ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Τρίτη 19 Αυγούστου 2014

Η ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΣΤΑΦΥΛΙΩΝ ΣΤΗΝ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ


 


Στὴν ἀρχαία Ἐκκλησία, 
κατὰ τὴν διάρκεια τῆς προσφορᾶς ἀπὸ τοὺς Πιστοὺς τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου γιὰ τὴν τέλεση τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Εὐχαριστίας,
 προσφέρονταν καὶ εὐλογοῦνταν καὶ ἄλλα προϊόντα, ὅπως σῖτος, ἔλαιον, μέλι, σταφύλια καὶ ἄλλα ὀπωρικά, καθὼς ἐπίσης γάλα, τυρός, καρποί, ἄνθη, ἀκόμη καὶ ζῶα.
Ἡ πρώτη ὅμως ἐκκλησιαστικὴ ἀντίδραση στὴν παλαιὰ αὐτὴ συνήθεια ἦλθε ἀπὸ τὸν Γʹ Ἀποστολικὸ Κανόνα, 
ὁ ὁποῖος, προκειμένου νὰ διαφυλάξη τὴν Βιβλικὴ-Ἀποστολικὴ Παράδοση τῆς προσφορᾶς κατὰ τὴν θεία Εὐχαριστία 
μόνον Ἄρτου καὶ Οἴνου, ἀπηγόρευσε τόσο τὴν ἐκ τοῦ Παλαιοδιαθηκικοῦ Νόμου προερχόμενη συνήθεια τῆς θυσίας ζώων στὸ ἱερό,
 ὅσο καὶ κατὰ τὴν θεία Λειτουργία προσφορὰ μὴ εὐχαριστιακῶν καρπῶν καὶ προϊόντων.
Ὁ ἐν λόγῳ Κανόνας μὲ τὰ Εὐχαριστιακὰ Δῶρα ἐπιτρέπει μόνο τὴν προσφορὰ νέων χίδρων
 (νέα στάχυα σίτου) καὶ σταφυλιῶν, 
μὲ τὴν ἐπεξήγηση ὅτι ἡ προσφορὰ αὐτὴ γίνεται «τῷ καιρῷ τῷ δέοντι», 
τὴν ἐποχὴ δηλαδὴ τῆς ὡρίμανσης τῶν καρπῶν καὶ τῶν φρούτων·
«οὒχ ὡς θυσίαν τῶν ὡρίμων καρπῶν».


Ἡ κατ΄̓ ἔτος αὐτὴ προσφορὰ τοῦ σίτου καὶ τῶν σταφυλιῶν, ὡς ἀπαρχῶν εὐλογία, εἶχε καὶ τὸν χαρακτήρα τῆς εὐχαριστίας πρὸς τὸν Θεὸ «τῷ οἰκονομοῦντι τὰ πρὸς ζωάρκειαν καὶ θεραπείαν ἡμῶν».Στὸν διαχωρισμὸ τῶν ἐξωευχαριστιακῶν ἀγαθῶν ἀπὸ τὴν προσφορὰ καὶ προσκομιδὴ τῆς θείας Λειτουργίας ἐπέμεινε καὶ ἡ ἐν Καρθαγένῃ Σύνοδος (419), ἡ Ὁποία διὰ τοῦ 37/44 Κανόνος Της ἀποφάσισε νὰ μὴν ἀναμιγνύονται μὲ τὸν ἄρτο καὶ τὸν οἶνο οἱ ἀπαρχές, εἴτε μέλι, εἴτε γάλα, ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ νὰ εὐλογοῦνται ξεχωριστά, «ὡς ἐκ τοῦ ἁγιάσματος τοῦ Κυριακοῦ Σώματος καὶ Αἵματος διΐστασθαι». Ἐπέτρεπε μόνο τὴν συμπροσφορὰ «σταφυλῶν καὶ σίτου», μὲ τὴν ἔννοια πάντοτε τῶν ἀπαρχῶν καὶ ὄχι τῆς θυσίας, ὅπως ἀκριβῶς ἤθελε καὶ ὁ προηγούμενος Ἀποστολικὸς Κανόνας.Σὲ ὁρισμένες Ἐκκλησίες, ὅμως, οἱ Ἱερεῖς συνέχισαν, μέχρι τὸ τέλος τοῦ Ζʹ τοὐλάχιστον αἰώνος, νὰ ἀναμειγνύουν χυμὸ σταφυλιῶν μὲ τὴν θεία Εὐχαριστία, καὶ «κατὰ τὸ κρατῆσαν ἔθος... ἅμα τῷ λαῷ διανέμειν ἀμφότερα». Τοῦ θέματος αὐτοῦ ἐπελήφθη ἐκ νέου ἡ ἐν Τρούλλῳ ΣΤʹ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (Πενθέκτη, 691), ἡ Ὁποία διὰ τοῦ 28ου Κανόνος Της ὅρισε ἡ σταφυλὴ νὰ λογίζεται ὡς ἀπαρχὴ καὶ «ἰδικῶς τοὺς Ἱερεῖς εὐλογοῦντας, τοῖς αἰτοῦσι ταύτης μεταδιδόναι»· νὰ εὐλο- γεῖται δηλαδὴ ξεχωριστὰ καὶ νὰ δίδεται στοὺς Πιστούς, προφανῶς μετὰ τὴν θεία Λειτουργία, «πρὸς τὴν τοῦ δοτῆρος τῶν καρπῶν εὐχαριστίαν».Εὐχὲς ἀπαρχῶν ἔχουν διασωθεῖ στὴ Λειτουργική μας Παράδοση ἀπὸ τὸν τρίτο αἰώνα, ὅπως καὶ στὰ λειτουργικὰ χειρόγραφα συναν- τοῦμε «Εὐχὴ ἐπὶ προσφερόντων ἀπαρχάς», ἢ «Εὐχὴ ἐπὶ προσφερόντων καρποὺς νέους», ὅπως π.χ. σταφύλια, σῦκα, ρόδα, μῆλα, ροδάκινα, πέρσικα κ.ἄ.Πρόκειται γιὰ σύντομα κείμενα γεμᾶτα εὐχαριστία στὸν Θεό, ὁ ὁποῖος ἔδωσε «καρποὺς παντοδαποὺς εἰς εὐφροσύνην καὶ τροφὴν τοῖς ἀνθρώποις». Ὁ ἄνθρωπος μὲ τὴν σειρά του ἀντιπροσφέρει «ἀπαρχὴν καρπῶν», πιστεύοντας ὅτι ἡ προσφορά του αὐτὴ γίνεται εὐαρέστως δεκτὴ ἀπὸ τὸν Θεό. ιατηρεῖται ἔτσι, μέσῳ τῶν πρωτογεννημάτων,ζωντανὴ ἡ ἀνάμνηση καὶ κοινωνία τῶν δωρεῶν τοῦ Θεοῦ, ἀλλὰ καὶ βεβαία ἡ πρόγευση καὶ ἐλπίδα τῶν αἰωνίων θησαυρῶν καὶ ἀπολαύσεων.Μὲ τὴν ἀρχαία αὐτὴ Παράδοση, καὶ ἰδιαιτέρως μὲ τὴν πράξη τῆς εὐλόγησης τρύγου, σχετίζονται καὶ δύο χαρακτηριστικὲς Τελετὲς τοῦ Βυζαντινοῦ Εὐχολογίου καὶ τῆς Αὐτοκρατορικῆς Ἐθιμοτυπίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως.Ἡ πρώτη Τελετὴ μαρτυρεῖται στὸν παλαιότερο λειτουργικὸ κώδικα, τὸ Βαρβερινὸ Εὐχολόγιο 336 (8-9 αἰ.), μὲ τὸν τίτλο «Εὐχὴ γινομένη ὑπὸ τοῦ Πατριάρχου,ὅτε πρὸς συνήθη ἐπιτελεῖ τὴν τρύγην ὁ Βασιλεύς». Ἀπὸ μεταγενέστερους κώδικες πληροφορούμαστε ὅτι ἡ τελετὴ αὐτή, ἡ ὁποία εἶχε δύο Εὐχὲς γιὰ τοὺς Βασιλεῖς, γινόταν στὸ Ναὸ τῶν Βλαχερνῶν κατὰ τὴν Ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, τὴν 15η Αὐγούστου.Ἡ σπουδαιότητα αὐτοῦ τοῦ γεγονότος ἀποδεικνύεται καὶ ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Αὐτοκράτορος, ὁ Ὁποῖος προφανῶς, ὅπως συνηθιζόταν ἔκαμε τὴν ἀρχὴ τοῦ τρύγου καὶ προσέφερε στὸν Πατριάρχη ἀπὸ τὸ νέο καρπὸ τῆς ἀμπέλου. Μνεία τοῦ γεγονότος κάνει καὶ ὁ Βαλσαμώνας, ὁ ὁποῖος τὸ συνδέει σαφῶς μὲ τὴν ἐτήσια προσφορὰ τῶν ἀπαρχῶν καὶ κυρίως τῶν σταφυλιῶν μετὰ τὴν θεία Λειτουργία.Ἡ δεύτερη Τελετὴ τοῦ τρύγου μαρτυρεῖται καὶ περιγράφεται ἀπὸ τὸν Αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο Ζʹ τὸν Πορφυρογέννητο (945- 959), στὸ ἔργο του ῎Εκθεσις τῆς Βασιλείου Τάξεως καὶ στὸ κεφάλαιο«῞Οσα δεῖ παραφυλάττειν ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ τρυγητοῦ ἐν προκένσῳ τῆς ῾Ιερείας». Ἔξω ἀπὸ τὰ Ἀνάκτορα, λοιπόν, τῆς Ἱέρειας, περιοχῆς ποὺ βρισκόταν στὴν ἀσιατικὴ ἀκτὴ τοῦ Βοσπόρου, καὶ ἐνώπιον τῶν Ἀρχόντων, τῶν Ἀξιωματούχων καὶ τοῦ Βασιλέως, ὁ Πατριάρχης, τὴν ἡμέρα τοῦ τρύγου, φορώντας τὸ Φελώνιο καὶ τὸ Ὠμοφόριο, εὐλογοῦσε τὰ σταφύλια μὲ εἰδικὴ Εὐχὴ «κατὰ τὴν τῆς Ἐκκλησίας ἀκολουθίαν».Ἡ Τελετὴ αὐτή, ἡ ὁποία πλαισιωνόταν ἀπὸ αὐτοσχέδιους ὕμνους, ἀνταλλαγὴ σταφυλιῶν μεταξὺ Πατριάρχου καὶ Αὐτοκράτορος καὶ γεῦμα, τόνιζε τὴν ἁρμονικὴ συνύπαρξη κοσμικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς Ἐξουσίας καὶ εἶχε τὸν χαρακτήρα τῆς ἀντίδρασης ἀπέναντι σὲ παγανιστικὰ διονυσιακὰ στοιχεῖα ποὺ ἐπικρατοῦσαν τὴν ἐποχὴ ἐκείνη κατὰ τὸν τρύγο, τὸ πάτημα τῶν σταφυλιῶν καὶ τὴν ἀποθήκευση τοῦ μούστου στὰ πιθάρια.Εἶναι σαφές, λοιπόν, ὅτι ἡ Ἐκκλησία κατὰ παλαιὰ συνήθεια εὐλο- γοῦσε πάντοτε τὸν τρύγο καὶ τὰ σταφύλια, ὅπως ἀκριβῶς ἔκανε καὶ μὲ τὶς ἄλλες ἀπαρχὲς καὶ τὰ πρωτογεννήματα. Ὑπάρχει μάλιστα καὶ Κανόνας ποὺ ἐπιβάλλει τὴν εὐλογία τοῦ σίτου καὶ τῆς σταφυλῆς, πρὶν αὐτὰ ἀναλωθοῦν ἀπὸ τοὺς Πιστούς.Συνέχεια αὐτῆς τῆς παράδοσης εἶναι ἀκριβῶς καὶ ἡ εὐλογία τῶν σταφυλιῶν κατὰ τὴν 6η Αὐγούστου, Ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως.Διασώζεται μάλιστα καὶ εἰδικὴ Εὐχή, ἡ ὁποία στὰ χειρόγραφα μαρτυρεῖται ἀπὸ τὸν 10ο αἰώνα, μὲ διάφορους τίτλους, ὅπως «Εὐχὴ τοῦ σταφυλιοῦ», «Εὐχὴ εἰς μετάληψιν σταφυλῆς», «Εὐχὴ ἐπὶ σταφυλῆς καὶ πάσης ὀπώρας», «Εὐλογία ἀμπέλου καὶ σταφυλῆς». Εἶναι λιτὴ καὶ σύντομη Εὐχή, μὲ τὴν ὁποία ἡ Ἐκκλησία εὐχαριστεῖ τὸν Θεό, ποὺ «διὰ τῆς τοῦ ἀέρος εὐκρασίας, καὶ τῶν σταγόνων τῆς βροχῆς καὶ τῆς τῶν καιρῶν γαλήνης» εὐδόκησε, ὥστε ὁ καρπὸς τῆς ἀμπέλου νὰ ὡριμάση φυσιολογικὰ καὶ στὴν κατάλληλη ὥρα, προκειμένου νὰ εὐφραίνη αὐτοὺς ποὺ τὸν γεύονται καὶ νὰ προσφερθῆ «ὡς δῶρον εἰς ἐξιλασμὸν ἁμαρτιῶν, διὰ τοῦ ἱεροῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ». ῞Οπως βλέπουμε εἶναι σαφὴς ἡ σύνδεση τῆς σταφυλῆς μὲ τὴν θεία Εὐχαριστία.Σὲ μεταγενέστερα χειρόγραφα μαρτυρεῖται καὶ ἄλλη «Εὐχὴ εἰς ἀπαρχὰς σταφυλῆς καὶ συκῶν τῆς στʹ τοῦ Αὐγούστου μηνὸς ἐν τῇ Ἑορτῇ τῆς Μεταμορφώσεως», ἡ ὁποία ἀναφέρεται στὴν εὐλογία μόνο τῆς σταφυλῆς καὶ μὲ σαφὴ πάλι ἀναφορὰ στὴν πνευματικὴ ἐλευθερία ποὺ ἐγγυῶνται ὁ Χριστὸς καὶ ἡ Εὐχαριστιακὴ Ζωή.Δὲν εἶναι πάντως σαφὲς ἀπὸ πότε ἡ εὐλογία τῶν σταφυλιῶν, ἀρχαία ὄντως Παράδοση, συνδέθηκε μὲ τὴν Ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως. Ἐὰν λάβουμε ὑπόψη ὅτι ἡ Ἑορτὴ αὐτή, ἀπὸ τὶς ἀρχαιότερες τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας, εἶναι γνωστὴ στὰ Ἱεροσόλυμα ἐπίσημα ἀπὸ τὸν 7ο αἰώνα, καὶ στὸ Βυζαντινὸ Ἑορτολόγιο τὸν 9ο αἰώνα, δὲν ἀποκλείεται ἡ σύνδεση αὐτὴ νὰ ἔγινε ἐξ ἀρχῆς. Ἄλλωστε τότε, στὸ τέλος δηλαδὴ τοῦ 7ου αἰώνος, ἔγινε, ὅπως εἴδαμε, καὶ ὁ ὁριστικὸς διαχωρισμὸς τῶν ἀπαρχῶν ἀπὸ τὴν προσφορὰ τῶν Εὐχαριστιακῶν Δώρων.Τὸ ἐρώτημα ἀσφαλῶς εἶναι γιατὶ τελικὰ τὰ σταφύλια εὐλογοῦνται κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως. Σὲ σχετικὰ παλαιὸ λειτουργικὸ τυπικό, αὐτὸ τῶν Κασούλων (12 αἰ.), σημειώνεται ὅτι ἡ εὐλογία τῶν σταφυλιῶν, γινόταν ἀπὸ τὸν Ἱερέα τὸν Δεκαπενταύγουστο, μετὰ τὴν θεία Λειτουργία.Κάτι ἀνάλογο γινόταν, ὅπως εἴδαμε, καὶ στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου τὸν Δεκαπενταύγουστο ὁ Πατριάρχης εὐλογοῦσε τὰ σταφύλια στὸ Ναὸ τῶν Βλαχερνῶν, παρουσίᾳ τοῦ Αὐτοκράτορος.Οἱ περισσότερες πάντως πηγὲς συνδέουν τὴν εὐλογία τῶν στα- φυλιῶν μὲ τὴν Μεταμόρφωση. Ἡ Τυπικὴ Διάταξη Νείλου Ἱερομονάχου, τοῦ 13ου αἰ., σημειώνει ὅτι «ἐν αὐτῇ δὲ τῇ ἑορτῇ καταλύομεν σταφυλάς, καθὼς τὸ τῆς ἐκκλησίας διέξεισι τυπικόν». Παράδοση τῶν Πατέρων θεωρεῖ καὶ τὸ Τυπικὸ τοῦ Ἁγίου Σάββα τὴν εὐλογία τῶν σταφυλιῶν κατὰ τὴν Ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως.Τὴν ἴδια ἀκριβῶς εἴδηση ἔχει καὶ τὸ Τυπικὸ τοῦ Ρήγα, τὸ ὁποῖο ὅμως προσδιορίζει ἀκριβῶς καὶ τὸ σημεῖο τῆς Λειτουργίας, ὅπου γίνεται ἡ εὐλογία αὐτή: «Μετὰ δὲ τὴν ὀπισθάμβωνον εὐχήν, ψάλλομεν τὸ ἀπολυτίκιον τῆς ἑορτῆς καὶ τὸ κοντάκιον καὶ ὁ ἱερεὺς τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν καὶ εὐλογεῖ διὰ τῆς τεταγμένης εὐχῆς τὰς παρατεθειμένας πρὸ τῆς εἰκόνος τοῦ Χριστοῦ σταφυλάς».Εἶναι φανερὸ ὅτι ὁ χρόνος εὐλογίας τῶν σταφυλιῶν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὶς κλιματολογικὲς συνθῆκες κάθε περιοχῆς καὶ τὴν περίοδο ὡρίμανσης τῶν καρπῶν αὐτῶν.Ἑπομένως, δὲν εἶναι καθόλου παράξενο τὸ γεγονὸς ὅτι ἀλλοῦ τὰ σταφύλια εὐλογοῦντο τὸν Δεκαπενταύγουστο καὶ ἀλλοῦ στὶς 6 Αὐγούστου. Σύμφωνα μάλιστα μὲ ἁγιολογικὲς πηγές, προσφορὰ σταφυλιῶν γινόταν καὶ κατὰ τὴν Ἑορτὴ τῆς ῾Υψώσεως τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, τὴν 14η Σεπτεμβρίου.Ἐκτός, ὅμως, ἀπὸ τὶς κλιματολογικὲς συνθῆκες εἶναι πολὺ πιθανὸ στὴν σύνδεση τῆς εὐλογίας τῶν σταφυλιῶν μὲ τὴν Μεταμόρφωση νὰ ἔχουν συμβάλει καὶ παλαιὲς ἱστορικὲς καταβολὲς τῆς Ἑορτῆς αὐτῆς. Τὸ Ἱεροσολυμιτικὸ Κανονάριο συσχετίζει τὴν Ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως μὲ τὴν Ἰουδαϊκὴ Ἑορτὴ τῆς Σκηνοπηγίας καὶ δὲν εἶναι τυχαῖο πὼς ἕνα ἀπὸ τὰ Ἀναγνώσματα τῆς Ἑορτῆς, ποὺ διαβάζονταν τὴν ἐποχὴ ἐκείνη στὰ Ἱεροσόλυμα, μιλᾶ ἀκριβῶς γιὰ τὴν πλήθυνση τῶν κήπων, τῶν ἀμπελώνων καὶ τῶν συκεώνων.Ἡεὐλογία τῶν σταφυλιῶν κατὰ τὴν Μεταμόρφωση κατανοεῖται ἐπίσης, καὶ μέσα ἀπὸ τὶς θεολογικές, ἀνθρωπολογικὲς καὶ κο- σμολογικὲς διαστάσεις τῆς Ἑορτῆς αὐτῆς. Ὁ Κύριος «ἡμέρας ἓξ» ἢ «ὡσεὶ ἡμέρας ὀκτώ», μετὰ τὴν πρόρρηση τοῦ Πάθους Του, «εἰς ὄρος ὑψηλόν... μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν (Πέτρου, Ἰακώβου καὶ Ἰωάν- νου), καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπον Αὐτοῦ ὡς ὁ ἢλιος, τὰ δὲ ἱμάτια Αὐτοῦ ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς».Αὐτὸς εἶναι ὁ Δημιουργὸς τοῦ κόσμου, ἀλλὰ καὶ ὁ κυρίαρχος τῶν ἐσχάτων. Αὐτὸς εἶναι ἡ Ἄμπελος «ἐν οὐρανοῖς μὲν ἔχουσα τὴν ρίζαν, ἐπὶ γῆς δὲ τὰ κλήματα· ἄμπελος κλαδευομένη τὸ σῶμα, ἀλλ᾿ οὐ τὴν ρίζαν· ἄμπελος μετὰ τρίτην ἡμέραν τοῦ κλαδευθῆναι βλαστάνουσα τὸν βότρυν τῆς ἀναστάσεως».Εἶναι φυσικό, λοιπόν, μὲ τὴν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου νὰ φωτίζεται καὶ νὰ δοξάζεται ὁλόκληρος ὁ κόσμος. Ἡ κτίση φαιδρύνεται καὶ ἀποκτᾶ τὴν λαμπρότητα ποὺ εἶχε κατὰ τὸν χρόνο τῆς δημιουργίας.


Γι᾿ αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν λόγο καὶ ἡ κτίση
, ἀνταποκρινόμενη δοξολογικὰ σ᾿ αὐτὴν τὴν δωρεὰ καὶ τὴν ἐλπίδα, ἀναφέρεται πρὸς τὸν Δημιουργό της καὶ 
Τὸν εὐχαριστεῖ, ἀλλὰ καὶ ἡ ᾿Εκκλησία στὴν πιὸ κατάλληλη Ἑορτή, 
τῆς Δημιουργίας καὶ τῶν Ἐσχάτων τῆς ἀνανέωσης καὶ τῆς ἐλπίδας, συνηθίζει νὰ εὐλογῆ τὸν κόσμο καὶ τὶς ἀπαρχές του, 
ἐπιβεβαιώνοντας ἔτσι ὅτι ἡ ἀνανέωση ἀρχίζει ἀπὸ τὸν Θεό, περνᾶ μέσα ἀπὸ τὴν φύση καὶ καταλήγει στὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ εὐλογία τῶν σταφυλιῶν, τῶν ἀντιπροσωπευτικῶν αὐτῶν ἀπαρχῶν τοῦ κόσμου, εἶναι μία λειτουργικὴ πράξη 
ποὺ τονίζει ἰδιαίτερα τὴν δοξολογικὴ καὶ εὐχαριστιακὴ προσφορὰ τῆς ὕλης καὶ τῶν καρπῶν τῆς γῆς στὸν Δημιουργὸ Θεὸ καὶ κτίστη τῶν ἁπάντων. 
Πολὺ περισσότερο μάλιστα, 
ὅταν ὁ καρπὸς αὐτὸς τῆς ἀμπέλου μᾶς δίδει τὸ κρασί, ποὺ ὁ Χριστὸς εὐλόγησε στὴν Κανᾶ, γιὰ νὰ τονίση τὴν ἐν Χριστῷ μεταμόρφωση τοῦ κόσμου,
 ἀλλὰ καὶ μᾶς παρέδωσε αὐτὸ (τὸ κρασὶ) στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο,
 ὡς τὸ στοιχεῖο ἐκεῖνο, ποὺ μαζὶ μὲ τὸ ψωμί, τὴν ὥρα τῆς θείας Λειτουργίας ἀφθαρτοποιοῦνται χαρισματικά,
 μεταποιούμενα σὲ Κυριακὸ «Σῶμα καὶ Αἷμα», θεία Ευχαριστία.Ἐκτὸς τούτων, ἡ εὐλογία τῶν σταφυλιῶν 
τονίζει καὶ τὴν ἀνάγκη συνεχοῦς πνευματικῆς καρποφορίας καὶ μεταμορφωτικῆς πορείας τοῦ ἀνθρώπου,
 καθόσον «οἱ τῷ ὕψει τῶν ἀρετῶν διαπρέψαντες,
 καὶ τῆς ἐνθέου δόξης ἀξιωθήσονται».


Περιοδικό «Ἐφημέριος», Σεπτέμβριος 2000, σελίδες 11-14. 
Διασκευή, επιμέλεια κειμένου ''ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ'' 

Κυριακή 17 Αυγούστου 2014

ΧΡΟΝΙΚΟ ΜΙΑΣ ΕΑΛΩΜΕΝΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ


 


''Η ατομικότητα του ενός είναι η φυλακή του καθενός. 
Αυτός ο αλαφιασμένος, τεχνοκρατικός πολιτισμός 
άλωσε ανεπαίσθητα τις ισορροπίες των ανθρώπων, 
που μετέχουν ιδεοληπτικά σε υπηρεσίες παροχής ανοικών υπηρεσιών. 
Καλωδιωμένοι επιβάτες πρωινού λεοφωρείου 
με βουλωμένα - από τ' ακουστικά - αυτιά, 
ανθρώπινα κινητά Sumsung που φορτίζουν πλασματικά 
με το πρώτο άδειασμα μιας ημιτασιόν, χαλασμένης μπαταρίας. 
Ηχούν μεγαλοφώνως, 
για να εισακουστεί μια ψευδοειδής φωνή διαμαρτυρίας, 
κάτι σαν στημένη διαδήλωση από ''λαοπρόβλητους'', επιφανείς'' εθνοπατέρες. 
Κάτι σαν αναιρεθέντα, επαναστατικά τραγούδια 
που κατάντησαν εκπτωτικά, λαικά άσματα στα σπίτια των πλουσίων. 
Κάτι τέλος από την - αφάνταστα - ακυρωτική γενιά του Πολυτεχνείου, 
που λιποτάκτησε ανέξοδα στον ορισμό της Εξουσίας''. 

Γ. Δ.


Ταξίδεψα μ' εκείνη την χάρτινη βαρκούλα του σχολείου, 

σε άναρχες αποδράσεις μνήμης,
αυτήν,
που σήμερα οι τεχνολογικοί μας ''επιβήτορες'' θέλουν να την φορτώσουν ευθαρσώς
με σαθρά, πεθαμένα gigabyteς.
Συνάντησα την παλιά μου γειτονιά,
λίγα στενά πιο κάτω απ' τον ημιονηγό αμαξά με τα κεράσια,
που πουλούσε αφειδώς χαμόγελα για χοικά επίπλαστους ανθρώπους.
Είδα την ξύλινη κρεβατίνα της αυλής
με τα μπρούσκα, κατάμαυρα σταφύλια,
τις πήλινες γλάστρες, φουσκωμένες απροσδόκητα από κατιφέδες κι ορτανσίες,
το μάνταλο στην πόρτα κρεμασμένο να αιωρείται
σαν επιδέξια, χειροκίνητο εκκρεμές
και τις βαβούρικες φωνές της γειτονιάς να σφίγγουν μέσα τους
ένα μεγαλοπρεπέστατο περίσσευμα αγάπης!
Αγκάλιασα τους παλιούς πιτσιρικάδες της αλάνας,
γέμισα οσμώμενος τις μανάβικες μυρωδιές της παστής σαρδέλας
και της καπνισμένης ρέγγας και κατηφόρισα πιο κάτω,
για να βρω τον γύφτο αρκουδιάρη,
που έδινε παράσταση στο τέρμα του λασπωμένου δρόμου.
Μιλιούνια άνθρωποι χαμογελούσαν υπερβατικά
σ' ένα λαικό, συνοθύλευμα αγάπης,
που μύριζε μεθυστικά - αρκούντως - φούλια και γαζίες
κι έσταζε αρχοντικά σαν το κόκκινο βύσσινο,
εκείνο το σιροπιαστό γλυκό, της Ευδοξίας!



Όχι, γιατι παφλάζω ανυπότακτα στην ερημία του νοός, αλλά να, γιατι ακόμη κι οι πνευματικά πτωχοί δρασκελίζουν ανεκμυστήρευτα, υπέρμαχα στη θέα του ονείρου. Ο χαμερπής ζυγός του εαυτού μου, αφού ανοικά αδυνατεί την ταύτιση του σήμερα, ως ζήτουλας εραστής μιας περασμένης Άνοιξης, επιδαψιλεύει το έαρ στο κλειδαμπαρωμένο - εν ασφαλεία - παρελθόν του. Όπως εκείνη η παλιά ντιβανοκασέλα της μάννας, που αίφνις μια μέρα βρήκα τον κάτασπρο γιακά από το παλιό Δημοτικό της συνοικίας, μ' αυτόν κι ένα σπασμένο φερμουάρ από την γαλανή ποδιά της αγνοημένης - από χρόνια - αναζητημένης αθωότητας. Θυμήθηκα την ξύλινη, σκαλισμένη κασετίνα, που ωραία αναπαύονταν οι παιδικές γραφίδες κι εκείνα τα μαύρα Faber, τα μολύβια, κι εκείνες οι βίτσες του δασκάλου, που τώρα φαίνονται σαν τα - απαλά σαν χάδι - φρεσκοπλυμένα ρούχα της ταράτσας. Γέμιζε ο αέρας καλοσύνη, που θυμίαζε μια μικροσύμαντη γειτονιά ονείρων. Η γειτονά τότε ήταν μια άλλη θεολογική παραδοχή της αγάπης του πλησίον! Όλες οι πλουμιστές χαρές κι οι θανατηφόροι στεναγμοί έβρισκαν στέγη στο στενό δρομάκι της γωνίας, που έμοιαζε με αυτοσχέδια, λαική ελαιογραφία ξεχασμένη στην οδό Πανδρόσου. Η αγάπη των ανθρώπων έμοιαζε με λεπτό, διηθητικό χαρτί, που διαθλάτο ήσυχα στην εσπερινή σιγαλιά μιας βασιλεμένης ταπεινότητας. Το γυάλινο καντηλάκι αφημένο στην ξύλινη γωνιά μιας ευτυχισμένης κάμαρας, το στόλιζαν τα λευκά, κεντητά σεμέν της βάβως κι οι χάρτινες εικόνες των Αδελφών Απέργη. Η αγάπη ήταν κοινωνικά αποδεκτή στον τίμιο ίδρω, των εργαζομένων την ελπίδα, δεν ήταν εξατομικευμένη παροχή ατομικής αποκλειστικότητας στην δίνη του ενός. Ακόμη κι οι έρωτες είχαν την μοναδικότητα της πρώτης, ιδεατής φοράς, ρομαντικές, χιονάτες ιστορίες γραμμένες με μαύρη πένα σε άσπρη, κατάλευκη σελίδα. Είχαν την εκχεόμενη μυρωδιά ενός θερινού, χαλικοστρωμένου σινεμά, που τις νύχτες στέγαζε κοινά, ομοαδοποιημένα όνειρα, που γίνονταν ευχές στα χείλη των θαμώνων. Σήμερα η αγάπη έγινε καταναλωτικό προιόν περιορισμένης παστερίωσης και προσφέρεται στην συσκευασία του Ενός. Έχει συγκεκριμένη ετικέτα εταιρίας, που το πλασάρει με κατοχυρωμένα, τα πνευματικά της δικαιώματα. Η σημερινή αγάπη είναι η επίπλαστη κούκλα της βιτρίνας, που αλλάζει πάντα ρούχα για να προσάψει στους ανθρώπους τον ψυχαναγκασμό της κατανάλωσης. Είναι η μπίλια του καζίνο, που κερδίζει πάντα μόνο, όταν σταματά στο κόκκινο. Πριν χρόνια είμασταν κοινωνικοποιημένες παρουσίες, που συγκροτούσαν - τέλεια - αγαπητικές ομάδες ομονοημένων, γελαστών ανθρώπων. Τώρα, μοναχικά αγρίμια πορευόμαστε εν μέσω σκιάς θανάτου. Η ατομικότητα του ενός είναι η φυλακή του καθενός. Αυτός ο αλαφιασμένος, τεχνοκρατικός πολιτισμός άλωσε ανεπαίσθητα τις ισορροπίες των ανθρώπων, που μετέχουν ιδεοληπτικά σε υπηρεσίες παροχής ανοικών υπηρεσιών. Καλωδιωμένοι επιβάτες πρωινού λεοφωρείου με βουλωμένα - από τ' ακουστικά - αυτιά, ανθρώπινα κινητά Sumsung που φορτίζουν πλασματικά με το πρώτο άδειασμα μιας ημιτασιόν, χαλασμένης μπαταρίας. Ηχούν μεγαλοφώνως, για να εισακουστεί μια ψευδοειδής φωνή διαμαρτυρίας, κάτι σαν στημένη διαδήλωση από ''λαοπρόβλητους'', επιφανείς'' εθνοπατέρες. Κάτι σαν αναιρεθέντα, επαναστατικά τραγούδια που κατάντησαν εκπτωτικά, λαικά άσματα στα σπίτια των πλουσίων. Κάτι τέλος από την - αφάνταστα - ακυρωτική γενιά του Πολυτεχνείου, που λιποτάκτησε ανέξοδα στον ορισμό της Εξουσίας. Η αγάπη των ανθρώπων - ψυχή μου - έγινε κάτι σαν τους παγωμένες φραπέδες σε πλαστικά, γεμάτα κύπελλα! Πίνονται γρήγορα κι όταν τελειώσουν, πετιούνται ως αναλώσιμες αγάπες, που πέθαναν ηρωικά στην ταχύτητα του χρόνου. Αναζητούμε άρδην κάτι για ν' αλλάξει. Η Ελλάδα χρόνια έμοιαζε με αριστουργηματική ακουαρέλα του Θεόφιλου, έπειτα στον εξελληνισμένο σουρεαλισμό της οπτικής αποδυναμώθηκε - τα μέγιστα -η ταυτοποίηση του Έλληνα με την προγονική καταγωγή του. Τώρα σαν σύγχρονη, άφυλη και σηψαιμική conchitta, βολεύεται ερμητικά σαν απλός παρατηρητής των δρώμενων, τρέχει τρελλά στην κούρσα του θανάτου και αυτοϊκανοποιείται σαδιστικά με την καθολική της πτώση. Ακόμα και την Πίστη, την κάναμε ανταγωνιστική διαλογή ορθόδοξης ποιότητας, ιδεαλιστική εντρύφηση σε ατέρμονα δοκίμια, εισαγόμενη μάρκα ιταλικού, ευρωπαικού οίκου. Τώρα νύχτωσε κι απόψε - ψυχή μου - τα όνειρα σαν τους αγγέλους δεν στερεύουν, το μόνο που απέμεινε είναι ο Θεός να μας μαζέψει. Ξεφύγαμε κατά πολύ στην έρημο του σκότους, τις νύχτες κάνω όνειρα μέσα από την εξατομικευμένη φυλακή μου, δεσμώτης και δικαστής είναι ο εαυτός μου. Προσπαθώ να δραπετεύσω απ' το κελλί, που επιμελήθηκα με τόσο πάθος, χρόνια αξημέρωτα, που ανέξοδα χάθηκαν στον Χρόνο. Εαλωμένες μέρες προαναγγελθέτος, πρώιμου θανάτου. Κι όμως και μέσα από την φυλακή η ψυχή αποκαθαίρεται, έχει δικαίωμα στο Όνειρο σαν νυχτερινή πυγολαμπίδα, που τις κυνηγούσαμε μικρά σαν βγαίναν τα τριζόνια. Τώρα μεγαλωμένα παιδιά στην άσφαλτο της ξεφτισμένης πόλης ψάχνουμε απελπιστικά την χαμένη ενανθρώπισή μας, το Φύλλο Πορείας της εν Χριστώ μετάθεσής μας, το Απολυτήριο ζωής, που αγωνιζόμαστε να γράφει... ''Με διαγωγή - εν Χριστώ - Κωσμιωτάτη''! Ακόμη ακούω στ' αυτιά μου τον Χορν να σιγομουρμουρίζει ανέκφραστα, γαλήνια... ''Γεια σας. Ήρθα για να σας δείξω ο ίδιος την Οδό Ονείρων. Δεν ξεχωρίζει. Είναι ένας δρόμος σαν όλους τους άλλους δρόμους της Αθήνας. Είναι, ας πούμε ο δρόμος που κατοικούμε. Μικρός, ασήμαντος, λυπημένος, τυραννικός, μα κι απέραντα ευγενικός... Εδώ τελειώνει η μουσική για την οδό ονείρων. Εδώ τελειώνουν τα όνειρα. Που μου δανείσατε οι ίδιοι μια βραδυά, δίχως να το γνωρίζετε. Τώρα είναι αργά. Κι όλοι οι φίλοι μου έχουν αποκοιμηθεί. Εγώ αθεράπευτα πιστός σʼαυτόν τον δρόμο θα ξαγρυπνήσω ως το πρωί, για να μαζέψω τα καινούρια όνειρα που θα γεννήσετε. Να τα φυλάξω και να σας τα ξαναδώσω μια άλλη φορά, πάλι σε μουσική. Καληνύχτα...''!



  Σήμερα οι άνθρωποι απαγχόνισαν την - αρχοντικά-εννοούμενη, καλοσυνάτη αγάπη, 
που περνούσε αναντίρρητα μέσα από μια 
διθυραμβική, καλοθρεμένη ταπεινότητα 
και ζωγράφιζε περίτεχνες πινελιές απαλένιας αθωότητας, 
πάντα στα χρώματα του άσπρου. 
Αποσχημάτησαν την ζωή από την φυσική, θεόδρομη πορεία της, 
αποκαθήλωσαν την εικόνα του Θεού στα σταυρικά τους μάτια 
και μετασχηματίσθηκαν σε αριθμημένους, τσίγκινους στρατιώτες, 
πληκρολογημένοι επιμελώς απ' τους υπολογιστές της Microsoft. 
Η αγάπη πλέον δεν μοιράζεται το οικογενειακό τραπέζι, 
δραπέτευσε συντονισμένα στην χώρα του Ποτέ, 
λιποτάκτησε έξαλλα από την πατρική της ποίμνη 
και τώρα αποσαθρώνεται σε ταριχευμένες σταλαγματιές, εγωικής αγαπολογίας. 
Οι άνθρωποι πλέον αγαπούν με ημερομηνία λήξης, 
την επιλέγουν, 
κάνοντας έρευνα αγοράς για να δουν το κόστος και διαρκεί, 
όσο κρατάει ένας καφές σε διπλό, πορσελάνινο φλυτζάνι.
Απωλέσαμε την χαμένη αθωότητα της αποπνευματικοποιημένης κοινωνίας μας, 
αφορίσαμε την ποίηση μέσα από την ελληνική ψυχή μας και, 
ως βάρβαροι, επιδρομικοί κατακτητές 
σκοτώνουμε αυτά που μας καθαίρουν. 
Γίναμε πλέον απρόσωπες μονάδες ατομικής αγάπης 
κι αν τύχει και την δώσουμε, 
αυτή προσφέρεται σε συσκευασία του Ενός. 
Εξέλιπε ο Χριστός απ' την καρδιά μας, 
εξέλιπε κι αγάπη απ' τα παιδιά μας...



Η φωτογραφία του άρθρου ανήκει στον Πρωτοπρεσβυτέρο, π. Μιχαήλ Κωσταντινίδη.


Γιώργος  Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2014

Η ΘΕΟΜΗΤΩΡ Η ΤΣΙΓΓΑΝΑ ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΟΣΤΑΤΕΣ ΑΝΘΡΩΠΟΙ


  


Η Κυρία Θεοτόκος όταν φανερώθηκε στον πρώτο ερημίτη του Άθωνα, 

τον άγιο Πέτρο (655—681) και μετά από τέσσερις ως πέντε αιώνες στον ηγούμενο της Μεγίστης Λαύρας Νικόλαο

 και στον ένα και στον άλλο είπε:

 « Η κατοίκησή σας και η κατά Θεόν ανάπαυσή σας αλλού πουθενά δεν θα είναι

 παρά μόνο στο Όρος του Άθωνος, 

το οποίον έλαβα από τον Υιόν και Θεόν μου να είναι κλήρος δικός μου, 

στον οποίον εκείνοι που θέλουν να αναχωρήσουν από τις κοσμικές φροντίδες συγχύσεις,

 να έρχονται σ” αυτό και να δουλεύουν στο περιβόλι αυτό, να καλλιεργούν την αρετή,

 την καθαρότητα της καρδιάς και την αγνότητα της ψυχής τους και από τώρα 

και εμπρός θα λέγεται από όλους «Άγιον Όρος» «Αγιον Όρος τουτεΰθεν κεκλήσεται… 

καί περιβόλι δικό μου».

«Υπόσχομαι δε, πολύ να αγαπώ,

 να βοηθώ και να σκέπω εκείνους, 

που με άδολη καρδιά έρχονται να δουλέψουν ολόψυχα στο Θεό, να προσεύχονται αδιάκοπα για την ψυχή τους,

 να παρακαλούνε το Θεό για την Εκκλησία Του και όλο τον κόσμο να τον φωτίσει ο Θεός

 να γίνουν όλοι πρόβατα γνήσια και άδολα του Χρίστου και Θεού μας.»



«Με το έλεος και τη χάρη του Υιού και Θεού μου θα γεμίσει από την μια άκρη ως την άλλη το Όρος τούτο από Μοναχούς πλήθος πολύ ευσεβών και Ορθοδόξων. Για τούτο χαίρεται και αγάλλεται το πνεύμα μου, διότι όλοι αυτοί, θα υμνούν, θα ευλογούν και θα δοξάζουν το πάντιμον και μεγαλοπρεπές όνομα της Παναγίας Τριάδος.


Από αυτούς τους Μοναχούς, με τα σημεία και θαύματα που θα κάνουν, με την καθαρή και άγια ζωή τους, θα δοξάζεται και θα μεγαλύνεται, σε όλα τα πλάτη και τα μήκη, σε Ανατολή και Δύση, σε Βορρά και Νότο το όνομα του Θεού από όλον τον κόσμο.»


«Από την θλίψη, τη στενοχώρια, τους πειρασμούς, τα σκάνδαλα και τις στερήσεις που θα υπομένουν οι Μοναχοί αυτοί, θα μάθει ο κόσμος να κάνει υπομονή στις δύσκολες στιγμές της ζωής του.»


«Για όλα αυτά δε που θα υπομένουν αυτοί και δι' αυτών όλος ο κόσμος, θα παρακαλέσω τον Υιόν και Θεόν μου να συγχώρεση τις τυχόν ελλείψεις τους και να τους αξιώσει θείων και ουρανίων χαρισμάτων. Θα παρακαλέσω να τους χαρίσει ειλικρινή μετάνοια και φωτισμό για να κάνουν καλήν απολογία, κατά την ημέρα εκείνη την μεγάλη και επιφανή της Δευτέρας Παρουσίας και στη μέλλουσα δίκαια Κρίση να τύχουν του απείρου ελέους.


Αλλά και στην παρούσα ζωή θα έχουν κι από μένα μεγάλη βοήθεια, διότι θα τους ελαφρύνω τους πόνους, τους κόπους, τις πίκρες και θα αποδιώχνω τους νοητούς και αισθητούς πειρασμούς, που θα τους γίνονται από τον εχθρό και επίβουλο Διάβολο και πολέμιο του ανθρωπίνου γένους».


Στην πανώρια αυτή περιοχή της Βίγλας, που έχει πολύ ανοιχτόν ορίζοντα προς όλες τις κατευθύνσεις και βλέπει τα απέραντα γαλανά νερά του Αιγαίου Πελάγου, τον δέκατο τέταρτο αιώνα ήρθε και αρκετά χρόνια εφησύχαζε, ο νηπτικώτατος πατήρ και διδάσκαλος άγιος Γρηγόριος ο Σιναίτης, ο οποίος δίδαξε και ανέδειξε πολλούς μαθητές της νηπτικής θεωρίας και πρακτικής καρδιακής προσευχής.


Μεταξύ των μαθητών του, σαν αστέρι πρώτου μεγέθους έλαμπε ο απλός και αγαθός Μάρκος, ο οποίος στην τοποθεσία αυτή αξιώθηκε να δει θαυμάσιο και υπερφυσικό όραμα: Στο υψηλότερο και πιο θεαματικό μέρος της «βίγλας», είδε σε ζωντανή εικόνα το τελευταίο μεγαλυνάριο, που ψάλλομε στο τέλος του μεγάλου Παρακλητικού Κανόνα της Παναγίας που λέγει:


«Χρυσοπλοκώτατε πύργε, καί δωδεκάτειχε πόλις, ἡλιοστάλακτε θρόνε, καθέδρα τοῦ βασιλέως, ἀκατανόητον θαῦμα, πῶς γαλουχεῖς τὸν δεσπότην.» Δηλαδή είδε ένα χρυσόπλοκο και χρυσόκτιστο πύργο, πάνω στον οποίον ήταν ολοφώτεινος και ηλιοστάλακτος θρόνος. Επί του θρόνου αυτού, σα Βασίλισσα ουρανού και γης κάθονταν η Κυρία και Δέσποινα του κόσμου, Υπεραγία Θεοτόκος και Αειπάρθενος Μαρία, φέρουσα στην αγκαλιά της, τον Υιόν και Θεόν Της, Κύριον και Σωτήρα ημών Ιησούν Χριστόν.


Στον πύργο αυτόν, γύρω-γύρω σαν τείχος, ήταν δώδεκα ολόχρυσοι θρόνοι, επί των οποίων κάθονταν οι δώδεκα άγιοι Απόστολοι του Κυρίου, οι οποίοι, μαζί με τα Αγγελικά Τάγματα και τους αγιορείτες Πατέρες, υμνούσαν, ευλογούσαν και δοξολογούσαν τον Κύριο της δόξης και Θεόν, τιμώντες ταυτόχρονα με ύμνους και μεγαλυνάρια, την Παναγία Μητέρα, του Υιού και Λόγου του Θεού, Θεοτόκο Μαρία.


Γύρω δε από όλους αυτούς ήταν άπειρο πλήθος Μοναχών και χριστιανών, που δοξολογούσαν κι αυτοί το Θεό και την μητέρα του Χριστού και θαύμαζαν τη δόξα και χάρη της Παναγίας Θεοτόκου και εμακάριζαν την «αειμακάριστον και παναμώμητον και μητέρα του Θεού ημών».


Και εφόσον γίνονταν αυτά στο ανατολικό μέρος, ο άγιος Μάρκος, γύρισε δυτικά και βλέπει μακριά και σε μεγάλη απόσταση, από την Παναγία, μια τσιγγάνα – γύφτισσα – η οποία έκανε διάφορα αστεία και κωμικά νούμερα, θεατρικές κινήσεις, ξεγυμνώματα και διάφορες άλλες ασχήμιες και ξεδιάντροπες παραστάσεις.


Είχαν και κει μαζευτεί μερικοί άνθρωποι, που περιεργάζονταν, και χάζευαν και διασκέδαζαν με τις επιδείξεις και άσεμνες σκηνές που έκανε η γύφτισσα.


Τότε με φρίκη, παρατήρησε, ο άγιος Μάρκος, πως λίγοι-λίγοι από τους χριστιανούς, αλλά κι από τους Μοναχούς ακόμη, οι οποίοι πρώτα ήταν κοντά στην Παναγία και υμνολογούσαν το Θεό, άφηναν το χώρο του χρυσού εκείνου πύργου, που υμνολογούσαν το Θεό Άγγελοι και Άγιοι και νικώμενοι από σατανική περιέργεια, γύριζαν προς το μέρος εκείνο της τσιγγάνας,


πήγαιναν κοντά της, τους άρεσαν οι επιδείξεις της, κι έτσι άρχισαν σιγά-σιγά και δειλά-δειλά να φεύγουν όλοι από τη θεία ομήγυρη και λαμπρή εκείνη δόξα της Παναγίας και να πηγαίνουν κοντά στη γύφτισσα, φοβερό και τρομερό όραμα, αλλά αληθινά προφητικό.



Η Παναγία έμεινε μόνη, με τους Αγγέλους και τους Αγίους και με λίγους 

καλούς Μοναχούς και πιστούς χριστιανούς, με τους οποίους ακατάπαυστα υμνούσε

 και δοξολογούσε τον Κύριο της δόξης.

 Με λύπη της δε πολλή έβλεπε τους άλλους πού΄φευγαν και προτιμούσαν 

να ιδούν τα έσχη και να ακούσουν τα αδιάντροπα τραγούδια της πόρνης τσιγγάνας, 

παρά να μένουν και με την Παναγία και τους Αγίους να δοξολογούν τον Κύριο.

Ο άγιος Μάρκος, 

όσο στην αρχή χάρηκε, που είδε την Παναγία να αστράφτει περισσότερο από τον ήλιο,

 και τους αγίους Αποστόλους, με τα ουράνια Τάγματα των Αγγέλων και των Αγίων, 

που προσευχόντουσαν και δοξολογούσαν το Θεό, τόσο λυπήθηκε περισσότερο 

και τον κατάλαβε φόβος και τρόμος, σαν είδε τους ανόητους εκείνους ανθρώπους 

και καλογήρους ακόμη να εγκαταλείπουν τη Βασίλισσα των Αγγέλων και να προτιμούν

 μια βρωμερή, ακάθαρτη και κατά πάντα βέβηλη πόρνη γυναίκα. 

Να προτιμούν τα ανήθικα ρυπαρά και τραγούδια, από τους θείους ύμνους 

και την ακατάπαυστη δοξολογία του Θεού και να πηγαίνουν κοντά στα όργανα του σατανά !

 



Πηγή: ''ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ''
Ανδρέα Μοναχού Αγιορείτη,
Γεροντικό Αγίου Όρους,
όμ. Α΄, ΑΘΗΝΑ 1980, σ. 201 κ.ε.
Επιμέλεια, διασκευή ''ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ''.


Σάββατο 9 Αυγούστου 2014

ΤΟ ΛΙΒΑΝΙ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ




Εδώ ενθυμήθηκα να την υπομνήσω, 

δια την κακήν μεταχείρισην, όπου κάμνουν την σήμερον, 

όχι μόνον λαϊκοί, αλλά και Ιερωμένοι και Αρχιερείς, 

εις το χόρτον το καλούμενον Νικοτιανήν, 

το οποίο ευρεθέν εις μίαν επαρχίαν της Βορείου Αμερικής, καλουμένην Ανθέαν,

 και προσφερθέν από τον πρέσβυν του Πορτογάλλου, ως ένα θαύμα του νέου Κόσμου,

 προς την Αικατερίνην Βασίλισσαν της Γαλλίας, ονομάσθη από αυτήν με τούτον τον υψηλόν τίτλον 

«Χόρτον Βασιλικόν».

Έστι δε τούτο,

 ο κοινώς παρά πάντων λεγόμενος Καπνός. 

Παρακαλώ λοιπόν τον Πανιερώτατόν μου Δεσπότην, να μη μιμηθεί τους κακώς μεταχειριζομένους το χόρτον τούτο,

 και εις κάθε καιρόν, 

και εμπρός εις κάθε πρόσωπον, βάλλοντας τούτο εις το στόμα, και εις τους μυκτήρας, 

διατί Α) αυτή η μεταχείρησις είναι ενάντια εις την χρηστοήθειαν, η οποία είναι μία εξαίρετος αρετή από τας ηθικάς.

Β) διατί αυτή είναι ανοίκειος εις τον υψηλόν χαρακτήρα της Ιερωσύνης, και Αρχιερωσύνης, και 

Γ) διατί είναι ενάντια εις την υγείαν του σώματος.




Είναι ενάντια εις την χρηστοήθειαν, διατί αν ο όρος της χρηστοήθειας ο αληθινός είναι, κατά την διδασκαλίαν του Γαλατείου κάθε πράγμα όπου ημπορεί φυσικώς να βλάψει τας αισθήσεις, ή την φαντασίαν των ευγενών και να προξενήσει αηδίαν. Ποιος δεν βλέπει, ότι η μεταχείρησις του καπνού, αναιρεί τούτον τον όρον της χρηστοηθείας, και αντεισάγει ήθη βάρβαρα, ήθη αγροίκα, και ήθη αηδή και εις τους βλέποντας και εις τους ακούοντας και εις τους φανταζομένους; Η χρηστοήθεια διδάσκει τον άνθρωπον, όταν καθαρίζει τας ακαθαρσίας της ρινός του, να γυρίζει το πρόσωπον από το άλλο μέρος, ώστε όπου να μην βλέπει τινάς άλλος, ούτε αυτός ο ίδιος εκείνην την ακαθαρσίαν όπου εκβάλει εις το μανδηλιόν του.


Ο δε καπνός αναρροφώμενος από τους ρυπαρούς μυκτήρας, κάμνει να σταλάζει από την ρίνα, η χυδαία λάσπη εκείνη και να δέχεται εις πλατέα και ρυπαρώτερα μανδήλια έμπροσθεν εις τα πρόσωπα των άλλων. Η χρηστοήθεια διδάσκει, όταν έχει τινάς να πτερνισθή έμπροσθεν εις συντροφίαν άλλων, να πολεμή να εμποδίζει το πτέρνισμα, η να το καταθλίβη με το μανδήλιον, δια να μην ηχήση, ωσάν Σάλπιγξ κεράτινη η ρίνα του, και να προξενήση αηδίαν και ταραχήν.Αλλα οι βάλλοντες και σπρώχνοντες με τα δάκτυλα εις την μύτην την σεσαθρωμένην κόνιν, και κνίζοντες το τετριχωμένον όργανον της οσφρησεώς των, προσκαλούσι, δια να ειπώ έτσι, μόνοι των, και κινούσι το πτέρνισμα, το οποίον είναι ένα σάλευμα του εγκεφάλου, τόσον βίαιον, και φοβερόν, ώστε οπού προσκαλεί την ουράνιον βοήθειαν και κάμνει τους ακροατάς να επιφωνούν τα λόγια ταύτα: υγιαίνοις!


Σωθείης! Ο Θεός να σοι βοηθήση! Το φρικωδέστερον όμως θέαμα είναι, το να βάλλη τινάς εις το στόμα του, το στόμα ενός τορνευμένου και βρωμερού κέρατος, ή καλαμίου, και ξύλου τρυπημένου, και από εκείνο το λαυρώδες και καπνισμένον ξύλον, να καταρροφά την ταρταρώδη αναθυμίασιν του καπνού, δια μέσου του λάρυγγος του, και εξατμίζοντας αυτήν, να εκβάλλη, ωσάν από αναμμένον καμίνι, καπνόν από το στόμα, και από τους μυκτήρας, καθώς και οι ίπποι του Διομήδους, και οι ταύροι του Ιάσωνος, εξερνούσαν από το στόμα, και την μύτην, καπνόν, και σπινθήρας. Και ημπορεί να ευρεθή κακαοθεστέρα, ή αηδηεστέρα, και βδελυρωτέρα πράξη από αυτήν;


Β) Η μεταχείρησις του καπνού είναι ανοίκειος εις τον υψηλόν χαρακτήρα των Αρχιερέων, και Ιερέων. Διατί ο Αρχιερεύς είναι τύπος Θεού, και Εικών του Ιησού Χριστού όθεν και όλα του τα ήθη πρέπει να είναι Χριστομίμητα, σεμνά και πρόξενα, όχι σκανδάλου, αλλά ωφελείας εις τον λαόν. Ποίαν δε σεμνότητα έχει η άσεμνος μεταχείρησις του βρωμερωτάτου χόρτου; Ή ποίαν ωφέλειαν, μάλλον δε ποίον σκάνδαλον δεν προξενεί εις τους Χριστιανούς, το να βλέπουν τον Αρχιερέα, και Ιερέα των, να βαστάζη με τους οδόντας του μίαν μακριάν Βέργαν τρυπημένην; Να ανάπτη ένα χοάνηρα εις την άκραν; Να ευγάνη από την μύτην και από το στόμα καπνόν δυσωδέστατον; Και να είναι γεμάτος ο οίκος του, από ένα παχύ και μαύρον σύννεφον μιάς συγχαμεράς αναθυμιάσεως;


Οι Αρχιερείς, και οι Ιερείς, έχουν χρέος να πνέουν ευωδίαν Πνευματικήν από όλας τας αισθήσεις, εις τρόπον όπου να ευωδιάζουν όλους τους πλησιάζοντας εις αυτούς. Τόσον τους Χριστιανούς, όσον και τους εθνικούς, καθώς λέγει ο Παύλος: «ότι Χριστού ευωδία εσμrν τω Θεώ εν τοις σωζομένοις καv εν τοις απολλυμένοις» (Β' Κορινθ. 2:15).Όταν δε αυτό και διά της ρινός, και διά του στόματος ροφώσι, και πίνωσι την δυσωδεστάτην αποφορά του καπνού, την οποία πολλοί μη υποφέροντες, λειποθυμούσι, πώς έπειτα έχουν να είναι, κατά το επαγγελμάτων, ευωδία, και οσμή ζωής εις τους πλησιάζοντας;


Διά τούτον και εις όλον το ευσεβέστατον Βασίλειον της Ρωσσίας, είναι νόμος απαράβατος, το να μη μεταχειρίζονται όλως έμπροσθεν των ανθρώπων καπνόν, όλα τα τάγματα των Ιερωμένων, και Κληρικών, ούτε διά της ρινός, ούτε διά του στόματος, και όποιος τούτο ποιήση, νομίζεται από τους πολλούς, τόσον παράνομος, ωσάν σχεδόν να επόρνευσε. Γ) δε και τελευταίον η κακή και υπερβολική μεταχείρησις του καπνού, είναι και εναντία και εις αυτήν ακόμη την υγείαν του σώματος. Διατί πολλοί τους τούτον συνεχώς μεταχειριζομένους, ευρέθησαν μετά θάνατον, έχοντες τα σπλάχνα κεκαυμένα, και τον εγκέφαλον εξηραμένον, και καπνισμένον. Διατί ο εγκέφαλος, συνεχώς αναρροφώντας τον καπνόν, όχι μόνον καταδαπανά τον περιττόν χυμόν, αλλά και τον φυσικόν ακόμη και συστατικόν του.



Όθεν δεν είναι τινάς σχεδόν από εκείνους τους ιδίους όπου μεταχειρίζονται συνεχώς το χόρτον τούτο, 

όπου να μην ομολογή, 

ότι η χρήσις αυτού είναι περισσότερον μία κακία, παρά χρεία, και να μην καταδικάζει 

διά τούτο τον εαυτόν του.

Αλλά και οι Ηθικοί Φιλόσοφοι όλοι κοινώς κατηγορούσι την συνεχή, και έμπροσθεν 

εις τους άλλους μεταχείρισιν του καπνού, ως χυδαίαν και αγροίκον.

Πλήν εάν τινάς, 

Αρχιερεύς, ή Ιερεύς, θέλει να μεταχειρισθή το χόρτον του καπνού, μόνον και μόνον

 διά υγείαν του σώματος, (Ιατρικόν γαρ τούτο γίνεται, κατά τους Ιατρούς,

 εις τους δακρύοντας οφθαλμούς, και εις τας πονεμένας πληγάς, και εις τους πυρετούς) 

ας το μεταχειρίζεται,

 είτε διά της ρινός, είτε διά του στόματος. 

Ουχί όμως έμπροσθεν άλλων, αλλά κατ' ιδίαν και προς ιατρείαν μόνην, 

ουχί δε προς ηδονήν και ευχαριστία.




Πηγή: ''Η Αγκαλιά της Παναγίας''
Του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη 
από το βιβλίο 
«Εγχειρίδιο συμβουλευτικόν. Περί φυλακής των πέντε αισθήσεων»
Επιμέλεια, διασκευή ''ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ''.



                                                                                                                  

Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης


ΣΑΤΑΝΙΣΜΟΣ.Η ΜΑΣΤΙΓΑ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ


 


Οι σατανισταί, τά «μέντιουμ», οἱ «πνευματισταί», οἱ αἱρέσεις,

 οἱ ἂθεοι, οἱ σαρκολάτρες, οἱ χρηματολάτρες, οἱ παιδεραστές, οἱ πάσης φύσεως ἒκνομοι

 καί παράνομοι, κάνουν…χρυσές δουλειές.

Τελευταίως,

 ὃλο καί αὐξάνουν ἐνέργειες ἀνθρώπων οἱ ὁποῖες εἶναι ἀκατανόητες, τόσο ἐξ ἀπόψεως σκληρότητος,

 ὃσο καί ἐξ ἀπόψεως σχέσεών τους μέ τήν ἀνθρώπινη, κοινή. Λογική.

Ἂγριες δολοφονίες, ἐπιθέσεις ένόπλων σέ Σχολεῖα, δολοφονίες νηπίων 

ἀπό τούς ἲδιους τους τούς «γονεῖς», συνθήματα γραμμένα σέ τοίχους καί 

ἂλλα πολλά ἀκατανόητα γιά τόν ἀνθρώπινο νοῦ, 

τά βλέπομε καθημερινῶς νά πληθαίνουν.

Κινηματογράφος, τηλεόραση, μουσική, στίχοι τραγουδιῶν καί γενικῶς τό θέαμα καί ἡ «τέχνη»,

 ἀσχολοῦνται κυρίως μέ δράκουλες, βαμπίρ, τέρατα, ἐξωγήινους, αἷμα, σαρκολατρεία, 

ἀθωώνουν τά ναρκωτικά καί «θεοποιοῦν» τό χρῆμα…!

Προσφάτως, 

εἲχαμε καί πάλι τά φρικτά ἐγκλήματα πού διέπραξαν νεαρά ἂτομα, καί δήλωσαν 

χωρίς νά ἒχουν τό παραμικρό πρόβλημα, 

πώς ὃ,τι ἒκαναν τό ἒκαναν 

ὡς «προσφορά καί θυσία» στόν σατανᾶ..!


 

Καί τό θέμα, σιγά-σιγά ξεχάστηκε ἀπό τά, λαλίστατα» κατά τά ἂλλα, Μέσα Μαζικῆς Τυφλώσεως, τά ὁποῖα ἐνδιαφέρονται πιό πολύ γιά το τί ἒκανε ἢ τι εφαγε ὁ «Α» ἢ ὁ «Β» «τενεκεδένιος» ἀστέρας.Καί ἐδῶ, πρέπει νά σταθοῦμε στό τεράστιο θέμα τοῦ ΠΩΣ φθάσαμε μέχρις ἐδῶ, ΓΙΑΤΙ γίνονται ὃλα αὐτά, καί ΤΙ πρέπει νά κάνωμε γιά νά περιορίσωμε τά ἐπικίνδυνα αὐτά φαινόμενα.Ἡ ἀπάντηση σ’ αὐτά τά ἐρωτήματα, κρύβεται στόν τρόπο πού αντι- μετωπίζει ὁ σύγχρονος ἂνθρωπος τήν ζωή, τήν ὓπαρξή του ὡς ἂνθρωπος καί ὡς πλᾶσμα Θεοῦ.Ἡ Νεολαία μας, μή ἒχοντας παραδείγματα κατάλληλα, μή ἒχοντας «ἀντισώματα» πού θά τήν προστατεύσουν ἀπό τίς λυσσασμένες ἐπιθέσεις τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων πού ὃλο καί ἐντείνονται, γίνονται εὒκολη λεία στά νύχια τῆς κάθε μορφῆς παραβατικοτητος πού ἐπιδέξιοι καί καλοδασκαλεμμένοι ἰνστρούχτορες τῆς προβάλλουν ὡς τρόπο ζωῆς.Ὃλο καί περισσότεροι ἂνθρωποι σήμερα, ἁπλῶς συμβιώνουν κάτω ἀπό τήν ἲδια στέγη καί νομίζουν πώς ἡ δημιουργία οἰκογενείας, ἡ ὁποία συμπληρώνεται καί ἀπό παιδί ἢ παιδιά, ἁπλῶς τούς….ἐμποδίζει ἀπό τοῦ νά διασκεδάσουν, νά ξενυχτήσουν καί νά καλοπεράσουν χωρίς εὐθῦνες.Πᾶνε σέ ἓνα Δημαρχεῖο, συμφωνοῦν νά ζήσουν μαζί, χωρίς συναί- σθηση τῶν ἐννοιῶν Γᾶμος, Οἰκογένεια, καί τοῦ τί σημαίνει ἡ λέξις «Παιδιά».Πολλοί θεωροῦν πώς εἶναι μέσα στήν «μόδα», ἂν ἒχουν «σύντροφο» καί ὂχι Σύζυγο. Ἒτσι, ἁπλῶς συζοῦν, κάνουν μάλιστα καί παιδιά τά ὁποῖα τά βλέπουν κάπως σάν ..«σκυλάκια» συντροφιᾶς ἢ καί σάν ἐμπόδιο στήν συνέχιση τῆς ἀνέμελης ἁμαρτίας τους, μή ἀναλογιζόμενοι πώς ἡ λεξις Σύζυγος περιέχει τήν ἒννοια «ζυγός» πού σημαίνει ἀγώνα, προσπάθεια καί συτροφικότητα σέ χαρές καί λύπες.Βλέπομε νά θέλουν οἱ ὁμοφυλόφιλοι νά …«παντρεύωνται» ἀλλά καί νά θέλουν νά ἒχουν παιδιά υἱοθετημένα…!Βλέπομε λαούς νά ἒχουν ἐπίσημα «Κόμματα παιδοφίλων» ἢ καί ἐπι- σημοποιημένη τήν κτηνοβασία καί τούς θεωροῦμε «προοδευμένους»!Πλήρως ξεκομμένοι ἀπό τήν Πίστη μας, δέν ξέρουν τί θά πῆ Ἑκκλησιασμός, ἐξομολόγησις, Θεία Κοινωνία…!Τά πρωινά τῆς Κυριακῆς τά θέλουν γιά ξεκούραση καί τους ἐνωχλοῦν τά κτυπήματα τῆς Καμπάνας, πού κάποτε ἠχοῦσε στά αὐτιά τῶν ἀνθρώπων σάν γλυκόλαλο κάλεσμα κοντά στόν Θεό.Τά παιδιά, μπροστά σ’ ἓναν Ὑπολογιστή, ἀφήνουν «ἣσυχους» τούς «γονεῖς» νά πᾶνε ὃπου θέλουν, ἀσχέτως ἂν αὐτά, μέσα ἀπό τούς ὑπολογιστές, χὠνονται πολύ βαθειά σέ σατανικά κυκλώματα πού τά παρασύρουν σέ ἀκατανόμαστες πράξεις, ἀκόμα καί σέ αὐτοκτονίες…!Τά παιδιά, ἒχουν τήν άνάγκη νά ἒχουν ἓνα στήριγμα, ἓνα παράδειγμα καί νά ἐπικοινωνοῦν μέ τούς γονεῖς τους μέ σεβασμό ἀλλά ὡς φίλοι.Θέλουν νά μάθουν, θέλουν νά ρωτήσουν, θέλουν νά στηριχθοῦν κάπου καί ἒτσι, μή ἒχοντας σωστές ἀπαντήσεις στίς ἀπορίες καί τίς ἀνησυχίες τους, ἀκοῦν τούς ἐπιτηδίους πού κατακλύζουν αὐτά τά μηχανήματα, πού ἐνῶ εἶναι χρήσιμα στά χέρια ἐμπείρων καί ὠρίμων ἀνθρώπων, γίνονται ΔΟΛΟΦΟΝΙΚΑ ὃπλα γιά τίς άθῶες καί παραπαίουσες παιδικές ψυχές.Βλέπουν μάγους, παιχνίδια δολοφόνων, τά «καλά» τῶν ναρκωτικῶν, παγιδεύονται ἐντυπωσιασμένα ἀπό τίς φαντασμαγορικές παρουσίες τενεκεδένιων εἰδώλων καί στό τέλος, πάρα πολλά ἐξ αὐτῶν, πολύ περισσότερα ἀπό ὃσο φανταζόμεθα, καταλήγουν στά νύχια τῶν σατανιστῶν.Ὁ καταναλωτισμός, ἡ σπατάλη, ἡ κακῶς ἐννοουμένη «καλοπέραση», ὁ εὒκολος καί διά παντός μέσου πλουτισμός πού γίνεται αὐτοσκοπός μέ τήν ἐπιδέξια προβαλλλομένη λατρεία πρός τό χρῆμα, ἡ «καπατσωσύνη» τοῦ νά ζῆ κάποιος ἐκμεταλλευόμενος ἂλλους, ἡ ἒλλειψις ἠθικῶν φραγμῶν καί ὁ ἐγωισμός εἶναι οἱ βασικές αἰτίες πού ἒρριξαν τήν ἀνθρωπότητα ὁλόκληρη, πολλές φορές, σέ «οἰκονομικές κρίσεις», μέ δυστυχία, ἀνέχεια καί βάσανα.Καθημερινῶς γινόμεθα μάρτυρες περιπτώσεων μεγάλης παλιανθρωπιᾶς, βλέπομε ἀπαταιωνιές, βλέπομε ἀδικαιολόγητους πλουτισμούς, βλέπομε τεράστιες παρανομίες καί πολλά φαινόμενα διαφθορᾶς νά ἒρχωνται στό φῶς (κάλλιο ἀργά παρά ποτέ)Καί οἱ δημιουργοί αὐτῶν τῶν κρίσεων, ἐκμεταλλευόμενοι τίς δημιουργούμενες ἀνάγκες, παγιδεύουν εὐχερέστατα τά νεαρά, κυρίως, ἂτομα καί τά ὠθοῦν σέ σκοτεινές ἀτραπούς μέ ὑπσσχέσεις γιά πλούτη, καλοπέραση κ.λπ.Καί μποροῦν αὐτοί οἱ σκοτεινοί ὑπηρέτες τοῦ σατανᾶ νά παγιδεύουν και παρασύρουν ἂτομα, ἐπειδή ἒχει χαθεῖ ὁ φόβος Θεοῦ (ἡ λέξις «φόβος μέ τήν ὀρθή της σημασία καί ὂχι μέ τήν ἀπειλητική), ἒχει χαθεῖ ἡ ἐλπίδα, ἒχει χαθεῖ ἡ Προσευχή καί οἱ ἂνθρωποι θέλουν νά μήν ἰσχύη τό «ὁ μή ἐργαζόμενος μηδέ ἐσθιέτω», ἀλλά προτιμοῦν νά ἐγκαταλείψουν τήν γῆ, τό μαντρί, τήν θάλασσα καί νά γίνουν κάτοικοι μεγαλοπόλεων μέ τίς «ἀνέσεις» καί τήν σάπια «διασκέδαση» πού τούς προσφέρουν.Ὁ Παπποῦς καί ἡ Γιαγιά, ρίχνονται σέ οἲκους «εὐγηρείας» καί δέν ἀποτελοῦν μέλη τῆς Οἰκογένειας ὃπως κάποτε (καί μάλιστα πολύ σεβαστά), μέ αποτέλεσμα τά παιδιά νά παραδειγματίζωνται ἀπό τήν στάση τῶν γονιῶν τους στούς Παπποῦδες καί νά ἐπιφυλλάσσουν τήν ἲδια μοῖρα καί στούς ἂμυαλους γονεῖς τους.Καί ἓνα ἀπό τά «καλά» ἀποτελέσματα αὐτῆς τῆς οἰκονομικῆς δυσπραγίας, εἶναι ἡ ἐπάνοδος τῶν Γεροντοτέρων στά σπίτια τῶν παιδιῶν τους λογω….συντάξεων…!Καί ἐν τῷ μεταξύ, οἱ σατανισταί, τά «μέντιουμ», οἱ «πνευματισταί», οἱ αἱρέσεις, οἱ ἂθεοι, οἱ σαρκολάτρες, οἱ χρηματολάτρες, οἱ παιδεραστές, οἱ πάσης φύσεως ἒκνομοι καί παράνομοι, κάνουν…χρυσές δουλειές.Ἒχουν γεμίσει τίς Πολυκατοικίες μέ ἒντυπα πού καλοῦν τους ἀν- θρώπους κοντά τους, ἀφήνουν προσκλήσεις στά αὐτοκίνητα, διαφημίζονται ἐλεύθερα σέ τηλεόραση καί ἒντυπα καί ὁ μη ἒχων μέσα του Πίστη ἢ γνώση (κυρίως τά νεαρά παιδιά), ἐγκληματοῦν στό ὂνομα τοῦ σατανᾶ καί κάποιοι πού παριστάνουν τούς δημοσιογράφους κάνουν τόν…«ἒκπληκτο» μέ τά γεγονότα, ἀλλά δέν ἀρθρώνουν λέξη ἐναντίον τῶν ἀρχισατανιστῶν καί τοῦ σατανισμοῦ ἢ ὑπέρ τῆς Πίστεώς μας.Ἐμεῖς, ὡς ἂνθρωποι πού εἲμεθα κοντά στήν Πίστη μας, ἒχομε τήν ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ νά Προσευχώμεθα ὑπέρ τῆς σωτηρίας καί αὐτῶν τῶν ξεστρατισμένων ἀλλά παραλλήλως, πρέπει νά προστατεύσωμε τά παιδιά πού ὑπάρχουν γύρω μας, διδάσκοντάς τα πώς ἡ Ἐλπίδα μας εἶναι Ὁ Θεός καί ἡ Ὀρθόδοξη Πίστις μας.Σατανιστές ὑπῆρχαν καί ὑπάρχουν. Ἐπιτυγχάνουν τούς σκοπούς των ἐπειδή κάποιοι ἐξ ἡμῶν εἲμεθα χαλαροί καί δέν δίδομε στούς νέους αὐτό πού πραγματικά χρειάζονται.Τήν φιλία μας, τήν ἀγάπη μας, τήν προστασία μας, ἀλλά κυρίως, τό ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ μας.


 

Πρίν ἀπό ἓναν χρόνο, στό Λονδίνο,
μέσα σ᾽ἓνα εἰδικά διασκευασμένο καράβι, οἱ Ἂγγλοι μετέφεραν ἓνα ἂγαλμα ἑνός «θεοῦ»
τῶν Ἀρχαίων Αἰγυπτίων,
διασχίζοντας μέ τελετουργικό τρόπο τόν ποταμό Τάμεση.
Δηλαδή τόν ἲδιο ποταμό, πού ἐφέτος, μέ τίς μεγάλες καί πρωτοφανεῖς βροχοπτώσεις, ΕΠΝΙΞΕ τό Λονδῖνο.
Ἡ πιό μεγάλη νίκη τοῦ σατανᾶ, εἶναι τό νά πιστέψη κάποιος πώς «δέν ὑπάρχει».
Καί αὐτό διότι, ὃποιος πιστέψη κάτι τέτοιο, παύει νά Προσεύχεται αἰτούμενος
τήν προστασία Τοῦ Παναγάθου καί τήν Ἁγία Σκέπη τῆς Παναγίας μας.
Θερμή Πίστη, Προσευχή, Συμμετοχή στά Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας,
εἶναι τά ἀκατανίκητα ὃπλα, ἡ ἂτρωτη ἀσπίδα κάθε Πιστοῦ Ὀρθοδόξου Χριστιανοῦ
διά τῶν ὁποίων προστατεύει τόν ἑαυτό του, ἀλλά καί βοηθᾶ τά παιδιά του
νά μή βγοῦν ἀπό τόν σωστό δρόμο.
Καί μή ξεχνοῦμε ποτέ,
πώς ἡ Κυριακή Προσευχή (τό «Πάτερ ἡμῶν») τελειώνει μέ τήν θερμή παράκληση
νά μᾶς προστατεύση ο Πατήρ ὃλων μας, «ἀπό τοῦ πονηροῦ».

 

 




Πηγή: ''ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ''.

Επιμέλεια, διασκευή ''ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ''.
                                                                       
                     

Αρχιμανδρίτης π.Ευθύμιος Μπαρδάκας

                                    

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014

Ο ΗΡΩΔΗΣ ΕΙΝΑΙ ΕΔΩ ΚΑΙ ΚΑΘΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΘΡΟΝΟ ΤΟΥ


 


''Οι βόμβες που εξερράγησαν στα παλαιστινιακά σχολεία
δεν σκότωσαν μόνο μικρά,απροστάτευτα παιδιά.
Ήθελαν θρασύδειλα να απασφαλίσουν μια έκρηξη θανάτου,
να ταρριχεύσουν την Ελπίδα, ερμητικά κλεισμένη 
στον αστερισμό ενός καθολικά εμπνευσμένου Φόβου.
Μέσα στην γκριζόμαυρη κάπνα της επιθανάτιας ατμόσφαιρας 
εθεάτο νεφελώς η δυσειδής μορφή ενός σύγχρονου Ηρώδη,
που πλέον αναγεννάται πολλαπλώς μέσα από την καθολική Αποστασία των ανθρώπων.
Πίσω από τους ψυχρά,παγερούς αριθμούς κρύβονται φευγαλέα,έμψυχα ονόματα.
Mohammad Ismael al-Ghoul,Wael Ismael al-Ghoul, 
Rafah.Ismael Mohammad al-Ghoul, Ismael Wael al Ghoul,
Khadra Khaled al-Ghoul, Asma’ Ismael al-Ghoul,
Malak Wael al-Ghoul και άλλες τρεις χιλιάδες παιδικές φωνούλες,
που πνίγηκαν αθόρυβα από τα εβραικά τύμπανα πολέμου,
απ' αυτούς που θυσίασαν εκουσίως ημέτερους ανθρώπους,
προκειμένου να γίνουν επιβεβλημένο Κράτος.''


Στην Γάζα σταυρώνουν τον Χριστό και οι περιφερόμενοι,

ως ''χριστιανοί'' ηγέτες ρίχνουν τα ζάρια της επιλεκτικής αδιαφορίας,

επιμελώς κεκαλυμμένη πίσω απ' το σιδηρούν προσωπείο της δεικτικά υποκρίνουσας, πρωτοκολλημένης, καθωσπρεπικής διπλωματίας.
Αλίμονο.
Οι Εβραίοι σκοτώνουν τα παιδιά,
την στιγμή,
που αυτοί οι άλλοι, οι φέροντες τίτλους και επίθετα ''χριστιανού ποιμένα'' αρνούνται Αυτόν
ακόμα τον Χριστό,
συντασσόμενοι ''ευθαρσώς'' μαζί με τους διαχρονικούς Γραμματείς και Φαρισαίους,
που κλείνουν σταυρωτικά το μέλλον στο παρόν.
Η παγκόσμια ''χριστιανική'' αφωνία
και ο περίγελως, οικουμενιστικός στρουθοκαμηλισμός
συνομολογούν από κοινού,
πως οι οικολογικές ανησυχίες για τον αφανισμό του μπαμπουίνου
αξίζουν έτι περισσότερο
από την ζωή εκατοντάδων μικρών παιδιών στην Παλαιστίνη.
Ο Ηρώδης είναι εδώ και κάθεται στον θρόνο του.



Γύρω του συναγελάζονται κόλακες αυλικοί και ισόβιοι υπηρέτες, οικουμενιστές Πατριάρχες, τεκτονόπλαστοι, παπικοί οργανοπαίχτες, μέχρι και χριστιανότιτλοι, ημιτασιόν, ετεροχριστιανικοί ''τσελεμεντέδες. '' Στην Γάζα εξυφαίνεται μια θρασύδειλη, σχιζοειδής γενοκτονία, όπου οι αιμορροούσες εικόνες των διαμελισμένων, άναρχων πτωμάτων συγκινούν αποκλειστικά και μόνο φαντασμένους -για την αποκλειστικότητα- επίδοξους φωτογράφους... Η ηδονή του αίματος κοστολογείται με τα φλας μιας Canon μηχανής. Το παλαιστινιακό ολοκαύτωμα όμως, αποκαλύπτει εμφανώς και μια άλλη πτυχή της περιρρέουσας, δύσοσμης και ειδεχθούς πραγματικότητας. Την επιλεγμένη, οφθαλμική πρεσβυωπία και την εκούσια, ολική αναισθησία. Οι βολεμένα ασφαλείς, φαρισαίοι στρουθοκαμηλιστές κλείνουν τα μάτια στους κινδύνους και κουνούν τα βλέφαρα στην Πλάνη. Και τον Οικουμενισμό θωρούν και την πλαστικοποίηση της Πίστης βλέπουν, όμως κρυπτόμενοι μικροαστικά πίσω από μια καθ' όλα ατομική συσκευασία ''ορθοδοξίας,'' ασφαλίζουν το μέλλον στο παρόν, κλείνοντας ερμητικά την Έξοδο Κινδύνου. Αυτοί, οι εκούσια, πνευματικοί μύωπες μοιάζουν με αυτόχειρες διαβάτες, που περπατούν πάνω σε συνωστισμένες λεωφόρους, ονειρευόμενοι, πως βαδίζουν σε καταπράσινες, αλπικές βουνοκορφές! Όταν το δάσος καίγεται, αυτοί κυττούν εκπληκτικά εκστασιασμένοι το δέντρο, που οσονούπω θα γίνει στάχτη. Το εβραικό λόμπυ έχει καθυποτάξει άπαντες, μικρούς και μεγάλους, από Αρχιεπισκόπους, Πατριάρχες μέχρι και Μητροπολίτες, που όλοι αυτοί βάφτισαν την ιταμή υποταγή και την ραγιάδικη ενδοτικότητα, σε ευφυή διπλωματία... Φευ! Ούτε μια φωνή διαμαρτυρίας από αυτές τις σιροπιαστά, αγαπολόγες οικουμενιστικές ''Προσωπικότητες,'' που, ως φαίνται η τεκτονική φιλανθρωπία τους σταματά εκεί, που θα χαρίσουν δώρα σε ανυπόδητα παιδιά της Αφρικής -Χριστούγεννα ή Πάσχα- παρουσία βεβαίως αναγνωρισμένων φωτογράφων και εντολοδόχων, μισθωμένων δημοσιογράφων. Τα ιλουστρασιόν προφίλ χτίζονται πάνω σε μεταξωτές ανδραγαθίες, είναι μαρμάρινες, καλογυαλισμένες πλάκες που αναφέρουν τον επιφανή, άνδρα δωροθέτη, είναι δημόσια,περίτεχνος, μονταρισμένος λόγος, που επιζητεί αποκλειστικά το χειροκρότημα...! Μεγαλώσαμε βομβαρδισμένοι από τις ιαχές του εβραικού ολοκαυτώματος, μα κανείς ποτέ δεν μίλησε, για το Ποντιακό ολοκαύτωμα, την Μικρασιατική Γενοκτονία ή για τις σφαγές των Αρμενίων. Πάνω στο εβραικό ολοκαύτωμα χτίστηκε επιμελώς η σύσταση και το μέλλον του κράτους των Εβραίων. Πάνω στις σφαγές και τους ακρωτηριασμούς χιλιάδων, μικρών παιδιών χτίζεται σήμερα η επιβεβαίωση της Σιωνιστικής Κυριαρχίας. Πάνω στις γενικευμένες, χριστιανικές εκκαθαρίσεις -όπου γης- αποθανατίζεται θριαμβευτικά το προφίλ του αντιχρίστου. Κανείς από τους πάσης φύσης και είδους, ''χριστιανούς'' ηγέτες δεν βγάζει έστω μια άχνα... Μα πως; Όλοι αυτοί ανήκουν στο Παγκόσμιο Συμβούλιο των Εκκλησιών και αντίχριστοι Ιουδαίοι και Παπικοί γελωτοποιοί και... αυτοονομαζόμενοι ''ορθόδοξοι ποιμένες''... Είναι ''αδελφοί'' και ως τέτοιοι δεν έχουν να μοιράσουν τίποτα. Μόνο τα τρόπαια της συνδιόκτητης Πλάνης και τα επινίκια μιας παγκόσμιας Θρησκείας. Ο Ηρώδης είναι εδώ και κάθεται στον θρόνο του. Αναγνωρίζεται εύκολα. Έχει το απύθμενο μίσος του πνευματικού πατρός του και την ανεξάντλητη μνησικακία της πτωτικής καταγωγής του. Αδίστακτος, δυσειδής και σκοτοφόρος εωράται θριαμβευτικά επιχαίρων πάνω στα χωμάτινα χαλάσματα ενός παλαιστινιακού σχολείου. Όσες φορές και να πεθάνει, πάλι θα αναγεννηθεί μέσα από από την γενικευμένη Αποστασία των έκπτωτων ανθρώπων. Στον στρατό του συγκαταλέγονται οι μεγαλύτεροι ''πνευματικοί'' στρατηλάτες απ' όλες τις θρησκείες, αυτοί, που -λίαν εκκοσμικευμένα-αποκαλούνται πνευματικές ''Προσωπικότητες''... Είναι οι δικοί του ''ιερείς,'' πάνω στους οποίους πολλαπλασιάζεται ''πνευματικά'' η Μεγάλη Μάντρα των ανθρώπων.Αυτή, που θα αντικρύσει και την Μεγάλη Πύλη,την άγουσα προς τον τόπο εφ' ώ ετάχθησαν. Σκοτώνουν τα άλογα, όταν γεράσουν, τώρα σκοτώνουν τα παιδιά μόλις γεννηθούν...

 


Ακόμα και ο θάνατος επιλεγμένα καταγγέλεται.
Αν οι Παλαιστίνιοι βομβάρδιζαν νυχθημερόν εβραικά σχολεία 
και...''προστατευμένους''... από τον ΟΗΕ... άμαχους καταυλισμούς,
θα είχε σεισθεί το Σύμπαν!
Όλοι οι παγκόσμιοι,τεκτονικοί αυλοκόλακες 
θα κραύγαζαν σαν κουρούνες στην διεθνή κατακραυγή 
και όλες οι ενχώριες, πολεμικές σειρήνες των Κρατών 
θα ηχούσαν δαιμονισμένα στην εντάφια σιωπή.
Όλα τα παιδιά - όμως - δεν είναι ίδια στα μάτια των Κρατούντων.
Οι βρεφικοί ακρωτηριασμοί, οι επιθέμελοι θρήνοι,
οι ανείπωτες τραγωδίες και το γοερό κλάμα των γονέων 
θεωρούνται πλέον... παράπλευρες απώλειες.
Σαν να νομοθέτησαν κοινοβουλευτικά ομοθυμαδόν τον θάνατό τους.
Σαν να ζωγράφισαν με αίμα την θανή τους.
Σαν να τραγούδησαν εκφασισμένα εμβατήρια,
μοιράζοντας αφιδώς λάφυρα πολέμου.
Έστω κι αν αυτά είναι μικρά,
διαμελισμένα,ανάπηρα παιδιά...
Συγχωρέστε τους.




Γιώργος  Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος

Print Friendly and PDF
Εικόνες θέματος από A330Pilot. Από το Blogger.