ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 12ο (2013 - 2025)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015

Η ΣΥΝΟΔΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΟΥ 1920, ΩΣ ΟΡΟΣΗΜΟ ΣΤΗΝ ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑΚΗ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ




Επικαλοῦμαι τὶς προσευχές σας καὶ τὴν προσοχή σας,

ὥστε διὰ πρεσβειῶν τοῦ ἰδιαιτέρου προστάτου τῆς ἀποψινῆς μας «Συνάξεως»,

τοῦ ῾Οσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου,

νὰ οἰκοδομηθοῦμε ἐν Χριστῷ.

Εν πρώτοις λοιπὸν θὰ ἀναφερθῶ στὴν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

Συνεχώς ἀντιμετωπίζουμε τὸ ἑξῆς καίριο ἐρώτημα: 

ἆρά γε δικαιολογεῖται ἡ αὐστηρὰ στάσις μας

-ἡ στάσις αὐτῶν ποὺ ἀνήκουν στὸ Πάτριο ῾Ημερολόγιο-

ἔναντι τῆς φιλενωτικῆς προσπαθείας,

ἡ ὁποία καλλιεργεῖται στὰ πλαίσια τῆς λεγομένης Οἰκουμενικῆς Κινήσεως;

Τὴν ἀπάντησι θὰ δώσουν ἀβίαστα καὶ πάλι οἱ πηγές· ἄς τὶς προσεγγίσουμε.

Ως γνωστόν, οἱ ἀντιοικουμενισταὶ τοῦ Πατρίου ῾Ημερολογίου ἀναφέρονται σταθερὰ 

στὴν «Συνοδικὴ ᾿Εγκύκλιο τοῦ 1920» τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως,

ἡ ὁποία ἀναμφισβητήτως «ἀποτελεῖ ὁριακὴ ἔκφραση τοῦ ᾿Ορθοδόξου Οἰκουμενισμοῦ, 

ἀλλὰ καὶ ὁρόσημο στὴν ἱστορία τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως».


Η «᾿Εγκύκλιος» αὐτὴ εἶναι ἀντορθόδοξος κυρίως γιὰ δύο λόγους: Πρῶτον·βασίζεται στὴν λεγομένη Βαπτισματικὴ Θεολογία, βάσει τῆς ὁποίας ὅλοι οἱ Χριστιανοί, ᾿Ορθόδοξοι καὶ αἱρετικοί, ἀποτελοῦν δῆθεν τὴν ᾿Εκκλησία μέσῳ μιᾶς «ἐσωτερικῆς μυστικῆς ἑνότητος».


«Πάντες οἱ Χριστιανοί», λέγουν οἱ Οἰκουμενισταί,«εἴμεθα μυστηριακῶς καὶ ἀπορρήτως ἡνωμένοι μετὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ μετ᾿ ἀλλήλων διὰ τῆς μυστηριακῆς χάριτος τοῦ ἁγίου βαπτίσματος». Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Τσέτση, Οἰκουμενικὸς Θρόνος καὶ Οἰκουμένη-Επίσημα Πατριαρχικὰ Κείμενα,σελ. 57, ἐκδόσεις «Τέρτιος»,Κατερίνη 1988. 13. Ιωάννου Ν. Καρμίρη,Ορθόδοξος ᾿Εκκλησιολογία [Δογματικῆς Τμῆμα Ε´], σελ. 242 καὶ 243,᾿Αθῆναι 1973.


Δεύτερον· ἡ «᾿Εγκύκλιος» προτείνει τὸν Δογματικὸ Συγκρητισμό, βάσει τοῦ ὁποίου ᾿Ορθόδοξοι καὶ αἱρετικοί, ἐμμένοντες στὶς οἰκεῖες δογματικὲς θέσεις τους, δύνανται νὰ συσκέπτωνται, συνεργάζωνται, συμπροσεύχωνται καὶ συλλειτουργοῦνται.


Τὸ ἀποτέλεσμα αὐτοῦ τοῦ πολυεπιπέδου συγχρωτισμοῦ εἶναι ἡ καλλιέργεια μιᾶς ἁρμονικῆς καὶ ἀδιαταράκτου συνυπάρξεως ᾿Ορθοδοξίας καὶ αἱρέσεως, ἀληθείας καὶ πλάνης, φωτὸς καὶ σκότους ·τοῦτο ὅμως εἶναι σαφές, ὅτι κατ᾿ οὐσίαν σημαίνει κατάργησι τοῦ κηρύγματος τῆς μετανοίας.


Τὸ ἔδαφος λοιπὸν ποὺ στηρίζεται ἡ «Συνοδικὴ ᾿Εγκύκλιος τοῦ 1920» εἶναι μὲ δύο λέξεις ἡ αἱρετικὴ ἄποψις,ὅτι ᾿Ορθόδοξοι καὶ αἱρετικοὶ ἐργάζονται δῆθεν «ἐν τῷ ἰδίῳ ἀγρῷ καὶ ἐν τῷ αὐτῷ ἀμπελῶνι τοῦ Κυρίου»... Ένα πολύ χαρακτηριστικὸ παράδειγμα θὰ μᾶς βοηθήση νὰ κατανοήσουμε στὴν πρᾶξι τὴν θεολογικὴ αὐτὴ ἄποψι,ποὺ συνιστᾶ καὶ τὴν οὐσία τῆς ἐκκλησιολογικῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Τὸ 1971 ἐπισκέφθηκε τὴν ῾Ημιαυτόνομο Τοπικὴ ᾿Εκκλησία τῆς Κρήτης, ὁ παπικὸς Καρδινάλιος ᾿Ιωάννης Βίλλεμπρανς (20-23 Μαΐου).


Ο Καρδινάλιος ἔγινε δεκτὸς μὲ τιμὲς καὶ ἐκδηλώσεις, ποὺ εἶχαν θέσι μόνον σὲ ᾿Ορθόδοξο ᾿Αρχιερέα,ἐφ᾿ ὅσον ὁ ὑψηλὸς αὐτὸς ἐκπρόσωπος τοῦ Βατικανοῦ εὐλόγησε τὸ πυκνὸ ἐκκλησίασμα τοῦ ῾Αγίου Μηνᾶ ῾Ηρακλείου· ἔλαβε μέρος μὲ ἄμφια στὸν ῾Εσπερινὸ ποὺ ἐτελέσθη στὸν ῞Αγιο Τίτο, συμπροσευχόμενος ἐκ τοῦ παραθρονίου, χοροστατοῦντος δὲ τοῦ τότε ἀρχιεπισκόπου Κρήτης Εὐγενίου·


Παρετηρήθη ἐνδεικτικῶς, ὅτι «τὸ πλέον χαρακτηριστικὸν σημεῖον καὶ τὸ σπουδαιότερον γεγονὸς τῆς ἐπισκέψεως (τοῦ κ. Βίλλεμπρανς στὴν Κρήτη, 20-23.5.1971) ὑπῆρξεν ἡ συμμετοχὴ τοῦ καρδιναλίου εἰς πανηγυρικὰς θείας Λειτουργίας,εἰς ῾Εσπερινοὺς καὶ εἰς ἀπὸ κοινοῦ δεήσεις ὑπὲρ τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος. Ο καρδινάλιος δὲν παρέστη μόνον κατὰ τὰς ἱεροτελεστίας ἀπὸ τοῦ παραθρονίου,ἀλλὰ συμπροσευχήθη μετὰ τῶν μητροπολιτῶν καὶ τοῦ κλήρου καὶ ἀντήλλαξεν ἐν τοῖς ναοῖς ἀδελφικὸν ἀσπασμὸν ὑπὸ τὴν καταφανῆ ἱκανοποίησιν καὶ συγκίνησιν ἁπάντων».


Συνευλόγησε μαζὶ μὲ τὸν ἀρχιεπίσκοπο τὸν λαό· -εὐλόγησε τὴν τράπεζα στὸ λίαν ἐπίσημο δεῖπνο· -ἐπισκέφθηκε τὶς Μητροπόλεις τῆς νήσου, ὅπου τὸν ὑπεδέχοντο ἐνθουσιωδῶς ὁ οἰκεῖος ἱεράρχης, ὁ κλῆρος, οἱ μοναχοὶ καὶ ὁ λαὸς μὲ κωδωνοκρουσίες, ψαλλομένου τοῦ «εἰς πολλὰ ἔτη, δέσποτα»·-παρέστη πάλι συμπροσευχόμενος ἐκ τοῦ παραθρονίου τὴν Κυριακὴ (23 Μαΐου) στὴν Θεία Λειτουργία, ἡ ὁποία ἐτελέσθη ἀπὸ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Κρήτης στὸν ῞Αγιο Μηνᾶ, ὅπου ἔγιναν προσφωνήσεις οἰκουμενιστικοῦ περιεχομένου, ἀνταλλαγαὶ δώρων


«πὸ τὰς ἐπευφημίας τοῦ χριστεπωνύμου πληρώματος», τῶν χορῶν ψαλλόντων τὸν πολυχρονισμὸ τοῦ πατριάρχου ᾿Αθηναγόρου καὶ τοῦ Πάπα Παύλου ΣΤ´, «μετὰ δὲ τὴν θείαν Λειτουργίαν ᾿Αρχιεπίσκοπος καὶ καρδινάλιος ηὐλόγησαν κλῆρον καὶ λαὸν ὑπὸ τὴν καταφανῆ συγκίνησιν πάντων». Μέσω ἀναριθμήτων παρομοίων δογματικῶν καὶ κανονικῶν πραξικοπημάτων, οἱ Οἰκουμενισταὶ ἀπὸ τοῦ 1920 μεταθέτουν καὶ καταργοῦν σταδιακὰ ἕνα πρὸς ἕνα τὰ «αἰώνια ὅρια» τῆς Πατερικῆς ᾿Ορθοδόξου Παραδόσεως.


Θὰ ὑπενθυμίσω ἐνδεικτικῶς μερικὰ συγκεκριμένα καὶ σταθερὰ «βήματα» τῶν Οἰκουμενιστῶν πατριαρχῶν Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῶν λοιπῶν Φαναριωτῶν ἐπισκόπων,ἰδιαιτέρως ἔναντι τοῦ αἱρετικοῦ Παπισμοῦ, πάντοτε βεβαίως στὰ πλαίσια «τῆς συγχρόνου οἰκουμενιστικῆς δραστηριότητος τῶν τοπικῶν ᾿Ορθοδόξων ᾿Εκκλησιῶν». α). Αἴρουν τὰ ἀναθέματα τοῦ 1054 κατὰ τοῦ Παπισμοῦ 7.12.1965)17.


β). Διακηρύσσουν,ὅτι δὲν ὑπάρχουν οὐσιαστικαὶ διαφοραὶ μεταξὺ ᾿Ορθοδοξίας καὶ Παπισμοῦ. Ο πατριάρχης ᾿Αθηναγόρας († 1972), ἐνδεικτικῶς,ἔλεγε: «Κατὰ τὰ 900 χρόνια ποὺ ἐπέρασαν ἀπὸ τὸ 1054 φθάσαμε οἱ δύο κόσμοι ᾿Ανατολῆς καὶ Δύσεως νὰ νομίζουμε, ὅτι ἀνήκουμε σὲ διαφορετικὲς ᾿Εκκλησίες καὶ σὲ διαφορετικὲς Θρησκεῖες. Καὶ ἑπομένως γίνεται πρόδηλος ὁ σκοπὸς τῶν Διαλόγων. Νὰ προπαρασκευάσουν ψυχολογικῶς τοὺς Λαούς μας ὅτι πρόκειται γιὰ μιὰ ᾿Εκκλησία καὶ μιὰ Θρησκεία...».γ). Θεωροῦν τὸν Πάπα ὡς «Πρῶτον ᾿Επίσκοπον τῆς Χριστιανωσύνης».


Ο πατριάρχης Δημήτριος (†1991),ἐνδεικτικῶς, ἐδήλωνε στὸ ὑπὸ ἡμερομηνίαν 3.12.1977 «μήνυμά» του πρὸς τὸν Πάπα Παῦλο ΣΤ´,ἐπὶ τῇ δωδεκάτῃ ἐπετείῳ τῆς ἄρσεως τῶν ἀναθεμάτων: «᾿Εν τῇ εὐχῇ ταύτῃ πέμπομεν τῇ ῾Υμετέρᾳ ῾Αγιότητι ὡς ἐλαχίστην ἐκδήλωσιν ἀγάπης,ἀδελφικῆς τιμῆς καὶ ἀναγνωρίσεως ἡμῶν πρὸς τὸ σεπτὸν πρόσωπον Αὐτῆς, ὡς τοῦ πρώτου τῆς ἀνὰ τὸν κόσμον Χριστιανωσύνης ᾿Επισκόπου, κανδήλαν, ἐν τῷ ᾿Ιδιαιτέρῳ ἡμῶν Πατριαρχικῷ Παρεκκλησίῳ διατηρουμένην, ἵνα τοποθετηθῇ εἰς τὸ ᾿Ιδιαίτερον ῾Υμῶν Παρεκκλήσιον, εἰς ἔνδειξιν ὅτι “φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι”».


δ).Αλληλογραφοῦν μὲ τὸν Πάπα,ὡσὰν νὰ εἶναι «κοινωνικὸς» ἐπίσκοπος,μὲ κάθε ἐκκλησιαστικὴ τάξι. Ο πατριάρχης ᾿Αθηναγόρας, ἐνδεικτικῶς, ἔγραφε πρὸς τὸν Πάπα Παῦλο ΣΤ´ τὴν 22.11.1963: «Παύλῳ τῷ Μακαριωτάτῳ καὶ ῾Αγιωτάτῳ Πάπᾳ τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης,χαίρειν ἐν Κυρίῳ... Συγχαρητηρίους προσρήσεις καὶ εὐχὰς ὁλοκαρδίους τῇ ῾Υμετέρᾳ ῾Αγιωσύνῃ ἐπὶ τῇ εἰς τὸν παλαίφατον τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης Θρόνον,


θείᾳ εὐδοκίᾳ καὶ χάριτι, ἐκλογῇ καὶ καταστάσει Αὐτῆς ἀδελφικῇ διαθέσει ἐν καιρῷ διαπέμψαντες, ...εὐχόμεθα καὶ αὖθις τῇ ῾Υμετέρᾳ ῾Αγιωσύνῃ ὑγιαίνειν ἀεὶ καὶ εὐκλεῶς προκάθεσθαι τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης ῾Αγιωτάτης ᾿Εκκλησίας ἐπὶ ἔτη ὅτι μήκιστα...


Τῆς ῾Υμετέρας γερασμίας καὶ περισπουδάστου ἡμῖν ῾Αγιότητος ἀγαπητὸς ἐν Χριστῷ ἀδελφός, Ο Κωνσταντινουπόλεως ᾿Αθηναγόρας». Επίσης, ὁ πατριάρχης Δημήτριος πρὸς τὸν Πάπα Παῦλο ΣΤ´ ἔγραφε τὴν 7.12.1975: «Παύλῳ τῷ Μακαριωτάτῳ καὶ ῾Αγιωτάτῳ Πάπᾳ. Ο πατριάρχης μετὰ τὴν συνάντησι ἐδήλωσε: «Τὸ γεγονὸς εἶναι μέγα καὶ ἱστορικόν.


χω ἤρεμον τὴν συνείδησίν μου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ορθοδοξία σημαίνει ἐλευθερίαν καὶ οἱ ἐλεύθεροι προχωροῦν... Τὰ δόγματα εἶναι ἡ δύναμις τῆς ᾿Εκκλησίας, ὁ πλοῦτος της, διὰ τοῦτο τὸν κρατοῦμεν εἰς τὸ θησαυροφυλάκιον. Τοῦτο ὅμως οὐδόλως μᾶς ἐμποδίζει νὰ κόψωμεν ἕνα κοινὸν νόμισμα μετὰ τῶν ἄλλων ᾿Εκκλησιῶν:


''τὸ νόμισμα τῆς ἀγάπης''»...«῞Ολοι οἱ Πᾶπαι εἶναι καλοί, ἀλλ᾿ ὁ ᾿Ιωάννης ΚΓ ἤνοιξε τὴν θύραν,ὁ δὲ Παῦλος ΣΤ´, ὅστις τὴν διεσκέλισεν, εἶναι μέγας Πάπας». Τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης, χαίρειν ἐν Κυρίῳ... ᾿Εν τοιούτοις ἀδελφικοῖς αἰσθήμασι καὶ οἰκοδομητικαῖς ἐξαγγελίαις κοινωνοῦντες τῇ ῾Υμετέρᾳ ῾Αγιότητι, πρώτῳ τῇ τάξει καὶ τῇ τιμῇ ἐν τῷ καθόλου Σώματι τοῦ Κυρίου, κατασπαζόμεθα Αὐτὴν ἐν φιλήματι ῾Αγίῳ καὶ διατελοῦμεν μετ᾿ ἀγάπης ἀδελφικῆς καὶ ἐξιδιασμένης τιμῆς.


Τῆς ῾Υμετέρας γερασμιωτάτης ῾Αγιότητος ἀγαπητὸς ἐν Χριστῷ ἀδελφός, ῾Ο Κωνσταντινουπόλεως Δημήτριος».


Τέλος, ὁ πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος ἔγραφε πρὸς τὸν Πάπα ᾿Ιωάννη-Παῦλο Β´ τὴν 21.6.1993:«Τῷ ῾Αγιωτάτῳ καὶ Μακαριωτάτῳ Πάπᾳ τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης ᾿Ιωάννῃ Παύλῳ Β´, ἐν Κυρίῳ χαίρειν.Καὶ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ''ἐπιθυμίαν ἐπι- θυμήσαμεν” (Λουκ. 22, 15),ἵνα συνεορτάσωμεν μετὰ τῆς ῾Υμετέρας λίαν ἡμῖν ἀγαπητῆς καὶ περισπουδάστου ῾Αγιότητος τὴν Θρονικὴν ῾Εορτὴν τῆς κατ᾿ Αὐτὴν ᾿Εκκλησίας Ρώμης,...


Εν τῇ ἐλπίδι ὅτι καὶ τῇ εὐχῇ ὅπως καὶ ἡ νέα αὕτη ἑόρτιος συνάντησις τῶν ᾿Εκκλησιῶν ἡμῶν εὐλογηθῇ δαψιλῶς ὑπὸ τοῦ Κυρίου, συγχαίρομεν ῾Υμῖν ἐπὶ τῇ εὐσήμῳ ἡμέρᾳ καὶ διατελοῦμεν μετ᾿ ἀναλλοιώτων ἀδελφικῶν ἐν Αὐτῷ αἰσθημάτων. Τῆς ῾Υμετέρας γερασμίας ῾Αγιότητος ἀγαπητὸς ἐν Χριστῷ ἀδελφός,῾Ο Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος». ε). Επισκέπτονται τὴν αἱρετικὴ Ρώμη, ὡσὰν νὰ ἐπισκέπτοντο ἕνα ᾿Ορθόδοξο Πατριαρχεῖο.


στ). Συμπροσεύχονται μὲ τὸν Πάπα καὶ ἀνταλλάσουν λειτουργικὸ ἀσπασμό. Στὴν Θρονικὴ ῾Εορτὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως (30.11.1979), ἐνδεικτικῶς, «εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν... προσῆλθεν ἡ Α.Α. ὁ Πάπας... καὶ παρέστη μαζὶ μὲ ὅλα τὰ μέλη τῆς συνοδείας του... Ο Πάπας ὡδηγήθη εἰς τὸν ἔναντι τοῦ Πατριαρχικοῦ Θρόνου εἰδικῶς εὐτρεπισθέντα Θρόνον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐν εὐλαβείᾳ παρηκολούθησε τὴν θείαν Λειτουργίαν.



Κατὰ τὸ

 ''Αγαπήσωμεν ἀλλήλους'' 

ὁ Πάπας κατῆλθε τοῦ Θρόνου καὶ ὁ Πατριάρχης ἐξῆλθε τοῦ ῾Ιεροῦ Βήματος καὶ ἀντήλλαξαν τὸν ἀσπασμὸν τῆς ἐν Χριστῷ ἀγάπης 

ὑπὸ τὰ χειροκροτήματα ὅλου τοῦ ἐκκλησιάσματος.

Ο Πάπας ἀπήγγειλε τὴν Κυριακὴν Προσευχὴν λατινιστί».

ζ). Συνευλογοῦν μὲ τὸν Πάπα καὶ τοὺς ἐκπροσώπους του τὸ ὀρθόδοξο ἐκκλησίασμα.

Στὴν Θρονικὴ ῾Εορτὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως (30.11.1979), μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς Θείας Λειτουργίας,

ὅπου παρέστη συμπροσευχόμενος ὁ Πάπας ᾿Ιωάννης-Παῦλος Β´,

ἀντηλλάγησαν προσφωνήσεις καὶ δῶρα καὶ «ἐν συνεχείᾳ ἐψάλησαν τὰ πολυχρόνια τῶν δύο Προκαθημένων,

οἱ ὁποῖοι ἀντήλλαξαν ἀσπασμὸν καὶ ηὐλόγησαν τὰ πλήθη»,

κατόπιν δὲ «ἀνῆλθον διὰ τῆς ἐξωτερικῆς κλίμακος,

ἀπὸ τοῦ ὕψους τῆς ὁποίας ηὐλόγησαν τὰ πλήθη χειροκροτοῦντα καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸν Πατριαρχικὸν Οἶκον».




Απόσπασμα κειμένου από το βιβλίο του αειμνήστου πνευματικού πατρός μας,
Μητροπολίτη Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανού Α', με τίτλο:
''Η ΑΙΡΕΣΙΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΣΤΑΣΙΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ''
έκδοση της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής, 1998.
Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.



Αείμνηστος Μητροπολίτης Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανός Α'

Ο ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΠΟΥ ΕΚΑΝΕ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ ΜΕ ΦΡΑΚΟ


 


Ὁ μοναχὸς ἄναψε μερικὰ κεριὰ μπροστὰ στὴν κλειστὴ ὡραία πύλη.

Πιάσαμε θέσεις στὸ χορό.

Τὰ κεριὰ φώτιζαν πένθιμα τὶς τρυπημένες ἀπ᾿ τὶς ξιφολόγχες παλιὲς εἰκόνες.

Ὁ ὄρθρος ἄρχισε.

Ὁλάκερη ἡ ρωσικὴ γῆ σκίρτησε στὸ ἄκουσμα τοῦ ἀρχαίου κανόνα τῆς Μεγάλης 

Ἑβδομάδος:

«Τῷ τὴν ἄβατον κυμαινομένην θάλασσαν θείῳ αὐτοῦ προστάγματι 

ἀναξηράναντι...».

Ἦταν σούρουπο.

Ὁ γερο-Σωφρόνιος κι ὁ ἐγγονός του, ὁ ὀκτάχρονος Πετράκης, προχωροῦσαν μέσα στὸ δάσος.

Ὁ παπποὺς εἶναι τυλιγμένος μὲ τὴ ζεστὴ κάπα του.

Τὸν ἔχουν πάρει πιὰ τὰ χρόνια. Καμπούριασε.

Τὰ γένια του γίνανε κάτασπρα—τοῦ τ᾿ ἀνακατώνει τώρα ὁ ἀνοιξιάτικος ἄνεμος.

Ὁ Πέτρος βαδίζει πίσω ἀπ᾿ τὸν παπποῦ.

Φοράει κι αὐτὸς κάπα.

Τὸ κεφαλάκι του εἶναι καλυμμένο μὲ τὸ γούνινο σκοῦφο τοῦ πατέρα του, ποὺ τοῦ 

πέφτει πολὺ μεγάλος καὶ τοῦ κρύβει σχεδὸν τὰ μάτια.


Στὸ χέρι τοῦ κρατάει ἕνα κλαδὶ ἰτιᾶς, ποὺ εὐωδιάζει. Τὸ δάσος βουίζει παράξενα. Ὁ μικρὸς σταματάει κι ἀφουγκράζεται: —Παππού!... Ἀκοῦς;...Χτυπᾶνε καμπάνες!... —Ἔτσι κάνει τὸ δάσος, παιδί μου, τώρα τὴν ἄνοιξη,μὲ τὸν ἀέρα. Χτυπάει ἡ καμπάνα τοῦ Κυρίου... —Στὴν ἐκκλησία πᾶμε, παππού; —Στὴν ἐκκλησία, ἀγάπη μου, στὸν πασχαλινὸ ὄρθρο! —Μὰ ἀφοῦ κάηκε, παππού! Δὲν τὴν κάψανε τὸ καλοκαῖρι; Μόνο τοῦβλα καὶ καμένα ξύλα ἀπομείνανε... —Αὐτὸ δὲν ἔχει σημασία! ἀποκρίθηκε σοβαρὰ-σοβαρὰ ὁ Σωφρόνιος. 


λλο καὶ τοῦτο!... μονολογεῖ ἀπορημένος ὁ μικρός. Ἐκκλησία δὲν ὑπάρχει, κι ἐμεῖς πᾶμε στὴν ἐκκλησία! Μήπως ἔπαθε τίποτα ὁ παππούς; Τσάμπα χαλᾶμε τὰ παπούτσια μας... Ἡ μαυρισμένη καὶ ἐρειπωμένη ἐκκλησία φάνηκε ἀνάμεσα σὲ καμένες σημύδες. Παπποὺς κι ἐγγονὸς σταυροκοπήθηκαν. —Νὰ λοιπόν, ἤρθαμε... μουρμούρισε ὁ Σωφρόνιος καὶ ξέσπασε σὲ λυγμούς. Γιὰ πολλὴ ὥρα στεκόταν μὲ κατεβασμένο τὸ κεφάλι καὶ κρεμασμένα τὰ χέρια. Εἶχε πέσει πιὰ ἡ νύχτα —ἡ κρύα ἀλλὰ ἥσυχη πασχαλιάτικη νύχτα. Ὁ Σωφρόνιος ἔβγαλε ἀπὸ τὸ σακοῦλι του ἕνα χοντρὸ κερί, τὸ ἄναψε, τὸ στερέωσε πάνω σὲ μιὰ μεγάλη πέτρα, ἐκεῖ, στὰ χαλάσματα... καὶ προσευχήθηκε γιὰ λίγο νοερά.

Μετὰ ἔψαλε μὲ τὴ σπασμένη τοῦ φωνή: —Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν... Ἀντάλλαξε μὲ τὸν ἐγγονό του τὸν ἀναστάσιμο ἀσπασμό. Ἀναστέναξε καὶ κάθισε σ᾿ ἕνα καμένο κούτσουρο. —Ναί... Ἑξήντα χρόνια ἐρχόμουν ἐδῶ, σ᾿ αὐτὴ τὴν ἐκκλησία... μαζὶ μὲ τὸν πατέρα μου, ὅσο ζοῦσε, καὶ μετὰ μόνος... Νά, ἐδῶ ὑπῆρχε ἡ εἰκόνα τοῦ ἁγίου Νικολάου... Στὸ ἕνα του χέρι ὁ ἅγιος Ἱεράρχης κρατοῦσε μία ἐκκλησούλα, καὶ στὸ ἄλλο ἕνα ξίφος... θαυματουργός! Ὅ,τι κι ἂν τοῦ ζητοῦσες, θὰ σοῦ τὸ ἔκανε!... Καλὸς ὁ Ἱεράρχης μας, γρήγορος στὴ βοήθεια, ταχὺς στὶς πρεσβεῖες!... Τώρα... τί νὰ πεῖ κανείς... 


δῶ, ἀγάπη μου, ἦταν ἡ ἁγία Τράπεζα... Ἔλα, γονάτισε καὶ προσκύνησε, καλό μου παιδί... Ἔτσι λοιπόν... Ἄχ, Πετράκη, Πετράκη μου!... Ἄρχισε πάλι νὰ κλαίει ὁ Σωφρόνιος. Δὲν εἶπε τίποτε ἄλλο. Ἔμεινε ἐκεῖ καθισμένος καὶ ἀμίλητος ὡς ἀργὰ—τόσο, ποὺ ὁ Πετράκης νύσταξε καὶ θέλησε νὰ κοιμηθεῖ. Κάθισε δίπλα στὸν παππού, ἔγειρε τὸ κεφαλάκι στὰ γεροντικά του γόνατα κι ἔκλεισε τὰ μάτια. Κι ὁ παπποὺς τράβηξε τὴν κάπα του καὶ τὸν σκέπασε... «Ὁ Χριστὸς μὲ φράκο». Φαίνεται πὼς εἶχαν σχεδιάσει ἀπὸ καιρὸ νὰ κάνουν ἀντιπερισπασμὸ στὴ νυχτερινὴ ἀκολουθία τῆς Ἀναστάσεως. Ὁλόκληρη τὴ Μεγάλη Ἑβδομάδα ἦταν ἀναρτημένα πλακὰτ σ᾿ ὅλα τὰ κεντρικὰ καὶ πολυσύχναστα σημεῖα τῆς πόλης: Ὄρθρος τῆς Κομσομόλ!

κριβῶς στὶς 12 τὰ μεσάνυχτα! Ἐλατὲ νὰ δεῖτε τὴ νέα κωμῳδία τοῦ Ἀντώνη Ἰζιούμωφ, ''Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΕ ΦΡΑΚΟ''. Στὸν κεντρικὸ ρόλο, ο ἠθοποιὸς τοῦ θεάτρου Μόσχας Ἀλέξανδρος Ροστόβτσεφ. Χείμαρρος εὐφυολογίας! Τρελλὸ γέλιο!Τὸ βράδυ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ἡ δημοτικὴ μπάντα πέρασε ἀπ᾿ ὅλους τοὺς δρόμους τῆς πόλης, καλώντας τὸ λαὸ στὴν παράσταση. Μπροστὰ ἀπὸ τοὺς ὀργανοπαῖχτες πήγαινε ἕνας σωματώδης νεαρός με ἱερατικὴ ἀμφίεση καὶ καλυμμαύχι. Κρατοῦσε ἕνα πλακὰτ σὰν λάβαρο, ὁποὺ ἦταν ζωγραφισμένος ὁ Χριστὸς μὲ φράκο καὶ ψηλὸ καπέλο! Στὰ πλάγια βάδιζαν κομσομόλοι μὲ ἀναμμένες δᾴδες. Ὅλη ἡ πόλη εἶχε σηκωθεῖ στὸ πόδι. Πλῆθος ἄρχισε νὰ καταφθάνει στὸ θέατρο. 


Πάνω ἀπὸ τὴν κεντρικὴ εἴσοδό του ἔγραφε μὲ κόκκινα φωτεινὰ γράμματα: Στὴ μεγάλη αἴθουσα τὰ μεγάφωνα μετέδιδαν ραδιοφωνικὴ ὁμιλία ἀπὸ τὸ σταθμὸ τῆς Μόσχας μὲ θέμα: «Ὁ αἰσχρὸς ρόλος τοῦ χριστιανισμοῦ στὴν Ἱστορία τῶν λαῶν». Ὅταν σταμάτησαν τὰ μεγάφωνα, ἡ χορωδία τῶν κομσομόλων, μὲ συνοδεία ἀκορντεόν, ἄρχισε νὰ τραγουδάει: Μὲ τὴν προσευχὴ δὲ βλέπω προκοπή. Σβησμένο εἶναι τὸ χέρι μου. Δὲ θέλω, ὄχι, τὸν προφήτη Ἠλία!Δῶστε μου τὸ φῶς τοῦ Ἠλία!... Ὑπονοοῦν τὸν Λένιν, τοῦ ὁποίου ὁ πατέρας λεγόταν Ἠλίας. Τὸ πλῆθος ξέσπασε σὲ ἀλαλαγμούς, βρισιὲς καὶ χαχανητά. Ἔβαλαν τὰ χέρια στοὺς γοφούς, ἔτριξαν τὰ δόντια, βρυχήθηκαν: —Κι ἄλλο, παιδιά! Πιὸ ἄγρια! Βαρᾶτε!......

Τρεῖς γριὲς ψωμολυσσιάρες. Δυο σαρακιασμένοι γέροι. Ἄδειο, ἄδειο τὸ ἐκκλησάκι. Δὲν μαζεύει πιὰ πεντάρα!... —Πιὸ δυνατά! Δῶστε του! Πιὸ ζωντανά!... Ἄχ, αὐγουλάκι μου δὲν ἔχεις τσουγκριστεῖ. Μὲ πόσες θεϊκὲς κουταμάρες ἔχουμε ποτιστεῖ!... —Πιό δυ-να-τά! Καὶ πιὸ σκληρά! Πλησίαζαν μεσάνυχτα. Ἀπὸ τὴ μικρὴ ἐκκλησούλα, ποὺ ἦταν κοντὰ στὸ θέατρο, βγῆκαν οἱ πιστοὶ γιὰ τὴν τελετὴ τῆς Ἀναστάσεως. Σκοτάδι. Οἱ ἄνθρωποι δὲν ξεχωρίζουν —μονάχα οἱ φλογίτσες τῶν κεριῶν, ποὺ τρεμόπαιζαν καὶ προχωροῦσαν ἀργὰ-ἀργά. «Τὴν ἀνάστασίν σου, Χριστὲ Σωτήρ, ἄγγελοι ὑμνοῦσιν ἐν οὐρανοῖς...» 


Σὰν εἶδαν τὴ λιτανεία οἱ κομσομόλοι, ξελαρυγγιάστηκαν στὰ γιουχαΐσματα καὶ τὰ σφυρίγματα. Τό ᾿στησαν πάλι στὸ τραγούδι: Ἔ,σύ, μηλαράκι μου, κυλίσου. Ὁ δρόμος εἶναι γλιστερὸς. Παράσυρε ὅλους τοὺς ἁγίους Πάσχα τῶν κομσομόλων. Οἱ φλόγες τῶν κεριῶν ἦταν τώρα ἀκίνητες μπροστὰ στὴν εἴσοδο τοῦ ναΐσκου. Ἀπὸ κεῖ ἦρθε ἡ ἀπόκριση στὸ τραγούδι τῶν κομσομόλων: «Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν θανάτῳ θάνατον πατήσας καὶ τοῖς ἐν τοῖς μνήμασι ζωὴν χαρισάμενος»! Ἡ μεγάλη αἴθουσα τοῦ θεάτρου ἦταν γεμάτη κόσμο. Ἡ παράσταση ἄρχισε... Πράξη πρώτη: Πάνω στὴ σκηνὴ εἶχαν ἀναπαραστήσει τὸ ἱερὸ ἑνὸς ναοῦ. Στὴν ὑποτιθέμενη ἁγία τράπεζα βρίσκονταν μπουκάλια μὲ κρασὶ καὶ μεζέδες.

λόγυρα, σὲ ψηλὰ καθίσματα—αὐτὰ ποὺ ἔχουν στὰ μπὰρ—ἦταν καθισμένοι οἱ ἠθοποιοί, ντυμένοι μὲ ἱερατικὰ ἄμφια. Τσούγκριζαν καὶ ἔπιναν μὲ ἅγια ποτήρια. Κάποιος ἄλλος, μὲ διακονικὸ στιχάρι, ἔπαιζε φυσαρμόνικα. Στὸ πάτωμα κάθονταν σταυροπόδι μερικὲς τάχα καλόγριες κι ἔπαιζαν χαρτιά. Οἱ θεατὲς ἔσκαγαν στὰ γέλια. Κάποιος ζαλίστηκε. Τὴν ὥρα ποὺ τὸν ἔβγαζαν ἀπὸ τὴν αἴθουσα, βρυχιόταν σὰν θηρίο, γελώντας ἄγρια καὶ κουνώντας τὸ κεφάλι, μὰ ἔχοντας τὸ βλέμμα πάντα καρφωμένο στὴ σκηνή,οἱ παράξενοι μορφασμοὶ τοῦ χλωμοῦ προσώπου του προκάλεσαν περισσότερο γέλιο... Στὸ διάλειμμα οἱ ὑπεύθυνοι τῆς παραστάσεως ἔλεγαν: —Ὅσα εἴδατε εἶναι μόνο τὰ λουλούδια, καρποὶ θά ᾿ρθουν σὲ λίγο. Περιμένετε... Στὴ δεύτερη πράξη θὰ βγεῖ ὁ Ροστόβτσεφ, καὶ τότε πραγματικὰ θὰ τρελαθεῖτε!...


Πράξη δεύτερη: Ὁ διάσημος ἠθοποιὸς παρουσιάστηκε στὴ σκηνὴ κάτω ἀπὸ θύελλα ζητωκραυγῶν καὶ χειροκροτημάτων. Φοροῦσε μακρύ, λευκὸ χιτῶνα καὶ στὰ χέρια του κρατοῦσε χρυσὸ Εὐαγγέλιο. Παρίστανε τὸ Χριστό. Σύμφωνα μὲ τὸ ἔργο,ἔπρεπε νὰ διαβάσει δυὸ στίχους —μόνο δυὸ στίχους— ἀπὸ τοὺς Μακαρισμούς. Πλησίασε ἀργά, μὲ ἱεροπρέπεια, σ᾿ ἕνα ἀναλόγιο καὶ ἀκούμπησε τὸ Εὐαγγέλιο. Μὲ τὴ βαθιά, κυματιστὴ φωνή του ἀναφώνησε: -Πρόσχωμεν! Στὴν αἴθουσα ξαφνικὰ βασίλεψε ἀπόλυτη σιωπή.

Ροστόβστεφ ἄνοιξε τὸ ἱερὸ βιβλίο καὶ ἄρχισε νὰ διαβάζει: —Μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστὶν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν... Μακάριοι οἱ πενθοῦντες, ὅτι αὐτοὶ παρακληθήσονται... Στὸ σημεῖο αὐτὸ ἔπρεπε νὰ σταματήσει. Ἐδῶ ἀκριβῶς θὰ ἀπάγγελλε ἕναν φοβερό, χλευαστικό, βλάσφημο μονόλογο, ποὺ θὰ τελείωνε μὲ τὴ φράση: «Φέρτε μου τὸ φράκο καὶ τὸ καπέλλο!» Δὲν ἔγινε ὅμως αὐτό! Ὁ ἠθοποιὸς ἀπροσδόκητα σωπαίνει. Καὶ ἡ σιωπή του κρατάει τόσο πολύ,ποὺ ἀπὸ τὰ παρασκήνια ἀρχίζουν ν᾿ ἀνησυχοῦν. Τοῦ ὑπαγορεύουν τὰ λόγια ποὺ ἔπρεπε νὰ πεῖ, τοῦ κάνουν ἀπεγνωσμένα νοήματα... αὐτὸς ὅμως στέκεται σὰν μαρμαρωμένος. 


Δὲν ἀκούει, δὲν βλέπει, δὲν καταλαβαίνει τίποτα. Τέλος, σὲ μιὰ στιγμή, συνταράζεται ὁλόκληρος. Μὲ τρομαγμένο βλέμμα κοιτάζει τὸ ἀνοιχτὸ Εὐαγγέλιο. Τὰ χέρια του τραβᾶνε σπασμωδικὰ τὸ χιτῶνα. Τὸ πρόσωπό του ἀλλοιώνεται. Στυλώνει τὰ μάτια στὸ βιβλίο καὶ ἀρχίζει πρῶτα νὰ ψιθυρίζει κι ἔπειτα νὰ διαβάζει ὅλο καὶ πιὸ δυνατά: —Μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην, ὅτι αὐτοὶ χορτασθήσονται. Μακάριοι οἱ ἐλεήμονες, ὅτι αὐτοὶ ἐλεηθήσονται...


Εἶναι ἀπίστευτο: Στὸ θέατρο, ποὺ πρὶν ἀπὸ λίγο τὸ δονοῦσαν οἱ βλαστήμιες καὶ οἱ ἐμπαιγμοί, ἐπικρατεῖ τώρα νεκρικὴ σιγή. Καὶ μέσα σ᾿ αὐτὴ τὴ σιγὴ κυκλοφοροῦν, σὰν τὶς πασχαλινὲς λαμπάδες ὁλόγυρα στὴν ἐκκλησία, τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ: —Ὑμεῖς ἐστε τὸ φῶς τοῦ κόσμου... ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν... προσεύχεσθε ὑπὲρ τῶν ἐπηρεαζόντων ὑμᾶς καὶ διωκόντων ὑμᾶς... Ὁ Ροστόβτσεφ διάβασε ἀργὰ καὶ καθαρὰ ὁλόκληρο τὸ πέμπτο κεφάλαιο τοῦ κατὰ Ματθαῖον εὐαγγελίου, καὶ κανένας δὲν κουνήθηκε, κανένας δὲν διαμαρτυρήθηκε.



Μήπως ἡ ἱερόσυλη μεταμόρφωση τοῦ ἠθοποιοῦ εἶχε ἀποκαταστήσει μπροστὰ 

στὰ μάτια τους

—ὅπως, ἄλλωστε, καὶ στοῦ ἴδιου τὰ μάτια—

τὴ γκρεμισμένη εἰκόνα τοῦ ζωντανοῦ Κυρίου;

...Στὰ παρασκήνια ἀκούγονταν δυνατοὶ ψιθυρισμοὶ καὶ νευρικοὶ βηματισμοί.

Δὲν εἶναι δυνατόν!

Θ᾿ἀστειεύεται ὁ Ροστόβτσεφ!

Κάποιο κόλπο σκαρώνει!

Νά,τώρα,ὅπου νά ᾿ναι,μ᾿ ἕνα χτύπημα στὰ γόνατα,μὲ δυό του λέξεις,θὰ ξεσηκώσει τὸ κοινό!

θὰ τοὺς κάνει νὰ χτυπιοῦνται!...

Μὰ στὴ σκηνὴ ἔγινε κάτι ἀκόμα πιὸ ἀπροσδόκητο,ποὺ ἔκανε ἀργότερα ὁλόκληρη 

τὴ χώρα νὰ τὸ συζητάει:

Ὁ Ροστόβτσεφ σχημάτισε μ᾿ εὐλαβικὴ ἐπίδεκτικότητα πάνω στὸ σῶμα του τὸ 

σημεῖο τοῦ σταυροῦ,καὶ εἶπε:

-Μνήσθητί μου,Κύριε,ὅταν ἔλθῃς ἐν τῇ βασιλείᾳ σου!...

Κάτι ἀκόμα πῆγε νὰ πεῖ, ἀλλὰ τὴ στιγμὴ ἐκείνη κατέβασαν τὴν αὐλαία.

Μετὰ ἀπὸ λίγα λεπτά,μιὰ νευρικὴ φωνὴ ἀνακοίνωσε ἀπὸ τὰ μεγάφωνα:

-Λόγω ξαφνικῆς ἀσθένειας τοῦ συντρόφου Ροστόβτσεφ,ἡ σημερινὴ θεατρικὴ παράσταση ματαιώνεται!...

ΤΕΛΟΣ


Σημείωση: Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο ''ΤΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΡΑΒΔΙ'' του Βασιλείου Νικηφόρωφ-Βόλγιν. Από το 1921 ο νεαρός εμιγκρές άρχισε να δημοσιεύει άρθρα και δοκίμια σε περιοδικά και εφημερίδες με το ψευδώνυμο Βόλγιν (επειδή ο μεγάλος ρωσικός ποταμός Βόλγας σχετιζόταν με τις παιδικές του αναμνήσεις). Το 1937 κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Τα ονομαστήρια της γης» και τό 1938 «Το οδοιπορικό ραβδί». Η επιβολή του κομμουνιστικού καθεστῶτος και στην Εσθονία, μετά την κατάληψή της από τα σοβιετικά στρατεύματα (1940), τον αναγκάζει να σταματήσει την δημοσιογραφική-συγγραφική δραστηριότητά του. Ένα τρίτο βιβλίο του με τον τίτλο «Αρχαία πόλη», που από το 1939 ετοιμαζόταν να εκδοθεί, δεν θα δει τελικά το φως της δημοσιότητας.


Τον Μάιο του 1941, ενώ δουλεύει σε ναυπηγείο,συλλαμβάνεται από την μυστική αστυνομία και φυλακίζεται με την κατηγορία της αντισοβιετικής προπαγάνδας. Λίγο αργότερα μεταφέρεται στο Κύρωφ (Βιάτκα), όπου δικάζεται και καταδικάζεται σε θάνατο. Εκτελέστηκε με τουφεκισμό στις 14 Δεκεμβρίου του 1941 σαν εχθρός του λαού...! Το πρώτο μέρος του βιβλίου περιλαμβάνει το αυτοτελές έργο του συγγραφέα «Το οδοιπορικό ραβδί». Πρόκειται για άτακτες ημερολογιακές σημειώσεις ενός αγνώστου ρώσου ιερέα, που ἔζησε στο πρώτο μισό τοῦ 20ού αιώνα,και που αποτύπωσε στο χαρτί βιώματα και γεγονότα της ζωής του,λίγο πρίν και μετά την οκτωβριανή επανάσταση!...Το δεύτερο μέρος περιέχει τέσσερα κείμενα-μαρτυρίες, όπου ο συγγραφέας περιγράφει, είτε προσωπικές μετεπαναστατικές εμπειρίες του, είτε άλλα περιστατικά,που πληροφορήθηκε από τους πρωταγωνιστές τους ή από αυτόπτες μάρτυρες -το τελευταίο μάλιστα, έχει γίνει πλατιά γνωστό εδώ και δεκαετίες, όχι μόνο μέσα στην Ρωσία, αλλά κι έξω από τα σύνορά της. Γ.Δ.



Βασιλείου Νικηφόρωφ-Βόλγιν 


ΤΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΡΑΒΔΙ


Παρασκευή 28 Αυγούστου 2015

ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ: Η ΚΟΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΣ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ





Αν ο θάνατος των οσίων είναι τίμιος και η μνήμη δικαίου συνοδεύεται από εγκώμια,

πόσο μάλλον τη μνήμη της αγίας των αγίων,

δια της οποίας επέρχεται όλη η αγιότης στους αγίους,

δηλαδή τη μνήμη της αειπάρθενης και Θεομήτορος,

πρέπει να την επιτελούμε με τις μεγαλύτερες ευφημίες.

Αυτό πράττουμε εορτάζοντας την επέτειο της αγίας κοιμήσεως ή μεταστάσεώς της,

που αν και με αυτή είναι λίγο κατώτερη από τους αγγέλους,

όμως ξεπέρασε σε ασύγκριτο βαθμό και τους αγγέλους και τους αρχαγγέλους 

και όλες τις υπερκόσμιες δυνάμεις δια της εγγύτητός της προς τον Θεό

 και δια των από παλαιά γραμμένων και πραγματοποιημένων σ' αυτή θαυμασίων.




Ο θάνατός της είναι ζωηφόρος,μεταβαίνοντας σε ουράνια και αθάνατο ζωή,και η μνήμη τούτου είναι χαρμόσυνη εορτή και παγκόσμια πανήγυρις,που όχι μόνο ανανεώνει τη μνήμη των θαυμασίων της Θεομήτορος,αλλά και προσθέτει τη κοινή και παράδοξη συνάθροιση των ιερών Αποστόλων από κάθε μέρος της γης για την πανίερη κηδεία της,με θεολήπτους ύμνους,με τις αγγελικές επιστασίες και χοροστασίες και λειτουργίες γι΄ αυτήν.Οι Απόστολοι προπέμπουν,ακολουθούν, συμπράττουν,αποκρούουν,αμύνονται και συνεργούν με όλη τη δύναμη μαζί με εκείνους που εγκωμιάζουν το ζωαρχικό και θεοδόχο εκείνο σώμα,το σωστικό φάρμακο του γένους μας,το σεμνολόγημα όλης της κτίσεως.Ενώ ο ίδιος ο Κύριος Σαβαώθ και Υιός αυτής της αειπάρθενης,είναι αοράτως παρών και αποδίδει στη μητέρα την εξόδιο τιμή.Σε αυτού τα χέρια εναπέθεσε και το θεοφόρο πνεύμα,διά του οποίου έπειτα από λίγο μεταθέτει και το συζυγικό προς εκείνο σώμα σε χώρο αείζωο και ουράνιο.Διότι μόνο αυτή,ευρισκομένη ανάμεσα στο Θεό και σ' ολόκληρο το ανθρώπινο γένος,τον μεν Θεό κατέστησε υιόν ανθρώπου,τους δε ανθρώπους έκανε υιούς Θεού,ουρανώσασα τη γη και θεώσασα το γένος.


Και μόνο αυτή από όλες τις γυναίκες αναδείχθηκε μητέρα του Θεού εκ φύσεως πάνω από κάθε φύση.Υπήρξε βασίλισσα κάθε εγκοσμίου και υπερκοσμίου κτίσματος.Τώρα έχοντας και τον ουρανό κατάλληλο κατοικητήριο,ως ταιριαστό της βασίλειο, στον οποίο μετατέθηκε σήμερα από τη γη,στάθηκε και στα δεξιά του παμβασιλέως με διάχρυσο ιματισμό ντυμένη και στολισμένη, όπως λέγει ο προφήτης. (Ψαλμ. 44,11).Διάχρυσο ιματισμό,που σημαίνει στολισμένη με τις παντοειδείς αρετές.Διότι μόνο αυτή κατέχει τώρα μαζί με το θεοδόξαστο σώμα και με τον Υιό,τον ουράνιο χώρο.Δεν μπορούσε πραγματικά γη και τάφος και θάνατος να κρατεί έως το τέλος το ζωαρχικό και θεοδόχο σώμα της και αγαπητό ενδιαίτημα ουρανού και του ουρανού των ουρανών.Αποδεικτικό για τους μαθητές στοιχείο περί της αναστάσεώς της από τους νεκρούς γίνονται τα σινδόνια και τα εντάφια,που μόνα απέμειναν στο τάφο και βρέθηκαν από εκείνους που ήλθαν να την ζητήσουν,όπως συνέβηκε προηγούμενα με τον Υιό και δεσπότη.


Δεν χρειάσθηκε να μείνει και αυτή επίσης για λίγο πάνω στη γη,όπως ο Υιός της και Θεός,γι' αυτό αναλήφθηκε αμέσως προς τον υπερουράνιο χώρο από τον τάφο.Με την ανάληψή της η Θεομήτορ συνήψε τα κάτω με τα άνω και περιέλαβε το πάν με τα γύρω της θαυμάσια,ώστε και το ότι είναι ελαττωμένη πολύ λίγο από τους αγγέλους,γευόμενη το θάνατο,αυξάνει τη υπεροχή της σε όλα.Και έτσι είναι η μόνη από όλους τους αιώνες και από όλους τους αρίστους που διαιτάται με το σώμα στον ουρανό μαζί με τον Υιό και Θεό.Η Θεομήτωρ είναι ο τόπος όλων των χαρίτων και πλήρωμα κάθε καλοκαγαθίας και εικόνα κάθε αγαθού και κάθε χρηστότητος,αφού είναι η μόνη που αξιώθηκε όλα μαζί τα χαρίσματα του Πνεύματος και μάλιστα η μόνη που έλαβε παράδοξα στα σπλάχνα της εκείνον στον οποίο βρίσκονται οι θησαυροί όλων των χαρισμάτων.


Τώρα δε με το θάνατό της προχώρησε από εδώ προς την αθανασία και δίκαια μετέστη και είναι συγκάτοικος με τον Υιό στα υπερουράνια σκηνώματα και από εκεί επιστατεί με τις ακοίμητες προς αυτόν πρεσβείες εξιλεώνοντας αυτόν προς όλους μας.Είναι τόσο πολύ πλησιέστερη από τους πλησιάζοντας το Θεό,όχι μόνο από τους ανθρώπους,αλλά και από αυτές τις αγγελικές ιεραρχίες.«Τα Σεραφίμ στέκονταν γύρω του» (Ησαϊας 6,2) και ο Δαβίδ λέγει:«παρέστη η βασίλισσα στα δεξιά σου».Βλέπετε τη διαφορά της στάσεως;Από αυτή μπορείτε να καταλάβετε και τη διαφορά της,κατά την αξία της τάξεως.Διότι τα Σεραφείμ ήταν γύρω από το Θεό, πλησίον δε στον ίδιο μόνο η βασίλισσα και μάλιστα στα δεξιά του.Όπου κάθισε ο Χριστός στον ουρανό,δηλαδή στα δεξιά της μεγαλωσύνης,εκεί στέκεται και αυτή τώρα που ανέβηκε από τη γη στον ουρανό.


Ποιός δεν γνωρίζει ότι η Παρθενομήτωρ είναι εκείνη η βάτος που ήταν αναμμένη,αλλά δεν καταφλεγόταν. (Ψαλμ.44,19).Και αυτή η λαβίδα,που πήρε το Σεραφίμ,τον άνθρακα από το θυσιαστήριο,που συνέλαβε δηλαδή απυρπολήτως το θείο πυρ και κανείς άλλος δεν θα μπορούσε να έλθει προς το Θεό.Επομένως μόνη αυτή είναι μεθόριο της κτιστής και της άκτιστης φύσεως.Ποιός θα αγαπούσε το Υιό και Θεό περισσότερο από τη μητέρα,η οποία όχι μόνο μονογενή τον γέννησε,αλλά και μόνη της αυτή χωρίς ανδρική ένωση,ώστε να είναι το φίλτρο διπλάσιο.Όπως λοιπόν,αφού μόνο δι' αυτής επεδήμησε προς εμάς,φανερώθηκε και συναναστράφηκε με τους ανθρώπους,ενώ πρίν ήταν αθέατος,έτσι και στον μελλοντικό ατελεύτητο αιώνα κάθε πρόοδος και αποκάλυψη μυστηρίων χωρίς αυτήν θα είναι αδύνατος.





Δια μέσου της Θεομήτορος θα υμνούν το Θεό, γιατι αυτή είναι η αιτία,

η προστάτης και πρόξενος των αιωνίων.

Αυτή είναι θέμα των προφητών, αρχή των Αποστόλων, εδραίωμα των μαρτύρων,

κρηπίς των διδασκάλων,

η ρίζα των απορρήτων αγαθών,

η κορυφή και τελείωση κάθε αγίου.

Ω Παρθένε θεία και τώρα ουρανία, πως να περιγράψω όλα σου τα προσόντα;

Πως να σε δοξάσω, το θησαυρό της δόξας;

Εσένα και η μνήμη μόνο αγιάζει αυτόν που την χρησιμοποιεί.

Μετάδωσε πλούσια λοιπόν τα χαρίσματά σου στο λαό σου, 

Δέσποινα,

δώσε τη λύση των δεινών μας, μετάτρεψε όλα προς το καλύτερο με τη δύναμή σου,

δίδοντας τη χάρη σου για να δοξάζουμε το προαιώνιο Λόγο που σαρκώθηκε από σένα γα μας 

μαζί με τον άναρχο Πατέρα και το ζωοποιό Πνεύμα,

τώρα και πάντοτε και στους ατελευτήτους αιώνες.

Γένοιτο...




Λόγος εις την κοίμηση της Θεοτόκου.
Απόσπασμα από τις Πατερικές εκδόσεις
 «Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς»
τόμος 10ος.
Τίτλος και επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Αγιογραφία Di Panourgias.




Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς


Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΘΕΟΜΗΤΟΡΟΣ




Η αγία εικόνα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου είναι πολυπρόσωπη.

Δύο όμως πρόσωπα ξεχωρίζουν στην όλη παράσταση:

Ο Χριστός και η Παναγία. 

Ο Ιησούς με το ηγεμονικό του παράστημα που κρατεί την ψυχή της Παναγίας, 

βρέφος φασκιωμένο, 

και το λιπόσαρκο σκήνωμα της Παναγίας.

«Στην εικόνα δεσπόζει το νεκρικό κρεβάτι, στολισμένο με πλούσια ποδέα,

όπου αναπαύεται η Παναγία με τα χέρια σταυρωμένα.

Μπροστά στερεωμένο σε ένα απλό κηροπήγιο καίει ένα χοντρό κερί.

Πίσω από το νεκρικό κρεβάτι και στη μέση ακριβώς στέκει ο Χριστός με

 το σώμα σε περίεργη στροφή προς τα δεξιά,

προς την κεφαλή της Μητέρας του.




Στα χέρια του απλωμένα στην ίδια κατεύθυνση, κρατεί την ψυχή της, που έχει τη μορφή φασκιωμένου μωρού με τα χέρια σταυρωμένα. Τον τριγυρίζει δόξα. Μέσα σ' αυτήν είναι ζωγραφισμένοι στην κορυφή ένα εξαπτέρυγο και σε μονοχρωμία τέσσερις άγγελοι που πλαισιώνουν το Χριστό με χειρονομίες και έκφραση λύπης στα πρόσωπά τους... Πάνω ακριβώς από το Χριστό στην κορυφή του τόξου της εικόνας έχουν ανοίξει οι πύλες του ουρανού και φαίνονται δύο άγγελοι, πάλι σε μονοχρωμία, να σκύβουν με σκεπασμένα χέρια για να πάρουν με τη σειρά τους την ψυχή. Στην κεφαλή και στα πόδια του νεκρικού κρεβατιού είναι μαζεμένοι οι δώδεκα απόστολοι με εκφράσεις, στάσεις και χειρονομίες που δείχνουν βαθειά λύπη. Ο Πέτρος θυμιατίζει στην κεφαλή της Παναγίας και ο Παύλος σκύβει στα πόδια της. Πιο πίσω είναι τρεις ιεράρχες με ανοιχτά βιβλία και στα αριστερά, στο βάθος, θρηνούν τρεις γυναίκες. Τη σύνθεση κλείνουν στο βάθος, πίσω από τις ομάδες των μαθητών, δύο συμβατικά αρχαιόπρεπα κτήρια. Ανάμεσα σ' αυτά διαβάζεται η επιγραφή Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ Θ(ΕΟ)ΤΟΚΟΥ» (Α. Καρακατσάνη). Οι τέσσερις (εικονίζονται οι τρεις) ιεράρχες που παραβρέθηκαν στην Κοίμηση, ήταν: ο Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, ο Ιερόθεος, ο Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης και ο Τιμόθεος. Σ' όλα τα πρόσωπα διακρίνεται η θλίψη, ανάμικτη όμως με τη γλυκιά ελπίδα. Είναι η «χαρμολύπην», το «χαροποιόν πένθος», γνώρισμα των πιστών που ζουν με την προσμονή της ανάστασης. Τούτο βλέπουμε και στα τροπάρια της εορτής, που άλλοτε τονίζουν τον τρόμο και το δέος των αποστόλων, τους οποίους παρουσιάζουν να δακρύζουν και άλλοτε τονίζουν τη χαρά τους, που την εκδηλώνουν με ψαλμούς και ύμνους. Παραθέτουμε δύο αποσπάσματα:




«Ότε η μετάστασις του αχράντου σου σκήνους ηυτρεπίζετο, τότε οι Απόστολοι

 περικυκλούντες την κλίνην τρόμω εώρων σε» 

(Στιχηρό ιδιόμελο όρθρου).

«...Και το ζωαρχικόν και θεοδόχον σου σώμα κηδεύσαντες έχαιρον,

πανύμνητε» (Δοξαστικό αποστίχων εσπερινού).

Σε μερικές εικόνες εικονίζονται στον ουρανό σύννεφα, που μετέφεραν τους αποστόλους στην Ιερουσαλήμ.

Σε πολλές εικόνες της Κοίμησης

 ζωγραφίζεται και το επεισόδιο του αγγέλου, που κόβει με το ξίφος του τα χέρια του Ιεφονία.

(Πρόκειται για κείνον τον Εβραίο 

που αποπειράθηκε να ρίξει στο έδαφος το λείψανο της Θεοτόκου).




Αντιγραφή από το ιστολόγιο ''ΑΓΙΑ ΜΕΤΕΩΡΑ''

Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Πέμπτη 27 Αυγούστου 2015

Η ΠΑΝΑΓΙΑ Η ΓΛΥΚΟΦΙΛΟΥΣΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ




Επάνω εις τον βράχον ήτο κτισμένον το παρεκκλήσιον, μαστιζόμενον από θυέλλας και λαίλαπας,

λικνιζόμενον από το αειτάραχον και πολύρροιβδον κύμα, 

ναναριζόμενον από τα άσματα 

τα οποία ο άνεμος έψαλλε δι' αυτό εις τους σκληρούς βράχους και εις τα ηχώδη άντρα.

Οι τέσσαρες τοίχοι ίσταντο ακόμη αρραγείς,πετροθεμελιωμένοι,

σώζοντες μικρόν επίχρισμα από παλαιού καιρού περί την μεσημβρινοδυτικήν γωνίαν,

χορταριασμένοι και μαυροπράσινοι περί την βορειανατολικήν.

Η στέγη,

φέρουσα ακόμη ολίγας κεράμους και πλάκας, εστηρίζετο επί δοκού με πολλάς ακτίνας 

εκ σκληράς καστανέας.

Ολόγυρα εις τους τοίχους,υψηλά άνω των υπερθύρων και υπό τα γείσα της στέγης,

ωραία μικρά πινάκια παλαιών χρόνων ήσαν εγκολλημένα, σχηματίζοντα μέγαν σταυρόν

 επί της χιβάδος του ιερού Βήματος προς ανατολάς,μετά υποποδίου εις σχήμα ανεστραμμένου Τ 

εκ πέντε άλλων πινακίων,

και άλλους δύο σταυρούς δεξιόθεν και αριστερόθεν, ύπερθεν των δυο παραθύρων του χορού,

και τέταρτον σταυρόν άνωθεν της φλιάς της εισόδου, 

δυσμόθεν.




Και τα ωραία παλαιά πιατάκια ήσαν όλα χρωματιστά,γαλάζια και υποπράσινα και κιτρινωπά και λευκά,με κλαδάκια και με λούλουδα και με ανθρωπάκια και με πουλιά,φιλοκάλως και κομψώς διατεθειμένα,στίλβοντα εις τον ήλιον,χάρμα των οφθαλμών,κειμήλια υψηλά κείμενα,στερεά βαλμένα εις τας κόγχας των,αφελή αναθήματα, λείψανα παλαιών χρόνων,περισώσματα αρπαγών και δηώσεων παντοίων.[...].Και ο απλούς ούτος στολισμός παρείχε μεγάλην χάριν,μεμειγμένην με άρρητον τρυφερόν θέλγητρον, εις το μικρόν βραχοφυτευμένον παρεκκλήσιον,εμπνέων εις τον επισκέπτην μεγάλην επιθυμίαν να διασκελίση το κατώφλιον,να εισέλθη εις τον πενιχρόν ναΐσκον,ν' ανάψη κηρίον,να κάμη τον σταυρόν του,και ν' ασπασθή ευλαβώς την εικόνα της Παναγίας της Γλυκοφιλούσης,της ζωγραφισμένης παρειάν με παρειάν με το πρόσωπον του υπερθέου και υπερηγαπημένου Βρέφους της [...].


Δεξιά,επί του τέμπλου,ήτο η εικών του Χριστού και η εικών του Προδρόμου. Αριστερά η Παναγία η Γλυκοφιλούσα,η προστάτις των μητέρων,και ο Άγιος Στυλιανός,ο φίλος και φρουρός των νηπίων.Επί του δεξιού και του αριστερού τοίχου υπήρχον ακόμη ολίγοι Άγιοι,ζωγραφημένοι από παλαιού καιρού.Άλλων ήσαν εφθαρμένα τα πρόσωπα και τα στερνά,άλλων ασβεστωμένα τα σκέλη και οι πόδες,από ατελείς αποπείρας επιχρίσεως ή στολισμού υπό αμαθών ευλαβών γυναικών.Ήσαν ο Άγιος Ελευθέριος,ο ελευθερωτής των εγκύων,και η Αγία Μαρίνα,η προστάτις των ωδινουσών.Είτα ήσαν ο Άγιος Γεώργιος και ο Άγιος Δημήτριος,με τα χαντζάρια των,με τας ασπίδας, τους θώρακάς των και την άλλην πανοπλίαν των. 


Και η Αγία Βαρβάρα και η Αγία Κυριακή με τους σταυρούς και με τους κλάδους των φοινίκων εις τας χείρας.Ήσαν και οι όσιοι,με τα κουκούλια, με τας λευκάς γενειάδας των,με τα κομβοσχοίνια και τους ερυθρούς σταυρούς των,ο όσιος Αντώνιος και Ευθύμιος και Σάββας. [...].Δεξιά δε τω εισερχομένω, και ευθύς μετά την θύραν,ίστατο, παρά την γωνίαν του μεσημβρινού τοίχου,η Αγία Αναστασία η Φαρμακολύτρια,κρατούσα με την αριστεράν χείρα το μικρόν της ληκύθιον,το περιέχον τα λυτήρια όλων των μαγγανειών και των επωδών και των φίλτρων [...].Το παρεκκλήσιον εώρταζε,τη 26 Δεκεμβρίου,την Σύναξιν της Υπεραγίας Θεοτόκου,ήτοι τα Επιλόχια,Λεχούς αμώμου,ανδρός μη γνούσης λέχος.Κάτωθεν της εικόνος, επί λευκής μεταξοϋφούς ποδιάς, εφαίνοντο ανηρτημένα παιδάκια, και μόνον παιδάκια,ασημένια,εξαιρέσει ενός μόνου αργυρού τεμαχίου,το οποίον έφερεν άλλο σχήμα ζώου, ομοίου σχεδόν με άρνα κερασφόρον ή με έριφον.


Επί τινος αφράκτου ερμαρίου,εις τον αριστερόν τοίχον,έβλεπε τις διάφορα αντικείμενα,οίον στεφάνους ανδρογύνων (νεκρών ίσως ανδρογύνων) τυλιγμένους εντός λευκής σκέπης,τεμάχια βαπτιστικών και κουκουλίων από το βάπτισμα βρεφών,ως και γυμνά κόκκαλα ακόμη,και τρυφερά λευκά κρανία μικρών παιδίων.Τα παιδάκια τα ανηρτημένα επί της λευκής ποδιάς ήσαν ομοιώματα μικρών παιδίων,ταχθέντα από τας μητέρας,όταν τα μικρά των ήσαν άρρωστα,εις την Παναγίαν την Γλυκοφιλούσαν,την μητέρα του θείου Βρέφους,και προσφερθέντα εις τον ναόν της μετά την ίασιν των αρρώστων.Το ομοίωμα του μικρού ζώου ήτο και αυτό βεβαίως από τάξιμον.




Και οι στέφανοι των ανδρογύνων ήσαν αφελή αποθέματα και μνημόσυνα ατυχών συνοικεσίων,

γενόμενα υπό της μητρός,ήτις επέζησεν έρημη και άχαρη, εις ανάμνησιν θυγατρός,

ήτις απέθανεν ίσως λεχώ, ευθύς μετά τον πρώτον τοκετόν,

αφιερώματα και ταύτα εις την προστάτιδα των λεχών, την Παναγίαν την Γλυκοφιλούσαν.

Και τα τεμάχια των βαπτιστικών και κουκουλίων ήσαν και ταύτα ενθύμια παιδίων,

αποθανόντων ευθύς μετά το βάπτισμα, και τα λευκά κόκκαλα και τα κρανία

 τα τρυφερά ήσαν άσπιλα λείψανα παιδίων, τα οποία είχεν ευδοκήσει να καλέση ενωρίς εις τον Παράδεισον,

πλησίον του υιού της του ειπόντος "Άφετε τα παιδία έρχεσθαι προς με, και μη κωλύετε αυτά",

η Παναγία η Γλυκοφιλούσα. [...].




Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης


Τρίτη 25 Αυγούστου 2015

ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΙΛΑΡΙΩΝ ΟΥΖΟΥΝΟΠΟΥΛΟΣ 1890-1960




Γεννήθηκε εις το χωρίον 'Αγιος Μάμμας Χαλκιδικής το έτος 1890.

'Ητο ο πρωτότοκος υιός του ευσεβούς ζεύγους Νικολάου καί Μαρίας Ουζούνη,

μετά δε αυτόν ακολούθησαν άλλα εννέα αδέλφια του,

οι Δημήτριος, Στέργιος, Σοφία, 

Πασχαλιά, Γεώργιος, Στάμος, Ακριβή και ο 'Αγγελος.

Από μικρός ό Ιωάννης,

αυτό ήτο το βαπτιστικό του όνομα,

εξεχώριζεν από τα άλλα παιδιά της ηλικίας του.

'Ητο πολύ εργατικός, το δεξί χέρι του πατέρα του,

υπάκουος και πάντοτε πρόσχαρος.

Αγαπούσε δε πολύ τα γράμματα.

Τότε, επί Τουρκοκρατίας, δεν υπήρχον οργανωμένα Ελληνικά Σχολεία,

παρά φημισμένοι Διδάσκαλοι,

οι οποίοι παρέδιδον επί πληρωμή μαθήματα.

Ο μικρός Ιωάννης ευτύχισε να έχη Διδάσκαλον τον φημισμένον τότε 

εις όλην την Χαλκιδικήν Διδάσκαλον

Γιαννακάρη,

ο οποίος εδίδασκεν εις τον Πολύγυρον.

Εκεί επήγαινε ο μικρός Ιωάννης τις χειμωνιάτικες ημέρες,

που λιγόστευαν αι αγροτικαί εργασίαι,

πότε με χιόνια και πότε με βροχές πεζή από τον "'Αγιον Μάμμαντα 

μέχρι τον Πολύγυρον διά να μάθη γράμματα.

Αγαπούσε πολύ την Εκκλησία 

και σιγά-σιγά με την δυνατή θέλησί του έγινε πολύ γρήγορα 

ψάλτης μέσα εις το χωριό του.


ταν εκτυπούσε η καμπάνα του Ναού διά τον Εσπερινόν, εσταματούσε κάθε εργασία, παρά τας γεροντικάς διαμαρτυρίας του πατρός του, και έτρεχε να συμψάλλη με τον εφημέριον του χωρίου του, τον ενάρετον Γέροντα παπα-'Αγγελον, την ακολουθίαν του Εσπερινού. Ουδείς εκ των συγχωριανών του δεν είδε τον νεαρόν Ιωάννην να περνά τον καιρόν του εις διασκεδάσεις ή μεταξύ των θαμώνων των καφενείων. Η καλλιέργεια της γης διά τον έπιούσιον άρτον της πολυμελούς οίκογενείας του, η ανάγνωσις και ή ψαλτική, καθώς και αι συμβουλαί του προς τα μικρότερα αδέλφια του απορροφούσαν ολόκληρον τον καιρόν του. Οι γονείς του υπεραγαπούσαν τον "παιδογέροντα" Ιωάννην και τον καμάρωναν. Ουδέποτε με πράξιν ή με λόγον, σαν παιδί, τους ελύπησε. Και όπως όλοι οι γονείς, ονειρεύοντο και αυτοί, να τον ίδουν να κάμη έναν καλόν γάμον, μ΄ένα καλό και νοικοκυρεμένο κορίτσι του χωριού τους. Ακόμη δεν είχε συμπληρώσει το 19ον έτος της ηλικίας του καί τα προξενιά άρχισαν να έρχωνται το ένα κοντά εις το άλλο.


λοι οι καλοί και τίμιοι νοικοκυραίοι του χωριού του Αγίου Μάμμα με πολλή χαρά και ευτυχία θα τον εδέχοντο διά γαμπρόν τους. 0 νεαρός Ιωάννης με πολλήν ευγένεια απέφευγε να δίδη συνέχεια εις τα προξενιά και τούτο προς λύπην των γονέων του. Ερωτήσαμεν τα εν τη ζωή αδέλφια του -Γεώργιον και Στάμον- που προ ενός έτους τους επισκεφθήκαμε, εάν καμμιά φορά έδειξε, ότι ήθελε να ακολουθήση το Μοναχικόν Πολίτευμα και μας απήντησαν κατηγορηματικώς αρνητικά. 'Ισως, όμως να το συζητούσε μόνος με τον εαυτόν του και να μην τολμούσε να το ειπή, γνωρίζοντας εκ των προτέρων πόση πίκρα και στενοχώρια θα επροξενούσεν εις τους γονείς του. 'Οταν εγένετο 20 ετών, τον εκάλεσαν οι Τούρκοι εις τον στρατόν. Ο Ιωάννης κατ’ουδένα τρόπον εδέχετο να καταταγή εις τον Οθωμανικόν στρατό με τον φόβον, ότι κάποτε θα ευρίσκετο εις την αναπόφευκτον ανάγκην να πολεμήση εναντίον των Ορθοδόξων Ελλήνων αδελφών του, του τότε ελευθέρου Ελληνικού Βασιλείου. Εκεί, έξω από το χωριό του, υπήρχε ένα Αγιορείτικο Μετόχι της Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας. Εκεί επήγε διά να κρυφθή ο νεαρός Ιωάννης και να αποφύγη την ένταξή του εις τον Οθωμανικόν στρατόν. 


Εκεί εργάζετο ως κελλάρης του Μετοχιού. Εκεί, ίσως, ήλθεν εις επαφήν διά πρώτην φοράν με την μοναχικήν ζωήν και ίσως εκεί να ήλθεν εις επαφή με το πρώτο σκίρτημα και εν συνεχεία η αγάπη του προς το σχήμα των Μοναχών. Ο Μπέης του χωριού ('Έλλην τοποτηρητής των Τούρκων, υπερασπιζόμενος τα συμφέροντα αυτών, αλλά και τα...δικά του), πιεζόμενος από τας Τουρκικάς Αρχάς του Πολυγύρου, έφερε άνω-κάτω, με Τούρκους χωροφύλακες, τα σπίτια του χωριού διά να εύρη τον νεαρόν Ιωάννην. Μετεχειρίσθησαν όλα τα "μέσα" ως κατακτηταί διά να μαρτυρήσουν οι συγχωριανοί του τον κρυψώνα του Ιωάννη. Κάποιος, τέλος, δεν άντεξε και το εμαρτύρησε, αλλά ταυτοχρόνως ειδοποίησε τον Ιωάννην να κρυβή. Την άλλην ημέραν οι Τούρκοι χωροφύλακες "πάτησαν" το Σιμενοπετρίτικο Μετόχι και εβασάνισαν τους μοναχούς διά να τους παραδώσουν τον Ιωάννην. Οι μοναχοί άντεξαν εις τα μαρτύρια και δεν τον επρόδωσαν. Μετά από άκαρπες έρευνες και πιέσεις επί των μοναχών και των χωρικών απελπίσθησαν και έφυγον. 


Οι μοναχοί μετά από την απομάκρυνσιν των Τούρκων χωροφυλάκων έβγαλαν από την κρυψώνα τον Ιωάννην και με μίαν βάρκαν τον εφυγάδευσαν εις το 'Αγιον 'Όρος. Ο νεαρός Ιωάννης εβγήκε εις τα όρια της Μεγίστης Λαύρας. Αφού επί ημέρες περιήλθεν ολόκληρον το 'Αγιον 'Ορος χάριν προσκυνήσεως, κατέληξε τέλος εις ένα κάθισμα των ορίων της Λαύρας, τον 'Άγιον Κωνσταντίνον και υπετάχθη ως δόκιμος μοναχός,εις έναν ενάρετον και ασκητικώτατον Γέροντα, τον π. Διονύσιον. Είχε τόση προθυμία και ζήλον εις τα έργα της Μοναχικής Πολιτείας, που ο Γέροντάς του τον έκρινε άξιον και εις τας 15 Αυγούστου του έτους 1912, εορτήν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου,τον έκειρε Μοναχόν, δίδοντάς του το όνομα Ιλαρίων, και τούτο, διότι ο νεαρός Ιωάννης ήτο όναμα και πράγμα ιλαρός (χαρούμενος). Εν τω μεταξύ, οι γονείς του έμαθον την οριστικήν πλέον απόφασιν του πρωτότοκου υιού των να γίνη μοναχός και να παραμείνη διά παντός εις 'Αγιον Όρος. 


Τούτο τους εστοίχισε αφάνταστα και προ παντός της μητρός του. Μετά από πολλά δάκρυα έπεισε τον άνδρα της, να υπάγη εις το 'Αγιον Όρος και να μεταπείση τον Ιωάννην και να τον φέρη οπίσω. Τί να κάμη ο Νικόλαος εμπρός εις την επιμονήν και τα δάκρυα της γυναικός του, επήγε εις το 'Αγιον 'Ορος. Εκεί εσυναντήθηκε με τον υιόν του. Το τι είπον μεταξύ των πατέρας και παιδί, ουδείς το έμαθε. Εκείνο που εγνώσθη είναι ότι ο Νικόλαος εγύρισε εις το χωριό του μόνος και πολύ πικραμένος. Μετά παρέλευσιν καιρού ειρήνευσε και το επήρε απόφασιν. Πολλάκις τον ήκουον να καθησυχάζη την γυναίκα του λέγοντάς της. -Τί θες να κάμωμε γυναίκα; Έτσι το θέλησε ο θεός και ο ίδιος!... Το έτος 1915 με ομόφωνον απόφασιν των Προισταμένων της Ιεράς Μονής Μεγίστης Λαύρας, τον επρότεινον διά Διάκονον της Μονής. Ο Γέροντάς του απεδέχθη την απόφασιν των Προισταμένων της κυριάρχου Μονής και ο π. Ιλαρίων εχειροτονήθη Διάκονος. Επτά ολόκληρα έτη υπηρέτησεν ως Διάκονος ο π. Ιλαρίων το Ιερόν θυσιαστήριον, την Ιεράν Μονήν και τον Γέροντά του,τον οποίον υπεραγαπούσε, ως δεύτερον πατέρα του. Ταπεινός και πρόθυμος ο νεαρός Διάκονος π. Ιλαρίων, εγένετο αγαπητός εις τους αδελφούς της Mονής, καθώς και ιίς τους γύρω της Μονής ασκητάς και κελλιώτας. 


Εις τας 5 Ιουλίου του έτους 1922, εορτήν του Οσίου πατρός ημών Αθανασίου του Αθωνίτου, καθ'ην πανηγυρίζει η Ιερά Μονή της Μεγίστης Λαύρας, εγένετο η εις Πρεσβύτερον χειροτονία του π. Ιλαρίωνος. Το ίδιον έτος εκοιμήθη εν Κυρίω ο Γέροντάς του πατήρ Διονύσιος, του οποίου την στέρησιν εθρήνησε. 'Εκτοτε, ως Ιερεύς εκοινοβίασε εις την Μονήν της Λαύρας κρατών επίσης διά περισσοτέραν ησυχίαν και το Κάθισμα του Γέροντάς του, τον "'Αγιον Κωνσταντίνον''. Το έτος 1918, εκοιμήθη εν Κυρίω η μητέρα του εις ηλικίαν 46 μόνον ετών, αφήνοντας το μικρότερό της, τον 'Αγγελον, μόλις επτά ετών. Δεν κατάφερε να ξεπεράση τον πόνον της από τον χωρισμόν των δύο παιδιών της, του Δημητρίου, που ήταν αιχμάλωτος εις την Γερμανίαν και του π. Ιλαρίωνος, που "καλογέρεψε".



Μετά από τέσσερα ακριβώς μόνον έτη,
το 1922,
εκοιμήθη εν Κυρίω και ο σύζυγός της Νικόλαος.
Αυτά, τα έμαθε ο π.Ιλαρίων από επιστολάς των αδελφών του.
Εις τας 2 Σεπτεμβρίου του έτους 1925 (π.ε.),
εορτήν του Αγίου Μάμμαντος,
εώρταζεν η ομώνυμος γενέτειρα του π. Ιλαρίωνος.
Μετά την εκκλησιαστικήν πανήγυριν επακολουθούσε η καθιερωμένη εις το χωριό ζωοπανήγυρις.
Είχον έλθει να αγοράσουν ζώα διά τας ανάγκας της Μονής της Λαύρας Μοναχοί,
την χρονιά εκείνη.
Αφού τα αγόρασαν εζήτησαν δύο νέους,
οι οποίοι επί πληρωμή θα οδηγούσαν τα ζώα,
διά ξηράς, εις την Μονήν.
'Ενας έξ αυτών ήτο και ο άδελφός του π. Ιλαρίωνος,
ο Γεώργιος.
Μετά από πολλάς ημέρας έφθασαν εις την Λαύραν,
και αφού ανεπαύθησαν εκ του κόπου,
ένας μοναχός τους παρουσίασεν εις τον Εφημέριον της Μονής π. Ιλαρίωνα.
-Γέροντα, του είπαν, αυτοί οι δύο είναι από το χωριό σου,
μήπως τους γνωρίζεις;
Σηκώθηκε, τους πλησίασε και τους κοίταξε προσεκτικά.
Έπειτα γύρισε και ρώτησε τον Γεώργιον.
-Συ ποιος είσαι;
-Ο αδελφός σου!
του απάντησε αυτός μη μπορώντας να συγκρατηθή.
Ο π. Ιλαρίων τον αγκάλιασε και του είπε χαρακτηριστικά
"Γιωργάκη σ'άφησα, Γιώργαρο σε βλέπω"!...
Συνεχίζεται...

Εισαγωγή στο διαδίκτυο στο μονοτονικό σύστημα,τίτλος και επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Απόσπασμα εκ του ιστορικού,ορθοδόξου περιοδικού ''ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ''
του αειμνήστου Επισκόπου Πενταπόλεως κ. Καλλιοπίου,
της Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών.


Περιοδικό ''ΤΑ ΠΑΤΡΙΑ''


ΜΗΠΩΣ ΕΙΔΑΤΕ ΤΑ ΠΑΙΔΑΚΙΑ ΜΟΥ ΝΑ ΕΡΧΟΝΤΑΙ;




Βαδίζω στην όχθη του Βόλγα,στον αρχαῖο δρόμο Τβέρσκυ.

Το φθινόπωρο φεύγει,όχι όμως ήσυχα—μέ ανεμοθύελλες και ασταμάτητες βροχές.

Τα πόδια μου βυθίζονται στην λάσπη.

Τα χέρια και το πρόσωπό μου τα τρυπάει σαν με αγκάθια η παγωνιά—προμήνυμα του χειμώνα.

Η γη μαύρισε.

Προχωράω δύσκολα.

Οι δυνάμεις μου μ' εγκαταλείπουν,

και δεν βλέπω που θα μπορούσα να περάσω την νύχτα,να ξαποστάσω...

Το κεφάλι μου πονάει και τα πόδια μου μπερδεύονται. 

Προσπαθώ να δώσω θάρρος στον εαυτό μου,να τον ξεγελάσω:

«Τί λοιπόν, πάτερ Αθανάσιε, παραδίνεσαι;

Έλα,έλα...βάλε φτερά στα πόδια σου...

Τινάξου!... Προχώρα!... Ένα,δυο,τρία!». Δεν αντέχω άλλο.

Κάθομαι σε μια πέτρα, στην άκρη του δρόμου, και ξεχνιέμαι...

Δεν ξέρω πόσο έμεινα εκεί.

Ένιωσα μόνο πως κάποιος με σήκωσε και με κάθισε σ' ένα αμάξι.

Και θυμάμαι πως όλα γύριζαν μπροστά στα μάτια μου, σαν το δίσκο του γραμμοφώνου...

Στο βαρύ, ζοφερό μου παραλήρημα,έβλεπα συνέχεια τον κομισάριο Βοζνεσένσκυ να κοινωνάει τον λαό με το σαμογόν...

έπειτα έβλεπα πως τον χτυπούσαν άγρια,

όπως κι οι άλλοι αγανακτισμένοι χωρικοί, μ' ένα κρύο και βαρύ αντικείμενο... κι ύστερα κρυβόμουνα σ΄ένα σκοτεινό κήπο κι έκλαιγα μετανοημένος...


Μα πιο πολύ με βασάνιζε ένας άλλος εφιάλτης—αναρίθμητα χέρια, λευκά κι αστραφτερά, που προσπαθοῦσαν ν' αρπάξουν απ' το στήθος μου το ιερό αντιμήνσιο... Περισσότερο από δυο μήνες βρισκόμουν ανάμεσα στην ζωή και το θάνατο,στην ισορροπία και την παράκρουση... Καθόμουνα σ' εκείνη την σοφίτα,και παρατηρούσα με θλίψη τα χέρια μου—κίτρινα και εύθραυστα,σαν κεριά σε παγωμένο ναό... Σκεφτόμουν την κατάστασή μου και κουνούσα το κεφάλι: Άνθρωπος είμαι αδύναμος!... Δεν έχω τόση ψυχική αντοχή... Αν δεν άκουγα την διήγηση για την θεία κοινωνία με το σαμογόν, ίσως να μην μου συνέβαινε τίποτα...ήταν πολύ φοβερό, πολύ... πάνω απ' την δύναμή μου!... Με είχαν μαζέψει απ' το δρόμο κάτι ντόπιοι χωρικοί. Με πήραν στο καλύβι τους. Ο άντρας μεσόκοπος, μαυρογένης, μουζίκος με εκφραστικά μάτια· και η γυναίκα μικρόσωμη,αδύνατη,με βλέμμα τρομαγμένο—το βλέμμα που έχουν οι περισσότερες ρωσίδες του καιρού μας.


Στο καλύβι βασίλευε η φτώχεια,η μιζέρια. Αλλά με φρόντιζαν σαν παιδί τους. Ακόμα και τις νύχτες έμεναν ξάγρυπνοι για χάρη μου. Όταν συνήλθα λίγο,πλησίασαν δειλά-δειλά να πάρουν την ευλογία μου. Μέ κατάπληξη τους ρώτησα: —Πώς ξέρετε ότι είμαι ιερέας; —Από το παραλήρημά σου! Επειδή πλησίαζαν οι χειμωνιάτικες παγωνιές, με παρακάλεσαν να μείνω κοντά τους για ένα διάστημα. Μια μέρα μου λένε: —Κάνε μας μίαν ακολουθία, όποια θέλεις! Χάρισέ μας αυτή την παρηγοριά μέσα στην θλίψη που ζούμε! Την εκκλησία μας την έκαναν λέσχη, θα μαζευτούμε στο ξηραντήριο του σιταριού. Όλα θα γίνουν κρυφά... Την νύχτα με οδήγησαν στο σκοτεινό ξηραντήριο. Μύριζε κάπνα. Στο φως των κεριών παρατήρησα πώς ήταν συγυρισμένο και πεντακάθαρο. Πάνω σ' ένα τραπέζι, σκεπασμένο με σκούρο τραπεζομάντηλο, είχαν τοποθετηθεῖ μερικές εικόνες. Μπροστά τους άναβαν τρία καντήλια.


Γύρω στα είκοσι άτομα είχαν έρθει. Κάναμε εσπερινό και όρθρο. Παρατηρούσα τα μάτια τους —πόσο ωραία είναι τα μάτια του Ρώσου όταν προσεύχεται! Μέσα τους βλέπεις την άρνηση του κόσμου και την εικόνα του Θεού... Ώσπου να φύγω,είχαμε κι άλλες τέτοιες ευκαιρίες. Κι όταν δυνάμωσα αρκετά,συνέχισα τον δρόμο μου. Μ' όλο το τσουχτερό κρύο,χιόνι ακόμα δεν είχε πέσει. Η βραδινή παγωνιά είχε δώσει στην ατμόσφαιρα το χρώμα του χαλκού. Και η ησυχία τέλεια, χυτή λες κι αυτή σε χάλκινο καλούπι. Τό χωριουδάκι απλωνόταν στην βουνοπλαγιά. Ξεχώριζε μες στο σούρουπο η εκκλησούλα του. Οι καλύβες ξύλινες, από κορμούς δέντρων. Μυρωδιά καπνοῦ... Στο μονοπάτι στεκόταν μία μικρόσωμη, κυρτωμένη γυναίκα. Φορούσε μάλλινη κάπα, μαύρη μαντήλα και χοντρές,χωριάτικες μπότες. Ήταν ακουμπισμένη σ' ένα ξύλινο φράχτη κι αγνάντευε το μακρύ δρόμο.


Την πλησίασα και την χαιρέτησα. Έριξε πάνω μου ένα παράξενο,πονεμένο βλέμμα,και χαμογέλασε αφύσικα. —Από κει έρχεσαι; -έδειξε με το παγωμένο χέρι της το δρόμο πού πέρασα. —Ναί. Κι έρχομαι σε σας,στο χωριό σας. —Α,έτσι... Και τα παιδάκια μου δεν τα συνάντησες; —Όχι, δεν είδα κανένα... Ακούμπησε το χέρι στο μάγουλο και μουρμούρισε λυπημένα: -Περιμένω, περιμένω... κι αυτά δεν έρχονται! —Πού πήγανε; —Να πολεμήσουνε μαζί με τους λευκούς!... Οι ἄνθρωποι μου λένε πως σκοτωθήκανε, μα εγώ δεν το πιστεύω. Όλο ψέμματα λένε οι άνθρωποι! Ζέστανε με τα χνώτα τα ξυλιασμένα δάχτυλά της και συνέχισε να κοιτάζει τον δρόμο. —Πρέπει να έρθουν,μονολογούσε. Είμαι γριά πια... σύντομα θα πεθάνω... και πεινάω και κρυώνω... Πού πήγαν και χάθηκαν,τα σκανταλιάρικα; Είδε κάποιον μακριά. Τινάχτηκε. Ένα επιφώνημα χαράς της ξέφυγε. Έτρεξε να συναντήσει τον άγνωστο διαβάτη με τα παγωμένα χέρια της απλωμένα μπροστά. —Έρχονται!Έρχονται!... φώναζε. Παιδάκια μου! Καλά μου!... Στο χωριό μου εξήγησαν πως είχε χάσει τα λογικά της, όταν έμαθε για την εκτέλεση των παιδιών της. Από τότε βγαίνει κάθε τόσο στον δρόμο και τα περιμένει, ρωτώντας τον κάθε περαστικό:


Μήπως είδατε τα παιδάκια μου; Η μέρα είναι ηλιόλουστη,αλλά κρύα. Στο δασικό δρόμο συναντάω τρεις γέρους με χοντρές κάπες,τσόχινα παπούτσια,μπογαλάκια στους ώμους και ραβδιά στά χέρια. —Για πού με το καλό; Αντί για απάντηση, ένας τους με ρώτησε:—Μήπως είσαι πλανόδιος ιερέας, αγαπητέ; —Μάλιστα... Φωτίστηκε το πρόσωπό του. Κοίταξε με ἱκανοποίηση τους συνοδοιπόρους του και είπε χαρούμενα: —Το βλέπετε; Δεν σας το ἔλεγα; Εγώ, πάτερ μου, από μακριά το κατάλαβα πως είσαι ιερωμένος. Το λέει η παροιμία: Τον παππά και με το ψαθάκι τον αναγνωρίζεις! Έσκυψαν να πάρουν την ευλογία μου. —Εμείς, παππούλη,πηγαίνουμε στην Μόσχα!... Να κάνουμε κάτι για τον Θεό, για την πίστη μας! —Τί δηλαδή; —Να,θέλουμε να ζητήσουμε απ' τους κυβερνήτες μας να σταματήσουν τον διωγμό εναντίον της Εκκλησίας μας... Να μας αφήσουν ελεύθερους να λατρεύουμε τον Θεό μας... Αλλιώς θα μας βρει συμφορά! Μιλάνε ήρεμα, με χωριάτικη απλότητα και ειλικρίνεια. Μόνο στα μάτια τους παρατηρώ κάποια σύγχυση και θολούρα...—Άρχισαν να χτυπάνε πολύ τον Θεό!..., είπε ο ένας, ο πιο κυρτωμένος. Είμαστε τόσο λυπημένοι... Η υπομονή μας εξαντλήθηκε!...


Άκουσε μέχρι ποιο σημείο έφτασαν! πετάχτηκε ο δεύτερος, με τα λοξά μάτια και τα βαθουλωμένα μάγουλα. Ο Μικόλαχ Ζέρτ,απ' την γειτονιά μας, έφτιαξε ένα εκκολαπτήριο με τις άγιες εικόνες! Είπε πως είναι πολύ κατάλληλες γι' αυτήν την δουλειά, γιατι έχουνε ξύλο χοντρό, πλατύ, και προπαντός ξερό! —Κι ο εγγονός μου, ο Πάσκα, έκανε από τις εικόνες σκέπαστρο για το αποχωρητήριό του!... είπε πνιχτά το τρίτο γεροντάκι, που δεν είχε καθόλου δόντια. —Καλά, και σε ποιον θα παραπονεθείτε στην Μόσχα; —-Τί σε ποιον; Στον Λένιν!... —Μα αυτός πέθανε... —Το ακούσαμε, αλλά δεν το πιστεύουμε! Μάθαμε πως έβγαλε διάταγμα να μην τα βάζουν άλλο με τον Θεό... Λίγο ακόμα και θα ξεσπούσα σε κλάμματα. Οι γέροντες πρόσεξαν τον πνιγμένο πόνο στα μάτια μου. Κάτι κατάλαβαν. Με αμηχανία κοίταζαν ο ένας τον άλλο κι εμένα. —Ε... κι αν δεν βρούμε τον Λένιν, θα πάμε στον Πατριάρχη, είπε ο πρώτος. Ν' απειλήσει τους άθεους με αναθεματισμό!... Το πατριαρχικό ανάθεμα δεν είναι μικρό πράγμα... Θα φοβηθούν!... — Και ο άγιος Πατριάρχης μας δεν βρίσκεται πια στην ζωή... Χωρίς να δείξουν έκπληξη, βγάλανε τα σκουφιά τους και σταυροκοπήθηκαν.


Αιωνία του η μνήμη! ψιθύρισαν. Πρόσεξα πως τα μάτια τους είχαν γίνει τώρα πιο θολά. —Ο Καλίνιν ζει; —Ε,λοιπόν, θα πάμε σ' αυτόν! θα μας ακούσει! —Ήρεμα στην αρχή, πιο ζωηρά έπειτα, προσπάθησα να τους πείσω πως δεν έπρεπε να κάνουν τίποτ' άλλο, παρά να γυρίσουν πίσω, να ζωστούν με υπομονή και να περιμένουν την θεία Δίκη. —Αυτό δεν μπορεί να γίνει! δήλωσαν με ανυποχώρητο πείσμα—μα και με κάποια οργή. —Εκατό βέρστια περπατήσαμε! φώναξε ο πιο γέρος. Και δίπλα μας περπατάει ο Χριστός! Πώς εσύ τώρα μας λες να επιστρέψουμε; —Στον θάνατο πάτε! ξεφώνισα απελπισμένα. Χαμογέλασαν ήρεμα. —Και τι είναι ο θάνατος; είπαν μόνο. Έβαλαν μετάνοια και τράβηξαν μπροστά με βαριά βήματα. Τ' ακούω ακόμα... Συνέχισα την πορεία μου... Πέρασα δίπλα από γκρεμισμένους ναούς... Αντίκρισα καμμένα ξωκκλήσια... Είδα μοναστήρια, που τά'χαν κάνει στρατώνες και αποθήκες... Έζησα την βεβήλωση αγίων λειψάνων και θαυματουργῶν εικόνων... Γνώρισα ανθρώπους θηριόμορφους... Συνάντησα ιερεῖς, που απ'τον φόβο τους αρνήθηκαν τον Χριστό... Ξυλοκοπήθηκα καί κυνηγήθηκα, όχι λίγες φορές, αλλά ο Κύριος μού᾿δωσε την δύναμη να τα σηκώσω όλα και να μην απελπιστώ... Και πώς ν'απελπιστώ, όταν ξέρω πως εκατοντάδες ποιμένες, με το σακοίλι και το ραβδί τους, διασχίζουν απ' άκρη σ' άκρη την απέραντη χώρα μας,στηρίζοντας και παρηγορώντας τους πιστούς; Ανάμεσά τους μάλιστα είναι και αρκετοὶ επίσκοποι, που μπήκαν θεληματικά κάτω απ' τον ζυγό της αποστολικῆς οδοιπορίας... 


Οι πιο πολλοί απ' αυτούς «εμπαιγμών και μαστιγών πείραν έλαβον, ελιθάσθησαν, επρίσθησαν,επειράσθησαν... υστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακοχούμενοι...». Όλοι τους με ταλαιπωρημένα πρόσωπα, με ροζιασμένα χέρια, με ξεσκισμένα ρούχα, με λιωμένες μπότες... αλλά με την άρρητη δόξα του Θεού θρονιασμένη στα μάτια τους μέσα... με πίστη ασάλευτη... πρόθυμοι όλα να τα δεχθούν και όλους να τους ευλογήσουν... Όταν ανταμώνουν, βάζουν στρωτή μετάνοια ο ένας στον άλλον, αγκαλιάζονται και κάθονται να τα πούνε σιγά και προσεκτικά, μέσα στα δάση και τους αγρούς. Όταν χωρίζουν, σταυρώνονται και συνεχίζουν την πορεία τους... Προσευχήθηκα σε μυστικά μοναστήρια, όπου αγωνίζονταν μοναχοί, πρώην αρνητές και χλευαστές του Κυρίου.



Συνάντησα μέσα στον κόσμο κρυφούς μοναχούς, πάντα έτοιμους να μοιραστούν τον Θεό μ' εκείνους,

που δεν Τόν είχαν και που Τον νοσταλγούσαν.

Γνώρισα στελέχη της άθεης εξουσίας,που είχαν κρεμασμένο στο στήθος καμουφλαρισμένο φυλαχτό,

και που έρχονταν τις νύχτες,σαν τον Νικόδημο,να με συναντήσουν και να μου ανοίξουν την καρδιά τους.

Ένας απ' αυτούς έχει κρυμμένες στην αποθήκη του σπιτιού του τις πατρογονικές εικόνες,

και,

όποτε μπορεί, ανάβει μπροστά τους καντήλι και προσεύχεται.

Τρομαγμένοι πατεράδες έρχονταν και με ικέτευαν:

—Μάθε στα παιδιά μας τον νόμο του Θεού, για να μην γίνουν θηρία...

Τον λαό συγκλόνιζαν οι φήμες —ότι έφτασε η ώρα της Κρίσεως, της παρουσίας του Χριστού...

ότι ξανακατέβηκαν στην γη ο άγιος Σέργιος του Ραντονέζ και ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ...

ότι η Παναγία αποκάλυψε, πως παρακαλεί τον Κύριο για την ρωσική γη...

Εξομολόγησα αναρίθμητες ψυχές — φοβερές εξομολογήσεις!...

Όσοι μετανοούσαν ήταν έτοιμοι να δεχθούν το πιο βαρύ επιτίμιο, την πιο σκληρή άσκηση,

φτάνει να έβρισκαν ίλεως από τον Θεό.

Όλοι κουράστηκαν.

Όλοι πνίγηκαν μέσα στις συμφορές.

Όλοι νοστάλγησαν τον Παράκλητο.

Όλοι ζητούν την παρηγοριά του Χριστού. Να γιατι περιπλανιέμαι, όσο έχω δυνάμεις...

όσο μπορώ ακόμα να κρατάω στο χέρι το οδοιπορικό μου ραβδί...

Συνεχίζεται...



Σημείωση: Το κείμενο είναι απόσπασμα από το βιβλίο ''ΤΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΡΑΒΔΙ'' του Βασιλείου Νικηφόρωφ-Βόλγιν. Από το 1921 ο νεαρός εμιγκρές άρχισε να δημοσιεύει άρθρα και δοκίμια σε περιοδικά και εφημερίδες με το ψευδώνυμο Βόλγιν (επειδή ο μεγάλος ρωσικός ποταμός Βόλγας σχετιζόταν με τις παιδικές του αναμνήσεις). Το 1937 κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Τα ονομαστήρια της γης» και τὸ 1938 «Το οδοιπορικό ραβδί». Η επιβολή του κομμουνιστικού καθεστῶτος και στην Εσθονία, μετά την κατάληψή της από τα σοβιετικά στρατεύματα (1940), τον αναγκάζει να σταματήσει την δημοσιογραφική-συγγραφική δραστηριότητά του. Ένα τρίτο βιβλίο του με τον τίτλο «Αρχαία πόλη», που από το 1939 ετοιμαζόταν να εκδοθεί, δεν θα δει τελικά το φως της δημοσιότητας.


Τον Μάιο του 1941, ενώ δουλεύει σε ναυπηγείο,συλλαμβάνεται από την μυστική αστυνομία και φυλακίζεται με την κατηγορία της αντισοβιετικής προπαγάνδας. Λίγο αργότερα μεταφέρεται στο Κύρωφ (Βιάτκα), όπου δικάζεται και καταδικάζεται σε θάνατο. Εκτελέστηκε με τουφεκισμό στις 14 Δεκεμβρίου του 1941 σαν εχθρός του λαού...! Το πρώτο μέρος του βιβλίου περιλαμβάνει το αυτοτελές έργο του συγγραφέα «Το οδοιπορικό ραβδί». Πρόκειται για άτακτες ημερολογιακές σημειώσεις ενός αγνώστου ρώσου ιερέα, που ἔζησε στο πρώτο μισό τοῦ 20ού αιώνα,και που αποτύπωσε στο χαρτί βιώματα και γεγονότα της ζωής του,λίγο πρίν και μετά την οκτωβριανή επανάσταση!...Το δεύτερο μέρος περιέχει τέσσερα κείμενα-μαρτυρίες, όπου ο συγγραφέας περιγράφει, είτε προσωπικές μετεπαναστατικές εμπειρίες του, είτε άλλα περιστατικά,που πληροφορήθηκε από τους πρωταγωνιστές τους ή από αυτόπτες μάρτυρες -το τελευταίο μάλιστα, έχει γίνει πλατιά γνωστό εδώ και δεκαετίες, όχι μόνο μέσα στην Ρωσία, αλλά κι έξω από τα σύνορά της. Γ.Δ.



Βασιλείου Νικηφόρωφ-Βόλγιν 


ΤΟ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΡΑΒΔΙ


Print Friendly and PDF
Εικόνες θέματος από A330Pilot. Από το Blogger.