ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


«Ο Παντοκράτορας κρατά στο Χέρι Του την βραδυνή Θυσία»

Η νύχτα αγκαλιάζει προσευχόμενες ψυχές σαν βρεφικό νανούρισμα. Στο μικρό καθολικό, οι γέροντες ξαπλωμένοι στο έδαφος, παραδομένοι στην εικόνα του Νυμφίου αποκαθηλώνουν ικετευτικά τους συγγνωστούς τους λογισμούς. Απόκοσμες εικόνες στο μικρό εκκλησάκι αναπνέουν μέσα από την θυμιασμένη ομίχλη των παρακλητικών τους λόγων. M' ένα τρακοσάρι κομποσκοίνι μετρούν ανάποδα τις μέρες, φτάνοντας ως την γέννησή τους. Ο παππά Διονύσης με αφημένο βλέμμα στην γη που περιμένει, σκύβει το κεφάλι στην ανατολή της μετανοίας του. Τί κόσμος τούτος Θεέ μου! Βαστάζουμε στις χούφτες μας τη Μάννα Ορθοδοξία και δεν θωρούμε το απροσμέτρητο κάλλος της και την ενδόμυχη υπόστασή της. Όταν τρίζουν τα θολά τζάμια από τα σιδερένια παραθύρια, νομίζεις, πως χοροί αγίων ήλθαν για να συνεκκλησιαστούν με τους χοικούς, ταμένους αδελφούς τους. Ο πολυέλαιος γυρνοφέρνει κυκλικά απ' τον καπνισμένο τρούλλο, ο Παντοκράτορας κρατάει στο χέρι του την βραδυνή θυσία, αίνοι και ύμνοι γίνονται δώρα ευχαριστιακά στα πόδια του Θεού μας. Κι όταν τελειώνει η ακολουθία, σκυμμένα πρόσωπα προσμετρούν μ' ένα Κύριε ελέησον, τα ανεβαίνοντα βήματά τους. Μακρύς ακόμα ο δρόμος της σταυρικής θυσίας. Ταιριάζει σε ορθοδόξους, να βλέπουν από μακριά τον σταυρό, που θα κρεμάσουν πάνω του τ' απόκοσμα όνειρά τους. Ποθούμε Χριστό, Αυτόν, Εσταυρωμένο, εξαντλούμε τους ονειρεμένους πόθους μας στο κοινό ποτήριο, ακροβατούμε την θωριά μας ανάμεσα στην πτώση και την έγερση. Τελούμε πνευματικά « ανάπηροι» στο μακαρισμό του εξαρτημένου Εγώ μας, αναζητούμε την χαμένη αρτιμέλεια της υποστελλόμενης ψυχής μας, ανυπακούουμε στην υποκριτική στάση ζωής. Ο Χριστός δεν είναι αφηρημένη έννοια, είναι η Οδός και η Αλήθεια, η Αγάπη κι η Ζωή, το προσδοκώμενο όνειρο της αναστάσιμης ελπίδας. Έχουμε Εκκλησία να κλάψουμε τους δρόμους που δεν διαβήκαμε, κατέχουμε αγίους να κρεμάσουμε την απόμακρη ματιά μας, μια Παναγιά να πνίξουμε στον κόρφο της την εαλωμένη αθωότητα της παιδικής αμεριμνησίας μας, κι αγγέλους τόσους, όσα είναι αυτά που χάσαμε, όσα είναι αυτά που ελπίζουμε, όσα είναι αυτά, που ίσως έρθουνε μια μέρα! Μπουσουλάμε γογγύζοντας στους εφάμαρτους δρόμους της υποκριτικής ζωής μας, έρπουμε γλοιωδώς στην λάσπη, που εωσφορικώς βαπτίσαμε πολιτισμένη κοινωνία! Επιτέλους να πάψουν αυτοί οι διαρκείς κύκλοι γύρω απ' τον ειδωλολάτρη εαυτό μας, το μεγαλείο του χριστιανού αναπαύεται στον προσευχητικό ξεσηκωμό και την ταπεινή μεγαλοσύνη. Η αγάπη μας είναι η σταυρική θυσία του εγώ μας στην εγωϊκότητα των άλλων. Ο σταυρός μας είναι τα ζυγιστικά του Πατρός που σβήνουν με γομολάστιχα τις μεγαλεπίβολες, θηριώδεις αμαρτίες μας κι η ελπίδα μας φοράει τα καλά της μπροστά στο αιματοβαμμένο δισκοπότηρο του αμνοικού Ιησού μας. Τα βράδια αιωρούνται χαροποιά στα γράμματα της αγιοπνευματικής Αλφαβήτας, ζωγραφίζουν την Πίστη ως έκθαμβο, αγιοπρεπές θήλυ, που ίσταται σε συννεφοσκεπούσα ομίχλη, πάνω από τα μικροκαμωμένα σπίτια των ανθρώπων. Πορφυροφορούσα κόρη, που χάσκει με χαμόγελο και κορομηλένια μάγουλα, που ροδοκοκκινίζουν στην παρακλητική αγάπη των πιστών. Η Πίστη είναι αναγεννητικό επίθεμα στις πληγές της αμαρτίας, δροσερή ανάσα στην πνευματική άπνοια των φιλόνικων ανθρώπων, σουλατσάρει σε χλοερούς, φρεσκοσκαμμένους κήπους και περιβόλια που μεθούν στην αρχοντιά των λουλουδιών. Βαστάει στα χέρια της τα εύοσμα βασιλικά των Χριστοφόρων λόγων, λούζεται μακάρια στην μετάνοια ενός αλλόφρονα, που ανακαλύπτει πάνω της τον μυρίπνοο Παράδεισο της συστελλόμενης ψυχής. Η Πίστη Θε μου είναι τα χρυσαφένια στάρια του χωριού, που μικρά, βάζαμε τρεχάλα ανάμεσα στα ξεραμένα στάχυα και τ' αγκάθια του αγρού, το ανταριασμένο βουϊτό από τους μεγαλοδύναμους ήχους των ελάτων, που στέκονταν πάντα όρθια. Νοικοκύρηδες, φρεσκοπλυμένοι χωρικοί, που τις Κυριακές έπαιρναν τα δύσβατα μονοπάτια για την εκκλησιά των Παμμεγίστων Ταξιαρχών! Βλέπαμε την Πίστη να σιγοντάρει στο αναλόγιο, εκείνον τον ταπεινό, ολιγογράμματο ιερέα, που έβγαινε στον άμβωνα για να μοιράσει τ' αντίδωρα κρίνα της ανυπέρβλητης αγάπης. Ύστερα βοηθούσε στα χωράφια την μαυροφορεμένη χήρα, που πριν να σπείρει τον καρπό στα σκαλισμένα αυλάκια, σταύρωνε με το χέρι της το αγιασμένο χώμα, ράντιζε με αγιασμό εκείνον τον πολύχρωμο, ταιριαστό μπαχτσέ με τις ντάλιες, τους κατιφέδες και τους κρίνους. Η Πίστη πάλι κατοικεί στα αδύναμα σπίτια των φτωχών, κάθεται στο τραπέζι με τα αλάδωτα ρεβίθια, τις ελιές και το αχνισμένο, ζυμωτό ψωμί, χορταίνει τα στόματα με μοσχοθυμιασμένες ευλογίες και απόκοσμες παραινέσεις της ερήμου. Σκάει χαμόγελο στην βρεφική αγνότητα Χριστούλιδων μικρών! Η Πίστη δεν λέει ψέμματα στα χείλη των παιδιών, παίζει κυνηγητό με την ταπείνωση και κρυφτό με την ντροπή. Στέκει προσευχητικά μετέωρη σε νηπιακούς ασπασμούς, σε ανυπόκριτες, παιδικές προσευχές. Είναι το θεϊκό αντίδοτο στο διάβα μιας φουσκοθαλασσιάς ζωής, το υπέρμαχο δοξάρι στην ηδύχοη πνοή του ουρανού, η υπογραφή του Θεού στην μετάνοια του πιστού. Μακάριοι αυτοί που την βρήκαν να τους περιμένει με το πρωϊνό ξύπνημα της αυγής και την εσπερινή δύση του ηλίου! (Φθινόπωρο 2013) Γιώργος Δ. Δημακόπουλος Δημοσιογράφος





Ιστολόγιο «ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ»

Έτος: 13ο (2013 - 2026)

Δημοσιογραφικό Εργαστήρι Ορθόδοξης Μαρτυρίας και Ομολογιακής Κατάθεσης

Διαχειριστής:

Γιώργος Δ. Δημακόπουλος

Δημοσιογράφος

Icon by Serhei Vandalovskiy, icon - painter, Ukraine



«Απάνου απ' το κρεββάτι μου βαθειά παρηγοριά μου / Καρφώνω την εικόνα Σου, και τώρα η κάμαρά μου. / Είναι και μνήμα θλιβερό και χαρωπή εκκλησία / Σκοτάδι η θλίψι μου σκορπά και λάμψιν η θρησκεία».



Κωστής Παλαμάς


Drop Down MenusCSS Drop Down MenuPure CSS Dropdown Menu

Παρασκευή 10 Απριλίου 2015

Η ΜΑΝΝΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΑΡΝΑΛΗ


 


Πώς οι δρόμοι ευωδάνε με βάγια στρωμένοι,

ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρω μπαξέδες!


Η χαρά της γιορτής όλο πιότερο αξαίνει

και μακριάθε βογκάει και μακριάθε ανεβαίνει.

 

Τη χαρά σου, Λαοθάλασσα, κύμα το κύμα,

των αλλώνε τα μίση καιρό τήνε θρέφαν,


κι αν η μαύρη σου κάκητα δίψαε το κρίμα,

να που βρήκε το θύμα της, άκακο θύμα!


Φεύγεις πάνω στην άνοιξη, γιε μου καλέ μου.

Ανοιξή μου γλυκιά, γυρισμό που δεν έχεις.


Η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιε μου,

δε μιλάς, δεν κοιτάς πώς μαδιέμαι, γλυκέ μου!


Κει στο πλάγι δαγκάναν οι οχτροί σου τα χείλη…

Δολερά ξεσηκώσανε τ’ άγνωμα πλήθη,


κι όσο ο γήλιος να πέση και νά ‘ρθη το δείλι,

το σταυρό σου καρφώσαν κι’ οχτροί σου και φίλοι.


Μα γιατί να σταθής να σε πιάσουν! Κι ακόμα,

σα ρωτήσανε: “Ποιος ο Χριστός;” τί ‘πες “Νά ‘με”!


Αχ! δεν ξέρει τι λέει το πικρό μου το στόμα!

Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σ’ έμαθ’ ακόμα!



Η εικόνα ανήκει στον Αγιογράφο Δημήτρη  Πανουργιά.


 Κώστας Βάρναλης


ΕΙΣ ΕΞ ΥΜΙΝ ΠΑΡΑΔΩΣΕΙ ΜΕ Ο ΕΣΘΙΩΝ ΜΕΤ ΕΜΟΥ




Τὴ Αγία καὶ Μεγάλη Πέμπτη, οἱ τὰ πάντα καλῶς διαταξάμενοι θεῖοι Πατέρες, ἀλληλοδιαδόχως ἔκ τε τῶν θείων Ἀποστόλων,

καὶ τῶν ἱερῶν Εὐαγγελίων, παραδεδώκασιν ἡμῖν τέσσαρά τινα ἑορτάζειν, τὸν ἱερὸν Νιπτήρα,τὸν μυστικὸν Δεῖπνον

 (δηλαδὴ τὴν παράδοσιν τῶν καθ' ἡμᾶς φρικτῶν Μυστηρίων), τὴν ὑπερφυὰ Προσευχήν,

καὶ τὴν Προδοσίαν αυτήν. 


Το βράδυ της ημέρας αυτής, που ήταν η προ των αζύμων ημέρα, δηλαδή παραμονή του Εβραϊκού Πάσχα, ο Ιησούς δείπνησε στην πόλη με τους δώδεκα Μαθητές του. Ευλόγησε το ψωμί και το κρασί και μ’ αυτό τον τρόπο παρέδωσε το Mυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, η οποία θα τελείται στο διηνεκές, ως η αέναη παρουσία Του στην Εκκλησία.


Αφού κάθισαν στο τραπέζι του δείπνου, ο Κύριος θέλησε κατ’ αρχήν να ξεκαθαρίσει την υπόθεση του προδότη μαθητή. Δεν ήταν δυνατόν να καθίσει ο άνομος εκείνος μαζί τους στην παράδοση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, πολλώ δε μάλλον να κοινωνήσει σε αυτό. Λέγει λοιπόν: «Εις εξ’ υμών παραδώσει με, ο εσθίων μετ’ εμού» (Μάρκ.14:18, Ιωάν.13:22). Τα λόγια αυτά έφεραν αναστάτωση στους μαθητές.


Δεν περίμεναν να ακούσουν τέτοια φοβερή αγγελία και άρχισαν να διερωτώνται,ποιος είναι αυτός. Ο αγαπημένος μαθητής Ιωάννης πέφτοντας στον τράχηλο του Διδασκάλου ρώτησε εξ’ ονόματος όλων: «Κύριε τις εστιν»; και ο Κύριος απάντησε: «Εκείνος εστιν ω εγώ βάψας το ψωμίον επιδώσω» (Ιωάν.13:26). Και βουτώντας τεμάχιο άρτου στο φαγητό το έδωσε στον Ιούδα. Αυτός το έφαγε και μετά από αυτό «εισήλθεν εις εκείνον ο Σατανάς»(Ιωάν.13:27).


Ο Ιησούς του είπε: «ό ποιείς, ποίησον τάχιον». (Ιωάν.13:27). Ο προδότης μαθητής έφυγε βιαστικά, απομακρυνθείς για πάντα από τη χορεία των μαθητών και από την κοινωνία του Θείου Διδασκάλου. «Ην δε νύξ» προσθέτει ο Ιωάννης. «Νυξ πραγματική, τονίζει σύγχρονος συγγραφέας, αλλά και νυξ πνευματική εν τη ψυχή του Ιούδα, εν η το φως του θείου Πνεύματος δια παντός εσβέσθη».


Μετά από αυτό ο Κύριος προέβη στη σύσταση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Έλαβε άρτο και αφού ευχαρίστησε έκοψε αυτόν σε τεμάχια και έδωκε στους μαθητές του λέγοντας: «Λάβετε, φάγετε, τούτο εστι το σώμα μου», το αληθινό, το πραγματικό, «το υπέρ υμών διδόμενον» (Λουκ.22:19). Ύστερα πήρε το ποτήριο της ευλογίας,που ήταν γεμάτο με οίνο και, αφού ανέπεμψε ευχαριστήριο δέηση στο Θεό Πατέρα έδωκε στους μαθητές Του λέγοντας: «Πίετε εξ αυτού πάντες,τούτο γαρ εστι το αίμα μου, το της Καινής Διαθήκης, το περί πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών». (Ματθ.26:28, Μάρκ.14:24).


Αφού κοινώνησαν όλοι και έφαγαν, ο Κύριος μίλησε και απεύθυνε την τελευταία αποχαιρετιστήρια ομιλία Του στους Mαθητές Του. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης διασώζει στο Ευαγγέλιό Του ολόκληρη αυτή την εκτενή ομιλία στα κεφάλαια 13-16. Ο τρόπος της ομιλίας προδίδει στον Κύριο δραματική έκφραση. Ως άνθρωπος μπροστά στο μαρτύριο, το οποίο γνωρίζει, ως Θεός αγωνιά και λυπάται.


Αρχίζει με το «Νυν εδοξάσθη ο υιός του ανθρώπου και ο Θεός εδοξάσθη εν αυτώ» (Ιωάν.13:31). Τα παθήματα, που θα ακολουθήσουν και η ταπείνωση θα είναι η δόξα του Υιού και συνάμα αυτή θα είναι η δόξα του Πατέρα. Οι αλήθειες και οι ηθικές ιδέες της ομιλίας την καθιστούν πραγματικά μοναδική. Η τρυφερότητα προς τους μαθητές Του είναι έκδηλη, τους αποκαλεί «τεκνία». 


Κύριο χαρακτηριστικό της ομιλίας είναι η προτροπή για ενότητα και αγάπη μεταξύ των μαθητών και κατ’ επέκταση όλων των ανθρώπων. «Εντολήν καινήν δίδωμι υμίν ίνα αγαπάτε αλλήλους»(Ιωάν.13:3) και «Ειρήνην αφίημι υμίν, ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν» (Ιωάν.14:27). Στη συνέχεια ένιψε τα πόδια των Μαθητών του και το γεγονός αυτό της νίψεως των ποδιών των Μαθητών από τον Κύριο λέγεται στην εκκλησιαστική γλώσσα «Νιπτήρ».


Ο Νιπτήρ μας διδάσκει, ότι πρέπει να εκδηλώνουμε την αγάπη μας προς τους άλλους ανθρώπους με ταπεινοφροσύνη. Η Εκκλησία, θέλοντας να μας δείξει τη σημασία του γεγονότος αυτού, όρισε την ανάμνησή του την ημέρα αυτή. Τότε, ο Κύριος αποσύρεται στο όρος των Ελαιών, όπου μόνος του προσεύχεται γονατιστός και ο ιδρώτας του σαν κόμβοι πηκτού αίματος, πέφτουν στη γη. Προσεύχεται στον Ουράνιο Πατέρα για την ενότητα των μαθητών Του. Δεν εύχεται να τους άρει από τον κόσμο, αλλά να τους διαφυλάξει από τον πονηρό και τα έργα του.


Είναι η περίφημη αρχιερατική προσευχή του Κυρίου. Μόλις τελειώνει την προσευχή, φτάνει ο Ιούδας με τους στρατιώτες και πολύ όχλο. Αφού φίλησε τον Κύριο στο πρόσωπο, τον παραδίδει. Συλλαμβάνεται λοιπόν ο Ιησούς και οδηγείται δεμένος στους Αρχιερείς Άννα και Καϊάφα. Οι Μαθητές σκορπίζονται και ο θερμόαιμος Πέτρος, που τον είχε ακολουθήσει μέχρι την αρχιερατική αυλή, τον αρνείται και αυτός λίγο πριν αλέκτωρ λαλήσει τρεις φορές.


Ο Κύριος οδηγείται μπροστά στο παράνομο συνέδριο και εξετάζεται για τους Μαθητές του και τη διδασκαλία του. Εξορκίζεται στον Θεό να πει, αν ο ίδιος είναι πράγματι ο Χριστός και λέγοντας την αλήθεια, κρίνεται ένοχος θανάτου, επειδή δήθεν βλαστήμησε. Στη συνέχεια τον φτύνουν στο πρόσωπο, τον χαστουκίζουν και τον εμπαίζουν με κάθε τρόπο όλη τη νύχτα μέχρι το πρωί...


Τὸν ἄρτον λαβών, εἰς χείρας ὁ προδότης, κρυφίως αὐτάς, ἐκτείνει καὶ λαμβάνει, τὴν τιμὴν τοῦ πλάσαντος,ταὶς οἰκείαις χερσὶ τὸν ἄνθρωπον, καὶ ἀδιόρθωτος ἔμεινεν, Ἰούδας ὁ δοῦλος καὶ δόλιος. Αφού ο προδότης πήρε τον Άρτο στα χέρια του, (μετά από λίγο),τα απλώνει κρυφά και παίρνει το αντίτιμο (για να παραδώσει) Εκείνον, που με τα δικά του χέρια έπλασε τον άνθρωπο. Κι (έτσι) έμεινε αδιόρθωτος ο Ιούδας, ο δούλος στα πάθη του και δόλιος.


Τὴ μυστικὴ ἐν φόβῳ τραπέζη, προσεγγίσαντες πάντες, καθαραῖς ταὶς ψυχαίς, τὸν ἄρτον ὑποδεξώμεθα,συμπαραμένοντες τῶ Δεσπότη, ἵνα ἴδωμεν τοὺς πόδας πῶς ἀπονίπτει τῶν Μαθητῶν, καὶ ἐκμάσσει τῶ λεντίω, καὶ ποιήσωμεν ὥσπερ κατίδωμεν, ἀλλήλοις ὑποταγέντες,καὶ ἀλλήλων τοὺς πόδας ἐκπλύνοντες, αὐτὸς γὰρ ὁ Χριστὸς οὕτως ἐκέλευσε, τοὶς αὐτοῦ Μαθηταῖς ὡς προέφησεν, ἀλλ' οὐκ ἤκουσεν, Ἰούδας ὁ δοῦλος καὶ δόλιος».


Αφού με φόβο πλησιάσαμε όλοι το μυστικό Τραπέζι, ας υποδεχθούμε με καθαρές καρδιές τον Άρτο, παραμένοντας μαζί με τον Δεσπότη Χριστό. Για να δούμε, πως πλένει τα πόδια των μαθητών και τα σκουπίζει με την ποδιά. Και για να πράξουμε κι εμείς, όπως ακριβώς είδαμε καλά να πράττει ο Κύριος. Δηλαδή, αφού υποταχθούμε ο ένας στον άλλο, και, αφού πλένουμε ο ένας τα πόδια του άλλου.


Γιατί κι ο Ίδιος ο Χριστός έτσι διέταξε τους μαθητές του, όπως τους το είχε από νωρίτερα πει. Αλλά τίποτε απ’ αυτά δεν πρόσεξε ο Ιούδας, ο δούλος στα πάθη του και δόλιος. Ὅτε οἱ ἔνδοξοι Μαθηταί, ἐν τῷ νιπτήρι τοῦ Δείπνου ἐφωτίζοντο,τότε Ἰούδας ὁ δυσσεβής, φιλαργυρίαν νοσήσας ἐσκοτίζετο, καὶ ἀνόμοις κριταῖς,σὲ τὸν δίκαιον Κριτὴν παραδίδωσι. Βλέπε χρημάτων ἐραστά, τὸν διὰ ταῦτα ἀγχόνη χρησάμενον, φεῦγε ἀκόρεστον ψυχὴν τὴν Διδασκάλω τοιαῦτα τολμήσασαν. Ὁ περὶ πάντας ἀγαθός, Κύριε δόξα σοί»!



 
Τὴ Αγία καὶ Μεγάλη Πέμπτη,
οἱ τὰ πάντα καλῶς διαταξάμενοι θεῖοι Πατέρες,
ἀλληλοδιαδόχως ἔκ τε τῶν θείων Ἀποστόλων,καὶ τῶν ἱερῶν Εὐαγγελίων,
παραδεδώκασιν ἡμῖν τέσσαρά τινα ἑορτάζειν,
τὸν ἱερὸν Νιπτήρα,τὸν μυστικὸν Δεῖπνον
(δηλαδὴ τὴν παράδοσιν τῶν καθ' ἡμᾶς φρικτῶν Μυστηρίων),
τὴν ὑπερφυὰ Προσευχήν,καὶ τὴν Προδοσίαν αυτήν.


ΕΣΤΑΥΡΩΣΑΝ ΑΥΤΟΝ ΕΙΣ ΤΟΠΟΝ ΚΑΛΟΥΜΕΝΟΝ ΚΡΑΝΙΟΝ




Πιστεύεται, ότι επινοήθηκε από τους Πέρσες τον 6ο αιώνα π.Χ.

Οι Ρωμαίοι μαστίγωναν με το φραγγέλιο τους κατάδικους πριν από την καθήλωση.

Ο θάνατος ερχόταν από ασφυξία.

Ο Μάρκος Τύλλιος Κικέρωνας,γνωστός και απλά,ως Κικέρων,

θεωρείται δικαίως ένας από τους μεγαλύτερους διανοητές, ρήτορες και συγγραφείς στη λατινική γλώσσα.

 Εζησε μεταξύ 106 π.Χ. και 43 π.Χ.,δηλαδή στο τέλος της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας.

Μία από τις φοβερότερες εμπειρίες της ζωής του ήταν η παρουσία σε εκτέλεση καταδίκου με τη μέθοδο της σταύρωσης.

 «Είναι το πλέον φρικτό βασανιστήριο,

που έχω παρακολουθήσει»,

είπε.


 

Γενικά οι Ρωμαίοι ευγενείς απέφευγαν ακόμα και να αναφέρουν τις λέξεις σταύρωση ή σταυρός. Τις θεωρούσαν αποτρόπαιες, όπως αποτρόπαιο και ασύλληπτης αγριότητας ήταν το μαρτύριο που δήλωναν. Οι ιστορικοί πιστεύουν, ότι η σταύρωση, ως θανατική ποινή άρχισε να εφαρμόζεται από τον 6ο π.Χ. αιώνα στην αυτοκρατορία του Δαρείου.


Θεωρούν, ότι οι Πέρσες την εφηύραν. Καταργήθηκε το 337 μ.Χ. σε ολόκληρη την επικράτεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο, από σεβασμό στο σταυρικό μαρτύριο του Ιησού Χριστού. Είναι ίσως ο φρικτότερος τρόπος θανάτωσης, που έχει εφεύρει ο ανθρώπινος νους.


Μια διαδεδομένη αντίληψη είναι, ότι ο θάνατος πάνω στον σταυρό προέρχεται από την αιμορραγία και τον πόνο που προκαλούν τα καρφιά, τα οποία έχουν διαπεράσει τα χέρια του εσταυρωμένου. Κανείς δεν αντιλέγει ότι αυτό πράγματι αποτελεί ένα μαρτύριο δυσβάστακτο. Όμως δεν είναι εκείνο που κατά κύριο λόγο προξενεί τον θάνατο. Ο θάνατος πάνω στον σταυρό έχει μια σειρά προδιαθετικά αίτια.


Ξεκινά από το άγριο φραγγέλωμα, το κάρφωμα των χεριών και των ποδιών, την καθήλωση στον σταυρό και στην αδυναμία αναπνοής από τον καταδικασμένο. Ο θάνατος από τη σταύρωση οφείλεται κυρίως στην ασφυξία.


Το Ευαγγέλιο περιγράφει με ενάργεια, πώς οι Ρωμαίοι στρατιώτες «εράπιζον, εκολάφιζον, έτυπτον, έδερον» τον Χριστό. Και το έκαναν με όλη την τραχύτητα με την οποία ήταν συνηθισμένοι να φέρουν εις πέρας το έργο τους, για να κάνουν ακόμα πιο επίπονη τη θέση του δυστυχούς, που είχε πέσει στα χέρια τους.


Το φοβερό εργαλείο που χρησιμοποιούσαν κατά τον αγριότερο τρόπο ήταν το φραγγέλιο. «Φραγγελώσας παρέδωσεν αυτόν…», αναφέρει για τον Πιλάτο ο ευαγγελιστής Μάρκος. Το φραγγέλιο δεν ήταν μια απλή μαστίγωση. Ο δήμιος που εκτελούσε τη φραγγέλωση έπαιρνε ένα χοντρό μαστίγιο με πολλές λουρίδες στην άκρη.


Πάνω τους ήταν δεμένες σφαίρες από μολύβι ή μικρά κόκαλα ζώων ή και κότσια από πρόβατο. Το θύμα βρισκόταν δεμένο σε μια κολόνα ή έναν πάσαλο. Ο βασανιστής χτυπούσε με δύναμη αυτό το φονικό εργαλείο πάνω στη ράχη του δεμένου ανθρώπου. Από τα πρώτα κιόλας χτυπήματα το δέρμα του θύματος αυλακωνόταν. 


Υστερα από μερικά χτυπήματα έφευγαν οι σάρκες του και απογυμνώνονταν τα κόκαλα. Αναφέρονται πολλές περιπτώσεις καταδίκων που βρήκαν τον θάνατο στη διάρκεια της φραγγέλωσης. Στην κατασχισμένη από το φραγγέλιο πλάτη του πήρε ο Ιησούς τον βαρύ ξύλινο σταυρό για να τον μεταφέρει στον λόφο του Γολγοθά. Δεν μπορεί ένας άνθρωπος να σηκώσει αυτό το βάρος.


Έτσι και ο Χριστός λύγισε κάτω από το βάρος του σταυρού, ήδη εξαντλημένος και με αιμορραγία, που του στοίχιζε σε δυνάμεις. Οι Ρωμαίοι στρατιώτες (όχι από καλοσύνη τους,αλλά) για να μην πεθάνει πριν φτάσει στον Γολγοθά, ανέθεσαν σε έναν περαστικό, τον Σίμωνα τον Κυρηναίο, να κουβαλήσει για το υπόλοιπο διάστημα τον σταυρό. Αιμορραγία ακατάσχετη προκαλούσαν στο τριχωτό της κεφαλής τα αγκάθια, που είχε ο στέφανος, τον οποίο του είχαν φορέσει στο πραιτόριο.


Αυτό το καταπονημένο σώμα κάρφωσαν στον σταυρό. Τα καρφιά δεν τα έμπηξαν οι δήμιοι στις παλάμες των χεριών, παρά τις διαφορετικές απεικονίσεις, που παρουσιάζουν συνήθως οι ζωγράφοι και οι αγιογράφοι. 'Ενας Γάλλος χειρουργός, ο Μπαρμπέτ, απέδειξε με πειράματα, που έκανε σε πτώματα, ότι είναι αδύνατο το ανθρώπινο σώμα να κρατηθεί από δύο καρφιά, που διαπερνούν τις παλάμες του κατάδικου, ακόμη κι αν υπάρχουν άλλα καρφιά στα πόδια.


Κάτω από το βάρος του σώματος, εάν περνούσαν από εκεί τα καρφιά, θα σκιζόταν πέρα για πέρα το δέρμα ανάμεσα στα δάχτυλα και ο εσταυρωμένος θα έπεφτε με το πρόσωπο κάτω. Θα τον συγκρατούσαν μόνο τα καρφιά των ποδιών του. Ο ίδιος επιστήμονας απέδειξε, ότι το μόνο σημείο των χεριών από το οποίο μπορεί να συγκρατηθεί το σώμα στον σταυρό είναι ο καρπός.


Σε όποιο σημείο του καρπού τοποθετηθεί το καρφί, οδηγούμενο από τα οστά και τους συνδέσμους που βρίσκονται στο σημείο αυτό, θα περάσει από έναν ανατομικό χώρο, που οι γιατροί ονομάζουν destot. Με άλλα λόγια θα περάσει ανάμεσα από τα δύο οστάρια του καρπού. Από δώδεκα πειράματα που έκανε ο Μπαμπέτ βγήκε το ίδιο συμπέρασμα.


Κανένα κόκαλο δεν τραυματίστηκε ή δεν έσπασε από το κάρφωμα του χεριού στο ύψος του καρπού. Παρατήρησε, επίσης, ότι στον χώρο αυτόν το καρφί έρχεται σε αδιάκοπη επαφή και τριβή με ένα μεγάλο νεύρο, το λεγόμενο μέσο νεύρο. Ο καθένας μπορεί να αντιληφθεί τους φοβερούς πόνους που προκαλεί στον εσταυρωμένο αυτός ο τραυματισμός του νεύρου.


Εδώ ένα μικρό χτύπημα στον αγκώνα προκαλεί ένα αφόρητο αίσθημα ηλεκτρικής εκκένωσης. Ενα πολλαπλάσιο ερέθισμα πόνου συνόδευε το μαρτύριο της σταύρωσης. Οσο για το καρφί των ποδιών διαπιστώθηκε, ότι θα πρέπει να περνούσε ανάμεσα στο δεύτερο και το τρίτο μετατάρσιο. Αποδεικνύεται, λοιπόν, ότι ο σταυρός φέρνει τον άνθρωπο σε μια μεγάλη έλξη, που οφείλεται στο βάρος του σώματος.


Το βάρος τραβά το κορμί προς τα κάτω από τα χέρια με μια μεγάλη έλξη των χεριών, των βραχιόνων, των ώμων και του θώρακα. Αυτή η έλξη βαστά τον θώρακα σε μια συνεχή αναγκαστική θέση εισπνοής, αν και ο άνθρωπος δεν μπορεί να εκτελέσει κινήσεις εκπνοής. Στον κάθε άνθρωπο οι κινήσεις εκπνοής γίνονται παθητικά από τον οργανισμό χωρίς να απαιτείται καμιά προσπάθεια.


Πρόκειται για μια αυτόματη επάνοδο του μεταμορφωμένου από την εισπνοή θώρακα. Με αυτόν τον τρόπο ανανεώνεται ο αέρας στις κυψελίδες των πνευμόνων, οξυγονώνεται το αίμα και εξασφαλίζεται η επιβίωση. Στην κατάσταση της σταύρωσης, ο άνθρωπος βρίσκεται σε πολύ μεγάλο περιορισμό της αναπνοής του. Είναι κάτι σαν να τον έχουν δέσει σφιχτά από τον θώρακα ή σαν να έχουν τοποθετήσει επάνω του ένα μεγάλο βάρος.


Οι πνεύμονες δεν μπορούν να γεμίσουν αέρα. Ο θάνατος από τη σταύρωση οφείλεται κυρίως σε ασφυξία. Η μεγάλη πίεση στον θώρακα εμποδίζει το αίμα να κατέβει από το κεφάλι στην καρδιά. Η μεγάλη συμφόρηση αίματος στο κεφάλι των ανθρώπων αυτών, των εσταυρωμένων, θα μπορούσε να προκαλέσει τον θάνατο πολύ σύντομα. Ομως ο δυστυχής κατάδικος ενστικτωδώς βρίσκει διέξοδο για να παρατείνει τη ζωή του.


Ομως ταυτόχρονα το μαρτύριό του γίνεται σκληρότερο. Η διέξοδος που βρίσκει είναι να στηρίξει το κορμί του πιέζοντας τα πόδια του πάνω στα καρφιά στα οποία είναι προσηλωμένα. Ετσι, μέσα σε ανυπόφορους πόνους, ανυψώνεται λίγο ο θώρακας, σταματά η εξάρτηση του σωματικού βάρους από τα χέρια και τους ώμους. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να ανακουφιστεί ο θώρακας, να μπορέσει ο άνθρωπος να αναπνεύσει και να κατέβει το αίμα από το κεφάλι στην καρδιά.



 Ο πόνος και η κούραση δεν επιτρέπουν να συνεχιστεί επί πολύ αυτή η επίπονη μυϊκή προσπάθεια.

Εξαντλημένος ο άνθρωπος ξαναπέφτει στην πρώτη θέση για να επιχειρήσει ξανά να ανασηκωθεί.

Οι κινήσεις αυτές επαναλαμβάνονται μέχρι την τελική εξάντληση του ανθρώπου και τον θάνατό του από ασφυξία.

Επειδή ήταν τόσο φρικτός αυτός ο θάνατος,

η ρωμαϊκή νομοθεσία τον επέτρεπε μονάχα για δούλους ή για προδότες.

 


Απόσπασμα από το ιστολόγιο ''Αποτείχιση''
Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


Τετάρτη 8 Απριλίου 2015

ΜΙΑ ΠΟΡΝΗ ΑΛΕΙΨΕ ΤΑ ΠΟΔΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕ ΜΥΡΟ


 


Κατά την Μεγάλη Τετάρτη επιτελούμε ανάμνηση του γεγονότος της αλείψεως του Κυρίου με μύρο από μια πόρνη γυναίκα.

Επίσης φέρεται στη μνήμη μας, η σύγκλιση του Συνεδρίου των Ιουδαίων,

του ανωτάτου δηλαδή Δικαστηρίου τους, 

προς λήψη καταδικαστικής αποφάσεως του Κυρίου,

καθώς και τα σχέδια του Ιούδα για προδοσία του Διδασκάλου του.

Δύο μέρες πριν το Πάσχα,

καθώς ο Κύριος ανέβαινε προς τα Ιεροσόλυμα,

κι ενώ βρισκόταν στο σπίτι στου λεπρού Σίμωνα,

τον πλησίασε μια πόρνη γυναίκα κι άλειψε τα πόδια Του με πολύτιμο μύρο.

Η τιμή του ήταν γύρω στα τριακόσια δηνάρια, πολύτιμο άρωμα και γι' αυτό οι μαθητές 

την επέκριναν και περισσότερο απ' όλους ο Ιούδας.


Γνώριζαν οι μαθητές καλά πόσο μεγάλο ζήλο έδειχνε πάντοτε ο Χριστός για την ελεημοσύνη προς τους φτωχούς. Ο Χριστός όμως την υπερασπίσθηκε, για να μην αποτραπεί απ' το καλό της σκοπό. Ανέφερε μάλιστα και τον ενταφιασμό Του, προσπαθώντας να αποτρέψει τον Ιούδα από τη προδοσία, αλλά μάταια. Τότε απέδωσε στη γυναίκα την μεγάλη τιμή να διακηρύσσεται το ενάρετο έργο της σε ολόκληρο την οικουμένη.


Ο Ιερός Χρυσόστομος υποστηρίζει, ότι δύο ήταν οι γυναίκες που άλειψαν με μύρο τον Κύριο. Οι τρεις πρώτοι Ευαγγελιστές αναφέρουν μία και την ίδια γυναίκα, που πήρε την ονομασία πόρνη.Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, όμως κάνει λόγο για άλλη γυναίκα, αξιοθαύμαστη και σεμνή, την Μαρία την αδελφή του Λαζάρου, που άλειψε τα άχραντα πόδια Του σκουπίζοντας τα με τις τρίχες των μαλλιών της. Το πρωί τελείται o εσπερινός της Μεγάλης Τετάρτης και Προηγιασμένη Θεία Λειτουργία.


Το απόγευμα γίνεται η Ακολουθία του Ευχελαίου και η τελετή του Νιπτήρος, που είναι και ο Όρθρος της Μεγάλης Πέμπτης που αναφέρεται σε τέσσερα γεγονότα. Τον Ιερό Νιπτήρα, το πλύσιμο δηλαδή των ποδιών των μαθητών από τον Ιησού Χριστό, τον Μυστικό Δείπνο, την Προσευχή του Κυρίου στο Όρος των Ελαιών και την προδοσία του Ιούδα, δηλαδή την αρχή των Παθών του Χριστού.


Οι γυναίκες, που άλειψαν με μύρο τον Κύριο ήταν δύο. Η μεν μία, τον άλειψε πολύ καιρό πριν το Πάθος του και ήταν πόρνη, η δε άλλη, λίγες μέρες πριν και ήταν φρόνιμη και ενάρετη. Αυτού του ευλαβικού έργου τη μνήμη επιτελεί η Εκκλησία, αναφέροντας συγχρόνως και την προδοσία του Ιούδα. Το πολύτιμο εκείνο μύρο, που η γυναίκα εκείνη άλειψε το κεφάλι και τα πόδια του Ιησού, και στη συνέχεια το σκούπισε με τις τρίχες της κεφαλής της, εκτιμήθηκε 300 δηνάρια.


Απ’ τους Μαθητές, ο φιλάργυρος Ιούδας δήθεν σκανδαλίζεται, για την απώλεια τέτοιου μύρου. Ο Ιησούς του κάνει παρατήρηση να μην ενοχλεί την γυναίκα. Τότε ο Ιούδας πηγαίνει στους αρχιερείς, που ήταν συγκεντρωμένοι στην αυλή του Καϊάφα και έκαναν ήδη συμβούλιο προκειμένου να θανατώσουν τον Ιησού. Και συμφωνεί μαζί τους την προδοσία του διδασκάλου για 30 αργύρια και από τότε ζητούσε ευκαιρία να τον προδώσει.


Να σημειώσουμε εδώ ότι, από το γεγονός αυτό της προδοσίας καθιερώθηκε και η νηστεία της Τετάρτης, ακόμα από τα αποστολικά χρόνια. Οι συνοδοιπόροι του πάθους του Χριστού μας πιστοί καλούμαστε αυτή την ιερή ημέρα να τιμήσουμε την έμπρακτη και ειλικρινή μετάνοια της πρώην πόρνης γυναικός, η οποία έγινε συνώνυμη με την συντριβή και την αλλαγή ζωής.


Ο Χριστός, εγκαινίασε μια νέα αντίληψη για τον αμαρτωλό άνθρωπο, εντελώς διάφορη από εκείνη της ιουδαϊκής κοινωνίας. Δεν είναι ο αμαρτωλός άνθρωπος μιασμένος από τη φύση του, αλλά ένας πνευματικά ασθενής, ο οποίος χρειάζεται βοήθεια. Έθεσε ως αντίδοτο της πνευματικής ασθένειας τη μετάνοια, η οποία είναι ο ισχυρότατος εκείνος μοχλός, ο οποίος γκρεμίζει το οικοδόμημα της αμαρτίας και αναγεννά τον άνθρωπο.


Διά του Κυρίου μας Ιησού Χριστού παρήλθε ανεπιστρεπτί το καθεστώς του νόμου και της μισθαποδοσίας, και ανέτειλε η εποχή της χάρητος και του ελέους. Η αφιέρωση της ημέρας αυτής στην μακάρια πρώην πόρνη γυναίκα έγινε σκόπιμα από τους Αγίους Πατέρες.



Η μορφή της προβάλλει, ως φωτεινό ορόσημο καταμεσής στην οδοιπορία προς το Θείο Πάθος,

για να δείξει και σε μας,

πως αν δεν συντριβούμε, 

σαν και εκείνη, και δεν δείξουμε έμπρακτη μετάνοια, δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε 

το Χριστό στο Πάθος και την Ανάσταση.

Η Αγία μας Εκκλησία θέσπισε τη μετάνοια, ως ύψιστη δωρεά, η οποία ανανεώνει 

την ουρανοδρόμο πορεία μας προς το Χριστό και την τελείωσή μας.

Καλός χριστιανός δεν είναι εκείνος,

ο οποίος γεμάτο κομπασμό και εγωιστική αυτάρκεια,

ισχυρίζεται,

ότι έφτασε σε επίπεδο αγιότητας και δεν χρειάζεται πια άλλο αγώνα,

αλλά ο διατελών σε διαρκή μετάνοια!


Αντιγραφή από το ιστολόγιο ''Πενταπόσταγμα''
Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

Τρίτη 7 Απριλίου 2015

ΣΤΙΓΜΕΣ ΠΟΝΟΥ ΠΟΥ ΟΔΗΓΟΥΝ ΣΕ ΑΙΩΝΙΑ ΧΑΡΑ


 



Μέ τήν βοήθεια Τοῦ Πανάγαθου Θεοῦ, 

πλησιάσαμε καί ἐφέτος στίς ἡμέρες τίς γεμᾶτες ΠΟΝΟ καί ΜΕΓΑΛΕΙΟ.

Πέρασε ἓνας ὁλόκληρος χρόνος, χωρίς νά τόν καταλάβωμε.

Σάν χθές ἦταν,πού ἀκούαμε ἢ καί συμμετείχαμε στήν ἲδια Ὑμνολογία τῆς Ἐκκλησίας μας,

τήν ὁποίαν ἀπαιτοῦν οἱ ἡμέρες πού πλησιάζουν.

Εἶναι οἱ ἡμέρες τοῦ Θείου δράματος, τῆς κορυφώσεως δηλαδή τῶν θυσιῶν πού ἒκανε γιά χάρη μας,

γιά νά μᾶς δώση τό ΦΩΣ καί τήν Σωτηρἰα Ὁ Κύριός μας.

Εἶναι ἡ περίοδος ἐκείνη, κατά τήν ὁποίαν, μᾶς δίδεται ἡ καλλυτέρα εὐκαιρία νά ἀποδείξωμε,

ἂν πραγματικά εἲμαστε Χριστιανοί, μέ τήν ὀρθή σημασία τοῦ ὂρου.


Εἶναι ἡ περίοδος ἡ ὁποία εἶναι γεμάτη ἀπό στιγμές μοναδικές στιγμές, πού κάνουν τήν πραγματικά ζἐουσα ἀπό Πίστη χριστιανική καρδιά, νά σκιρτᾶ ἀπό πόνο καί νά συμπάσχῃ μέ ΕΚΕΙΝΟΝ, Ὁ ὁποῖος μέ τήν θέλησή του,ὑπέστη τόσα μαρτύρια καί τόσους ἐξευτελισμούς,προκειμένου νά μᾶς τραβήξη ἀπό τήν ἁμαρτία καί ἀπό τίς σκοτεινές ἀτραπούς τῶν ἀναριθμήτων ἀνομιῶν μας. Εἶναι ἡ περίοδος ἐκείνη, κατά τήν ὁποίαν,οἱ «στιγμές» γιά τίς ὁποῖες μιλήσαμε προσφάτως, ἒχουν τήν ξεχωριστή δύναμη,ἂν τίς ζήσωμε ὃπως ἀπαιτεῖ ἡ Πίστις μας, νά μᾶς ὁδηγήσουν στήν Σωτήρα. Ἡ στιγμή κατά τήν ὁποίαν ἓνα δάκρυ πού βγαίνει ἀπό μιά καρδιά,ἡ ὁποία ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ πονᾶ καί συμμετέχει στό Θεῖο Δρᾶμα, ἒχει τεράστια αξία. Ἡ στιγμή κατά τήν ὁποίαν, ἡ ἀνθρώπινη ψυχή θά ξεχειλίση ἀπό γνήσια καί ἀνυπόκριτη εὐγνωμοσύνη πρός Τόν Κύριό μας γιά τά ὃσα ὑποφέρει γιά μᾶς, τῆς δίνει τήν δυνατότητα νά ἐπικοινωνήση μέ τά Οὐράνια καί νά ἀποστασιοποιηθῆ ἀπό τά ἐπίγεια, ἒτσι ὣστε νά ξαναβρῆ τόν «καθαρό μαν- δύα» πού ἀπαιτεῖ ἡ παραβολική φράση τῆς Ὑμνολογίας μας, καί νά μπορῆ νά μπῆ στόν «νυμφῶνα» τόν ὁλόφωτο τῆς Θείας Δόξης.


ς κάνωμε τόν κόπο νά ἀξιολογήσωμε καί νά ἀντιληφθοῦμε τό πραγματικό ΜΕΓΑΛΕΙΟ τῶν στιγμῶν πού ἒρχονται καί νά τίς ἀξιοποιήσωμε καταλλήλως. Καί ἐμεῖς οἱ ὁποῖοι ζοῦμε σέ περιοχές πού μποροῦμε νά ἒχωμε ἓναν Ἱερό Ναό καί ἓναν Ἱερέα γιά αὐτές τίς στιγμές,ἂς μή συμμετάσχωμε στίς Θεῖες Λειτουργίες «κατ’ ἀνάγκην», ἀπό «ἁπλῆ...ὑποχρέωση», γιά «νά μᾶς δοῦνε» κ.λπ. Ἂς ἀναλογισθοῦμε, πώς ὑπάρχουν ἀδέλφια μας στά ξένα, πού στεροῦνται Ἱερῶν Ναῶν ἢ καί ἀκόμα στεροῦνται τῆς παρουσίας ἑνός Ἱερέως. Ὂμως, κάτω ἀπό μίαν Εἰκονα, κάτω ἀπό ἓνα καντηλάκι ἀναμμένο μέ τρεμά μενα ἀπό τήν συγκίνηση χέρια, αὐτοί οἱ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ, συμπροσευχόμενοι,μπαίνουν στήν οὐσία καί τό περιεχόμενο αὐτῶν τῶν στιγμῶν, πολύ περισσότερο, ἀπό πολλούς ἐξ ἡμῶν. Ἂς μήν ἀφήσωμε αὐτές τίς καταπληκτικῆς ἀξίας στιγμές νά πᾶνε χαμένες. Αὐτές οἱ στιγμές κατά τίς ὁποῖες πρέπει νά συμπάσχωμε μέ Τόν Κύρό μας, ὂχι ὑποκριτικά καί μέ «κροκοδείλια δάκρυα» ἀλλά έκ βάθους καρδίας, δέν ἐπιτρέπεται νά πηγαίνουν χαμένες καί νά περνοῦν ἀπό τήν ζωή μας ὡς νά ἦσαν στιγμές καθημερινότητος καί βιοτικῆς μέριμνας.


πό τό ὓψος Τοῦ Σταυροῦ, Ὁ Κύριός μας,μᾶς βλέπει καί μπαίνει στίς καρδιές μας. Στό «σήμερον κρεμμᾶται ἐπί ξύλου…», δέν ἐπιτρέπεται ὁ νοῦς νά περιπλανᾶται σέ θέματα ὰσχετα μέ τό ἀνεπανάληπτο περιεχόμενο τῆς στιγμῆς ἐκείνης. Ὃταν κοιτάζοντας τίς καρδιές μας, Ὁ Κύριός μας τίς βλέπει «ἂδειες», τίς βλέπει «ξεκομμένες» ἀπό τό μεγαλεῖο τῶν στιγμῶν ἐκείνων, εἶναι, ὡς νά αἰσθάνεται νά τοῦ τρυποῦν τίς παλάμες ἢ νά Τοῦ λογχίζουν τίς πλευρές,χιλιάδες καρφιά καί λόγχες, βλέποντας πώς ΔΕΝ ἀντελήφθημεν τό μέγεθος τῆς θυσίας Του καί πώς εὐρισκόμεθα ἐκεῖ, ὂχι ἀπό ζέουσα Πίστη κινούμενοι ἀλλά ἀπό… «συνήθεια»,ἀπό «κοσμικό καθῆκον» ἢ ἀπό μία …ὓπουλη σκέψη, «ἂς τά ἒχωμε καλά καί μέ τόν Θεό….!».

 

Τέκνα μου ἐν Κυρίῳ,

 

Σᾶς καλῶ μέ ΠΛΗΡΗ ἐπίγνωση, τοῦ τί σᾶς ζητῶ,

τίς στιγμές πού ἒρχονται καί μᾶς ἀξίωσε ἡ Παναγία μας νά τίς ζήσωμε ἀκόμα μία χρονιά 

(διότι δική της παραχώρησις εἶναι ) 

νά συμμετάσχωμε μέ ΟΛΗ ΜΑΣ ΤΗΝ ΨΥΧΗ καί νά νοιώσωμε τά μάτια μας νά ὑγραίνωνται 

ἀπό τά δάκρυα τῆς συμμετοχῆς μας,τῆς ΠΛΗΡΟΥΣ καί ΣΥΝΕΙΔΗΤΗΣ συμμετοχῆς μας στό μεγαλεῖο καί τήν μοναδικότητα τῶν στιγμῶν,

πού θά ζήσωμε.

Ἒτσι, θά μποροῦμε νά νοιώσωμε καί τό χαρμόσυνο μήνυμα τῆς Ἀναστάσεως, τό τόσο σημαντικό γιά ΟΛΟΥΣ μας.

Ἡ Ἀνάστασις δέν εἶναι μόνον «ἀρνάκια», «τραγούδια» καί «κόκκινα αὐγά». Εἶναι τό Μέγα Μυστήριο διά τοῦ ὁποίου «..θανάτῳ θανατοῦται ὁ πλᾶνος..»,

ἀλλά διά νά τό ζήσωμε εἰς βάθος καί σέ ὃλη του τήν σημασία,

πρέπει νά ἒχωμε συμμετάσχει συνειδητῶς στό Θεῖο δρᾶμα,

μέ νηστεία, Προσευχή καί ἀληθινόν πόνον!...

Μή τό λησμονῦμε αὐτὀ.

 


Αρχιμανδρίτης π. Ευθύμιος Μπαρδάκας



ΜΝΗΜΗ ΟΣΙΑΣ ΚΑΣΣΙΑΝΗΣ ΤΗΣ ΥΜΝΟΓΡΑΦΟΥ


 


Πολλά και ποικίλα τα ονόματα με τα οποία αναφέρεται η Κασιανή στα χειρόγραφα.

Κασιανή και Κασσιανή, Κασία και Κασσία, Εικασία και Ικασία. 

Στους βυζαντινούς χρονογράφους αναφέρεται 

ως Εικασία (Γεώργιος Μοναχός ή Αμαρτωλός και Συμεών Μάγιστρος και Λογοθέτης),

ως Ικασία (Λέων ο Γραμματικός) 

και ως Κασία (Μιχαήλ Γλυκάς).

Γι’ αυτό, το σωστό είναι να γράφεται με ένα σίγμα.

Σε χειρόγραφα εκκλησιαστικών ύμνων,

αργότερα,

και σε ποιητικές ανθολογίες που περιλαμβάνουν και δικά της έργα η ποιήτρια αναφέρεται και ως

 Κασσία, Κασία, Κασιανή, Κασσιανή, Εικασία, Ικασία,

ακόμη και Ταϊσία.

Το έτος γεννήσεως και θανάτου, η οικογένεια και ο τόπος καταγωγής της είναι άγνωστα.


Η ιστορία την συνδέει με τον βασιλέα Θεόφιλο (829-842). Ο χρονογράφος Γεώργιος Μοναχός ή Αμαρτωλός που έζησε τον 9ο αιώνα (P.G. 110,1008) γράφει, ότι η μητέρα του αυτοκράτορα, ή κατ’ άλλους η μητρυιά Ευφροσύνη, θέλησε ο υιός της Θεόφιλος να βρει την κατάλληλη σύζυγο, διαλέγοντας μεταξύ πολλών νεανίδων που συγκεντρώθηκαν στα ανάκτορα.


Σ’ αυτήν που θα του άρεσε περισσότερο, του έδωσε η μητέρα του να της προσφέρει ένα χρυσό μήλο. Ο Θεόφιλος εντυπωσιάσθηκε από την ομορφιά της Κασιανής και ελκύσθηκε προς αυτήν. Αλλά θέλησε πριν της δώσει το χρυσό μήλο να ελέγξει και την εξυπνάδα και την ετοιμότητά της. Γι’ αυτό της είπε· «Ως άρα διά γυναικός ερρύη τα φαύλα!» εννοώντας την Εύα. Η Κασιανή τότε απάντησε εύστοχα και ευφυέστατα· «Αλλά και διά γυναικός πηγάζει τα κρείττονα» εννοώντας την Παναγία.


Τότε ο αυτοκράτορας, επειδή πληγώθηκε το γόητρό του από την απάντηση, έδωσε το μήλο σε μια άλλη κοπέλα, την Θεοδώρα,που καταγόταν από την Παφλαγονία της Μ. Ασίας. Έκτοτε η Κασιανή έκτισε μοναστήρι και έζησε την αφιερωμένη ζωή της μοναχής. Τα «Πάτρια Κων/πόλεως» μαρτυρούν επίσης ότι έκτισε μονή, ο δε Μ. Γεδεών (Βυζαντινόν Εορτολόγιον, Κων/πολις 1899, σελ. 218) το τοποθετεί «εν Υψωμαθείοις της Κων/πόλεως».


Ο Γεώργιος αναφέρει επίσης, ότι η Κασιανή έχει γράψει το «Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις» και το τετραώδιο Μ. Σαββάτου «Άφρων γηραλέε) και άλλα τινά. Τουτέστιν μαρτυρεί,ότι υπήρξε συγγραφεύς εκκλησιαστικών ύμνων. Τα ίδια γράφει ο Συμεών ο Μάγιστρος και Λογοθέτης, που έζησε τον 10ο αιώνα (P.G. 109,685), ο Λεών ο Γραμματικός ο Αρμένιος που έγραψε αρχές 11ου αιώνα (P.G. 108,1045) και ο Μιχαήλ Γλυκάς που έζησε τον 12ο αιώνα (P.G. 158,537).


Οι Συμεών και Λέων αναφερόμενοι στα έργα της γράφουν αορίστως, ότι «και συγγράμματα αυτής πλείστα καταλέλοιπε», ενώ ο Γλυκάς δεν αναφέρει τίποτα περί συγγραμμάτων. Τα άλλα γνωστά έργα της Κασιανής σύμφωνα με χειρόγραφα εκκλησιαστικών ύμνων είναι· α) Το δοξαστικό εσπερινού Χριστουγέννων «Αυγούστου μοναρχήσαντος». β) Στη γέννηση του Προδρόμου δοξαστικό των αποστίχων. γ) Το εις μάρτυρες Γουρίαν, Σαμωνά,και Αβυδον στιχηρό, σε ήχο Β΄ (15 Νοεμβρίου). δ) δύο στιχηρά εις Ευστράτιο, Αυξέντιο, Ευγένιο, Ορέστη (13 Δεκεμβρίου). ε) το τετραώδιο του Μ. Σαββάτου «Άφρων γηραλέε», που ήδη προαναφέραμε. Κατά τον επιφανή βυζαντινολόγο Krumbacher (1856-1909), «η Κασιανή είναι η μόνη αξιομνημόνευτη βυζαντινή ποιήτρια».


Ο γάμος του Θεοφίλου έγινε αποδεδειγμένα το 830,ενώ ο Στουδίτης κοιμήθηκε το 826. (Κασσιανή η υμνωδός, μνημ. έργ. σσ.14-16 και 93-95 οι επιστολές του Στουδίτου). Λαϊκή παράδοση αναμιγνύει και τον Θεόφιλο στη δημιουργία του τροπαρίου «Κύριε η εν πολλαίς αμαρτίαις». Αναφέρει η παράδοση αυτή, ότι ενώ συνέγραφε το τροπάριο η Κασιανή και είχε φθάσει στη φράση «κρότον τοις ωσίν ηχηθείσαν», την επισκέφθηκε ο Θεόφιλος. 


Εκείνη τότε κρύφτηκε για να τον αποφύγει και κείνος, αφού διάβασε το κείμενό της, που γράφτηκε μέχρι εκείνη τη στιγμή, προσέθεσε «τω φόβω εκρύβη». Θέλησε δηλαδή άλλη μια φορά να την ειρωνευθεί. Το θρυλούμενο αυτό επεισόδιο της λαϊκής παραδόσεως, το πήραν μυθιστοριογράφοι και το έδωσαν άλλες προεκτάσεις. Έτσι ταυτίζουν την πόρνη του τροπαρίου με την Κασιανή.


Αυτή η ταύτιση είναι εντελώς αβάσιμη, ακόμη κι αν η ιστορία περί των καλλιστείων είναι αληθινή. Οι βυζαντινοί χρονογράφοι αναφέρουν μόνο, ότι ήταν υποψήφια σύζυγος του Θεοφίλου και ουδέν περισσότερο. Και η λαϊκή παράδοση θρυλεί ότι κρύφτηκε για να μη συναντηθεί με τον Θεόφιλο. 


Βεβαίως είναι εντελώς λαθεμένη η ερμηνεία της, διότι φαίνεται ξεκάθαρα από την πλοκή του τροπαρίου, ότι ο κρότος των βημάτων, που ακούστηκε είναι ανθρωποπαθής έκφραση της ποιήτριας, που αναφέρεται στα βήματα του Θεού, που άκουσε η Εύα και όχι στα βήματα του Θεοφίλου που άκουσε η ποιήτρια.


Αλλά η μανία των ανθρώπων για “love story”, η νοσηρή σκέψη ορισμένων μυθιστοριογράφων και η προβολή των δικών τους σαρκικών και αμαρτωλών επιθυμιών, ακόμη και στα πιο άγια πρόσωπα, δημιούργησαν τον μύθο που αναφέραμε.


Εξάλλου, αν η Κασιανή ήταν πόρνη, η Εκκλησία μας δεν θα το έκρυβε, αλλά θα το πρόβαλλε, όπως και σε άλλες περιπτώσεις (Μαρία Αιγυπτία, Πελαγία, Ταϊσία, Δαυίδ) και θα την παρουσίαζε,ως υπόδειγμα μετανοίας και κατανύξεως. Για πλήρη ενημέρωση πάνω στο προκείμενο θέμα,σημειώνουμε ότι, στο τυπικό της Εκκλησίας Ιεροσολύμων, αναφέρεται, ως συνθέτης του τροπαρίου ο πατριάρχης Φώτιος (Α΄ Παπαδοπούλου Κεραμέως, Ανάλεκτα ιεροσολυμικής σταχυολογίας 1894)·


πλην, όμως η πληροφορία αυτή δεν ευοδούται από την έρευνα των διασωθέντων χειρογράφων των στιχηρών (11ου και 12ου αιώνος). Ποια είναι «η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή» από την οποία εμπνεύσθηκε η υμνωδός το τροπάριο της; Στο ευαγγέλιο του όρθρου της Μεγάλης Τετάρτης (Ιω. 12, 17-50) δεν γίνεται μνεία καμμίας γυναίκας.


Μία αμαρτωλή γυναίκα αναφέρει ο Λουκάς (7,30-50), που πλησιάζει τον Χριστό διακριτικά και με συστολή, από πίσω, και κλαίγοντας καταβρέχει τα πόδια του Χριστού με τα δάκρυά της και αφού τα σκουπίσει με τα μαλλιά της, τα καταφιλεί και τ’ αλείφει με μύρο, κατά την διάρκεια γεύματος στο σπίτι του Σίμωνα του Φαρισαίου.


Το συγκινητικό και κατανυκτικό αυτό επεισόδιο, όμως, εκτυλίσσεται αρχές ή μέσα του ιεραποστολικού έργου του Χριστού (Λουκ. 8,1-2) και συνεπώς δεν μπορεί κανείς να πει, ότι η γυναίκα μύρωσε το Χριστό «προς το ενταφιάσαι» αυτόν. Υποστηρίχθηκε, από δυτικούς κυρίως, ότι είναι η Μαρία η Μαγδαληνή, ίσως, διότι είναι η πιο γνωστή από τις γυναίκες που αναφέρει η αγία Γραφή (Λουκ. 8,2), αμέσως μετά από το επεισόδιο που η προαναφερόμενη αμαρτωλός γυνή αλείφει με μύρο το Χριστό.


Η Μαγδαληνή αργότερα συγκαταλέγεται στις μυροφόρες γυναίκες, που πήγαν να ράνουν με μύρα τον τάφο του Χριστού (Μαρκ. 16,1-2) εξ ου έχει και τον τίτλο της μυροφόρου. Πλην όμως το ευαγγέλιο δεν αναφέρει, ότι είχε έκλυτο βίο, παρά μόνο ότι ο Χριστός την ελευθέρωσε από επτά δαιμόνια (Λουκ. 8,2 · Μαρκ. 16,9). Επιπλέον δεν τον μύρωσε προ του πάθους, όπως ιστορεί το τροπάριο.


Μυρώσεις του Χριστού, λίγες μέρες πριν το πάθος, έχουμε τις εξής δύο· Α΄. Η Μαρία η αδελφή του Λαζάρου στη Βηθανία έξι μέρες πριν το Πάσχα αλείφει τα πόδια του Χριστού με μύρο «νάρδου πιστικής πολυτίμου» (Ιω.12,3) και τα σκουπίζει με τα μαλλιά της κεφαλής της δείχνοντας την αγάπη της, αλλά και την ευγνωμοσύνη της στο Χριστό για την ανάσταση του αδελφού της.


Ο Ιούδας τότε αγανάκτησε για την ενέργεια της Μαρίας προφασιζόμενος, ότι ενδιαφέρεται για τους πτωχούς. Η Μαρία όμως δεν έχει καμμία σχέση με έκλυτο βίο. Β΄.Στη Βηθανία πάλι, στο σπίτι του Σίμωνα του λεπρού, δύο μέρες πριν το Πάσχα, κάποια γυναίκα ρίχνει πανάκριβο μύρο στη κεφαλή του Χριστού. Οι μαθητές αγανάκτησαν για την ανώφελη σπατάλη και γιατί τα χρήματα δεν δόθηκαν στους πτωχούς και επιτίμησαν την γυναίκα, μα ο Χριστός τους μάλωσε λέγοντας, ότι τους πτωχούς πάντα θα τους έχουν κοντά τους και θα μπορούν να τους βοηθούν, αυτόν όμως όχι.


Επαίνεσε δε τη γυναίκα, που προαισθάνθηκε το θάνατό του και ξέροντας, ότι δεν θα είναι για πολύ μαζί τους, ήλθε να τον μυρώσει. Προφήτεψε δε, ότι η πράξη της θα διαφημισθεί παντού, όπου θα κηρυχτεί το ευαγγέλιο, για να την αμείψει για την αγάπη της (Ματθ.26,1-16 και Μαρκ. 14,1-9). Το επεισόδιο αυτό διαβάζεται, ως ευαγγελικό ανάγνωσμα στον εσπερινό της Μεγάλης Τετάρτης, που τελείται το πρωί της Μεγάλης Τετάρτης. Πολλοί ερμηνευτές, επειδή τα δύο τελευταία επεισόδια της μυρώσεως έγιναν στην Βηθανία,τα ταυτίζουν.


Έτσι γι’ αυτούς η ανώνυμη γυναίκα που αναφέρουν ο Ματθαίος και ο Μάρκος είναι η Μαρία η αδελφή του Λαζάρου και Σίμων ο λεπρός είναι ο πατέρας του Λαζάρου και της Μαρίας. Το συναξάρι του όρθρου της Μ. Τετάρτης, όμως τα διακρίνει, διότι το ένα έγινε έξι μέρες πριν το Πάσχα, μυρώθηκαν τα πόδια του Χριστού από τη Μαρία και αγανάκτησε ο Ιούδας, ενώ το άλλο έγινε δύο μέρες πριν το Πάσχα, χύθηκε μύρο στη κεφαλή του Χριστού και αγανάκτησαν οι μαθητές.


Επίσης ο ιερός Χρυσόστομος ταυτίζει την άγνωστη γυναίκα που αναφέρουν ο Ματθαίος και ο Μάρκος με την αποδεδειγμένα αμαρτωλή που αναφέρει ο Λουκάς (Ε.Π.Ε. 12,132). Το συναξάρι της ημέρας δέχεται την γνώμη του ιερού Χρυσοστόμου και παρατηρεί ότι, γι’ αυτό ο Χριστός την αμείβει με το να διαλαληθεί, όπου κηρυχτεί το ευαγγέλιο η πράξη της, ενώ δεν κάνει το ίδιο για την αδελφή του Λαζάρου, την Μαρία, η οποία είχε λόγους ευγνωμοσύνης να φερθεί έτσι, αφού ο Χριστός ανάστησε τον αδελφό της Λάζαρο. Η ερμηνευτική αυτή ταύτιση των δύο γυναικών έδωσε την αφορμή στην υμνωδό να εμπνευσθεί το εν λόγω τροπάριο.



Στο πρόσωπο της ανώνυμης πόρνης, των ευαγγελίων και του τροπαρίου,

 πρέπει ο καθένας από εμάς να δει τον εαυτό του.

Διότι κάθε απομάκρυνση από τη θεωρία και την πράξη του ευαγγελίου,

η αγία Γραφή την ονομάζει πορνεία.

Όλοι μας εγκαταλείπουμε κάποιες στιγμές τον Νυμφίο της ψυχής μας και τραβάμε προς το μέρος του διαβόλου.

Συνεπώς όλοι μας είμαστε πόρνοι.

Κι ενώ γίνεται αυτό,εν τούτοις, δεν διαθέτουμε τις πηγές των δακρύων και την μετάνοιά της.

Γι’ αυτό μας την προβάλλει η Εκκλησία μας, 

για να την μιμηθούμε.

Είναι χαρακτηριστικό το κοντάκιο του όρθρου της ημέρας·

«Υπέρ την πόρνην αγαθέ ανομήσας, δακρύων όμβρους ουδαμώς σοι προσήξα·

αλλά σιγή δεόμενος προσπίπτω σοι, πόθω ασπαζόμενος, τους αχράντους σου πόδας,

όπως μοι την άφεσίν,

ως Δεσπότης παράσχης,

των οφλημάτων κράζοντι Σωτήρ.

Εκ του βορβόρου των έργων μου ρύσαι με»!...




Αντιγραφή αποσπάσματος
 από το ιστολόγιο ''ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ''
Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ

Δευτέρα 6 Απριλίου 2015

ΘΑ ΜΑΖΕΥΤΟΥΜΕ ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ ΠΑΛΙ


 



Θα μαζευτούμε Χριστέ μου πάλι.

 

 Εμείς οι ίδιοι, που σήμερα φωνάζουμε το Ωσαννά, εμείς οι ίδιοι θα φωνάξουμε: Άρον άρον σταύρωσον Αυτόν!...

 

 Η ζωή μας είναι εκσυγχρονισμένη, ψάχνουμε τα νετρόνια και το σωματίδιο του Θεού...

 

Δεν έχουμε ανάγκη της ζωντανής παρουσίας σου.

 

 Έχουμε είδωλα πολιτικά, τραγουδιστικά, φιλοσοφικά.

 

Έχουμε το είδωλο του καθρέφτη μας και προσκυνάμε κάθε μέρα τις ανάγκες του.

 

Μα κάπου κρυμένο βαθειά μέσα μου κάτι σπαράζει,

 

Και πυρπολεί το Είναι μου,

 

Από το νοιάξιμό σου,

 

Από την ατέλειωτη, χωρίς όρους, όρια και ανταλλάγματα, Αγάπη σου!



 Παρασκευή Αρβανίτη


Σάββατο 4 Απριλίου 2015

ΤΟ ΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟ ΜΗΝΥΜΑ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΣΥΝΟΔΟΥ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΩΝ ΓΝΗΣΙΩΝ ΟΡΘΟΔΟΞΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ




Ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπος της μαρτυρικής Εκκλησίας των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών κ.Καλλίνικος.

 


Παντί τῷ πληρώματι τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἐκκλησίας

«Χθὲς συνεθαπτόμην σοι, Χριστέ, συνεγείρομαι σήμερον ἀναστάντι σοι·
συνεσταυρούμην σοι χθές· αὐτός με συνδόξασον Σωτήρ, ἐν τῇ Βασιλείᾳ σου»



Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά·

 

Εορτάζομεν καὶ πάλιν τὴν Ἑορτὴν τῶν Ἑορτῶν,τὴν μεγίστην καὶ περιφανῆ Πανήγυριν τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ,ἡ Ὁποία πληροῖ τὰ πάντα μὲ τὸ λαμπρὸν καὶ ὑπερκόσμιον αὐτῆς Φῶς.Ἡ θεία Φιλανθρωπία δίδει καὶ αὖθις εἰς ἡμᾶς τὴν ὑπερβολὴν τῆς χαρᾶς καὶ τῆς ἀγαλλιάσεως, τὴν ἀνυπέρβλητον ταύτην τέρψιν καὶ εὐφροσύνην!Ὅτι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός,ὁ Εἷς τῆς Τριάδος, «ὁ ἔσχατος Ἀδάμ» (Α’ Κορ. ιε’ 45),ὁ Θεραπευτὴς καὶ Σωτὴρ τοῦ πεπτωκότος εἰς τὴν παρακοὴν καὶ ἐκβληθέντος ἐκ τοῦ Παραδείσου τῆς τρυφῆς θεοπλάστου ἀνθρωπίνου ζεύγους,ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον τοῦτον ἐν δούλου μορφὴν (πρβλ. Φιλιπ. β’ 7)· κατῆλθε,διὰ νὰ προσλάβῃ ἀναμαρτήτως τὴν ἀσθένειαν,τὴν εὐτέλειαν καὶ τὴν πτωχείαν μας· οὕτως,ὁ Ποιητὴς καὶ Πλάστης ἡμῶν ἐγένετο καὶ Συγγενὴς ἡμῶν,διὰ νὰ κοινωνήσῃ τὰ ἡμῶν ὑπὲρ ἡμῶν!Καὶ ὡς τονίζει ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, «διὰ τὴν συγκύπτουσαν χαμαὶ ψυχὴν ταπεινοῦται, ἵνα καὶ συνανυψώσῃ τὸ κάτω νεῦον ὑπὸ τῆς ἁμαρτίας».Ὤ τῆς μεγίστης Ἀγάπης καὶ Εὐσπλαγχνίας!Κατέρχεται ἐξ οὐρανοῦ παραδόξως καὶ γίνεται ὁ Ἀόρατος Ὁρατός, ὁ Ἀπερίγραπτος Περιγραπτός,καὶ εἰς ὅλα ὁμοιώνεται μὲ ἡμᾶς, «τῆς ἁμαρτίας δίχα»· καὶ τοῦτο,«ἵνα τὸν φυγάδα ἐπιστρέψῃ,καὶ τὸν αἰχμάλωτον λύσῃ,καὶ τὸν ὑβριστὴν ἐλεήσῃ, καὶ τὸν χλευαζόμενον τιμήσῃ, καὶ τὸν θανατωθέντα ἀναστήσῃ»!(Ἰσιδώρου Γλαβᾶ Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης, ΙΔ’ αἰ.).Εἰς τοῦτο ἀποβλέπων τὸ τέλος, κατεδέξατο Πάθος ἑκούσιον, «αἰσχύνης καταφρονήσας» (Ἑβρ. ιβ’ 2),ὑποστὰς πάντα πόνον καὶ πᾶσαν ὀδύνην,ψυχικὴν καὶ σωματικήν,«μέχρι σταυροῦ καὶ θανάτου»·διότι ἔπαθεν ἀληθῶς ὡς ἄνθρωπος,τῆς θεότητος ἀπαθοῦς διαμεινάσης, καὶ σκοτισάσης τὸν ἥλιον, καὶ κλονησάσης τὴν γῆν!Κατῆλθε καὶ μέχρις Ἅδου,οὕτως ὥστε μὲ δύναμιν ἀήττητον νὰ καταπαλαίσῃ τὸν τύραννον ἐχθρὸν διάβολον,νικήσας αὐτὸν κατὰ κράτος,καὶ νὰ ἀνέλθῃ Θριαμβευτὴς μετὰ τῆς ἐνδόξου «λαφυραγωγίας» Του,ἵνα παρακαθίσῃ «ἐφ’ ὑψηλοῦ»,«ἐξ Ἅδου κομιζόμενος τοὺς ὑπὸ Ἅδην νεκρούς» (Ἀντωνίου Ἀρχιεπισκόπου Λαρίσσης, ΙΔ’ αἰ.),τοῦτ’ ἔστιν,τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔαν καὶ τοὺς πιστεύσαντας μετ’ αὐτῶν.Οὕτω δέ,ἤνοιξε διάπλατα τὰς Οὐρανίους Πύλας,ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ πλέον ἐμπόδιον εἰς τὸ νὰ διατρίβωμεν καὶ διάγωμεν ἐν ὑψηλοῖς, ἡμεῖς οἱ ἐπὶ γῆς ἄνθρωποι,ἐφ’ ὅσον βεβαίως ἐπιθυμοῦμεν τοῦτο.Διά νὰ μεθέξωμεν εἰς τὴν χαρὰν τῆς Ἀναστάσεως καὶ ἡμεῖς, οὐχὶ ἐξ ἀκοῆς ἀλλ’ ἐν αἰσθήσει,ἀνάγκη εἶναι ὅπως ἀγαπήσωμεν καὶ ἐναγκαλισθῶμεν προηγουμένως τὸ Πάθος,τὸν Σταυρὸν καὶ τὴν Ταφήν.Πρὸς τοῦτο,ἀπαιτεῖται διάνοιξις τῶν ἔνδον ὀφθαλμῶν, ἤτοι τῶν νοερῶν ὀφθαλμῶν τῆς καρδίας,τοῦ νοὸς καὶ τῆς συνειδήσεως, ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (πρβλ. Ἐφεσ. α’ 18),διὰ νὰ φωτισθῶμεν ὑπὸ τῆς Χάριτος καὶ νὰ νοήσωμεν καὶ ποθήσωμεν ἕως θανάτου τὰ ἐλπιζόμενα ἀγαθὰ ἐκ τῆς Ἀναστάσεως.Διότι ὁ Χριστὸς ἀνέστη ἐκ νεκρῶν,διὰ νὰ μᾶς ἐγείρῃ ἐκ τῆς ψυχικῆς νεκρώσεως τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ σκοτασμοῦ τῶν παθῶν,διὰ νὰ μᾶς ἀνακαλέσῃ καὶ ἀνορθώσῃ ἀπὸ τοὺς τάφους τῶν πολυωδύνων ἀνομιῶν ἡμῶν!Ἐπειδὴ Αὐτὸς ἀνέστη,καὶ ἡμεῖς ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματα ἀνέστημεν πρὸς θεραπείαν ἡμῶν!Ὅθεν, πίστει καὶ φόβῳ καὶ ἀγάπῃ προσέλθωμεν,Ἀδελφοί,εἰς τὴν Κοινωνίαν τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Ἀναστάντος Σωτῆρος ἡμῶν, διὰ νὰ λάβωμεν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν καὶ ζωὴν αἰώνιον.Τὰ λαμπρὰ καὶ ὑψηλὰ δωρήματα τῆς Ἀναστάσεως δίδονται ὑπὸ τῆς θείας Ἀγαθότητος εἰς ὅσους ἐδοκίμασαν προηγουμένως τὴν πικρίαν τῆς νηστείας, τὴν ἐντροπὴν τῆς μετανοίας, τὸν φόβον τῆς ἐπιτιμίας,εἰς ὅσους συνεχώρησαν ἀπὸ καρδίας, ἠλέησαν,ὑπέμειναν,ἐφύλαξαν δὲ τὰ σώματα αὐτῶν ἄσπιλα ἀπὸ τοῦ ῥύπου τῆς ἁμαρτίας, μὲ τὴν δύναμιν τῆς θείας Χάριτος,καὶ τὰς ψυχὰς αὐτῶν ἐστόλισαν μὲ καθαρότητα, φιλανθρωπίαν καὶ προσευχήν· διότι,ἡ ἔνδον καθαρότης καὶ εὐταξία προσγίνεται εἰς ἡμᾶς διὰ τῆς τοῦ νοὸς πρὸς τὸν γλυκύτατον Ἰησοῦν διηνεκοῦς ἀνελίξεως,καὶ διὰ τῆς ἀλήστου μνήμης τῶν ὑπὲρ ἡμῶν ὑπὸ τοῦ Σωτῆρος πεποιημένων.Μὴ λησμονῶμεν,ὅτι μὲ τὴν κακοπάθειαν τῆς ἐγκρατείας συνετάφημεν τῷ Χριστῷ,καὶ μὲ τὴν ἀποστροφὴν τοῦ ἐμπαθοῦς κοσμικοῦ φρονήματος συνεσταυρώθημεν Αὐτῷ,ὥστε μὲ τὴν ἐν Πνεύματι Ζωὴν καὶ Χαρὰν τοῦ Πάσχα,θείᾳ δυνάμει καὶ ἐνεργείᾳ, συνανέστημεν τῷ Ἀναστάντι ὑπὲρ ἡμῶν!

                                                                    

Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά καί περιπόθητα·

Ανήκομεν,θείᾳ χάριτι,εἰς τὴν μαρτυρικὴν Ἐκκλησίαν τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν,ἥτις ἐδιώχθη καὶ ὑπέστη παντοίας δοκιμασίας καὶ κλυδωνισμούς, ἔξωθεν καὶ έσωθεν,ἀλλ’ ἕστη ἐπὶ τὴν Πέτραν τῆς καλῆς Ὁμολογίας καὶ ἤδη θάλλει ἡνωμένη καὶ αὐξανομένη,ὁδηγοῦσα πάντας ἡμᾶς εἰς τὴν Ἀνέσπερον Βασιλείαν.Οἱ πρὸ ἡμῶν Ἀγωνισταὶ ὑπέστησαν κακώσεις καὶ ὀδύνας,«τῇ ἐλπίδι χαίροντες, τῇ θλίψει ὑπομένοντες,τῇ προσευχῇ προσκαρτεροῦντες» (Ρωμ. ιβ’ 12) καὶ ἀπολαύουν νῦν τὴν ἐν Οὐρανοῖς ἄληκτον μακαριότητα.Δὲν δυνάμεθα, παρὰ νὰ ἀναδειχθῶμεν ἄξιοι συνεχισταὶ ἐκείνων,ἐν Ὀρθοδόξῳ Πίστει καὶ Ἀρετῇ, παρέχοντες Μαρτυρίαν Σταυροῦ καὶ Ἀναστάσεως, ἐν μέσῳ γενεᾶς σκολιᾶς καὶ διεστραμμένης.Ἐν φωτὶ δὲ θείῳ περιαυγαζόμενοι, καὶ ἐν ἱερῷ ἐνθουσιασμῷ ἐμφορούμενοι, δεῦτε καὶ ἀναφωνήσωμεν ἐν χαρᾷ καὶ ἀγαλλιάσει:


«Ἀνέστη Χριστός,καὶ τοῦ δευτέρου καὶ διαιωνίζοντος ἐλύθημεν θανάτου· Ἀνέστη Χριστός,καὶ νεκροῦται ὁ ἐχθρός· ... Ἀνέστη Χριστός,καὶ ὑψοῦνται πιστοί· ... Ἀνέστη Χριστός,καὶ τῆς τῶν παθῶν ἀπηλλάγημεν ἀχλύος·Ἀνέστη Χριστός,καὶ τῆς ἀγγελικῆς ἠξιώθημεν ἀξίας·...Ἀνέστη Χριστός, καὶ γυναιξὶ καὶ ἀνδράσιν ἐνοικίζεται Χάρις·...Ἀνέστη Χριστός,καὶ Θεὸς κρίνει τὴν γῆν φυγόντος τοῦ κοσμοκράτορος»! (Ἰσιδώρου Θεσσαλονίκης),

 

 

Αὐτῷ τῷ Ἀναστάντι ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος εἰς τοὺς αἰῶνας, Ἀμήν!


Χριστός Ἀνέστη! Ἀληθῶς Ἀνέστη!


Ἅγιον Πάσχα 2015

 

Ἡ Ἱερά Σύνοδος

 

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος
† Ὁ Ἀθηνῶν ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΣ

Τὰ Μέλη
† Ὁ Ἀττικῆς καὶ Διαυλείας ΑΚΑΚΙΟΣ
† Ὁ Θεσσαλονίκης καὶ Δημητριάδος ΜΑΞΙΜΟΣ
† Ὁ Λαρίσης καί Πλαταμῶνος ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ
† Ὁ Εὐρίπου καὶ Εὐβοίας ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ
† Ὁ Πειραιῶς καὶ Σαλαμῖνος ΓΕΡΟΝΤΙΟΣ
† Ὁ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ
† Ὁ Τορόντο ΜΩΫΣΗΣ
† Ὁ Ἀµερικῆς ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ
† Ὁ Ὠρωποῦ καὶ Φυλῆς ΚΥΠΡΙΑΝΟΣ
† Ὁ Χριστιανουπόλεως ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ
† Ὁ Μαραθῶνος ΦΩΤΙΟΣ
† Ὁ Φιλίππων ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ
† Ὁ Μεθώνης ΑΜΒΡΟΣΙΟΣ
† Ὁ Νόρα ΜΙΧΑΗΛ
† Ὁ Λούνης ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ
† Ὁ Γαρδικίου ΚΛΗΜΗΣ
† Ὁ Ἔτνα καὶ Πόρτλαντ ΑΥΞΕΝΤΙΟΣ
† Ὁ Βρεσθένης ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ
† Ὁ Θεουπόλεως ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ



ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΣΙΟ ΓΕΡΟΝΤΑ ΑΝΔΡΙΑΝΟ ΤΟΝ ΣΙΝΑΙΤΗ



Περιοδικό ¨Ο ΑΓΙΟΡΕΙΤΗΣ¨ Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1994

 


Προ μηνών ο γνωστός πνευματικός της Σιναϊτικής ερήμου π. Ανδριανός,

 απεκήρυξε τον οικουμενισμόν του νέου ημερολογίου και προσεχώρησε εις την Εκκλησίαν του παλαιού,

αφού διεπίστωσε και εμπράκτως τις κακοδοξίες των σημερινών επισκόπων της «Ορθοδοξίας».

Αυτό, ως ήτο φυσικόν,

δεν άρεσε σε πολλούς του νέου ημερολογίου, κληρικούς και λαϊκούς θεολόγους,

καθότι ελέγχει την πορεία τους και τους αφήνει ακάλυπτους ενώπιον των πνευματικών τους τέκνων,

τα οποία δικαίως θα διερωτώνται τι συμβαίνει.

Δια τούτο το περιοδικόν «ο Σταυρός» έγραψε εκτενές σχόλιο (Αύγ. 94, σελ. 134),

παρατηρών δια τον π. Ανδριανόν,

ότι «δεν εξήντλησε τα μέσα».

Κατά την γνώμην του συντάκτου έπρεπε προτού διακόψει κοινωνίαν με την Εκκλησίαν του νέου 

«να έστελνε εγκυκλίους επιστολάς προς τους απανταχού γης ευρισκομένους χριστιανούς,

στις οποίες θα στηλίτευε την απόκλισι προς τον οικουμενισμόν των προσώπων εκείνων 

που θα έπρεπε να είναι φρουροί της ορθοδόξου πίστεως».


Η πρότασις του συντάκτου περί γραπτής διαμαρτυρίας εφηρμόσθη κατά κόρον από τους αγωνισθέντας προ ικανών ετών κατά της κακοδοξίας,και ουδέν αποτέλεσμα έφερε· μόνο η διακοπή κοινωνίας τους ενοχλεί και τους αποκαλύπτει.Έτσι ο π. Ανδριανός προτίμησε την οδόν της πράξεως.Προς τούτο επεσκέφθη Αυστραλίαν και Καναδά όπου ανθεί ο απόδημος Ελληνισμός,προκειμένου να στηλιτεύση την αίρεσιν.Το αποτέλεσμα; Τον εξεδίωξαν αμέσως οι «ορθόδοξοι» αρχιεπίσκοποι και επίσκοποι των περιοχών!Γι΄ αυτό,επειδή διεπίστωσε,ότι έχουν πια πορωθή,κατά τον λόγον του θείου Παύλου,απεφάσισε να ασφαλισθή δια της αποτειχίσεως και προσχωρήσεως εις τας τάξεις των Παλαιοημερολογιτών.Ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης,τον οποίον αναφέρει «ο Σταυρός»,ως αγωνιστήν «εντός της Εκκλησίας»,μόνο δια το θέμα του παρανόμου γάμου του αυτοκράτορος εφήρμοσε οικονομίαν αρκούντως αυστηράν,διακόψας κοινωνίαν με όλους τους πρωταιτίους της μοιχοζευξίας και τους κοινωνούντας αυτοίς.


Στην περίοδον όμως της εικονομαχικής αιρέσεως η διακοπή της κοινωνίας ήτο καθολική· ουδείς εικονόφιλος εκοινώνει με τους εικονομάχους,καθόσον τα μέτωπα ήσαν χωρισμένα και πας ομολογών πίστιν και σεβασμόν προς τας αγίας εικόνας εδιώκετο απηνώς.Και ταύτα μεν εις την εκκλησίαν του Βυζαντίου.Υπήρχον όμως άλλαι τοπικαί εκκλησίαι και πατριαρχεία,που δεν μετείχαν της αιρέσεως και τα οποία εκοινώνουν με τους εικονοφίλους.Σήμερα,όμως τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα της εικονομαχικής περιόδου.Η πενταρχία των πατριαρχείων και όλαι αι αυτοκέφαλοι Εκκλησίαι κοινωνούν και συνεργάζονται μεταξύ των διώκουσαι τους ενισταμένους κατά της αιρέσεως του Οικουμενισμού.Συνεπώς η μόνη οδός που απομένει,δι΄ όποιον θέλει να μείνει αμέτοχος της αιρέσεως και κατακρίτου κοινωνίας,είναι η οδός της αποτειχίσεως και η κοινωνία του με τας εκκλησίας του παλαιού ημερολογίου. Την ανωτέρω στάσιν επικροτεί η παλιά της Ορθοδοξίας παράδοσις και οι ιεροί Κανόνες,οι οποίοι θεωρούν «αξίους τιμής» τους ούτως ενεργούντας!


Δυστυχώς οι συντάκται του «Σταυρού»,παρά τα γραφέντα επί μίαν τριακονταετίαν,επιμένουν ότι μπορεί να είναι ορθόδοξοι,ως οι ομολογηταί του παρελθόντος,και συγχρόνως να κοινωνούν με όλας τας εκκλησίας που κακοδοξούν ή κοινωνούν με την κακοδοξίαν! Αυτό το αποκαλούν αγώνα «εντός των τειχών της Εκκλησίας»,ενώ σημαίνει ακριβώς το αντίθετον· ευρίσκονται εντός της κακοδοξίας και εκτός αληθείας! Και κάποιοι ηγούμενοι επί αγίου Θεοδώρου,έχοντες τα μοναστήρια τους και μνημονεύοντες των αιρετικών, ενόμιζον ότι πράττουν έργον θεάρεστον και διακριτικόν,ὀπως οι συντάκται του «Σταυρού»,προς τους οποίους έγραψε ο Όσιος Πατήρ: «Και τώρα δέξαι με,τιμιώτατε πάτερ,ομιλούντα πιο ελεύθερα. Δεν τυγχάνεις εκτός ευθύνης,το να συλληφθής δηλαδή από ανθρώπους του βασιλέως και να παραμείνης παρά ταύτα ελεύθερο;...


Εάν η οσιότης σου ουδέν έπαθε εκ των ανωτέρω (των βασάνων δηλαδή που υπεβάλοντο οι πιστοί),μετά την σύλληψιν, συγχώρα με,αλλά επλανήθης αδελφέ.Και μη μου δικαιολογήσαι πως διατηρείς ασφαλείς τας εκκλησίας και τας αγιογραφίας των ναών,ως και το μνημόσυνον του πατριάρχου.Τα παρόμοια και άλλοι πεπτωκότες φλυαρούσιν.Τα ανωτέρω δεν δύνανται να διατηρηθούν,εκτός εάν εγένετο προδοσία της ορθοδόξου ομολογίας. Διότι σε παρακαλώ,ποία η ωφέλεια,όταν εμείς που λεγόμεθα και είμεθα ναός Θεού έχουμε καταστραφή (δια της μη ομολογίας) με το να περιποιούμεθα αψύχους ναούς...Αλλοίμονον,άλλοι να αποθνήσκουν,άλλοι να εξωρίζονται,άλλοι να μαστιγώνονται,άλλοι να φυλακίζωνται,άλλους να φιλοξενούν τα όρη,αι ερημίαι,οι βράχοι και τα σπήλαια,και εμείς διαμένοντες στα σπίτια μας να νομίζωμεν ότι θα παραμείνωμεν αβλαβείς. Ουδόλως...Ταύτα είπα από αγάπη προς σε και ως υπενθύμισιν,ότι οι τα τοιαύτα πράττοντες είναι άξιοι τιμωρίας… (P.G. 99, 1365 AC). 


Και προς τον ηγούμενον Θεόφιλον: «...Και συ,ω τρισάθλιε, εαλωκώς τη ψυχοφθόρω κοινωνία, και μένων εις το ολετήριον, επ΄ αν ούτως, αλλ΄ ου μοναστήριον, λέγεις ευ έχειν... Τίνας δε και αδελφούς εφυλάξω,διεφθορότας τη ολεθρία σου κοινωνία,καν εν βρώμασι; Σκάνδαλον του κόσμου, υπόδειγμα αρνήσεως,προτροπή απωλείας,σάρξ αλλ΄ου πνεύμα,σκοτήρ, αλλ΄ ου φωστήρ…»(Αυτ.1337 C).Ιδού,πως εσκέπτοντο και ενεργούσαν οι αληθινοί πατέρες του παρελθόντος και μάλιστα ο μέγας Θεόδωρος,τον οποίον ο π. Ιουστίνος Πόποβιτς θεωρεί,ως τον «ατρόμητον ομολογητήν των θεανθρωπίνων αληθειών».Μακάριοι οι ταπεινώς μιμούμενοι την πορείαν του· δυστυχείς δε αληθώς οι διαστρέφοντες τους λόγους του,προκειμένου να δικαιολογήσουν την παραμονήν τους εις την αίρεσιν...

 


Περιοδικό ¨Ο ΣΤΑΥΡΟΣ¨ Αριθμός τεύχους 391 Νοέμριος-Δεκέμβριος 1994

 

Ο ακολουθών το παλαιό ημερολόγιο,ιερομόναχος π. Θεοδώρητος Μαύρος ήσκησε κριτική στο σχόλιό μας υπό τον τίτλο «Δεν εξήντλησε τα μέσα» (τεύχ. Αυγούστου 1994 σελ. 134). Το σχόλιο αυτό αναφερόταν στο πρόσωπο του γνωστού πνευματικού της Σιναϊτικής ερήμου π. Ανδριανού, ο οποίος εγκατέλειψε την πνευματική εκείνη έπαλξι και προσεχώρησε στην συμπαθή παλαιοημερολογιτική ομάδα του Φυλής και Ωρωπού π. Κυπριανού. Η κριτική του δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Αγιορείτης» (τεύχ. 8), που ο ίδιος εκδίδει υπό τον τίτλο «Ποιοί είναι ¨εντός Εκκλησίας¨». Στο κείμενό του αυτό ο π. Θεοδώρητος χρησιμοποιώντας αποσπάσματα από επιστολές του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου προσπαθεί να αποδείξη «ποιοί ευρίσκονται εντός της κακοδοξίας και εκτός της αληθείας». Και αυτοί κατά την γνώμη του είμεθα οι ακολουθούντες το νέο ημερολόγιο. Kατ΄ αρχάς σκεφθήκαμε να ανταπαντήσουμε επί του θεωρητικού πεδίου. Επειδή όμως ο λόγος έχει αντίλογον, γι΄ αυτό αποφύγαμε αυτόν τον πειρασμό.


Εξ άλλου ο ίδιος ο π. Θεοδώρητος προς το τέλος του ανωτέρω κειμένου του αναιρεί τα γραφόμενά του,αφού εις επίρρωσιν των λεγομένων του χρησιμοποιεί γνώμην του μεγάλου Σέρβου θεολόγου του αιώνος μας,του μακαριστού π. Ιουστίνου Πόποβιτς, γράφων τα εξής.«Ιδού, πως εσκέπτοντο και ενεργούσαν οι αληθινοί πατέρες του παρελθόντος και μάλιστα ο μέγας Θεόδωρος, τον οποίον ο π. Ιουστίνος Πόποβιτς θεωρεί, ως τον ¨ατρόμητον ομολογητήν των θεανθρωπίνων αληθειών¨». Αυτοαπάντησις. Θα ήτο ίσως αρκετό να σταματήσουμε εδώ και να μη συνεχίσουμε την ανάπτυξι των σκέψεών μας, αφού η παρατεθείσα περικοπή αποτελεί, για όσους ξέρουν πρόσωπα και πράγματα, αυτοαπάντησιν στον π. Θεοδώρητο. Για εκείνους όμως,που αγνοούν το πρόσωπο του π. Ιουστίνου Πόποβιτς, σημειώνουμε τα ακόλουθα. Ο π. Ιουστίνος Πόποβιτς είχε μελετήσει όσον πολύ λίγοι τους πατέρες της Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας και μάλιστα τον άγιο Θεόδωρο τον Στουδίτη.


Θα περιμέναμε δε, επειδή ο αοίδιμος συνεδύαζε στη ζωή του θεωρία και πράξι, να είχε αποτειχισθή, και να μην είχε κοινωνία,ούτε με το πατριαρχείο της Σερβικής Εκκλησίας,ούτε κατ΄ ακολουθίαν με τα άλλα πατριαρχεία. Εν τούτοις δεν αποτειχίσθηκε, αλλ΄ έδωσε τη μάχη του εντός των κόλπων της Εκκλησίας πολεμώντας εκ των πρώτων την αίρεσι του οικουμενισμού και χαρακτηρίζοντάς την, ως «παναίρεσιν». Να υποθέσουμε, ότι ο π. Ιουστίνος δεν κατενόησε το βαθύτερο νόημα των λόγων και των έργων του αγίου Θεοδώρου του Στουδίτου, του «ατρομήτου αυτού ομολογητού των θεανθρωπίνων αληθειών»; Δεν τολμούμε να ψελλίσουμε τέτοια βλασφημία. Ύστερα ο Κύριος χάρισε στην Εκκλησία μας και «ορώντας», μεταξύ των οποίων ήσαν και οι αείμνηστοι γέροντες Πορφύριος και Παϊσιος. Οι χαριτωμένοι αυτοί γέροντες ποτέ δεν συνεβούλευσαν τους ακολουθούντας το νέο ημερολόγιο,να αποτειχισθούν «ασφαλιζόμενοι δια της αποτειχίσεως και προσχωρήσεως εις τας τάξεις των Παλαιοημερολογιτών».


Ο λόγος είνε αυτονόητος. Ας έλθουμε όμως και σ΄ εκείνους τους γέροντες,που έχουν το χάρισμα του πνευματικού. Υπάρχουν παλαιοημερολογίτες πνευματικοί, που εξομολογούν πιστούς νεοημερολογίτας χωρίς να τους θεωρούν αιρετικούς και να τους υποχρεώνουν να αποτειχισθούν. Και για να μη δημιουργήσουμε προστριβές στις συμπαθέστατες τάξεις των παλαιοημερολογιτών, αναφερόμεθα σε δύο κεκοιμημένους πνευματικούς, τον π. Νεόφυτο Καλοφούντη και τον π. Νήφωνα Αστυφίδη, οι οποίοι κάτω από το πετραχήλι τους ανέπαυσαν πολλές ψυχές νεοημερολογιτών. Ο π. Νεόφυτος μάλιστα κατά τα πρώτα έτη του σχίσματος ακολουθούσε αυστηρή τακτική έναντι των νεοημερολογιτών και δεν τους εδέχετο στην εξομολόγησι, μέχρις ότου τον επετίμησε ο ίδιος ο Κύριος λέγων· «Γιατί διώχνεις τα παιδιά μου;».


Περικόπτοντας τις σκέψεις μας αυτό έχουμε εν κατακλείδι να πούμε στον αγαπητό μας π. Θεοδώρητο,ο οποίος ομολογουμένως επί 30 χρόνια αγωνίζεται και με την γραφίδα του υπέρ των ιερών της πίστεώς μας· Σεβαστέ μας πάτερ· ο π. Ιουστίνος και οι άλλοι πατέρες δεν θεώρησαν,ως ασφάλεια της σωτηρίας των νεοημερολογιτών την αποτείχισί τους από την Εκκλησία και την ένταξή τους σε κάποια από τις τάξεις των παλαιοημερολογιτών,όπως έκανε ο π. Ανδριανός. Δεν γνωρίζουμε, αν αυτό σας απησχόλησε ποτέ. Σεις, βέβαια, υποστηρίζετε αυτά που κάθε φορά γράφετε οπλισμένος με τη μόρφωσι, που αποκτήσατε μελετώντας την σκέψι των πατέρων της Εκκλησίας μας. Μήπως, όμως εκτός από αυτό χρειάζεσθε και κάτι άλλο, το οποίο θα εναρμονίση μέσα σας την σκέψι των Πατέρων με την θεοφιλή βιοτήν των προμνημονευθέντων αγίων ανδρών; Ερευνήστε το.
                                                

 Και η απάντηση του Ιερομονάχου π. Θεοδώρητου Μαύρου, Αγιορείτου

 

Αγαπητέ μοι κ. Σωτηρόπουλε, δεν θα επανερχόμουν, εάν δεν είχες σημειώσει στο σχόλιό σου («Ο Σταυρός», Δεκ. 94, σ. 198), μερικά ξένα προς την Παράδοσιν της Ορθοδοξίας μας. Στο ανωτέρω σχόλιον θαυμάζεις τους «ορώντας», όπως τους αποκαλείς, δηλαδή τους προορατικούς, ως λένε οι πολλοί, όπως τον π. Παϊσιον, π. Πορφύριον και άλλους. Και τονίζεις εν συνεχεία, ότι οι ανωτέρω Γέροντες ουδέποτε συνεβούλευσαν τους πιστούς του νέου ν΄ ακολουθήσουν το παλαιόν ημερολόγιον. Γιατί, μήπως τους συνεβούλευσαν ποτέ κάτι, που να τους προστατεύη από τας αντορθοδόξους ενεργείας του Οικουμενικού πατριάρχου και των δορυφόρων του; Ουδέποτε! Δια θέματα πίστεως ετήρουν σιγήν, σιγήν ένοχον και κατάκριτον κατά τους αγίους Πατέρας. Ωμίλουν, όμως κατά κόρον περί προσευχής και ελεημοσύνης, πορευόμενοι χιλιόμετρα δια να βρουν ύδατα ποιότητος υπό την γην και κρυμμένους θησαυρούς (!), αδιαφορούντες δια τον συλούμενον θησαυρόν της Ορθοδοξίας υπό των δήθεν φυλάκων της!Δεν έχαναν δε ευκαιρίαν να προτρέπουν τους πιστούς να υπακούουν στην Εκκλησίαν, τον Οικουμενικόν δηλαδή πατριάρχην, τον Ιάκωβον Αμερικής, τον Παρθένιον Αλεξανδρείας, τον Σωτήριον Καναδά και τον Στυλιανόν Αυστραλίας και όλους τους κοινωνούντας με αυτούς. 


Σύμφωνα με την τακτική τους αυτή, ούτε εσύ έπρεπε να ελέγξης τον Αυστραλίας Στυλιανόν ή τον Σωτήριον Καναδά, όπως δεν το έπραξαν και οι «ορώντες» σου! Λησμονείς, ότι ο π. Παϊσιος ερωτηθείς υπό δημοσιογράφου «πως βλέπει την παρουσίαν του Βαρθολομαίου εις τον οικουμενικόν Θρόνον», του Βαρθολομαίου επαναλαμβάνω, του αφορίσαντός σε, απήντησε μετά σοβαρότητος· «Ο Θεός οικονόμησε αυτά τα δύσκολα χρόνια τον καλύτερον πατριάρχην»!! (Καθημερινή 27.11. ΄93). Ασφαλώς και συ, αγαπητέ Νικόλαε, θα ντρέπεσαι για λογαριασμό του... «ορώντος»! Σου υπενθυμίζω επίσης, ότι οι Αγιορείται πατέρες που στήριξαν τον Στυλιανόν Αυστραλίας στις κακοδοξίες του, από αυτούς τους «ορώντες» έπαιρναν την ευλογίαν!Μήπως μέχρι σήμερα την αυτήν τακτικήν δεν ακολουθούν οι επίσκοποι και κληρικοί του Νέου, αιρετικούς αποκαλούντες τους παλαιοημερολογίτας, ενώ συγχρόνως αγκαλιάζουν τους πράγματι αιρετικούς παπικούς (και μόνον αυτούς;), θεωρούντες μεγάλη τους τιμή να συλλειτουργήσουν με τον αρχιοικουμενιστήν και λατινόφρονα Βαρθολομαίον,ή μετά του συμπροσευχηθέντος και με πυρολάτρας ακόμη στην Ασσίζη, Μεθόδιον Φούγιαν;


Είναι ποτέ δυνατόν αυτοί οι «ορώντες», που αδιαφορούν για τις ανωτέρω κακοδοξίες ν΄ αποτελούν κριτήριον Ορθοδοξίας; Δεν βλέπεις,ότι είχον γίνει παίγνιον του Πονηρού,αφού τίποτα από τα λεγόμενά τους δεν εναρμονίζεται προς τον Πατερικόν, αντιαιρετικόν λόγον, ενόμενοι αιτία να παραμένουν τόσαι ψυχαί εις την κοινωνίαν της αιρέσεως; Δεν ενθυμείσαι, ότι και εις το παρελθόν μερικοί πράγματι άγιοι ηκολούθησαν εν τη απλότητί τους, την αίρεσιν, χωρίς όμως να τους μιμηθούν στην πορεία τους την ολισθηράν οι τότε φωστήρες της Εκκλησίας, ομολογηταί πατέρες; Αναλογίσου την «ευγένειαν» και «καλωσύνην» των συγχρόνων αιρετικών, Χιλιαστών και Προτεσταντών, Ευαγγελικών, Πεντηκοστιανών κλπ. ιδίως των διδασκάλων των. Γιατί δεν μας συγκινεί καθόλου αυτή τους η «ευγένεια»;Διότι γνωρίζομεν,ότι έχουν σαθρά δόγματα και διδασκαλίας. Κάτι παρόμοιον πρέπει να πράξωμεν και με τους λόγους τών «ορώντων». Εφ΄ όσον έρχονται σε κραυγαλέαν αντίθεσιν προς την σεβασμίαν Παράδοσιν της Ορθοδοξίας, δεν θα πρέπει να δώσωμεν καμμία προσοχή στους λόγους τους. Θα πρέπει να τους βλέπουμε, ως παγίδες προς απώλειαν απλών ψυχών, υπέρ ων Χριστός απέθανε!


Συνεπώς για θέματα πίστεως και ομολογίας, δεν θα πρέπει να εξετάζωμεν, ποίαν οδόν τηρεί ή ετήρησεν ο π. Ιουστίνος ή ο π. Πορφύριος,αλλά, ποία πρέπει να τηρηθή σύμφωνα προς τους Ιερούς Κανόνας. Γι΄ αυτό λέγονται και κανόνες, ώστε να κανονίζωμεν εαυτούς προς τα υπ΄ αυτών εντελλόμενα. Αναφορικώς δε προς τον παλαιοημερολογίτην π. Νεόφυτον, που όπως γράφεις, «ακολουθούσε αυστηρή τακτική έναντι των νεοημερολογιτών και δεν τους εδέχετο εις την εξομολόγησιν, μέχρις, ότου τον επιτίμησεν ο ίδιος ο Κύριος λέγων· «Γιατί διώχνεις τα παιδιά μου;», έχω να παρατηρήσω τα εξής. Με τα ανωτέρω επικροτείς και συ, ότι ο π. Νεόφυτος ήτο εντός της Εκκλησίας, αφού ο ίδιος ο Κύριος τον προτρέπει να δέχεται τα παιδιά Του, και όχι μόνον ο π. Νεόφυτος, αλλά και όλοι, που μιμούνται την εκκλησιαστικήν πορείαν του καλού αυτού πνευματικού!


Για τα ανωτέρω θα μου αντείπεις ασφαλώς: Και που θα πάμε π. Θεοδώρητε; Δεν βλέπεις, πόσες παρατάξεις είναι οι Παλαιοημερολογίται; Συμφωνώ, ότι αι διαιρέσεις των συνιστούν και την «αχίλλειον πτέρνα» των, αλλ΄ ουδόλως δέχομαι ως λογικόν και θεολογικόν επιχείρημα της εν λόγω ένστασίν σου και ιδού διατί: Υποθέσωμεν, ότι δεν υπήρχαν οι παλαιοημερολογίται· τί θα έπρεπε να πράξουν οι νεοημερολογίται; Να κοινωνούν αδιαφόρως και συνεχώς με την κακοδοξίαν, ανεχόμενοι τα πάντα, ως πράττουν σήμερα; Και κάτι άλλο: κατά την γνώμη σου, ΠΟΤΕ θα πρέπει να διακόψουν κοινωνίαν με τους κακοδοξούντας οι νεοημερολογίται κληρικοί και λαϊκοί; ΤΙ ΑΛΛΟ, κατά την κρίσιν σου, πρέπει να πράξουν οι Οικουμενισταί, ώστε οι «συντηρητικοί»,ως αποκαλούνται,επίσκοποι και κληρικοί,να τους αποκηρύξουν; Με προτρέπεις να ερευνήσω και να εύρω κάτι «που θα εναρμονίση μέσα μου την σκέψιν των Πατέρων με την θεοφιλή βιοτήν των «ορώντων». Αδυνατώ να το εύρω! Και τούτο, διότι ο λόγος και η πράξις των αγίων Πατέρων ήσαν της αυτής συχνότητος· εδίδασκον πράττοντες και έπραττον διδάσκοντες.


Των «ορώντων», όμως, που θαυμάζεις, ο λόγος τους βρίσκεται σε τελείαν αντίθεσιν με την διδασκαλίαν των αγίων Πατέρων! Και τούτο, διότι οι άγιοι ετόνιζον, ότι «δεν δυνάμεθα να σωθώμεν, αν έχωμεν βίον ορθόν, αλλ΄ αμελώμεν των ορθών δογμάτων» (Χρυσόστ.ομ.ιγ΄.Γέν.). Μία άλλη, συνεπώς, εναρμόνισις μάς χρειάζεται· η του βίου μας με την αληθεύουσα διδασκαλίαν των αγίων Πατέρων της Εκκλησίας, εάν θέλωμεν να ανήκωμεν εις Αυτήν, καθόσον «οι της αληθείας, της Εκκλησίας εισίν» κατά τον μέγα Παλαμάν. Οι της αληθείας, λοιπόν, είναι της Εκκλησίας, και όχι οι κοινωνούντες με τα Ρωμέϊκα πατριαρχεία, ως συνεχώς τονίζεται.


 Πρέπει να το μάθουμε όλοι μας, ότι η Εκκλησία έχει μυστικά και μυστηριακά και όχι διοικητικά θεμέλια,

για να μη πάθωμεν αυτό που έπαθαν και οι Δυτικοί, που ακολούθησαν τον πάπα στις πλάνες,

για να μη βρεθούν εκτός Εκκλησίας!

Σου υπενθυμίζω επί τη ευκαιρία, ότι ήδη το πατριαρχείο Αντιοχείας εκοινώνησε με τους αιρετικούς Μονοφυσίτας

 και το γεγονός πέρασε απαρατήρητο!

Εις δε τον Ιερόν Ναόν Ζωοδόχου Πηγής Αθηνών (οδ. Ακαδημίας) λειτουργεί Μονοφυσίτης ιερεύς!

Αυτά δεν ενοχλούν τους επισκόπους του νέου, 

μόνο σπεύδουν να σφραγίσουν τον ιδιωτικόν Ναόν του π. Ανδριανού στην Ζάκυνθον,

διότι ηκολούθησε το πάτριον ημερολόγιον!

Σκέψου τα όλα αυτά, αγαπητέ Νικόλαε,

και προσευχήσου να σε ενισχύση ο Θεός, ν΄ ακολουθήσης την γραμμήν των αγίων Πατέρων μας,

διότι είναι πολύ θλιβερόν, ν΄ αγωνίζεσαι μια ζωή κατά των διαφόρων αιρετικών,

και τελικώς να ευρίσκεσαι σε κοινωνία μετά της «παναιρέσεως» του αιώνος μας,

τον Οικουμενισμόν!



Ένας διάλογος μεταξύ του π. Θεοδωρήτου Μαύρου και του κ. Νικολάου Σωτηροπούλου 
για την αποτείχιση του αειμνήστου,
οσίου Γέροντος Ανδριανού του Σιναίτη
του Γέροντα της Ερήμου.
Αντιγραφή από το ιστολόγιο ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΦΩΝΗ και αναδημοσίευση από το μπλοκ ΑΠΟΤΕΙΧΙΣΗ.
Τίτλος, επιμέλεια κειμένου ΑΓΙΟΚΥΠΡΙΑΝΙΤΗΣ


Print Friendly and PDF