ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Η ΕΙΣ ΑΔΟΥ ΚΑΘΟΔΟΣ






«ὅτι καὶ Χριστός ἅπαξ περὶ ἁμαρτιῶν ἔπαθε, δίκαιος ὑπὲρ ἀδίκων, ἵνα ἡμᾶς προσαγάγῃ τῷ Θεῷ, θανατωθεὶς μὲν σαρκί, ζωοποιηθείς δὲ πνεύματι· ἐν ᾧ καὶ τοῖς ἐν φυλακῇ πνεύμασι πορευθεὶς ἐκήρυξεν»
 (Α´ Πέτρ. γ´ 18-19).



Κατά τό ῞Αγιο καί Μέγα Σάββατο, ἡ ᾿Εκκλησία μνημονεύει τήν εἰς ῞ᾼδου κάθοδον τοῦ Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ. ῞Οτι δηλαδή, κατά τίς τρεῖς ἡμέρες μετά τόν θάνατό Του καί μέχρι τῆς ἀναστάσεώς Του, ὁ Κύριος κατῆλθε στόν ῞ᾼδη, στόν τόπο, ὅπου εὑρίσκονταν φυλακισμένες οἱ ψυχές τῶν ἀνθρώπων, κήρυξε καί, στή συνέχεια, μέ θεϊκή ἐξουσία ἀνέστησε καί ἐλευθέρωσε τίς ψυχές καί κυριολεκτικά «ἐκένωσε» τά ταμεῖα τοῦ ζοφεροῦ αὐτοῦ τόπου. 1. ῾Η προσδοκία τοῦ διαβόλου ἦταν, ὅτι τελικά θά μποροῦσε νά κρατήσει ἕνα μέρος τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ ὑπό τήν ἐξουσία του. Αὐτός ἦταν ὁ ῞ᾼδης. 


Ο ῞ᾼδης δέν εἶναι τόπος, ἀλλά τρόπος ζωῆς τῶν πνευμάτων. Εἶναι δέ ὡς τρόπος καί κατάστασις ζωῆς ἀντίθετος τοῦ Παραδείσου. ᾿Εάν στόν Παράδεισο ὁ ἄνθρωπος εἶναι εὐτυχισμένος ἐπειδή ζεῖ μέ τόν Θεό, στόν ῞ᾼδη ζεῖ δυστυχισμένος ἐπειδή ζεῖ μέ τούς διαβόλους. Στόν ῞ᾼδη κατέρχονταν ὅλοι οἱ ζῶντες. ᾿Εκεῖ δέν μποροῦσαν νά αἰνοῦν πιά τόν Θεό, νά ἐλπίζουν στήν δικαιοσύνη Του, στήν πιστότητά Του. Πρόκειται γιά μία ὁλοκληρωτική ἐγκατάλειψι. Σ᾿ αὐτόν τόν τραγικό χῶρο τῆς δυστυχίας καὶ ἀπελπισίας, κατέβηκε ὁ Χριστός γιά νά ἐλευθερώσει τούς αἰωνίους αἰχμαλώτους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονταν ἐκεῖ παρά τήν θέλησί τους. Αὐτό δέ ἀποτελοῦσε τήν δύναμι καί τήν χαρά τοῦ διαβόλου, ὅτι εἶχε τήν δύναμι, μποροῦσε, νά ἐμποδίσει τούς δικαίους νά ζήσουν μέ τόν Θεό. Αὐτή τήν ἀδικία ἐπισημαίνει ὁ ᾿Απόστολος Παῦλος ὅταν γράφει· «᾿Αλλ᾿ ἐβασίλευσεν ὁ θάνατος ἀπὸ ᾿Αδὰμ μέχρι Μωσέως καὶ ἐπὶ τοὺς μὴ ἁμαρτήσαντας» (Ρωμ. ε´ 14).


Ο ῞ᾼδης δέν ταυτίζεται μέ τήν κόλασι. ῾Ο ᾿Ιησοῦς Χριστός κατέβηκε στόν ῞ᾼδη, ὁ καταδικασμένος πηγαίνει στήν κόλασι. Οἱ θύρες τοῦ ῞ᾼδη, ὅπου κατέβηκε ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός, ἄνοιξαν, γιά νά μπορέσουν νά διαφύγουν οἱ αἰχμάλωτοί του, ἐνῶ, ὅταν ὁ κολασμένος κατεβαίνει στήν κόλασι, ἡ πόρτα της κλείνει πίσω του αἰωνίως καί δέν θά ἀνοίξει ποτέ. ῾Ο ῞ᾼδης καί ἡ κόλασις εἶναι τό βασίλειο τοῦ θανάτου καί, χωρίς τόν ᾿Ιησοῦ Χριστό, δέν θά ὑπῆρχε στόν κόσμο παρά μιά μόνο κόλασις καί ἕνας μόνο θάνατος, ὁ θάνατος μέ τήν ἀπεριόριστη δύναμί του. ᾿Εάν ὑπάρχει «δεύτερος θάνατος» (᾿Αποκ. κα´ 8), ξεχωριστός ἀπό τόν πρῶτο, εἶναι ἐπειδή ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστός συνέτριψε μέ τό θάνατό Του «τὸν τὸ κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ᾿ ἔστι τὸν διάβολον, καὶ ἀπαλλάξῃ τούτους, ὅσοι φόβῳ θανάτου διὰ παντὸς τοῦ ζῆν ἔνοχοι ἦσαν δουλείας» (῾Εβρ. β´ 14-15).


Τήν κάθοδο τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ στόν ῞ᾼδη ἑορτάζει καί πανηγυρίζει ἡ ᾿Εκκλησία τοῦ Χριστοῦ κατά τό ῞Αγιο καί Μέγα Σάββατο. «Τοῦτό ἐστι τὸ ὑπερευλογημένον Σάββατον». ῾Η θεολογία τῆς ᾿Εκκλησίας μας φωτίζει ἐπαρκῶς τό θέμα αὐτό, τό ὁποῖο ἀφορᾶ ὅλους μας. 2. ῾Η κάθοδος τοῦ Χριστοῦ στόν ῞ᾼδη εἶναι ἕνα ἄρθρο πίστεως, καί εἶναι πράγματι ἕνα βέβαιο δεδομένο τῆς Καινῆς Διαθήκης. ῾Ο χριστολογικός κανόνας τοῦ ῎Ορθρου τοῦ Μεγάλου Σαββάτου εἶναι ὕμνος, τραγούδι γιὰ τόν νεκρωμένο Θεό. ᾿Εάν «ὁ Θεὸς ἀνέστησε τὸν ᾿Ιησοῦν λύσας τὰς ὠδῖνας τοῦ θανάτου» (Πράξ. β´ 24), εἶναι ἐπειδή τόν βύθισε ἀρχικά στόν ῞ᾼδη, ἀλλά χωρίς ποτέ νά τόν ἐγκαταλείψει ἐκεῖ (πρβλ. Πράξ. β´ 31). ᾿Εάν ὁ Χριστός, στό μυστήριο τῆς ᾿Αναλήψεως, «ἀνέβη ὑπεράνω πάντων τῶν οὐρανῶν», εἶναι ἐπειδή «κατέβη πρῶτον εἰς τὰ κατώτερα μέρη τῆς γῆς». ῎Επρεπε νά γίνει αὐτή ἡ φοβερή κάθοδος, γιά νά μπορέσει ὁ Χριστός νά «πληρώσῃ τὰ πάντα» καί νά βασιλεύσει ὡς Κύριος στό Σύμπαν (πρβλ. ᾿Εφεσ. δ´ 6).


Η χριστιανική πίστις ὁμολογεῖ, ὅτι ὁ ᾿Ιησοῦς Χριστὸς εἶναι Κύριος στόν οὐρανό μετά τήν ἀνάβασί Του ἀπό τούς νεκρούς (Ρωμ. ι´ 6-10). «῞Ινα σου τῆς δόξης, τὰ πάντα πληρώσῃς, καταπεφοίτηκας, ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆςϜ », ψάλλουμε τήν λαμπρά καί φωταυγῆ νύκτα τοῦ Μ. Σαββάτου. Τό τίμημα τῆς ταφῆς τοῦ Κυρίου γιά τόν ἄνθρωπο ἦταν ἡ ἀφθαρσία καί ἡ καινοποίησι τῆς φύσεώς του.


῞Οπως ἡ φθορά ὑπῆρξε τό τίμημα τῆς ἁμαρτίας, ὡς νέκρωσις καί χωρισμός ἀπό τόν Θεό, ἔτσι ἡ ἀνακαίνισις καί ἡ ἀφθαρσία ὑπῆρξαν ὁ εἰδικός καρπός τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως. 


Ο Χριστός μέ τόν θάνατο καί τήν ταφή Του ἀφαίρεσε τά ράκη τῆς φθορᾶς, τά ὁποῖα εἶχαν στοιβαχθεῖ σ᾿ αὐτήν ἀπό τήν παράβασι τοῦ ᾿Αδάμ καί ἔσβηναν τήν ὀμορφιά της· καί μέ τό αἷμα Του ἔπλυνε τό πλάσμα Του ἀπό τό μίασμα τῆς ἀρχαίας παρακοῆς, ἀφάνισε τήν δυσωδία τοῦ θανάτου, τήν ὁποία ἀπέπνεε τό πτῶμα τῆς ἁμαρτίας, ἐκούφισε τό γένος τῶν ἀνθρώπων, ἀπό τό βάρος τῆς ἀποστασίας του καί ἔκαμε ν᾿ ἀστράψει καί πάλι ἡ φύσις, νά ζωντανέψουν οἱ θεοειδεῖς χαρακτῆρες, νά λάμψει καί πάλι ἡ ἀρχέγονος ὀμορφιά της, ἐνδεδυμένη τήν ἄφθαρτη δόξα τοῦ Θεοῦ. Αὐτό τό ὑπέρτατο λυτρωτικό ἀγαθό, τήν ἀφθαρσία δηλαδή καὶ τήν ἀθανασία, τό ὁποῖο κορυφοῦται στήν ἔνδοξη ἀνάστασι τοῦ Χριστοῦ, ψάλλει μέ ρίγη ἱερᾶς συγκινήσεως καί ἀνεκλάλητης χαρᾶς ἡ ᾿Ορθοδοξία. 3. ῾Η κάθοδος τοῦ ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ στόν ῞ᾼδη ὑπῆρξε θεοπρεπής καί ἔνδοξος. ῾Ο Κύριος πραγματοποίησε δύο καθόδους. Κατῆλθε ἀπό ψηλά ἀπό τόν οὐρανό στήν γῆ, τό πρῶτον. 


Καί κατῆλθε μέ ταπείνωσι καί πτωχεία. Δεύτερον, κατῆλθε ἀπό τήν γῆ στά βασίλεια τοῦ ῞ᾼδη. ᾿Εκεῖ ὅμως κατέβηκε παντοκρατορικά, μέ ὅλη τήν «ἄστεκτη» δυναστεία Του, ἐξουσιαστικῶς. Τόν εἶδαν οἱ δαίμονες καί τρόμαξαν. Τόν εἶδαν οἱ δίκαιοι καί ἀναπήδησαν μέ χαρά καί ἀγαλλίασι. ῾Ο ἅγιος ᾿Επιφάνιος, ᾿Επίσκοπος Κωνσταντίας τῆς Κύπρου, στόν θεολογικώτατο λόγο του «Τῶ ἁγίῳ καί μεγάλῳ Σαββάτῳ» περιγράφει αὐτόν τόν θεοπρεπέστατο τρόπο τῆς καθόδου τοῦ Χριστοῦ στόν ῞Αδη· «Χθὲς (ἐννοεῖ τήν Μεγ. Παρασκευή) συνέβαινον τὰ τῆς οἰκονομίας, σήμερον τὰ τῆς ἐξουσίας. Χθὲς τὰ τῆς ἀσθενείας, σήμερον τὰ τῆς αὐθεντίας. Χθὲς τὰ τῆς ἀνθρωπότητος, σήμερον τὰ τῆς θεότητος ἐνδείκνυται. Χθὲς ἐρραπίζετο, σήμερον τῇ ἀστραπῇ τῆς θεότητος τὸ τοῦ ῞ᾼδου ραπίζει οἰκητήριον. Χθὲς ἐδεσμεῖτο, σήμερον ἀλύτοις δεσμοῖς καταδεσμεῖ τὸν τύραννον. Χθὲς κατεδικάζετο, σήμερον τοῖς καταδίκοις ἐλευθερίαν χαρίζεται. Χθὲς ὑπουργοὶ τοῦ Πιλάτου αὐτῷ ἐνέπαιζον, σήμερον οἱ πυλωροὶ τοῦ ῞ᾼδου ἰδόντες αὐτὸν ἔφριξαν… 


Ο χθὲς τοίνυν οἰκονομικῶς τὰς λεγεῶνας τῶν ᾿Αγγέλων παραιτούμενος· σήμερον θεοπρεπῶς ὁμοῦ τε καὶ πολεμικῶς, καὶ δεσποτικῶς κάτεισι κάτω τοῦ ῞ᾼδου καὶ θανάτου. ῾Ως γοῦν τὰ παντόθυρα, καὶ ἀνήλια, καὶ ἀνέσπερα τοῦ ῞ᾼδου δεσμωτήρια καὶ οἰκητήρια ἡ θεόδημος τοῦ Δεσπότου κατέλαβεν αἰγληφόρος παρουσία, προφθάνει πάντας Γαβριήλ ἀρχιστράτηγος καὶ βοᾶ τό ῎Αρατε πύλας οἱ ἄρχοντες ὑμῶν. Καὶ ἐπάρθητε πύλαι αἰώνιοι.῞Αμα αἱ ἀγγελικαί δυνάμεις ἐβόησαν, ἅμα αἱ πύλαι ἐπάρθησαν, καὶ αἱ ἁλύσεις 

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΗ: ΟΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΡΙΧΝΟΥΝ ΤΟΥΦΕΚΙΑ ΤΗΝ ΛΑΜΠΡΗ




Τώρα λοιπόν, αδελφοί μου Χριστιανοί, σας βαστά η ψυχή σας, αντί να ευχαριστήτε και να δοξάζετε τον γλυκύτατο Ιησού Χριστό, τον Θεό και Πατέρα και Πλάστη σας, εσείς να τον ατιμάζετε και να τον υβρίζετε με τα διαβολικά έργα που κάνετε τις ημέρες της Ανάστα­σής Του; Αυτός να πάθη τόσα και τόσα, για να θανατώση την αμαρτί­α, και εσείς πάλι να την ζωντανεύετε; Αυτός να αναστηθή, για να σας αναστήση από τα κακά, και εσείς πάλι να γκρεμίζεσθε σε αυτά; 


Και πότε; Σε εκείνες τις ίδιες ημέρες που αυτός σας ανέστησε. Ω μεγάλη αχαριστία! Ω ανήκουστη σκληροκαρδία των Χριστιανών! Εσείς που όλη την αγία Τεσσαρακοστή και την Μεγάλη Εβδομάδα σηκώνετε τα χέρια σας και προσεύχεσθε και τον σταυρό σας κάνετε, και όταν έλθη το Πάσχα, τολμάτε πλέον τα χέρια αυτά να τα κάνετε όργανα της α­μαρτίας και να παίζετε λύρες και ντέφια και άλλα διαβολικά παιχνίδια; Εσείς που με την γλώσσα αυτή και τα χείλη σας κοινωνείτε το Σώ­μα και το Αίμα του Χριστού και ψάλλετε τόσα πνευματικά και θεϊκά άσματα την ημέρα του Πάσχα, και έπειτα με αυτήν την ίδια την γλώσ­σα και χείλη να τραγουδάτε και να λέτε πορνικά και διαβολικά τραγούδια; 


Εσείς που με τα πόδια σας στέκεσθε στον Ναό του Θεού και κάνετε μετάνοιες και κλίνοντας τα γόνατα σας προσκυνείτε τον παν­τοκράτορα Θεό, και όταν έρχεται η Λαμπρή, σας βαστά η καρδιά να κτυπάτε τα ίδια τα πόδια σας; Να πηδάτε σαν τους τράγους; Να χορεύ­ετε σαν τρελλοί και δαιμονισμένοι; Και με τις άτακτες αυτές κινήσεις σας να προσκυνήτε τον διάβολο; Εσείς τέλος πάντων γίνεσθε ναός του Θεού και του Αγίου Πνεύματος στις άγιες ημέρες της Τεσσαρακοστής και του Πάσχα και εσείς οι ίδιοι πάλι να γίνεστε ναός του διαβόλου και των πονηρών πνευμάτων με τα σατανικά παιχνίδια και με τους χο­ρούς και τα τραγούδια; Αυτά είναι πράγματα, που δεν ταιριάζουν· εί­ναι πράξεις, που δεν σμίγουν, διότι ποιά ένωσι έχει το φως με το σκο­τάδι; Ο διάβολος με τον Χριστό; 


Ο ναός του Θεού με τον ναό των ειδώ­λων; Καθώς λέει ο Παύλος· «Μην κάνετε αταίριαστους δεσμούς με απί­στους. Γιατί ποιά σχέσι μπορεί να έχη η δικαιοσύνη με την ανομία; Ή τί κοινό υπάρχει ανάμεσα στο φως και στο σκοτάδι;» (Β’ Κορ. 6, 14). Καθώς λοιπόν λέμε ότι κατά το Πάσχα και τις ημέρες της Λαμπρής δεν πρέπει οι Χριστιανοί να παίζουν παιχνίδια και να χορεύουν και να τραγουδούν, έτσι παρομοίως λέμε ότι δεν πρέπει τις ημέρες του Πάσχα να ρίχνουν οι Χριστιανοί τουφέκια ή πιστόλια ή μάσκουλα και άλλα όμοια πυροβόλα. 


Διότι ο αναστημένος Χριστός, όχι μόνο δεν τα χρειάζεται αυτά, αλλά απεναντίας τα μισεί και τα αποστρέφεται· α) δι­ότι από αυτά τραυματίζονται πολλοί άνθρωποι, πολλές φορές μάλιστα και σκοτώνονται· β) διότι αυτά με τον θόρυβό τους δεν αφήνουν τους Χριστιανούς να ακούσουν την ακολουθία και τα πνευματικά τροπάρι­α και τα άσματα της αναστάσεως. Και αν κατά τα παλιά χρόνια υπήρ­χε το μπαρούτι και αυτά τα πυροβόλα όπλα και τα έριχναν οι Χριστιανοί κατά το Πάσχα, είναι βέβαιο πως όλοι οι άγιοι και θείοι Πατέρες θα έγραφαν σχετικά με αυτά και θα αγωνίζονταν να σταματήσουν μία τέτοια κακή και εθνική συνήθεια. 

ΤΩ ΑΓΙΩ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΟ ΣΑΒΒΑΤΩ




Τω Αγίω και Μεγάλω Σαββάτω


Τῇ ἐπαύριον μετὰ τὴν Παρασκευήν, ἡμέρᾳ Σαββάτου, Μαρτίου κδʹ, συναχθέντες οἱ ἀρχιερεῖς καὶ οἱ φαρισαῖοι πρὸς τὸν Πιλάτον παρεκάλεσαν αὐτὸν ἵνα ἀσφαλίσῃ τὸν τάφον τοῦ ᾿Ιησοῦ ἕως τῆς τρίτης ἡμέρας διότι, καθὼς ἔλεγον οἱ θεομάχοι, ἔχομεν ὑποψίαν μήπως οἱ μαθηταὶ Αὐτοῦ, κλέψαντες διὰ νυκτὸς τὸ ἐνταφιασθὲν Αὐτοῦ σῶμα, κηρύξωσιν ἔπειτα εἰς τὸν λαὸν ὡς ἀληθινὴν τὴν ἀνάστασιν, ἣν προεῖπεν ὁ πλάνος ἐκεῖνος, ἔτι ζῶν· καὶ τότε ἔσται ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης. Ταῦτα εἰπόντες πρὸς τὸν Πιλάτον καὶ λαβόντες ἄδειαν παρ᾿ αὐτοῦ, ἀπῆλθον καὶ ἐσφράγισαν τὸν τάφον, διορίσαντες πρὸς ἀσφάλειαν αὐτοῦ καὶ κουστωδίαν, τοὐτέστι φύλακας ἐκ τῶν φυλασσόντων τὴν πόλιν στρατιωτῶν. πόμνημα Πασῶν τῶν ἡμερῶν τοῦ ἔτους, αἱ ἅγιαι Τεσσαρακοσταὶ εἶναι ἀνώτεραι κατὰ τὸ σέβας· καὶ πάλιν ἀπὸ τὰς ἄλλας Τεσσαρακοστάς, ἀνωτέρα εἶναι ἡ ἁγία καὶ μεγάλη Τεσσαρακοστή· ἀπὸ ταύτην δὲ πάλιν, ἀνωτέρα καὶ μεγαλυτέρα εἶναι ἡ Μεγάλη ῾Εβδομάς· καὶ πάλιν ἀπὸ τὴν Μεγάλην ῾Εβδομάδα, μεγαλύτερον καὶ θειότερον εἶναι τοῦτο τὸ μέγα καὶ ἅγιον Σάββατον. Λέγεται δὲ Μεγάλη ῾Εβδομὰς καὶ Μέγα Σάββατον, ὄχι διότι αἱ ἡμέραι ἢ αἱ ὧραι αὗται εἶναι τυχὸν μεγαλύτεραι, ἀλλ᾿ ἐπειδὴ τὰ μεγάλα καὶ ὑπερφυῆ τεράστια καὶ ἐξαίσια ἔργα τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν, κατὰ ταύτην τὴν ἑβδομάδα ἐπράχθησαν, διὰ τοῦτο λέγεται μεγάλη. Κατὰ τὴν ἑβδομάδα λοιπὸν ταύτην παθὼν ὁ Κύριος διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν τὰ ζωηφόρα Αὐτοῦ Πάθη, κατὰ τὴν σήμερον οὔτε ἔπραξεν, οὔτε ἔπαθε τίποτε ἐπάνω εἰς τὴν γῆν, ἀλλὰ σωματικῶς ἔκειτο εἰς τὸν Τάφον, ἀπὸ τὸ ἑσπέρας τῆς Παρασκευῆς, ἡ δὲ Παναγία Αὐτοῦ ψυχὴ εἶχε καταβῆ εἰς τὸν ᾍδην, διὰ νὰ ἐγείρῃ ἐκεῖθεν ὁμοῦ μὲ τὸν ἑαυτόν Του καὶ τοὺς Προπάτορας. Καθὼς ὅμως εἰς τὴν πρώτην κοσμογενεσίαν ὅλα τὰ ἄλλα ὁ Θεὸς εἰς τὰς ἓξ ἡμέρας ἐποίησε, κατὰ δὲ τὴν ὑστέραν ἡμέραν, ἤτοι τὴν ἕκτην, ἔπλασε καὶ τὸν ἄνθρωπον, ἔσχατον καὶ ἐντελῶς τελευταῖον δημιούργημα, ἀκολούθως δὲ τὴν ἑβδόμην κατέπαυσεν ἀπὸ ὅλα τὰ ἔργα Του καὶ ἡγίασε τὴν ἡμέραν αὐτὴν ὀνομάσας Σάββατον, ὅπερ θέλει νὰ εἴπῃ κατάπαυσις, τοιουτοτρόπως καὶ ἐδῶ εἰς τὴν ἐργασίαν τοῦ νοητοῦ κόσμου, ἀφ᾿ οὗ ἄριστα καὶ καθὼς ἔπρεπεν ἔπραξεν ὅλα καὶ κατὰ τὴν ἕκτην ἡμέραν πάλιν ἀνέπλασε τὸν φθαρέντα ἄνθρωπον, διὰ δὲ τοῦ ζωηφόρου Αὐτοῦ Σταυροῦ καὶ τοῦ ἑκουσίου θανάτου τὸν ἀνενέωσε, κατὰ τὴν ἑβδόμην ταύτην ἡμέραν κατέπαυσε τὴν τελείαν τῶν ἔργων του κατάπαυσιν, ὕπνον (ἤτοι θάνατον) ὑπνώσας τὸν ζωοποιὸν καὶ σωτήριον τῆς ἡμετέρας φύσεως. Κατῆλθε λοιπὸν ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος μετὰ τῆς σαρκὸς εἰς τὸν Τάφον· κατέβη δὲ καὶ εἰς τὸν ᾍδην, μετὰ τῆς ἀκηράτου καὶ θείας Αὐτοῦ ψυχῆς, χωρισθείσης ἀπὸ τὸ Σῶμα μετὰ τὸν θάνατον, τὴν ὁποίαν Ψυχὴν εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Πατρὸς παρέδωκε, μὲ φωνὴν μεγάλην εἰπών, κατὰ τὸν Εὐαγγελιστὴν Λουκᾶν· «Πάτερ, εἰς χεῖράς σου παρατίθεμαι τὸ πνεῦμά μου» (Λουκ. κγʹ 46), εἰς τὸν ὁποῖον ἄναρχον Πατέρα Του προσέφερε καὶ τὸ ἴδιον Αἷμά Του, χωρὶς νὰ τὸ ζητήσῃ, διὰ νὰ λυτρώσῃ τοὺς κατακρίτους ἡμᾶς. Δὲν ἐκρατήθη δὲ εἰς τὸν ᾍδην καὶ ἡ τοῦ Κυρίου Ψυχή, καθὼς αἱ τῶν ἄλλων ῾Αγίων ψυχαί, καθόσον δὲν εἶχε ποτὲ καμμίαν μετοχήν, καθὼς αἱ ἄλλαι, ἀπὸ τὴν κατάραν τῶν Προπατόρων τοῦ γένους ἡμῶν, ἡ δὲ Θεότης ἦτο ἄκρως ἡνωμένη μὲ αὐτὴν καὶ μὲ τὸ Σῶμα ἐν τῷ Σταυρῷ καὶ ἐν τῷ Τάφῳ, χωρὶς νὰ πάσχῃ τίποτε ἀπὸ τὰ ἀνθρώπινα. Καὶ φθορὰν μὲν ἔπαθε τὸ Κυριακὸν Σῶμα, ὅπερ εἶναι ὁ χωρισμὸς τῆς Ψυχῆς ἀπὸ τοῦ Σώματος, διαφθορὰν δέ, ἤτοι διάλυσιν τῆς Σαρκὸς καὶ τῶν μελῶν ἀφανισμόν, οὐδαμῶς. ᾿Αφ᾿ οὗ δέ, ὡς εἴπομεν καὶ χθές, ὁ ᾿Ιωσὴφ ἔθαψε τὸ θεῖον Σῶμα τοῦ Κυρίου, οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἐπῆγαν εἰς τὸν Πιλᾶτον καὶ τοῦ εἶπον· «Αὐθέντα, ἐνεθυμήθημεν, ὅτι ἐκεῖνος ὁ πλάνος, ὅταν ἔζη 2 ἀκόμη, εἶπεν ὅτι ὕστερον ἀπὸ τρεῖς ἡμέρας θέλω ἀναστηθῆ. Παρακαλοῦμεν λοιπὸν τὴν ἐξοχότητά σου, ὅπως προστάξῃς τοὺς στρατιώτας σου νὰ ἀσφαλίσουν, ὅσον εἶναι δυνατὸν καλύτερον, τὸν Τάφον Αὐτοῦ, μήπως ὑπάγουν οἱ μαθηταί Του τὴν νύκτα καὶ τὸν κλέψωσιν, ἔπειτα δὲ κηρύξωσιν εἰς τὸν κόσμον, ὅτι ἀνέστη ἀπὸ τῶν νεκρῶν καὶ τότε θέλει ἀκολουθήσει ἡ ἐσχάτη πλάνη, ἢτις θέλει εἶναι χείρων τῆς πρώτης» (Ματθ. κζʹ 63-64). Καθὼς λοιπὸν ἐζήτησαν, τοὺς ἐδόθη ἄδεια καὶ οὕτως ἔκαμαν. ᾿Αλλ᾿ ὦ κακοὶ συκοφάνται, ἂν ἦτο πλάνος ὁ Χριστός, τί φοβεῖσθε ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ πλάνου, ἀφ᾿ οὗ τὸν ἐθανατώσατε, ὅτε ἔζη; Λοιπὸν ὁμολογουμένως ἀπέθανε καὶ ἐξ ἀνάγκης τοῦτο πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ. Πότε δέ, καὶ ποῦ φαίνεται νὰ εἶπεν εἰς τοὺς ᾿Ιουδαίους κοινῶς ὅτι· «Μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἐγείρομαι;» ῎Ισως τοῦτο συνεπέραναν ἐκεῖνοι ἀπὸ τὸ παράδειγμα τοῦ ᾿Ιωνᾶ. Προσέξατε δέ, Χριστιανοί, καὶ ἐννοήσατε, ὅτι ὅσα ἐκεῖνοι οἱ ἀγνώμονες ἔπραττον ἦσαν ὅλα ἐναντία τῆς ἐπιθυμίας των. Διότι οἱ ἴδιοι ἐκεῖνοι φύλακες τοὺς ὁποίους ἔβαλον νὰ φυλάττουν τὸν Τάφον, ἐκεῖνοι ὑπῆρξαν ὕστερον καὶ μάρτυρες τῆς ᾿Αναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. ᾿Αλλ᾿ ὁ ᾍδης ἀπὸ τοῦ νῦν κάτω συστρέφεται καὶ ἰλιγγιᾷ, αἰσθανόμενος ὅτι πάσχει προσβληθεὶς ὑπὸ δυνάμεως κραταιοτάτης καὶ ἀηττήτου. ῞Οθεν διὰ τῆς τοῦ Χριστοῦ ἀδίκου καταπόσεως τοῦ στεῤῥοτάτου καὶ ἀκρογωνιαίου Λίθου, μέλλει μετ᾿ ὀλίγον νὰ ἐκβάλῃ καὶ ὅλους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐξ ἀρχῆς κατέφαγε καὶ τὴν παμφάγον του γαστέρα ἐγέμισε. (Μέγας Συναξαριστής, τ. ΙΓ´, σελ. 647-652, ἔκδ. Ϛ´, Ἀθῆναι 1998-2000).


Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ ΘΡΗΝΟΥ (2023)




Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλή Αττικής


Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

ΤΗ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ





Τη Αγία και Μεγάλη Παρασκευή


φοῦ ἀνέτειλεν ἡ κγʹ τοῦ Μαρτίου, ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος Παρασκευή, ἀποστέλλεται ὁ ᾿Ιησοῦς δέσμιος ἀπὸ τοῦ Καϊάφα πρὸς τὸν τότε ἡγεμόνα τῆς ᾿Ιουδαίας Πόντιον Πιλάτον τὸ ὄνομα· ὅστις πολυτρόπως ἀνακρίνας αὐτόν, καὶ ἅπαξ καὶ δὶς ὁμολογήσας ἀθῷον, πρὸς εὐχαρίστησιν ἔπειτα τῶν ᾿Ιουδαίων, ψηφίζει θάνατον κατ᾿ αὐτοῦ· καὶ φραγγελώσας ὡς δοῦλον φυγάδα τὸν Δεσπότην τοῦ παντὸς παρέδωκεν εἰς τὸ σταυρωθῆναι. ᾿Εντεῦθεν ὁ ᾿Ιησοῦς, παραδοθεὶς εἰς τοὺς στρατιώτας, γυμνοῦται τὰ ἱμάτια αὐτοῦ, ἐνδύεται χλαμύδα κοκκίνην, στεφανοῦται ἀκάνθας, σκηπτροφορεῖ κάλαμον, προσκυνεῖται χλευαστικῶς, ἐμπτύεται, κρούεται κατὰ τοῦ προσώπου καὶ τῆς κεφαλῆς. Εἶτα ἐνδυθεὶς πάλιν τὰ ἑαυτοῦ ἱμάτια καὶ βαστάζων τὸν Σταυρόν, ἔρχεται εἰς τὸν Γολγοθᾶ, τόπον τῆς καταδίκης, καὶ ἐκεῖ περὶ ὥραν γʹ τῆς ἡμέρας σταυροῦται μεταξὺ δύο λῃστῶν, βλασφημεῖται ὑπὸ τῶν παραπορευομένων, μυκτηρίζεται ὑπὸ τῶν ἀρχιερέων, ποτίζεται ὑπὸ τῶν στρατιωτῶν ὄξος μεμιγμένον μετὰ χολῆς. Περὶ δὲ τὴν θʹ ὥραν, κράξας φωνῇ μεγάλῃ καὶ εἰπών, Τετέλεσται, ἐκπνεέι «ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ αἵρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», καθ᾿ ἧν ὥραν πανσελήνου οὔσης τῆς ἡμέρας, ἐσφάζετο κατὰ τὸν νόμον ὁ πασχάλιος ἀμνός, ὁ εἰς τύπον αὐτοῦ διταχθεὶς τοῖς ᾿Ιουδαίοις πρὸ 1043 ἐτῶν. Τὸν δεσποτικὸν τοῦτον θάνατον καὶ ἡ ἄψυχος κτίσις πενθοῦσα τρέμει καὶ ἀλλοιοῦται ὑπὸ τοῦ φόβου· ἀλλ᾿ ὁ Δημιουργὸς τῆς κτίσεως, καὶ νεκρὸς ἤδη ὤν, λογχίζεται προσέτι καὶ τὴν ἀκήρατον πλευράν, καὶ ῥέει ἐξ αὐτῆς αἷμα καὶ ὕδωρ. Τέλος, περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου, ἔρχεται ᾿Ιωσὴφ ὁ ἀπὸ ᾿Αριμαθείας καὶ Νικόδημος μετ᾿ αὐτοῦ, ἀμφότεροι μαθηταὶ τοῦ ᾿Ιησοῦ κεκρυμμένοι, ἀποκαθηλοῦσιν ἀπὸ τοῦ Σταυροῦ τὸ πανάγιον τοῦ διδασκάλου σῶμα, ἀρωματίζουσιν αὐτό, ἐντυλίσσουσιν εἰς σινδόνα καθαράν, καὶ θάψαντες αὐτὸ ἐν μνημείῳ καινῷ, προσκυλίουσιν ἐπὶ τὸ στόμιον αὐτοῦ λίθον μέγαν. Ταῦτα τὰ φρικτὰ καὶ σωτήρια πάθη τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ ἐπιτελοῦμεν σήμερον καὶ εἰς ἀνάμνησιν αὐτῶν παρελάβομεν, ἐξ ἀποστολικῆς διαταγῆς, τὴν τῆς Παρασκευῆς νηστείαν.




ΤΗ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ


ΗΛΙΑ ΜΗΝΙΑΤΗ: ΜΕ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΠΡΟΣΚΥΝΟΥΝ, ΜΕ ΤΑ ΕΡΓΑ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΩΝΟΥΝ 


ΕΣΤΑΥΡΩΣΑΝ ΑΥΤΟΝ ΕΙΣ ΤΟΠΟΝ ΚΑΛΟΥΜΕΝΟΝ ΚΡΑΝΙΟΝ


ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΓΚΙΝΗΤΙΚΗ ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ ΘΡΗΝΟΥ ΣΤΗ ΣΟΥΜΕΛΑ ΑΣΠΡΟΠΥΡΓΟΥ 14/4/2023


ΣΤΕΛΙΟΥ ΣΠΕΡΑΝΤΖΑ: Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΔΕΙΠΝΟΣ


ΣΙΜΩΝ Ο ΚΥΡΗΝΑΙΟΣ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗΣ


ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΡΗΤΗΣ: ΕΝΑΣ ΘΕΟΣ ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΣ ΕΝ ΤΩ ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΛΗΣΤΩΝ


ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ: ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟΝ


ΗΛΙΑ ΜΗΝΙΑΤΗ: ΠΩΣ ΔΕΙ ΤΙΜΑΝ ΤΑ ΑΓΙΑ ΠΑΘΗ


ΑΓΙΟΥ ΦΙΛΑΡΕΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΟΣΧΑΣ: ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΗ 5ο ΜΕΡΟΣ


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΟΙ ΠΕΝΤΕ ΠΛΗΓΕΣ


ΕΙΚΟΝΟΛΟΓΙΚΟΝ ΣΥΝΑΞΑΡΙΟΝ ΜΕΓΑΛΗΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ


ΤΑ ΑΧΡΑΝΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ


ΑΓΙΟΥ ΦΙΛΑΡΕΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΟΣΧΑΣ: ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΗ 6ο ΜΕΡΟΣ


ΤΟΝ ΗΛΙΟ ΚΡΥΨΑΝΤΑ


ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ: ΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΑ


ΟΡΘΡΟΣ Μ. ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ (2024)


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ: ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΧΙΤΩΝΕΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ


ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΡΗΤΗΣ: ΕΝΑΣ ΘΕΟΣ ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΣ ΕΝ ΤΩ ΜΕΣΩ ΤΩΝ ΛΗΣΤΩΝ




Εξέτασε με δέος, άνθρωπε, πόσο πολύ υπερέχουν τα έργα του Χριστού πάνω στο Σταυρό από την ανθρώπινη μικρότητά μας! Και μη μείνης στο μέγεθος του πάθους Του τόσο, όσο αναλογίσου την μεγαλειότητα του αξιώματός Του. Εκεί προσήλωσε τη σκέψη σου.


Προσπάθησε να κατανόησης πόσο φοβερό είναι να βλέπης καρφωμένο στο Σταυρό τον ίδιο το Θεό και μάλιστα ανάμεσα σε ληστές. Φαντάσου, αν μπορής, έναν άνθρωπο απλό, αν θάθελε από μόνος του να υποφέρη τόσα, όσα ο Χριστός με τη θέλησή Του ήλθε εδώ στη γη να πάθη. 


Και όλα αυτά πότε; Μετά από τη φανέρωση της θεότητός του μετά από τις γιατρευτικές του ενέργειες, μετά την απομάκρυνση από τους άρρωστους τόσων ασθενειών, μετά την παράδοση των Αγίων Μυστηρίων, μετά τις τόσες ευεργεσίες! Ποια είναι όλα αυτά που έπαθε;


Ποια είναι τα σημάδια του Σταυρικού πάθους; τα καρφιά, τα δεσμά, η Σταύρωση, το ξύδι, η χολή, η λόγχη, ο κλήρος για τα ενδύματα, η μοιρασιά τους, οι ειρωνίες όταν ήταν πάνω στο Σταυρό. 


Και όλα αυτά ο Χριστός τα έπασχε με υπομονή και σιωπούσε. Και όλα αυτά για τη δική σου Λύτρωση και Σωτηρία.



Άγιος Ανδρέας Κρήτης



"Πατερικά Σχόλια στα Ευαγγελικά και Αποστολικά Αναγνώσματα''
Εκδόσεις: «Ορθόδοξος Κυψέλη»


ΣΗΜΕΡΑ ΜΑΥΡΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ ΣΗΜΕΡΑ ΜΑΥΡΗ ΜΕΡΑ





Σήμερα μαύρος Ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα, σήμερα όλοι θλίβουνται και τα βουνά λυπούνται,

 

σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Οβραίοι,

οι άνομοι και τα σκυλιά κι' οι τρισκαταραμένοι


για να σταυρώσουν το Χριστό, τον Αφέντη Βασιλέα. Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι

 

να λάβει δείπνον μυστικόν για να τον λάβουν όλοι.
Κι' η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της,

τας προσευχάς της έκανε για το μονογενή της.
Φωνή τους ήρθ' εξ Ουρανού απ' Αρχαγγέλου στόμα:

-Φτάνουν κυρά μου οι προσευχές, φτάνουν κι' οι μετάνοιες, το γυιό σου τον επιάσανε και στο φονιά τον πάνε

και στου Πιλάτου την αυλή εκεί τον τον τυραγνάνε.

-Χαλκιά-χαλκιά, φτιάσε καρφιά, φτιάσε τρία περόνια.

Και κείνος ο παράνομος βαρεί και φτάχνει πέντε. -Συ Φαραέ, που τά 'φτιασες πρέπει να μας διδάξεις.

 

-Βάλε τα δυο στα χέρια του και τ' άλλα δυο στα πόδια,
το πέμπτο το φαρμακερό βάλε το στην καρδιά του,

να στάξει αίμα και νερό να λιγωθεί η καρδιά του. Κι' η Παναγιά σαν τάκουσε έπεσε και λιγώθη,

 

σταμνί νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο
για να της ερθ' ο λογισμός, για να της έρθει ο νους της.

Κι' όταν της ηρθ' ο λογισμός, κι' όταν της ηρθ' ο νους της, ζητά μαχαίρι να σφαγεί, ζητά φωτιά να πέσει,

 

ζητά γκρεμό να γκρεμιστεί για το μονογενή της.
-Μην σφάζεσαι, Μανούλα μου, δεν σφάζονται οι μανάδες

Μην καίγεσαι, Μανούλα μου, δεν καίγονται οι μανάδες. Λάβε, κυρά μ' υπομονή, λάβε, κύρά μ' ανέση.

 

-Και πώς να λάβω υπομονή και πώς να λάβω ανέση,
που έχω γυιο μονογενή και κείνον Σταυρωμένον.

Κι' η Μάρθα κι' η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα
και του Ιακώβου η αδερφή, κι' οι τέσσερες αντάμα,

 

επήραν το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι
και το στρατί τους έβγαλε μες του ληστή την πόρτα.

-Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου. Κι' η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της.

 

Τηράει δεξιά, τηράει ζερβά, κανέναν δεν γνωρίζει,
τηράει δεξιώτερα βλέπει τον Αϊγιάννη,

Αγιέ μου Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστή του γυιου μου, μην είδες τον υγιόκα μου και τον διδάσκαλόν σου;

 

-Δεν έχω στόμα να σου πω, γλώσσα να σου μιλήσω, δεν έχω χεροπάλαμα για να σου τόνε δείξω.
Βλέπεις Εκείνον το γυμνό, τον παραπονεμένο,
οπού φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο,

οπού φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι; Αυτός είναι ο γυιόκας σου και με ο δάσκαλός μου!

ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ: ΛΟΓΟΣ ΕΙΣ ΤΟ ΠΑΘΟΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΟΝ





«Και ελθόντες εις τόπον λεγόμενον Γολγοθά, ο έστι Κρανίου τόπος λεγόμενος, έδωκαν 

αυτώ οίνον ποιείν μετά χολής μεμιγμένον. Και γευσάμενος, ουκ ήθελε πιείν. Σταυρώσαντες δε αυτόν, 

διεμερίσαντο τα ιμάτια αυτού, βάλλοντες κλήρον, ίνα πληρωθή το ρηθέν υπό του Προφήτου˙ 

διεμερίσαντο τα ιμάτιά μου εαυτοίς και επί τον ιματισμόν μου έβαλον κλήρον. Και καθήμενοι ετήρουν αυτόν εκεί». 




Και εις τα εξής. Το μεν αναγνωσθέν ρητόν ευαγγελικόν εστί: σαφηνείας δε τούτου χάριν καλόν προς τους αγίους καταφυγείν και παρ’ αυτών την τούτου διάνοιαν εκλαβείν. Εκείνους γαρ μάλλον ή ημάς τοις Ευαγγελίοις συνίστασθαι προσήκει.


Και ίνα μη περιερχόμενοι τους πάντας επιβραδύνωμεν τω λόγω, αρκεί και μόνος ο Απόστολος προς την ημών πληροφορίαν γενέσθαι διδάσκαλος. Γράφει γαρ τοις Εβραίοις αυτός ο μακάριος Παύλος, ότι αδύνατόν εστί ψεύσασθαι τον Θεόν και αληθεύει μάλιστα λέγων και ου ψεύδεται.


Των μεν γαρ γενητών η φύσις ίδιον έχει το τρέπεσθαι και κινείσθαι ποικίλαις μεταβολαίς: επειδήπερ και μη όντα ποτέ, μεταβολήν έσχεν εις το είναι, τη του πεποιηκότος χάριτι και φιλανθρωπία˙ καθώς και πάλιν ο Παύλός φησίν˙


«Ο καλών τα μη όντα ως όντα». Θεός δε ο πάντων δια του Λόγου ποιητής τυγχάνων, όντως ων, αμετάβλητον έχει συν τω Λόγω την φύσιν˙ και τούτο δια του προφήτου διδάσκει, λέγων˙ 


Ίδετε, ίδετε, ότι εγώ ειμί και ουκ ηλλοίωμαι». Διο περί μεν των ανθρώπων εν Ψαλμοίς άδεται˙ «Εγώ είπα εν τη εκστάσει μου˙ Πας άνθρωπος ψεύστης»˙ περί δε του Θεού Μωσής εν τω νόμω μαρτυρεί, ότι «ο Θεός πιστός εστί και αληθινός». Ο γουν χριστοφόρος ανήρ, ως εξ αμφοτέρων τούτων παιδευθθείς, και αυτός την του Θεού προς τα γενητά διαφοράν εξηγούμενος, γράφει.


«Γινέσθω δε ο Θεός αληθής, πας δε άνθρωπος ψεύστης». Αληθής δε εστίν ο Θεός, ουχ ως μη ψευδόμενος, ουδέν γαρ εστίν εναντίον αυτώ, ουδέ ως άνθρωπος ετέρω μαρτυρών το αληθές, ουδενί γαρ υπεύθυνός εστίν, άλλ’ ως αυτήν την αλήθειαν γεννών και Πατήρ υπάρχων του Κυρίου λέγοντος˙ 


«Εγώ ειμί η αλήθεια»˙ αληθείας δε φίλον το ψεύδος ουκ αν ποτέ γένοιτο… «Και όταν ήλθαν εις ένα τόπον, που ωνομάζετο Γολγοθάς, που σημαίνει τόπος Κρανίου, του έδωκαν να πίη ξύδι ανακατεμένον με χολήν. Άλλ όταν το εγεύθη δεν ήθελε να πίη. 


Όταν δε τον εσταύρωσαν εμοίρασαν με κλήρον τα ενδύματά του, δια να εκπληρωθή αυτό που είπεν ο Προφήτης˙«Εμοίρασαν μεταξύ των τα ενδύματά μου, δια τα οποία έβαλλαν κλήρον. Και εκάθησαν και τον εφύλασσαν εκεί». Το μεν ρητόν που ανεγνώσθη είναι από το Ευαγγέλιον, δια να το διασαφήσωμεν όμως είναι καλόν να καταφύγωμεν και να ζητήσωμεν την βοήθειαν των αγίων, και να πάρωμεν από αυτούς την αληθινήν σημασίαν του.


Διότι αυτοί αρμόζει, περισσότερον από ημάς, να οδηγούν κοντά εις τα Ευαγγέλια. Και δια να μη περιφερώμεθα από τον έναν εις τον άλλον, και έτσι να επιβραδύνωμεν τον λόγον, αρκεί και μόνος ο Απόστολος να γίνη διδάσκαλος, δια να μας δώση την αναγκαίαν πληροφορίαν. Διότι ο ίδιος ο μακάριος Παύλος γράφει προς τους Εβραίους, ότι είναι αδύνατον να αποδειχθή ψεύστης ο Θεός, αλλά όταν ομιλή, λέγει κατ’ εξοχήν την αλήθειαν, και δεν ψεύδεται. 


Διότι εις μεν την φύσιν των δημιουργημάτων προσιδιάζει το να μετατρέπωνται και να μετακινούναι δε διαφόρους μεταβολάς, επειδή βέβαια, ενώ κάποτε δεν υπήρχαν, υπέστησαν μεταβολήν και ήλθαν εις την ύπαρξιν, με την χάριν και την φιλανθρωπίαν του δημιουργού, καθώς και πάλιν λέγει ο Παύλος˙


«Αυτός που καλεί ό,τι δεν υπάρχει ωσάν να υπήρχεν». ο Θεός δε, ο οποίος είναι δημιουργός των όλων δια του Λόγου, και ο οποίος έχει πραγματικήν ύπαρξιν, έχει μαζί με τον Λόγον αμετάβλητον φύσιν˙ και τούτο διδάσκει δια του προφήτου, όταν λέγη˙ «Ίδετε, ίδετε ότι εγώ είμαι και δεν έχω μεταβληθή». 

ΤΑ ΑΧΡΑΝΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ




Αυτό που χρειαζόταν ο άνθρωπος για να θεραπευθεί, το προσέφερε η αγάπη του Θεού: έδωσε τον μονογενή Του Υιό στον νεκρωμένο κόσμο για να έλθει εκ νέου η ζωή. «Όχι πως δεν μπορούσε να μας λυτρώσει με άλλο τρόπο, αλλά έτσι μας δίδαξε την υπερβολική αγάπη Του.


Μας τράβηξε κοντά Του με τον θάνατο του μονογενούς Υιού Του. Και αν είχε κάτι πολυτιμότερο από Αυτόν, θα το έδινε για χάρη μας, για να επιστρέψει το γένος μας κοντά Του!».[1]


Τα Πάθη του Κυρίου και η σταύρωση είναι η φανέρωση της αγάπης Του για μας. Η πληγή της αμαρτίας του ανθρώπου ήταν ολοσώματη, και για την θεραπεία χρειάσθηκε να γίνει άνθρωπος ο Χριστός και να σταυρωθεί: «Χρειασθήκαμε να σαρκωθεί ο Θεός και να αποθάνει».[2]


Η άκρα αγάπη του Κυρίου για μας, Τον οδήγησε στην άκρα ταπείνωση και υπακοή στο θείο θέλημα, που είναι η σωτηρία του ανθρώπου: Ἐταπείνωσεν ἑαυτὸν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δὲ σταυροῦ. Ολόκληρο το άγιο Σώμα Του υπέμεινε για μας:


Η κεφαλή, τον ακάνθινο στέφανο· το άγιό Του πρόσωπο τους εμπτυσμούς· οι σιαγόνες τα ραπίσματα· το στόμα το ξίδι· τα αυτιά τις ύβρεις και βλασφημίες· η πλάτη το φραγγέλιο· η πλευρά την λόγχη· τα χέρια και τα πόδια τα καρφιά. [3] Τέλος ο Κύριος εκουσίως υπέμεινε τον οδυνηρό θάνατο και την Ταφή.


Υπομένοντας όλα αυτά, ο Χριστός χάρισε στον άνθρωπο την αιώνια ζωή. Εξ’ αιτίας της αμαρτίας «ο Αδάμ χρωστούσε και κατεχόταν από τον Διάβολο, αλλά δεν είχε να πληρώσει το χρέος. Ο Χριστός δεν όφειλε,… αλλά μπορούσε να καταθέσει το χρέος. Ήλθε λοιπόν ο Χριστός, και με τον θάνατο Του πλήρωσε αντί γι’ αυτόν που ήταν αιχμάλωτος του Διαβόλου, για να τον ελευθερώσει».[4]


Ο Χριστός, η Ανάσταση και η Ζωή, ενταφιάζεται: Ἡ Ζωὴ ἐν τάφῷ κατετέθης, Χριστέ, ψάλλουμε την Μεγάλη Παρασκευή. Ο Άδης δέχθηκε μέσα του τον χορηγό της ζωής και η δύναμή του παρέλυσε και οι νεκροί ελευθερώθηκαν.


Ο Χριστός κατέβηκε στον Άδη διότι «έπρεπε να κηρυχθεί το Ευαγγέλιο και σε όσους βρίσκονταν ήδη εκεί. Έπρεπε να φανερωθεί και σ’ αυτούς η θεία Οικονομία , να τους δοθεί η ελευθερία από την δουλεία των δαιμόνων, και οι επαγγελίες για τα μελλοντικά αγαθά».[5]

Ο ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΔΕΙΠΝΟΣ





Και λέει ο Ναζωραίος στους μαθητάδες:


«Το αιώνιο είμαι το φως και σεις λαμπάδες
Φως από φως, στα σκότη,
εσείς πιστοί οδηγοί και οι πρώτοι
καταλυτές των γήινων θρήνων,
που θείο μήνυμα θα φέρετε παντού,
κι ακόμα κι ως τη χώρα των Ελλήνων.
με το ψωμί και το κρασί,
που αίμα και σώμα είναι δικό μου,
μην αποστάσετε χλωμοί
μες την ανηφοριά του δρόμου».
Και λέει στον Ισκαριώτη: «Εσύ,
τούτο το ξέχωρο ολοκόκκινο κρασί
θα πάρης,
τα φλογισμένα χείλη να δροσίσης,
πριν στο Ραββί ένα φίλημα χαρίσης.
Δικός μου εσύ και στέκεις τόσο χώρια!...»
Ο Ιούδας σκύβει,
πως τάχα το ψωμί θέλει να κόψη.
Τα φρύδια κατεβάζει, έτσι που κρύβει
με στενοχώρια
το φόβο, ως καθρεφτίζεται στην όψη.
Και λέγει του ξανά ο Χριστός: «Ας γίνη,
ό,τι γραμμένο υπάρχει να γενή.
Νύχτα είν' ακόμη σκοτεινή
και -μη φοβάσαι- είναι γεμάτοι καλωσύνη
της Ιουδαίας οι κρίκοι.
Κι ειν' όλο αγάπη το τριφύλλι,
κι ανθεί κατάσπρο στην πλαγιά του Γολγοθά
το χαμομήλι.
Σύρε πιο γρήγορα, ακουμπώντας στο ραβδί,
πριν βγη και το φεγγάρι και σε ιδή.»
Κατάχλωμος ο Ιούδας σαν σουδάρι,
απλώνει το ποτήρι του να πάρη.
Μα το ποτήρι πέφτει από τη φούχτα του
και πλέρια
βάφει με τ' άλικο πιοτό,
το δυνατό,
του Ναζωραίου τα θεία χέρια.
Χαμογελά ο Χριστός. Μα του Ισκαριώτη
πόσο δονείται ακόμα το κορμί!
Της προδοσίας βαρύ το κρίμα... Και με ορμή
τον σπρώχνει να χαθή σκυφτός στα σκότη.

 


Ωραίος, καθώς του ήλιου ανατολή,
ανάμεσα ο Χριστός στους μαθητάδες,
ορθώνεται και πάλι αργομιλεί:
«Το αιώνιο είμαι το φως και σεις λαμπάδες...
Με ανόμους θα περάση και ο Ραββί.
Την πρώτη πέτρα ο αναμάρτητος σηκώνει.
Αγάπη κόσμου ο νικητής. Κι εγώ η πηγή
για όποιον διψά στοργή δικαιοσύνη.
Ειρήνη... Αν αψηλώσω από τη γη,
ένα με τ' άστρα κι η ψυχή σας θέλει γίνει»
Είπε κι ανάβλεψε τα μάτια του ο Χριστός.
«Πατέρα μου, κι η αγάπη Σου ας πληθαίνη.
Σε με έθνη και λαοί και η οικουμένη.
Το έργο μου ετελείωσε. Και να,
τώρα ο δικός μου ο διαλεχτός
στα σκοτεινά
του ξεροπόταμου των Κέδρων περιμένει».
Ξάφνου τα νέφη ως σκίζει το φεγγάρι,
απ' τον ψηλό καγκελλωτό φεγγίτη,
θεία χάρη,
μια δέσμη κατεβαίνει μες στο σπίτι.
Δέσμη από φως, σαν φίλημα ελαφρό,
στα θεία μαλλιά του Ναζωραίου, φωτοστεφάνι.
Μα κι ένας ήσκιος απ' τα κάγκελα, που κάνει
πίσω απ' τους ώμους Του, στον τοίχο, ένα σταυρό.
Με πόνο οι μαθητάδες του Κυρίου,
που τρέμει στων ματιών τους το ακροκλώνι,
το σύμβολο κοιτούν του μαρτυρίου,
Κι εκείνος με χαμόγελο γλυκό
στο δείπνο το στερνό, το μυστικό,
σκορπάει το θάρρος κι εμψυχώνει.
Κι έξω, στα σκότη της νυχτιάς, τρεμάμενος,
καταραμένος,
την ώρα αυτή την ίδια,
τρικλίζει ακόμα ο Ιούδας παγωμένος.
Κι αγκομαχώντας, ζώνεται τα φίδια,
ξεσκίζοντας τ' αυτιά του, γιατί ο λόγος,
ο λόγος του Άκακου
στριφογυρίζει ακόμα μέσα σαν ξερόφυλλο
που το σαρώνουν ξεροβόρια:
«Δικός μου εσύ και στέκεις τόσο χώρια...».


Του δείπνου μας χαρήτε απόψε τη χαρά.

Και την καρδιά στυλώσετε γερά

Σύρε και μην αργείς.

Χτυπάει επίμονα η καρδιά της γης.



Στα χείλη η προσευχή πριν ανεβή,

την πόρνη, ας συχωρέσουν, τον τελώνη.



Στέλιος Σπεράντζας


Τρίτη 7 Απριλίου 2026

ΟΡΘΡΟΣ Μ. ΤΕΤΑΡΤΗΣ (2024)




Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλή Αττικής


ΤΗ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ





Τη Αγία και Μεγάλη Τετάρτη



Δύο γυναῖκες, λέγουσιν οἱ κριτικώτεροι τῶν Εὐαγγελίων ἑρμηνευταί, ἤλειψαν τὸν Κύριον μύρῳ, ἡ μὲν πολὺν καιρὸν πρὸ τοῦ πάθους Αὐτοῦ, ἡ δὲ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν· καὶ ἡ μὲν ὑπῆρχε πόρνη καὶ ἁμαρτωλή, ἡ δὲ σώφρων καὶ ἐνάρετος. Τοῦ εὐλαβοῦς τούτου ἔργου τὴν μνήμην ἐπιτελοῦσα σήμερον ἡ ᾿Εκκλησία, καὶ εἰς τὸ πρόσωπον τῆς πόρνης αὐτὸ ἀναφέρουσα, συναναφέρει ἐνταυτῷ καὶ τὴν προδοσίαν τοῦ ᾿Ιούδα, ἅπερ ἀμφότερα ἐπράχθησαν, κατὰ τὴν ἱστορικὴν τοῦ Ματθαίου σειράν, δύο ἡμέρας πρὸ τοῦ νομικοῦ Πάσχα, Μαρτίου καʹ, ἡμέρᾳ Τετράδι τῆς ἑβδομάδος. Ἡ γυνὴ λοιπὸν ἐκείνη ἤλειψε διὰ τοῦ μύρου τὴν κεφαλὴν καὶ τοὺς πόδας τοῦ ᾿Ιησοῦ καὶ διὰ τῶν τριχῶν τῆς κεφαλῆς αὐτῆς ἀπεσπόγγισεν αὐτούς. Τὸ πολύτιμον ἐκεῖνον μύρον ἐξετιμήθη 300 δηνάρια, ἢ περίπου 15 φλωρία βενετικά. ᾿Εκ τῶν μαθητῶν ἐξόχως ὁ φιλάργυρος ᾿Ιούδας σκανδαλίζεται, τάχα διὰ τὴν ἀπώλειαν τοιούτου μύρου. ῾Ο ᾿Ιησοῦς ἐπιπλήττει αὐτόν, ἵνα μὴ ἐνοχλῇ τὴν γυναῖκα· καὶ ὁ ᾿Ιούδας ἀγανακτῶν πορεύεται πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς, συνηγμένους εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ Καϊάφα καὶ συμβουλευομένους ἤδη κατὰ τοῦ ᾿Ιησοῦ· καὶ συμφωνήσας μετ᾿ αὐτῶν τὴν προδοσίαν τοῦ διδασκάλου διὰ τριάκοντα ἀργύρια, ἀπὸ τότε ἐζήτει εὐκαρίαν ἵνα Αὐτὸν παραδῷ. ῞Ενεκα τούτου ἔλαβεν ἀρχὴν ἀπ᾿ αὐτῶν τῶν ἀποστολικῶν χρόνων ἡ νηστεία τῆς Τετράδος.




ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ: Ο ΗΓΕΜΩΝ


ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ: Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΤΟΥ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ ΘΕΙΑΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΑΣ


ΤΗ ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ


ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ ΤΟΥ 1983


ΤΗ ΑΥΤΗ ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΑΛΕΙΨΑΣΗΣ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΜΥΡΩ


ΜΙΑ ΠΟΡΝΗ ΑΛΕΙΨΕ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕ ΜΥΡΟ


Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΕΥΧΕΛΑΙΟΥ, ΑΠΟΔΕΙΠΝΟ ΚΑΙ ΟΡΘΡΟΣ Μ. ΠΕΜΠΤΗΣ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΙΟΥΣΤΙΝΗΣ, ΦΥΛΗΣ ΑΤΤΙΚΗΣ  (2023)


ΟΡΘΡΟΣ Μ. ΤΕΤΑΡΤΗΣ (2024)


Η ΓΥΝΗ ΗΤΙΣ ΗΛΕΙΨΕ ΤΗΝ ΚΕΦΑΛΗΝ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΠΟΔΑΣ


Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΝΥΜΦΙΟΥ ΚΑΙ Ο ΟΡΘΡΟΣ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΛΑΟ ΑΧΑΡΝΩΝ


ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ: ΤΟ ΤΡΟΠΑΡΙ ΤΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΗΣ


ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ - ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: ΔΕΙΝΟΝ Η ΡΑΘΥΜΙΑ, ΜΕΓΑΛΗ Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ


ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ


Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΔΕΙΠΝΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΗΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΟΥΔΑ


ΟΡΘΡΟΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΤΕΤΑΡΤΗΣ - Ο ΙΕΡΟΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΔΕΙΠΝΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΕΠΕΡΧΟΜΕΝΗΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΟΥΔΑ




[Υπομνηματισμός στα εδάφια Ματθ.26,17-25]


«Τῇ δὲ πρώτῃ τῶν ἀζύμων προσῆλθον οἱ μαθηταὶ τῷ ᾿Ιησοῦ λέγοντες αὐτῷ· ποῦ θέλεις ἑτοιμάσωμέν σοι φαγεῖν τὸ πάσχα; ὁ δὲ εἶπεν· ὑπάγετε εἰς τὴν πόλιν πρὸς τὸν δεῖνα καὶ εἴπατε αὐτῷ· ὁ διδάσκαλος λέγει, ὁ καιρός μου ἐγγύς ἐστι· πρὸς σὲ ποιῶ τὸ πάσχα μετὰ τῶν μαθητῶν μου(:την πρώτη λοιπόν από τις επτά ημέρες που διαρκούσε η εορτή των αζύμων, δηλαδή του Πάσχα, ήλθαν οι μαθητές στον Ιησού και του είπαν:


Πού θέλεις να σου ετοιμάσουμε να φας το Πάσχα;” Κι ο Ιησούς τους απάντησε: “Πηγαίνετε στην πόλη στον τάδε και να του πείτε: “Ο διδάσκαλος λέει: Ο καιρός του Πάθους μου πλησιάζει. Σκέφτομαι να κάνω με τους μαθητές μου στο σπίτι σου το καινούργιο Πάσχα και όχι εκείνο που από αύριο το βράδυ θα αρχίσουν να εορτάζουν οι Ιουδαίοι”)» [Ματθ.26,17-18]


«Πρώτη τῶν ἀζύμων» ονομάζει την προηγούμενη των αζύμων· διότι συνήθιζαν πάντοτε να υπολογίζουν την ημέρα από την εσπέρα· και αναφέρει την ημέρα εκείνη, κατά την εσπέρα της οποίας επρόκειτο να θυσιάσουν τον πασχάλιο αμνό· διότι είχαν έλθει την πέμπτη ημέρα της εβδομάδος. Αυτήν την ημέρα λοιπόν, ο μεν ένας ευαγγελιστής την ονομάζει «πρώτη τῶν ἀζύμων», εννοώντας τον χρόνο κατά τον οποίο προσήλθαν· ο δε άλλος ευαγγελιστής λέγει ως εξής:


«γγιζε δὲ ἡ ἑορτὴ τῶν ἀζύμων ἡ λεγομένη πάσχα(:πλησίαζε τότε η εορτή των Αζύμων, που ονομαζόταν Πάσχα. Στη γιορτή αυτή οι Ιουδαίοι επτά ημέρες έτρωγαν άζυμο ψωμί)»[Λουκά 22,1]. Με το «ἢγγιζεν» αυτό, εννοεί ότι πλησίαζε, ήταν επί θύραις, αναφέρεται δηλαδή στην εσπέρα εκείνη, διότι από την εσπέρα άρχιζαν. Για τον λόγο αυτόν και ο καθένας προσθέτει «όταν θυσιαζόταν το Πάσχα».


Και Του λένε: «Ποῦ θέλεις ἑτοιμάσωμέν σοι φαγεῖν τὸ πάσχα;». Ώστε και από αυτό είναι φανερό ότι δεν είχε οικία, δεν είχε κατάλυμα. Εγώ μάλιστα νομίζω ότι ούτε αυτοί είχαν· διότι οπωσδήποτε θα Τον παρακαλούσαν να μεταβεί εκεί. Αλλά δεν είχαν ούτε αυτοί, διότι όλα τα είχαν απαρνηθεί. Για ποιον όμως λόγο, αναρωτιούνται κάποιοι, τελούσε το Πάσχα; Για να δείξει με όλα μέχρι την τελευταία ημέρα ότι δεν είναι αντίθετος με τον μωσαϊκό νόμο. Και γιατί τους στέλνει προς έναν άγνωστο άνθρωπο;


Για να αποδείξει με αυτό ότι μπορούσε να μην υποστεί το πάθος· διότι αυτός που έπεισε τον νου εκείνου ώστε να τους δεχτεί, και αυτό μόνο με τα λόγια, τι δεν θα μπορούσε να κάνει εναντίον των σταυρωτών Του, εάν βεβαίως δεν ήθελε να πάθει; Και έκαμε και εδώ ό,τι έκαμε και με τον όνο· διότι και εκεί λέγει:


«Πορεύθητε εἰς τὴν κώμην τὴν ἀπέναντι ὑμῶν, καὶ εὐθέως εὑρήσετε ὄνον δεδεμένην καὶ πῶλον μετ᾿ αὐτῆς· λύσαντες ἀγάγετέ μοι.καὶ ἐάν τις ὑμῖν εἴπῃ τι, ἐρεῖτε ὅτι ὁ Κύριος αὐτῶν χρείαν ἔχει· εὐθέως δὲ ἀποστέλλει αὐτούς(:πηγαίνετε στο χωριό που βλέπετε απέναντί σας κι αμέσως θα βρείτε ένα θηλυκό γαϊδούρι δεμένο κι ένα πουλάρι μαζί του. Λύστε το και φέρτε μου και τα δύο εδώ·και αν σας πει κανείς τίποτε, θα πείτε ότι ο Κύριος τα χρειάζεται κι αμέσως θα σας τα στείλει πίσω)» [Ματθ.21,3]. 


Έτσι και εδώ: «ὁ διδάσκαλος λέγει,πρὸς σὲ ποιῶ τὸ πάσχα». Εγώ όμως δεν θαυμάζω μόνο αυτό, ότι ο άνθρωπος εκείνος Τον υποδέχτηκε ενώ ήταν άγνωστος, αλλά το ότι ενώ περίμενε να προκαλέσει τόση έχθρα και άσπονδο πόλεμο, περιφρόνησε το μίσος των πολλών.Έπειτα, επειδή αγνοούσαν, τους έδωσε και σημάδι, όμοιο με εκείνο που έδωσε ο προφήτης Σαμουήλ στον Σαούλ, λέγοντας: «καὶ ἀπελεύσῃ ἐκεῖθεν καὶ ἐπέκεινα ἥξεις ἕως τῆς δρυὸς Θαβὼρ καὶ εὑρήσεις ἐκεῖ τρεῖς ἄνδρας ἀναβαίνοντας πρὸς τὸν Θεὸν εἰς Βαιθήλ, ἕνα αἴροντα τρία αἰγίδια καὶ ἕνα αἴροντα τρία ἀγγεῖα ἄρτων καὶ ἕνα αἴροντα ἀσκὸν οἴνου(: θα φύγεις από εκεί, θα προχωρήσεις και θα φτάσεις μέχρι την τοποθεσία, η οποία λέγεται «Δρυς Θαβώρ».


Εκεί θα συναντήσεις τρεις άντρες, οι οποίοι ανέρχονται προς τη Σκηνή του Μαρτυρίου, στη Βαιθήλ. Ο ένας από αυτούς θα οδηγεί τρία ερίφια, ο δεύτερος θα φέρει τρία αγγεία, μέσα στα οποία θα υπάρχουν άρτοι, και ο τρίτος θα φέρει ένα ασκί με κρασί)» [Α΄Βασιλ. 10,3]. Και εδώ: «ἰδοὺ εἰσελθόντων ὑμῶν εἰς τὴν πόλιν συναντήσει ὑμῖν ἄνθρωπος κεράμιον ὕδατος βαστάζων· ἀκολουθήσατε αὐτῷ εἰς τὴν οἰκίαν οὗ εἰσπορεύεται, καὶ ἐρεῖτε τῷ οἰκοδεσπότῃ τῆς οἰκίας· λέγει σοι ὁ διδάσκαλος, ποῦ ἐστι τὸ κατάλυμα ὅπου τὸ πάσχα μετὰ τῶν μαθητῶν μου φάγω ;(:ο Κύριος τους απάντησε:


Κοιτάξτε, μόλις μπείτε στην πόλη, θα σας συναντήσει κάποιος άνθρωπος που θα κουβαλάει μια στάμνα με νερό. Ακολουθήστε τον στο σπίτι που θα μπει, και πείτε στον οικοδεσπότη του σπιτιού εκείνου: Ο Διδάσκαλος ρωτάει: “Πού είναι η αίθουσα του φαγητού, όπου θα φάω με τους μαθητές μου το νέο Πάσχα της Καινής Διαθήκης;”)» [Λουκά 22,10-11].


Και κοίταξε πάλι την επίδειξη της δυνάμεως· διότι δεν είπε μόνο «τό Πάσχα ποιῶ» αλλά προσθέτει και άλλο: «ὁ καιρός μου ἐγγύς ἐστι (:ο καιρός του Πάθους μου πλησιάζει)»[Ματθ. 26,18]. Και αυτό το έκανε, αφενός μεν για να υπενθυμίζει συνεχώς στους μαθητές το Πάθος, ώστε με τη συχνή επανάληψη να ασκηθούν και να συνηθίσουν σε αυτό που θα συμβεί· 


αφετέρου δε για να δείξει και σε εκείνους και σε αυτόν που τους υποδεχόταν και σε όλους τους Ιουδαίους, αυτό που πολλές φορές είπα, ότι δεν έρχεται στο Πάθος άθελά Του. Προσθέτει δε: «μετὰ τῶν μαθητῶν μου», ώστε και η προετοιμασία να είναι αρκετή και να μη νομίσει ο οικοδεσπότης ότι πηγαίνει εκεί για να κρυφτεί.


«᾿Οψίας δὲ γενομένης ἀνέκειτο μετὰ τῶν δώδεκα(: όταν λοιπόν βράδιασε, ο Ιησούς καθόταν στο τραπέζι με τους δώδεκα μαθητές)»[Ματθ.26,20]. Πωπω, αναίδεια του Ιούδα! Διότι και αυτός ήταν παρών εκεί και είχε έλθει για να λάβει μέρος και στα μυστήρια και στην τράπεζα, και κατά τη διάρκεια της τραπέζης ελέγχεται, οπότε και θηρίο εάν ήταν θα μπορούσε να γίνει ημερότερος.


Γι΄αυτό και ο ευαγγελιστής τονίζει, ότι καθώς έτρωγαν μιλούσε ο Χριστός περί της προδοσίας, για να καταδείξει την πονηρία του προδότη και από την ώρα και από την τράπεζα. Διότι, αφού οι μαθητές έκαναν, όπως τους διέταξε ο Κύριος, «όταν βράδιασε ήταν στο τραπέζι με τους δώδεκα. «καὶ ἐσθιόντων αὐτῶν(:και εκεί που έτρωγαν» λέει ο ευαγγελιστής «εἶπεν· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι εἷς ἐξ ὑμῶν παραδώσει με (: τους είπε: Αληθινά σας διαβεβαιώνω ότι ένας από σας θα με παραδώσει στους εχθρούς μου με προδοσία)» [Ματθ.26,20-21]. Πριν από το δείπνο μάλιστα ένιψε και τα πόδια του.


Κοίταξε πώς φροντίζει τον προδότη· διότι δεν είπε «ο τάδε θα με προδώσει», αλλά «ένας από εσάς», ώστε και πάλι να του δώσει ευκαιρία μετανοίας με το ότι έμεινε άγνωστος. Και προτιμά να προκαλέσει φόβο σε όλους, για να γλυτώσει αυτόν. «Από σας τους δώδεκα», λέγει, «οι οποίοι είστε παντού μαζί μου, των οποίων τα πόδια ένιψα, στους οποίους τόσα πολλά έχω υποσχεθεί».


Λύπη μεγάλη, όπως ήταν φυσικό, κατέλαβε τότε την αγία εκείνη ομάδα. Και ο μεν Ιωάννης λέγει: «ἔβλεπον οὖν εἰς ἀλλήλους οἱ μαθηταί, ἀπορούμενοι περὶ τίνος λέγει (:μετά λοιπόν από την αποκάλυψη αυτή, που δεν την περίμενε κανείς, οι μαθητές έβλεπαν μεταξύ τους ο ένας τον άλλο και απορούσαν για ποιον το έλεγε αυτό ο Κύριος)» [Ιω.13,22] και ο καθένας από αυτούς ρωτούσε φοβισμένος για τον εαυτό του, αν και δεν αισθάνονταν κάτι τέτοιο για τον εαυτό τους.


Ο Ματθαίος πάλι λέγει ότι «καὶ λυπούμενοι σφόδρα ἤρξαντο λέγειν αὐτῷ ἕκαστος αὐτῶν· μήτι ἐγώ εἰμι, Κύριε; ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· ὁ ἐμβάψας μετ᾿ ἐμοῦ ἐν τῷ τρυβλίῳ τὴν χεῖρα, οὗτός με παραδώσει(:και αυτοί λυπήθηκαν κατάκαρδα κι ένας – ένας άρχισαν να ρωτούν: Μήπως είμαι εγώ, Κύριε; Ο Κύριος τους αποκρίθηκε: Εκείνος που βούτηξε μαζί μου το χέρι στο ζωμό της πιατέλας, αυτός θα με παραδώσει να θανατωθώ)» [Ματθ.26,22-23].


Κοίταξε πότε τον φανέρωσε, όταν θέλησε να απαλλάξει από την ταραχή αυτήν τους άλλους. Διότι μπορούσαν και να πεθάνουν από την αγωνία· γι΄αυτό και επιτίθεντο με ερωτήσεις. Δεν το έκανε δε αυτό μόνο επειδή ήθελε να απαλλάξει εκείνους από την αγωνία, αλλά διότι ήθελε να διορθώσει και τον προδότη. Επειδή, αν και άκουσε πολλές φορές για τον προδότη ακαθόριστα, έμενε αδιόρθωτος, διότι ήταν ανάλγητος, θέλοντας να τον κεντήσει περισσότερο, αφαιρεί το προσωπείο του.


Επειδή με λύπη άρχισαν να ρωτούν «μήπως είμαι εγώ, Κύριε;», τους αποκρίθηκε: «εκείνος που βούτηξε μαζί μου το χέρι στο τρυβλίο»[το τρυβλίο ήταν είδος κούπας], «αυτός θα με παραδώσει». «Ὁ μὲν υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὑπάγει καθὼς γέγραπται περὶ αὐτοῦ·


οὐαὶ δὲ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ δι᾿ οὗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται· καλὸν ἦν αὐτῷ εἰ οὐκ ἐγεννήθη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος (:και ο υιός του ανθρώπου φεύγει βεβαίως απ’ αυτή τη ζωή σύμφωνα με τις προφητείες που έχουν γραφεί γι’ αυτόν˙ αλίμονο όμως στον άνθρωπο εκείνο που γίνεται όργανο για να παραδοθεί ο υιός του ανθρώπου. Θα ήταν καλύτερα για τον άνθρωπο αυτόν να μην είχε γεννηθεί)». Μερικοί μεν λοιπόν λένε ότι τόσο θρασύς ήταν, ώστε δεν σεβόταν τον Δεσπότη και βούτηξε μαζί Του στο ποτήρι.


Εγώ όμως νομίζω ότι και αυτό το έκανε ο Χριστός, για να τον μεταστρέψει και να τον φέρει σε συναίσθηση της θέσεώς του· διότι έχει οπωσδήποτε και αυτό επιπλέον. Αυτά μάλιστα δεν πρέπει να τα αντιπαρερχόμαστε επιπόλαια, αλλά να τα βάλουμε καλά στο μυαλό μας και να μη μας καταλάβει ποτέ θυμός. Διότι ποιος, ενθυμούμενος το δείπνο εκείνο και τον προδότη ξαπλωμένο μαζί με τον Σωτήρα των όλων, και εκείνον που πρόκειται να προδοθεί να ομιλεί με τόση πραότητα, δεν θα θυμώσει και δεν θα οργιστεί; Κοίταξε λοιπόν με πόση πραότητα του προσφέρεται·


«ο μεν Υιός του ανθρώπου πηγαίνει όπως είναι γραμμένο γι’ Αυτόν». Αυτά λοιπόν τα έλεγε για να ξανακερδίσει πάλι τους μαθητές Του, για να μη νομίσουν ότι το πάθος οφείλεται σε αδυναμία, και για να διορθώσει τον προδότη. «Οὐαὶ δὲ τῷ ἀνθρώπῳ ἐκείνῳ δι᾿ οὗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδίδοται· καλὸν ἦν αὐτῷ εἰ οὐκ ἐγεννήθη ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος (:αλίμονο όμως στον άνθρωπο εκείνο που γίνεται όργανο για να παραδοθεί ο υιός του ανθρώπου. Θα ήταν καλύτερα για τον άνθρωπο αυτόν να μην είχε γεννηθεί)»[Ματθ.26,24].


Βλέπε και στους ελέγχους την απερίγραπτη πραότητα· διότι ούτε εδώ δεν ομιλεί ορμητικά, αλλά μάλλον με συμπάθεια και πάλι συγκεκαλυμμένα· αν και όχι μόνο η προηγούμενη αναισθησία του, αλλά και η εν συνεχεία αναίδειά του, ήταν άξια μεγάλης αγανακτήσεως. Διότι μετά από αυτόν τον έλεγχο ρωτά: «Μήτι ἐγώ εἰμι, ραββί; (:μήπως είμαι εγώ, διδάσκαλε;)»[Ματθ.26,25]. Πόση αναισθησία! Ρωτά, ενώ γνωρίζει ότι σε αυτόν αναφέρονται αυτά. Και ο ευαγγελιστής το αναφέρει αυτό, επειδή απορεί για το θράσος του.


Τι λέει όμως ο πραότερος και ημερότατος Ιησούς; «Σὺ εἶπας(:εσύ το είπες ότι είσαι)». Αν και μπορούσε να πει: «Κατεργάρη και αχρείε, βδελυρέ και βέβηλε· αφού τόσο καιρό κυοφορείς το κακό και πήγες στους αρχιερείς και έκανες σατανικά συμβόλαια και συμφώνησες να λάβεις αργύριο και από εμένα έχεις ελεγχθεί και τολμάς ακόμη να ρωτάς;». Τίποτε όμως από αυτά δεν είπε· αλλά πώς του απάντησε; «Σὺ εἶπας (: εσύ το είπες ότι είσαι)», ορίζοντας σε μας τα όρια και τους κανόνες της ανεξικακίας.


Θα ρωτήσει όμως κάποιος: «Εφόσον ήταν γραμμένο να τα πάθει αυτά ο Χριστός, γιατί κατηγορείται ο Ιούδας;». Διότι έκανε αυτά που ήσαν γραμμένα. Δεν τα έκανε όμως με τη σκέψη αυτή, αλλά από πονηρία. Εάν πάλι δεν λαμβάνεις υπόψη τον σκοπό, τότε θα απαλλάξεις και τον διάβολο από τα εγκλήματα. Δεν είναι όμως δυνατά αυτά, δεν είναι. Διότι και αυτός και εκείνος είναι άξιοι απείρων τιμωριών, αν και σώθηκε η οικουμένη. Διότι δεν μας έφερε τη σωτηρία η προδοσία του Ιούδα, αλλά η σοφία του Χριστού και η άπειρη ικανότητά Του να χρησιμοποιεί τις πονηρίες των άλλων προς το δικό τους συμφέρον.


«Τι λοιπόν;», λέγει ίσως κάποιος· «εάν δεν πρόδιδε ο Ιούδας, δεν θα πρόδιδε άλλος; Ποια σχέση έχει αυτό προς το θέμα μας; Διότι έτσι, εφόσον έπρεπε να σταυρωθεί ο Χριστός, λέγει, έπρεπε να σταυρωθεί από κάποιον· εφόσον δε έπρεπε με κάποιον, οπωσδήποτε αυτός θα ήταν άνθρωπος. Και εάν όλοι ήσαν ενάρετοι, θα ματαιωνόταν το σχέδιο θείας οικονομίας για τη σωτηρία μας». Μη γένοιτο! Διότι ο ίδιος ο πάνσοφος Θεός γνώριζε πώς θα ενεργούσε για τη σωτηρία μας και αν ακόμη συνέβαινε αυτό· διότι η σοφία Του είναι άπειρη και ακατάληπτη.


Άλλωστε γι΄αυτό, για να μην νομίσει κανείς ότι ο Ιούδας έγινε υπηρέτης της θείας οικονομίας, τον οικτίρει. Αλλά θα ρωτήσει πάλι κάποιος :«εάν ήταν καλό να μη γεννηθεί αυτός, γιατί τον άφησε να έλθει στον κόσμο και αυτόν και όλους τους πονηρούς;». Πρέπει να κατηγορήσεις τους πονηρούς, οι οποίοι, ενώ ήσαν ελεύθεροι να μη γίνουν τέτοιοι, έγιναν πονηροί, εσύ όμως άφησες αυτό και λεπτολογείς και περιεργάζεσαι τα έργα του Θεού· αν και γνωρίζεις, ότι δεν γίνεται αναγκαστικά κανείς πονηρός.


«Θα έπρεπε», λέγει στη συνέχεια ίσως, «να γίνουν μόνο οι αγαθοί και να μην υπάρχει ανάγκη γεένης, ούτε κολάσεως και τιμωρίας, ούτε ίχνος κακίας να υπάρχει· οι δε πονηροί, ή να μη γίνουν, ή όταν γίνουν αμέσως να απέλθουν». Κατά πρώτον αξίζει να σου αναφέρω το αποστολικό ρητό: «Μενοῦνγε, ὦ ἄνθρωπε, σὺ τίς εἶ ὁ ἀνταποκρινόμενος τῷ Θεῷ; μὴ ἐρεῖ τὸ πλάσμα τῷ πλάσαντι, τί με ἐποίησας οὕτως; (: βέβαια κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να αντισταθεί στο θέλημά Του. Αλλά ποιος είσαι εσύ, ανόητε άνθρωπε, που αντιμιλάς στον Θεό;


Μήπως μπορεί το πήλινο αγγείο να πει σε εκείνον που το έπλασε, γιατί με έκανες γι' αυτήν ή για την άλλη χρήση;)» [Ρωμ.9,20]. Εάν δε θέλεις και δικαιολογία, θα μπορούσαμε να σου πούμε αυτό· ότι οι ενάρετοι εκτιμώνται περισσότερο όταν βρίσκονται μεταξύ των πονηρών· άλλωστε και η ανεξικακία και η μεγάλη καρτερικότητά τους τότε αναδεικνύονται καλύτερα. Ενώ εσύ, λέγοντας αυτά, καταργείς τον σκοπό των κατορθωμάτων και των αγώνων.


«Τι λοιπόν; Τιμωρούνται άλλοι», λέγει, «για να αποδειχτούν αυτοί καλοί;». Όχι βέβαια· αλλά τιμωρούνται εξαιτίας της πονηρίας τους. Διότι δεν έγιναν πονηροί επειδή παρασύρθηκαν, αλλά εξαιτίας της ραθυμίας τους· για τον λόγο αυτόν τιμωρούνται. Γιατί πώς δεν θα ήσαν άξιοι τιμωρίας, αυτοί οι οποίοι ενώ είχαν τόσους διδασκάλους αρετής, δεν κέρδισαν τίποτε από αυτούς; Όπως ακριβώς οι καλοί και αγαθοί είναι άξιοι διπλής τιμής, επειδή και αγαθοί έγιναν και δεν επηρεάστηκαν καθόλου από τους κακούς, έτσι και οι φαύλοι είναι άξιοι διπλής τιμωρίας, και διότι έγιναν κακοί, ενώ μπορούσαν να γίνουν καλοί (αυτό το αποδεικνύουν εκείνοι που έγιναν), και διότι δεν κέρδισαν τίποτε από τους αγαθούς.


Αλλά ας δούμε τι λέει αυτός ο άθλιος, όταν υποβάλλεται σε αυστηρό έλεγχο από τον Διδάσκαλο. Τι λέγει λοιπόν; «Μήπως είμαι εγώ, Ραββί;». Και γιατί δεν το ρώτησαν αυτό από την αρχή; Νόμισε ότι θα διαφύγει με τη φράση «ένας από σας»· όταν όμως τον φανέρωσε, τόλμησε πάλι να ρωτήσει, βασιζόμενος στην καλοσύνη του Διδασκάλου με την ελπίδα ότι δεν θα τον ελέγξει. Γι΄αυτό ακριβώς και τον αποκάλεσε «Ραββί».


Πόση τύφλωση! Πού τον οδήγησε; Διότι τέτοια είναι η φιλαργυρία· τους κάνει μωρούς και ανόητους, θρασείς και σκύλους αντί ανθρώπων. Ή μάλλον και χειρότερους από σκύλους, και δαίμονες από σκύλους. Διότι αυτός, τον μεν διάβολο τον επεδοκίμαζε και όταν ακόμη μηχανορραφούσε, τον Ιησού όμως, που ευεργετούσε, Τον πρόδωσε, γενόμενος διάβολος ήδη και αυτός κατ’ ελευθέραν εκλογή. Διότι τέτοιους κάνει η ακόρεστη επιθυμία των χρημάτων, παράφρονες, παράλυτους, όλους μόνο στο να λαμβάνουν, όπως έγινε και ο Ιούδας.


Γιατί όμως ο μεν Ματθαίος και οι άλλοι ευαγγελιστές λέγουν ότι όταν αποφάσισε την προδοσία, τότε τον κυρίευσε ο διάβολος· ενώ ο Ιωάννης λέγει ότι: «μετά το ψωμί εισήλθε μέσα του ο σατανάς»; Το γνώριζε και αυτός. Διότι πιο επάνω λέγει: «καὶ δείπνου γενομένου, τοῦ διαβόλου ἤδη βεβληκότος εἰς τὴν καρδίαν Ἰούδα Σίμωνος Ἰσκαριώτου ἵνα αὐτὸν παραδῷ (:και ενώ βρισκόταν μαζί με τους μαθητές Του σε κάποιο δείπνο που μόλις είχε ετοιμαστεί, κι ο διάβολος είχε ήδη βάλει μέσα στην καρδιά του Ιούδα του Ισκαριώτη, που ήταν γιος του Σίμωνα, την πονηρή σκέψη και διάθεση να Τον παραδώσει στους σταυρωτές Του)» [Ιω.13,2].


Πώς λοιπόν λέγει: «καὶ μετὰ τὸ ψωμίον τότε εἰσῆλθεν εἰς ἐκεῖνον ὁ σατανᾶς(:και μόλις ο Ιησούς έδωσε το κομμάτι του ψωμιού στον Ιούδα, επειδή αυτός παρέμεινε σκληρός και ασυγκίνητος μπροστά στην εύνοια και την τιμή αυτή του Κυρίου, ο Θεός τον εγκατέλειψε ολοκληρωτικά. Κι έτσι μπήκε μέσα του ο σατανάς και τον κυρίευσε)»; [Ιω.13,27]. Διότι δεν εισέρχεται μονομιάς, ούτε με το πρώτο, αλλά αφού προηγουμένως επιχειρήσει πολλές απόπειρες· όπως ακριβώς έγινε και εδώ.


Διότι αφού τον δοκίμασε αρχικά με κουδούνισμα και τον προσέβαλε με ηρεμία, όταν είδε ότι είναι έτοιμος να δεχτεί, εισέβαλε μέσα του ολόκληρος και τον κυρίευσε εντελώς. Πώς λοιπόν, εάν έτρωγαν το πασχάλιο δείπνο, έτρωγαν παράνομα; Διότι δεν έπρεπε να φάγουν εξαπλωμένοι. Τι μπορούμε λοιπόν να πούμε; Ότι μετά το δείπνο ήσαν εξαπλωμένοι φιλοξενούμενοι. Άλλος μάλιστα ευαγγελιστής λέγει, ότι κατά την εσπέρα εκείνη δεν έφαγαν μόνο το πασχάλιο δείπνο, αλλά και είπε ο Ιησούς:


«πιθυμίᾳ ἐπεθύμησα τοῦτο τὸ πάσχα φαγεῖν μεθ᾿ ὑμῶν πρὸ τοῦ με παθεῖν (:αυτό το τελευταίο πασχάλιο δείπνο της επίγειας ζωής μου επιθύμησα πάρα πολύ να το φάω μαζί σας, προτού να σταυρωθώ. Το δείπνο αυτό είναι συνδεδεμένο με το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας και γι’ αυτό είναι Πάσχα της Καινής Διαθήκης)» [Λουκά 22,15], δηλαδή κατά τον χρόνο αυτόν. Γιατί τέλος πάντων; Διότι τότε επρόκειτο να συντελεστεί η σωτηρία της οικουμένης και να παραδοθούν τα μυστήρια και να καταλυθεί η λύπη του θανάτου με τον θάνατο· έτσι η σταύρωση ήταν εν γνώσει του. Αλλά τίποτε δεν μάλαξε το ανήμερο θηρίο, ούτε το έκαμψε, ούτε το ντρόπιασε.


Τον ταλάνισε όταν είπε: «Αλίμονο στον άνθρωπο εκείνον». Τον φόβισε επίσης όταν είπε: «ήταν καλύτερα γι’αυτόν να μην είχε γεννηθεί». Τον ντρόπιασε όταν είπε: «Εκείνος στον οποίο θα δώσω το ψωμί αφού το βουτήξω». Και τίποτε από αυτά δεν τον συγκράτησε, αλλά σαν να είχε κυριευτεί από κάποια μανία της φιλαργυρίας, ή μάλλον από χειρότερο νόσημα· διότι αυτή η μανία είναι χειρότερη. Διότι τι παρόμοιο θα μπορούσε να κάνει ο μαινόμενος; Διότι αυτός δεν έβγαλε από το στόμα του αφρό, αλλά έβγαλε φόνο δεσποτικό· δεν στραγγάλιζε τα χέρια, αλλά τα άπλωνε για να πουλήσει τίμιο αίμα; Γι΄αυτό είναι μεγαλύτερη η μανία του, διότι μαινόταν ενώ ήταν υγιής.


Αλλά ίσως ισχυριστεί κάποιος ότι δεν ομιλεί ασυνάρτητα. Και τι είναι πιο ασυνάρτητο από τα λόγια αυτά; «Τί θέλετέ μοι δοῦναι, καὶ ἐγὼ ὑμῖν παραδώσω αὐτόν;(: τι θέλετε να μου δώσετε, κι εγώ θα σας τον παραδώσω;)» [Ματθ.26,15]. «Παραδώσω»· διότι ο διάβολος ομίλησε με το στόμα εκείνου. Γιατί δεν χτύπησε στη γη τα πόδια του σπαράζοντας; Πόσο προτιμότερο θα ήταν να σπαράζει έτσι, παρά να στέκεται όρθιος τοιουτοτρόπως; Γιατί δεν χτυπούσε τον εαυτό του στους λίθους; Πόσο καλύτερο θα ήταν από του να κάνει αυτά που έκανε;


Θέλετε να φέρουμε ενώπιόν μας τους δαιμονιζόμενους και τους φιλάργυρους και να κάνουμε σύγκριση των δύο; Ας μην το θεωρήσει όμως κανείς προσωπική του προσβολή. Διότι δεν προσβάλλουμε τη φύση, αλλά κατηγορούμε το γεγονός. Ο δαιμονιζόμενος δεν φορούσε ενδύματα, χτυπούσε τον εαυτό του στους λίθους και έφευγε τρέχοντας στους άβατους και ανώμαλους δρόμους [Λουκά 8,27:


«ξελθόντι δὲ αὐτῷ ἐπὶ τὴν γῆν ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ᾿ ἐν τοῖς μνήμασιν (:και όταν βγήκε στη στεριά, τον συνάντησε κάποιος άνθρωπος που καταγόταν από την πόλη, ο οποίος είχε μέσα του δαιμόνια από πολλά χρόνια. Αυτός δεν φορούσε πάνω του ρούχα ούτε έμενε σε σπίτι, αλλά ζούσε μέσα στα μνήματα)»], κυριευμένος καθ’ολοκληρίαν από τον δαίμονα. Δεν νομίζεις ότι όλα αυτά είναι φρικτά;


Τι θα πεις λοιπόν εάν αποδείξω ότι οι φιλάργυροι κάνουν χειρότερα από αυτά στην ψυχή τους, και μάλιστα τόσο χειρότερα, ώστε αυτά να φαίνονται παιχνίδια συγκρινόμενα προς εκείνα; Άραγε θα απομακρυνθείτε από τη νόσο; Ας δούμε λοιπόν, εάν βρίσκονται σε ανεκτότερη κάπως κατάσταση από εκείνους. Καθόλου· αντιθέτως σε χειρότερη· διότι είναι πιο αισχροί από μύριους γυμνούς. Διότι είναι κατά πολύ καλύτερο να είσαι γυμνός από ενδύματα, παρά να περιφέρεσαι ενδεδυμένος όσα απέκτησες με την πλεονεξία, όπως εκείνοι που καταλαμβάνονται από βακχική μανία προς τιμή του Διονύσου.


Διότι, όπως εκείνοι φορούν προσωπεία και ενδύματα μαινόμενων, έτσι και αυτοί. Και όπως τη γυμνότητα των δαιμονιζομένων την κάνει η μανία, έτσι και την ενδυμασία αυτήν την κάνει η μανία. Και είναι η ενδυμασία αυτή πιο ελεεινή από τη γυμνότητα.



ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ



επιμέλεια κειμένου: 
Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος








ΠΗΓΕΣ:



http://khazarzar.skeptik.net/pgm/PG_Migne/John%20Chrysostom_PG%2047-64/In%20Matthaeum.pdf
Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία ΠΑ΄,πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1979, τόμος 12, σελίδες 157-175
Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016.
http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm
Αναδημοσίευση εκ του Ιστολογίου: ΑΚΤΙΝΕΣ


Print Friendly and PDF
Εικόνες θέματος από A330Pilot. Από το Blogger.