«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Σάββατο 30 Αυγούστου 2025
Τρίτη 26 Αυγούστου 2025
ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ: ΕΠΙ ΣΟΙ ΧΑΙΡΕΙ ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ ΠΑΣΑ Η ΚΤΙΣΙΣ
«Ὡς ἐμψύχῳ Θεοῦ κιβωτῷ ψαυέτω μηδαμῶς χεὶρ ἀμυήτων·
χείλη δὲ πιστῶν τὴ Θεοτόκῳ ἀσιγήτως φωνὴν τοῦ ἀγγέλου ἀναμέλποντα,ἐν ἀγαλλιάσει βοάτω· Ὄντως ἀνωτέρα πάντων ὑπάρχεις,
Παρθένε ἁγνή».
«Ἐσένα ποὺ εἶσαι ζωντανὴ κιβωτὸς τοῦ Θεοῦ, ἂς μὴ σὲ ἀγγίζει ὁλότελα χέρι ἄπιστο, ἀλλὰ χείλια πιστὰ
ἂς ψάλλουνε δίχως νὰ σωπάσουνε τὴ φωνὴ τοῦ ἀγγέλου
(ὁ ὑμνωδὸς θέλει νὰ πεῖ τὴ φωνὴ τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ,ποὺ εἶπε «εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί»)
κι ἂς κράζουνε:
«Ἀληθινά,εἶσαι ἀνώτερη ἀπ᾿ ὅλα Παρθένε ἁγνή».Ἀλλοίμονο!
Ἀμύητοι, ἄπιστοι,ἀκατάνυχτοι, εἴμαστε οἱ πιὸ πολλοὶ σήμερα,
τώρα ποὺ ἔπρεπε νὰ προσπέσουμε μὲ δάκρυα καυτερὰ στὴν Παναγία καὶ νὰ ποῦμε μαζὶ μὲ τὸ Θεόδωρο Δούκα τὸ Λάσκαρη,
ποὺ σύνθεσε μὲ συντριμένη καρδιὰ τὸν παρακλητικὸ κανόνα:
«Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου μὲ ζάλαι ὥσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε».
«Σὰν τὰ μελίσσια ποὺ τριγυρίζουνε γύρω στὴν κερήθρα, ἔτσι κ᾿ ἐμένα μὲ ζώσανε οἱ ζαλάδες τῆς ζωῆς
καὶ πέσανε ἀπάνω στὴν καρδιά μου καὶ τὴν κατατρυπᾶνε μὲ τὶς φαρμακερὲς σαγίτες τους.
Ἄμποτε,Παναγιά μου,νὰ σὲ βρῶ βοηθό,νὰ μὲ γλύτωσεις ἀπὸ τὰ βάσανα».Μὰ ποιὸς ἀπό μας γυρεύει βοήθεια ἀπὸ τὴν Παναγία, ἀπὸ τὸν Χριστὸ κι᾿ ἀπὸ τοὺς ἁγίους;Γυρεύουμε βoήθεια ἀπὸ τὸ κάθε τί,παρεκτῶς ἀπὸ τὸ Θεό.Ἀλλὰ τί βοήθεια μποροῦνε νὰ δώσουνε στὸν ἄνθρωπο τὰ εἴδωλα τὰ λεγόμενα «ἐπιστήμη» καὶ «τέχνη»;Ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ ἀναχωρητὴς λέγει:«Σ᾿ ὅλους τοὺς δρόμους ποὺ πορεύονται οἱ ἄνθρωποι σὲ τοῦτον τὸν κόσμο δὲv βρίσκουνε σὲ κανένα τὴν εἰρήνη,ὡς ποὺ vα σιμώσουμε στὴν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ.Μὰ ἀλλοίμονο οἱ πιὸ πολλοὶ ἄvθρωποι εἶναι «οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα» ὅπως λέγει ὁ Παῦλος.Ὅποιος δὲν ἔχει τὴν πίστη μέσα στὴν καρδιά του,τί ἐλπίδα μπορεῖ νἄχει;Ὅπου ν᾿ ἀκουμπήσει ὅλα εἶναι σάπια.Γι᾿ αὐτὸ κι᾿ ὁ ὑμνογράφος ποὺ εἴπαμε,λέγει στὴν Παναγία:«Ἀπορήσας ἐκ πάντων,ὀδυνηρῶς κράζω σοι· πρόφθασον,θερμὴ προστασία,καὶ τὴν βοήθειαν δός μοι τῷ δούλῳ σου τῷ ταπεινῷ καὶ ἀθλίω».«Ὅλα, λέγει τὰ δοκίμασα,μὰ κανένα πράγμα δὲ μπόρεσε vα μὲ ξαλαφρώσει.Γιὰ τοῦτο φωνάζω Ἐσένα μὲ θρῆνο πικρόν,καὶ λέγω:Πρόφταξε καὶ δόσε τὴ βοήθειά σου σὲ μένα τὸν ταπεινὸ κι᾿ ἄθλιο δοῦλο σου».
Ἡ Παναγία εἶναι ἡ ἐλπίδα τῶν ἀπελπισμένων,ἡ χαρὰ τῶν πικραμένων,τὸ ραβδὶ τῶν τυφλῶν,ἡ ἄγκυρα τῶν θαλασσοδαρμένων,ἡ μάνα τῶν ὀρφανεμένων. Ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ εἶναι πονεμένη θρησκεία, ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς καρφώθηκε ἀπάνω στὸ ξύλο: κ᾿ ἡ μητέρα του ἡ Παναγία πέρασε κάθε λύπη σὲ τοῦτον τὸν κόσμο. Γι᾿ αὐτὸ καταφεύγουμε σὲ Κεiνη ποὺ τὴν εἴπανε οἱ πατεράδες μας τόσα και τόσα του κόσμου επίθετα: «Καταφυγή», «Σκέπη τοῦ κόσμου», «Γοργοεπήκοο», «Γρηγοροῦσα», «Ὀξεία ἀντίληψη», «Ἐλεοῦσα», «Ὁδηγήτρια»,«Παρηγορίτισσα» καὶ χίλια ἄλλα ὀνόματα,ποὺ δὲν βγήκανε ἔτσι ἁπλὰ ἀπὸ τὰ στόματα,ἀλλὰ ἀπὸ τὶς καρδιὲς ποὺ πιστεύανε καὶ ποὺ πονούσανε. Μονάχα στὴν Ἑλλάδα προσκυνιέται ἡ Παναγία μὲ τὸν πρεπούμενο τρόπο ἤγουν μὲ δάκρυα μὲ πόνο καὶ μὲ ταπεινὴ ἀγάπη.Γιατὶ ἡ Ἑλλάδα εἶναι τόπος πονεμένος, χαροκαμένος,βασανισμένος ἀπὸ κάθε λογῆς βάσανο.Κι᾿ ἀπὸ τούτη τὴν αἰτία τὸ ἔθνος μας στὰ σκληρὰ τὰ χρόνια βρίσκει παρηγοριὰ καὶ στήριγμα στὰ ἁγιασμένα μυστήρια της ὀρθόδοξης θρησκείας μας,καὶ παραπάνω ἀπὸ ὅλα στὸ Σταυρωμένο τὸ Χριστὸ καὶ στὴ χαροκαμένη μητέρα του,ποὺ πέρασε τὴν καρδιά της σπαθὶ δίκοπο.Σὲ ἄλλες χῶρες τραγουδᾶνε τὴν Παναγία μὲ τραγούδια κοσμικά,σὰν νἆναι καμιὰ φιληνάδα τους,μὰ ἐμεῖς τὴν ὑμνολογοῦμε μὲ κατάνυξη βαθειά,θαρρετὰ μὰ μὲ συστολή,μὲ ἀγάπη μὰ καὶ μὲ σέβας,σὰν μητέρα μας μὰ καὶ σὰν μητέρα τοῦ Θεοῦ μας.
Ἀνοίγουμε τὴν καρδιά μας νὰ τὴ δεῖ τί ἔχει μέσα καὶ νὰ μᾶς συμπονέσει. Ἡ Παναγία εἶναι ἡ πικραμένη χαρὰ τῆς Ὀρθοδοξίας,«τὸ χαροποιὸν πένθος»,«ἡ χαρμολύπη» μας,«ὁ ποταμὸς ὁ γλυκερὸς τοῦ ἐλέους»,«ὁ χρυσοπλοκώτατος πύργος καὶ ἡ δωδεκάτειχος πόλις».Ἡ ὑμνωδία τῆς ἐκκλησίας μας εἶναι ἕνας παράδεισος, ἕνα μυστικὸ περιβόλι ποὺ μοσκοβολᾶ ἀπὸ λογῆς-λογῆς μυρίπνοα ἄνθη,καὶ τὰ πιὸ μυρουδικά,τὰ πιὸ ἐξαίσια, εἶναι ἀφιερωμένα στὴν Παναγία.Ὅλος ὁ κόσμος θλίβεται μαζί της καὶ μαζί της χαίρεται μὲ μία χαρὰ πνευματική:«Ἐπὶ Σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη,πᾶσα ἡ κτίσις,ἀγγέλων τὸ σύστημα καὶ ἀνθρώπων τὸ γένος, ἡγιασμένε ναὲ καὶ παράδεισε λογικέ,παρθενικὸν καύχημα,ἐξ ἧς Θεὸς ἐσαρκώθη καὶ παιδίον γέγονεν ὁ πρὸ αἰώνων ὑπάρχων Θεὸς ἡμῶν».Ἀπορεῖς τί νὰ πρωτοδιαλέξεις ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ὑμνολογία τῆς Θεοτόκου!Θαρρεῖς πῶς ὁ ἀγέρας,τὰ βουνά,οἱ θάλασσες τῆς Ἑλλάδας,τὰ χωριὰ οἱ πολιτεῖες, γεμίσαvε εὐωδία πνευματικὴ ἀπ᾿ αὐτὸ «τὸ χρυσοῦν θυμιατήριον»,ἀπ᾿ αὐτὴ «τὴν μανναδόχον στάμνον ποὺ ἔχει μέσα «μύρον τὸ ἀκένωτον».Οἱ γυναῖκες μας εἶναι στολισμένες μὲ τὄνομά της,τὰ βουνά μας,οἱ κάμποι,τὰ νησιά,τ᾿ ἀκροθαλάσσια εἶναι ἁγιασμένα ἀπὸ τὰ ξωκκλήσια της,τὰ καράβια μας ἔχουν γραμμένο ἀπάνω στὴ μάσκα καὶ στὴν πρύμη τὸ γλυκύτατο τόνομά της.Ἀληθινὰ στὴν Ἑλλάδα μας «ἐπὶ Σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη,πᾶσα ἡ κτίσις»,«Γιὰ Σένα,χαίρεται ὅλη ἡ πλάση.
Σήμερα ποὺ κοιμήθηκες,θαρεῖς πὼς ἡ χαρὰ γίνηκε πιὸ μεγάλη,ἡ θλίψη ἄλλαξε σὲ ἀγαλλίαση, ἡ ἐλπίδα ζωήρεψε ἀντὶ νὰ ἀποσκιάσει καὶ πλημμύρησε τὶς καρδιές μας.Σήμερα τ᾿ ἀγέρι φυσᾶ γλυκύτερα στὰ κουρασμένα πρόσωπά μας,τὰ δέντρα σὰν νὰ γενήκανε πιὸ χλωρά,τ᾿ αὐγουστιάτικο κύμα σὰν νὰ ἀρμενίζει πιὸ δροσερὸ μέσα στὸ πέλαγο καὶ ἀφρίζει φουσκωμένο ἀπὸ χαρὰ μεγάλη,τὸ κάθε τί πανήγυριζει κι᾿ ἀγάλλεται... Ὤ!Τί θάνατος λοιπὸν εἶναι αὐτός,ποὺ γέμισε τὴν οἰκουμένη καὶ τὶς καρδές μας μὲ τὴ χαρὰ τῆς ἀθανασίας!Καὶ καλώτατα ψέλνει ὁ ὑμνωδὸς σήμερα:«Ἐν τῇ γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας,ἐν τῇ κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε. Μετέστης πρὸς τὴν ζωήν,μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς,καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν».Ἀληθινὰ λέγει καὶ σ᾿ ἕνα ἄλλο τροπάρι:«Τῇ ἀθανάτῳ σου κοιμήσει, Θεοτόκε, μῆτερ τῆς ζωῆς...».Ἀλλὰ τὸ ξαναλέγω.Τί νὰ πεῖ κανένας πρῶτα καὶ τί ὕστερα, ἀπὸ τὰ τόσα πνευματικὰ ὑμνολογήματα ποὺ προσφέρανε οἱ ὀρθόδοξες καρδιὲς στὴν Παναγία,στὸ «Ῥόδον τὸ ἀμάραντον»,ποὺ μοσκοβόλησε καὶ ἅγιασε τὴν καταβασανισμένη τὴν Ἑλλάδα! Τὴν ὑμνολογήσανε μὲ τὰ λόγια, μὲ τὴν ψαλμωδία,μὲ τὴ ζωγραφική,μὲ τὸ σκαλισμένο ξύλο,μὲ τ᾿ ἀσήμι,μὲ τὸ μάλαμα,μὲ τὸ κηρομάστιχο,μὲ κάθε τίμιο κι᾿ ἁγιασμέvο πράγμα ποὺ μπορεῖ νὰ χρησιμέψει στὸν ἄνθρωπο γιὰ vα μπορέσει vα δείξει τὴν ἀγάπη του,τὸ σέβας του,τὴ χαρά του,τὴν πίκρα του,κι᾿ ὅτι ἄλλο ἁγνὸ αἴσθημα ἔχει μέσα στὰ φύλλα τῆς καρδιᾶς του.
Τὸ νὰ πιάσει κανένας νὰ τὰ ἱστορήσει καταλεπτῶς,θὰ ἤτανε σὰν νάθελε vα μετρήσει τὸν ἄμμο τῆς θάλασσας; Γιὰ τοῦτο ἀνθολογᾶμε λιγοστὰ λουλούδια ἀπὸ τῆς ὑμνωδίας τὸ ἁγιόκλημα «εἰς ὀσμὴν εὐωδίας πνευματικῆς».Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα ἂς μεταγράψουμε λίγα λόγια ἀπὸ τὶς Καταβασίες τοῦ Ἀκαθίστου ὕμνου «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου»,ποὺ εἶναι τὸ βυζαντινώτατο,ὅλη ἡ Κωνσταντιούπολη πνευματικὰ πανηγυρίζουσα.Στοχασθεῖτε καλὰ ἐκείνη τὴν ἐξαίσια γ´ ᾠδὴ ποὺ λέγει:«Τοὺς σοὺς ὑμνολόγους Θεοτόκε,ὡς ζῶσα καὶ ἄφθονος πηγή,θίασον συγκροτήσαντας πνευματικόν,στερέωσον καὶ ἐν τῇ θείᾳ δόξῃ σου στεφάνων δόξης ἀξίωσον».Οὐράνια ἀπηχήματα!:«Τοὺς ὑμνολόγους σου,Θεοτόκε,ποὺ συγκροτήσανε ἕναν πνευματικὸ θίασο,στερέωσέ τους,Ἐσὺ ποὺ εἶσαι ζωντανὴ ὡς ἄφθονη πηγή.Καὶ μὲ τὴ θεία δόξα σου,ἀξίωσέ τους νὰ φοσέσουνε τῆς δόξας τὰ στέφανα»,Ἀμὴ ἡ θ´ ᾠδὴ ποὺ λέγει:«Ἅπας γηγενὴς σκιρτάτω τῷ πνεύματι λαμπαδουχούμενος· πανηγυριζέτω δὲ ἀΰλων νόων φύσις, γεραίρουσα τὰ ἱερὰ θαυμάσια τῆς θεομήτορος,καὶ βοάτω,Χαίροις, παμμακάριστε Θεοτόκε,ἁγνή, ἀειπάρθενε».Ἀμὴ ἐκείvα τὰ πανηγυρικὰ αὐτόμελα ποὺ ψέλνουνε στὸν ἑσπερινὸ τῆς Κοιμήσεως, μὲ μέλος θριαμβευτικὸ καὶ μὲ πνευματικὴ μεγαλοπρέπεια!Ποιὸς χριστιανὸς Πίνδαρος τὰ σύνθεσε,Πίνδαρος ἁγιασμένος!«Ὢ τοῦ παραδόξου θαύματος!ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς ἐν μνημείῳ τίθεται, καὶ κλίμαξ πρὸς oυραvὸv ὁ τάφος γίνεται!Εὐφραίνου Γεθσημανή,τῆς Θεοτόκου τὸ ἅγιον τέμενος.Βοήσωμεν οἱ πιστοί,τὸν Γαβριὴλ κεκτημένοι ταξίαρχον: Κεχαριτωμένη, χαῖρε,μετά σου ὁ Κύριος,ὁ παρέχων τῷ κόσμῳ διὰ σοῦ τὸ μέγα ἔλεος.». Ποταμὸς μέγας καὶ βουερὸς ἀναβρύζει καὶ μᾶς δροσίζει, καὶ πίνουνε νερὸ δροσερὸ ψυχὲς ξερὲς καὶ διψασμένες!Κύτταξε πάθος καὶ μεράκι ποὺ ξελοχίζει ἀπὸ καιγόμενη καρδιά!
Ὁ ὑμνωδός, ἀντὶ νὰ κλάψει γιὰ τὴν Παναγία ποὺ εἶναι μπροστά του ξαπλωμένη ἀπάνω στὴν κλίνη της,τυλιγμένη μὲ τὸ μαφόρι της μὲ κλεισμένα τὰ μάτια της ποὺ δίνανε παρηγοριὰ στὴν ἀνθρωπότητα,μὲ σταυρωμένα τὰ ἄχραντα χέρια της,ποὺ βαστάξανε τὸν Χριστὸ καὶ τὸν ἀναθρέψανε,πεθαμένη σὰν τὸν κάθε ἄνθρωπο,ἀντὶς λέγω νὰ κλάψει, ἀφοῦ πρῶτα ἀπορεῖ πῶς ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς κείτεται στὸ μνῆμα,μονομιᾶς κράζει μὲ δάκρυα στὰ μάτια,πλὴν δάκρυα χαρᾶς:«Εὐφραίνου Γεθσημανή,ποὺ ἔχεις θησαυρισμένο τὸ ἅγιο σκήνωμα τῆς Θεοτόκου.».Κ᾿ ὕστερα στρέφει στοὺς χριστιανοὺς ποὺ εἶναι μέσα στὴν ἐκκλησία καὶ τοὺς λέγει μὲ τὸν ἴδιο πνευματικὸ οἶστρο.«Ἂς κράξουμε ὅλοι μαζὶ στὴν Παναγία, ἔχοντας γιὰ πρωτοψάλτη τὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ,ποὺ τὴ χαιρέτισε μὲ τὰ ἴδια λόγια κατὰ τὴ χαρoύμενη,μέρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ κι᾿ ἂς ποῦμε: «Κεχαριτωμένη,χαῖρε,μαζί σου εἶναι ὁ Κύριος,ποὺ δωρίζει στὸν κόσμο μὲ ἐσένα, τὸ μέγα ἔλεος».Θάνατος δὲν ὑπάρχει ἐδῶ πέρα ποῦ εἶναι ἡ μητέρα τῆς Ζωῆς;Κι᾿ οὔτε μοιρολόγια καὶ ξόδια θρηνητερά,παρὰ χαρὰ ἀνεκλάλητη,γάμος πνευματικός, τράπεζα ἁγιασμένη ποὺ ἔχει ἀπιθωμένον ἀπάνω της τὸν ἄρτο τῆς ζωῆς καὶ τὸ κρασὶ τῆς ἀθανασίας,καὶ πίνουνὲ οἱ χριστιανοὶ καὶ μεθᾶνε ἕνα μεθύσι ἅγιο, ἁγνό, ἄμωμο καὶ δὲν βρίσκονται πιὰ μπροστὰ σἕνα λείψανο ποὺ τὸ κηδεύουνε,ἀλλὰ βρίσκονται στὴ Ναζαρέτ,στὸ σπίτι τὸ χαρούμενο καὶ τὸ μοσκοβολημένο ἀπὸ τὴν παρθενικὴ εὐωδία τῆς Παναγίας,τότε ποὺ ἤτανε δεκάξη χρονῶν,κατὰ κείνη τὴν ἡμέρα πὤγινε ὁ Εὐαγγελισμός, καὶ κράζουνε γηθόσυνα οἱ λιγόζωοι οἱ ἄνθρωποι σὰ νάναι ἀθάνατοι,μαζὶ μὲ τὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ:«Κεχαριτωμένη,χαῖρε,μετὰ σοῦ ὁ Κύριος!».Ἡ Κοίμησις γίνεται Εὐαγγελισμός,ἡ θλίψη μεταλλάζεται σὲ χαρά!Ναί,Δὲν ὑπάρχει ἀληθινὴ χαρά,παρὰ μονάχα στὸ Χριστὸ κι᾿ αὐτὴ ἡ χαρὰ εἶναι ἕνα ἀμάραντο λουλούδι,πὤχει τὴ ρίζα του στὸν πόνο.
Οἱ ἄλλες οἱ χαρὲς εἶναι χαρὲς ψεύτικες, χωρὶς ρίζα.«Ἡ γυνὴ ὅταν τίκτῃ,λύπην ἔχει,ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα αὐτῆς. Ὅταν δὲ γεννήσῃ τὸ παιδίον,οὐκέτι μνημονεύει τῆς θλίψεως,διὰ τὴν χαρὰν ὅτι ἐγεννήθη ἄνθρωπος εἰς τὸν κόσμον.Καὶ ὑμεῖς οὖν λύπην μὲν νῦν ἔχετε· πάλιν δὲ ὄψομαι ὑμᾶς, καὶ χαρήσεται ὑμῶν ἡ καρδία καὶ τὴν χαρὰν ὑμῶν οὐδεὶς αἴρει ἀφ᾿ ὑμῶν».Τὰ μάτια μου εἶναι θολωμένα ἀπὸ τὰ δάκρυα τώρα ποὺ γράφω αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ μας.Αὐτὰ τὰ λίγα λόγια τὰ φύλαξε ἡ ἀνθρωπότητα στὴν καρδιά της καὶ μ᾿ αὐτὰ κλαίγει καὶ μ᾿ αὐτὰ χαίρεται.Αὐτὰ τὰ λόγια γενήκανε θεμέλιο τῆς Ὀρθοδοξίας, καὶ μεταλλαχτήκανε σὲ λογῆς-λογῆς ἁγιασμένα αἰσθήματα καὶ βγήκανε ἀπὸ τὶς καιόμενες καρδιὲς τῶν ἁγίων ἀνθρώτων καὶ εὐωδιάσανε τὸν κόσμο.Ἀπὸ τὸν ἕναν γινήκανε ὕμνοι, ἀπὸ τὸν ἄλλον εἰκονίσματα, σὲ ἄλλον γινήκανε προσευχή,σὲ ἄλλον ψαλμός,σὲ ἄλλον ἐκκλησιὰ μὲ κουμπέδες καὶ μὲ ἁγιατράπεζα,σὲ ἄλλον θυσία τοῦ μάταιου κόσμου καὶ βουβὴ κατάνυξη. Αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ σταθήκανε πηγὴ καὶ ἔμπνευση καὶ γιὰ τὸ θρηνητικὸ ἀηδόνι τῆς ἔρημος,θέλω νὰ πῶ γιὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τῆς Κλίμακος,σὲ ὅσα ἔγραψε γιὰ τὸ «Χαροποιὸν πένθος»:«Ὅποιος κλαίγει,λέγει αὐτὸς ὁ ἅγιος,καὶ πικραίνεται γιὰ τὸν Θεό,ἐκεῖνος ἀξιώνεται νὰ δεῖ στὴν ψυχή του τὴν oυράνια καὶ θεία παρηγοριά.
Κι᾿ αὐτὴ ἡ οὐράνια παρηγοριὰ εἶναι κάποια ἀνακούφιση καὶ θεϊκὴ ἀλάφρωση,ποὺ παρηγορᾶ τὴν πονεμένη καὶ πικραμένη ψυχή,ὁποῦ θλίβεται γιατὶ χωρίσθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ τὶς ἁμαρτίες της.Καὶ τούτη ἡ χαριτωμένη βοήθεια ἀλλάζει τὰ πονεμένα δάκρυα τῆς ψυχῆς,ποὺ εἶναι καταφαρμακωμένη,σὲ κάποια παρηγοριὰ θαυμαστή.Ὅποιος πορεύεται μ᾿ αὐτὴ τὴ λύπη τοῦ Θεοῦ,αὐτὸς ἀκατάπαυστα γιορτάζει κάθε μέρα κι᾿ ἀγάλλεται ἡ ψυχή του.Τοῦτο τὸ ἅγιο καὶ θεάρεστο κλάψιμο εἶναι μία λύπη ἀλησμόνητη τῆς ψυχῆς,μιὰ ὄρεξη πονεμένης καρδιᾶς,ποὺ γυρεύει μὲ μεγάλη θέρμη τὸν Θεὸ ὁποῦ τὸν ἐπιθυμὰ πάντα της.
Ἐγώ, λογιάζο λοιπὸν καλὰ τὴ χαριτωμένη καὶ τὴν ἥμερη καὶ τὴν ἅγια λύπη, ποὺ κάνει τὴν ψυχή σου vα θλiβεται ἀντάμα καὶ νὰ χαίρεται.
Κράτα ντας καλὰ τὴν ἐνέργεια τούτη τῆς ἅγιας κατάνυξης, ξεσταίνουμαι καὶ θαυμάζω, πὼς ἐτοῦτο ποὺ λέγεται κλάψιμο καὶ λύπη,
καὶ ποὺ φαίνεται πολὺ πικρὸ κι᾿ ἀβάσταχτο, ἔχει μέσα του πλεγμένη καὶ σμιγμένη τὴ χαρά, καὶ τὴν εὐφροσύνη,
ὅπως εἶναι σμιγμένο τὸ κερὶ μὲ τὸ μέλι στὴν μελόπητα.
Καὶ σέρνει ἐκείνους ποὺ τὴν ἀξιωθήκανε μὲ πόθο μεγάλον καὶ μὲ πολλὴν ἀγάπη, καὶ φοβοῦνται νὰ μὴν τὴν χάσουνε,
καὶ τὴν φυλάγουνε περισσότερο ἀπ᾿ ὅσο φυλάγουνε οἱ ἄλλοι ἄνθρωποι τ᾿ ἀκριβὰ πετράδια καὶ τ᾿ ἀσημοχρύσαφα.
Εἶναι μιὰ ἥμερη χαρὰ κ᾿ ἕνα θεϊκὸ χάρισμα μὲ τὸ ὁποῖο στολίζει ὁ Θεὸς τοὺς φίλους του, καὶ κάνει νὰ ἔχουνε μίαν ἀληθιvὴ χαρὰ καὶ ὄρεξη γιὰ τὸν Θεό,
ποὖναι συντροφιασμένη μὲ κάποια θεραπευτικὴ λύπη ὁποῦ δὲν ἔχει μέσα της καμιὰ σαρκικὴ ἀγάπη,
παρὰ μονάχα μιὰ παρηγοριὰ ἀγγελικὴ καὶ οὐράνια,
μὲ τὴν ὁποία παρηγορᾶ ὁ Θεὸς κρυφὰ ἐκείνους ποὺ συντρίβουνε μὲ πόνο καὶ μὲ ταπείνωση τὴν καρδιά τους.».
Ἄμποτε νὰ τὴν ἀξιωθοῦμε κ᾿ ἐμεῖς, μὲ τὴ χάρη τῆς Παναγίας ποὺ γιορτάζουμε σήμερα.
Ἀμήν!
Φώτης Κόντογλου
Η ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος καὶ τὸ Mυστήριο τῆς Ἐκκλησίας
Τὶ ἐμποδίζει τὴν δράση τῆς θείας Χάριτος
Αρχικά, ἡ 15η Αὐγούστου ἦταν ἡ μοναδικὴ μέσα στὸ Λειτουργικὸ Ἔτος Ἑορτὴ τῆς Θεοτόκου, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Ἐκκλησία ἤθελε νὰ θυμᾶται καὶ νὰ τιμᾶ τὸ ὅλο μυστήριό Της. Ἀνέκαθεν, ἐπίσης, στὴν Θεία Λειτουργία τῆς Ἑορτῆς αὐτῆς διαβάζεται ἡ Εὐαγγελικὴ περικοπὴ γιὰ τὴν Μάρθα καὶ τὴν Μαρία (Λουκ. ι΄ 38-42 καὶ ια΄ 27-28).
Στὴν συνέχεια, οἱ Θεομητορικὲς Ἑορτὲς πολλαπλασιάστηκαν στὴν διάρκεια τοῦ Λειτουργικοῦ Ἔτους, κάθε φορὰ ὅμως διαβάζεται τὸ ἴδιο Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα. Αὐτὸ ἴσως μᾶς ἐκπλήσσει.
Ὁ λόγος, γιὰ τὸν ὁποῖο ἐπιλέγεται αὐτὴ ἡ περικοπή, παράξενος σὲ πρώτη ματιά, ἀλλὰ βαθύτατα παραδοσιακός, εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία, ἡ καλύτερη ὁδηγός μας στὴν ἑρμηνεία τῶν Γραφῶν, διέκρινε ὅτι τὸ ἀνάγνωσμα αὐτὸ μᾶς μεταφέρει μιὰ διδασκαλία ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ καὶ ὑλοποιεῖται κατὰ τὸν τελειότερο καὶ πληρέστερο τρόπο στὸ πρόσωπο τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ.
Στὴν μορφὴ τῆς Μαρίας ἀπὸ τὴν Βηθανία καὶ στὰ λόγια ποὺ τῆς ἀπηύθυνε ὁ Χριστός, ἡ Ἐκκλησία διεῖδε τὴν ἀποκάλυψη τοῦ μεγαλείου τῆς Παρθένου: ἂν ἔγινε Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἂν δέχθηκε αὐτὸ τὸ ἀξίωμα ποὺ τὴν ἀνέβασε ὑπεράνω ὅλων τῶν ἄλλων κτισμάτων, εἶναι ἐπειδὴ ἄκουσε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ ὑπάκουσε σ᾿ αὐτόν.
Ὑποδεχόμενη τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ ποὺ Τῆς ἀπηύθυνε ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ, ἡ Μαρία συνέλαβε τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ αὐτή Της τὴν ὑπακοὴ ἔγινε τὸ ὄργανο τῆς σωτηρίας ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας. Ἀντιπαραθέτοντας τὴν στάση τῆς Μαρίας σὲ ἐκείνη τῆς Μάρθας, ἡ Εὐαγγελικὴ αὐτὴ περικοπὴ μᾶς παρουσιάζει τὸν χαρακτῆρα τῶν δωρημάτων τοῦ Θεοῦ καί, κυρίως, τοῦ πρωταρχικοῦ Του δωρήματος, ποὺ εἶναι ἡ Σάρκωση τοῦ Λόγου στὰ σπλάγχνα τῆς Παναγίας.
Ἡ Σάρκωση τοῦ Λόγου προσφέρθηκε στὴν ἀνθρωπότητα ἐντελῶς δωρεάν, δῶρο τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ Πατρός. Καὶ στὴν προσφορὰ αὐτὴ πρέπει νὰ ἀνταποκρινόμαστε καὶ ἐμεῖς, ὄχι ὅμως μεριμνώντας ὅπως ἡ Μάρθα. Ἡ Παρθένος Μαρία δὲν ἔγινε Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἐπειδὴ πολλαπλασίασε τὴν δράση της, ἀλλὰ ἐπειδὴ προσηλώθηκε στὴν ἀκοὴ τοῦ λόγου καὶ συναίνεσε σ᾿ αὐτόν.
Ἐκφράζοντας ὁ Χριστὸς τὴν προτίμησή Του στὴν στάση τῆς Μαρίας ἔναντι ἐκείνης τῆς Μάρθας, αὐτὸ ποὺ καταδικάζει δὲν εἶναι ἡ δραστηριότητα τῆς Μάρθας αὐτὴ καθεαυτή, διότι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ ὑλοποιεῖται καὶ μὲ ἔργα, πρᾶγμα ποὺ ὑπονοεῖ κάποια δραστηριότητα ἀπὸ μέρους μας, ἀλλὰ εἶναι ὅτι στὴν περίπτωση τῆς Μάρθας ἡ δραστηριότητα αὐτὴ δὲν ρυθμιζόταν ἀπὸ τὴν ἀκρόαση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ λειτουργοῦσε ὡς αὐτοσκοπός.
Ἡ Μάρθα ἦταν σὲ ἔνταση, προβληματισμένη καὶ βυθισμένη στὴν πολυπραγμοσύνη. Αὐτὸ ποὺ ψέγει ὁ Χριστὸς σ᾿ αυτὴν –καὶ μὲ πολλὴ γλυκύτητα πράγματι– δὲν εἶναι ἡ διακονία της, ἀλλὰ ἡ πολυδιάσπαση, ἡ ταραχή, ἡ σύγχυση ποὺ δείχνει. Ἡ Μάρθα εἶναι ἐδῶ ἡ εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἔχει πολλὴ ἐμπιστοσύνη στὸν ἑαυτό του, στὰ ὅσα κάνει, καὶ ποὺ παρεμποδίζει ἔτσι τὴν δράση τῆς θείας Χάριτος.
Στὴν διήγηση τῆς συνάντησης τοῦ Ἰησοῦ μὲ τὴν Μάρθα καὶ τὴν Μαρία, ἔχουν προστεθεῖ μερικοὶ στίχοι ποὺ ἀναφέρονται σὲ μιὰ ἄλλη στιγμὴ τῆς ζωῆς τοῦ Ἰησοῦ (Λουκ. ια΄ 27-28), καὶ οἱ ὁποῖοι μποροῦν νὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ ἐφαρμόσουμε στὸν ἑαυτό μας τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ.
Ἐνῶ μιλοῦσε ὁ Ἰησοῦς, μιὰ γυναίκα μέσα ἀπὸ τὸν ὄχλο φώναξε: «Μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καὶ μαστοὶ οὓς ἐθήλασας»! Ἀλλά, ὁ Ἰησοῦς ἀπάντησε: «Μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσοντες αὐτόν»!
Πράγματι, ἀκούγοντας καὶ συναινώντας στὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, γεννοῦμε τὸν Χριστὸ μέσα μας καὶ Τοῦ ἐπιτρέπουμε νὰ μᾶς μεταμορφώσει πραγματικὰ ἐν Αὐτῷ. Ἀσφαλῶς ἀπὸ τὸ Βάπτισμά μας καὶ μετὰ ἔχουμε μπολιαστεῖ στὸ ἀναστημένο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἀπ᾿ ὅπου ἐκπορεύεται τὸ θεῖο πῦρ τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τῆς Θεότητος.
Μὲ ἀφετηρία αὐτό, πρέπει νὰ ἀφήνουμε τὸν Χριστὸ νὰ ἑνώνει τὶς ἐνέργειές Του μὲ τὶς δικές μας, νὰ διεισδύει, νὰ μᾶς σφραγίζει ὅλο καὶ περισσότερο, μέχρις ὅτου τελικὰ Αὐτὸς μόνο νὰ ἐνεργεῖ μέσα μας.
Μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια λέμε ὅτι γεννοῦμε τὸν Χριστὸ μέσα μας καὶ συνεπῶς μετέχουμε στὸ μυστήριο τῆς θείας μητρότητος τῆς Θεοτόκου.
Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς μπόρεσε νὰ πεῖ, ἐν πάσῃ ἀληθείᾳ, σὲ μιὰ ἄλλη περίσταση: «Μήτηρ μου καὶ ἀδελφοί μου οὗτοί εἰσιν οἱ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ ἀκούοντες καὶ ποιοῦντες αὐτὸν» (Λουκ. η΄ 21).
Στὸν ἐν ἡμῖν καὶ ἐν τῷ κόσμῳ Πατέρα, Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰώνας. Ἀμήν! * π. Πλακίδας Deseille, Ἡ θέα τοῦ Ἀκτίστου, σελ. 129-132, ἐκδόσεις «Ἔαρ», Ἰούλιος 2020. Ἐπιμέλ. ἡμετ. Αναδημοσίευση εκ του ιστολογίου της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής εδώ.
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ: ΕΓΚΩΜΙΟΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
Τι είναι αυτό το μυστήριο το μέγα, που συντελείται γύρω από το πρόσωπό σου, ιερή Μητέρα και Παρθένε;
«Ευλογημένη σύ εν γυναιξί και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας σου».
Όσο υπάρχουν άνθρωποι θα σε μακαρίζουν, γιατί μονάχα Συ είσαι άξια για μακαρισμό!
Και να που όλες οι γενιές Σε μακαρίζουν.
Εσένα είδαν οι θυγατέρες της Ιερουσαλήμ, δηλαδή της Εκκλησίας, και σε μακάρισαν οι βασίλισσες,
δηλαδή οι ψυχές των δικαίων, και θα σε υμνούν αιώνια.
Γιατί Συ είσαι ο θρόνος ο βασιλικός, στον οποίον παραστέκονται Άγγελοι κοιτάζοντας
τον Βασιλέα και Δημιουργό να κάθεται επάνω του.
Συ έγινες Εδέμ νοητή, πιο ιερή και πιο θεϊκή από την παλιά.
Γιατί σ' εκείνη την Εδέμ έμεινε ο Αδάμ ο γήϊνος, ενώ σ' Εσένα ο Κύριος του ουρανού.
Εσένα προεικόνισε η κιβωτός, γιατί Συ γέννησες τον Χριστό, τη σωτηρία του κόσμου,
που καταπόντισε την αμαρτία και κατασίγασε τα κύματά της.Εσένα προεικόνισε η βάτος.
Εσένα είχαν επιγράψει προφητικώς οι θεοχάρακτες πλάκες.
Εσένα προζωγράφισε η κιβωτός του Νόμου κι Εσένα είχαν φανερά προτυπώσει
η στάμνα η χρυσή και η λυχνία και η τράπεζα και η ράβδος του Ααρών
που 'χε βλαστήσει.
Από Σένα προήλθε η φλόγα της θεότητος, το μέτρο και ο Λόγος του Πατρός, το γλυκύτατο και ουράνιο μάννα, το όνομα το απερίγραπτο και πάνω απ' όλα τα ονόματα, το φως το αιώνιο και απρόσιτο, ο άρτος της ζωής ο ουράνιος, ο καρπός που δεν γεωργήθηκε, αλλά βλάστησε από Σένα με σώμα ανθρώπινο.
Εσένα δεν προμηνούσε το καμίνι που έβγαζε φωτιά και ταυτόχρονα δρόσιζε αλλά και έκαιγε κι ήταν αντίτυπο της θείας φωτιάς που μέσα Σου κατοίκησε; Παρά λίγο όμως θα ξεχνούσα τη σκάλα του Ιακώβ. Τι δηλαδή; Δεν είναι φανερό σε όλους ότι Εσένα προεικόνιζε κι ήταν προτύπωσή Σου;
Όπως ο Ιακώβ είχε δει τις άκρες της σκάλας να ενώνουν τον ουρανό με τη γη και να ανεβοκατεβαίνουν σ' αυτήν άγγελοι, έτσι κι Εσύ ένωσες αυτά που ήσαν πριν χωρισμένα, αφού μπήκες στη μέση Θεού και ανθρώπων κι έγινες σκάλα, για να κατεβεί σ' εμάς ο Θεάς, που πήρε το αδύναμο προζύμι μας και το ένωσε με τον εαυτό Του κι έκανε τον ανθρώπινο νου να βλέπει τον Θεό.
Πού θα αποδώσουμε ακόμη τα κηρύγματα των Προφητών; Σ' Εσένα, αν θέλουμε να δείξουμε ότι είναι αληθινά! Γιατί, ποιό είναι το Δαυϊτικό μαλλί του προβάτου που πάνω του έπεσε σαν βροχή ο Υιός του Θεού, που είναι συνάναρχος με τον Πατέρα; Δεν είσαι Συ ολοφάνερα; Ποιά είναι επίσης η παρθένος που ο Ησαΐας προορατικώς προφήτευσε ότι θα συλλάβει και θα γεννήσει Υιόν, δηλ. τον Θεό που είναι μαζί μας;
Και ποιό είναι το βουνό του Δανιήλ, από το οποίο κόπηκε πέτρα, αγκωνάρι, χωρίς να υποκύψει σε ανθρώπινο εργαλείο; Ας έρθει ο Ιεζεκιήλ ο θεϊκότατος κι ας δείξει την κλειστή πύλη που πέρασε από μέσα της μόνο ο Κύριος και παραμένει κλειστή.Εσένα, λοιπόν, κηρύττουν οι Προφήτες.
Εσένα διακονούν οι Άγγελοι και υπηρετούν οι Απόστολοι. Εσένα σήμερα, καθώς αναχωρούσες πρός τον Υιό Σου, περιτριγύριζαν ψυχές Δικαίων και Πατριαρχών και το άπειρο πλήθος των θεοφόρων Πατέρων, που συγκεντρώθηκαν από τα πέρατα της γης, σαν μέσα σε σύννεφο, ψάλλοντας ύμνους ιερούς σ' Εσένα, την πηγή του ζωαρχικού σώματος του Κυρίου, πλημμυρισμένοι από τα θεία συναισθήματα.
Ώ, πώς η πηγή της ζωής μεταφέρεται πρός την ζωή διά μέσου του θανάτου! Πώς να ονομάσουμε το μυστήριο τούτο που σχετίζεται μ' Εσένα; Θάνατο; Μα, αν και η πανίερη και μακαρία ψυχή Σου χωρίζεται από το αμίαντο σώμα Σου και αυτό το σώμα Σου παραδίδεται στήν ταφή, όμως δεν παραμένει στό θάνατο κι ούτε διαλύεται από τη φθορά. Όπως ο ήλιος, ο ολόλαμπρος και πάντα φωτεινός, όταν σκεπαστεί για λίγο από το σώμα της σελήνης, φαίνεται σαν να χάνεται και το σκοτάδι να παίρνει τη θέση της λάμψης του, μα αυτός δεν χάνει το φως του, αλλά έχει μέσα του την πηγή του φωτός.
Έτσι κι Εσύ, αν και καλύπτεσαι σωματικά από τον θάνατο για κάποιο χρονικό διάστημα, εντούτοις αναβλύζεις πλούσια, καθαρά κι ατελείωτα τα νάματα του θείου φωτός και της αθάνατης ζωής, ποταμούς χάριτος και πηγές ιαμάτων.Εσύ άνθισες σαν δένδρο γλυκύτατο κι είναι ο καρπός Σου ευλογία στό στόμα των πιστών! Γι' αυτό και δεν θα ονομάσω θάνατο την ιερή μετάστασή Σου, αλλά κοίμηση ή αποδημία ή ενδημία, για να εκφρασθώ καλύτερα, αφού, φεύγοντας από την κατοικία του σώματος, πηγαίνεις να κατοικήσεις στα καλύτερα, στα δεξιά του θρόνου του Υιού Σου.
Άγγελοι μαζί με Αρχαγγέλους Σε μεταφέρουν από τη γη στούς ουρανούς. Καθώς περνάς ευλογείται ο αέρας και ο αιθέρας καθαγιάζεται. Χαίροντας υποδέχεται ο ουρανός την ψυχή Σου. Σε προϋπαντούν οι ουράνιες δυνάμεις με ύμνους ιερούς και τελετή χαρμόσυνη: «τις αύτη η αναβαίνουσα λελευκανθισμένη, εγκύπτουσα ὡσεί όρθρος;».
Είσαι ωραία, λένε οι ουράνιες δυνάμεις, σαν το φεγγάρι, κι όλα τα Χερουβείμ εκπλήσσονται και τα Σεραφείμ Σε δοξάζουν, Εσένα που δεν ανέβηκες μονάχα ως τον ουρανό, σαν τον προφήτη Ηλία, ούτε μονάχα μέχρι τον τρίτο ουρανό, σαν τον απόστολο Παύλο, αλλά έφτασες μέχρις αυτόν τον θρόνο του Υιού Σου και στέκεις κοντά Του με πολλή κι ανείπωτη παρρησία.
Έγινες λοιπόν ευλογία για όλον τον κόσμο, αγιασμός για το σύμπαν, άνεση για τους κουρασμένους, παρηγοριά για τους πενθούντες, θεραπεία για τους αρρώστους, λιμάνι για τους θαλασσοδαρμένους, συγχώρηση για τους αμαρτωλούς, παρηγοριά για τους λυπημένους, πρόθυμη βοήθεια για όλους που σε επικαλούνται, αρχή και μέση και τέλος όλων των αγαθών που ξεπερνούν τον νου μας.
''Η Παναγία είναι η πικραμένη χαρά της Ορθοδοξίας, «το χαροποιόν πένθος», «η χαρμολύπη» μας, «ο ποταμός ο γλυκερός του ελέους», «ο χρυσοπλοκώτατος πύργος και η δωδεκάτειχος πόλις». Η υμνωδία της εκκλησίας μας είναι ένας παράδεισος, ένα μυστικό περιβόλι που μοσκοβολά από λογής λογής μυρίπνοα άνθη, και τα πιο μυρουδικά, τα πιο εξαίσια, είναι αφιερωμένα στην Παναγία.
Όλος ο κόσμος θλίβεται μαζί της και μαζί της χαίρεται με μια χαρά πνευματική: «Επί Σοι χαίρει, Κεχαριτωμένη, πάσα η κτίσις, αγγέλων το σύστημα και ανθρώπων το γένος, ηγιασμένε ναέ και παράδεισελογικέ, παρθενικόν καύχημα, εξ ης Θεός εσαρκώθη και παιδίον γέγονεν ο προ αιώνων υπάρχων Θεός ημών». Απορείς τι να πρωτοδιαλέξεις απ' αυτή την υμνολογία της Θεοτόκου!Θαρρείς πως ο αγέρας, τα βουνά, oι θάλασσες της Ελλάδας, τα χωριά oι πολιτείες, γεμίσαvε ευωδία πνευματική απ' αυτό «το χρυσούν θυμιατήριον», απ' αυτή «την μανναδόχον στάμνον που έχει μέσα «μύρον το ακένωτον».
Οι γυναίκες μας είναι στολισμένες με τ' όνομά της, τα βουνά μας, οι κάμποι, τα νησιά, τ' ακροθαλάσσια είναι αγιασμένα από τα ξωκκλήσια της, τα καράβια μας έχουν γραμμένο απάνω στη μάσκα και στην πρύμη το γλυκύτατο τ' όνομά της. Αληθινά στην Ελλάδα μας «επί Σοι χαίρει, Κεχαριτωμένη, πάσα η κτίσις». «Για Σένα, χαίρεται όλη η πλάση. Σήμερα που κοιμήθηκες, θαρρείς πως η χαρά γίνηκε πιο μεγάλη, η θλίψη άλλαξε σε αγαλλίαση, η ελπίδα ζωήρεψε αντί να αποσκιάσει και πλημμύρησε τις καρδιές μας.
Σήμερα τ' αγέρι φυσά γλυκύτερα στα κουρασμένα πρόσωπά μας, τα δέντρα σαν να γενήκανε πιο χλωρά, τ' αυγουστιάτικο κύμα σαν να αρμενίζει πιο δροσερό μέσα στο πέλαγο και αφρίζει φουσκωμένο από χαρά μεγάλη, το κάθε τι πανηγυρίζει κι' αγάλλεται..'' Φώτης Κόντογλου
Πώς υποδέχθηκε ο ουρανός Αυτήν που έγινε πλατύτερη απ' αυτόν;
Και πώς
ο τάφος δέχθηκε Αυτήν που δέχθηκε μέσα Της τον Θεό;
Ώ,
μνήμα ιερό και θαυμαστό και σεβάσμιο και προσκυνητό, που και τώρα το περιποιούνται Άγγελοι,
παρευρισκόμενοι με πολύν σεβασμό και φόβο, και άνθρωποι που έρχονται σ' αυτό με πίστη,
τιμώντας το, προσκυνώντας το, φιλώντας το με μάτια και χείλια και με πόθο ψυχής, αντλώντας πλούτο αγαθών.
Εμπρός, λοιπόν, ας ταξιδέψουμε νοερά μακριά απ' τη ζωή αυτή μαζί με την Παρθένο που φεύγει απ' τη γη αυτή.
Ελάτε όλοι με πόθο καρδιακό, ας κατεβούμε στον τάφο μαζί με την Παρθένο που κατέρχεται σ' αυτόν.
Ας παρασταθούμε ολόγυρα στό ιερότατο κρεβάτι της.
Ας ψάλλουμε ύμνους ιερούς, τέτοια περίπου λέγοντας μελωδικά άσματα:
«Χαίρε Κεχαριτωμένη, ο Κύριος μετά σου.
Χαίρε αμνάς που γέννησες τον Αμνό του Θεού.
Χαίρε Συ που είσαι πάνω από τις αγγελικές δυνάμεις.
Χαίρε η δούλη και Μητέρα του Θεού.
Αμήν.
Άγιος Ιωάννης Δαμασκηνός
Πέμπτη 21 Αυγούστου 2025
ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': ΤΑΠΕΙΝΟΣ ΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
1. Προσευχή
᾿Αγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί·
Τέκνα φωτόμορφα τῆς ᾿Εκκλησίας καί τῆς Θεοτόκου·
Νικημένοι ἀπὸ τὸν ἱερὸ πόθο νὰ ἀνυμνήσωμε τὴν ῎Αχραντο Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἂς ἀρχίσωμε τὸ τόλμημά μας αὐτὸ μὲ τὴν ἁγία προσευχὴ τῆς ᾿Εκκλησίας μας: «Τείχισόν μου τὰς φρένας, Σωτήρ μου· τὸ γὰρ τεῖχος τοῦ κόσμου ἀνυμνῆσαι τολμῶ, τὴν ἄχραντον Μητέρα Σου... Σὺ οὖν μοι δώρησαι γλῶτταν, προφοράν, καὶ λογισμὸν ἀκαταίσχυντον· πᾶσα γὰρ δόσις ἐλλάμψεως παρὰ Σοῦ καταπέμπεται, Φωταγωγέ, ὁ μήτραν οἰκήσας ἀειπάρθενον».
2. ῎Οχι πένθος, ἀλλά χαρά ᾿Αδελφοί μου Χριστιανοί·
Η εὔσημος καὶ κλητὴ ἡμέρα τῆς ἁγίας καὶ ζωηφόρου Μεταστάσεως τῆς Παντάνασσας Θεοτόκου, «πεποικιλμένη τῇ θείᾳ δόξῃ», καλεῖ καὶ πάλιν τὸν θεόφρονα δῆμο τῶν ᾿Ορθοδόξων σὲ παγκόσμια ἑορτὴ καὶ πανήγυρι. ῎Ας μὴ δοθῆ χῶρος στὸ πένθος καὶ στὰ δάκρυα, «θυμήρης γὰρ καὶ οὐ πενθήρης ἡ παροῦσα πανήγυρις». Στὴν φαεινὴ λυχνία τοῦ ἀΰλου πυρός, στὴν ἀληθινὴ καὶ ἔμψυχο κιβωτὸ τοῦ Θεοῦ, στὴν παμβασιλίδα Θεόπαιδα, στὸ σκήνωμα τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ, στὸν ἔμψυχο καὶ ζωντανὸ οὐρανὸ τοῦ Παντάνακτος, ἁρμόζουν χαρμόσυνα ἄσματα καὶ τιμὲς Θεομητροπρεπεῖς. ῾Η ἱερογενὴς Παρθένος ἐκοιμήθη κατὰ τοὺς φυσικοὺς νόμους, ἀλλὰ ἀνελήφθη καὶ μετέστη ὑπὲρ φύσιν στοὺς κόλπους τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ Της, στὰ οὐράνια ἀχειροποίητα ῞Αγια τῶν ῾Αγίων, «ἔνθα ἦχος καθαρὸς ἑορταζόντων καὶ φωνὴ ἀφράστου ἀγαλλιάσεως».
Τὸ πανάχραντο, ζωοδόχο, φωτοδόχο, θεοδόχο, ἡλιόμορφο, θεαρχικό, θεοδόξαστο καὶ πανίερο σῶμα Της, ἑνωμένο μὲ τὴν ὁλόφωτο καὶ ὑπὲρ τὸν ἢλιον λάμπουσα παναγία ψυχή Της, μεταβαίνει ἀπὸ τὴν ἐπίκηρη πρὸς τὴν θεία καὶ ἄρρευστη ζωή, μεταβαίνει διὰ τοῦ θανάτου πρὸς τὴν ζωή, Αὐτὴ ποὺ ἐγέννησε τὴν ἐνυπόστατη Ζωή. ῾Η Κοίμησίς Της εἶναι ζωηφόρος. ῾Ο θάνατος τῆς ῾Αγνῆς Θεόπαιδος ἔγινε διαβατήριον «ζωῆς ἀϊδίου καὶ κρείτονος». Στὴν νεκρόζωο Μαριὰμ νικήθηκαν κατὰ κράτος οἱ ὅροι τῆς φύσεως. Μπροστὰ στὸ ξενήκουστο θαῦμα ἀκόμη καὶ «ἡ οὐρανοβάμων τάξις τῶν ἀΰλων ᾿Αγγέλων» φρίττει καὶ σκιρτᾶ. «᾿Αποθέμενοι», λοιπόν, «πᾶσαν τὴν βιοτικὴν μέριμναν», ἂς σπεύσωμε νὰ κυκλώσωμε μὲ εὐλάβεια καὶ ἱερὸ πόθο τὸ θεοδόξαστο σκήνωμα τῆς Κυρίας ἡμῶν Θεοτόκου καὶ νὰ ψάλωμε ἄσματα ἐξόδια.
Λαμπρὰ ἡ πανήγυρις καὶ ὑπὲρ νοῦν τὰ μυστήρια, στὰ ὁποῖα μυεῖ τοὺς εὐσεβεῖς ἡ διάβασις τῆς Παμμακάριστης Κόρης ἀπὸ τὴν φθορὰ στὴν ἀφθαρσία. ῍Αν ὅλες οἱ πανηγύρεις τῶν ῾Αγίων ὁμοιάζουν μὲ τὰ ἄστρα τοῦ οὐρανοῦ, ὅπως λέγει ὁ Χρυσορρήμων ᾿Ιωάννης, «πᾶσαι αἱ μαρτυρικαὶ πανηγύρεις θαυμασταί, αἳ μιμοῦνται τὴν λαμπρότητα τῶν ἀστέρων», τότε ἀναντιρρήτως ἡ παροῦσα πανήγυρις τῆς Θεογεννήτριας παρομοιάζει μὲ τὴν πλησιφαῆ καὶ ὁλόφωτη καὶ ἀργυροειδῆ σελήνη, ἡ ὁποία διαλύει τὸ σκότος τῆς νυκτὸς καὶ φωτίζει τὴν γῆ.
3. ῞Ολοι μαζί, ἂς πλέξωμε ἐγκώμια ᾿Αγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί μου·
'Ολοι μαζὶ λοιπὸν ἀνεξαιρέτως, «ἐν ἑνὶ στόματι καὶ μιᾷ καρδίᾳ», ἂς πλέξωμε ἐγκώμια καὶ ὕμνους θείους καὶ «ᾄσωμεν τῇ Μητρὶ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν ᾄσωμεν»: Πατριάρχαι καὶ ᾿Αρχιερεῖς, ῾Ιερεῖς καὶ Διάκονοι καὶ Μοναχοί, Βασιλεῖς καὶ ῎Αρχοντες καὶ πάντες Κριταὶ γῆς, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, νεανίσκοι καὶ παρθένοι, πρεσβύτεροι μετὰ νεωτέρων. Σήμερα ὅλες οἱ χοροστασίες τῶν ἐννέα τιμίων, ἐπουρανίων, ἀσωμάτων Ταγμάτων ἀοράτως περικυκλώνουν τῆς ᾿Αειπαρθένου τὸ ἱερὸ κρεβάτι. Καὶ πρῶτον, ἡ ἀνωτέρα τάξις τῶν Θρόνων, τῶν Χερουβὶμ καὶ τῶν Σεραφίμ. Κατόπιν, ἡ μεσαία τάξις τῶν Κυριοτήτων, τῶν Δυνάμεων καὶ τῶν ᾿Εξουσιῶν. Καὶ τέλος, ἡ κατωτέρα τάξις τῶν ᾿Αρχῶν, τῶν ᾿Αρχαγγέλων καὶ τῶν ᾿Αγγέλων. Καὶ ὅλες αὐτὲς οἱ στρατιὲς τῶν ῾Αγίων ᾿Ασωμάτων μὲ χαρὰ καὶ ἀλαλαγμὸ προπέμπουν τὴν ῾Υπερένδοξη Μαριὰμ στὰ οὐράνια σκηνώματα ψάλλοντας ἡδύμολπα ἄσματα. ᾿Αλλά, τί λέγω;
Καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος, ὁ πάντων ὑπέρτατος Βασιλεὺς τῶν βασιλέων, καὶ Κύριος τῶν κυρίων, ὁ τοῦ Θεοῦ Μονογενὴς Θεὸς Λόγος καὶ κατὰ σάρκα Υἱὸς τῆς Παρθένου χρηματίσας, ἀοράτως παρίσταται στὴν χαροποιὸ κηδεία τῆς ἀγαπημένης Μητρός Του. Δέχεται στὶς ἄχραντες παλάμες Του τὴν ὁλόφωτο ψυχή Της καὶ μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἡμέρες ἀνασταίνει καὶ τὸ ζωοδόχο σῶμα Της. ῎Ετσι λοιπόν, ὁλόσωμη τὴν ἀνυψώνει στὸν Οὐρανὸ καὶ τὴν εἰσάγει στὰ ἀχειροποίητα ῞Αγια, γιὰ νὰ συνδοξάζεται καὶ συμβασιλεύη μὲ τὸν Υἱό Της αἰώνια, ἔχουσα τὰ δευτερεῖα τῆς ῾Αγίας Τριάδος καὶ οὖσα μετὰ Θεὸν ἡ θεὸς καὶ μετὰ τὴν ἀσύλληπτη δόξα καὶ ὡραιότητα τῆς τρισηλίου Θεότητος, ἡ δεύτερη δόξα καὶ τὸ κάλλος τοῦ Οὐρανοῦ.
4. Θεία καί πρωτοφανής ἀνάβασις Τέκνα φωτόμορφα τῆς Παναγίας·
Ας ἀναβιβάσωμε τὸν νοῦν μας ὑψηλότερα καὶ ἂς ἴδωμε μὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς ψυχῆς μας τὴν ἱερὰ πομπὴ νὰ ἀνεβαίνη τὴν θεία καὶ πρωτοφανῆ ἀνάβασι· ἂς ἀκούσωμε τὶς κατώτερες ᾿Αγγελικὲς Δυνάμεις νὰ λέγουν πρὸς τὶς ἀνώτερες Ταξιαρχίες: «᾿Ιδού ἡ Παντάνασσα Θεόπαις παραγέγονεν· ἄρατε πύλας, καὶ ταύτην ὑπερκοσμίως ὑποδέξασθε». ῍Ας θαυμάσωμε ὅλους τοὺς χοροὺς τῶν ἀπ᾿ αἰῶνος Δικαίων, οἱ ὁποῖοι σπεύδουν νὰ ὑποδεχθοῦν μὲ ἀνεκλάλητη χαρά, «χεῖρας κροτοῦντες» καὶ ψάλλοντες θεομητροπρεπεῖς ψαλμωδίες: «Τίς αὕτη ἡ ἀναβαίνουσα λελευκασμένη, ἐκκύπτουσα ὡσεὶ ὄρθρος, καλὴ ὡς ἡ σελήνη, ἐκλεκτὴ ὡς ὁ ἢλιος, ὡς ὡραιώθης! ὡς ἡδύνθης! Σὺ ἄνθος τοῦ πεδίου· κρίνον τῶν κοιλάδων· εἰσήνεγκέ Σε ὁ Βασιλεὺς εἰς τὸ ταμεῖον Αὑτοῦ· ἔνθα Σὲ ᾿Εξουσίαι δορυφοροῦσι· ᾿Αρχαὶ εὐλογοῦσι· Θρόνοι ἀνυμνοῦσι· τὰ Χερουβεὶμ ἐκπλήττεται· χαίροντα δοξάζει τὰ Σεραφείμ».
Διέρχεται τὶς πύλες τοῦ παμποθήτου Παραδείσου, ὁ πάντων τῶν θησαυρῶν τιμιώτατος θησαυρός, τὸ τῆς παρθενίας κειμήλιο· καὶ εἰσάγεται στὸ οὐράνιο θησαυροφυλάκιο, ἡ τῶν οὐρανῶν πλατυτέρα καὶ τιμιωτέρα, ἀκούουσα τοὺς θείους προτρεπτικοὺς λόγους τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ Της: «Δεῦρο ἡ εὐλογημένη μου Μήτηρ εἰς τὴν ἀνάπαυσίν Σου· ἐν χαρᾷ ἀνεκλαλήτῳ, ἐν ἀϊδίῳ φωτί, ἔνθα τὸ ἀληθινὸν φῶς, ἡ ὁλόφωτος Βασιλεία, ἡ ἀκατάληκτος τῶν ᾿Αγγέλων χορεία· ἐκεῖ, ὅπου ὁ χειμάρρους τῆς αἰωνίου τρυφῆς, ἔνθα οἱ λειμῶνες τῆς ἀφθαρσίας, αἱ πηγαὶ τῆς ἀεννάου ζωῆς, τὰ ρεῖθρα τοῦ θεοβλύτου φωτός, οἱ ποταμοὶ τῆς ἀειζώου φωτοχυσίας· ἐκεῖ, ὅπου ἡ περιοχὴ πάντων τῶν ἀγαθῶν, τὸ ἔσχατον τέλος, οὗ ἐπέκεινα παντελῶς οὐδέν· ἐκεῖ Πατὴρ προσκυνεῖται, καὶ Υἱὸς δοξάζεται, Πνεῦμα ῞Αγιον ἀνυμνεῖται, ἡ ἑνιαία τῆς μιᾶς ἐν Τρίαδι Θεότητος φύσις... Δεῦρο, Σεμνή, τῷ Υἱῷ καὶ Θεῷ συνδοξάσθητι... Μετέδωκάς μοι τῶν σῶν, δεῦρο τῶν ἐμῶν συναπόλαυσον· δεῦρο, Μῆτερ, πρὸς τὸν Υἱόν· συμβασίλευσον τῷ ἐκ Σοῦ σὺν Σοὶ πτωχεύσαντι».
5. ῾Υπόδειγμα ἐσωτερικῆς ζωῆς Εὐλογημένοι Χριστιανοί·
Απερίγραπτος ἡ δόξα τῆς Κυρίας ἡμῶν Θεοτόκου!...
Στὴν ζωὴ αὐτὴ ὑπῆρξε «ὁ καθαρώτατος ναὸς τοῦ Σωτῆρος, ἡ πολυτίμητος παστὰς καὶ Παρθένος, τὸ ἱερὸν θησαύρισμα τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ». ῾Η ὅλη Της πολιτεία ἀποτελεῖ ἕνα ὑπέροχο ὑπόδειγμα βαθυτάτης ἐσωτερικῆς ζωῆς καὶ καρδιακῆς ἐργασίας. ῎Εζησε μὲ ἁγνότητα, ταπείνωσι καὶ ὑποταγή. ᾿Εργάσθηκε μέσα στὴν ἁπλότητα, τὴν ἀφάνεια, τὴν σιωπὴ καὶ τὴν προσευχή. Δὲν ἐδημιούργησε ποτὲ θόρυβο γύρω ἀπὸ τὸ ὄνομά Της. Δὲν θέλησε ποτὲ νὰ ἐπιδειχθῆ ὡς Μητέρα τοῦ Κυρίου, τοῦ μεγάλου καὶ Θείου Διδασκάλου, ὁ ὁποῖος συνεκλόνιζε τὴν γῆ τῆς Παλαιστίνης μὲ τὰ καταπληκτικὰ σημεῖα Του. ῎Εζησε ἀπροσποίητα καὶ ταπεινά, ἀποφεύγοντας τοὺς ἐπαίνους καὶ τὰ χειροκροτήματα τοῦ κόσμου.
᾿Εργάσθηκε βαθειά, καλλιέργησε οὐσιαστικὰ τὸν ἐσωτερικό Της κόσμο μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα τῆς χάριτος τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, τὸ ῾Οποῖο τὴν ἐπεσκίασε μετὰ ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν αἰώνιο καὶ ἀκατάλυτο λόγο Της, ποὺ ἄνοιξε γιὰ μᾶς, γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος, τὶς πύλες τοῦ παραδείσου, διότι ἦταν τὸ σωτήριο «ναὶ» στὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν ἀνάπλασί μας: «᾿Ιδού ἡ δούλη Κυρίου. Γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμά Σου!». ῾Η ἐσωτερικότης, ἡ ἐνδοστρέφεια, ἡ προσεκτικὴ βίωσις τοῦ «μυστηρίου τῆς εὐσεβείας», κατὰ τὴν ὑπόδειξι τοῦ Σωτῆρος μας: «σὺ δὲ ὅταν προσεύχῃ εἴσελθε εἰς τὸ ταμεῖόν σου καὶ κλείσας τὴν θύραν σου πρόσευξαι τῷ Πατρί Σου ἐν τῷ κρυπτῷ», ἀποτελοῦσαν γιὰ τὴν πανίερη Θεόπαιδα Μαριὰμ τὴν ἀληθινὴ καὶ ἄφθαρτη δόξα Της, διότι «πᾶσα ἡ δόξα τῆς θυγατρὸς τοῦ Βασιλέως ἔσωθεν». ῾Η «δόξα», ἡ γνήσια καὶ ἀκίβδηλη, εὑρίσκεται «ἔσωθεν».
῾Ο πραγματικὸς «κόσμος», τὸ θεάρεστο στόλισμα, ὅπως λέγει ὁ ᾿Απόστολος Πέτρος, δὲν εἶναι βεβαίως «ὁ ἔξωθεν ἐμπλοκῆς τριχῶν καὶ περιθέσεως χρυσίων ἢ ἐνδύσεως ἱματίων κόσμος». ᾿Αλλά, τί εἶναι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ πολυτελὲς καὶ σπουδαῖο; «῾Ο κρυπτὸς τῆς καρδίας ἄνθρωπος ἐν τῷ ἀφθάρτῳ τοῦ πραέος καὶ ἡσυχίου πνεύματος», δηλαδὴ ὁ κρυπτὸς καὶ ἀφανὴς ἐσωτερικὸς τῆς καρδίας ἄνθρωπος, ποὺ ἔχει ὡς κόσμημα τὸν ἄφθαρτο στολισμὸ τοῦ πράου καὶ ὑπομονητικοῦ καὶ ἢσυχου πνεύματος.
6. Πόλις τοῦ Θεοῦ Εὐλαβεῖς ἀδελφοί μου·
Η ῎Αχραντος Δέσποινά μας ἦταν ἡ «πόλις τοῦ Θεοῦ». ῎Ετσι τὴν προεῖδε ὁ ἐστεμμένος Ψαλμωδός, ὁ Προφήτης Δαβίδ: «τοῦ ποταμοῦ τὰ ὁρμήματα εὐφραίνουσι τὴν πόλιν τοῦ Θεοῦ». ῾Ο ἱερὸς Δαμασκηνὸς λέγει, ὅτι τὰ «ὁρμήματα» αὐτὰ εἶναι τὰ εὐλογημένα κύματα τῶν χαρισμάτων τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Οἱ ἀρχαῖες πόλεις ἦσαν συνήθως κτισμένες κοντὰ σὲ ποτάμια. ῾Η θέσις αὐτὴ ἐξασφάλιζε τὴν ζωὴ στὶς πόλεις αὐτές, διότι ἔτσι οἱ κάτοικοι μποροῦσαν νὰ ἔχουν ἄφθονο νερὸ γιὰ κάθε ἀνάγκη τους. Τὸ ποτάμι προξενοῦσε μεγάλη εὐφροσύνη στοὺς ἀνθρώπους, ἦταν εὐλογία καὶ χαρὰ Θεοῦ γιὰ τὴν πόλι. ᾿Αντίθετα, πόλις χωρὶς ποτάμι δὲν μποροῦσε εὔκολα νὰ ἐπιβιώση. ῎Ετσι, ἡ ἀρχαία πόλις ἔμελλε νὰ γίνη καὶ αὐτὴ τύπος τῆς Θεοτόκου.
῾Ο ἱερὸς Δαβὶδ λέγει, ὅτι ἔκαναν χαρούμενη καὶ εὐτυχισμένη τὴν πόλι τὰ «ὁρμήματα», οἱ κατεβασιὲς τοῦ ποταμοῦ ποὺ ἦταν κοντά της: τὴν Πάναγνο Θεοτόκο τὴν ἔκαναν «κεχαριτωμένη» τὰ κύματα τῶν χαρισμάτων τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Τὸ πρῶτο κῦμα τῶν θείων χαρισμάτων ἐπότισε τὴν Παρθένο πρὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ· τὸ δεύτερο, κατὰ τὸν Εὐαγγελισμό· καὶ τὸ τρίτο, κατὰ τὴν Πεντηκοστή. Τρία ἅγια «ὁρμήματα» τοῦ Θείου Παρακλήτου ἀνέδειξαν τὴν Θεόνυμφο Κόρη πόλι καὶ κατοικητήριο τοῦ Θεοῦ, γιὰ τὴν ὁποίαν ἐλαλήθησαν πολλὰ καὶ ἔνδοξα καὶ θαυμάσια στὴν γῆ καὶ στὸν οὐρανό: «δεδοξασμένα ἐλαλήθη περὶ σοῦ ἡ πόλις τοῦ Θεοῦ».
7. ῎Ορος κατάσκιον Φιλέορτα τέκνα τῆς Θεοτόκου·
Η γλυκυτάτη Μητέρα μας ἦταν τὸ προφητικὸ βουνό, τὸ κατάσκιο ἀπὸ τὸ πυκνὸ δάσος τῆς Θείας Χάριτος, ἡ ῾Οποία ἐσκέπαζε Αὐτήν: «῾Ο Θεὸς ἀπὸ Θαιμὰν ἢξει καὶ ὁ ῞Αγιος ἐξ ὄρους κατασκίου δασέος». ῾Η Θεοτόκος ἦταν καλυμμένη μὲ τὶς ἅγιες ἀρετές. Κανένα σημεῖο τῆς παναγίας μορφῆς Της δὲν ἦταν ἠθικὰ καὶ πνευματικὰ ἀκάλυπτο. Τὸ ῞Αγιον Πνεῦμα τὴν εἶχε ἀπόλυτα καλύψει μὲ τὸ πέπλο τῆς ἁγιότητος. Κάτω ἀπὸ τὴν σκέπη τῆς ᾿Αμόλυντης Μαριὰμ εἶχαν συγκεντρωθῆ ὅλες οἱ ἀρετές, τὶς ὁποῖες μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐπιτύχη μὲ τὴν πνοὴ καὶ τὴν χάρι τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος.
Γι᾿ αὐτὸ ἄλλωστε ἡ ᾿Εκκλησία μας τὴν ὠνόμασε «Παναγία». Λόγῳ τοῦ πυκνοῦ δάσους, τὸ ὑψηλὸ βουνὸ τοῦ Προφήτου ἦταν ἐπίσης ἄβατο καὶ παρθένο. ᾿Αλλὰ καὶ ἡ Θεοτόκος, καλυμμένη ἀπόλυτα ἀπὸ τὶς ἀρετές, ἐπέτυχε τὸ ἄβατο τῆς ὑπάρξεώς Της· μὴ ἔχοντας κανένα κενὸ στὴν ὕπαρξί Της, δὲν μπόρεσε τὸ κακὸ νὰ εἰσδύση μέσα Της ὑπὸ ὁποιαδήποτε μορφή: σκέψι, φαντασία, πρᾶξι. ῎Ετσι, ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου μας ἀναδείχθηκε ἡ μόνη οὐσιαστικὰ καὶ πραγματικὰ Παρθένος· ὑπῆρξε καὶ παραμένει τὸ μοναδικὸ πανέμορφο καὶ παρθενικὸ δάσος, τὸ ὁποῖο στολίζει τὴν ἀνθρώπινη φύσι.
8. ᾿Ισόβια προσπάθεια ᾿Αγαπητοί ἐν Χριστῷ ἀδελφοί·
Ο πλουτισμὸς τῆς Θεομήτορος καὶ ἡ τελείωσίς Της δὲν ἐπιτεύχθηκε σὲ μία στιγμὴ αὐτομάτως, ἐφ᾿ ὅσον ἡ ῎Αφθορος Κόρη κατέκτησε τὴν τελειότητα καὶ παναγιότητα μὲ μία ἑκούσια, συνειδητὴ καὶ ἰσόβια προσπάθεια. ῎Ετσι, διαφύλαγε καὶ αὔξανε τὰ χαρίσματα, μὲ τὰ ὁποῖα πλουτίσθηκε κατὰ τὴν κάθοδο τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. ῾Η πορεία αὐτὴ τῆς Θεοτόκου πρὸς τὴν τελειότητα προτυπώνεται στὸ «῏Ασμα τῶν ᾿Ασμάτων», μὲ τὴν πρόσκλησι τοῦ Νυμφίου πρὸς τὴν Νύμφη: «᾿Ανάστα, ἐλθέ, ἡ περιστερά μου». Δηλαδή: ἀνέβα ὅλο καὶ πιὸ ψηλά! ᾿Ανέβαινε τὰ σκαλοπάτια τῆς ῾Αγιότητος! Πέτα πρὸς τὴν τελειότητα! ῎Ελα κοντά μου ἐξαγνισμένη, ἀκεραιωμένη, τελειοποιημένη σὰν τὸ κατάλευκο περιστέρι!... Αὐτὸ τὸ συνεχὲς «πέταγμα» πρὸς τὰ ἄνω, πρὸς τὶς κορυφές, πρὸς τὸν Νυμφίο, τὸ ἐβίωνε μέσα στὴν ταπείνωσι, τὴν σιωπή, τὴν ἀφάνεια, ἡ εὐλογημένη καὶ Πάναγνος Νύμφη τοῦ Παμβασιλέως, ὁ τόπος τῆς κατοικίας καὶ τὸ ἁγίασμα τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ.
9. Παναγία καί ᾿Εκκλησία Εὐσεβῆ τέκνα τῆς ᾿Εκκλησίας·
Ο ῞Αγιος ᾿Ιωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ἀποκαλεῖ τὴν Παμμακάριστο Θεοτόκο «Πνεύματος ῾Αγίου ἱερώτατον ἄγαλμα» καὶ «ποταμὸν πλήρη τῶν ἀρωμάτων τοῦ Πνεύματος». Καὶ πράγματι· ὅλα τὰ θαυμαστὰ καὶ ξενήκουστα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν στὴν Παναγία μας, ἐπραγματοποιήθησαν μὲ τὴν χάρι καὶ τὴν ἁγιαστικὴ παρουσία τοῦ Θείου Παρακλήτου. Τὸ ἴδιο ὅμως συμβαίνει καὶ μὲ τὴν ᾿Εκκλησία. Οἱ ῞Αγιοι Πατέρες προβαίνουν σὲ μία ταύτισι τῆς Παναγίας καὶ τῆς ᾿Εκκλησίας, ἐφ᾿ ὅσον τὸ ἔργο ποὺ ἄρχισε ἡ Θεομήτωρ μὲ τὴν σάρκωσι τοῦ Λόγου, τὸ συνεχίζει ἡ ᾿Εκκλησία. ῾Η Παμβασιλὶς Θεοτόκος εἶναι ἡ προσωποποίησις τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ ἡ ᾿Εκκλησία εἶναι ἡ προέκτασις τῆς Παναγίας. «Μαρίαν τὴν ἀειπάρθενον τὴν ἁγίαν ᾿Εκκλησίαν λέγω», γράφει ὁ ῞Αγιος Κύριλλος ᾿Αλεξανδρείας.
Καὶ ὁ ῞Αγιος ᾿Ιωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Θεοτόκο, λέγοντας: «Χαίροις, οὐρανομίμητος ᾿Εκκλησία». ῾Η Παναγία ἦταν βεβαίως τὸ δοχεῖο τῶν χαρισμάτων τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. ᾿Αλλά, καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ Θεανθρωπίνου Σώματος τῆς ᾿Εκκλησίας εἶναι τὸ Παράκλητο Πνεῦμα, ἐφ᾿ ὅσον ἡ παρουσία τῆς Πεντηκοστῆς στὴν ᾿Εκκλησία εἶναι συνεχὴς καὶ ἀδιάκοπη, ὅπως λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος: «δυνάμεθα ἀεὶ Πεντηκοστὴν ἐπιτελεῖν». ᾿Επίσης, ἡ Θεογεννήτωρ ἦταν Ναὸς τῆς ῾Αγίας Τριάδος. ᾿Αλλά, καὶ ἡ ᾿Εκκλησία εἶναι, κατὰ τὸν ῞Αγιο Γρηγόριο Θεολόγο, «εἰκὼν τῆς ῾Αγίας Τριάδος». Τὸ ῞Αγιο Πνεῦμα, ἀκόμη, ἔκανε τὴν Παναγία ὅλη Μυστήριο. ᾿Αλλά, καὶ στὴν ᾿Εκκλησία ὁ Θεῖος Παράκλητος τελεσιουργεῖ ὅλα τὰ ῾Ιερὰ Μυστήρια. ῾Η Πάναγνος Μαριάμ, ὡς «ταμεῖον καὶ πρύτανις τοῦ πλούτου τῆς θεότητος», αὐτὴ μόνη διανέμει τοῦτον καὶ «᾿Αγγέλοις καὶ ἀνθρώποις», κατὰ τὸν ῞Αγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ.
᾿Αλλὰ ἐπίσης, ὅπως μᾶς λέγει ὁ ῞Αγιος Εἰρηναῖος, «μόνο μέσα στὴν ᾿Εκκλησία δύναται νὰ προσεγγίση κανεὶς τὴν πηγὴ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος». Πράγματι, μέσα στὰ μυστηριακὰ ὅρια τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ μὲ τὶς πρεσβεῖες τῆς Θεομήτορος, ὁ ἄνθρωπος γίνεται θεοφόρος, πνευματοφόρος, γεύεται τὶς δωρεὲς τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, γίνεται οἰκεῖος τοῦ Θεοῦ καὶ ἔχει τὸ θάρρος νὰ προσεύχεται στὸν Παράκλητο, ὅπως ὁ ῞Αγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, ὁ μέγας αὐτὸς ἐραστὴς τοῦ θείου κάλλους, ὁ ὁποῖος μὲ ἄφθαστο λυρισμὸ ἀνέκραζε: «῎Ελα, φῶς ἀληθινό. ῎Ελα, ζωὴ αἰώνια. ῎Ελα, κρυμμένο μυστήριο. ῎Ελα, ἀκατανόμαστε θησαυρέ. ῎Ελα, πραγματικότητα πέρα ἀπὸ κάθε λόγο. ῎Ελα, πρόσωπο πέρα ἀπὸ κάθε κατανόησι. ῎Ελα, ἀτελεύτητη ἀγαλλίασι. ῎Ελα, ἄδυτο φῶς. ῎Ελα, ἀδιάψευστη προσδοκία τῶν σωσμένων. ῎Ελα, ἀνύψωσι τῶν πεσμένων. ῎Ελα, ἀνάστασι τῶν νεκρῶν.
῎Ελα, Παντοδύναμε, διότι ἀκατάπαυστα δημιουργεῖς, μεταμορφώνεις καὶ ἀλλάζεις ὅλα τὰ πράγματα μὲ μόνη τὴν θέλησί Σου. ῎Ελα, ἀόρατε ποὺ κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἀγγίξη καὶ νὰ ψηλαφίση. ῎Ελα, διότι τὸ ὄνομά Σου γεμίζει τὶς καρδιές μας μὲ ἐπιθυμία καὶ εἶναι πάντα στὰ χείλη μας· καὶ ὅμως, ποιός εἶσαι καὶ ποιά εἶναι ἡ φύσις Σου, δὲν μποροῦμε νὰ ποῦμε ἢ νὰ γνωρίζουμε. ῎Ελα, μόνε στὸν μόνο. ῎Ελα, γιατὶ εἶσαι Σὺ ὁ ῎Ιδιος ἡ ἐπιθυμία ποὺ βρίσκεται μέσα μου. ῎Ελα, ἀναπνοή μου καὶ ζωή μου. ῎Ελα, ἡ παρηγορία τῆς ταπεινῆς μου ψυχῆς. ῎Ελα, χαρά μου, δόξα μου, ἀτέλειωτή μου ἀπόλαυσι».
10. Νά ἀποκτήσωμε τό ῞Αγιο Πνεῦμα Εὐλογημένα τέκνα τῆς Παναγίας·
'Ολα ὅσα ἔχω ἀναφέρει μέχρι τώρα μὲ πολλὴ συντομία, μᾶς βοηθοῦν νὰ ἐμβαθύνουμε στὶς ἑξῆς μεγάλες ἀλήθειες: Πρῶτον, ἡ Παναγία μας εἶναι τὸ πρότυπο τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς, τῆς καρδιακῆς ἐργασίας. Δεύτερον, γιὰ νὰ βιώσωμε καὶ ἐμεῖς προσωπικὰ τὶς ἅγιες ἀρετές Της, πρέπει νὰ ἀποκτήσωμε τὸ ῞Αγιο Πνεῦμα. Τρίτον, τοῦτο κατορθώνεται μόνο μέσα στὴν ᾿Εκκλησία, ἡ ῾Οποία εἶναι ἡ προέκτασις τῆς Παναγίας. ῾Η ῎Αχραντος Κόρη ἐξαγνίσθηκε ἀπὸ τὸ ῞Αγιο Πνεῦμα καὶ μᾶς πρόσφερε τὸν Χριστό. ῾Η ᾿Εκκλησία ζωοποιήθηκε κατὰ τὴν Πεντηκοστὴ ἀπὸ τὸν Παράκλητο καὶ μᾶς προσφέρει τὸν Χριστό· ἡ ᾿Εκκλησία εἶναι ὁ Χριστός, ὁ ῾Οποῖος μᾶς καλεῖ σὲ κάθε Λειτουργία νὰ ἑνωθῶμε μαζί Του: «Λάβετε, φάγετε...», «Γεύσασθε καὶ ἴδετε...».
῾Η Θεοτόκος εἶναι ὁ «μυστικὸς» καὶ «νοητὸς» Παράδεισος, στὸν ὁποῖο εἶναι φυτευμένο τὸ «θεῖον φυτόν», ὁ Χριστός, «ἐξ οὗ φαγόντες ζήσωμεν, οὐχὶ δὲ ὡς ὁ ᾿Αδὰμ τεθνηξόμεθα». ῞Οσοι ζοῦν μέσα στὸν ἐπίγειο Παράδεισο, ποὺ εἶναι ἡ ᾿Εκκλησία, «ὁ οὐρανὸς αὐτὸς ἐπὶ τῆς γῆς», ἀπολαμβάνουν τὶς εὐλογίες τῆς Θεόπαιδος Μαριὰμ καὶ μετέχουν στὴν ζωὴ καὶ τὴν χαρὰ τοῦ Χριστοῦ. ᾿Εκεῖνος, ὁ ὁποῖος βιώνει ἐν ῾Αγίῳ Πνεύματι συνειδητῶς τὴν ἕνωσί του μὲ τὸν Χριστό, διὰ πρεσβειῶν τῆς Πανάγνου μέσα στὴν ᾿Ορθόδοξο ᾿Εκκλησία, αὐτὸς προγεύεται τὴν χαρὰ καὶ τὴν μακαριότητα τῆς αἰώνιας ζωῆς, τῆς ἐπουράνιας ῾Ιερουσαλήμ, τῆς ᾿Εκκλησίας τῶν πρωτοτόκων.
11. ῍Ας προσευχώμεθα στήν Θεοτόκο ᾿Αδελφοί καί τέκνα ἐν Χριστῷ·
'Ας μὴ παύσωμε, ἐνῶ ἀγωνιζόμεθα γιὰ τὴν κάθαρσι, τὸν φωτισμὸ καὶ τὴν θέωσί μας, νὰ ἐπαναλαμβάνωμε μὲ διακαῆ πόθο τὴν ὡραία προσευχὴ τοῦ ᾿Αποδείπνου: «῍Ω ῎Ασπιλε, Θεόνυμφε Δέσποινα, μὴ βδελύξῃ με τὸν ἁμαρτωλόν... Καὶ πάρεσό μοι ἀεί, ὡς ἐλεήμων καὶ συμπαθὴς καὶ φιλάγαθος: ἐν μὲν τῷ παρόντι βίῳ, θερμὴ προστάτις καὶ βοηθός, τὰς τῶν ἐναντίων ἐφόδους ἀποτειχίζουσα καὶ πρὸς σωτηρίαν καθοδηγοῦσά με· καὶ ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἐξόδου μου, τὴν ἀθλίαν μου ψυχὴν περιέπουσα καὶ τὰς σκοτεινὰς ὄψεις τῶν πονηρῶν δαιμόνων πόρρω αὐτῆς ἀπελαύνουσα· ἐν δὲ τῇ φοβερᾷ ἡμέρᾳ τῆς Κρίσεως, τῆς αἰωνίου με ρυομένη κολάσεως καὶ τῆς ἀπορρήτου δόξης τοῦ Σοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ ἡμῶν κληρονόμον με ἀποδεικνύουσα».
Εἴθε νὰ ἀξιωθῶμεν ἅπαντες, διὰ τῆς μεσιτείας καὶ ἀντιλήψεως τῆς Δεσποίνης ἡμῶν Κυρίας Θεοτόκου, τῆς αἰωνίου τρυφῆς τοῦ Παραδείσου καὶ τῆς ἀπορρήτου δόξης τοῦ Σωτῆρος μας Χριστοῦ, ἀλλὰ καὶ τῆς Πανάγνου Μητρός Του, ἡ ῾Οποία εἶναι ὄντως ἄξιον καὶ δίκαιον νὰ μακαρίζεται καὶ μεγαλύνεται αἰωνίως, ἐπειδὴ ἐγέννησε ἀδιαφθόρως τὸν Θεὸν Λόγον καὶ ὑψώθηκε ὑπεράνω καὶ τῆς πρώτης τάξεως τῶν ᾿Ασωμάτων Δυνάμεων, τῶν Σεραφίμ, τῶν Χερουβὶμ καὶ τῶν Θρόνων, γενομένη ἔτσι ἡλιοστάλακτος θρόνος καὶ καθέδρα τοῦ Παντάνακτος Κυρίου μας ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ.
Εξεφωνήθη Μηνί Αὐγούστῳ ΙΕʹ τοῦ σωτηρίου ἔτους 1986
Ταπεινός εὐχέτης πρός Κύριον
† ῾Ο ᾿Ωρωποῦ καί Φυλῆς Κυπριανός
Ιερά Μητρόπολη Ωρωπού και Φυλής
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
.jpg)




.jpg)


.jpg)
