μας, αλλά να μας βοηθήσει να επιστρέψουμε στο δρόμο της μετάνοιας' να μας αξιώσει να γίνουμε πιστοί τηρητές των εντολών Του. Ας αποφασίσουμε σταθερά από τώρα και στο εξής να μην παραδοθούμε στην ακράτεια, τη μέθη και κάθε αμαρτία που ακολουθεί, αλλά  να ζητήσουμε με δάκρυα από τον Κύριο ώστε Εκείνος, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος να μας ενισχύσει στις προϋποθέσεις μας για έργα αγαθά».



Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση κειμένου
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου
του Πέτρου Μπότση:
«Αγίου Φιλαρέτου Μητροπολίτη Μόσχας (+1867): Σταυρός και ανάσταση»,
Αθήνα 2020, σελ. 95-99.


Σάββατο 26 Απριλίου 2025

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ: ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΕΡΟ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ




«Διὰ δὲ τῶν χειρῶν τῶν ἀποστόλων ἐγίνετο σημεῖα καὶ τέρατα ἐν τῷ λαῷ πολλά· καὶ ἦσαν ὁμοθυμαδὸν ἅπαντες ἐν τῇ στοᾷ Σολομῶντος· τῶν δὲ λοιπῶν οὐδεὶς ἐτόλμα κολλᾶσθαι αὐτοῖς, ἀλλ᾿ ἐμεγάλυνεν αὐτοὺς ὁ λαός(:στο μεταξύ με τα χέρια των αποστόλων γίνονταν συνεχώς πολλά εκπληκτικά και εξαιρετικά θαύματα, που επιβεβαίωναν ότι η διδασκαλία τους ήταν αληθινή και προκαλούσαν κατάπληξη στον λαό. Και όλοι οι πιστοί μαζί με μια καρδιά μαζεύονταν στη στοά του Σολομώντος. Και από τους υπόλοιπους που δεν είχαν πιστέψει, κανείς δεν τολμούσε ν’ ανακατευτεί με αυτούς, να αστειευτεί μαζί τους και να τους συμπεριφερθεί σαν συνηθισμένους ανθρώπους του δρόμου˙ αλλά ο πολύς λαός τους τιμούσε και τους εγκωμίαζε)»[Πράξ.5,12-13].


«Καὶ ἦσαν ὁμοθυμαδὸν ἅπαντες ἐν τῇ στοᾷ Σολομῶντος». «Και συγκεντρώνονταν», λέγει, «όλοι μαζί με μια ψυχή στη στοά του Σολομώντος». Από αυτό είναι φανερό, ότι δεν ήταν σε οικία, αλλά αφού εισήλθαν στο ιερό, διέμεναν εκεί· ούτε πλέον φυλάσσονται να μην εγγίζουν ακάθαρτα, αλλά απλώς άγγιζαν τους νεκρούς. Και πρόσεχε πώς στους μεν δικούς τους είναι αυστηροί, στους ξένους όμως δεν χρησιμοποιούν τη δύναμη.


«Τῶν δὲ λοιπῶν οὐδεὶς ἐτόλμα κολλᾶσθαι αὐτοῖς, ἀλλ᾿ ἐμεγάλυνεν αὐτοὺς ὁ λαός(:και από τους υπόλοιπους που δεν είχαν πιστέψει, κανείς δεν τολμούσε ν’ ανακατευτεί με αυτούς, να αστειευτεί μαζί τους και να τους συμπεριφερθεί σαν συνηθισμένους ανθρώπους του δρόμου˙ αλλά ο πολύς λαός τους τιμούσε και τους εγκωμίαζε)»[Πράξ.5,13]. Αυτό το λέγει, για να δείξει ότι δεν ήταν πλέον ευκαταφρόνητοι όπως και προηγουμένως, και ότι σε σύντομο καιρό και σε μία στιγμή έγιναν τόσα πολλά από τους αλιείς και απλοϊκούς αυτούς ανθρώπους. Ουρανός λοιπόν ήταν πλέον η γη, εξαιτίας του τρόπου ζωής τους, της παρρησίας τους, των θαυμάτων και όλων αυτών· και σαν ακριβώς άγγελοι τόσο πολύ θαυμάζονταν χωρίς να υποχωρούν μπροστά σε τίποτε, ούτε τον γέλωτα, ούτε σε απειλές, ούτε στους κινδύνους. Όχι μόνο εξαιτίας αυτού, αλλά επειδή ήταν υπερβολικά φιλάνθρωποι και ενδιαφέρονταν γι’αυτούς, άλλους μεν τους βοηθούσαν με χρήματα, άλλους δε με τη θεραπεία των σωμάτων.


«Μᾶλλον δὲ προσετίθεντο πιστεύοντες τῷ Κυρίῳ πλήθη ἀνδρῶν τε καὶ γυναικῶν, ὥστε κατὰ τὰς πλατείας ἐκφέρειν τοὺς ἀσθενεῖς καὶ τιθέναι ἐπὶ κλινῶν καὶ κραβάττων, ἵνα ἐρχομένου Πέτρου κἂν ἡ σκιὰ ἐπισκιάσῃ τινὶ αὐτῶν(:έτσι ολοένα και περισσότερο προσελκύονταν πλήθη ανδρών και γυναικών, οι οποίοι πίστευαν στον Κύριο και γίνονταν μέλη της Εκκλησίας, αυξάνοντας κατά πολύ τον αριθμό των πιστών. Τόσο πολύ μάλιστα τους σεβόταν ο λαός, ώστε έβγαζαν τους αρρώστους από τα σπίτια τους στις πλατείες και τους έβαζαν πάνω σε πολυτελή κρεβάτια οι πλουσιότεροι, και σε φτωχικά και πρόχειρα φορεία οι φτωχότεροι, έτσι ώστε, όταν θα περνούσε από το πλήθος εκείνο ο Πέτρος, να πέσει έστω και η σκιά του σε κάποιον από τους αρρώστους αυτούς για να τον θεραπεύσει)»[Πράξ.5,13-14].


Αυτό το τελευταίο, δηλαδή η θεραπεία ακόμη και από τη σκιά του αποστόλου Πέτρου, δεν συνέβηκε κατά την περίοδο που ο Χριστός βρισκόταν επάνω στη γη· άρα είναι δυνατόν και τώρα να βλέπει κανείς να πραγματοποιείται εκείνο που λέχτηκε από τον ίδιο τον Κύριο: «ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ὁ πιστεύων εἰς ἐμέ, τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ κἀκεῖνος ποιήσει, καὶ μείζονα τούτων ποιήσει, ὅτι ἐγὼ πρὸς τὸν πατέρα μου πορεύομαι, καὶ ὅ,τι ἂν αἰτήσητε ἐν τῷ ὀνόματί μου, τοῦτο ποιήσω, ἵνα δοξασθῇ ὁ πατὴρ ἐν τῷ υἱῷ. ἐάν τι αἰτήσητε ἐν τῷ ὀνόματί μου, ἐγὼ ποιήσω(:άλλωστε δεν ενεργώ μόνο εγώ τα υπερφυσικά αυτά έργα, αλλά και στους άλλους μπορώ να μεταδώσω τη δύναμη με την οποία τα επιτελώ. Αληθινά, αληθινά σας λέω ότι εκείνος που πιστεύει σε μένα, τα υπερφυσικά έργα που εγώ ενεργώ θα τα κάνει κι εκείνος, αλλά και μεγαλύτερα απ’ αυτά θα κάνει· διότι θα θεραπεύει και θα ανασταίνει ψυχές και θα συντελεί θαυμαστές αλλοιώσεις στην εσωτερική ζωή των ανθρώπων.


Και θα τα πραγματοποιεί όλα αυτά με τη δική μου επενέργεια. Διότι εγώ πηγαίνω στον επουράνιο Πατέρα μου για να συμβασιλεύσω μαζί του, και κάθε τι που θα ζητήσετε με την προσευχή, επικαλούμενοι το όνομά μου και διατελώντας σε στενή κοινωνία και ένωση με μένα, θα το πραγματοποιήσω, για να δοξασθεί ο Πατήρ διαμέσου του Υιού. Εάν ζητήσετε κάτι επικαλούμενοι με πίστη ζωντανή το όνομά μου, εγώ θα το πραγματοποιήσω, επειδή έχω κάθε εξουσία και δύναμη κοντά στον Πατέρα μου)»[Ιω.14,12].


Μεγάλη λοιπόν ήταν η πίστη των προσερχομένων και μεγαλύτερη παρά επί του Χριστού. Από πού λοιπόν έγινε αυτό; Από τον ίδιο τον Χριστό που διακήρυξε όσα σας υπενθύμισα παραπάνω[Ιω.14,12: «Εκείνος που πιστεύει σε Εμένα, τα έργα που κάνω εγώ, θα μπορεί και μεγαλύτερα από αυτά να κάνει»]· διότι ενώ αυτοί έμεναν εκεί και δεν περιφέρονταν άσκοπα, έφερναν όλοι επάνω στα κρεβάτια και τα φορεία τους ασθενείς που είχαν και από παντού οδηγούσε σε αυτούς το θαύμα, από εκείνους που πίστεψαν, από εκείνους που θεραπεύτηκαν, από εκείνους που τιμωρήθηκαν, από το θάρρος τους προς εκείνους, από την αρετή των αποστόλων, που δεν πίστεψαν απλώς· καθόσον βέβαια δεν ήταν το γεγονός μόνο των σημείων· διότι εάν και αυτοί δείχνοντας μετριοφροσύνη, αποδίδουν σε Αυτόν το παν, λέγοντας ότι κάνουν αυτά με την επίκληση του ονόματος του Χριστού, αλλά όμως και ο τρόπος ζωής και η αρετή των ανδρών φανέρωνε αυτό. Και πρόσεχε πως εδώ δεν αναφέρει αριθμό αυτών που πίστεψαν, αφήνοντας τον ακροατή να υπολογίζει μόνος του· σε τόσο μεγάλο πλήθος επεκτάθηκαν τα γεγονότα της πίστεως. Από αυτά και η ανάσταση περισσότερο διακηρυσσόταν.


Δικαιολογημένα λοιπόν, εφόσον αυξανόταν η πίστη τους, και τα θαυματουργικά σημεία γίνονταν περισσότερα και πολύς φόβος υπήρχε και στους ομοπίστους, επειδή δεν μας θορυβούν τόσο πολύ τα όσα συμβαίνουν στους έξω, όσο τα δικά μας.


Αν λοιπόν είμαστε όλοι συνενωμένοι μεταξύ μας, κανένας δεν θα υπάρχει που θα μας πολεμά όπως ακριβώς αν διαιρούμαστε μεταξύ μας, θα συμβεί το αντίθετο, όλα θα μας επιτεθούν.


Από αυτό λοιπόν και εκείνοι έπαιρναν θάρρος και με παρρησία εισέρχονταν και στην αγορά και ανάμεσα στους εχθρούς και επικρατούσαν· εκπληρωνόταν εκείνο που έχει λεχθεί: «Ῥάβδον δυνάμεως ἐξαποστελεῖ σοι Κύριος ἐκ Σιών, καὶ κατακυρίευε ἐν μέσῳ τῶν ἐχθρῶν σου(:ράβδο στιβαρή, σκήπτρο βασιλικό ακατανίκητης δύναμης θα σου αποστείλει ο Κύριος από τη Σιών, όπου βρίσκεται ο ιερός ναός Του. Και εσύ κατατρόπωσε τους εχθρούς σου, για να αποδειχτείς θριαμβευτής και κυρίαρχος ανάμεσά τους)»[Ψαλμ.109,2], πράγμα που ήταν απόδειξη και μεγαλύτερης δυνάμεως, ότι, αν και συλλαμβάνονταν και φυλακίζονταν, έκαναν αυτά. «Συνήρχετο δὲ καὶ τὸ πλῆθος τῶν πέριξ πόλεων εἰς Ἱερουσαλὴμ φέροντες ἀσθενεῖς καὶ ὀχλουμένους ὑπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων, οἵτινες ἐθεραπεύοντο ἅπαντες (:επιπλέον μαζεύονταν στην Ιερουσαλήμ και πλήθη από τους κατοίκους των γειτονικών πόλεων˙ όλοι αυτοί έφερναν κάθε είδους αρρώστους, καθώς και ανθρώπους που υπέφεραν από ακάθαρτα πνεύματα, και όλοι τους θεραπεύονταν)»[Πράξ.5,16].


«ναστὰς δὲ ὁ ἀρχιερεὺς καὶ πάντες οἱ σὺν αὐτῷ, ἡ οὖσα αἵρεσις τῶν Σαδδουκαίων, ἐπλήσθησαν ζήλου καὶ ἐπέβαλον τὰς χεῖρας αὐτῶν ἐπὶ τοὺς ἀποστόλους, καὶ ἔθεντο αὐτοὺς ἐν τηρήσει δημοσίᾳ(:όλα όμως αυτά προκάλεσαν την αντίδραση του αρχιερέως και όλων όσων ήταν μαζί του και αποτελούσαν τη θρησκευτική παράταξη των Σαδδουκαίων. Γέμισαν οι καρδιές τους από φθόνο και κακία και ετοιμάστηκαν να δράσουν. Άπλωσαν λοιπόν τα χέρια τους πάνω στους αποστόλους, τους συνέλαβαν και τους έριξαν στη δημόσια φυλακή)»[Πράξ.5,17-18].


Δεν υπάρχει τίποτε θρασύτερο ούτε τολμηρότερο από την κακία. Από πείρα αφού έμαθαν την ανδρεία αυτών από εκείνα που επιχείρησαν προηγουμένως, παρά ταύτα όμως επιχειρούν ξανά και πάλι συγκεντρώνονται εναντίον τους. Τι σημαίνει: «αφού σηκώθηκε ο αρχιερέας και όλοι όσοι ήταν μαζί του»; Παρακινήθηκε σε ενέργειες, λέγει, και δραστηριοποιήθηκε από τα γεγονότα. «Και συνέλαβαν τους αποστόλους και τους έριξαν σε δημόσια φυλακή». Τώρα επιτίθενται σφοδρότερα εναντίον τους. Δεν τους δίκασαν όμως αμέσως, επειδή ανέμεναν αυτούς να γίνουν πάλι πράοι. Και από πού είναι φανερό, ότι σφοδρότερα επιτέθηκαν εναντίον τους; Από το ότι τους έκλεισαν σε δημόσια φυλακή.


Πάλι περιπίπτουν σε κινδύνους και πάλι απολαμβάνουν την εύνοια του Θεού· και πώς, άκουσε τα εξής: «Ἂγγελος δὲ Κυρίου διὰ τῆς νυκτὸς ἤνοιξε τὰς θύρας τῆς φυλακῆς, ἐξαγαγών τε αὐτοὺς εἶπε· πορεύεσθε, καὶ σταθέντες λαλεῖτε ἐν τῷ ἱερῷ τῷ λαῷ πάντα τὰ ῥήματα τῆς ζωῆς ταύτης(: Άγγελος Κυρίου όμως μέσα στη νύχτα άνοιξε τις θύρες της φυλακής, τους έβγαλε έξω και τους είπε: “Πηγαίνετε αμέσως και σταθείτε γεμάτοι θάρρος στον ιερό περίβολο του ναού και κηρύξατε δημόσια στον λαό όλα τα λόγια της νέας αυτής ζωής, την οποία σας μετέδωσε ο Ιησούς και από πείρα γνωρίσατε”)»[Πράξ.5,19-20]. Αυτό έγινε και για παρηγορία εκείνων και για ωφέλεια και διδασκαλία αυτών. Και πρόσεχε εκείνο που έγινε στην περίπτωση του Χριστού, αυτό γίνεται και τώρα· διότι όταν γίνονται μεν τα θαύματα, δεν αφήνει αυτούς να δουν, εκείνα δε με τα οποία ήταν δυνατό να μάθουν, αυτά τους παρέχει· για παράδειγμα στην περίπτωση της δικής Του αναστάσεως δεν άφησε αυτούς να δουν πώς αναστήθηκε(διότι ήταν ανάξιοι να δουν αυτήν), αλλά αποδεικνύει εκείνα με τα οποία κατόρθωσε αυτό. Όμοια και στην περίπτωση του κρασιού, που έγινε από το νερό, δεν βλέπουν οι παρακαθήμενοι(διότι μεθούσαν), και την κρίση επιτρέπει σε άλλους.


Έτσι λοιπόν και εδώ· όταν δηλαδή εξέρχονται αυτοί δεν τους βλέπουν, αποδείξεις όμως με τις οποίες μπορούσαν να κατανοήσουν τα γενόμενα, είδαν. Γιατί όμως ο άγγελος έβγαλε αυτούς κατά τη νύχτα; Διότι έτσι πιστεύτηκαν περισσότερο, παρά αλλιώς· άλλωστε ούτε ερώτηση μπόρεσαν να κάνουν· ούτε βέβαια, αν συνέβαινε κατά άλλο τρόπο, αυτοί θα πίστευαν. «Ἐξαγαγών τε αὐτοὺς(:και αφού τους έβγαλε έξω)»· ο άγγελος τους έβγαλε έξω από τη φυλακή, όμως δεν τους οδηγεί αυτός στο πού έπρεπε να πάνε· αυτό έγινε ώστε και με την ενέργεια αυτή να γίνει γνωστή η αφοβία των αποστόλων, την οποία και απέδειξαν όταν νύχτα εισήλθαν στο ιερό και δίδασκαν. Εάν όμως τους έβγαζαν έξω οι φύλακες, όπως νόμιζαν οι άπιστοι Ιουδαίοι αρχιερείς, θα διέφευγαν, εφόσον βέβαια θα πείθονταν να εξέλθουν· μάλλον δε, αν εκείνοι τους έβγαζαν, δεν θα παρέμεναν στο ιερό, αλλά θα δραπέτευαν. Αυτό μάλιστα κανένας δεν ήταν τόσο ανόητος, ώστε να μην το αντιληφτεί.



ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,
επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος










ΠΗΓΕΣ:


https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-acta apostolorum.pdf
Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στις Πράξεις των Αποστόλων, ομιλίες ΙΒ΄και ΙΓ΄(κατ΄επιλογήν), πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1983, τόμος 15, σελίδες 345-357 και 362-367.Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm *Εκ του ιστολογίου <<Ακτίνες>> της 21.4.2023. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ: «ΔΙΔΑΧΗ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΝΤΙΠΑΣΧΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟ»




«Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες» (Ιω. 20, 29). «Μακάριοι είναι εκείνοι που πιστεύουν χωρίς να μ’ έχουν δει». Αυτά τα λόγια είπε ο Κύριος στον πιστό μαθητή Του, που αρνήθηκε να πιστέψει στην ανάστασή Του, όταν οι αδελφοί του, οι απόστολοι, του τη γνωστοποίησαν. Αυτά τα Λόγια είπε ο Κύριος στον μαθητή Του, που είχε δηλώσει ότι δεν θα πίστευε στην ανάστασή Του, ώσπου να βεβαιωνόταν με τις αισθήσεις του γι’ αυτό το τόσο θαυμαστό και τόσο σημαντικό για ολόκληρη την ανθρωπότητα γεγονός.


«Είδαμε τον Κύριο με τα μάτια μας!» (Ιω. 20, 25), έλεγαν με χαρά στον άγιο Θωμά οι άλλοι απόστολοι, στους οποίους εμφανίστηκε ο Κύριος την ημέρα της αναστάσεώς Του, όταν βράδιασε. Οι μαθητές ήταν συγκεντρωμένοι σ’ ένα σπίτι με κλειδωμένες τις πόρτες, επειδή φοβούνταν τους Ιουδαίους, που μόλις είχαν διαπράξει τη θεοκτονία κι έπαιρναν ήδη μέτρα εναντίον της προαναγγελμένης αναστάσεως του Ιησού (Βλ. Ιω. 20, 19).


Ο Κύριος είχε μπει στο σπίτι χωρίς ν’ ανοίξει τις πόρτες. Ο Θωμάς, λοιπόν, αποκρίθηκε στους αδελφούς του με αμηχανία: «Αν δεν δω στα χέρια Του τα σημάδια από τα καρφιά, κι αν δεν βάλω το δάχτυλό μου στα σημάδια από τα καρφιά, κι αν δεν βάλω το χέρι μου στη λογχισμένη πλευρά Του, δεν θα πιστέψω» (Ιω. 20, 25).


Με τα λόγια αυτά δεν εκφράστηκε απιστία, που είναι εναντίωση στον Θεό. Με τα λόγια αυτά εκφράστηκε μια άφατη χαρά. Με τα λόγια αυτά εκφράστηκε η απορία μιας ψυχής μπροστά στο μεγαλείο ενός γεγονότος που υπερβαίνει την ανθρώπινη νόηση, ενός γεγονότος που άλλαξε την κατάσταση της ανθρωπότητας.


Ο πανάγαθος Κύριος δεν άργησε να δώσει στον μαθητή Του την επιβεβαίωση που τόσο ποθούσε. Μία εβδομάδα μετά την πρώτη εμφάνισή Του στους αποστόλους, εμφανίστηκε πάλι σ’ αυτούς εκεί που ήταν συγκεντρωμένοι. Μαζί τους βρισκόταν τώρα κι ο Θωμάς. Ξαφνικά, λοιπόν, μολονότι οι πόρτες ήταν κι αυτή τη φορά κλειδωμένες, είδαν τον Κύριο να παρουσιάζεται και να στέκεται ανάμεσά τους. «Ειρήνη σ’ εσάς» (Ιω. 20, 26), τους είπε.


Έπειτα γυρίζει στον Θωμά και του λέει: «Φέρε το δάχτυλό σου εδώ και δες τα χέρια μου. Φέρε και το χέρι σου και βάλ’ το στην πλευρά μου. Μην αμφιβάλλεις· πίστεψε!» (Ιω. 20, 27). Έτσι ο Κύριος έδειξε ότι, ως «πανταχού παρών», βρισκόταν εκεί, ανάμεσα στους μαθητές Του, και τότε που ο Θωμάς, θεωρώντας Τον απόντα, είχε αμφισβητήσει την ανάστασή Του. Ο Θωμάς ήθελε να βεβαιωθεί για την ανάσταση του Χριστού.


Αλλά τώρα, παίρνοντας μιαν ασύγκριτα ανώτερη διαβεβαίωση, δεν χρειάζεται την επιβεβαίωση της αναστάσεως. «Είσαι ο Κύριός μου και ο Θεός μου!» (Ιω. 20, 28), αναφωνεί. Σαν να έλεγε: “Αφού βεβαιώθηκα για τη θεότητά Σου, δεν ζητώ να διαπιστώσω την ανάστασή Σου. Σ’ Εσένα, τον παντοδύναμο Θεό, είναι όλα δυνατά, ακόμα κι εκείνα που υπερβαίνουν την ανθρώπινη αντίληψη”.


Απαντώντας στην ομολογία του αποστόλου, ο Κύριος μακάρισε εκείνους που πιστεύουν χωρίς να Τον έχουν δει. Μακάρισε κι εμάς ο Κύριος μαζί μ’ όλους όσοι δεν Τον είδαν με τα σωματικά τους μάτια. Μακάρισε κι εμάς, που βρισκόμαστε τόσο μακριά Του χρονικά και τοπικά. Μας μακάρισε τότε που στεκόταν ανάμεσα στους άγιους αποστόλους Του με την ανθρώπινη φύση που την είχε προσλάβει, την είχε προσφέρει θυσία για την ανθρωπότητα και, τελικά, την είχε δοξάσει, ανασταίνοντάς την.


Δεν ξέχασε ο Κύριος κι εμάς, όσους βρισκόμαστε εδώ, στον Ιερό ναό Του, αναπολώντας το γεγονός, από το οποίο μας χωρίζουν δεκαοκτώ αιώνες. Μακάριοι κι εμείς, που δεν Τον είδαμε, αλλά πιστεύουμε σ’ Αυτόν. Μακάριοι όσοι από μας πιστεύουν σ’ Αυτόν.


Η ουσία βρίσκεται στην πίστη. Αυτή φέρνει τον άνθρωπο κοντά στον Θεό και τον κάνει παιδί του Θεού. Αυτή θα παρουσιάσει τον άνθρωπο στον Θεό. Αυτή, την τελευταία ημέρα της ζωής του πρόσκαιρου τούτου κόσμου και κατά την απαρχή της αιώνιας ημέρας, θα βάλει τον άνθρωπο στα δεξιά του θρόνου του Θεού, για ν’ ατενίζει αιώνια τον Θεό, για να ευφραίνεται αιώνια με τον Θεό, για να βασιλεύει αιώνια μαζί με τον Θεό.


«Μακάριοι εκείνοι που πιστεύουν χωρίς να μ’ έχουν δει». Μ’ αυτά τα λόγια ο Κύριος συνένωσε τους πιστούς όλης της γης και όλων των εποχών με τους αποστόλους. Το ίδιο είχε κάνει, όταν προσευχήθηκε στον Πατέρα Του, λίγο πριν οδηγηθεί στα παθήματα και τον θάνατο για τη σωτηρία μας. «Δεν προσεύχομαι μόνο γι’ αυτούς (δηλαδή τους αποστόλους)», είχε πει τότε, «αλλά και για εκείνους που με το κήρυγμα αυτών θα πιστεύουν σ’ εμένα» (Ιω. 17,20).


Έτσι κι εδώ, λοιπόν, κάνει μετόχους του μακαρισμού των αποστόλων όλους τους πιστούς, όλα τα μέλη της Εκκλησίας. «Μακάρια είναι τα μάτια σας», είχε πει στους μαθητές Του σε μιαν άλλη περίσταση, «γιατί βλέπουν, και τ’ αυτιά σας γιατί ακούνε! Σας βεβαιώνω ότι πολλοί προφήτες και δίκαιοι» της Παλαιάς Διαθήκης «επιθύμησαν να δουν και ν’ ακούσουν αυτά που βλέπετε και ακούτε εσείς, αλλά δεν τα είδαν και δεν τα άκουσαν» (Ματθ. 13, 16-17).


Οι μακάριοι αυτόπτες και υπηρέτες του Λόγου μας παρέδωσαν με ακρίβεια ό,τι είδαν και άκουσαν (Βλ. Λουκ. 1,3, Α’ Ιω. 1, 1-3), όταν, όπως λέει ένας απ’ αυτούς, «ο Λόγος έγινε άνθρωπος, κι έστησε τη σκηνή Του ανάμεσά μας, και είδαμε τη θεϊκή Του δόξα, τη δόξα που ο μονογενής (Υιός) έχει από τον Πατέρα, και ήρθε γεμάτος θεία χάρη και αλήθεια για μας» (Ιω. 1, 14). Η σαφής αφήγηση των αποστόλων μας κάνει νοερούς θεατές των γεγονότων, των οποίων εκείνοι υπήρξαν αυτόπτες.


Μέσω των Μυστηρίων της Εκκλησίας βρισκόμαστε σε διαρκή κοινωνία με τον Κύριο. Η ζωντανή πίστη κάνει τον Θεό, που είναι αόρατος με τα μάτια του σώματος, ορατό με το μάτι της ψυχής, τον νου (Πρβλ. Εβρ. 11, 27). Μυστικά μας αποκαλύπτει τον Κύριο η ζωή η σύμφωνη με τις εντολές Του. 


Όταν οι “μαθητές” του Κυρίου, δηλαδή οι ιδέες που έχει προσλάβει ο νους από το Ευαγγέλιο, συγκεντρωθούν στο “υπερώο”, δηλαδή στην καρδιά και κλειδώσουν τις πόρτες της για να μην εισχωρήσουν εκεί οι “Ιουδαίοι”, δηλαδή οι λογισμοί που εναντιώνονται στον Κύριο και την πανάγια διδασκαλία Του, τότε Εκείνος εμφανίζεται πνευματικά εκεί, στον εσωτερικό άνθρωπο.


Εφόσον εξομοιωνόμαστε με τους αγίους αποστόλους, τολμούμε να ισχυριστούμε πως είμαστε πιο μακάριοι από τους δικαίους της Παλαιάς Διαθήκης. Εκείνοι πίστευαν σε Λυτρωτή που θα ερχόταν εμείς πιστεύουμε στον Λυτρωτή που ήρθε και πραγματοποίησε τη λύτρωση.


Σ’ εκείνους είχε δοθεί η υπόσχεση των δωρεών της χάριτος· σ’ εμάς έχουν δοθεί άφθονες οι ίδιες οι δωρεές, από τις οποίες ωφελούμαστε ανάλογα με την προαίρεσή μας. Ο Δωρητής είναι απείρως πλούσιος και απείρως ελεήμων. Αν αισθανόμαστε έλλειψη των δωρεών Του, υπαίτιοι γι’ αυτό είμαστε εμείς, μόνο εμείς. Δεν τις αισθανόμαστε, επειδή έχουμε αδύναμη πίστη, ή μάλλον -θα το πω απροκάλυπτα— επειδή δεν έχουμε πίστη.


Γιατί δεν έχουμε πίστη; Επειδή δεν καταβάλαμε, δεν θελήσαμε να καταβάλουμε κανέναν κόπο για να διδαχθούμε τον Χριστιανισμό, ώστε ν’ αποκτήσουμε την πίστη από την ακρόαση του κηρύγματος (Βλ. Ρωμ. 10, 17) και την πίστη από την εκτέλεση των έργων της αρετής (Βλ. Ιω. 2, 18). Η πίστη από την ακρόαση του κηρύγματος παρέχει τη θεωρητική γνώση του Χριστιανισμού, ενώ η πίστη από τα έργα παρέχει την πρακτική γνώση του Χριστιανισμού.


Ο χριστιανός που επιθυμεί με ειλικρίνεια να γνωρίσει βαθύτερα τον Θεό, οδηγείται απ’ αυτές τις δύο γνώσεις, οδηγείται από τον ίδιο τον Θεό, στη μυστική και ουσιαστική γνώση, την πνευματική. Η πνευματική γνώση είναι πάντα συνυφασμένη με τη ζωή της πίστεως. «Εκείνος που κατέχει τις εντολές μου και τις εκτελεί», είπε ο Κύριος, «αυτός με αγαπά· κι αυτός που με αγαπά, θ’ αγαπηθεί από τον Πατέρα μου, κι εγώ θα τον αγαπήσω και θα του φανερώσω τον εαυτό μου» (Ιω. 14, 21).


Τον Χριστιανισμό μπορούμε να τον παρομοιάσουμε μ’ ένα θαυμάσιο και μεγάλο λιμάνι, στο οποίο μπορούν ελεύθερα να πιάσουν πλοία όλων των τύπων και όλων των μεγεθών. Σ’ αυτό το λιμάνι βρίσκουν καταφύγιο και μια ταπεινή ψαρόβαρκα κι ένα τεράστιο φορτηγό πλοίο γεμάτο εμπορεύματα κι ένα γιγάντιο θωρηκτό οπλισμένο με πολυάριθμα μέσα καταστροφής και μια πολυτελής βασιλική θαλαμηγός προορισμένη για ταξίδια αναψυχής.


Ο Χριστιανισμός δέχεται τον άνθρωπο σε οποιαδήποτε ηλικία και σε οποιαδήποτε κατάσταση, με οποιαδήποτε μόρφωση και με οποιεσδήποτε ικανότητες· τον δέχεται και τον σώζει. «Αν ομολογήσεις με το στόμα σου πως ο Ιησούς είναι ο Κύριος και πιστέψεις με την καρδιά σου…, θα βρεις τη σωτηρία. Πραγματικά, όποιος πιστεύει με την καρδιά του, οδηγείται στη δικαίωση, και όποιος ομολογεί με το στόμα, οδηγείται στη σωτηρία» (Ρωμ. 10, 9-10).


Όποιος δεχθεί τον Χριστιανισμό και ενταχθεί στην Ορθόδοξη Εκκλησία —γιατί μόνο σ’ αυτήν διαφυλάσσεται ο αληθινός Χριστιανισμός—, θα σωθεί. Σε κάθε εξαγορά εκείνο που έχει σημασία είναι το τίμημά της. Το τίμημα, με το οποίο όλοι οι άνθρωποι λυτρώνονται από την αμαρτία, είναι ο Χριστός. Αυτό το τίμημα καταβάλλεται χωρίς διακρίσεις και χωρίς μεροληψίες για όλους όσοι θέλουν να λυτρωθούν, για όλους όσοι πιστεύουν στην αξία της λυτρώσεως και την ομολογούν.


Η ομολογία της αξίας της λυτρώσεως είναι συγχρόνως απόρριψη κάθε δικής μας αξίας. Το τίμημα της λυτρώσεως καταβάλλεται με την προϋπόθεση της αυταπαρνήσεως. Ένας απλοϊκός άνθρωπος, που δεν έχει καμιά κοσμική παιδεία, σώζεται διά του Χριστιανισμού όπως ένας μορφωμένος και σοφός. Ο Χριστιανισμός, ως δωρεά του υπερτέλειου Θεού, τους ικανοποιεί όλους πλήρως.


Ο απλοϊκός και απαίδευτος άνθρωπος που θα πιστέψει με ειλικρίνεια, αναπληρώνει με τον τρόπο αυτόν την απαιδευσία του, ενώ ο σοφός που θα έρθει στον Χριστιανισμό χωρίς έπαρση και νομικιστικό πνεύμα, θα βρει σ’ αυτόν απύθμενο βάθος και άφθαρτο ύψος σοφίας. Στον Χριστιανισμό υπάρχουν η αληθινή θεολογία και η γνήσια ψυχολογία. Μόνο ο χριστιανός μπορεί ν’ αποκτήσει την ορθή γνώση για τον άνθρωπο, για τα αγαθά και τα πονηρά πνεύματα, για τον αόρατο στα σωματικά μάτια κόσμο.


Με τον φωτισμό που παρέχει ο Χριστιανισμός, ο άνθρωπος κατανοεί τη θέση του Θεού για την κοσμική σοφία: «Ό,τι ο κόσμος αυτός θεωρεί σοφία, είναι μωρία στα μάτια του Θεού… Ξέρει ο Κύριος πως οι σκέψεις των σοφών τίποτα δεν αξίζουν» (Α’ Κορ. 3, 19-20). Αυτές οι σκέψεις, που αναφέρονται μόνο στα πρόσκαιρα και μάταια, οδηγούν στην κενοδοξία και την υπερηφάνεια, στην αυταπάτη και την πλάνη, στην απορρόφηση από τις εγκόσμιες μέριμνες, στην αμαρτωλή ζωή, στη λήθη και την άρνηση του Θεού και της αιωνιότητας.


Όταν ο νους του ανθρώπου που δεν έχει καταυγαστεί από το φως του Χριστού, αποτολμά ν’ ασχοληθεί με την εξέταση πνευματικών θεμάτων, τότε πλανιέται σαν σε απέραντη και σκοτεινή έρημο. Έτσι, αποκομίζει, αντί για αληθινές γνώσεις, τις οποίες δεν έχει καμιά δυνατότητα ν’ αποκτήσει, ιδεολογήματα και φαντασιοκοπήματα.


Αυτά τα ντύνει μ’ έναν πολύπλοκο και δυσνόητο λόγο, με τον οποίο ξεγελά και τον εαυτό του και τους άλλους, αναγνωρίζοντας σοφία εκεί όπου, ούτε λίγο ούτε πολύ, πρέπει ν’ αναγνωρίσει κανείς παράνοια. Περίεργη είναι η τυφλότητα και ακατανόητη η σκληρότητα των συγχρόνων του Χριστού, οι οποίοι, μολονότι άκουγαν την πανάγια διδασκαλία Του και έβλεπαν τα εκπληκτικά θαύματά Του, δεν πίστευαν σ’ Αυτόν.


Επτά αιώνες πριν, ανεβασμένος, θαρρείς, στην κορυφή ενός μακρινού βουνού και κατάπληκτος από τη θέα της ανθρώπινης αναισθησίας, ο προφήτης Ησαΐας κραύγαζε στο πολυάριθμο πλήθος των ζωντανών νεκρών: «Θ’ ακούσετε με τ’ αυτιά, μα δεν θα καταλάβετε· θα δείτε με τα μάτια, μα δεν θ’ αντιληφθείτε» (Ησ.6, 9). Το ίδιο περίεργη είναι και η σημερινή απιστία πολλών ανθρώπων στον Χριστιανισμό, που λάμπει με τις ακτίνες της ολοκάθαρης αλήθειας του.


Αλλά η Γραφή αιτιολογεί την απιστία τους: «Γιατί έγινε αναίσθητη η καρδιά αυτού του λαού» (Ησ. 6, 10), έγινε σκληρή από τη σαρκική ζωή, έγινε τυφλή και κουφή, έγινε νεκρή για καθετί το πνευματικό, το αιώνιο, το θείο.


Η ορθή σπουδή του Χριστιανισμού δείχνει με σαφήνεια και κατηγορηματικότητα την αλήθεια του. Η ορθή σπουδή του Χριστιανισμού εδραιώνει στην ψυχή την πεποίθηση για την ύπαρξη όλων των αοράτων που κηρύσσονται απ’ αυτόν, πεποίθηση πολύ ισχυρότερη από τη γνώση της υπάρξεως των ορατών, που παρέχεται από τις αισθήσεις.


Η αξιοπιστία και η δύναμη αυτής της πεποιθήσεως αποδεικνύονται από το ότι εκατομμύρια άνθρωποι άφησαν τα ορατά για ν’ αποκτήσουν τα αόρατα, περιφρονώντας τα βασανιστήρια, με τα οποία η άλογη κακότητα προσπαθούσε να τους κερδίσει, και επισφραγίζοντας την πίστη τους με το αίμα του μαρτυρίου.


Ακόμα και μια επιφανειακή ματιά στην εμφάνιση, τη στερέωση και την εξάπλωση του Χριστιανισμού μας προκαλεί έκπληξη, αλλά και μας πείθει ότι αυτός δεν προέρχεται από ανθρώπους· προέρχεται από τον Θεό. Ο Κύριος, προσλαμβάνοντας την ανθρώπινη φύση, ευδόκησε να φανερωθεί στη γη όχι ένδοξος, λαμπρός και μεγαλειώδης, αλλά άδοξος, ασήμαντος και ταπεινός.


Ως άνθρωπος προερχόταν από βασιλική γενιά (βλ. Ματθ. 1, 1-17. Αποκ. 22, 16). Αλλά η γενιά αυτή είχε από καιρό ξεπέσει. Χάνοντας τον βασιλικό θρόνο και την ηγεμονική αξία, είχε μετοικήσει από τα μεγαλόπρεπα ανάκτορα σε φτωχικές καλύβες και είχε εξομοιωθεί με τους απλούς ανθρώπους του λαού, που κέρδιζαν το ψωμί τους με τον κόπο των χεριών τους. Μην έχοντας πάρει τίποτε από την ανθρώπινη δόξα και δύναμη, ο Θεάνθρωπος δεν πήρε τίποτε και από την ανθρώπινη σοφία. Δεν είχε σπουδάσει (Βλ. Ιω. 7, 15).


Όταν άρχισε να κηρύσσει, σε ηλικία τριάντα χρονών, διάλεξε δώδεκα μαθητές από την τάξη στην οποία ανήκε και ο Ίδιος (Βλ. Μαρκ. 3, 13-19). Οι μαθητές, με τα κριτήρια της πεσμένης φύσεως, ήταν επίσης «αγράμματοι και απλοϊκοί» (Πράξ. 4, 13). Τέτοια, λοιπόν, ήταν τα πρόσωπα που θα γίνονταν οι θεμελιωτές του Χριστιανισμού. Τι παραγγέλλει και τι προαναγγέλλει αυτός ο άσημος Διδάσκαλος σ’ αυτούς τους άσημους μαθητές Του;


Τους παραγγέλνει να Τον αναγνωρίσουν ως τον ενανθρωπήσαντα Θεό, να το κηρύξουν αυτό σ’ όλον τον κόσμο και να οδηγήσουν όλη την ανθρωπότητα στην υπηρεσία και την προσκύνησή Του, καταλύοντας τις άλλες θρησκείες. Τους παραγγέλλει ν’ απαρνηθούν τις επίγειες απολαύσεις, ν’ απαρνηθούν τον ίδιο τους τον εαυτό για την πίστη σ’ Αυτόν και την ένωση μ’ Αυτόν.


Προαναγγέλλει ότι ο Ίδιος θα καταδικαστεί στον ατιμωτικό σταυρικό θάνατο των κακούργων και τότε θα τους ελκύσει όλους κοντά Του. Τους προειδοποιεί ότι θα μισηθούν, θα καταδιωχθούν, θα θανατωθούν, αλλά και ότι με τη διδαχή τους θα σαγηνεύσουν την ανθρωπότητα. Σταλμένοι «σαν πρόβατα ανάμεσα στους λύκους» (Ματθ. 10, 16), αυτοί, τα πρόβατα, θα καταβάλουν τους λύκους, τους ισχυρούς και τους σοφούς της γης.


Σύμφωνα με τη λογική του κόσμου, ο Χριστιανισμός δεν μπορούσε να επιβιώσει. Η πρόθεση του Θεμελιωτή του ήταν ένα ουτοπικό όνειρο της φαντασίας και της φιλοδοξίας Του. Τα μέσα για την πραγματοποίησή του ήταν ασήμαντα, παράδοξα, αστεία. Το όλο εγχείρημα φαινόταν εξαρχής παράλογο, επιπόλαιο, καταδικασμένο σε αποτυχία. Τρία μόνο χρόνια δίδαξε ο Διδάσκαλος τους μαθητές Του.


Δεν φρόντισε ούτε λίγα γράμματα να τους μάθει, ώστε να διαβάζουν τουλάχιστον τη Γραφή, ούτε τη συντήρησή τους να εξασφαλίσει. Απεναντίας, μάλιστα, τους έδωσε την εντολή της ακτημοσύνης (Βλ. Ματθ. 10, 9-10) και τους υποσχέθηκε πως η θεία πρόνοια θα τους έδινε όλα όσα χρειάζονταν για την πρόσκαιρη επίγεια ζωή (Βλ. Ματθ. 6, 25-34).


Ανεξήγητη, λοιπόν, από την ανθρώπινη λογική είναι η ίδια η ίδρυση του Χριστιανισμού. Εξίσου ανεξήγητα, όμως, είναι και τα γεγονότα που ακολούθησαν την ίδρυσή του τόσο στα Ιεροσόλυμα όσο, στη συνέχεια, και σ’ ολόκληρη την οικουμένη.


Ο Θεάνθρωπος καρφώθηκε στον Σταυρό. Η καταδίκη σε σταυρικό θάνατο ήταν εκείνη την εποχή ό,τι είναι σήμερα η καταδίκη σε απαγχονισμό. Στο ικρίωμα ανεβάζουν τους ποινικούς εγκληματίες που θέλουν να τους ατιμάσουν ακόμα και με τον τρόπο της εκτελέσεώς τους. Καρφωμένος, λοιπόν, στον Σταυρό, γυμνός και εξευτελισμένος, ο Θεάνθρωπος άρχισε ήδη να κατακτά την ανθρωπότητα, όπως το είχε προαναγγείλει:


«Όταν εγώ θα υψωθώ από τη γη, όλους τους ανθρώπους θα τους τραβήξω κοντά μου» (Ιω. 12, 32). Στον Σταυρό ήταν ακόμα, και ο σταυρωμένος σαν κι Αυτόν ληστής Τον ομολόγησε Κύριο (Βλ. Λουκ. 23, 42). Στον Σταυρό ήταν ακόμα, και ο Ρωμαίος εκατόνταρχος, που Τον φρουρούσε, Τον ομολόγησε Υιό του Θεού (Βλ. Μάρκ. 15, 39). Δέκα μέρες μετά την ανάληψη του Κυρίου στον ουρανό, ήρθε το Άγιο Πνεύμα στους αποστόλους και τους φώτισε (Βλ. Πράξ. 2, 1 κ.ε.), δίνοντάς τους σοφία και ικανότητες θαυμαστές:


Εκείνοι που δεν μιλούσαν σωστά ούτε στη δική τους γλώσσα, όντας αγράμματοι, άρχισαν τώρα να μιλούν άπταιστα σε διάφορες γλώσσες, άρχισαν να ερμηνεύουν ορθά τις Γραφές που ποτέ δεν τις είχαν διαβάσει, άρχισαν να επιτελούν εξαίσια θαύματα.


Τα μέλη του Μεγάλου Συνεδρίου, που το αποτελούσαν ιερείς, γραμματείς, πρεσβύτεροι και άλλοι επιφανείς Ιουδαίοι, άνθρωποι μορφωμένοι και σεβαστοί, επειδή θορυβήθηκαν απ’ όλα αυτά, κάλεσαν τους απλοϊκούς, όπως τους θεωρούσαν, αποστόλους και τους ανέκριναν, για να πάρουν απαντήσεις αποστομωτικές και ν’ ακούσουν κήρυγμα πρωτάκουστο.


Μη βρίσκοντας λόγια ν’ αντιπαραθέσουν στην αλήθεια, κατέφυγαν σε απειλές (Βλ. Πράξ. 4, 17, 21) και ξυλοδαρμούς (Βλ. Πράξ. 5, 40), σε φυλακίσεις (Βλ. Πράξ. 12, 1-3) και λιθοβολισμούς (Βλ. Πράξ. 7, 54-60), δείχνοντας έτσι την αδυναμία τους και τη δύναμη των αντιπάλων τους.


Μετά το Συνέδριο και ο βασιλιάς Ηρώδης άρχισε να κατατρέχει τους αποστόλους, αποκεφαλίζοντας μάλιστα έναν απ’ αυτούς (Βλ. Πράξ. 12, 1-3). Ο διωγμός που ξέσπασε στα Ιεροσόλυμα, ανάγκασε πολλούς μαθητές του Χριστού να φύγουν (Βλ. Πράξ. 11, 19). Διασκορπίστηκαν στην οικουμένη κι έριξαν παντού τους σπόρους του Χριστιανισμού, τους οποίους πότισαν με το ίδιο τους το αίμα.


Μέσα σε είκοσι χρόνια ο Χριστιανισμός είχε αγκαλιάσει όλον τον γνωστό τότε κόσμο. Μέσα σε πενήντα χρόνια οι χριστιανοί είχαν αυξηθεί τόσο, που, στον καιρό του αυτοκράτορα Τραϊανού (98-117), βρέθηκε στην Ανατολή ένα στρατιωτικό σώμα του οποίου και οι έντεκα χιλιάδες άνδρες ήταν χριστιανοί. Ο αυτοκράτορας πρόσταξε πρώτα να εξοριστούν στην Αρμενία και μετά να θανατωθούν. Δέκα χιλιάδες σταυρώθηκαν σ’ έναν ερημικό τόπο, κοντά στο βουνό Αραράτ. Οι υπόλοιποι χίλιοι εκτελέστηκαν με διάφορους άλλους τρόπους.


Ο Ρωμύλος, χριστιανός αξιωματούχος του παλατιού, που διαμαρτυρήθηκε για την απάνθρωπη αλλά και άκριτη αυτή εξολόθρευση ολόκληρου στρατεύματος, αφού, με εντολή του Τραϊανού, ξυλοκοπήθηκε άγρια, αποκεφαλίστηκε. Τον Τραϊανό μιμήθηκαν κι άλλοι Ρωμαίοι αυτοκράτορες, κυρίαρχοι τότε της οικουμένης, οι οποίοι έτρεφαν άσβεστο μίσος εναντίον των χριστιανών.


Ούτε οι Κέλτες και οι Μαρκομάνοι, ούτε ο Αττίλας και ο Γκιζέριχος εξόντωσαν τόσα πλήθη στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία όσα οι διώκτες των χριστιανών αυτοκράτορες. Τρεις αιώνες κράτησε ο αιματηρός αγώνας ανάμεσα στους λύκους και τα πρόβατα. Οι λύκοι χρησιμοποιούσαν το σπαθί, τη φωτιά, τα θηρία, τις σκοτεινές φυλακές, όλα τα μέσα βασανιστηρίων και φόνων.


Τα πρόβατα αγωνίζονταν με τη δύναμη της πίστεως, τη δύναμη του Πνεύματος, τη δύναμη του Θεού, υπομένοντας ως το τέλος τις πιο φρικτές κακοποιήσεις και πεθαίνοντας γενναία για τον Κύριο. Με νίκη τους έληξε αυτός ο παράδοξος πόλεμος των τριών αιώνων.


Στην αρχή του τέταρτου αιώνα η χριστιανική πίστη είχε κυριαρχήσει στον κόσμο. Μπροστά στη διδαχή των αγράμματων ψαράδων υποκλίθηκαν τόσο οι ισχυροί όσο και οι σοφοί της γης, όπως και όλοι οι λαοί της. Ο σταυρός, όργανο ως τότε ατιμωτικής τιμωρίας και φρικτού θανάτου, έγινε σημείο μέγιστης τιμής:


Στολίζει τα κεφάλια και τα στήθη βασιλέων και αρχιερέων, υψώνεται στους ναούς του αληθινού Θεού, αποτελεί το σημάδι κάθε αληθινού χριστιανού, το σημάδι της πίστεως, της ελπίδας, της αγάπης του.


Ποιος δεν βλέπει το θείο θέλημα, τη θεία δύναμη και τη θεία ενέργεια, που υπερβαίνουν την ανθρώπινη λογική και τις ανθρώπινες δυνατότητες, πίσω από την εμφάνιση και την εξάπλωση του Χριστιανισμού; Πραγματοποιήθηκε κάτι το υπερφυσικό, πραγματοποιήθηκε ένα έργο θεϊκό. Αυτά τα συμπεράσματα βγάζουμε με μια γρήγορη ματιά στην ιστορία του Χριστιανισμού.


Η λεπτομερής σπουδή του διαμορφώνει μέσα μας πιο σαφή πεποίθηση για τη θεϊκή του προέλευση. Αυτή η πεποίθηση, πάντως, ολοκληρώνεται και εδραιώνεται στην ψυχή μας, όταν ζούμε σύμφωνα με τις ευαγγελικές εντολές, καθώς βεβαιώνει και ο προφήτης:


«Από τις εντολές Σου κατάλαβα…» (Ψαλμ. 118, 104). Η πεποίθηση που γεννιέται και ενεργεί άμεσα στην ψυχή από την τήρηση των εντολών, είναι ισχυρότερη από κάθε εξωτερικό πειστήριο. Οι ευαγγελικές εντολές ειρηνεύουν, ζωογονούν, ενισχύουν την ψυχή. Όποιος αισθάνθηκε την ενέργειά τους, απέκτησε ζωντανή πίστη στον Κύριο Ιησού Χριστό, πίστη που εκδηλώνεται μπροστά Του με την ξεκάθαρη και αποφασιστική ομολογία: «Εσύ κατέχεις τα λόγια που οδηγούν στην αιώνια ζωή.


Κι εμείς έχουμε πιστέψει κι έχουμε καταλάβει πως Εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του αληθινού Θεού» (Ιω. 6, 68-69). «Φέρε το δάχτυλό σου εδώ», λέει ο Σωτήρας στον μαθητή με την ασταθή πίστη, στον μαθητή που στεκόταν άφωνος από την αμηχανία μπροστά στο μεγαλείο των έργων του Θεού. «Φέρε το δάχτυλό σου εδώ… Φέρε και το χέρι σου… Μην αμφιβάλλεις- πίστεψε!» (Ιω. 20, 27). «Ψηλαφήστε με και δείτε» (Λουκ. 24, 39). Ψηλαφήστε με, εφαρμόζοντας τις εντολές μου.


Ψηλαφήστε με, ζώντας σύμφωνα με το θέλημά μου. Ψηλαφήστε με έτσι, και θα δείτε εμένα, τον Αόρατο· θα με δείτε με την πνευματική σας αίσθηση. Όποιος με ψηλαφήσει μ’ αυτόν τον τρόπο, θα βεβαιωθεί για τη θεότητά μου και γεμάτος ενθουσιασμό θα αναφωνήσει μαζί με τον αγαπημένο μου απόστολο: «Είσαι ο Κύριός μου και ο Θεός μου!» (Ιω. 20, 28). Αμήν.



Πηγή: https://alopsis.gr


 ''Ασκητικές ομιλίες Α'', 
Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ
 επισκόπου Καυκάσου και Μαύρης Θάλασσας. 
Εκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής.

π. ΠΛΑΚΙΔΑ DESEILLE: ΜΑΚΑΡΙΟΙ ΟΙ ΜΗ ΕΙΔΟΝΤΕΣ ΚΑΙ ΠΙΣΤΕΥΣΑΝΤΕΣ




Στὰ λόγια αὐτὰ περικλείεται ἡ οὐσία τοῦ εὐαγγελικοῦ μηνύματος αὐτῆς τῆς Κυριακῆς. «Μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες». Ὁ Κύριος δίνει ἔτσι, κατὰ κάποιον τρόπο, τὸν ὁρισμὸ τοῦ Χριστιανοῦ στὸν κόσμο αὐτὸν (Ἰω. κ´ 29). Ὁ Ἀναστὰς Κύριος ἐμφανίστηκε στοὺς Ἀποστόλους Του καὶ τοὺς ἔκανε αὐτόπτες μάρτυρες τῆς Ἀναστάσεώς Του.


λλὰ οἱ Χριστιανοὶ μέσα στὴν Ἐκκλησία ἀνὰ τοὺς αἰῶνες δὲν μποροῦν νὰ ἀπολαμβάνουν τὸ θέαμα αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου. Κι ἔτσι, οὐσιαστικά, μόνο μὲ τὴν πίστη γνωρίζουμε, ὅτι ὁ Χριστὸς Ἀνέστη, μόνο ἀπὸ τὸν λόγο τῶν Ἀποστόλων, καὶ ὅλων ὅσοι τοὺς διαδέχθηκαν στὴν διακονία τῆς Ἐκκλησίας, γνωρίζουμε ὅτι ὁ Θεὸς παρενέβη στὸν κόσμο διὰ τοῦ θανάτου καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, γιὰ νὰ μᾶς ἀναστήσει σὺν Αὐτῷ, γιὰ νὰ σώσει τὴν ἀνθρωπότητα τὴν καθήμενη «ἐν σκότει... καὶ σκιᾷ θανάτου» (Ματθ. δ´ 16).


πίστη εἶναι τὸ μόνο μας μέσο γιὰ νὰ γνωρίσουμε ὅσα ὁ Θεὸς ἔκανε γιὰ μᾶς, τὸ μόνο μας μέσο γιὰ νὰ γνωρίσουμε τὸ σχέδιό Του γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν ἀνθρωπότητα. Ἡ πίστη στὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ, τῶν Ἀποστόλων, αὐτὸν ποὺ μεταδίδεται μέσα στὴν Ἐκκλησία. Ἀσφαλῶς, στὸν ἐξωτερικὸ λόγο ποὺ ἔτσι μᾶς παραδίδεται, ὀφείλει νὰ ἀντιστοιχεῖ καὶ κάποιος ἐσωτερικὸς λόγος, κάποιο ἐσωτερικὸ φῶς, ὄχι βέβαια μὲ τὴν ἔννοια τοῦ αἰσθητοῦ ὁράματος. Ἀλλὰ μᾶς ζητεῖται καὶ ἀκρόαση, πίστη στὸν λόγο αὐτό, ποὺ ὡς μαρτυρία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι ἀπολύτως ἐσωτερική.


πως ἔλεγε κάποιος ἀπὸ τοὺς ἁγίους Πατέρες: «ἂν τὸ Πνεῦμα δὲν μιλᾶ μέσα μας, μάταιος εἶναι ὁ λόγος τοῦ ἱεροκήρυκα ποὺ χτυπᾶ τ᾿ αὐτιά μας». Ἡ πίστη μας ἔγκειται οὐσιαστικὰ στὴν διπλῆ αὐτὴ μαρτυρία, τὴν ἐξωτερικὴ μὲν τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ λόγου τῶν Γραφῶν ποὺ αὐτὴ μεταφέρει, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐσωτερικὸ λόγο τοῦ Πνεύματος, ποὺ εἶναι Φῶς, ποὺ πρέπει νὰ ξέρουμε πῶς νὰ τὸν ἀκοῦμε, πῶς νὰ τείνουμε εὐήκοον οὖς, ὄχι μόνο τὸ σωματικό, ἀλλὰ καὶ τὸ αὐτὶ τῆς καρδιᾶς μας.


Πολὺ συχνὰ στὴν πνευματική μας ζωή, ἀναζητοῦμε νὰ ἀποδείξουμε, νὰ νιώσουμε, νὰ ἀγγίξουμε, ὅπως ὁ Θωμᾶς, ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ μᾶς δόθηκε εἶναι νὰ ἀκοῦμε καὶ νὰ συναινοῦμε στὸν λόγο αὐτό, στὴν ἐξωτερικὴ καὶ ἐσωτερική μας πίστη. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν πολλὲς φορὲς σχολιάσει ἕνα λόγο τοῦ βιβλίου τῆς Σοφίας Σολομῶντος, ποὺ μᾶς λέει, ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς ἔχει δώσει μία θεία αἴσθηση καὶ ἡ αἴσθηση αὐτὴ τοῦ θείου δὲν εἶναι ἕνα σαφὲς θέαμα, δὲν εἶναι κάτι ποὺ ἀντιλαμβανόμαστε μὲ τὶς αἰσθήσεις μας ἢ μὲ τὴν διάνοια καὶ τὴν λογική μας, εἶναι ὁ λόγος αὐτός, γιὰ τὸν ὁποῖο μιλοῦσα πρίν, εἶναι ὁ ἐσωτερικὸς αὐτὸς λόγος, στὸν ὁποῖο προσχωροῦμε διὰ τῆς πίστεως.


Καὶ ἡ πίστη εἶναι καὶ αὐτὴ δῶρο τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀσφαλῶς προσφέρεται σὲ ὅλους, ἀλλὰ κάθε ἕνας πρέπει νὰ δώσει τὴν συγκατάθεσή του καὶ νὰ προσκολληθεῖ σ᾿ αὐτὴν μὲ ὅλη του τὴν καρδιά. Ἡ πίστη στὴν συνέχεια θεμελιώνει μέσα μας μία βεβαιότητα ἀπείρως μεγαλύτερη ἀπὸ ὅλες τὶς λογικὲς ἢ αἰσθητὲς ἀποδείξεις.


Μποροῦμε πάντοτε νὰ πέσουμε θύματα κάποιας πλάνης τῶν αἰσθήσεών μας, κάποιου λάθους τῆς λογικῆς μας, ἡ ὁποία ἴσως νὰ σκοτίζεται ἀπὸ τὰ πάθη μας· ἀντιθέτως, ὅταν προσκολλόμαστε στὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, στὸν λόγο αὐτὸ ποὺ μὲ σαφήνεια διατυπώνεται στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ μεταφέρεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, τότε δὲν μποροῦμε νὰ πέσουμε ἔξω καὶ γνωρίζουμε μὲ ἀκλόνητη βεβαιότητα ὅτι ναί, ὁ Θεὸς παρενέβη στὸν κόσμο, παρενέβη ἐν Χριστῷ γιὰ νὰ μᾶς σώσει καὶ νὰ μᾶς ἀναστήσει μαζί Του.


Μᾶς χάραξε τὸν δρόμο, ποὺ εἶναι ὁ δρόμος τοῦ Σταυροῦ, αὐτὸς ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν Ἀνάσταση. Ταυτόχρονα μᾶς κάνει νὰ ἀντιλαμβανόμαστε, νὰ νιώθουμε μέσα μας πὼς μποροῦμε νὰ εἰσερχόμαστε στὸ μυστήριο τοῦ Σταυροῦ καὶ τῆς Ἀναστάσεως ἀκόμη καὶ μέσα στὴν καθημερινή μας ζωή. Μεγάλο Φῶς, πράγματι, ἡ πίστη! Καὶ ὅσο βαθαίνει ἡ πνευματική μας ζωή, ἀναπτύσσεται καὶ ἡ ἐσωτερικὴ αὐτὴ αἰσθαντικότητα, ἡ ἐσωτερικὴ μαρτυρία τοῦ Πνεύματος, γιὰ τὴν ὁποία σᾶς μίλησα, ὡριμάζει καὶ αὐτή, ἐνισχύεται, ἀποκτᾶ δύναμη.


Καὶ πάντως ἡ γνώση Θεοῦ ποὺ ἀποκτοῦμε σ᾿ αὐτὸν τὸν κόσμο εἶναι πάντοτε βασισμένη στὴν πίστη. Μόνο στὴν αἰώνια ζωὴ θὰ δοῦμε τὸν Θεὸ «καθώς ἐστι», θὰ δοῦμε πραγματικὰ αὐτὰ ποὺ ἐδῶ κάτω βλέπαμε μόνο μὲ τὰ μάτια τῆς πίστεως.


ταν στὴν θεία Λειτουργία ψάλλουμε: «εἴδομεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν», δὲν πρόκειται γιὰ κάποιο σαφὲς θέαμα φωτός, ἀλλὰ γιὰ μία γνώση σὰν μέσα ἀπὸ ἕναν καθρέφτη, ἕνα κάτοπτρο, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος· βλέπουμε τὸ Φῶς στὸ κάτοπτρο τῆς πίστεως, στὸ κάτοπτρο τοῦ θείου λόγου, ποὺ εἶναι ὄντως Φῶς γιὰ τὰ βήματά μας.


ταν ἀκοῦμε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ὅταν μελετοῦμε τὴν Ἁγία Γραφή, τὴν στιγμὴ ἐκείνη μᾶς φανερώνεται ὄντως ἕνα Φῶς, ἀλλὰ φῶς ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν λόγο, φῶς ποὺ ἀνακαλύπτουμε μόνο διὰ τῆς πίστεως, ὅταν προσκολληθοῦμε στὸν λόγο. Ὅπως ἕνας τυφλὸς μαθαίνει τὸ ἕνα ἢ τὸ ἄλλο, ὄχι ἐπειδὴ τὸ εἶδε, ἀλλὰ ἐπειδὴ κάποιος στὸν ὁποῖο ἔχει ἐμπιστοσύνη τοῦ λέει ὅτι ἔγινε αὐτό, ὑπάρχει τὸ ἄλλο, τὸ τάδε εἶναι ἔτσι.


, λοιπόν, ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ μᾶς λέει τὶ εἶναι πράγματι ὁ Θεός, καθὼς καὶ τὶ ἐπιθύμησε γιὰ μᾶς καὶ τὶ ζητᾶ ἀπὸ μᾶς. Καὶ μ᾿ αὐτὴν τὴν ἔννοια εἶναι «φῶς ταῖς τρίβοις» μας (Ψαλμ. ριη´ [ 118], 105). Ἡ πίστη εἶναι πράγματι ἕνα ἀπὸ τὰ μεγαλύτερα δῶρα ποὺ μποροῦμε νὰ λάβουμε σ᾿ αὐτὴν τὴν γῆ.


«Μακάριοι» λοιπὸν «οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες», διότι θὰ ἔρθει ἡ μέρα ποὺ θὰ μᾶς φανερωθεῖ τὸ πλήρωμα τοῦ φωτός, τὴν ἡμέρα τῆς Παρουσίας καὶ τῆς γενικῆς Ἀναστάσεως, ὅταν ὅλο τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ θὰ ἔχει ἀπολύτως πραγματοποιηθεῖ, τὸ σχέδιο αὐτὸ ποὺ θὰ μᾶς κάνει συμμόρφους μὲ τὸν Ἀναστάντα Χριστό, δυνάμει τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἰς δόξαν τοῦ Πατρός, εἰς τοὺς αἰώνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν!



(*) π. Πλακίδα Deseille, «Πάσχα τὸ αἰώνιο πέρασμα», σελ. 43-47, ἐκδόσεις «Ἔαρ», Μάϊος 2021. Ἐπιμέλ. ἡμετ. Εκ του ιστοτόπου της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής.


Πέμπτη 24 Απριλίου 2025

ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΥ ΖΕΡΒΑΚΟΥ: ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΟΥ ΝΑΟΥ ΤΗΣ ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ



Ο βασιλιάς Λέων ο μέγας, ο επονομαζόμενος Μακέλης, ήταν από γένος αρχοντικό, αλλά επειδή έμεινε ορφανός από μικρός και δεν είχε κάποιον να τον φροντίσει να γίνει κάτι καλύτερο, έγινε μακελάρης (χασάπης). Ήταν όμως άνθρωπος χριστιανικότατος και στολισμένος με πολλές αρετές, και εκ φύσεως συμπονετικός και εύσπλαχνος προς τους φτωχούς και πολύ ευλαβής και φιλακόλουθος.


Δεν έλειπε από τις ιερές Ακολουθίες καθημερινά και δεν αμελούσε να ακούει και τις εξηγήσεις των θείων Γραφών, αν και ήταν αγράμματος εξαιτίας της ορφάνιας του. Είχε δίψα μεγάλη να ακούει τις εξηγήσεις των ιερών Γραφών· και ακούγοντάς τες, αγωνιζόταν πολύ να εφαρμόσει στην πράξη τις άγιες εντολές του Χριστού που αυτές περιείχαν.


Γι’ αυτό και ταπεινωνόταν περισσότερο απ’ όλους, και ό,τι αποκτούσε, το έδινε άφθονα στα χέρια των φτωχών· φρόντιζε τους φυλακισμένους, επισκεπτόταν τους ασθενείς, έντυνε τους γυμνούς και έτρεφε τους πεινασμένους, χειραγωγούσε τυφλούς με άκρα ταπείνωση και εκτελούσε πρόθυμα κάθε άλλη θεοπαράδοτη εντολή.


Κάποτε λοιπόν, περνώντας από το μέρος όπου είναι σήμερα η Ζωοδόχος Πηγή Κωνσταντινουπόλεως, βρήκε έναν άνθρωπο τυφλό, περιπλανώμενο εδώ κι εκεί, τον οποίο έπιασε από το χέρι και τον χειραγωγούσε στον δρόμο. Επειδή όμως ο ταλαίπωρος εκείνος τυφλός, από τον κόπο που έκαμε περιπλανώμενος, δίψασε και άρχισε να λιποθυμά, και ο τόπος τότε ήταν έρημος, καλυμμένος με δέντρα και άνυδρος, ο Λέων τον σπλαχνίστηκε, και αφού τον άφησε εκεί στον δρόμο, προχώρησε στο πυκνό δάσος και ερευνούσε προσεκτικά μήπως και βρει νερό.


Δεν βρήκε όμως πουθενά και γύρισε λυπημένος και συλλογιζόμενος με ποιον τρόπο να ανακουφίσει τη δίψα του τυφλού. Καθώς λοιπόν ο Λέων ήταν σε μεγάλη αθυμία από την ευσπλαχνία του, άκουσε φωνή να του λέει: «Μη λυπάσαι, Λέων, διότι εδώ κοντά σου είναι το νερό, και ερεύνησε να το βρεις». Γύρισε τότε με χαρά και περιήλθε τον τόπο εκείνο δυο και τρεις φορές, επειδή όμως δεν βρήκε το ποθούμενο νερό, ένιωσε περισσότερη λύπη, νομίζοντας ότι η φωνή που άκουσε ήταν από τον πονηρό. Γι’ αυτό γύρισε γρήγορα προς τον τυφλό, και περπατώντας άκουσε πάλι μια γυναικεία φωνή που του έλεγε:


«Ω αγαπημένε μου Λέων, επειδή για την αγάπη του Υιού και Θεού μου, του Δημιουργού όλης της κτίσεως, άφησες τον δρόμο σου, και κάνοντας την αγία εντολή χειραγωγείς τον τυφλό και με μεγάλο κόπο αγωνίζεσαι να ανακουφίσεις τη δίψα του, γι’ αυτό Αυτός, ιδού, κατά τον πόθο σου, σου δίνει το νερό που ζητάς.» Πήγαινε λοιπόν στο δέντρο εκείνο όπου κάθεται το περιστέρι, και θα βρεις στη ρίζα του το νερό, από το οποίο παίρνοντας, πότισε τον τυφλό και πλύνε τα μάτια του, και θα αναβλέψει· και ας είναι αυτό για εσένα ένα σημάδι ότι θα βασιλεύσεις, με τη δύναμη του Υιού μου, και ότι θα είμαι μαζί σου όλες τις ημέρες της ζωής σου».


Ακούγοντας αυτά ο θαυμαστός Λέων εξεπλάγη, και κάνοντας το σημείο του Σταυρού γύρισε να δει ποιος του μιλούσε· και άνθρωπο δεν είδε κανένα, είδε όμως σ’ ένα δέντρο να κάθεται ένα περιστέρι. Έτρεξε λοιπόν εκεί, βρήκε λίγο νερό που έτρεχε, πήρε από αυτό με πίστη και γύρισε χαρούμενος προς τον τυφλό· και αφού τον πότισε, σύμφωνα με τη φωνή που άκουσε, και έχρισε και τα μάτια του, αμέσως ανέβλεψε ο τυφλός.


Όταν είδε αυτό το μεγάλο και παράδοξο θαύμα έμεινε εκστατικός, πίστεψε στην υπόσχεση της Παρθένου και Θεοτόκου και την ευχαριστούσε μαζί με τον πρώην τυφλό λέγοντας: «Κυρία του ουρανού και της γης και Μητέρα του Κυρίου και Θεού μου Ιησού Χριστού του Παντοδυνάμου, Σε ευχαριστώ που δεν παρέβλεψες τη λύπη μου, αλλά και τον πόθο μου εκπλήρωσες, και θαύμα παράδοξο έκανες με τα ακάθαρτα χέρια μου.»


Γι’ αυτό και δεν απιστώ στην επαγγελία σου, αλλά πιστεύω και υπόσχομαι, όταν πραγματοποιηθεί η αγία σου πρόρρηση, να Σου αποδώσω την ευχαριστία και να ανοικοδομήσω Ναό στο άγιο όνομά Σου σε αυτόν τον τόπο, όπου βρέθηκε το νερό που Εσύ αγίασες και που αποδείχθηκε ιαματικό, σε αιώνιο μνημόσυνο των αρρήτων Σου θαυμάτων και σε δική Σου δόξα και τιμή. Διότι είσαι δοξασμένη στους αιώνες των αιώνων. Αμήν».


Έπειτα πήρε τον τυφλό που ανέβλεψε και πήγαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου διηγούνταν το θαύμα της Κυρίας Θεοτόκου, κάνοντας όλους όσους άκουγαν να δοξάζουν και να υμνούν την πανάμωμη Θεογεννήτρια. Στη συνέχεια ο καλός Λέων κατατάχθηκε στον στρατό.


Όσο ήταν στρατιώτης, δεν μεταχειρίσθηκε τη στρατιωτική ελευθερία σε αταξίες, όπως συνηθίζουν πολλοί, ούτε σε αρπαγές, αλλ’ όντας άνθρωπος ανδρείος και στη μορφή ωραιότατος, ούτε τη δύναμη μεταχειριζόταν για την εκπλήρωση του άλογου θυμού, ούτε την ωραιότητα για τις άτοπες επιθυμίες.


Αντίθετα, με τη δύναμη βοηθούσε τους πιο αδύνατους και έκανε ανδραγαθήματα κατά των εχθρών, ενώ την ωραιότητα τη φύλαγε αμόλυντη, ως δώρο θεόσδοτο, και αγωνιζόταν να την περισσεύει και με τις αρετές. Γι’ αυτό και όλοι τον αγαπούσαν και έγινε γνωστός και στους στρατηγούς και στον ίδιο τον βασιλιά, ο οποίος τον προβίβαζε σε αξιώματα για την αρετή του, με αίτηση του στρατού, ώσπου τον έκανε και στρατηγό όλου του ρωμαϊκού στρατεύματος. Όταν έφτασε σε αυτό το μεγάλο αξίωμα, ο Λέων δεν μεταχειρίσθηκε την εξουσία κακώς, ούτε άφησε τον προηγούμενο τρόπο ζωής του.


Αντίθετα, αύξανε την ευλάβειά του στα θεία, πήγαινε καθημερινά στις ιερές Ακολουθίες ευχαριστώντας τον Θεό, και πολλά θεάρεστα έργα με προθυμία έκαμνε. Προπάντων ήταν άκρως ταπεινός και δεν καταφρονούσε κανέναν· προς όλους ήταν καταδεκτικός, συμπονετικός, περιποιητικός και γλυκομίλητος. Γι’ αυτό και όλοι τον είχαν ως πατέρα τους, και όταν πέθανε ο βασιλιάς, για την προς αυτόν αγάπη όλου του λαού, τον έστεψαν βασιλιά και αυτοκράτορα Ρωμαίων.


Όταν λοιπόν πραγματοποιήθηκε η επαγγελία της Θεοτόκου, δεν καθυστέρησε ο καλός βασιλιάς να εκτελέσει την υπόσχεσή του, αλλά το πρώτο καλό έργο του ήταν να κάνει τον Ναό της Ζωοδόχου Χρυσοπηγής. Καθάρισε δηλαδή τον τόπο όπου βρήκε το νερό εκείνο το ιαματικό και ανήγειρε Ναό ωραιότατο που περιλάμβανε μέσα του την πηγή του νερού, για την οποία έκανε κολυμβήθρα κάτω από τον τρούλο και επάνω σε αυτόν είχε εικονισμένη την Πλατυτέρα των Ουρανών, την Κυρία Θεοτόκο, η οποία φαινόταν έργο θαυμάσιο και αξιοδιήγητο. Διότι όποιος κοίταζε στην κολυμβήθρα, έβλεπε να εικονίζεται μέσα σε αυτήν η Θεοτόκος, και όποιος ατένιζε επάνω, την έβλεπε να ακτινοβολεί από τις ακτίνες των νερών. Επιπλέον έκανε τον Ναό όσο μπορούσε πιο ωραίο και τον στόλισε με σεπτές εικόνες και ιερά σκεύη και άμφια πολύτιμα.


Ζήτησε μάλιστα και ανθρώπους ευλαβείς και ενάρετους και έβαλε σε αυτόν ιερείς, διακόνους, αναγνώστες, ψάλτες και νεωκόρους, οι οποίοι ζούσαν κατά τις εντολές του Χριστού και δίδασκαν τον λαό και είχαν ως έργο τους τη σωτηρία των ανθρώπων. Για την πίστη λοιπόν και την καλή επιμέλεια του βασιλιά και για τον καλό αγώνα των ιερών ανδρών μέσα στον ιερό Ναό, επισκίασε η Χάρη του Παναγίου Πνεύματος δια της Θεοτόκου και στον Ναό και στην πηγή και άρχισαν να γίνονται θαύματα παράδοξα.


Και έβλεπε εκεί κανείς πράγμα παράδοξο: ασθενείς να γίνονται καλά, τυφλούς να αναβλέπουν, κουτσούς να περπατούν, δαιμόνια να βγαίνουν και κάθε άλλο πάθος ανίατο να θεραπεύεται εύκολα με τη χάρη της Θεοτόκου που ενοικούσε στα νερά. Έτρεχαν δε εκεί καθημερινά άνθρωποι από βασιλικό γένος, ευγενείς άρχοντες, αρχιερείς, ιερείς και κάθε πιστός, και κανένας δεν έφευγε λυπημένος για την πίστη του· και ήταν εκεί χαρά και πανήγυρη καθημερινή για το πλήθος των προστρεχόντων ανθρώπων.


Πολλοί μάλιστα από τους απίστους, βλέποντας τα άπειρα θαύματα, προσέρχονταν στην πίστη του Χριστού και βαπτίζονταν, πληθύνοντας την Εκκλησία του Χριστού. Και όσοι πήγαιναν εκεί, άλλοι για θεραπεία, άλλοι για ευχαριστία και άλλοι για δοξολογία, όλοι ευχαριστούσαν και δοξολογούσαν την Υπέραγνη Θεοτόκο.


(Απόσπασμα από το έργο του Γέροντος Φιλοθέου Ζερβάκου: «Λόγος πανηγυρικός τη Παρασκευή της Διακαινησίμου και μερικών θαυμάτων διήγησις της Υπερενδόξου Δεσποίνης ημών Θεοτόκου, της Ζωοδόχου Πηγής»). (Πηγή ψηφ. κειμένου και γλωσσική προσαρμογή Κ.Ο.). Εκ του ιστολογίου <<Η Άλλη Όψις>>.


Print Friendly and PDF
Εικόνες θέματος από A330Pilot. Από το Blogger.