ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΓΙΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 16 Μαΐου 2026

ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΝΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ: ΔΙΔΑΧΗ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΡΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΑΠΕΙΝΟΦΡΟΣΥΝΗ





«Eις κρίμα εγώ εις τον κόσμον τούτον ήλθον, ίνα οι μη βλέποντες βλέπωσι και οι βλέποντες τυφλοί γένωνται» (Ιω. 9:39)



Αγαπητοί αδελφοί! Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, μετά τη θεραπεία του εκ γενετής τυ­φλού, για την οποία ακούσαμε σήμερα στο ιερό Ευαγγέλιο, είπε: «Ήρθα για να φέρω σε κρίση τον κόσμο, έτσι ώστε αυτοί που δεν βλέπουν να βρουν το φως τους, κι εκείνοι που βλέπουν ν’ αποδειχθούν τυφλοί» (Ιω. 9:39). Τέτοια λόγια δεν μπορούσαν ν’ αφήσουν αδιάφορους τους υπερήφανους «σοφούς» και «δικαίους» του κόσμου τούτου, όπως ήταν οι Φαρι­σαίοι.


Εξαιτίας της φιλαυτίας τους και της μεγάλης ιδέ­ας που είχαν για τον εαυτό τους, αισθάνθηκαν θιγμένοι από την παρατήρηση του Κυρίου. Αντέδρασαν, λοιπόν, με μιαν ερώτηση, που εκφράζει την αγανάκτηση και την έπαρσή τους, αλλά συνάμα και τη χλευαστική τους διά­θεση και τον φθόνο τους και την περιφρόνησή τους προς τον Χριστό: «Μήπως είμαστε κι εμείς τυφλοί;» (Ιω. 9:40).


Στην απάντηση του Κυρίου καθρεφτίζεται η ψυχική κα­τάσταση των Φαρισαίων, η οποία προκάλεσε την ερώτησή τους: «Αν ήσασταν τυφλοί, δεν θα ήσασταν ένοχοι· τώρα, όμως, λέτε με βεβαιότητα ότι βλέπετε· η ενοχή σας, λοιπόν, παραμένει» (Ιω. 9:41). Πόσο φοβερή ασθένεια της ψυχής είναι η έπαρση! Στα ανθρώπινα έργα, στερεί από τον υπερόπτη τη βοή­θεια και τη συμβουλή του πλησίον.


Και στο έργο του Θεού, στο έργο της σωτηρίας, στέρησε από τους αλαζόνες Φαρισαίους της εποχής του Κυρίου και στερεί από τους Φαρισαίους κάθε εποχής τον πιο πολύτιμο θησαυ­ρό, τη θεία δωρεά που έφερε από τον ουρανό ο Υιός του Θεού· τους στέρησε και τους στερεί τη θεία αποκάλυψη και τη μακάρια κοινωνία με τον Θεό, κοινωνία που προ­ϋποθέτει την αποδοχή αυτής της αποκαλύψεως.


Οι Φαρισαίοι θεωρούσαν ότι ανήκαν στους ανθρώπους «που βλέπουν», ότι δηλαδή είχαν φτάσει στην αλη­θινή και τέλεια θεογνωσία, δεν χρειάζονταν περαιτέρω πρόοδο και, επομένως, δεν είχαν ανάγκη από καμιά σπουδή ή διδαχή. Γι’ αυτό απέρριπταν τη διδασκαλία για τον Θεό, που τους την παρέδιδε άμεσα ο Ίδιος.


Η αρετή της ταπεινώσεως εναντιώνεται στο πάθος της υπερηφάνειας, το οποίο εκδηλώνεται με ξεχωριστό τρό­πο στο πνεύμα του κάθε ανθρώπου. Όπως η υπερηφάνεια είναι κατεξοχήν ασθένεια του πνεύματος, έτσι και η ταπείνωση είναι κατεξοχήν κατάσταση ευρωστίας του πνεύματος, μια αγαθή και μακάρια κατάσταση.


Στην Αγία Γραφή και στα έργα των αγίων πατέρων ονομάζεται συ­χνά και ταπεινοφροσύνη. Τι είναι η ταπεινοφροσύνη; Είναι η ορθή αντίληψη του ανθρώπου για την ανθρώπινη φύση και, επομένως, η ορθή αντίληψη του ανθρώπου για τον εαυτό του.


Το άμεσο αποτέλεσμα της ταπεινώσεως ή ταπεινο­φροσύνης ως ορθής αντιλήψεως για την ανθρώπινη φύ­ση και για τον ίδιο μας τον εαυτό είναι η ειρήνευση της καρδιάς. Ο ταπεινός άνθρωπος είναι ειρηνικός και απέναντι στους συνανθρώπους του και απέναντι στον εαυτό του και απέναντι στις κάθε λογής περιστάσεις και απέναντι στον Θεό, είναι ειρηνικός και με τη γη και με τον ουρανό.


Η ταπείνωση έχει πάρει το όνομά της από την ειρήνη που γεννά στην καρδιά μας. Την κατάσταση της ηρεμίας, της χαράς και της μακαριότητας, που προκαλείται μέσα μας από την αρετή, την ονομάζουμε τα­πείνωση. Όταν θέλουμε μαζί με την κατάσταση να δεί­ξουμε και την πηγή της, τότε κάνουμε λόγο για ταπεινοφροσύνη.


Μη σκεφθείτε, αγαπητοί αδελφοί, ότι ο ορισμός που δώσαμε στην ταπεινοφροσύνη, περιγράφοντάς την ως την ορθή αντίληψη του ανθρώπου για την ανθρώπινη φύση, γενικά, και για τον εαυτό του, ειδικά, είναι αυθαί­ρετος. Ο ίδιος ο Κύριος την όρισε έτσι, λέγοντας: «Θα γνωρίσετε την αλήθεια, και η αλήθεια θα σας ελευθερώσει» (Ιω. 8:32).


Τι είναι αυτή η ελευθερία, η πνευματική ελευ­θερία, που παρέχεται από την αλήθεια, αν όχι η ευλο­γημένη ειρήνη της καρδιάς, αν όχι η αγία ταπείνωση, αν όχι η ευαγγελική ταπεινοφροσύνη; Η θεία αλήθεια είναι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός (Βλ. Ιω. 14:6). Εκείνος διακήρυξε: «Μάθετε από μένα», από τη θεία Αλήθεια, «ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά, και θα βρείτε ανάπαυ­ση στις ψυχές σας» (Ματθ. 11:29). 


Η ταπεινοφροσύνη είναι τρόπος σκέψεως του ανθρώπου εμπνευσμένος από τη θεία Αλή­θεια “Το στόμα του ταπεινόφρονα λέει την αλήθεια”, σημειώνει ο όσιος Μάρκος ο Ασκητής, (Περί νόμου πνευματικού Κεφάλαιο Σ’, θ’). Η έπαρση είναι θλιβερή και ολέθρια αυταπάτη, είναι θανάσιμη πλάνη, με την οποία η τυφλωμένη ανθρώπινη φύση ξεγελά τον εαυτό της και ξεγελιέται από τους δαίμονες.


Λανθασμένες είναι οι κρίσεις και οι εκτιμήσεις του υπερόπτη. Τον εαυτό του τον θεωρεί αυθύπαρκτο ον, όχι πλάσμα του Θεού. Την επίγεια ζωή την αισθάνεται ατέλειωτη. Τον θάνατο δεν τον συλλογίζεται. Στην αιωνιότητα δεν πιστεύει. Η θεία πρόνοια γι’ αυτόν είναι ανύπαρκτη. Ως κυβερνήτη του κόσμου αναγνωρίζει την ανθρώπινη λογική. 


Όλες οι σκέψεις του σέρνονται στη γη. Τη ζωή του την έχει προσφέρει θυσία στον κόσμο τούτο, στον οποίο επιθυμεί να εγκαθιδρύσει τη διαρκή απόλαυση μέσω της αμαρτίας. Αυτή ακριβώς είναι η άλο­γη και μάταιη επιδίωξη των τυφλωμένων Φαρισαίων και Σαδδουκαίων.


Τον ταπεινόφρονα άνθρωπο, απεναντίας, στον δρό­μο της επίγειας ζωής τον συνοδεύει η μνήμη του θανά­του, διδάσκοντάς τον να ενεργεί σε κάθε περίσταση με το βλέμμα του στραμμένο στην αιωνιότητα και επιδρώντας ευεργετικά σ’ όλα του τα έργα. Ο ταπεινός εργάζεται για την αρετή, όχι για την ικανοποίηση παθών, και γι’ αυτό ό,τι κάνει είναι ωφέλιμο για τους συνανθρώπους του.


Ο ταπεινός βλέπει τον εαυτό του σαν έναν ασήμαντο κόκκο μέσα στο σύμπαν, μέσα στους αιώνες, μέσα στις γενιές και τα γεγονότα που πέρασαν και που έρχονται. 


Ο νους και η καρδιά του ταπεινού δέχονται πρόθυμα τη χριστιανική αλήθεια και προοδεύουν σταθε­ρά στις χριστιανικές αρετές. Ο νους και η καρδιά του τα­πεινού βλέπουν και αισθάνονται την πτώση της ανθρωπίνης φύσεως, γι’ αυτό μπορούν ν’ αναγνωρίσουν και να δεχθούν τον Λυτρωτή. Η ταπεινοφροσύνη δεν αναγνωρίζει αξία στην πε­σμένη ανθρώπινη φύση. Βλέπει τον άνθρωπο ως κορυ­φαίο θείο δημιούργημα, αλλά βλέπει και τηναμαρτία που έχει διαποτίσει και δηλητηριάσει όλη την ύπαρξή του.


Η ταπεινοφροσύνη αναγνωρίζει το μεγαλείο του πλάσματος του Θεού, αλλά συγχρόνως διαπιστώνει και την παραμόρφωσή του από την αμαρτία. Γι’ αυτή τη συμ­φορά θλίβεται συνέχεια. Βλέπει τη γη σαν έναν τόπο εξορίας του ανθρώπου και τον βιάζει να επιστρέψει με τη μετάνοια στον ουρανό, που τον έχασε με την έπαρση.


Η έπαρση, απεναντίας, που προκάλεσε την πτώση και την καταστροφή της ανθρωπότητας, δεν βλέπει και δεν αναγνωρίζει πτώση και παραμόρφωση στην ανθρώ­πινη φύση· βλέπει μόνο αξία, ωραιότητα, τελειότητα. Ακόμα και τα νοσήματα της ψυχής, τα πάθη, τα θεωρεί προσόντα. Μια τέτοια θεώρηση της ανθρωπίνης φύσεως κάνει τον Λυτρωτή τελείως περιττό.


Η όραση των υπερηφάνων είναι τυφλότητα, ενώ η τυφλότητα των ταπεινών είναι ικανότητα για θέαση της αλήθειας. Αυτό είναι το νόημα των λόγων του Κυρίου: «Ήρθα για να φέρω σε κρίση τον κόσμο, έτσι ώστε αυτοί που δεν βλέπουν να βρουν το φως τους, κι εκείνοι που βλέπουν ν’ αποδειχθούν τυφλοί». Οι ταπεινοί δέ­χονταν τον Κύριο και φωτίζονταν από το θείο φως Του. 


Οι υπερήφανοι, ικανοποιημένοι με τον εαυτό τους, Τον απέρριπταν και βυθίζονταν ακόμα περισσότερο στο σκοτάδι με την άρνηση και τη βλασφημία του Θεού. Λάμπουν ζωηρά μέσα στον καθαρό ουρανό της νύ­χτας τ’ αναρίθμητα αστέρια, παραβγαίνοντας ποιο θα στείλει στη γη περισσότερο φως. Μόλις, όμως, ξεπρο­βάλει ο ήλιος, όλα τ’ αστέρια γίνονται άφαντα σαν ανύπαρκτα, αν και στην πραγματικότητα παραμένουν στις θέσεις τους. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τις ανθρώπινες αρετές:


Όταν συγκρίνονται μεταξύ τους, έχουν κάποιο φως. Εξαφανίζονται, όμως, μπροστά στην απόλυτη αρετή, μπροστά στο φως της Θεότητας. Ο απόστολος, μιλώντας για τις αρετές του δίκαιου Αβραάμ, λέει ότι ο πατριάρχης «μπορούσε να καυχηθεί, όχι όμως απέναντι στον Θεό… Ο Αβραάμ πίστεψε στον Θεό, και γι’ αυτή του την πίστη ο Θεός τον αναγνώρισε δίκαιο» (Ρωμ. 4, 2-3). 


Έτσι έπρεπε να κάνουν οι Φαρισαίοι, που καμάρωναν για την καταγωγή τους από τον Αβραάμ, αλλά είχαν αποξενωθεί πνευματικά απ’ αυτόν. Σε αντίθεση με τον Αβραάμ, θέλησαν να διατηρήσουν τις νομιζόμενες αρετές του «παλαιού ανθρώπου», κι έτσι έγι­ναν ανίκανοι ν’ αποκτήσουν αυτογνωσία και θεογνωσία.


Άκουσαν, λοιπόν, τη φοβερή ετυμηγορία του Κυρίου: «Αν ήσασταν τυφλοί», αν, δηλαδή, αναγνωρίζατε την πνευματική σας τυφλότητα, «δεν θα ήσασταν ένοχοι· τώρα, όμως», όντας τυφλοί, «λέτε με βεβαιότητα ότι βλέ­πετε· η ενοχή σας, λοιπόν, παραμένει»· παραμένει, γιατί την αποδεχθήκατε και τη χαράξατε μέσα σας με την αμφιβολία σας.


Μαθητής των Φαρισαίων ήταν στα νεανικά του χρό­νια ο άγιος απόστολος Παύλος. Όπως ο ίδιος διηγείται, για να μας διδάξει, ήταν «Εβραίος γέννημα θρέμμα» και «ως προς την ερμηνεία του νόμου Φαρισαίος». «Ήμουν άμεμπτος», λέει, «σε ό,τι αφορά την τήρηση του νόμου. 


Αυτά, όμως, που άλλοτε ήταν για μένα πλεονεκτήματα, τώρα με την πίστη στον Χριστό τα βλέπω σαν μειονε­κτήματα. Πραγματικά, όλα εξακολουθώ να τα θεωρώ μει­ονεκτήματα σε σχέση με το ασύγκριτα ανώτερο αγαθό που κέρδισα, γνωρίζοντας τον Ιησού Χριστό, τον Κύριό μου» (Φιλιπ.3, 5-8). Αγαπητοί αδελφοί! Ας μιμηθούμε τον απόστολο Παύλο και τους άλλους αγίους του Θεού.


Ας πλησιά­σουμε τον Κύριο, έχοντας απορρίψει τελείως την κατα­στρεπτική έπαρση και έχοντας εγκολπωθεί την ταπείνω­ση. Μέσω της ταπεινώσεως ας προσκολληθούμε στον Πλάστη μας. Με την ταπείνωση ας ελκύσουμε την προ­σοχή και την ευσπλαχνία του Θεού μας, που είπε: «Σε ποιον θα ρίξω το βλέμμα μου, παρά στον ταπεινό, στον ήσυχο, σ’ εκείνον που τρέμει τα λόγια μου;» (Ησ. 66:2). 


Βλέ­ποντας και αναγνωρίζοντας τις αμαρτίες μας, ας συμπεριλάβουμε τον εαυτό μας στους αμαρτωλούς, τους αγαπημένους του Θεού. Απορρίπτοντας την έπαρση, ας δια­χωρίσουμε τον εαυτό μας από τους ψευτοδικαίους, για να μη μας αποστραφεί ο Θεός, που είπε: «Δεν ήρθα να καλέσω σε μετάνοια τους δικαίους, αλλά τους αμαρτω­λούς» (Ματθ. 9:13).


Με την ταπείνωση η καρδιά μας ας γίνει πνευ­ματικό θυσιαστήριο του Θεού και ο θύτης, ο νους μας, ας προσφέρει σ’ Εκείνον θυσίες πνευματικές, ας προ­σφέρει τη θυσία της κατανύξεως, τη θυσία της μετάνοι­ας, τη θυσία της Εξομολογήσεως, τη θυσία της προ­σευχής, τη θυσία της ευσπλαχνίας, εμπλουτίζοντας κα­θεμιάν απ’ αυτές τις θυσίες με την ταπεινοφροσύνη· για­τί «ο Θεός δεν θα περιφρονήσει μια καρδιά γεμάτη συν­τριβή και ταπείνωση» (Ψαλμ. 50:19). Αμήν.




 ''Ασκητικές ομιλίες Α'' 
Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ
επισκόπου Καυκάσου και Μαύρης Θάλασσας, 
Εκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής.


Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2025

ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ: ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΘΑΝΑΣΙΜΑ ΚΑΙ ΠΟΙΑ ΤΑ ΣΥΓΓΝΩΣΤΑ ΑΜΑΡΤΗΜΑΤΑ;

 



Κάθε θανάσιμο αμάρτημα που διαπράττει ο ορθόδοξος χριστιανός, αν δεν θεραπευθεί με την πρέπουσα μετάνοια, γίνεται αιτία αιώνιου κολασμού του. Θανάσιμα αμαρτήματα για τον χριστιανό είναι η αίρεση, το σχίσμα, η βλασφημία, η εξωμοσία, η απόγνωση, η αυτοκτονία, η μοιχεία, κάθε παρά φύση σαρκική αμαρτία, η αιμομειξία, η μέθη, η ιεροσυλία, ο φόνος, η ληστεία και κάθε μεγάλη, σκληρή και απάνθρωπη αδικία. Απ’ αυτές μόνο μία, η αυτοκτονία, δεν μπορεί να θεραπευθεί με τη μετάνοια.


Όλες, πάντως, θανατώνουν την ψυχή, καθιστώντας την ανίκανη να κληρονομήσει την αιώνια μακαριότητα, ως την κάθαρσή της με ειλικρινή μετάνοια. Και μια φορά μόνο να πέσει ο άνθρωπος σε κάποια θανάσιμη αμαρτία, πεθαίνει ψυχικά. «Γιατί όποιος τηρήσει όλες τις διατάξεις του θείου νόμου και παραβεί μία, θεωρείται παραβάτης όλου του νόμου. Εκείνος, βλέπετε, που είπε «Μη μοιχεύσεις», είπε και «Μη φονεύσεις». Αν, λοιπόν, δεν μοιχεύσεις, αλλά φονεύσεις, είσαι παραβάτης του νόμου» (Ιακ. 2:10-11).


Όποιος αμάρτησε θανάσιμα, ας μην απελπίζεται. Ας καταφύγει στη θεραπευτική μετάνοια. Σ’ αυτήν τον καλεί ως την τελευταία στιγμή της ζωής του ο Σωτήρας, που διακηρύσσει μέσ’ από το ιερό Ευαγγέλιο: «Εκείνος που πιστεύει σ’ εμένα, και αν πεθάνει θα ζήσει» (Ιω. 11:26).


Μεγάλη συμφορά είναι η παραμονή του ανθρώπου σε θανάσιμη αμαρτία, μεγάλη συμφορά είναι η μετατροπή της θανάσιμης αμαρτίας σε συνήθεια! Δεν υπάρχουν καλές πράξεις, που θα μπορούσαν να λυτρώσουν από τον Άδη μια ψυχή, αν αυτή, πριν χωριστεί από το σώμα, δεν καθαριστεί από κάθε θανάσιμο αμάρτημά της.


Πότε ένα αμάρτημα είναι συγγνωστό; Όταν κανείς, για παράδειγμα, παρασυρθεί λίγο από τη γαστριμαργία και φάει κάτι παραπάνω από το αναγκαίο, όταν παρασυρθεί λίγο από τη φιληδονία και κοιτάξει φευγαλέα κάποιο πρόσωπο με πονηρή επιθυμία ή δεχθεί αισχρή φαντασία, όταν προφέρει απρόσεκτα κάποιον ανώφελο λόγο, όταν πει ένα μικρό ψέμα ή κλέψει ένα ευτελές πράγμα ή καυχηθεί ή θυμώσει για μια στιγμή, όταν πικραθεί ή μνησικακήσει για λίγο εναντίον του πλησίον.


Για όλα αυτά εύκολα θα συγχωρηθεί ο άνθρωπος από τον φιλεύσπλαχνο Θεό, εφόσον την πτώση του, που οφείλεται στην ανθρώπινη αδυναμία, την ακολουθήσει συναίσθηση και μετάνοια. Το συγγνωστό αμάρτημα δεν στερεί από τον χριστιανό τη θεία χάρη, δεν θανατώνει την ψυχή του, όπως κάνει το θανάσιμο αμάρτημα. Και το συγγνωστό αμάρτημα, ωστόσο, είναι ψυχικά επιζήμιο, όταν δεν μετανοούμε γι’ αυτό, αλλά, απεναντίας, το επαναλαμβάνουμε, βαραίνοντας συνεχώς τον ζυγό του.


Οι άγιοι πατέρες λένε ότι ο άνθρωπος πνίγεται έχοντας δεμένο στον λαιμό του είτε ένα βαρύ λιθάρι είτε ένα σακί με άμμο. Αυτό σημαίνει ότι στην άβυσσο του Άδη μπορεί να μας παρασύρει τόσο ένα μόνο θανάσιμο αμάρτημα όσο και το πλήθος των συσσωρευμένων συγγνωστών.


Τι το υπερβολικά κακό έκανε ο πλούσιος της ευαγγελικής παραβολής (Λουκ. 16:19-31), απολαμβάνοντας τον πλούτο του; Η αιτία της καταστροφής του, όπως την παρουσιάζει το Ευαγγέλιο, δεν ήταν παρά η γεμάτη διασκεδάσεις ζωή του, που τον οδήγησε στην ολοκληρωτική λήθη της αρετής και της αιωνιότητος. Η διασκέδαση του έγινε πάθος, εμποδίζοντάς τον να αντιληφθεί ποια είναι η αληθινή ζωή.


«Πρέπει να προσέχουμε την ψυχή μας», συμβουλεύει ο όσιος Μακάριος ο Μέγας (Λόγος περί ελευθερίας νοός, 4), «και να αποτρέπουμε την επικοινωνία της με βέβηλους και πονηρούς λογισμούς. Γιατί, όπως ακριβώς το σώμα, όταν ενώνεται με άλλο σώμα, μολύνεται και γίνεται ακάθαρτο, έτσι και η ψυχή διαφθείρεται, όταν ενώνεται με πονηρούς και μιαρούς λογισμούς, συμφωνώντας μάλιστα μ’ αυτούς.


Κι αυτό συμβαίνει όχι μόνο με τους πονηρούς αλλά και με τους άλλους κακούς λογισμούς, όπως, για παράδειγμα, τους λογισμούς απιστίας, δόλου, κενοδοξίας, οργής, φθόνου και φιλονικίας. Στην απόρριψη όλων αυτών των λογισμών καλούμαστε με την αποστολική προτροπή: «Ας καθαρίσουμε τον εαυτό μας από καθετί που μολύνει το σώμα και την ψυχή» (Β’ Κορ. 7:1)».



Από το βιβλίο: Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, Επισκόπου Καυκάσου και Μαύρης Θαλάσσης, Έργα 5. Λόγος για τα πνεύματα – λόγος για τον θάνατο (αποσπάσματα). Ιερά Μονή Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2014). Επιμέλεια, παρουσίαση ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.


Πέμπτη 14 Αυγούστου 2025

ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ: ΔΙΔΑΧΗ ΤΗΝ ΙΒ' ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΩΤΗΡΙΑ





«Διδάσκαλε αγαθέ, τι αγαθόν ποιήσω ίνα έχω ζωήν αιώνιον;» 
(Ματθ. 19, 16)

«Αγαθέ Διδάσκαλε», ρώτησε τον Κύριό μας Ιησού Χριστό κάποιος νεαρός, «τι καλό να κάνω για ν’ αποκτήσω την αιώνια ζωή;». Δηλαδή: “Τι να κάνω για να σωθώ;”. Ερώτημα πολύ σοβαρό. Ερώτημα για ένα ζήτημα που πρέπει ν’ απασχολεί κάθε άνθρωπο σ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού της επίγειας ζωής του. Όπως ο ταξιδιώτης που διαπλέει μια μεγάλη και φουρτουνιασμένη θάλασσα, δεν συλλογίζεται παρά ένα ήσυχο λιμάνι, έτσι κι εμείς, που ταλαιπωρούμαστε μέσα στα κύματα της θάλασσας του βίου, πρέπει ακατάπαυστα να έχουμε μπροστά στα μάτια του νου μας την αιωνιότητα και, όσο βρισκόμαστε στην πρόσκαιρη τούτη ζωή, να φροντίζουμε για τη μεταθανάτια κατάσταση της ψυχής μας. Τι είναι αυτό που μπορούμε να το αποκτήσουμε στη γη και να το διατηρήσουμε παντοτινά ως αναφαίρετο κτήμα μας; Μόνο η σωτηρία μας!


Όποιος χρησιμοποιεί την επίγεια ζωή για να συγκεντρώσει πλούτη, αυτός θ’ αφήσει εδώ τα πλούτη κατά το πέρασμά του στην αιωνιότητα. Όποιος χρησιμοποιεί την επίγεια ζωή για ν’ αποκτήσει τιμές και δόξα, αυτός θα χάσει και τις τιμές και τη δόξα από τον πικρό θάνατο. Όποιος, όμως, χρησιμοποιεί την επίγεια ζωή για ν’ αποκτήσει τη σωτηρία, αυτός θα πάρει τη σωτηρία μαζί του στην αιωνιότητα και θα ευφραίνεται παντοτινά στον ουρανό με το υπέρτατο αγαθό που κέρδισε στη γη. Αγαπητοί αδελφοί! Τι πρέπει να κάνουμε για να σωθούμε; Την απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα, την πιο ικανοποιητική απάντηση, τη βρίσκουμε στο Ευαγγέλιο. Ο Κύριος δήλωσε ότι για να σωθούν όσοι δεν πιστεύουν στον Χριστό, πρέπει οπωσδήποτε να πιστέψουν σ’ Αυτόν· και για να σωθούν όσοι πιστεύουν στον Χριστό, πρέπει οπωσδήποτε να ζουν σύμφωνα με τις εντολές Του. Αιώνια θα χαθεί όποιος δεν πιστεύει στον Χριστό. 


Αιώνια θα χαθεί και όποιος λέει με τα χείλη του ότι πιστεύει στον Χριστό, αλλά με τα έργα του Τον αρνείται, δηλαδή δεν τηρεί τις αγίες εντολές Του. Μ’ άλλα λόγια: Για τη σωτηρία χρειάζεται ζωντανή πίστη στον Χριστό. Όταν οι Ιουδαίοι ρώτησαν τον Κύριο, «Τι πρέπει να κάνουμε, για να εκτελούμε τα έργα του Θεού;», Εκείνος τους απάντησε: «Το έργο του Θεού είναι να πιστέψετε στον Απεσταλμένο Του» (Ιω. 6, 28-29). Η ζωντανή πίστη στον Χριστό είναι έργο, έργο θείο και μεγάλο τόσο, που μ’ αυτό εκπληρώνεται η σωτηρία. Η ζωντανή πίστη εκφράζεται με την όλη ζωή, με την όλη ύπαρξη του ανθρώπου. Περιλαμβάνει τις σκέψεις του, τα αισθήματά του, τη διαγωγή του. «Όποιος πιστεύει» με τέτοια πίστη, «έχει την αιώνια ζωή». «Και να ποια είναι η αιώνια ζωή: Ν’ αναγνωρίζουν οι άνθρωποι Εσένα ως τον μόνο αληθινό Θεό, καθώς κι Εκείνον που έστειλες, τον Ιησού Χριστό» (Ιω. 17, 3). Η ζωντανή πίστη είναι θέαση και γνώση του Θεού (Βλ. Εβρ. 11,27). Η ζωντανή πίστη είναι ζωή αφιερωμένη ολοκληρωτικά στην ευσέβεια και νεκρωμένη για τον κόσμο.


Η ζωντανή πίστη είναι δωρεά του Θεού. Αυτή τη μεγάλη δωρεά ζητούσαν από τον Κύριο οι απόστολοί Του, όταν Του έλεγαν: «Αύξησε την πίστη μας». Μόνο μέσω της ζωντανής πίστεως μπορεί ο άνθρωπος ν’ απαρνηθεί τα δήθεν καλά της πεσμένης φύσεώς του και να γίνει μαθητής και ακόλουθος του Κυρίου με σκέψη, καρδιά και διαγωγή ταιριαστές στην ανακαινισμένη απ’ Αυτόν φύση. Το πνευματικό θησαυροφυλάκιο στο οποίο φυλάσσεται και από το οποίο αφειδώλευτα προσφέρεται ο θησαυρός της αληθινής πίστεως, είναι η αγία Ορθόδοξη Εκκλησία και μόνο αυτή. Είναι, λοιπόν, απαραίτητο, προκειμένου να σωθούμε, να ανήκουμε στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Όποιος δεν υπακούει στην Εκκλησία, «ας είναι για σένα όπως ο ειδωλολάτρης ή ο τελώνης» (Ματθ. 18,17), είπε ο Κύριος. Μάταια κάποιοι θεωρούν την αμαρτία που διαπράττεται με τον νου, με το πνεύμα, ελαφριά ή και μηδαμινή. Όσο ανώτερο είναι το πνεύμα από το σώμα, τόσο ανώτερη είναι η αρετή που επιτελείται με το πνεύμα, από την αρετή που επιτελείται με το σώμα, αλλά και τόσο βαρύτερη είναι η αμαρτία που διαπράττεται με το πνεύμα, από την αμαρτία που διαπράττεται με το σώμα.


Η αμαρτία που διαπράττεται με το σώμα είναι φανερή. Η αμαρτία που διαπράττεται με το πνεύμα συνήθως είναι ελάχιστα αντιληπτή, κάποτε μάλιστα και τελείως απαρατήρητη από τους βυθισμένους στις βιοτικές μέριμνες ανθρώπους. Αλλά, όσο λιγότερο αισθητή είναι, τόσο μεγαλύτερο κακό κάνει, τόσο πιο καίρια χτυπήματα καταφέρει, τόσο πιο βαθιές πληγές προξενεί. Μολυσμένος από μιαν αμαρτωλή σκέψη, ένας φωτεινός άγγελος έγινε σκοτεινός δαίμονας, διώχθηκε από τα ουράνια σκηνώματα και γκρεμίστηκε στην άβυσσο. Εκεί έσυρε όχι μόνο πλήθος αγγέλων, αλλά και πλήθος ανθρώπων, που άφησαν τον νου τους να μολυνθεί με αμαρτωλές σκέψεις, με απατηλές ιδέες. Ο Κύριος ονόμασε τον πεσμένο άγγελο πατέρα του ψεύδους και συνάμα ανθρωποκτόνο, γιατί δεν μπόρεσε να σταθεί μέσα στην αλήθεια. Το ψεύδος είναι η πηγή και η αιτία του αιώνιου θανάτου. Απεναντίας, η αλήθεια είναι η πηγή και η αιτία της σωτηρίας, σύμφωνα με τον ίδιο τον Κύριο. Την ανόθευτη θεία αλήθεια τη διαφυλάσσει η αγία Εκκλησία μας. Όποιος ανήκει και υπακούει σ’ αυτήν, μπορεί να σκέφτεται σωστά για τον Θεό, τον άνθρωπο, το καλό, το κακό και, επομένως, τη σωτηρία.


Είναι προφανές ότι, όποιος δεν διαθέτει τη σωστή σκέψη για τη σωτηρία, δεν μπορεί να έχει και την ίδια τη σωτηρία. Αρχή της σωτηρίας είναι η αλήθεια! Αρχή της σωτηρίας είναι η ορθή σκέψη! Αρχή της απώλειας είναι η αποστασία από την αλήθεια με κάποια λανθασμένη σκέψη. Κάθε παρέκκλιση από τη διδασκαλία της θείας αλήθειας, κάθε αποδοχή σκέψεως αντίθετη σ’ αύτή τη διδασκαλία, συνεπάγεται την πτώση στη φοβερή αμαρτία της βλασφημίας και της αρνήσεως του Θεού. Έμπρακτη απόδειξη αποτελεί η πτώση των πρωτοπλάστων, που οφείλεται στην αποδοχή μιας εσφαλμένης σκέψεως. Έμπρακτες αποδείξεις αποτελούν όλες οι αιρέσεις, με τις οποίες βλασφημείται ο Θεός. Κάποιοι αιρετικοί βλασφήμησαν τον Θεό με την άρνηση της θεότητας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, άλλοι με την απόδοση θεϊκών ιδιοτήτων στον άνθρωπο [Αυτό έκαναν οι παπικοί που απέδωσαν θεϊκές ιδιότητες, όπως το αλάθητο, στον πάπα], άλλοι με το να θεωρήσουν το Άγιο Πνεύμα κτίσμα, άλλοι με την άρνηση της παρουσίας και ενέργειας της θείας χάριτος στα ιερά Μυστήρια της Εκκλησίας, τα οποία θεωρούν ανθρώπινες επινοήσεις [Αυτό πιστεύουν και διδάσκουν οι προτεστάντες].


Τέλος, κάποιοι βλασφήμησαν τον Θεό όχι με την άρνηση δογμάτων της πίστεως, αλλά με την απαίτηση της αθετήσεως ορισμένων εντολών του Χριστού. Γιατί η πίστη διατηρείται ζωντανή όχι μόνο με την ομολογία των ορθών δογμάτων, αλλά και με τη συνεπή ευαγγελική ζωή. Μ’ άλλα λόγια, για να ζήσει η πίστη, χρειάζεται τα έργα της πίστεως. «Η πίστη χωρίς τα έργα είναι νεκρή», λέει ο απόστολος Ιάκωβος. Πριν από το τέλος του κόσμου, η πιο μεγάλη δυστυχία θα βρει τους ανθρώπους εκείνους, οι οποίοι, όπως διδάσκει ο απόστολος, «δεν αγάπησαν την αλήθεια για να σωθούν». Γι’ αυτό «ο Θεός θα επιτρέψει να ενεργήσει σ’ αυτούς η πλάνη», να τους παρασύρει, δηλαδή, ο μεγάλος άνομος, ο Αντίχριστος, «για να πιστέψουν στο ψέμα. Έτσι, θα τιμωρηθούν όλοι όσοι δεν πίστεψαν στην αλήθεια και δέχτηκαν ολόψυχα την αδικία». Με την αποδοχή όλων αυτών των παραχαράξεων της αλήθειας του Θεού, τις οποίες αποτολμούν οι εχθροί Του, οι άνθρωποι αποκαλύπτουν και ομολογούν την αξία της κρίσεώς τους, την αξία της καρδιακής τους διαθέσεως.


Η σκέψη μας μπορεί να είναι πνευματική, μόνο όταν παραμένει ολοκληρωτικά στην αλήθεια με τη ζωντανή πίστη στον Χριστό. Η αποστασία, έστω και μερική, από την αλήθεια είναι πτώση από τους πνευματικούς ουρανούς στη γήινη σοφιστεία, στην ψευδώνυμη φρόνηση, στην καταστροφή. Αγαπητοί αδελφοί! Ας προσφέρουμε στον Κύριο ολόθερμη προσευχή, όπως έκαναν οι απόστολοι, ζητώντας Του να μας χαρίσει το μοναδικό μέσο της σωτηρίας μας, τη ζωντανή πίστη. Μαζί με την προσευχή, ας Του προσφέρουμε και τον πνευματικό μας αγώνα, με τον οποίο θα Του αποδείξουμε την ειλικρίνεια της επιθυμίας μας για τη λήψη της ανεκτίμητης δωρεάς Του. «Ας απομακρυνθούμε από το κακό και ας κάνουμε το καλό». Τώρα, μέσα στον ιερό τούτο ναό, στεκόμαστε μπροστά στον αόρατο Θεό και έχουμε τη δυνατότητα να Του ζητήσουμε καθετί το αναγκαίο για τη σωτηρία μας.


Θα έρθει και η μέρα εκείνη, που μαζί με όλη την ανθρωπότητα θα σταθούμε μπροστά Του, προκειμένου ν’ απολογηθούμε για την επίγεια ζωή μας. Ας προσέξουμε, ώστε να μην Του παρουσιάσουμε τότε κενό το όνομα του χριστιανού, που φέρουμε, χωρίς να το συμπληρώνουν και να το αποδεικνύουν τα έργα που θέλει Εκείνος. Έχει διαβεβαιώσει ότι στους υποκριτές χριστιανούς θα δώσει φοβερή απάντηση —και θα τη δώσει: «Ποτέ δεν σας ήξερα. Φύγετε μακριά μου εσείς, που καταπατούσατε τον νόμο του Θεού!». Αμήν. Πηγή: Άλλη Όψις



<<Ασκητικές ομιλίες Α'>>, Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, επισκόπου Καυκάσου και Μαύρης Θάλασσας, Εκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής.


Παρασκευή 4 Ιουλίου 2025

ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ: ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ




Οι δαίμονες χρησιμοποιούν τα όνειρα για να ενοχλήσουν και να πληγώσουν τις ανθρώπινες ψυχές.

Με παρόμοιο τρόπο, οι άπειροι στον πνευματικό αγώνα Χριστιανοί, που δίδουν σημασία στα όνειρα, 

κάνουν κακό στον εαυτό τους.

Είναι έτσι, σημαντικό να διακρίνουμε την ακριβή σημασία των ονείρων σε κάποιο πρόσωπο

που η φύση του δεν έχει ανανεωθεί με το Άγιο Πνεύμα.




Κατά τη διάρκεια του ύπνου η κατάσταση ενός κοιμωμένου προσώπου είναι τέτοια ώστε ολόκληρος ο άνθρωπος χάνει την αυτοσυνειδησία της υπάρξεώς του και είναι σε μία κατάσταση λήθης. Κατά τη διάρκεια του ύπνου όλες οι εκούσιες δραστηριότητες και εργασίες σταματούν. Συνεχίζει μόνο αυτή η δραστηριότητα που είναι αναγκαία για την ύπαρξη και δεν μπορεί να σταματήσει. Στο σώμα το αίμα συνεχίζει την κυκλοφορία του, το στομάχι χωνεύει την τροφή, οι πνεύμονες διατηρούν την αναπνοή, το δέρμα εφιδρώνει. Στην ψυχή οι σκέψεις, οι φαντασίες και οι αισθήσεις συνεχίζουν να παράγονται, χωρίς όμως, την εξάρτηση της θελήσεως και της λογικής, αλλά με τη δράση της υποσυνείδητης φύσεώς μας.


Ένα όνειρο αποτελείται από τέτοιες φαντασίες, συνοδευόμενες από παράξενες σκέψεις και αισθήματα. Συχνά φαίνεται παράξενο ότι όλα αυτά δεν έχουν καμιά σχέση με τις θεληματικές και εν επιγνώσει σκέψεις του ανθρώπου. Αντίθετα παρουσιάζονται ξαφνικά και παράδοξα, σύμφωνα με τους νόμους και τις απαιτήσεις της φύσεως. Συχνά ένα όνειρο έχει μία χωρίς συνοχή εντύπωση των εκουσίων σκέψεων και επιθυμιών, ενώ άλλες είναι αποτέλεσμα μιας ιδιαίτερα ηθικής καταστάσεως του λογικού.


Έτσι ένα όνειρο δεν μπορεί και δεν πρέπει καθ’ εαυτό να έχει οποιαδήποτε σημασία. Η επιθυμία μερικών ανθρώπων να δουν στα παραληρήματα των ονείρων τους πρόβλεψη για το μέλλον τους, ή το μέλλον άλλων ανθρώπων, ή κάποιο άλλο νόημα, είναι ανόητη και παράλογη. Πώς μπορεί αυτό να είναι έτσι, αυτό που δεν έχει αιτία υπάρξεως; Οι δαίμονες που έχουν πρόσβαση στις ψυχές μας, κατά τη διάρκεια των ωρών που είμαστε ξύπνιοι, έχουν επίσης πρόσβαση και σ’ αυτές κατά τη διάρκεια του ύπνου. Επίσης κατά τη διάρκεια του ύπνου μας πειράζουν στο να αμαρτήσουμε, με το να αναμιγνύουν τη δική τους φαντασία με τη δική μας. Ακόμη όταν δουν μέσα μας ένα ενδιαφέρον για όνειρα, προσπαθούν να αυξήσουν το ενδιαφέρον μας για τα όνειρά μας. Σιγά – σιγά μάλιστα μας πείθουν να τα εμπιστευόμαστε. Μία τέτοια εμπιστοσύνη συνοδεύεται πάντα από πλάνη και η πλάνη κάνει τις διανοητικές μας απόψεις για τον εαυτό μας να λανθάνονται, οπότε όλη μας η ενεργητικότητα γίνεται σαθρή. Αυτό ακριβώς θέλουν και οι δαίμονες.


Σ’ αυτούς που είναι προχωρημένοι σ’ αυτή την εγωιστική αυτοθεώρηση, οι δαίμονες αρχίζουν να παρουσιάζονται σαν άγγελοι φωτός, με τη μορφή μαρτύρων και αγίων ακόμη και αυτής της Μητέρας του Θεού και του ίδιου του Χριστού. Χαίρονται με τον τρόπο που ζουν αυτοί οι πλανεμένοι, τους υπόσχονται ουράνια στέμματα και μ’ αυτό τον τρόπο τους οδηγούν σε μεγάλο ύψος αυτοεκτιμήσεως και υπερηφάνειας. Αυτό το ύψος είναι ταυτόχρονα και η άβυσσος του ολέθρου τους.


Πρέπει να ξέρουμε ότι αναμφίβολα στην παρούσα μας κατάσταση, η οποία ακόμη δεν έχει ανανεωθεί με τη χάρη, δεν είμαστε έτοιμοι να δούμε άλλα όνειρα, εκτός από αυτά που ύπουλα ετοιμάζουν για μας οι δαίμονες. Όπως κατά τη διάρκεια της εγρηγόρσεως, κατά την οποία και είμαστε ξύπνιοι, ξεσηκώνονται μέσα από την πεπτωκυία φύση μας ή προκαλούνται από δαίμονες σκέψεις και επιθυμίες — έτσι συμβαίνει και όταν κοιμόμαστε. Όπως και όταν είμαστε ξύπνιοι νοιώθουμε θεία παρηγοριά που πηγάζει από κατάνυξη (λόγω της αντιλήψεως της αμαρτωλότητός μας, της μνήμης θανάτου και της Τελικής Κρίσεως). Μόνο αυτές οι σκέψεις εμφανίζονται μέσα από τη χάρη του Θεού, που φυτεύτηκε μέσα μας με το άγιο βάπτισμα και μας μεταφέρονται μέσα μας, αναλόγως με τη μετάνοιά μας.


Έτσι με παρόμοιο τρόπο, πολύ σπάνια και σε εξαιρετική ανάγκη, οι Άγγελοι του Θεού μας απεικονίζουν ή μας παρουσιάζουν το τέλος μας ή τα βάσανα της κολάσεως ή την Τελική Κρίση του Θεού πέραν του Τάφου. Από τέτοια όνειρα ερχόμαστε σε συναίσθηση και φόβο Θεού, σε κατάνυξη, σε μετάνοια. Αλλά τέτοια όνειρα δίδονται πολύ σπάνια, σε εξαιρετική ανάγκη, και σε αγιασμένες ψυχές αλλά και σε πολύ αμαρτωλούς, σύμφωνα με την ανεξιχνίαστη και ειδική πρόνοια του Θεού. Δίδονται εξαιρετικά σπάνια όχι λόγω της «τσιγγουνιάς» της Θείας Χάρης — όχι! Αλλά διότι ο,τι γίνεται σε μας, έξω από τη ρουτίνα, μας οδηγεί σε υπερηφάνεια και αυτοεκτίμηση και υποσκάπτει την ταπείνωσή μας που είναι τόσο σημαντική για τη σωτηρία μας.


Το θέλημα του Θεού, η εκπλήρωση του οποίου οδηγεί στη σωτηρία του ανθρώπου, έχει εκφρασθεί στην Αγία Γραφή τόσο καθαρά, τόσο δυναμικά και με τόση λεπτομέρεια, ούτως ώστε είναι εντελώς περιττό το να βοηθείται η σωτηρία του ανθρώπου με το να διασπάται η συνηθισμένη οδός των πραγμάτων. Σ’ αυτόν που ζητούσε την ανάσταση ενός νεκρού ανθρώπου, που θα μπορούσε να αποσταλεί και να προειδοποιήσει τους αδελφούς του ειπώθηκε: «έχουσι Μωϋσέα και τους προφήτας• ακουσάτωσαν αυτών.» Ο δε είπεν: «ουχί πάτερ Αβραάμ, αλλ’ εάν τις από νεκρών πορευθή προς αυτούς, μετανοήσουσιν.» Είπε δε αυτώ: «ει Μωϋσέως και των προφητών ουκ ακούουσιν, ουδέ εάν τις εκ νεκρών αναστή πεισθήσονται» (Λουκ. ιστ’, 27-31).


Η πείρα έχει δείξει ότι πολλοί που τους παραχωρήθηκε να δουν στον ύπνο τους οράματα βασάνων — συγκλονίστηκαν από το όραμα για λίγο καιόμως, μετά ξεχάστηκαν και μαζί ξέχασαν ο,τι είδαν ,και ζούσαν μια απρόσεκτη πνευματικά ζωή. Από την άλλη, αυτοί που δεν είχαν οποιαδήποτε οράματα αλλά προσεκτικά μελετούσαν το θείο Νόμο, σταδιακά οδηγήθηκαν στο φόβο του Θεού, απέκτησαν πνευματική δύναμη και νίκη, και με χαρά που γεννιέται από την οικειοποίηση της σωτηρίας, πέρασαν από το επίγειο πέπλο των θλίψεων στην ευλογημένη αιωνιότητα.


Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος συζητά το ρόλο που παίζεται από τους δαίμονες στα όνειρα, με τον ακόλουθο τρόπο: «… Αφού εγκαταλείψουμε για τον Κύριον τα σπίτια μας και τους οικείους μας, και με την ξενιτεία για την αγάπη του Χριστού πωλήσουμε τον εαυτό μας, τότε οι δαίμονες επιχειρούν να μας ταράζουν με όνειρα. Παρουσιάζουν δε σ’ αυτά τους ιδικούς μας ότι θρηνούν, πεθαίνουν, καταστενοχωρούνται και βασανίζονται εξ αιτίας μας. Εκείνος, λοιπόν, που πιστεύει στα όνειρα, ομοιάζει μ’ αυτόν που κυνηγά τη σκια του και προσπαθεί να την πιάσει» (Σοφ. Σειράχ λδ’, 2).


Οι δαίμονες της κενοδοξίας εμφανίζονται στον ύπνο μας σαν προφήτες. Συμπεραίνουν, σαν πανούργοι που είναι, μερικά από τα μέλλοντα να συμβούν και να μας τα προαναγγέλουν. Και όταν αυτά πραγματοποιηθούν, εμείς μένουμε έκθαμβοι και υπερηφανεύεται μάλιστα ο λογισμός μας με την ιδέα ότι πλησιάσαμε στο προορατικό χάρισμα». (Κεφ. Γ’, 38 – 39).


Ο άγιος Κασσιανός διηγείται για ένα μοναχό στη Μεσοποταμία ο οποίος ζούσε μία πάρα πολύ ερημική και ασκητική ζωή, αλλά απώλεσε την ψυχή του, διότι πλανήθηκε από διαβολικά όνειρα. Παρατήρησε ότι ο μοναχός δεν πολυπρόσεχε την πνευματική του πρόοδο, αλλά ενδιαφερόταν μόνο για τους σωματικούς κόπους, για τους οποίους και αισθανόταν περήφανος. Ο διάβολος τότε, λοιπόν, άρχισε να του παρουσιάζει όνειρα που με τη διαβολική πονηρία του άρχισαν να επαληθεύονται. Όταν η εμπιστοσύνη του μοναχού στα όνειρα και στον εαυτό του ενισχύθηκε, ο διάβολος του παρουσίασε μπροστά του ένα θαυμάσιο όνειρο: Εβραίους να απολαμβάνουν τις ομορφιές του Παραδείσου — ενώ οι Χριστιανοί να τυραννιούνται με τα βάσανα της κολάσεως. Τότε ο διάβολος (ντυμένος σαν Άγγελος φωτός), συμβούλεψε το μοναχό να αποδεχθεί τον Ιουδαϊσμό, έτσι ώστε να είναι ικανός να έχει ένα μερίδιο από την ευτυχία των Ιουδαίων. Αυτό και έκανε ο μοναχός, χωρίς τον παραμικρό δισταγμό.


Συνεπώς αρκετά έχουν ειπωθεί, για να εξηγήσουν στους αγαπητούς μας αδελφούς Χριστιανούς, πόσο ανόητο είναι να δίνουν σημασία στα όνειρα και ακόμη περισσότερο να τα πιστεύουν και να τα εμπιστεύονται. Από την προσοχή στα όνειρα λοιπόν, οπωσδήποτε θα μπει μέσα στην ψυχή μας η εμπιστοσύνη σ’ αυτά. Συνεπώς απαγορεύεται αυστηρά ακόμη και το να προσέχουμε στα όνειρα. Η ανθρώπινη φύση, ανανεωμένη με το Άγιο Πνεύμα, κυβερνάται από εντελώς διαφορετικούς νόμους από την πεπτωκυία φύση του ανθρώπου, που επιμένει στην αμαρτωλή κατάσταση.


Ο κυβερνήτης του αναγεννημένου ανθρώπου είναι το Άγιον Πνεύμα. «Η χάρη του Θείου Πνεύματος τους φωτίζει» λέει ο Μέγας Μακάριος, «και κατακάθεται στα βάθη του νου τους». Και έτσι, είτε ξύπνιοι είναι, ή κοιμούνται, η ψυχή τους παραμένει με τον Κύριο χωρίς αμαρτία, χωρίς γήινες η σαρκικές απολαύσεις και φαντασίες. Οι σκέψεις και οι φαντασίες που κατά τη διάρκεια του ύπνου είναι εκτός του ελέγχου της ανθρώπινης λογικής και θελήσεως, και που ενεργούν υποσυνείδητα στις απαιτήσεις της φύσεως, δρουν μέσα τους κάτω από τον έλεγχο του Αγίου Πνεύματος και γι’ αυτό τα όνειρα τέτοιων ανθρώπων, έχουν πνευματική σπουδαιότητα.


Έτσι ο δίκαιος Ιωσήφ έμαθε από ένα όνειρο το μυστήριο της ενσαρκώσεως του Θείου Λόγου. Μ’ ένα όνειρο διατάχθηκε να φύγει στην Αίγυπτο και σ’ άλλο να επιστρέψει στο Ισραήλ. Τα όνειρα που εστάλησαν από το Θεό, φέρνουν μαζί τους μια αναμφισβήτητη πειθώ, ή βεβαιότητα. Αυτή η βεβαιότητα μπορεί να κατανοηθεί από τους αγίους του Θεού, αλλά όχι από αυτούς που ακόμη αγωνίζονται κατά των παθών τους.


*Εκ του περιοδικού «Ορθόδοξη Μαρτυρία», τεύχος 28. Μετάφραση: Πρεσβύτερος Αναστάσιος Τελεβάντος. *Εκ του ιστολογίου «greekdownloads.wordpress.com» της 31.12.2023. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Πέμπτη 8 Μαΐου 2025

Ο ΑΓΙΟΣ ΙΓΝΑΝΤΙΟΣ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ




Στὸ Ἁγιολόγιο τῆς ρωσικῆς ἐκκλησίας λάμπουν ὡς «ἀστέρες πολύφωτοι» Ἅγιοι, ποὺ ἀκτινοβολοῦν σὲ ὅλο τὸ πνευματικὸ στερέωμα τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀνάμεσα στὴν χορεία τῶν λαοφιλῶν Ἁγίων στὸν χῶρο τῆς ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας εἶναι ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος Μπριαντσανίνωφ, ποὺ ἐπίσημα ἁγιοκατατάχθηκε τὸ 1990, καὶ ἐφέτος συμπληρώνονται 158 χρόνια ἀπὸ τὴν ὁσιακὴ Κοίμησή του († 1867).


Ἅγιος Ἰγνάτιος ἔγινε γνωστὸς στὴν πατρίδα μας κυρίως ἀπὸ τὶς θαυμάσιες ἐκδόσεις τῶν ἔργων του, ποὺ ἐπιμελήθηκε μὲ καλλιέπεια ἡ Ἱερὰ Μονὴ Παρακλήτου Ὠρωποῦ. Στὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰῶνα, ὅταν ἡ Ρωσία γνώριζε μία ἔντονη πνευματικὴ ἀναγέννηση, ἕνα νέο εὐγενὲς ἄνθος γεννήθηκε στὴν ἐπαρχία Βολογκντά, σὲ μία περιοχὴ ποὺ ἄνθιζε ὁ ρωσικὸς ἀσκητισμός. Γεννήθηκε τὸ 1807 σὲ οἰκογένεια εὐγενῶν. Ὡστόσο, στὰ παιδικά του χρόνια γνώρισε θλίψεις ὁ μικρὸς Δημήτριος, ὅπως ἦταν τὸ ὄνομά του, οἱ ὁποῖες ὅμως ὕψωσαν τὴν σκέψη του καὶ τὴν καρδιά του στὸν Θεό. Φιλήσυχος καὶ φιλόθεος ἀπὸ παιδί, ἀγαποῦσε τὴν προσευχὴ καὶ τὴν μελέτη τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῶν Βίων τῶν Ἁγίων.


Προικισμένος μὲ εὐαισθησία καὶ φιλομάθεια, ἦταν ἄριστος μαθητής, εὐφυὴς καὶ ταλαντοῦχος. Σὲ ἡλικία 15 ἐτῶν εἰσήχθη μὲ ἐξετάσεις πρῶτος στὴν Στρατιωτικὴ Σχολὴ Μηχανικῶν. Διακρίθηκε γιὰ τὶς ἐπιδό- 2 σεις του, προκάλεσε τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ Τσάρου καὶ τιμήθηκε ἀπὸ τὸ παλάτι, ποὺ τοῦ ἄνοιξε τὴν κοσμικὴ ζωή, ἡ ὁποία ὅμως ἄφηνε κενὴ καὶ ἀνήσυχη τὴν θεοφιλῆ ψυχή του. Ἐκεῖνος, παράλληλα μὲ τὶς στρατιωτικὲς σπουδές του, μελετοῦσε μὲ ἱερὴ λαχτάρα τὰ ἔργα τῶν ἁγίων Πατέρων, ποὺ τοῦ καλλιέργησαν τὸν πόθο τοῦ Μοναχισμοῦ. Τελικά, ἔφτασε ἀναζητητὴς τῶν οὐρανίων ἀγαθῶν στὴν Λαύρα τοῦ Ἁγίου Ἀλεξάνδρου Νιέφσκι, ὅπου γνώρισε τὸν Ὅσιο Λεωνίδα τῆς Ὄπτινα.


Μετὰ τὴν πρώτη κιόλας συνομιλία του μὲ τὸν περίφημο Στάρετς, ἀποφάσισε νὰ παραιτηθεῖ καὶ νὰ ἀκολουθήσει τὸν Γέροντα. Αἰφνίδια τὸ 1826, στὸ τέλος τῶν σπουδῶν του, ἀρρώστησε μᾶλλον ἀπὸ φυματίωση. Μετὰ ἀπὸ θαυματουργικὴ ἀνάρρωση ἐπέστρεψε στὴν οἰκογένειά του, ἡ ὁποία ὅμως τοῦ ἔφερνε σοβαρὸ ἐμπόδιο νὰ πραγματοποιήσει τὸν ἱερό του πόθο. Ἀλλὰ καὶ ὁ Τσάρος ἀπαίτησε ἀπὸ αὐτὸν νὰ ὑπηρετήσει τὸν ρωσικὸ στρατό. Ἡ ἀσθένειά του ὅμως τὸν «βοήθησε» νὰ ἐγκαταλείψει τὰ στρατιωτικὰ καθήκοντά του καὶ μπῆκε στὸ Μοναστήρι. Τὸ 1831 ἐκάρη Μοναχὸς καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Ἰγνάτιος. Τὸ 1833 ὁ Τσάρος τὸν διώρισε Ἡγούμενο τῆς Μονῆς τοῦ Ἁγίου Σεργίου στὴν Πετρούπολη, τὴν ὁποία ἀνακαίνισε ἐκ βάθρων καὶ τὴν ἀνύψωσε σὲ πρότυπο Κοινοβιακοῦ Μοναχισμοῦ.


Σύντομα τὸ μεγάλο αὐτὸ ἔργο ἀναγνωρίστηκε καὶ τὸ 1838 τοποθετήθηκε ἔξαρχος τῶν Μονῶν τῆς περιοχῆς Πετρουπόλεως. Ἐκείνη τὴν περίοδο συνέταξε τὰ περίφημα βιβλία του «Ἀσκητικὲς ἐμπειρίες». Παρόλο ποὺ ἀγαποῦσε τὴν ἡσυχία, ἀναγκάστηκε ν᾿ ἀλλάξει ἀρκετὲς φορὲς Μονή, βιώνοντας περιπέτειες, δυσκολίες καὶ πειρασμούς. Μετὰ τὶς δοκιμασίες του, ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος κλεινόταν γιὰ μεγάλα διαστήματα στὸ ταπεινὸ κελλί του μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία. Ἐκεῖ δεχόταν τὴν παρηγοριὰ τῆς θείας Χάριτος καὶ τότε συνέτασσε τὰ κείμενά του, ποτισμένα μὲ θεῖο φωτισμό. Σύντομα ὁ Θεὸς τοῦ ἄνοιξε τὸν δρόμο τῆς ἱερωσύνης καὶ ἐντελῶς ἀπροσδόκητα τὸ 1857 ἔφτασε στὸν βαθμὸ τοῦ Ἐπισκόπου. Ἐξελέγη Ἐπίσκοπος Καυκάσου καὶ Μαύρης Θάλασσας, ὅπου προσέφερε τὴν ποιμαντική του διακονία ἐν ἀσθενείᾳ μὲ ἱεραποστολικὸ ζῆλο καὶ θυσιαστικὸ πνεῦμα γιὰ μόλις τρισήμισι χρόνια.


κείνη τὴν περίοδο ἔγραψε τὸ βιβλίο «Προσφορὰ στὸν σύγχρονο μοναχισμό». Ἡ ἀσθένειά του τὸν ὡδήγησε στὴν παραίτηση τὸ 1861. Ἀποσύρθηκε στὴν Ἱερὰ Μονὴ Ἁγίου Νικολάου Μπαμπάεβο, ὅπου κοιμήθηκε εἰρηνικὰ σὲ ἡλικία 60 ἐτῶν, στὶς 30 Ἀπριλίου 1867. 3 Ἄφησε ἀτίμητη πνευματικὴ κληρονομιὰ τὰ ἔργα του, ποτισμένα μὲ ἁγιοπνευματικὴ Χάρη καὶ πατερικὸ πνεῦμα, μὲ γλῶσσα σύγχρονη, ντυμένη ἀνάλαφρα μὲ λογοτεχνικὰ χρώματα, γλυκόφθογγη καὶ εὔλαλη καμπάνα τῆς Ὀρθοδοξίας! Σταλαγματιὲς ἀπὸ τὶς θεόπνευστες διδαχές του δροσίζουν τὴν κουρασμένη σκέψη μας καὶ μᾶς ἀνοίγουν τὸν ὁρίζοντα μιᾶς ἄλλης λογικῆς.


λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ πνευματικὴ λογικὴ. Γιὰ νὰ καταλάβωμε, τὶ σημασία ἔχει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, πρέπει νὰ τὸν τηρήσωμε. Οἱ Ἐντολὲς τοῦ Εὐαγγελίου, ὅταν ἐμεῖς ἀρχίσωμε νὰ τὶς τηροῦμε, ἀρχίζουν καὶ σιγά-σιγὰ μᾶς μεταμορφώνουν· μᾶς ἀναδημιουργοῦν· μᾶς ζωοποιοῦν· μᾶς μεταβάλλουν τὸν τρόπο τοῦ σκέπτεσθαι· τὰ συναισθήματα τῆς καρδιᾶς μας· ἀκόμη καὶ τὸ σῶμα μας. Ἡ ζωντανὴ πίστη δείχνει στὰ μάτια τῆς ψυχῆς τὸν Θεό. Ὅποιος βλέπει ἔτσι τὸν Θεό, ὅποιος ἔτσι αἰσθανθεῖ τὸν Θεό, βλέπει τὴν μηδαμινότητά του. Γεμίζει ἀνέκφραστη εὐλάβεια πρὸς τὸν Θεό, τὰ Ἔργα Του, τὶς Ἐντολές Του. Καὶ ἔτσι τὸ κάθε του δίδαγμα θὰ γίνεται μὲ ταπεινοφροσύνη. Ἡ θεογνωσία, ἡ ζῶσα πίστις, ἡ εὐλογημένη ταπεινοφροσύνη, ἡ καθαρὴ προσευχή, συναποτελοῦν τὴν πνευματικὴ λογική. 


Εἶναι τὰ ἐπὶ μέρους τμήματά της. Καὶ ἀντίθετα, ἡ ἀγνωσία τοῦ Θεοῦ, ἡ ἀπιστία, ἡ τύφλωση τοῦ πνεύματος, ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ αὐτοπεποίθηση, ἡ φιλαυτία, συναποτελοῦν τὸ σαρκικὸ φρόνημα. Τὸ σαρκικὸ φρόνημα δὲν γνωρίζει τὸν Θεό. Δὲν τὰ δέχεται (ἀλλὰ οὔτε καὶ καταλαβαίνει!) τὰ μέσα, μὲ τὰ ὁποῖα ὁ Θεὸς θέλει νὰ ὁδηγήση τὸν ἄνθρωπο στὴν θεογνωσία. Εἶναι ἕνας τρόπος ἀναζήτησης τῆς γνώσης τοῦ Θεοῦ πέρα γιὰ πέρα λαθεμένος καὶ ψυχώλεθρος. Μόνο οἱ πνευματικὲς μέθοδοι μποροῦν νὰ εἶναι ὠφέλιμες στὴν πίστη. Ὁ Κύριος πάντοτε μᾶς καταπέμπει ψυχωφελεῖς εὐκαιρίες, ποὺ μᾶς προσφέρουν τὴν βοήθεια ποὺ μᾶς χρειάζεται· καὶ παράλληλα μαζί της μᾶς δίνει καὶ τὴν ἁγία γεύση καὶ αἴσθηση τῆς ταπείνωσης.


βοήθεια τοῦ Θεοῦ δὲν προσφέρεται μὲ λάμψη, ὅπως θὰ ἤθελε τὸ σαρκικὸ φρόνημα, γιὰ νὰ μὴν ζημιωθῇ ἡ ψυχή μας ἀπὸ τὴν ἱκανοποίηση τῆς ματαιοδοξίας της. Καὶ γι᾿ αὐτό, καὶ στὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν διακονία τῆς Ἐκκλησίας, παντοῦ καὶ πάντοτε πρέπει νὰ ζητᾶμε τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν βοήθειά Του· καὶ νὰ πιστεύωμε, ὅτι μόνο οἱ θεῖες μέθοδοι, μόνο οἱ πνευματικὲς μέθοδοι, μποροῦν νὰ εἶναι ὠφέλιμες στὴν πίστη καὶ στὴν εὐλάβεια· μὰ ποτὲ καὶ μὲ κανέναν τρόπο οἱ μέθοδοι τὶς ὁποῖες ἀπαιτεῖ τὸ σαρκικὸ φρόνημα.


*Περιοδ. «Ἡ Δράση μας», ἀριθμ. 627 / Ἀπρίλιος 2025, σελ. 5-6. Τῆς Φιλοθέης Χ.Τ. Ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ βιβλίο Θαύματα καὶ σημεῖα τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσιανίνωφ, μτφρ. Μητροπολίτου Νικοπόλεως Μελετίου, ἐκδ. Ἱερᾶς Μητροπόλεως Νικοπόλεως, Πρέβεζα 2005. + Τῷ δὲ ἐν Τριάδι Παναγίῳ Θεῷ, τῷ ἐνδοξαζομένῳ ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ, προσκύνησις καὶ εὐχαριστία, εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν! *Εκ του ιστοτόπου της Ιεράς Μητρόπολης Ωρωπού και Φυλής. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Τετάρτη 15 Μαΐου 2024

ΠΕΡΙΣΠΑΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΡΟΣΟΧΗ



 

Οι άνθρωποι που έχουν κοσμικό φρόνημα θεωρούν τον περισπασμό αθώο: οι άγιοι Πατέρες όμως λένε πως είναι η αρχή όλων των κακών. Όποιος έχει παραδοθεί στον περισπασμό όλων των πραγμάτων και των θεμάτων, ακόμα και των πιό σοβαρών, έχει αντίληψη πολύ περιορισμένη και επιφανειακή. Όποιος έχει παραδοθεί στον περισπασμό, είναι συνήθως ασταθής. Τα αισθήματα της καρδιάς του δεν έχουν βάθος και δύναμη, γι’ αυτό είναι ρευστά και εφήμερα.


Όπως η πεταλούδα πετάει από λουλούδι σε λουλούδι, έτσι κι αυτός που έχει παραδοθεί στον περισπασμό, τρέχει από τη μια σωματική απόλαυση στην άλλη κι από τη μια μάταιη φροντίδα στην άλλη. Ο περισπασμός δεν γνωρίζει την αγάπη προς τον πλησίον. Αδιάφορα κοιτάζει τη δυστυχία των ανθρώπων και εύκολα τους φορτώνει με δυσβάσταχτα φορτία.


Όποιος έχει παραδοθεί στον περισπασμό, συνταράζεται από τις θλίψεις, ακριβώς επειδή δεν τις περιμένει: μόνο χαρές προσδοκά. Κάθε θλίψη, ακόμα και την πιό βαριά, όταν αυτή δεν έχει μεγάλη διάρκεια, γρήγορα την ξεχνά μέσα στον θόρυβο των διασκεδάσεων και των μερίμνων του. Η παρατεταμένη θλίψη, όμως, τον τσακίζει. Ο ίδιος ο περισπασμός τιμωρεί τον πολυμέριμνο άνθρωπο που του παραδίνεται, καθώς αυτός, με τον καιρό, όλα τα βρίσκει βαρετά και βουλιάζει σε μια ατέλειωτη, μια εξουθενωτική πλήξη.


Ο περισπασμός, τόσο επιζήμιος γενικά, είναι πραγματικά ολέθριος για το έργο του Θεού, το έργο της σωτηρίας, που απαιτεί συνεχή εγρήγορση και εντατική προσοχή. «Μένετε άγρυπνοι και προσεύχεστε, για να μη σας νικήσει ο πειρασμός», έλεγε ο Κύριος στους μαθητές του. Και σ’ όλη τη χριστιανοσύνη, επομένως και σ’ εμάς, έδωσε εντολή: «Σε όλους το λέω: Αγρυπνείτε!». Όποιος έχει παραδοθεί στον περισπασμό, εναντιώνεται με τη ζωή του στην εντολή αυτή του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.


Όλοι οι άγιοι με επιμέλεια απέφευγαν τον περισπασμό. Αγωνίζονταν να είναι συγκεντρωμένοι στον εαυτό τους και να προσέχουν τις κινήσεις του νου και της καρδιάς τους, κατευθύνοντάς τες σύμφωνα με τις ευαγγελικές εντολές. Αν συνηθίσουμε να προσέχουμε τον εαυτό μας, θα αποφεύγουμε τον περισπασμό ακόμα και όταν μας κυκλώνουν από παντού οι αιτίες του. Ο προσεκτικός, ο αυτοσυγκεντρωμένος άνθρωπος, και σε πολυκοσμία μέσα να βρίσκεται, παραμένει εσωτερικά απομονωμένος. Γνωρίζοντας εμπειρικά την ωφέλεια της προσοχής και τη βλάβη του περισπασμού, ένας σοφός γέροντας είπε: «Χωρίς προσοχή μεγάλη, δεν προοδεύει ο άνθρωπος ούτε σε μία αρετή».


Πόσο ανόητο είναι να σπαταλάμε τη σύντομη επίγεια ζωή, που μας δόθηκε ως χρόνος προετοιμασίας για την ατελεύτητη επουράνια, σε εγκόσμιες μόνο ασχολίες, ικανοποιώντας αναρίθμητες ιδιοτροπίες και ευτελείς επιθυμίες, μεταπηδώντας επιπόλαια από τη μία αισθησιακή ικανοποίηση στην άλλη, ξεχνώντας εντελώς ή βάζοντας σπάνια και επιπόλαια στο νου μας την αναπόφευκτη, τη μεγαλειώδη και συνάμα τρομερή αιωνιότητα!


Είναι φανερό ότι τα έργα του Θεού πρέπει να τα μελετάμε και να τα γνωρίζουμε με την πιό μεγάλη ευλάβεια και προσοχή, αλλιώς τόσο η μελέτη όσο και η γνώση τους είναι αδύνατες. Θαυμαστά έργα του Θεού είναι η δημιουργία και, μετά την προπατορική πτώση, η λύτρωση και ανακαίνιση του ανθρώπου. Τα έργα αυτά πρέπει λεπτομερειακά να τα γνωρίσει κάθε χριστιανός. Δεν θα κατορθώσει, όμως, ποτέ να τα γνωρίσει, αν ζει μέσα στον περισπασμό! Οι εντολές του Θεού δόθηκαν όχι μόνο για την εξωτερική συμπεριφορά αλλά και για την εσωτερική κατάσταση του ανθρώπου: αγκαλιάζουν όλους τους λογισμούς, όλα τα αισθήματα, όλες τις μυστικές κινήσεις της ψυχής. Η τήρηση των εντολών δεν είναι δυνατή χωρίς τη διαρκή εγρήγορση και την έντονη προσοχή. Αλλά η εγρήγορση και η προσοχή δεν έχουν θέση στη ζωή του περισπασμού.


Η αμαρτία κι εκείνος που τη σπέρνει, ο διάβολος, τρυπώνουν στο νου και στην καρδιά μας ανεπαίσθητα. Γι’ αυτό πρέπει να βρισκόμαστε διαρκώς σε επιφυλακή, ώστε, μόλις μας πλησιάσουν αυτοί οι αόρατοι εχθροί μας, να τους απομακρύνουμε με την προσευχή. Αλλά πώς είναι δυνατό να βρίσκεται κανείς σε πνευματική επιφυλακή, όταν είναι παραδομένος στον περισπασμό; Ο άνθρωπος, που ζει μέσα στον περισπασμό, μοιάζει με σπίτι δίχως πόρτες και κλειδαριές. Κανένας θησαυρός δεν μπορεί να φυλαχθεί σε τέτοιο σπίτι, που είναι ανοιχτό για τους κλέφτες και τους ληστές.


Η ζωή του περισπασμού, ζωή γεμάτη με βιοτικές μέριμνες, βαραίνει την ψυχή εξίσου με την κραιπάλη και τη μέθη, κάνοντάς την δυσκίνητη σε κάθε πνευματικό έργο, ανίκανη να προσέχει και ν’ άγρυπνεί! Η ψυχή αυτή είναι κολλημένη στη γη, είναι απορροφημένη από τα πρόσκαιρα και τα μάταια. Για τη διακονία του Θεού ελάχιστα ενδιαφέρεται, ή μάλλον δεν ενδιαφέρεται καθόλου. Σκληρή βρίσκει και μόνο τη σκέψη κάποιας πνευματικής εργασίας, σκληρή και ασήκωτη και ζοφερή. Η προσοχή εξασκεί και ενισχύει τις ψυχικές αισθήσεις στον άνθρωπο, ενώ εξασθενίζει τη ψυχοβλαβή επενέργεια των σωματικών του αισθήσεων. Ο περισπασμός, απεναντίας, αδρανοποιεί και αποκοιμίζει τις ψυχικές αισθήσεις, ενώ τρέφεται με την αδιάλειπτη λειτουργία των σωματικών αισθήσεων. Μάταια οι άνθρωποι, που ζουν μέσα στον περισπασμό, θεωρούν τη ζωή τους φυσιολογική, υγιή, απαλλαγμένη από ενοχές! Έτσι δεν αποκαλύπτουν παρά την ασθένεια τους σ’ όλη της τη σοβαρότητα. Τόσο έχει πωρωθεί η ψυχή τους, που, μολονότι είναι άρρωστοι, δεν το αντιλαμβάνονται.


Όσοι επιθυμούν να οικειωθούν την προσοχή, οφείλουν να εγκαταλείψουν όλες τις μάταιες ασχολίες. Και σ’ αυτές, βέβαια, δεν ανήκουν οι απαραίτητες και ωφέλιμες εργασίες, διακονίες και υποχρεώσεις, προσωπικές ή κοινές, οι οποίες δεν αποτελούν περισπασμό. Ο περισπασμός συνδέεται πάντοτε, είτε με την αργία είτε με ανώφελες ενασχολήσεις που δεν διαφέρουν ουσιαστικά από την αργία. Όχι μόνο δεν διασπά αλλά και συντρέχει την προσοχή η εργασία, όταν αποτελεί διακονία του Θεού ή του πλησίον και όταν γίνεται με υπευθυνότητα. Στην απόκτηση, την καλλιέργεια και τη διατήρηση της προσοχής συντελούν πολύ περισσότερο τα μοναστηριακά διακονήματα, όταν αυτά εκτελούνται όπως πρέπει.


Προσέχοντας τον εαυτό μας σε απόλυτη μόνωση, αποκομίζουμε πολύτιμους πνευματικούς καρπούς. Για τη μόνωση, ωστόσο, είναι ικανοί μόνο άνθρωποι ώριμοι πνευματικά, άνθρωποι που πραγματοποίησαν πρόοδο στην άσκηση και την ευσέβεια, αφού πρώτα διδάχθηκαν την προσοχή στην πρακτική ζωή. Η υποταγή είναι ο καλύτερος τρόπος ασκήσεως στην προσοχή. Κανένας δεν θα σε διδάξει τόσο καλά να προσέχεις τον εαυτό σου όσο ένας συνετός και αυστηρός προϊστάμενος.


Όταν εργάζεσαι πρακτικά μαζί με άλλους ανθρώπους, μην επιτρέπεις στον εαυτό σου να ξεστομίζει μάταια λόγια και ανόητα αστεία. Και όταν η εργασία σου είναι γραφική και γενικότερα διανοητική, μην αφήνεσαι στην ονειροπόληση, τον ρεμβασμό και τον μετεωρισμό. Έτσι σύντομα η συνείδησή σου θα ευαισθητοποιηθεί και θ’ αρχίσει να σου υποδεικνύει κάθε υποχώρησή σου στον περισπασμό, ως αθέτηση όχι μόνο του ευαγγελικού νόμου αλλά ακόμα και της ορθοφροσύνης. Αμήν. *Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, «Ασκητικές εμπειρίες», τ. Β΄. Ι. Μ. Παρακλήτου. *Εκ του ιστολογίου «Kantonopou’s blog». Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.


Print Friendly and PDF