«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 12ο (2013 - 2025)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 12ο (2013 - 2025)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Σάββατο 30 Αυγούστου 2025
ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': ''Ο ΠΛΟΥΣΙΟΣ ΝΕΑΝΙΑΣ''
Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης,
Φυλή Αττικής
ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ: ΔΙΔΑΧΗ ΤΗΝ ΙΒ' ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ
«Διδάσκαλε αγαθέ, τι αγαθόν ποιήσω ίνα έχω ζωήν αιώνιον;»
(Ματθ. 19, 16)
«Αγαθέ Διδάσκαλε», ρώτησε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό κάποιος νεαρός, «τι καλό να κάνω για ν’ αποκτήσω την αιώνια ζωή;». Δηλαδή: “Τι να κάνω για να σωθώ;”. Ερώτημα πολύ σοβαρό. Ερώτημα για ένα ζήτημα που πρέπει ν’ απασχολεί κάθε άνθρωπο σ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού της επίγειας ζωής του. Όπως ο ταξιδιώτης που διαπλέει μια μεγάλη και φουρτουνιασμένη θάλασσα, δεν συλλογίζεται παρά ένα ήσυχο λιμάνι, έτσι κι εμείς, που ταλαιπωρούμαστε μέσα στα κύματα της θάλασσας του βίου, πρέπει ακατάπαυστα να έχουμε μπροστά στα μάτια του νου μας την αιωνιότητα και, όσο βρισκόμαστε στην πρόσκαιρη τούτη ζωή, να φροντίζουμε για τη μεταθανάτια κατάσταση της ψυχής μας. Τι είναι αυτό που μπορούμε να το αποκτήσουμε στη γη και να το διατηρήσουμε παντοτινά ως αναφαίρετο κτήμα μας; Μόνο η σωτηρία μας!
(Ματθ. 19, 16)
Όποιος χρησιμοποιεί την επίγεια ζωή για να συγκεντρώσει πλούτη, αυτός θ’ αφήσει εδώ τα πλούτη κατά το πέρασμά του στην αιωνιότητα. Όποιος χρησιμοποιεί την επίγεια ζωή για ν’ αποκτήσει τιμές και δόξα, αυτός θα χάσει και τις τιμές και τη δόξα από τον πικρό θάνατο. Όποιος, όμως, χρησιμοποιεί την επίγεια ζωή για ν’ αποκτήσει τη σωτηρία, αυτός θα πάρει τη σωτηρία μαζί του στην αιωνιότητα και θα ευφραίνεται παντοτινά στον ουρανό με το υπέρτατο αγαθό που κέρδισε στη γη. Αγαπητοί αδελφοί! Τι πρέπει να κάνουμε για να σωθούμε; Την απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα, την πιο ικανοποιητική απάντηση, τη βρίσκουμε στο Ευαγγέλιο. Ο Κύριος δήλωσε ότι για να σωθούν όσοι δεν πιστεύουν στον Χριστό, πρέπει οπωσδήποτε να πιστέψουν σ’ Αυτόν· και για να σωθούν όσοι πιστεύουν στον Χριστό, πρέπει οπωσδήποτε να ζουν σύμφωνα με τις εντολές Του. Αιώνια θα χαθεί όποιος δεν πιστεύει στον Χριστό.
Αιώνια θα χαθεί και όποιος λέει με τα χείλη του ότι πιστεύει στον Χριστό, αλλά με τα έργα του Τον αρνείται, δηλαδή δεν τηρεί τις αγίες εντολές Του. Μ’ άλλα λόγια: Για τη σωτηρία χρειάζεται ζωντανή πίστη στον Χριστό. Όταν οι Ιουδαίοι ρώτησαν τον Κύριο, «Τι πρέπει να κάνουμε, για να εκτελούμε τα έργα του Θεού;», Εκείνος τους απάντησε: «Το έργο του Θεού είναι να πιστέψετε στον Απεσταλμένο Του» (Ιω. 6, 28-29). Η ζωντανή πίστη στον Χριστό είναι έργο, έργο θείο και μεγάλο τόσο, που μ’ αυτό εκπληρώνεται η σωτηρία. Η ζωντανή πίστη εκφράζεται με την όλη ζωή, με την όλη ύπαρξη του ανθρώπου. Περιλαμβάνει τις σκέψεις του, τα αισθήματά του, τη διαγωγή του. «Όποιος πιστεύει» με τέτοια πίστη, «έχει την αιώνια ζωή». «Και να ποια είναι η αιώνια ζωή: Ν’ αναγνωρίζουν οι άνθρωποι Εσένα ως τον μόνο αληθινό Θεό, καθώς κι Εκείνον που έστειλες, τον Ιησού Χριστό» (Ιω. 17, 3). Η ζωντανή πίστη είναι θέαση και γνώση του Θεού (Βλ. Εβρ. 11,27). Η ζωντανή πίστη είναι ζωή αφιερωμένη ολοκληρωτικά στην ευσέβεια και νεκρωμένη για τον κόσμο.
Η ζωντανή πίστη είναι δωρεά του Θεού. Αυτή τη μεγάλη δωρεά ζητούσαν από τον Κύριο οι απόστολοί Του, όταν Του έλεγαν: «Αύξησε την πίστη μας». Μόνο μέσω της ζωντανής πίστεως μπορεί ο άνθρωπος ν’ απαρνηθεί τα δήθεν καλά της πεσμένης φύσεώς του και να γίνει μαθητής και ακόλουθος του Κυρίου με σκέψη, καρδιά και διαγωγή ταιριαστές στην ανακαινισμένη απ’ Αυτόν φύση. Το πνευματικό θησαυροφυλάκιο στο οποίο φυλάσσεται και από το οποίο αφειδώλευτα προσφέρεται ο θησαυρός της αληθινής πίστεως, είναι η αγία Ορθόδοξη Εκκλησία και μόνο αυτή. Είναι, λοιπόν, απαραίτητο, προκειμένου να σωθούμε, να ανήκουμε στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Όποιος δεν υπακούει στην Εκκλησία, «ας είναι για σένα όπως ο ειδωλολάτρης ή ο τελώνης» (Ματθ. 18,17), είπε ο Κύριος. Μάταια κάποιοι θεωρούν την αμαρτία που διαπράττεται με τον νου, με το πνεύμα, ελαφριά ή και μηδαμινή. Όσο ανώτερο είναι το πνεύμα από το σώμα, τόσο ανώτερη είναι η αρετή που επιτελείται με το πνεύμα, από την αρετή που επιτελείται με το σώμα, αλλά και τόσο βαρύτερη είναι η αμαρτία που διαπράττεται με το πνεύμα, από την αμαρτία που διαπράττεται με το σώμα.
Η αμαρτία που διαπράττεται με το σώμα είναι φανερή. Η αμαρτία που διαπράττεται με το πνεύμα συνήθως είναι ελάχιστα αντιληπτή, κάποτε μάλιστα και τελείως απαρατήρητη από τους βυθισμένους στις βιοτικές μέριμνες ανθρώπους. Αλλά, όσο λιγότερο αισθητή είναι, τόσο μεγαλύτερο κακό κάνει, τόσο πιο καίρια χτυπήματα καταφέρει, τόσο πιο βαθιές πληγές προξενεί. Μολυσμένος από μιαν αμαρτωλή σκέψη, ένας φωτεινός άγγελος έγινε σκοτεινός δαίμονας, διώχθηκε από τα ουράνια σκηνώματα και γκρεμίστηκε στην άβυσσο. Εκεί έσυρε όχι μόνο πλήθος αγγέλων, αλλά και πλήθος ανθρώπων, που άφησαν τον νου τους να μολυνθεί με αμαρτωλές σκέψεις, με απατηλές ιδέες. Ο Κύριος ονόμασε τον πεσμένο άγγελο πατέρα του ψεύδους και συνάμα ανθρωποκτόνο, γιατί δεν μπόρεσε να σταθεί μέσα στην αλήθεια. Το ψεύδος είναι η πηγή και η αιτία του αιώνιου θανάτου. Απεναντίας, η αλήθεια είναι η πηγή και η αιτία της σωτηρίας, σύμφωνα με τον ίδιο τον Κύριο. Την ανόθευτη θεία αλήθεια τη διαφυλάσσει η αγία Εκκλησία μας. Όποιος ανήκει και υπακούει σ’ αυτήν, μπορεί να σκέφτεται σωστά για τον Θεό, τον άνθρωπο, το καλό, το κακό και, επομένως, τη σωτηρία.
ΔΙΔΑΣΚΑΛΕ ΑΓΑΘΕ, ΤΙ ΑΓΑΘΟ ΠΟΗΣΩ ΙΝΑ ΕΧΩ ΖΩΗ ΑΙΩΝΙΟΝ;
«Ἀγαθέ Διδάσκαλε», ρώτησε τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό κάποιος νεαρός πού ἦταν πολύ πλούσιος, «τί καλό νά κάνω γιά ν' ἀποκτήσω τήν αἰώνια ζωή;». Δηλαδή: «Τί νά κάνω γιά νά σωθῶ;». Ἐρώτημα πολύ σοβαρό. Ἐρώτημα γιά ἕνα ζήτημα πού πρέπει ν' ἀπασχολεῖ κάθε ἄνθρωπο σ' ὅλη τή διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ τῆς ἐπίγειας ζωῆς του. Ὅπως ὁ ταξιδιώτης πού διαπλέει μιά μεγάλη καί φουρτουνιασμένη θάλασσα, δέν συλλογίζεται παρά ἕνα ἥσυχο λιμάνι, ἔτσι κι ἐμεῖς, πού ταλαιπωρούμαστε μέσα στά κύματα τῆς θάλασσας τοῦ βίου, πρέπει ἀκατάπαυστα νά ἔχουμε μπροστά στά μάτια τοῦ νοῦ μας τήν αἰωνιότητα καί, ὅσο βρισκόμαστε στήν πρόσκαιρη τούτη ζωή, νά φροντίζουμε γιά τή μεταθανάτια κατάσταση τῆς ψυχῆς μας. Τί εἶναι αὐτό πού μποροῦμε νά τό ἀποκτήσουμε στή γῆ καί νά τό διατηρήσουμε παντοτινά ὡς ἀναφαίρετο κτῆμα μας; Πηγή: https://imkythiron.gr
Μόνο ἡ σωτηρία μας! Δυστυχῶς ὁ πλούσιος νεανίσκος τοῦ σημερινοῦ Εὐαγγελικοῦ ἀναγνώσματος, δέν ἤθελε νά μοιράσει τήν περιουσία του γιά νά γίνει κληρονόμος τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Τότε ὁ Κύριος εἶπε στούς μαθητές του ὅτι εἶναι πιό εὔκολο νά περάσει μιά καμήλα ἀπό βελονότρυπα παρά νά μπεῖ ἕνας πλούσιος στήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Ἄς ἀκούσουμε ὅμως τί λέει ὁ Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος στήν Καθολική του Ἐπιστολή γιά τούς πλουσίους: "Ἐλᾶτε τώρα, σεῖς οἱ πλούσιοι, κλαύσατε καί θρηνήσατε διά τάς συμφοράς πού σᾶς ἔρχονται. Ὁ πλοῦτος σας ἔχει σαπίσει καί τά ἐνδύματά σας εἶναι φαγωμένα ἀπό τόν σκόρον, τό χρυσάφι σας καί τό ἀσήμι σας ἔχουν σκουριάσει καί ἡ σκουριά τους θά εἶναι μία μαρτυρία ἐναντίον σας, καί θά φάγῃ τίς σάρκες σας σάν φωτιά. Ἐθησαυρίσατε διά τάς ἐσχάτας ἡμέρας. Τά ἡμερομίσθια τῶν ἐργατῶν πού ἐθέρισαν τά χωράφια σας, καί σεῖς τούς τά ἐστερήσατε, φωνάζουν, καί αἱ βοαί τῶν θεριστῶν ἔχουν φτάσει εἰς τά αὐτιά τοῦ Κυρίου Σαβαώθ.
Ἐζήσατε εἰς τήν γῆν μέ πολυτέλειαν καί ἀπολαύσεις, ἐπαχύνατε σάν τά ζῶα διά τήν ἡμέραν πού θά τά σφάξουν. Κατεδικάσατε, ἐσκοτώσατε τόν ἀθῶον· δέ σᾶς φέρει ἀντίστασιν» (Ἰακ. 5, 1-6). Βλέπετε τί φοβερά λόγια εἶπε ὁ ἀπόστολος Ἰάκωβος γιά τούς πλούσιους καί πόσο βαριά τούς κατηγόρησε; Καί τί μπορεῖ νά εἶναι πιό φοβερό ἀπό τά λόγια τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ πού λέει ὅτι δύσκολο εἶναι γιά ἕναν πλούσιο νά εἰσέλθει στήν Βασιλεία του Θεοῦ; Γιατί ὅμως εἶναι δύσκολο; Διότι ἄν εἴμαστε προσκολλημένοι στόν πλοῦτο καί στά ἀγαθά μας τότε παραμένουμε σκληρόκαρδοι καί μισάνθρωποι ἐγωιστές. Καί τέτοιοι ἄνθρωποι δέν ἔχουν θέση στή Βασιλεία του Θεοῦ.
Ποιά σχέση ὅμως ἔχουν ὅλα αὐτά μέ μᾶς, τούς ἀνθρώπους πού δέν ἔχουν πλοῦτο; Ἔχουν ἄμεση σχέση. Σκεφθεῖτε, τί εἶναι αὐτό πού βλάπτει τήν ψυχή ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων πού ἔχουν πλοῦτο; Τήν βλάπτει τό ὅτι τά γήινα ἀγαθά, τίς διάφορες ἀπολαύσεις, τήν πολυτέλεια, αὐτοί οἱ ἄνθρωποι τά βάζουν πάνω ἀπ' ὅλα. Τά θεωροῦν πιό σημαντικά καί ἀπό τά πνευματικά ἀγαθά, τά ὁποῖα ἀποκτοῦν οἱ ἄνθρωποι πού μπορεῖ νά μήν ἔχουν ὑλικά ἀγαθά, ἔχουν ὅμως τόν μεγάλο πλοῦτο τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ καί τοῦ πλησίον. Ἄν ἐμεῖς, παρ' ὅλο πού δέν εἴμαστε πλούσιοι, ζητᾶμε τίς ἀπολαύσεις καί τίς χαρές τῆς ζωῆς. Ἄν ὁ σκοπός τῆς ζωῆς μας εἶναι ἡ εὐημερία. Ἄν ὅλες οἱ σκέψεις μας εἶναι πώς νά περάσουμε καλύτερα σέ αὐτή τήν ζωή, καί μόνο αὐτό ἐπιδιώκουμε, τότε σίγουρα εἴμαστε μακριά ἀπ' αὐτό πού ζητάει ὁ Κύριος.
Διότι οἱ ἄνθρωποι πού ἐπιζητοῦν τήν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, ἄνθρωποι ἐλεήμονες, αὐτοί ἐπιδιώκουν μόνο τό νά εἶναι κοντά στόν Θεό, νά ἔχουν κοινωνία μαζί του, θέλουν νά εἶναι ἀδέλφια τοῦ Χριστοῦ καί ζητοῦν διαρκῶς τήν χάρη Του καί τήν ἀγάπη Του. Αὐτός πού εἶναι προσκολλημένος στά γήινα, πού ζητά ἀπολαύσεις, αὐτός πάσχει ἀκριβῶς ἀπ' ἐκεῖνο τό πάθος πού δέν ἀφήνει τούς πλούσιους νά εἰσέλθουν στήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γιά τόν Θεό ὅμως τά πάντα εἶναι δυνατά. Ὁ Θεός μπορεῖ νά μᾶς σώσει ὅλους. Μπορεῖ νά σώσει καί τόν πλούσιο, ἄν ἐκεῖνος μετανοήσει, ἄν μισήσει τόν πλοῦτο του καί κάνει πράξη τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ: «Ὕπαγε πώλησόν σου τά ὑπάρχοντα καί δός πτωχοῖς, καί… δεῦρο ἀκολούθει μοι» (Μτ. 19, 21). Αὐτό τό ἔκανε ἕνας ἀπό τούς μεγαλύτερους ἁγίους ὁ ὅσιος Ἀντώνιος ὁ Μέγας. Ὅταν ἦταν εἴκοσι χρονῶν οἱ γονεῖς του πέθαναν καί ἐκεῖνος ἔγινε κληρονόμος μιᾶς μεγάλης περιουσίας.
ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ: ''ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ''
Ιεράς Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης,
Φυλής Αττικής
ΜΕΓΑΛΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ: ΟΜΙΛΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΠΛΟΥΤΟΥΝΤΑΣ
Ομιλία του Αγίου Βασιλείου, Αρχιεπισκόπου Καισαρείας της Καππαδοκίας του Μεγάλου,
προς τους πλουτούντας
Ωμιλήσαμε και παλαιότερα περί του πλουσίου αυτού νέου και θα ενθυμήται οπωσδήποτε ο επιμελής ακροατής αυτά που είχαμε εξετάσει τότε. Και πρώτον, ότι δεν είναι ο ίδιος με τον νομικό που αναφέρει ο Λουκάς (Λουκ. ι’ 25 κ.ε.). Διότι εκείνος μεν είχε πειρακτικήν διάθεση και έκαμεν ερωτήσεις ειρωνικές, ενώ αυτός ερωτούσε με υγιή διάθεσιν, αλλά δεν εδέχετο τις αποκρίσεις με ευπείθειαν. Επειδή εάν απηύθυνε τις ερωτήσεις περιφρονητικώς, δεν θα έφευγε λυπημένος από τις απαντήσεις του Κυρίου. Γι’ αυτό η συμπεριφορά του μας φαίνεται κάπως ανάμικτος. Διότι άλλοτε η διήγησις μας τoν παρουσιάζει αξιέπαινον, άλλοτε δε αθλιώτατον και εντελώς απηλπισμένον.
Πώς να επαρκέση, όταν αυτές θέλουν να προμηθεύωνται τα μύρα από την ανατολή σαν το λάδι από την αγοράν, αναζητούν δε θαλάσσια άνθη, πολύτιμα κογχύλια και μαργαριτάρια περισσότερα και από το μαλλί των προβάτων. Και ο χρυσός που περισφίγγει τα πολύτιμα πετράδια, άλλος μεν γίνεται στολίδι για το μέτωπον, άλλος περιδένει τον λαιμό τους, άλλος τοποθετείται στις ζώνες και άλλος μετατρέπεται σε δεσμά για τα χέρια και τα πόδια τους. Διότι χαίρονται οι γυναίκες να δένωνται με χειροπέδες, αρκεί μόνον να είναι, χρυσές. Πότε λοιπόν θα φροντίση για την ψυχή του αυτός που υπηρετεί γυναικείες επιθυμίες; Επειδή όπως οι καταιγίδες και οι τρικυμίες καταποντίζουν όσα πλοία είναι σαθρά, έτσι και οι πονηρές διαθέσεις των γυναικών, καταπνίγουν τις αδύνατες ψυχές των συζύγων. Όταν λοιπόν ο πλούτος καταναλώνεται σε τόσα πολλά πράγματα από τον άνδρα και την γυναίκα, οι οποίοι συναγωνίζονται μεταξύ τους στις επινοήσεις των ματαίων, είναι επόμενον να μη μένη καθόλου καιρός να ενδιαφερθούν για τους άλλους. Αλλά εάν μεν ακούσης «πώλησόν σου τα υπάρχοντα και δος πτωχοίς», για να έχης εφόδια για την αιωνίαν απόλαυση, τότε απέρχεσαι λυπούμενος.
Εάν όμως ακούσης: δώσε χρήματα στις γυναίκες που ζουν πολυτελώς, δώσε στους γλύπτες, στους οικοδόμους στους τεχνίτες των ψηφιδωτών, στους ζωγράφους, χαίρεσαι σαν να κατακτάς κάτι πολυτιμότερον από τα χρήματα. Δεν βλέπεις αυτούς τους τοίχους που με τον χρόνον έχουν καταρρεύσει; Τα λείψανά τους ωσαν κάποιοι σκόπελοι αναδύονται σε όλη την πόλη. Όταν ανεγείροντο αυτοί οι τοίχοι, πόσοι πτωχοί υπήρχαν στην πόλιν αυτήν, οι οποίοι παρεβλέποντο από τους τότε πλουσίους λόγω της φροντίδος τους γύρω από αυτά; Πού είναι λοιπόν η κατασκευή των λαμπρών αυτών έργων; Πού είναι αυτός που εκαυχάτο για την μεγαλοπρέπειά τους; Δεν διελύθησαν και εξηφανίσθησαν όπως αυτά που κατασκευάζουν τα παιδιά παίζοντας στην αμμουδιά, ενώ εκείνος ευρίσκεται στον άδη, μετανοιωμένος για την φροντίδα των ματαίων;
Αλλά αποκαλείς τον εαυτόν σου πτωχόν. Συμφωνώ και εγώ. Διότι πτωχός είναι αυτός που χρειάζεται πολλά. Και εσάς η αχόρταστος επιθυμία σας κάνει να έχετε πολλές ανάγκες. Στα δέκα τάλαντα προσπαθείς να προσθέσης και άλλα δέκα. Όταν γίνουν είκοσι, επιζητείς άλλα τόσα, και πάντοτε καθετί που προστίθεται δεν σταματά την ορμή σου. Αντιθέτως, σου ανοίγει την όρεξη. Διότι όπως ακριβώς στους μέθυσους η προσθήκη του οίνου γίνεται αφορμή για να συνεχίσουν να πίνουν, έτσι και οι νεόπλουτοι, αφού αποκτήσουν πολλά, επιθυμούν περισσότερα, τρέφοντας την ασθένειά τους με την συνεχή επαύξηση, και κατ’ αυτόν τον τρόπον η προσπάθειά τους φέρει το αντίθετον αποτέλεσμα. Επειδή δεν τους ευχαριστούν όσα έχουν, αν και είναι τόσα πολλά, όσον τους λυπούν τα ελλείποντα, όσα δηλαδή αυτοί υποθέτουν ότι τους λείπουν. Ώστε πάντοτε η ψυχή τους λειώνει από τoν αγώνα που κάνουν να αποκτήσουν υπερβολικά αγαθά. Και ενώ θα έπρεπε να ευφραίνωνται και να ευχαριστούν για το ότι είναι πλουσιώτεροι από τόσους άλλους, αυτοί δυσφορούν και θλίβονται επειδή υστερούν από έναν ή δύο πάμπλουτους. Όταν φθάσουν αυτόν τoν πλούσιον, αμέσως αγωνίζονται να εξισωθούν με τον πλουσιώτερον, και όταν φθάσουν εκείνον, μεταφέρουν την προσπάθειά τους προς τoν άλλον.
Όπως εκείνοι που ανεβαίνουν τις σκάλες ανυψώνουν το βήμα τους συνεχώς πρoς υψηλότερο σκαλοπάτι και δεν σταματούν πριν φθάσουν στο άκρον της σκάλας, έτσι και αυτοί δεν παύουν την κατακτητικήν ορμήν τους μέχρι να μείνουν μετέωροι υψηλά, τόσο ώστε η πτώσις τους να είναι καταστροφική. Όσα βλέπει ο οφθαλμός, τόσα πολλά επιθυμεί ο πλεονέκτης. «Δεν θα χορτάση ο οφθαλμός από το να βλέπη» (Εκκλ. α’ 8) και ο φιλάργυρος από το να παίρνη. Ο πλεονέκτης δεν είπε ποτέ αρκεί. Πότε θα χρησιμοποιήσης αυτά που έχεις τώρα; Πότε θα τα απολαύσης, αφού διακατέχεσαι πάντοτε από τους κόπους της αποκτήσεως; Θα ήθελα να σε ελαφρώσω λίγο από τα έργα της αδικίας, ώστε να εύρης κάποιαν άνεση στους λογισμούς σου και να ιδής την κατάληξιν όλων αυτών των πραγμάτων. Έχεις τόσα και τόσα πλέθρα [Αρχαία μονάς μετρήσεως επιφανειών ίση με 8.740 τ.μ.] καλλιεργησίμου γης, άλλα τόσα φυτευμένα, βουνά, πεδιάδες, κοιλάδες, ποταμούς, λιβάδια. Τι θα γίνει λοιπόν με όλα αυτά; Δεν σε περιμένουν τρεις πήχεις όλοι κι όλοι; Δεν θα αρκέση το βάρος ολίγων λίθων να φυλάξη την δυστυχή σου σάρκα; Για ποίον λοιπόν κοπιάζεις; Για ποίον παρανομείς;
Γιατί με τα χέρια σου συνάζεις ακαρπίαν; Είθε να ήταν ακαρπία και όχι προσάναμμα για το αιώνιον πυρ. Δεν θα απαλλαγής ποτέ από την μέθην αυτή; Δεν θα υγιάνουν οι λογισμοί σου; Δεν θα έλθης στον εαυτόν σου; Δεν θα φέρης προ των οφθαλμών σου το δικαστήριον του Χριστού; Τι θα απολογηθής όταν σε περικυκλώσουν οι αδικημένοι και θα σε κατηγορούν ενώπιον του δικαίου κριτού; Τι θα κάμης λοιπόν; Ποίους συνηγόρους θα πληρώσης; Ποίους μάρτυρες θα παρουσιάσης; Πώς θα μεταπείσης τον δικαστή που ποτέ δεν εξαπατάται; Δεν υπάρχει δικηγόρος εκεί, δεν υπάρχει η τέχνη των λόγων, η οποία ημπορεί να κλέψη την αλήθειαν από τον δικαστή. Δεν συνοδεύουν οι κόλακες, ούτε τα χρήματα, ούτε το ύψος του αξιώματος. Μόνος, χωρίς φίλους, χωρίς βοηθούς, χωρίς συνηγόρους, χωρίς απολογία, θα απομακρυνθής γεμάτος εντροπήν, σκυθρωπός, κατηφής, ολομόναχος, χωρίς κανένα θάρρος. Διότι όπου και αν περιφέρης το βλέμμα σου, θα αντικρύσης καθαρά τις εικόνες των κακών έργων. Από το ένα μέρος τα δάκρυα του ορφανού, από το άλλο τους αναστεναγμούς της χήρας, τους γρονθοκοπημένους από σε πτωχούς, τους υπηρέτες σου των οποίων εξέσκιζες τις σάρκες, τους γείτονες που εξώργιζες.
Τρίτη 26 Αυγούστου 2025
Η ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
Οὐ θαῦμα θνῄσκειν κοσμοσώτειραν Κόρην,
Τοῦ κοσμοπλάστου σαρκικῶς τεθνηκότος.
Ζῇ ἀεὶ Θεομήτωρ, κἂν δεκάτῃ θάνε πέμπτῃ.
Όπως είναι γνωστό, επάνω από το Σταυρό ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, έδωσε εντολή και την Παναγία μητέρα του παρέλαβε ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής στο σπίτι του, όπου διέμενε μαζί με τον αδελφό του Ιάκωβο και τη μητέρα του Σαλώμη, συγγενή της Θεοτόκου. Όταν δε ήλθε η στιγμή να τελειώσει την επίγεια ζωή της, άγγελος Κυρίου (η παράδοση λέει ότι ήταν ο Aρχάγγελος Γαβριήλ) της το έκανε γνωστό τρεις μέρες πριν. Η χαρά της Θεοτόκου υπήρξε μεγάλη, διότι θα συναντούσε το μονογενή της Υιό και Θεό όλων των ανθρώπων. Πήγε, λοιπόν, και προσευχήθηκε στο όρος των Ελαίων, όπου συνήθιζε να προσεύχεται και ο Κύριος Ιησούς. Έπειτα, γύρισε στο σπίτι του Ιωάννη, όπου έκανε γνωστή την επικείμενη κοίμηση της. Η παράδοση αναφέρει ότι την τρίτη ήμερα από την εμφάνιση του αγγέλου, λίγο πριν κοιμηθεί η Θεοτόκος, οι Απόστολοι δεν ήταν όλοι στα Ιεροσόλυμα, αλλά σε μακρινούς τόπους όπου κήρυτταν το Ευαγγέλιο. Τότε, ξαφνικά νεφέλη τους άρπαξε και τους έφερε όλους μπροστά στο κρεβάτι, όπου ήταν ξαπλωμένη η Θεοτόκος και περίμενε την κοίμηση της. Mαζί δε με τους Aποστόλους ήλθε και ο Aρεοπαγίτης Διονύσιος, ο Άγιος Iερόθεος ο διδάσκαλος του Διονυσίου, ο Aπόστολος Tιμόθεος, και οι λοιποί θεόσοφοι Iεράρχες. Όταν εκοιμήθη, με ψαλμούς και ύμνους την τοποθέτησαν στο μνήμα της Γεσθημανή. Eπειδή, κατά θείαν οικονομίαν, ένας από τους Aποστόλους (ο Θωμάς όπως λέει η παράδοση) δεν ήταν παρών στην κηδεία της Θεομήτορος, ζήτησε να ανοιχτεί ο τάφος ώστε να προσκυνήσει και αυτός το Σώμα της Θεοτόκου. Έτσι, μετά από τρεις ήμερες, άνοιξαν τον τάφο και έκπληκτοι διαπίστωσαν ότι η Παναγία αναστήθηκε σωματικά και ανελήφθη στους ουρανούς. Και βέβαια, όλη η ανθρωπότητα, με ευγνωμοσύνη για τις πρεσβείες της στο Σωτήρα Χριστό, αναφωνεί: «Χαίρε, ώ Μήτερ τής ζωής».
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': ΤΑ ΔΥΟ ΜΕΓΑΛΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΕΩΣ ΜΑΣ: Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΙΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΚΑΙ Η ΑΧΡΑΝΤΟΣ ΘΕΟΤΟΚΟΣ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΟΦΕΙΛΟΥΝ ΜΙΑ ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΗ ΕΛΠΙΔΑ
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ: ΕΓΚΩΜΙΟΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ: Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΛΥΚΟΦΙΛΟΥΣΑ
ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΚΑΒΑΣΙΛΑ: ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΑΝΔΟΞΟΝ ΚΟΙΜΗΣΙΝ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΘΕΟΜΗΤΟΡΟΣ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': «ΕΥΣΠΛΑΧΝΙΑΣ Η ΑΒΥΣΣΟΣ» (2012)
ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ: Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΣ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ
ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ: ΕΠΙ ΣΟΙ ΧΑΙΡΕΙ ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ ΠΑΣΑ Η ΚΤΙΣΙΣ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ: ΕΟΡΤΗΝ ΕΟΡΤΑΖΟΜΕΝ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ: Η ΖΩΗΦΟΡΟΣ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΜΗΤΡΟΣ
ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗ: ΧΑΙΡΕ ΑΝΑΒΑΙΝΟΥΣΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΙΩΝ ΤΑ ΣΚΗΝΩΜΑΤΑ
ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ: ΕΝ ΤΗ ΚΟΙΜΗΣΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟΝ ΟΥ ΚΑΤΕΛΙΠΕΣ ΘΕΟΤΟΚΕ
ΣΕΜΝΟΤΗΣ, ΝΗΣΤΕΙΑ, ΣΥΓΧΩΡΗΣΙΣ ΚΑΙ ΑΝΑΖΗΤΗΣΙΣ ΤΗΣ ΟΥΡΑΝΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΑΣ: ΤΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΜΑΣ (2020)
ΨΑΛΜΟΙ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟΥ ΥΠΟ ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ (1989)
ΥΠΟ ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ: ΤΑΠΕΙΝΟΣ ΛΟΓΟΣ ΣΤΗΝ ΙΕΡΑ ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΥΠΕΡΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ
π. ΠΛΑΚΙΔΑ DESEILLE: Η ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΟΦΕΙΛΟΥΝ ΜΙΑ ΑΝΟΙΞΙΑΤΙΚΗ ΕΛΠΙΔΑ
Μήνυμα Ἑόρτιο Ἐπὶ τῇ Πανσέπτῳ Κοιμήσει τῆς ῾Υπεραγίας Θεοτόκου 2015
Σήμερα, στὴν μεγάλη καὶ παγκόσμια αὐτὴν Ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Παναγίας μας...
Καθὼς οἱ Πύλες τοῦ Οὐρανοῦ ἀνοίγουν,
γιὰ νὰ ὑποδεχθοῦν τὴν ἐπουράνια Πύλη
καὶ τὸν ἔμψυχο Οὐρανὸ τῆς Θεότητος...
Τώρα, ποὺ καλούμεθα νὰ ὑμνήσουμε τῶν Ἀσωμάτων τὸ ῏ᾼσμα καὶ τὸ ἄχραντο ἐνδιαίτημα τῆς Ἁγίας Τριάδος·
Σήμερα, λέγω,
μᾶς δίδεται ἡ εὐκαιρία γιὰ μία ἀκόμη φορὰ νὰ ἐμβαθύνουμε στὸ σωτηριολογικὸ Ἔργο τοῦ Κυρίου μας
καὶ τὴν θέσι τῆς γυναίκας στὴν ἐκδίπλωσι τοῦ Ἔργου Αὐτοῦ.
Αὐτὴ ἡ θέσις καὶ ἡ σχέσις Χριστοῦ καὶ Γυναίκας προδίδεται παραδόξως σήμερα, ἀκόμη καὶ ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς γυναῖκες, οἱ ὁποῖες πιστεύουν βεβαίως στὸν Χριστό μας, βιώνουν τὴν ἐκκλησιαστικὴ ζωή,ἀλλὰ ὄχι πάντοτε μὲ ἕναν βαθὺ καὶ οὐσιαστικὸ τρόπο,ὄχι δηλαδὴ παρακαθισμένες μὲ ἀφοσίωσι καὶ ἐγκάρδια ἀγάπη «παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ». Χρειάζεται λοιπὸν μία ἀνανέωσις τῆς μνήμης ἀπὸ ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ὥστε οἱ μὲν νὰ μὴ χάνουν τὸν σεβασμὸ καὶ τὴν αἴσθησι τῆς ἱερότητος, μὲ τὴν ὁποία ἐστεφάνωσε ὁ Κύριός μας τὴν γυναῖκα· οἱ δὲ νὰ εὐγνωμονοῦν τὸν Σωτῆρα μας καὶ νὰ διαφυλάσσουν τὸν οὐράνιο θησαυρὸ τῆς ἱερότητος αὐτῆς, ὥστε ὡς ἄλλες Μητέρες τοῦ Κυρίου νὰ βαστάζουν ἐντὸς αὐτῶν τὸν Χριστό μας καὶ νὰ μακαρίζωνται μαζὶ μὲ τὴν Παναγία μας. Τὸ ἀπίστευτο βάθος τῆς περιφρονήσεως πρὸς τὶς γυναῖκες πρὸ Χριστοῦ κατανοεῖται μόνο ἀπὸ τὸ ἀπίστευτο ὕψος τῆς δόξης, στὴν ὁποία τὴν ἀνεβίβασε ὁ Κύριός μας...
Τὴν ἀσύλληπτη ὑποτίμησί της μόνο Ἐκεῖνος, ὁ Ὁποῖος ἐτίμησε ἀσύλληπτα αὐτήν, ἦταν δυνατὸν νὰ γνωρίζη... Ἀκριβῶς γιὰ τὸν λόγο αὐτόν, ἀρχίζει τὸ Ἔργο Του «ἐκ γυναικός»: εἰσέρχεται στὸν χρόνο /ἱστορία «ἐκ γυναικός»· προσλαμβάνει καὶ θεώνει τὸν ἄνθρωπο «ἐκ γυναικός»· ἀνακαινίζει τὴν κτίσι «ἐκ γυναικός»... Αὐτὴ ἡ πάναγνος ἀγάπη καὶ ἡ συμπαθὴς προσέγγισις καὶ οἰκειότης τοῦ Χριστοῦ μας πρὸς τὶς γυναῖκες ἦταν συνεχὴς καὶ ἔκδηλος μὲ ποικίλους τρόπους κατὰ τὸν ἐπίγειο Βίο Του... Ἀλλὰ καὶ οἱ γυναῖκες ἀνταπεκρίθησαν μὲ ἀφοσίωσι καὶ εὐγνωμοσύνη, ἀκόμη δὲ καὶ θυσιαστικά,ὅταν μάλιστα οἱ ἄνδρες ἦσαν ἄλλοτε νυκτερινοὶ μαθητὲς καὶ ἄλλοτε δειλιῶντες καὶ κρυπτόμενοι. Στὶς ἱεραποστολικὲς περιοδεῖες Του ἦσαν «σὺν Αὐτῷ» «καὶ γυναῖκες πολλαὶ» «καὶ διηκόνουν Αὐτῷ ἐκ τῶν ὑπαρ- χόντων αὐταῖς». Υπηρετοῦσαν μὲ αὐταπάρνησι καὶ ἰδίαις δαπάναις τὸν Χριστό μας καὶ τὸν χορὸ τῶν Ἀποστόλων, ὥστε Αὐτοὶ νὰ εἶναι ἀπερίσπαστοι στὸ Ἔργο Τους...
Ἐπειδὴ μάλιστα μερικὲς ἀπὸ αὐτὲς ἦσαν καὶ εὔπορες, ἐνίσχυαν καὶ τὸ ταμεῖο τῶν Μαθητῶν, ὥστε νὰ ἐπαρκῆ γιὰ τὶς ἐλεημοσύνες ὑπὲρ τῶν πτωχῶν συμπατριωτῶν τους. Ὁ Κύριός μας ἀκόμη καὶ τὶς πλέον ἀπερριμένες καὶ δύσφημες γυναῖκες, ὄχι μόνο δὲν ἀπεστράφη, ἀλλὰ μὲ τὴν θεϊκή Του εὐσπλαγχνία ὡδήγησε αὐτὲς στὸ Φῶς τῆς Μετανοίας καὶ τῆς Θείας Δόξης. Ἡ πενθερὰ τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, ἡ Μαγδαληνή, ἡ χήρα μὲ τὸν νεκρὸ μονογενῆ της, ἡ Χαναναία, ἡ συγκύπτουσα, ἡ κόρη τοῦ Ἰαείρου, ἡ αἱμορροοῦσα, ἡ μοιχός, ἡ ἁμαρτωλὸς στοὺς πόδας Του, ἡ Μάρθα καὶ ἡ Μαρία, ἡ Σαμαρεῖτις, οἱ πολλὲς γυναῖκες θεωροῦσαι τὸ Πάθος, οἱ Μυροφόρες μὲ πρώτη τὴν Θεοτόκο...«καὶ ἕτεραι πολλαὶ» ἀποτελοῦν τοὺς ἀψευδεῖς μάρτυρες τῆς θέσεως καὶ τῆς σχέσεως τῶν γυναικῶν στὸ Ἔργο τοῦ Κυρίου μας καὶ μὲ τὸ Θεανδρικὸ Πρόσωπό Του.
Οἱ πολλὲς αὐτὲς γυναῖκες καὶ ἀναρίθμητες ἄλλες, οἱ ὁποῖες συνωστίζοντο μέσα στὸ πλῆθος τοῦ ἁπλοῦ λαοῦ γύρω ἀπὸ τὸν Χριστό μας, ζητοῦσαι εὐλογία, θεραπεία, νεῦσι παραμυθίας, βλέμμα ἀποδοχῆς, θωπεία τῆς κεφαλῆς τῶν τέκνων τους, ἀπόλυσι συγχωρήσεως, λόγον ἐνθαρρυντικόν, στοργή, θαῦμα, εὐσπλαγχνία..., ὅλες μαζὶ καὶ κάθε μία χωριστὰ ἐπανελάμβαναν συνεχῶς τὴν θαυμάσια ἐκείνην ρῆσι: «Μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά Σε καὶ μαστοί, οὓς ἐθήλασας!...». Ἆρά γε, στὶς ἡμέρες μας, γιατὶ δὲν διαπιστώνεται, δὲν εἶναι ὁρατός, στὸ μέτρο ποὺ θὰ ἔπρεπε, αὐτὸς ὁ συνωστισμός γύρω ἀπὸ τὸν Κύριό μας; Τὸ ἐρώτημα αὐτό, στὴν τόσο τραγικὴ ἐποχή μας, ἐκφράζει μίαν ἀγωνιώδη ἐλπίδα...
Ἕνα καλὸ σημεῖο τῶν καιρῶν, ἕνας τόνος ἀνοιξιάτικης ἐλπίδας, μία αὔρα παρηγορίας,θὰ ἦταν ἡ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν γυναικῶν,
οἱ ὁποῖες ἀπὸ ἀγάπη βαθειὰ καὶ πηγαία εὐγνωμοσύνη πρὸς τὸν Χριστό μας,
τὸν ῾Υπέρλαμπρο Νυμφίο τῶν ψυχῶν μας, θὰ ἀναβοοῦσαν μεγάλῃ τῇ φωνῇ:
«Μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά Σε καὶ μαστοί,οὓς ἐθήλασας!...».
Ἂς κατανοήσουν οἱ γυναῖκες, οἱ Ὀρθόδοξες Χριστιανές, τὸ χρέος τους, τὴν εὐθύνη τους...
Ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου κρέμεται στὰ χέρια τους καὶ τὴν «φωνή» τους αὐτή...
Γιατί ἀργοποροῦν;...
Μᾶς τὴν ὀφείλουν!...
Ἡ Θεοτόκος ὑπομιμνήσκει...
ΕΝ ΤΗ ΚΟΙΜΗΣΕΙ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟΝ ΟΥ ΚΑΤΕΛΙΠΕΣ ΘΕΟΤΟΚΕ
Ύμνος εις την Κοίμηση της Θεοτόκου μεταφρασμένος από τον Φώτη Κόντογλου
Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου
Ὤ, τί παράδοξο θαῦμα! Ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς σὲ μνῆμα ἀποθέτεται, κι᾿ ὁ τάφος σκάλα γίνεται ποὺ πάγει στὸν οὐρανό. Εὐφραίνου Γεθσημανή, ἡ ἁγιασμένη ἐκκλησιὰ τῆς Θεοτόκου. Ἂς κράξουμε οἱ πιστοί, ἔχοντες τὸν Γαβριὴλ γιὰ ταξίαρχο: Κεχαριτωμένη, χαῖρε, μὲ σένα εἶναι ὁ Κύριος, ποὺ δωρίζει στὸν κόσμο μὲ σένα τὸ μέγα ἔλεος. Τὴν κοίμησή σου δοξάζουνε Ἐξουσίες, Θρόνοι, Ἀρχές, Κυριότητες, Δυνάμεις καὶ Χερουβὶμ καὶ τὰ φρικτὰ Σεραφίμ. Ἀναγαλλιάζουνε οἱ ἄνθρωποι στολισμένοι γιὰ τὴ γιορτή σου. Προσκυνᾶνε οἱ βασιλιάδες, μαζὶ μὲ τοὺς Ἀρχαγγέλους καὶ τοὺς Ἀγγέλους, καὶ ψέλνουνε:
Κεχαριτωμένη χαῖρε, μαζί σου εἶναι ὁ Κύριος, ποὺ δωρίζει στὸν κόσμο μὲ σένα τὸ μέγα ἔλεος. Στολισμένη μὲ τὴ θεϊκὴ δόξα ἡ ἱερὴ καὶ δοξασμένη, Παρθένε, μνήμη σου, κι᾿ ὅλους τοὺς πιστοὺς τοὺς σύναξε γιὰ νὰ εὐφρανθοῦνε, καὶ μπροστὰ ἀπ᾿ ὅλους πηγαίνει ἡ Μαριὰμ (3) μὲ χορὸ καὶ μὲ τύμπανα ψέλνοντας τὸν μονογενή σου, γιατὶ μὲ δόξα δοξάσθηκε. Τοὺς δικούς σου ὑμνολόγους, Θεοτόκε, ποὺ συγκροτήσανε ἕναν πνευματικὸ θίασο, ἐσὺ ποὺ εἶσαι ζωντανὴ κι᾿ ἄφθονη πηγή, στερέωσέ τους. Καὶ στὴ θεϊκὴ δόξα σου ἀξίωσέ τους μὲ στεφάνια δόξας νὰ στεφανωθοῦνε. Νικηθήκανε τῆς φύσης οἱ νόμοι σὲ σένα, Παρθένε ἄχραντε.
Γιατὶ σὲ σένα παρθενεύει ἡ γέννα, καὶ μὲ τὴ ζωὴ σμίγει ὁ θάνατος. Ἐσὺ ποὺ ἀπόμεινες μετὰ τὴ γέννα Παρθένος καὶ μετὰ θάνατο ζωντανή, σῶζε παντοτινά, Θεοτόκε, τὴν κληρονομία σου. Στὴν γέννα σου τὴν παρθενία ἐφύλαξες, στὴν κοίμησή σου τὸν κόσμο δὲν τὸν ἄφησες, Θεοτόκε. Μίσεψες στὴ ζωή, γιατὶ εἶσαι μητέρα τῆς ζωῆς καὶ λυτρώνεις μὲ τὶς πρεσβεῖες σου τὶς ψυχές μας ἀπὸ τὸν θάνατο. Ἀπὸ τὴν Ἑρμηνείαν τῶν Ζωγράφων: Ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου, καὶ ἐν τῷ μέσῳ ἡ Παναγία κειμένη ἐπὶ τῆς κλίνης νεκρά, ἔχουσα ἐπὶ τοῦ Παναγίου στήθους αὐτῆς ἐσταυρωμένας τὰς θεοφόρους χείρας. Καὶ πλησίον τῆς κλίνης ἔνθεν καὶ ἔνθεν μανουάλια μὲ λαμπάδες ἀνημμένας.
Ὁ δὲ Ἀπόστολος Παῦλος καὶ ὁ Θεολόγος Ἰωάννης παρὰ τοὺς πόδας αὐτῆς ἀσπάζονται αὐτήν (4), καὶ γύρωθεν οἱ λοιποὶ ἀπόστολοι καὶ οἱ ἅγιοι ἱεράρχαι, Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης, Ἰερόθεος καὶ Τιμόθεος βαστάζοντες Εὐαγγέλια, καὶ γυναῖκες κλαίουσαι. Ἐπάνωθεν δὲ αὐτῆς ὁ Χριστὸς φέρων εἰς τὰς ἀγκάλας του τὴν παναγίαν ψυχὴν ἐν νεφέλῃ λευκῇ, καὶ γύρωθεν αὐτοῦ ἀκτίνες φωτὸς καὶ πλῆθος ἀγγέλων. Καὶ ἄνωθεν εἰς τὸν ἀέρα πάλιν οἱ δώδεκα Ἀπόστολοι φερόμενοι ἐπὶ νεφελῶν.
Εἰς δὲ τὴν δεξιὰν ἄκραν τοῦ ὁσπιτίου ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς βαστῶν χαρτίον λέγει: «Ἀξίως ὡς ἔμψυχόν σε οὐρανὸν ὑπεδέξαντο οὐράνια, Πάναγνε, θεία σκηνώματα...», καὶ εἰς τὴν ἀριστερὰν ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ ποιητὴς βαστῶν καὶ αὐτὸς χαρτίον λέγει: «Γυναῖκά σε θνητήν, ἀλλ᾿ ὑπερφυῶς καὶ μητέρα Θεοῦ εἰδότες, πανάμωμε, οἱ κλεινοὶ ἀπόστολοι...»(5).
ΣΗΜΕΡΟΝ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΕΟΡΤΑΖΕΙ ΤΗΝ ΚΟΙΜΗΣΙΝ
Μία των γλυκυτέρων και συμπαθεστέρων εορτών του χριστιανικού κόσμου
είναι και η Κοίμησις της υπεραγίας Θεοτόκου,
ην σήμερον εορτάζει η Εκκλησία.
Ευθύς από των πρώτων μ.Χ. αιώνων,
έξοχος υπήρξεν η τιμή και ευλάβεια,
ην απένεμον οι χριστιανοί προς την Παρθένον Μαρίαν.
Αλλ’ η σημερινή εορτή είναι η κατ’ εξοχήν μνήμη της Θεοτόκου,
άτε την Κοίμησιν αυτής υπόθεσιν έχουσα.
Η Κοίμησις αύτη συνέβη, κατά την ευσεβή παράδοσιν,
τη 15 Αυγούστου, αλλά προϊόντος του χρόνου,
συν τη καλλιεργεία και αναπτύξει του χριστιανικού πνεύματος,
ετάχθη η προηγουμένη της ημέρας ταύτης δεκατετραήμερος εγκράτεια,
προς τιμήν της υπεράγνου Θεομήτορος και αυτή γινομένη.
του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη
Αγομένης της νηστείας ταύτης, ψάλλονται εν τοις ιεροίς ναοίς εναλλάξ καθ’ εκάστην, οι δύο μελωδικώτατοι Παρακλητικοί Κανόνες, η Μεγάλη λεγομένη παράκλησις και η Μικρά. Και αύτη μεν επιγράφεται «ποίημα Θεοστηρίκτου μοναχού, η Θεοφάνους», και πιθανώτατον, ότι είναι του Θεοφάνους μάλλον, διότι πράγματι φαίνεται έργον δοκιμωτάτου ποιητού, η δε Μεγάλη παράκλησις είναι ποίημα του βασιλέως Θεοδώρου Δούκα του Λασκάρεως. Εξόριστος από της βασιλευούσης, αλωθείσης υπό των Λατίνων, ο ατυχής εκείνος βασιλεύς, ευγλώττως εκχέει τα παράπονά του προς την μόνην πολιούχον αυτής και προστάτιδα: «Προς τίνα καταφύγω άλλην Αγνή; που προστρέξω λοιπόν και σωθήσομαι; Που πορευθώ;. Εις σε μόνην ελπίζω, εις σε μόνην καυχώμαι, και επί σε θαρρών κατέφυγον».
Περί το τέλος του Μεγάλου Παρακλητικού κανόνος ψάλλονται και τα κατανυκτικώτατα εκείνα εξαποστειλάρια. Το πρώτον, ως εκ μέρους της Θεοτόκου, αρχαιοπρεπές και απέριττον, έχει ώδε: «Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε, Γεθσημανή τω χωρίω, κηδεύσατέ μου το σώμα, και συ Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα». Το τρίτον, ικεσία εκ μέρους των πιστών, είναι περιπαθέστατον: «Και σε μεσίτριαν έχω, προς τον φιλάνθρωπον Θεόν, μη μου ελέγξη τας πράξεις, ενώπιον των αγγέλων, παρακαλώ σε Παρθένε, βοήθησόν μοι εν τάχει». Προς το τροπάριον τούτο συνδέεται ευσεβής τις δοξασία από στόματος εις στόμα φερομένη και ασπαστή παρ’ ορθοδόξοις χριστιανοίς, ότι, κατά την τελευταίαν Κρίσιν, και προ της φρικτής αποφάσεως του αδεκάστου δικαστού, η εύσπλαγχνος Μήτηρ και Παρθένος θ’ ανατείνη το τελευταίον χείρας ικέτιδας προς τον Υιόν της και Κύριον, επικαλουμένη την συγκατάβασιν αυτού επί των αμαρτωλών.
Μετά την δεκαπενθήμερον προπαρασκευήν και νηστείαν, άρχεται η εορτή, και μετ’ αυτήν τα μεθέορτα, ψαλλόμενα μέχρι της 23 του μηνός, καθ’ ην τελείται η απόδοσις της εορτής, η άλλως λεγομένη και Μετάστασις της Θεοτόκου. Αλλά και όλος ο Αύγουστος μην θεωρείται αφιερωμένος εις την Θεομήτορα, εν τω ιερώ δε Άθω, τη ακροπόλει ταύτη της Ορθοδοξίας, ήτις εδέχθη μετά την πτώσιν της Βασιλευούσης όσα κειμήλια και θησαυρούς δεν περιεσύλησαν οι αλλόφυλοι, και όπου περιεσώθη προς τοις άλλοις και η προς την Θεοτόκον ιδιάζουσα τιμή και το προνόμιον του επ’ ονόματι αυτής σεμνύνεσθαι, τα μεθέορτα εξακολουθούσι και μετά την 23 του μηνός. Χάριν δε περιεργείας δύναται να σημειωθή και η σύμπτωσις, ότι ο Αύγουστος αστρονομικώς ανήκει εις το ζώδιον, το λεγόμενον της Παρθένου. Κατ’ αυτήν την ημέραν της εορτής τα άσματα και οι ύμνοι είναι εκ των καλλίστων της Εκκλησίας.
'Ο,τι υψηλόν και ωραίον έγραψέ ποτέ ο Κοσμάς και ο Δαμασκηνός Ιωάννης, οι δύο μέγιστοι της Εκκλησίας μελοποιοί, τονίζεται την ημέραν ταύτην επ’ εκκλησίας, και η ακολουθία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου αμιλλάται προς τας της Μεγάλης Εβδομάδος και των Χριστουγέννων. Λυρικώτατος είναι ο ένθεος Κανών του ιερού Κοσμά, το «Πεποικιλμένη τη θεία δόξη», εις ήχον α΄ αδόμενος, πανηγυρικώτατος δε ο του θείου Δαμασκηνού προς το «Ανοίξω το στόμα μου», εις δ΄ ήχον. Ο ειρμός της α΄ ωδής του α΄ ήχου έχει ως εξής: «Πεποικιλμένη τη θεία δόξη, η ιερά και ευκλεής Παρθένε μνήμη σου, πάντας συνηγάγετο, προς ευφροσύνην τους πιστούς, εξαρχούσης Μαριάμ μετά χορών και τυμπάνων, τω σω άδοντας Μονογενεί, ενδόξως ότι δεδόξασται». Το α΄ τροπάριον της αυτής ωδής λέγει· «Αμφεπονείτο αύλων τάξις, ουρανοβάμων εν Σιών το θείον σώμά σου· άφνω δε συρρεύσασα, των Αποστόλων η πληθύς, εκ περάτων Θεοτόκε, σοι παρέστησαν άρδην, μεθ’ ων Άχραντε, σου την σεπτήν, Παρθένε, μνήμην δοξάζομεν».
Και το β΄ τροπάριον· «Νικητικά μεν βραβεία ήρω, κατά της φύσεως Αγνή, Θεόν κυήσασα· όμως μιμουμένη δε, τον ποιητήν σου και Υιόν, υπέρ φύσιν υποκύπτεις, τοις της φύσεως νόμοις· διο θνήσκουσα, συν τω Υιώ, εγείρη διαιωνίζουσα». Αξιοσημείωτα είναι τα δύο τροπάρια της ε΄ ωδής του δ΄ ήχου, προς το «Εξέστη τα σύμπαντα»· «Κροτείτωσαν σάλπιγγες, των θεολόγων σήμερον, γλώσσα δε πολύφθογγος ανθρώπων, νυν ευφημείτω, περιηχείτω αήρ, απείρω λαμπόμενος φωτί, άγγελοι υμνείτωσαν, της Παρθένου την κοίμησιν». «Το Σκεύος διέπρεπε, της εκλογής τοις ύμνοις σου, όλος εξιστάμενος Παρθένε, έκδημος όλος, ιερωμένος Θεώ, τοις πάσι θεόληπτος και ων, όντως και δεικνύμενος, Θεοτόκε πανύμνητε». Ο ειρμός της ζ΄ ωδής του α΄ ήχου, εν ω μνημονεύεται κατά χρέος η ιστορία των Τριών Παίδων, έχει ως έπεται· «Ιταμώ θυμώ τε και πυρί, θείος έρως αντιταττόμενος, το μεν πυρ εδρόσιζε, τω θυμώ δε εγέλα, θεοπνεύστω λογική, τη των οσίων τριφθόγγω λύρα αντιφθεγγόμενος, μουσικοίς οργάνοις εν μέσω φλογός· ο δεδοξασμένος, των πατέρων και ημών, Θεός ευλογητός ει».
Το επόμενον τω ειρμώ τούτω τροπάριον περιέχει ποιητικωτάτην παραβολήν, ή μάλλον αντίθεσιν, αφορμήν λαβούσαν εκ της συντρίψεως των πλακών της Διαθήκης υπό του Μωυσέως. «Θεοπνεύστους πλάκας Μωσής, γεγραμμένας τω θείω Πνεύματι, εν θυμώ συνέτριψεν, αλλ’ ο τούτου Δεσπότης, την τεκούσαν ασινή, τοις ουρανίοις φυλάξας δόμοις, νυν εισωκίσατο· συν αυτή σκιρτώντες, βοώμεν Χριστώ· ο δεδοξασμένος, των πατέρων και ημών, Θεός ευλογητός ει».
ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗ: ΧΑΙΡΕ ΑΝΑΒΑΙΝΟΥΣΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΙΩΝ ΤΑ ΣΚΗΝΩΜΑΤΑ
Tώρα μέ τήν Χάριν της
θά ὁμιλήσωμε περί τῆς ἐξόδου και τῆς Μεταστάσεως αὐτῆς
ἀπό τόν παρόντα κόσμον εἰς τήν αἰώνιον Βασιλείαν τοῦ Υἱοῦ της.
Εἶναι ὄντως φαιδρά καί χαρμόσυνος γιά τήν ἀκοήν τῶν φιλοθέων ἡ τοιαύτη διήγησις.
Ὅταν, λοιπόν, ὁ Χριστός, ὁ Θεός μας,
εὐδόκησε νά μεταθέση τήν παναγίαν καί πανάμωμον μητέρα του
ἀπό τόν κόσμον αὐτόν εἰς τήν Βασιλείαν του,
προκειμένου νά λάβη τόν ἄφθαρτον στέφανον τῶν ὑπερφυῶν ἀγώνων καί ἀρετῶν της,
νά τήν τοποθετήση θεομητροπρεπῶς «ἐκ δεξιῶν του, περιβεβλημένην μέ πορφύραν καὶ πεποικιλμένην ἐν ἱματισμῷ διαχρύσῳ» (Ψαλμ. μδ΄, 12)
καί νά τήν ἀνακηρύξη Βασίλισσαν πάντων τῶν κτισμάτων,
ὁδηγῶν αὐτήν εἰς τό ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος καί ἐγκαθιστῶν εἰς τά ἐπουράνια Ἅγια τῶν Ἁγίων, τῆς ἐγνωστοποίησε ἐκ τῶν προτέρων τήν ἔνδοξον αὐτῆς μετάστασιν.
Ἀπέστειλε πάλιν εἰς αὐτήν τόν ἀρχάγγελον Γαβριήλ
γιά νά τῆς ἀναγγείλη τήν ἔνδοξον ἐκδημίαν της,
καθώς ἄλλοτε τήν θαυμαστήν αὐτῆς σύλληψιν.
Τὴν ἐπεσκέφθη λοιπὸν ὁ ἀρχάγγελος καὶ τῆς ἐπέδωσε ἕνα κλάδον φοίνικος, σύμβολον τῆς νίκης, τὸ ὁποῖον εἶχε ἄλλοτε χρησιμοποιήσει ὁ λαὸς ὑποδεχόμενος εἰς τὴν Ἱερουσαλὴμ τὸν Υἱόν της, τὸν νικητὴν τοῦ θανάτου καὶ ἐξολοθρευτὴν τοῦ Ἅδου. Ὁμοίως καὶ τώρα ὁ Γαβριὴλ δίδει αὐτὸν τὸν κλάδον εἰς τὴν Παρθένον, ὡς σύμβολον τῆς νίκης κατὰ πάντων τῶν δεινῶν καὶ τῆς καταλύσεως τοῦ θανάτου, λέγοντας· «Ὁ Κύριος καὶ Υἱός σου σὲ προσκαλεῖ: Ἔφθασε ἡ ὥρα νὰ ἔλθης πλησίον μου, ὦ καλὴ μῆτερ μου ( Ἆσμ. ἀσμ. β΄, 10 καὶ 13). Γιὰ τοῦτο μὲ ἀπέστειλε πάλι νὰ σοῦ ἀνακοινώσω, ὦ «εὐλογημένη ἐν γυναιξί», ὅτι σήμερα θὰ εὐφράνης, ὦ Κεχαριτωμένη, τὶς οὐράνιες στρατιὲς μὲ τὴν ἄνοδόν σου καὶ θὰ λαμπρύνης περισσότερον τὶς ψυχὲς τῶν ἁγίων, καθὼς ἔπλησες εὐφροσύνης τοὺς εὑρισκομένους εἰς τὴν γῆν.
Ἀγάλλου καὶ σὺ μαζί τους καθὼς ἄλλοτε τὸ εἶχες φανερώσει, διότι ἀπὸ τώρα θὰ σὲ μακαρίζουν εἰς τοὺς αἰῶνας ὅλα τὰ λογικὰ κτίσματα, «πᾶσαι αἱ γενεαί». «Χαῖρε, κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετὰ σοῦ». Οἱ προσευχὲς καὶ οἱ ἱκεσίες σου ἀνέβησαν εἰς τὸν οὐρανόν, πρὸς τὸν Υἱόν σου, ὅθεν κατὰ τὸ αἴτημά σου σὲ προστάζει νὰ ἀφήσης τὸν κόσμον αὐτὸν καὶ νὰ ἀνέλθης εἰς τὰ οὐράνια σκηνώματα γιὰ νὰ εἶσαι αἰωνίως μαζί του, εἰς τὴν ἀληθινὴν καὶ αἰωνίαν ζωήν». Καθὼς ἤκουσε ἡ ἁγία Θεοτόκος τοὺς λόγους τούτους ἐπλήσθη χαρᾶς καὶ ἔδωσε εἰς τὸν ἄγγελον τὴν ἰδίαν, ὅπως καὶ παλαιά, ἀπόκρισιν: «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι —καὶ τώρα— κατὰ τὸ ρῆμα σου⋅ καὶ ἀπῆλθεν ἀπ' αὐτῆς ὁ ἄγγελος» (Λουκ. α΄, 38). Τότε ἡ ὑπερευλογημένη καὶ ἔνδοξος Θεοτόκος Μαρία ἠγέρθη καὶ ἀγαλλομένη ἐπορεύθη εἰς τὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν γιὰ νὰ ἀπευθύνη πρὸς τὸν Κύριον ἐν ἡσυχίᾳ τὶς εὐχαριστίες καὶ τὰ αἰτήματά της γι' αὐτὴν τὴν ἰδίαν καὶ γιὰ τὸν κόσμον ὅλον. Ὅταν ἀνέβη εἰς τὸ ὄρος, ὕψωσε τὰ χέρια καὶ προσέφερε τὴν λογικὴν λατρείαν εἰς τὸν Υἱόν της, τὶς δεήσεις καὶ τὶς εὐχαριστίες της.
Συνέβη τότε ἕνα μέγα θαῦμα, τὸ ὁποῖον γνωρίζουν ἐκεῖνοι ποὺ ἠξιώθησαν τῆς τοιαύτης ἐμπειρίας καὶ δι' αὐτῶν ἔφθασε ἕως ἐμᾶς. Ἐνῷ, δηλαδή, προσηύχετο καὶ παρακαλοῦσε τὸν Κύριον μέσα εἰς μίαν πραγματικὴν μυσταγωγίαν, ὅλα τὰ ἐκεῖ εὑρισκόμενα δένδρα ἔκλιναν πρὸς τὴν γῆν καὶ τὴν προσεκύνησαν. Ὅταν ἐτελείωσε τὴν ἱκεσίαν καὶ τὴν εὐχαριστίαν της, πλημμυρισμένη ὅλη ἀπὸ Θεὸν ἐπέστρεψε εἰς τὴν Σιών. Εὐθὺς ἀμέσως ὁ Κύριος ἀπέστειλε ἐπὶ νεφέλης τὸν εὐαγγελιστὴν καὶ Θεολόγον Ἰωάννην, καθ' ὅτι ἡ ἁγία Παρθένος εἶχε μεγάλην ἐπιθυμίαν νὰ τὸν ἰδῆ, δεδομένου ὅτι ὁ Κύριος τοὺς εἶχε συνδέσει δι' υἱοθεσίας. Ἡ ἐξ ὅλων τῶν γυναικῶν ὑπερευλογημένη καθὼς τὸν εἶδε ἐχάρη ἀκόμη περισσότερον καὶ ἐζήτησε νὰ προσευχηθοῦν.
Μετὰ τὴν εὐχὴν ἡ ἁγία καὶ ἀειπάρθενος Βασίλισσα ἀνεκοίνωσε εἰς τὸν Ἰωάννην καὶ εἰς τὶς ἐκεῖ παρευρισκόμενες παρθένους τὸ νέον μήνυμα τοῦ ἀρχαγγέλου ποὺ ἀφοροῦσε τὴν μετάθεσίν της καὶ τοὺς ἔδειξε τὸν κλάδον τοῦ φοίνικος τὸν ὁποῖον παρέλαβε ἀπὸ αὐτόν. Παρήγγειλε νὰ ἑτοιμάσουν τὸν οἶκον της, νὰ ἀνάψουν λαμπάδες καὶ νὰ θυμιάσουν, διότι τὸν εἶχε ἤδη διακοσμήσει ὡς ἄλλον νυμφικὸν θάλαμον εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ὑπεδέχετο τὸν ἀθάνατον Νυμφίον, τὸν παντευλόγητον Υἱόν της, τὸν ὁποῖον προσδοκοῦσε μὲ μίαν ἀκατάσχετον ἐλπίδα. Ὅταν ὅλα ἐτακτοποιήθησαν, ἐγνωστοποίησε εἰς τοὺς συνοδοὺς καὶ τοὺς γνωστούς της τὸ ἐπικείμενον μυστήριον τῆς Μεταστάσεώς της καὶ ἐκεῖνοι ἀμέσως τὴν περιεκύκλωσαν κλαίοντας καὶ θρηνώντας γιὰ τὸν ἀποχωρισμόν τους, καθ' ὅτι μετὰ Θεὸν αὐτὴν εἶχαν ἐλπίδα καὶ βοήθειαν. Ἡ ἀδελφή τους ὅμως, ἡ Θεομήτωρ καὶ Βασίλισσα, τοὺς παρηγοροῦσε ἕναν ἕναν χωριστὰ καὶ ὅλους μαζὶ καὶ τοὺς ἀπηύθηνε ἕνα συγκινητικὸν χαιρετισμὸν λέγουσα: «Χαίρετε, τέκνα μου εὐλογημένα καὶ μὴ κάμετε τὴν μετάστασίν μου ἀφορμὴν θρήνου, ἀλλὰ πλησθῆτε ἀγαλλιάσεως, διότι ἔρχεται ἡ αἰώνιος εὐφροσύνη, ὁ Κύριός μου καὶ Υἱός μου καὶ ἡ Χάρις καὶ τὸ ἔλεός του θὰ εἶναι πάντοτε μαζί σας».
Ἐκοίταξε ἔπειτα τὸν εὐαγγελιστὴν Ἰωάννην καὶ τοῦ εἶπε νὰ δώση τὴν ἐσθῆτα καὶ τὸ μαφόριόν της εἰς τὶς δύο χῆρες οἱ ὁποῖες τὴν ὑπηρετοῦσαν. Ἐν συνεχείᾳ τοὺς ἐφανέρωσε τὰ μυστήρια τῆς ἐκδημίας της καὶ τῆς ἐπ' εὐκαιρίᾳ αὐτῆς θείας ἐπισκέψεως, καθὼς καὶ τὴν σημασίαν τοῦ κάθε γεγονότος. Ἔπειτα ἐκανόνισε τὰ τῆς κηδείας καὶ τοὺς παρήγγειλε πὼς νὰ τὴν μυρώσουν καθὼς καὶ ποῦ νὰ θάψουν τὸ πανάσπιλον σῶμα της. Μετὰ ταῦτα ἡ ἔνδοξος Θεομήτωρ ἀνεκλίθη εἰς ἕνα κράββατον, τὴν κλίνην ἐκείνην τὴν ὁποίαν καθ' ἑκάστην νύκτα ἔλουζε μὲ τὰ δάκρυα τῶν ὀφθαλμῶν της ἀπὸ ἀγάπην πρὸς τὸν Υἱόν της Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ τὴν ἐλάμπρυνε μὲ τὶς προσευχὲς καὶ τὶς δεήσεις αὐτῆς. Κατόπιν ἐζήτησε καὶ πάλιν νὰ ἀνάψουν τὶς λαμπάδες. Οἱ δὲ ἐκεῖ συγκεντρωμένοι πιστοί, αἰσθανόμενοι ὅτι ἐγγίζει ἡ ὥρα τῆς ἐκδημίας τῆς μητρὸς αὐτῶν Παναγίας Παρθένου, ἐξέσπασαν εἰς λυγμούς. Ἔπεσαν εἰς τὸ ἔδαφος καὶ τὴν ἱκέτευαν νὰ μὴ τοὺς ἀφήση ὀρφανούς. Ἐὰν ὅμως ἦταν ἀναπόφευκτος ἡ ἀναχώρησίς της ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτόν, νὰ τοὺς συνοδεύη εἰς τὸ ἑξῆς μὲ τὴν Χάριν καὶ τὶς πρεσβεῖες της.
Ἡ ἁγία Θεοτόκος ἤνοιξε τότε τὸ ἀμόλυντον καὶ καθαρώτατον στόμα της καὶ τοὺς εἶπε: «Ἡ εὐδοκία τοῦ Υἱοῦ καὶ Θεοῦ μου ἐπ' ἐμέ⋅ «οὗτός μου Θεὸς καὶ δοξάσω αὐτόν⋅ Θεὸς τοῦ Πατρός μου καὶ ὑψώσω αὐτόν» ( Ἐξοδ. ιε΄, 2). Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἱός μου, ὁ ὁποῖος κατὰ σάρκα ἐγεννήθη ἀπὸ ἐμέ, ὅμως πατὴρ αὐτοῦ εἶναι ὁ Θεός, ὁ καὶ τῆς μητρὸς αὐτοῦ δημιουργός. Γιὰ τοῦτο ποθῶ νὰ πορευθῶ πρὸς αὐτόν, ὁ ὁποῖος χορηγεῖ εἰς πάντας τὸ εἶναι καὶ τὴν ζωήν. Παρ' ὅλον δὲ ποὺ θὰ ὑπάγω ἐκεῖ πλησίον του, δὲν θὰ παύσω νὰ παρακαλῶ καὶ νὰ πρεσβεύω ὑπὲρ ὑμῶν καὶ ὑπὲρ πάντων τῶν χριστιανῶν καὶ τοῦ κόσμου παντός, οὕτως ὥστε ὁ φιλάνθρωπος Κτίστης, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός του, νὰ εὐσπλαγχνίζεται ὅλους τοὺς πιστούς, νὰ τοὺς ἐνισχύη καὶ νὰ τοὺς καθοδηγῆ εἰς τὸν δρόμον τῆς ἀληθινῆς ζωῆς· νὰ μεταστρέφη τοὺς ἀπίστους καὶ νὰ τοὺς συμπεριλάβη ὅλους εἰς μίαν ποίμνην ( Ἰωάν., ι΄16), καθ' ὅτι ὡς καλὸς Ποιμὴν ἔδωσε τὴν ψυχὴν αὐτοῦ ὑπὲρ τῶν προβάτων του, γνωρίζει δὲ τὰ ἰδικά του καὶ ἀναγνωρίζεται ἀπὸ αὐτά».
ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ: ΕΠΙ ΣΟΙ ΧΑΙΡΕΙ ΚΕΧΑΡΙΤΩΜΕΝΗ ΠΑΣΑ Η ΚΤΙΣΙΣ
«Ὡς ἐμψύχῳ Θεοῦ κιβωτῷ ψαυέτω μηδαμῶς χεὶρ ἀμυήτων·
χείλη δὲ πιστῶν τὴ Θεοτόκῳ ἀσιγήτως φωνὴν τοῦ ἀγγέλου ἀναμέλποντα,ἐν ἀγαλλιάσει βοάτω· Ὄντως ἀνωτέρα πάντων ὑπάρχεις,
Παρθένε ἁγνή».
«Ἐσένα ποὺ εἶσαι ζωντανὴ κιβωτὸς τοῦ Θεοῦ, ἂς μὴ σὲ ἀγγίζει ὁλότελα χέρι ἄπιστο, ἀλλὰ χείλια πιστὰ
ἂς ψάλλουνε δίχως νὰ σωπάσουνε τὴ φωνὴ τοῦ ἀγγέλου
(ὁ ὑμνωδὸς θέλει νὰ πεῖ τὴ φωνὴ τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ,ποὺ εἶπε «εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξί»)
κι ἂς κράζουνε:
«Ἀληθινά,εἶσαι ἀνώτερη ἀπ᾿ ὅλα Παρθένε ἁγνή».Ἀλλοίμονο!
Ἀμύητοι, ἄπιστοι,ἀκατάνυχτοι, εἴμαστε οἱ πιὸ πολλοὶ σήμερα,
τώρα ποὺ ἔπρεπε νὰ προσπέσουμε μὲ δάκρυα καυτερὰ στὴν Παναγία καὶ νὰ ποῦμε μαζὶ μὲ τὸ Θεόδωρο Δούκα τὸ Λάσκαρη,
ποὺ σύνθεσε μὲ συντριμένη καρδιὰ τὸν παρακλητικὸ κανόνα:
«Ἐκύκλωσαν αἱ τοῦ βίου μὲ ζάλαι ὥσπερ μέλισσαι κηρίον, Παρθένε».
«Σὰν τὰ μελίσσια ποὺ τριγυρίζουνε γύρω στὴν κερήθρα, ἔτσι κ᾿ ἐμένα μὲ ζώσανε οἱ ζαλάδες τῆς ζωῆς
καὶ πέσανε ἀπάνω στὴν καρδιά μου καὶ τὴν κατατρυπᾶνε μὲ τὶς φαρμακερὲς σαγίτες τους.
Ἄμποτε,Παναγιά μου,νὰ σὲ βρῶ βοηθό,νὰ μὲ γλύτωσεις ἀπὸ τὰ βάσανα».Μὰ ποιὸς ἀπό μας γυρεύει βοήθεια ἀπὸ τὴν Παναγία, ἀπὸ τὸν Χριστὸ κι᾿ ἀπὸ τοὺς ἁγίους;Γυρεύουμε βoήθεια ἀπὸ τὸ κάθε τί,παρεκτῶς ἀπὸ τὸ Θεό.Ἀλλὰ τί βοήθεια μποροῦνε νὰ δώσουνε στὸν ἄνθρωπο τὰ εἴδωλα τὰ λεγόμενα «ἐπιστήμη» καὶ «τέχνη»;Ὁ ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ ἀναχωρητὴς λέγει:«Σ᾿ ὅλους τοὺς δρόμους ποὺ πορεύονται οἱ ἄνθρωποι σὲ τοῦτον τὸν κόσμο δὲv βρίσκουνε σὲ κανένα τὴν εἰρήνη,ὡς ποὺ vα σιμώσουμε στὴν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ.Μὰ ἀλλοίμονο οἱ πιὸ πολλοὶ ἄvθρωποι εἶναι «οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα» ὅπως λέγει ὁ Παῦλος.Ὅποιος δὲν ἔχει τὴν πίστη μέσα στὴν καρδιά του,τί ἐλπίδα μπορεῖ νἄχει;Ὅπου ν᾿ ἀκουμπήσει ὅλα εἶναι σάπια.Γι᾿ αὐτὸ κι᾿ ὁ ὑμνογράφος ποὺ εἴπαμε,λέγει στὴν Παναγία:«Ἀπορήσας ἐκ πάντων,ὀδυνηρῶς κράζω σοι· πρόφθασον,θερμὴ προστασία,καὶ τὴν βοήθειαν δός μοι τῷ δούλῳ σου τῷ ταπεινῷ καὶ ἀθλίω».«Ὅλα, λέγει τὰ δοκίμασα,μὰ κανένα πράγμα δὲ μπόρεσε vα μὲ ξαλαφρώσει.Γιὰ τοῦτο φωνάζω Ἐσένα μὲ θρῆνο πικρόν,καὶ λέγω:Πρόφταξε καὶ δόσε τὴ βοήθειά σου σὲ μένα τὸν ταπεινὸ κι᾿ ἄθλιο δοῦλο σου».
Ἡ Παναγία εἶναι ἡ ἐλπίδα τῶν ἀπελπισμένων,ἡ χαρὰ τῶν πικραμένων,τὸ ραβδὶ τῶν τυφλῶν,ἡ ἄγκυρα τῶν θαλασσοδαρμένων,ἡ μάνα τῶν ὀρφανεμένων. Ἡ θρησκεία τοῦ Χριστοῦ εἶναι πονεμένη θρησκεία, ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς καρφώθηκε ἀπάνω στὸ ξύλο: κ᾿ ἡ μητέρα του ἡ Παναγία πέρασε κάθε λύπη σὲ τοῦτον τὸν κόσμο. Γι᾿ αὐτὸ καταφεύγουμε σὲ Κεiνη ποὺ τὴν εἴπανε οἱ πατεράδες μας τόσα και τόσα του κόσμου επίθετα: «Καταφυγή», «Σκέπη τοῦ κόσμου», «Γοργοεπήκοο», «Γρηγοροῦσα», «Ὀξεία ἀντίληψη», «Ἐλεοῦσα», «Ὁδηγήτρια»,«Παρηγορίτισσα» καὶ χίλια ἄλλα ὀνόματα,ποὺ δὲν βγήκανε ἔτσι ἁπλὰ ἀπὸ τὰ στόματα,ἀλλὰ ἀπὸ τὶς καρδιὲς ποὺ πιστεύανε καὶ ποὺ πονούσανε. Μονάχα στὴν Ἑλλάδα προσκυνιέται ἡ Παναγία μὲ τὸν πρεπούμενο τρόπο ἤγουν μὲ δάκρυα μὲ πόνο καὶ μὲ ταπεινὴ ἀγάπη.Γιατὶ ἡ Ἑλλάδα εἶναι τόπος πονεμένος, χαροκαμένος,βασανισμένος ἀπὸ κάθε λογῆς βάσανο.Κι᾿ ἀπὸ τούτη τὴν αἰτία τὸ ἔθνος μας στὰ σκληρὰ τὰ χρόνια βρίσκει παρηγοριὰ καὶ στήριγμα στὰ ἁγιασμένα μυστήρια της ὀρθόδοξης θρησκείας μας,καὶ παραπάνω ἀπὸ ὅλα στὸ Σταυρωμένο τὸ Χριστὸ καὶ στὴ χαροκαμένη μητέρα του,ποὺ πέρασε τὴν καρδιά της σπαθὶ δίκοπο.Σὲ ἄλλες χῶρες τραγουδᾶνε τὴν Παναγία μὲ τραγούδια κοσμικά,σὰν νἆναι καμιὰ φιληνάδα τους,μὰ ἐμεῖς τὴν ὑμνολογοῦμε μὲ κατάνυξη βαθειά,θαρρετὰ μὰ μὲ συστολή,μὲ ἀγάπη μὰ καὶ μὲ σέβας,σὰν μητέρα μας μὰ καὶ σὰν μητέρα τοῦ Θεοῦ μας.
Ἀνοίγουμε τὴν καρδιά μας νὰ τὴ δεῖ τί ἔχει μέσα καὶ νὰ μᾶς συμπονέσει. Ἡ Παναγία εἶναι ἡ πικραμένη χαρὰ τῆς Ὀρθοδοξίας,«τὸ χαροποιὸν πένθος»,«ἡ χαρμολύπη» μας,«ὁ ποταμὸς ὁ γλυκερὸς τοῦ ἐλέους»,«ὁ χρυσοπλοκώτατος πύργος καὶ ἡ δωδεκάτειχος πόλις».Ἡ ὑμνωδία τῆς ἐκκλησίας μας εἶναι ἕνας παράδεισος, ἕνα μυστικὸ περιβόλι ποὺ μοσκοβολᾶ ἀπὸ λογῆς-λογῆς μυρίπνοα ἄνθη,καὶ τὰ πιὸ μυρουδικά,τὰ πιὸ ἐξαίσια, εἶναι ἀφιερωμένα στὴν Παναγία.Ὅλος ὁ κόσμος θλίβεται μαζί της καὶ μαζί της χαίρεται μὲ μία χαρὰ πνευματική:«Ἐπὶ Σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη,πᾶσα ἡ κτίσις,ἀγγέλων τὸ σύστημα καὶ ἀνθρώπων τὸ γένος, ἡγιασμένε ναὲ καὶ παράδεισε λογικέ,παρθενικὸν καύχημα,ἐξ ἧς Θεὸς ἐσαρκώθη καὶ παιδίον γέγονεν ὁ πρὸ αἰώνων ὑπάρχων Θεὸς ἡμῶν».Ἀπορεῖς τί νὰ πρωτοδιαλέξεις ἀπ᾿ αὐτὴ τὴν ὑμνολογία τῆς Θεοτόκου!Θαρρεῖς πῶς ὁ ἀγέρας,τὰ βουνά,οἱ θάλασσες τῆς Ἑλλάδας,τὰ χωριὰ οἱ πολιτεῖες, γεμίσαvε εὐωδία πνευματικὴ ἀπ᾿ αὐτὸ «τὸ χρυσοῦν θυμιατήριον»,ἀπ᾿ αὐτὴ «τὴν μανναδόχον στάμνον ποὺ ἔχει μέσα «μύρον τὸ ἀκένωτον».Οἱ γυναῖκες μας εἶναι στολισμένες μὲ τὄνομά της,τὰ βουνά μας,οἱ κάμποι,τὰ νησιά,τ᾿ ἀκροθαλάσσια εἶναι ἁγιασμένα ἀπὸ τὰ ξωκκλήσια της,τὰ καράβια μας ἔχουν γραμμένο ἀπάνω στὴ μάσκα καὶ στὴν πρύμη τὸ γλυκύτατο τόνομά της.Ἀληθινὰ στὴν Ἑλλάδα μας «ἐπὶ Σοὶ χαίρει, Κεχαριτωμένη,πᾶσα ἡ κτίσις»,«Γιὰ Σένα,χαίρεται ὅλη ἡ πλάση.
Σήμερα ποὺ κοιμήθηκες,θαρεῖς πὼς ἡ χαρὰ γίνηκε πιὸ μεγάλη,ἡ θλίψη ἄλλαξε σὲ ἀγαλλίαση, ἡ ἐλπίδα ζωήρεψε ἀντὶ νὰ ἀποσκιάσει καὶ πλημμύρησε τὶς καρδιές μας.Σήμερα τ᾿ ἀγέρι φυσᾶ γλυκύτερα στὰ κουρασμένα πρόσωπά μας,τὰ δέντρα σὰν νὰ γενήκανε πιὸ χλωρά,τ᾿ αὐγουστιάτικο κύμα σὰν νὰ ἀρμενίζει πιὸ δροσερὸ μέσα στὸ πέλαγο καὶ ἀφρίζει φουσκωμένο ἀπὸ χαρὰ μεγάλη,τὸ κάθε τί πανήγυριζει κι᾿ ἀγάλλεται... Ὤ!Τί θάνατος λοιπὸν εἶναι αὐτός,ποὺ γέμισε τὴν οἰκουμένη καὶ τὶς καρδές μας μὲ τὴ χαρὰ τῆς ἀθανασίας!Καὶ καλώτατα ψέλνει ὁ ὑμνωδὸς σήμερα:«Ἐν τῇ γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας,ἐν τῇ κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε. Μετέστης πρὸς τὴν ζωήν,μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς,καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν».Ἀληθινὰ λέγει καὶ σ᾿ ἕνα ἄλλο τροπάρι:«Τῇ ἀθανάτῳ σου κοιμήσει, Θεοτόκε, μῆτερ τῆς ζωῆς...».Ἀλλὰ τὸ ξαναλέγω.Τί νὰ πεῖ κανένας πρῶτα καὶ τί ὕστερα, ἀπὸ τὰ τόσα πνευματικὰ ὑμνολογήματα ποὺ προσφέρανε οἱ ὀρθόδοξες καρδιὲς στὴν Παναγία,στὸ «Ῥόδον τὸ ἀμάραντον»,ποὺ μοσκοβόλησε καὶ ἅγιασε τὴν καταβασανισμένη τὴν Ἑλλάδα! Τὴν ὑμνολογήσανε μὲ τὰ λόγια, μὲ τὴν ψαλμωδία,μὲ τὴ ζωγραφική,μὲ τὸ σκαλισμένο ξύλο,μὲ τ᾿ ἀσήμι,μὲ τὸ μάλαμα,μὲ τὸ κηρομάστιχο,μὲ κάθε τίμιο κι᾿ ἁγιασμέvο πράγμα ποὺ μπορεῖ νὰ χρησιμέψει στὸν ἄνθρωπο γιὰ vα μπορέσει vα δείξει τὴν ἀγάπη του,τὸ σέβας του,τὴ χαρά του,τὴν πίκρα του,κι᾿ ὅτι ἄλλο ἁγνὸ αἴσθημα ἔχει μέσα στὰ φύλλα τῆς καρδιᾶς του.
Τὸ νὰ πιάσει κανένας νὰ τὰ ἱστορήσει καταλεπτῶς,θὰ ἤτανε σὰν νάθελε vα μετρήσει τὸν ἄμμο τῆς θάλασσας; Γιὰ τοῦτο ἀνθολογᾶμε λιγοστὰ λουλούδια ἀπὸ τῆς ὑμνωδίας τὸ ἁγιόκλημα «εἰς ὀσμὴν εὐωδίας πνευματικῆς».Πρῶτα ἀπ᾿ ὅλα ἂς μεταγράψουμε λίγα λόγια ἀπὸ τὶς Καταβασίες τοῦ Ἀκαθίστου ὕμνου «Ἀνοίξω τὸ στόμα μου»,ποὺ εἶναι τὸ βυζαντινώτατο,ὅλη ἡ Κωνσταντιούπολη πνευματικὰ πανηγυρίζουσα.Στοχασθεῖτε καλὰ ἐκείνη τὴν ἐξαίσια γ´ ᾠδὴ ποὺ λέγει:«Τοὺς σοὺς ὑμνολόγους Θεοτόκε,ὡς ζῶσα καὶ ἄφθονος πηγή,θίασον συγκροτήσαντας πνευματικόν,στερέωσον καὶ ἐν τῇ θείᾳ δόξῃ σου στεφάνων δόξης ἀξίωσον».Οὐράνια ἀπηχήματα!:«Τοὺς ὑμνολόγους σου,Θεοτόκε,ποὺ συγκροτήσανε ἕναν πνευματικὸ θίασο,στερέωσέ τους,Ἐσὺ ποὺ εἶσαι ζωντανὴ ὡς ἄφθονη πηγή.Καὶ μὲ τὴ θεία δόξα σου,ἀξίωσέ τους νὰ φοσέσουνε τῆς δόξας τὰ στέφανα»,Ἀμὴ ἡ θ´ ᾠδὴ ποὺ λέγει:«Ἅπας γηγενὴς σκιρτάτω τῷ πνεύματι λαμπαδουχούμενος· πανηγυριζέτω δὲ ἀΰλων νόων φύσις, γεραίρουσα τὰ ἱερὰ θαυμάσια τῆς θεομήτορος,καὶ βοάτω,Χαίροις, παμμακάριστε Θεοτόκε,ἁγνή, ἀειπάρθενε».Ἀμὴ ἐκείvα τὰ πανηγυρικὰ αὐτόμελα ποὺ ψέλνουνε στὸν ἑσπερινὸ τῆς Κοιμήσεως, μὲ μέλος θριαμβευτικὸ καὶ μὲ πνευματικὴ μεγαλοπρέπεια!Ποιὸς χριστιανὸς Πίνδαρος τὰ σύνθεσε,Πίνδαρος ἁγιασμένος!«Ὢ τοῦ παραδόξου θαύματος!ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς ἐν μνημείῳ τίθεται, καὶ κλίμαξ πρὸς oυραvὸv ὁ τάφος γίνεται!Εὐφραίνου Γεθσημανή,τῆς Θεοτόκου τὸ ἅγιον τέμενος.Βοήσωμεν οἱ πιστοί,τὸν Γαβριὴλ κεκτημένοι ταξίαρχον: Κεχαριτωμένη, χαῖρε,μετά σου ὁ Κύριος,ὁ παρέχων τῷ κόσμῳ διὰ σοῦ τὸ μέγα ἔλεος.».Ποταμὸς μέγας καὶ βουερὸς ἀναβρύζει καὶ μᾶς δροσίζει, καὶ πίνουνε νερὸ δροσερὸ ψυχὲς ξερὲς καὶ διψασμένες!Κύτταξε πάθος καὶ μεράκι ποὺ ξελοχίζει ἀπὸ καιγόμενη καρδιά!
Η ΥΠΕΡΑΓΙΑ ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος καὶ τὸ Mυστήριο τῆς Ἐκκλησίας
Τὶ ἐμποδίζει τὴν δράση τῆς θείας Χάριτος
Αρχικά, ἡ 15η Αὐγούστου ἦταν ἡ μοναδικὴ μέσα στὸ Λειτουργικὸ Ἔτος Ἑορτὴ τῆς Θεοτόκου, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Ἐκκλησία ἤθελε νὰ θυμᾶται καὶ νὰ τιμᾶ τὸ ὅλο μυστήριό Της. Ἀνέκαθεν, ἐπίσης, στὴν Θεία Λειτουργία τῆς Ἑορτῆς αὐτῆς διαβάζεται ἡ Εὐαγγελικὴ περικοπὴ γιὰ τὴν Μάρθα καὶ τὴν Μαρία (Λουκ. ι΄ 38-42 καὶ ια΄ 27-28).
Στὴν συνέχεια, οἱ Θεομητορικὲς Ἑορτὲς πολλαπλασιάστηκαν στὴν διάρκεια τοῦ Λειτουργικοῦ Ἔτους, κάθε φορὰ ὅμως διαβάζεται τὸ ἴδιο Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα. Αὐτὸ ἴσως μᾶς ἐκπλήσσει.
Ὁ λόγος, γιὰ τὸν ὁποῖο ἐπιλέγεται αὐτὴ ἡ περικοπή, παράξενος σὲ πρώτη ματιά, ἀλλὰ βαθύτατα παραδοσιακός, εἶναι ὅτι ἡ Ἐκκλησία, ἡ καλύτερη ὁδηγός μας στὴν ἑρμηνεία τῶν Γραφῶν, διέκρινε ὅτι τὸ ἀνάγνωσμα αὐτὸ μᾶς μεταφέρει μιὰ διδασκαλία ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ καὶ ὑλοποιεῖται κατὰ τὸν τελειότερο καὶ πληρέστερο τρόπο στὸ πρόσωπο τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ.
Στὴν μορφὴ τῆς Μαρίας ἀπὸ τὴν Βηθανία καὶ στὰ λόγια ποὺ τῆς ἀπηύθυνε ὁ Χριστός, ἡ Ἐκκλησία διεῖδε τὴν ἀποκάλυψη τοῦ μεγαλείου τῆς Παρθένου: ἂν ἔγινε Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἂν δέχθηκε αὐτὸ τὸ ἀξίωμα ποὺ τὴν ἀνέβασε ὑπεράνω ὅλων τῶν ἄλλων κτισμάτων, εἶναι ἐπειδὴ ἄκουσε τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ καὶ ὑπάκουσε σ᾿ αὐτόν.
Ὑποδεχόμενη τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ ποὺ Τῆς ἀπηύθυνε ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ, ἡ Μαρία συνέλαβε τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ αὐτή Της τὴν ὑπακοὴ ἔγινε τὸ ὄργανο τῆς σωτηρίας ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας. Ἀντιπαραθέτοντας τὴν στάση τῆς Μαρίας σὲ ἐκείνη τῆς Μάρθας, ἡ Εὐαγγελικὴ αὐτὴ περικοπὴ μᾶς παρουσιάζει τὸν χαρακτῆρα τῶν δωρημάτων τοῦ Θεοῦ καί, κυρίως, τοῦ πρωταρχικοῦ Του δωρήματος, ποὺ εἶναι ἡ Σάρκωση τοῦ Λόγου στὰ σπλάγχνα τῆς Παναγίας.
Ἡ Σάρκωση τοῦ Λόγου προσφέρθηκε στὴν ἀνθρωπότητα ἐντελῶς δωρεάν, δῶρο τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ Πατρός. Καὶ στὴν προσφορὰ αὐτὴ πρέπει νὰ ἀνταποκρινόμαστε καὶ ἐμεῖς, ὄχι ὅμως μεριμνώντας ὅπως ἡ Μάρθα. Ἡ Παρθένος Μαρία δὲν ἔγινε Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἐπειδὴ πολλαπλασίασε τὴν δράση της, ἀλλὰ ἐπειδὴ προσηλώθηκε στὴν ἀκοὴ τοῦ λόγου καὶ συναίνεσε σ᾿ αὐτόν.
Ἐκφράζοντας ὁ Χριστὸς τὴν προτίμησή Του στὴν στάση τῆς Μαρίας ἔναντι ἐκείνης τῆς Μάρθας, αὐτὸ ποὺ καταδικάζει δὲν εἶναι ἡ δραστηριότητα τῆς Μάρθας αὐτὴ καθεαυτή, διότι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ ὑλοποιεῖται καὶ μὲ ἔργα, πρᾶγμα ποὺ ὑπονοεῖ κάποια δραστηριότητα ἀπὸ μέρους μας, ἀλλὰ εἶναι ὅτι στὴν περίπτωση τῆς Μάρθας ἡ δραστηριότητα αὐτὴ δὲν ρυθμιζόταν ἀπὸ τὴν ἀκρόαση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ λειτουργοῦσε ὡς αὐτοσκοπός.
Ἡ Μάρθα ἦταν σὲ ἔνταση, προβληματισμένη καὶ βυθισμένη στὴν πολυπραγμοσύνη. Αὐτὸ ποὺ ψέγει ὁ Χριστὸς σ᾿ αυτὴν –καὶ μὲ πολλὴ γλυκύτητα πράγματι– δὲν εἶναι ἡ διακονία της, ἀλλὰ ἡ πολυδιάσπαση, ἡ ταραχή, ἡ σύγχυση ποὺ δείχνει. Ἡ Μάρθα εἶναι ἐδῶ ἡ εἰκόνα τοῦ ἀνθρώπου ποὺ ἔχει πολλὴ ἐμπιστοσύνη στὸν ἑαυτό του, στὰ ὅσα κάνει, καὶ ποὺ παρεμποδίζει ἔτσι τὴν δράση τῆς θείας Χάριτος.
Στὴν διήγηση τῆς συνάντησης τοῦ Ἰησοῦ μὲ τὴν Μάρθα καὶ τὴν Μαρία, ἔχουν προστεθεῖ μερικοὶ στίχοι ποὺ ἀναφέρονται σὲ μιὰ ἄλλη στιγμὴ τῆς ζωῆς τοῦ Ἰησοῦ (Λουκ. ια΄ 27-28), καὶ οἱ ὁποῖοι μποροῦν νὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ ἐφαρμόσουμε στὸν ἑαυτό μας τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ.
Ἐνῶ μιλοῦσε ὁ Ἰησοῦς, μιὰ γυναίκα μέσα ἀπὸ τὸν ὄχλο φώναξε: «Μακαρία ἡ κοιλία ἡ βαστάσασά σε καὶ μαστοὶ οὓς ἐθήλασας»! Ἀλλά, ὁ Ἰησοῦς ἀπάντησε: «Μακάριοι οἱ ἀκούοντες τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ φυλάσσοντες αὐτόν»!
Πράγματι, ἀκούγοντας καὶ συναινώντας στὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, γεννοῦμε τὸν Χριστὸ μέσα μας καὶ Τοῦ ἐπιτρέπουμε νὰ μᾶς μεταμορφώσει πραγματικὰ ἐν Αὐτῷ. Ἀσφαλῶς ἀπὸ τὸ Βάπτισμά μας καὶ μετὰ ἔχουμε μπολιαστεῖ στὸ ἀναστημένο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἀπ᾿ ὅπου ἐκπορεύεται τὸ θεῖο πῦρ τῶν ἀκτίστων ἐνεργειῶν τῆς Θεότητος.
Μὲ ἀφετηρία αὐτό, πρέπει νὰ ἀφήνουμε τὸν Χριστὸ νὰ ἑνώνει τὶς ἐνέργειές Του μὲ τὶς δικές μας, νὰ διεισδύει, νὰ μᾶς σφραγίζει ὅλο καὶ περισσότερο, μέχρις ὅτου τελικὰ Αὐτὸς μόνο νὰ ἐνεργεῖ μέσα μας.
Μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια λέμε ὅτι γεννοῦμε τὸν Χριστὸ μέσα μας καὶ συνεπῶς μετέχουμε στὸ μυστήριο τῆς θείας μητρότητος τῆς Θεοτόκου.
Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς μπόρεσε νὰ πεῖ, ἐν πάσῃ ἀληθείᾳ, σὲ μιὰ ἄλλη περίσταση: «Μήτηρ μου καὶ ἀδελφοί μου οὗτοί εἰσιν οἱ τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ ἀκούοντες καὶ ποιοῦντες αὐτὸν» (Λουκ. η΄ 21).
Στὸν ἐν ἡμῖν καὶ ἐν τῷ κόσμῳ Πατέρα, Υἱὸν καὶ Ἅγιον Πνεῦμα, ἡ δόξα εἰς τοὺς αἰώνας. Ἀμήν! * π. Πλακίδας Deseille, Ἡ θέα τοῦ Ἀκτίστου, σελ. 129-132, ἐκδόσεις «Ἔαρ», Ἰούλιος 2020. Ἐπιμέλ. ἡμετ. Αναδημοσίευση εκ του ιστολογίου της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής εδώ.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)