«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»
Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Έτος: 13ο (2013 - 2026)
Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης
Διαχειριστής:
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine
«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».
Κωστής Παλαμάς
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μ. ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μ. ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026
Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026
ΑΓΙΑ ΚΑΙ ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗ: «ΕΝΑΣ ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ»
Η Μεγάλη Σαρακοστὴ εἶναι εὐκαιρία γιά ἔλεγχο στά λόγια μας. Ὁ κόσμος μας εἶναι ὑπερβολικὰ βερμπαλιστικὸς καὶ μεῖς συνέχεια πλημμυρίζουμε ἀπὸ λόγια πού ἔχουν χάσει τὸ νόημά τους καὶ συνεπῶς τή δύναμή τους. Ὁ Χριστιανισμὸς ἀποκαλύπτει τὴν ἱερότητα τοῦ λόγου – ἕνα ἀληθινὰ θεῖο δῶρο στόν ἄνθρωπο. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἡ ὁμιλία μας εἶναι προικισμένη μὲ τεράστια δύναμη εἴτε θετικὴ εἴτε ἀρνητική. Γι’ αὐτὸ ἐπίσης καὶ θὰ κριθοῦμε γιά τὰ λόγια μας: «λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πᾶν ρῆμα ἀργὸν ὃ ἐὰν λαλήσωσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσι περὶ αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως· 37 ἐκ γὰρ τῶν λόγων σου δικαιωθήσῃ καὶ ἐκ τῶν λόγων σου καταδικασθήσῃ» (Ματθ. 12,36-37). Ἐλέγχουμε τὰ λόγια μας μὲ τὸ νά ἀνακαλύπτουμε τή σοβαρότητα καὶ τὴν ἱερότητά τους, νά καταλαβαίνουμε ὅτι μερικὲς φορὲς ἕνα «ἀστεῖο» πού λέγεται ἀπερίσκεπτα, μπορεῖ νά ἔχει καταστρεπτικὰ ἀποτελέσματα, μπορεῖ νά γίνει ἐκείνη ἡ τελευταία «σταγόνα» πού ξεχυλίζει τὸ ποτήρι καὶ ὁ ἄνθρωπος φτάνει στήν τελικὴ ἀπελπισία καὶ καταστροφή. Ἀλλὰ ὁ λόγος μπορεῖ ἐπίσης νά εἶναι καὶ μία μαρτυρία. Μία τυχαία συνομιλία σ’ ἕνα γραφεῖο μὲ τὸ συνάδελφο μπορεῖ νά μεταδώσει καλύτερα μία θεώρηση γιά τή ζωή, μία διάθεση ἀπέναντι στούς ἄλλους ἀνθρώπους καὶ στή δουλειά καὶ νά ἔχει περισσότερα ἀποτελέσματα ἀπὸ τὸ τυπικὸ κήρυγμα. Μπορεῖ, ἀπὸ μία τέτοια συνομιλία, νά πέσουν σπόροι γιά μία ἐρώτηση πάνω στή δυνατότητα μιᾶς ἄλλης προσέγγισης τῆς ζωῆς, σπόροι γιά ἐπιθυμία νά γνωρίσει κανεὶς περισσότερα. Δέν ἔχουμε, πραγματικά, ἰδέα πόσο ἐπηρεάζουμε ὁ ἔνας τὸν ἄλλον μὲ τὰ λόγια, μὲ τὸν τόνο τῆς προσωπικότητάς μας. Καὶ τελικὰ οἱ ἄνθρωποι ἑλκύονται στόν Θεό, ὄχι γιατὶ κάποιος μπόρεσε νά τοὺς δώσει διαφωτιστικὲς ἐξηγήσεις, ἀλλὰ γιατὶ εἶδαν σ’ αὐτὸν τὸ φῶς, τή χαρά, τὸ βάθος, τή σοβαρότητα, τὴν ἀγάπη πού ἀπὸ μόνα τους ἀποκαλύπτουν τὴν παρουσία καὶ τή δύναμη τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο. Ἔτσι, ἂν ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ, ὅπως εἴπαμε στήν ἀρχή, εἶναι ἡ ἀνακάλυψη τῆς πίστης ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, εἶναι ἐπίσης καὶ ἀνόρθωση τῆς ζωῆς του, τοῦ θεϊκοῦ νοήματός της, τοῦ κρυμμένου βάθους της. Μὲ τὸ νά ἀπέχουμε ἀπὸ τὴν τροφὴ ξαναβρίσκουμε τή γλύκα της καὶ ξαναμαθαίνουμε πῶς νά τὴν παίρνουμε ἀπὸ τὸν Θεὸ μὲ χαρὰ καὶ εὐγνωμοσύνη. Μὲ τὸ «νά μειώνουμε» τίς ψυχαγωγίες, τή μουσική, τὶς συζητήσεις, τὶς ἐπιπόλαιες κοινωνικότητες, ἀνακαλύπτουμε τὴν τελικὴ ἀξία τῶν ἀνθρωπίνων σχέσεων, τῆς ἀνθρώπινης δουλειᾶς, τῆς ἀνθρώπινης τέχνης. Καὶ τὰ ξαναβρίσκουμε ὅλα αὐτὰ ἀκριβῶς γιατὶ ξαναβρίσκουμε τὸν Ἴδιο τὸν Θεό, γιατὶ ξαναγυρίζουμε σ’ Αὐτὸν καὶ δι’ Αὐτοῦ σὲ ὅλα ὅσα Ἐκεῖνος μᾶς ἔδωσε μέσα ἀπὸ τὴν τέλεια ἀγάπη καὶ τὸ ἔλεός Του.Ἔτσι τή νύχτα τῆς Ἀνάστασης ψέλνουμε: «Νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια. Ἐορταζέτω γοῦν πᾶσα κτίσις, τὴν ἔγερσιν Χριστοῦ, ἐν ᾗ ἐστερέωται». Μὴ μᾶς ἀποστερήσεις αὐτῆς τῆς προσδοκίας, φιλάνθρωπε Κύριε! π. Αλέξανδρος Σμέμαν
π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΜΕΜΑΝ: Η ΧΑΡΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΦΥΛΗΣ κ. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Β': ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ (2023)
ΜΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΛΑΟ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ
ΦΩΤΗ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ: ΕΝΑΣ ΒΑΘΥΣ ΜΥΣΤΑΓΩΓΟΣ - ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΣΙΝΑΪΤΗΣ
ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ & ΦΥΛΗΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ (1997)
ΙΩΑΝΝΗ Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ: Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΩΝ
ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ ΙΕΡΑΣ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗΣ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ (2023)
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ
ΑΒΒΑ ΔΩΡΟΘΕΟΥ: ΛΟΓΟΣ ΙΓ: ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ
ΟΙ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΕΣΩΣΑΝ ΤΟΝ ΛΗΣΤΗ
ΑΙΝΟΙ ΚΑΙ ΥΜΝΟΙ ΑΠΟ ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΑΠΟΔΕΙΠΝΟ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ
Ο ΓΟΕΡΟΣ ΚΑΙ ΑΣΤΑΜΑΤΗΤΟΣ ΘΡΗΝΟΣ ΤΟΥ ΑΔΑΜ
ΑΣΗΚΩΤΟΣ Ο ΖΥΓΟΣ ΣΤΟΥΣ ΩΜΟΥΣ ΤΟΥ ΙΕΡΕΑ: ΝΑ ΛΥΝΕΙ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΑΠ' ΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ!
ΗΤΑΝ ΗΜΕΡΕΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ
Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΑΛΛΑ ΚΑΙ Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΣΥΓΧΩΡΗΣΗΣ ΣΤΟ ΒΙΟ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΙΩΑΚΕΙΜ ΤΟΥ ΠΑΠΟΥΛΑΚΗ
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΔΑΚΡΥΩΝ
ΤΟ ΜΙΣΟΣ ΚΑΙ Η ΕΧΘΡΑ ΩΣ ΕΜΠΟΔΙΑ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΧΩΡΗΣΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΚΩΝ ΜΑΣ ΑΜΑΡΤΙΩΝ
ΠΕΡΙ ΝΗΣΤΕΙΑΣ ΑΓΙΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ
ΜΑΚΑΡΙΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΚΑΝΤΙΩΤΗ: Η ΑΛΗΘΙΝΗ ΝΗΣΤΕΙΑ
ΣΑΡΑΚΟΣΤΙΑΝΑ ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΙΚΑ (1988)
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΑΤΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΒΟΙΩΤΙΑΣ κ. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ: ΜΗΝΥΜΑ ΓΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ (2023)
«ΠΑΤΡΙΔΟ-ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ»: ΧΡΗΣΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΒΑΣΙΛΗ: «Η ΚΑΘΑΡΑ ΔΕΥΤΕΡΑ»
ΜΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΙΟ ΝΙΚΟΛΑΟ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ
Οἱ διὰ Χριστὸν σαλοὶ διακρίνονται ἀπὸ μιὰ σπάνια ἔλλειψη φόβου. Ὁ μακάριος Νικόλαος ἔτρεχε ἀνάμεσα στοὺς δρόμους τοῦ Πσκὼφ προσποιούμενος τὸν τρελό, ἐλέγχοντας τοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὶς κρυφὲς ἁμαρτίες τους καὶ προφητεύοντας ἐκεῖνα ποὺ ἐπρόκειτο νὰ τοὺς συμβοῦν. Ὅταν ὁ Ἰβὰν ὁ Δ΄ ὁ Τρομερὸς κατέφθασε στὸ Πσκώφ, ὁλόκληρη ἡ πόλη διασαλεύτηκε ἀπὸ τὸν τρόμο γιὰ τὸ φοβερὸ τσάρο. Γιὰ νὰ τὸν ὑποδεχθοῦν οἱ κάτοικοι τοποθέτησαν στὴν εἴσοδο κάθε σπιτιοῦ ψωμὶ καὶ ἁλάτι, ἀλλὰ οἱ ἴδιοι, φοβισμένοι, δὲν ἐμφανίστηκαν. Ὅταν ὁ κυβερνήτης τῆς πόλης πρόσφερε στὸν τσάρο ψωμὶ καὶ ἁλάτι σ’ ἕνα δίσκο, ὁ τσάρος ἔσπρωξε μακριά τον δίσκο, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ πέσουν καταγῆς τὸ ψωμὶ καὶ τὸ ἁλάτι. Τότε ἐμφανίστηκε μπροστά του ὁ ὅσιος Νικόλαος: ντυμένος μὲ ποδήρη χιτώνα, δεμένο μὲ σκοινὶ στὴ μέση, χοροπηδοῦσε γύρω του μ’ ἕνα μπαστούνι, σὰν παιδί. Τοῦ φώναζε: «Ἰβάνουσκα, Ἰβάνουσκα, φάε ψωμὶ κι ἁλάτι καὶ μὴν τρῶς ἀνθρώπινο αἷμα». Οἱ στρατιῶτες ἔτρεξαν νὰ τὸν πιάσουν, ὅμως ἐκεῖνος τοὺς ξεγλίστρησε καὶ κρύφτηκε. Ὁ τσάρος ζήτησε νὰ μάθει γιὰ τὸ μακάριο Νικόλαο –ποιὸς ἦταν καὶ τί ἦταν– καὶ τὸν ἐπισκέφθηκε στo φτωχικό του. Ἦταν τότε ἡ πρώτη ἑβδομάδα τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ὁ Νικόλαος, μόλις πληροφορήθηκε ὅτι ἐρχόταν ὁ τσάρος γιὰ νὰ τὸν ἐπισκεφθεῖ, φρόντισε νὰ ἐξασφαλίσει ἕνα κομμάτι ὠμὸ κρέας. Ὅταν λοιπὸν κατέφθασε ὁ Ἰβὰν ὁ Τρομερός, ὁ ὅσιος ἔβαλε μετάνοια καὶ τοῦ πρόσφερε τὸ κρέας λέγοντας «Φάε, Ἰβάνουσκα, φάε!». Ὀργισμένος ὁ τσάρος τοῦ ἀπάντησε «Εἶμαι χριστιανὸς καὶ δὲν τρώω κρέας τὴ Σαρακοστὴ γιατὶ νηστεύω!». Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ μονομιᾶς τὸν ἀποστόμωσε «Κάνεις πολὺ χειρότερα: τρέφεσαι μὲ σάρκα καὶ αἷμα ἀνθρώπων, ξεχνώντας ὄχι μόνον τὴ Σαρακοστή, ἀλλὰ καὶ τὸν ἴδιο τὸν Θεό!». Τὸ μάθημα αὐτὸ μπῆκε βαθιὰ μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ τσάρου Ἰβὰν· ντροπιασμένος ἔφυγε ἀμέσως ἀπ’ τὸ Πσκώφ, ὅπου ἀρχικῶς εἶχε ἔλθει μὲ τὴν πρόθεση νὰ κατασφαγιάσει τὸν πληθυσμό.
Απόσπασμα από τον «Πρόλογο της Αχρίδος» του Αγίου Νικολάου Βελιμόροβιτς, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Άθως».
*Εκ του ιστολογίου «Η Άλλη Όψις» της 28.2.2015. Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
«ΠΑΤΡΙΔΟ-ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ»: ΧΡΗΣΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΒΑΣΙΛΗ: «Η ΚΑΘΑΡΑ ΔΕΥΤΕΡΑ»
«ΠΑΤΡΙΔΟ-ΓΡΑΦΗΜΑΤΑ»
Χρονικά του Ελληνοϊστορείν, μιας Ελλάδας που αποσυντίθεται φύρδιν - μίγδιν, συνήθειες, ιστορίες, ήθη, έθιμα, Πίστη και αξίες που στις μέρες μας εαλώθηκαν από τους «νεοδιαφωτισμούς» του δαιμονόπληκτου Δυτικού «πολιτισμού» και τις αφιονισμένες διαδράσεις του Οικουμενισμού και της Παγκοσμιοποίησης. Μνήμες, αναμνήσεις και υπομνήσεις για το γένος των Ελλήνων, που από την ίδρυση του νέου Ελληνικού Κράτους και εντεύθεν αγωνίζεται να βρει την «ταυτότητά» του ανάμεσα στη «σκύλλα» του αποστατούντος δυτικοευρωπαϊσμού και τη «χάρυβδη» του έκπτωτου και καταχθόνιου «αμερικανισμού». Γιατί η Ιστορία εκδικείται, όταν την αγνοείς, πολλώ δε μάλλω, όταν δεν την γνωρίζεις!
Έρευνα - επιμέλεια - δημοσίευση
Γιώργος Δ. Δημακόπουλος
Δημοσιογράφος
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, έρευνα, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
*Από τις εκδόσεις «ΖΗΤΡΟΣ», Δεκέμβριος 2020,
το διήγημα του Χρήστου Χριστοβασίλη:
υπό τον τίτλο «ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΤΑΝΗΣ-ΤΗΣ ΞΕΝΙΤΙΑΣ - ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ - ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ»
Συντακτική Επιτροπή: Δ. Ανδρεάδης, Α. Δελμούζος, Π. Νιρβάνας, Ζ. Παπαντωνίου, Ν. Τριανταφυλλίδης, σελ. 19-25.
1η Έκδοση 1898.
ΧΡΗΣΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΒΑΣΙΛΗ (1861-1937):
«Η ΚΑΘΑΡΑ ΔΕΥΤΕΡΑ»
«ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΤΑΝΗΣ-ΤΗΣ ΞΕΝΙΤΙΑΣ - ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ - ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ»
(1898)
Κοιμόμουν, κι όταν ξύπνησα είχα μέσα μου όλο το θλιβερό συναίσθημα ότι είχε ξημερώσει η τρομερή Καθαρή Δευτέρα με τη Μεγάλη Σαρακοστή. Κι έπρεπε να περάσουν πενήντα μέρες ακέριες αυστηρή σαρακοστή με φασούλια, ρεβίθια και κουκιά. Αυγά, γάλα, τυρί, βούτυρο, ψάρι και προπάντων κρέας δεν έπρεπε ούτε να τ' αναφέρουμε με το στόμα μας, γιατί και τούτο λογίζονταν αμαρτία.
Κι όταν ακόμα το 'φερνε λόγος για να ονοματίσει κανένας το γάλα, το βούτυρο, το τυρί, το ψάρι και - Θεός φυλάξει - το κρέας, έπρεπε να συνοδεύει την απαγορευμένη λέξη με την έκφραση «μακριά από τη Σαρακοστή κι από μας». Μια μεγάλη λύπη είχε γραπωμένη την παιδική μου καρδιά και δεν μπορούσα να τιναχτώ πέρα από τα στρώματά μου και τα σκεπάσματά μου, τρέφοντας κάποια πλάνα ελπίδα ότι μπορούσε να μην ήταν αλήθεια ότι είχε ξημερώσει η ανεπιθύμητη Καθαρή Δευτέρα κι ότι κάποιο δυσάρεστο όνειρο γέννησε την ιδέα της. - Πεινώ, μάνα! είπα της μάνας μου που συγύριζε το μαγειρειό. - Άνοιξε την άρκλα, μου είπε, και πάρε ψωμάκι και φάε! - Δεν έχει τίποτε προσφάγι; τη ρώτησα με δακρυσμένα μάτια. - Σήμερα, παιδί μου, προσφάγι; μου απολογήθηκε εκείνη, σαν να παραξενεύονταν που της ζητούσα προσφάγι.
Προσφάγι τρήμερο μέρα; - Άλλο δεν τρων σήμερα τίποτα, εξόν από ψωμί ξερό; την ξαναρώτησα απελπισμένα. - Τίποτε, τίποτε, μου απολογήθηκε εκείνη αποφασιστικά. - Κανένα σύκο; Καμιά σταφίδα, να φάω για προσφάγι; - Σύκο; Σταφίδα; Τι λες, μοναχέ μ' κι ακριβέ μ'; Σήμερα καθαροδευτέρα, σύκα και σταφίδες; Μόνο την Τετάρτη, ύστερα από δυο μέρες κάνει να φάμε σύκα και σταφίδες. Σήμερα κι αύριο καλά καλά δεν κάνει να φάμε ούτε ψωμί! Αλλά εσάς τα παιδιά σας το σχωρνάει ο Θεός αν φάτε ψωμί. Αλλά μονάχα ψωμί και νερό, και τίποτε, τίποτε άλλο! - Πώς να κάνω, της είπα, που εγώ θέλω και προσφάγι;
Ελιές δεν κάνει να φάω; - Μπα, μπα, μπα! ξεφώνισε. Φτύσε γρήγορα μη μαγαρίσεις το στόμα σου και με τ' ανάβαλμά τους μόνο! Το λάδι δε βγαίνει από τις ελιές; Κι αναφέροντας τις λέξεις «λάδι» κι «ελιές», έφτυσε, για να ξεπλύνει το στόμα της να μη μαγαρίσει. - Πώς να κάνω, της ξαναείπα, που δεν μπορώ να φάω χωρίς προσφάγι; Τότε αυτή, κάνοντας πως θυμήθηκε κάτι, μου είπε για να με ξεφορτωθεί: - Αν θέλεις καλά και σώνει προσφάγι, να πας στην πλαγιά να βρεις περδικαύγα στις περδικοφωλιές να φας. Κι αναφέροντας τα περδικαύγα, ξανάφτυσε. - Και τρων περδικαύγα, μάνα; τη ρώτησα σαν να μην το πίστευα. - Τρων, μου είπε. Όσα περδικαύγα (ξανάφτυσε πάλι) βρεις, να μου τα φέρεις να σου τα ψήσω να τα φας. - Δεν τα θέλω ψημένα. Τα θέλω τηγανισμένα. - Μόνο ψημένα κάνει γιατί τα τηγανισμένα θέλουν αρτυμή βούτυρο. Φτου, φτου!
Με κόλασες, γιε μου. - Ας είναι και ψημένα, είπα με χριστιανική συγκατάβαση. Αλλ' είναι νόστιμα τα περδικαύγα σαν τα κοτίσια; - Και καλύτερα ακόμα. - Και δε μου το ’λεγες λοιπόν από το πρωί, αλλά μ’ άφηνες να τυραννιέμαι; Και λέγοντας αυτά ρούπησα σαν ελάφι έξω από τον αυλόγυρο. Στην αρχή σκέφτηκα να πάγω στην πλαγιά μόνος μου. Αλλά δε μου 'ρχόταν καλά. Ήθελα συντροφιά. Ήθελα να ‘χω μαζί μου και τον αχώριστο φίλο μου το Γιάννη. Σιμώνω στον αυλόγυρό του και του φωνάζω: - Γιάννη! Γιάννη! - 'Ορσε! μου απολογήθηκε εκείνος μ' ένα κόμματο ψωμί στο χέρι. - Έλα γρήγορα! του είπα σοβαρά. - Τι με θέλεις; με ρώτησε. - Έλα γρήγορα που σου λέω, τον πρόσταξα. Βγήκε ο Γιάννης στο δρόμο, δαγκώνοντας ξέκαρδα ένα ξερό ψωμοκόμματο, σαν να ήταν ζυμωμένο με αγκάθια. - Τι με θέλεις; μου ξαναείπε βγαίνοντας. - Άφησε το ψωμί, του είπα σοβαρά, και άιντε μας να πάμε στα πλαγινά για περδικαύγα. - Τι να κάνουμε τα περδικαύγα; με ρώτησε απορημένος. - Τι να τα κάνουμε; του είπα. Να τα φάμε! - Και τρώνε αυγά τώρα το μεγαλοσαράκοστο; με ρώτησε δισταχτικά πάλι εκείνος. - Δεν τρων κοτίσια αυγά, του είπα.
Μου το είπε η μάνα μου! Η μάνα μου ήταν η πιο πολύξερη του χωριού μας και πολλών άλλων χωριών τριγύρω μας, κι ας μην ήξερε ούτε την αλφαβήτα. Πήραμε ίσια τα πλάγια, πότε εγώ μπροστά και αυτός πίσω και πότε πίσω εγώ και μπροστά αυτός, αλλά περδικοφωλιές και περδικαύγα πουθενά. Γυρίζοντας όλη την ημέρα, ψάχνοντας εδώ κι εκεί, βρεθήκαμε βασίλεμα ηλίου σε μια βαθιά λακκιά, που είχαμε ένα φοβερό ανήφορο να κάνουμε για να ανέβουμε στο χωριό. Αλλά τα ποδάρια μας ήταν κομμένα από την κούραση κι από την πείνα. Και τι πείνα! Πείνα με δόντια που ρουφούσε τα σπλάχνα μας. Για ένα κομμάτι ψωμί, όχι σταρίσιο, αλλά και καλαμποκίσιο ακόμα, έδινα δεν ξέρω τι. Προσφάγι; Τυρί, αυγά, ψάρι, γάλα, κρέας … δεν περνούσαν καθόλου τότε από το νου μας. Ψωμί!
Ψωμί να λεγόταν κι ας ήταν ό,τι! Πώς να βγάλουμε όμως τον ανήφορο και να φτάσουμε στο χωριό για να φάμε; Ιδού το μέγα ζήτημα! Δοκιμάσαμε ν’ ανηφορίσουμε αλλά τα ποδάρια μας έκαναν προς τα πίσω κι όχι προς τα εμπρός. Εκεί που καθόμαστε απελπισμένοι και βλέπαμε να μαυρίζει και ν’ αγριεύει πλειότερο η νύχτα, ακούμε να φωνάζουν τα ονόματά μας από τη ράχη, αλλά εμείς δεν είχαμε τη δύναμη ν’ απολογηθούμε και να δώσουμε να καταλάβουν που βρισκόμαστε, για να ’ρθουν να μας σηκώσουν. Άξαφνα ακούμε πολύ κοντά μας, σαν είδος απολογίας σ’ εκείνους που μας φώναζαν, ένα δυνατό… γκάρισμα γαϊδουριού. «Γκααααρρρρ»! Μάλιστα το γνωρίσαμε από την γκαριξιά τίνος γαϊδούρι ήταν.
Ποιο χαρμόσυνο άγγελμα δεν μπορούσε να μας γένει σ’ εκείνες τις απελπιστικές στιγμές. Μας φάνηκε γλυκύτερο κι από λάλημα του αηδονιού εκείνο το γκάρισμα! Ήταν γκάρισμα γεμάτο ελπίδα και χαρά για μας τους αποκαμωμένους και καταπεινασμένους. Βάλαμε και την τελευταία μας δύναμη για να μπορέσουμε να πάμε κοντά του. Το βρήκαμε ξεσαμάρωτο και ξεκαπίστρωτο, αλλά δεν μας πείραζε αυτό. Το καπιστρώσαμε αμέσως με τα ζωνάρια μας και το καβαλικέψαμε, εγώ μπροστά κι ο Γιάννης πίσω, και ξεκινήσαμε τον ανήφορο για το χωριό. Το χωριό ήταν άνω κάτω για το χαμό μας, κι ο ζευγίτης ρωτούσε τον πιστικό κι ο πιστικός το ζευγίτη, αν είχαμε φανεί πουθενά. Κοντά στις μάνες μας και στους δικούς μας που στεναχωριόνταν κι έκλαιγαν για μας κι έτρεχαν απ’ εδώ κι απ’ εκεί, στεναχωριόταν κι η γειτόνισσα μας για το χαμένο της γαϊδούρι, μην της το φάει τη νύχτα κανένας λύκος.
Το γαϊδούρι μπαίνοντας στο χωριό άρχισε να γκαρίζει χαρούμενα και μια τσιούπρα, που μας πρωτόειδε στα σκοτάδια και μας γνώρισε, έτρεξε να το πει στα σπίτια μας για να πάρει τα συχαρίκια. Σε μια στιγμή, έτρεξε όλο το χωριό με αναμμένα δαδιά και μας ρωτούσαν με περιέργεια πώς είχαμε χαθεί. Οι πλειότεροι είχαν την ιδέα ότι μας είχανε πάρει ξωτικιές ή νεράιδες και μας άφησαν γιατί ήμαστε μικρά ακόμα. Μέσα σε κείνη την αναμπουμπούλα ένιωσα ότι με είχε αρπάξει κάποιος στην αγκαλιά του κι έχασα από κάτω μου το γάιδαρο που με κουβαλούσε. Ήταν η μάνα μου, που με φιλούσε κλαίγοντας και ρωτώντας: - Τι μου `γινες σήμερα μονάκριβέ μου; - Είχαμε πάει για περδικαύγα με το Γιάννη. - Χαλασιά μου και φουρτούνα μου, παιδάκι μου.
Τι πήγα να σου κάνω σήμερα η στρίγγλα εγώ! Είχαμε μπει πια στην αυλή του σπιτιού μας. - Ψωμί! Ψωμί! φώναξα μ’ αδυνατισμένη φωνή. - Ψωμί, μωρή! φώναξε κι η μάνα μου στην αδερφή μου. Ψωμί γρήγορα γιατί λιγώθηκε το παιδί από την πείνα! Και πριν μπούμε ακόμα σπίτι, μου παρουσίασε ένα κόμματο ψωμί η αδελφή μου. Άρχισα να το καταπίνω. Νόμισα ότι ήταν ζυμωμένο με μέλι. Τόσο γλυκό μου φαινόταν! Όταν άνοιξα τα μάτια μου που μου τα ’χε κλεισμένα η πείνα, είπα στη μάνα μου: - Μάνα ..! Με μέλι το ’χεις ζυμωμένο σήμερα το ψωμί; - Όχι, παιδί μου… - Τότε γιατί είναι έτσι γλυκό; - Έτσι είναι, μοναχέ μου κι ακριβέ μου, το ψωμί της Καθαρής Δευτέρας για εκείνους που δεν φαν καθόλου όλη την ημέρα. Και μολαταύτα εγώ είχα την ιδέα ότι μου το ’χε ζυμώσει με μέλι το ψωμί εκείνο η μάνα μου, για να με ικανοποιήσει για το γέλιο των περδικαυγών, που μου είχε κάνει εκείνο το πρωί.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, έρευνα, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
*Από τις εκδόσεις «ΖΗΤΡΟΣ», Δεκέμβριος 2020,
το διήγημα του Χρήστου Χριστοβασίλη:
υπό τον τίτλο «ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΣΤΑΝΗΣ-ΤΗΣ ΞΕΝΙΤΙΑΣ - ΑΠΟ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΣΚΛΑΒΙΑΣ - ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ»
Συντακτική Επιτροπή: Δ. Ανδρεάδης, Α. Δελμούζος, Π. Νιρβάνας, Ζ. Παπαντωνίου, Ν. Τριανταφυλλίδης, σελ. 19-25.
1η Έκδοση 1898.
ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΩΡΩΠΟΥ & ΦΥΛΗΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Α': ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ (1997)
Απόσπασμα ομιλίας
του αειμνήστου Μητροπολίτη Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανού Α',
το απόγευμα της Κυριακής της Τυροφάγου του 1998,
στο πνευματικό κέντρο
''Ευαγγελισμός της Θεοτόκου'' στον Κολωνό.
Απομαγνητοφώνηση, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ
Με τη βοήθεια του Θεού -για μια ακόμη χρονιά- ευρισκόμεθα στην παραμονή της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Για εκείνους που αγαπούν τη σωτηρία τους, για κείνους που θέλουν ν' αγωνίζονται, αυτή η περίοδος είναι η ωραιοτέρα!
Καμμιά αρετή δεν κατορθώνεται χωρίς την προσευχή και την νηστεία. Κανένα πάθος δεν αποβάλλεται, καμμιά αδυναμία δεν αποβάλλεται, χωρίς την προσευχή και την νηστεία.
Πίσω από κάθε πάθος λένε οι Πατέρες οι Άγιοι κρύβεται κι ένα δαιμόνιο. Γι' αυτό λέει ο Χριστός μας: ''τούτο το γένος (δηλαδή των δαιμόνων) δεν εκπορεύεται ει μη εν προσευχή και νηστεία''.
Και η νηστεία -όπως προανέφερα το πρωί στο Μοναστήρι μας- δεν είναι αυτό που λένε μερικοί αδιάβαστοι και ανευλαβείς, ότι -δηλαδή- είναι εφεύρημα των ιερέων η νηστεία, αλλά είναι εντολή του Θεού και έχει τόση ιστορία αυτή η εντολή, όσο και η ύπαρξις του ανθρώπου!
Είναι η πρώτη εντολή που έδωσε ο Θεός στους πρωτοπλάστους μέσα στον Παράδεισο, που ήταν για κείνους ο Παράδεισος και ήταν η μοναδική εντολή που τους έδωσε, να μην γευθούν έναν από τους καρπούς εκεί, από δένδρο του Παραδείσου.
Και είναι γνωστή η συνέπεια αυτή της παρακοής, την βλέπετε εδώ. Εδώ κρύβεται η μεγάλη μας συμφορά και στο ότι κάνουμε κακή χρήση του αυτεξουσίου. Ένα από τα μεγαλύτερα δώρα που έχει δώσει ο Θεός στον άνθρωπο είναι η ελευθερία, είναι το αυτεξούσιο!
Δυστυχώς ο άνθρωπος κάνει κακή χρήση αυτού του αυτεξουσίου. Με την θέλησή του λοιπόν ο άνθρωπος γίνεται αντάρτης των εντολών του Θεού, αντιστρατεύεται το θέλημα του Θεού και δυστυχώς γίνεται εχθρός του Θεού με το έτσι θέλω.
Γι' αυτό λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: ''Ο άνευ σου πλάσας σε ου δύναται άνευ σου σώσε σε''. Από ανέκφραστη αγάπη χωρίς να το θέλεις εσύ, σε έκανε άνθρωπο! Δεν μπορεί να σε σώσει, αν δεν το θέλεις.
Τόσο σέβεται την ελευθερία του ανθρώπου. Βλέπουμε λοιπόν ο ίδιος ο Χριστός μας να λέει: ''Όστις θέλει οπίσω μου ελθείν''! Όστις θέλει!
Όποιος δεν θέλει, μπορεί να μην τον ακολουθήσει, αλλά αυτός που θα θελήσει ''οπίσω μου ελθείν'', ''απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού''.
Γι΄αυτό λοιπόν οι Πατέρες, οι Άγιοι, έχουν καθιερώσει σήμερα να γιορτάζεται η έξοδος των πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο,
για να μας βοηθήσει να συνειδητοποιήσουμε, πόσο εστοίχισε η παράβασις, η μοναδική αυτή παράβασις της εντολής, όχι μόνο στους πρωτοπλάστους, αλλά σε όλο το ανθρώπινο γένος...
Όπως εκείνοι βγήκαν λένε οι Άγιοι Πατέρες, εμείς δεν θα μπορέσουμε να μπούμε στον Παράδεισο, χωρίς την προσευχή και την νηστεία.
Η σημερινή ευαγγελική περικοπή μέσα στα πολλά θεία διδάγματα που έχει, τα σπουδαιότερα είναι τρία. Και αρχίζει ο Χριστός μας για την ανεξικακία!
Έχει ανάμεσα από την φιλαργυρία και την μνησικακία, έχει στην μέση την νηστεία, για όσους δεν πρόλαβαν ν' ακούσουν το Ευαγγέλιο, θα μου επιτρέψετε να το επαναλάβω.
''Είπεν ὁ Κύριος· ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος''· Σε άλλη θέση του Ευαγγελίου αναφέρει μέσα ''και από καρδίας''.
Εάν λέει μέσα από την καρδιά δεν συγχωρέσεις αυτούς που σε έχουν πικράνει, που σε έχουν προσβάλλει, που σε έχουν αδικήσει που, που, που.... Εάν λοιπόν δεν τον συγχωρέσεις μέσα από την καρδιά σου, ούτε ο Θεός θα συγχωρέσει τα δικά σου αμαρτήματα...!
Και είμεθα τόσο άφρονες οι περισσότεροι Χριστιανοί, που ενώ θέλουμε ο Θεός να μας συγχωρέσει και, ενώ του το ζητάμε κάθε πρωϊ να μας συγχωρέσει,
και κομποσκοίνι τραβάμε (ο Θεός ιλάσθητί μοι τω αμαρτωλώ), (Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με τον αμαρτωλό), ωστόσο η μνησικακία δεν βγαίνει μέσα από την καρδιά μας...
Δεν έχουμε την δύναμη να συγχωρέσουμε τον συνάνθρωπό μας, είτε είναι σύζυγος, είτε αδελφός, ή παιδί, ή φίλος ή συνεργάτης.
Πόσοι φεύγουν από αυτόν τον κόσμο εξομολογημένοι, κοινωνημένοι, αλλά αμίλητοι και με εμπάθεια και κακία προς συνανθρώπους. Και αφήνουν μάλιστα και εντολή πολλές φορές στα παιδιά τους, στην γυναίκα τους:
''ούτε στον τάφο μου, ούτε στην κηδεία μου να έρθει. Πρόσεξε μην τον αφήσεις κι έρθει, θα αναστηθώ και θα σε πάρω στο κυνήγι''...!
Έλεγα και τις άλλες από αυτήν εδώ την θέση, που ήρθε κάποιος από την Φυλή και με παρακάλεσε κλαίγοντας, ''τί να κάνω;''.
Έχει αφήσει ο αδελφός μου στην γυναίκα του, στα παιδιά του, αν θα πάω στο σπίτι, στην κηδεία του να με βγάλουν έξω. Και τί να κάνω; Φοβάμαι μήπως εξευτελιστούμε και γίνουμε ρεζίλι. Και έκλεγε...
Είχε τόσο πόθο να πάει να δει τον αδελφό του, που ήταν ετοιμοθάνατος, που φοβόταν... Πέθαινε, ήθελε να πάει να προσκυνήσει το λείψανό του και φοβόταν...
Και αφού μου περιέγραψε εκεί την κατάσταση, φοβήθηκα μήπως γίνει εκεί καμία ιστορία και του είπα, κάθισε εκεί απέναντι -στους Αγίους Αναργύρους θα τον θάβανε- σε κάποιο μέρος που θα πάνε τον λείψανο,
πήγαινε στον τάφο του κι όταν φύγουν οι άλλοι, κλάψε και παρακάλεσε τον Θεό γονατιστός, να τον συγχωρέσει κι εκείνον κι εσένα.
Βλέπετε τι φοβερό, τι φοβερό! Γι' αυτό λοιπόν, τι να ωφελήσει η νηστεία, γι' αυτό ο Χριστός μας μας λέει για να μας ωφελήσει, θα πρέπει από καρδίας να συγχωρέσουμε. Αν δεν συγχωρέσουμε δεν θα μας συγχωρέσει ο Θεός.
«Εάν αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο πατήρ υμών ο ουράνιος. Εάν δε μη αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ο πατήρ υμών αφήσει τα παραπτώματα υμών» (Ματθ. 6, 14-15)
Πολλές φορές -λοιπόν- βλέπουμε σε Χριστιανούς ανθρώπους έναν φαρισαϊσμό. Δείχνουν, ότι είναι καταβεβλημένοι, ότι έχουν ατονία, για να δείχνουν ότι νηστεύουν...
Είναι κάτι το φοβερό, να κολάζεται ο άνθρωπος με κάποια αρετή... Να κολάζεσαι από αμαρτίες το καταλαβαίνω. Να κλέψεις, να πεις ψέματα, να πορνεύσεις, να μοιχεύσεις, το καταλαβαίνω.
Αλλά να προσεύχεσαι και να κολάζεσαι, όπως ο Φαρισαίος;... Να νηστεύεις και να κολάζεσαι;...
Έλεγε ένας Ασκητής που πηγαίνανε στην Αλεξάνδρεια και μπροστά τους ήταν άλλοι δύο και λέει στον υποτακτικό του: Τον βλέπεις αυτόν παιδί μου; Λέει, ναι Γέροντα. Είναι λέει πολύ υπερήφανος άνθρωπος.
Έχει φωλιασμένο μέσα του το δαιμόνιο της έπαρσης, της κενοδοξίας. Γέροντα λέει, από πού το γνωρίζεις; Και του απαντάει από τις τρύπες του παντελονιού του!...
Αυτός είχε ανοίξει τρύπες στο παντελόνι του και με την σκέψη ότι οι άνθρωποι τον θεωρούν απλόν, ταπεινόν, ρακένδυτον, υπερηφανευόταν από αυτό το πράγμα. Βλέπετε τι προσοχή χρειάζεται;
Και γιατι, όπως προανέφερα η προσευχή, η νηστεία, μας βοηθάει να βγούμε από τις αδυναμίες, από τα πάθη μας, από τα ελαττώματά μας.
Γι' αυτό ο Χριστός μας εδώ μας τονίζει να προσέξουμε καλά για να μην χάσουμε τον μισθό της νηστείας, πως θα πρέπει να νηστέψουμε. Το επαναλαμβάνω λοιπόν:
''Όταν δὲ νηστεύητε, μὴ γίνεσθε ὥσπερ οἱ ὑποκριταὶ σκυθρωποί΄ ἀφανίζουσι γὰρ τὰ πρόσωπα αὐτῶν ὅπως φανῶσι τοῖς ἀνθρώποις νηστεύοντες· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ἀπέχουσι τὸν μισθὸν αὐτῶν.
Αλήθεια, αλήθεια σας λέγω -λοιπόν- λέει, ότι αυτοί δεν έχουν κανέναν μισθό με αυτή την νηστεία.
''Σὺ δὲ νηστεύων ἄλειψαί σου τὴν κεφαλὴν καὶ τὸ πρόσωπόν σου νίψαι, ὅπως μὴ φανῇς τοῖς ἀνθρώποις νηστεύων, ἀλλὰ τῷ πατρί σου τῷ ἐν τῷ κρυπτῷ, καὶ ὁ πατήρ σου ὁ βλέπων ἐν τῷ κρυπτῷ ἀποδώσει σοι ἐν τῷ φανερῷ''.
Και συνεχίζει λοιπόν για το τρίτο δίδαγμα: ''Μη θησαυρίζετε υμίν θησαυρούς επί της γης [...] θησαυρίζετε δε υμίν θησαυρούς εν ουρανώ,
όπου ούτε πόσις ούτε βρώσις αφανίζει, και όπου κλέπται ου διορύσσουσιν ουδέ κλέπτουσιν· όπου γαρ εστίν ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και η καρδία υμών''.
Τί να σε ωφελήσει η νηστεία, εάν έχεις το πάθος της φιλαργυρίας; Ο Απόστολος Παύλος το ονομάζει ''ρίζα όλων των κακών''. Και συμπληρώνει: ''ίσον ειδωλολατρία!''. Και δεν είναι μόνον φιλάργυροι, αυτοί που έχουν πολλά χρήματα... Είναι και πολλοί πτωχοί, που είναι φιλάργυροι! Γίνονται ακόμη φτωχότεροι, κάνουν την ζωή τους πιο δυστυχισμένοι... [...].
Απομαγνητοφώνηση, επιμέλεια, παρουσίαση
ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ.
Απόσπασμα ομιλίας
του αειμνήστου Μητροπολίτη Ωρωπού και Φυλής κ. Κυπριανού Α',
το απόγευμα της Κυριακής της Τυροφάγου του 1998,
στο πνευματικό κέντρο
''Ευαγγελισμός της Θεοτόκου'' στον Κολωνό.
Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2026
ΣΑΡΑΚΟΣΤΙΑΝΑ ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΙΚΑ (1988)
Ψάλλει ο χορός των Αγιοκυπριανιτών Πατέρων
Εκ του ιστοτόπου της Ιεράς Μονής Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλής Αττικής εδώ.
Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2025
Η ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΩΝ ΤΙΜΙΩΝ ΔΩΡΩΝ (2024)
Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλή Αττικής
Τρίτη 9 Απριλίου 2024
Π. Β. ΠΑΣΧΟΥ: Ο ΓΛΥΚΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ (4ο ΜΕΡΟΣ)
[...] Τα κείμενα, που δημοσιεύονται σ' αυτό τον τόμο αναφέρονται: είτε στην Παναγία Μητέρα του Χριστού και Θεού μας, που όλα τα πιστά τέκνα της Εκκλησίας την αγαπούν και την αναγνωρίζουν ωσάν Μάνα στοργική και γλυκυτάτη, και τρέχουνε κοντά της σ' όποια δύσκολη στιγμή του βίου τους για να βρούνε μπάλσαμο και παρηγοριά στον πόνο τους' είτε στον αγαπημένο Νυμφίο της Εκκλησίας μας, το Χριστό, και τ' Άχραντα Πάθη Του. Είναι κείμενα, που, άλλα μεταδόθηκαν ως ραδιοφωνικές ομιλίες από το Α' Πρόγραμμα του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας και Τηλεοράσεως, και άλλα δόθηκαν ως διαλέξεις στην Αθήνα ή και σε άλλες πόλεις της Ελλάδος, με τις εόρτιες ευκαιρίες των Χριστουγέννων, των Χαιρετισμών της Θεοτόκου, της Μεγάλης Εβδομάδος και του Πάσχα. Επειδή ο συγγραφέας τους δεν μπορούσε ν' ανταποκριθεί ξεχωριστά στις αιτήσεις πολλών ακροατών, που συχνά του ζητούσαν να τους στείλει αντίγραφα των ομιλιών, αποφάσισε να τα συγκεντρώσει όλα μαζί σε έναν εύχρηστο τόμο, γνωρίζοντας βέβαια τις αναπόφευκτες αδυναμίες των κειμένων -γραμμένων για περιορισμένης διάρκειας χρονικά όρια-, αλλά υποχωρώντας από αγάπη στους αδελφούς του, που τα ήθελαν για πνευματικούς κυρίως λόγους. Και για έν' άλλο θέμα πρέπει να σημειώσω εδώ δυο λόγια. Σε τούτο το βιβλίο μου ο αναγνώστης θα βρει, όπως σημειώνεται και στον υπότιτλο, «λογοτεχνικά και κατανυκτικά κείμενα εισαγωγής εις την ορθόδοξον λειτουργικήν πνευματικότητα». Για όσους παραξενευτούν με αυτόν τον ιδιαίτερο χαρακτηρισμό της ορθοδόξου λειτουργικής πνευματικότητος, προοιμιακό, κεφάλαιο του τόμου αυτού, όπου τονίζεται, πως έξω από τη λειτουργική και μυστηριακή ζωή γενικώτερα, της Εκκλησίας μας ούτε πνευματική ζωή, νοείται υπαρκτή, ούτε -πολύ περισσότερο- ορθόδοξη πνευματικότης. Η πνευματική ζωή των ορθοδόξων χριστιανών πηγάζει, αυθεντικά και γνήσια, από τη μητέρα μας Εκκλησία, τρέφεται στις ιερές ακολουθίες της, και αυξάνει με τη χάρη του αγίου Πνεύματος και τη μετοχή των Αχράντων Μυστηρίων της Λειτουργίας της. Όλα τ' άλλα πνευματικά μέσα είναι ανεκτά ή χρήσιμα μόνο και κατά το μέτρο που οδηγούν στον τελικό κ' ευλογημένον αυτό σκοπό: στην ορθόδοξη λειτουργική πνευματικότητα, δηλαδή στη Λειτουργία και στην Ευχαριστία, όπως ακριβώς τα νοούν και τα διδάσκουν οι άγιοι Πατέρες. [...]
Απόσπασμα εκ του προλόγου του συγγραφέως
Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου
του Π. Β. Πάσχου: «Ο Γλυκασμός των Αγγέλων»,
εκδόσεις «Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος»,
3η έκδοση, Ιανουάριος 2003, σελ 43-47.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
1η έκδοση 1975
Π. Β. ΠΑΣΧΟΥ
«Ο ΓΛΥΚΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ»
Σχόλια στον Ακάθιστον Ύμνο, καθώς και άλλα λογοτεχνικά και κατανυκτικά
κείμενα εισαγωγής εις την ορθόδοξον λειτουργικήν πνευματικότητα.
ΧΑΙΡΕ ΝΥΜΦΗ ΑΝΥΜΦΕΥΤΕ
ΕΝΑΣ ΜΕΓΑΛΟΣ άγιος της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας διδάσκει πως, το θαύμα της σαρκώσεως του Χριστού από την Παναγία υπερβαίνει και αυτό το θαύμα της δημιουργίας του Κόσμου! (Ιω. Δαμασκηνός). Και ο λόγος είναι, γιατί από την Παναγία, που είναι ένας πνευματικός ουρανός πάνω στη γη, εσαρκώθη ο Χριστός και Σωτήρας μας, που είναι ο αβασίλευτος πνευματικός Ήλιος, ο ήλιος της δικαιοσύνης, όπως λέγει ο υμνογράφος στο απολυτίκιο της γιορτής της Υπαπαντής: Χαίρε Κεχαριτωμένη Θεοτόκε Παρθένε, εκ σου γαρ ανέτειλεν ο ήλιος της δικαιοσύνης, Χριστός ο Θεός ημών, φωτίζων τους εν σκότει... Από αυτή, λοιπόν, τη μεγάλη σημασία, που έχει για μας τους χριστιανούς η σάρκωση, η ενανθρώπιση του Χριστού, φωτίζεται και εξηγείται γιατί τιμούμε και γιορτάζουμε τόσο πολύ την παναγία Μητέρα Του: και το Αύγουστο, και το Νοέμβριο - Δεκέμβριο, και το Μάρτιο, ιδιαίτερα' αν και, όπως είναι γνωστό, στην κάθε μέρα και στην κάθε ακολουθία, η αγία Εκκλησία μας αναπέμπει ύμνους τιμής και δοξολογικά μεγαλυνάρια στη Θεοτόκο, με τα λεγόμενα «θεοτοκία» τροπάρια. Έτσι, και η γιορτή του Ευαγγελισμού, για την οποία είναι γραμμένος ο Ακάθιστος Ύμνος, που ψάλλεται αυτή την περίοδο σε όλες τις ορθόδοξες εκκλησίες μας κάθε Παρασκευή, καθορίζεται από τη γιορτή των Χριστουγέννων -καθώς και πολλές άλλες γιορτές, όπως λέγει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «ώστε εντεύθεν, ώσπερ από τινός πηγής, ποταμοί διάφοροι ρυέντες, αύται ετέχθησαν ημίν αι εορταί». Πραγματικά πνευματικά ποτάμια οι ορθόδοξες γιορτές, που αρδεύουν την Εκκλησία του Χριστού. Ένα τέτοιο ποτάμι δροσίζει τις ψυχές μας αυτές τις ημέρες, που με του «Χαιρετισμούς» της Παναγίας περιμένουμε τη μεγάλη γιορτή του Ευαγγελισμού. Και όπως η γη, με τ' ανοιξιάτικα λουλούδια της στολίζεται κι ευωδιάζει από χίλια δυο αρώματα, έτσι και η ψυχή του κάθε ορθοδόξου χριστιανού στολίζεται μ' ευλάβεια και αγάπη προς τη Παναγία, και τρέχει στις εκκλησίες να προσφέρει τα πνευματικά της άνθη στην πανάμωμη Παρθένο και ν' ακούσει τους πολυαγαπημένους στίχους των «Χαιρετισμών» της. Στα κείμενα που θ' ακολουθήσουν, με θέμα τον «Ακάθιστο Ύμνο», θα προσπαθήσουμε, απλά και σύντομα, να πλησιάσουμε την Παναγία, ακολουθώντας, το κατά δύναμη, τον ιερό υμνογράφο, που έγραψε αυτό το αθάνατο μνημείο της βυζαντινής μας ποιήσεως και έπλεξε το καλύτερο στεφάνι για το πανάχραντο πρόσωπο της Θεοτόκου. Είναι γνωστό, πως ο ύμνος αυτός έχει κινήσει μεγάλους συγγραφείς, θεολόγους και φιλολόγους, να γράψουν μελέτες φιλολογικές κι ερμηνευτικές, άλλοτε με θαυμασμό κι ακρίβεια, κι άλλοτε με το νυστέρι και τον κανόνα της κριτικής επιστήμης, εξετάζοντας ένα πλήθος προβλημάτων της ιστορίας και της δημιουργίας του Ακαθίστου. Αλλά εδώ, όπως είναι φυσιολογικό, δεν είναι τόπος για να μπούμε σε τέτοια προβλήματα' τα αφήνουμε για τη βιβλιοθήκη και το επιστημονικό σπουδαστήριο, χωρίς να τ' απορρίπτουμε. Δεχόμαστε πως ο Ακάθιστος Ύμνος είναι καρπός ενός αγνώστου, για την ώρα μεγάλου ποιητού, που εκφράζει, με μια μεγαλειώδη σύνθεση, την πίστη της Εκκλησίας μας σχετικά με την Παναγία. Είναι ο μόνος, ως γνωστόν, ύμνος-κοντάκιο, που μπήκε ολόκληρος στα λειτουργικά βιβλία της Εκκλησίας μας' κι έχοντας, άλλοτε αφηγηματικό, άλλοτε θεολογικό και άλλοτε δοξαστικό χαρακτήρα, έγινε ο πιο λαοφιλής ύμνος των Χριστιανών προς την Παναγία. Όλος ο Ύμνος μαζί ψάλλεται στην παννυχίδα της Παρασκευής βράδυ - Σάββατο πρωί της πέμπτης εβδομάδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής' ενώ τις προηγούμενες τέσσερεις εβδομάδες ψάλλεται κάθε Παρασκευή τους και από μία στάση των Χαιρετισμών, από την Α' έως την Δ'. Από την πράξη, λοιπόν, της Εκκλησίας, και για λειτουργικούς λόγους, ο Ακάθιστος Ύμνος είναι χωρισμένος σε τέσσερα μέρη, που λέγονται «Στάσεις», και περιέχουν, καθώς ο Ύμνος φέρει αλφαβητικήν ακροστιχίδα, έξι στοιχεία του αλφαβήτου η κάθε μια τους. Σήμερα θα ιδούμε, όσο γίνεται πιο απλά, την πρώτη στάση, που αρχίζει -εκτός, φυσικά, από τα προοίμια «Το προσταχθέν» ή «Τη υπερμάχω στρατηγώ»- με τη φράση: «Άγγελος πρωτοστάτης ουρανόθεν επέμφθη...». Στην αρχή της Α' Στάσεως, στον α' οίκο, παρουσιάζεται ο υμνογράφος σαν αφηγητής και μας λέγει πως ο αρχάγγελος Γαβριήλ κατέβηκε από τον ουρανό να πει το «Χαίρε» στη Θεοτόκο και να της μεταδώσει το μεγάλο μήνυμα του Ευαγγελισμού, που είναι, άλλωστε, και το κεντρικό θέμα όλης της Α' Στάσεως των Χαιρετισμών. Ώσπου να πει, όμως, ο άγγελος το «Χαίρε Κεχαριτωμένη, Ο Κύριος μετά σου», βλέπει πως, σύγχρονα, με την ασώματη αυτή φωνή του, έπαιρνε σάρκα ο Χριστός μέσα στα πανάχραντα σπλάχνα της Παρθένου' και μέσα στο θαυμασμό και στην έκταση, άρχισε να ψάλλει τους χαιρετισμούς του προς τη Θεοτόκο, όπου υμνεί και μεγαλύνει την αγνότητα, και την αρετή της, αλλά και την ανυπολόγιστης σημασίας προσφοράς της προς το πονεμένο γένος των ανθρώπων.
Εισαγωγή στο διαδίκτυο, επιμέλεια, παρουσίαση
«ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»
Αποσπασματικές αναρτήσεις εκ του βιβλίου
του Π. Β. Πάσχου: «Ο Γλυκασμός των Αγγέλων»,
εκδόσεις «Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος»,
3η έκδοση, Ιανουάριος 2003, σελ 43-47.
1η έκδοση 1975
Τετάρτη 20 Μαρτίου 2024
ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΛΑΡΙΣΗΣ ΚΑΙ ΠΛΑΤΑΜΩΝΟΣ κ. ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ: ΟΜΙΛΙΑ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΙΝΗΣ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ (2014)
Ιερά Μονή Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλή Αττικής
ΙΩΑΝΝΗ Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ: Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΠΡΟΗΓΙΑΣΜΕΝΩΝ
Καρδιά της Μ. Τεσσαρακοστής είναι η θεία λειτουργία των Προηγιασμένων δώρων. Μπορούμε χωρίς υπερβολή να ονομάσομε τη λειτουργία αυτή, μαζί με τα λειτουργικά χειρόγραφα, «Λειτουργία της Μ. Τεσσαρακοστής», γιατί πραγματικά αποτελεί την πιο χαρακτηριστική ακολουθία της ιεράς αυτής περιόδου. Είναι δυστυχώς αλήθεια, ότι πολλοί από τους χριστιανούς αγνοούν τελείως την ύπαρξη της, ή τη ξέρουν μόνο από το όνομα, ή και ελάχιστες φορές την έχουν παρακολουθήσει.
Δεν πρόκειται να τους κατηγορήσουμε γι’ αυτό. Η λειτουργία των Προηγιασμένων τελείται σήμερα στους ναούς μας το πρωί των καθημερινών της Τεσσαρακοστής, ημερών δηλαδή εργάσιμων, και γι’ αυτό πολύ λίγοι είναι εκείνοι που δεν δεσμεύονται κατά τις ώρες αυτές από τα επαγγέλματα ή την υπηρεσία τους. Σε πολλούς ναούς τελείται κάθε Τετάρτη απόγευμα, σε ώρες που πολλοί, αν όχι όλοι οι πιστοί, έχουν τη δυνατότητα να παρευρεθούν στην τέλεση της.
Το όνομα της η λειτουργία αυτή το πήρε από την ίδια τη φύση της. Είναι στην κυριολεξία λειτουργία «προηγιασμένων δώρων». Δεν είναι δηλαδή λειτουργία όπως οι άλλες γνωστές λειτουργίες του Μ. Βασιλείου και του ιερού Χρυσοστόμου, στις οποίες έχομε προσφορά και καθαγιασμό τιμίων δώρων. Τα δώρα είναι εδώ καθαγιασμένα, προηγιασμένα, από άλλη λειτουργία, που τελέσθηκε σε άλλη ημέρα. Τα προηγιασμένα δώρα προτίθενται κατά τη λειτουργία των Προηγιασμένων για να κοινωνήσουν απ’ αυτά και να αγιασθούν οι πιστοί. Με άλλα λόγια η λειτουργία των Προηγιασμένων είναι μετάληψη, κοινωνία.
Για να κατανοήσομε τη γενεσιουργό αιτία της λειτουργίας των προηγιασμένων πρέπει να ανατρέξουμε στην ιστορία της. Οι ρίζες της βρίσκονται στην αρχαιότατη πράξη της Εκκλησίας μας. Σήμερα έχομε τη συνήθεια να κοινωνούμε κατά αραιά διαστήματα. Στους πρώτους όμως αιώνες της ζωής της Εκκλησίας οι πιστοί κοινωνούσαν σε κάθε λειτουργία, και μόνον εκείνοι που είχαν κάνει διάφορα σοβαρά αμαρτήματα αποκλείονταν για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα από τη μετάληψη των αγίων μυστηρίων. Κοινωνούσαν δηλαδή οι πιστοί απαραιτήτως κάθε Κυριακή και κάθε Σάββατο και ενδιαμέσως της εβδομάδας όσες φορές ετελείτο η θεία λειτουργία, τακτικά ή έκτακτα στις εορτές που τύχαινε να συμπέσουν μέσα στην εβδομάδα.
Ο Μ. Βασίλειος μαρτυρεί, ότι οι χριστιανοί της εποχής του κοινωνούσαν τακτικά τέσσερεις φορές την εβδομάδα, δηλαδή την Τετάρτη, Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή (Επιστολή 93). Αν πάλι δεν ήταν δυνατό να τελεστεί ενδιάμεσα της εβδομάδας η θεία λειτουργία, τότε οι πιστοί κρατούσαν μερίδες από τη θεία κοινωνία της Κυριακής και κοινωνούσαν μόνοι τους. Το έθιμο αυτό το επιδοκιμάζει και ο Μ. Βασίλειος. Στα μοναστήρια και ιδιαίτερα στα ερημικά μέρη, όπου οι μοναχοί δεν είχαν τη δυνατότητα να παραβρεθούν σε άλλες λειτουργίες εκτός της Κυριακής, έκαναν ό,τι και οι κοσμικοί. Κρατούσαν δηλαδή αγιασμένες μερίδες από την Κυριακή ή το Σάββατο και κοινωνούσαν μόνοι τους. Οι μοναχοί όμως αποτελούσαν μικρές ή μεγάλες ομάδες και όλοι έπρεπε να προσέλθουν και να κοινωνήσουν κατά τις ιδιωτικές αυτές κοινωνίες. Έτσι αρχίζει να διαμορφώνεται μια μικρή ακολουθία.
Όλοι μαζί προσευχόντουσαν προ της κοινωνίας και όλοι μαζί ευχαριστούσαν το Θεό, που τους αξίωσε να κοινωνήσουν. Αν υπήρχε και ιερέας, αυτός τους πρόσφερε τη θεία κοινωνία. Αυτό γινόταν μετά την ακολουθία του εσπερινού ή της Θ΄ (εννάτης) ώρας (3 μ. μ.), γιατί οι μοναχοί έτρωγαν συνήθως μόνο μια φορά την ημέρα, μετά τον εσπερινό. Σιγά – σιγά θέλησαν να εντάξουν την κοινωνία τους αυτή στα πλαίσια μιας ακολουθίας, που να υπενθυμίζει τη θεία λειτουργία. Κατά τον τρόπο αυτό διαμορφώθηκε η ακολουθία των Τυπικών (δηλαδή κατά τον τύπο της θείας λειτουργίας), προς το τέλος της οποίας κοινωνούσαν. Αυτή είναι και η μητρική μορφή της Προηγιασμένης.
Ας έλθουμε τώρα στην Τεσσαρακοστή. Η θεία λειτουργία κατά την περίοδο αυτή ετελείτο μόνο κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές. Παλαιό έθιμο επικυρωμένο από εκκλησιαστικούς κανόνες απαγόρευε την τέλεση της θείας λειτουργίας κατά τις ημέρες της εβδομάδας, γιατί αυτές ήταν ημέρες νηστείας και πένθους. Η τέλεση της θείας λειτουργίας ήταν κάτι ασυμβίβαστο προς τον χαρακτήρα των ημερών αυτών. Η λειτουργία είναι πασχάλιο μυστήριο, που έχει έντονο τον πανηγυρικό, τον χαρμόσυνο και επινίκιο χαρακτήρα. Αυτό όμως γεννούσε πρόβλημα. Οι χριστιανοί έπρεπε να κοινωνήσουν δύο φορές τουλάχιστον ακόμη την εβδομάδα, το λιγότερο δηλαδή κατά τις δύο ενδιάμεσες ημέρες, την Τετάρτη και την Παρασκευή, που αναφέρει και ο Μ. Βασίλειος. Η λύση ήδη υπήρχε: οι πιστοί θα κοινωνούσαν από προηγιασμένα άγια. Οι ημέρες αυτές ήσαν ημέρες νηστείας. Νηστεία την εποχή εκείνη σήμαινε πλήρη αποχή τροφής μέχρι τη δύση του ήλιου. Η κοινωνία λοιπόν θα έπρεπε να κατακλείσει τη νηστεία, να γίνει δηλαδή μετά την ακολουθία του εσπερινού.
Στο σημείο αυτό συνδέεται η ιστορία με τη σημερινή πράξη. Η λειτουργία των Προηγιασμένων είναι σήμερα ακολουθία εσπερινού, στην οποία προστίθεται η παράθεση των δώρων, οι προπαρασκευαστικές ευχές, η θεία κοινωνία και η ευχαριστία ύστερα από αυτήν. Η διαμόρφωσή της μέσα στο όλο πλαίσιο της Τεσσαρακοστής της έδωσε ένα έντονο «πενθηρό», κατά τον Θεόδωρο Στουδίτη, χαρακτήρα. Με τον εσπερινό συμπλέκονται τροπάρια κατανυκτικά, οι ιερείς φέρουν πένθιμα άμφια, η αγία τράπεζα και τα τίμια δώρα είναι σκεπασμένα με μαύρα καλύμματα, οι ευχές είναι γεμάτες ταπείνωση και συντριβή. «Μυστικωτέρα εις παν η τελετή γίνεται» κατά τον ίδιο Πατέρα.
Καιρός να ρίξωμε μια ματιά σ’ αυτήν την ίδια τη λειτουργία των Προηγιασμένων, στη μορφή που ύστερα από μακρά εξέλιξη αποκρυσταλλώθηκε και κατά την οποία τελείται σήμερα στους ναούς μας. Ήδη επισημάναμε τα δύο λειτουργικά στοιχεία που τη συνθέτουν: την ακολουθία του εσπερινού και τη θεία κοινωνία. Το πρώτο μέρος της αποτελεί ο συνήθης εσπερινός της Τεσσαρακοστής με μικρές μόνο τροποποιήσεις. Ο ιερέας κατά τη ψαλμωδία της Θ΄ ώρας ντύνεται την ιερατική του στολή και θυμιάζει. Η έναρξη γίνεται με το « Ευλογημένη η βασιλεία…» κατά τον τύπο της θείας λειτουργίας. Διαβάζεται ο προοιμιακός, ο 103ος δηλαδή ψαλμός, που περιγράφει το δημιουργικό έργο του Θεού.
Είναι το προοίμιο του εσπερινού, αλλά και όλης της ακολουθίας του νυχθημέρου, που αρχίζει, ως γνωστό, κατά τον εβραϊκό τρόπο, από την εσπέρα· πρώτο μέρος του εικοσιτετραώρου θεωρείται η νύχτα. Ύστερα ο διάκονος ή ο ιερέας θέτει στο στόμα των πιστών τα ειρηνικά. Ακολουθεί η ανάγνωση του 18ου καθίσματος του Ψαλτηρίου· «Πρός Κύριον εν τω θλίβεσθαι με εκέκραξα και εισήκουσε μου…». Είναι το τμήμα του ψαλτηρίου που έχει καθοριστεί να διαβάζεται κατά τους εσπερινούς της Τεσσαρακοστής. Ο ιερέας εν τω μεταξύ ετοιμάζει στην πρόθεση τα προηγιασμένα από τη λειτουργία του προηγουμένου Σαββάτου ή της Κυριακής τίμια δώρα.
Αποθέτει τον άγιο άρτο στο δισκάριο, κάνει τη ένωση του οίνου και του ύδατος στο άγιο ποτήριο και τα καλύπτει. Ο εσπερινός συνεχίζεται με τη ψαλμωδία των ψαλμών του λυχνικού και των κατανυκτικών τροπαρίων της ημέρας, που παρεμβάλλονται στους τελευταίους στίχους των ψαλμών αυτών και γίνεται είσοδος. Διαβάζονται δύο αναγνώσματα από την Π. Διαθήκη, ένα από τη Γένεση και ένα από το βιβλίο των Παροιμιών. Θα σταθούμε για λίγο στην κατανυκτική ψαλμωδία του «Κατευθυνθήτω», του δεύτερου στίχου του 140ου ψαλμού. Ψάλλεται μετά από τα αναγνώσματα έξι φορές, από τον ιερέα και τους χορούς, ενώ ο ιερέας θυμίαζει την αγία τράπεζα.
Κατόπιν γίνεται η εκτενής δέηση υπέρ των τάξεων των μελών της Εκκλησίας, των κατηχουμένων, των ετοιμαζομένων για το άγιο βάπτισμα, «των προς το φώτισμα ευτρεπιζομένων» και των πιστών. Και μετά την απόλυση των κατηχουμένων έρχεται το δεύτερο μέρος, η κοινωνία των μυστηρίων. Τη μεταφορά των προηγιασμένων δώρων από την πρόθεση στο θυσιαστήριο, που γίνεται με μεγάλη κατάνυξη, ενώ οι πιστοί σκύβουν μέχρι το έδαφος, συνοδεύει η ψαλμωδία του αρχαίου ύμνου «Νυν αι δυνάμεις».
Η προπαρασκευή για τη θεία κοινωνία περιλαμβάνει κυρίως την Κυριακή προσευχή, το «Πάτερ ημών…», ακολουθεί η κοινωνία και μετά απ’ αυτήν η ευχαριστία. Και η λειτουργία τελειώνει με την κατανυκτική οπισθάμβωνο ευχή. Είναι δέηση, που συνδέει την τέλεση της κατανυκτικής αυτής λειτουργίας με την περίοδο των Νηστειών. Ο πνευματικός αγώνας της Τεσσαρακοστής είναι σκληρός, αλλά και η νίκη κατά των αοράτων εχθρών είναι βέβαιη για τους αγωνιζομένους τον καλόν αγώνα. Η ανάσταση δεν είναι μακριά.
Η θεία λειτουργία των Προηγιασμένων είναι μία από τις ωραιότερες και κατανυκτικότερες ακολουθίες της Εκκλησίας μας. Αλλά συγχρόνως και μία διαρκής πρόσκληση για τη συχνή κοινωνία των θείων μυστηρίων. Μια φωνή από τα βάθη των αιώνων, από την αρχαία ζωντανή παράδοση της Εκκλησίας. Φωνή που λέει, ότι ο πιστός δεν μπορεί να ζεί τη ζωή του Χριστού αν δεν ανανεώνει διαρκώς την ένωσή του με την πηγή της ζωής, το σώμα και το αίμα του Κυρίου. Διότι ο Χριστός είναι «η ζωή ημών». *Ιωάννου Μ. Φουντούλη, Λογική Λατρεία, Θεσ/κη 1971, σελ. 49-54. *Εκ του ιστολογίου «imaik.gr». Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
ΑΒΒΑ ΔΩΡΟΘΕΟΥ: ΛΟΓΟΣ ΙΓ: ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΕΣΣΑΡΑΚΟΣΤΗΣ
Eὐλόγησον Πάτερ:
Γράφει εἰς τὸν Νόμον, καθὼς ἐπρόσταξεν ὁ Θεὸς τοὺς Ἑβραίους, ὅτι κάθε χρόνον νὰ ἀποδεκατίζουν ὅλα ὅσα καὶ ἂν ἔχουν· καὶ ἔτζη κἄμνοντες, εὐλογοῦνταν ὅλα ὅσα καὶ ἂν εἶχαν. Τοῦτο ἠξεύροντες οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι, ἐβουλήθησαν νὰ μᾶς παραδώσουν καὶ τὸ μεγαλήτερον καὶ ὑψηλότερον πρὸς εὐεργεσίαν καὶ βοήθειαν τῶν ψυχῶν μας, ὅτι καὶ αὐτὰς τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς μας νὰ τὰς ἀποδεκατίζωμεν καὶ νὰ τὰς ἀφιερώνωμεν εἰς τὸν Θεὸν· καὶ ἔτζη νὰ εὐλογοῦνται τὰ ἔργα μας, καὶ νὰ ἐξαλείφωμεν κάθε χρόνον τὰς ἁμαρτίας μας, ὁποῦ ἁμαρτήσαμεν ἐκεῖνον τὸν χρόνον. Καὶ ἐλογαρίασαν, καὶ ἁγίασαν εἰς ἡμᾶς, ἀπὸ ταῖς τριακόσιαις ἑξῆντα πέντε ἡμέραις, ταύτας τὰς ἑπτὰ ἑβδομάδας τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, καὶ ἔτζη ἀφιέρωσαν τὰς ἑπτὰ ἑβδομάδας.
Ἀλλὰ οἱ Πατέρες ὕστερα τοὺς ἐφάνη νὰ αὐγατίσουν καὶ ἄλλην μίαν ἑβδομάδα· τὸ ἕνα μὲν, διὰ νὰ προετοιμάζουνται ἐκεῖνοι ὁποῦ μέλλουν νὰ σέβουν εἰς τὸν κόπον τῆς νηστείας· καὶ τὸ ἄλλο, διὰ νὰ τιμήσουν τὸ μέτρον τῆς νηστείας ὁποῦ ἐνήστευσεν ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς· διότι αἱ ὀκτὼ ἑβδομάδες, εὐγάνοντες τὰ σαββατοκυρίακα, γίνονται σαράντα ἡμέραις· ἔξω ἀπὸ τὴν νηστείαν τοῦ μεγάλου Σαββάτου, διὰ νὰ εἶναι αὕτη ἱερωτάτη καὶ ξεχωριστὴ ἀπὸ ὅλα τὰ σάββατα τοῦ χρόνου.
Αἱ δὲ ἑπτὰ ἑβδομάδες, χωρὶς τὰ σαββατοκυρίακα, γίνονται τριάκοντα, πέντε ἡμέραις· βάνοντες δὲ καὶ τὴν νηστείαν τοῦ μεγάλου Σαββάτου, καὶ τὸ ἥμισυ τῆς Λαμπρᾶς καὶ φωτοποιοῦ νυκτὸς, ἕως τὸ πρόγευμα, γίνονται τριάκοντα ἕξη ἥμισυ ἡμέραις, ὁποῦ εἶναι τὸ δέκατον τῶν τριακοσίων ἑξῆντα πέντε ἡμερῶν τοῦ χρόνου μὲ πολλὴν ἀκρίβειαν· διότι τῶν τριακοσίων τὸ δέκατον εἶναι αἱ τριάκοντα, καὶ τῶν ἑξήκοντα τὸ δέκατον, εἶναι ἕξη, τῶν δὲ πέντε τὸ δέκατον, εἶναι τὸ ἥμισυ τῆς Λαμπρᾶς ἡμέρας, καθὼς εἴπαμεν. Αὕτη εἶναι ἡ δεκατία τοῦ χρόνου ὅλου, ὡσὰν νὰ εἰποῦμεν, τὴν ὁποίαν τὴν ἁγίασαν εἰς ἡμᾶς οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι εἰς μετάνοιαν, ἔστωντας νὰ εἶναι καθαρισμὸς πάντων τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ χρόνου ὅλου.
Ὅποιος λοιπὸν φυλάττει τοῦ λόγου του καλῶς, καὶ καθὼς πρέπει εἰς ταύτας τὰς ἁγίας ἡμέρας, καλότυχος εἶναι, ἀδελφοὶ, διότι, ἂν καὶ ὡς ἄνθρωπος ἔτυχε νὰ ἁμαρτήσῃ, εἴτε ἀπὸ ἀσθένειαν, εἴτε ἀπὸ ἀμέλειαν, ἰδοὺ ὁποῦ ἔδωκεν ὁ Θεὸς τὰς ἁγίας ἡμέρας ταύτας, εἰς τὰς ὁποίας, ἐὰν σπουδάσῃ τινὰς μὲ προσοχὴν καὶ ταπεινοφροσύνην, καὶ νὰ φροντίσῃ διὰ λόγου του, καὶ νὰ μετανοήσῃ διὰ τὰς ἁμαρτίας του, θέλει καθαρισθῇ ἀπὸ ὅλα τὰ ἁμαρτήματα αὐτοῦ, ὁποῦ ἔκαμεν ὅλον τὸν χρόνον ἐκεῖνον·
καὶ ἀναπαύεται λοιπὸν ἡ ψυχὴ αὐτοῦ ἀπὸ τὸ βάρος, καὶ ἔτζη προσέρχεται εἰς τὴν ἁγίαν ἡμέραν τῆς Ἀναστάσεως, καὶ μεταλαμβάνει τῶν ἀχράντων Μυστηρίων ἀκατακρίτως καὶ γίνεται νέος ἄνθρωπος διὰ τὴν μετάνοιαν τῶν ἁγίων νηστειῶν τούτων, καὶ μένει εἰς τὴν μετάνοιαν μὲ εὐφροσύνην πνευματικὴν, καὶ ἑορτάζει ὅλην τὴν ἁγίαν Πεντηκοστὴν, μὲ τὴν βοήθειαν τοῦ Θεοῦ, διότι Πεντηκοστὴ εἶναι, καθὼς λέγει, ἀνάστασις ψυχῆς, διότι, τοῦτο δηλοῖ τὸ νὰ μὴν κλίνωμεν γόνυ εἰς τὴν ἐκκλησίαν, παρὰ τὴν ἁγίαν Πεντηκοστήν.
Τὸ λοιπὸν, ὅποιος θέλει νὰ καθαρισθῆ ἀπὸ ὅλας τὰς ἁμαρτίας τοῦ χρόνου εἰς τὰς ἡμέρας ταύτας, πρῶτον θέλει νὰ φυλάσσεται, ἀπὸ πολυφαγίαν, διότι ἡ πολυφαγία, καθὼς εἶπαν οἱ Πατέρες, γεννᾷ κάθε κακόν· καὶ ἀπέκει νὰ φυλάγεται ὁμοίως νὰ μὴν καταλύῃ τὴν νηστείαν, χωρὶς μεγάλης ἀνάγκης, μήτε νὰ γυρεύῃ νόστιμα φαγητὰ, καὶ νὰ μὴν παραβαρύνῃ τοῦ λόγου του ἀπὸ τὴν χόρτασιν τῶν φαγοποτίων· διότι δύο εἶναι αἱ διαφοραὶ τῆς γαστριμαργίας, μία μὲν εἶναι, ὁποῦ ζητᾷ κανεὶς νόστιμα φαγητὰ, καὶ πάντοτε δὲν θέλει νὰ φάγῃ πολλὰ, ἀλλὰ μόνον τὰ νόστιμα θέλει· καὶ τυχένει, ὅταν τρώγῃ ὁ τοιοῦτος τὸ φαγὶ, καὶ τοσοῦτον νικᾶται ἀπὸ τὴν νοστιμάδα, ὅτι τὸ βαστᾷ πολλὴν ὥραν εἰς τὸ στόμα, καὶ τὸ μασσᾷ, καὶ δὲν τὸ βαστᾷ ἡ ψυχὴ νὰ τὸ καταπίῃ ἀπὸ τὴν γλυκύτητα τῆς νοστιμάδος· αὕτη λέγεται λαιμαργία.
Ἀλλος πάλιν πολεμεῖται εἰς πολυφαγίαν, καὶ δὲν γυρεύει καλὰ φαγητὰ, οὔτε τὸν μέλλει διὰ νοστιμάδα, ἀλλὰ κἄντε καλὰ εἶναι, κἄντε ἀχαμνὰ, μόνον νὰ χορτάσῃ θέλει, καὶ δὲν τὸν μέλλει εἴτι καὶ ἂν εἶναι, μόνον νὰ γεμίσῃ τὴν κοιλίαν του θέλει· αὕτη λέγεται γαστριμαργία. Καὶ νὰ σᾶς εἰπῶ καὶ τὴν αἰτίαν τῶν ὀνομάτων τούτων· μαργαίνειν λέγουν οἱ σοφοὶ τῶν Ἑλλήνων τὴν τρελάδα, καὶ μάργος λέγεται ὁ τρελός. Ὅταν μὲν τὸ λοιπὸν γένῃ ἡ ἀσθένεια ἐκείνη, καὶ ἡ τρελάδα, διὰ νὰ γεμίσῃ τὴν γαστέρα, τότε λέγεται γαστριμαργία, ἀπὸ τοῦ μαργαίνειν, ὁποῦ εἶναι μανία, τουτέστι τρελάδα τῆς γαστρός· ὅταν δὲ γένῃ μόνον διὰ τὴν νοστιμάδα τοῦ λαιμοῦ, λέγεται λαιμαργία, παρὰ τὸ μαργαίνειν τὸν λαιμόν.
Αὐτὰ λοιπὸν πρέπει νὰ τὰ φεύγωμεν μὲ πᾶσαν προσοχὴν, ἐὰν θέλωμεν νὰ καϑαρισθοῦμεν ἀπὸ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν, διότι δὲν εἶναι διὰ χρείαν τοῦ σώματος, ἀλλὰ διὰ πάθος· καὶ ἐὰν τὰ συνερισθῇ κανεὶς, τοῦ γίνουνται εἰς ἁμαρτίαν. Καθὼς εἶναι ἡ νόμιμος πανδρία, καὶ ἡ πορνεία, ὅτι ἡ μὲν πρᾶξις εἶναι ὁμοία, ἀμὴ ὁ σκοπὸς εἶναι ὁποῦ κάμνει τὴν διαφορὰν τοῦ πράγματος· διότι ἐκεῖνος μὲν σμίγεται μὲ τὴν γυναῖκά του, διὰ νὰ κάμῃ παιδία, ἐκεῖνος δὲ διὰ νὰ πληρώσῃ τὴν ἐπιθυμίαν του. Ἔτζη εἶναι καὶ εἰς τὰ φαγητὰ, ὅτι ἕνα πρᾶγμα εἶναι, τὸ νὰ φάγῃ διὰ τὴν χρείαν, καὶ τὸ νὰ φάγῃ διὰ νοστιμάδα, ἀμὴ ὁ σκοπὸς εἶναι ὁποῦ κάμνει τὴν ἁμαρτίαν. Τὸ δὲ νὰ φάγῃ κατὰ χρείαν εἶναι, ὅταν δοκιμάσῃ κανεὶς πόσον ἔφαγε τὴν ἡμέραν, καὶ ἰδῇ ὅτι τοῦ ἐβάρυνεν ἐκεῖνο ὁποῦ ἔφαγε, καὶ κάμνει χρεία νὰ φάγῃ ὀλιγώτερον· καὶ τρώγει ὀλιγώτερον, καὶ δὲν τὸν βαρύνει.
Καὶ πάλιν, ἂν ἀδυνατήσῃ τὸ κορμί του, αὐγατίζει, καὶ ἔτζη δοκιμάζει καλῶς τὴν χρείαν του· καὶ περιπατεῖ λοιπὸν ἀπάνω εἰς ἐκεῖνο τὸ μέτρον, ὄχι διὰ νοστιμάδα, ἀλλὰ διὰ νὰ κυβερνήσῃ τὴν ὑγείαν τοῦ κορμίου του. Καὶ ἐκεῖνο τὸ παραμικρὸν, ὁποῦ τρώγει κανεὶς, πρέπει νὰ τὸ τρώγῃ μὲ συγχώρησιν, καὶ νὰ κατακρίνῃ τοῦ λόγου τοῦ εἰς τὸν λογισμόν του, πῶς δὲν εἶναι ἄξιος διὰ καμίαν τροφὴν, ἢ παρηγορίαν· καὶ νὰ μὴν στοχάζεται ἂν τύχῃ καὶ κυβερνοῦνται μερικοὶ διὰ καμίαν χρείαν, ἢ ἀνάγκην, διὰ νὰ μὴν ζητᾷ καὶ αὖτὸς ἀνάπαυσιν.
Ἢ νομίζει, ὅτι δὲν βλάπτει τὴν ψυχὴν ἡ ἀνάπαυσις; Ὅταν ἤμουν εἰς τὸ Κοινόβιον, ἐπῆγα νὰ ἰδῶ ἕναν ἀπὸ τοὺς γέροντας, διότι ἦσαν ἐκεῖ πολλοὶ μεγάλοι γέροντες, καὶ εὑρίσκω τὸν ἀδελφὸν, ὁποῦ τὸν ὑπηρέτα, καὶ ἔτρωγε μετ᾿ αὐτοῦ. Καὶ λέγω του μυστικά· δὲν ἠξεύρεις, ἀδελφὲ, ὅτι οἱ γέροντες οὗτοι, ὁποῦ βλέπεῖς πῶς τρώγουν, καὶ χρειάζονται ὀλίγην κυβέρνησιν, ὁμοιάζουν ὡσὰν ἐκείνους, ὁποῦ ἐδούλευσαν καὶ ἐγέμισαν τὸ σεντούκι τους· καὶ ὡσὰν τὸ ἐγέμισαν καὶ τὸ ἐβούλωσαν, πάλιν ἐδούλευσαν διὰ τὰ ἔξοδά τοὺς, καὶ ἐσύναξαν ἀπὸ ἄλλα χίλια νομίσματα, ἤγουν φλουρία, διὰ νὰ ἔχουν νὰ ἐξοδιάζουν εἰς τὴν ἀνάγκην τους, καὶ νὰ φυλάγουν ἐκεῖνα ὁποῦ ἔχουν εἰς τὸ σεντούκι.
Ἔτζη εἶναι καὶ τοῦτοι· ἐδούλευσαν καὶ ἐθησαύρισαν εἷς τὴν νεότητά τους· καὶ πάλιν ἐδούλευσαν καὶ ἄλλα μερικὰ, διὰ νὰ τὰ ἔχουν εἰς τὴν ἀνάγκην τους· καὶ εἰς τὰ γηρατεῖά τους, διὰ νὰ εὐγάνουν ἀπ᾿ αὐτὰ, καὶ νὰ μὴν χαλάσουν τὰ θησαυρισμένα. Ἀμὴ ἡμεῖς ἀκόμι οὔτε σεντούκι δὲν ἀποκτήσαμεν· πόθεν λοιπὸν ἐξοδιάζομεν; Διὰ τοῦτο, καθὼς εἶπα, πρέπει, κᾃν διὰ τὴν χρείαν μας νὰ τρώγωμεν, καὶ νὰ κατακρίνωμεν τοῦ λόγου μας ὡς ἀναξίους πάσης θεραπείας, καὶ αὐτῆς τῆς καλογερικῆς ζωῆς· καὶ νὰ μὴν τρώγωμεν ξεγνοιασμένοι, καὶ ἔτζη δὲν θέλει μᾶς γένῃ εἰς κατάκρισιν· καὶ ταῦτα μὲν περὶ τῆς ἐγκρατείας τῆς γαστρός.
Ὁμοίως δὲ χρειαζόμεσθεν ὄχι μόνον τὴν δίαιταν ταύτην νὰ φυλάττωμεν, ἀλλὰ νὰ ἀπέχωμεν καὶ ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην ἁμαρτίαν, διὰ νὰ νηστεύωμεν καὶ ἀπὸ τὴν γλῶσσαν, καθὼς νηστεύομεν καὶ ἀπὸ τὴν κοιλίαν· νὰ ἀπέχωμεν ἀπὸ καταλαλιὰς, ἀπὸ τὸ ψεῦδος, ἀπὸ ὑβρισίαις, ἀπὸ ἀργολογίαν, ἀπὸ ὀργὴν, καὶ κοντολογῆς ἀπὸ πᾶσαν ἁμαρτίαν ὁποῦ γίνεται μὲ τὴν γλῶσσαν. Ὁμοίως νὰ νηστεύωμεν καὶ μὲ τὰ ὀμμάτια, νὰ μὴν βλέπωμεν τὰ ἄπρεπα, νὰ μὴν βλέπωμεν ἀδιάντροπα καὶ χωρὶς φόβον· ὁμοίως νὰ ἐμποδίζωμεν καὶ τὰ χέρια καὶ τὰ ποδάρια ἀπὸ πᾶσαν πρᾶξιν πονηράν.
Καὶ ἔτζη νηστεύοντες, καθὼς λέγει ὁ Μέγας Βασίλειος, νηστείαν δεκτὴν, ἀπεχόμενοι ἀπὸ πάσης κακὴς ἐνεργείας, ὁποῦ γίνεται ἀπὸ ὅλας τὰς αἰσθήσεις ἡμῶν, νὰ προσέλθωμεν εἰς τὴν ἁγίαν ἡμέραν τῆς Ἀναστάσεως, καθὼς εἴπαμεν, νέοι, καὶ καθαροὶ, καὶ ἄξιοι τῆς Κοινωνίας τῶν ἁγίων Μυστηρίων, ἔστοντας νὰ εὐγοῦμεν προτήτερα εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, καὶ νὰ τὸν δεχθοῦμεν μὲ βαΐα καὶ κλάδους ἐλαιῶν καβαλλάρην εἰς πωλάριον, καὶ σεβαίνοντα εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν Ἱερουσαλήμ.
Τί θέλει νὰ εἶναι ἡ καβάλλα τοῦ πωλαρίου; Ἐκαβαλίκευσε, διὰ νὰ ἐπιστρέψῃ τὴν ψυχήν μας, ὁποῦ ὡμοιώθη, καθὼς λέγει ὁ Προφήτης, ὡσὰν τὰ ἄλογα καὶ ἀνόητα ζῶα, ὡς λόγος Θεοῦ, καὶ νὰ τὴν ὑποτάξῃ εἰς τὴν Θεότητα αὐτοῦ. Ἡ δὲ ἀπάντησις αὐτοῦ, ὁποῦ τὸν ἐπροϋπάντησαν μὲ βαΐα καὶ κλαδία ἐλαίας, τι εἶναι; Ὅταν εὐγένῃ κανεὶς εἰς πόλεμον τοῦ ἐχθροῦ του, καὶ τὸν νικήσῃ, ὡσὰν γυρίσῃ, εὐγένουν ὅλοι οἱ ἐδικοί του, καὶ τὸν προϋπαντοῦν, ὡς νικητὴν, διότι τὸ βαΐον σημάδι τῆς νίκης εἶναι.
Πάλιν, ὅταν ἀδικῆται κανεὶς ἀπὸ τινὰ, καὶ θέλει νὰ πηγένῃ εἰς ἐκεῖνον ὁποῦ δύνεται νὰ κάμῃ τὴν ἐκδίκησιν αὐτοῦ, κλαδία ἐλαίας βαστάζει, καὶ κράζει, ζητῶντας βοήθειαν, διὰ νὰ ἐλεηθῇ, διότι ἡ ἐλαία συμάδι εἶναι τῆς ἐλεημοσύνης. Διὰ τοῦτο καὶ ἡμεῖς ἀπαντῶμεν τῷ Δεσπότῃ ἡμῶν Χριστῷ, μετὰ βαΐα μὲν ὡς νικητῇ, διότι αὐτὸς ἐνίκησε τὸν ἐχθρόν μας· μὲ κλαδία δὲ ἐλαίας ζητοῦμεν ἀπ᾿ αὐτὸν ἔλεος, διὰ νὰ νικήσωμεν καὶ ἡμεῖς δι᾿ αὐτοῦ, καθὼς καὶ αὐτὸς ἐνίκησε διατ᾽ ἐμᾶς, ὅπως εὑρεθῶμεν βαστάζοντες τὰ νικητήρια αὐτοῦ, ὄχι μόνον διὰ τὴν νίκην ὁποῦ ἐνίκησε διατ᾽ἐμᾶς, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν νίκην ὁποῦ ἐνικήσαμεν ἡμεῖς δι᾿ αὐτοῦ. Ὅτι αὐτῷ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις εἰς τοὺς αἰῶνας, Ἀμήν.
*Αββάς Δωρόθεος, Κατανυκτικοί Λόγοι, Έκδοσις της εν Αγίω Όρει Άθω σεβασμίας Μονής του Αγίου Μεγαλομάρτυρος Παντελεήμονος, του Ρωσσικού, Κωνσταντινούπολη, 1871. *Εκ του ιστολογίου «agiosthomas.gr». Επιμέλεια, παρουσίαση ημετέρα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
.jpg)

.jpg)


.jpg)


