«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΤΡΙΔΟ-ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΤΡΙΔΟ-ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026
«ΠΑΤΡΙΔΟ-ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ»: ΧΡΗΣΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΒΑΣΙΛΗ: «Η ΚΑΘΑΡΑ ΔΕΥΤΕΡΑ»
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, έρευνα, επιμέλεια, παρουσίαση
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, έρευνα, επιμέλεια, παρουσίαση
Τετάρτη 26 Ιουλίου 2023
«ΠΑΤΡΙΔΟ-ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ»: ΖΑΧΑΡΙΑ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ: «ΤΑ ΨΗΛΑ ΒΟΥΝΑ» (Γ')
«ΠΑΤΡΙΔΟ-ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ»
Χρονικά του Ελληνοϊστορείν, μιας Ελλάδας που αποσυντίθεται φύρδιν - μίγδιν, συνήθειες, ιστορίες, ήθη, έθιμα, Πίστη και αξίες που στις μέρες μας εαλώθηκαν από τους «νεοδιαφωτισμούς» του δαιμονόπληκτου Δυτικού «πολιτισμού» και τις αφιονισμένες διαδράσεις του Οικουμενισμού και της Παγκοσμιοποίησης. Μνήμες, αναμνήσεις και υπομνήσεις για το γένος των Ελλήνων, που από την ίδρυση του νέου Ελληνικού Κράτους και εντεύθεν αγωνίζεται να βρει την «ταυτότητά» του ανάμεσα στη «σκύλλα» του αποστατούντος δυτικοευρωπαϊσμού και τη «χάρυβδη» του έκπτωτου και καταχθόνιου «αμερικανισμού». Γιατί η Ιστορία εκδικείται, όταν την αγνοείς, πολλώ δε μάλλω, όταν δεν την γνωρίζεις!
Έρευνα - επιμέλεια - δημοσίευση
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, έρευνα, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
*Από το Αναγνωστικό της Γ' Δημοτικού,
το διήγημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου:
με τον τίτλο «ΤΑ ΨΗΛΑ ΒΟΥΝΑ» 21 Δεκεμβρίου 1918.
Συντακτική Επιτροπή: Δ. Ανδρεάδης, Α. Δελμούζος, Π. Νιρβάνας, Ζ. Παπαντωνίου, Ν. Τριανταφυλλίδης, σελ. 19-25.
ΖΑΧΑΡΙΑ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ:
«ΤΑ ΨΗΛΑ ΒΟΥΝΑ»
«ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ» Γ' ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ
(1918)
10. Η πρώτη βραδιά στο δάσος
Έφτασαν στο Χλωρὸ αργὰ το δειλινό. Οχτὼ καλύβες µέσα στα πεύκα τους περίµεναν. Να το μικρὸ χωριό τους! Πόσο μικρές, πόσο φτωχές τους φάνηκαν! Γιά να μπη στην πόρτα ένας άνθρωπος έπρεπε να σκύψη το κεφάλι. <<Μα τί; Εδώ θα καθίσωμε;>> ρωτούσαν. —<<Τί πόρτες είναι τούτες!>> είπεν ένας. —<<Έτσι, µε μια κάμαρη µόνο θὰ περάσωμε;>> ρωτούσαν άλλοι. —<<Πού είναι το κρεβάτι;>> —<<Δεν έχει ούτε µια καρέκλα!>> Οι καλύβες αλήθεια δεν είχαν τίποτα απ' αυτά. Η κάθε καλύβα ήταν μια κάμαρη απὸ κλαριά, ίσα ίσα να φυλάγη τον άνθρωπο απὸ τον αέρα κι απὸ τη βροχή. <<Αντρέα, λέει ο Κωστάκης, πώς καθόσουν δω μέσα!>> Ο Ἀντρέας γέλασε.
<<Να δης πώς θα κάθεσαι και συ!>> του είπε. <<Εγώ τώρα που συνήθισα τὴν καλύβα, δεν την αλλάζω ούτε μα σπίτι>>. Ο Κωστάκης κοίταζε τη μια κοίταζε την άλλη, έμπαινε σε όλες, και γύρευε να βρη την καλύτερη καλύβα, μα καμιὰ δεν του φαινόταν αρκετά καλή. Στην πιο µεγάλη καλύβα μπήκαν ο Καλογιάννης κι ο Μαθιὸς και φώναζαν: <<να, να η δική µας!>> -<<Ε, σηκωθήτε απὸ κεί, λέει ο Κωστάκης, µου πήρατε το σπίτι>>. -<<Τί; δικὴ σου είναι η καλύβα;>> -<<Εγώ είχα σκοπὸ να την πάρω>>. —<<Εσὺ το είχες σκοπό, μα εμείς µπήκαμε μέσα>> είπε ο Καλογιάννης. -<<Βλέπεις, Κωστάκη;>> λέει ο κυρρ Στέφανος. <<Για να τις ψάχνης όλες θα μείνεις στο τέλος χωρὶς σπίτι>>.
Ο Αντρέας τον έβαλε να καθίση με τους άλλους δυο στην ίδια καλύβα, κι έπειτα ώρισε και στους άλλους που θα καθίση ο καθένας. Έλυσαν τότε τα φορτώματα κι άρχισαν να κουβαλούν ο καθένας τα πράματά του. Σκεπάσματα, ρούχα, δέματα µε τροφές, σακούλια, τενεκέδες, τάφερναν και τα έβαζαν σιγὰ σιγὰ μέσα. <<Να είχαµε κι ένα ντουλάπι...>> έλεγαν. <<Ένα ράφι, ένα σεντούκι....>> Όσο περνούσεν όμως η ώρα, καταλάβαιναν πώς µπορούν να κάμουν και χωρὶς αυτά. Αφού ετοίμασαν το νοικοκυριό τους βγήκαν να ιδούν το δάσος. Εκείνη την ώρα ο ήλιος βασίλευε και οι κορμοὶ των δέντρων έφεγγαν από κόκκινο φως. Μεγάλα γέρικα δέντρα τοὺς τριγύριζαν, κι άλλα νέα και καταπράσινα. Χαμόκλαδα πολλὰ σκέπαζαν τη γη.
Σε λίγο όλο αυτὸ το δάσος γέμισε από σκοτάδι. Τότε, στη νύχτα και στην ερημιά, οι μικροὶ ταξιδιώτες ένιωσαν πόσο χρειάζεται ο ένας τον άλλο. Κουρασμένοι καθὼς ήταν έπεσαν να κοιμηθούν απάνω στα ξερὰ κλαδιὰ που τα είχαν για στρώμα. Μα ενώ έκλειναν σιγὰ σιγὰ τα μάτια ακούστηκε η φωνὴ ενὸς πετεινού. Ο µικρὸς κόκορας που είχαν φέρει µαζὶ απὸ την πόλη, αφού τον ἔέλυσαν και είχε πια ξεμουδιάσει, έβγαλε µια φωνή: <<κικιρίκου!>>, σαν να ήταν πρωί. Αυτὸ το λάλημα ήρθε τόσο ξαφνικά, που τα παιδιὰ έβαλαν τα γέλια. <<Ξυπνήσαμε κιόλας;>> φώναζαν. <<Κικιρίκου!>> φώναξε άλλη μια ο κόκορας, βραχνιασμένος αυτή τη φορά. Όσο όμως κι αν ήθελε αυτός να φέρη το πρωί, τα παιδιὰ νύσταζαν και σιγὰ σιγὰ κοιμήθηκαν.
11. Άστρα, γρύλοι και κουδούνια
Οι φίλοι μας κοιμούνται βαθιὰ στις καλύβες. Που και που ακούγονται παραμιλητά. Μερικοὶ φωνάζουν: <<Αύριο θα ξεκινήσωμε για το βουνό!>>, και ξανακοιμούνται. Ένας λέει: <<Δεν εἶναι ώρα σου λέω για το σχολείο. Δε χτύπησε ακόμη η καμπάνα!>>. Ένας ἄλλος: <<Μητέρα δεν τη θέλω τόσο μικρὴ φέτα!>> Ένας τρίτος: <<Κοίταξε μην έρθη η μάνα μου, έχω πάρει από το ντουλάπι όλο το βάζο με το γλυκό>>. Ήταν ο Φουντούλης. Όταν ξύπνησε κι είδε πως δεν έχει τίποτα, του κακοφάνηκε. Δεν ήθελε να ξανακοιμηθή, μήπως πάθη πάλι το ίδιο. Μα η κούραση τον αποκοίμισε. Ο Φάνης άνοιξε τα μάτια του. Απὸ κάποιες τρύπες της καλύβας βλέπει ουρανό, και καταλαβαίνει πως είναι ακόμη νύχτα. Μα δυσκολεύεται να κοιμηθή άλλο.
Ντύνεται και γλιστρά έξω από την καλύβα· θέλει να δη τη νύχτα στο δάσος. Κάθισε κει ἀπέξω καταγής. Πρώτη φορὰ είδε τόσο βαθὺ ουρανό. Πόσα άστρα! Ήταν σαν αμέτρητο χρυσὸ μελίσσι, που χύθηκε ψηλὰ κι έβοσκε. Άστρα πολλὰ εδώ, άστρα λίγα παρακάτω. Κάπου δυο μαζί, κάπου ένα μοναχό, σαν ξεχασμένο.
Πέντ' έξι άστρα μαζί, σαν κλαράκι. Νάναι η πούλια; Στη μέση τ' ουρανού, από πάνω από το Φάνη, ένα λευκὸ ποταμάκι χυνόταν ήσυχα από το βοριὰ στο νότο· κυλούσε μυριάδες μικρὰ άστρα, λευκὰ σαν ανθούς. Μέσα στο δάσος αμέτρητοι γρύλοι τραγουδούσαν κι έλεγαν όλοι το ίδιο τραγούδι.
Απὸ πέτρες, απὸ τρύπες της γης έβλεπαν την αστροφεγγιά οι μικροὶ τραγουδιστάδες και την κελαηδούσαν. Κι ύστερα ακούστηκαν μακριὰ τα κουδούνια των κοπαδιών. Είναι οι βλάχοι. Δικό τους θα είναι το μεγάλο κοπάδι που βόσκει. Άκου πόσα κουδούνια!... Μικρά, μεγάλα, ψηλά, βαθιά, γλυκά, βραχνά. Κουδουνίσματα πολλὰ όπως τ' άστρα, όπως οι γρύλοι. Κι έξαφνα ένα πράσινο άστρο, σα να ήταν πολὺ χαρούμενο, άναψε, χύθηκε ανάμεσα στ' άλλα και χάθηκε... Τι ωραία νύχτα! Ο Φάνης ένιωσε ψύχρα και μπήκε μέσα να πλαγιάση. Μα και σκεπασμένος έβλεπε την αστροφεγγιά. Του φαίνονταν όλα εκείνα τ' άστρα δικά του. Κανένας απὸ τους άλλους δεν τα είχε δει. Αποκοιμήθηκε ακούγοντας τα κουδούνια.
12. Τα παιδιὰ σχηματίζουν κοινότητα
Ο ήλιος είναι πολὺ ψηλά. Τα τζιτζίκια λαλούν δυνατά. Μα κανένας δεν έχει όρεξη ν' αφήση το στρώμα. Γυρίζουν από το ένα πλευρὸ στα άλλο. <<Σηκωθήτε» λέει ὁ Ἀντρέας, γυρίζοντας ἀπὸ καλύβα σὲ καλύβα· <<έχομε δουλειά» -<<Τί δουλειά;>> φώναξε ο Δημητράκης, τρίβοντας τὸ ένα του μάτι. -<<Να φάμε εδώ που ήρθαμε>>. -<<Κι είναι αυτὸ δουλειά;>> -<<Τώρα που θα σηκωθής, θα το δούμε>>.
Ο Δημητράκης ζητοῦσε τη λεκάνη να νιφτή· δεν είχε καταλάβει ακόμη που βρίσκεται. Ακολούθησε τους άλλους ποὺ γελούσαν μ' αυτόν, και βρήκαν κάμποσα βήματα μακριὰ τη βρύση. Το νερὸ τους έτσουξε στ' αυτιά. Ένα παιδί, ο Πάνος, έλεγε του Δημητράκη καθὼς νιβόταν: <<Άι, άι, τι κρύο νερό!», και του κρατούσε το κεφάλι κάτω απὸ τη βρύση. Ο Δημητράκης φώναζε σαν κατσίκι. Ο Πάνος τον ἄφησε, κι έβαλε το δικό του κεφάλι στη βρύση. Άφηνε το κρύο νερὸ να πηγαίνη στο σβέρκο του, στο στήθος του. Όταν πλύθηκαν, ήρθε νὰ τους δη ο κυρ Στέφανος.
Ο καλὸς άνθρωπος που τους έφερε ως εδώ, θὰ πήγαινε στη χώρα για τις δουλειές του. Φεύγοντας τους είπε αυτὰ τα λόγια: <<Είκοσιέξι ἄνθρωποι για να ζήσουν στο βουνό, πρέπει όλα να τα κάμουν με τα χέρια τους. Να ψήνουν τὸ ψωμί, να κουβαλούν το νερό, να βράζουν το φαί. Είστε εικοσιέξι συγκάτοικοι, που πρέπει να ζήσετε μαζὶ στο ίδιο μέρος· έχετε τις ίδιες δυσκολίες και τις ίδιες ωφέλειες. Κάνετε λοιπὸν μια κοινότητα. Πώς αυτή θα ζήσει χωρὶς μαγαζί, χωρὶς μύλο, χωρὶς τίποτα; Κάποιος απὸ σας πρέπει νὰ γίνει φούρναρης, μπακάλης, μυλωνάς. Ό,τι χρειάζεται για να συντηρηθῆτε πρέπει να το βρείτε μόνοι σας, όπως οι βοσκοί, οι βλάχοι και οι λοτόμοι.
Θα φάτε ή δε θα φάτε σήμερα;>> -<<Θα φάμε>> απάντησε ο Φουντούλης. -<<Να ιδούμε όμως πώς θα φάτε. Ε, όσο για σήμερα έχετε δα έναν κουτσομάγερα, τον Αντρέα. Αυτὸς έμαθε από τους λοτόμους το γιαχνί. Σήμερα θὰ είναι μάγειρας για όλους σας. Τώρα βοηθήστε κι οι άλλοι να γίνη το φαί>>. Ο Γιωργάκης, ο Αλέκος κι ο Δημητράκης πήραν να ξεφλουδίσουν τις πατάτες, ο Δήμος κι ο Καλογιάννης να κόψουν τα φασόλια και τις ντομάτες. Άλλοι πήραν να καθαρίσουν τα κρεμμύδια κι άλλοι άναψαν τη φωτιά.
<<Και κείνοι που περισσεύουν τι θα προσφέρουν στην κοινότητα;>> ρώτησε ο Κωστάκης. -<<Την όρεξή μας>> είπαν αυτοὶ γελώντας. -Απ' αυτὴ έχομε κι εμείςς» φώναξε ο Αντρέας. <<Μα έννοια σας κι έχετε δουλειά>>. Η δουλειὰ που τους έπεσε είναι αρκετή. Έπρεπε να γυρίσουν τυς καλύβες, την κοινότητά τους, να κοιτάξουν τις θέσεις, τα δέντρα και να ορίσουν που θα είναι το μαγειρειό, η αποθήκη, τα ράφια. Άλλοι έπρεπε να δουν αν ἔχουν ό,τι τους χρειάζεται για να μαγειρεύουν. Μήπως λείπει κουτάλα ή κατσαρόλα, καθώς αυτὴ τη στιγμὴ τους λείπει τὸ τηγάνι, και πρέπει να τοζητήσουν από τους λοτόμους. Άλλοι πάλι θα πήγαιναν να δουν τους βλάχους για να ξέρουν τι τρόφιμα μπορεί να πάρουν απ' αυτοὺς στην ανάγκη. Και στο τέλος, να μάθουν αν έχη κανένα χωριὸ εκεί κοντὰ και πόσο μακριὰ είναι.
*Από το Αναγνωστικό της Γ' Δημοτικού,
το διήγημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου:
με τον τίτλο «ΤΑ ΨΗΛΑ ΒΟΥΝΑ» 21 Δεκεμβρίου 1918.
Συντακτική Επιτροπή: Δ. Ανδρεάδης, Α. Δελμούζος, Π. Νιρβάνας, Ζ. Παπαντωνίου, Ν. Τριανταφυλλίδης, σελ. 19-25.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, έρευνα, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Παρασκευή 21 Ιουλίου 2023
«ΠΑΤΡΙΔΟ-ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ»: ΖΑΧΑΡΙΑ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ: «ΤΑ ΨΗΛΑ ΒΟΥΝΑ» (Β')
«ΠΑΤΡΙΔΟ-ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ»
Χρονικά του Ελληνοϊστορείν, μιας Ελλάδας που αποσυντίθεται φύρδιν - μίγδιν, συνήθειες, ιστορίες, ήθη, έθιμα, Πίστη και αξίες που στις μέρες μας εαλώθηκαν από τους «νεοδιαφωτισμούς» του δαιμονόπληκτου Δυτικού «πολιτισμού» και τις αφιονισμένες διαδράσεις του Οικουμενισμού και της Παγκοσμιοποίησης. Μνήμες, αναμνήσεις και υπομνήσεις για το γένος των Ελλήνων, που από την ίδρυση του νέου Ελληνικού Κράτους και εντεύθεν αγωνίζεται να βρει την «ταυτότητά» του ανάμεσα στη «σκύλλα» του αποστατούντος δυτικοευρωπαϊσμού και τη «χάρυβδη» του έκπτωτου και καταχθόνιου «αμερικανισμού». Γιατί η Ιστορία εκδικείται, όταν την αγνοείς, πολλώ δε μάλλω, όταν δεν την γνωρίζεις!
Έρευνα - επιμέλεια - δημοσίευση
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, έρευνα, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
*Από το Αναγνωστικό της Γ' Δημοτικού,
το διήγημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου:
με τον τίτλο «ΤΑ ΨΗΛΑ ΒΟΥΝΑ» 21 Δεκεμβρίου 1918.
Συντακτική Επιτροπή: Δ. Ανδρεάδης, Α. Δελμούζος, Π. Νιρβάνας, Ζ. Παπαντωνίου, Ν. Τριανταφυλλίδης, σελ. 10-19.
ΖΑΧΑΡΙΑ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ:
«ΤΑ ΨΗΛΑ ΒΟΥΝΑ»
«ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ» Γ' ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ
(1918)
4. Οι μικροί ταξιδιώτες ανεβαίνουν το βουνό
Όταν έφτασαν σε μια ράχη, τους καλωσώρισε ο κρύος αέρας. Αυτός ο αέρας είχε περάσει από κάθε κορφή καὶ κάθε λαγκαδιά. Τον πήραν με μια βαθιὰ αναπνοή. Πουλάκια με άσπρη τραχηλιὰ κουνούσαν την ουρά τους στους θάμνους, κι ύστερα έφευγαν με γοργὸ λαρυγγισμό. Ένα κατσίκι κατάμαυρο έστεκε στην κόψη του βράχου. Οι βράχοι σχημάτιζαν σα θεόρατα σπίτια, που δεν ξέρεις ποιος τα κατοικεί. Οι γκρεμοὶ ήταν φυτεμένοι με πουρνάρια και κουμαριές. Αλλού κατέβαιναν γυμνοὶ και απότομοι σα να τους είχες κόψει με σπαθί. Ο βράχος απάνω στο βράχο, ο λόφος απάνω στο λόφο σχημάτιζαν το βουνό. Πελώρια ήταν όλα. Και σ' αυτὸ το ύψος ανέβαινε με στροφές, όλο ανέβαινε ο δρόμος. Ευτυχισμένοι σε τούτο το θέαμα οι μικροὶ ταξιδιώτες, κοίταξαν προς τις κορφές. Ένας τους φώναξε: <<Γειά σας ψηλὰ βουνά!>>.
5. Το τραγούδι του Μπαρμπαφώτη
<<Ε, Μπαρμπαφώτη!>> ρώτησε ο κυρ-Στέφανος' δε θα μας πης κανένα τραγούδι;>> Ο Μπαρμπαφώτης χαμογέλασε. <<Κανένα που να λέη έτσι για ψηλὰ βουνά>> ξαναείπε ο κυρ Στέφανος. <<Σαν ποιο να πω;» ρώτησε ο αγωγιάτης. Πέρασε λίγη ώρα και δεν άρχιζε το τραγούδι ακόμη. Συλλογιζόταν: <<Να πω την αλαφίνα, να πω τον Κατσαντώνη, να πω τη βλαχοπούλα, τι να πω;>> Τέλος αποφάσισε. <<Εγὼ γέρασα τώρα, λέει, μα για το χατήρι του κυρ Στέφανου θα το πω>>. Κι αφού σήκωσε την τσίτσα και τράβηξε δυο ρουφηξιές, άρχισε: Καλότυχά είναι τα βουνά, ποτέ τους δε γερνάνε, / το καλοκαίρι πράσινα και το χειμώνα χιόνι, / και καρτερούν την άνοιξη, τ' όμορφο καλοκαίρι, / να μπουμπουκιάσουν τα κλαριά, ν' ανοίξουνε τα δέντρα, / να βγοῦν οι στάνες στα βουνά, να βγοῦν οι βλαχοπούλες, / να βγουν και τα βλαχόπουλα, λαλώντας τις φλογέρες. Δε γερνά το τραγούδι! Ὁ Μπαρμπαφώτης γέρασε, μα η φωνή του έμεινε λιγερὴ όπως στα νιάτα του. Αν δεν τού' λειπε κείνο το μπροστινὸ δόντι!
6. Τα παιδιά κοιτάζουν το νερό της Ρούμελης
Ὃταν έφτασαν ψηλότερα, παραξενεύτηκαν µ' ένα ασυνήθιστο χρώμα που φάνηκε κάτω στο βάθος της λαγκαδιάς. <<Τί είναι κείνο;>> φώναξαν τα παιδιά. Είναι νερό;>> - <<Νερό>> απάντησε ο αγωγιάτης. - <<Μα είναι ακίνητο» είπε ο Κωστάκης. - <<Νερὸ στον κατήφορο ακίνητο, πως γίνεται;>> - <<Είναι σαν ακίνητο>> είπε τότε το παιδί. - <<Βέβαια, γιατί εμείς είμαστε ψηλά. Πάρα πέρα που θα χαμηλώσωµε, θα δήτε πως τρέχει>>. - Πώς το λένε αυτό το ποτάµι;>> - <<Ρούμελη. Μα εδώ είναι ρέµα, δεν είναι ακόμα ποτάμι. Πρέπει να κάμη µεγάλο ταξίδι για να γίνη το ποτάµι της Ρούμελης. Έχει ν' απαντήση πολλὰ νερά, να στρογγυλέψη πολλὲς πέτρες και να γυρίση πολλοὺς µύλους ακόμα>>. - <<Είναι γαλαζοπράσινο>> είπε ο Φάνης. <<Τί ωραίο χρώμα!>> -<<Αυτὸ το χρώμα, είπε ο κυρ Στέφανος, είν' απὸ την ορμὴ που έχει το νερό. Εδώ απάνω η Ρούμελη είναι ανήσυχη. Πηδοῦν τα νερά της σαν τρελὰ παιδιά· μόνο στον κάμπο φρονιμεύουν. Και όσο πάνε κατὰ τή θάλασσα, γίνονται ήσυχα και συλλογισμένα>>. Όταν έφτασαν πιο ψηλά, δεν είδαν πια τη Ρούμελη. Σε μια στροφὴ τους κρύφτηκε. Ο Κωστάκης λυπήθηκε, σα να τους είχε λείψει κανένας σύντροφος. <<Έννοια σου, Κωστάκη, είπε ο αγωγιάτης, και θα μας βγη πολλὲς φορὲς µπροστά. Φεύγει ἡ Ρούμελη από δω; Έχει να θρέψη τόσα πλατάνια, να περάση απὸ τόσες λαγκαδιές!>> Πάρα πέρα που χαμήλωσαν, άκουσαν τη βοή της, κι ένιωσαν πως η Ρούμελη είναι πάντα κοντά.
7. Καταστροφή στα κουλούρια του Φουντούλη
Ο Φουντούλης πηγαίνει απάνω στο μουλάρι του σα φορτωμένος κι όχι σαν καβαλάρης. Είναι όμως πολὺ συλλογισμένος. Κανένας δε μιλεί για φαγητό, κι η όρεξη του Φουντούλη έχει σημάνει μεσημέρι πολλὲς φορές. Έχωσε το χέρι μέσα στο σακούλι του και απάντησε κατιτί. Τέτοιο ευχάριστο άγγιγμα το είχε νιώσει µόνο μια φορά, που έπιασε αυγά φωλιάς. Ήταν τα κουλούρια που του είχε ετοιμάσει η μητέρα του, με τη συμβουλὴ να τα τρώη φρόνιμα, δηλαδὴ δύο κάθε πρωί. Άμα τ' άγγιξε ο Φουντούλης, κατάλαβε πως η ζωή τους ήταν λίγη. Έφαγε δυό. <<Ας φάμε, είπε, άλλα δυο. Τί φρέσκος αέρας!>>. Έγιναν τέσσερα. Σὲ λίγο ἕξι. Τώρα έχει χώσει πάλι το χέρι στο σακούλι και χαϊδεύει όσα μένουν. <<Πότε θα φάμε;» ρώτησε τον αγωγιάτη. Ο κυρ Στέφανος άκουσε, και γυρίζοντας ρώτησε τα παιδιά: <<Ποιὸς είναι κείνος που πείνασε πιο πολὺ απ'όλους και δεν μπορεί να κρατηθή;>>. Όλη η συντροφιὰ γύρισε και κοίταξε το Φουντούλη· εκείνος έκανε πβς κοιτάζει κάτω και θαυμάζει τάχα το νερό. Και σα να ντράπηκε, έβγαλε το χέρι του από τα κουλούρια. Έμεινε όμως µέσα στο σακούλι ο νους του.
8. Τα μουλάρια ξέρουν που θα φάνε οι ταξιδιώτες
Όταν σε λίγο φάνηκε µια βρύση µε πλατάνια και λεύκες, τα µουλάρια σταμάτησαν μόνα τους. Τα παιδιὰ κατάλαβαν, πως για να σταµατά το ζώο µόνο του, θα είναι παλιὰ συνήθεια να ξεπεζεύουν οι ταξιδιώτες ἐεκεί για να φάνε. Αυτὴ τη σκέψη την έκαµαν όλοι, κι ας λένε το Φουντούλη φαγά. Τί πείνα ήταν αυτή! Κοιτάζοντας το ένα και το άλλο δεν την είχαν καταλάβει. Τέτοια ήταν η όρεξή τους, που δεν κατάλαβαν καλὰ πότε στρώθηκε το τραπέζι απάνω στα χλωρὰ φύλλα, πότε κάθισαν, αν κάθισαν με το πλευρό ή σταυροπόδι. Έτρωγαν ευχαριστημένοι κι ο πλάτανος απὸ πάνω σάλευε τα κλαριά του.
9. Η βρύση
Ένας αγωγιάτης, αφού ήπιε στη βρύση, βάζοντας για κούπα τις χούφτες του, µουρµούρισε: <<Νὰ δροσιστή η ψυχούλα σου!>>. Τα παιδιὰ τον κοίταξαν, θέλοντας να μάθουν για ποιον µιλεί. Καὶι κείνος που κατάλαβε την απορία τους, είπε: <<Δεν τον ξέρω ποιος είναι, µα κείνος που την έκαμε αυτή τη βρύση δροσισμένος να είναι σαν κι εμάς>>. <<Εγὼ τον εθυμήθηκα, είπε ο κυρ Στέφανος. Ήµουν παιδί. Τον καιρὸ εκείνο έτρεχε δω πέρα λίγο νερό, μα πολὺ λιγοστό, κόμπος. Οι διαβάτες έπεφταν µπρούµυτα για να πιουν, προσπαθώντας να φτιάσουν κάνουλα µε κανένα χλωρόφυλλο. Πολλὲς φορὲς χανόταν το νερὸ ολότελα, γιατὶ το βύθιζαν οι βροχὲς και το χώμα που έπεφτε. Όλοι από τα γύρω χωριὰ είχαν ανάγκη απὸ μια βρύση εδώ. Μα καθένας έλεγε: <<ας τη φτιάση άλλος>>. Κάθε χωριὸ έλεγε: <<ας τη φτιάση άλλο χωριό>>. Μια φορὰ πέρασε κι ένας ράφτης, πηγαίνοντας πανηγυριώτης στον Άι-Λια. Ήταν απ' αλλού κι είχε ένα µικρὸ µαγαζὶ κάτω στη χώρα. Καθισμένος σταυροπόδι σ' ένα ψηλὸ ράφι -έτσι δα, σα να τον βλέπω τώρα- κεντούσε σεγκούνια και φέρμελες µε µιαν αργὴ βελονιά. Είχε µεγάλη γενειάδα κάτασπρη, χυμένη στο στήθος, και φορούσε τις μακριές του φουστανέλες καθημερινὴ και γιορτή, κατακάθαρες. Καθισμένος σταυροπόδι έρραβε. Όταν γύρισε απὸ τον Ἁι-Λιὰ είπε της γριάς γυναίκας του: <<Γυναίκα, εκεί πάνω που πήγαινα, είδα πως χρειάζεται µια βρύση. Εμείς άτεκνοι είμαστε, πολλὰ χρόνια δε θα ζήσωμε. Λοιπὸν το κομπόδεμά μας θα το δώσω για κείνη τη βρυσούλα, να δροσίζωνται οι χριστιανοί». <<Αφέντη, ό,τι ορίσης καλὰ ωρισμένο>> είπε η γριά. Με τα έξοδά του οι εργάτες έσκαψαν εκατὸ µέτρα µάκρος, µάζεψαν το σκορπισμένο νερό, το έβαλαν σε χτιστὸ κανάλι κι έχτισαν τη βρύση. Εκείνος, αφού πρόφτασε να δη τὸ καλό που έκαμε στους ανθρώπους, δε ζήτησε τίποτα απ' αυτούς. Σε λίγον καιρὸ κοιμήθηκε στα χέρια του Θεού ευχαριστημένος και λησμονήθηκε. Ύστερα θέριεψε εδώ το πλατάνι που βλέπετε. Η βρύση τρέχει απὸ τριάντα χρόνια, και θα τρέχη για καιρὸν πολύ, όσο βρίσκονται κουρασμένοι διαβάτες...>>. Όταν τελείωσε ο κυρ Στέφανος δεν είπε λέξη κανένας. Μόνο η βρύση µιλούσε σ' αυτή τη σιωπή. Έπιναν κι άκουγαν να τρέχη το δροσερό της νερό. <<Να δροσιστή η ψυχούλα σου!>>.
*Από το Αναγνωστικό της Γ' Δημοτικού,
το διήγημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου:
με τον τίτλο «ΤΑ ΨΗΛΑ ΒΟΥΝΑ» 21 Δεκεμβρίου 1918.
Συντακτική Επιτροπή: Δ. Ανδρεάδης, Α. Δελμούζος, Π. Νιρβάνας, Ζ. Παπαντωνίου, Ν. Τριανταφυλλίδης, σελ. 10-19.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, έρευνα, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Τετάρτη 19 Ιουλίου 2023
«ΠΑΤΡΙΔΟ-ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ»: ΖΑΧΑΡΙΑ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ: «ΤΑ ΨΗΛΑ ΒΟΥΝΑ» (Α')
Χρονικά του Ελληνοϊστορείν, μιας Ελλάδας που αποσυντίθεται φύρδιν - μίγδιν, συνήθειες, ιστορίες, ήθη, έθιμα, Πίστη και αξίες που στις μέρες μας εαλώθηκαν από τους «νεοδιαφωτισμούς» του δαιμονόπληκτου Δυτικού «πολιτισμού» και τις αφιονισμένες διαδράσεις του Οικουμενισμού και της Παγκοσμιοποίησης. Μνήμες, αναμνήσεις και υπομνήσεις για το γένος των Ελλήνων, που από την ίδρυση του νέου Ελληνικού Κράτους και εντεύθεν αγωνίζεται να βρει την «ταυτότητά» του ανάμεσα στη «σκύλλα» του αποστατούντος δυτικοευρωπαϊσμού και τη «χάρυβδη» του έκπτωτου και καταχθόνιου «αμερικανισμού». Γιατί η Ιστορία εκδικείται, όταν την αγνοείς, πολλώ δε μάλλω, όταν δεν την γνωρίζεις!
Έρευνα - επιμέλεια - δημοσίευση
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, έρευνα, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
*Από το Αναγνωστικό της Γ' Δημοτικού,
το διήγημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου:
με τον τίτλο «ΤΑ ΨΗΛΑ ΒΟΥΝΑ» 21 Δεκεμβρίου 1918.
Συντακτική Επιτροπή: Δ. Ανδρεάδης, Α. Δελμούζος, Π. Νιρβάνας, Ζ. Παπαντωνίου, Ν. Τριανταφυλλίδης, σελ. 1-10.
ΖΑΧΑΡΙΑ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ:
«ΤΑ ΨΗΛΑ ΒΟΥΝΑ»
«ΑΝΑΓΝΩΣΤΙΚΟ» Γ' ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ
(1918)
1. Οι τρεις φωτιές
Βραδιάζει. Τι λαμπρή φωτιά είναι αυτή που φάνηκε στο βουνό! Πρώτος ο Φάνης την είδε. Πρώτος αυτός βλέπει τις ομορφιές της γης και τ’ ουρανού και τις δείχνει στ' άλλα παιδιά: τον ήλιο που βασιλεύει, τα σύννεφα που τρέχουν στον ουρανό, το άστρο που καθρεφτίζεται στο ρυάκι. «Κοιτάτε», είπε, <<μια φωτιά εκεί απάνω!>> κι έδειξε τη φωτιά στα δυο παιδιά που ήταν μαζί του, στο Μαθιό και στον Κωστάκη. Κάθονταν κι οι τρεις αυτή την ώρα στο πεζούλι της εκκλησίας. Ήταν κουρασμένοι από το πολύ παιχνίδι. Είχαν διακοπές. <<Ναι, αλήθεια, μια φωτιά!>> είπαν οι άλλοι δυο. <<Πώς λάμπει!>> είπε ο Φάνης. <<Σαν το χρυσάφι>>.
Τα παιδιά την κοίταζαν και ρωτούσαν το ένα το άλλο: ποιος τάχα την άναψε; Μήπως οι τσοπάνηδες που βόσκουν τα κοπάδια; Μήπως οι λοτόμοι που κόβουν τα δέντρα με τα τσεκούρια; Ή μήπως κανένας που πήγε να προσκυνήσει στον 'Αϊ-Λια; Κάπου εκεί κοντά είναι αυτό το μοναστήρι. <<Μπορεί να μην την άναψαν άνθρωποι>>, είπε ο Κωστάκης. <<Τότε ποιος;>> «Μπορεί να την άναψε ο Αράπης». <<Και τι είναι αυτός ο Αράπης;>> ρώτησαν οι άλλοι δυο. «Είναι ένας μεγάλος αράπης που έχει τη σπηλιά του εκεί απάνω σ’ ένα βράχο. Στη μέση στο βουνό λένε πως είναι αυτός ο βράχος>>.
<<Σώπα, καημένε Κωστάκη», λέει ο Μαθιός. «Το πιστεύεις εσύ; Εγώ δεν το πιστεύω. Ποιος το είδε;>> <<Το έλεγε η γιαγιά μου>>. <<Και πού τον ξέρει αυτή;>> «Είναι πολύ γριά η γιαγιά μου>>. Όσο νύχτωνε, τόσο έλαμπε αυτή η φωτιά· κι όσο έλαμπε, τόσο ο Κωστάκης πίστευε τη γιαγιά του. Ο Μαθιός δεν πίστευε τίποτα. Ήταν βέβαιος πως τη φωτιά την είχε ανάψει ο τσοπάνης. Ο Φάνης δε μιλούσε. <<Φάνη! Φάνη! Τρεις φωτιές, τρεις φωτιές!>>. Έτσι ακούστηκαν να φωνάζουν δυο παιδιά που έτρεχαν κατά το μέρος εκείνο για να βρούνε το Φάνη. Ο Φάνης τις είχε ιδεί εκείνη τη στιγμή.
Στη μια φωτιά κοντά είχαν ανάψει κι άλλες δυο. Τρεις χρυσές φωτιές έλαμπαν αραδιασμένες στο βουνό, που δε φαίνεται πια παρά σα θεόρατος γαλανός ίσκιος απάνω στον ουρανό. Ο Φάνης τις κοίταζε με θαυμασμό. <<Ποιος τις άναψε;» ρωτά και πάλι ο Μαθιός. <<Τι λες εσύ, Φάνη;>>. Ο Φάνης απάντησε: <<Να ήμαστε εκεί απάνω!>>
2. Το γράμμα του Αντρέα
Και τάχα δεν μπορούσαν να είναι κι αυτοί εκεί ψηλά; Πολλές φορές ο δάσκαλος τους είχε πει στο μάθημα πως τα παιδιά που είναι στην τελευταία τάξη του ελληνικού μπορούν να πάνε μόνα τους στο βουνό. Πως, άμα έχουν θάρρος και πειθαρχία, μπορούν να κατοικήσουν μόνα τους εκεί ένα-δυο μήνες.
Φτάνει να έχουν την άδεια του πατέρα τους, την κατοικία και την τροφή. <<Πόσα πράματα>>, τους είπε, <<θα μάθετε όταν πάτε τόσο ψηλά! Ούτε το βιβλίο μπορεί να σας τα πει ούτε εγώ>>. Κι έφυγε για την πατρίδα του, για να περάσει τις διακοπές. Ήταν βέβαιος πως, άμα θέλουν τα παιδιά, θα το κατορθώσουν. Τα παιδιά παρακάλεσαν τους γονείς τους να τους αφήσουν να πάνε. Εκείνοι αντιστάθηκαν στην αρχή.
<<Πού ξέρομε>>, είπαν, <<τι θα κάμετε τόσο μακριά; Τάχα θα μπορείτε να βρίσκετε ό,τι σας χρειάζεται; Θα φροντίζει ο ένας για τον άλλο; Θα είστε αχώριστοι;>>. Υποσχέθηκαν πως και τα είκοσι πέντε παιδιά θα είναι σαν ένας. Μα ύστερα οι δικοί τους ρώτησαν: <<Πού θα βρείτε τις καλύβες να καθίσετε;>> Ήταν η πρώτη δυσκολία. Ύστερα τους είπαν: <<Πού θα βρίσκετε την τροφή για να ζείτε τόσο μακριά;>>. Μπροστά στις δυο δυσκολίες τα παιδιά σταμάτησαν· άφησαν το ταξίδι για άλλη φορά. Και κείνο που μένει για άλλη φορά, σπάνια γίνεται.
Ένας όμως μαθητής, ο Αντρέας, προσπάθησε να κάμει αυτός μόνος εκείνο που οι άλλοι δεν μπόρεσαν να κατορθώσουν. Ήταν το παιδί που τολμούσε. Ο Αντρέας κυνηγούσε πιο πολύ τα δύσκολα παρά τα εύκολα. Δεν τον θυμούνται να δείλιασε ποτέ. Αλλά πιο γενναίος ήταν εκεί που θα ωφελούσε τους άλλους. Ο πατέρας του, ο κυρ Στέφανος, ήταν εργολάβος ξυλείας στο δάσος που τους είπε ο δάσκαλος να πάνε, στο Χλωρό. Είχε πολλούς λοτόμους εκεί. Τον παρακάλεσε λοιπόν ο Αντρέας να δώσει χάρισμα την ξυλεία για τις καλύβες που χρειάζονταν τα παιδιά. Και για να πετύχει, ακολούθησε μια μέρα τον πατέρα του στο δάσος, όπου είχε πάει να επιβλέψει την εργασία. Σε δυο μέρες οι λοτόμοι έστησαν οχτώ καλύβες. Οχτώ γερές και χαριτωμένες καλύβες· ένα χωριουδάκι.
Η κατοικία ετοιμάστηκε. Από τους λοτόμους πάλι έμαθε ο Αντρέας πως οι βλάχοι θα πήγαιναν στα Τρίκορφα, καθώς το λένε κείνο το βουνό, για να βοσκήσουν τα κοπάδια τους· γιατί φέτος βγήκε πολύ χορτάρι σε κείνο το μέρος. Βρέθηκε λοιπόν το σπουδαιότερο, η τροφή. Από το κοπάδι θα έχουν το κρέας και τα γαλακτερά. Ο Αντρέας έμεινε στο δάσος ανυπομονώντας να έρθουν οι βλάχοι. Κι όταν ήρθαν, έστειλε στην πόλη, στα δυο παιδιά, αυτή την παραγγελία: Παιδιά, στις εικοσιεννιά, των Αγίων Αποστόλων, εσείς οι δυο, κατά το βράδυ, να κοιτάζετε στο βουνό, προς το μέρος μας, προς το Χλωρό.
Αν δείτε τρεις φωτιές στην αράδα, να ξέρετε πως αυτό θα είναι μήνυμα δικό μου για σας· θα σημαίνει πως όλα έχουν ετοιμαστεί, κι η τροφή κι οι καλύβες κι ό,τι άλλο χρειάζεται. Μόνο να ειδοποιήσετε γι’ αυτό το Φάνη και τ’ άλλα παιδιά. Και να κάμετε ό,τι μπορείτε για να έρθετε. Μη χάνετε καιρό. Τι ωραία που είναι δω ψηλά! Εικοσιεννιά, των Αγίων Αποστόλων, απόψε, να, οι φωτιές! Τα δυο παιδιά έφτασαν κι έφεραν το μήνυμα στο Φάνη, στο Μαθιό και στον Κωστάκη. Ανέλπιστη χαρά! Ποτέ δεν είχαν συνεννοηθεί από τόσο μακριά. Θα πάνε; Και πότε; Πώς; Τρέχουν στο σπίτι κοιτάζοντας πάντα προς τις τρεις φωτιές. <<Μας γνέφουν!>> φωνάζει ο Κωστάκης. Κι αλήθεια, οι τρεις φωτιές νόμιζες πως τους καλούσαν.
3. Το ξεκίνημα
Στον κυρ Στέφανο το χρωστούν πως ξεκίνησαν. Αυτός ο καλός άνθρωπος, όταν γύρισε από το δάσος, έδωσε το λόγο του στους γονείς τους πως θα πάει μαζί με τα παιδιά. Είπε πως θα τα προσέχει εκεί που βρίσκονται, πως θα τους κάνει όσες ευκολίες μπορεί, και θα τους φέρνει νέα τους συχνά που θα κατεβαίνει στην πόλη. Μόνο έτσι κατόρθωσαν να πάρουν την άδεια. Πέρασαν δυο - τρεις μέρες ώσπου να ετοιμαστούν, και τέλος ένα πρωί το μεγάλο και ζωηρό καραβάνι ξεκίνησε. Πάνε στα ψηλά βουνά. Είναι είκοσι πέντε παιδιά. Τα δεκαπέντε πήγαιναν πεζή. Τα δέκα καβάλα στα φορτωμένα μουλάρια που τα οδηγούν τρεις αγωγιάτες. Ακολουθούσε ο κυρ Στέφανος, καβάλα στην κόκκινη φοράδα του. Και τα είκοσι πέντε παιδιά έγιναν αγνώριστα. Κρατούν από ένα ραβδί.
Σακούλια και παγούρια τούς κρέμονται στην πλάτη. Φορούν μεγάλες ψάθες και χοντρά παπούτσια. Είναι ντυμένα για να ζήσουν σε βουνό. Το ίδιο ρούχο θα φορεθεί βράδυ και πρωί, θα παλέψει με αγκάθια και με πέτρες, θα σκίζεται και θα μπαλώνεται. Τίποτα καινούργιο δε φορούν. Τι απλά παιδιά που έγιναν! Με τα βαριά σακούλια τους μοιάζουν τους μαστόρους και τους πραματευτάδες που έρχονται κάτω στην πόλη. Όλους τους θυμούνται αυτή τη στιγμή, όλους τους παρασταίνουν έναν - έναν όπως είναι, όπως περπατούν, όπως φωνάζουν. Ο Δημητράκης κάνει το γανωματή και φωνάζει: <<Χαλκώματα να γανώωω...>> Ο Κωστάκης τον μπαλωματή: <<Παπούτσια να μπαλώωω...>>.
Ο Γιώργος πάλι παρασταίνει τον τροχιστή: <<Μαχαίρια, ψαλίδια, σουγιάδες, γι’ ακόοο...>>. Ο Φάνης θυμήθηκε έναν πραματευτή που τον είχαν ξεχάσει. Πουλεί τα βοτάνια, τη ρίγανη και τα χορταρικά· τον λένε Κορφολόγο και φωνάζει: <<Κάππαρη, καλή κάπ...!>>. Μέσα σ' αυτά τα γέλια ο Καλογιάννης θυμήθηκε το <<Τσιριτρό>> κι άρχισε να το τραγουδεί. Όλη η συνοδεία πήρε το γελαστό τραγούδι και το έλεγε χτυπώντας τα ραβδιά στη γη: Σε μια ρόγα από σταφύλι έπεσαν οχτώ σπουργίτες και τρωγόπιναν οι φίλοι... τσίρι-τίρι, τσιριτρό, τσιριτρί, τσιριτρό. Εχτυπούσανε τις μύτες και κουνούσαν τις ουρές, κι είχαν γέλια και χαρές, τσίρι - τίρι, τσιριτρό, τσιριτρί, τσιριτρό. Πώπω πώπω σε μια ρόγα φαγοπότι και φωνή! την αφήκαν αδειανή... τσίρι-τίρι, τσιριτρό, τσιριτρί, τσιριτρό.
Και μεθύσαν κι όλη μέρα πάνε δώθε, πάνε πέρα τραγουδώντας στον αέρα τσίρι - τίρι, τσιριτρό, τσιριτρί, τσιριτρό. Μονάχα ο Φουντούλης δε μιλεί· έμεινε τελευταίος. Είναι παχύς και στρογγυλός ο καημένος ο μικρός Φουντούλης! Το μουλάρι του είναι πολύ οκνό· δεν ακούει από φωνή κι από χτύπημα. Γιατί τον εφόρτωσαν σ’ αυτό το ζώο; Για να μην κυλήσει; Ο Φουντούλης αγωνίζεται να το φέρει μπροστά, μα κείνο μένει τελευταίο. Στο τέλος ο Φουντούλης αρχίζει να φοβάται πως το ζώο του δεν είναι μουλάρι.
Το κοιτάζει καλά στ’ αυτιά. <<Μήπως κατά λάθος», συλλογίζεται, <<μου έδωσαν κανένα γάιδαρο;>> Μα κι οι άλλοι δεν τον αφήνουν ήσυχο και στο τέλος θα τον κάμουν να το πιστέψει. <<Το άτι σου, Φουντούλη, έχει μεγάλα αυτιά!>>. <<Περίμενε, Φουντούλη, και θ’ ακούσεις και τη φωνή του!>>. Μα ο Φουντούλης, που δε θυμώνει ποτέ, βάζει τα γέλια μαζί με τους άλλους. Το καραβάνι ανέβαινε τα Τρίκορφα, ξυπνώντας τις λαγκαδιές με τα γέλια του, τις φωνές του και με την περπατησιά του στους πετρωτούς δρόμους. (Συνεχίζεται)
*Από το Αναγνωστικό της Γ' Δημοτικού,
το διήγημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου:
με τον τίτλο «ΤΑ ΨΗΛΑ ΒΟΥΝΑ» 21 Δεκεμβρίου 1918.
Συντακτική Επιτροπή: Δ. Ανδρεάδης, Α. Δελμούζος, Π. Νιρβάνας, Ζ. Παπαντωνίου, Ν. Τριανταφυλλίδης, σελ. 1-10.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, έρευνα, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Παρασκευή 7 Ιουλίου 2023
«ΠΑΤΡΙΔΟ-ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ»: Ο ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ ΕΙΧΕ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΕΙ ΝΑ ΑΝΑΣΤΗΣΕΙ ΕΝΑΝ ΝΕΚΡΟ!
«ΠΑΤΡΙΔΟ-ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ»
Χρονικά του Ελληνοϊστορείν, μιας Ελλάδας που αποσυντίθεται φύρδιν - μίγδιν, συνήθειες, ιστορίες, ήθη, έθιμα, Πίστη και αξίες που στις μέρες μας εαλώθηκαν από τους «νεοδιαφωτισμούς» του δαιμονόπληκτου Δυτικού «πολιτισμού» και τις αφιονισμένες διαδράσεις του Οικουμενισμού και της Παγκοσμιοποίησης. Μνήμες, αναμνήσεις και υπομνήσεις για το γένος των Ελλήνων, που από την ίδρυση του νέου Ελληνικού Κράτους και εντεύθεν αγωνίζεται να βρει την «ταυτότητά» του ανάμεσα στη «σκύλλα» του αποστατούντος δυτικοευρωπαϊσμού και τη «χάρυβδη» του έκπτωτου και καταχθόνιου «αμερικανισμού». Γιατί η Ιστορία εκδικείται, όταν την αγνοείς, πολλώ δε μάλλω, όταν δεν την γνωρίζεις!
Έρευνα - επιμέλεια - δημοσίευση
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Νίκου Καζαντζάκη:
«ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ»
1961
Η παντελώς ματαιόδοξη, όσο και υπερφίαλα αλαζονική αυτή αυτοθεοποίηση του ποιητή Άγγελου Σικελιανού εδράζεται στην αναφορά του έτερου -αποδεδειγμένα- αντίχριστου Ν. Καζατζάκη στο βιβλίο του «Αναφορά στον Γκρέκο», που γράφηκε το 1961 και στα 1964 αργότερα, το εξέδωσε η δεύτερη σύζυγός του Ελένη Καζαντζάκη. Ο ίδιος προσπαθούσε επί ένα ολόκληρο βράδυ... ν' αναστήσει... έναν νεκρό ράφτη, καθώς είχε πιστέψει πως πλέον στο ζενίθ της καριέρας του, είχε αποκτήσει ανυπέρβλητες, υπερφυσικές δυνάμεις, αποδίδοντας για τον εαυτό του το «εκλεκτό» και το «ξεχωριστό» είδος ανάμεσα στους κοινούς, αναλώσιμους θνητούς. Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε το σχετικό απόσπασμα από την «Αναφορά στον Γκρέκο», κεφ. ιθ', χωρίς κανένα σχολιασμό και κριτική, γιατί πολύ απλά δεν επιδέχονται τέτοιου είδους... Είναι από τις φορές, που το ομιλείν χειραγωγείται και αυτοσυντίθεται άλαλα κι ανεμπόδιστα από το αναγιγνώσκειν...!
Γ.Δ.
«Αυτός θεατρίνος; Θα’ ταν θεατρίνος αν έκανε τον απλό και το μετριόφρονα. Μα ήταν ο πιο ειλικρινής άνθρωπος στον κόσμο· το διαπίστωσα μια μέρα παρακολουθώντας ένα περιστατικό που ξεπερνούσε τα όρια του κωμικού κι έμπαινε στην επικίντυνη πύρινη περιοχή της παραφροσύνης.
Μέναμε οι δυο σ’ ένα εξοχικό σπίτι, μέσα σε πευκώνα, στην άκρα της θάλασσας. Διαβάζαμε Ντάντε και Παλαιά Διαθήκη κι Όμηρο, μου απάγγελνε με τη βροντερή φωνή του στίχους δικούς του, κάναμε μακρινούς περιπάτους· ήταν οι πρώτες μέρες της γνωριμιάς μας, τ΄αρραβωνιάσματα. Χαρά μεγάλη που είχα βρει έναν άνθρωπο να μην μπορεί ν’ αναπνέει παρά στο πιο αψηλό πάτωμα της επιθυμίας. Γκρεμίζαμε και δημιουργούσαμε τον κόσμο, ήμασταν και οι δυό σίγουροι πως η ψυχή είναι παντοδύναμη· μονάχα που αυτός νόμιζε πως η ψυχή η δική του, εγώ πως η ψυχή του ανθρώπου.
Ένα δειλινό που ετοιμαζόμασταν για το βραδινό μας περίπατο και στεκόμασταν ακόμα στο κατώφλι και κοιτάζαμε τη θάλασσα, να σου και καταφτάνει τρεχάτος ο ταχυδρόμος του χωριού· έβγαλε από την τσάντα του κι έδωκε ένα γράμμα στο φίλο μου κι ύστερα έσκυψε στο αφτί του, ταραγμένος: -Έχετε κι ένα μεγάλο δέμα.... είπε με φοβισμένη φωνή.
Ο φίλος μου δεν τον άκουσε· διάβαζε το γράμμα, και το πρόσωπο του είχε γίνει κατακόκκινο. Άπλωσε το χέρι, μου το’ δωκε: - Διάβασε... μου’ πε. Πήρα το γράμμα, διάβασα: «Βουδάκι μου, ο καημένος ο γείτονάς μας, ο ράφτης, πέθανε· σου τον στέλνω και σε παρακαλώ να τον αναστήσεις», του ‘γραφε η γυναίκα του. Ο φίλος μου με κοίταξε με αγωνία: - Νομίζεις, είναι δύσκολο; έκαμε.
Σήκωσα τους ώμους: -Δεν ξέρω, αποκρίθηκα· πάντως είναι δύσκολο πολύ. Μα ο ταχυδρόμος βιάζουνταν. -Τι να το κάμω το δέμα; ρώτησε και σήκωνε το πόδι του να φύγει. -Φέρ’το! είπε ο φίλος μου απότομα και στράφηκε πάλι και με κοίταξε, λες και περίμενε να του δώσω κουράγιο. Μα εγώ ένιωθα δυσφορία μεγάλη και σώπαινα. Σταθήκαμε αμίλητοι και περιμέναμε· ο ήλιος έγερνε να βασιλέψει, η θάλασσα είχε γίνει σκούρα τριανταφυλλιά· ο φίλος μου δάγκανε τα χείλη και περίμενε. Σε λίγο δυό χωριάτες φάνηκαν και σήκωναν ένα φτωχικό φέρετρο· ήταν μέσα ο ράφτης.
-Ανεβάστε τον απάνω! πρόσταξε ο φίλος μου και το λαμπρό πρόσωπο του είχε σκοτεινιάσει. Στράφηκε πάλι και με κοίταξε: -Τι λες; με ρώτησε πάλι και κάρφωσε στα μάτια μου τη ματιά του, ανήσυχη· τι λες, θα μπορέσω; -Δοκίμασε, αποκρίθηκα· εγώ θα πάω περίπατο. Πήρα γιαλό γιαλό κι ανάσαινα βαθιά τη μυρωδιά του πεύκου και της θάλασσας. «Τώρα θα φανεί, συλλογίζουμουν, αν είναι θεατρίνος ή αν είναι επικίντυνα απότολμη ψυχή, έτοιμη να πεθυμήσει και να επιχειρήσει τα αδύνατα. Θα δοκιμάσει ν’αναστήσει το νεκρό, ή, παμπόνηρος, θα φοβηθεί το γελοίο και θα πάει κρυφά κι ήσυχα να κοιμηθεί στο κρεβάτι του; Απόψε θα φανεί». Έτρεμα που ζυγιάζουνταν έτσι μπροστά μου η ψυχή του φίλου μου και περπατούσα γρήγορα γρήγορα, αναστατωμένος.
Ο ήλιος είχε πια βουτήξει· το πρώτο σκούξιμο της κουκουβάγιας ακούστηκε μέσα από τα πεύκα, θλιμμένο και τρυφερό· οι μακρινές βουνοκορφές άρχισαν να λιώνουν μέσα στο σούρουπο. Μάκρυνα επίτηδες τον περίπατο μου, γιατί ένιωθα δυσφορία να γυρίσω σπίτι· πρώτα πρώτα μ’ενοχλούσε η παρουσία του νεκρού· ποτέ δεν μπόρεσα ν’αντικρίσω νεκρό χωρίς ν’ανατριχιάσω από αηδία και φόβο· κι ύστερα, γιατί ήθελα ν’αναβάλω όσο μπορώ να δω πως θα φερθεί στην κρίσιμη αυτή στιγμή ο φίλος μου.
Όταν έφτασα στο σπίτι, το δωμάτιο του φίλου μου, από πάνω από το δικό μου, ήταν κατάφωτο. Δεν είχα κέφι να δειπνήσω, έπεσα στο κρεβάτι να κοιμηθώ· μα πού να κλείσω μάτι! Από πάνω μου όλη τη νύχτα άκουγα σιγανά μουγκρητά και το κρεβάτι να τρίζει· κι ευτύς ύστερα βήματα βαριά απάνω κάτω, πολλή ώρα, και πάλι μουγκρητά και το κρεβάτι να τρίζει. Όλη τη νύχτα. Κάποτε άκουσα το φίλο μου ν’ αναστενάζει βαθιά και ν’ ανοίγει το παράθυρο, σαν να πλαντούσε κι ήθελε να πάρει αέρα.
Είχα πια κουραστεί, και τα ξημερώματα με πήρε ο ύπνος· άργησα να ξυπνήσω και να κατέβω κάτω· ο φίλος μου κάθουνταν μπροστά στο τραπέζι, το γάλα μπροστά του έμενε ανέγγιχτο. Τρόμαξα όταν τον είδα· δυό μεγάλοι γαλάζιοι κύκλοι είχαν απλωθεί γύρα από τα μάτια του κι ήταν χλωμός χλωμός και τα χείλια του κάτασπρα. Δεν του μίλησα· κάθισα δίπλα του στενοχωρημένος και περίμενα.
-Έκαμα ό,τι μπορούσα, είπε τέλος, σαν να’θελε να δικαιολογηθεί· θυμάσαι πώς ανάστησε ο προφήτης Ελισσαίος το νεκρό: ξάπλωσε ολοκορμίς απάνω του, κόλλησε το στόμα του στο στόμα του νεκρού και του φυσούσε την πνοή του και μούγκριζε· το ίδιο έκαμα κι εγώ... Σώπασε, και σε λίγο: -Όλη νύχτα.... όλη νύχτα.... του κάκου!
Θαμασμός με είχε κυριέψει· κοίταζα το φίλο μου και τον καμάρωνα· είχε μπει στο γελοίο, μα το’χε ξεπεράσει, είχε φτάσει στο τραγικό σύνορο της παραφροσύνης, και τώρα γύριζε και κάθουνταν αντίκρα μου εξαντλημένος. Σηκώθηκε, πρόβαλε ως το κατώφλι, κοίταξε μπροστά του τη θάλασσα, σφούγγιξε το μέτωπο του που μαργαριτώνουνταν με χοντρές στάλες ιδρώτα. -Και τώρα; στράφηκε και με ρώτησε· τι να κάμω; -Φώναξε τον παπά να’ ρθει να τον θάψει, αποκρίθηκα· κι εμείς πάμε να κάμουμε τη βόλτα μας στην άκρα της θάλασσας.
Τον πήρα χεραγκαλιά, το μπράτσο του έτρεμε· βγάλαμε τα παπούτσια μας, ξεκαλτσωθήκαμε, τσαλαβουτούσαμε στο ακρογιάλι και δροσερεύαμε. Δεν μιλούσε, μα ένιωθα πως η δροσιά της θάλασσας και το ήσυχο φουρφούρισμα της τον γαλήνευαν. -Ντρέπουμαι.... μουρμούρισε τέλος. Η ψυχή λοιπόν δεν είναι παντοδύναμη; -Δεν είναι ακόμα, αποκρίθηκα· θα γίνει. Παλικαριά μεγάλη να θες να ξεπεράσεις τα σύνορα του ανθρώπου· μα παλικαριά μεγάλη και ν’αναγνωρίζεις χωρίς τρόμο τα σύνορα και να μην απελπίζεσαι. Θα χτυπούμε, θα χτυπούμε τα κεφάλια μας απάνω στα κάγκελα, πολλά κεφάλια θα γίνουν θρύμματα, μα μια μέρα τα κάγκελα θα σπάσουν...
-Εγώ θα ‘θελα να ‘ναι το κεφάλι μου που θα τα σπάσει, είπε και πέταξε με πείσμα ένα μεγάλο χοχλάδι στη θάλασσα· εγώ, εγώ, φώναξε, κανένας άλλος! Χαμογέλασα· «εγώ! εγώ!» αυτή ‘ταν η φοβερή φυλακή, χωρίς πόρτες, χωρίς παράθυρα, του φίλου μου». *Εκ του ιστοτόπου <<janus.gr>>. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
*Από το βιβλίου του Νίκου Καζατζάκη:
«ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΟΝ ΓΚΡΕΚΟ» 2009.
<<Εκδόσεις Καζαντζάκη>>, πρώτη έκδοση 1961, σελ. 617.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, έρευνα, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

.jpg)

.jpg)
.jpg)
