ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΑΙΡΕΣΙΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΣΤΑΣΙΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΑΙΡΕΣΙΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΣΤΑΣΙΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 5 Ιουνίου 2016

Η ΠΡΟΔΟΣΙΑ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ ΣΕ ΜΑΥΡΟ ΦΟΝΤΟ


  


Συνεχώς ἀντιμετωπίζουμε τὸ ἑξῆς καίριο ἐρώτημα: ἆρά γε δικαιολογεῖται ἡ αὐστηρὰ στάσις μας

 - ἡ στάσις αὐτῶν ποὺ ἀνήκουν στὸ Πάτριο ῾Ημερολόγιο - 

ἔναντι τῆς φιλενωτικῆς προσπαθείας, ἡ ὁποία καλλιεργεῖται στὰ πλαίσια τῆς λεγομένης Οἰκουμενικῆς Κινήσεως;

 Τὴν ἀπάντησι θὰ δώσουν ἀβίαστα καὶ πάλι οἱ πηγές· ἄς τὶς προσεγγίσουμε.

῾Ως γνωστόν, οἱ ἀντιοικουμενισταὶ τοῦ Πατρίου ῾Ημερολογίου ἀναφέρονται σταθερὰ

 στὴν «Συνοδικὴ ᾿Εγκύκλιο τοῦ 1920» τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, ἡ ὁποία

 ἀναμφισβητήτως «ἀποτελεῖ ὁριακὴ ἔκφραση τοῦ ᾿Ορθοδόξου Οἰκουμενισμοῦ, 

ἀλλὰ καὶ ὁρόσημο στὴν ἱστορία τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως».

 ῾Η «᾿Εγκύκλιος» αὐτὴ εἶναι ἀντορθόδοξος κυρίως γιὰ δύο λόγους: 

Πρῶτον· βασίζεται στὴν λεγομένη Βαπτισματικὴ Θεολογία, 

βάσει τῆς ὁποίας ὅλοι οἱ Χριστιανοί, ᾿Ορθόδοξοι καὶ αἱρετικοί, ἀποτελοῦν δῆθεν τὴν ᾿Εκκλησία

 μέσῳ μιᾶς «ἐσωτερικῆς μυστικῆς ἑνότητος».


Πάντες οἱ Χριστιανοί», λέγουν οἱ Οἰκουμενισταί, «εἴμεθα μυστηριακῶς καὶ ἀπορρήτως ἡνωμένοι μετὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ μετ᾿ ἀλλήλων διὰ τῆς μυστηριακῆς χάριτος τοῦ ἁγίου βαπτίσματος». Δεύτερον· ἡ «᾿Εγκύκλιος» προτείνει τὸν Δογματικὸ Συγκρητισμό, βάσει τοῦ ὁποίου ᾿Ορθόδοξοι καὶ αἱρετικοί, ἐμμένοντες στὶς οἰκεῖες δογματικὲς θέσεις τους, δύνανται νὰ συσκέπτωνται, συνεργάζωνται, συμπροσεύχωνται καὶ συλλειτουργοῦνται. Τὸ ἀποτέλεσμα αὐτοῦ τοῦ πολυ-επιπέδου συγχρωτισμοῦ εἶναι ἡ καλλιέργεια μιᾶς ἁρμονικῆς καὶ ἀδιαταράκτου συνυπάρξεως ᾿Ορθοδοξίας καὶ αἱρέσεως, ἀληθείας καὶ πλάνης, φωτὸς καὶ σκότους·


τοῦτο ὅμως εἶναι σαφές, ὅτι κατ᾿ οὐσίαν σημαίνει κατάργησι τοῦ κηρύγματος τῆς μετανοίας. Τὸ ἔδαφος λοιπὸν ποὺ στηρίζεται ἡ «Συνοδικὴ ᾿Εγκύκλιος τοῦ 1920» εἶναι μὲ δύο λέξεις ἡ αἱρετικὴ ἄποψις, ὅτι ᾿Ορθόδοξοι καὶ αἱρετικοὶ ἐργάζονται δῆθεν «ἐν τῷ ἰδίῳ ἀγρῷ καὶ ἐν τῷ αὐτῷ ἀμπελῶνι τοῦ Κυρίου»!... Ένα πολύ χαρακτηριστικὸ παράδειγμα θὰ μᾶς βοηθήση νὰ κατανοήσουμε στὴν πρᾶξι τὴν θεολογικὴ αὐτὴ ἄποψι, ποὺ συνιστᾶ καὶ τὴν οὐσία τῆς ἐκκλησιολογικῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. 


Τὸ 1971 ἐπισκέφθηκε τὴν ῾Ημιαυτόνομο Τοπικὴ ᾿Εκκλησία τῆς Κρήτης ὁ παπικὸς Καρδινάλιος ᾿Ιωάννης Βίλλεμπρανς (20-23 Μαΐου). ῾Ο Καρδινάλιος ἔγινε δεκτὸς μὲ τιμὲς καὶ ἐκδηλώσεις, ποὺ εἶχαν θέσι μόνον σὲ ᾿Ορθόδοξο ᾿Αρχιερέα, ἐφ᾿ ὅσον ὁ ὑψηλὸς αὐτὸς ἐκπρόσωπος τοῦ Βατικανοῦ:


εὐλόγησε τὸ πυκνὸ ἐκκλησίασμα τοῦ ῾Αγίου Μηνᾶ ῾Ηρακλείου· – ἔλαβε μέρος μὲ ἄμφια στὸν ῾Εσπερινὸ ποὺ ἐτελέσθη στὸν ῞Αγιο Τίτο, συμπροσευχόμενος ἐκ τοῦ παραθρονίου, χοροστατοῦντος δὲ τοῦ τότε ἀρχιεπισκόπου Κρήτης Εὐγενίου· – συνευλόγησε μαζὶ μὲ τὸν ἀρχιεπίσκοπο τὸν λαό· – εὐλόγησε τὴν τράπεζα στὸ λίαν ἐπίσημο δεῖπνο· – ἐπισκέφθηκε τὶς Μητροπόλεις τῆς νήσου, ὅπου τὸν ὑπεδέχοντο ἐνθουσιωδῶς ὁ οἰκεῖος ἱεράρχης, ὁ κλῆρος, οἱ μοναχοὶ καὶ ὁ λαὸς μὲ κωδωνοκρουσίες, ψαλλομένου τοῦ «εἰς πολλὰ ἔτη, δέσποτα»·


παρέστη πάλι συμπροσευχόμενος ἐκ τοῦ παραθρονίου τὴν Κυριακὴ (23 Μαΐου) στὴν Θεία Λειτουργία, ἡ ὁποία ἐτελέσθη ἀπὸ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Κρήτης στὸν ῞Αγιο Μηνᾶ, ὅπου ἔγιναν προσφωνήσεις οἰκουμενιστικοῦ περιεχομένου, ἀνταλλαγαὶ δώρων «ὑπὸ τὰς ἐπευφημίας τοῦ χριστεπωνύμου πληρώματος», τῶν χορῶν ψαλλόντων τὸν πολυχρονισμὸ τοῦ πατριάρχου ᾿Αθηναγόρου καὶ τοῦ Πάπα Παύλου ΣΤ´, «μετὰ δὲ τὴν θείαν Λειτουργίαν ᾿Αρχιεπίσκοπος καὶ καρδινάλιος ηὐλόγησαν κλῆρον καὶ λαὸν ὑπὸ τὴν καταφανῆ συγκίνησιν πάντων»!... 


Μέσω ἀναριθμήτων παρομοίων δογματικῶν καὶ κανονικῶν πραξικοπημάτων, οἱ Οἰκουμενισταὶ ἀπὸ τοῦ 1920 μεταθέτουν καὶ καταργοῦν σταδιακὰ ἕνα πρὸς ἕνα τὰ «αἰώνια ὅρια» τῆς Πατερικῆς ᾿Ορθοδόξου Παραδόσεως. Θὰ ὑπενθυμίσω ἐνδεικτικῶς μερικὰ συγκεκριμένα καὶ σταθερὰ «βήματα» τῶν Οἰκουμενιστῶν πατριαρχῶν Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῶν λοιπῶν Φαναριωτῶν ἐπισκόπων, ἰδιαιτέρως ἔναντι τοῦ αἱρετικοῦ Παπισμοῦ, πάντοτε βεβαίως στὰ πλαίσια «τῆς συγχρόνου οἰκουμενιστικῆς δραστηριότητος τῶν τοπικῶν ᾿Ορθοδόξων ᾿Εκκλησιῶν».


α) Αἴρουν τὰ ἀναθέματα τοῦ 1054 κατὰ τοῦ Παπισμοῦ (7.12.1965)17. β) Διακηρύσσουν, ὅτι δὲν ὑπάρχουν οὐσιαστικαὶ διαφοραὶ μεταξὺ ᾿Ορθοδοξίας καὶ Παπισμοῦ. ῾Ο πατριάρχης ᾿Αθηναγόρας († 1972), ἐνδεικτικῶς, ἔλεγε: «Κατὰ τὰ 900 χρόνια ποὺ ἐπέρασαν ἀπὸ τὸ 1054 φθάσαμε οἱ δύο κόσμοι ᾿Ανατολῆς καὶ Δύσεως νὰ νομίζουμε, ὅτι ἀνήκουμε σὲ διαφορετικὲς ᾿Εκκλησίες καὶ σὲ διαφορετικὲς Θρησκεῖες. 


Καὶ ἑπομένως γίνεται πρόδηλος ὁ σκοπὸς τῶν Διαλόγων. Νὰ προπαρασκευάσουν ψυχολογικῶς τοὺς Λαούς μας ὅτι πρόκειται γιὰ μιὰ ᾿Εκκλησία καὶ μιὰ Θρησκεία...». γ) Θεωροῦν τὸν Πάπα ὡς «Πρῶτον ᾿Επίσκοπον τῆς Χριστιανωσύνης». ῾Ο πατριάρχης Δημήτριος († 1991), ἐνδεικτικῶς, ἐδήλωνε στὸ ὑπὸ ἡμερομηνίαν 3.12.1977 «μήνυμά» του πρὸς τὸν Πάπα Παῦλο ΣΤ´, ἐπὶ τῇ δωδεκάτῃ ἐπετείῳ τῆς ἄρσεως τῶν ἀναθεμάτων: 


«᾿Εν τῇ εὐχῇ ταύτῃ πέμπομεν τῇ ῾Υμετέρᾳ ῾Αγιότητι ὡς ἐλαχίστην ἐκδήλωσιν ἀγάπης, ἀδελφικῆς τιμῆς καὶ ἀναγνωρίσεως ἡμῶν πρὸς τὸ σεπτὸν πρόσωπον Αὐτῆς, ὡς τοῦ πρώτου τῆς ἀνὰ τὸν κόσμον Χριστιανωσύνης ᾿Επισκόπου, κανδήλαν, ἐν τῷ ᾿Ιδιαιτέρῳ ἡμῶν Πατριαρχικῷ Παρεκκλησίῳ διατηρουμένην, ἵνα τοποθετηθῇ εἰς τὸ ᾿Ιδιαίτερον ῾Υμῶν Παρεκκλήσιον, εἰς ἔνδειξιν ὅτι “φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι”». δ) ᾿Αλληλογραφοῦν μὲ τὸν Πάπα, ὡσὰν νὰ εἶναι «κοινωνικὸς» ἐπίσκοπος, μὲ κάθε ἐκκλησιαστικὴ τάξι. ῾Ο πατριάρχης ᾿Αθηναγόρας, ἐνδεικτικῶς, ἔγραφε πρὸς τὸν Πάπα Παῦλο ΣΤ´ τὴν 22.11.1963: «Παύλῳ τῷ Μακαριωτάτῳ καὶ ῾Αγιωτάτῳ Πάπᾳ τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης, χαίρειν ἐν Κυρίῳ... 


Συγχαρητηρίους προσρήσεις καὶ εὐχὰς ὁλοκαρδίους τῇ ῾Υμετέρᾳ ῾Αγιωσύνῃ ἐπὶ τῇ εἰς τὸν παλαίφατον τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης Θρόνον, θείᾳ εὐδοκίᾳ καὶ χάριτι, ἐκλογῇ καὶ καταστάσει Αὐτῆς ἀδελφικῇ διαθέσει ἐν καιρῷ διαπέμψαντες,...εὐχόμεθα καὶ αὖθις τῇ ῾Υμετέρᾳ ῾Αγιωσύνῃ ὑγιαίνειν ἀεὶ καὶ εὐκλεῶς προκάθεσθαι τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης ῾Αγιωτάτης ᾿Εκκλησίας ἐπὶ ἔτη ὅτι μήκιστα... Τῆς ῾Υμετέρας γερασμίας καὶ περισπουδάστου ἡμῖν ῾Αγιότητος ἀγαπητὸς ἐν Χριστῷ ἀδελφός, ῾Ο Κωνσταντινουπόλεως ᾿Αθηναγόρας».


᾿Επίσης, ὁ πατριάρχης Δημήτριος πρὸς τὸν Πάπα Παῦλο ΣΤ´ ἔγραφε τὴν 7.12.1975: «Παύλῳ τῷ Μακαριωτάτῳ καὶ ῾Αγιωτάτῳ Πάπᾳ τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης, χαίρειν ἐν Κυρίῳ... ᾿Εν τοιούτοις ἀδελφικοῖς αἰσθήμασι καὶ οἰκοδομητικαῖς ἐξαγγελίαις κοινωνοῦντες τῇ ῾Υμετέρᾳ ῾Αγιότητι, πρώτῳ τῇ τάξει καὶ τῇ τιμῇ ἐν τῷ καθόλου Σώματι τοῦ Κυρίου, κατασπαζόμεθα Αὐτὴν ἐν φιλήματι ῾Αγίῳ καὶ διατελοῦμεν μετ᾿ἀγάπης ἀδελφικῆς καὶ ἐξιδιασμένης τιμῆς. Τῆς ῾Υμετέρας γερασμιωτάτης ῾Αγιότητος ἀγαπητὸς ἐν Χριστῷ ἀδελφός, ῾Ο Κωνσταντινουπόλεως Δημήτριος». 


Τέλος, ὁ πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος ἔγραφε πρὸς τὸν Πάπα ᾿Ιωάννη - Παῦλο Β´ τὴν 21.6.1993: «Τῷ ῾Αγιωτάτῳ καὶ Μακαριωτάτῳ Πάπᾳ τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης ᾿Ιωάννῃ Παύλῳ Β´, ἐν Κυρίῳ χαίρειν. Καὶ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος “ἐπιθυμίαν ἐπιθυμήσαμεν” (Λουκ. 22, 15), ἵνα συνεορτάσωμεν μετὰ τῆς ῾Υμετέρας λίαν ἡμῖν ἀγαπητῆς καὶ περισπουδάστου ῾Αγιότητος τὴν Θρονικὴν ῾Εορτὴν τῆς κατ᾿ Αὐτὴν ᾿Εκκλησίας Ρώμης, ...


᾿Εν τῇ ἐλπίδι ὅτι καὶ τῇ εὐχῇ ὅπως καὶ ἡ νέα αὕτη ἑόρτιος συνάντησις τῶν ᾿Εκκλησιῶν ἡμῶν εὐλογηθῇ δαψιλῶς ὑπὸ τοῦ Κυρίου, συγχαίρομεν ῾Υμῖν ἐπὶ τῇ εὐσήμῳ ἡμέρᾳ καὶ διατελοῦμεν μετ᾿ ἀναλλοιώτων ἀδελφικῶν ἐν Αὐτῷ αἰσθημάτων. Τῆς ῾Υμετέρας γερασμίας ῾Αγιότητος ἀγαπητὸς ἐν Χριστῷ ἀδελφός, ῾Ο Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος».


ε) ᾿Επισκέπτονται τὴν αἱρετικὴ Ρώμη, ὡσὰν νὰ ἐπισκέπτοντο ἕνα ᾿Ορθόδοξο Πατριαρχεῖο23.στ) Συμπροσεύχονται μὲ τὸν Πάπα καὶ ἀνταλλάσουν λειτουργικὸ ἀσπασμό. Στὴν Θρονικὴ ῾Εορτὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως (30.11.1979), ἐνδεικτικῶς, «εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν... προσῆλθεν ἡ Α.Α. ὁ Πάπας... καὶ παρέστη μαζὶ μὲ ὅλα τὰ μέλη τῆς συνοδείας του... 


῾Ο Πάπας ὡδηγήθη εἰς τὸν ἔναντι τοῦ Πατριαρχικοῦ Θρόνου εἰδικῶς εὐτρεπισθέντα Θρόνον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐν εὐλαβείᾳ παρηκολούθησε τὴν θείαν Λειτουργίαν. Κατὰ τὸ “᾿Αγαπήσωμεν ἀλλήλους” ὁ Πάπας κατῆλθε τοῦ Θρόνου καὶ ὁ Πατριάρχης ἐξῆλθε τοῦ ῾Ιεροῦ Βήματος καὶ ἀντήλλαξαν τὸν ἀσπασμὸν τῆς ἐν Χριστῷ ἀγάπης ὑπὸ τὰ χειροκροτήματα ὅλου τοῦ ἐκκλησιάσματος.


Ο Πάπας ἀπήγγειλε τὴν Κυριακὴν Προσευχὴν λατινιστί». ζ) Συνευλογοῦν μὲ τὸν Πάπα καὶ τοὺς ἐκπροσώπους του τὸ ὀρθόδοξο ἐκκλησίασμα. Στὴν Θρονικὴ ῾Εορτὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως (30.11.1979), μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς Θείας Λειτουργίας, ὅπου παρέστη συμπροσευχόμενος ὁ Πάπας ᾿Ιωάννης-Παῦλος Β´, ἀντηλλάγησαν προσφωνήσεις καὶ δῶρα καὶ «ἐν συνεχείᾳ ἐψάλησαν τὰ πολυχρόνια τῶν δύο Προκαθημένων,


οἱ ὁποῖοι ἀντήλλαξαν ἀσπασμὸν καὶ ηὐλόγησαν τὰ πλήθη», κατόπιν δὲ «ἀνῆλθον διὰ τῆς ἐξωτερικῆς κλίμακος, ἀπὸ τοῦ ὕψους τῆς ὁποίας ηὐλόγησαν τὰ πλήθη χειροκροτοῦντα καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸν Πατριαρχικὸν Οἶκον». η) Τελοῦν Δοξολογίας πρὸς τιμὴν τοῦ Πάπα ἐντὸς τοῦ Πατριαρχικοῦ Ναοῦ. 


Κατὰ τὴν ἐπίσκεψί του στὸ Φανάρι (29.11.1979), ἐνδεικτικῶς, ὁ Πάπας ᾿Ιωάννης Παῦλος Β´ «προσῆλθεν εἰς τὸ Πατριαρχεῖον, ὅπου τῷ ἔγινεν ἡ κατὰ τὸ Πατριαρχικὸν Πρωτόκολλον ἐπίσημος ὑποδοχὴ καὶ παρέστη εἰς τὴν πρὸς τιμήν του τελεσθεῖσαν ἐν τῷ Πατριαρχικῷ Ναῷ Δοξολογίαν», τέλος δὲ «ἡ ὅλη τελετὴ ἔκλεισε μὲ τὰ Πολυχρόνια τῶν δύο Προκαθημένων, τὸν ἀνταλλαγέντα μεταξύ των ἀσπασμὸν καὶ τὴν εὐλογίαν ποὺ ἀπένειμαν εἰς τὸ ἐκκλησίασμα».


θ) Ψάλλουν Πολυχρόνιο στὸν Πάπα δημοσίως καὶ «ἐπ᾿ ἐκκλησίας». ι) Μνημονεύουν στὰ «Δίπτυχα» τῆς Θείας Λειτουργίας τὸν Πάπα. ῾Ο πατριάρχης ᾿Αθηναγόρας, ἀπευθυνόμενος στὸν Πάπα Παῦλο ΣΤ´ διὰ τοῦ ἑορτίου γράμματος τῶν Χριστουγέννων τοῦ 1968, ἔλεγε: «᾿Εν τῇ κοινωνίᾳ ταύτῃ (τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ), ἱερουργοῦντες μετὰ τῆς χορείας τῶν περὶ ἡμᾶς ῾Ιερωτάτων Μητροπολιτῶν καὶ ὑπερτίμων, μνησθησόμεθα ἀπὸ τῶν διπτύχων τῆς καρδίας ἡμῶν τοῦ τιμίου ὀνόματός Σου, ἀδελφὲ ῾Αγιώτατε τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης ᾿Επίσκοπε, ἐνώπιον τῆς ἁγίας ἀναφορᾶς αὐτοῦ τούτου τοῦ τιμίου Σώματος καὶ αὐτοῦ τούτου τοῦ τιμίου Αἵματος τοῦ Σωτῆρος ἐν τῇ Θείᾳ Λειτουργίᾳ τοῦ ῾Αγιωτάτου προκατόχου ἡμῶν, κοινοῦ δὲ πατρὸς πάντων ἡμῶν, ᾿Ιωάννου τοῦ Χρυσοστόμου. 


Καὶ ἐροῦμεν τῇ ἁγίᾳ ἡμέρᾳ τῶν Χριστουγέννων ἐνώπιον τοῦ ἁγίου θυσιαστηρίου καὶ λέγομέν Σοι: τῆς ᾿Αρχιερωσύνης σου μνησθείη Κύριος ὁ Θεός, πάντοτε νῦν καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων». ια) ῾Υποδέχονται τοὺς παπικοὺς ἐπισκόπους ἐνθουσιωδῶς καὶ εὐλογοῦνται ἀπὸ αὐτούς. Τὸ 1965, ἐνδεικτικῶς, ποντιφίκιος ἀντιπροσωπία, ὑπὸ τὸν Καρδινάλιο Μπέα, ἐπεσκέφθη τὸ Φανάρι (2-5 ᾿Απριλίου).


Τὴν 4η ᾿Απριλίου μετέβη καὶ στὴν Σχολὴ τῆς Χάλκης, ὅπου ὁ σχολαρχῶν ἐπίσκοπος Κλαυδιουπόλεως κ. ᾿Ανδρέας προσεφώνησε τὸν Καρδινάλιο καὶ κατέκλεισε: «Δι᾿ αὐτὸ καὶ ἡμεῖς ἐξ ὅλης καρδίας ψάλλομεν: “ὡσαννὰ εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου”»!... ᾿Εν συνεχείᾳ ὁ Καρδινάλιος ὡμίλησε ἐκτενῶς καὶ νουθετικῶς πρὸς τοὺς φοιτητὰς καὶ στὰ τέλος «οἱ μαθηταὶ τῆς Σχολῆς παρήλασαν πρὸ τοῦ καρδιναλίου καὶ ἐδέχθησαν τὴν εὐλογίαν του»!...


ιβ) ᾿Επιτρέπουν στοὺς παπικοὺς ἐπισκόπους καὶ λοιποὺς κληρικοὺς νὰ παρίστανται συμπροσευχόμενοι στὶς ᾿Ενθρονίσεις ὀρθοδόξων ἀρχιερέων. ιγ) ᾿Αποστέλλουν συγχαρητήρια γιὰ τὶς ἐκλογές, τὶς ἐπετείους, τὰ γενέθλια καὶ τὶς προαγωγὲς τῶν Παπῶν καὶ λοιπῶν παπικῶν ἐπισκόπων. 


Τὴν 9.9.1963, ἐνδεικτικῶς, ὁ Σάρδεων Μάξιμος ἔγραφε μεταξὺ ἄλλων πρὸς τὸν νεοεκλεγέντα Πάπα Παῦλον ΣΤ´, διαβιβάζων τὰ συγχαρητήρια τοῦ πατριάρχου ᾿Αθηναγόρου: «Σεπτῇ ἐντολῇ, διαβιβάζω εὐλαβῶς τῇ ῾Υμετέρᾳ ῾Αγιότητι τὰ θερμὰ συγχαρητήρια καὶ τὰς ἐγκαρδίους τῆς Αὐτοῦ Θειοτάτης Παναγιότητος εὐχάς, ὑπὲρ μακρᾶς καὶ καρποφόρου διακονίας τῆς ῾Υμετέρας σεβασμίας ῾Αγιότητος ἐν τῇ ἀδελφῇ ῾Αγίᾳ Ρωμαϊκῇ ᾿Εκκλησίᾳ,...».


Τὴν 20.6.1969, ὁ πατριάρχης ᾿Αθηναγόρας τηλεγραφοῦσε πρὸς τὸν Πάπα Παῦλο ΣΤ´, ἐπὶ τῇ ἐπετείῳ τῆς ἐκλογῆς αὐτοῦ: «᾿Επὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ μεγάλου γεγονότος τῆς ἐνθρονίσεως τῆς ῾Υμετέρας ἀγαπητῆς καὶ γερασμίας ῾Αγιότητος, συγχαίρομεν Αὐτῇ ἐγκαρδίως καὶ δεόμεθα τοῦ Κυρίου ἡμῶν, ὅπως χαρίζηται ῾Υμῖν ἔτη μακρά, ἔμπλεα ὑγιείας, ἐπ᾿ ἀγαθῷ συμπάσης τῆς ᾿Εκκλησίας Αὐτοῦ».


Τὸ 1977, ὁ πατριάρχης Δημήτριος ἀπέστειλε εὐχετήριο μήνυμα πρὸς τὸν Πάπα Παῦλο ΣΤ´, «ἐπὶ τῇ 80ῇ ἐπετείῳ τῶν γενεθλίων αὐτοῦ»: «Χαίροντες καὶ ἐν προσευχῇ συνεορτάζομεν τὴν ἐπέτειαν τῶν Γενεθλίων τῆς ῾Υμετέρας Μακαριωτάτης ῾Αγιότητος καὶ τὴν ἄφιξιν εἰς ἕνα σπουδαῖον σταθμὸν τοῦ βίου Αὐτῆς, τοῦ ἀφιερωθέντος καθ᾿ ὁλοκληρίαν εἰς τὸν Κύριον, τὸ Εὐαγγέλιόν Του, τὴν ᾿Εκκλησίαν Του καὶ εἰς τὴν διακονίαν τοῦ ἀνθρώπου». 


Τὴν 16.10.1979, ὁ πατριάρχης Δημήτριος ἔστειλε τηλεγράφημα στὸν Πάπα ᾿Ιωάννη-Παῦλο Β´ «ἐπὶ τῇ πρώτῃ ἐπετείῳ τῆς ἐκλογῆς αὐτοῦ»: «Μετὰ βαθείας ἀδελφικῆς ἀγάπης καὶ χαρᾶς χαιρετίζομεν τὴν συμπλήρωσιν τοῦ πρώτου ἔτους τῆς λαμπρᾶς ἀρχιερατείας ῾Υμῶν ἐπὶ τοῦ θρόνου τῆς Ρώμης...».


ιδ) Συντάσσουν εἰδικὲς προσευχὲς καὶ τὶς ἀποστέλλουν στὸν Πάπα, γιὰ νὰ τὶς ἀπαγγείλη ἐπισήμως σὲ τελετὲς καὶ ἐκδηλώσεις. ᾿Ενδεικτικῶς, ἀναφέρουμε τὸ «κείμενον προσευχῶν καὶ σκέψεων, ἐμπνευσμένων ἐκ τῆς σημασίας τοῦ θείου Πάθους», τὸ ὁποῖο συνέταξε ὁ πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος τὸ 1994, «κατόπιν παρακλήσεως» τοῦ Πάπα, «διὰ τὴν καθιερωμένην λιτανείαν τῆς “῾Οδοῦ τοῦ Σταυροῦ” (Via Crucis), εἰς τὸ Κολοσσαῖον κατὰ τὴν ἑσπέραν τῆς Μ. Παρασκευῆς, προεξάρχοντος τοῦ Ρωμαίου Ποντίφηκος».


Γιὰ τὴν σημασία αὐτοῦ τοῦ «οἰκουμενικοῦ γεγονότος» ἐγράφησαν πολλά, ὁ δὲ Πάπας στὴν Θρονικὴ ῾Εορτὴ τῆς Ρώμης (29.6.1994), στὴν ἀντιφώνησί του πρὸς τὴν πατριαρχικὴ ᾿Αντιπροσωπία, ὑπεγράμμισε, ὅτι «δὲν μπορῶ νὰ λησμονήσω, τὴν στιγμὴν ταύτην, τὸν μεγαλειώδη καὶ βαθὺ στοχασμὸν τοῦ “Δρόμου τοῦ Σταυροῦ” ποὺ μοῦ προσέφερεν ὁ Πατριάρχης Βαρθλομαῖος ὁ Α´ ἐπ᾿ εὐκαιρίᾳ τῆς τελετῆς τῆς Μ. Παρασκευῆς στὸ Κολοσσαῖο τῆς Ρώμης». ιε) 


᾿Αποδέχονται, ὅτι ὁ Παπισμὸς εἶναι «᾿Αδελφὴ ᾿Εκκλησία», ἡ ὁποία κατέχει «ὅσα ἐνεπιστεύθη ὁ Χριστὸς εἰς τὴν ᾿Εκκλησίαν Του». Τελικὸ συμπέρασμα: Εἶναι προφανές, ὅτι ὅλα αὐτὰ συνιστοῦν τὴν ἀκριβῆ ἔννοια τοῦ Δογματικοῦ Συγκρητισμοῦ, μέσῳ τοῦ ὁποίου ἔχει ἐπιτευχθῆ ἐν τῇ πράξει πλήρης ταύτισις τῶν Παπικῶν καὶ τῶν ἐξ ὀρθοδόξων Οἰκουμενιστῶν·


καὶ ὅλα αὐτὰ βάσει μιᾶς θεολογίας, ἡ ὁποία ἐτέθη καὶ ἀναπτύσσεται καὶ συνεχῶς ὑποστηρίζεται ἐκ πεποιθήσεως. Επανέρχομαι στὸ γεγονὸς τοῦ Γέροντος ᾿Επισκόπου Ναζιανζοῦ ῾Αγίου Γρηγορίου, ὁ ὁποῖος - ὑπενθυμίζω - ὑπέγραψε ἅπαξ καὶ χωρὶς πλήρη συνείδησι αἱρετικὴν ὁμολογία, καὶ θέτω τὰ ἑξῆς ἐρωτήματα:


῎Αν τότε οἱ εὐσεβεῖς ῾Ιερεῖς καὶ Μοναχοί, «τὸ θερμότερον μέρος τῆς ᾿Εκκλησίας», διέκοψαν κοινωνία μαζί του, τὶ θὰ ἔπρεπε νὰ γίνη σήμερα, ὁπότε ὄχι ἅπαξ, ἀλλὰ πολλάκις οἱ ὀρθόδοξοι Οἰκουμενισταὶ ὑπέγραψαν αἱρετικὰ κείμενα; 


Τὶ θὰ ἔπρεπε νὰ γίνη σήμερα, ὁπότε ὄχι ἅπαξ, ἀλλὰ πολλάκις προέβησαν σὲ ἀντικανονικὲς πράξεις; Τέλος, τὶ θὰ ἔπρεπε νὰ γίνη σήμερα, ὅταν οἱ ἀναρίθμητες αὐτὲς πτώσεις δὲν ἐπιτελέσθησαν χωρὶς πλήρη συνείδησι, ἀλλὰ ἦσαν προϊόντα βαθείας πεποιθήσεως; Θὰ κλείσω αὐτὴν τὴν παράγραφο μὲ ἕνα ἰσχυρὸ παράδειγμα σταθερᾶς καὶ ἐκ πεποιθήσεως ἐμμονῆς στὴν κυριώτερη αἱρετικὴ ἄποψι τῶν Οἰκουμενιστῶν, ὅτι ᾿Ορθοδοξία καὶ αἵρεσις εὑρίσκονται δῆθεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς ᾿Εκκλησίας.


Σᾶς παρακαλῶ νὰ παρακολουθήσετε προσεκτικὰ τὴν ἀνέλιξι καὶ συνέχεια τῆς αἱρέσεως. α) Τὸ πρῶτο μεῖζον οἰκουμενιστικὸ κείμενο, ἡ «Συνοδικὴ ᾿Εγκύκλιος τοῦ 1920», στὴν ὁποία προαναφέρθηκα, θεωρεῖ ὡς γνωστὸν τὸ σύνολο «τῶν διαφόρων Χριστιανικῶν ᾿Εκκλησιῶν», δηλαδὴ ᾿Ορθοδόξων καὶ ἑτεροδόξων, ὡς «τὸ ὅλον τῆς ᾿Εκκλησίας σῶμα». β) 


Τὸ 1967, ὁ πατριάρχης ᾿Αθηναγόρας, κατὰ τὴν ἐπίσκεψί του στὸ Βατικανό, συνυπέγραψε μὲ τὸν Πάπα Παῦλο ΣΤ´, «Δήλωσιν Κοινὴν» (28.10.1967), μὲ τὴν ὁποία διεκηρύσσετο, ὅτι ἡ Ρωμαιοκαθολικὴ καὶ ἡ ᾿Ορθόδοξος ᾿Εκκλησία ἠδυνήθησαν «νὰ ἐπανακαλύψωσιν ἀλλήλας, ὡς ἀδελφὰς ᾿Εκκλησίας».


γ) ῾Ο προηγούμενος πατριάρχης Δημήτριος ἐχαρακτήρισε ἐπανειλημμένως τὸν Παπισμὸν ὡς «᾿Αδελφὴν ᾿Εκκλησίαν Ρώμης» καὶ διερμήνευε σαφέστατα τὸ ἐκκλησιολογικό του φρόνημα, ὅταν τὸ 1979 - ὑποδεχόμενος τὸν Πάπα στὸ Φανάρι ἐδήλωνε, ὅτι ἡ ἐπίσκεψις αὐτὴ εἶχε εὐρύτερη σημασία «ἐκείνης τῆς συναντήσεως δύο κατὰ τόπον ἐπισκόπων»· «τὴν θεωροῦμεν», ἔλεγε δημοσίως, «ὡς συνάντησιν τῶν ᾿Εκκλησιῶν Δύσεως καὶ ᾿Ανατολῆς».



δ) Τέλος, τὴν θεολογίαν τῶν «᾿Αδελφῶν ᾿Εκκλησιῶν», ἰδιαιτέρως ὅσον ἀφορᾶ Παπισμὸν καὶ ᾿Ορθοδοξία,

 ἐνστερνίζεται πλήρως καὶ διεκήρυξε ἐπισημότατα ὁ νῦν πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος τὸ 1995 στὸ Βατικανό.

 Διαπιστώνουμε λοιπὸν ἐπιμονὴ καὶ συνέχεια στὴν κακοδοξία. «Ο Οἰκουμενισμὸς δὲν εἶναι ἁπλῶς 

καὶ μόνον μία “Κανονικὴ ᾿Αταξία”, ἀλλ᾿ ἀναφέρεται εὐθέως στὰ ἐκκλησιολογικὰ θεμέλια τῆς 

῾Αγιωτάτης ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας:

 οἱ Οἰκουμενισταί, στὴν προσπάθειά τους νὰ περιγράψουν τὴν ἐκκλησιολογικὴ φύσι τῶν ἑτεροδόξων Κοινοτήτων, 

διετύπωσαν μίαν δέσμη θεολογικῶν ἀπόψεων, μέσῳ τῶν ὁποίων ἀποδέχονται τὴν “ἐκκλησιαστικότητα” 

τῶν διαφόρων χριστιανικῶν ὁμάδων, δηλαδὴ ὅτι οἱ ἑτερόδοξοι εὑρίσκονται ἐντὸςτῶν “ὁρίων” τῆς ᾿Εκκλησίας». 



Συνεχίζεται...



Απόσπασμα κειμένου από το βιβλίο του αειμνήστου πνευματικού πατρός μας,
Μητροπολίτη Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανού Α', με τίτλο: 
''Η ΑΙΡΕΣΙΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΣΤΑΣΙΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ'', έκδοση της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής, 1998.
 Επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.



Αείμνηστος Μητροπολίτης Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανός


Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2015

ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΙΡΕΣΗ ΙΣΟΝ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ




''...Ματαίως κατηγοροῦνται οἱ ᾿Ορθόδοξοι ἀντιοικουμενισταὶ τοῦ Πατρίου ῾Ημερολογίου,
ὅτι δῆθεν ἐξέρχονται τῆς ᾿Εκκλησίας,
ἀποτειχιζόμενοι ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστάς·
διότι ᾿Αποτείχισις δὲν σημαίνει ἀπομάκρυνσις,
ἀλλὰ προσέγγισις πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἀσφάλεια ἐντὸς τῶν ἀδαμαντίνων τειχῶν τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Αληθείας·
ἀντιθέτως δέ,ὁ αἱρετικὸς μὲ τὴν πλάνη του χωρίζεται ἀπὸ τὸν Σωτῆρα μας Χριστό,
ποὺ εἶναι «῾Η ᾿Αλήθεια» καὶ ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησία Του,
ποὺ εἶναι «Στῦλος καὶ ῾Εδραίωμα τῆς ᾿Αληθείας».
Τρίτον· ἐκεῖνοι ποὺ ὑποστηρίζουν,
ὅτι εἶναι κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ,
ἀλλὰ κοινωνοῦν μὲ τοὺς Οἰκουμενιστάς, ἀφ᾿ ἑνὸς εἶναι ἀσυνεπεῖς,
ἀφ᾿ ἑτέρου δὲν βοηθοῦν οὐσιαστικὰ τὴν ᾿Εκκλησία νὰ ἐξέλθη τῆς κρίσεως,
ἐφ᾿ ὅσον δὲν ἀκολουθοῦν τοὺς ῾Αγίους Πατέρας.
Δὲν μιμοῦνται, λόγου χάριν, τὸν ῞Αγιο Μᾶρκο τὸν Εὐγενικό,
ὁ ὁποῖος δὲν ἤθελε τὴν κοινωνία μὲ τὸν Λατινόφρονα πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως,
οὔτε καὶ στὴν κηδεία του,
«οὔτε ἐπὶ τῆς ζωῆς (αὐτοῦ),οὔτε μετὰ θάνατον».
᾿Επίσης δὲν μιμοῦνται τὸν ῞Αγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ,
ὁ ὁποῖος διέκοψε τὴν κοινωνία μὲ τὸν ἐπίσης Λατινόφρονα πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ᾿Ιωάννη Καλέκα (1334-1347),
ἐξ αἰτίας τοῦ ὁποίου ἐφυλακίσθη (1343),
ὑβρίσθη καὶ ἀνεθεματίσθη.
Τοιαῦτα βεβαίως ἀναθέματα,
ὄχι μόνον δὲν ἰσχύουν,
ἀλλὰ εἶναι δόξα καὶ τιμὴ γιὰ τοὺς ᾿Ενισταμένους κατὰ τῆς αἱρέσεως καὶ ὑπὲρ τῆς ᾿Ορθοδοξίας,
ταυτοχρόνως δὲ ἀποτελοῦν ἐγγύησι τῆς ὀρθῆς πορείας καὶ τῆς νομιμότητος τοῦ ἀντιαιρετικοῦ ἀγῶνος των...''



῎Αμεσος ἀπόρροια τῆς Οἰκουμενικῆς θεολογίας εἶναι ἡ ἄποψις,
ὅτι ὀρθόδοξοι Οἰκουμενισταὶ καὶ αἱρετικοὶ Παπικοὶ «συναντῶνται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκκλησιολογίας μεταξὺ ἀδελφῶν ᾿Εκκλησιῶν»,
ὅτι «οἱ Ρωμαιοκαθολικοὶ δὲν εἶναι αἱρετικοί»,
καὶ ὅτι ὁ λατρευτικὸς συγχρωτισμὸς καὶ «συνεορτασμὸς» εἶναι πλέον «καθιερωμένη ἀπὸ ἐτῶν παράδοση»,
παρὰ τὶς δημοσιογραφικὲς ἀντιδράσεις τῶν ἁγιορειτῶν πατέρων,
οἱ ὁποῖοι ζητοῦν ἀπὸ τὸ Φανάρι «νὰ μὴ γίνεται ἀσπασμὸς μετὰ τῶν ἑτεροδόξων κληρικῶν εἰς τὸ “ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους” τῆς Θείας Λειτουργίας·
νὰ μὴ τελοῦνται συμπροσευχαὶ μετὰ ἀμφίων·
ἑτερόδοξοι νὰ μὴ εὐλογοῦν ὀρθόδοξα ποίμνια,
οὔτε νὰ κηρύττουν ἐν ὥρᾳ θείας λατρείας εἰς ὀρθοδόξους ναούς».
Μετά ἀπὸ τὶς διαπιστώσεις αὐτές, τίθενται τὰ ἑξῆς σοβαρὰ ἐρωτήματα:
Οἱ ᾿Ορθόδοξοι,διακόπτοντες τὴν κοινωνία τους μὲ τοὺς αἱρετικούς,
καὶ ἐν προκειμένῳ μὲ τοὺς Οἰκουμενιστάς,
μήπως ἐξέρχονται τῆς ᾿Εκκλησίας;
Μήπως ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὸν Θεό;
Μήπως χωρίζονται ἀπὸ τοὺς ῾Αγίους;
Μήπως καταλύουν τὴν ἑνότητα τῆς ᾿Ορθοδοξίας;
᾿Ασφαλῶς καὶ βεβαίως,ὄχι!
Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα ποὺ θὰ ἤθελα νὰ ἐξετάσουμε ἐν συνεχείᾳ
μὲ κάθε δυνατὴ συντομία, σαφήνεια καὶ ἁπλότητα.


Πρωτίστως θὰ ἀναφέρω ἕνα παράδειγμα ἀρκετὰ εὔλογο ἀπὸ τὸν Βίο τοῦ ῾Αγίου Μάρκου τοῦ Εὐγενικοῦ, ᾿Αρχιεπισκόπου ᾿Εφέσου (1392-1445). Οἱ Βίοι τῶν ῾Αγίων εἶναι πάντοτε γιὰ τοὺς ᾿Ορθοδόξους, οἱ ἀσφαλεῖς ὁδηγοὶ θεωρίας καὶ πράξεως.


Ο ῞Αγιος Μᾶρκος, εὑρισκόμενος στὶς τελευταῖες στιγμὲς τῆς ἐπιγείου ζωῆς του (ἐκοιμήθη τὴν 23.6.1445), δηλώνει κατηγορηματικά, ὅτι δὲν θέλει ὅλως διόλου καὶ μὲ κανέναν ἀπολύτως τρόπο νὰ ἔχη κοινωνία μὲ τὸν τότε Λατινόφρονα πατριάρχη Γρηγόριο (Γρηγόριος Γ´ Μάμας,1443-1450) καὶ μὲ ὅσους κοινωνοῦσαν μαζί του,οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν ἑνωτικὴ καὶ παπόφιλη τακτική τους εἰργάζοντο «ἐπὶ καταστροφῇ τῶν ὀρθῶν δογμάτων τῆς ᾿Εκκλησίας» 44.44.῾Αγίου Μάρκου ᾿Εφέσου,PG τ.160,στλ.536C («᾿Απολογία,ρηθεῖσα ἐπὶ τῇ τελευτῇ αὐτοῦ αὐτοσχεδίως»).


Τὸ ἀξιοπρόσεκτο εἶναι, ὅτι ὁ ῞Αγιος δὲν θέλει νὰ ἔχη κοινωνία μαζί τους, ὄχι μόνον ὅσο ζῆ,ἀλλὰ οὔτε καὶ μετὰ τὴν κοίμησί του·οὔτε στὴν κηδεία του,οὔτε καὶ ὕστερα στὰ μνημόσυνά του!...


Ας θαυμάσουμε αὐτὰ τὰ ἴδια τὰ λόγια τῆς παρακαταθήκης τοῦ ῾Αγίου: «Οὔτε βούλομαι», παραγγέλει ὁ ῎Ατλας τῆς ᾿Ορθοδοξίας, «οὔτε δέχομαι τὴν αὐτοῦ (τοῦ πατριάρχου) ἤ τῶν μετ᾿ αὐτοῦ κοινωνίαν τὸ παράπαν,οὐδαμῶς,οὔτε ἐπὶ τῆς ζωῆς μου, οὔτε μετὰ θάνατον»· «ὥσπερ παρὰ πᾶσαν μου τὴν ζωὴν ἤμην κεχωρισμένος ἀπ᾿ αὐτῶν, οὕτω καὶ ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἐξόδου μου,καὶ ἔτι καὶ μετὰ τὴν ἐμὴν ἀποβίωσιν·


καὶ ἐξορκῶν ἐντέλλομαι, ἵνα μηδεὶς ἐξ αὐτῶν προσεγγίσῃ ἤ ἐν τῇ ἐμῇ κηδείᾳ, ἤ ἐν τοῖς μνημοσύνοις μου·ἀλλ᾿ οὐδὲ ἄλλου τινὸς τῶν τούτου μέρους ἡμῶν ὥστε συμφορεύειν ἐπιχειρῆσαι, καὶ συλλειτουργεῖν τοῖς ἡμετέροις. Τοῦτο γάρ ἐστι τὸ τὰ ἄμικτα μίγνυσθαι. Δεῖ γὰρ παντάπασιν (παντελῶς) ἐκείνους εἶναι κεχωρισμένους ἡμῶν, μέχρις ἂν δῷ ὁ Θεὸς τὴν καλὴν διόρθωσιν καὶ εἰρήνην τῆς ᾿Εκκλησίας αὐτοῦ».


Ο λόγος τοῦ ῾Αγίου εἶναι αὐστηρὸς καὶ ἄκαμπτος· ἆρά γε,ποῦ ὀφείλεται αὐτό; πῶς δικαιλογοῦσε τὴν ἀπόλυτη αὐτὴν στάσι του ἔναντι τῶν Λατινοφρόνων ἑνωτικῶν τῆς ἐποχῆς του, οἱ ὁποῖοι σημειωτέον-προσέξατε, παρακαλῶ, ἰδιαιτέρως -δὲν εἶχαν ἀκόμη κριθῆ ἁρμοδίως ὑπὸ Συνόδου ᾿Ορθοδόξων καὶ ἀποτελοῦσαν τότε τὴν λεγομένην «ἐπίσημη ᾿Εκκλησία»; 


῎Ας ἀκούσουμε λοιπὸν τὸν ῞Αγιο, πῶς ἐξηγεῖ μὲ θαυμαστὴ ἀκρίβεια καὶ θεολογικὴ διαύγεια τὴν στάσι του:῾Αγίου Μάρκου ᾿Εφέσου, PG τ. 160, στλ.536C καὶ 537Α.44. «Πέπεισμαι γὰρ ἀκριβῶς, ὅτι ὅσον ἀποδιΐσταμαι (ἀποχωρίζομαι/ἀπομακρύνομαι) τούτου (τοῦ πατριάρχου) καὶ τῶν τοιούτων (τῶν ἑνωτικῶν), ἐγγίζω τῷ Θεῷ καὶ πᾶσι τοῖς πιστοῖς καὶ ἁγίοις Πατράσι·


καὶ ὥσπερ τούτων χωρίζομαι, οὕτως ἑνοῦμαι τῇ ἀληθείᾳ καὶ τοῖς ἁγίοις Πατράσι καὶ Θεολόγοις τῆς ᾿Εκκλησίας». Κατὰ τοὺς ῾Αγίους λοιπόν, χωρισμὸς ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς σημαίνει προσέγγισι καὶ ἕνωσι μὲ τὸν Θεό, τὴν ᾿Αλήθεια, τοὺς Πατέρας. Έτσι όμως φθάνουμε πλέον φυσιολογικὰ στοὺς ὅρους «᾿Αποτείχισις» καὶ «῎Ενστασις»·


ς τοὺς διευκρινίσουμε ἐν συντομίᾳ. ῾Η διακοπὴ ἐκκλησιαστικῆς/μυστηριακῆς κοινωνίας καὶ ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τοὺς κηρύττοντας αἱρετικὰ δόγματα,ὅπως ἔπραξε καὶ ὁ ῞Αγιος Μᾶρκος,καλεῖται «᾿Αποτείχισις»,ἡ ὁποία μάλιστα ἐφαρμόζεται ἀκόμη καὶ «πρὸ συνοδικῆς διαγνώσεως», δηλαδὴ καὶ «προτοῦ νὰ γένῃ ἀκόμη συνοδικὴ κρίσις περὶ τῆς αἱρέσεως ταύτης» καὶ τοῦ αἱρετικοῦ, ὅπως διευκρινίζει ὁ ῞Οσιος Νικόδημος ὁ ῾Αγιορείτης.


Οἱ «ἀποσχίζοντες», δηλαδὴ οἱ «χωρίζοντες ἑαυτοὺς τῆς τῶν αἱρετικῶν κοινωνίας», χαρακτηρίζονται ὡς «ἀποτειχιζόμενοι», διότι τὸ «τεῖχος» τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Αληθείας προστατεύει καὶ χωρίζει πλέον αὐτοὺς ἀπὸ τοὺς ἑτεροδόξους,οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐκτὸς. ῾Αγίου Μάρκου ᾿Εφέσου, PG τ.160, στλ. 536CD. ΙΕ´ ῾Ιεροῦ Κανόνος τῆς Πρωτοδευτέρας ῾Αγίας Συνόδου (861, ἐπὶ Μ.Φωτίου Κωνσταντινουπόλεως).


Η σωτήριος αὐτὴ «᾿Αποτείχισις» ἀποτελεῖ μέρος τοῦ γενικωτέρου ἀγῶνος τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Ενστάσεως.᾿Εκεῖνοι,ποὺ καταπολεμοῦν καὶ ἀποκρούουν μίαν αἵρεσι καὶ ὑπερασπίζονται τὴν ᾿Αλήθεια τῆς ᾿Ορθοδοξίας, λέγονται «᾿Ενιστάμενοι», διότι ἐνίστανται, δηλαδὴ ἀγωνίζονται ὀρθοδόξως, νομίμως καὶ θεαρέστως ὑπὲρ τῆς ῾Αγίας Πίστεως καὶ γιὰ νὰ ἀπαλλάξουν «ἀπὸ σχισμάτων καὶ μερισμῶν τὴν ᾿Εκκλησίαν».


Οἱ ῞Αγιοι Πατέρες -καὶ μάλιστα ὁ ῞Οσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης-λέγουν, ὅτι «πᾶς ὁ ὑπὲρ τῆς ᾿Αληθείας ἐνιστάμενος» εἶναι ἀγωνιστὴς τοῦ καλοῦ ἀγῶνος «τῆς ὀρθοδόξου καὶ θεαρέστου ἐνστάσεως»· καὶ γιὰ τὸν λόγο τοῦτον λογίζεται ὡς «ὁμολογητὴς πᾶς ὁ ἐνιστάμενος» κατὰ τῆς αἱρέσεως καὶ ὑπὲρ τῆς ᾿Ορθοδοξίας. Κατὰ τοὺς ῾Αγίους Πατέρας, ἡ περίοδος τοῦ ὀρθοδόξου ἀντιαιρετικοῦ ἀγῶνος εἶναι «καιρὸς ῾Ομολογίας, καιρὸς ἐνστάσεως, καιρὸς ἀθλήσεως, τυχὸν καὶ ἄλλων παθημάτων· ἀλλὰ καὶ στεφάνων καὶ δόξης ἐπουρανίου».


Η ἔννοια ἑπομένως τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Ενστάσεως περιλαμβάνει τὴν «᾿Αποτείχισιν», ἀλλὰ δὲν ἐξαντλεῖται εἰς αὐτήν· ἀπαιτεῖται ἕνας συνεχὴς ἀγών, μία -κατὰ τὸν Μέγαν Βασίλειο-«καρτερὰ καὶ ἀνένδοτος ἔνστασις» «ὑπὲρ τῆς ᾿Αληθείας», ἡ ὁποία ἀρχίζει πρακτικῶς μὲ τὴν «᾿Αποτείχισιν», συνεχίζεται μὲ τὴν διακήρυξι τῆς ᾿Αληθείας καὶ τὴν ἀναίρεσι τῆς πλάνης,ὁλοκληρώνεται δὲ μὲ τὴν κατάκρισι τῆς αἱρέσεως καὶ τῶν ἀμετανοήτων αἱρετικῶν ὑπὸ ᾿Ορθοδόξου Συνόδου. 


Ένα ακόμη παράδειγμα ἀπὸ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἱστορία θὰ συμβάλη μὲ πρακτικὸ τρόπο στὴν βαθύτερη κατανόησι τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Ενστάσεως καὶ ᾿Αποτειχίσεως. ῎Ας μεταφερθοῦμε στὴν Κωνσταντινούπολι ἐπὶ πατριαρχείας Νεστορίου (428-431). Σὲ μία ᾿Εκκλησία τῆς Βασιλευούσης, κατὰ τὴν ὥρα τῆς Λειτουργίας, ὁ ἐπίσκοπος Δωρόθεος,παρουσίᾳ τοῦ Νεστορίου, ἀπετόλμησε «μεγάλῃ τῇ φωνῇ» νὰ διακηρύξη τὴν δεινὴ αἵρεσί του.


Τὶ ἐπηκολούθησε; Εὐθὺς ἀμέσως «γέγονε κραυγὴ μεγάλη παρὰ παντὸς τοῦ λαοῦ καὶ ἐκδρομή», δηλαδὴ ἔξοδος ὁμαδικὴ καὶ ὁρμητικὴ ἀπὸ τὸν Ναό. «῏Ην ἐν Κωνσταντινουπόλει ἐπίσκοπος ὀνόματι Δωρόθεος, τὰ αὐτὰ φρονῶν αὐτῷ (τῷ Νεστορίῳ), ἀνὴρ χρειοκόλαξ, καὶ προπετὴς χείλεσι, καθὼς γέγραπται· ὃς ἐν συνάξει, καθεζομένου ἐπὶ τοῦ θρόνου τῆς ἐκκλησίας τοῦ τῆς Κωνσταντινουπόλεως εὐλαβεστάτου Νεστορίου, ἀναστὰς μεγάλῃ τῇ φωνῇ τετόλμηκεν εἰπεῖν· εἴ τις Θεοτόκον εἶναι λέγει τὴν Μαρίαν, οὗτος ἀνάθεμα ἔστω».


Η «ἐκδρομή», ἡ αὐθόρμητη αὐτὴ ἔξοδος καὶ ἀπομάκρυνσις τῶν εὐσεβῶν ἀπὸ τὸν τόπο τῆς κηρύξεως τῆς νεστοριανικῆς αἱρέσεως καὶ ὁ ἀποχωρισμὸς ἀπὸ τὸν αἱρετικό, ἐκφράζει ἄριστα τὴν ἔννοια τῆς «᾿Αποτειχίσεως». Στὸ ἑξῆς οἱ ᾿Ορθόδοξοι τῆς Κωνσταντινουπόλεως δὲν ἤθελαν νὰ κοινωνοῦν ἐκκλησιαστικῶς μὲ τοὺς Νεστοριανούς, μέχρι καὶ τοῦ σημείου νὰ μὴν ἐκκλησιάζωνται πλέον στοὺς Ναοὺς τῆς Πόλεως, φοβούμενοι-ὅπως ἔγραφε ὁ ῾Αγιώτατος Πατριάρχης ᾿Αλεξανδρείας Κύριλλος -φοβούμενοι νὰ μὴ βλαφθοῦν. 


Απὸ τὴν στιγμὴ ἐκείνη ἄρχισε ὁ ἀγὼν τῆς «᾿Ορθοδόξου καὶ Θεαρέστου ᾿Ενστάσεως»·ἐστοίχισε βεβαίως διωγμοὺς καὶ βασανιστήρια καὶ στερήσεις,ἀλλὰ εἶχε αἴσιο πέρας, δηλαδὴ τὴν σύγκλησι τῆς Γ´ ῾Αγίας Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ ὁποία διεσάφησε καὶ διεκήρυξε τὴν ᾿Ορθόδοξη ᾿Αλήθεια καὶ ἀναθεμάτισε τὴν αἵρεσι καὶ τὸν αἱρεσιάρχη Νεστόριο. ῎Ετσι συνέβαινε καὶ μὲ κάθε Οἰκουμενικὴ Σύνοδο: ἦταν τὸ ἀποκορύφωμα τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Ενστάσεως καὶ ᾿Αποτειχίσεως.


Ήδη έχω τελειώσει τὸ πρῶτο μέρος τῆς Εἰσηγήσεώς μου καὶ συνοψίζω τὰ συμπεράσματα ὡς ἑξῆς: λαοῦ,καὶ ἐκδρομή· οὐ γὰρ ἤθελον ἔτι κοινωνεῖν αὐτοῖς τοιαῦτα φρονοῦσιν·ὥστε καὶ νῦν ἀποσυνάκτους εἶναι τοὺς λαοὺς τῆς Κωνσταντινουπόλεως, πλὴν ὀλίγων ἐλαφροτέρων, καὶ τῶν κολακευόντων αὐτόν·τὰ δὲ Μοναστήρια σχεδὸν ἅπαντα, καὶ οἱ τούτων ἀρχιμανδρῖται, καὶ τῆς συγκλήτου πολλοὶ οὐ συνάγονται, δεδιότες μὴ ἀδικηθῶσιν εἰς πίστιν αὐτοῦ,καὶ τῶν σὺν αὐτῷ, πάντων λαλούντων τὰ διεστραμμένα» (῾Αγίου Κυρίλλου ᾿Αλεξανδρείας, PG τ.77, στλ. 81BC, ἔνθ᾿ ἀνωτ.).


Πρῶτον· ὁ Οἰκουμενισμὸς εἶναι ὄντως αἵρεσις, ἐκκλησιολογικὴ αἵρεσις, ἔναντι τῆς ὁποίας ἐπιβάλλεται νὰ τηρηθῆ ἡ ᾿Ορθόδοξος ῎Ενστασις καὶ ᾿Αποτείχισις· καὶ τοῦτο, διότι -κατὰ τοὺς ῾Αγίους Πατέρας τῆς Ζ´ ῾Αγίας Οἰκουμενικῆς Συνόδου- «ἡ αἵρεσις χωρίζει ἀπὸ τῆς ᾿Εκκλησίας πάντα ἄνθρωπον». 


Δεύτερον· ματαίως κατηγοροῦνται οἱ ᾿Ορθόδοξοι ἀντιοικουμενισταὶ τοῦ Πατρίου ῾Ημερολογίου, ὅτι δῆθεν ἐξέρχονται τῆς ᾿Εκκλησίας, ἀποτειχιζόμενοι ἀπὸ τοὺς Οἰκουμενιστάς· διότι ᾿Αποτείχισις δὲν σημαίνει ἀπομάκρυνσις, ἀλλὰ προσέγγισις πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἀσφάλεια ἐντὸς τῶν ἀδαμαντίνων τειχῶν τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Αληθείας· ἀντιθέτως δέ,ὁ αἱρετικὸς μὲ τὴν πλάνη του χωρίζεται ἀπὸ τὸν Σωτῆρα μας Χριστό, ποὺ εἶναι «῾Η ᾿Αλήθεια» καὶ ἀπὸ τὴν ᾿Εκκλησία Του,ποὺ εἶναι «Στῦλος καὶ ῾Εδραίωμα τῆς ᾿Αληθείας».


Τρίτον·ἐκεῖνοι ποὺ ὑποστηρίζουν,ὅτι εἶναι κατὰ τοῦ Οἰκουμενισμοῦ,ἀλλὰ κοινωνοῦν μὲ τοὺς Οἰκουμενιστάς, ἀφ᾿ ἑνὸς εἶναι ἀσυνεπεῖς, ἀφ᾿ ἑτέρου δὲν βοηθοῦν οὐσιαστικὰ τὴν ᾿Εκκλησία νὰ ἐξέλθη τῆς κρίσεως, ἐφ᾿ ὅσον δὲν ἀκολουθοῦν τοὺς ῾Αγίους Πατέρας. Δὲν μιμοῦνται,λόγου χάριν,τὸν ῞Αγιο Μᾶρκο τὸν Εὐγενικό, ὁ ὁποῖος δὲν ἤθελε τὴν κοινωνία μὲ τὸν Λατινόφρονα πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως,οὔτε καὶ στὴν κηδεία του, «οὔτε ἐπὶ τῆς ζωῆς (αὐτοῦ), οὔτε μετὰ θάνατον».


Επίσης δὲν μιμοῦνται τὸν ῞Αγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, ὁ ὁποῖος διέκοψε τὴν κοινωνία μὲ τὸν ἐπίσης Λατινόφρονα πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ᾿Ιωάννη Καλέκα (1334-1347), ἐξ αἰτίας τοῦ ὁποίου ἐφυλακίσθη (1343), ὑβρίσθη καὶ ἀνεθεματίσθη. 


Τοιαῦτα βεβαίως ἀναθέματα, ὄχι μόνον δὲν ἰσχύουν, ἀλλὰ εἶναι δόξα καὶ τιμὴ γιὰ τοὺς ᾿Ενισταμένους κατὰ τῆς αἱρέσεως καὶ ὑπὲρ τῆς ᾿Ορθοδοξίας,ταυτοχρόνως δὲ ἀποτελοῦν ἐγγύησι τῆς ὀρθῆς πορείας καὶ τῆς νομιμότητος τοῦ ἀντιαιρετικοῦ ἀγῶνος των.



Οἱ πατριαρχικοὶ ἀποκαλοῦσαν τὸν ῞Αγιο Γρηγόριο «στασιαστὴν»

καὶ κατέκριναν αὐτὸν «μετὰ τῶν ἀποστατῶν καὶ δεσμωτῶν συντετάχθαι»,

τοὺς δὲ ὁμόφρονάς του θεωροῦσαν ὡς «ἀπειθεῖς», «ἀνυποτάκτους» καὶ «ἀποτροπαίους»
(῾Αγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ, Συγγράμματα,τ. Β´,σελ. 541 [Β´ Πρὸς Μακάριον, § 4], σελ.595 [᾿Αναίρεσις γράμματος Καλέκα,§13],Π. Χρήστου, Θεσσαλονίκη 1966).
«Τὸν Παλαμᾶν καὶ τοὺς ὁμόφρονας αὐτοῦ»,
«τολμήσαντας ἀκανονίστως καὶ ἀκρίτως ἀποκόψαι τὸ μνημόσυνόν μου,
τῷ ἀπὸ τῆς Ζωαρχικῆς καὶ ῾Αγίας Τριάδος δεσμῷ καθυποβάλλομεν,καὶ τῷ ἀναθέματι παραπέμπομεν»,
«᾿Ιωάννης ἐλέῳ Θεοῦ ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως νέας Ρώμης καὶ οἰκουμενικὸς πατριάρχης» (PG τ. 150, στλ. 863C-864Α).
«῏Ην ποτε φευκτὸν καὶ φοβερὸν τὸ ἀνάθεμα,
ὅτε κατὰ τῶν ἐνόχων τῆς ἀσεβείας,
ὑπὲρ τῶν τῆς εὐσεβείας κηρύκων, ἐφέρετο»·
ἀφοῦ ὅμως ἐστράφη «κατὰ τῶν προμάχων τῆς ᾿Ορθοδοξίας»,
«εἰς μύθους καὶ παίγνια μεταπέπτωκε,μᾶλλον δέ,
τοῖς εὐσεβέσι καὶ αἱρετὸν παρεσκεύασται», ἐφ᾿ ὅσον εἰς αὐτοὺς «στεφάνους ἀκηράτους,
καὶ ἀθάνατον δόξαν,ἀντὶ ποινῆς,ἀπεργάζεται.
Δι᾿ ὃ καὶ ἕκαστος τῶν εὐσεβῶν καὶ ἁγίων,
ὑπ᾿ αὐτῶν ἠλλοτριωμένων Χριστοῦ, μυριάκις αἱρεῖται προπηλακίζεσθαι, καὶ ἀναθεματίζεσθαι»,
παρὰ νὰ κοινωνήση μὲ αἱρετικοὺς
(Μ.Φωτίου,PG τ.102, στλ.833 ΑΒC/᾿Επιστολὴ ΙΖ´
«᾿Ιγνατίῳ Μητροπολίτῃ Κλαυδιουπόλεως», Å.L.ÉÉ).




Απόσπασμα κειμένου από το βιβλίο του
Μητροπολίτη Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανού, με τίτλο:
''Η ΑΙΡΕΣΙΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΣΤΑΣΙΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ'',
έκδοση της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής, 1998.
Τίτλος και επιμέλεια κειμένου
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Από ομιλία του νυν Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη κ. Κυπριανού Β'
Οι παραπομπές του κειμένου έχουν αφαιρεθεί προκειμένου να γίνει αυτό πιο ευανάγνωστο με ευθύνη του Ιστολογίου μας




Μητροπολίτης Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανός B' 


Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2015

Η ΑΙΡΕΣΙΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΣΤΑΣΙΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ




Θα ήθελα ἀνοίγοντας τὴν ἀποψινή μου Εἰσήγησι για την αίρεση του Οικουμενισμού και την Πατερική στάση των Ορθοδόξων,

νὰ ἀναφερθῶ σὲ ἕνα πολὺ χαρακτηριστικὸ γεγονὸς 

ἀπὸ τὸν βίο τοῦ ῾Αγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, ᾿Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως.

Τοῦτο θὰ μᾶς εἰσαγάγη μὲ ἄμεσο καὶ εὔκολα κατανοητὸ τρόπο στὸ θέμα μας καὶ ταυτοχρόνως θὰ καθορίση μὲ σαφήνεια τὶς δύο διαστάσεις του:

τὴν στάσι τῆς Πίστεως καὶ τὴν στάσι τῆς ᾿Αγάπης ἔναντι αὐτῶν ποὺ διαφθείρουν τὴν ᾿Αλήθεια τῆς ᾿Εκκλησίας.

Ο κατά σάρκα πατέρας τοῦ ῾Αγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου,

ὁ ὁποῖος λεγόταν ἐπίσης Γρηγόριος,

ἦταν ᾿Επίσκοπος Ναζιανζοῦ,

μικρᾶς πόλεως τοῦ Πόντου.

Αναδείχθηκε σὲ μία ἐξέχουσα πνευματικὴ προσωπικότητα·

αὐτὸ κατανοεῖται καλά, ὅταν λάβουμε ὑπ᾿ ὄψιν μας τὰ ἑξῆς:

α).Εκληροδότησε στὴν ῾Αγία ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία μας μίαν πεντάδα ῾Αγίων.

Ο ίδιος,ο γυιός του Γρηγόριος ο Θεολόγος,

η μήτηρ του Αγία Νόννα και τα τρία παιδιά της,

Γρηγόριος, Γοργονία καὶ Καισάριος. 

Εορτάζει τὴν 1η ᾿Ιανουαρίου.



Ο ῞Αγιος Γρηγόριος ἐγεννήθη τὸ 273, γόνος πλουσίου καὶ ἀριστοκρατικοῦ οἴκου,ἦταν προηγουμένως ἐθνικός,καλοπροαίρετος ὅμως καὶ πολὺ ἐνάρετος,προσελκύσθηκε δὲ στὸν Χριστιανισμό καὶ τὰ τρία τέκνα του Γρηγόριος,Γοργονία καὶ Καισάριος,τὰ ὁποῖα -σημειωτέον- καὶ προσπαθείᾳ τῆς εὐσεβεστάτης συζύγου του Αγίας Νόννης.


Εβαπτίσθη τὸ 325 ἀπὸ ᾿Επισκόπους ποὺ διήρχοντο τότε ἀπὸ τὴν ᾿Αριανζὸ καὶ μετέβαιναν στὴν Νίκαια γιὰ τὴν Α´ ῾Αγία Οἰκουμενικὴ Σύνοδο. Τὸ 328/9 ἀνυψώθη σὲ ᾿Επίσκοπο Ναζιανζοῦ (Διοκαισαρείας),μετὰ τὴν κοίμησι τοῦ οἰκείου ᾿Επισκόπου Λεοντίου.Εκοιμήθη τὸ 373/4 ἑκατοντούτης. Ο ῞Αγιος Γρηγόριος Θεολόγος ἀφιέρωσε στὸν πατέρα του Γρηγόριο, ἐκτὸς τῶν ἄλλων,τέσσερις Λόγους: Θ´, ΙΒ´, ΙΣΤ´ καὶ ΙΗ´ (PG τ. 35, στλ. 820-826, 844-849, 933-964, 985-1044).Η Αγία Νόννα.Εορτάζει τὴν 5η Αὐγούστου.


Εγεννήθη τὸ 304· θυγάτηρ τοῦ Φιλτατίου καὶ τῆς Γοργονίας, γόνος ἐπίσης πλουσίου καὶ ἀριστοκρατικοῦ οἴκου,διακρινομένη γιὰ τὴν εὐσέβεια, τὸ ἦθος καὶ τὸ κάλλος της, ἦταν ἀδελφὴ τοῦ ᾿Αμφιλοχίου, πατρὸς τοῦ μετέπειτα ῾Αγίου ᾿Αμφιλοχίου Μητροπολίτου ᾿Ικονίου. Εκοιμήθη τὸ 374.


Ο ῞Αγιος Γρηγόριος Θεολόγος ἐγκωμιάζει καὶ ὑμνεῖ τὴν ἁγία μητέρα του περισσότερο τοῦ πατρός του σὲ πολλὰ σημεῖα τῶν συγγραμμάτων του.Εορτάζει τὴν 25ην ᾿Ιανουαρίου. Εγεννήθη τὸ 329 στὴν ᾿Αριανζό,νοτίως τῆς Ναζιανζοῦ· κατὰ τὰ ἔτη 345-356 φοιτᾶ σὲ ἀνώτερες Σχολὲς (Καισάρεια Καππαδοκίας, Καισάρεια Παλαιστίνης, Αλεξάνδρεια,᾿Αθήνα) καὶ τὸ 357/9 βαπτίζεται.


Εχειροτονήθη Πρεσβύτερος τὸ 358/9 καὶ ᾿Επίσκοπος Σασίμων τὸ 372.᾿Αγωνίσθηκε ἐπιτυχῶς κατὰ τῶν ᾿Αρειανῶν καὶ Πνευματομάχων στὴν Κωνσταντινούπολι τὰ ἔτη 379-381,διετέλεσε ᾿Αρχιεπίσκοπος τῆς Βασιλεύουσης 380-381,προήδρευσε τῆς Β´ ῾Αγίας Οἰκουμενικῆς Συνόδου τὸ 381 καὶ ἐκοιμήθη τὸ 390/1.


Η Αγία Γοργονία. Εορτάζει τὴν 23η Φεβρουαρίου.᾿Εγεννήθη τὸ 331/2 καὶ ἐκοιμήθη τὸ 370 νεωτάτη, περίπου 38 ἐτῶν. Παρὰ ταῦτα μετὰ τοῦ συζύγου της ᾿Αλυπίου ἀπέκτησε υἱοὺς καὶ θυγατέρας καὶ ἐγγόνια.Ο ῞Αγιος Γρηγόριος Θεολόγος ἐγκωμίασε τὶς πολλὲς ἀρετὲς τῆς ἁγίας ἀδελφῆς του, μάλιστα δὲ τῆς ἀφιέρωσε ἰδιαίτερον ᾿Επιτάφιον (Λόγος Η´, PG τ. 35, στλ. 789-817).


Άγιος Καισάριος. Εορτάζει τὴν 9η Μαρτίου.Εγεννήθη τὸ 333/5.῎Ελαβε λαμπρὰν μόρφωσιν καὶ διετέλεσε ἰατρὸς τῶν ᾿Ανακτόρων στὴν Κωνσταντινούπολι καὶ Συγκλητικός. Εκοιμήθη αἰφνιδίως τὸ 368/ 9 στὴν Βιθυνία. Καὶ τοῦτον ἐγκωμίασε ὁ ἀδελφός του ῞Αγιος Γρηγόριος Θεολόγος,ὁ ὁποῖος ἐκτὸς τῶν ἄλλων τοῦ ἀφιέρωσε καὶ ᾿Επιτάφιον (Λόγος Ζ´,PG τ. 35, στλ. 756-788). Αγωνίσθηκε ὑπὲρ τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ τοῦ Λαοῦ Της σὲ πολὺ κρίσιμες στιγμές, ὅταν ἡ καταιγὶς τοῦ ᾿Αρειανισμοῦ ἐσάρωνε τὴν ᾿Ανατολή· 


ταν αὐτὸς ποὺ μὲ βαθὺ πνευματικὸ κριτήριο ἀγωνίσθηκε σθεναρῶς,γιὰ νὰ ἀναδειχθῆ ὁ Μέγας Βασίλειος ᾿Αρχιεπίσκοπος Καισαρείας τῆς Καππαδοκίας καὶ ῎Εξαρχος Πόντου, τὸ ὁποῖο τελικῶς καὶ ἐπετεύχθη χάρις στὴν ἄκαμπτη ἐπιμονή του. γ) Μᾶς ἄφησε, ὡς ἀνεκτίμητο θησαυρό, τὸ ῞Αγιο Λείψανό του, τὸ ὁποῖο σώζεται μέχρι σήμερα ἄφθαρτο στὴν Νέα Καρβάλη τῆς Καβάλας. Καὶ ὅμως· αὐτὸς ὁ σεβάσμιος Γέρων,ὁ ᾿Επίσκοπος Ναζιανζοῦ Γρηγόριος, σὲ κάποια δύσκολη περίστασι ὑπέγραψε μαζὶ μὲ ἄλλους ᾿Επισκόπους τῆς ᾿Ασίας ἡμιαρειανικὸ σύμβολο πίστεως, συναρπασθεὶς ἐξ ἁπλότητος.


Δὲν ἦταν δηλαδὴ ἐκ βαθείας πεποιθήσεως ἀρνητὴς τοῦ ᾿Ορθοδόξου Συμβόλου τῆς Νικαίας· ἀλλὰ γέρων,περίπου ἐνενήντα ἐτῶν, δὲν ἠδύνατο νὰ κατανοήση πλήρως τὶς λεπτὲς θεολογικὲς καὶ δογματικὲς ἔννοιες ποὺ συνεκλόνιζαν τότε τὴν ᾿Εκκλησία,ὅπως ἦταν ἡ διάκρισις τοῦ ῾Ομοουσίου ἀπὸ τοῦ ῾Ομοιουσίου. Παρὰ ταῦτα, ἦταν ἕνα δογματικὸ ὀλίσθημα...


«῞Οταν ὁ Γεώργιος Λαοδικείας ἐκόμισεν εἰς Καισάρειαν τὸν ἑνωτικὸν τύπον τοῦ αὐτοκράτορος Κωνσταντίου, [διὰ τοῦ ὁποίου ὡμολογεῖτο, ὅτι «ὁ Υἱὸς εἶναι κατὰ πάντα ὅμοιος τῷ Πατρί»], ὁ ἐπίσκοπος τῆς Καισαρείας Διάνιος, ἐν τῇ εὐπιστίᾳ του, ὑπέγραψεν,ὡς ἄλλωστε ἔπραξαν καὶ πολλοὶ ἄλλοι, ἐν οἷς καὶ ὁ ὁμώνυμος πατὴρ τοῦ Γρηγορίου Ναζιανζηνοῦ,ταχθεὶς καὶ οὗτος μετὰ τῶν “ὁμοιουσιανῶν”». (Κ. Γ. Μπόνη, Γρηγόριος ὁ Θεολόγος...,σελ. 31, Αθῆναι 1982).


Ποιὰ ἦταν ἡ στάσις ποὺ ἐτήρησαν οἱ ῾Ιερεῖς καὶ μάλιστα οἱ Μοναχοὶ τῆς περιοχῆς Ναζιανζοῦ ἔναντι τῆς πτώσεως αὐτῆς τοῦ Γέροντος ᾿Επισκόπου;Διέκοψαν κοινωνία μαζί του·δηλαδὴ «ἀπετειχίσθησαν».῾Η ᾿Εκκλησία τῆς Ναζιανζοῦ ἐταράχθη καὶ ἐδιχάσθη· ἠγέρθη «σάλος» καὶ «καταιγίς».῞Οταν δὲν ὑπάρχει ἑνότης Πίστεως, πάντοτε ἔχουμε σχίσματα. 


Τότε ὁ υἱὸς Γρηγόριος, ὡς Πρεσβύτερος ἀκόμη καὶ βοηθὸς τοῦ γέροντος πατέρα του,καταβάλλει προσπάθειες νὰ ἀρθῆ ἡ διάστασις καὶ τὸ σχίσμα αὐτό.Τελικά,τὸ 364 κατορθώνει,μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Κυρίου μας, νὰ εἰρηνεύση τοὺς Μοναχοὺς καὶ ῾Ιερεῖς μὲ τὸν ᾿Επίσκοπο πατέρα του· καρπὸς τῆς χαρᾶς του γιὰ τὴν συμφιλίωσι αὐτὴ εἶναι ὁ Λόγος του «Εἰρηνικὸς Α»8.20. 


«Γράμματι κλαπέντες καὶ ρήμασι τεχνικοῖς εἰς πονηρὰν κοινωνίαν, μόνος μὲν ἐπιστεύθη (ὁ Γρηγόριος πατὴρ),τὴν διάνοιαν ἄτρωτον ἔχειν, καὶ μὴ τῷ μέλανι τὴν ψυχὴν συμμελαίνεσθαι, εἰ καὶ ἁπλότητι συνηρπάσθη,καὶ τὸν δόλον ἐκ τοῦ τῆς ψυχῆς ἀδόλου μὴ ἐφυλάξατο...».(῾Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου, PG τ. 35,στλ. 1005C / Λόγος ΙΗ´ «Εἰς τὸν Πατέρα παρόντος Βασιλείου ᾿Επιτάφιος»,§ ιη´).


Ο βιογράφος τοῦ ῾Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου γράφει ἐν προκειμένῳ τὰ ἑξῆς χαρακτηριστικά: «...ἕτεροι δὲ ἁπλότητι τρόπων φενακισθέντες, τὸ δέλεαρ τῆς αἱρέσεως καταδέχονται, γραφῇ τε χειρὸς καὶ κοινωνίᾳ συναφθέντες τοῖς ὑπεναντίοις.


Ων εἷς ἦν καὶ ὁ τοῦ μακαρίου πατήρ,ἀκεραιότητι γνώμης τῷ ἀγκίστρῳ περιπεσών. Τοῦτον οἱ τῆς χώρας μονασταὶ μὴ ἀνασχόμενοι, τῆς κοινωνίας αὐτοῦ ἀποτέμνονται, συναπέστη δὲ αὐτοῖς καὶ τοῦ λαοῦ μέρος οὐ τὸ βραχύτατον,...». Ο υἱὸς Γρηγόριος ἔπεισε τὸν πατέρα του νὰ ὑπογράψη τὸ ὀρθόδοξο Σύμβολο καὶ νὰ τὸ ἐκφωνήση δημοσίως (Γρηγορίου Πρεσβυτέρου, PG τ. 35, στλ. 261D καὶ 264Α/«Βίος...»).


Ο συγκινητικὸς αὐτὸς Λόγος κλείνει μὲ τὴν ἑξῆς προτροπή: «...Καὶ τοὺς ἑτέρως φρονοῦντας, ὡς λύμην τῆς ἀληθείας, ἕως μὲν ἂν ᾖ δυνατόν, προσλαμβανώμεθα καὶ θεραπεύωμεν· ἀνιάτως δὲ ἔχοντας ἀποστρεφώμεθα, μὴ τῆς νόσου μεταλάβωμεν πρὶν μεταδοῦναι τῆς ἑαυτῶν ὑγείας»...! [Καὶ ἐκείνους ποὺ φρονοῦν τὰ ἀντίθετα, ὡς διαφθορεῖς τῆς ἀληθείας, ὅσο μὲν εἶναι δυνατόν, ἄς τοὺς δεχώμεθα καὶ ἄς τοὺς θεραπεύουμε· ἐκείνους δὲ ποὺ εἶναι ἀνιάτως ἀσθενεῖς, ἄς τοὺς ἀποφεύγουμε, γιὰ νὰ μὴ μεταδοθῆ καὶ σὲ μᾶς ἡ ἀσθένειά τους πρὶν νὰ τοὺς μεταδώσουμε τὴν ὑγεία μας].


Το οδηγητικό αὐτὸ γεγονὸς μᾶς ἐπιτρέπει νὰ συναγάγουμε εἰσαγωγικῶς τὰ ἑξῆς συμπεράσματα: α). Οἱ εὐσεβεῖς ἦσαν ἀνέκαθεν εὐαίσθητοι στὰ θέματα τῆς Πίστεως· ὁ ῞Αγιος Γρηγόριος τοὺς χαρακτηρίζει ὡς «τὸ θερμότερον μέρος τῆς ᾿Εκκλησίας». Καὶ δὲν ἐδίσταζαν νὰ ἀπομακρυνθοῦν ἀπὸ Ποιμένας,ἔστω καὶ πολὺ ἐναρέτους,ὅταν αὐτοὶ δὲν ὠρθοτομοῦσαν τὸν λόγον τῆς ᾿Αληθείας.


β). Η ἀπομάκρυνσις αὐτὴ ἀπέβλεπε στὸ νὰ μὴ μεταδοθῆ στοὺς εὐσεβεῖς ἡ ἀσθένεια, δηλαδὴ τὸ αἱρετικὸ φρόνημα τῶν παρεκτρεπομένων. γ). Οἱ ἑτερόδοξοι διαχωρίζονται ἀφ᾿ ἑνὸς σὲ ἐκείνους ποὺ εἶναι δεκτικοὶ θεραπείας, ἀφ᾿ ἑτέρου σὲ ἐκείνους ποὺ εἶναι ἀνιάτως ἀσθενεῖς· καὶ τοὺς μὲν πρώτους «προσλαμβάνομεν καὶ θεραπεύομεν»,τοὺς δὲ ἄλλους «ἀποστρεφόμεθα», δηλαδὴ ἀποφεύγουμε.



΄Αραγε τὶ ἔχει νὰ μᾶς εἰπῆ σήμερα τὸ περιστατικὸ αὐτὸ ἀπὸ τὸν βίο τοῦ ῾Αγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου;

Στὶς ἡμέρες μας ἀντιμετωπίζουμε σὲ παγκόσμιο πλέον ἐπίπεδο μίαν νέα καταιγίδα:

τὴν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ καὶ τῆς ῾Ημερολογιακῆς-Εορτολογικῆς Καινοτομίας.

῎Εχουμε ποιμένες,

καὶ μάλιστα πατριάρχες, οἱ ὁποῖοι συλλογικὰ καὶ ἐκ πεποιθήσεως πλέον ὑποστηρίζουν

 καὶ διαδίδουν αἱρετικὲς δοξασίες·

ἀλλὰ καὶ ἕνα ποίμνιο,

τὸ ὁποῖο δὲν ἔχει συνειδητοποιήσει πλήρως,

ὅτι τὸ κινδυνευόμενον εἶναι ἡ Πίστις, εἶναι ἡ σωτηρία.

῎Ετσι, ἀπὸ τὸ 1920 -καὶ εἰδικὰ ἀπὸ τὸ 1924-

οἱ ζηλωταὶ τῆς εὐσεβείας ἀντιμετωπίζουν τὸ διφυὲς πρόβλημα:

 τὴν στάσι τῆς Πίστεως καὶ τὴν στάσι τῆς ᾿Αγάπης ἔναντι τῶν Οἰκουμενιστῶν καὶ τῶν Καινοτόμων.

Συνεχίζεται...



Απόσπασμα κειμένου από το βιβλίο του αειμνήστου πνευματικού πατρός μας,
Μητροπολίτη Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανού Α', με τίτλο:
''Η ΑΙΡΕΣΙΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΣΤΑΣΙΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ''
έκδοση της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής, 1998.
Επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Αείμνηστος Μητροπολίτης Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανός Α'


Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015

Η ΣΥΝΟΔΙΚΗ ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΤΟΥ 1920, ΩΣ ΟΡΟΣΗΜΟ ΣΤΗΝ ΠΑΝΘΡΗΣΚΕΙΑΚΗ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΤΙΚΗ ΚΙΝΗΣΗ




Επικαλοῦμαι τὶς προσευχές σας καὶ τὴν προσοχή σας,

ὥστε διὰ πρεσβειῶν τοῦ ἰδιαιτέρου προστάτου τῆς ἀποψινῆς μας «Συνάξεως»,

τοῦ ῾Οσίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου,

νὰ οἰκοδομηθοῦμε ἐν Χριστῷ.

Εν πρώτοις λοιπὸν θὰ ἀναφερθῶ στὴν αἵρεσι τοῦ Οἰκουμενισμοῦ.

Συνεχώς ἀντιμετωπίζουμε τὸ ἑξῆς καίριο ἐρώτημα: 

ἆρά γε δικαιολογεῖται ἡ αὐστηρὰ στάσις μας

-ἡ στάσις αὐτῶν ποὺ ἀνήκουν στὸ Πάτριο ῾Ημερολόγιο-

ἔναντι τῆς φιλενωτικῆς προσπαθείας,

ἡ ὁποία καλλιεργεῖται στὰ πλαίσια τῆς λεγομένης Οἰκουμενικῆς Κινήσεως;

Τὴν ἀπάντησι θὰ δώσουν ἀβίαστα καὶ πάλι οἱ πηγές· ἄς τὶς προσεγγίσουμε.

Ως γνωστόν, οἱ ἀντιοικουμενισταὶ τοῦ Πατρίου ῾Ημερολογίου ἀναφέρονται σταθερὰ 

στὴν «Συνοδικὴ ᾿Εγκύκλιο τοῦ 1920» τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως,

ἡ ὁποία ἀναμφισβητήτως «ἀποτελεῖ ὁριακὴ ἔκφραση τοῦ ᾿Ορθοδόξου Οἰκουμενισμοῦ, 

ἀλλὰ καὶ ὁρόσημο στὴν ἱστορία τῆς Οἰκουμενικῆς Κινήσεως».


Η «᾿Εγκύκλιος» αὐτὴ εἶναι ἀντορθόδοξος κυρίως γιὰ δύο λόγους: Πρῶτον·βασίζεται στὴν λεγομένη Βαπτισματικὴ Θεολογία, βάσει τῆς ὁποίας ὅλοι οἱ Χριστιανοί, ᾿Ορθόδοξοι καὶ αἱρετικοί, ἀποτελοῦν δῆθεν τὴν ᾿Εκκλησία μέσῳ μιᾶς «ἐσωτερικῆς μυστικῆς ἑνότητος».


«Πάντες οἱ Χριστιανοί», λέγουν οἱ Οἰκουμενισταί,«εἴμεθα μυστηριακῶς καὶ ἀπορρήτως ἡνωμένοι μετὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ μετ᾿ ἀλλήλων διὰ τῆς μυστηριακῆς χάριτος τοῦ ἁγίου βαπτίσματος». Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Τσέτση, Οἰκουμενικὸς Θρόνος καὶ Οἰκουμένη-Επίσημα Πατριαρχικὰ Κείμενα,σελ. 57, ἐκδόσεις «Τέρτιος»,Κατερίνη 1988. 13. Ιωάννου Ν. Καρμίρη,Ορθόδοξος ᾿Εκκλησιολογία [Δογματικῆς Τμῆμα Ε´], σελ. 242 καὶ 243,᾿Αθῆναι 1973.


Δεύτερον· ἡ «᾿Εγκύκλιος» προτείνει τὸν Δογματικὸ Συγκρητισμό, βάσει τοῦ ὁποίου ᾿Ορθόδοξοι καὶ αἱρετικοί, ἐμμένοντες στὶς οἰκεῖες δογματικὲς θέσεις τους, δύνανται νὰ συσκέπτωνται, συνεργάζωνται, συμπροσεύχωνται καὶ συλλειτουργοῦνται.


Τὸ ἀποτέλεσμα αὐτοῦ τοῦ πολυεπιπέδου συγχρωτισμοῦ εἶναι ἡ καλλιέργεια μιᾶς ἁρμονικῆς καὶ ἀδιαταράκτου συνυπάρξεως ᾿Ορθοδοξίας καὶ αἱρέσεως, ἀληθείας καὶ πλάνης, φωτὸς καὶ σκότους ·τοῦτο ὅμως εἶναι σαφές, ὅτι κατ᾿ οὐσίαν σημαίνει κατάργησι τοῦ κηρύγματος τῆς μετανοίας.


Τὸ ἔδαφος λοιπὸν ποὺ στηρίζεται ἡ «Συνοδικὴ ᾿Εγκύκλιος τοῦ 1920» εἶναι μὲ δύο λέξεις ἡ αἱρετικὴ ἄποψις,ὅτι ᾿Ορθόδοξοι καὶ αἱρετικοὶ ἐργάζονται δῆθεν «ἐν τῷ ἰδίῳ ἀγρῷ καὶ ἐν τῷ αὐτῷ ἀμπελῶνι τοῦ Κυρίου»... Ένα πολύ χαρακτηριστικὸ παράδειγμα θὰ μᾶς βοηθήση νὰ κατανοήσουμε στὴν πρᾶξι τὴν θεολογικὴ αὐτὴ ἄποψι,ποὺ συνιστᾶ καὶ τὴν οὐσία τῆς ἐκκλησιολογικῆς αἱρέσεως τοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Τὸ 1971 ἐπισκέφθηκε τὴν ῾Ημιαυτόνομο Τοπικὴ ᾿Εκκλησία τῆς Κρήτης, ὁ παπικὸς Καρδινάλιος ᾿Ιωάννης Βίλλεμπρανς (20-23 Μαΐου).


Ο Καρδινάλιος ἔγινε δεκτὸς μὲ τιμὲς καὶ ἐκδηλώσεις, ποὺ εἶχαν θέσι μόνον σὲ ᾿Ορθόδοξο ᾿Αρχιερέα,ἐφ᾿ ὅσον ὁ ὑψηλὸς αὐτὸς ἐκπρόσωπος τοῦ Βατικανοῦ εὐλόγησε τὸ πυκνὸ ἐκκλησίασμα τοῦ ῾Αγίου Μηνᾶ ῾Ηρακλείου· ἔλαβε μέρος μὲ ἄμφια στὸν ῾Εσπερινὸ ποὺ ἐτελέσθη στὸν ῞Αγιο Τίτο, συμπροσευχόμενος ἐκ τοῦ παραθρονίου, χοροστατοῦντος δὲ τοῦ τότε ἀρχιεπισκόπου Κρήτης Εὐγενίου·


Παρετηρήθη ἐνδεικτικῶς, ὅτι «τὸ πλέον χαρακτηριστικὸν σημεῖον καὶ τὸ σπουδαιότερον γεγονὸς τῆς ἐπισκέψεως (τοῦ κ. Βίλλεμπρανς στὴν Κρήτη, 20-23.5.1971) ὑπῆρξεν ἡ συμμετοχὴ τοῦ καρδιναλίου εἰς πανηγυρικὰς θείας Λειτουργίας,εἰς ῾Εσπερινοὺς καὶ εἰς ἀπὸ κοινοῦ δεήσεις ὑπὲρ τῆς χριστιανικῆς ἑνότητος. Ο καρδινάλιος δὲν παρέστη μόνον κατὰ τὰς ἱεροτελεστίας ἀπὸ τοῦ παραθρονίου,ἀλλὰ συμπροσευχήθη μετὰ τῶν μητροπολιτῶν καὶ τοῦ κλήρου καὶ ἀντήλλαξεν ἐν τοῖς ναοῖς ἀδελφικὸν ἀσπασμὸν ὑπὸ τὴν καταφανῆ ἱκανοποίησιν καὶ συγκίνησιν ἁπάντων».


Συνευλόγησε μαζὶ μὲ τὸν ἀρχιεπίσκοπο τὸν λαό· -εὐλόγησε τὴν τράπεζα στὸ λίαν ἐπίσημο δεῖπνο· -ἐπισκέφθηκε τὶς Μητροπόλεις τῆς νήσου, ὅπου τὸν ὑπεδέχοντο ἐνθουσιωδῶς ὁ οἰκεῖος ἱεράρχης, ὁ κλῆρος, οἱ μοναχοὶ καὶ ὁ λαὸς μὲ κωδωνοκρουσίες, ψαλλομένου τοῦ «εἰς πολλὰ ἔτη, δέσποτα»·-παρέστη πάλι συμπροσευχόμενος ἐκ τοῦ παραθρονίου τὴν Κυριακὴ (23 Μαΐου) στὴν Θεία Λειτουργία, ἡ ὁποία ἐτελέσθη ἀπὸ τὸν ἀρχιεπίσκοπο Κρήτης στὸν ῞Αγιο Μηνᾶ, ὅπου ἔγιναν προσφωνήσεις οἰκουμενιστικοῦ περιεχομένου, ἀνταλλαγαὶ δώρων


«πὸ τὰς ἐπευφημίας τοῦ χριστεπωνύμου πληρώματος», τῶν χορῶν ψαλλόντων τὸν πολυχρονισμὸ τοῦ πατριάρχου ᾿Αθηναγόρου καὶ τοῦ Πάπα Παύλου ΣΤ´, «μετὰ δὲ τὴν θείαν Λειτουργίαν ᾿Αρχιεπίσκοπος καὶ καρδινάλιος ηὐλόγησαν κλῆρον καὶ λαὸν ὑπὸ τὴν καταφανῆ συγκίνησιν πάντων». Μέσω ἀναριθμήτων παρομοίων δογματικῶν καὶ κανονικῶν πραξικοπημάτων, οἱ Οἰκουμενισταὶ ἀπὸ τοῦ 1920 μεταθέτουν καὶ καταργοῦν σταδιακὰ ἕνα πρὸς ἕνα τὰ «αἰώνια ὅρια» τῆς Πατερικῆς ᾿Ορθοδόξου Παραδόσεως.


Θὰ ὑπενθυμίσω ἐνδεικτικῶς μερικὰ συγκεκριμένα καὶ σταθερὰ «βήματα» τῶν Οἰκουμενιστῶν πατριαρχῶν Κωνσταντινουπόλεως καὶ τῶν λοιπῶν Φαναριωτῶν ἐπισκόπων,ἰδιαιτέρως ἔναντι τοῦ αἱρετικοῦ Παπισμοῦ, πάντοτε βεβαίως στὰ πλαίσια «τῆς συγχρόνου οἰκουμενιστικῆς δραστηριότητος τῶν τοπικῶν ᾿Ορθοδόξων ᾿Εκκλησιῶν». α). Αἴρουν τὰ ἀναθέματα τοῦ 1054 κατὰ τοῦ Παπισμοῦ 7.12.1965)17.


β). Διακηρύσσουν,ὅτι δὲν ὑπάρχουν οὐσιαστικαὶ διαφοραὶ μεταξὺ ᾿Ορθοδοξίας καὶ Παπισμοῦ. Ο πατριάρχης ᾿Αθηναγόρας († 1972), ἐνδεικτικῶς,ἔλεγε: «Κατὰ τὰ 900 χρόνια ποὺ ἐπέρασαν ἀπὸ τὸ 1054 φθάσαμε οἱ δύο κόσμοι ᾿Ανατολῆς καὶ Δύσεως νὰ νομίζουμε, ὅτι ἀνήκουμε σὲ διαφορετικὲς ᾿Εκκλησίες καὶ σὲ διαφορετικὲς Θρησκεῖες. Καὶ ἑπομένως γίνεται πρόδηλος ὁ σκοπὸς τῶν Διαλόγων. Νὰ προπαρασκευάσουν ψυχολογικῶς τοὺς Λαούς μας ὅτι πρόκειται γιὰ μιὰ ᾿Εκκλησία καὶ μιὰ Θρησκεία...».γ). Θεωροῦν τὸν Πάπα ὡς «Πρῶτον ᾿Επίσκοπον τῆς Χριστιανωσύνης».


Ο πατριάρχης Δημήτριος (†1991),ἐνδεικτικῶς, ἐδήλωνε στὸ ὑπὸ ἡμερομηνίαν 3.12.1977 «μήνυμά» του πρὸς τὸν Πάπα Παῦλο ΣΤ´,ἐπὶ τῇ δωδεκάτῃ ἐπετείῳ τῆς ἄρσεως τῶν ἀναθεμάτων: «᾿Εν τῇ εὐχῇ ταύτῃ πέμπομεν τῇ ῾Υμετέρᾳ ῾Αγιότητι ὡς ἐλαχίστην ἐκδήλωσιν ἀγάπης,ἀδελφικῆς τιμῆς καὶ ἀναγνωρίσεως ἡμῶν πρὸς τὸ σεπτὸν πρόσωπον Αὐτῆς, ὡς τοῦ πρώτου τῆς ἀνὰ τὸν κόσμον Χριστιανωσύνης ᾿Επισκόπου, κανδήλαν, ἐν τῷ ᾿Ιδιαιτέρῳ ἡμῶν Πατριαρχικῷ Παρεκκλησίῳ διατηρουμένην, ἵνα τοποθετηθῇ εἰς τὸ ᾿Ιδιαίτερον ῾Υμῶν Παρεκκλήσιον, εἰς ἔνδειξιν ὅτι “φῶς Χριστοῦ φαίνει πᾶσι”».


δ).Αλληλογραφοῦν μὲ τὸν Πάπα,ὡσὰν νὰ εἶναι «κοινωνικὸς» ἐπίσκοπος,μὲ κάθε ἐκκλησιαστικὴ τάξι. Ο πατριάρχης ᾿Αθηναγόρας, ἐνδεικτικῶς, ἔγραφε πρὸς τὸν Πάπα Παῦλο ΣΤ´ τὴν 22.11.1963: «Παύλῳ τῷ Μακαριωτάτῳ καὶ ῾Αγιωτάτῳ Πάπᾳ τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης,χαίρειν ἐν Κυρίῳ... Συγχαρητηρίους προσρήσεις καὶ εὐχὰς ὁλοκαρδίους τῇ ῾Υμετέρᾳ ῾Αγιωσύνῃ ἐπὶ τῇ εἰς τὸν παλαίφατον τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης Θρόνον,


θείᾳ εὐδοκίᾳ καὶ χάριτι, ἐκλογῇ καὶ καταστάσει Αὐτῆς ἀδελφικῇ διαθέσει ἐν καιρῷ διαπέμψαντες, ...εὐχόμεθα καὶ αὖθις τῇ ῾Υμετέρᾳ ῾Αγιωσύνῃ ὑγιαίνειν ἀεὶ καὶ εὐκλεῶς προκάθεσθαι τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης ῾Αγιωτάτης ᾿Εκκλησίας ἐπὶ ἔτη ὅτι μήκιστα...


Τῆς ῾Υμετέρας γερασμίας καὶ περισπουδάστου ἡμῖν ῾Αγιότητος ἀγαπητὸς ἐν Χριστῷ ἀδελφός, Ο Κωνσταντινουπόλεως ᾿Αθηναγόρας». Επίσης, ὁ πατριάρχης Δημήτριος πρὸς τὸν Πάπα Παῦλο ΣΤ´ ἔγραφε τὴν 7.12.1975: «Παύλῳ τῷ Μακαριωτάτῳ καὶ ῾Αγιωτάτῳ Πάπᾳ. Ο πατριάρχης μετὰ τὴν συνάντησι ἐδήλωσε: «Τὸ γεγονὸς εἶναι μέγα καὶ ἱστορικόν.


χω ἤρεμον τὴν συνείδησίν μου ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ορθοδοξία σημαίνει ἐλευθερίαν καὶ οἱ ἐλεύθεροι προχωροῦν... Τὰ δόγματα εἶναι ἡ δύναμις τῆς ᾿Εκκλησίας, ὁ πλοῦτος της, διὰ τοῦτο τὸν κρατοῦμεν εἰς τὸ θησαυροφυλάκιον. Τοῦτο ὅμως οὐδόλως μᾶς ἐμποδίζει νὰ κόψωμεν ἕνα κοινὸν νόμισμα μετὰ τῶν ἄλλων ᾿Εκκλησιῶν:


''τὸ νόμισμα τῆς ἀγάπης''»...«῞Ολοι οἱ Πᾶπαι εἶναι καλοί, ἀλλ᾿ ὁ ᾿Ιωάννης ΚΓ ἤνοιξε τὴν θύραν,ὁ δὲ Παῦλος ΣΤ´, ὅστις τὴν διεσκέλισεν, εἶναι μέγας Πάπας». Τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης, χαίρειν ἐν Κυρίῳ... ᾿Εν τοιούτοις ἀδελφικοῖς αἰσθήμασι καὶ οἰκοδομητικαῖς ἐξαγγελίαις κοινωνοῦντες τῇ ῾Υμετέρᾳ ῾Αγιότητι, πρώτῳ τῇ τάξει καὶ τῇ τιμῇ ἐν τῷ καθόλου Σώματι τοῦ Κυρίου, κατασπαζόμεθα Αὐτὴν ἐν φιλήματι ῾Αγίῳ καὶ διατελοῦμεν μετ᾿ ἀγάπης ἀδελφικῆς καὶ ἐξιδιασμένης τιμῆς.


Τῆς ῾Υμετέρας γερασμιωτάτης ῾Αγιότητος ἀγαπητὸς ἐν Χριστῷ ἀδελφός, ῾Ο Κωνσταντινουπόλεως Δημήτριος».


Τέλος, ὁ πατριάρχης κ. Βαρθολομαῖος ἔγραφε πρὸς τὸν Πάπα ᾿Ιωάννη-Παῦλο Β´ τὴν 21.6.1993:«Τῷ ῾Αγιωτάτῳ καὶ Μακαριωτάτῳ Πάπᾳ τῆς Πρεσβυτέρας Ρώμης ᾿Ιωάννῃ Παύλῳ Β´, ἐν Κυρίῳ χαίρειν.Καὶ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ''ἐπιθυμίαν ἐπι- θυμήσαμεν” (Λουκ. 22, 15),ἵνα συνεορτάσωμεν μετὰ τῆς ῾Υμετέρας λίαν ἡμῖν ἀγαπητῆς καὶ περισπουδάστου ῾Αγιότητος τὴν Θρονικὴν ῾Εορτὴν τῆς κατ᾿ Αὐτὴν ᾿Εκκλησίας Ρώμης,...


Εν τῇ ἐλπίδι ὅτι καὶ τῇ εὐχῇ ὅπως καὶ ἡ νέα αὕτη ἑόρτιος συνάντησις τῶν ᾿Εκκλησιῶν ἡμῶν εὐλογηθῇ δαψιλῶς ὑπὸ τοῦ Κυρίου, συγχαίρομεν ῾Υμῖν ἐπὶ τῇ εὐσήμῳ ἡμέρᾳ καὶ διατελοῦμεν μετ᾿ ἀναλλοιώτων ἀδελφικῶν ἐν Αὐτῷ αἰσθημάτων. Τῆς ῾Υμετέρας γερασμίας ῾Αγιότητος ἀγαπητὸς ἐν Χριστῷ ἀδελφός,῾Ο Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος». ε). Επισκέπτονται τὴν αἱρετικὴ Ρώμη, ὡσὰν νὰ ἐπισκέπτοντο ἕνα ᾿Ορθόδοξο Πατριαρχεῖο.


στ). Συμπροσεύχονται μὲ τὸν Πάπα καὶ ἀνταλλάσουν λειτουργικὸ ἀσπασμό. Στὴν Θρονικὴ ῾Εορτὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως (30.11.1979), ἐνδεικτικῶς, «εἰς τὴν θείαν Λειτουργίαν... προσῆλθεν ἡ Α.Α. ὁ Πάπας... καὶ παρέστη μαζὶ μὲ ὅλα τὰ μέλη τῆς συνοδείας του... Ο Πάπας ὡδηγήθη εἰς τὸν ἔναντι τοῦ Πατριαρχικοῦ Θρόνου εἰδικῶς εὐτρεπισθέντα Θρόνον, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐν εὐλαβείᾳ παρηκολούθησε τὴν θείαν Λειτουργίαν.



Κατὰ τὸ

 ''Αγαπήσωμεν ἀλλήλους'' 

ὁ Πάπας κατῆλθε τοῦ Θρόνου καὶ ὁ Πατριάρχης ἐξῆλθε τοῦ ῾Ιεροῦ Βήματος καὶ ἀντήλλαξαν τὸν ἀσπασμὸν τῆς ἐν Χριστῷ ἀγάπης 

ὑπὸ τὰ χειροκροτήματα ὅλου τοῦ ἐκκλησιάσματος.

Ο Πάπας ἀπήγγειλε τὴν Κυριακὴν Προσευχὴν λατινιστί».

ζ). Συνευλογοῦν μὲ τὸν Πάπα καὶ τοὺς ἐκπροσώπους του τὸ ὀρθόδοξο ἐκκλησίασμα.

Στὴν Θρονικὴ ῾Εορτὴ τῆς Κωνσταντινουπόλεως (30.11.1979), μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς Θείας Λειτουργίας,

ὅπου παρέστη συμπροσευχόμενος ὁ Πάπας ᾿Ιωάννης-Παῦλος Β´,

ἀντηλλάγησαν προσφωνήσεις καὶ δῶρα καὶ «ἐν συνεχείᾳ ἐψάλησαν τὰ πολυχρόνια τῶν δύο Προκαθημένων,

οἱ ὁποῖοι ἀντήλλαξαν ἀσπασμὸν καὶ ηὐλόγησαν τὰ πλήθη»,

κατόπιν δὲ «ἀνῆλθον διὰ τῆς ἐξωτερικῆς κλίμακος,

ἀπὸ τοῦ ὕψους τῆς ὁποίας ηὐλόγησαν τὰ πλήθη χειροκροτοῦντα καὶ εἰσῆλθον εἰς τὸν Πατριαρχικὸν Οἶκον».




Απόσπασμα κειμένου από το βιβλίο του αειμνήστου πνευματικού πατρός μας,
Μητροπολίτη Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανού Α', με τίτλο:
''Η ΑΙΡΕΣΙΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΠΑΤΕΡΙΚΗ ΣΤΑΣΙΣ ΤΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ''
έκδοση της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής, 1998.
Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.



Αείμνηστος Μητροπολίτης Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανός Α'

Print Friendly and PDF
Εικόνες θέματος από A330Pilot. Από το Blogger.